012_KOLOF_FILM:προτυπη-εφημεριδας 3/31/17 2:20 PM Page 272 02_PERIEX_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:40 AM Page 7 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Charalampos Kritzas, The “stele of the punishments”. A new inscription Sebastian Prignitz: from Epidauros 1-61 Βασιλείου Ἀραβαντινοῦ, Νικολάου Παπαζαρκάδα: Ἀνασκαφὴ Καδμείας : οἱ ἐπιγραφὲς 63 -75 Μέλπως Ἰ. Πωλογιώργη: Δύο ἐνεπίγραφα ἀναθήματα ἀπὸ τὸ ἱερὸ τῆς Ἀρτέμιδος Βραυρωνίας 77-89 Κωνσταντίνου Καλογερόπουλου: Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 91-148 Νίκου Παπαδημητρίου: Προϊστορικὴ ἐγκατάσταση στὸν Θορικὸ Ἀττικῆς 149 -254 Μέλπως Ἰ. Πωλογιώργη: Ἀναθηματικὸ ἀνάγλυφο ἀπὸ ἀνασκαφὴ στοὺς νότιους πρόποδες τῆς Ἀκροπόλεως 255-285 02_PERIEX_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:40 AM Page 8 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 91 Η ΠΡΩΤΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΟΥ ΡΑΜΝΟΥΝΤΟΣ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Σ τόχος τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι νὰ παρουσιάσει γιὰ πρώτη φορὰ καὶ νὰ ἐντάξει στὸ πολιτισμικό τους πλαίσιο ἀδημοσίευτα καὶ ἄγνωστα πρωτοελλαδικὰ (ΠΕ) ἀντι- κείμενα ποὺ ἔφεραν στὸ φῶς οἱ ἀνασκαφὲς τοῦ Βασιλείου Χ. Πετράκου στὴν παραλιακὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος («λόφος φρουρίου») κατὰ τὶς ἀνασκαφικὲς περιόδους τῶν ἐτῶν 1994, 1997 καὶ 1999. Ἡ ὕψους 40 μ., ἐπίπεδη στὴν κορυφή της, ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος (εἰκ. 1) βρίσκεται στὰ παράλια τοῦ νότιου Εὐβοϊκοῦ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ἀττικῆς, στὴ μέση περίπου τῆς ἀκτογραμμῆς ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὸν Κάλαμο καὶ καταλήγει στὸ ἀκρωτήριο τῆς Ἁγίας Μα- ρίνας1. Ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν παραλιακὴ αὐτὴ ἀκρόπολη βρίσκεται τὸ νησάκι Κα- βαλλιανή (εἰκ. 2) σχηματίζοντας στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ πιὸ στενὸ θαλάσσιο πέρασμα ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ Ἀττικὴ πρὸς τὴ νότια Εὔβοια, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ τὴν περιοχὴ ποὺ ἐκτείνεται ἀνάμεσα στὸν δίαυλο Ὠρωποῦ-Ἐρέτριας καὶ τὸν κόλπο τῶν Πεταλίων2. Ἡ ἀκρόπολη βρίσκεται ἔτσι σὲ στρατηγικὴ θέση, ἀφοῦ ἐλέγχει τὸ πέρασμα τῶν πλοίων ἀπὸ καὶ πρὸς τὸν Νότιο Εὐβοϊκό. Ὁ λόφος, τοῦ ὁποίου ἡ βόρεια καὶ βορειοδυτικὴ πλευρὰ προστατεύονται φυσικὰ ἀπὸ ἀπόκρημνες πλαγιές3, εἶναι ὁρατὸς ἀπὸ μεγάλες ἀποστάσεις, κυρίως ἀπὸ τὴ θάλασσα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν νοτιότερα κείμενο, ψηλότερο, λόφο τοῦ ἱεροῦ τῆς Νεμέσεως, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐλέγχεται ἡ εὔφορη πεδιάδα τοῦ Λιμικοῦ4. Οἱ περίοδοι ἀκμῆς τῆς ἀκρόπολης τοῦ Ραμνοῦντος, ὅπως καὶ τῆς εὐρύτερης κατὰ τὰ ἔτη 1975-2002 συστηματικὰ ἀνασκαφείσας περιοχῆς της5, εἶναι ἡ κλασική, ἡ ἑλληνιστικὴ καὶ ἡ ρωμαϊκή, περίοδοι κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χῶρος ἀποτέλεσε, χωρὶς διακοπή, τὴν ἐπικρά- τεια τοῦ ὁμώνυμου ἀρχαίου δήμου. Ἡ πορεία τῶν ἀνασκαφῶν ἔδειξε, ὡστόσο, ὅτι τὰ κτί- σματα αὐτῶν τῶν χρονικῶν περιόδων ἔχουν προκαλέσει ἀναστάτωση σὲ ὑποκείμενες, παλαιότερες ἐπιχώσεις, μὲ ἀποτέλεσμα εὑρήματα τῆς Νεολιθικῆς Ἐποχῆς, καθὼς καὶ τῆς Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ, νὰ κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους σὲ διάφορα σημεῖα τῆς ἐπικράτειας τοῦ ἀρχαίου δήμου μέσα σὲ ἐπιφανειακὰ ἢ διαταραγμένα στρώματα6. 1. Πετράκος 1999, 7, 47, 141 εἰκ. 89. φῶν τῶν ἐτῶν 1975-1998 βλ. αὐτόθι. Γιὰ τὶς ἔρευνες τῶν 2. Αὐτόθι 7, 10-11 εἰκ. 4. ἐτῶν 1999-2002 βλ. τὶς ἐκθέσεις τοῦ ἀνασκαφέως στὰ 3. Αὐτόθι 47. ΠΑΕ τῶν ἀντίστοιχων ἐτῶν. 4. Αὐτόθι 8-10 εἰκ. 6. 6. Παντελίδου Γκόφα 1977, 22· Πετράκος 1981, 131· 5. Γιὰ σύνοψη τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀνασκα- Πετράκος 1986, 2· Καλογερόπουλος 2003, 66, 83, 85. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 92 92 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 1. Ἀκρόπολη Ραμνοῦντος. Ἄποψη ἀπὸ νότια (Σεπτέμβριος 2008). Εἰκ. 2. Τὸ θαλάσσιο πέρασμα μεταξὺ ἀνατολικῆς Ἀττικῆς καὶ Εὔβοιας. Ἄποψη ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος. Διακρίνεται τὸ νησάκι Καβαλλιανή (Ὀκτώβριος 2019). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 93 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 93 Τὸ παρὸν ἄρθρο παρουσιάζει συνολικὰ ἕντεκα ἀντικείμενα τῆς Πρώιμης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος (10 ἀποσπασματικὰ σωζόμενα πήλινα ἀγγεῖα καὶ μία λίθινη σφραγίδα), τὰ ὁποῖα ὁ γράφων ἐντόπισε στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ρα- μνοῦντος. Ἡ δημοσίευση τῶν εὑρημάτων αὐτῶν καθίσταται ἀναγκαία γιὰ δύο λόγους: (α) Ἐπειδὴ μέχρι στιγμῆς δεδομένα τῆς Πρωτοελλαδικῆς περιόδου ἀπὸ τὸν Ραμνούν- τα ἦταν γνωστὰ μόνο μέσῳ μίας ἀναφορᾶς στὰ ΠΑΕ τοῦ 1986 σέ «χαρακτηριστικὰ χον- δροειδῆ, τραχειὰ» πρωτοελλαδικὴ κεραμική, καθὼς καὶ ὄστρακα μέ «χαρακτηριστικὴ ΠΕ ἐρυθρὴ βαφή», τὰ ὁποῖα εἶχαν βρεθεῖ κάτω ἀπὸ τοὺς δύο μεγάλους ναοὺς τοῦ ἱεροῦ τῆς Νεμέσεως7. (β) Ἐπειδὴ τὸ πρωτοελλαδικὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη, ποὺ βρίσκεται στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων, περιλαμβάνει καὶ σημαντικὰ εὑρήματα, ὅπως μία τουλάχιστον ΠΕ σαλτσιέ- ρα (Β1), μία ΠΕ σφραγίδα (Γ) καὶ θραῦσμα «τηγανόσχημου» σκεύους (Α1). Γιὰ τὴν καλύτερη κατανόηση τῆς ὕπαρξης πρωτοελλαδικῶν ἀντικειμένων στὸν χῶρο παραθέτουμε μία περίληψη τῶν ὅσων γνωρίζουμε γιὰ τὴν περιοχὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Πρωτο- ελλαδικὴ περίοδο. ΙΙ. Ο ΡΑΜΝΟΥΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ Οἱ ἀνασκαφικὲς ἔρευνες τοῦ Βασιλείου Πετράκου ἔδειξαν ὅτι ἡ παραλιακὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος κατοικήθηκε ἤδη ἀπὸ τὴ Ν ε ο λ ι θ ι κ ὴ ἐποχὴ καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἀρχαιότερη φάση της, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ εὕρεση ἑνὸς μονόχρωμου ἡμισφαιρικοῦ σκύ- φου μὲ δακτυλιόσχημη βάση τῆς ἀρχαιότερης Νεολιθικῆς ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ μεταγενέ- στερου ἱεροῦ της Ἀφροδίτης Ἡγεμόνης στὴ ΝΑ. πλαγιὰ τοῦ λόφου8. Δύο λίθινα ἀνθρω- πόμορφα εἰδώλια ἀπὸ ἐπιφανειακὲς ἐπιχώσεις, ἐπίσης τῆς ΝΑ. πλαγιᾶς τῆς παραλιακῆς ἀκρόπολης9, μαρτυροῦν περαιτέρω ὄχι ἁπλῶς παρουσία ἀλλὰ καὶ πνευματικοῦ χαρακτή- ρα δραστηριότητες τῶν κατοίκων στὴ θέση αὐτή, πιθανότατα καὶ σὲ παλαιότερες τῆς Νεολιθικῆς περιόδους10. Ὁ χῶρος κατοίκησης κατὰ τὴν ἀ ρ χ α ι ό τ ε ρ η Ν ε ο λ ι θ ι κ ὴ δὲν περιοριζόταν ὡστόσο ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται στὸν παραλιακὸ λόφο τοῦ φρουρίου, ἀλλὰ ἐπεκτεινόταν καὶ στὸν νοτιό- τερο λόφο τῆς Νεμέσεως, ὅπου ἤδη ἀπὸ τὸ 1977 ἀποκαλύφθηκαν τμήματα οἰκιῶν μὲ κερα- μικὴ τῆς ἀρχαιότερης Νεολιθικῆς περιόδου11. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ χῶρος κατοίκησης στὸν Ραμνούντα κατὰ τὴν ἀρχαιότερη Νεολιθικὴ περίοδο πρέπει, σύμ- φωνα πάντα μὲ τὰ μέχρι στιγμῆς δεδομένα, νὰ βρισκόταν στὴν περιοχὴ ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τοὺς δύο σημαντικότερους λόφους τῆς περιοχῆς: (α) τοῦ λόφου τοῦ ἱεροῦ τῆς Νεμέσεως, 7. Πετράκος 1986, 2 (Μ. Παντελίδου Γκόφα)· πρβ. 9. Καλογερόπουλος 2003, 66-83 εἰκ. 1-4. καὶ Alram-Stern 2004, 554 (Ramnous). 10. Αὐτόθι 85-92. 8. Καλογερόπουλος 2003, 83-85 εἰκ. 7. Γιὰ τὴ θέση 11. Παντελίδου Γκόφα 1977, 22· Καλογερόπουλος καὶ περιγραφὴ τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἀφροδίτης Ἡγεμόνης βλ. 2003, 91 σημ. 79. Πετράκος 1999, 130-134. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 94 94 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 3. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Ἱερὸ Ἥρωος Ἀρχηγέτου. Ἐπιφανειακὸ στρῶμα. Ἀνοικτὸ ἀγγεῖο τῆς σκοτεινῆς στιλβωμένης κατηγορίας μὲ ἴσια τοιχώματα ποὺ κλίνουν πρὸς τὰ ἔξω. Ὕστερη Χαλκο- λιθικὴ περίοδος. ποὺ βρίσκεται στὸ ΒΑ. ἄκρο τῆς κοιλάδας τοῦ Λιμικοῦ, καί (β) τῆς ἀκρόπολης ἤ «λόφου τοῦ φρουρίου», ἀκριβῶς δίπλα στὴ θάλασσα. Γιὰ τὶς ἑπόμενες περιόδους τῆς Νεολιθικῆς, μ έ σ η καὶ ν ε ό τ ε ρ η, δὲν ὑπάρχουν μέχρι στιγμῆς μαρτυρίες γιὰ ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα. Ἡ ἀπουσία ὅμως αὐτὴ πρέπει νὰ θεω- ρηθεῖ τυχαία καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ ἀνασκαφή, ἰδιαίτερα στὴν περιοχὴ τοῦ φρουρίου, δὲν ἔχει φτάσει μέχρι τὸ παρθένο ἔδαφος. Ἁπτὲς εἶναι, ἀντίθετα, οἱ ἐνδείξεις γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς Χ α λ κ ο λ ι θ ι κ ῆ ς στὴν περιοχή. Ὁρισμένες ἐνδείξεις χαλκολιθικῆς κατοίκησης τῆς περιοχῆς τοῦ λόφου τοῦ φρουρίου ἐπι- σημάνθηκαν ἤδη τὸ 1981. Πρόκειται γιὰ ὄστρακα χονδροειδῶν ἀγγείων ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ μεταγενέστερου «Γυμνασίου», τὰ ὁποῖα, σύμφωνα μὲ τὴν Μαρία Παντελίδου Γκόφα, χρονολογοῦνται στήν «Ὑπονεολιθικὴ ἢ τὴν ΠΕ Ι περίοδο»12. Δεδομένου ὅτι δὲν ἔχει δημο- σιευτεῖ σχεδιασμένη καὶ σχολιασμένη κεραμικὴ ἀπὸ αὐτὴ τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν Ραμνούν- τα, παρατίθεται ἕνα δεῖγμα τῆς σκοτεινῆς στιλβωμένης κατηγορίας τὸ ὁποῖο ἐντοπίστηκε ἀπὸ τὸν γράφοντα στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος. Τὸ θραῦσμα βρέθηκε σὲ ἐπι- φανειακὸ στρῶμα (ὁμάδα 388), κατὰ τὴν ἀνασκαφικὴ περίοδο τοῦ 1993, στὴν αὐλὴ τοῦ μεταγενέστερου ἱεροῦ τοῦ Ἥρωος Ἀρχηγέτου, ποὺ βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ κατωφέ- ρεια τοῦ Γυμνασίου13 : πρόκειται γιὰ τὸ ἄνω τμῆμα βαθέος ἀνοικτοῦ ἀγγείου (λεκάνης;) μὲ ἴσια τοιχώματα ποὺ κλίνουν πρὸς τὰ ἔξω καὶ χεῖλος παχυνόμενο, σχεδὸν ἐπίπεδο (εἰκ. 3). Τὸ τεμάχιο, τὸ ὁποῖο συγκολλήθηκε ἀπὸ 6 μικρότερα θραύσματα, ἔχει ὕψ. μέγ. σωζ. 0.087 μ., διάμ. χείλ. ὑπολογ. 0.30 μ., πάχος τοιχωμάτων 0.010 μ., τὸ ὁποῖο στὴν περιοχὴ τοῦ χείλους φτάνει τὰ 0.012 μ. Ὁ πυρήνας τοῦ πηλοῦ εἶναι φαιοκάστανος (10 YR 5/2 12. Πετράκος 1981, 131 («ὑπονεολιθικὴ» ἤ «ΠΕ Ι» Ἥρωος Ἀρχηγέτου βλ. Πετράκος 1999, 117-119, γιὰ περίοδος)· Παντελίδου Γκόφα 1997, 127 (Ραμνοῦς ἀρ. τὴν περιοχὴ τοῦ «Γυμνασίου», ποὺ στὶς νεότερες δη- 1), ὅπου ἡ χαλκολιθικὴ ἐπίχωση χαρακτηρίστηκε μοσιεύσεις ὀνομάζεται «Κάτω Στρατόπεδο» βλ. αὐτό- «στρῶμα μὲ Ν.ΝΛ ΙΙ κεραμεική». θι 85-88 εἰκ. 41. 13. Γιὰ τὴ θέση καὶ περιγραφὴ τοῦ ἱεροῦ τοῦ 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 95 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 95 grayish brown)14, καθαρός, πορώδης, καὶ περιέχει λίγα ἐγκλείσματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ περισσότερα εἶναι λευκὰ πετραδάκια μήκ. ἕως 0.004 μ. Ἡ ἐπίσης φαιοκάστανη ἐπιφάνειά του φέρει σκοῦρο καστανό (10 YR 3/3 dark brown) ἕως πολὺ σκοῦρο γκρίζο (10 YR 3/1 very dark gray) ἐπίχρισμα, τὸ ὁποῖο εἶναι στιλβωμένο τόσο ἐσωτερικὰ ὅσο καὶ ἐξωτερικά. Καλὰ παράλληλα γιὰ τὴν ἐπεξεργασία τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας (σκοτεινὴ ἔντριπτη), τὸ σχῆμα (ἀνοικτό, βαθὺ κωνικὸ ἀγγεῖο) καὶ τὸ πάχος τῶν τοιχωμάτων (0.010 μ.) ἀπαντοῦν σὲ μία πρόσφατα δημοσιευμένη, βαθειὰ κωνικὴ λεκάνη ἀπὸ τὸν ἀποθέτη 39 τοῦ προϊστο- ρικοῦ νεκροταφείου στὸ Τσέπι Μαραθῶνος15, τὸ ὁποῖο χρονολογήθηκε ἀπὸ τὴν Μαρία Παντελίδου Γκόφα στὴν ὕστερη Χαλκολιθική16. Τὸ εὕρημα αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι στὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος ὑπάρχει ἡ ὕ σ τ ε ρ η Χ α λ κ ο λ ι θ ι κ ὴ περίοδος. Αὐτὸ βεβαίως δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη τῆς π ρ ώ ι μη ς Χα λ - κ ο λ ι θ ι κ ῆ ς στὸν χῶρο. Ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῆς ἀρχαιότερης Νεολιθικῆς, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τῆς Χαλκολιθικῆς τὸ ἀνασκαφικὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὸν Ραμνούντα ἔχει μέχρι στιγμῆς καθαρὰ δειγ- ματοληπτικὸ χαρακτήρα. Δὲν ὑπάρχουν ἀνασκαφικὰ δεδομένα σὲ μεγάλη ἔκταση ποὺ νὰ ἀφοροῦν τὴν οἰκιστική (π.χ. μία ὁλοκληρωμένη κάτοψη οἰκίας), συνεπῶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μία ἄποψη ποὺ νὰ ἀφορᾶ τὴ χρήση τοῦ χώρου κατὰ τὶς περιόδους αὐτές. Ἕνα πράγμα εἶναι ὡστόσο σίγουρο: τὰ μέχρι στιγμῆς δεδομένα προϊστορικῆς κατοί- κησης ἀπὸ τοὺς δύο λόφους (τὸν παραλιακὸ καὶ αὐτὸν τῆς Νέμεσης) ὑποδηλώνουν ὅτι στὸν Ραμνούντα ὑπῆρχε τὸ ὑπόβαθρο γιὰ τὴν ἀνάπτυξη ποὺ ἔλαβε χώρα κατὰ τὴν Πρω- τοελλαδικὴ περίοδο. Στὴ συνέχεια θὰ ἐκτεθοῦν τὰ δεδομένα τῆς ΠΕ περιόδου ἀπὸ τὶς ἔρευνες τοῦ Βασιλείου Πετράκου στὸν παραλιακὸ λόφο τοῦ Ραμνοῦντος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ 1990. ΙΙΙ. ΟΙ ΧΩΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΦΕΙΕΣ ΤΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΧ Τὰ εὑρήματα τῆς Πρώιμης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ μελετήθηκαν καὶ σχεδιάστηκαν ἀπὸ τὸν γράφοντα σὲ τρεῖς διαφορετικὲς χρονικὲς περιόδους: (α) Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1999 μελετήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος ἡ ΠΕ λίθινη σφραγίδα Γ (εἰκ. 10), (β) τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2008 ἡ ἀποσπασματικὰ σωζό- μενη ΠΕ σαλτσιέρα Β1 (εἰκ. 8)17 καὶ τὰ θραύσματα ἴσως μίας δεύτερης (εἰκ. 9, ἀρ. Β2) καὶ τέλος, (γ) τὸν Ἰούνιο τοῦ 2018 τὰ συνευρήματα τῆς σαλτσιέρας (εἰκ. 9, ἀρ. Β3-Β5), ἐνῶ ἐντοπίστηκαν καὶ σχεδιάστηκαν ἐπιπλέον πέντε θραύσματα ἀγγείων τῆς Πρώιμης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ (εἰκ. 6-7, ἀρ. Α1-Α5), μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοῦ θραύσματος «τηγα- νόσχημου» σκεύους (εἰκ. 6, ἀρ. Α1), τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὴν ἔνδειξη «Κυκλικὸ κτίσμα Β.- ΒΔ. τοῦ θεάτρου, κυκλικὸ κτίσμα, 1.8-5.8.94, ὁμάδα 598». 14. Τὰ χρώματα τοῦ πυρήνα, τῆς ἐπιφάνειας καὶ 15. Παντελίδου Γκόφα 2016, 128 ἀρ. 1528 πίν. τοῦ ἐπιχρίσματος τῶν ὀστράκων στὸ παρὸν ἄρθρο 56-67. λήφθησαν χρησιμοποιώντας τὸ χρωματολόγιο Mun- 16. Αὐτόθι 126-127. sell Soil Color Charts, Revised Edition (Newburgh, New 17. Ἡ σαλτσιέρα Β1 ἔπεσε θύμα ἀρχαιοκαπηλικῆς York 1992). δραστηριότητας τὸ 2013. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 96 96 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 4. Σχέδιο τῆς ἀκρόπολης τοῦ Ραμνοῦντος στὸ ὁποῖο δηλώνται οἱ χῶροι εὕρεσης τῶν πρωτοελλαδικῶν ἀντικειμένων. Α. Ἡμικυκλικὸ κτίσμα - πύργος Β.-ΒΔ. τοῦ θεάτρου. Β. Φρού- ριο, δωμάτιο 112. Γ. Χῶρος 205. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 97 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 97 Τὰ ΠΕ εὑρήματα ἐκτίθενται ἐδῶ κατὰ χωρικὴ συνάφεια (εἰκ. 4, Α-Γ), ὅπου ὡς χωρικὴ συνάφεια Α νοεῖται ὁ χωρικὸς συσχετισμὸς τῶν ΠΕ ἀντικειμένων Α1-Α5 μὲ τὸ κυκλικὸ κτίσμα Β.-ΒΔ. τοῦ θεάτρου, ὡς χωρικὴ συνάφεια Β ὁ ἀντίστοιχος συσχετισμὸς τῶν ἀντι- κειμένων Β1-Β5 μὲ τὴ ΒΔ. γωνία τοῦ δωματίου 112 στὸ πλάτωμα τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου τοῦ φρουρίου, ἐνῶ ὡς χωρικὴ συνάφεια Γ ὁ χωρικὸς συσχετισμὸς τῆς σφραγίδας Γ μὲ τὸ δωμάτιο 205 τῆς ΝΑ. συνοικίας τοῦ φρουρίου. Τὰ ΠΕ εὑρήματα τῶν δύο πρώτων χωρικῶν συναφειῶν (εἰκ. 4, Α καὶ Β) ἀποτελοῦν δύο ξεχωριστὲς συγκεντρώσεις ΠΕ ὀστράκων, οἱ ὁποῖες βρέθηκαν κατὰ χώραν στὸ πλά- τωμα τῆς κορυφῆς τῆς ἀκρόπολης (εἰκ. 4, Β) καὶ λίγο νοτιότερα (εἰκ. 4, Α). Τὸ τρίτο ΠΕ εὕρημα εἶναι μεμονωμένο καὶ βρέθηκε σὲ διαταραγμένο στρῶμα στὴ ΝΑ. πλαγιὰ τοῦ λόφου, ἀναμοχλευμένο μὲ μεταγενέστερο ὑλικό (εἰκ. 4, Γ). Ἡ χρονολόγηση ποὺ ἀναφέρεται στὸ τέλος τῆς περιγραφῆς κάθε εὑρήματος βασίζεται στὴν ἀνάλυση τῆς κεραμικῆς στὴν ἑνότητα IV.1, ἡ ὁποία μελετᾶται ὡς σύνολο, καὶ στὴν ἐξέταση τῆς σφραγίδας στὴν ἑνότητα IV.2. Χωρικὴ συνάφεια A Στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος ὑπάρχουν πέντε ὄστρακα, τὰ ὁποῖα χρονολο- γοῦνται στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη – ΠΕ ΙΙ ὕστερη18, τὰ ὁποῖα φέρουν τὴν ἔνδειξη «ὁμάδα 598». Στὸ καρτελάκι τῆς ὁμάδας 598 ἀναφέρεται ὅτι βρέθηκαν στὶς 1.8.-5.8.1994 σέ «κυ- κλικὸ κτίσμα (πύργο;)» Β.-ΒΔ. τοῦ θεάτρου. Ὁ χωροχρονικὸς αὐτὸς συσχετισμὸς ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ ἀνασκαφικὸ ἡμερολόγιο Ραμνοῦντος τοῦ ἔτους 1994, ὅπου ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς19: «Δευτέρα 1/8/94 – Παρασκευὴ 5/8/94: Βορειότερα [τῆς ΒΔ. οἰκίας20] καὶ μέχρι τοῦ τείχους τῆς ἀκροπόλεως ἀποκαλύφθηκε τμῆμα θεμελιώσεως κυκλικοῦ κτίσματος. Τὸ θεμέ- λιο εἶναι φτιαγμένο ἀπὸ μικρὲς ἀργὲς πέτρες καὶ περνᾶ κάτω ἀπὸ τὸν τοῖχο τῆς ἀκρο- πόλεως. Περιορισμένος καθαρισμὸς τοῦ ἡμικυκλικοῦ τοίχου ἀποδίδει ἀπὸ καθαρὴ ἐπί- χωση ὄστρακα ΟΜ 598». Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ ἀνασκαφικὸ ἡμερολόγιο ἡ κεραμικὴ αὐτή (Α1-Α5), ἡ ὁποία καλύπτει χρονολογικὰ τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ στὴ θεμελίωση τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος (πύργου). Ὁ ἡ μ ι κ υ - κ λ ι κ ὸ ς π ύ ρ γ ο ς, ὁ ὁποῖος ἔχει μῆκος 5 μ. (εἰκ. 11α), χρονολογεῖται συνεπῶς στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη (στὴν ὁποία ἀνήκουν τὰ νεότερα χρονολογικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ συμπλέγμα- τος), ἂν μὲ τὸν ὅρο «χρονολόγηση» εὑρήματος ἐννοοῦμε τὸ χρονικὸ σημεῖο κατὰ τὸ ὁποῖο ἔλαβε χώρα ἡ ἀπόθεση τῆς ἐπίχωσης στὸ σημεῖο εὕρεσής της. Τὰ ὄστρακα τῆς ΟΜ 598, τὰ ὁποῖα ἀπέδωσε ἡ καθαρὴ ἐπίχωση τοῦ καθαρισμοῦ τοῦ ἡμικυκλικοῦ τοίχου τῆς κατασκευῆς, εἶναι τὰ ἑξῆς: 18. Βλ. παρακάτω τὰ ὄστρακα ἀρ. Α1-Α5, εἰκ. 6-7 σή μου τὴ σχετικὴ σελίδα τοῦ ἀνασκαφικοῦ ἡμερολο- καὶ ἀνάλυσή τους στὴν ἑνότητα IV.1. γίου Ραμνοῦντος καὶ μοῦ παραχώρησε τὴν ἄδεια δη- 19. Εὐχαριστῶ θερμῶς τὸν ἀνασκαφέα, ἀκαδη- μοσίευσης τοῦ συγκεκριμένου χωρίου. μαϊκὸ κ. Βασίλειο Πετράκο, ὁ ὁποῖος ἔθεσε στὴ διάθε- 20. Πρβ. Πετράκος 1994, 24 εἰκ. 12. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 98 98 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 5. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Κατηγορίες καὶ ὑποκατηγορίες ΠΕ ΙΙ κεραμικῆς. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 99 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 99 A1 (εἰκ. 6) («Κυκλικὸ κτίσμα [πύργος;] Β.-ΒΔ. τοῦ χωμάτων τοῦ σώματος (πάχ. τοιχωμάτων 0.005 θεάτρου, κυκλικὸ κτίσμα, 1.8-5.8.94», ἀρ. 1)21 ἕως 0.006 μ.), τὰ ὁποῖα ἀνοίγουν πρὸς τὰ ἔξω. Θραῦσμα τηγανόσχημου σκεύους. Ὕψ. 0.020 μ. Ὁ δίσκος τῆς ἐξωτερικῆς κυκλικῆς ἐπιφάνειας διάμ. ἐξωτερικῆς κυκλικῆς ἐπιφάνειας («βά- προεξεῖχε τοῦ σημείου τῆς ἕνωσης μὲ τὰ πλευ- σης») ὑπολ. πάνω ἀπὸ 0.180 μ. ρικὰ τοιχώματα τοῦ σώματος. Ἡ ἐξωτερικὴ Σώζεται μικρὸ ἐπίπεδο τμῆμα τῆς δισκοειδοῦς κυκλικὴ ἐπιφάνεια σώζει δύο ἔντυπες σπεῖρες, ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας πάχ. τοιχωμάτων 0.005 μ. οἱ ὁποῖες ἀνήκουν στὴν περιφέρεια τοῦ κεν- καὶ ὁλόκληρο τὸ προφὶλ τῶν ἀκόσμητων τοι- τρικοῦ θέματος τοῦ δίσκου. Τὸ πέρας τῆς σω- ζόμενης ἔντυπης διακόσμησης μὲ τὶς σπεῖρες ὁρίζει διπλὴ καμπύλη ἐγχάραξη ποὺ σχημάτιζε ἀρχικὰ ὁμόκεντρους κύκλους. Ἀπὸ τὴ διακό- σμηση τῆς περιφέρειας τοῦ δίσκου σώζονται δύο ἀπὸ τὰ ἐμπίεστα τριγωνίδια, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἐντυπωθεῖ μὲ τὴν τεχνικὴ τομῆς τύπου Kerb- schnitt καὶ ἀρχικὰ περιέβαλλαν τὸ κεντρικὸ θέμα τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας τοῦ σκεύους. Τὸ πλευρικὸ τοίχωμα καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀγγείου εἶναι ἀδιακόσμητα. Πηλός: πυρήνας καθαρός, πορώδης μὲ ἐλάχι- στα λευκοκίτρινα πετραδάκια μήκ. 0.003 μ., ἐρυθροκάστανος (5 YR 5/4 reddish brown). Ἐπι- φάνεια (ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ) ἐρυθρή (2.5 YR 5/6 red). Βαφὴ στιλπνὴ σκουρόφαιη ἕως με- λανή (5 YR 3/1 very dark gray). Ἐπίθετο ἐπίχρι- σμα (ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ) παχὺ λευκωπὸ ἕως ροδόχρωμο μὲ γκρίζους τόνους (5 YR 7/2 pinkinsh gray). Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη – ΠΕ ΙΙ ὕστε- ρη. Α2 (εἰκ. 6) («Κυκλικὸ κτίσμα [πύργος;] Β.-ΒΔ. τοῦ θεάτρου κυκλικὸ κτίσμα, 1.8-5.8.94», ἀρ. 3). Θραῦσμα ἄνω τμήματος μικρῆς φιάλης μὲ χεῖ- λος ποὺ κλίνει πρὸς τὰ μέσα καὶ αὐλάκωση. Εἰκ. 6. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Ἡμικυκλικὸ κτίσμα – πύργος. ΠΕ ΙΙ κεραμική. Ὑποκατηγορία β1α (Α1: τηγανόσχημο σκεῦος). Ὑποκατηγορία γ2α: (Α2: μικρὴ φιάλη μὲ ἔσω νεῦον χεῖλος καὶ ἐσω- τερικὴ αὐλάκωση). 21. Ὁ ἀριθμὸς στὸ τέλος τῆς παρένθεσης (ἐδῶ ἀρ. σὲ κάθε ὄστρακο. 1) δηλώνει τὸν αὔξοντα ἀριθμὸ ποὺ ἔχει ἀναγραφεῖ 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 100 100 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Ὕψ. 0.039 μ., πάχ. τοιχωμάτων 0.004-0.006 μ. ἀκμὴ καὶ κλίνει πρὸς τὰ μέσα. Ὕψ. 0.037 μ., (στὴν περιοχὴ τοῦ ὤμου), διάμ. χείλ. ὑπολ. 0.140 μ. πάχ. τοιχωμάτων 0.006-0.010 μ., διάμ. χείλ. ὑπολ. Πηλός: πυρήνας καθαρός, πορώδης, πορτοκα- 0.200 μ. λόχρωμος (5 YR 7/6 reddish yellow). Ἐπιφάνεια Ἐξωτερικὰ καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση κάτω ἀπὸ σκουρόφαιη (5 YR 3/1 very dark gray). Ἐπί- τὸ χεῖλος ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση σωζ. μήκ. χρισμα ἀνοικτοκάστανο (5 YR 7/3 very pale 0.072 μ. Ἀπαρτίζεται ἀπὸ δύο συνανήκοντα brown). τεμάχια. Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη. Πηλός: πυρήνας καθαρὸς μὲ λίγα λευκὰ πε- A3 (εἰκ. 7) («Κυκλικὸ κτίσμα [πύργος;] Β.-ΒΔ. τοῦ τραδάκια μήκ. 0.001 μ., πορώδης, γκρίζος (5 θεάτρου, κυκλικὸ κτίσμα, 1.8-5.8.94», ἀρ. 2). YR 5/1 gray). Ἐπιφάνεια (ἐσωτερικὰ καὶ ἐξω- Ἄνω τμῆμα φιάλης μὲ χεῖλος ποὺ ἀπολήγει σὲ τερικὰ) πορτοκαλόχρωμη (5 YR 6/6 reddish Εἰκ. 7. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Ἡμικυκλικὸ κτίσμα – πύργος. ΠΕ ΙΙ κεραμική. Ὑποκατηγορία α2β (Α3: φιάλη μὲ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση). Ὑποκατηγορία β2α: (Α4-Α5: βαθειὲς φιάλες μὲ δα- κτυλιόσχημη βάση). