ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ISBN: 978-618-5409-00-5 ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ Χ.Ο.Ν. ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η έκδοση του καταλόγου πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Alpha Bank Υπό την αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κυρίου Προκοπίου Παυλόπουλου ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ 28 Δεκεμβρίου 2018 – 31 Οκτωβρίου 2019 Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, καθώς και η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια των συγγραφέων και των εκδοτών, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα. ISBN: 978-618-5409-00-5 © 2018 ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΑΘΗΝΑ ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Γεώργιος Κακαβάς Στέλλα Δρένη ΑΘΗΝΑ 2018 Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης και συναδέλφου Βάσως Πέννα «Τίποτα δεν χάνεται πραγματικά για εμάς όσο εμείς το θυμόμαστε» L.M. Montgomery, The Story Girl ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ - ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Δρ Üte Wartenberg Διευθύντρια Αμερικανικής Νομισματικής Εταιρείας Δρ Γεώργιος Κακαβάς Διευθυντής Νομισματικού Μουσείου Δρ Δήμητρα Τσαγκάρη Επιμελήτρια Νομισματικής Συλλογής Alpha Bank Δρ Μιμίκα Γιαννοπούλου Αρχαιολόγος Δρ Βασιλική Ε. Στεφανάκη Νομισματολόγος Νομισματικού Μουσείου Αντωνία Νικολακοπούλου Νομισματολόγος Νομισματικού Μουσείου Δρ Ευαγγελινή Μάρκου Ερευνήτρια Ελληνικής και Ρωµαϊκής Αρχαιότητας, Ε.Ι.Ε. Στέλλα Δρένη Νομισματολόγος Νίκη Κατσικώστα Συντηρήτρια Αρχαιοτήτων Νομισματικού Μουσείου ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ - ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ - ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗ - ηλεκτρονικη ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ Γεώργιος Κακαβάς Μαρία Γαρουφαλιά Συνεργάτες: Αναστασία Ράμμου Παναγιώτης Κουτσογιάννης Νίκη Κατσικώστα Βασιλική Ριζοπούλου Μαργαρίτα Σορώτου Νικόλαος Σουγλές ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ ΣΧΕΔΙΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ Γεώργιος Κακαβάς Απόστολος Καραστεργίου Συνεργάτης: Μιμίκα Γιαννοπούλου Μένη Μπιντέρη ΜΟΥΣΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ - ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Νεκτάριος Καραχάλιος Γεώργιος Κακαβάς ΦΩΤΟΓΡΑΦηση νομισματων και αρχαιοτητων Αντωνία Νικολακοπούλου Γεώργιος Μεστούσης Βασιλική Ε. Στεφανάκη Δημήτρης Σφαέλλος ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Νίκος Σιναδινάκης Άννα Μαρία Αθανασοπούλου ψηφιακεσ εκτυπωσεισ - επικολλησεισ Σπύρος Αρμένης Κ. Μπεζεριάνος και ΣΙΑ Ο.Ε. Ευαγγελία Γεωργίου ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΣΗ - ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Στέλλα Δρένη Peak Design Θωμάς Κατσαρός ξυλινεσ - ακρυλικεσ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Γκουενταλίνα Καραγιάννη Μάνος Λιγνός Θεόδωρος Κουρεμπανάς Γιάννης Μανωλόπουλος Γιώργος Μυλωνάς Θέμης Τεντόμας Ελένη Νάκη Γιόρκα Νικολάου ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ Γιάννης Καραμπελιάς ΜΟΥΣΕΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ Γιάννης Μετζικώφ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ Orphee Beinoglou International Forwarders S.A. ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ Γεώργιος Κακαβάς ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ Γιάννης Μετζικώφ DAES LONDON MARKET INSURANCE BROKERS ΣΥΝΤΗΡΗΤΕΣ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΔΑΝΕΙΣΑΝ Νομισματικό Μουσείο: Aρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας Nίκη Κατσικώστα Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών Έλενα Κοντού Επιγραφικό Μουσείο Ρεβέκκα Μαντά Ασπασία Ραρρή Νίκος Σιναδινάκης Mαργαρίτα Σορώτου Εφορεία Αρχαιοτήτων Φωκίδας: Αθανασία Ρέγκλη Λουκάς Μαυρόπουλος Χρήστος Παντερμάκης ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ - ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Γεώργιος Κακαβάς Στέλλα Δρένη ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Στέλλα Δρένη Αναστασία Ράμμου ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Στέλλα Δρένη Παναγιώτης Τσέλεκας ΣΧΕΔΙΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ Απόστολος Καραστεργίου Μένη Μπιντέρη Νεκτάριος Καραχάλιος ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Γεώργιος Μεστούσης Δημήτρης Σφαέλλος Παντελής Μαγουλάς ΤΕΧΝΙΚΗ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ Νικόλαος Σουγλές ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Θύμιος Πρεσβύτης ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Γεώργιος Κακαβάς επιμελεια παραγωγησ Θοδωρής Αναγνωστόπουλος ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Δήμητρα Τριανταφύλλου Αγγελική Χουντή παραγωγη Peak Design ΕΚΤΥΠΩΣΗ Ecotypia SA ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ Γιώργος Ηλιόπουλος ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΛΗΜΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Ευάγγελος Βιβλιοδέτης Ε.Γ. Ευαγγελία Γεωργίου Έλενα Βλαχογιάννη Σ.Δ. Στέλλα Δρένη Ευαγγελία Γεωργίου Ε.Ζ. Ελένη Ζαββού Μιμίκα Γιαννοπούλου Γ.Κ. Γεώργιος Κακαβάς Αναστασία Γκαδόλου Θ.Κ. Θεόδωρος Κουρεμπανάς Γεώργιος Κακαβάς Α.Ν. Αντωνία Νικολακοπούλου Κατερίνη Λιάμπη Ε.Ρ. Ευτέρπη Ράλλη Αντωνία Νικολακοπούλου Β.Σ. Βασιλική Ε. Στεφανάκη Ευτέρπη Ράλλη Α.Τ. Ανθούλα Τσαρούχα Ειρήνη Ρώσσιου Ε.-Λ.Χ. Ειρήνη-Λουκία Χωρέμη Βασιλική Ε. Στεφανάκη Α.Ψ. Αθανασία Ψάλτη ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 15 ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 127 Ηρακλής Κωνσταντίνος Στρατής οικουμενικός θεός και ήρωας Υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Γεώργιος Κακαβάς 17 Πρόλογος 137 Ένας διαχρονικός ήρωας. Δρ Üte Wartenberg Ο Ηρακλής στην τέχνη από την ύστερη Διευθύντρια Αμερικανικής Νομισματικής Εταιρείας αρχαιότητα έως τον 19ο αιώνα Μιμίκα Γιαννοπούλου 21 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Δρ Γεώργιος Κακαβάς 145 Ο μύθος του Ηρακλή στη σύγχρονη τέχνη Διευθυντής Νομισματικού Μουσείου Γεώργιος Κακαβάς - Ειρήνη Ρώσσιου 25 KEIMENΑ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ 157 ΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ 27 Oι άθλοι του Ηρακλή 159 1α. ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΗΡΩΑ πορεία για την αθανασία ΣΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ Ευάγγελος Βιβλιοδέτης ΣΤΟΥΣ ΛΙΘΟΥΣ ΣΤΑ ΜΟΛΥΒΔΙΝΑ ΚΑΙ ΠΗΛΙΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑ 39 Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα 257 1β. ΟΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΗΡΩΑ Έλενα Βλαχογιάννη ΣΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΛΙΘΟΥΣ 59 Ο Ηρακλής ΣΤΑ ΜΟΛΥΒΔΙΝΑ ΚΑΙ ΠΗΛΙΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑ και η αρχαία πολιτειακή ιδεολογία Αναστασία Γκαδόλου 301 2. ΤΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΣΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ 67 Ο Ηρακλής ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ ΟΙΚΟΙ και ΣΤΑ ΜΟΛΥΒΔΙΝΑ συμβολα Κατερίνη Λιάμπη 329 3. ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ 85 Ο Θεός-Ήρωας Ηρακλής στα Νομίσματα ΣΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ των Κοινών, Εθνών και Συμμαχιών ΣΤΟΥΣ ΛΙΘΟΥΣ Ευαγγελία Γεωργίου - Βασιλική Ε. Στεφανάκη ΣΤΑ ΜΟΛΥΒΔΙΝΑ ΚΑΙ ΠΗΛΙΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑ 97 Προσωπογραφίες ενός θεϊκού ΗΡΩΑ 379 4. ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΣΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ Γεώργιος Κακαβάς ηρακλησ - μελκαρτ 111 Οι εικονογραφικοί τύποι του Ηρακλή 389 5. ΠΙΝΑΚΙΟ ΚΑΙ ΓΛΥΠΤΑ ΜΕ ΗΡΑΚΛΗ στα νομίσματα κλασικών και ελληνιστικών χρόνων 397 6. ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ Αντωνία Νικολακοπούλου 404 7. O Ηρακλής του Παύλου Σάμιου 121 Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΣΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ Ευτέρπη Ράλλη 412 Συντομογραφίες - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 14 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Η μυθολογία του Ηρακλή, πλούσια σε σύμβολα και πρότυπα, και η ταύτιση του ίδιου του ήρωα με τη δύναμη, το θάρρος και τον αγώνα για την επικράτηση του καλού τον κατέστησαν ένα διαχρονικό οικουμενικό σύμβολο. Ήδη από την αρχαιότητα, ηγεμόνες, κατακτητές και βασιλικές γενιές ενστερνίστηκαν τις αρετές του ήρωα για να αιτιολογήσουν τη δική τους δύναμη και ισχύ, αλλά και τις πολιτικές και άλλες πράξεις τους, επικαλούμενοι την καταγωγή τους από αυτόν, όπως οι Δωριείς, ο μακεδονικός βασιλικός οίκος, και κυρίως ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος. Μεγάλη απήχηση είχε ο Ηρακλής ως Hercules στη ρωμαϊκή περίοδο, η οποία διατηρήθηκε στον Μεσαίωνα, για να αποθεωθεί κατά την Αναγέννηση από μεγάλους καλλιτέχνες, καθώς η δύναμη, αλλά και η νίκη του έναντι των δυνάμεων του σκότους ταίριαζαν στο ουμανιστικό πνεύμα της περιόδου. Στις πολλαπλές αναπαραστάσεις του Ηρακλή μέσα στους αιώνες, υπάρχει χώρος και για την πιο ανθρώπινη, συναισθηματική και παιγνιώδη, πλευρά της προσωπικότητάς του, ακόμη και για την τρέλα (λαμπρό παράδειγμα η τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλής μαινόμενος»). Η μορφή του ήρωα παραμένει ζωντανή έως τις μέρες μας σε ποικίλες μορφές τέχνης, με έμφαση στον κινηματογράφο ή τις τηλεοπτικές σειρές, και φυσικά στην ποπ κουλτούρα. Το Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας μέσα από τη διοργάνωση της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας έκθεσης με τίτλο «Ηρακλής Ήρως Διαχρονικός και Αιώνιος» επιχειρεί να αναδείξει τη διαχρονική παρουσία του Ηρακλή και τις μεταμορφώσεις στις οποίες υπόκειται η μορφή του στο πέρασμα των αιώνων. Γνωστά, αλλά και άγνωστα νομίσματα που για πρώτη φορά παρουσιάζονται στο κοινό, από τις πλούσιες και μοναδικές συλλογές του Νομισματικού Μουσείου, όχι μόνον από τον ελλαδικό χώρο, αλλά και από πολλές πόλεις του τότε γνωστού αρχαίου κόσμου, συνομιλούν σε αυτή την έκθεση με σύγχρονα ζωγραφικά έργα του δημοφιλούς εικαστικού Παύλου Σάμιου με θέμα τους άθλους του Ηρακλή. Την έκθεση συνοδεύει κατάλογος με συμβολές έγκριτων Ελλήνων αρχαιολόγων που αναδεικνύουν τη διαχρονικότητα του Ήρωα και τον ρόλο που διαδραμάτισε ως σύμβολο συνδεδεμένο με όλες τις φάσεις της εξέλιξης της ανθρωπότητας και του ελληνικού πνεύματος. Μέσα από τέτοιες θεματικές εκθέσεις τα μουσεία του Υπουργείου Πολιτισμού συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση και πρόσληψη του παρελθόντος από το ευρύ κοινό, αλλά και στην εμβάθυνση της γνώσης και την εξωστρέφεια της αρχαιολογικής και ιστορικής έρευνας. Κώστας Στρατής Υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Αργυρό τετράδραχμο Αλεξάνδρου Γ΄ (αρ. κατ. 100, λεπτομέρεια) ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 15 16 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ο Ηρακλής στην αρχαία τέχνη: είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα θέμα πιο εκτεταμένο ή ποικίλο, και η έκθεση «Ηρακλής Ήρως Διαχρονικός και Αιώνιος» δεν το αδικεί καθόλου, καθώς παρουσιάζει ένα σπάνιο σύνολο ξεχωριστών –και σε ορισμένες περιπτώσεις εξαίσιων– νομισμάτων, ημιπολύτιμων λίθων, αλλά και συμβόλων. Τα περισσότερα από αυτά τα αντικείμενα δεν έχουν ξαναπαρουσιαστεί έως τώρα στο κοινό. Η έκθεση περιλαμβάνει ορισμένα αξιόλογα τεχνουργήματα, τα οποία βρίσκονταν για δεκαετίες στο θησαυροφυλάκιο του Νομισματικού Μουσείου. Από αυτή την άποψη, η έκθεση αποτελεί ένα ορόσημο, και ο Κατάλογος θα επιτρέψει σε όσους και όσες δεν μπορούν να την επισκεφθούν να μάθουν περισσότερα για τον Ηρακλή. Τα κείμενα του Καταλόγου υπογράφουν σημαντικοί μελετητές και τα 340 νομίσματα, σύμβολα και σφραγιδόλιθοι δημοσιεύονται και απεικονίζονται πλήρως. Το Νομισματικό Μουσείο, με το πλήθος των προσκτημάτων του –περισσότερα από 600.000 νομίσματα και άλλα αντικείμενα, όπως σφραγιδόλιθους, πήλινα σφραγίσματα, σύμβολα κλπ.– θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσεία του είδους του στον κόσμο, αν και είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά, για αυτό εκθέσεις, όπως η συγκεκριμένη, που είναι αφιερωμένη στον Ηρακλή, προβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο τους θησαυρούς που απόκεινται σε αυτό. Ο Ηρακλής είναι ο διασημότερος από όλους τους ήρωες της αρχαιότητας και συχνά θεωρείται ως ο μόνος αληθινά πανελλήνιος ήρωας, δεδομένου ότι η προσωπικότητα και οι λατρείες του δεν συνδέονταν με ένα μόνο μέρος, όπως συμβαίνει με πολλούς άλλους ήρωες ή θεότητες. Ιδιαίτερα γνωστοί ήταν οι δώδεκα άθλοι που κλήθηκε να επιτελέσει και οι οποίοι απεικονίζονταν συχνά, συνήθως σε ένα σαφώς καθορισμένο εικονογραφικό κανόνα γνωστό στους αρχαίους θεατές. Ο Ηρακλής ήταν ο γιος του Δία και της Αλκμήνης, κόρης του βασιλιά των Μυκηνών, και, όπως συνέβαινε συχνά στις σχέσεις του Δία με όμορφες γυναίκες, η Ήρα παρενέβη πριν ακόμα γεννηθεί το μωρό. Ο Όμηρος περιγράφει (Ιλιάς Τ 114-134) πώς η θεά καθυστέρησε τη γέννηση του ήρωα έως ότου να γεννηθεί (ελαφρώς πρόωρα) ο ξάδερφός του Ευρυσθέας, ο οποίος με αυτόν το τρόπο απέκτησε το δικαίωμα να γίνει βασιλιάς της Τίρυνθας. Στη συνέχεια, η ζηλόφθονη Ήρα έστειλε δύο φίδια για να φονεύσουν τον Ηρακλή, ο οποίος όμως ήδη από βρέφος διέθετε υπερφυσικές δυνάμεις και κατάφερε να τα στραγγαλίσει. Η σκηνή είναι δημοφιλής σε νομίσματα, στα οποία εικονίζεται το καθιστό γυμνό βρέφος να κρατά από ένα φίδι στα δύο του ανασηκωμένα χέρια. Οι περίφημοι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή είναι αναμφισβήτητα από τις προσφιλέστερες απεικονίσεις σε νομίσματα. Ο πιο δημοφιλής άθλος του ήρωα ήταν η πάλη του με το λιοντάρι της Νεμέας, το οποίο χρειάστηκε να στραγγαλίσει με τα γυμνά του χέρια. Από εκεί απέκτησε το πιο διάσημο εικονογραφικό χαρακτηριστικό του, τη δορά του λιονταριού, την οποία φορούσε πάνω από το κεφάλι και το σώμα του για προστασία. Δεδομένου ότι το στρογγυλό σχήμα των νομισμάτων και των ημιπολύτιμων λίθων είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για την απεικόνιση ενός θεϊκού ή ανθρώπινου προσώπου, η κεφαλή του Ηρακλή, άλλοτε αγένεια και άλλοτε γενειοφόρος, αλλά πάντοτε φορώντας τη λεοντή, είναι ένα θέμα το οποίο βρίσκουμε πάρα πολύ συχνά στην εικονογραφία. Αυτό ξεκινάει στην ύστερη αρχαϊκή εποχή, όταν μια από τις πρώτες απεικονίσεις μπορεί να βρεθεί σε ένα εξαιρετικό σύνολο στατήρων