GRATA DONA Μελέτες προς τιμήν της Όλγας Γκράτζιου επιστημονικη επιμελεια Τόνια Κιουσοπούλου – Βίκυ Φωσκόλου ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2023 Π Ε Ρ Ι Ε ΧΌ Μ Ε Ν Α Τονια Κιουσοπουλου H Όλγα Γκράτζιου στο Πανεπιστήμιο Κρήτης . . . . . . . . . . . . . . . . 11 Βίκυ Φωσκόλου Το επιστημονικό και εκπαιδευτικό έργο της Όλγας Γκράτζιου . . . . 15 Ευχαριστίες . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 24 Πίνακας Συντομογραφιών . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 25 Βάλια Αγγελάκη Τρεις βενετσιάνικες καμπάνες από την Κυριάννα Ρεθύμνου. Μια πρώτη παρουσίαση . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 27 Μαρία Βακονδίου Το όνομα του Ιησού JΗS στις γωνιές των δρόμων στη βενετική Κρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 41 Πετρούλα Βαρθαλίτου Αγία Κυριακή Αγαλλιανού. Ο ναός του 13ου αιώνα και οι άγνωστοι κτήτορές του . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 61 Αναστασία Γ. Γιαγκάκη Τα εντοιχισμένα αγγεία στον ναό της Παναγίας στον Πρίνο Μυλοποτάμου . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 91 Παναγιώτης Κ. Ιωάννου Μία «χεὶρ (Δομηνίκου)», δύο Προσκυνήσεις; Πάλι για τον Γκρέκο μεταξύ Κρήτης και Ιταλίας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 131 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Παυλίνα Καραναστάση Οι πολλές ζωές του αγάλματος της κρήνης Bembo στο Ηράκλειο . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 163 Αγλαΐα Κάσδαγλη Προίκα: Το βάρος των λέξεων. Με αφορμή τα γαμήλια συμβόλαια στον ελληνικό χώρο κατά τη νεότερη εποχή . . . . . . . . . . . . . . . . . . 201 Νίκος Καστρινάκης L’huomo superbo: Ο Φραγκίσκος Μπαρότσι και οι χρησμοί . . . . . . 227 Σοφία Κατόπη Πρὸς ἐξωράισιν τῆς πόλεως καὶ βελτίωσιν τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων. Εκσυγχρονισμός και κατεδαφίσεις μνημείων τα πρώτα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 269 Τόνια Κιουσοπούλου Βυζάντιο και Αριστερά κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια . . . . 295 Τιτίνα Κορνέζου Η πρόσληψη της μεσαιωνικής τέχνης της Δύσης στις αρχές της δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα. Προϋποθέσεις και όρια μιας ατελέσφορης απόπειρας . . . . . . . . . . . 309 Χρήστος Λούκος Αναζητώντας την απήχηση των γαλλικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα στην Ερμούπολη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 345 Αθανάσιος Μαΐλης Το Διακονικό, ο Δημήτριος Πάλλας και το Kunstwollen . . . . . . . . 361 Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος Ο έμπορος και ο ζωγράφος. Η πορεία του Νίκου Νικολάου κατά τη δεκαετία του 1940 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 387 Γιώργος Μπροκαλάκης Όψεις των μεσαιωνικών ανδρισμών: Κερατάδες, φαλλοί, πολεμιστές, κυνοκέφαλοι στα βυζαντινά αγγεία . . . . . . . . . . . . . . 431 8 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Σωκράτης Δ. Πετμεζάς Χάσμα ή γέφυρα; Το 1821 και η θέση του στην Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 461 Κωνσταντίνος Ρούσσος Τοπική παραγωγή γλυπτικής και εισηγμένα αρχιτεκτονικά μέλη στα νησιά των Κυκλάδων κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο (4ος - 7ος αι.) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 487 Νίκος Τσιβίκης – Ηλίας Κολοβός Manastır-ı San Dito: Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Τίτου στον Χάνδακα της Κρήτης μέσα από τις οθωμανικές πηγές . . . . . . 521 Χριστίνα Τσιγωνάκη Μελετώντας τα πρωτοβυζαντινά κιονόκρανα: Εξέλιξη, αρχαϊσμοί ή ποικιλομορφία; . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 567 Βίκυ Φωσκόλου Ζωγραφικά σύνολα λατινικής χορηγίας στον νότιο ελλαδικό χώρο και τα νησιά (13ος-15ος αιώνας). Μια πρώτη προσεγγιση . . . . . . . 603 Χρήστος Χατζηιωσήφ Παραδοσιακά μοτίβα και νεωτερικά μηνύματα στις τοιχογραφίες των σπιτιών της Συνασού . . . . . . . . . . . . . . . . . 633 Νίκος Χατζηνικολαου Μια μέρα της Κατοχής από το ημερολόγιο του Βάλια Σεμερτζίδη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 669 Οι συγγραφείς του τόμου . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 686 9 ΒΊΚΥ ΦΩΣΚΌΛΟΥ Ζωγραφικά σύνολα λατινικής χορηγίας στον νότιο ελλαδικό χώρο και τα νησιά (13ος-15ος αιώνας) ΜΙΑ ΠΡΏΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ* Ο χαρακτήρας της καλλιτεχνικής έκφρασης που διαμορφώνεται στις λατι- νοκρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου παραμένει μέχρι σή- μερα ένα πεδίο γόνιμων επιστημονικών συζητήσεων. Αυτό αποκαλύπτουν με ενάργεια οι όροι που κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιηθεί σε διάφορες περιστάσεις για να ορίσουν τις διαφορετικές εκφάνσεις ενός υβριδικού στυλ, το οποίο συνδυάζει στοιχεία της βυζαντινής παράδοσης και της ρο- μανικής και αργότερα γοτθικής Δύσης και συχνά εντοπίζεται σε αυτές τις περιοχές: σταυροφορική τέχνη,1 maniera cypria και lingua franca,2 * Μια πρώτη μορφή του θέματος με τίτλο «Monumental painting in Latin religious foundations of the southern Greek mainland and the islands (13th-15th centuries)» παρουσιάστηκε στο 23ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών στο Βελιγράδι τον Αύγουστο του 2016, βλ. B. Krsmanović ‒ L. Milanović (επιμ.), Proceedings of the 23rd International Congress of Byzantine Studies, Belgrade, 22-27 August 2016. Round Tables, Βελιγράδι: The Institute for Byzantine Studies, SASA 2016, 621-622 (https://bit.ly/ 3uoV1hu) (9/6/2022). 1 Για μια ιστοριογραφική προσέγγιση του όρου «σταυροφορική τέχνη» βλ. J. Folda, Crusader Art in the Holy Land, From the Third Crusade to the Fall of Acre, 1187-1291, Cambridge University Press 2005, 1-20. 2 O όρος maniera cypria προτάθηκε από την Ντούλα Μουρίκη για να χαρακτηρίσει τις εικόνες της Κύπρου του 13ου αιώνα με δυτικές εικονογραφικές και τεχνοτροπι- κές επιδράσεις, βλ. D. Mouriki, «Thirteenth-century Icon Painting in Cyprus», The Griffon 1-2 (1985-1986) 9-113. Ο όρος «lingua franca» οφείλεται στον Hans Belting, βλ. «Introduction» και «Die Reaktion der Kunst des 13.Jahrhunderts auf den Import von Reliquien und Ikonen» στο: ο ίδιος (επιμ.), Il Medio Oriente e l’Occidente nell’arte del XIII secolo. Atti del XXIV Congresso Internazionale di Storia dell’Arte, τ. 2, Μπολόνια 603 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ «φραγκοβυζαντινή» για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.3 Ορισμοί και προσεγγίσεις βασίστηκαν αρχικά στην έννοια της επίδρασης από τη μία εθνοτική και θρησκευτική ομάδα στην άλλη και στη συνέχεια, μέσα από νέες θεωρητικές προσεγγίσεις αλλά και μια «πολιτικά ορθή» οπτική, σε αυτή των διαπολιτισμικών ανταλλαγών, για να καταλήξουμε πρόσφατα σε όρους όπως ώσμωση ή ακόμη και ανάμειξη (entanglement) πολιτισμών και θρησκειών που λαμβάνει χώρα σε αυτές τις περιοχές.4 Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι στη μελέτη της καλλιτεχνικής παραγωγής του λατινοκρατούμενου νότιου ελλαδικού χώρου τα αναλυτικά μας εργαλεία περιλαμβάνουν συνήθως δύο διακριτές κατηγορίες: «Δυτικο-ευρωπαίος και Λατίνος» και «Έλληνας και ορθόδοξος» χωρίς άλλες αποχρώσεις. Με άλλα λόγια, οι ιστορικοί της τέχνης έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε από την 1982, 1-10, 35-53. Για την προβληματική χρήση των όρων βλ. χαρακτηριστικά τη με- λέτη του J. Folda, «The Saint Marina Ιcon. Maniera Cypria, Lingua Franca, or Crusader art?», στο: B. M. Davezac (επιμ.), Four Icons in the Menil Collection, Austin Tex. 1992, 107-134, κυρίως 125. 3 O χαρακτηρισμός «φραγκοβυζαντινά» για τα εκκλησιαστικά κτίρια του νότιου ελλα- δικού χώρου που παρουσιάζουν μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία από τη βυζαντινή και τη δυτική οικοδομική παράδοση οφείλεται στον Χαράλαμπο Μπούρα, βλ. C. Bouras, «The Impact of Frankish Architecture on Thirteenth-Century Byzantine Architecture», στο: A. Laiou – R. Parviz Mottahedeh, The Crusades from the Perspective of Byzantium and the Muslim World, Ουάσιγκτον 2001, 247-272 με την παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. 