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 101 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 101 yellow). Ἐπίχρισμα (ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ) Ἴχνη καύσης ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. λευκωπὸ ἕως ροδόχρωμο (5 YR 8/2 pinkish Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη. white). Α5 (εἰκ. 7) («Κυκλικὸ κτίσμα [πύργος;] Β.-ΒΔ. τοῦ Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ὕστερη. θεάτρου κυκλικὸ κτίσμα, 1.8-5.8.94», ἀρ. 5). Α4 (εἰκ. 7) («Κυκλικὸ κτίσμα [πύργος;] Β.-ΒΔ. τοῦ Θραῦσμα δακτυλιόσχημης βάσης βαθειᾶς φιά- θεάτρου κυκλικὸ κτίσμα, 1.8-5.8.94», ἀρ. 4). λης ἢ δοχείου. Ὕψ. 0.018 μ., διάμ. βάσ. ὑπολ. Θραῦσμα δακτυλιόσχημης βάσης βαθειᾶς φιά- 0.080 μ., πάχ. τοιχωμάτων 0.006 μ. (κάτω τμῆ- λης ἢ δοχείου. Ὕψ. 0.021 μ., διάμ. βάσ. ὑπολ. μα). 0.080 μ., πάχ. τοιχωμάτων 0.006 μ. (κάτω τμῆ- Πηλός: πυρήνας καθαρός, πορώδης, ἐρυθρωπός μα). (2.5 YR 7/6 light red). Ἐπιφάνεια τὸ ἴδιο. Ἐπί- Πηλός: πυρήνας καθαρός, πορώδης, ἐρυθρωπός χρισμα ροδόφαιο (7.5 YR 7/2 pinkish gray). (2.5 YR 5/4 weak red). Ἐπιφάνεια τὸ ἴδιο. Ἐπί- Ἴχνη καύσης ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. χρισμα ροδόφαιο (7.5 YR 7/2 pinkish gray). Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη. Χωρικὴ συνάφεια Β Στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος ὑπάρχουν πέντε ἀποσπασματικὰ σωζόμενα ἀγγεῖα, τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἐπίσης στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη – ΠΕ ΙΙ ὕστερη22 καὶ φέ- ρουν ὅλα τὴν ἔνδειξη «Φρούριο, δωμάτιο 112 - 10.11.1997». Σύμφωνα μὲ τὶς ἐνδείξεις στὰ ὄστρακα Β1-B5, τὸ παραπάνω ἀποσπασματικὰ σωζόμενο κεραμικὸ σύνολο ἐντοπίστηκε στὶς 10.11.1997. Σύμφωνα μὲ εὐγενικὴ πληροφορία τοῦ ἀρχιεργάτη τῆς τότε ἀνασκαφῆς κ. Γεωργίου Καραμαλῆ, τὸ σύνολο βρέθηκε κατὰ τὴ διάρ- κεια ἀνασκαφῆς τῆς ἐπίπεδης κορυφῆς τοῦ λόφου τοῦ φρουρίου σὲ διερευνητικὴ τομὴ διαστ. 1.10×1.00 μ. ποὺ ἀνοίχτηκε στὴ ΒΔ. γωνία τοῦ μεταγενέστερου δωματίου 11223, ἕως βάθος 0.40 μ. κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ δωματίου αὐτοῦ. Ἡ θέση εὕρεσης τοῦ συνόλου (εἰκ. 4, Β) βρίσκεται συνεπῶς σὲ ἀπόσταση 20 μ. περίπου βορείως τοῦ ἡμικυκλικοῦ πύρ- γου τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης (εἰκ. 4, Β) καὶ σὲ ὑψηλότερο ἐπίπεδο ἀπὸ αὐτόν. Κατὰ προφορικὴ πληροφορία τοῦ κ. Γεωργίου Καραμαλῆ, στὴν τομὴ δὲν ἐντοπίστηκαν οὔτε ἀρχιτεκτονικὰ κατάλοιπα, οὔτε ἴχνη πηλοκατασκευῶν, ὅπως ἑστίας ἢ ἐξειδικευμένων ἀποθηκευτικῶν χώρων. Τὸ κεραμικὸ αὐτὸ σύνολο δὲν μπορεῖ, ἑπομένως, οὔτε νὰ συνδεθεῖ μὲ κάποιο οἰκοδομικὸ σύνολο, οὔτε νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι βρέθηκε πάνω σὲ δάπεδο ἢ σὲ φυσικὸ ἔδαφος. Κατὰ συνέπεια, τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ πέντε ἀγγεῖα (Β1-Β5) βρέθηκαν (α) μαζί, (β) ὄχι πάνω σὲ δάπεδο, (γ) παρουσιάζουν ἔντονα σημάδια καύσης (βλ. παρα- κάτω) καί (δ) χρονολογοῦνται στὴν ἴδια περίπου περίοδο ὑποδηλώνει ὅτι ἀποτελοῦν τμῆ- μα «στρώματος καταστροφῆς» ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ ἰσχυρὴ φωτιά. Ἐφόσον ἀπὸ τὴ στιγ- μὴ τῆς ἐναπόθεσής του στὸν χῶρο (ΠΕ ΙΙ ὕστερη) τὸ κεραμικὸ αὐτὸ σύνολο δὲν φαίνεται νὰ διαταράχτηκε ἀπὸ μεταγενέστερες ἐπιχώσεις, θεωρεῖται ἐδῶ ὡς κλειστὸ σύνολο εὑρη- μάτων, ἀσχέτως τοῦ χαρακτήρα καὶ τῆς λειτουργίας του. Ἀσχέτως δηλαδὴ τοῦ ἂν πρό- 22. Βλ. παρακάτω τὰ ὄστρακα ἀρ. Β1-Β5, εἰκ. 8-9 1997, εἰκ. 1. Πρβ. καὶ ἐδῶ εἰκ. 4, Β. Γιὰ μεταγενέστερα καὶ ἀνάλυσή τους στὴν ἑνότητα IV.1. μικροευρήματα ἀπὸ τὸν χῶρο 112 βλ. τώρα Πετράκος 23. Γιὰ τὴ θέση τοῦ δωματίου 112 βλ. Πετράκος 2020α, 318-319. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 102 102 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 κειται γιὰ ἀπορριμματικοῦ ἢ ἀποθηκευτικοῦ χαρακτήρα συγκέντρωση ποὺ σφραγίστηκε ἀπὸ τὴ φωτιὰ κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς φυσικῆς ἢ ἀνθρωπογενοῦς καταστροφῆς τοῦ ΠΕ ΙΙ οἰκισμοῦ ἢ πρόκειται γιὰ κατάλοιπο σκόπιμης τελετουργικῆς ἐναπόθεσης στὸ σημεῖο αὐτό, συνοδευόμενης ἀπὸ πυρά. Τὰ ἀποσπασματικὰ σωζόμενα ἀγγεῖα, τὰ ὁποῖα βρέθηκαν στὴν τομὴ ἐντὸς τοῦ δωμα- τίου 112 εἶναι τὰ ἑξῆς: Β1 (εἰκ. 8) («Φρούριο, δωμάτιο 112 - 10.11.1997», ὁριζόντια λαβή. Ὕψ. μέγ. σωζ. 0.172 μ., μῆκ. μέγ. ἀρ. 1). σωζ. (μὲ προχοὴ) 0.221 μ., μέγ. σωζ. διάμ. φιά- Σχεδὸν ἀκέραια σωζόμενη (πλὴν τοῦ ποδιοῦ) λης 0.151 μ., πάχ. τοιχωμάτων ἀπὸ 0.0035 (στὴν βαθειὰ φιάλη μὲ ραμφόστομη προχοή, λεγόμενη ἄνω περιοχὴ τοῦ ἀγγείου λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ σαλτσιέρα («sauce-boat») ἢ κύμβη. Συγκολλή- τὸ χεῖλος) ἕως 0.0075 μ. (κατώτερο σωζόμενο θηκε ἀπὸ πολυάριθμα ὄστρακα. Σώζεται τὸ τμῆμα). Ἡ λαβὴ εἶναι στρογγυλῆς διατομῆς στὸ ἄνω τμῆμα τοῦ σώματος μὲ τὴν προχοὴ καὶ τὴν ἄνω της τμῆμα, ἐνῶ στὴν περιοχὴ τῆς ἕνωσής Εἰκ. 8. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Τομὴ στὴ ΒΔ. γωνία τοῦ δωματίου 112. ΠΕ ΙΙ κεραμική. Ὑποκατη- γορία γ1α (Β1: σαλτσιέρα). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 103 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 103 της μὲ τὸ τοίχωμα τοῦ ἀγγείου γίνεται τριγωνι- Πηλός: πυρήνας σχετικὰ καθαρός, πορώδης, μὲ κή. Ἡ λαβὴ ὑπερέχει τοῦ χείλους κατὰ 0.017 μ. ἐλάχιστη ποσότητα ἀσημένιας μίκας, πορτο- Τὸ χεῖλος τῆς φιάλης στρέφεται πρὸς τὰ μέσα καλόχρωμος (5 YR 5/6 yellowish red). Ἐπιφά- καὶ εἶναι στρογγυλεμένο. Τὸ χεῖλος τῆς σχετι- νεια ἐρυθρωπή (2.5 YR 6/4 weak red). Ἐπίχρι- κὰ βραχείας προχοῆς ἀπολήγει σὲ δύο μικρές, σμα ροδόχρωμο (7.5 YR 8/4 pink). Μαυρι- ἀσύμμετρα τοποθετημένες, προεξοχὲς ὑπὸ τὴ σμένο ἀπὸ τὴ φωτιὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ μορφὴ ὠτίων. Λείπει τὸ κάτω μέρος τοῦ σώμα- στὴν περιοχὴ τοῦ ὤμου καὶ τῆς κοιλιᾶς. τος μὲ τήν (ἀρχικὰ) δακτυλιόχημη βάση. Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Πηλός: πυρήνας καθαρός, χωρὶς προσμείξεις, Β4 (εἰκ. 9) («Φρούριο, δωμάτιο 112 - 10.11.1997», ἀνοικτόφαιος. Ἐπιφάνεια τὸ ἴδιο. Ὁλόκληρη ἀρ. 4). ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια καλύ- Ἄνω τμῆμα δοχείου μὲ ἔσω νεῦον χεῖλος τῆς πτεται μὲ βαφή (ἐπίχρισμα) σκουρόφαιου χρώ- κατηγορίας «scored ware» (“Besenstrichkera- ματος, ἡ ὁποία ἔχει στιλβωθεῖ δίνοντας τὴν mik”). Ὕψ. μέγ. σωζ. 0.095 μ., διάμ. χείλ. περ. ἐντύπωση θαμπῆς στιλπνότητας. Στὸ κάτω τμῆ- 0.300 μ., μέγ. σωζ. διάμ. περ. 0.400 μ., πάχ. τοι- μα τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας διακρίνονται κη- χωμάτων 0.006-0.010 μ. (περιοχὴ ὤμου). Συγ- λίδες ἐρυθροκάστανου ἕως καστανομέλανου χρώματος. κολλημένο ἀπὸ ὀκτὼ θραύσματα. Στὴν ἐξωτε- Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη – ΠΕ ΙΙ ὕστερη. ρική του ἐπιφάνεια, κάτω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Β2 (εἰκ. 9) («Φρούριο, δωμάτιο 112 - 10.11.1997», χείλους, σώζει ζεῦγος δισκοειδῶν ἀποφύσεων. ἀρ. 2). Πηλός: πυρήνας πορώδης μὲ ἐλάχιστη παρου- Τμῆμα δακτυλιόσχημης βάσης καὶ ἔσω νεύον- σία ἀπὸ μικρότατα γκρίζα πετραδάκια (μήκ. τος χείλους βαθειᾶς φιάλης ποὺ ἀρχικὰ ἴσως ἕως 0.002 μ.), κατὰ τὰ ἄλλα καθαρὸς ἀπὸ ἔφερε προχοή (σαλτσιέρα). Ἄλλα ἑπτὰ ὄστρα- ἐγκλείσματα, πορτοκαλόχρωμος (5 YR 6/4 light κα τοιχωμάτων φαίνεται ὅτι προέρχονται ἀπὸ reddish brown). Ἐπιφάνεια τοῦ ἰδίου χρώμα- τὸ ἴδιο ἀγγεῖο. Διάμ. βάσης 0.076 μ. Ὕψ. μέγ. τος μὲ τὸν πυρήνα. Ἐμφανίζει παράλληλες ὁρι- σωζ. ἄνω τμήματος 0.043 μ., ὕψ. μέγ. σωζ. κάτω ζόντιες καὶ λοξὲς αὐλακώσεις τόσο στὴν ἐσω- τμήματος 0.037 μ., συνολικὸ ὕψ. (ὑπολογ. πλὴν τερικὴ ὅσο καὶ στὴν ἐξωτερική του ἐπιφάνεια προχοῆς) περ. 0.160 μ., πάχ. τοιχωμάτων ἄνω (ποὺ ἔχουν προκληθεῖ ἀπὸ σκουπάκι, χόρτα ἢ τμήματος 0.005 μ. κάποιο ἐργαλεῖο), ἐκτὸς ἀπὸ τὴ ζώνη τοῦ χεί- Πηλός: πυρήνας καθαρός, χωρὶς προσμείξεις, λους. Οἱ αὐλακώσεις τῆς ἐσωτερικῆς πλευρᾶς πορτοκαλόχρωμος. Ἐπιφάνεια τὸ ἴδιο. Ὁλόκλη- εἶναι περισσότερο βαθειές. Ἐπίχρισμα ἀνοι- ρη ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια κα- κτοκάστανο (7.5 YR 6/4 light brown) ἕως ἐρυ- λύπτεται μὲ βαφή (ἐπίχρισμα) φαιοῦ χρώμα- θροκάστανο (5 YR 5/3 reddish brown). Μαυ- τος. Ἔντονα ἴχνη καύσης στὸ μισὸ περίπου τῆς ρισμένο ἀπὸ τὴ φωτιά, ἰδιαίτερα στὸ ἄνω του ἐπιφάνειας τῶν ὀστράκων, τόσο ἐσωτερικὰ μισὸ τόσο ἐξωτερικὰ ὅσο καὶ ἐσωτερικά. ὅσο καὶ ἐξωτερικά. Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη – ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη – ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Β5 (εἰκ. 9) («Φρούριο, δωμάτιο 112 - 10.11.1997», Β3 (εἰκ. 9) («Φρούριο, δωμάτιο 112 - 10.11.1997», ἀρ. 5). ἀρ. 3). Θραῦσμα λαιμοῦ ἀμφορέα. Ὕψ. 0.053 μ., πάχ. Ἄνω τμῆμα βαθειᾶς φιάλης μὲ χεῖλος κυρτὸ τοιχωμάτων 0.008-0.013 μ. (στὴν περιοχὴ τῆς πρὸς τὰ μέσα καὶ ὁριζόντια, ἄτρητη ἀπόφυση βάσης τοῦ ὤμου), διάμ. λαιμοῦ (ὑπολογ.) 0.012 («lug») στὸ ὕψος τοῦ ὤμου. Σώζεται τμῆμα τοῦ μ. (ἐλάχ.). ἔσω νεύοντος χείλους, τοῦ σώματος καὶ μία Πυρήνας πορώδης γκρίζος (5 YR 5/1 gray) μὲ ὁριζόντια, ἐπιμήκης καὶ ἄτρητη ἀπόφυση τοῦ ἀρκετὴ ποσότητα ἀσημένιας μίκας. Ἐπιφάνεια ἀγγείου μήκ. 0.072 μ. Λείπει τὸ κάτω μέρος τοῦ τὸ ἴδιο. Ἐπίχρισμα λευκό (7.5 YR 8/1 white) σώματος. Ὕψ. μέγ. σωζ. 0.171 μ., πάχ. τοιχω- ἕως ἀνοικτόφαιο (7.5 YR 7/1 light gray) ἐξω- μάτων 0.008-0.009 μ., διάμ. χείλ. ὑπολογ. 0.300 τερικὰ καὶ ἐσωτερικά. μ. Συγκολλήθηκε ἀπὸ 16 θραύσματα. Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ ὕστερη. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 104 104 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 9. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Τομὴ στὴ ΒΔ. γωνία τοῦ δωματίου 112. ΠΕ ΙΙ κεραμική. Ὑποκατη- γορία α1α (Β2: σαλτσιέρα [;]). Ὑποκατηγορία β2α: (Β3: βαθειὰ φιάλη μὲ χεῖλος κυρτὸ πρὸς τὰ μέσα καὶ ὁριζόντια, ἄτρητη ἀπόφυση). Ὑποκατηγορία α2α: (Β4: βαθὺ ἀνοιχτὸ ἀγγεῖο μὲ ἔσω νεῦον χεῖλος). Ὑποκατηγορία γ2β: (Β5: ἀμφορέας ἢ ὑδρία). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 105 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 105 Χωρικὴ συνάφεια Γ Στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος ὑπάρχει τέλος μία ΠΕ σφραγίδα ἀπὸ πρασι- νωπὸ λίθο (Γ1) ποὺ φέρει τὴν ἔνδειξη «Χῶρος ΣΕ, ΟΜ 873 – 20.5.1999». Ἡ ΠΕ σφραγίδα βρέθηκε ἐντὸς τοῦ χώρου ΣΕ (= 205), στὴν κατωφερῆ, ΝΑ. πλευρὰ τῆς ἀκρόπολης σὲ στρῶμα μὲ ἀναμεμιγμένη κεραμικὴ ποὺ χρονολογεῖται στὴ μέση καὶ τὴν ὕστερη ἑλληνι- στικὴ περίοδο (ὁμάδα 873). Ἡ παρουσία τῆς ΠΕ σφραγίδας στὸν χῶρο αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ τρεῖς τρόπους: (α) νὰ ἀνασύρθηκε ἀπὸ ὑποκείμενη ἐπίχωση τοῦ δωματίου 205 ὅπου ὑπῆρχε ΠΕ στρῶμα, τὸ ὁποῖο μέχρι στιγμῆς δὲν ἔχει ἐντοπιστεῖ, (β) νὰ κατρακύλησε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, ὅπου θὰ σχετιζόταν ἀρχικὰ μὲ ΠΕ κτίσματα, στὸ κατωφερὲς αὐτὸ σημεῖο παρασυρμένη ἀπὸ τὶς βροχές, (γ) νὰ εἶχε βρεθεῖ στὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Ραμνοῦντος καὶ νὰ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ λόγῳ τῆς παλαιότητάς της ὡς κειμήλιο ἢ/καὶ ὡς ἀντικείμενο μὲ μαγικοθρησκευτικὸ περιεχόμενο. Γ1 (εἰκ. 10) («Χῶρος ΣΕ, ΟΜ 873»). φέρει τὸ δημοφιλὲς γραμμικὸ μοτίβο τοῦ σταυ- Σφραγίδα ἀπὸ πρασινωπὸ στιλβωμένο λίθο ροῦ. Τὸ ἕνα τεταρτοκύκλιο εἶναι τελείως φθαρ- (στεατίτη;), σχεδὸν ἀκέραια σωζόμενη. Σχήμα- μένο καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ μοτίβο τοῦ ἐσωτερι- τος κωνοειδοῦς μὲ χαμηλὸ κομβιόσχημο στέλε- κοῦ του εἶναι ἀδιάγνωστο. Στὰ ὑπόλοιπα τρία χος ὡς λαβή. Ἡ λαβὴ εἶναι φθαρμένη στὶς τεταρτοκύκλια διακρίνονται τὰ ἑξῆς θέματα: ἄκρες καὶ φέρει κυκλικὴ διάτρητη ὀπὴ διαμ. (α) καμπυλόγραμμο μοτίβο (θηλειά;) μὲ στιγμὴ 0.002 μ. Ὕψ. 0.009 μ. σφραγίδας, ὕψ. κομβιόσχη- στὸ ἐσωτερικό του, (β) γωνιῶδες μοτίβο, (γ) μης λαβῆς 0.003 μ., διάμ. κομβίου λαβῆς 0.0125 πολὺ φθαρμένο κυματοειδὲς θέμα μὲ στιγμή. μ., διάμ. σφραγιστικοῦ δίσκου 0.024 ἕως 0.026 Χρονολόγηση: ΠΕ ΙΙ. μ. Στὴ σφραγιστική της κυκλικὴ ἐπιφάνεια Εἰκ. 10. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Δω- μάτιο 205. Λίθινη σφραγίδα. Φω- τογραφία (α) καὶ σχέδιο (β) ἄνω, πλάγιας καὶ κάτω (σφραγιστι- κῆς ἐπιφάνειας) πλευρᾶς. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 106 106 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 ΙV. ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΧ IV.1. Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ Ἡ κεραμικὴ ἀποτελεῖ τὸ πολυαριθμότερο κινητὸ εὕρημα τῆς Πρωτοελλαδικῆς περιό- δου στὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος. Δὲν σώθηκαν ὁλόκληρα ἀγγεῖα πλὴν τῆς σχεδὸν ἀκέραια σωζόμενης σαλτσιέρας Β1 (εἰκ. 8). Ὅπως καὶ στὸ γειτονικὸ Παζαράκι24, γραπτὴ κεραμικὴ δὲν ἐντοπίστηκε, οὔτε διαπιστώθηκαν ἴχνη χρήσης κεραμικοῦ τροχοῦ, ὡστόσο σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Παζαράκι, ὅπου ἐπικρατοῦν οἱ μεσαῖες καὶ χονδροειδεῖς κατηγορίες καὶ πολλὰ δείγματα εἶναι χωρὶς ἐπίχρισμα, ἐδῶ κυριαρχεῖ ἡ λεπτότεχνη μονόχρωμη κερα- μική, ἐνῶ οἱ κεραμικὲς κατηγορίες ἐμφανίζουν πάντα ἐπίχρισμα καὶ τουλάχιστον ὀπτικά, μοιάζουν μὲ τὶς γνωστὲς κατηγορίες λεπτότεχνης κεραμικῆς τῆς κεντρικῆς καὶ νότιας ἠπει- ρωτικῆς Ἑλλάδας, καθὼς καὶ τῶν Κυκλάδων. Στὴν ἀνάλυση καὶ ταξινόμηση τῆς κεραμικῆς ποὺ ἀκολουθεῖ τὰ 10 ἀποσπασματικὰ σωζόμενα ἀγγεῖα τῆς Πρώιμης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ ἀπὸ τὸν Ραμνούντα κατανέμονται, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῶν ἀντίστοιχων θραυσμάτων ἀπὸ τὸ Παζαράκι25, μὲ κριτήρια τὸ χρῶμα τῆς ἐξωτερικῆς τους ἐπιφάνειας σὲ 3 oμάδες (α-γ), οἱ ὁποῖες καὶ ἐδῶ ὀνομάζον- ται εὐρύτερες κατηγορίες (π.χ. α, ἡ ὁποία ἐμφανίζει ἐπιφάνεια πορτοκαλὶ χρώματος). Ἀνα- λόγως τῆς διαμόρφωσης τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας οἱ εὐρύτερες κατηγορίες χωρίζονται σὲ κατηγορίες μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα (π.χ. α1) ἢ χωρὶς στιλβωμένο ἐπίχρισμα (π.χ. α2) καὶ τέλος, ἀναλόγως τοῦ χρώματος τοῦ ἐπιχρίσματος σὲ ὑποκατηγορίες (π.χ. α1α, φαιοῦ χρώματος τύπου Urfirnis). Ἡ εἰκ. 5 ἀποτυπώνει ὑπὸ μορφὴ δενδρικῆς ἀναπαράστασης τὶς κατηγορίες ΠΕ κεραμικῆς τοῦ Ραμνοῦντος ποὺ προκύπτουν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Εὐρύτερη κατηγορία α. Πορτοκαλόχρωμη κεραμική (Α3, Β2, Β4) Κύριο στοιχεῖο τῆς εὐρύτερης κατηγορίας α εἶναι ἡ παρουσία μιᾶς πορτοκαλόχρωμης ἐπιφάνειας τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικὸ τῶν θραυσμάτων, ἡ ὁποία φέρει ἐπίχρισμα. Ἀνάλογα μὲ τὴν παρουσία ἢ ὄχι στίλβωσης πάνω στὸ ἐπίχρισμα, ποὺ στόχευε στὸ νὰ ἀποκτήσει τὸ ἀγγεῖο στιλπνότητα, διακρίνεται σὲ δύο κατηγορίες: (α1) Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα (τύπου Urfirnis)· (α2) Μὲ μὴ στιλβωμένο ἐπίχρισμα. Κατηγορία α1. Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα (Β2) Κύριο χαρακτηριστικὸ τῆς κατηγορίας α1 εἶναι τὸ στιλπνὸ ἐπίχρισμα πάνω στὴν πορ- τοκαλόχρωμη ἐπιφάνεια, τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικὸ τῶν θραυσμάτων. Τὸ μοναδικὸ δεῖγμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία φέρει στιλβωμένο ἐπίχρισμα φ α ι ο ῦ χρώματος (ὑποκατηγορία α1α). 24. Καλογερόπουλος 2019, 136. 25. Αὐτόθι 135-6. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 107 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 107 Ὑποκατηγορία α1α. Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα φαιὸ τύπου Urfirnis (Β2) Τὸ Β2 φέρει τόσο στὴν ἐξωτερικὴ ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερική του ἐπιφάνεια ὁμοιόμορφα περασμένο ἐπίχρισμα φ α ι ο ῦ χρώματος, τὸ ὁποῖο ἔχει στιλβωθεῖ τόσο καλά (ἰδιαίτερα στὴν ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν ὀστράκων διακρίνονται δέσμες ἀπὸ ὁριζόντιες, παράλλη- λες γραμμώσεις ποὺ φανερώνουν τὴν προσπάθεια λείανσής του ἀπὸ τὸν ἀγγειοπλάστη) ὥστε νὰ δίνει τὴν ἐντύπωση τῆς χαρακτηριστικῆς, γιὰ τὴν κατηγορία τῶν Urfirnis, μεταλ- λικῆς στιπλνότητας26. Ἡ ἐπιφάνεια τῆς κεραμικῆς ὕλης τῆς ὑποκατηγορίας α1α εἶναι πορ- τοκαλόχρωμη (ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικά), ἐνῶ ὁ λεπτόκοκκος καὶ καθαρὸς ἀπὸ προσμεί- ξεις πυρήνας της εἶναι ἐπίσης πορτοκαλόχρωμος. Τὰ ὀκτὼ σωζόμενα ὄστρακα τῆς ὑπο- κατηγορίας α1α προέρχονται ἀπὸ τὸ ἴδιο βαθὺ ἀνοικτὸ ἀγγεῖο (Β2). Β α θ ε ι ὰ φ ι ά λη μ ὲ δ α κ τ υ λ ι ό σ χ η μη β ά σ η ἴσως σ α λτ σ ι έ ρ α (Β2) Τὰ 8 σωζόμενα συνανήκοντα ὄστρακα (7 τοιχωμάτων ἄνω τμήματος καὶ ἕνα βάσης) τοῦ Β2 προέρχονται πιθανῶς ἀπὸ σαλτσιέρα. Σώζεται τμῆμα τοῦ ἄνω μέρους τοῦ ἀγγείου (ἔσω νεῦον στρογγυλεμένο χεῖλος καὶ κυρτὸς ὦμος) καὶ τῆς δακτυλιόσχημης βάσης. Τὰ καλύτερα παράλληλα ὡς πρὸς τὸ πάχος καὶ τὴν κλίση τῶν ὀστράκων τοῦ σωζόμενου ἄνω τμήματος ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴ διαμόρφωση τῆς δακτυλιόσχημης βάσης προέρχονται ἀπὸ σαλτσιέρες ποὺ ἔχουν ἐπίσης ἐπιχριστεῖ μὲ τὴν τεχνικὴ τοῦ Urfirnis27 καὶ ἔχουν βρεθεῖ σὲ σύνολα τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης καὶ τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης κυρίως στὶς Κυκλάδες ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνατολικὴ ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. Συγκεκριμένα ἀπαντοῦν σὲ στρώματα τῆς περίοδου ΙΙ καὶ ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Κέας28 (ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ ΠΕ ΙΙ ὕστερη), τῆς φάσης ΙΙ στὸ Παλαμάρι τῆς Σκύρου29 (ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη), στὸν Πάνορμο τῆς Νάξου30 (χωρὶς συνά- φεια), στὴ φάση Β τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ31 (ΠΕ ΙΙ ὕστερη), καθὼς καὶ στὰ Πευκάκια (φάση Α τῶν ΠΕ στρωμάτων τῆς περιοχῆς H-I V)32. Ἡ χρονολόγηση τοῦ Β2 στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγ- μένη ἢ ΠΕ ΙΙ ὕστερη εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀρκετὰ πιθανή. Κατηγορία α2. Μὲ μὴ στιλβωμένο ἐπίχρισμα Ἀνάλογα μὲ τὸ χρῶμα τοῦ μὴ στιλβωμένου αὐτοῦ ἐπιχρίσματος ἡ κατηγορία α2 μπορεῖ νὰ διακριθεῖ σὲ δύο ὑποκατηγορίες: 26. Kunze 1934, 16-17· Weißhaar 1981, 222. Σὲ με- 29. Παρλαμᾶ 1984, 92 σχ. 11 πίν. 32, πάνω. ταγενέστερο ἄρθρο του ἡ κεραμικὴ τύπου Urfirnis 30. Karantzali 1996, 26 εἰκ. 15, κάτω ἀριστερά χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν ἴδιο μελετητὴ ἁπλῶς ὡς «Fein- (MAp 52) (πολὺ καλὸ παράλληλο γιὰ τὴ δακτυλιό- keramik mit Firnis» (Weißhaar 1983, 330-331). σχημη βάση τοῦ Β2). 27. Στὴν περίοδο ΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Κέας 31. Mylonas 1959, εἰκ. 52, κάτω σειρά, μέση (S-12). γιὰ παράδειγμα ἡ σαλτσιέρα εἶναι σχεδὸν τὸ μόνο 32. Christmann 1996, πίν. 114 ἀρ. 11. Ἡ φάση Α σχῆμα ποὺ ἔχει ἐπιχριστεῖ μὲ τὴν τεχνικὴ Urfirnis τῶν ΠΕ στρωμάτων τῆς περιοχῆς H-I V ἐναρμονίζεται (Wilson 1999, 72), ἐνῶ στὴν περίοδο ΙΙΙ τῆς ἴδιας θέ- μὲ τὶς φάσεις 2-3 τῆς θέσης αὐτῆς (αὐτόθι 181), οἱ σης εἶναι πλέον τὸ μοναδικό (αὐτόθι 134). ὁποῖες ἀντιστοιχοῦν στὴν ἐξελιγμένη ΠΕ ΙΙ (Wilson 28. Wilson 1999, 72-73 ἀρ. 612-650, 134 πίν. 19-20, 2013, 424). 66-67. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 108 108 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 (α2α) Μὲ ἀνοικτοκάστανο ἕως ἐρυθροκάστανο ἐπίχρισμα· (α2β) Μὲ λευκωπὸ ἕως ροδόχρωμο ἐπίχρισμα. Ὑποκατηγορία α2α. Μὲ ἀνοικτοκάστανο ἕως ἐρυθροκάστανο ἐπίχρισμα (B4) Τόσο ἡ ἐπιφάνεια τῆς κεραμικῆς ὕλης τῆς ὑποκατηγορίας α2α ὅσο καὶ ὁ πυρήνας εἶναι πορτοκαλόχρωμος. Ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν τοιχωμάτων καλύπτεται ἀπὸ ἐπίχρισμα, τὸ χρῶμα τοῦ ὁποίου κυμαίνεται ἀπὸ ἀνοικτοκάστανο ἕως καστανό. Ἡ ὑποκατηγορία αὐτὴ πρέπει νὰ σχετίζεται μὲ τὶς ὑποκατηγορίες Α1β καὶ Α1γ στὸ Παζα- ράκι33, ἐνῶ τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο στὴν ἐσωτερικὴ ὅσο καὶ στὴν ἐξωτερική της ἐπιφάνεια φέρει πυκνὰ διατεταγμένες, παράλληλες, ρηχὲς αὐλακώσεις (κυρίως ὁριζόντιες καὶ ἐλα- φρὰ λοξὲς) τὴν κατατάσσει στὴν κατηγορία κεραμικῆς τοῦ τύπου “Scored Ware” ἤ “Besen- strichkeramik”34. Μὲ βάση τὴ μακροσκοπικὴ παρατήρηση, ἡ κεραμικὴ ὕλη περιλαμβάνει ἐλάχιστα γκρίζα πετραδάκια μήκους ἕως καὶ 0.002 μ. Κατὰ τὰ ἄλλα ὁ πηλὸς εἶναι καθα- ρὸς ἀπὸ ἐγκλείσματα. Ἡ ὑποκατηγορία α2α περιλαμβάνει τὸ σχῆμα τοῦ βαθέος ἀνοικτοῦ ἀγγείου (δοχείου) μὲ ἔσω νεύοντα χείλη (Β4). Β α θ ὺ ἀ ν ο ι κ τ ὸ ἀ γ γ ε ῖ ο (δ ο χ ε ῖ ο) μ ὲ ἔ σ ω ν ε ῦ ο ν χ ε ῖ λ ο ς (Β4) Παρόμοιο ἀγγεῖο ὡς πρὸς τὸ σχῆμα τοῦ Β4 ἀπαντᾶ στὴν ὁμάδα C τῆς περιοχῆς H-IV στὰ Πευκάκια35, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ μὲ τὶς φάσεις 2-6 τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ τῆς ἴδιας θέσης (κυρίως ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη). Ἕνα πολὺ καλὸ παράλληλο γιὰ τὸ σχῆμα σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ζεῦγος τῶν πλαστικῶν δισκοειδῶν ἐπιθεμάτων στὴν περιοχὴ τοῦ ὤμου ἀπαντᾶ στὴ φάση 7 τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ τῶν Πευκακίων36 (ΠΕ ΙΙ ὕστερη). Ἡ εὐρύτατη παρουσία τῆς τεχνικῆς «τῆς διὰ πρωτογόνου κτενὸς ἐξομαλύνσεως τῆς ἐπιφανείας τῶν ἀγγείων, συνε- πείᾳ τῆς ὁποίας αὕτη παρουσιάζεται πλήρης διασύρσεων ἢ γραμμώσεων» στὴν ΠΕ κερα- μικὴ τῆς ἀνατολικῆς Ἀττικῆς εἶχε θεωρηθεῖ ἤδη τὸ 1953 ἀπὸ τὸν Δημήτριο Ρ. Θεοχάρη κατὰ τὴ δημοσίευση ἐπιλεγμένης ΠΕ κεραμικῆς ἀπὸ τὴν ὀχυρὴ ΠΕ θέση «Πύργος Βραώ- νας» ὡς «γνώρισμα ἰδιαιτέρως ἀξιοσημείωτον»37. Ἕνα χρόνο νωρίτερα (1952) ὁ ἴδιος ἐρευνητὴς εἶχε ἀναφέρει τὴν ὕπαρξη πλήθους θραυσμάτων πίθων καὶ πιθοειδῶν ἀπὸ τὴν οἰκία Α στὴ Ραφήνα (ΠΕΙ ΙΙ ὕστερη), διακοσμημένων μὲ τὴν τεχνικὴ τῶν παράλληλων αὐλακώσεων38. Σήμερα ἡ τεχνικὴ τῆς ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιφάνειας μὲ πυκνὲς αὐλακώσεις (“Scored Ware” ἤ “Besenstrichkeramik”) θεωρεῖται τυπικὴ γιὰ τὴν ΠΕ τῆς ἀνατολικῆς ἠπει- ρωτικῆς Ἑλλάδας, ἀφοῦ ἔχει ἀποκαλυφθεῖ στὴν Τίρυνθα τῆς Ἀργολίδας39, στὴ Μάνικα, τὸ Λευκαντὶ καὶ τὴν Ἀμάρυνθο τῆς Εὔβοιας40, στὴ Θήβα, τὴν Εὔτρηση καὶ τὸν Ὀρχομενὸ 33. Καλογερόπουλος 2019, 145-152 εἰκ. 6 ἀρ. 9-11, 36. Αὐτόθι πίν. 69 ἀρ. 7 (φάση 7). εἰκ. 7 (ὑποκατηγορία Α1β), 152-155 εἰκ. 8 ἀρ. 19-21 37. Θεοχάρης 1953, 145-146 πίν. 11 εἰκ. 3, γ, ε, ζ. (ὑποκατηγορία Α1γ). 38. Θεοχάρης 1952, 147 (“Scored Ware”). 