της Δικαίας στη Θράκη, μαζί με μικρότερες υποδιαιρέσεις. Κατά την κλασική περίοδο, τα πιο όμορφα νομίσματα προέρχονται από τη Σικελία, όπου η τέχνη της χαρακτικής έφθασε στο αποκορύφωμά της τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. Οι τύραννοι των Συρακουσών ή της Γέλας ήταν διάσημοι προστάτες αυτής της τέχνης και τα νομίσματα παρουσιάζουν συχνά υψηλό βαθμό καλλιτεχνικής καινοτομίας. Τα εξαίσια τετράδραχμα της Καμάρινας αποτελούν παραδείγματα αυτού του υψηλού σημείου χάραξης στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., λίγο πριν η πόλη κατακτηθεί και καταστραφεί από τους Καρχηδονίους το 405 π.Χ. Ενώ η παράσταση του τεθρίππου στην εμπρόσθια όψη σχετίζεται στενά με τη νομισματοκοπία των γειτονικών Συρακουσών, Χρυσός στατήρας Φιλίππων ο Ηρακλής φαίνεται να είναι ένας ήρωας που με κάποιο άγνωστο τρόπο συνδέεται με την πολιτική και (αρ. κατ. 18, λεπτομέρεια) ΠΡΟΛΟΓΟΣ 17 τη θρησκεία στην ίδια την Καμάρινα. Μια άλλη περίπτωση άθλου του Ηρακλή που αποτυπώθηκε στα νομίσματα αφορούν οι θαυμάσιες κοπές της Στυμφάλου στην Αρκαδία: στους στατήρες απεικονίζεται ο Ηρακλής, ενώ στις μικρότερες υποδιαιρέσεις τα κεφάλια των πτηνών. Στη ρωμαϊκή περίοδο ο Ηρακλής παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής και στις εκδόσεις της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο και της Σεβαστουπόλεως-Ηρακλειουπόλεως στον Πόντο, στις οποίες απεικονίζονται περίπλοκες σκηνές με τον Ηρακλή να αγωνίζεται εναντίον διαφόρων τεράτων. Οι δώδεκα άθλοι επιβλήθηκαν ως τιμωρία στον Ηρακλή, ο οποίος, σε μια στιγμή τρέλας, φόνευσε τη σύζυγό του Μεγάρα και τα παιδιά τους. Αν και η μανία του ήρωα προκλήθηκε από την Ήρα, ο ίδιος, ωστόσο, θεωρήθηκε υπεύθυνος για αυτή την απάνθρωπη πράξη και υποχρεώθηκε να υπηρετήσει τον βασιλιά Ευρυσθέα για δώδεκα χρόνια, εκτελώντας δώδεκα αποστολές, οι οποίες από την αρχή φαίνονταν εντελώς αδύνατον να επιτευχθούν. Η δύναμη και το μένος του ήρωα επικεντρώθηκαν έτσι στην εξάλειψη διάφορων τεράτων, στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και της προσωπικής του αναζήτησης για εξιλέωση. Αν και ο Ηρακλής και οι πράξεις του κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στους Έλληνες και τους Ρωμαίους, ο θάνατος και η επακόλουθη αποθέωσή του τον ανέδειξαν στο επίπεδο ενός θεού. Ωστόσο, οι άθλοι του Ηρακλή από μόνοι τους δεν θα μπορούσαν να τον καθιερώσουν ως τον προσφιλέστερο θεό στους χαρακτήρες των αρχαίων νομισμάτων. Αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε η μορφή του να διαδοθεί και να γίνει ευρύτατα αποδεκτή σε πολλούς λαούς στον αρχαίο κόσμο ήταν η σύνδεση του Ηρακλή με τον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς ο τελευταίος επέλεξε να απεικονίσει τον ήρωα στα νομίσματά του. Αν και ο Ηρακλής ως μυθικός πρόγονος του βασιλικού οίκου των Αργεαδών είχε ήδη απεικονισθεί στις κοπές των προκατόχων του τον 4ο αι. π.Χ., ο Αλέξανδρος εξέδωσε τα περίφημα νομίσματά του με την κεφαλή του Ηρακλή στην εμπρόσθια όψη και τον Δία στην οπίσθια μετά την εκστρατεία του στην Κιλικία στη Νοτιοδυτική Μικρά Ασία. Παρόλο που ήταν πιθανόν σαφές στους συγχρόνους του Αλεξάνδρου ότι η εικονιζόμενη μορφή ήταν ο Ηρακλής και όχι ο ίδιος ο βασιλιάς, η κεφαλή του ήρωα έγινε εξαιρετικά δημοφιλής και υιοθετήθηκε σε διάφορες παραλλαγές τόσο από άλλους ηγεμόνες όσο και από πολλές πόλεις. Παρά το γεγονός ότι ο Ηρακλής ως ήρωας δεν συνδέεται με μια μόνο γεωγραφική περιοχή, πολλές πόλεις στον αρχαίο κόσμο έλαβαν το όνομά τους από τον Ηρακλή και μάλιστα πολλές από αυτές τον απεικόνισαν ως τον επώνυμο ήρωα τους στις νομισματικές τους εκδόσεις. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι πως η μορφή του Ηρακλή έφθασε σε περιοχές της Αφρικής και της Ασίας. Παρόλο που ήταν ελληνικής προέλευσης, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε λαούς σε όλο τον αρχαίο κόσμο από τη Βόρεια Αφρική, στη Σικελία, στην Ελλάδα και τη Θράκη, σε όλη τη Μικρά Ασία έως και τη Βακτριανή. Τα νομίσματα στον Κατάλογο της έκθεσης αντικατοπτρίζουν με τον καλύτερο τρόπο το γεωγραφικό και πολιτισμικό εύρος του Ηρακλή. Το γεγονός ότι σε πολλά χάλκινα νομίσματα, καθώς και σύμβολα, απεικονίζεται ο Ηρακλής ή τα όπλα του, όπως το ρόπαλο και το τόξο, υποδεικνύουν ότι έχαιρε ευρύτερης αποδοχής, πέρα από τις ανώτερες τάξεις. Τα σύμβολα, συχνά κατασκευασμένα από ευτελή μέταλλα, όπως ο μόλυβδος, χρησιμοποιήθηκαν για μικρότερης κλίμακας συναλλαγές στους χώρους της αγοράς των αρχαίων πόλεων και δεν έχουν τόσο επίσημο χαρακτήρα. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η μοναδική συλλογή συμβόλων του Νομισματικού Μουσείου απεικονίζει τη θέση του Ηρακλή στις κοινωνικές και οικονομικές τάξεις που παρήγαγαν και χρησιμοποίησαν σύμβολα. Τα νομίσματα ή τα σύμβολα είναι μικρά αντικείμενα στα οποία μια περίτεχνη σκηνή, όπως ένας άθλος του Ηρακλή, μπορεί να μην απεικονίζεται τόσο εύκολα όσο σε ένα αγγείο. Αυτό που πραγματικά αναδεικνύει η συγκεκριμένη έκθεση είναι ότι τα νομίσματα μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση του μύθου του Ηρακλή σε τοπικό επίπεδο ή της χρήσης του στη λατρεία των ηγεμόνων. Είναι εξαιρετικό το γεγονός ότι τα περισσότερα νομίσματα δεν έχουν δημοσιευθεί στο παρελθόν και μερικά από αυτά τα σπάνια παραδείγματα, όπως ο χρυσός στατήρας του Φιλίππου Ε΄ (αρ. κατ. 247) θα τέρψουν εξίσου ειδικούς και ευρύτερο κοινό. Δρ Üte Wartenberg American Numismatic Society, Νέα Υόρκη 18 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Χρυσός στατήρας του Φιλίππου Ε΄ (αρ. κατ. 247) ΠΡΟΛΟΓΟΣ 19 20 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ EΙΣΑΓΩΓΗ Ο φιλοσοφικός στοχασμός, οι θεσμοί, η τέχνη και η λογοτεχνία του δυτικού κόσμου έχουν επηρεασθεί από την ακατάλυτη δύναμη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που αναδύθηκε και μετασχηματίσθηκε στον ανατολικό μυχό της Μεσογειακής λεκάνης και, στη συνέχεια, εξαπλώθηκε έως τα πέρατα της Ευρώπης και την Ασία. Στον αφηγηματικό και παραστατικό κύκλο των αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών μύθων περί θεών, ημίθεων, ηρώων και μυθικών όντων πρωταγωνιστεί ο Ηρακλής, ο ύπατος από γενιά θεός και άνθρωπος. O Ηρακλής, μία μυθολογική προσωπικότητα με πολλαπλούς συμβολισμούς, αποτέλεσε και αποτελεί έμπνευση και μέσο διοχέτευσης προτύπων και μηνυμάτων από τους αρχαίους μέχρι και τους νεότερους χρόνους. Η μορφή του, ως πανελλήνιο, πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο πρότυπο ρώμης, αρετής και δικαιοσύνης και φορέας πολιτικό-κοινωνικών, θρησκευτικών και ηθικών μηνυμάτων, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην Ιστορία ανά τους αιώνες. Η παρούσα έκθεση με τίτλο «Ηρακλής Ήρως Διαχρονικός και Αιώνιος», που τελεί υπό την αιγίδα της Αυτού Εξοχότητος του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κυρίου Προκοπίου Παυλόπουλου, αποσκοπεί, κυρίως μέσω των νομισματικών παραστάσεων, στην παρουσίαση και ανάλυση των διαφόρων εικονογραφικών μορφών της πολυδιάστατης προσωπικότητας του θεού-ήρωα, με συγκεκριμένα γνωρίσματα και χαρακτηριστικά, η απόδοση των οποίων διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή και τις αισθητικές αντιλήψεις της κάθε περιόδου. Η Έκθεση περιλαμβάνει τριακόσιες σαράντα έξι αρχαιότητες. Συγκεκριμένα ένα