4 Είναι χαρακτηριστικό πως στις νεότερες μελέτες που ασχολούνται με το θέμα, συνή- θως συλλογικά έργα, το γεωγραφικό πλαίσιο αλλά και οι πολιτισμικές συνιστώσες έχουν διευρυνθεί, περιλαμβάνοντας συνολικά τη Μεσόγειο ως τόπο διαπολιτισμικών ανταλλαγών, καθώς και ως έναν δυναμικό χώρο που διευκόλυνε μια ευρεία κυκλοφο- ρία αντικειμένων, καλλιτεχνών, μορφών και ιδεών: M. Mersch – Ulr. Ritzerfeld (επιμ.), Lateinisch-griechisch-arabische Begegnungen: Kulturelle Diversität im Mittelmeerraum des Spätmittelalters, Βερολίνο 2009· H. E. Grossman – A. Walker (επιμ.), Mechanisms of Exchange: Transmission in Medieval Art and Architecture of the Mediterranean, ca. 1000- 1500, Λέιντεν 2013· A. Lymberopoulou (επιμ.), Cross-Cultural Ιnteraction between Byzantium and the West, 1204-1669: Whose Mediterranean Is It Αnyway? (Society for the Promotion of Byzantine Studies, Publications 22), Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2018. Για τις μεθοδολογικές και θεωρητικές προεκτάσεις αυτής της «μετατόπισης» βλ. M. Bacci – C. Jäggi – B. Kühnel – R. Quirini-Popławski – A. Shalem – G. Wolf, «Qu’est-ce que l’espace méditerranéen au Moyen Âge?», Perspective 2 (2014) 271-292. 604 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ ίδια πλευρά τον Φράγκο πρίγκιπα και τις βενετικές αρχές, τον δυτικό ιπ- πότη της Πελοποννήσου και τον Βενετό φεουδάρχη της Κρήτης, τη λατινι- κή εκκλησία και τα δυτικά μοναστικά τάγματα, και από την άλλη πλευρά τους Έλληνες ορθοδόξους, είτε κατοίκους των χωριών και τους παπάδες τους, μοναχούς ή μικρούς γαιοκτήμονες της υπαίθρου και κατοίκους των αστικών κέντρων. Καταγράφοντας με αυτό τον τρόπο τα ιστορικά υποκεί- μενα από τα οποία προέρχονται και στα οποία απευθύνονται αυτά τα έργα γίνεται φανερό πόσο ανομοιογενής είναι κάθε μια από τις αναλυτικές μας κατηγορίες. Αυτή την πολυπλοκότητα παραγγελιοδοτών και κοινού στην καλλι- τεχνική παραγωγή του λατινοκρατούμενου ελλαδικού χώρου ανέδειξε η Όλγα Γκράτζιου. Στο έργο της για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της βενετικής Κρήτης αναζήτησε και τους δυτικής καταγωγής χρήστες ή χο- ρηγούς των κτιρίων και έθεσε νέες προϋποθέσεις για να αναζητήσουμε την «παρουσία» τους στα μνημεία του νησιού.5 Μια ανάλογη προσέγγιση υιο- θέτησε η Σοφία Καλοπίση-Βέρτη στις μελέτες της για την καλλιτεχνική δραστηριότητα στο Δουκάτο των Αθηνών και των Θηβών, όπου συζήτησε το ζήτημα της λατινικής χορηγίας και παρουσίασε τα υλικά τεκμήρια της παρουσίας των Δυτικών σε αυτές τις περιοχές.6 Αντίστοιχα, εστιάζοντας στο φραγκικό πριγκιπάτο της Αχαΐας νεότεροι ερευνητές παρουσίασαν διε- ξοδικά ένα σημαντικό αριθμό μνημείων που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ενέργειες Δυτικών και απευθύνονταν σε ένα λατινικού ή ακόμη και μεικτού δόγματος εκκλησίασμα.7 Κάποια από αυτά τα μνημεία διατηρούν την 5 Ό. Γκράτζιου, Η Κρήτη στην ύστερη μεσαιωνική εποχή. Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, Ηράκλειο 2010. 6 S. Kalopissi-Verti, «Monumental Art in the Lordship of Athens and Thebes under Frankish and Catalan Rule (1212-1388): Latin and Greek Patronage», στο: N. Tsougarakis – P. Lock (επιμ.), A Companion to Latin Greece, Λέιντεν – Βοστώνη 2015, 371-379, και σημ. 5 με παραπομπές σε παλαιότερα άρθρα της ίδιας σχετικά με το θέμα. 7 Βλ. ενδεικτικά Δ. Αθανασούλης, Η ναοδομία στην Επισκοπή Ωλένης κατά την μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο, αδημ. διδ. διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλο- νίκης, Θεσσαλονίκη 2006, http://ikee.lib.auth.gr/record/66388?ln=el (8/5/2022)· D. Athanasoulis, «The Triangle of Power. Building Projects in the Metropolitan Area of the Crusader Principality of the Morea», στο: S. E. J. Gerstel (επιμ.), Viewing the Morea. 605 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ εσωτερική ζωγραφική διακόσμησή τους και έχουν σποραδικά παρουσια- στεί, όπως για παράδειγμα τα σπαράγματα των τοιχογραφιών που απο- καλύφθηκαν στις ανασκαφές του ναού του Αγίου Φραγκίσκου στη Γλαρέν- τζα της Ηλείας.8 Τέλος, η μελέτη των υλικών καταλοίπων της Ρόδου έχει εμπλουτίσει σημαντικά τις γνώσεις μας για τη χορηγική δραστηριότητα Δυτικών στο νησί την περίοδο των Ιωαννιτών ιπποτών.9 Μέσα από αυτό το ανανεωμένο ερευνητικό ενδιαφέρον είμαστε πλέον σε θέση να καταγράψουμε αρκετά παραδείγματα μνημειακών ζωγρα- φικών συνόλων που θα μπορούσαν να σχετιστούν με λατινικές χορηγίες. Η συνολική πραγμάτευσή τους με στόχο την αναζήτηση στοιχείων της Land and People in the Late Medieval Peloponnese, Dumbarton Oaks Byzantine Symposia and Colloquia, Ουάσιγκτον 2013, 111-151· M. Kappas, «Cultural Exchange between East and West in the Late-Fourteenth-Century Mani: The Soteras Church in Langada and a Group of Related Monuments», στο: R. Ousterhout – D. Borbonus – E. Dumser (επιμ.), Against Gravity: Building Practices in the Pre-Industrial World, University of Pennsylvania, Φιλαδέλφεια 2016, 1-33· ο ίδιος, «Δυτικές επιδράσεις στην αρχιτε- κτονική της Μεσσηνίας (13ος-15ος αιώνας), στο: Μ. Κορρές – Στ. Μαμαλούκος – Κ. Ζάμπας – Φ. Μαλλούχου-Tufano (επιμ.), Ήρως Κτίστης. Μνήμη Χαράλαμπου Μπού- ρα, τ. Ι, Αθήνα 2018, 451-476. 8 Δ. Αθανασούλης – Α. Ράλλη, Γλαρέντζα – Clarence, Αθήνα 2005, 39-41· Athanasoulis, «The Triangle of Power», 124-125, εικ. 12-13. 9 Η δραστηριότητα αυτή, που ξεκινά με τις μελέτες του Ηλία Κόλλια και συνεχίστηκε στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια με τις δημοσιεύσεις και την εκπόνηση διδακτορικών διατριβών των μελών της αρχαιολογικής υπηρεσίας και συνεργατών της, συμπεριέλα- βε όλα τα υλικά κατάλοιπα του νησιού – αρχιτεκτονική, κεραμική, ζωγραφικά σύνο- λα· βλ. ενδεικτικά Η. Κόλλιας, Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και το Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, Αθήνα 2000· A.-M. Kasdagli – A. Katsioti – M. Michaelidou, «Archaeology on Rhodes and the Knights of Saint John of Jerusalem», στο: P. Edbury – S. Kalopissi- Verti (επιμ.), Archaeology and the Crusades. Proceedings of the Round Table, Nicosia, 1 February 2005, Αθήνα 2007, 35-62 με προγενέστερη βιβλιογραφία. Ειδικότερα για τη μνημειακή ζωγραφική, βλ. Η. Κόλλιας, Η μνημειακή εκλεκτική ζωγραφική στη Ρόδο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, Αθήνα 2000· Θ. Αρχοντόπουλος, Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης στην πόλη της Ρόδου και η ζωγραφική του Ύστερου Μεσαίωνα στα Δωδεκάνησα (1309-1453), Ρόδος 2010· I. Bitha – A.-M. Kasdagli, «Saint George ‘of the English’: Byzantine and Western Encounters in a Chapel of the Fortifications of Rhodes», στο: V. Foskolou – S. Kalopissi-Verti (επιμ.), Intercultural Encounters in Medieval Greece after 1204. The Evidence of Art and Material Culture, Turnhout 2022, 131-175. 606 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ θρησκευτικής ταυτότητας και καταγωγής, της πολιτικής ατζέντας, της κοινωνικής θέσης, αλλά και των αισθητικών προτιμήσεων των Δυτικών που εγκαταστάθηκαν στη Ρωμανία, θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τον σύνθετο κόσμο που αναδύθηκε εδώ και να προσδιορίσουμε περαιτέρω τις έννοιες της αλληλεπίδρασης και της ώσμωσης που συντελέστηκαν σε αυτές τις περιοχές. Κάποιες πρώτες παρατηρήσεις μέσα από το σκε- πτικό θα επιχειρήσω στη συνέχεια παρουσιάζοντας ενδεικτικά μερικά παραδείγματα. Πολύ γνωστές στην έρευνα είναι οι τοιχογραφίες στην Πύλη της Ακρο- ναυπλίας. Πρόκειται για τον χώρο που αποτελούσε την κύρια είσοδο στο λεγόμενο κάστρο των Φράγκων στο Ναύπλιο, ο οποίος τοιχογραφήθηκε στο διάστημα 1291-1311 με χορηγία των ηγεμόνων του Δουκάτου των Αθηνών. Τα ζωγραφισμένα εραλδικά εμβλήματα των οίκων τους μαζί με την απεικόνιση Χριστού που αναλαμβάνεται στους ουρανούς στον θόλο και μορφές αγίων στους πλευρικούς τοίχους έχουν ζωγραφιστεί από ένα τοπι- κό εργαστήριο, όπως δηλώνει η στενή τεχνοτροπική σχέση τους με λίγο πρωιμότερα ζωγραφικά σύνολα της περιοχής (Εικ. 1α-β).10 Η ιδιαίτερη λειτουργία του χώρου που διακοσμούν καθιστά αυτό το σύνολο, που σήμερα σώζεται σε πολύ κακή κατάσταση, πολύ σημαντικό για τα ερωτήματα που θέσαμε παραπάνω. Αν και δεν πρόκειται για ένα εκκλησιαστικό κτίριο, ο χώρος που διακοσμεί αποτελεί την είσοδο στο κέντρο της πολιτικής εξουσίας της περιοχής, έχει λατρευτικό και αποτρο- παϊκό χαρακτήρα, μια συνηθισμένη πρακτική στις δυτικές οχυρώσεις.11 Στις πολλαπλές αυτές λειτουργίες αντιστοιχούν οι άγιες μορφές που απεικονίζονται στον χώρο. Ο άγιος Χριστόφορος με το θείο Βρέφος στον 10 S. E. J. Gerstel, «Art and Identity in the Medieval Morea», στο: Laiou – Mottahedeh, The Crusades from the Perspective of Byzantium and the Muslim World, 263-280· M. Hirschbichler, «The Crusader Paintings in the Frankish Gate at Nauplia, Greece: A Historical Construct in the Latin Principality of Morea», Gesta 44/1 (2005) 13-30· Kalopissi-Verti, «Monumental Art in the Lordship of Athens and Thebes», 376-379, με όλη την παλαιότερη βιβλιογραφία για τις τοιχογραφίες της Ακροναυπλίας. 