34. Berger 2010, 32 μὲ σημ. 31-33. 39. Σωτηρακοπούλου 1999, 81 μὲ σημ. 154 (βιβλ.). 35. Christmann 1996, πίν. 125 ἀρ. 4 (ΠΕ στρώμα- 40. Αὐτόθι 81 μὲ σημ. 149 (Λευκαντί), 150 (Μάνι- τα, φάση C). κα)· Krapf 2011, 146 (Ἀμάρυνθος). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 109 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 109 τῆς Βοιωτίας41, στὰ Πευκάκια τοῦ Βόλου42 καὶ στὴ Μακεδονία43. Ἡ τεχνικὴ ἀπαντᾶ καὶ στὸ Ἀκρωτήρι τῆς Θήρας, σὲ νησιὰ τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου, καθὼς καὶ στὴν Τροία44. Δυτικὰ τῆς Τίρυνθας φαίνεται μέχρι στιγμῆς νὰ ἀτονεῖ. Ἂν καὶ σὲ γενικὲς γραμμὲς δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ ἀκριβέστερα οὔτε χρονικὰ οὔτε τοπικά, φαίνεται ὅτι στὰ Πευκάκια οἱ βαθειὲς αὐλακώσεις τοῦ τύπου τοῦ Β4 ἀποτελοῦν, σύμφωνα μὲ τὸν Elmar Christmann45, χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν ἀγγείων αὐτῆς τῆς κατηγορίας τῶν φάσεων 6 καὶ 7 τοῦ ΠΕ θεσσαλικοῦ οἰκισμοῦ. Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἔνδειξη γιὰ τὴ χρονολόγηση τῆς τεχνικῆς αὐτῆς στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη ἢ τὸ ἀργότερο γιὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξε- λιγμένη. Μὲ βάση τὰ παραπάνω θὰ μποροῦσε τὸ Β4 νὰ χρονολογηθεῖ στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγ- μένη ἢ ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Ὑποκατηγορία α2β. Μὲ λευκωπὸ ἕως ροδόχρωμο ἐπίχρισμα (A3) Ἡ ἐπιφάνεια τῆς κεραμικῆς ὕλης τῆς ὑποκατηγορίας α2β εἶναι πορτοκαλόχρωμη (ἐξω- τερικὰ καὶ ἐσωτερικά), ἐνῶ ὁ πυρήνας της διαφοροποιεῖται χρωματικὰ ἀπὸ αὐτήν (εἶναι γκρίζος), πράγμα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὀφείλεται σὲ ἀνομοιογενεῖς συνθῆκες ὄπτησης. Ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν τοιχωμάτων καλύπτεται ἀπὸ ἐπίχρισμα τὸ χρῶμα τοῦ ὁποίου εἶναι λευκωπὸ ὣς ροδόχρωμο, ἐνῶ ἡ πηλόμαζα τοῦ μοναδικοῦ δείγ- ματος τῆς κατηγορίας περιλαμβάνει λίγα μικρὰ λευκὰ πετραδάκια μήκους 0.001 μ. Θυμίζει τὴν ὑποκατηγορία Α1α ἀπὸ τὸ Παζαράκι46. Τὰ δύο συνανήκοντα ὄστρακα τῆς ὑποκα- τηγορίας α2β προέρχονται ἀπὸ φιάλη μὲ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση (A3). Φ ι ά λη μ ὲ ὁ ρ ι ζ ό ν τ ι α ἄτ ρ η τ η ἀ π ό φ υ σ η (A3) Τὰ δύο συνανήκοντα ὄστρακα τοῦ Α3, τὰ ὁποῖα φέρουν λευκωπὸ ἕως ροδόχρωμο ἐπί- χρισμα καὶ ἀνήκουν σὲ ἄνω τμῆμα φιάλης μὲ διάμετρο χείλους περ. 20 ἑκ., τῆς ὁποίας τὸ χεῖλος κλίνει πρὸς τὰ μέσα καὶ ἀπολήγει σὲ ἀκμή, προέρχονται ἀπὸ τὸ πολὺ ἀγαπητὸ στὴ βόρεια καὶ κεντρικὴ Ἑλλάδα σχῆμα τῆς «φιάλης μὲ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση»47, ἐνῶ στὴ Θήβα φαίνεται νὰ κυριαρχεῖ μεταξὺ τῶν σχημάτων τῆς ὁμάδας Β48. Ἀπὸ τὴν Ἀττικὴ καὶ τὸν εὐρύτερο χῶρο της παρόμοια ἀγγεῖα ἔχουν προέλθει ἀπὸ συνάφειες τῆς φάσης Β τοῦ πρωτοελλαδικοῦ οἰκισμοῦ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ49, καθὼς καὶ τῆς ὀχυρωμένης πόλης ΙΙΙ 41. Σωτηρακοπούλου 1999, 81 μὲ σημ. 151 (Εὔτρη- (ὑποκατηγορία Α1α). ση), 152 (Ὀρχομενός), 153 (Θήβα). 47. Maran 1998, 81 («Schalen mit Griffleisten»), π.χ. 42. Christmann 1996, 132-133 εἰκ. 24 (πλῆθος δειγ- Πευκάκια, φάση 7 (Christmann 1996, πίν. 65 ἀρ. 29). μάτων ἀπὸ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ΠΕ περιόδου). 48. Κόνσολα 1981, 121 εἰκ. 3α· Δημακοπούλου-Πα- 43. Σωτηρακοπούλου 1999, 81 μὲ σημ. 158. παντωνίου 1976, 124· Maran 1998, 57 σημ. 605· Ψαρά- 44. Αὐτόθι 82-83 παρ. πίν. 13 (Ἀκρωτήρι Θήρας), κη 2014, 100 εἰκ. 2, ἀρ. 3-4. 81 μὲ σημ. 155 (Σκύρος), 156 (Ἡραῖο Σάμου), 157 49. Mylonas 1959, 46 ἀρ. 77 εἰκ. 134 (παρομοίων (Τροία Ι, μέση καὶ ὕστερη φάση). διαστάσεων μὲ τὸ δικό μας, μὲ τρεῖς ὁριζόντιες ἄτρη- 45. Christmann 1996, 132, Mittelfeine Besenstrich- τες ἀποφύσεις μήκ. 0.075 μ. ἡ κάθε μία καὶ ἐπίπεδη keramik (MK 12). βάση), 47 ἀρ. 60 εἰκ. 134. Πρβ. καὶ αὐτόθι σχ. 53-55 46. Καλογερόπουλος 2019, 138-144 εἰκ. 5, 6 ἀρ. 7-8 (ἀρ. S-4). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 110 110 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 τῆς Κολώνας στὴν Αἴγινα, μὲ τὴν ὁποία σχετιζόταν ἡ λεγόμενη «Λευκὴ Οἰκία»50. Στὸν Ἅγιο Κοσμᾶ οἱ φιάλες φέρουν ἐπίπεδη βάση, στὴν Κολώνα δακτυλιόσχημη. Καὶ οἱ δύο ὁρίζοντες παραλληλίζονται ἀπὸ τὴ νεότερη ἔρευνα μὲ τὴν πόλη Λέρνα ΙΙΙ D, τὴν περίοδο τῆς «Οἰκίας τῶν Κεράμων», εἶναι δηλαδὴ σύγχρονοι μὲ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη51. Εὐρύτερη κατηγορία β. Ἐρυθρὴ κεραμική (Α1, Α4, Α5, Β3) Κύριο στοιχεῖο τῆς εὐρύτερης αὐτῆς κατηγορίας εἶναι ἡ παρουσία μίας ἐρυθρῆς ἐπιφά- νειας τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικὸ τῶν θραυσμάτων, ἡ ὁποία φέρει ἐπί- χρισμα. Ἀνάλογα μὲ τὴν παρουσία ἢ ὄχι στίλβωσης στὸ ἐπίχρισμα διακρίνεται σὲ δύο κατηγορίες: (β1) Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα· (β2) Μὲ μὴ στιλβωμένο ἐπίχρισμα. Κατηγορία β1. Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα (Α1) Κύριο στοιχεῖο αὐτῆς τῆς κατηγορίας εἶναι ἡ παρουσία ἐρυθρῆς ἐπιφάνειας τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικὸ μὲ στιλπνὸ ἐπίχρισμα σκουρόφαιου ἕως μελανοῦ ἐπι- χρίσματος. Τὸ μοναδικὸ δεῖγμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία φέρει ἐπὶ τοῦ στιλπνοῦ ἐπιχρίσματος ἐνσφράγιστη διακόσμηση, θυμίζοντας ἔτσι τὴν κυκλαδικὴ κεραμικὴ Dark Burnished and Stamped Pottery (ὑποκατηγορία β1α). Ὑποκατηγορία β1α. Μὲ στιλβωμένο σκοτεινόχρωμο ἐπίχρισμα καὶ ἐνσφράγιστη διακό- σμηση τοῦ τύπου τῆς Dark Burnished and Stamped Pottery (Α1) Τὸ μοναδικὸ τεμάχιο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὴν ὑποκατηγορία β1α (τὸ θραῦσμα Α1) ἔχει κατασκευασθεῖ ἀπὸ πορώδη πηλό, τοῦ ὁποίου ἡ κεραμικὴ ὕλη περιλαμβάνει ἐλά- χιστα λευκοκίτρινα πετραδάκια μήκους 0.003 μ. Ὁ πυρήνας τοῦ πηλοῦ εἶναι ἐρυθροκά- στανος καὶ ἡ ἐρυθρή του ἐπιφάνεια ἔχει καλυφθεῖ μὲ σκουρόφαιο ἕως μελανὸ στιλβωμένο ἐπίχρισμα. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν παρουσία ἐνσφράγιστης διακόσμησης θυμίζουν τὴν κυκλαδικὴ κεραμικὴ κατηγορία Dark Burnished Stamped Ware, ἡ ὁποία ἐμ- φανίζεται μὲ διάφορες παραλλαγὲς στὴ Σύρο52, στὴ φάση Α2 τῆς Φυλακωπῆς στὴ Μῆλο καὶ στὴν περίοδο ΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης στὴν Κέα53, καὶ ὡς ἐκ τούτου μπορεῖ νὰ παραλ- ληλιστεῖ μὲ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῆς νεότερης ἔρευνας54, τὸ στιλπνὸ αὐτὸ ἐπίχρισμα δὲν φαίνεται νὰ σχετίζεται μὲ τὴν τεχνικὴ τύπου Urfirnis. 50. Walter, Felten 1981, 98 εἰκ. 85, σ. 156 ἀρ. 148 52. Marthari 2008, 77-78. πίν. 86 («Fundgruppe X», φιάλη μὲ ὁριζόντιες ἄτρητες 53. Wilson 1999, 61-62, 66 πίν. 16, 63, 64· Wilson ἀποφύσεις καὶ δακτυλιόσχημη βάση). 2013, 421 σημ. 163. 51. Maran 1998, 81· Wilson 2013, 416 μὲ σημ. 118. 54. Rambach 2000, 331 σημ. 1489. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 111 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 111 Τ η γ α ν ό σ χ η μ ο σ κ ε ῦ ο ς (Α1) Τὸ θραῦσμα Α1 μὲ τὴ διακόσμηση τῶν ἔντυπων σπειρῶν καὶ τριγωνιδίων, τὸ ὁποῖο καλύπτεται ἀπὸ στιλπνὴ σκουρόφαιη ὣς μελανὴ βαφὴ καὶ λευκωπὸ παχὺ ἐπίχρισμα (εἰκ. 6), εἶναι κατασκευασμένο μὲ τὴν τεχνικὴ τῆς πρωτοκυκλαδικῆς ΙΙ «σκοτεινῆς ἔντριπτης ἐνσφράγιστης ἢ/καὶ ἐγχάρακτης» κεραμικῆς κατηγορίας («Dark Burnished Stamped and/or Incised Ware»55) τοῦ πολιτισμοῦ «Κέρου-Σύρου», σύμφωνα μὲ τὸν κλασικὸ ὁρισμὸ τοῦ Colin Renfrew56, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸ σύμπλεγμα «Ἁπλωμάτων-Χαλανδριανῆς» κατὰ τὸν νεότερο ὁρισμὸ τοῦ Jörg Rambach57 καὶ ἀνήκει σὲ κυκλαδικό «τ η γ α ν ό σ χ η μ ο» σκεῦος. Τὸ ὅτι πρόκειται γιὰ τηγανόσχημο καὶ ὄχι γιὰ πῶμα προκύπτει: (α) ἀπὸ τὶς τυπικὲς γιὰ τὰ τηγανόσχημα διαστάσεις (διάμ. τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας τοῦ δίσκου περ. 0.20 μ., ὕψ. περ. 0.020 μ.58)· (β) ἀπὸ τὴ χαρακτηριστικὴ γιὰ τηγανόσχημα τελείως ἐπίπεδη ἐξωτερικὴ ἐπιφάνεια τοῦ δίσκου, ποὺ δημιουργεῖ ἀμβλεία γωνία πρὸς τὰ ἀκόσμητα πλευρικὰ τοιχώματα, σὲ ἀντί- θεση μὲ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ δίσκου τῶν πωμάτων, ποὺ εἶναι συνήθως κυρτὴ καὶ κάμπτεται μὲ καμπύλη πρὸς τὸ πλευρικὸ τοίχωμα59 καὶ (γ) ἀπὸ τὴν τυπικὴ γιὰ τηγανόσχημα σωζόμενη διακόσμηση (ἔντυπες σπεῖρες καὶ τρι- γωνίδια, ὅλα γεμισμένα μὲ λευκὴ ὕλη, ἡ ὁποία λάμπει στὸ σκοτεινὸ ὑπόβαθρο τῆς ἔντρι- πτης ἐπιφάνειας60). Τὸ τηγανόσχημο ἀγγεῖο Α1, σώζεται σὲ πολὺ ἀποσπασματικὴ κατάσταση χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἔνδειξη λαβῆς, ὡστόσο τόσο (α) ἡ σωζόμενη διακόσμηση ἀλλὰ καί (β) τὸ σχῆμα τῆς τομῆς του παραπέμπουν στὸν νεότερο τύπο τῶν κυκλαδικῶν τηγανόσχημων τῆς πολι- τισμικῆς ὁμάδας τῆς «Κέρου-Σύρου»61. (α) Ὡς πρὸς τὴ δ ι α κ ό σ μη σ η: ὁ συνδυασμὸς ἔντυπων σπειρῶν καὶ κυκλαδικῶν τρι- γωνιδίων, τῶν ὁποίων οἱ τομὲς ἔχουν διαμορφωθεῖ μὲ τὴν τεχνικὴ τῆς «λανθάνουσας πρι- σματικῆς κοίλης γλυφῆς» («falscher Kerbschnitt») σύμφωνα μὲ τὴν ὁρολογία τῆς Eva-Maria Bossert62, ἡ ὁποία ἔγινε ἴσως μὲ τὴν ἄκρη σπάτουλας, εἶναι τυπικὸς γιὰ τὰ κυκλαδικὰ τηγανόσχημα τῆς ὁμάδας Κέρου-Σύρου (ἢ Ἁπλωμάτων-Χαλανδριανῆς κατὰ Rambach). Τὸ κύριο διακοσμητικὸ θέμα τοῦ τηγανόσχημου Α1, ἡ σπείρα, εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς συνη- θισμένο θέμα στὴν ἐξωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν σκευῶν αὐτῆς τῆς ὁμάδας. Τὸ ὄστρακο ἀπὸ τὸν Ραμνούντα εἶναι πολὺ μικρὸ γιὰ νὰ φανεῖ ὁλόκληρο τὸ διακοσμητικὸ σύστημα τοῦ σκεύους (σώζονται μόνο τμήματα ἀπὸ δύο σπεῖρες), ὡστόσο ἀπὸ ὅ,τι ἔχει σωθεῖ φαίνεται 55. Marthari 2017, 149 σημ. 12 μὲ παραδείγματα χάρης 1951, εἰκ. 12) μὲ τὸ τηγανόσχημο (αὐτόθι εἰκ. ἀπὸ τὴ Σύρο, Κέα, Μύκονο, Ἴο καὶ Μῆλο. 14) ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ μεταλλουργικοῦ ἐργαστη- 56. Renfrew 1972, 170-172 (“the red-brown surface ρίου τῆς Ραφήνας. Γιὰ τὴ διάκριση πώματος καὶ τηγα- has a lustre which arises … from a combination of a slip νόσχημου μὲ βάση τὸ ὑλικὸ στὸ Τσέπι βλ. Παντελίδου and burnish. The stamped spiral …[is] a new feature Γκόφα 2005, 312. now”). 60. Coleman 1985, 193. 57. Rambach 2000, 269. 61. Renfrew 1972, 170-172 εἰκ. 11.1 ἀρ. 10. 58. Coleman 1985, 205. 62. Bossert 1960, 3 σημ. 9. 59. Σύγκρινε γιὰ παράδειγμα τὴν πυξίδα (Θεο- 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 112 112 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 ὅτι οἱ ἔντυπες σπεῖρες δὲν συνδέονται μεταξύ τους μὲ τὶς συνήθεις γιὰ τέτοιου εἴδους σκεύη λοξὲς ἐφαπτόμενες63. Εἶναι, ἐπίσης, ἄγνωστο ἂν οἱ σπεῖρες εἶχαν τοποθετηθεῖ ἀρχι- κὰ μεμονωμένα στὸν χῶρο, χωρὶς νὰ ἀκολουθοῦν κάποιο σύστημα, καλύπτοντας ἑνιαῖα τὴ διακοσμητικὴ ἐπιφάνεια, ὅπως δείχνει ἕνα ὄστρακο ἀπὸ τὴ Λέρνα64, ἢ ἂν ἦσαν δια- τεταγμένα σὲ ζῶνες, ὅπως δείχνει ἕνα ἀποσπασματικὰ σωζόμενο τηγανόσχημο ἀπὸ τὸν ΠΕ ΙΙ οἰκισμὸ στὸ Κορωπί65. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ νεότερος αὐτὸς τύπος τηγανόσχημων σκευῶν, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται στὴν ὥριμη καὶ στὴν ὕστερη ΠΚ ΙΙ (ΠΚ ΙΙα καὶ ΠΚ ΙΙβ κατὰ Rambach)66, φέρει ἔντυπη σπειροειδῆ διακόσμηση, ἔντυπα τριγωνίδια, ἔχει ὠοειδῆ δίσκο ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας καὶ φέρει διχαλωτὴ λαβὴ μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ διακόσμηση τοῦ ἡβικοῦ τριγώνου67. Ἀντίθετα, ὁ παλαιότερος τύπος (ἀποκαλούμενος τηγανόσχημα τῆς «ὁμάδας τοῦ Κάμπου»68), δείγματα τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὰ στὴν Ἀττικὴ ἀπὸ τὰ νεκρο- ταφεῖα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ69, τοῦ Τσέπι Μαραθῶνος70 καὶ προσφάτως τοῦ νεκροταφείου τῶν Ἀστεριῶν στὴ Γλυφάδα71, ἔχει ὁλοστρόγγυλο δίσκο, τετράπλευρη λαβὴ καὶ λοξὰ γραμμίδια στὴν περιφέρεια72. Ἐπίσης φέρει ἐγχάρακτη καὶ ὄχι ἐνσφράγιστη διακό- σμηση73, ὅπως συμβαίνει στὴ δική μας περίπτωση. (β) Ἡ ὕστερη χρονολόγηση ποὺ προτείνουμε γιὰ τὸ Α1 λόγῳ διακόσμησης ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὶς ἐνδείξεις γιὰ τὸ σ χ ῆ μ α τοῦ σκεύους. Ἀκριβὲς παράλληλο γιὰ τὴ διαμόρφωση τοῦ προφὶλ τοῦ Α1 ἀπαντᾶ σὲ τηγανόσχημο ἀπὸ τὴν ὁμάδα Β τῆς Θήβας74, ἡ ὁποία ἔχει χρονολογηθεῖ ἀπὸ τὸν David E. Wilson στὴν ὕστερη ΠΕ ΙΙ75, ἐνῶ κατὰ τὸν Joseph Maran φαίνεται νὰ καλύπτει ὁλόκληρη τήν «Ἐποχὴ τῶν Οἰκιῶν μὲ διαδρόμους», δηλαδὴ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη, τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη ἀλλὰ καὶ τὴν μεταβατικὴ ΠΕ ΙΙ-ΙΙΙ φάση76. Μία χρονο- λόγηση τοῦ τηγανόσχημου Α1 στὸ διάστημα μεταξὺ τῆς ἐξελιγμένης ΠΕ ΙΙ καὶ τῆς ὕστερης ΠΕ ΙΙ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ ἄλλα δύο παράλληλα: ἕνα δεῖγμα ἀπὸ τὴν περιόδο ΙΙΙ στὴν Ἁγία Εἰρήνη τῆς Κέας, ποὺ χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη77, καθὼς καὶ ἕνα εἰσηγμένο ἀπὸ τὶς Κυκλάδες «τηγανόσχημο» ἀπὸ τὴ φάση Β τῶν πρωτοελλαδικῶν στρώσεων τῆς περιοχῆς H-I V78 στὰ Πευκάκια τοῦ Βόλου. Ἡ φάση Β κατὰ τὸν Christmann79 συγχρονί- ζεται μὲ τὶς φάσεις 3 καὶ 4 τοῦ πρωτοελλαδικοῦ αὐτοῦ παραθαλάσσιου θεσσαλικοῦ οἰκι- σμοῦ, ποὺ μὲ τὶς σειρά τους ἐναρμονίζονται χρονολογικὰ μὲ τὴν ΠΕ ἐξελιγμένη τῆς νότιας ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας. 63. Rambach 2000, πίν. ΙΙΙ σὲ Beilage 16 (πολυά- 69. Mylonas 1959, 68 τύπος C9. ριθμες σχεδιαστικὲς ἀπεικονίσεις σχετικῶν δειγμάτων 70. Παντελίδου Γκόφα 2005, 75 ἀρ. 91, 310-311 ἀπὸ τὴ Χαλανδριανὴ τῆς Σύρου, ΠΚ ΙΙα καὶ ΠΚ ΙΙβ). πίν. 9. 64. Caskey 1958, 132 πίν. 35, e («possibly Early Cy- 71. Καζᾶ-Παπαγεωργίου 2019, 281 σημ. 39 εἰκ. 10. cladic lid or pan»)· Bossert 1960, 8 εἰκ. 9 ἀρ. 4· Coleman 72. Rambach 2000, 201-202 μὲ σημ. 884-885. 1985, 215 ἀρ. 111· Wiencke 2000, 419 ἀρ. 674, 503 εἰκ. 73. Bossert 1960, 4, 15. II7.1 (lid type 1). 74. Ψαράκη 2014, 105 εἰκ. 4 ἀρ. 23. 65. Κακαβογιάννη 1993, πίν. 18b, κάτω ἀριστερά. 75. Wilson 2013, 419-420. 66. Barber 1987, 92 εἰκ. 58 ἀρ. 12· Σωτηρακοπού- 76. Maran 1998, 60. λου 1999, 139 μὲ σημ. 670 (βιβλ.)· Rambach 2000, πίν. 77. Wilson 1999, 121 ἀρ. ΙΙΙ-262 πίν. 31 καὶ 83. ΙΙΙ σὲ Beilage 16. 78. Christmann 1996, 167 πίν. 120 ἀρ. 1b. 67. Coleman 1985, εἰκ. 4-17. 79. Αὐτόθι 181. 68. Renfrew 1972, 536 (“Kampos type”). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 113 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 113 Λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α: Ἡ προσεκτικὰ διακοσμημένη ἐξωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν «τηγανόσχη- μων» φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦσε τὴν κύρια ὄψη αὐτῶν τῶν ἰδιαίτερων σκευῶν. Εἶναι λο- γικὸ λοιπὸν νὰ ὑποθέσουμε ὅτι στὶς ἀρχικές τους συνάφειες τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ θὰ ἦταν το- ποθετημένα ἔτσι ὥστε ἡ ἐξωτερική τους ὄψη νὰ εἶναι ἐκτεθειμένη καὶ ὁρατή. Στὴν περί- πτωση τῶν τηγανόσχημων τῆς πολιτισμικῆς ὁμάδας Κέρου-Σύρου ἀπὸ τὰ νησιὰ τῶν Κυ- κλάδων, ποὺ ἔχουν ἐντοπιστεῖ σὲ ταφικὲς συνάφειες, τοῦτο ἀποδείχτηκε πρόσφατα καὶ ἀνασκαφικά. Ὅπως ἔδειξε ἡ Μαρίζα Μαρθάρη μὲ τὴ δημοσίευση τῶν δεδομένων τοῦ πλούσια κτερισμένου τάφου ΧΙ τοῦ ΠΚ ΙΙ νεκροταφείου τῆς Χαλανδριανῆς τῆς Σύρου80, τὸ τηγανόσχημο στὸν τάφο αὐτὸ ἦταν τοποθετημένο μὲ τέτοιο τρόπο στὰ τοιχώματα τοῦ τάφου ὥστε νὰ βρίσκεται σὲ ἄμεση ὀπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν νεκρό. Στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, ἡ προσεκτικὰ διακοσμημένη ἐξωτερικὴ ἐπιφάνεια ἑνὸς τέτοιου σκεύους θὰ μποροῦσε – ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση μὴ ταφικῆς χρήσης, ὅπως προφανῶς εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Α1 –, ἐπίσης νὰ ἀποτελοῦσε τὴν κύρια ὄψη θέασης τοῦ σκεύους. Ὅπως εὔλογα ὑποθέτει ὁ Christmann, τὸ τηγανόσχημο θὰ μποροῦσε εἴτε νὰ ἦταν τοποθετημένο σὲ ράφι εἴτε νὰ κάλυπτε, σὲ δεύτερη χρήση, ἄλλα ἀγγεῖα. Συνεπῶς, ἡ λειτουργία τῶν τηγανόσχημων τῆς ὁμάδας Κέρου-Σύρου – τόσο αὐτῶν ποὺ βρέθηκαν σὲ τάφους τῶν Κυκλάδων ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ βρέθηκαν σὲ οἰκισμοὺς τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας – πρέπει νὰ σχετιζόταν μὲ τὸν συμβολικό τους χαρακτήρα81. Μὲ βάση τὰ παραπάνω, ὁ συμβατικὸς ὅρος «τηγανόσχημο», ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν σύγχρονων μελετητῶν γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ αὐτῶν τῶν ἀγ- γείων82, εἶναι παραπλανητικός. Τὰ λεγόμενα «τηγανόσχημα» σκεύη δὲν μπορεῖ νὰ ἀπο- τελοῦσαν στὴν πραγματικότητα τηγάνια, ἀφοῦ πέραν τοῦ ὅτι δὲν φέρουν ἴχνη καύσης στὶς ἐπιφάνειές τους ὁ δίσκος τῆς ὑποτιθέμενης βάσης τους εἶναι προσεκτικὰ διακοσμη- μένος, πράγμα ποὺ δὲν θὰ εἶχε νόημα σὲ ἕνα πραγματικὸ τηγάνι83. Θὰ ἦταν προτιμότερο, ἀπὸ χρηστικὴ τουλάχιστον ἄποψη, νὰ μιλᾶμε, ὅπως πιστεύει ὁ John E. Coleman, γιὰ ρηχὰ ἀνοικτὰ καὶ πλατιὰ σκεύη, π.χ. γιὰ φιάλες ἢ πινάκια, μὲ προτεταμένη ὁριζόντια λαβή, μὲ μία ἐσωτερικὰ ὁλόβαφη καὶ μία ἐξωτερικὰ διακοσμημένη ἐπιφάνεια. Στὰ πλαίσια αὐτὰ ἡ Martha Wiencke στὴ δημοσίευση τῆς Λέρνας ΙΙΙ πρότεινε τὴν ἐναλλακτικὴ ὁνομασία «πῶμα τύπου 1» («lid, type 1»84), γιὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ σκεύη. Κατηγορία β2. Μὲ μὴ στιλπνὸ ἐπίχρισμα ροδόχρωμο (A4, A5, Β3) Κύριο στοιχεῖο τῆς εὐρύτερης αὐτῆς κατηγορίας εἶναι ἡ παρουσία ἀνοικτῆς ἐρυθρῆς ἐπιφάνειας τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικὸ τῶν θραυσμάτων μὲ μὴ στιλπνὸ 80. Marthari 2017, εἰκ. 12. bach 2000, 233 σημ. 978 καὶ σ. 278 σημ. 1269. 81. Γιὰ τὶς διάφορες ἀπόψεις σχετικὰ μὲ τὴ χρήση 82. Coleman 1985, 191· Christmann 1996, 167 σημ. καὶ λειτουργία τους βλ. Coleman 1985, 203-204· Goodi- 243· Rambach 2000, 233, 278· Παντελίδου Γκόφα son 1989, 3-4, εἰδικὰ γιὰ τὸν συμβολισμὸ τῶν ἀπεικο- 2005, 310-313· Pullen 2011a, 82-85 (form 22). νισμένων σὲ αὐτὰ θεμάτων βλ. αὐτόθι 18-20· Καλλέ- 83. Coleman 1985, 191 σημ. 1· Christmann 1996, 167. για 1991/1992, 214-219· Christmann 1996, 167 σημ. 84. Wiencke 2000, 575-576. 245· Σωτηρακοπούλου 1999, 141 σημ. 688-690· Ram- 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 114 114 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 ἐπίχρισμα. Καὶ τὰ τρία δείγματα ποὺ μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία φέρουν μὴ στιλπνὸ ἐπίχρισμα ροδόφαιου (Α4-Α5) ἕως ρόδινου (Β3) χρώματος (ὑποκατη- γορία β2α). Ὑποκατηγορία β2α. Μὲ μὴ στιλπνὸ ροδόχρωμο ἐπίχρισμα (A4, A5, Β3) Ἡ ἐπιφάνεια τῆς κεραμικῆς ὕλης τῆς ὑποκατηγορίας β2α εἶναι σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἀνοικτὴ ἐρυθρή (ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικά), ἐνῶ ὁ πυρήνας της εἶναι σὲ δύο περιπτώσεις ἐπίσης ἀνοικτὸς ἐρυθρός (Α4-Α5)· στὸ ὄστρακο Β3 διαφοροποιεῖται χρωματικὰ ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια (εἶναι πορτοκαλόχρωμος). Ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν τοιχω- μάτων καλύπτεται ἀπὸ ἐπίχρισμα τὸ χρῶμα τοῦ ὁποίου σὲ δύο περιπτώσεις (Α4-Α5) εἶναι ροδόφαιο, ἐνῶ σὲ μία (Β3) εἶναι ἀμιγῶς ροδόχρωμο. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις τῆς ὑποκα- τηγορίας β2α ὁ πηλὸς εἶναι καθαρὸς ἢ σχεδὸν καθαρὸς ἀπὸ προσμείξεις καὶ πορώδης. Στὴν περίπτωση τοῦ Β3 παρατηρήθηκε καὶ ἐλάχιστη παρουσία ἀσημένιας μίκας. Τὰ τρία σωζόμενα ὄστρακα τῆς ὑποκατηγορίας β2α προέρχονται ἀπὸ βαθειὰ φιάλη μὲ δακτυλιό- σχημη βάση καὶ ἀπὸ βαθειὰ φιάλη μὲ χεῖλος κυρτὸ πρὸς τὰ μέσα καὶ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση. Β α θ ε ι ὰ φ ι ά λη μ ὲ δ α κ τ υ λ ι ό σ χ η μη β ά σ η (Α4-Α5) Τὰ ὄστρακα Α4-Α5 φέρουν ροδόφαιο ἐπίχρισμα καὶ εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ ἀποσπασμα- τικά, παρ᾽ ὅλα αὐτὰ καλὰ παράλληλα γιὰ τὴ διαμόρφωση τῶν δακτυλιόσχημων βάσεων ἀπαντοῦν σὲ βάσεις φιαλῶν καὶ βαθέων φιαλῶν ἀπὸ συνάφειες κυρίως τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγ- μένης, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἀπὸ τὸν οἰκισμὸ τῆς περιόδου ΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης στὴν Κέα85, τῆς ὁμάδας VIII τῆς Εὔτρησης86, τῶν φάσεων 3-4 τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ στὰ Πευκάκια87, ἀπὸ στρώματα τῆς πόλης ΙΙ τῆς Κολώνας στὴν Αἴγινα88, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς πρώιμες οἰκο- δομικὲς φάσεις α καί «α πρὸς β» τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ τοῦ Ρούφ89. Β α θ ε ι ὰ φ ι ά λη μ ὲ χ ε ῖ λ ο ς κ υ ρ τ ὸ π ρ ὸ ς τ ὰ μ έ σ α κ α ὶ ὁ ρ ι ζ ό ν τ ι α, ἄτ ρ η τ η ἀ π ό - φ υ σ η (Β3) Τὸ ὄστρακο Β3, τὸ ὁποῖο ἀνήκει στήν «ἐρυθρὴ κεραμικὴ κατηγορία μὲ ροδόχρωμο ἐπί- χρισμα», προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀγαπητό, ὅπως εἴδαμε, στὴ βόρεια καὶ κεντρικὴ Ἑλλάδα σχῆμα τῆς βαθειᾶς φιάλης μὲ τὸ ἔσω νεῦον χεῖλος καὶ τὴν ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση, ποὺ χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Καλὰ παράλληλα γιὰ τὸ σχῆμα καὶ τὸν τύπο τῆς ὁρι- ζόντιας ἀπόφασης τοῦ Β3 προέρχονται ἀπὸ τὴ φάση Β τοῦ πρωτοελλαδικοῦ οἰκισμοῦ τοῦ 85. Wilson 1999, II 125 (γιὰ τὸν Α4), ΙΙ 145 (γιὰ H-I V, ἡ ὁποία παραλληλίζεται μὲ τὶς φάσεις 3-4 τῆς τὸν Α5). θέσης (αὐτόθι 181). 86. Caskey, Caskey 1960, 155 εἰκ. 11 ἀρ. VIII.13 88. Walter, Felten 1981, 95 εἰκ. 81, μέση, εἰκ. 82, (γιὰ τὸν Α5) 156 εἰκ. 11 ἀρ. VIII.34 (γιὰ τὸν Α4). μέση. 87. Christmann 1996, πίν. 120 ἀρ. 10 (γιὰ τὸν A4) 89. Πετριτάκη 1980, 157 σχ. 8-9 (οἰκοδομικὴ φάση ἀπὸ τὴ φάση Β τῶν ΠΕ στρωμάτων τῆς περιοχῆς α καὶ φάση «α πρὸς β»). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 115 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 115 Ἁγίου Κοσμᾶ90, ποὺ χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη καὶ ἀπὸ οἰκισμὸ τῆς περιόδου ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης στὴν Κέα91, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται ἐπίσης στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Παρόμοια ἀγγεῖα αὐτοῦ τοῦ τύπου ἀλλὰ μὲ δακτυλιόσχημη βάση ἔχουν βρεθεῖ ἐπίσης στὸν ΠΕ οἰκισμὸ στὸ Κορωπί92, ἐνῶ ἀναφέρονται καὶ ἀπὸ τὸν ΠΕ ΙΙ οἰκισμὸ στὰ Λαμπρικὰ Κορωπίου93. Εὐρύτερη κατηγορία γ. Γκρίζα κεραμική (Α2, Β1, Β5) Κύριο στοιχεῖο τῆς εὐρύτερης αὐτῆς κατηγορίας εἶναι ἡ παρουσία ἀνοικτόφαιης (Β1), γκρίζας (Β5) ἕως καὶ σκουρόφαιης (Α2) ἐπιφάνειας τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸ ἐξω- τερικὸ τῶν θραυσμάτων. Ὁ πυρήνας εἶναι λεπτότεχνος, καθαρός (Β1) ἕως πορώδης (Α2, Β5) καὶ κυμαίνεται ἀπὸ πορτοκαλόχρωμος (Α2) ἕως ἀνοικτόφαιος (Β1) ἢ γκρίζος (Β5). Ἀνάλογα μὲ τὴν ὕπαρξη ἢ ὄχι στίλβωσης στὸ ἐπίχρισμα διακρίνεται σὲ δύο κατηγο- ρίες: (γ1) Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα· (γ2) Μὲ μὴ στιλβωμένο ἐπίχρισμα. Κατηγορία γ1. Μὲ στιλβωμένο ἐπίχρισμα Ὑποκατηγορία γ1α. Μὲ στιλβωμένο σκουρόφαιο ἐπίχρισμα τύπου Urfirnis (Β1) Τὸ μοναδικὸ δεῖγμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία εἶναι ἡ σαλ- τσιέρα Β1, ἡ ὁποία φέρει στιλπνὸ ἐπίχρισμα τύπου Urfirnis φαιοῦ χρώματος μὲ μεταλλικὴ λάμψη πάνω σὲ ἐπίσης ἀνοικτόφαιη ἐπιφάνεια. Σ α λτ σ ι έ ρ α (Β1) Τὸ ἀγγεῖο Β1 ἀνήκει στὸ χαρακτηριστικότερο καὶ σημαντικότερο σχῆμα τῆς ΠΕ ΙΙ κοινῆς, στὸ σχῆμα τῆς «σαλτσιέρας» (sauceboat)94, ποὺ στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία χαρα- κτηρίζεται ἐπίσης καὶ ὡς «ραμφόστομη φιάλη»95 ἤ «κύμβη»96. Τὸ ἀγγεῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα σῶμα σὲ σχῆμα ὠοειδοῦς φιάλης. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιάλη ἐκφύεται στὸ ἕνα ἄκρο πρὸς τὰ πάνω μία προχοὴ καὶ πρὸς τὸ ἄλλο ἄκρο μία ὁριζόντια λαβή. Τὸ ἄνω τμῆμα τοῦ σώμα- τος εἶναι ἔσω νεῦον, ἐνῶ τὸ τοίχωμα χοντραίνει πρὸς τὰ κάτω. Ἡ μέγιστη διάμετρος τῆς φιάλης εἶναι 0.151 ἑκ. καὶ μὲ αὐτὸ τὸ μέγεθος βρίσκεται λίγο παραπάνω ἀπὸ τὸν μέσο ὅρο περίπου τῶν σαλτσιερῶν τῆς κεντρικῆς καὶ νότιας ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας, μεταξὺ 90. Mylonas 1959, 23 σχῆμα S-3, σχέδιο 54 σχῆμα 94. Caskey 1960, 290-291· Alram-Stern 2004, 346. S-3 ἀρ. 5. Στὰ Πευκάκια τὸ σχῆμα ἐμφανίζεται καὶ στὶς 7 φά- 91. Wilson 1999, 105 ἀρ. ΙΙΙ-79 πίν. 24 καὶ 75 (red- σεις τῆς ΠΕ ΙΙ, ἀπουσιάζει ὅμως στὴ μεταβατικὴ βάση brown ware μὲ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση μήκους (Christmann 1996, 101). 0.085 μ.). 95. Σαπουνᾶ-Σακελλαράκη 1986, 149-157, 251- 92. Ἀποστολοπούλου-Κακαβογιάννη 2001, 38, κά- 252 (τύπος 14α-γ). τω εἰκόνα, ἀριστερὸ καὶ δεξὶ ἀγγεῖο. 96. Καλογεράκου 1995, 299-301· Σωτηρακοπού- 93. Νέζερη 2009, 246. λου 1999, 115. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 116 116 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 0.105 καὶ 0.135 μ.97 Πιὸ κοντὰ βρίσκεται στὰ δείγματα ἀπὸ τὰ Πευκάκια, ὅπου ὁ μέσος ὅρος τῆς διαμέτρου τῆς φιάλης κυμαίνεται μεταξὺ 0.140 καὶ 0.150 μ.98 Κρίνοντας ἀπὸ τὴ σωζόμενη βάση τοῦ Β2, ποὺ ὅπως εἴδαμε φαίνεται ἐπίσης νὰ ἀνήκει σὲ σαλτσιέρα, τὸ Β1 πρέπει νὰ ἔφερε καὶ αὐτὸ ἀρχικὰ δακτυλιόσχημη βάση. Ἡ ἐπιφάνεια τῆς σαλτσιέρας Β1 καλύπτεται μὲ στιλπνὴ σκουρόφαιη ἕως μελανὴ βαφὴ ἢ ἐπίχρισμα τύπου Urfirnis πλὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ κάτω τμήματος τοῦ σώματος, ποὺ ἐμφανίζει κηλίδες ἐρυθροκάστανης ἕως καστανομέλανης βαφῆς ἢ ἐπιχρίσματος. Οἱ κηλίδες αὐτὲς εἶναι τυπικὲς γιὰ τὰ λεπτότεχνα ἀγγεῖα μὲ ἐπίχρισμα Urfirnis καὶ ὀφείλονται στὶς συνθῆκες ὄπτησης99. Σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁ τύπος σαλτσιέρας ποὺ ἀπαντᾶ στὸν Ραμνούντα δὲν παρουσιάζει στενὴ σχέση μὲ τοὺς τέσσερεις γνωστοὺς τύπους τῶν ἠπειρωτικῶν σαλτσιερῶν ποὺ προσ- διόρισε ὁ John Caskey μὲ βάση τὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὰ ΠΕ ΙΙ στρώματα τῆς Λέρνας100. Ἂν καὶ χωρὶς καλὰ ἀργολιδοκορινθιακὰ παράλληλα, κυρίως λόγῳ τοῦ ὅτι ἀπουσιάζει ἡ γωνίωση στὸ κάτω τμῆμα τοῦ σώματος, ὁ τύπος ποὺ ἐκπροσωπεῖ ἡ σαλτσιέρα Β1 βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὸν τύπο IV τῆς Λέρνας μὲ βραχεία προχοὴ καὶ σχετικὰ βαθειὰ φιάλη, ὁ ὁποῖος ἐπιχωριάζει στοὺς ἀποθέτες τῶν φάσεων Λέρνα IIIC καὶ D101. Ἀντίθετα, ἀκριβῆ παράλ- ληλα ὡς πρὸς τὴ μορφή (φιάλη ὠοειδοῦς σχήματος καὶ ἔσω νεῦον χεῖλος, τοίχωμα ποὺ παχύνεται πρὸς τὴ βάση, ὁριζόντια λαβή, δακτυλιόσχημη βάση) καὶ τὴν ἐπεξεργασία τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας (στιλβωμένο μελανὸ χρῶμα μὲ κηλιδωτὴ κάτω ἐπιφάνεια καὶ στιλ- βωμένη ἀμαυρόχρωμη λάμψη) προέρχονται κυρίως ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς κεντρικῆς Ἑλλάδας. Τὸ σχῆμα ἀπαντᾶ, κατ᾽ ἀρχὴν χωρὶς διαφοροποιήσεις, καὶ στὶς δύο περιόδους τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Κέας (στὶς πόλεις ΙΙ καὶ ΙΙΙ)102. Ὅπως στὴν περίπτωση τῆς σαλ- τσιέρας Β2, ἔτσι καὶ ἐδῶ καλά, ἂν καὶ ὄχι ἀκριβῆ, παράλληλα εἶναι ἐπίσης γνωστὰ τόσο ἀπὸ συνάφειες τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης τῆς εὐρύτερης αὐτῆς περιοχῆς (Πευκάκια Βόλου, Παλαμάρι Σκύρου), ὅσο καὶ τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης (φάση Β τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ Ἀττικῆς). Τέλος, στὸν Ὀρχομενὸ τῆς Βοιωτίας103 μία παρόμοια ὡς πρὸς τὸ σχῆμα καὶ τὴν κεραμικὴ κατηγορία σαλτσιέρα μὲ τὴν Β1 τοῦ Ραμνοῦντος βρέθηκε ἀκριβῶς πάνω στὸ βραχῶδες ἔδαφος τοῦ κυκλικοῦ οἰκοδομήματος Ν 2, προέρχεται δηλαδὴ ἀπὸ τὸ λεγόμενο «στρῶμα τῶν κυκλικῶν οἰκοδομημάτων» τοῦ Αdolf Furtwängler (τό «κατώτερο στρῶμα Urfirnis» τῆς Eva Hanschmann), ποὺ λόγῳ ἀναλογιῶν πρὸς τὸ ΠΕ ΙΙ ὑλικὸ τῆς Εὔτρησης μπορεῖ σὲ γενικὲς γραμμὲς νὰ χρονολογηθεῖ στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη104. 97. Christmann 1996, 103 σημ. 172. στὴν πόλη ΙΙ καὶ ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης χωρὶς διαφο- 98. Αὐτόθι 103. ροποιήσεις (αὐτόθι πίν. 19 ἀρ. ΙΙ-612 – ΙΙ-617 μὲ ἐπί- 99. Müller 1938, 10 (γιὰ δείγματα ἀπὸ τὴν Τίρυν- χρισμα τύπου Urfirnis). θα)· Wilson 1999, 72 (γιὰ δείγματα ἀπὸ τὴν Ἁγία Εἰ- 103. Hanschmann, Milojcic 1976, 161 Beil. 27 ἀρ. ρήνη τῆς Κέας). 29· πρβ. ἀπὸ τὴν ἴδια θέση καὶ Kunze 1934, 39 ἀρ. 27 100. Caskey 1960, 291 εἰκ. 1· Pullen 2008, 26 εἰκ. 23. πίν. XV:2 (ἂν καὶ λιγότερο καλὸ παράλληλο). 101. Wiencke 2000, 587 (type 4). 104. Hanschmann, Milojcic 1976, 161. 102. Wilson 1999, 73 πρὸς τὸ σχῆμα ἀπαντοῦν 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 117 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 117 Κατηγορία γ2. Μὲ μὴ στιλβωμένο ἐπίχρισμα (Α2, Β5) Ἀνάλογα μὲ τὸ χρῶμα τοῦ ἐπιχρίσματος διακρίνεται σὲ δύο ὑποκατηγορίες: (γ2α) Μὲ μὴ στιλβωμένο ἀνοικτοκάστανο ἐπίχρισμα· (γ2β) Μὲ μὴ στιλβωμένο λευκὸ ἐπίχρισμα. Ὑποκατηγορία γ2α. Μὲ μὴ στιλβωμένο ἀνοικτοκάστανο ἐπίχρισμα (Α2) Στὴν ὑποκατηγορία αὐτὴ ἀνήκει ἡ φιάλη Α2. Ὁ πηλὸς εἶναι πορώδης, καθαρὸς ἀπὸ προσμείξεις, πορτοκαλόχρωμος στὸν πυρήνα καὶ σκουρόφαιος στὴν ἐπιφάνεια, ἡ ὁποία εἶναι καλυμμένη μὲ ἀνοικτοκάστανο ἐπίχρισμα. Μ ι κ ρ ὴ φ ι ά λη μ ὲ ἔ σ ω ν ε ῦ ο ν χ ε ῖ λ ο ς κ α ὶ ἐ σ ω τ ε ρ ι κ ὴ α ὐ λ ά κ ω σ η (Α2) Τὸ ὄστρακο Α2 προέρχεται ἀπὸ τὸ ἄνω μέρος τοῦ σώματος μικρῆς φιάλης, τῆς ὁποίας τὸ χεῖλος κλίνει πρὸς τὰ μέσα σχηματίζοντας αὐλάκωση. Ἡ ἐπιφάνεια καλύπτεται ἀπὸ σκουρόφαιο χρῶμα μὲ ἐπίχρισμα ἀνοικτοκάστανο. Παρόμοια προφὶλ μὲ τὸ Α2 ἀλλὰ χω- ρὶς τὴν αὐλάκωση τοῦ χείλους ἀπαντοῦν στὰ Πευκάκια συνήθως μὲ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση, σὲ στρώματα ὅλων τῶν φάσεων τοῦ πρωτοελλαδικοῦ οἰκισμοῦ105, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ περίγραμμα τοῦ σώματος ἀπὸ μόνο του δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει ὡς ἀκριβὲς χρονολογικὸ κριτήριο. Ἀντίθετα, ἕνα καλὸ παράλληλο τοῦ σχήματος μὲ τὴν ἐσω- τερικὴ αὐλάκωση τοῦ χείλους ἀπαντᾶ στὸν πρωτοελλαδικὸ οἰκισμὸ τῆς Μάνικας τῆς Εὔβοιας σὲ συνάφεια ποὺ χρονολογήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀδαμάντιο Σάμψων στήν «ΠΕ ΙΙβ»106, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τὶς νεότερες ἔρευνες107, εἶναι πρωιμότερη τῆς ὕστερης ΠΕ ΙΙ καὶ ἴσως νὰ πρέπει νὰ χρονολογηθεῖ στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη108. Ἡ χρονολόγηση στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο παράλληλο, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα 7b τῆς Τίρυνθας109. Παρόμοιο προφίλ (μὲ τὴν ἐσωτερικὴ αὐλάκωση τοῦ χείλους) ἀλλὰ μὲ ὁριζόντια ἀπόφυση ἀπαντᾶ ἐπίσης σὲ φιάλη ἀπὸ τὴ φάση 5 τοῦ ΠΕ οἱκισμοῦ στὰ Πευ- κάκια110, ἡ ὁποία ἔχει χρονολογηθεῖ ἀπὸ τὸν Maran111 στὴν ΠΕ ΙΙ πρώιμη καὶ ἀπὸ τὸν Wilson112 στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη. 105. Πευκάκια, φάσεις 2-3 (περιοχὴ H-IV, ΠΕ τομέας ΙΙΙ, οἰκ. Κρεμμύδα, οἰκισμὸς τῆς νεότερης οἰκο- στρώματα, φάση Α): Christmann 1996, πίν. 115 ἀρ. 7· δομικῆς φάσης, ΠΕ ΙΙβ). Πευκάκια, φάση 6 ἢ παλαιότερη: αὐτόθι πίν. 57 ἀρ. 107. Christmann 1996, 293· Maran 1998, 92· Wilson 20, πίν. 85 ἀρ. 1 (μὲ ἀπόφυση καὶ λίγο μεγαλύτερο σὲ 2013, 418. διαστάσεις ἀπὸ τὸ Α2)· Πευκάκια, φάση 7 πρώιμη: 108. Wilson 2013, 419. αὐτόθι πίν. 63 ἀρ. 27, πίν. 64 ἀρ. 4, 6, Πευκάκια, φάση 109. Weißhaar 1983, εἰκ. 16 ἀρ. 8. Γιὰ τὴ χρονολό- 7 μέση-ὕστερη: αὐτόθι πίν. 95 ἀρ. 3, Πευκάκια φάση 7: γηση τοῦ ὁρίζοντα 7b τῆς Τίρυνθας στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξε- αὐτόθι πίν. 65 ἀρ. 29 (οἰκία 319-321), πίν. 96 ἀρ. 10 λιγμένη βλ. αὐτόθι 329 καὶ Maran 1998, 10 σημ. 47. (χωρὶς ἀπόφυση), πίν. 96 ἀρ. 11 (μὲ ἀμυδρὴ αὐλάκω- 110. Christmann 1996, πίν. 31 ἀρ. 8 (ἀπὸ δάπεδο ση καὶ ἀπόφυση)· Πευκάκια, μεταβατικὴ φάση: αὐτό- τῆς οἰκίας 237). θι πίν. 110 ἀρ. 11 (μὲ ἀπόφυση). 111. Maran 1998, πίν. 80. 106. Σάμψων 1985, 59 σχέδ. 16Δ ἀρ. 9 (Μάνικα, 112. Wilson 2013, 411 table 10. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 118 118 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Ὑποκατηγορία γ2β. Μὲ μὴ στιλβωμένο λευκὸ ἐπίχρισμα (B5) Στὴν ὑποκατηγορία αὐτὴ ἀνήκει ὁ λαιμὸς τοῦ ἀμφορέα ἢ ὑδρίας Β5. Ὁ πηλὸς εἶναι πορώδης, καθαρὸς ἀπὸ προσμείξεις ἀλλὰ μὲ ἀρκετὴ ποσότητα ἀσημένιας μίκας, γκρίζος στὸν πυρήνα καὶ στὴν ἐπιφάνεια, ἡ ὁποία εἶναι καλυμμένη μὲ παχὺ λευκὸ μὲ γκρίζους τόνους ἐπίχρισμα. Ἀμφορέας ἢ ὑδρία Τὸ σχῆμα τοῦ λαιμοῦ τοῦ Β5 εἶναι κοινὸ γιὰ ἀμφορεῖς καὶ ὑδρίες ποὺ χρονολογοῦνται στὸ διάστημα ἀνάμεσα στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη113 ἕως καὶ τὴ μεταβατικὴ ΠΕ ΙΙ-ΠΕ ΙΙΙ φά- ση114, δηλαδὴ στὴν Ἐποχὴ τῶν «Οἰκιῶν μὲ διαδρόμους». Ἡ παρουσία κοκκώδους γκρίζου πηλοῦ (καὶ ὄχι τοῦ τοπικοῦ πορτοκαλόχρωμου) μὲ ἄφθονη χρήση ἀσημένιας μίκας, καθὼς καὶ ἡ χρήση λευκογκρίζου ἐπιχρίσματος στὴν ἐπιφάνεια θυμίζει τὰ White Slipped Jars τῆς περιόδου ΙΙ καὶ ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης115, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Wilson116 εἶναι δυτικοκυκλα- δικῆς καταγωγῆς. IV.2. Η ΛΙΘΙΝΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα κινητὰ εὑρήματα τοῦ Ραμνοῦντος εἶναι ἡ σφραγίδα ἀπὸ πρασινωπὸ στιλβωμένο λίθο (εἰκ. 10, Γ) ποὺ βρέθηκε τὸ 1999 στὸ δωμάτιο 205 στὰ ΝΑ. τῆς ἀκρόπολης (εἰκ. 4, Γ). Ὅπως προαναφέρθηκε (ἑνότητα ΙΙΙ), ἡ σφραγίδα δὲν βρέ- θηκε στὴν ἀρχική της συνάφεια, ἄρα ἡ χρονολόγησή της πρέπει νὰ προσδιοριστεῖ μὲ τυπολογικὰ κριτήρια. Ἡ μικρῶν διαστάσεων (ὕψ. 9 χιλ. καὶ μέγ. σωζ. διάμ. 2.6 ἑκ.) λίθινη σφραγίδα τοῦ Ρα- μνοῦντος μὲ τὴ χαμηλὴ κομβιόσχημη λαβή, ἀνήκει στὸν τύπο τῶν «stamp-seals» ἤ «Stem- pelsiegel», στὴν κατηγορία δηλαδὴ ἐκείνη τῶν σφραγίδων, κατὰ τὴν ὁποία τὸ κυκλικὸ ἀποτύπωμα ἐπιτυγχανόταν μὲ ἁπλὴ κάθετη πίεση, ἡ ὁποία ἀσκοῦνταν πάνω στὴ σφρα- γιστικὴ ἐπιφάνεια καὶ ὄχι μὲ κύλιση. Παρ᾽ ὅλο ποὺ τόσο ὁ τύπος τοῦ «stamp-seals» ἤ «Stempelsiegel», ὅσο καὶ τὸ ὑλικὸ κατασκευῆς της (λίθος) ἀλλὰ καὶ τὸ σταυροειδὲς διακοσμητικὸ θέμα τῆς σφραγιστικῆς ἐπιφάνειας, ἀπαντοῦν στὴ σφραγιδογλυφία τῆς Νεολιθικῆς ἐποχῆς, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ περίφημη νεολιθικὴ σφραγίδα ἀπὸ τὸ Σέσκλο ποὺ ἔφερε στὸ φῶς ὁ Χρῆστος Τσούντας117, ἐντούτοις τὸ εἰδικὸ σχῆμα τῆς σφραγίδας, οἱ σὲ σχέση μὲ τὶς μεγάλες νεολιθικὲς σφραγίδες πολὺ μικρὲς διαστάσεις τοῦ Γ118 καὶ οἱ σωζόμενες λεπτομέρειες τῆς διακόσμησης τῶν 113. Christmann 1996, πίν. 26 ἀρ. 17 (Πευκάκια, 115. Day, Wilson 2016, 24-25. φάση 4, ἀμφορέας σχῆμα 7Α1)· Pullen 2011a, 403-404 116. Wilson 1999, 87. ἀρ. 488 εἰκ. 5.95 (Τσούγκιζα, Early Helladic II Devel- 117. Τσούντας 1908/2000, 339, 342 εἰκ. 272· Sakel- oped)· Πετριτάκη 1980, 167 σχ. 46 (Ρούφ, β´ οἰκοδομι- lariou 1964 (CMS I), 6 ἀρ. 3. κὴ φάση). 118. Ἡ προαναφερθεῖσα νεολιθικὴ σφραγίδα ἀπὸ 114. Christmann 1996, πίν. 105 ἀρ. 13 (κάτω ἀπὸ τὸ Σέσκλο γιὰ παράδειγμα ἔχει τὸ πενταπλάσιο ὕψος τὴν οἰκία 328). (4,4 ἑκ.) καὶ τὴ διπλάσια διάμετρο (4,9 ἑκ.) ἀπὸ τὴ 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 119 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 119 τεταρτοκυκλίων τοῦ σταυροῦ ὁδηγοῦν σὲ μία χρονολόγηση τοῦ εὑρήματος ὄχι στὴ Νεο- λιθικὴ119 ἀλλὰ στὴν Πρωτοελλαδικὴ περίοδο. Ἕνα πολὺ καλὸ παράλληλο ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸ κατασκευῆς, τὸ σχῆμα καὶ τὶς διαστάσεις τῆς σφραγίδας τοῦ Ραμνοῦντος προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Εἰρήνη τῆς Κέας120. Πρόκειται γιὰ μία ΠΕ ΙΙ, σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐνδείξεις, σφραγίδα ἀπὸ πράσινο σερπεντίνη, πεπιε- σμένου κωνοειδοῦς σχήματος μὲ ὀπὴ ἀνάρτησης στὸ ἄνω μέρος τῆς λαβῆς, συν. ὕψ. 11 χιλ. καὶ διαμ. 2 ἑκ. Ὅπως καὶ ἡ λίθινη σφραγίδα τοῦ Ραμνοῦντος, ἔτσι καὶ ἡ λίθινη σφρα- γίδα τῆς Ἁγίας Εἰρήνης φέρει τὸ δημοφιλὲς θέμα τοῦ «σταυροῦ»121 στὴ σφραγιστική της ἐπιφάνεια καὶ βρέθηκε καὶ αὐτὴ ἀστρωματογράφητη, πάνω στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς οἰκίας Α. Στὴν ΠΕ περίοδο χρονολογήθηκε ἐπίσης μία ἀνάλογη λίθινη σφραγίδα ἀπὸ πρασινωπὸ ὀφίτη, ἡ ὁποία βρέθηκε στὸ ἐπιφανειακὸ στρῶμα ἑνὸς οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος ΥΕ ΙΙΙΓ στὸ ΝΑ. τμῆμα τῆς νησίδας «Μόδι», στὰ Α. τοῦ Πόρου122. Καὶ ἡ σφραγίδα ἀπὸ τὸ Μόδι φέρει τὸ θέμα τοῦ σταυροῦ στὴ σφραγιστική της ἐπιφάνεια. Ἡ χρονολόγηση τῆς σφραγίδας τοῦ Ραμνοῦντος στὴν ΠΕ ΙΙ ἐνισχύεται ἐπίσης ἀπὸ δύο ἄλλα τυπολογικὰ παράλληλα. Πρόκειται γιὰ δύο μεταλλικὲς σφραγίδες παρεμφεροῦς σχή- ματος, οἱ ὁποῖες φέρουν καὶ οἱ δύο τὸ θέμα τοῦ σταυροῦ στὴ σφραγιστική τους ἐπιφάνεια: ἡ προαναφερθεῖσα μολύβδινη σφραγίδα τῆς πρώιμης ΠΕ ΙΙ περιόδου ἀπὸ τὴν Τσούγκιζα τῆς Νεμέας123 καὶ μία ἐπίσης ἀστρωματογράφητη χάλκινη σφραγίδα ἀπὸ τὴ Θερμὴ τῆς Λέσβου124, ἡ ὁποία ὅμως φαίνεται ὅτι προῆλθε ἀπὸ στρώματα τῆς θέσης ποὺ χρονολο- γοῦνται στὴν Πρώιμη Ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ125. Οἱ παραπάνω τυπολογικὲς/χρονολογικὲς ἐνδείξεις ἰσχυροποιοῦνται ἀπὸ τὰ διακοσμη- τικὰ θέματα τῶν σφραγιστικῶν ἐπιφανειῶν μίας σειρᾶς πήλινων σφραγίδων ποὺ χρονο- λογοῦνται στὴν Πρωτοελλαδικὴ καὶ εἰδικότερα στὴν ΠΕ ΙΙ περίοδο. Στὸ καλύτερα σωζό- μενο τεταρτοκύκλιο τῆς σφραγίδας τοῦ Ραμνοῦντος (εἰκ. 10β, κάτω ἀριστερὰ) διακρίνεται ἕνα καμπυλόγραμμο (ἡμισεληνοειδὲς) μοτίβο καὶ ἕνας μικρὸς δίσκος (κουκκίδα) στὸ ἐσω- τερικό του. Τὸ πλησιέστερο, ἂν καὶ ὄχι πανομοιότυπο, παράλληλο γιὰ αὐτὸ τὸ θέμα, ἀπαντᾶ στὸ τεταρτοκύκλιο τοῦ σταυροῦ ΠΕ ΙΙ πήλινης σφραγίδας, ἡ ὁποία βρέθηκε στὸ ΒΑ. τμῆμα τῆς «Οἰκίας τῶν Κεράμων» στὴ Λέρνα126, ἂν καὶ σὲ μεταγενέστερο στρῶμα (βρέθηκε στὸ 5ο στρῶμα τῆς Λέρνας IV, ποὺ χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙΙ). Στὰ ὑπόλοιπα τεταρτοκύκλια τοῦ σταυροῦ τῆς σφραγίδας τῆς Λέρνας ἀπαντῶνται γωνιώδη μοτίβα καὶ σφραγίδα τοῦ Ραμνοῦντος. Ὁμοίως ἐπιχειρηματολό- γαῖο βλ. Pullen 1994, 38 μὲ σημ. 13-17 (βιβλ.)· Rahm- γησε ὑπὲρ μίας μὴ νεολιθικῆς χρονολόγησης τῆς ἀστρω- storf 2010, 682-683 εἰκ. 5· Βλαχόπουλος 2017, 549-550. ματογράφητης μολύβδινης σφραγίδας ἀπὸ τὴν Τσού- 122. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2007b, 176 μὲ σημ. γκιζα καὶ ὁ Pullen (1994, 38 σημ. 12). 35 πίν. 28α-β. 119. Γιὰ τὶς νεολιθικὲς σφραγίδες βλ. γενικὰ Ὠνά- 123. Pini 1993 [CMS V Suppl. 1B], 133 ἀρ. 128· σογλου 1996, 163-164. Pullen 1994, 36-37 εἰκ. 1-3· Krzyszkowska 2005, 40 120. Pini 1975 [CMS V], 382 ἀρ. 486· Pullen 1994, ἀρ. 59. 38 σημ. 13· Wilson 2015, 171. 124. Lamb 1936, 171-172 εἰκ. 50 πίν. 25, κάτω δεξιά. 121. Γιὰ τὴ διάδοση τοῦ θέματος τοῦ «σταυροῦ» 125. Pullen 1994, 39 μὲ σημ. 22. σὲ σφραγίδες, σφραγίσματα, κοσμήματα, κεραμικὴ καὶ 126. Wiencke 1975, 39 ἀρ. 38 [CMS V 38]. ἑστίες κατὰ τὴν Πρώιμη Ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ στὸ Αἰ- 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 120 120 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 στὸ ἐσωτερικό τους μεμονωμένες γραμμές. Παρεμφερῆ μοτίβα, μὲ ἐπὶ μέρους διαφοροποι- ήσεις, κοσμοῦν ἐπίσης μία ΠΕ πήλινη σφραγίδα ποὺ βρέθηκε στὸ Κοντοπήγαδο Ἁλί- μου127, καθὼς καὶ μία παραπλήσια πήλινη σφραγίδα ἀπὸ τὶς Λιβανάτες Φθιώτιδος (θέση Πύργος)128, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἐπίσης στὴν Πρωτοελλαδικὴ περίοδο, ἂν καὶ βρέθηκε σὲ συνάφεια τῆς ΥΕ ΙΙΙΓ πρώιμης. Μὲ βάση τὶς παραπάνω τυπολογικὲς συγκρίσεις ἡ χρονολόγηση τῆς σφραγίδας τοῦ Ραμνοῦντος στὴν ΠΕ ΙΙ φαίνεται πολὺ πιθανή. Ἡ λίθινη σφραγίδα ἀπὸ τὸν Ραμνούντα φέρει ὁριζόντια ὀπὴ ἀνάρτησης (εἰκ. 10), ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ σφραγίδα θὰ κρεμόταν (μέσῳ σπάγγου) ἀπὸ τὸν λαιμὸ ἢ τὸ χέρι τοῦ κατόχου της129, πράγμα ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι θὰ ἀποτελοῦσε προσωπικὸ ἀντικείμενο130 μὲ τὴν ἔννοια εἴτε τοῦ φυλακτοῦ εἴτε τοῦ δηλωτικοῦ κοινωνικοῦ γοήτρου (insignium dignita- tis)131. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν σ υ μ β ο λ ι κ ὴ132 αὐτὴ χρήση τῆς σφραγίδας, ἡ παρουσία σὲ περιχείλωμα ἑστίας στὸ γειτονικὸ Παζαράκι ἀποτυπώματος σφραγίδας ὄχι μόνο τοῦ ἴδιου τύπου ἀλλὰ καὶ πανομοιότυπης διαμέτρου κυκλικῆς ἐπιφάνειας (0.026 μ.)133 μὲ αὐτὴ τοῦ Ραμνοῦντος, τεκμηριώνει γιὰ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ραμνοῦντος τὴν πρακτικὴ τῆς π ρ α γ μ α τ ι κ ῆ ς χρήσης σφραγίδων αὐτοῦ τοῦ τύπου κατὰ τὴν ΠΕ περίοδο γιὰ τὴ δημι- ουργία ἀποτυπωμάτων. Καθίσταται ἔτσι πολὺ πιθανὴ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ λίθινη ΠΕ ΙΙ σφρα- γίδα τοῦ Ραμνοῦντος χρησίμευε, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, καὶ στὴ σφράγιση περιχειλωμάτων πήλινων ἑστιῶν, τὰ ὁποῖα, σύμφωνα μὲ τὴν πρόσφατη ἄποψη τοῦ David Wilson134, πρέπει νὰ λειτουργοῦσαν στὰ πλαίσια τελετουργικῶν γευμάτων ὡς ἐκφράσεις τῆς ταυτότητας (καὶ κατὰ συνέπεια κοινωνικῆς διάκρισης) ἀτόμων ἢ οἰκογενειῶν ἐνώπιον τῶν κοινοτή- των τους. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἐνισχύεται ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ τὴν παρουσία σφραγισμά- των μὲ τὸ κυρίως θέμα τοῦ σταυροῦ (ποὺ ἀπαντᾶ στὸν Ραμνούντα) στὰ περιχειλώματα τριῶν σταθερῶν πήλινων πεταλόσχημων ἑστιῶν (ἢ ἑστιῶν τύπου κλειδαρότρυπας [«key- hole-type»] κατὰ Wilson), στὸ δωμάτιο 4 τῆς οἰκίας Ε τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Κέας135, μίας δυτικοκυκλαδικῆς θέσης μὲ τὴν ὁποία τόσο τὸ Παζαράκι ὅσο καὶ ὁ Ραμνοῦς φαίνεται ὅτι εἶχαν ἀναπτύξει μία εἰδικὴ σχέση κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ. Οὔτε στὸν Ραμνούντα οὔτε στὸ Παζαράκι ἔχουν βρεθεῖ μέχρι στιγμῆς ἄλλα ἀντικείμενα ποὺ ἔφεραν στὶς ἐπιφάνειές τους ἀποτυπώματα σφραγίδων (σφραγίσματα). Παραδείγμα- τα, ὡστόσο, παρόμοιων κυκλικῶν σφραγισμάτων μὲ τὸ θέμα τοῦ σταυροῦ σὲ ἐνσφράγι- στα πήλινα ἀντικείμενα ἀπὸ ἄλλες θέσεις τῆς ἀνατολικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν Κυκλάδων, ὅπως σὲ λαβὴ ΠΕ ΙΙ πήλινου ἀγγείου ἀπὸ τὸ σπήλαιο τῆς Σκοτεινῆς στὰ Θαρ- 127. Pini 2004 [CMS V Suppl. 3], 460 ἀρ. 306 131. Βλαχόπουλος 2017, 554. (K. Kaza-Papageorgiou)· Καζᾶ Παπαγεωργίου 2009, 132. Γιὰ μία ἑρμηνεία τοῦ θέματος τοῦ σταυροῦ 436 εἰκ. 4. στὴ σφραγιστικὴ ἐπιφάνεια τῶν σφραγίδων τῆς Πρώι- 128. Pini 2004 [CMS V Suppl. 3], 168 ἀρ. 71 (Ph. μης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ ὡς ἡλιακοῦ δίσκου βλ. Good- Dakoronia). ison 1989, 14. Πρβ. καὶ Βλαχόπουλος 2017, 554. 129. Ὁμοίως Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2007a, 133. Καλογερόπουλος 2019, εἰκ. 11 β-ε. 138 γιὰ τὴν ὀπὴ ἀνάρτησης μίας ΠΕ λίθινης σφραγί- 134. Wilson 2015, 173. δας ἀπὸ τὸν Κάβο Βασίλη στὸν Πόρο. 135. Wilson 1999, 49, 55 ἀρ. II-414, II-415, II-416 130. Ἀγγελοπούλου 2005, 224. πίν. 14 καὶ 59· Wilson 2013, 391· Wilson 2015, 171. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 121 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 121 ρούνια τῆς Εὔβοιας136 ἢ σὲ λαβὴ ἀντίστοιχου ἀγγείου τῆς ἴδιας ἐποχῆς ἀπὸ τὴ Λέρνα137, καθὼς καὶ σὲ πήλινο ὀρθογώνιο ἐνσφράγιστο ἀντικείμενο μὲ παράλληλες διαμπερεῖς ὀπὲς ἀπὸ τὸν Σκάρκο τῆς Ἴου138, ὑποδεικνύουν περαιτέρω κατηγορίες πήλινων ἀντικειμένων τῆς Πρώιμης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν χρησιμεύσει ὡς φορεῖς ἀποτυπωμάτων τῆς σφραγίδας ποὺ μᾶς ἀφορᾶ. Χωρίς, τέλος, νὰ ἀποκλείουμε a priori μία χρήση τῆς ΠΕ ΙΙ σφραγίδας τοῦ Ραμνοῦντος (καὶ) γιὰ τὴ διακόσμηση φθαρτῶν ὑλικῶν, ὅπως ὑφασμάτων ἢ δερμάτων ἢ ἀκόμα καὶ τοῦ ἀνθρώπινου σώματος139, δὲν θεωροῦμε ἀπίθανο ἡ σφραγίδα Γ νὰ συνδεόταν μὲ τὸν ἔλεγχο τῆς διακίνησης ἀγροτικῶν, μεταλλευ- τικῶν ἢ ἄλλων προϊόντων, καθὼς καὶ μὲ τὴ διοίκηση. Τοῦτο προϋποθέτει, βεβαίως, τὴν ἀνεύρεση στὸν Ραμνούντα ἢ στὴν εὐρύτερή του περιοχὴ πήλινων σφραγισμάτων-ἐτικετῶν ποὺ θὰ ἀσφάλιζαν τέτοιου εἴδους προϊόντα, πράγμα ποὺ δὲν ἔχει ἐντοπιστεῖ μέχρι στιγμῆς. Ἡ εὕρεση, ὡστόσο, σχετικοῦ σφραγίσματος ἀποτυπωμένου σὲ μάζα πηλοῦ στὴν παραλιακὴ θέση «Προβάτσα» στὴ Μακρόνησο (ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Λαύριο)140, σὲ μία θέση ποὺ ἔχει ὀρθῶς συσχετιστεῖ ἀπὸ τὴν ἀνασκαφέα Paula Spitaels μὲ τὴ μεταλλουργία141, δεί- χνει, ὅπως παρατήρησε ὁ Joseph Maran142, ὅτι ὄχι μόνο στὴν ΠΕ ΙΙ Ἀργολίδα ἢ τὴ Μεσ- σηνία ἀλλὰ καὶ στὴν ΠΕ ΙΙ Ἀττικὴ θὰ μποροῦσαν νὰ ὑφίσταντο οἱ σύνθετες ἐκεῖνες κοι- νωνικὲς καὶ οἰκονομικὲς δομὲς ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν τὴ χρήση σφραγίδων γιὰ ἔλεγχο καὶ ἐπικύρωση τῶν ἀνταλλακτικῶν ἀγαθῶν (στὴ συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ ἀργύρου) καὶ συνεπῶς τὴ χρήση τους στὰ πλαίσια εὐρύτερων διοικητικῶν λειτουργιῶν143. IV.3. ΤΟ ΗΜΙΚΥΚΛΙΚΟ ΚΤΙΣΜΑ Ἐξαιρετικὴ σημασία γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ χαρακτήρα τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ στὸν λόφο τῆς παραλιακῆς ἀκρόπολης τοῦ Ραμνοῦντος ἀποκτοῦν τὰ λιθόκτιστα θεμέλια μιᾶς ἡμικυ- κλικῆς κατασκευῆς διαμέτρου 5 μ. περίπου ποὺ ἀποκάλυψε τὸ 1994 στὴν κορυφὴ τῆς ἀκρόπολης Β.