πινάκιο, δύο γλυπτά και ένα χρυσό νόμισμα από τα Αρχαιολογικά Μουσεία Άμφισσας και Δελφών, δύο αττικές και μία βοιωτική επιγραφή από το Επιγραφικό Μουσείο, καθώς και τριακόσια τριάντα εννέα αρχαία ελληνικά, ελληνορωμαϊκά και ρωμαϊκά νομίσματα, χρυσά, αργυρά, χάλκινα και από ήλεκτρο, μολύβδινα, πήλινα και χάλκινα σύμβολα, σφραγιδόλιθους και δακτυλιόλιθους από τις Συλλογές του Νομισματικού Μουσείου και από την Ιδιωτική Συλλογή του Θεόδωρου Αραβάνη. Τα παραπάνω αντικείμενα, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ πολιτειακό, γεωγραφικό και χρονολογικό πλαίσιο - πόλεις-κράτη, έθνη, Κοινά, βασίλεια και αυτοκρατορίες από τη Δυτική Μεσόγειο μέχρι και τα βάθη της Ανατολής και από τους κλασικούς μέχρι και τους νεότερους χρόνους - συνομιλούν με τα δεκαεννέα ζωγραφικά έργα του αναγνωρισμένου διεθνώς εικαστικού Παύλου Σάμιου, Καθηγητή της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, που αντλούν την έμπνευσή τους από τον Ηρακλή και τους Άθλους του. Ο Ηρακλής του Σάμιου ενδύεται την εικόνα ενός ρωμαλέου αγροτόπαιδου με αρχοντικά χαρακτηριστικά, που έρχεται σε καιρούς αντιηρωικούς όπως οι δικοί μας, να υπενθυμίσει αξίες και αρετές, με αντοχή μέσα στο χρόνο υπεράνω μύθου και πραγματικότητας. Η έκθεση χωρίζεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες: Η πρώτη ενότητα πραγματεύεται τις ιδεαλιστικές ή μη προσωπογραφίες (κεφαλή αγένειος, γενειοφόρος, με ή χωρίς λεοντή) του θεού-ήρωα στους χαρακτήρες των νομισμάτων, στα σύμβολα και στους σφραγιδόλιθους, καθώς και τους εικονογραφικούς του τύπους (ιστάμενος, καθήμενος, τοξότης), οι οποίοι αναπαράγουν ή δανείζονται στοιχεία από γνωστά, από τις γραπτές πηγές, έργα φημισμένων καλλιτεχνών, για τα οποία αντλούμε επίσης πληροφορίες μέσω των μεταγενέστερων ρωμαϊκών γλυπτών. Η δεύτερη ενότητα εστιάζει στα όπλα, όπως το ρόπαλο και η λεοντή, κατεξοχήν σύμβολα του ήρωα, καθώς και το τόξο και η φαρέτρα, εκ των οποίων τα περισσότερα αποτελούσαν δώρα θεών. Η τρίτη ενότητα επικεντρώνεται στην παιδική του ηλικία με τις γνωστές παραστάσεις του Ηρακλή δρακονοπνίγοντα, τους άθλους και τα κατορθώματα του και η τελευταία στην αφομοίωση του με άλλες θεότητες της Ανατολής. Και στις τέσσερις ενότητες παρουσιάζονται απεικονίσεις του θεού-ήρωα σε νομίσματα πόλεων, Κοινών Αργυρός στατήρας Ευαγόρα Α΄ (αρ. κατ. 123, λεπτομέρεια) και βασιλείων που συνδέονται με τη λατρεία του ως μυθικού οικιστή/ιδρυτή και γενάρχη, την παιδική Oι άθλοι του Ηρακλή - η πορεία για την αθανασία ΕΙΣΑΓΩΓΗ 21 και εφηβική του ηλικία στη Θήβα, τους άθλους, τα κατορθώματα και τις εκστρατείες που λαμβάνουν χώρα από την Μεσόγειο, την Ευρώπη και την Αφρική έως τα βάθη της Ανατολής. Σύμβολο δύναμης και εξουσίας, ο Ηρακλής και τα σύμβολά του, χρησιμοποιήθηκαν από βασιλείς και ηγεμόνες, οι οποίοι ταυτίστηκαν με τη μορφή του, αλλά και από πόλεις-κράτη και Κοινά με πολιτική σκοπιμότητα. Τα γνωρίσματα και οι ιδιότητές του, ευρέως γνωστές στο Μεσογειακό χώρο, υιοθετήθηκαν και αφομοιώθηκαν και από άλλες τοπικές θεότητες, κυρίως από το φοινικικό θεό Μελκάρτ. Η εύρεση και η επιλογή των τριακοσίων είκοσι αντικειμένων, αδημοσίευτων στην πλειονότητά τους, από τις Συλλογές του Νομισματικού Μουσείου υπήρξε μία επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία για τους επιμελητές της έκθεσης. Τις συστηματικές εργασίες συντήρησης των αντικειμένων ανέλαβε το άρτια εξοπλισμένο εργαστήριο συντήρησης του Μουσείου, με τη δυναμική των έξι συντηρητών αρχαιοτήτων. Ο ζωγράφος Απόστολος Καραστεργίου και η γραφίστρια Μένη Μπιντέρη αποτύπωσαν σχεδιαστικά επιλεγμένα νομίσματα για τις εποπτικές ανάγκες της Έκθεσης και τις