11 Για τοιχογραφημένα παρεκκλήσια στις πύλες τειχών στη Δύση και τη σταυροφορική Ανατολή βλ. Hirschbichler, «The Crusader Paintings», 24, σημ. 99· Athanasoulis, «The Triangle of Power», 132, σημ. 104. 607 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Εικ. 1α. Ναύπλιο, Πύλη Ακροναυπλίας. Η σκηνή της Ανάληψης (1299-1311) (Φωτογρα- φία: Hirschbichler, «The Crusader Paintings in the Frankish Gate at Nauplia», εικ. 4). Εικ. 1β. Ναύπλιο, Πύλη Ακροναυ πλίας. Άγγελος από τη σκηνή της Ανάληψης (1299-1311) (φωτογραφία: Β. Φωσκόλου). © Υπουργείο Πο- λιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας. 608 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ ώμο υπήρξε προστάτης των ταξιδιωτών και των προσκυνητών,12 ο άγιος Ιάκωβος της Compostella συνδύαζε το ιδεώδες του σταυροφόρου και του προσκυνητή, ενώ ο άγιος Αντώνιος επιλέγεται ως ιαματικός άγιος, καθώς στη Δύση λατρεύεται ως προστάτης των αρρώστων.13 Τέλος, ο έφιππος άγιος Γεώργιος με τον θυρεό των σταυροφόρων ιπποτών στη στρατιωτική του εξάρτυση αποτελεί αναφορά στο ιπποτικό ιδεώδες και την ταυτότητα των ιδιοκτητών του κάστρου, ενώ επιπλέον αποκαλύπτει τη χρήση ενός κοινού καλλιτεχνικού λεξιλογίου από Δυτικούς και Έλληνες στις φραγκο- κρατούμενες περιοχές του νότιου ελλαδικού χώρου.14 Οι άγιοι στην Πύλη της Ακροναυπλίας απευθύνονταν σε ένα δυτικό κοι- νό, όπως επιβεβαιώνουν και οι λατινικές επιγραφές που τους συνοδεύουν, και ειδικότερα σε αυτούς που κατά κύριο λόγο θα διέρχονταν από την πύ- λη: στρατιώτες, ταξιδιώτες, προσκυνητές και ιππότες. Το γεγονός ότι οι Φράγκοι ηγεμόνες του Δουκάτου επιλέγουν ένα τοπικό συνεργείο για να εκτελέσει αυτές τις τοιχογραφίες υποδηλώνει πως η τεχνοτροπική γλώσ- σα δεν αποτελεί ένα στοιχείο διαχωρισμού των δυτικών χορηγών από τον τοπικό πληθυσμό. Η επιλογή ενός τοπικού ζωγράφου δεν εκπλήσσει τόσο, όσο η πρακτι- κή της ανακαίνισης ορθόδοξων ναών από μέλη της ανώτερης τάξης των Φράγκων φεουδαρχών, όπως μας αποκαλύπτει η κτητορική επιγραφή στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Ακραίφνιο (πρ. Καρδίτσα) της Βοιω τίας, που μνημονεύει ως χορηγό τον θεοσεβέστατο καβαλάρη, μησέρ Αντόνι τε 12 Εκτός από προστάτης των ταξιδιωτών, διαδεδομένη ήταν στη Δύση η πίστη στην αποτροπαϊκή δύναμη της μορφής του αγίου, καθώς η ενατένισή του και μόνον ήταν ικανή να σώσει από κάθε δυστυχία, ακόμη και από θάνατο. Για τον λόγο αυτό, πορ- τρέτα του αγίου Χριστόφορου τοποθετούνται συχνά γύρω από τη θύρα ναών, τειχών αλλά και ιδιωτικών κατοικιών. Βλ. γενικότερα για τη λατρεία και τις απεικονίσεις του αγίου στη Δύση, V. Foskolou, «Reflections of Mendicant Spirituality in the Monumental Painting of Crete in the Late Medieval Period (13th-15th Centuries)», στο: Foskolou – Kalopissi-Verti (επιμ.), Intercultural Encounters in Medieval Greece after 1204, 80-84, με σχετική βιβλιογραφία. 13 Gerstel, «Art and Identity», 266-267· Hirschbichler, «The Crusader Paintings», 19. 14 Gerstel, «Art and Identity», 279. 609 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Εικ. 2α. Βοιωτία, Ακραίφνιο, Άγιος Γεώργιος. Το αρκοσόλιο με την κτη- τορική επιγραφή στον νότιο τοίχο (1311) (φωτογραφία: Α. Δρανδάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιω- τίας. Φλάμα.15 Πρόκειται για τον Antoine le Flamenc, έναν υψηλά ιστάμενο στην ιεραρχία του Δουκάτου των Αθηνών ιππότη και κύριο της περιοχής,16 ο οποίος στα 1311 συμβάλλει στην ανακαίνιση του πρωιμότερου βυζαντινού ναού που λειτουργούσε ως ορθόδοξο μοναστήρι. H επιγραφή αναγράφεται 15 Kalopissi-Verti, «Monumental Art in the Lordship of Athens and Thebes», 374-376· A. Kostarelli, «The Dedicatory Inscription of Saint George Church at Akraifnion, Boeotia (1311). Notes after the Completion of the Conservation Works», Mouseikon. A Journal of Religious Art and Culture 3 (2019) 9-24. 16 Για τον Antoine le Flamenc· βλ. επίσης M. Castiñeiras, «Crossing Cultural Boundaries: Saint George in the Eastern Mediterranean under the Latinokratia (13th-14th Centuries) and His Mythification in the Crown of Aragon», Arts 9/3 (2020) 95· https://doi. org/10.3390/arts9030095, 22-23. 610 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 2β. Βοιωτία, Ακραίφνιο, Άγιος Γεώργιος. Ο άγγε- λος «ἑλίσσων τὸν οὐρανόν», λεπτομέρεια από τον γραπτό διάκοσμο του αρκοσολίου (1311) (φωτογραφία: Α. Δραν- δάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφο- ρεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας. στο μέτωπο αρκοσολίου που διαμορφώνεται στο κέντρο του νότιου τοίχου, στο εσωτερικό του οποίου θα υπήρχε τάφος που διακοσμείται με θέματα από μια βυζαντινή Δευτέρα Παρουσία, έργο ενός επαρχιακού τοπικού ερ- γαστηρίου, και έχει θεωρηθεί πιθανόν πως ανήκε στον Φράγκο φεουδάρχη (Εικ. 2α-β).17 17 Ωστόσο, οι νεότερες αναστηλωτικές έρευνες στον ναό έχουν αποδείξει ότι το αρκο- σόλιο ανήκε σε πρωιμότερη φάση της ανακαίνισης που μνημονεύει η κτητορική 611 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Η περίπτωση του Flamenc δεν αποτελεί μοναδικό παράδειγμα ενός δυτικού άρχοντα που χρηματοδοτεί την ανακαίνιση ενός ορθόδοξου μο- ναστηριού. Έχει προηγηθεί ο πρίγκιπας της Αχαΐας, Γουλιέλμος B´ Βιλ- λεαρδουίνος, ο οποίος, όπως μας πληροφορεί το Χρονικό του Μορέως, λίγο πριν το θάνατό του: Τὰ μοναστήρια τῶν Φραγκῶν ὁμοίως καὶ τῶν Ρωμαίων, τὰ ἔποικεν κι ἀνάστησεν διὰ νὰ παρακαλοῦσιν, τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν διὰ τὴν χριστιανωσύνην.18 Η πράξη του πρίγκιπα αντανακλά την πολιτική θρησκευτικής ανεκτικότητας που υιοθέτησε στη διάρκεια της ηγεμονίας του19 και αποκαλύπτει πως, αντίθετα με τις σύγχρονες αντιλήψεις, δεν ήταν παράδοξο ένα μέλος της ανώτερης φεουδαρχικής τάξης και πιστό στο λατινικό δόγμα να εκφράζει την ευλάβειά του με την ανακαίνιση ενός ορθόδοξου ιδρύματος. Ένα από αυτά τα μοναστήρια που γνώρισαν τη γεν- ναιοδωρία του Φράγκου πρίγκιπα θα πρέπει να ήταν το Ανδρομονάστη- ρο στη Μεσσηνία. Πρόσφατα ο Μιχάλης Κάππας αναχρονολόγησε την ανέγερση και τοιχογράφηση του μνημείου στο δεύτερο τέταρτο του 13ου αιώνα και υποστήριξε την ανάμειξη της άρχουσας οικογένειας των Βιλ- λεαρδουίνων σε αυτό το έργο. Υφολογικές λεπτομέρειες που προδίδουν δυτικές επιρροές στο ζωγραφικό σύνολο και η ανακάλυψη ενός fleur-de- lys, συμβόλου του γαλλικού βασιλικού οίκου, στη σκηνή της Πεντηκο- στής (Εικ. 3), αποτελούν ανάμεσα στα άλλα ιστορικά τεκμήρια, πειστικά επιχειρήματα αυτής της άποψης.20 Η πρακτική των δυτικών ιπποτών να ανακαινίζουν ορθόδοξες εκκλη- σίες και να τις διακοσμούν σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση φαίνεται επιγραφή του Φράγκου ηγεμόνα. Βλ. Kostarelli, «The Dedicatory Inscription of Saint George Church at Akraifnion». 18 Π. Καλονάρος (επιμ.), Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως. Τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον κατὰ τὸν κώδικα τῆς Κοπεγχάγης μετὰ συμπληρώσεων καὶ παραλλαγῶν ἐκ τοῦ Παρισινοῦ, Εἰσαγωγή, ὑπο- σημειώσεις καὶ ἐπεξεργασία, Αθήνα 1940, στίχ. 7778-7780. Βλ. επίσης Kalopissi-Verti, «Monumental Art in the Lordship of Athens and Thebes», 375. 19 G. Page, Οι Έλληνες πριν τους Οθωμανούς. Ο εθνισμός στο ύστερο Βυζάντιο, μτφρ. Γ. Βαραμίδης – Αργ. Παπασυριόπουλος, Αθήνα 2008, 215-235. 