-ΒΔ. τῆς «ΒΔ. οἰκίας» ὁ ἀνασκαφέας Βασίλειος Πετράκος. Ἡ ἀνάλυση στὴν ἑνότητα IV ἔδειξε ὅτι κεραμικὴ ποὺ συγκεντρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀφαί- ρεση τῆς ἐπίχωσης τοῦ κτίσματος αὐτοῦ (θραύσματα Α1-Α5) χρονολογεῖται στὸ διάστημα ἀνάμεσα στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Μολονότι τοῦτο μπορεῖ νὰ σημαί- νει ὅτι τὸ ἡμικυκλικὸ κτίσμα ἦταν σὲ χρήση κατὰ τὴ διάρκεια τόσο τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης ὅσο καὶ τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης, ἐντούτοις πιστεύουμε (βλ. ἑνότητα III) ὅτι ὀρθότερο θὰ ἦταν νὰ χρονολογήσουμε, πρὸς τὸ παρόν, τὴν ἡμικυκλικὴ κατασκευὴ στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, στὴν περίοδο δηλαδὴ ποὺ χρονολογεῖται τὸ ὑστερότερο ἀναγνωρίσιμο ὄστρακο, ἡ φιάλη μὲ τὸ χεῖλος ποὺ ἀπολήγει σὲ ἀκμὴ καὶ κλίνει πρὸς τὰ μέσα (Α3). 136. Pini 1993 [CMS V Suppl. 1B], 344 ἀρ. 351. σημ. 788-789 (βιβλ.). 137. Wiencke 1975 [CMS V], 48 ἀρ. 52 (“Abdruck 140. Spitaels 1982, 158 εἰκ. 4· Pini 1993 [CMS V auf einem breiten Henkel, der von einem FH II Gefäß Suppl. 1B], ἀρ. 33. stammt”). 141. Spitaels 1982, 158. 138. Μαρθάρη 1997, 375 εἰκ. 15. 142. Maran 1998, 262 μὲ σημ. 1045. 139. Γιὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ βλ. Maran 1998, 236 143. Rahmstorf 2010, 682. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 122 122 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 11α. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Ἡμικυκλικὸ κτίσμα – προμαχώνας. Kάτοψη (1994). Ἡ κάτοψη τοῦ θεμελίου τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος, ὅπως προαναφέρθηκε στὴν ἑνό- τητα ΙΙΙ, ἔχει ἤδη ἀποτυπωθεῖ σχεδιαστικὰ καὶ ἀπεικονιστεῖ στὰ ΠΑΕ τοῦ 1994 (εἰκ. 11α). Σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο αὐτό, τὸ ὁρατὸ ἡμικυκλικὸ θεμέλιο τοῦ κτίσματος (σωζ. διαστ. 5×3 μ.) βρισκόταν στὸ ἀνώτερο σημεῖο τοῦ λόφου τῆς ἀκρόπολης, ΒΔ. τῆς «ΒΔ. οἰκίας», καλύπτοντας τὴν περιοχὴ τοῦ δυτικότερου σημείου τοῦ μικροῦ, πλάτ. περ. 3 μ., δρόμου ποὺ περνοῦσε νοτίως τοῦ μεταγενέστερου ὀχυρωματικοῦ τείχους. Ὅπως ἀφήνεται νὰ νοη- θεῖ ἀπὸ δύο ἀνασκαφικὲς φωτογραφίες ποὺ δημοσίευσε ὁ Β. Πετράκος144 στὰ ΠΑΕ 1997 144. Γιὰ μία ἀνασκαφικὴ φωτογραφία τῆς ἐξωτε- κος 1997, πίν. 1 καὶ Πετράκος 1999, 142 εἰκ 90 (ἔγχρω- ρικῆς ὄψης τῆς νότιας πλευρᾶς τοῦ τείχους τῆς ἀκρό- μη λήψη). Γιὰ τὴ θέση τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος πολης τῶν ἱστορικῶν χρόνων, στὴν ὁποία διακρίνε- στὸν εὐρύτερο χῶρο τοῦ λόφου τῆς ἀκρόπολης πρβ. ται τὸ σημεῖο ὅπου ἐντοπίστηκε τὸ ὑποκείμενο ἡμικυ- καὶ ἐδῶ εἰκ. 4, Α. κλικὸ κτίσμα τῆς ΠΕ περιόδου ἀπὸ νότια βλ. Πετρά- 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 123 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 123 Εἰκ. 11β -γ. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. Ἡμικυκλικὸ κτίσμα – προμαχώνας. Φωτογραφικὲς λήψεις μετὰ τὸν καθαρισμὸ-ἀποψίλωση (Ὀκτώβριος 2019). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 124 124 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 καὶ στὴ σύνθεσή του γιὰ τὴν τοπογραφία τῆς θέσης τὸ 1999, τὸ μὴ ὁρατὸ τμῆμα τοῦ ἡμι- κυκλικοῦ κτίσματος πρέπει νὰ βρίσκεται ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸ νότιο τεῖχος τῆς ἀκρόπο- λης τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Προκειμένου νὰ γίνει αὐτοψία ἀπὸ τὸν γράφοντα καὶ νὰ φωτογραφηθεῖ ἐκ νέου ἡ ἡμικυκλικὴ κατασκευή (εἰκ. 11β-γ) ἔπρεπε νὰ καθαριστεῖ τὸ κτίσμα ἀπὸ τὴν αὐτοφυῆ βλάστηση ποὺ τὸ εἶχε καλύψει τὰ τελευταῖα 25 χρόνια. Κατόπιν ἀδείας τῆς Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων Ἀνατολικῆς Ἀττικῆς, οἱ ἐργασίες ἀποψίλωσης πραγματοποιήθηκαν στὶς 24 Ὀκτωβρίου 2019 ἀπὸ τὸν ἀρχιφύλακα Ραμνοῦντος κ. Θεόδωρο Τουρκαντώνη. Ὕστερα ἀπὸ τὸν ἐπιφανειακὸ αὐτὸ καθαρισμὸ τὰ γενικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἡμικυ- κλικοῦ κτίσματος μποροῦν νὰ προσδιοριστοῦν ὡς ἑξῆς (πρβ. εἰκ. 11α-γ): (α) πρόκειται γιὰ τὸ συμπαγὲς λιθόκτιστο θεμέλιο ἡμικυκλικοῦ κτίσματος διαμ. 5 μ. περ., μὲ προσανατολισμὸ πρὸς Ν. (β) Στὴν ἐξωτερική του (νότια) ἡμικυκλικὴ ἀπόληξη διακρίνονται τρεῖς λιθόκτιστες στρώσεις ἀπὸ πλακοειδεῖς λίθους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τοποθετηθεῖ ὁριζόντια. Οἱ λίθοι αὐτοὶ εἶναι ἁδρὰ ἐπεξεργασμένοι καὶ μέτριων διαστάσεων (ἐνδεικτικὲς διαστ. 0.25×0.10× 0.15 μ.). (γ) Στὸ ἐσωτερικὸ τῆς κατασκευῆς παρατηρεῖται πλῆθος μικρότερων λίθων ἀναμεμιγ- μένων μὲ ἀρκετὴ ποσότητα χώματος (βλ. εἰκ. 11β-γ). (δ) Τὸ ἔδαφος στὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ λόφου τῆς ἀκρόπολης εἶναι ἔντονα κατωφερές. (ε) Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐποπτεύσει τὸν θαλάσσιο χῶρο στὰ ΒΑ. τοῦ οἰκισμοῦ, δηλαδὴ τὸ πέρασμα ἀνάμεσα στὴν ἀνατολικὴ Ἀττικὴ καὶ τὴ νότια Εὕβοια, ἀλλὰ καὶ τὴ νότια πρόσβαση στὴν ἀκρόπολη. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ φυσικὸ παρατηρη- τήριο145. Ἡ θέση ποὺ ἐπελέγη γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος εἶναι ἑπο- μένως κομβική. Κατὰ συνέπεια, ἕνα σύνολο στοιχείων ὅπως (α) οἱ διαστάσεις τοῦ κτίσματος (διάμ. 5 μ.), (β) τὸ ὑλικὸ καὶ ὁ τρόπος κατασκευῆς (στρώσεις πλακοειδῶν λίθων, μὲ λάσπη – πιθα- νότατα – ὡς συνδετικὸ ὑλικό)146, (γ) τὸ ἡμικυκλικό του σχῆμα, (δ) ἡ ἔντονη κατωφέρεια τοῦ ἐδάφους στὸ σημεῖο αὐτὸ καί (ε) ἡ κομβική του θέση, ἐπιτρέπουν – σὲ συνδυασμὸ πάντα μὲ τὴν προαναφερθεῖσα πρωτοελλαδικὴ χρονολόγηση τοῦ κτιρίου – τὴν ἑρμηνεία τοῦ κτίσματος ὡς ἡ μ ι κ υ κ λ ι κ ο ῦ π ρ ο μ α χ ώ ν α τῆς ΠΕ ΙΙ. Στὰ παραπάνω ἂς προστεθεῖ ἡ παντελὴς ἀπουσία κομματιῶν ψημένου πηλοῦ, ποὺ θὰ παρέπεμπε σὲ κτιστὸ κλίβανο, ἢ ἀποθηκευτικῶν ἀγγείων147, καθὼς καὶ ὑπολειμμάτων τροφῶν, ποὺ θὰ εὑνοοῦσαν τὴν ταύτιση τοῦ κτίσματος μὲ ἀποθήκη ὅπου θὰ φυλάσσον- ταν ἀγαθὰ ἢ τρόφιμα148. 145. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ κτίσμα βρίσκεται ὄχι ἀποθηκευτικὰ ἀγγεῖα. ἀκριβῶς στὴ θέση τοῦ μεταγενέστερου ὀχυρωματικοῦ 148. Πρβ. γιὰ παράδειγμα τοὺς διαφορετικοῦ χα- τείχους τῶν ἱστορικῶν χρόνων. ρακτήρα (μὲ ἰσχυρὸ τοῖχο καὶ ὄχι συμπαγῆ) καὶ ἐφα- 146. Εἶναι ἄγνωστο, πρὸς τὸ παρόν, ἂν ἡ ἀνωδομὴ πτόμενους μεταξύ τους ἁψιδωτοὺς ΠΕ ΙΙ σιροὺς στὸ τοῦ προμαχώνα ἦταν πλινθόκτιστη ἢ λιθόκτιστη. Παλαμάρι τῆς Σκύρου (Παρλαμᾶ 2007, 36 εἰκ. 12· Παρ- 147. Τὰ ἀγγεῖα Α1-Α5 συνιστοῦν, πέραν τοῦ τη- λαμᾶ 2009, 236-238 εἰκ. 7-8· Μπονάτσος, Ρωμανοῦ γανόσχημου (Α1), ἀγγεῖα πόσης καὶ κατανάλωσης, 2015, 51-59 εἰκ. 4). Διαφορετικὰ φαίνεται νὰ εἶναι καὶ 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 125 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 125 Τὴν ὑπόθεση τοῦ ἡμικυκλικοῦ ΠΕ ΙΙ προμαχώνα, ποὺ θὰ ἦταν μάλιστα προσαρτημένος (ἢ ἐναλλακτικὰ θὰ ἀποτελοῦσε τὴν ἡμικυκλικὴ ἀπόληξη) στὴν περίμετρο μίας ΠΕ ὀχύ- ρωσης, ἐνισχύουν τὰ ἑξῆς ἀρχιτεκτονικὰ στοιχεῖα: Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἀνασκαφικὸ σχέδιο τοῦ 1994 (εἰκ. 11α), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ σημε- ρινὴ κατάσταση τοῦ χώρου (11β-γ), ἡ ἀνασκαφικὴ ἔρευνα ἀποκάλυψε ἐξωτερικὰ τοῦ ἡμι- κυκλικοῦ κτίσματος καὶ σὲ ἀρκετὰ χαμηλότερο ἐπίπεδο ἀπὸ αὐτόν – πέραν τοῦ ΠΕ ἡμι- κυκλικοῦ κτίσματος – καὶ ἄλλα δομικὰ στοιχεῖα, κυρίως τοίχους ποὺ δείχνουν νὰ σχετί- ζονται μὲ τὸ ἡμικυκλικὸ κτίσμα. Πρόκειται γιὰ τὰ ἑξῆς: (1) Σὲ ἀπόσταση 3.50 μ. νοτίως τῆς ἡμικυκλικῆς κατασκευῆς διακρίνεται τοῖχος σχη- ματισμένος ἀπὸ διπλὴ σειρὰ πλακοειδῶν λίθων, ἐπίσης μετρίου μεγέθους, σωζ. μήκ. περ. 4 μ. καὶ πλάτ. περ. 0.60 μ., μὲ τὸν κατὰ μῆκος ἄξονα νὰ ἔχει προσανατολισμὸ Α.-Δ. Ὅπως φαίνεται στὸ σχέδιο (εἰκ. 11α), ὁ τοῖχος αὐτὸς συνεχιζόταν τόσο δυτικά, ὅπου ἡ περιοχὴ εἶναι ἄσκαφη, ὅσο καὶ ἀνατολικά, ὅπου πρέπει νὰ ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη ΒΔ. οἰκία. Σκοπὸς τοῦ τοίχου αὐτοῦ πού, κρίνοντας ἀπὸ τὴν κατασκευαστική του ὁμοιό- τητα, πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἴδιας ἐποχῆς μὲ τὸ ἡμικυκλικὸ κτίσμα, δηλαδὴ πρωτοελλαδικός, δὲν μπορεῖ νὰ ἦταν ἄλλος παρὰ ἡ ἐνίσχυση τῆς θεμελίωσης τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος, ποὺ λόγῳ τῆς μεγάλης κατωφέρειας τοῦ ἐδάφους θὰ ἀντιμετώπιζε στατικὰ προβλήματα. (2) Σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ κεντρικὸ περίπου τμῆμα τῆς ἐξωτερικῆς πλευρᾶς τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος διακρίνεται κάθετος ἐγκάρσιος λίθινος τοῖχος ἀπὸ μονὴ σειρὰ λίθων, μήκ. 3.50 μ. καὶ πλάτ. 0.30 μ. Ὁ τοῖχος αὐτὸς δείχνει νὰ ἑνώνει τὴν περιφέρεια τῆς ἡμικυκλικῆς θε- μελίωσης μὲ τὸν προαναφερθέντα ἀναλημματικὸ τοῖχο καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τὴν ἐνισχύει. Στὸν ἐγκάρσιο αὐτὸν τοῖχο ἀκουμπάει, στὸ μέσον περίπου τῆς πορείας του, βρα- χὺς τοῖχος μήκ. 1 μ. καὶ πλάτ. περ. 0.80 μ. Εἶναι ἄγνωστο ἂν τὸ τμῆμα αὐτὸ τοῦ τοίχου, ποὺ ἔχει ἐπίσης προσανατολισμὸ Α. πρὸς Δ., συνεχιζόταν πρὸς Δ. Ἴσως νὰ πρόκειται γιὰ τμῆμα ἄλλου ἰσχυρότερου ἀναλημματικοῦ τοίχου πλάτ. 0.80 μ., ποὺ βρισκόταν πιὸ κοντὰ στὸν ἡμικυκλικὸ προμαχώνα. Γενικῶς οἱ δύο ἀναλημματικοὶ τοῖχοι, πλάτ. 0.80 καὶ 0.50 μ. ἀντίστοιχα, μὲ κατεύθυνση Α.-Δ., θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν ὡς τμήματα «προτειχισμάτων»149. Σὲ αὐτὴν τὴν περί- πτωση θὰ εἴχαμε ἕνα σύστημα «ἐπάλληλων προτειχισμάτων», ὅπως τὸ γνωρίζουμε γιὰ παράδειγμα ἀπὸ τὸ Παλαμάρι τῆς Σκύρου150. Συνοπτικά: τὰ τρία ἐπιμέρους εὑρήματα, (α) τὸ ἡμικυκλικὸ κτίσμα, (β) οἱ δύο τοῖχοι μὲ προσανατολισμὸ Α.-Δ. καὶ (γ) ὁ ἐγκάρσιος τοῖχος, βρίσκονται σὲ συνάρτηση μεταξύ τους καὶ προφανῶς ἀνήκουν σὲ ἑνιαία κατασκευὴ μὲ κεντρικὸ στοιχεῖο τὸ ἡμικυκλικὸ τὰ ΠΕ ΙΙ κυκλικὰ οἰκοδομήματα τοῦ Ὀρχομενοῦ, τὰ 149. Τὸ πλάτος τοῦ προτειχίσματος στὸ Παλαμάρι ὁποῖα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ κτίσμα τοῦ Ραμνοῦντος ἔχουν τῆς Σκύρου κυμαίνεται ἀπὸ 0.70 ἕως 0.80 μ. (Παρ- πάχος τοιχώματος 1 περ. μ. (πρβ. ἐδῶ εἰκ. 11α-γ μὲ λαμᾶ 2009, 232· Ρωμανοῦ 2015, 78), στὸ Καστρὶ τοῦ Bulle 1907, 20-25 πίν. XI, 1 [Rundbau D]). Γιὰ τὰ κυ- οἰκισμοῦ τῆς Χαλανδριανῆς Σύρου τὸ προτείχισσμα κλικὰ αὐτὰ κτίσματα μὲ τὴν πλίνθινη ἀνωδομή, τῶν ἔχει πλάτος 0.90 μ. (Μαρθάρη 2006, 116· Μαρθάρη ὁποίων ἡ χρήση παραμένει ἀδιευκρίνιστη, βλ. Nilsson 2017, 65). 2014, 229-230, ἡ ὁποία κλίνει πρὸς τὴν παλιὰ ἄποψη 150. Παρλαμᾶ 2009, 234. τοῦ Σπυρίδωνος Μαρινάτου περὶ σιταποθήκης. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 126 126 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 κτίσμα, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόθεσή μας πρέπει νὰ ἦταν ἡμικυκλικὸς προμαχώνας καὶ νὰ χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Πρὸς τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος ὡς προμαχώνα μᾶς ὁδηγοῦν, τέλος, καὶ τὰ γενικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος, ὅπως (α) ὁ τύπος, (β) οἱ διαστά- σεις καί (γ) ἡ χρονολόγησή του. (α) Ὁ τ ύ π ο ς τοῦ προμαχώνα ποὺ ἐμφανίζεται στὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος μὲ πεταλόσχημη ἢ ἡμικυκλικὴ ἀπόληξη εἶναι κοινὸς καὶ γνωστὸς ἀπὸ πλῆθος παράκτιων θέ- σεων τοῦ ΒΑ. καὶ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου (Ἴμβρος, Σκάλα Σωτῆρος στὴ Θάσο, Παλαμάρι Σκύρου), τῶν Κυκλάδων (Καστρὶ Σύρου, Κύνθος Δήλου, Πάνορμος Νάξου, Μαρκιανὴ Ἀμοργοῦ) καὶ τῆς ἀνατολικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας (Λέρνα, Κολώνα Αἴγινας)151, τῶν ὁποίων ἡ ἀκμὴ τοποθετεῖται μὲν στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, μποροῦν ὅμως νὰ χρονολογοῦνται καὶ στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη (π.χ. Λέρνα, πόλη III C), ἀλλὰ καὶ σὲ μεταγενέστερες περιόδους ὅπως δείχνει τὸ παράδειγμα τῆς ΠΕ ΙΙΙ Κολώνας στὴν Αἴγινα (πόλεις V καὶ Ι). Σὲ ἐλάχι- στες δὲ περιπτώσεις ὁ τύπος ἐμφανίζεται καὶ στὴ Μέση Ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ, ὅπως δεί- χνουν οἱ ὀχυρώσεις στὴν Ἁγία Εἰρήνη τῆς Κέας (φάση IVb)152 καὶ στὸ Παλαμάρι τῆς Σκύ- ρου153. Ὁ πρόσφατος ἐντοπισμὸς παρόμοιου τύπου ὀχυρωματικῶν προμαχώνων σὲ δύο πρωτοελλαδικὲς παραλιακὲς ἀκροπόλεις τοῦ Σαρωνικοῦ, στὰ Βάγια Κορινθίας154 καὶ στὴν ἀκρόπολη τῆς Βασσᾶς κοντὰ στὴ Νέα Ἐπίδαυρο155, οἱ ὁποῖες ἐποπτεύουν μικροὺς κόλπους ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν λειτουργήσει ὡς λιμάνια κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ περίοδο, ἐνισχύει τὸν συσχετισμὸ λιμανιῶν καὶ ὀχυρωμένων θέσεων κατὰ τὴν περίοδο αὐτή156. (β) Οἱ σωζόμενες δ ι α σ τ ά σ ε ι ς (5×3 μ.) τοῦ «ἡμικυκλικοῦ κτίσματος/πύργου» εἶναι συμβατὲς μὲ τὶς ἀρχικὲς διαστάσεις τῶν πεταλόσχημων καὶ ἡμικυκλικῶν προμαχώνων στὸ Καστρὶ τῆς Σύρου καὶ στὸ Παλαμάρι τῆς Σκύρου, οἱ διαστάσεις τῶν ὁποίων εἶναι 3.5×5 – 5×5.50 μ.157 (γ) Τέλος, στὸ ἴδιο συμπέρασμα μᾶς ὁδηγεῖ ἡ προτεινόμενη ἐδῶ χ ρ ο ν ο λ ό γ η σ η τοῦ κτίσματος στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, ἡ ὁποία συνδέει τὴν κατασκευὴ μὲ τὴν προαναφερθεῖσα σειρὰ ἀμυντικῶν ὀχυρώσεων ἐνισχυμένων μὲ πεταλόσχημους ἢ ἡμικυκλικοὺς προμαχῶνες σὲ παράκτιες θέσεις-λιμάνια τῆς ἀνατολικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας καὶ τοῦ Αἰγαίου. Ὅλα αὐτὰ ἐπιτρέπουν μιὰ ἑρμηνεία τοῦ κτίσματος ὡς συμπαγοῦς ἡμικυκλικοῦ προμα- χώνα ποὺ εἴτε προσφυόταν σέ (μὴ ὁρατὸ σήμερα) ὀχυρωματικὸ περίβολο ὅπως στὴν περί- 151. Tartaron, Pullen, Noller 2006, 146 εἰκ. 4 (Λέρ- νάτσος, Ρωμανοῦ, Μάνος 2010, 284-285 εἰκ. 2 («ἀνή- να, Καστρὶ Σύρου, Παλαμάρι Σκύρου). Βιβλιογραφία κουν σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου στὴ Μέση Χαλκοκρα- γιὰ αὐτὲς τὶς ὀχυρωμένες θέσεις παραθέτει ἡ Σωτηρα- τία»)· Ρωμανοῦ 2015, 73. κοπούλου 1997, 538 σημ. 208-213. Γιὰ τὰ νεότερα εὑ- 154. Tartaron, Pullen, Noller 2006, 148-156 εἰκ. 5-12. ρήματα ἀπὸ τὴ Μαρκιανὴ τῆς Ἀμοργοῦ, τὴν Ἴμβρο 155. Αὐτόθι 156-157 εἰκ. 13. καὶ τὴ Θάσο βλ. Παρλαμᾶ 2009, 238-239 μὲ σημ. 22 156. Pullen 2008, 31-32. (Μαρκιανή), 25 (Ἴμβρος), 26 (Θάσος). 157. Παρλαμᾶ 2009, 230. Πρβ. γιὰ παράδειγμα τὸν 152. Overbeck 1989, 5-6 πίν. 6-7 (Ἁγία Εἰρήνη, φά- σχετικὰ μικρὸ προμαχώνα ΣΤ ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ φάση ση IVb) πίν. 11. Ἡ φάση IV τῆς Ἁγίας Εἰρήνης συγχρο- τῆς ὀχύρωσης (Παλαμάρι ΙΙ = ΠΕ ΙΙ ὕστερη) ποὺ μοιά- νίζεται μὲ τὴν ΜΜ ΙΙΑ στὴν Κρήτη (αὐτόθι 1). ζει στὶς διαστάσεις (5×4.5 μ.) καὶ στὴν κατασκευὴ μὲ 153. Παρλαμᾶ 2009, 228· Παρλαμᾶ, Θεοχάρη, Μπο- αὐτὸν τοῦ Ραμνοῦντος (Ρωμανοῦ 2015, 79 εἰκ. 15). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 127 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 127 πτωση τῆς Λέρνας158, τοῦ Καστριοῦ τῆς Σύρου ἢ τοῦ Παλαμαρίου τῆς Σκύρου159, εἴτε ἀποτελοῦσε τὴν ἡμικυκλικὴ ἀπόληξη τοῦ ἴδιου τοῦ τείχους ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ὀχυρωματικοῦ τείχους στὸν Πάνορμο τῆς Νάξου160. Εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ παραπάνω παρατηρήσεις ἔχουν ὑποθετικὸ χαρακτήρα. Ἀσφαλῆ συμπεράσματα μπορεῖ νὰ δώσει μόνο μία μελλοντικὴ ἀνασκαφικὴ ἔρευνα στὴν περιοχή. V. ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΟΥ ΡΑΜΝΟΥΝΤΟΣ Ἡ τυπολογικὴ ἀνάλυση τῆς ΠΕ κεραμικῆς, τῆς λίθινης σφραγίδας καὶ τῶν ἀρχιτεκτο- νικῶν λειψάνων στὶς ἑνότητες IV.1-3 ἔθεσε τὶς βάσεις γιὰ μία προσπάθεια χρονολόγησης τῆς ἐγκατάστασης στὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος. Ἡ ΠΕ κ ε ρ α μ ι κ ὴ τοῦ Ραμνοῦντος, ἂν καὶ ἀριθμητικὰ περιορισμένη, εἶναι θεμελιω- μένη σὲ καθαρὲς ΠΕ ἐπιχώσεις ποὺ συσχετίθηκαν μὲ δύο σαφεῖς ἀρχαιολογικὲς συνάφειες: (Α) τὸ ἡμικυκλικὸ κτίσμα καί (Β) τὴ σφραγισμένη ἀπὸ τὴ φωτιὰ συσσώρευση κεραμικῶν εὑρημάτων τῆς τομῆς στὸν χῶρο 112, παρέχοντας ἔτσι ὑλικὸ ποὺ μπόρεσε νὰ συγκριθεῖ μὲ κατηγορίες καὶ σχήματα ἄλλων θέσεων ὄχι μόνο τῆς Ἀττικῆς ἀλλὰ γενικότερα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς κεντρικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας, καθὼς καὶ τῶν Κυκλάδων. Ἡ π ο ρ τ ο κ α λ ό χ ρ ω μη κεραμικὴ μὲ τὸ ἀ ν ο ι κ τ ὸ κ α σ τ α ν ὸ ἕως ἐ ρ υ θ ρ ο κ ά - σ τ α ν ο ἐπίχρισμα (ὑποκατηγορία α2α), ποὺ στὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος ἀντιπρο- σωπεύεται μὲ ἕνα δοχεῖο μὲ ἔσω νεῦον χεῖλος καὶ ζεῦγος δισκοειδῶν ἀποφύσεων (Β4), δείχνει νὰ σχετίζεται μὲ τὶς ὑποκατηγορίες Α1β καὶ Α1γ στὸ γειτονικὸ Παζαράκι, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν ἀντιπροσωπευτικὲς κατηγορίες τῆς θέσης. Ἡ πρώτη (Παζαράκι Α1β), ἡ ὁποία ἀπαντᾶ καὶ στὸ Ἀσκηταριό, ἀποτελεῖ τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο μεταξὺ ὅλων τῶν φάσεων κατοίκησης στὸ Παζαράκι ἀπὸ τὴν ΠΕ Ι / ΠΕ ΙΙ πρώιμη ἕως καὶ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη161. Ἡ δεύτερη (Παζαράκι Α1γ) ἀπαντᾶ καὶ στὶς τρεῖς φάσεις τῆς ΠΕ ΙΙ162. Ἡ π ο ρ τ ο κ α λ ό χ ρ ω μη κεραμικὴ μὲ τὸ λ ε υ κ ω π ὸ ἕως ρ ο δ ό χ ρ ω μ ο ἐπίχρισμα (ὑπο- κατηγορία α2β), ποὺ ἐκπροσωπεῖται στὸν Ραμνούντα μὲ μία φιάλη μὲ στενόμακρη ἄτρητη ἀπόφυση (Α3), θυμίζει τὴν ὑποκατηγορία Α1α ἀπὸ τὸ γειτονικὸ Παζαράκι, ὅπου ἀποτε- λεῖ συχνὸ φαινόμενο χαρακτηρίζοντας ὁλόκληρη τὴν ΠΕ ΙΙ, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἐξελιγμένη καὶ ὕστερη φάση της163. Τέλος, ἡ π ο ρ τ ο κ α λ ό χ ρ ω μη κεραμικὴ μὲ τὸ σ τ ι λ β ω μ έ ν ο σ κ ο υ ρ ό φ α ι ο ἐπίχρισμα τύπου U r f i r n i s (ὑποκατηγορία α1α), ποὺ στὸν Ραμνούντα ἐκπροσωπεῖται μὲ μία ἀποσπασματικὰ σωζόμενη σαλτσιέρα (;) (Β2), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς χαρακτηριστικότερες λεπτότεχνες τεχνικὲς ἐπίχρισης τῶν ΠΕ ΙΙ ἀγγείων, γνωστὴ στὴν Ἀττικὴ ἀπὸ σημαντικὲς ΠΕ ΙΙ θέσεις ὅπως ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς καὶ τὸ Κορωπί164. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Παζαράκι, ἀπὸ τὸν Ραμνούντα ἀπουσιάζουν δείγματα τῆς π ο ρ τ ο κ α λ ό χ ρ ω μη ς 158. Wiencke 2000, 91-149 εἰκ. Ι.11, Ι.16 (Tower A)· καὶ 1.30). πρβ. καὶ Alram-Stern 2004, 255-256 μὲ σημ. 174-176. 161. Καλογερόπουλος 2019, 180. 159. Παρλαμᾶ 2009, 230· Ρωμανοῦ 2015, 83. 162. Αὐτόθι 176, 178-179. 160. Ἀγγελοπούλου 2014, 20 εἰκ. 1.28-1.36, πρβ. 163. Αὐτόθι 181. ἰδιαίτερα τοὺς συμπαγεῖς πύργους Γ καὶ Δ (εἰκ. 1.16 164. Douni 2020, 284 εἰκ. 7. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 128 128 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 κεραμικῆς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χρονολογηθοῦν στὴν πρώιμη ΠΕ ΙΙ. Ἀπὸ τὴν τυπολογία τῶν τριῶν σχημάτων ποὺ μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία (Α3, Β2, Β4) ὁδηγούμαστε στὴ χρονολόγησή τους σὲ ἕνα προχωρημένο στάδιο τῆς ΠΕ ΙΙ, εἴτε στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη - ΠΕ ΙΙ ὕστερη (Β2, Β4), εἴτε στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη (Α3). Γενικὰ ἡ π ο ρ τ ο κ α - λ ό χ ρ ω μη κεραμική (εὐρύτερη κατηγορία α) ποὺ ἐμφανίζεται στὸν Ραμνούντα μοιάζει νὰ εἶναι ὁμοιογενὴς ὁμάδα καὶ πρέπει νὰ εἶναι τοπικῆς παραγωγῆς. Περισσότερο ἑτερογενεῖς ὁμάδες μοιάζουν ἀντίθετα νὰ εἶναι ἡ ἐ ρ υ θ ρ ή (β) καὶ ἡ γ κ ρ ί ζ α (γ) κεραμική. Ἡ χαρακτηριστικὴ ἐ ρ υ θ ρ ὴ κεραμικὴ μὲ τὸ σ τ ι λ β ω μ έ ν ο σ κ ο υ - ρ ό φ α ι ο ἕως μ ε λ α ν ὸ ἐπίχρισμα καὶ τὴν ἐ ν σ φ ρ ά γ ι σ τ η διακόσμηση μὲ τὸ λευκὸ γαιῶδες γέμισμα (β1α) καὶ ἡ ἐπίσης χαρακτηριστικὴ γ κ ρ ί ζ α κεραμικὴ μὲ τὸ μὴ σ τ ι λ - β ω μ έ ν ο λ ε υ κ ὸ ἐπίχρισμα (γ2β) συνδέουν τὸν Ραμνούντα μὲ τὶς Κυκλάδες. Ἡ πρώτη, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὸ θραῦσμα ἑνὸς τηγανόσχημου σκεύους (Α1), θυμίζει τὴν κυκλα- δικὴ κεραμικὴ κατηγορία Dark Burnished Stamped Ware, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται μὲ διάφορες παραλλαγὲς στὴ Σύρο, στὴ φάση Α2 τῆς Φυλακωπῆς στὴ Μῆλο καὶ στὴν περίοδο ΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης στὴν Κέα, καὶ ὡς ἐκ τούτου μπορεῖ νὰ παραλληλιστεῖ μὲ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξε- λιγμένη στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. Ἡ δεύτερη, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὸν λαιμὸ ἑνὸς ἀμφορέα (Β5), ἐμφανίζει τεχνικὰ στοιχεῖα ποὺ παρουσιάζουν στενὲς ὁμοιότητες μὲ τὰ white slipped τῆς περιόδου ΙΙ καὶ ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Κέας, τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ χρονολογηθοῦν εἴτε στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη, εἴτε στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Τὸ ἂν τὰ Α1 καὶ Β5 συνιστοῦν κυκλαδικὲς εἰσαγωγὲς ἢ κυκλαδικὲς ἀπομιμήσεις εἶναι δύσκολο νὰ ἀποφασι- στεῖ μόνο μὲ τὴν μακροσκοπικὴ μέθοδο. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις πάντως οἱ ὁμοιότητες ὀφείλονται σὲ ἐπικοινωνία τῆς θέσης μὲ τὶς Κυκλάδες. Ἀντίθετα τὰ δείγματα τῆς ἐ ρ υ θ ρ ῆ ς καὶ τῆς γ κ ρ ί ζ α ς κεραμικῆς (σὲ ὅλες τὶς περι- πτώσεις φιάλες) δείχνουν νὰ σχετίζονται μὲ συνάφειες τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης καὶ ΠΕ ΙΙ ὕστερης ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸ κυρίως τμῆμα τῆς κεντρικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα οἱ δακτυλιόσχημες βάσεις βαθέων φιαλῶν A4 καὶ A5 τῆς ἐ ρ υ θ ρ ῆ ς κερα- μικῆς μὲ μὴ σ τ ι λ π ν ὸ ρ ο δ ό χ ρ ω μ ο ἐπίχρισμα (β2α) ἀποδίδουν τυπολογικὰ χαρακτη- ριστικὰ κεραμικῶν κατηγοριῶν ποὺ κυριαρχοῦν κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη στὴν ἀνατο- λικὴ Θεσσαλία (Πευκάκια, ΠΕ οἰκισμός, φάσεις 3-4), στὴ Βοιωτία (Εὔτρηση, ὁμάδα VIII), στὴν Ἀττική (Ρούφ, φάση α καὶ α-β), στὴν Κέα (Ἁγία Εἰρήνη, πόλη ΙΙ) καὶ στὴν Αἴγινα (Κολώνα πόλη ΙΙ). Ἡ βαθειὰ φιάλη μὲ κυρτὸ πρὸς τὰ μέσα χεῖλος καὶ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση (Β3) ἀποδίδει τυπολογικὰ χαρακτηριστικὰ κεραμικῶν κατηγοριῶν ποὺ κυριαρ- χοῦν κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη στὴν Ἀττική (Ἅγιος Κοσμᾶς, φάση Β) καὶ τὴν Κέα (Ἁγία Εἰρήνη, πόλη ΙΙΙ). Ἡ μικρὴ φιάλη μὲ τὸ ἔσω νεῦον χεῖλος καὶ τὴν ἐσωτερικὴ αὐλάκωση τῆς γ κ ρ ί ζ α ς κεραμικῆς μὲ μὴ σ τ ι λ β ω μ έ ν ο ἀ ν ο ι κ τ ο κ ά σ τ α ν ο ἐπίχρισμα (γ2α) μπορεῖ νὰ παραβληθεῖ μὲ ἀνάλογα σχήματα τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης ἀπὸ τὰ Πευκάκια (φάση 5 τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ), τὴ Μάνικα καὶ τὴν Τίρυνθα (ὁρίζοντας 7b). Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ εἰδικὰ ἀγγεῖα Β1 καὶ Β2, δηλαδὴ οἱ σαλτσιέρες, ἀνή- κουν σὲ διαφορετικὲς εὐρύτερες κατηγορίες, δηλαδὴ φαίνεται νὰ ἔχουν διαφορετικὸ τόπο προέλευσης. Ἡ σαλτσιέρα Β1 ἀνήκει στὴν γ κ ρ ί ζ α (γ), ἡ σαλτσιέρα Β2 στὴν π ο ρ τ ο κ α - λ ό χ ρ ω μη (α). Τὸ ἐνδιαφέρον στοιχεῖο εἶναι ὅμως εἶναι ὅτι τὸ ἐπίχρισμά τους εἶναι ἐντελῶς ὅμοιο. Πρόκειται καὶ στὶς δύο περιπτώσεις γιὰ στιλβωμένο σκουρόφαιο ἐπίχρι- 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 129 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 129 σμα τύπου Urfirnis (ὑποκατηγορία α1α καὶ γ1α). Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ κατατάσσει τὶς σαλ- τσιέρες Β1 καὶ Β2 σὲ ἕναν τρόπο ἐπεξεργασίας τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιφάνειας πολὺ κοινὸ γιὰ τὴν καλῆς ποιότητας κεραμικὴ ΠΕ ΙΙ θέσεων τῆς ἀνατολικῆς κεντρικῆς Ἑλλάδας, κυρίως τῆς Βοιωτίας, ὅπως δείχνουν οἱ περιπτώσεις τοῦ Ὀρχομενοῦ165 καὶ τῆς Εὔτρησης166. Στὴν ἑνότητα τῶν ἀνασκαφικῶν δεδομένων ἀναφέραμε ὅτι ἡ χωρικὴ συνάφεια Β, ἡ τομὴ στὴν ἐπιπεδωμένη κορυφὴ τοῦ λόφου, ἔδωσε τὸ μόνο μέχρι στιγμῆς κλειστὸ σύνολο ΠΕ κεραμικῆς ἀπὸ τὸν Ραμνούντα. Ἡ σπουδαιότητα τοῦ συνόλου αὐτοῦ ἔγκειται στὴ δυ- νατότητα ποὺ μᾶς παρέχει λόγῳ τοῦ ὅτι ἀκριβῶς δὲν ὑπέστη διαταραχές, γιὰ τὴ συνα- γωγὴ χρονολογικῶν συμπερασμάτων μέσῳ τυπολογικῶν συσχετισμῶν. Ἀπὸ τὴν τομὴ στὸ δωμάτιο 112 προῆλθαν οἱ ἑξῆς τύποι ἀγγείων: (α) Σχεδὸν ἀκέραια σωζόμενη (πλὴν τοῦ ποδιοῦ) σαλτσιέρα (Β1). Παρόμοια ἀγγεῖα ἀναφέρονται κυρίως ἀπὸ σύνολα τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης, ἐμφανίζονται ὅμως καὶ στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. (β) Τμῆμα δακτυλιόσχημης βάσης καὶ ἔσω νεύοντος χείλους βαθειᾶς φιάλης ποὺ ἀρχικὰ ἴσως ἔφερε προχοή (σαλτσιέρα) (Β2). Παρόμοια ὄστρακα ἔχουν βρεθεῖ σὲ στρώματα τῆς περιόδου ΙΙ καὶ ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τῆς Κέας, τῆς φάσης ΙΙ στὸ Παλαμάρι τῆς Σκύρου, στὴ φάση Β τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, καθὼς καὶ στὰ Πευκάκια (φάση Α τῶν ΠΕ στρωμάτων τῆς περιοχῆς H-I V), μποροῦν δηλαδὴ νὰ χρονολογηθοῦν τόσο στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη ὅσο καὶ στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. (γ) Ἄνω τμῆμα βαθειᾶς φιάλης μὲ χεῖλος κυρτὸ πρὸς τὰ μέσα καὶ ὁριζόντια, ἄτρητη ἀπόφυση («lug») στὸ ὕψος τοῦ ὤμου (Β3). Τέτοιου εἴδους φιάλες ἀπαντοῦν στὴ φάση Β τοῦ ΠΕ οἰκισμοῦ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ καὶ στὸν οἰκισμὸ τῆς περιόδου ΙΙΙ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης στὴν Κέα. Καὶ οἱ δύο χρονολογοῦνται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. (δ) Ἄνω τμῆμα δοχείου μὲ ἔσω νεῦον χεῖλος τῆς κατηγορίας “scored ware” (“Besenstrich- keramik”) μὲ ζεῦγος πλαστικῶν δισκοειδῶν ἐπιθεμάτων στὴν περιοχὴ τοῦ ὤμου (Β4). Παρόμοια ἀγγεῖα ἀπαντοῦν τόσο κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη ὅσο καὶ κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. (ε) Θραῦσμα λαιμοῦ ἀπὸ ἀμφορέα (Β5). Τὸ σχῆμα τοῦ λαιμοῦ εἶναι κοινὸ γιὰ ἀμφορεῖς καὶ ὑδρίες ἀπὸ συνάφειες τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης, τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης καὶ τῆς μεταβατικῆς ΠΕ ΙΙ-ΠΕ ΙΙΙ φάσης, δηλαδὴ τῆς Ἐποχῆς τῶν Οἰκιῶν μὲ Διαδρόμους. Ἀπὸ τὸν συσχετισμὸ τῶν ἀνωτέρω τύπων συνάγεται ὅτι τὸ ἀδιατάρακτο κεραμικὸ σύ- νολο τῆς τομῆς χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη περίοδο (λόγῳ τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀγγείου Β3). Ἂς τονιστεῖ ἐκ νέου ὅτι μὲ τὴν ἔκφραση «χρονολογεῖται» δὲν ἐννοοῦμε τὸ χρονολο- γικὸ εὖρος τῆς διάρκειας ζωῆς τῶν ἀγγείων τῆς ἐναπόθεσης στὴν τομὴ 112 ἀλλὰ τὴ χρο- νικὴ στιγμὴ τῆς ἐναπόθεσης τοῦ κεραμικοῦ συνόλου στὸν συγκεκριμένο χῶρο. Δεδομένης αὐτῆς τῆς ὕστερης χρονολόγησης, τὸ εὕρημα ὡς σύνολο ἐμφανίζει, ἀπὸ καθαρὰ ὀπτικὴ ἄποψη, ἕναν κάπως ἀρχέγονο χαρακτήρα, ἀφοῦ τρία τουλάχιστον ἀπὸ τὰ πέντε ἀγγεῖα 165. Kunze 1934, 16-17 (“Urfirnis”)· Hanschmann, 166. Goldman 1931, 97 (“Glazed Ware”)· Hansch- Milojcic 1976, 161. mann, Milojcic 1976, 158. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 130 130 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 του (Β1, Β2, Β4) δείχνουν νὰ εἶναι προγενέστερα τοῦ Β3, ἀφοῦ τὰ καλύτερα παράλληλά τους παραπέμπουν περισσότερο στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη παρὰ στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Ἐπίσης τὸ κεραμικὸ σύνολο ἀνήκει καθαρὰ στὴν ἠπειρωτικὴ ΠΕ ΙΙ παράδοση τῆς κεντρικῆς Ἑλ- λάδας, ἐνῶ ἀπουσιάζουν τὰ χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐποχὴ ἀνατολικοαιγαιακὰ στοιχεῖα τοῦ ὁρίζοντα Λευκαντὶ 1 – Καστρί, ποὺ ὑπάρχουν σὲ ἄλλες χωρικὲς συνάφειες τῆς Ἀττι- κῆς καὶ θέσεων τοῦ Σαρωνικοῦ κόλπου ποὺ χρονολογοῦνται ἐπίσης στὴν Ἐποχὴ τῶν «Οἰ- κιῶν μὲ Διαδρόμους», ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ Οἰκία Α τῆς Ραφήνας167 ἢ ἡ πόλη ΙΙΙ τῆς Κολώνας στὴν Αἴγινα168. Ἡ ἀπουσία αὐτὴ συνδέει τὸν Ραμνούντα μὲ τὶς θέσεις τῆς ΒΑ. Πελοποννήσου169, οἱ ὁποῖες ἐπίσης δὲν υἱοθέτησαν στὸ ρεπερτόριό τους τὶς καινοτομίες τοῦ ὁρίζοντα Λευκαντὶ 1 – Καστρί. Δεδομένου πάντως ὅτι τὸ ΠΕ ὑλικὸ τοῦ Ραμνοῦντος ποὺ παρουσιάζεται ἐδῶ ἔχει καθαρὰ δειγματοληπτικὸ χαρακτήρα, δὲν ἀποκλείεται κερα- μικὰ στοιχεῖα τοῦ ὁρίζοντα αὐτοῦ νὰ ἐμφανιστοῦν σὲ μελλοντικὲς ἔρευνες. Συμπερασματικά: Ἀπὸ τὴν τυπολογικὴ ἀνάλυση τῆς ΠΕ κεραμικῆς τοῦ Ραμνοῦντος προκύπτει ὅτι ἡ ἐγκατάσταση στὴν ἀκρόπολη καλύπτει χρονολογικὰ τὸ διάστημα ἀνά- μεσα στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, δηλαδὴ τὴν περίοδο ΠΕ ΙΙΒ ἢ τὴν περίοδο τῶν «Οἰκιῶν μὲ Διάδρομο». Ἀπὸ τὰ λίγα στοιχεῖα ὡστόσο ποὺ διαθέτουμε δὲν εἶναι σαφὲς ἂν τὸ κεραμικὸ ὑλικὸ ὡς σύνολο προέρχεται ἀπὸ μία μόνο οἰκιστικὴ φάση, ἡ ὁποία χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη καὶ ἡ ὁποία περιέχει ἐπίσης ἀρχέγονα στυλι- στικὰ στοιχεῖα τῆς προηγούμενης περιόδου, δηλαδὴ τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης ἢ ἂν τὸ ὑλικὸ ἀντιπροσωπεύει περισσότερες τῆς μίας οἰκιστικὲς φάσεις, οἱ ὁποῖες χρονολογοῦνται σὲ διάφορες φάσεις τοῦ διαστήματος ἀνάμεσα στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Ἐφόσον ἡ χρονικὴ στιγμὴ τῆς ἐναπόθεσης τοῦ κεραμικοῦ συνόλου στὸ δωμάτιο 112 (ΠΕ ΙΙ ὕστερη), εἶναι σύγχρονη μὲ τὴν ἀντίστοιχη στιγμὴ ἐναπόθεσης τῆς ἐπίχωσης στὸν ἡμι- κυκλικὸ πύργο (ἐπίσης ΠΕ ΙΙ ὕστερη) εἶναι πιθανὸν τοῦτο νὰ σημαίνει ὅτι καὶ ὁλόκληρη ἡ θέση, δηλαδὴ ὁ Ραμνοῦς, ἐγκαταλείφθηκε στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη. Εἶναι εὐνόητο ὅτι χρειά- ζονται περισσότερα καὶ ἀσφαλέστερα στοιχεῖα γιὰ τὴν ὑποστήριξη αὐτῆς τῆς ἄποψης, ὡστόσο ἡ ἀπουσία ὁποιασδήποτε ἔνδειξης κατοίκησης τοῦ χώρου στὴν ΠΕ ΙΙΙ καὶ τὴ Μεσοελλαδικὴ περίοδο δείχνει πρὸς τὸ παρὸν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση. Τοῦτο θὰ συνέδεε πάντως τὸν Ραμνούντα μὲ μία σειρὰ ἄλλων θέσεων τῆς κεντρικῆς καὶ νότιας ἠπει- ρωτικῆς Ἑλλάδας, οἱ ὁποῖες ἐγκαταλείφθηκαν στὸ τέλος τῆς ΠΕ ΙΙ γιὰ νὰ ἐπανακατοι- κηθοῦν, ὅπως δείχνει τὸ κλασικὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ170 στὴ δυτικὴ Ἀττική, πάλι μόλις κατὰ τὴ Μυκηναϊκὴ περίοδο171. Σὲ παρόμοια χρονολογικὴ ἐκτίμηση μᾶς ὁδηγεῖ καὶ ἡ μελέτη τῶν ἀ ρ χ ι τ ε κ τ ο ν ι κ ῶ ν λειψάνων τοῦ Ραμνοῦντος, ποὺ μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν μὲ ἀσφάλεια στὴν ΠΕ περίοδο, δηλαδὴ τοῦ ἡμικυκλικοῦ προμαχώνα. Μολονότι ἡ ἰδέα τῆς σύνθετης ὀχύρωσης μὲ ἐλλει- ψοειδεῖς προμαχῶνες στὴν Ἀττικὴ φαίνεται νὰ ξεκινάει ἤδη στὴν ΠΕ Ι / ΠΕ II πρώιμη 167. Rutter 1979, 17· Maran 1998, 77. σημ. 271. 168. Rutter 2012, 77-78. 171. Tartaron, Pullen, Noller 2006, 153. Γιὰ τὸ θέμα 169. Pullen 2013, 550. βλ. κυρίως τὶς μελέτες τῶν Forsén 1992 καὶ Maran 170. Mylonas 1959, 162· Maran 1998, 80-82· 183 1998. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 131 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 131 περίοδο, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ περίπτωση τῆς ὀχυρωμένης ἀκρόπολης στὸ Ζάγανι172, ὁ τύπος τῆς ὀχύρωσης μὲ ἡμικυκλικoὺς ἢ πεταλόσχημους πύργους (εἴτε συμπαγεῖς εἴτε ἀνοι- κτοὺς στὸ ἐσωτερικό τους) διαδίδεται, ὅπως προαναφέρθηκε, στὶς παράκτιες θέσεις – λιμάνια τοῦ Αἰγαίου καὶ τῆς κεντρικῆς καὶ νότιας ἀνατολικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας κυρίως στὸ β´ μισὸ τῆς ΠΕ ΙΙ (= ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ ΠΕ ΙΙ ὕστερη = ΠΕ ΙΙΒ173). Ἡ ὀχύ- ρωση θέσεων ὅπως ἡ πόλη IIIC τῆς Λέρνας (ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη), τὸ Καστρὶ στὴ Σύρο, τὸ Παλαμάρι στὴ Σκύρο, ὁ Πάνορμος στὴ Νάξο καὶ ἡ πόλη ΙΙΙ τῆς Κολώνας στὴν Αἴγινα (ΠΕ ΙΙ ὕστερη), εἶναι σύγχρονες μὲ τὸν ἡμικυκλικὸ πύργο τῆς ἀκρόπολης τοῦ Ραμνοῦντος καὶ ἀνήκουν σὲ αὐτὸν τὸν τύπο. Τέλος, ἡ μέσῳ τυπολογικῆς ὁδοῦ χρονολόγηση τῆς λ ί θ ι ν η ς σ φ ρ α γ ί δ α ς (Γ) στὴν ΠΕ ΙΙ εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικὴ τῆς γενικότερης χρονολογικῆς τοποθέτησης τῆς ἐγκατάστα- σης στὴν περίοδο αὐτή. VΙ. Η ΔΟΜΗΜΕΝΗ ΕΝΑΠΟΘΕΣΗ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 112 Στὴν ἑνότητα αὐτὴ θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ ἑστιάσουμε στὸν χαρακτήρα καὶ τὴ λειτουργία τῶν (τουλάχιστον) πέντε ἀγγείων, ποὺ βρέθηκαν μαζί, «σφραγισμένα» ἀπὸ τὴ φωτιὰ στὸ δωμάτιο 112 στὴν κορυφὴ τῆς ἀκρόπολης (εἰκ. 12). Θὰ προσπαθήσουμε νὰ δείξουμε ὅτι τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ ὡς σ ύ ν ο λ ο δὲν ἀποτελοῦν ἁπλὴ συσσώρευση κινητῶν εὑρημάτων (κε- ραμικῆς), ἡ ὁποία διασώθηκε τυχαῖα ἐπειδὴ τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς ἀκρόπολης καταστράφηκε ἀπὸ φωτιὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης, ἀλλὰ ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς «δομικῆς ἐναπόθεσης» (structured deposition)174, δομικὰ συστατικὰ δηλαδὴ ἑνὸς προσεκτικὰ ἐπι- λεγμένου (ὡς πρὸς τὸν τύπο, τὴ χρήση καὶ τὴ λειτουργία) συνδυασμοῦ κεραμικῶν σχη- μάτων, τὰ ὁποῖα ἐναποτέθηκαν σκόπιμα στὸ σημεῖο αὐτό, καθορισμένα ἀπὸ τὸ ἰδεολο- γικὸ πλαίσιο καὶ τὶς κοινωνικὲς πρακτικὲς τῆς ἐποχῆς. Ἡ ὁμάδα τῶν πέντε ἀγγείων φανερώνει τὴν ἑξῆς δομικὴ σχέση (εἰκ. 12): Σαλτσιέρα (B1) – σαλτσιέρα (;) (B2) – φιάλη μὲ ὁριζόντια ἄτρητη ἀπόφυση στὸν ὦμο (B3) – βαθὺ ἀνοικτὸ ἀγγεῖο μὲ ὁριζόντιες καὶ λοξὲς αὐλακώσεις καὶ ἔσω νεῦον χεῖλος (B4) – ἀμφορέας (B5). Τὸ ὅτι τὰ ἀποσπασματικὰ σωζόμενα αὐτὰ ἀγγεῖα δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἀπορρίμματα ποὺ ρίχτηκαν τυχαῖα στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀλλὰ συνιστοῦν μία σκόπιμη πράξη ποὺ διέπεται ἀπὸ κανόνες καὶ συμβολισμοὺς κατανοητοὺς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς προκύπτει τόσο ἀπὸ τὴν ἐξέταση τῆς χρήσης καὶ λειτουργίας τῶν σχημάτων τῶν ἀγγείων-καταλοί- πων τῆς ἀπόθεσης, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ τύπου καὶ τῶν σχημάτων 172. Σταϊνχάουερ 2001, 32 εἰκ. χωρὶς ἀρ.· Alram- 174. Γιὰ χρήσεις τοῦ ὅρου «δομημένη ἐναπόθεση», Stern 2004, 255. ποὺ μέχρι πρότινος ἦταν γνωστὸς κυρίως ἀπὸ ἔρευνες 173. Γιὰ τὶς χρονολογικὲς ἀντιστοιχίες ποὺ χρησι- ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν ἀρχαιολογία τῆς νεολιθικῆς Εὐ- μοποιοῦνται στὴν παροῦσα ἐργασία βλ. σχηματικὰ ρώπης, στὸν αἰγαιακὸ χῶρο βλ. τώρα Στρατούλη, Κα- Wilson 2013, 428 πίν. 12. τσικαρίδης, Μπεκιάρης, Τζεβελεκίδη 2014. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 132 132 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Εἰκ. 12. Ραμνοῦς, ἀκρόπολη. ΠΕ ΙΙ ἀγγεῖα πόσης καὶ συνεστίασης ἀπὸ τὴν τομὴ στὴ ΒΔ. γωνία τοῦ δωματίου 112. Β1. σαλτσιέρα (ὑποκατηγορία γ1α). Β2. σαλτσιέρα [;] (ὑποκατηγορία α1α). Β3. βαθειὰ φιάλη μὲ χεῖλος κυρτὸ πρὸς τὰ μέσα καὶ ὁριζόντια, ἄτρητη ἀπόφυση (ὑποκατηγορία β2α). Β4. βαθὺ ἀνοιχτὸ ἀγγεῖο μὲ ἔσω νεῦον χεῖλος ποὺ κλίνει πρὸς τὰ μέσα (ὑποκατηγορία α2α). Β5. ἀμφορέας ἢ ὑδρία (ὑποκατηγορία γ2β). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 133 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 133 τῶν ἀγγείων ποὺ ἐπελέγησαν. Ὁ τελευταῖος φαίνεται ὅτι ἀκολουθεῖ ἕνα πατροπαράδοτο τελετουργικὸ πρότυπο. Χρήση καὶ λειτουργία τῶν σχημάτων τῆς ὁμάδας Β1-Β5 Ἀπὸ τὰ εὑρήματα τῆς ὁμάδας αὐτῆς ξεχωρίζουν οἱ δύο λεπτότεχνες σαλτσιέρες (Β1, Β2). Ὅσον ἀφορᾶ τὴ χ ρ ή σ η175 τῶν σαλτσιερῶν, ἡ σύγχρονη ἔρευνα διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὴν παλαιότερη, ἡ ὁποία μὲ λίγες ἐξαιρέσεις θεωροῦσε τὶς σαλτσιέρες ὡς τὰ κατ᾽ ἐξο- χὴν ἀγγεῖα πόσης τῆς ΠΕ ΙΙ κοινῆς176. Ὡστόσο, ὅπως ὀρθῶς τόνισε ὁ Pullen177, λόγῳ τῆς πολὺ στενῆς ἢ πολὺ ἀδέξια διαμορφωμένης προχοῆς τῆς φιάλης (βλ. γιὰ παράδειγμα τὴν ἄτεχνη προχοὴ τοῦ Β1), ἡ σαλτσιέρα ἀποτελεῖ, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, σκεῦος ἀκατάλληλο γιὰ πόση. Ἀντίθετα, προορισμὸς τοῦ ἰδιότυπου καὶ ἐπιμήκους τμήματος τοῦ ἀγγείου, ποὺ στὴ βιβλιογραφία χαρακτηρίζεται συνήθως ὡς «προχοὴ» ἤ «πρόχυση», πρέ- πει νὰ ἦταν, ὅπως ὑποστήριξε πρόσφατα καὶ ὁ Jeremy Rutter178, νὰ διευκολύνει τὸ κρά- τημά του ὥστε νὰ μὴ γλιστράει τὸ ἀγγεῖο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ κατόχου του, νὰ ἐπρόκειτο δηλαδὴ γιὰ λαβή. Ἡ δὲ μέχρι τώρα ἀποκαλούμενη «λαβὴ» τῆς σαλτσιέρας (στὴν περί- πτωση τοῦ Β1 ὁριζόντια) πρέπει νὰ χρησίμευε ὡς κρίκος ἀνάρτησης τοῦ ἄδειου ἀγγείου. Ἡ σαλτσιέρα, συνεπῶς, πρέπει νὰ εἶχε κυρίως τὴ χρήση ἀρύταινας (κουτάλας) ἢ πρόχου καὶ νὰ χρησίμευε ὡς ἀγγεῖο σερβιρίσματος179 μικρῶν ποσοτήτων ὑγρῶν οὐσιῶν στὰ ἀτο- μικὰ ἀγγεῖα πόσης τῆς ἐποχῆς (τὶς φιάλες)180. Τοῦτο ἐξ ἄλλου δὲν σημαίνει ὅτι σὲ κάποιες περιπτώσεις δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ καὶ ὡς ἀγγεῖο πόσης. Πέραν τῆς σαλτσιέρας καὶ τὰ ὑπόλοιπα σχήματα τοῦ δομικοῦ αὐτοῦ συνόλου ἀνήκουν στὸ ρεπερτόριο τῶν ἐπιτραπέζιων σχημάτων (πόσης καὶ συνεστίασης). Ἡ φιάλη μὲ τὴν στενόμακρη ἄτρητη ἀπόφυση στὸν ὦμο (B3) εἶναι ἕνα ἀγαπητὸ σχῆμα τῆς κεντρικῆς Ἑλλάδας ποὺ συσχετίζεται μὲ πρακτικὲς κατανάλωσης τροφῆς181, τὸ βαθὺ ἀνοικτὸ ἀγγεῖο μὲ τὸ διαμέτρου 30 ἑκ. ἔσω νεῦον χεῖλος μὲ τὶς ὁριζόντιες καὶ λοξὲς αὐλακώσεις (Β4) πρέ- πει νὰ εἶχε τὴ χρήση μικροῦ δοχείου ἀποθήκευσης (ὑγρῶν) τροφίμων182, τέλος ὁ ἀμφορέας (Β5) πρέπει νὰ χρησίμευε ἀρχικὰ γιὰ τὴ μεταφορὰ καὶ ἀργότερα τὴν ἀποθήκευση ἀγρο- τικῶν προϊόντων, π.χ. κρασιοῦ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴ σημασία τῶν ἀγγείων τῆς ὁμάδας ποὺ ἐξετάζουμε στὴν πολιτισμικὴ συμπεριφορὰ τῶν ΠΕ κοινοτήτων, δηλαδὴ τὴ λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α τους, ἡ προσοχὴ τῆς νεότερης ἔρευνας ἔχει ἐπικεντρωθεῖ καὶ πάλι στὸν ρόλο τῶν λεπτότεχνων σαλτσιερῶν. Σύμφωνα μὲ τὸν Joseph Maran183, τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ εἶχαν μία εἰδικὴ σχέση μὲ ἕναν αὐστηρὰ καθο- 175. Μὲ τὸν ὅρο «χρήση» (σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς 180. Rutter 2001, 118. τὸν εὐρύτερο ὅρο «λειτουργία», βλ. παρακάτω) ἐν- 181. Kunze 1934, 62 (“Als Eßnapf mag sie [die νοοῦμε τὸν συγκεκριμένο χρηστικὸ προορισμὸ τοῦ Schüssel] gedient haben”). ἀγγείου πρὸς ὄφελος τοῦ κατόχου. 182. Christmann 1996, 134 (“Oft haben sie [die 176. Καλογεράκου 1995, 301 μὲ σημ. 26. Schalen] einen Randdurchmesser von etwa 30 cm und 177. Pullen 2011b, 224. sind relativ tief, so daß für sie eine Funktion als kleinerer 178. Rutter 2017, 4. Aufbewahrungsbehälter denkbar ist”). 179. Ὡς “pouring vessel” ἀντιλαμβάνονται τὴν 183. Maran 1998, 273. σαλτσιέρα καὶ οἱ Day, Wilson 2016, 31. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 134 134 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 ρισμένο καὶ ὑπερτοπικὸ «πολιτισμικὸ κώδικα» τῶν ΠΕ ΙΙ κοινοτήτων, ἐνῶ καὶ ἡ Martha Wiencke184 ἀντιμετώπισε πρόσφατα τὶς σχετικὲς μὲ τὶς σαλτσιέρες δραστηριότητες ὡς κοι- νωνικὸ καὶ ἰδεολογικὸ μέγεθος τῆς συμπεριφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλά- δας κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ περίοδο: τὶς θεώρησε μάλιστα τμήματα μιᾶς “ceremony of both drink- ing and pouring” ὑγρῶν οὐσιῶν, πιθανότατα κρασιοῦ. Ὁ συνδυασμὸς τύπου καὶ σχημάτων τῶν ἀγγείων ποὺ ἐπελέγησαν στὴν ὁμάδα Β1-Β5 Παρεμφερεῖς συνδυασμοὶ ἀγγείων μὲ αὐτὸν τῆς ὁμάδας Β1-Β5 τοῦ Ραμνοῦντος ἀπαν- τοῦν σὲ διάφορες θέσεις τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς κεντρικῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας καλύπτοντας ὅλο τὸ φάσμα τῆς ΠΕ ΙΙ. Οἱ συνάφειες αὐτὲς εἶναι ἀρκετὲς γιὰ νὰ ὑποστη- ρίξουν τὴν ἄποψη ὅτι οἱ προαναφερθεῖσες τελετουργικὲς πρακτικὲς μὲ τὴν παρουσία σαλ- τσιερῶν ἐντάσσονται σὲ ἕνα κοινὸ οἰκονομικό, κοινωνικὸ καὶ ἰδεολογικὸ σύστημα, ποὺ συνέδεε τὶς ΠΕ ΙΙ κοινότητες τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς κεντρικῆς Ἑλλάδας μεταξύ τους καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου δείχνουν ὅτι τὸ συγκροτημένο ἀπὸ πέντε ἀγγεῖα (Β1-Β5) σχῆμα τοῦ Ραμνοῦντος ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, μπορεῖ νὰ προσδεθεῖ σὲ ἕνα κληροδοτημένο ἀπὸ τὴν ΠΕ ΙΙ πρώιμη πρότυπο τελετουργίας. Τρία παραδείγματα παραπλήσιων ὁμάδων ἀγγείων (α-γ) ἀπὸ διαφορετικὲς φάσεις τῆς ΠΕ ΙΙ ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταστήσουν τὰ παραπάνω σαφῆ: (α) Τὸ πρῶτο σχῆμα δημοσιεύτηκε ἀπὸ τὸν Pullen185 καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν Τσούγ- κιζα τῆς Νεμέας. Πρόκειται γιὰ ἕναν πρώιμο συνδυασμὸ ἕξι ἀγγείων ἐπιτραπέζιου χαρα- κτήρα (δύο βαθιὰ ἀνοικτὰ ἀγγεῖα, μία ἀρύταινα καὶ τρεῖς μικρὲς φιάλες), τὰ ὁποῖα ἀπο- τελοῦν κατάλοιπα σκευῆς τελετουργιῶν ἐπίσημης καὶ κοινωνικὰ σημαντικῆς συνεστίασης. Τὰ ἀγγεῖα βρέθηκαν στὸν λάκκο 56 τῆς κορινθιακῆς αὐτῆς θέσης καὶ ἡ ἀπόθεσή τους χρονολογεῖται στὴν ΠΕ ΙΙ πρώιμη (= ΠΕ ΙΙΑ). (β) Τὸ δεύτερο παράδειγμα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ ἕναν ἀνάλογο συνδυασμὸ σχημάτων, ἦλθε στὸ φῶς τὴ δεκαετία τοῦ 1920 στὴν Εὔτρηση τῆς Βοιωτίας καὶ δημοσιεύτηκε ἀπὸ τὴν Hetty Goldman186. Πρόκειται γιὰ μία ὁμάδα ἀγγείων ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ μία σαλτσιέρα, δύο μεγάλα καὶ βαθιὰ ἀγγεῖα, μία ρηχὴ φιάλη καὶ ἕνα στενόλαιμο σφαιρικὸ ἀγγεῖο. Ἐντο- πίστηκε στό «ἐπίπεδο δαπέδου τοῦ λάκκου IV» (Floor level in Pit IV) τῆς βοιωτικῆς αὐτῆς θέσης καὶ χρονολογήθηκε ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη ἔρευνα187 στὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη. (γ) Ἕνα παρόμοιος «συμποσιακὸς» ἐξοπλισμός (πέντε σαλτσιέρες, θραύσματα ἀπὸ με- γάλα ἀνοικτὰ ἀγγεῖα, μία ἀρύταινα) βρέθηκε, τέλος, στὸ δωμάτιο XI τῆς «Οἰκίας τῶν Κεράμων» στὴ Λέρνα188 (ΠΕ ΙΙ ὕστερη) μαζὶ μὲ τὰ περίφημα σφραγίσματα καὶ τουλάχι- στον 62 μικρὲς ρηχὲς φιάλες, ὑποδηλώνοντας ὅτι σύνολα ἀγγείων τοῦ τύπου ποὺ βρέθηκε στὸν Ραμνούντα (Β1-Β5) πρέπει νὰ συνδυάζονταν μὲ ἀτομικὰ ἀγγεῖα πόσης καὶ κατανά- λωσης τροφῆς (φιάλες). 184. Wiencke 2011, 349. 187. Hanschmann, Milojcic 1976, 158 Beil. 25 ἀρ. 185. Pullen 2011b, 219 εἰκ. 1· Pullen 2011c, 190-191 63-67. εἰκ. 2· Pullen 2011a, 254 εἰκ. 5.12. 188. Peperaki 2007, 107· Pullen 2013, 548 ἀρ. 1. 186. Goldman 1931, 98 εἰκ. 126. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 135 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 135 Σκέψεις σχετικὰ μὲ τὴν πραγματολογία καὶ σημασιολογία τῶν τελετουργιῶν πόσης καὶ συνεστίασης Ἀπὸ τὴν ἐξέταση τῶν ἀγγείων τῶν σχηματισμῶν αὐτῶν προκύπτουν οἱ ἑξῆς παρατη- ρήσεις: (α) Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀτομικῶν ἀγγείων πόσης (φιάλες) πρέπει νὰ ἀντιστοιχοῦσε περίπου μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν συμμετεχόντων στὶς τελετουργίες πόσης καὶ συνεστίασης. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη ἄποψη τῆς ἔρευνας, ὁ ἀριθμὸς αὐτός (τουλάχιστον 62 στὴ Λέρνα, 3 στὴν Τσούγκιζα) θὰ συμβόλιζε τὴν παρουσία ἰσάριθμων ἐκπροσώπων νοικοκυριῶν ἢ γει- τονικῶν οἰκισμῶν στὶς τελετουργικὲς δραστηριότητες. Οἱ ἐκπρόσωποι αὐτοὶ πρέπει νὰ εἶχαν περίπου τὴν ἴδια κοινωνικὴ θέση. (β) Τὰ ἀγγεῖα τῶν ὁμάδων αὐτῶν δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ἀγγεῖα καθημερινῆς χρή- σης. Τοῦτο σημαίνει ἀφ᾽ ἑνὸς ὅτι μόνο ἕνας περιορισμένος ἀριθμὸς ἀτόμων θὰ μποροῦσε νὰ συμμετέχει σὲ αὐτὲς τὶς ἐπίσημες τελετουργίες καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ὅτι ἡ κοινωνικὴ θέση τῶν συμμετεχόντων δὲν μπορεῖ νὰ ἦταν χαμηλή. (γ) Σὲ γενικὲς γραμμὲς ὑπάρχει ὁμοφωνία στὴν ἔρευνα ὅτι τὸ κοινωνικοπολιτικὸ σύ- στημα μὲ τὸ ὁποῖο ἦταν ὀργανωμένη ἡ κοινωνία τῆς ΠΕ ΙΙΒ, δηλαδὴ τῆς ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένης καὶ ΠΕ ΙΙ ὕστερης, ἦταν αὐτὸ τῆς «ἀρχηγικῆς κοινότητας» ἤ «τοπαρχίας» (chiefdom)189. Στὰ πλαίσια αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ὁ «ἀρχηγὸς» ἤ «τοπάρχης» (chief) τῆς κάθε κεντρικῆς κοινότητας διατηροῦσε αὐτὴ τὴ θέση μέσῳ τῆς «ἀναδιανομῆς» (redistribution) ἀγαθῶν, ὅπως μεταλλικῶν εἰδῶν ἀλλὰ καὶ ὑπηρεσιῶν (ἐξειδικευμένο προσωπικό, ἐργάτες) σὲ συγ- κεκριμένα ἄτομα, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν τήν «ἐλίτ». Ἡ ἀναδιανομὴ αὐτὴ λάμβανε χώρα σὲ θεσμοθετημένες πρακτικές, ὅπως εἶναι οἱ ἑορτασμοί. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ στὴ Λέρνα τουλάχιστον 62 ἐκπρόσωποι νοικοκυριῶν θὰ συμμετεῖχαν ὡς μέλη μιᾶς περιφερειακῆς «ἐλὶτ» στοὺς ἑορτασμοὺς τῆς τοπικῆς ἀρχηγικῆς κοινότητας. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ θὰ μπορού- σαμε ἐπίσης νὰ φανταστοῦμε ὅτι οἱ «ἀρχηγοὶ» καὶ τῶν ὑπόλοιπων κεντρικῶν ΠΕ ΙΙ κοι- νοτήτων, δηλαδὴ τῆς Τσούγκιζας, τῆς Εὔτρησης, καί (ἑπομένως καὶ) τοῦ Ραμνοῦντος, θὰ προσκαλοῦσαν τοὺς ἐπικεφαλῆς γειτονικῶν οἰκογενειῶν, οἰκισμῶν ἢ δικτύων οἰκισμῶν σὲ μία ἐπίσημου κοινωνικοῦ χαρακτήρα εὐωχία (“feasting”) μὲ σκοπό, ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, τὴν ἀναδιανομὴ ἀπὸ πλευρᾶς ἀρχηγοῦ τῶν ἀγαθῶν, π.χ. μεταλλικῶν προϊόντων. Αὐτὴ εἶναι λογικὸ νὰ λάμβανε χώρα, ὅπως καὶ στὴ Λέρνα, στὰ πλαίσια καθιερωμένων ἑορτα- σμῶν (π.χ. σὲ συγκεκριμένα στάδια τοῦ γεωργικοῦ ἢ τοῦ βιοτικοῦ κύκλου). Ἡ τελετουρ- γικὴ αὐτὴ πράξη θὰ στόχευε, πέρα ἀπὸ τὴν καθαρὰ οἰκονομικοῦ χαρακτήρα ἀναδιανομὴ τῶν ἀγαθῶν, στὴν ἐνίσχυση τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῶν παραδοσιακῶν δεσμῶν τῶν ἑκά- στοτε οἴκων, τῶν γειτονικῶν οἰκισμῶν, καθὼς καὶ τῆς εὐρύτερης κοινότητας. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἡ ἐλὶτ τῆς κάθε κεντρικῆς κοινότητας θὰ ἐνδυνάμωνε τοὺς δεσμούς της μὲ τοὺς ἐπικεφαλῆς τῶν ἀγροτικῶν στρωμάτων τῆς εὐρύτερης περιφέρειας, ποὺ σημαί- νει ὅτι ἡ σταθερὰ ἐπαναλαμβανόμενη αὐτὴ πράξη πόσης καὶ συνεστίασης θὰ ἦταν προ- πάντων μία τοπικὰ ριζωμένη τελετουργία. 189. Pullen 2008, 34. Περισσότερο ἐπιφυλακτικὸς Maran 1998, 237-238. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 136 136 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 (δ) Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἴσως νὰ μὴν εἶναι χωρὶς σημασία ὅτι, μολονότι οἱ δύο σαλτσιέρες τοῦ συνόλου τοῦ Ραμνοῦντος (Β1 καὶ Β2) ἔχουν παρόμοιο σχῆμα καὶ τὸ ἴδιο ἐξωτερικὸ ἐπίχρισμα (φαιοῦ χρώματος), ἐμφανίζουν δηλαδὴ ὡς πρὸς τὴ μορφή τους ὁμοιόμορφη εἰκόνα, συνιστοῦν ἐντούτοις προϊόντα διαφορετικῶν κεραμικῶν κατηγοριῶν. Ἐφ᾽ ὅσον οἱ σαλτσιέρες ἦταν συστατικὰ στοιχεῖα τῶν τελετουργιῶν, δηλαδὴ ἦταν σύμβολα ποὺ συγ- κροτοῦσαν τὸ ἐπίσημο κοινοτικὸ γεῦμα, εἶναι πιθανὸν ἡ διαφοροποίηση τῶν κεραμικῶν κατηγοριῶν νὰ ἦταν φορτισμένη μὲ κάποια συμβολικὴ σημασία. Ἂν γιὰ παράδειγμα τὸ ἐπίσημο αὐτὸ γεῦμα ἀποτελεῖτο ἀπὸ εἰδικὰ παρασκευασμένα ἐδέσματα (μὲ βάση πιθανῶς τὸ κρασὶ ἢ τὸ γάλα), καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ εἶχε ἕναν συγκεκριμένο συμβολισμό, δὲν ἀποκλείεται ἡ διαφοροποίηση στὶς κεραμικὲς κατηγορίες νὰ σήμαινε διαφορὰ στὸ περιε- χόμενο τῶν δύο σαλτσιερῶν. Θὰ μποροῦσε ὅμως, ὅπως ὑπέθεσε ὁ Pullen190, νὰ σηματοδο- τοῦσε διαφορὰ στὴν κοινωνικὴ θέση, τὸ φύλο, τὴν ἡλικία ἢ καὶ τὴ συγγενικὴ ὁμάδα τῶν κατόχων τους. (ε) Ἐλλείψει περαιτέρω στοιχείων ἀπὸ τὴν ἐπιπεδωμένη κορυφὴ τῆς ἀκρόπολης, στὸν Ραμνούντα δὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις γιὰ τὸ ποῦ λάμβαναν χώρα αὐτὲς οἱ τελετουργίες. Κρί- νοντας πάντως ἀπὸ τὰ δεδομένα σὲ Τσούγκιζα καὶ Λέρνα, οἱ περιοχὲς ἐπιτέλεσης δὲν πρέ- πει νὰ βρίσκονταν μακριὰ τοῦ τόπου εὕρεσής τους191 καὶ πρέπει νὰ σχετίζονταν μὲ ἀνοι- κτοὺς χώρους κοντὰ σὲ σημαντικὰ κτίρια192. (στ) Τέλος, τὰ ἔντονα ἴχνη καύσης στὴν κεραμικὴ τῆς ἐναπόθεσης τοῦ Ραμνοῦντος σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς θέσης ἀμέσως μετὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, ὑποδηλώνει ὅτι ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ τελετουργικοῦ ἐνταφιασμοῦ τῆς «Οἰκίας τῶν Κεράμων» στὴ Λέρνα μέσῳ ἑνὸς τελετουργικοῦ τύμβου (“ritual tumulus”)193, ἔτσι καὶ στὸν Ραμνούντα ἔχου- με νὰ κάνουμε μὲ κατάλοιπα μίας τελετουργίας ἐναπόθεσης τοῦ ΠΕ ΙΙ συμποσιακοῦ ἐξο- πλισμοῦ τῆς κοινότητας ὕστερα ἀπὸ μακροχρόνιο κύκλο χρήσης. Ἐνδεχομένως ἡ συμβολικὴ αὐτὴ πράξη νὰ χρησίμευε στὸ νὰ ὑπενθυμίσει στοὺς κατοίκους ὅτι οἱ δεσμοὶ γειτνίασης, οἱ ὁποῖοι μέχρι τότε ἐνισχύονταν μέσῳ τῆς παραπάνω πράξης συμβολικοῦ χαρακτήρα (τελε- τουργίας), δὲν θὰ ἀποτελοῦσαν πλέον τοὺς δεσμοὺς ποὺ τοὺς κρατοῦν ἑνωμένους. VII. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τὰ ΠΕ εὑρήματα τῆς ἀκρόπολης τοῦ Ραμνοῦντος ποὺ ἔφεραν στὸ φῶς οἱ ἀνασκαφὲς τοῦ Βασιλείου Πετράκου μὲ τὴν ὄχι ἄφθονη ἀλλὰ καλῆς ποιότητας καὶ σημαντικὴ κερα- μική (εἰκ. 6-9), τὴ λίθινη σφραγίδα (εἰκ. 10) καὶ τὸ σημαντικὸ ἀρχιτεκτονικὸ κατάλοιπο ἑνὸς ἡμικυκλικοῦ προμαχώνα (εἰκ. 11) δείχνουν ὅτι κατὰ τὴ δεύτερη φάση τῆς ΠΕ ΙΙ περιόδου, τὴν ΠΕ ΙΙΒ, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη (Λέρνα III C) καὶ τὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη (Λέρνα IIID), ὑπῆρχε στὴν παραλιακὴ αὐτὴ ἀκρόπολη τῆς ΒΑ. Ἀττικῆς μία ἀξιόλογη οἰκιστικὴ ἐγκατάσταση. Ἐπὶ πλέον ὑπῆρχαν στενὲς σχέσεις μὲ τὶς Κυκλάδες, 190. Pullen 2011b, 224. 192. Pullen 2013, 550. 191. Αὐτόθι 225 (“The storage … areas are adjacent 193. Forsén 1992, 234· Maran 1998, 229 πίν. 58 ἀρ. to the locations where the feasting took place”). 2· Wiencke 2010, 664. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 137 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 137 ὅπως δείχνει τὸ θραῦσμα ἑνὸς πιθανότατα εἰσηγμένου τηγανόσχημου ἀγγείου (εἰκ. 6, Α1) καὶ ὁ λαιμὸς ἑνὸς ἀμφορέα μεταφορᾶς (εἰκ. 9, Β5), πράγμα ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξη ἀνταλλακτικῶν δικτύων μὲ τὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων, χωρὶς φυσικὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἰσχυ- ριστοῦμε ὅτι εἴμαστε σὲ θέση νὰ κατανοήσουμε τὴ φύση αὐτῶν τῶν ἀνταλλαγῶν. Λόγῳ τῆς φύσης τῶν ἀνασκαφῶν στὸν Ραμνούντα, οὔτε ἡ διάταξη οὔτε ἡ ἔκταση αὐτῆς τῆς ἐγκατάστασης μπορεῖ νὰ ὑπολογιστεῖ, οὔτε κὰν κατὰ προσέγγιση. Κατὰ τὰ φαινόμενα δὲν πρέπει πάντως νὰ πρόκειται γιὰ οἰκισμὸ ποὺ περιοριζόταν στὴν ἐπιπεδωμένη κορυφὴ τοῦ λόφου τῆς ἀκρόπολης. Ἡ ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη καὶ ἡ ΠΕ ΙΙ ὕστερη (2500-2200 π.Χ.) εἶναι μία περίοδος ἀκμῆς ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ἀττικὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν κεντρικὴ καὶ νότια ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα γενικότε- ρα, γνωστὴ ὡς «Ἐποχὴ τῶν Οἰκιῶν μὲ Διαδρόμους»194. Ἡ χρήση τῆς σφραγιστικῆς πρα- κτικῆς σὲ περιοχὲς ὅπως ἡ Μεσσηνία, ἡ Ἀργολιδοκορινθία, ἡ Βοιωτία καὶ ἡ Ἀττικὴ δὲν δηλώνει ἁπλῶς τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ΠΕ παραγωγῶν νὰ ἀποτυπώνουν τὴν ταυτότητά τους ἀλλὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ στὰ πλαίσια τῆς εὐρύτερης διοικητικῆς λειτουργίας. Ταυτό- χρονα εἶναι περίοδος ἀκμῆς καὶ γιὰ τὶς Κυκλάδες ἀλλὰ καὶ τὸ ΒΑ. Αἰγαῖο, ὅπου ἔχουμε τὴν ἄνθηση σημαντικῶν πόλεων, ὅπως τῆς Τροίας ἢ τῆς Πολιόχνης στὴ Λῆμνο. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ εὑρήματα ποὺ δημοσιεύονται ἐδῶ, ὁ Ραμνοῦς συμμετέχει στὴν περίοδο αὐτῆς τῆς ἀκμῆς μὲ ἕναν ἀξιόλογο οἰκισμό. Ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ τμῆμα τοῦ λιθόκτιστου ἡμικυκλικοῦ οἰκοδομήματος (εἰκ. 11) ποὺ πιθανότατα ἀνήκει στὸν τύπο τῶν ἡμικυκλικῶν προμαχώνων ποὺ προστάτευαν ὀχυρωματικοὺς περιβόλους. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡμικυκλικοὶ προμαχῶνες χαρακτηρίζουν τὴν ΠΕ ΙΙΒ τόσο στὶς Κυκλάδες ὅσο καὶ στὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς κεντρικῆς καὶ νότιας ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας. Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ ἡμικυκλικὸς προμαχώνας τοῦ Ραμνοῦντος, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται μὲ βάση τὴν κεραμικὴ τῆς ἐπίχωσής του ἐπίσης στὴν ΠΕ ΙΙΒ, ἔρχεται τώρα νὰ ἐνισχύσει τὴν ἄποψη ὅτι ἡ περιοχὴ τοῦ Ραμνοῦντος ἔλεγχε μαζὶ μὲ τὸ Παζαράκι195 τὸ θαλάσσιο πέρασμα ἀπὸ καὶ πρὸς τὸν νότιο Εὐβοϊκό. Στὶς πρόσφατες ἔρευνες τὶς σχετικὲς μὲ τὴν ἀρχαιολογία τῆς Πρωτοελλαδικῆς περιόδου, οἱ κοινωνικὲς πλευρὲς τοῦ ΠΕ πολιτισμοῦ, καὶ ἰδιαίτερα αὐτοῦ τῆς ΠΕ ΙΙΒ φάσης, συνο- ψίζονται συνήθως εἴτε στὸν ὅρο «ἀρχηγικὴ κοινότητα» ἤ «τοπαρχία» (“chiefdom”)196, εἴτε στὸν ὅρο «πρώιμο στάδιο ἀστικοποίησης» (“Early Stage of Urbanisation”)197. Ὅπως, καὶ νὰ ἔχουν τὰ πράγματα, τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα τῆς ἀκρόπολης τοῦ Ραμνοῦντος, ἡ κατοίκηση τῆς ὁποίας ξεκινάει τὸ ἀργότερο στὴν ἀρχαιότερη Νεολιθική, ὑποδηλώνουν ὀργάνωση τῆς ΠΕ κοινότητας τῆς θέσης σὲ ἱεραρχημένες ὁμάδες: ὁ συμποσιακὸς ἐξοπλι- σμός (εἰκ. 12, Β1-Β5), ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τελετουργικοὺς σκοποὺς στὰ πλαίσια ἑορτασμῶν, δηλαδὴ θεσμοθετημένων πρακτικῶν, ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ἡ δράση μίας ἐλίτ, ἡ ὁποία θὰ στόχευε στὴ διαφύλαξη τῆς κοινωνικῆς ἰσορροπίας, ἐνῶ καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἡμικυκλικοῦ προμαχώνα (εἰκ. 11), δηλαδὴ ἑνὸς μνημειακοῦ ἔργου, πρέπει 194. Alram-Stern 2004, 238-243. 196. Pullen 2008, 34. 195. Καλογερόπουλος 2019, 188. 197. Κόνσολα 1984, 171. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 138 138 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 ἐπίσης νὰ ὀφείλεται στὴν παρουσία κεντρικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ ἀρχηγοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ κινητοποιήσει τὸ ὑπάρχον ἀνθρώπινο δυναμικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ τέτοιων ἔργων198. Ἡ ὀχύρωση, τέλος, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν εὐνοϊκὴ γεωγραφικὴ θέση τοῦ Ραμνοῦντος στὸ πέρασμα ἀπὸ καὶ πρὸς τὸν Νότιο Εὐβοϊκὸ θὰ ἐπέτρεπε τὸν ἔλεγχο τῆς ναυσιπλοΐας καὶ συνεπῶς τὸν ἔλεγχο τῆς διακίνησης τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ποὺ τὴν περίοδο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει (ΠΕ ΙΙΒ) ἀφοροῦσε κυρίως τὰ μέταλλα199. Ἡ χωρικὴ συσχέ- τιση τῶν εὑρημάτων συμποσιακοῦ χαρακτήρα (εἰκ. 12, Β1-Β5) μὲ ἕνα κτίριο εἶναι ἀδύ- νατη, ὡστόσο τέτοιου εἴδους σύνολα βρίσκονται κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ περίοδο συνήθως κοντὰ σὲ σημαντικὰ κτίρια. Ἀπὸ τὴν ΠΕ κεραμικὴ ποὺ βρέθηκε στὸν Ραμνούντα ἀπουσιάζει πρὸς τὸ παρὸν ἡ ΠΕ ΙΙ πρώιμη. Ἡ ἀπουσία της ὡστόσο εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἶναι τυχαία, γιατὶ τέτοια κερα- μικὴ βρέθηκε ἄφθονη στὸ Παζαράκι. Ἀπὸ τὴν μέχρι τώρα εὑρεθεῖσα κεραμικὴ τῆς ΠΕ ΙΙΒ ἀπουσιάζουν, ὅπως καὶ στὸ Παζαράκι, τὰ χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐποχὴ ἀνατολικο- αιγαιακὰ ἀγγεῖα τοῦ ὁρίζοντα Λευκαντὶ 1 - Καστρί. Ἐπίσης, ὅπως καὶ στὸ γειτονικὸ Πα- ζαράκι, ἀπουσιάζει ὁλοκληρωτικὰ ἡ κεραμικὴ τῆς ΠΕ ΙΙΙ περιόδου. Ἑπομένως ἡ κατοί- κηση δὲν φαίνεται νὰ συνεχίζεται στὴν ΠΕ ΙΙΙ ἀλλὰ οὔτε καὶ στὴ Μεσοελλαδικὴ περίοδο, ἡ ὁποία ἀπουσιάζει ἐπίσης. Στὴν ΠΕ ΙΙ ὕστερη, προφανῶς ὕστερα ἀπὸ τὴ διακοπὴ τῆς ἀκμῆς τῆς θέσης, ἔχουμε πιθανῶς ἀπόσυρση τοῦ συμποσιακοῦ ἐξοπλισμοῦ ποὺ ἦταν σὲ χρήση κατὰ τὴν ΠΕ ΙΙ ἐξελιγμένη. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη ποὺ προτείνεται ἐδῶ, τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ ἐπελέγησαν σκοπίμως γιὰ κάποιο εἶδος τελετουργικῆς ταφῆς ποὺ ἔλαβε χώρα ἐφά- παξ κάποια στιγμὴ μετὰ τὴ διακοπὴ τῆς ἀκμῆς τῆς ἐγκατάστασης στὴν κορυφὴ τοῦ λό- φου, ἕναν σκόπιμο ἐνταφιασμὸ τοῦ παρελθόντος. Ἴχνη κατοίκησης στὸν Ραμνούντα ἐμφανίζονται πάλι κατὰ τὴν ἀνακτορικὴ μυκηναϊκὴ περίοδο200. Οἱ οἰκιστικὲς αὐτὲς ἀλλαγὲς στὸν Ραμνούντα ἐξηγοῦνται ἀπὸ τὰ ἕως σήμερα γνωστὰ στοιχεῖα τῆς ἔρευνας. Στὸ τέλος τῆς ΠΕ ΙΙ ὕστερης παρατηρεῖται στὴν Ἀττικὴ ἀλλὰ καὶ γενικὰ στὴ νότια καὶ κεντρικὴ Ἑλλάδα, διακοπὴ τῆς ἀκμῆς τῆς ΠΕ ΙΙ καὶ ἐμφα- νίζεται μία πολιτισμικὴ ἀλλαγή. Ἡ παλαιότερη θεωρία τῆς ἐχθρικῆς εἰσβολῆς ποὺ εἶχε προτείνει ὁ John Caskey201 γιὰ τὴν ἐξήγηση τοῦ φαινομένου δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα202, ἡ ὁποία τείνει πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς κρίσης ποὺ προῆλθε ἀπὸ σοβαρὲς κλιματολογικὲς ἀλλαγές203. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ 198. Κόνσολα 1984, 156. 201. Caskey 1960, 299-302. 199. Αὐτόθι 164· Alram-Stern 2004, 472. 202. Forsén 1992, 248-260· Maran 1998· Pullen 200. Πετράκος 1982, 129-131· Πετράκος 2020β, 2008, 36. 169-170 ἀρ. 578, 581-583 εἰκ. 86. 203. Pullen 2008, 36 μὲ σημ. 44. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 139 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 139 SUMMARY THE EARLY HELLADIC ACROPOLIS OF RHAMNOUS Rhamnous – a coastal site in NE Attica, and strategically significant since it controlled the searoutes around the South Euboean Gulf – was excavated by Vasileios Petrakos from 1975 to 2002. The campaign not only provided important evidence for the periods of occu- pation of the homonymous deme, especially from the Late Archaic to Roman, but also brought to light material dating from the Early Neolithic to the Mycenaean. This article presents significant Early Helladic finds revealed in the excavation seasons of 1994, 1997 and 1999 (figs 4-12). It begins with a summary of the occupation of Rhamnous in the Neolithic and Chalcolithic period (ch. II, fig. 3). A discussion of the finds-contexts of the Early Helladic (EH) objects on the acropolis follows in ch. III (fig. 4). Ch. IV offers a typological examination of the EH material revealed (pottery, a stone stamp seal and architectural traces of a bastion). The detailed macroscopic analysis of the EH ceramic wares (ch. IV.1) allowed the iden- tification of (a) three Ware Groups (α, β, γ) and eight Ware Types (α1a, α2α, α2β, β1α, β2α, γ1α, γ2α, γ2β), (b) the possible identification of Ware Group α as a local product (vases A3, B2, B4) and (c) probable imports from the Cyclades, such as the “frying pan” A1 of Ware Type β1α, which is similar to the Cycladic Dark Burnished Stamped Ware and a white slipped Amphora B5 of Ware Type γ2β. These last document interactions with groups of people from the Cyclades. The vase types within those Ware Groups are closely related to stratified EH IIB (Developed EH II and Late EH II) material from sites in the eastern part of the Central and Southern Greek Mainland and in the Cyclades. The majority of the vessels (nos A2, A4, A5, B1, B2, B4) are related to stratified Developed EH II contexts (e.g. the so-called “Rundbautenschicht” of Orchomenos, Group VIII of Eutresis, phase II of Ayia Irini on Kea, phases 3-5 of the Early Helladic settlement of Pefkakia, phase II of Kolona on Aegina, and Horizon 7b at Tiryns). But at least two vases (nos A3 and B3) are related to stratified examples from Late EH II contexts (phase B of Ayios Kosmas, and phase III of Ayia Irini on Kea). The unstratified stone seal (ch. IV.2) belongs to the stamp-seals grouping. Judged on its type, its small dimensions (too small for a Neolithic piece) and on parallels for its design (the circular field is divided into four by a cross, and quadrants filled in at least the best- preserved zone by a curvilinear motif and a dot within), the seal from Rhamnous can be safely dated to EH II. This can be further confirmed by similar motifs known from seal- impressed hearth rims from Ayia Irini on Kea, where they are found in levels of the second town of Ayia Irini (= Developed EH II). The stone stamp seal from Rhamnous is arguably evidence for recording practices employed during EH II and therefore for the fact that the site has attained a certain level of social and economic complexity during that period. During the excavation in 1994, it was discovered that underneath the long south wall of the fortification of the upper acropolis, which belongs to different historical periods (Clas- sical to Roman), lay the foundations of a semicircular stone structure of 5 m diameter (fig. 11α). At the time, it was established that the semicircular stone structure was older than 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 140 140 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 the wall of the historical periods, but the specific age of the structure as well as its function remained vague. Recently though, as it has been firmly associated with a pottery assemblage of the Developed EH II to Late EH II periods (figs 6-7, nos A1-A5), it is now clear that the stone foundation should be dated to the Late EH II period, as based on the latest identifiable sherd from the assemblage (fig. 7, no. A3). As the stonework was now covered with vegeta- tion, we conducted in October 2019 a small cleaning operation to remove the same and to reassess the original documentation. The architectural traces revealed (fig. 11β-γ), in combi- nation with the architectural evidence of the same period in the immediate neighbourhood and the commanding position, all strongly suggest that we are dealing here with the stone foundation of a semicircular or U-shaped (also called “horseshoe-shaped”) bastion, a distinc- tive defensive aspect of the fortification system of the EH IIB period. This is a particularly significant finding since it relates the coastal acropolis of Rhamnous to a series of coastal fortified sites-harbours of the EH IIB period such as Lerna in the Argolid, Vayia in Corinthia, Kolonna on Aegina and many Cycladic sites such as Kastri on Syros, Panormos on Naxos, Markiani on Amorgos or North Aegean sites such as Palamari on Skyros, Skala Sotiros on Thasos and Imbros. The combination of the evidence of the pottery, the architectural traces and the stone seal demonstrates for Rhamnous a continuous occupation from Developed EH II to Late EH II (ch. V). The absence of EH III and Middle Helladic (MH) material suggests a period of abandonment after the end of Late EH II, but for the time being this should be considered as only a preliminary conclusion. Ch. VI discusses five fragmentary EH vases found within a small trench (1.10 m long by 1.00 m wide and 0.40 m deep) opened at the north-west edge of the later room 112, on the levelled top of the acropolis (fig. 4, B; fig. 12, B1-B5). The vases, which showed traces of burning, include two sauceboats (B1-B2), a medium to large-sized deep bowl with a hori- zontal lug above the mid-body (B3), a large open vessel in a scored ware with applied plastic decoration of two small pellets (B4) and an amphora (B5). No remnants of any kind of struc- tures were recorded. Much of this material (B1, B2, B4) belongs chronologically together (Developed EH II) and looks homogeneous. Considering their function, it was argued that these vases represent feasting equipment. A consideration of other feasting contexts from sites like Tsoungiza (Early EH II), Eutresis (Developed EH II) and Lerna (Late EH II) con- firms that the ceramic assemblage at Rhamnous was not a randomly formed accumulation of pottery fragments, but that it followed a structured pattern already established in the Greek mainland during Early EH II, at the latest. It is argued, therefore, that the pottery considered together here probably reflects a “structured deposition”, especially since the frag- ments showed traces of burning. The fact that B3 can be dated to Late EH II implies that the deposition was placed, probably as a ritual action, at this spot while the acropolis was occupied, but during the period of abandonment of the wider settlement. Ch. VII presents a synopsis of the results. The evidence from the non-local pottery, the stone seal, the semicircular bastion and the structured deposition on the plateau of the acropolis of Rhamnous provides new evidence for noteworthy developments here over a range of matters: contacts with people from the Cyclades, monumental defensive architecture, 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 141 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 141 centralized planning and recording practices and finally the control of the trade routes around the South Euboean Gulf. All this suggests that during EH IIB Rhamnous was a hier- archically organized society, involved in the early processes of urbanization; the feasting equipment indicates it was deeply rooted in the cultural tradition of the central and southern Greek Mainland, while the semicircular bastion ties the site into the wider Aegean picture of fortified sites-harbours. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Εὐχαριστῶ θερμὰ τὸν διευθυντὴ τῶν ἀνασκαφῶν Ραμνοῦντος, Γενικὸ Γραμματέα τῆς Ἀρχαιο- λογικῆς Ἑταιρείας, ἀκαδημαϊκὸ Βασίλειο Χρ. Πετράκο, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐμπιστεύτηκε τὴ μελέτη καὶ δημοσίευση τῶν πρωτοελλαδικῶν εὑρημάτων ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος καὶ μοῦ παρεῖχε στοιχεῖα ἀπὸ τὶς ἀνασκαφές του στὸν λόφο τοῦ φρουρίου. Γιὰ τὴν πολύτιμη βοήθειά του εὐχαριστῶ ἐπίσης τὸν ἔμπειρο ἐργατοτεχνίτη τῆς ἀνασκαφῆς Γεώργιο Καραμαλή, ὁ ὁποῖος τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2008 μοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχὴ στὴν πρωτοελλαδικὴ σαλτσιέρα Β1, τὴν ὁποία ἐντόπισε στὰ κιβώτια τῆς ἀποθήκης ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος, μoῦ παραχώρησε φωτογραφίες ποὺ εἶχε κάνει ὁ ἴδιος τοῦ ἀγγείου καὶ τῶν συνευρημάτων του καὶ μοῦ ἔδωσε πληροφορίες γιὰ τὶς συνθῆκες εὕρεσης τοῦ συνό- λου στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου τοῦ φρουρίου τὸν Νοέμβριο τοῦ 1997. Εὐχαριστίες ὀφείλω ἐπίσης: στὴν προϊσταμένη τῆς Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων Ἀνατολικῆς Ἀττικῆς δρα Ἑλένη Ἀνδρίκου γιὰ τὴν ἄδεια μελέτης τῶν εὑρημάτων στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος, στὴν ὑπεύθυνη γιὰ τὸν χῶρο τοῦ Ραμνοῦντος, ἀρχαιολόγο κ. Στέλλα Ραυτοπούλου, στοὺς φύλακες ἀρχαιοτήτων κ. Θεόδωρο Τουρ- καντώνη καὶ κ. Εὔη Παναγιώτου γιὰ τὶς διευκολύνσεις καὶ τὴ βοήθειά τους στὸν χῶρο, στὸν συνά- δελφο κ. Γεώργιο Παπαδόπουλο γιὰ τὴ φωτογράφηση τῆς πρωτοελλαδικῆς σφραγίδας καὶ στὸν δρα Βύρωνα Ἀντωνιάδη καὶ στὸν κ. Κώστα Παπουτσὴ γιὰ τὴν ψηφιακὴ ἐπεξεργασία τῶν φωτογραφιῶν καὶ τῶν σχεδίων. Τὰ σχέδια τῶν ὀστράκων μὲ μολύβι, καθὼς καὶ οἱ λήψεις τῶν ὑπόλοιπων φωτο- γραφιῶν ἔγιναν στὴν ἀποθήκη ἀρχαιοτήτων Ραμνοῦντος ἀπὸ τὸν γράφοντα, ποὺ ἔχει καὶ τὴν ἀπο- κλειστικὴ εὐθύνη γιὰ τὰ λάθη καὶ τὶς παραλείψεις τοῦ κειμένου. Προέλευση τῶν εἰκόνων Eἰκ. 1. Φωτ. Γεωργίου Καραμαλῆ. Eἰκ. 2. Φωτ. Γεωργίου Παπαδόπουλου. Eἰκ. 3, 6-7, 12. Φωτογραφίες καὶ σχέδια τοῦ γράφοντος. Ψηφιακὴ ἐπεξεργασία Κώστα Παπουτσῆ. Eἰκ. 4. Ἀπὸ Πετράκος 1999, 16 εἰκ. 7. Ψηφιακὴ ἐπεξεργασία Βύρωνος Ἀντωνιάδη. Eἰκ. 5. Δενδρικὴ ἀναπαράσταση Βύρωνος Ἀντωνιάδη. Eἰκ. 8-9. Οἱ φωτογραφίες τῶν ἀγγείων ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν Γεώργιο Καραμαλή. Σχέδια τοῦ γράφοντος. Ψηφιακὴ ἐπεξεργασία φωτογραφιῶν καὶ σχεδίων Κώστα Παπουτσῆ. Eἰκ. 10. Φωτ. Γεωργίου Παπαδόπουλου. Σχέδιο καὶ ψηφιακὴ ἐπεξεργασία Βύρωνος Ἀντωνιά- δη πάνω σὲ προσχέδιο τοῦ γράφοντος. Eἰκ. 11. α: Πετράκος 1994, εἰκ. 12 (μὲ ὑποδήλωση τοῦ ἡμικυκλικοῦ κτίσματος καὶ τοῦ μεταγε- νέστερου τείχους). β-γ: Φωτ. Γεωργίου Παπαδόπουλου. Ψηφιακὴ ἐπεξεργασία Κώστα Παπουτσῆ. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 142 142 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ἀγγελοπούλου 2005 A. Ἀγγελοπούλου, Σφραγίδες καὶ σφραγίσματα. Ἐνδείξεις ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων στὶς Κυκλάδες τὴν πρώιμη ἐποχὴ Χαλκοῦ, στὸ Β. Σφυρόερας, Δ. Σοφιανός, Στ. Ἥμελλος (ἐπιμ.), Πρακτικὰ Β´ Κυκλαδολογικοῦ Συνεδρίου, Θήρα 13 Αὐγού- στου – 3 Σεπτεμβρίου 1995, Μέρος Β, Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Κυκλαδικῶν Μελετῶν ΙΗ, 2002-2003 (Ἀθήνα 2005) 224-238. Ἀγγελοπούλου 2014 A. Δ. Ἀγγελοπούλου, Κορφάρι τῶν Ἀμυγδαλιῶν (Πάνορμος) Νάξου. Μία ὀχυρωμένη πρωτοκυκλαδικὴ ἀκρόπολη (ΤΑΠΑ 104, Ἀθήνα). Ἀποστολοπούλου-Κακαβογιάννη 2001 Ὄ. Ἀποστολοπούλου-Κακαβογιάννη, Ἡ Πρώιμη Ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ (3000-2000 π.Χ.), στὸ Γ. Αἰκατερινίδης (ἐπιμ.), Μεσο- γαία. Ἱστορία καὶ πολιτισμὸς τῶν Μεσογείων Ἀττικῆς (Ἀθή- να 2001) 35-42. Βλαχόπουλος 2017 Ἀ. Βλαχόπουλος, Πήλινη πρωτοκυκλαδικὴ σφραγίδα ἀπὸ τὴ Γρόττα τῆς Νάξου – Συμβολὴ στήν «ἀνάγνωση» τῶν σφραγί- δων τῆς 3ης χιλιετίας π.Χ., στὸ V. Vlachou, A. Gadolou (ἐπιμ.), Τέρψις. Studies in Mediterranean Archaeology in Honor of Nota Kourou (Brussels) 543-559. Δημακοπούλου-Παπαντωνίου 1976 Κ. Δημακοπούλου-Παπαντωνίου, Θήβα, ΑΔ 31, Β1, 121-126. Θεοχάρης 1951 Δ. Ρ. Θεοχάρης, Ἀνασκαφὴ ἐν Ἀραφῆνι, ΠΑΕ 106, 77-92. Θεοχάρης 1952 Δ. Ρ. Θεοχάρης, Ἀνασκαφὴ ἐν Ἀραφῆνι, ΠΑΕ 107, 129-151. Θεοχάρης 1953 Δ. Ρ. Θεοχάρης, Πρωτοελλαδικὸς οἰκισμὸς Πύργου Βραῶνος, στὸ Γέρας Κεραμοπούλλου 140-148. Καζᾶ-Παπαγεωργίου 2009 Κ. Καζᾶ-Παπαγεωργίου, Ἅλιμος, Ἑλληνικὸ καὶ Γλυφάδα. Νέα εὑρήματα προϊστορικῶν χρόνων καὶ ἱστορικῶν χρόνων ἀπὸ ἀνασκαφὲς σὲ ἰδιωτικοὺς καὶ δημόσιους χώρους, στὸ Β. Βασι- λοπούλου, Στ. Κατσαροῦ-Τζεβελέκη (ἐπιμ.), Ἀπὸ τὰ Μεσό- γεια στὸν Ἀργοσαρωνικό. Πρακτικὰ Συνεδρίου Ἀθήνα, 18- 20 Δεκεμβρίου 2003 (Ἀθήνα) 433-449. Καζᾶ-Παπαγεωργίου 2019 Κ. Καζᾶ-Παπαγεωργίου, Εἰδώλια κυκλαδικοῦ τύπου ἀπὸ τὸ ΠΕ νεκροταφεῖο τῶν Ἀστεριῶν στὴ Γλυφάδα Ἀττικῆς, ΑΕ 158, 267-285. Κακαβογιάννη 1993 Ὄ. Κακαβογιάννη, Οἱ ἔρευνες στὸν πρωτοελλαδικὸ οἰκισμὸ στὸ Κορωπὶ Ἀττικῆς, στὸ C. Zerner, P. Zerner, J. Winder (ἐπιμ.), Wace and Blegen. Pottery as Evidence for Trade in the Aegean Bronze Age 1939-1989, Held at the American School of Clas- sical Studies at Athens, Athens, December 2-3,1989 (Amster- dam) 165-167. Καλλέγια 1991/1992 Α. Γ. Καλλέγια, Τὰ τηγανοειδῆ, Ἀρχαιογνωσία 7, 193-221. Καλογεράκου 1995 Π. Π. Καλογεράκου, Ἐξέλιξη, χρήση χώρων καὶ ὀργάνωση τῶν πρωτοελλαδικῶν οἰκισμῶν (δ.δ. Ἐθν. καὶ Καποδ. Παν. Ἀθηνῶν). Καλογερόπουλος 2003 Κ. Καλογερόπουλος, Δύο νέοι προϊστορικοὶ τύποι ἀνθρωπό- μορφης μικροπλαστικῆς ἀπὸ τὸν Ραμνούντα, ΑΕ 142, 65-93. Καλογερόπουλος 2019 Κ. Καλογερόπουλος, Πρωτοελλαδικὴ κεραμικὴ ἀπὸ τὸ Παζα- ράκι Ραμνοῦντος, ΑΕ 158, 131-194. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 143 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 143 Κόνσολα 1981 Ντ. Κόνσολα, Προμυκηναϊκὴ Θήβα. Χωροταξικὴ καὶ οἰκιστι- κὴ διάρθρωση (Ἀθήνα). Κόνσολα 1984 Ντ. Κόνσολα, Ἡ πρώιμη ἀστικοποίηση στοὺς πρωτοελλαδι- κοὺς οἰκισμούς (Ἀθήνα). Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2007a Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου, Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἐγκατάστα- ση στὸν Κάβο Βασίλη τοῦ Πόρου, στὸ Ε. Κονσολάκη-Γιαν- νοπούλου (ἐπιμ.), Ἔπαθλον, Ἀρχαιολογικὸ Συνέδριο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀδώνιδος Κ. Κύρου, Πόρος, 7-9 Ἰουνίου 2002, Α (Ἀθήνα) 127-170. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2007b Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου, Ἡ ὑστερομυκηναϊκὴ ἐγκατά- σταση στὴν ἐρημονησίδα Μόδι τοῦ Σαρωνικοῦ, στὸ Ε. Κον- σολάκη-Γιαννοπούλου (ἐπιμ.), Ἔπαθλον, Ἀρχαιολογικὸ Συ- νέδριο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀδώνιδος Κ. Κύρου, Πόρος, 7-9 Ἰου- νίου 2002, Α (Ἀθήνα) 171-198. Μαρθάρη 1997 M. Μαρθάρη, Ἀπὸ τὸν Σκάρκο στὴν Πολιόχνη. Παρατηρή- σεις γιὰ τὴν κοινωνικοοικονομικὴ ἀνάπτυξη τῶν οἰκισμῶν τῆς Πρώιμης Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ στὶς Κυκλάδες καὶ τὰ νησιὰ τοῦ Βορειοανατολικοῦ Αἰγαίου, στὸ Chr. Doumas, V. La Rosa (ἐπιμ.), Ἡ Πολιόχνη καὶ ἡ Πρώιμη Ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ στὸ Βόρειο Αἰγαῖο, Διεθνὲς Συνέδριο, Ἀθήνα 22-25 Ἀπριλίου 1996, Scuola Archeologica Italiana di Atene / Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν (Ἀθήνα) 362-382. Μαρθάρη 2006 M. Μαρθάρη, Ἀνασκαφὴ στὸ Καστρὶ Χαλανδριανῆς Σύρου, ΠΑΕ 161, 111-119. Μαρθάρη 2017 Μ. Μαρθάρη, Τὸ Καστρὶ τῆς Σύρου ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἐρευνῶν τῆς περιόδου 2006-2012, στὸ Εὐ. Μέρμηγκα (ἐπιμ.), Σπείρα. Ἐπιστημονικὴ συνάντηση πρὸς τιμὴν τῆς Ἀγγέλικας Ντού- ζουγλη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Ζάχου (Ἀθήνα) 55-66. Μπονάτσος, Ρωμανοῦ 2015 Στ. Μπονάτσος, Χ. Ρωμανοῦ, Παλαμάρι Σκύρου. Ἡ στρωμα- τογραφικὴ ἀκολουθία τοῦ οἰκισμοῦ στὴν περιοχὴ τῆς νότιας ὀχύρωσης, στὸ Λ. Παρλαμᾶ, Μ. Δ. Θεοχάρη, Χ. Ρωμανοῦ, Στ. Μπονάτσος (ἐπιμ.), Ὁ ὀχυρωμένος οἰκισμὸς στὸ Παλαμάρι Σκύρου, Διεπιστημονικὴ συνάντηση γιὰ τὸ ἔργο ἔρευνας καὶ ἀνάδειξης, Ἀθήνα, 23-24 Ὀκτωβρίου 2012 (Ἀθήνα) 49-69. Νέζερη 2009 Φ. Νέζερη, Ἀπὸ τὸν πρωτοελλαδικὸ οἰκισμὸ στὰ Λαμπρικὰ Κορωπίου. Ὁ οἰκισμὸς τῆς ΠΕ ΙΙ περιόδου, στὸ Β. Βασιλο- πούλου, Στ. Κατσαροῦ-Τζεβελέκη (ἐπιμ.), Ἀπὸ τὰ Μεσόγεια στὸν Ἀργοσαρωνικό. Πρακτικὰ Συνεδρίου, Ἀθήνα 18-20 Δε- κεμβρίου 2003 (Ἀθήνα) 244-248. Παντελίδου Γκόφα 1977 Μ. Παντελίδου Γκόφα, Ὁ νεολιθικὸς Ραμνοῦς, στὸ Πετράκος 1977, 19-22. Παντελίδου Γκόφα 1997 Μ. Παντελίδου Γκόφα, Ἡ νεολιθικὴ Ἀττική (ΒΑΕ 167, Ἀθήνα). Παντελίδου Γκόφα 2005 Μ. Παντελίδου Γκόφα, Τσέπι Μαραθῶνος. Τὸ πρωτοελλαδι- κὸ νεκροταφεῖο (ΒΑΕ 235, Ἀθῆναι). Παντελίδου Γκόφα 2016 Μ. Παντελίδου Γκόφα, Τσέπι Μαραθῶνος. Ὁ ἀποθέτης 39 τοῦ προϊστορικοῦ νεκροταφείου (ΒΑΕ 310, Ἀθῆναι). Παρλαμᾶ 1984 Λ. Παρλαμᾶ, Ἡ Σκύρος στὴν Ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ (δ.δ. Παν/μιο Ἰωαννίνων). 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 144 144 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 Παρλαμᾶ 2007 Λ. Παρλαμᾶ, Παλαμάρι Σκύρου. Παρατηρήσεις στὴν ἐξέλιξη τοῦ οἰκισμοῦ κατὰ τὴν 3η χιλιετία π.Χ. καὶ προβλήματα ἀστι- κοποίησης, στὸ Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιᾶ, Ἄ. Α. Λαιμοῦ, Λ. Γ. Μενδώνη, Ν. Κούρου (ἐπιμ.), Ἀμύμονα Ἔργα. Τιμητικὸς τό- μος γιὰ τὸν καθηγητὴ Βασίλη Κ. Λαμπρινουδάκη (Ἀθήνα) 25-48. Παρλαμᾶ 2009 Λ. Παρλαμᾶ, Παλαμάρι Σκύρου. Ἡ ἀνασκαφὴ τῆς ὀχύρωσης, στὸ Στ. Δρούγου, Δ. Εὐγενίδου, Χ. Κριτζᾶς, Ν. Καλτσᾶς, Β. Πέννα, Ἠ. Τσούρτη, Μ. Γαλάνη-Κρίκου, Ε. Ράλλη (ἐπιμ.), Κέρματα φιλίας. Τιμητικὸς τόμος γιὰ τὸν Ἰωάννη Τουράτσο- γλου, Β, Ἐπιγραφικὴ - Ἀρχαιολογία - Varia (Ἀθήνα) 227-241. Παρλαμᾶ, Θεοχάρη, Μπονάτσος, Λ. Παρλαμᾶ, Μ. Θεοχάρη, Στ. Μπονάτσος, Χ. Ρωμανοῦ, Γ. Ρωμανοῦ, Μάνος 2010 Μάνος, Παλαμάρι Σκύρου. Ἡ πόλη τῆς Μέσης Χαλκοκρα- τίας, στὸ A. Philippa-Touchais, G. Touchais, S. Voutsaki, J. Wright (ἐπιμ.), La Grèce continentale au Bronze Moyen. Actes du col- loque international organisé par l’Ecole française d’Athènes en collaboration avec l’American School of Classical Studies at Athens et le Netherlands Institute in Athens, Athènes, 8-12 mars 2006 (BCH Suppl. 52, Athènes) 281-289. Πετράκος 1977 Β. Χ. Πετράκος, Ἀνασκαφὴ Ραμνοῦντος, ΠΑΕ 132, 1-22. Πετράκος 1981 Β. Χ. Πετράκος, Ἀνασκαφὴ Ραμνοῦντος, ΠΑΕ 136, 118-140. Πετράκος 1982 Β. Χ. Πετράκος, Ἀνασκαφὴ Ραμνοῦντος, ΠΑΕ 137, 127-162. Πετράκος 1986 Β. Χ. Πετράκος, Ἀνασκαφὴ Ραμνοῦντος, ΠΑΕ 141, 1-52. Πετράκος 1994 Β. Χ. Πετράκος, Ἀνασκαφὴ Ραμνοῦντος, ΠΑΕ 149, 1-44. Πετράκος 1997 Β. Χ. Πετράκος, Ἀνασκαφὴ Ραμνοῦντος, ΠΑΕ 152, 1-40. Πετράκος 1999 Β. Χ. Πετράκος, Ὁ δῆμος τοῦ Ραμνοῦντος. Σύνοψη τῶν ἀνα- σκαφῶν καὶ τῶν ἐρευνῶν (1813-1998). Ι. Τοπογραφία (ΒΑΕ 181, Ἀθήνα). Πετράκος 2020α Β. Χ. Πετράκος, Ὁ δῆμος τοῦ Ραμνοῦντος ΙΙΙ. Τὸ Φρούριο (ΒΑΕ 324, Ἀθήνα). Πετράκος 2020β Β. Χ. Πετράκος, Ὁ δῆμος τοῦ Ραμνοῦντος IV. Τὸ Νεμέσιον (ΒΑΕ 325, Ἀθήνα). Πετριτάκη 1980 Μ. Πετριτάκη, Λείψανα πρωτοελλαδικοῦ οἰκισμοῦ στὸ Ρούφ, ΑΔ 35, Α1, 147-185. Ρωμανοῦ 2015 Χ. Ρωμανοῦ, Ἡ ὀχύρωση τοῦ Παλαμαρίου, στὸ Λ. Παρλαμᾶ, Μ. Δ. Θεοχάρη, Χ. Ρωμανοῦ, Στ. Μπονάτσος (ἐπιμ.), Ὁ ὀχυρω- μένος οἰκισμὸς στὸ Παλαμάρι Σκύρου, Διεπιστημονικὴ συ- νάντηση γιὰ τὸ ἔργο ἔρευνας καὶ ἀνάδειξης, Ἀθήνα, 23-24 Ὀκτωβρίου 2012 (Ἀθήνα) 71-92. Σάμψων 1985 Α. Σάμψων, Μάνικα. Μία πρωτοελλαδικὴ πόλη στὴ Χαλκίδα Ι (Χαλκίδα). Σαπουνᾶ-Σακελλαράκη 1986 Ἔ. Σαπουνᾶ-Σακελλαράκη, Μάνικα Χαλκίδας. Στρωματογρα- φικὴ ἔρευνα στὸν οἰκισμὸ (οἰκόπεδο Ζούση), ΑΔ 41, Α, 101- 270. Σταϊνχάουερ 2001 Γ. Σταϊνχάουερ, Ἀπὸ τὴν προϊστορία τῆς Μεσογαίας. Δύο οἰκισμοὶ στὰ Μεσόγεια, στὸ Γ. Αἰκατερινίδης (ἐπιμ.), Μεσο- γαία. Ἱστορία καὶ πολιτισμὸς τῶν Μεσογείων Ἀττικῆς (Ἀθή- να) 29-24. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 145 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 145 Στρατούλη, Κατσικαρίδης, Γ. Στρατούλη, Ν. Κατσικαρίδης, Τ. Μπεκιάρης, Β. Τζεβελεκίδη, Μπεκιάρης, Τζεβελεκίδη 2014 Ἐνσωματώνοντας τὸ παρελθόν, προσδιορίζοντας τὸ παρόν, νοηματοδοτώντας τὸ μέλλον: ἀναγνώριση καὶ ἑρμηνεία πρα- κτικῶν δομημένης (ἐν)απόθεσης στὸ νεολιθικὸ οἰκισμὸ Αὐγῆς Καστοριᾶς στὴ Βόρεια Ἑλλάδα, στὸ Εὐ. Στεφανῆ, Ν. Μερού- σης, Α. Δημουλᾶ (ἐπιμ.), 1912-2012. Ἑκατὸ χρόνια ἔρευνας στὴν προϊστορικὴ Μακεδονία, Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συνε- δρίου, Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο Θεσσαλονίκης, 22-24 Νοεμ- βρίου 2012 (ἔκδ. Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Θεσσαλονίκης 22, Θεσσαλονίκη) 349-257. Σωτηρακοπούλου 1999 Π. Ι. Σωτηρακοπούλου, Ἀκρωτήρι Θήρας. Ἡ νεολιθικὴ καὶ ἡ πρώιμη ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κεραμεικῆς (ΒΑΕ 191, Ἀθῆναι). Τσούντας 1908/2000 Χ. Τσούντας, Αἱ προϊστορικαὶ ἀκροπόλεις Διμηνίου καὶ Σέ- σκλου (ΒΑΕ 14, Ἀθῆναι). Ψαράκη 2014 Κ. Ψαράκη, Πρωτοελλαδικὴ κεραμικὴ ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Θή- βας. Ἀνασκαφὴ στὸ οἰκόπεδο ἐπέκτασης τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Θηβῶν, στὸ Β. Ἀραβαντινός, Ἕ. Κουντούρη (ἐπιμ.), 100 χρόνια Ἀρχαιολογικοῦ Ἔργου στὴ Θήβα. Οἱ πρωτεργά- τες τῶν ἐρευνῶν καὶ οἱ συνεχιστές τους. Συνεδριακὸ κέντρο Θήβας, 15-17 Νοεμβρίου 2002 (Ἀθήνα) 98-115. Ὠνάσογλου 1996 Ἄ. Ὠνάσογλου, Σφραγίδες, στὸ Γ. Παπαθανασόπουλος (ἐπιμ.), Νεολιθικὸς Πολιτισμὸς στὴν Ἑλλάδα, Κατάλογος Ἔκθεσης (Ἀθήνα) 163-164. Alram-Stern 2004 E. Alram-Stern, Die ägäische Frühzeit. 2. Serie. Forschungsbericht 1975-2002. Die Frühbronzezeit in Griechenland. Mit Aus- nahme von Kreta (Wien). Barber 1987 R. L. N. Barber, The Cyclades in the Bronze Age (London). Berger 2010 L. Berger, Zur Terminologie und Definition der Oberflächen- behandlung anhand gebrannter Gefäße in der prähistorischen Keramikforschung, στὸ B. Horejs, R. Jung, P. Pavúk (ἐπιμ.), Analysing Pottery. Processing, Classification, Publication (Stu- dia Archaeologia et Medievalia 10, Bratislava) 29-37. Bossert 1960 E.-M. Bossert, Die gestempelten Verzierungen auf frühbronze- zeitlichen Gefässen der Agäis, JdI 75, 1-16. Bulle 1907 H. Bulle, Orchomenos I. Die älteren Ansiedlungsschichten (München). Caskey 1958 J. L. Caskey, Excavations at Lerna, 1957, Hesperia 27, 125-144. Caskey 1960 J. L. Caskey, The Early Helladic Period in the Argolid, Hesperia 29, 285-303. Caskey, Caskey, 1960 J. L. Caskey, E. G. Caskey, The Earliest Settlements at Eutresis Supplementary Excavations, 1958, Hesperia 29, 126-167. Christmann 1996 E. Christmann, Die deutschen Ausgrabungen auf der Pevkakia- Magula in Thessalien II. Die frühe Bronzezeit (Bonn). Coleman 1985 J. E. Coleman, “Frying Pans” of the Early Bronze Age Aegean, AJA 89, 191-219. Day, Wilson 2016 P. M. Day, D. E. Wilson, Dawn of the Amphora. The Emergence of Maritime Transport Containers in the Early Bronze Aegean, 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 146 146 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 στὸ S. Demesticha, A. B. Knapp (ἐπιμ.), Maritime Transport Containers in the Bronze-Iron Age Aegean and Eastern Medi- terranean (Uppsala) 17-37. Douni 2020 K. Douni, EBII Ceramic Production in Attica, στὸ N. Papa- dimitriou, J. C. Wright, S. Fachard, N. Polychronakou-Sgouritsa, E. Andrikou (ἐπιμ.), Athens and Attica in Prehistory, Proceed- ings of the Interational Conference Athens, 27-31 May 2015 (Oxford) 279-288. Forsén 1992 J. Forsén, The Twilight of the Early Helladics. A Study of the Disturbances in East-Central and Southern Greece toward the End of the Early Bronze Age (SIMA-PB 116, Jonsered). Goldman 1931 H. Goldman, Excavations at Eutresis in Boeotia (Cambridge Mass.). Goodison 1989 L. Goodison, Death, Woman and the Sun. Symbolism of Regen- eration in Early Aegean Religion (BICS Suppl. 53, London). Hanschmann, Milojčić 1976 E. Hanschmann, V. Milojčić, Die deutschen Ausgrabungen auf der Argissa-Magula in Thessalien III. Die frühe und beginnende mittlere Bronzezeit (Bonn). Karantzali 1996 E. Karantzali, Le Bronze Ancien dans les Cyclades et en Crète. Les relations entre les deux régions. Influence de la Grèce Con- tinentale (BAR IS 631, Oxford). Krapf 2011 T. Krapf, Amarynthos in der Bronzezeit. Der Wissenstand nach der Schweitzer Grabungen 2006 und 2007, Antike Kunst 54, 144-159. Kunze 1934 E. Kunze, Orchomenos ΙΙΙ. Die Keramik der frühen Bronzezeit (München). Lamb 1936 W. Lamb, Excavations at Thermi in Lesbos (Cambridge). Maran 1998 J. Maran, Kulturwandel auf dem griechischen Festland und den Kykladen im späten 3. Jahrtausend v. Chr. Studien zu den kul- turellen Verhältnissen in Südosteuropa und dem zentralen sowie östlichen Mittelmeerraum in der späten Kupfer- und frühen Bronzezeit (Bonn). Marthari 2008 M. Marthari, Aspects of Pottery Circulation in the Cyclades during the Early EB II Period. Fine and Semi-Fine Imported Ceramic Wares at Skarkos, Ios, στὸ N. Brodie, J. Doole, G. Ga- valas, C. Renfrew (ἐπιμ.), Horizon. A Colloquium on the Pre- history of the Cyclades (Cambridge) 71-84. Marthari 2017 M. Marthari, Aspects of pictorialism and symbolism in Early Bronze Age Cyclades. A “frying pan” with longboat depiction from the new excavations at Chalandriani in Syros, στὸ V. Vla- chou, A. Gadolou (ἐπιμ.), Τέρψις. Studies in Mediterranean Archaeology in Honor of Nota Kourou (Brussels) 147-160. Müller 1938 K. Müller, Tiryns. Die Ergebnisse der Ausgrabungen des Insti- tuts IV. Die Urfirniskeramik (München). Mylonas 1959 G. E. Mylonas, Aghios Kosmas. An Early Bronze Age Settle- ment and Cemetery in Attica (Princeton, N.J.). Nilsson 2014 M. Nilsson, A Note on Domestic vs Communal Grain Storage in the Early Helladic Period, Opuscula 7, 223-239. 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 147 AE 2020 Ἡ πρωτοελλαδικὴ ἀκρόπολη τοῦ Ραμνοῦντος 147 Overbeck 1989 J. C. Overbeck, Ayia Irini. Period IV. Part 1. The Stratigraphy and the Find Deposits (Keos VII, Mainz on Rhine). Peperaki 2007 O. Peperaki, Complexity, Power and ‘Associations that Matter’. Rethinking Social Organisation in the Early Bronze Age 2 Mainland Greece (δ.δ. Sheffield). Pini 1975 I. Pini (ἐπιμ.), Corpus der minoischen und mykenischen Siegel, V. Kleinere griechische Sammlungen (Berlin) [CMS V]. Pini 1993 I. Pini (ἐπιμ.), Corpus der minoischen und mykenischen Siegel, Kleinere griechische Sammlungen, V Suppl. 1B. Lamia – Zakyn- thos und weitere Länder des Ostmittelmeerraums (Berlin) [CMS V Suppl. 1B]. Pini 2004 I. Pini (ἐπιμ.), Corpus der minoischen und mykenischen Siegel, Kleinere griechische Sammlungen, V Suppl. 3. Neufunde aus Griechenland und der westlichen Türkei (Mainz) [= CMS V Suppl. 3]. Pullen 1994 D. J. Pullen, A Lead Seal from Tsoungiza, Ancient Nemea, and Early Bronze Age Sealing Systems, AJA 98, 35-52. Pullen 2008 D. Pullen, The Early Bronze Age in Greece, στὸ C. Shelmerdine (ἐπιμ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age (Cambridge) 19-46. Pullen 2011a D. J. Pullen, Nemea Valley Archaeological Project I. The Early Bronze Age Village on Tsoungiza Hill (Princeton, N.J.). Pullen 2011b D. J. Pullen, Picking Out in Patterns. Feasting in Early Helladic Greece, στὸ W. Gauß, M. Lindblom, R. A. K. Smith, J. C. Wright (ἐπιμ.), Our Cups Are Full. Pottery and Society in the Aegean Bronze Age. Papers Presented to Jeremy B. Rutter on the Occa- sion of his 65th Birthday (Oxford) 217-226. Pullen 2011c D. J. Pullen, Before the Palaces: Redistribution and Chiefdoms in Mainland Greece, AJA 115, 185-195. Pullen 2013 D. J. Pullen, «Minding the Gap». Bridging the Gaps in Cultural Change within the Early Bronze Age Aegean, AJA 117, 545-553. Rahmstorf 2010 L. Rahmstorf, Die Nutzung von Booten und Schiffen in der bronzezeitlichen Ägäis und die Fernkontakte der Frühbronze- zeit, στὸ H. Meller, F. Bertemes (ἐπιμ.), Der Griff nach den Sternen. Wie Europas Eliten zu Macht und Reichtum kamen. Internationales Symposium, Halle, 16.-21.2.2005, Tagungen des Landesmuseums für Vorgeschichte, Halle 5 (Halle) 675-697. Rambach 2000 J. Rambach, Kykladen II. Die frühe Bronzezeit. Frühbronzezeit- liche Beigabensittenkreise auf den Kykladen. Relative Chrono- logie und Verbreitung (Bonn). Renfrew 1972 C. Renfrew, The Emergence of Civilisation. The Cyclades and the Aegean in the Third Millennium B.C. (London). Rutter 1979 J. B. Rutter, Ceramic Change in the Aegean Early Bronze Age. The Kastri Group, Lefkandi I, and Lerna IV. A Theory Con- cerning the Origin of Early Helladic III Ceramics (UCLA Insti- tute of Archaeology, Occasional Paper 5, Los Angeles). Rutter 2001 J. B. Rutter, The Prepalatial Bronze Age of the Southern and Central Greek Mainland. Addendum. 1993-1999, στὸ T. Cullen 06_KALOGEROPOULOS_TEL:προτυπη-εφημεριδας 12/7/20 8:59 AM Page 148 148 Κ ω ν σ τ α ν τ ίν ο υ Κ α λ ο γ ε ρ ό π ο υλ ο υ AE 2020 (ἐπιμ.), Aegean Prehistory. A Review (AJA Suppl. 1, Boston) 95-148. Rutter 2012 J. B. Rutter, Migrant Drinking Assemblages in Aegean Bronze Age Settings, στὸ J. Maran, P. W. Stockhammer (ἐπιμ.), Mate- riality and Social Practice. Transformative Capacities of Inter- cultural Encounters (Oxford) 73-88. Rutter 2017 J. Rutter, Partying in Prehistory. Social Drinking Behaviors in the Bronze Age Aegean, ca. 2600 -1400 BCE, Lecture by Pro- fessor Emeritus Jeremy B. Rutter on the Occasion of his Con- ferment as Doctor Honoris Causa at Uppsala University, Swe- den, on January 27th 2017, http://uu.diva-portal.org/smash/get/ diva2:1071026/FULLTEXT01.pdf Sakellariou 1964 A. Sakellariou, Die minoischen und mykenischen Siegel des Nationalmuseums in Athen (Berlin) [CMS I]. Spitaels 1982 P. Spitaels, Provatsa on Makronisos, AAA 15, 155-158. Tartaron, Pullen, Noller 2006 Th. F. Tartaron, D. J. Pullen, J. S. Noller, Rillenkarren at Vayia. Geomorphology and a New Class of Early Bronze Age Fortified Settlement in Southern Greece, Antiquity 80, 145-160. Walter, Felten 1981 H. Walter, F. Felten, Alt-Ägina III,1. Die vorgeschichtliche Stadt. Befestigungen, Häuser, Funde (Mainz am Rhein). Weißhaar 1981 H.-J. Weißhaar, Bericht zur frühhelladischen Keramik. Ausgra- bungen in Tiryns 1978. 1979, AA 1981, 220-256. Weißhaar 1983 H.-J. Weißhaar, Bericht zur frühhelladischen Keramik. Ausgra- bungen in Tiryns 1981, AA 1983, 329-358. Wiencke 1975 M. H. Wiencke, Lerna, στὸ Pini 1975, 28-114. Wiencke 2000 M. H. Wiencke, Lerna. A Preclassical Site in the Argolid. Results of Excavations Conducted by the American School of Classical Studies at Athens, Vol. IV. The Architecture, Stratification, and Pottery of Lerna III (Princeton, N.J.). Wiencke 2010 M. H. Wiencke, Lerna, στὸ E. Cline (ἐπιμ.), The Oxford Hand- book of the Bronze Age Aegean (Oxford) 660-670. Wiencke 2011 M. H. Wiencke, Ceremonial Lerna, στὸ W. Gauß, M. Lindblom, R. A. K. Smith, J. C. Wright (ἐπιμ.), Our Cups Are Full. Pottery and Society in the Aegean Bronze Age. Papers Presented to Jeremy B. Rutter on the Occasion of his 65th Birthday (Oxford) 345-353. Wilson 1999 D. E. Wilson, Ayia Irini. Periods I-III. The Neolithic and Early Bronze Age Settlements. Part 1. The Pottery and Small Finds (Keos IX, Mainz on Rhine). Wilson 2013 D. E. Wilson, Ayia Irini II-III, Kea. The Phasing and Relative Chronology of the Early Bronze Age II Settlement, Hesperia 82, 385-434. Wilson 2015 D. E. Wilson, The Early Bronze II Seal Impressions from Ayia Irini, Kea. Their Context, Pan-Aegean Links, and Meaning, στὸ C. A. Macdonald, E. Hatzaki, S. Andreou (ἐπιμ.), The Great Islands. Studies of Crete and Cyprus Presented to Gerald Cado- gan (Athens) 168-174.