20 Μ. Kappas, «Cultural Interactions between East and West: The Testimony of Τhree Orthodox Monasteries in Thirteenth-Century Frankish Messenia», στο: Foskolou – Kalopissi-Verti (επιμ.), Intercultural Encounters in Medieval Greece after 1204, 361-394. 612 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 3. Μεσσηνία, Ανδρομονάστηρο. Η τοιχογραφία της Πεντηκοστής (β΄ τέταρτο 13ου αιώνα (Φωτογραφία: M. Kάππας). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας. πως δεν περιορίζεται στις περιοχές της επικράτειάς τους. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου στο Γεράκι, το κάστρο των Nivelet, που από τo τρίτο τέταρτο του 13ου αιώνα περνά στη δικαιοδοσία των Βυζαντινών του Μυ- στρά, αποτελούσε μέχρι πρόσφατα ένα αίνιγμα για τους μελετητές, κυ- ρίως λόγω μιας μνημειακής λαξευτής κατασκευής στο βόρειο κλίτος του με δυτικά εραλδικά στοιχεία, γνωστής ως «προσκυνητάρι».21 Σύμφωνα με την Ασπασία Λούβη-Κίζη, ο ναός ανακαινίζεται στα τέλη του 14ου αιώνα από τον αραγωνέζικης καταγωγής Ιωαννίτη ιππότη Inigo d’Alfero, το οικόσημο του οποίου, μια τριγωνική ασπίδα με αβακωτό κόσμημα, ανα- γνώρισε πάνω από την είσοδο στον ναό και στο προσκυνητάρι, που ταύ- τισε με ταφικό μνημείο (Εικ. 4α).22 Η παρουσία των Ιωαννιτών στην πε- ριοχή ως μισθοφόρων στην υπηρεσία του λατινικού Πριγκιπάτου και οι σχέσεις τους με τη σύζυγο του δεσπότη του Μυστρά, Ισαβέλλα Λουζινιάν, 21 Γ. Δημητροκάλλης, Γεράκι. Οι τοιχογραφίες των ναών του Κάστρου, Αθήναι 2001, 42- 84. 22 Α. Λούβη-Κίζη, «Το γλυπτό ‘‘προσκυνητάρι’’ στο ναό του Αγίου Γεωργίου του Κάστρου στο Γεράκι», ΔΧΑΕ 25 (2014) 111-126. 613 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Εικ. 4α. Λακωνία, Γεράκι, Άγιος Γεώργιος. Το ανώτερο τμήμα του «προσκυνηταρίου» με τον τριγωνικό θυρεό στην κορυφή του αετώματος (τέλη 14ου αιώνα) (Φωτογραφία: A. Δρανδάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας. α ιτιολογούν ιστορικά αυτή την υπόθεση.23 Η απεικόνιση του αγίου Γεωρ- γίου στον βόρειο πεσσό του ιερού βήματος με fleur de lys στο στέμμα του και ασπίδα με τα ίδια εραλδικά σύμβολα που εντοπίζονται στο ταφικό μνη- μείο (Εικ. 4β), καθώς και οι τοιχογραφημένες εικόνες της Παναγίας και του Χριστού στα διάχωρα του τέμπλου θα πρέπει να αποτελούν μέρη της ίδιας χορηγίας. Αν και η ακριβής ταυτότητα του χορηγού δεν είναι εύκο- λο να επιβεβαιωθεί,24 σίγουρα πρόκειται για κάποιο ανώτατο μέλος της λατινικής φεουδαρχικής τάξης, όπως αποκαλύπτει η συστηματική χρήση 23 Βλ. και Α. Λούβη-Κίζη, Η φράγκικη πρόκληση στον Βυζαντινό Μυστρά. Περίβλεπτος και Παντάνασσα, τ. 1, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών 2019, 69-70, 119-120. 24 Βλ. π.χ. τις έμμεσα διατυπωμένες αντιρρήσεις για την απόδοση της ανακαίνισης του ναού και του ταφικού μνημείου σε χορηγία ενός Ιωαννίτη ιππότη στο S. E. J. Gerstel – M. Kappas, «Between East and West. Locating Monumental Painting from the Peloponnese», στο: Lymberopoulou (επιμ.), Cross-Cultural Ιnteraction between Byzantium and the West, 184-187. 614 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 4β. Λακωνία, Γεράκι, Άγιος Γεώργιος, ιερό βήμα, βόρειος πεσσός. Ο άγιος Γεώργιος (τέλη 14ου αιώνα) (Φωτο- γραφία: A. Δρανδάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητι- σμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας. του θυρεού με το αβακωτό κόσμημα ως εραλδικό έμβλημά του στον ναό.25 Στη βυζαντινή Πελοπόννησο, ο δυτικός ιππότης αρκείται να τοποθετήσει τα σύμβολά του και να οικειοποιηθεί την προϋπάρχουσα εκκλησία και τον 25 Όπως έχει δείξει ο R. Ousterhout, ο εραλδικός κώδικας της Δύσης που αποτελείται από εικονογραφικά θέματα και/ή διακοσμητικά μοτίβα, ήταν άγνωστος στο Βυ- ζάντιο, όπου τα οικογενειακά σύμβολα βασίζονταν στον γραπτό λόγο και αποτελού- νταν κατά κύριο λόγο από μονογράμματα· βλ. B. R. Ousterhout, «Symbole der Macht. Mittelalterliche Heraldik zwischen Ost und Westen», στο: Mersch – Ritzerfeld (επιμ.), Lateinisch-griechisch-arabische Begegnungen, 91-109. 615 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ «βυζαντινό» άγιο Γεώργιο, αλλά προβάλλει σαφώς την ταυτότητά του στο δυτικότροπο και ξένο προς τις ντόπιες παραδόσεις ταφικό μνημείο.26 Οι Ιωαννίτες ιππότες δεν φαίνεται να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο στον «φυσικό» τους χώρο στη λατινική Ανατολή, τη Ρόδο. Εδώ, μέσα στη μεσαιωνική πόλη και στην ύπαιθρο του νησιού συναντούμε έναν σημαντι- κό αριθμό τοιχογραφημένων μνημείων που αποτελούν χορηγία ιπποτών, Δυτικών ευγενών ή τοπικών αρχόντων που συνδέονται στενά με το τάγ- μα.27 Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι οι τοιχογραφίες που σώζο- νται στον Άγιο Γεώργιο τον Χωστό, ένα υπόγειο, πιθανότατα ταφικό, παρεκκλήσι λίγο νοτιότερα από τον ναό της Παναγίας στη Φιλέρημο, που χρονολογείται στο β´ μισό του 14ου αιώνα.28 Εδώ, στο κατώτερο μέρος 26 Η Ασπασία Λούβη-Κίζη έχει επίσης υποστηρίξει με πειστικά επιχειρήματα πως ένας ακόμη ναός στην επικράτεια του Δεσποτάτου, η Παντάνασσα στη Γερουμάνα, νότια της Μονεμβασίας, ιδρύθηκε από Ιωαννίτες ιππότες στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν δηλ. βρίσκονταν στην περιοχή διαπραγματευόμενοι με τον Θεόδωρο Α´ του Μυστρά την πώληση της Κορίνθου, βλ. «Η Παντάνασσα της Γερουμάνας. Ένα μνημείο των Ιωαννιτών Ιπποτών», Βυζαντινά Σύμμεικτα 16 (2003-2004) 357-378. Ο εν λόγω ναός διατηρεί αποσπασματικά την εσωτερική του ζωγραφική διακόσμηση, ένα σύνολο παλαιολόγειας ζωγραφικής υψηλής ποιότητας που παραμένει αδημοσίευτο, βλ. S. E. J. Gerstel, «Mapping the Boundaries of Church and Village: Ecclesiastical and Rural Landscapes in the Late Byzantine Peloponnese», στο: Gerstel (επιμ.), Viewing the Morea, 366-367, εικ. 33. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως στο Χρονικό του Γαλαξειδίου αναφέρεται η ίδρυση ενός ναού στην πόλη από Ιωαννίτες ιππότες και η απόδοσή του στο ορθόδοξο δόγμα μετά την αποχώρησή τους, γεγονός που μας επιτρέπει να υπο- θέσουμε πως ιδρύματα Δυτικών χορηγών ―που προορίζονταν αρχικά μόνο ή/και για το δυτικό δόγμα;― δεν διέφεραν αρχιτεκτονικά από τις «βυζαντινές» ορθόδοξες εκ- κλησίες, βλ. Λούβη-Κίζη, «Η Παντάνασσα της Γερουμάνας», 366-367 και σημ. 29. 27 Συνοπτικά για το ζήτημα της λατινικής χορηγίας στη Ρόδο, βλ. I. Χριστοφοράκη, «Χορηγικές μαρτυρίες στους ναούς της μεσαιωνικής Ρόδου (1204-1522)», στο: Ρόδος 2.400 χρόνια. Η πόλη της Ρόδου από την ίδρυσή της μέχρι την κατάληψη από τους Τούρκους (1523). Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, Ρόδος, 24-29 Οκτωβρίου 1993, Πρακτικά, τ. Β΄, Αθήνα 2000, 450-455· βλ. επίσης Α. Αρχοντόπουλος – Α. Κατσιώτη, «Η ζωγραφική στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου από τον 11ο αιώνα μέχρι την κατάληψή της από τους Τούρκους (1522): Μια εκτίμηση των δεδομένων», στο: 15 χρόνια έργων αποκατάστασης στη Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Ρόδος, 14-18 Νοεμβρίου 20021, Αθήνα 2007, 455-462. 28 Βλ. τελευταία με την παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία, S. Zoitou, Staging Holiness: The Case of Hospitaller Rhodes (ca. 1309-1522), Λέιντεν – Βοστώνη 2021, 194-209. 616 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 5α. Ρόδος, Φιλέρημος, Άγιος Γεώργιος ο Χωστός, νότιος τοίχος. Δεόμενος ιππότης και ο προστάτης άγιός του (ο αρχάγγελος Μιχαήλ;) (φωτογραφία: Β. Φω- σκόλου). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. του νότιου τοίχου, τέσσερις δυτικοί ιππότες γονατιστοί σε στάση δέησης, με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση, παρουσιάζονται από τους προστάτες αγίους τους στον Αποκαλυπτικό Χριστό που απεικονίζεται στην αψίδα του παρεκκλησίου (Εικ. 5α).29 Ανάλογα, στην απέναντι βόρεια πλευρά άγιες 29 Για την ταύτιση των ιπποτών με μέλη της γαλλικής οικογένειας Nantouillet και τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών γύρω στα 1365-1370, βλ. J.-B. de Vaivre, «Peintures murales à Rhodes: Les quatre chevaliers de Philerimos», Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres 184 (2004) 919-943, με την παλαιότερη σχε- τική βιβλιογραφία. Βλ. επίσης A. Takoumi, «Tracing knights. Their pictorial evidence in the art of the Eastern Mediterranean», στο: J. Schenk – M. Carr (επιμ.), The Military 617 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ μορφές απλώνουν το ιμάτιό τους και προσφέρουν σκέπη και προστασία σε δεόμενες μορφές αφιερωτών, μια εικονογραφική σύνθεση που αντιγράφει τον ιδιαίτερα δημοφιλή αυτή την εποχή στην Ιταλία και τη λατινοκρα- τούμενη Ανατολή τύπο της Παναγίας του Ελέους.30 Στο σύνολό της η πο- μπή των γονυπετών ικετών μαζί με τους προστάτες αγίους τους προς τον Χριστό της Τελικής Κρίσης αποτελεί μια εντελώς δυτική εικονογραφική σύλληψη,31 αντίθετα με τις υπόλοιπες τοιχογραφίες στον ναό, σκηνές από τον βίο της Θεοτόκου και το Θείο Πάθος, οι οποίες, αν και διανθίζονται με δυτικά εικονογραφικά μοτίβα, φαίνεται να έχουν γίνει από τοπικούς ζω- γράφους και ανήκουν στη λεγόμενη εκλεκτική τάση της ζωγραφικής του νησιού (Εικ. 5β).32 Το ζωγραφικό αυτό στυλ, που συνδυάζει εικονογρα- φικά και υφολογικά στοιχεία της βυζαντινής ζωγραφικής με τη σύγχρο- νη δυτική τέχνη, απαντούμε σε μνημεία της πόλης και της υπαίθρου που οφείλονταν σε χορηγίες της ανώτερης τάξης του νησιού, τόσο Ελλήνων όσο και Δυτικών,33 ενώ οι απαρχές του ανιχνεύονται στο πρώτο μισό του 14ου αι. στα λιγοστά λείψανα τοιχογραφιών της Παναγίας του Κάστρου, του καθεδρικού ναού της ιπποτικής Ρόδου, μετασκευής της παλαιότερης βυζαντινής μητροπολιτικής έδρας. Εδώ, μια αγία Λουκία, έργο πιθανότα- τα Ιταλού ζωγράφου που ακολουθεί πρότυπα της σχολής του Giotto, μια Orders. Volume 6.1: Culture and Conflict in the Mediterranean World, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2017, 94-96. 30 M. Bacci, «Our Lady of Mercy along the Sea Routes of the Late Medieval Mediterranean», Μουσείο Μπενάκη 13-14 (2013-2014) 145-160 και ειδικότερα για τις παραστάσεις στη Φιλέρημο, 152-155, εικ. 5-7. 31 Bitha ‒ Kasdagli, «Saint George ‘of the English’», 155. 32 Διαφωνία υπάρχει ανάμεσα στους μελετητές ως προς τη χρονολόγηση των τοιχο- γραφιών (δηλ. περ. 1360-1370 και τέλη 15ου αιώνα). Είναι ωστόσο πιθανόν αυτή να προκύπτει από την ύπαρξη δύο ή περισσότερων φάσεων ζωγραφικής διακόσμησης, ή μεταγενέστερης επιζωγράφησης, ενώ η σημερινή κακή κατάσταση διατήρησής τους δεν επιτρέπει περαιτέρω ανάλυση, βλ. Zoitou, Staging Holiness, 206-209 με τη σχετική βιβλιογραφία. 33 Για την εκλεκτική ζωγραφική τάση, βλ. Η. Κόλλιας, Δύο ροδιακά ζωγραφικά σύνολα της εποχής της ιπποτοκρατίας. Ο Άγιος Νικόλαος στα Τριάντα και η Αγία Τριάδα (Ντολα- πλί Μετζίντ) στη μεσαιωνική πόλη, αδημ. διδ. διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών 1986· ο ίδιος, Η μνημειακή εκλεκτική ζωγραφική στη Ρόδο. 618 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 5β. Ρόδος, Φιλέρημος, Άγιος Γεώργιος ο Χωστός, νότιος τοίχος. Η σκηνή της Σταύ- ρωσης (Φωτογραφία: Κόλλιας, Η μνημειακή εκλεκτική ζωγραφική στη Ρόδο, εικ. 5). τοπική μίμηση μιας Παναγίας της σχολής της Σιένας και δύο βυζαντι- νότροπες αγίες αποκαλύπτουν την «ανάμειξη» διαφορετικών εικαστι- κών παραδόσεων και καλλιτεχνικών τάσεων, που αντικατοπτρίζει τον πολυεθνικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του κράτους των Ιπποτών.34 Σημαντικό για την κατανόηση των ιδιαίτερων πολιτισμικών συνθηκών που διαμορφώνονται αυτή την εποχή στο νησί είναι το ζωγραφικό σύνολο 34 M. Αχειμάστου, «Ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας τοῦ Κάστρου τῆς Ρόδου», ΑΔ 23 (1968), Μελέται, 221-263· Κόλλιας, Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, 117-119, εικ. 61· Αρχο- ντόπουλος, Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, εικ. 38-40. Βλ. επίσης τελευταία, M. Bacci, Βενετο-βυζαντινές αλληλεπιδράσεις στη ζωγραφική των εικόνων (1280-1450). Μνήμη Μα- νόλη Χατζηδάκη, Ακαδημία Αθηνών, 28 Φεβρουαρίου 2017, Αθήνα 2021, 33-36, ο οποίος αναχρονολογεί την τοιχογραφία της αγίας Λουκίας γύρω στο 1420. 619 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ που διακοσμεί το λεγόμενο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου των «Άγ- γλων». Ενσωματωμένο σε έναν βυζαντινό πύργο στη θαλάσσια οχύρω- ση της πόλης, το παρεκκλήσι διατηρεί σε κακή κατάσταση αλλεπάλληλα στρώματα τοιχογραφιών και έναν μεγάλο αριθμό εραλδικών συμβόλων. Η συνολική πρόσφατη μελέτη τους από τις Ιωάννα Μπίθα και Άννα Μα- ρία Κάσδαγλη, ξεκαθάρισε τις διαδοχικές φάσεις διακόσμησής του από τα μέσα του 14ου έως τις αρχές του 16ου αιώνα και ταύτισε τους διαφο- ρετικούς Δυτικούς χορηγούς τους, μεγάλους μαγίστρους του τάγματος των Ιωαννιτών και Άγγλους ευγενείς.35 Αποκάλυψε επίσης την ύπαρξη ενός αρχικού βυζαντινού στρώματος το οποίο οι ιππότες διατήρησαν στην πρώτη ανακαίνιση, ενώ παράλληλα ενσωμάτωσαν μια ένθρονη βρεφοκα- τούσα Θεοτόκο στον νότιο τοίχο σε ένα νέο εικονογραφικό σχήμα που μι- μούνταν τις εικόνες βωμού (pala d’altare) των λατινικών εκκλησιών, με την προσθήκη ενός Αποκαλυπτικού Χριστού και ιδιαίτερα λατρευόμενων αγίων μορφών της λατινικής εκκλησίας και του τάγματος, δηλαδή του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, του αγίου Χριστόφορου και ενός έφιππου αγίου, πιθανώς του αγίου Μαρτίνου. Ο τοιχογραφημένος «βωμός» φαί- νεται πως διατηρήθηκε στην αρχική του μορφή και στις επόμενες φάσεις διακόσμησης του ναού, αποτελώντας έτσι το λατρευτικό επίκεντρο του παρεκκλησίου.36 Ο ιδιαίτερος σεβασμός με τον οποίο περιβλήθηκε η βυ- ζαντινή Θεοτόκος και η οικειοποίησή της από τους Δυτικούς χορηγούς μέσα από την ένταξή της σε ένα οικείο γι’ αυτούς πλαίσιο είναι αποκαλυ- πτικά για τις διεργασίες ανταλλαγών που θα διαμορφώσουν την ιδιαίτερη πολυπολιτισμική φυσιογνωμία της ιπποτικής Ρόδου. Ελάχιστα δείγματα μνημειακής ζωγραφικής μπορούν με βεβαιότητα να συνδεθούν με εκπροσώπους της λατινικής εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό, οι λίγες τοιχογραφίες που σώζονται στη «φραγκοβυζαντινή» εκκλησία της Παναγίας του Μέρμπακα (σημερινή Αγία Τριάδα) στην Αργολίδα αποτε- λούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύνολο. Χτισμένη σε κεντρικό οδικό άξονα ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, η εκκλησία του Μέρμπακα ακολουθεί 35 Bitha ‒ Kasdagli, «Saint George ‘of the English’». 36 Ό.π., 136-141, εικ. 5. 620 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ βυζαντινό αρχιτεκτονικό σχέδιο και τοιχοποιία που συνδυάζονται με μορφο- λογικά στοιχεία, κυρίως γλυπτά, τα οποία παραπέμπουν στα εκκλησιαστι- κά κτίρια των δυτικών ταγμάτων στον νότιο ελλαδικό χώρο. Χρονολογείται με σχετική βεβαιότητα από τα εντοιχισμένα κεραμικά baccini στο διάστημα μεταξύ 1280-1320 και έχει συνδεθεί με τον Δομινικανό αρχιεπίσκοπο Κο- ρίνθου στο διάστημα 1278-1286, William του Moerbeke.37 Αν και δεν υπάρ- χουν επιγραφικές ή άλλες ιστορικές μαρτυρίες γι’ αυτή την απόδοση, πέρα ίσως από τη σχέση του παλαιότερου τοπωνυμίου με το όνομα του Λατίνου ιερωμένου, είναι πλέον γενικότερα αποδεκτή από την έρευνα η σχέση του μνημείου με τον αρχαιολάτρη διανοούμενο, μεταφραστή στα λατινικά του Αριστοτέλη και κομβικό μέλος της Συνόδου της Λυών που υπογράφει την Ένωση των Εκκλησιών το 1274.38 Ένα ακόμη στοιχείο που συνάδει με λα- τινική χορηγία για την ανέγερση του ναού αποτελεί η κρύπτη κάτω από το ιερό βήμα, πιθανότατα ταφική και σύγχρονη με την ανοικοδόμησή του, κα- θώς αποτελεί μια πρακτική κοινή σε λατινικούς ναούς, ασυνήθιστη ωστόσο στην ορθόδοξη παράδοση.39 Οι τοιχογραφίες που σώζονται σε κακή κατάσταση στο ιερό βήμα της εκκλησίας, ένα εξαιρετικής ποιότητας σύνολο, θα μπορούσαν να χρονολο- γηθούν στα τέλη του 14ου αιώνα (Εικ. 6α).40 Σώζονται σκηνές από τον βίο 37 G. Sanders, «Three Peloponnesian Churches and their Importance for the Chronology of Late 13th and Early 14th Century Pottery in the Eastern Mediterranean», στο: V. Déroche – J.-M. Spieser (επιμ.), Recherches sur la céramique byzantine. Actes du Colloque organisé par l’École Française d’Athènes et l’Université de Strasbourg, Athènes 8-10 avril 1987, Παρίσι 1989 (BCH Suppl. 18) 189-199· M. Lee Coulson, «Birds in Paradise: Funerary Iconography at Merbaka church», ΔΧΑΕ 34 (2013) 157-166· A. Papalexandrou, «The Architectural Layering of the History in the Medieval Morea: Monuments, Memory, and Fragments of the Past», στο: Gerstel (επιμ.), Viewing the Morea, 29-35· G. D. R. Sanders, «The Use of Ancient Spolia to Make Personal and Political Statements: William of Moerbeke’s Church at Merbakas (Ayia Triada, Argolida)», Hesperia 84 (2015) 583-626. 38 Για τον Moerbeke, βλ. επίσης N. Coureas, «The Latin and Greek Churches in former Byzantine Lands under Latin Rule», στο: Tsougarakis – Lock (επιμ.), A Companion to Latin Greece, 177-178. 39 Coulson, «Birds in Paradise», 158-160. 40 Οι τοιχογραφίες δεν είναι πλήρως δημοσιευμένες, βλ. αναφορές σε Αιμ. Μπακού- ρου, «Αγία Τριάδα (πρ. Μέρμπακας) / Ναός Κοίμησης Παναγίας», ΑΔ 35 (1980), 621 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Εικ. 6α. Αργολίδα, Παναγία του Μέρμπακα (σημ. Αγία Τριάδα). Λεπτομέρεια από τη σκηνή της Κοινωνίας των αποστόλων στο ιερό βήμα (τέλη 14ου αιώνα) (φωτογραφία: A. Δρανδάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας. της Θεοτόκου με ιδιαίτερα αφηγηματικό χαρακτήρα και πρωτότυπες λε- πτομέρειες, αλλά και μορφές αγίων ιεραρχών στην πρόθεση που δηλώνουν μια προσπάθεια προσέγγισης των δύο δογμάτων, έμφαση στις κοινές πα- ραδόσεις των δύο εκκλησιών, αλλά και στη σημασία της τοπικής εκκλη σίας. Ειδικότερα, στον ημικύλινδρο της αψίδας της πρόθεσης απεικονί- ζεται ο Λέων Κατάνης (Εικ. 6β), ένας ιδιαίτερα λατρευόμενος άγιος στην Πελοπόννησο, που κατάγεται από τη Ραβέννα και υπήρξε επίσκοπος στη Σικελία, θαυματουργός και μαχητής εναντίον αιρετικών.41 Στη νότια πλευ- B: Χρονικά, 165, πίν. 67α· η ίδια, «Αγία Τριάδα (πρ. Μέρμπακας) / Ναός Κοίμησης Θεοτόκου», ΑΔ 36 (1981), B1: Χρονικά, 143, πίν. 79α-β· Coulson, «Birds in Paradise», 161-163. 41 A. Takoumi ‒ K. Tassoyannopoulou, «Entre Constantinople et périphérie: Saint Léon, Évêque de Catane, particulièrement vénéré en Laconie, Péloponnèse», στο: Ch. Diamanti ‒ A. Vassiliou (επιμ.), Ἐν Σοφίᾳ μαθητεύσαντες. Essays in Byzantine Material Culture and Society in Honour of Sophia Kalopissi-Verti, Οξφόρδη 2019, 81-99. 622 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 6β. Αργολίδα, Παναγία του Μέρμπακα (σημερινή Αγία Τριάδα). Ο Λέων Κατάνης στον ημικύλινδρο της αψίδας της πρόθεσης (τέλη 14ου αιώνα) (φωτογραφία: A. Δρανδάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας. ρά εικονίζεται ο Κλήμης, τρίτος επίσκοπος Ρώμης, δηλαδή διάδοχος του Πέτρου και μαθητής του Παύλου, οποίος λατρεύεται τόσο από την ορθόδο- ξη όσο κυρίως τη λατινική εκκλησία και τη Ρώμη.42 Τέλος, τρεις ακόμη 42 Ι. Ramseger, «Klemens I (Romanus)», LCI 7 (1974) στ. 319-323. Ο Κλήμης αποτελεί έναν από τους λίγους εκπροσώπους της εκκλησίας της Ρώμης που απεικονίζονται στο ιερό βήμα των ορθόδοξων ναών, ενώ γενικότερα μορφές παπών σπανίζουν στα βυζα- ντινά εικονογραφικά προγράμματα, Ch. Walter, Art and Ritual of the Byzantine Church (Variorum Publications), Λονδίνο 1982, 221-222· Χ. Κωνσταντινίδη, «Παρατηρήσεις σε μορφές ιεραρχών στο καθολικό της Μονής Παναγίας Κοσμοσωτείρας», ByzForsch XIV, 1 (1989) 305-307· η ίδια, Ο Μελισμός. Οι συλλειτουργούντες ιεράρχες και οι άγγε- λοι-διάκονοι μπροστά στην Αγία Τράπεζα με τα Τίμια Δώρα ή τον Ευχαριστιακό Χριστό, Θεσσαλονίκη 2008. Όχι τυχαία, οι απεικονίσεις των Ρωμαίων ιεραρχών σε βυζαντι- νά προγράμματα έχουν ερμηνευτεί πως συμβολίζουν την ιδέα της οικουμενικής χρι- στιανικής εκκλησίας, συχνά στο πλαίσιο της σύγχρονης εκκλησιαστικής πολιτικής, B. Todić, «Représentations de Papes Romains dans l’église Sainte-Sophie d’Ohrid. Contribution à l’ idéologie de l’archevêché d’Ohrid», ΔΧΑΕ 29 (2008) 105-118. Είναι 623 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ ι εράρχες αναφέρονται ως επίσκοποι Ναυπλίου και Άργους, τίτλος που σχετίζεται με ανακατατάξεις που έφερε στην τοπική εκκλησία η υπαγωγή της στη λατινική ιεραρχία, δηλαδή τη σταδιακή υποσκέλιση του Άργους από το Ναύπλιο στην εκκλησιαστική διοίκηση. Η αλλαγή αυτή λαμβάνει χώρα στα τέλη του 14ου αιώνα, εποχή που το αξίωμα του Λατίνου επι- σκόπου διατηρούν διαδοχικά τρεις ιεράρχες που ανήκουν στο τάγμα των Δομινικανών, και κορυφώνεται με τη μεταφορά της έδρας της επισκοπής στο Ναύπλιο το 1396.43 Επομένως, αν όντως η εκκλησία υπήρξε ίδρυμα του Δομινικανού Moerbeke, φαίνεται πολύ ελκυστική η υπόθεση κάποιος από τους διαδόχους του στη λατινική εκκλησιαστική ιεραρχία, μέλος του ίδιου επαιτικού τάγματος, να συμβάλλει στην τοιχογράφησή του, επιλέγο- ντας έναν εξαιρετικό τοπικό ζωγράφο και υιοθετώντας το τυπικό βυζα- ντινό εικονογραφικό πρόγραμμα, για να προωθήσει, ως εκπρόσωπος της καθολικής εκκλησίας, την παπική πολιτική της εποχής προβάλλοντας στοιχεία που ενώνουν τα δύο δόγματα.44 Δεν συμβαίνει, ωστόσο, το ίδιο με τους Δομινικανούς όταν κτίζουν και διακοσμούν μια εκκλησία για το τάγμα τους. Ο ναός του Αγίου Παύλου (ή Δομίνικου;) στο Πέρα στην Κωνσταντινούπολη (Arap Camii), η Αγία Σοφία στην Ανδραβίδα, ο Άγ. Πέτρος στο Ηράκλειο και η Αγία Παρα- σκευή στη Χαλκίδα ακολουθούν τις οικοδομικές πρακτικές και αυστηρούς κανόνες του τάγματος, ανοικοδομούνται μέσα στις πόλεις και λειτουρ- γούν, όπως και στη Δύση, ως χώρος ταφής λαϊκών.45 Τοιχογραφημένος ενδιαφέρον τέλος να σημειωθεί πως το κυριότερο κείμενο που αποδίδεται στον Κλή- μη Ρώμης είναι μια επιστολή προς Κορινθίους, το ποίμνιο δηλαδή του Δομινικανού Moerbeke, A. Stuiber, «Clemens Romanus I», RAC 3 (1957) στ. 188-197. 43 Coulson, «Birds in Paradise», 163-164. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί πως μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα το Ναύπλιο δεν αναφερόταν στην επίσημη ονομασία της επισκο- πής, βλ. Β. Κόντη, «Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο», Βυζαντινά Σύμμεικτα 15 (2002) 131-148. 44 Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως στον ημικύλινδρο της αψίδας είναι ορατά ίχνη από επιγραφή που θα μπορούσε να είναι κτητορική. Η ανάγνωσή της και η συνολική δη- μοσίευση των τοιχογραφιών είναι πιθανόν να λύσουν κάποια από τα πολλά αινίγματα του μνημείου. 45 Βλ. τελευταία: Μ. Olympios, «Architecture, Use of Space, and Ornament in the 624 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ διάκοσμος είναι σπάνιος τα πρώτα χρόνια του τάγματος στους ναούς στη Δύση46 και το ίδιο συμβαίνει και στη λατινοκρατούμενη Ανατολή, ενώ όταν οι ναοί διακοσμηθούν με τοιχογραφίες θα ακολουθήσουν εικονογραφικά προγράμματα που έχουν υιοθετηθεί σε σχεδόν σύγχρονα μνημεία που συν- δέονται με τα επαιτικά τάγματα, όπως δείχνει το πρόγραμμα του ιερού στο Arap Camii (α΄ τέταρτο 14ου αι.) όπου εικονίζονται ευαγγελιστές μαζί με τα σύμβολά τους και πατέρες της δυτικής εκκλησίας, που ακολουθεί ανάλογη διάταξη με τον λίγο πρωιμότερο ναό του Αγίου Νικολάου των Αυγουστινιανών στο Tolentino της Ιταλίας (1320).47 Οι Δομινικανοί της Κωνσταντινούπολης απευθύνθηκαν και αυτοί, όπως πιθανώς οι διάδοχοι του Moerbeke στην Αργολίδα, σε ένα πολύ καλό βυζαντινής παιδείας εργα- στήριο που θα απεικονίσει μορφές και χριστολογικές σκηνές σύμφωνα με το εικονογραφικό του ρεπορτόριο. Το αποτέλεσμα είναι έτσι ένα υφολογι- κά βυζαντινό ζωγραφικό σύνολο, που ωστόσο διακηρύσσει όχι απλώς την λατινική ταυτότητα των κτητόρων, αλλά ειδικότερα τη διδασκαλία και την ιδεολογία των Δομινικανών.48 Mendicant Churches of Latin Greece. An Overview», στο: Foskolou – Kalopissi-Verti (επιμ.), Intercultural Encounters in Medieval Greece after 1204, 44-75, με την παλαιότε- ρη σχετική βιβλιογραφία. 46 J. Cannon, Religious Poverty, Visual Riches. Art in the Dominican Churches of Central Italy in the Thirteenth and Fourteenth Centuries, New Haven – Λονδίνο 2013. 47 St. Westphalen, «Pittori Greci nella chiesa domenicana dei Genovesi a Pera (Arap Camii). Per la genesi di una cultura figurativa levantina nel Trecento», στο: A. R. Claderoni Masetti – C. Dufour Bozzo – G. Wolf (επιμ.), Intorno al Sacro Volto. Genova, Bisanzio e il Mediterraneo (secoli XI-XIV), Βενετία 2007, 53-61· ο ίδιος, «Die Dominikanerkirche der Genuesen von Pera (Arap Camii). Griechische Maler – Lateinische Auftraggeber», στο: Ulr. Wulff-Rheidt – F. Pirson (επιμ.), Austausch und Inspiration. Kulturkontakt als Impuls architektonischer Innovation (Diskussion zur Archäologischen Bauforschung, 9), Μάιντς 2008, 276-291· E. Akyürek, «Dominican Painting in Palaiologan Constantinople: The Frescoes of the Arap Camii (Church of S. Domenico) in Galata», στο: H. A. Klein – R. G. Ousterhout – B. Pitarakis (επιμ), The Kariye Camii Reconsidered, Κωνσταντι- νούπολη 2011, 327-341. 48 Διαφορετική είναι η εικόνα που δίνουν τα νεότερα ευρήματα στα δύο πλευρικά του ιερού παρεκκλήσια, όπου απεικονίζονται και αποκλειστικά δυτικά εικονογραφι- κά θέματα, όπως η σκηνή της Στέψης της Θεοτόκου από τον Χριστό, άγνωστα στο σύγχρονο εικονογραφικό λεξιλόγιο της βυζαντινής τέχνης, βλ. R. Quirini-Popławski, 625 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο βορειοανατολικό παρεκκλήσι του ναού της Αγίας Παρασκευής στη Χαλκίδα, που υπήρξε εκκλησία του τάγμα- τος αφιερωμένη στον άγιο Δομίνικο και την Παναγία.49 Το παρεκκλήσι προσαρτήθηκε στο ναό περί τα τέλη του 14ου αιώνα, για να συμπεριλάβει τον τάφο του Pietro Lippomano, ενός πλούσιου Εβραίου που ασπάστηκε τον καθολικισμό, εξυπηρέτησε τα συμφέροντα των Βενετών και απέκτησε ανώτατα αξιώματα στη Βενετία.50 Στον γραπτό του διάκοσμο περιλαμ- βάνονται σκηνές διδασκαλίας των αποστόλων με λατινικές επιγραφές, έργο ενός τοπικού εργαστηρίου με αξιώσεις (Εικ. 7). Από εικονογραφική άποψη αποτελούν νέες συνθέσεις που βασίζονται σε ένα βυζαντινό εικο- νογραφικό λεξιλόγιο, ωστόσο το σύνολο αντικατοπτρίζει την προσωπική ιστορία του χορηγού και τη βασική ιδιότητα του τάγματος που φιλοξενεί τον τάφο του, δηλαδή το κήρυγμα και την ιεραποστολική δράση.51 «Greek Painters for the Dominicans or Trecento at the Bosphorus? Once again about the Style and Iconography of the Wall Paintings in the Former Dominican Church of St. Paul in Pera», Arts 2019, 8(4): 131 (https://doi.org/10.3390/arts8040131), κυρίως σελ. 12-13. Ο Νίκος Μελβάνι σωστά παρατηρεί πως τα εικονογραφικά προγράμμα- τα των πλευρικών παρεκκλησίων, τα οποία πιθανότατα ανήκαν σε Γενουάτες ευγε- νείς ως χώροι ταφής, θα πρέπει να οφείλονται σε χορηγίες των τελευταίων και όχι των μελών του τάγματος, βλ. N. Melvani, «Dominicans in Byzantium and Byzantine Dominicans: Religious Dialog and Cultural Interaction», στο: S. Pedone ‒ C. Monge (επιμ.), Domenicani a Costantinopoli prima e dopo l’impero ottomano. Storia, immagini e documenti d’archivio, Φλωρεντία 2017, 33-50, κυρίως 46-47. 49 Για την εκκλησία των Δομινικανών στη Χαλκίδα βλ. N. Δεληνικόλας ‒ Β. Βέμη, «Η Αγία Παρασκευή Χαλκίδας. Ένα βενετικό πρόγραμμα ανοικοδόμησης τον 13ο αιώνα», στο: Χρ. Μαλτέζου – Χρ. Παπακώστα (επιμ.), Βενετία – Εύβοια. Από τον Έγριπο στο Νεγρoπόντε. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Χαλκίδα, 12-14 Νοεμβρίου 2004, Βενετία – Αθήνα 2006, 229-266· P. A. MacKay, «St. Mary of the Dominicans: The Monastery of the Fratres Praedicatores in Negropont», ό.π., 125-156· Μ. Olympios, «Mendicant Churches of Latin Greece». 50 N. D. Kontogiannis, «What Did Syropoulos Miss? Appreciating the Art of the Lippomano Chapel in Venetian Negroponte», στο: F. Kondyli ‒ V. Andriopoulou – E. Panou – M. B. Cunningham (επιμ.), Sylvester Syropoulos on Politics and Culture in the Fifteenth-Century Mediterranean. Themes and Problems in the Memoirs, Section IV (Birmingham Byzantine and Ottoman Studies 16), Burlington 2014, 107-134. 51 Ό.π., 124-132, βλ. και S. Kalopissi-Verti, «Preaching, the Role of the Apostles, and the Evidence of Iconography in East and West: Byzantine Responses to the ‘Challenges’ from 626 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 7. Χαλκίδα, Αγία Παρασκευή, παρεκκλήσι Lippomano. Το κήρυγμα του αποστόλου Ανδρέα (τέλη 14ου αιώνα) (Φωτογραφία: A. Δρανδάκη). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Ευβοίας. Την ίδια περίπου εποχή θα πρέπει να χρονολογηθεί και ο ζωγραφικός διάκοσμος ταφικού παρεκκλησίου στη νότια πλευρά του Αγίου Πέτρου, της εκκλησίας των Δομινικανών στο Ηράκλειο.52 Δεν είναι γνωστό σε the Latin Church after 1204», στο: Foskolou – Kalopissi-Verti (επιμ.), Intercultural Encounters in Medieval Greece after 1204, 513-514. 52 Οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου δεν είναι πλήρως δημοσιευμένες, βλ. Url. Ritzer- feld, «Im Schatten des Markuslöwen? West-östliche Verflechtungsprozesse in der sakra- len Malerei des Regno di Candia», στο: W. Drews – C. Scholl (επιμ.), Transkulturelle Verflechtungsprozesse in der Vormoderne, Βερολίνο 2016, 212-213, εικ. 5-6· Foskolou, «Reflections of Mendicant Spirituality», 78-79, εικ. 1-2, πίν. 3. Ο ναός ιδρύθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης και υπήρξε ένα από τα ση- μαντικότερα μοναστικά ιδρύματα του Χάνδακα, βλ. M. Georgopoulou, Venice’s Mediterranean Colonies. Architecture and Urbanism, Νέα Υόρκη 2001, 135-141. Για την αρχιτεκτονική του ναού, Δ. Χρονάκη – Δ. Καλομοιράκης, «Ο ναός του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών στο Ηράκλειο», στο: Πεπραγμένα Θ´ Διεθνούς Κρητολογι- κού Συνεδρίου, Ελούντα, 1-6 Οκτωβρίου 2001, τ. Β2, Ηράκλειο 2004, 119-137, με την παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. Το παρεκκλήσι όπου βρίσκονται οι τοιχογραφίες 627 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ ποιον ανήκε το παρεκκλήσι, σίγουρα, ωστόσο, θα πρέπει να υπήρξε μια εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής, όπως υποδηλώνει ο ιδιαίτε- ρα πλούσια διαμορφωμένος τάφος του στο δάπεδο.53 Στο κάτω τμήμα του νότιου τοίχου απεικονίζονταν άγιες μορφές μέσα σε διακοσμημένα αψιδωτά πλαίσια, μια διάταξη που θυμίζει εικόνες αγίας τράπεζας λα- τινικών εκκλησιών.54 Ανάμεσά τους ξεχωρίζει μια αγία Αικατερίνη ως πριγκίπισσα με δυτικού τύπου στέμμα55 και ένας επαίτης μοναχός είναι το τρίτο από ανατολικά στη νότια πλευρά του ναού και η ανέγερσή του τοπο- θετείται στα τέλη του 14ου-αρχές 15ου αι., ό.π., 119-120, εικ. 8. Για την κοινότητα των Δομινικανών στον Άγιο Πέτρο του Ηρακλείου, βλ. N. I. Tsougarakis, The Latin Religious Orders in Medieval Greece, 1204-1500, Turnhout 2012, 179-185. 53 Ο τάφος που ανοίγεται στο έδαφος του παρεκκλησίου είναι μεγάλων διαστάσεων (3,30 × 0,90 μ.), αποτελείται από δύο θαλάμους και ένα εξαιρετικό γλυπτό πλαίσιο περιβάλλει το άνοιγμά του, βλ. Ε. Κανάκη – Χ. Μπιλμέζη, «Ανασκαφική έρευνα στον Άγιο Πέτρο των Δομινικανών 2007-2008», στο: Μ. Ανδριανάκης – Π. Βαρθαλίτου – Ι. Τζαχίλη (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 2. Πρακτικά της 2ης Συνάντησης, Ρέθυ- μνο, 26-28 Νοεμβρίου 2010, Ρέθυμνο 2012, 348-349· Χ. Μπιλμεζη, «Γλυπτά από τον Άγιο Πέτρο των Δομινικανών στο Ηράκλειο», στο: Μ. Βακονδίου – Ό. Γκράτζιου, H γλυπτική στη βενετική Κρήτη (1211-1669), τ. Β´: Lapidarium, Ηράκλειο 2021, 397- 398, 412-413 αρ. 169. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως οι ανασκαφικές εργασίες έφε- ραν στο φως πάνω από 50 ταφές στο εσωτερικό του ναού, επιβεβαιώνοντας έτσι τις μαρτυρίες των γραπτών πηγών για το πλήθος των ταφικών μνημείων αλλά και μετα- θανάτιων δωρεών προς το μοναστήρι των Δομινικανών από κατοίκους του Χάνδακα. Ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους από αυτούς συγκαταλέγονται τέσσερις δούκες της Κρήτης του 14ου αιώνα που τάφηκαν εκεί, βλ. Georgopoulou, Venice’s Mediterranean Colonies, 140-141. Tsougarakis, The Latin Religious Orders, 180. 54 Αυτός ο τρόπος απεικόνισης των αγίων μορφών μέσα σε αψιδωτά πλαίσια θα αποβεί τυπικός στους κρητικούς ναούς του 15ου αιώνα, Μ. Μπορμπουδάκης, «Παρατηρή- σεις στη ζωγραφική του Σκλαβεροχωρίου», στο: Ευφρόσυνον. Αφιέρωμα στον Μανόλη Χατζηδάκη, τ. Α´, Αθήνα 1991, 389. 55 Ο εικονογραφικός τύπος της αγίας με ηγεμονική ενδυμασία και δυτικού τύπου στέμ- μα και κόμμωση εμφανίζεται στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα στη μνημειακή ζω- γραφική του νησιού, βλ. Μπορμπουδάκης, «Σκλαβεροχώρι», 384-385, εικ. 203α, και στις κρητικές εικόνες, ειδικότερα σε έργα του ζωγράφου Αγγέλου, βλ. C. Kefala, «The Virgin with Christ and St. Catherine», στο: M. Vassilaki (επιμ.), The Hand of Angelos. An Icon Painter in Venetian Crete, Farnham – Μουσείο Μπενάκη 2010, 172-173. 628 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Εικ. 8α. Ηράκλειο, Άγιος Πέτρος, πρώην εκκλησία των Δομινικανών, νότιο παρεκκλήσι. Επαίτης μοναχός και αγία Αικατερίνη (Φωτογραφία: Β. Φωσκόλου). © Υπουργείο Πολιτι- σμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου. (Εικ. 8α).56 Δύο καθιστές μορφές ευαγγελιστών με ανοικτά βιβλία εικο- νίζονταν στο ανατολικό και δυτικό τμήμα του σταυροθολίου της οροφής, ενώ μια βυζαντινή δεόμενη Παναγία με το θείο Βρέφος σε μετάλλιο στο στήθος, συνοδευόμενη από λατινικές επιγραφές και πλαισιωμένη από όρ- θιους σεβίζοντες αγγέλους, καταλαμβάνει το νότιο διάχωρο (Εικ. 8β).57 56 Η μορφή είναι πολύ κατεστραμμένη για να επιχειρηθεί οποιαδήποτε ταύτιση. Ας σημειωθεί ωστόσο ότι οι πηγές αναφέρουν την ύπαρξη παράστασης του αγίου Δο- μίνικου και του αγίου Φραγκίσκου, για την οποία βλ., τελευταία, Ν. I. Tsougarakis, «Art, Identity, and the Franciscans in Crete», στο: Foskolou – Kalopissi-Verti (επιμ.), Intercultural Encounters in Medieval Greece, 113-129. 57 Για τον τύπο της δεομένης Παναγίας με τον Χριστό σε μετάλλιο στο στήθος, βλ. N. Patterson Ševčenco, ‘Virgin Blachernitissa’, ODB 3, στ. 2171. Για το θεολογικό υπόβα- θρό του, Χρ. Μπαλτογιάννη, «Η Παναγία στις φορητές εικόνες», στο: Μ. Βασιλάκη (επιμ.), Μήτηρ Θεού. Απεικονίσεις της Παναγίας στη βυζαντινή τέχνη, Αθήνα 2000, 139- 141. Για τη σύνδεσή του με τον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνστα- ντινούπολη, W. Seibt, «Der Bildtypus der Theotokos Nikopoios. Zur Ikonographie der 629 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ Εικ. 8β. Ηράκλειο, Άγιος Πέτρος, πρώην εκκλησία των Δομινικανών, νότιο παρεκκλή- σι. Η Θεοτόκος Βλαχερνίτισσα στο σταυροθόλιο του παρεκκλησίου (Φωτογραφία: Β. Φωσκόλου). © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου. Οι τοιχογραφίες, παρά την κακή κατάσταση διατήρησής τους, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, καθώς αποκαλύπτουν κοινές πρακτικές στη δια- κόσμηση με το Arap Camii, αλλά κυρίως με το παρεκκλήσι του Lippomano στη Χαλκίδα. Και στις δύο περιπτώσεις οι λατινικού δόγματος ανώτερης κοινωνικής τάξης λαϊκοί, σε βενετοκρατούμενες περιοχές στα τέλη του 14ου αιώνα, απευθύνονται σε τοπικούς, βυζαντινής παιδείας και υψηλής ποιότητας ζωγράφους, επιλέγουν ένα βυζαντινό εικονογραφικό λεξιλόγιο ή ακόμη και ορθόδοξα εικονογραφικά θέματα που συνοδεύουν με λατινικές επιγραφές, προβάλλοντας όχι μόνον το δόγμα τους αλλά και τον ιδιαίτερο δεσμό τους με το τάγμα των ιεραποστόλων μοναχών. Gottesmutter-Ikone, die 1030/31 in der Blachernenkirche wiederaufgefunden wurde», Βυζαντινά 13 (1985) 559-564· B. V. Pentcheva, Icons and Power. The Mother of God in Byzantium, The Pennsylvania State University Press 2006, 145-163. 630 Β. ΦΩΣΚΟΛΟΥ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ, 13ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ Τελειώνοντας, ας σημειωθεί πως σχεδόν όλα τα παραδείγματα λατινι- κής χορηγίας που αναφέρθηκαν παραπάνω έχουν ένα κοινό στοιχείο: εκτε- λούνται από τοπικά εργαστήρια που ζωγράφιζαν σε μια καθαρά βυζαντινή τεχνοτροπία. Η τεχνοτροπική γλώσσα επομένως δεν φαίνεται να αποτελεί κριτήριο διαχωρισμού ανάμεσα σε λατινικές και σε ελληνικές χορηγίες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ούτε τα εικονογραφικά σχήματα των σκηνών και των αγίων μορφών, ή γενικότερα το εικονογραφικό πρόγραμμα. Οι λατινικές επιγραφές, θέματα που παραπέμπουν στη δυτική θρη- σκευτική παράδοση, το μήνυμα του εικονογραφικού προγράμματος και εραλδικά σύμβολα είναι τα στοιχεία εκείνα που μεμονωμένα ή συνδυαστι- κά θα μας επιτρέψουν να αποδώσουμε ένα σύνολο σε Δυτικό παραγγελιο- δότη και να εξετάσουμε τη χρήση, λειτουργία και το ιδιαίτερο μήνυμά του. Η παρατήρηση αυτή μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική αφετηρία για την επανεξέταση και άλλων μνημείων που η αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση συνηγορεί για μια μερίδα ερευνητών υπέρ της ταύτισής τους με εκκλησια- στικά κτίρια λατινικού δόγματος, ενώ μια ζωγραφική βυζαντινού ύφους αποτελεί για άλλους το βασικό και αδιάσειστο τεκμήριο για το α ντίθετο. Η ιδιαίτερη εκτίμηση που φαίνεται πως γνωρίζει η βυζαντινού ύφους ζωγραφική στους κόλπους των Δυτικών που εγκαθίστανται στον νότιο ελ- λαδικό χώρο είναι ένα φαινόμενο που θα πρέπει να ερμηνευτεί με όρους ιστορικούς.58 Είναι δεδομένο πως Δυτικοί ζωγράφοι και έργα ήταν διαθέσι- μα στις περιοχές αυτές, τόσο γιατί μας το αναφέρουν οι πηγές, τουλάχι- στον για την περίπτωση της Κρήτης και της Ρόδου,59 όσο και γιατί εικονο- γραφικούς και τεχνοτροπικούς απόηχους αυτής της παρουσίας βρίσκουμε 58 Πρβλ. μια ανάλογη προβληματική στο Quirini-Popławski, «Greek Painters for the Dominicans or Trecento at the Bosphorus», 20-22. 59 Για Δυτικούς, κυρίως Βενετούς, ζωγράφους στην Κρήτη βλ., τελευταία, Μ. Constan- toudaki-Kitromilides, «Aspects of artistic exchange on Crete: Questions concerning the presence of Venetian painters on the island in the fourteenth and fifteenth centuries», στο: Lymberopoulou (επιμ.), Cross-Cultural Ιnteraction between Byzantium and the West, 30- 58, με την παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. Για τη Ρόδο, βλ. Κόλλιας, Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, 117-119· ο ίδιος, Η μνημειακή εκλεκτική ζωγραφική στη Ρόδο, 50-59. 631 GR ATA DONA . ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΓΚΡΑΤΖ ΙΟΥ στα βυζαντινά ζωγραφικά σύνολα αυτής της εποχής.60 Ωστόσο, η συνύπαρ- ξη αυτή μόλις τον 15ο αιώνα θα οδηγήσει σε πρωτότυπα τοπικά ιδιώματα που χαρακτηρίζονται από ανάμειξη βυζαντινών και δυτικών στοιχείων, όπως η εκλεκτική τάση στη μνημειακή ζωγραφική της ιπποτοκρατούμε- νης Ρόδου και οι «a la latina» φορητές εικόνες στη βενετική Κρήτη.61 Στην ιστορική ερμηνεία αυτού του φαινομένου θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τον ρόλο των μοναστικών ταγμάτων, Δομινικανών και κυρίως Φραγκι- σκανών, που ως γνωστόν «εκμεταλλεύτηκαν» τη βυζαντινή εικαστική παράδοση για τη δημιουργία μιας επαιτικής τέχνης,62 αλλά και τέλος την ιδιαίτερη εκτίμηση που έχαιραν στη Δύση, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα, Έλληνες ζωγράφοι και βυζαντινά έργα τέχνης.63 60 Στ. Παπαδάκη-Oekland, «Δυτικότροπες τοιχογραφίες του 14ου αιώνα στην Κρήτη. Η άλλη όψη μιας αμφίδρομης σχέσης;», στο: Ευφρόσυνον, τ. Β΄, 491-514, πίν. 257-274· Μ. Βacci, «Veneto-Byzantine “Hybrids”. Towards a reassessment», Studies in Iconogra- phy 35 (2014) 75-106, κυρίως 80-81. 61 Για την εκλεκτική ζωγραφική τάση στη Ρόδο, βλ. σημ. 33. Για τις «a la latina» εικόνες της κρητικής σχολής ζωγραφικής η βιβλιογραφία είναι τεράστια, βλ. ενδεικτικά με την παλαιότερη βιβλιογραφία, Α. Drandaki, «Between Byzantium and Venice: Icon Painting in Venetian Crete in the Fifteenth and Sixteenth Centuries», στο: A. Drandaki (επιμ.), The Origins of El Greco. Icon Painting in Venetian Crete, Νέα Υόρκη 2009, 11- 18· η ίδια, «Piety, Politics, and Art in Fifteenth-Century Venetian Crete», DOP 71 (2017) 367-406. Βλ. επίσης τις τελευταίες μελέτες του M. Bacci, στις οποίες εντοπίζει χρονι- κά τις απαρχές αυτής της ομάδας κρητικών εικόνων περίπου έναν αιώνα νωρίτερα: Μ. Bacci, «On the Prehistory of Cretan Icon Painting», Frankokratia 1 (2020) 1-57· ο ίδιος, Βενετο-βυζαντινές αλληλεπιδράσεις στη ζωγραφική των εικόνων (1280-1450). 62 Βλ. ενδεικτικά A. Derbes, Picturing the Passion in Late Medieval Italy: Narrative Paint- ing, Franciscan Ideologies, and the Levant, Κέμπριτζ 1996· A. Derbes – A. Neff, «Italy, the Mendicant Orders, and the Byzantine Sphere», στο: H. C. Evans (επιμ.), Byzantium: Faith and Power (1261-1557), κατάλογος έκθεσης, Νέα Υόρκη – New Haven – Λονδί- νο 2004, 449-461. 63 R. S. Nelson, «Α Byzantine Painter in Trecento Genoa: The Last Judgement at San Lorenzo», The Art Bulletin 67 (1985) 548-566· Μ. Bacci, «Greek Painters Working for Latin and Non-Orthodox Patrons in the Late Medieval Mediterranean», στο: J. Anderson (επιμ.), Crossing Cultures. Conflict, Migration and Convergence. The Proceedings of the 32nd International Congress of the History of Art, Μελβούρνη 2009, 196-201· ο ίδιος, Βενετο-βυζαντινές αλληλεπιδράσεις στη ζωγραφική των εικόνων (1280-1450), 39-41, με παλαιότερη βιβλιογραφία. 632
US