εικαστικές του συνοδευτικού καταλόγου. Η ολοκλήρωση της μουσειολογικής και μουσειογραφικής μελέτης της έκθεσης βασίστηκε στη συνεργασία του επιστημονικού, του εργατοτεχνικού και του φυλακτικού προσωπικού του Μουσείου, όλα τα τμήματα του οποίου, δίνοντας έναν τιτάνιο αγώνα, συνεργάστηκαν για να ολοκληρωθεί αυτή η έκθεση-γεγονός της χρονιάς για το Μουσείο. Τέλος, αφιερώνω τον κατάλογο της έκθεσης στη μνήμη της αγαπημένης φίλης και συναδέλφου Βάσως Πέννα, διαπρεπούς νομισματολόγου, ως ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της τεράστιας συνεισφοράς έως την τελευταία στιγμή της ζωής της, στο χώρο της νομισματικής επιστήμης. Ο Ηρακλής «απήμαντος και αγήραος», θεός και αθάνατος, μας καλεί σε ένα ταξίδι στους αιώνες και στους τόπους που δημιούργησαν και συνομίλησαν με το μύθο του. Οδηγός μας οι τριακόσιες σαράντα έξι αρχαιότητες και οι δεκαεννέα σύγχρονες εικαστικές δημιουργίες, εμπνευσμένες από το βίο και τα έργα ενός θεϊκού ήρωα. Δρ Γεώργιος Κακαβάς Διευθυντής Νομισματικού Μουσείου 22 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Η διοργάνωση και η υλοποίηση της έκθεσης δεν θα είχε καταστεί δυνατή χωρίς τη συνεργασία και τη συμβολή ενός μεγάλου αριθμού φορέων, αλλά και ανθρώπων διαφόρων ειδικοτήτων. Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλο το προσωπικό του Νομισματικού Μουσείου, που εργάστηκε σκληρά για την πραγμάτωση αυτού του οράματος. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς τα μουσεία που συμμετέχουν σε αυτήν την Έκθεση δανείζοντας έργα από τις συλλογές τους: Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, Επιγραφικό Μουσείο και Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας. Θερμές ευχαριστίες στην οργανωτική και επιστημονική επιτροπή, καθώς και στους συντελεστές του καταλόγου της Έκθεσης που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας συγγράφοντας τα κείμενα και τα λήμματα του καταλόγου: Δρ Üte Wartenberg, Δρ Δήμητρα Τσαγκάρη, Δρ Μιμίκα Γιαννοπούλου, Δρ Βασιλική Ε. Στεφανάκη, Αντωνία Νικολακοπούλου, Δρ Ευαγγελινή Μάρκου, Στέλλα Δρένη, Δρ Ευάγγελο Βιβλιοδέτη, Δρ Έλενα Βλαχογιάννη, Δρ Ευαγγελία Γεωργίου, Δρ Αναστασία Γκαδόλου, Δρ Κατερίνη Λιάμπη, Ευτέρπη Ράλλη, Ειρήνη Ρώσσιου, Ελένη Ζαββού, Δρ Θεόδωρο Κουρεμπανά, Ανθούλα Τσαρούχα, Δρ Ειρήνη-Λουκία Χωρέμη, Αθανασία Ψάλτη και Νίκη Κατσικώστα. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στη φίλη αρχαιολόγο Μιμίκα Γιαννοπούλου για την πολύτιμη συνεισφορά της και τις σοφές υποδείξεις της στα διάφορα στάδια υλοποίησης της Έκθεσης και του καταλόγου, στις νομισματολόγους Ευαγγελινή Μάρκου και Ευαγγελία Γεωργίου για τις εποικοδομητικές συζητήσεις μας και τις πολύτιμες παρατηρήσεις τους. Η επιτυχημένη υλοποίηση της παρούσας Έκθεσης και η έκδοση του συνοδευτικού καταλόγου οφείλεται φυσικά στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την υποστήριξη από κάθε άποψη της Alpha Bank, μόνιμου υποστηρικτή των δράσεων του Νομισματικού Μουσείου. Θα ήθελα να τονίσω την άψογη και γόνιμη συνεργασία με την επιμελήτρια της Νομισματικής Συλλογής της Alpha Bank, Δήμητρα Τσαγκάρη, στην οποία είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων. Μεταξύ των λοιπών υποστηρικτών χρήζουν ιδιαίτερης μνείας και ευχαριστιών οι Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου, ο Σύλλογος Υπαταίων «Οι Αινιάνες», τα μουσικά σύνολα Ιέραξ, οι εταιρείες Art Battery, Orphee Beinoglou International Forwarders S.A., Φίλιππος Νάκας και Οινηγός. Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους συναδέλφους και συνεργάτες μου, οι οποίοι εργάστηκαν με μεγάλο ζήλο για την προετοιμασία αυτής της έκθεσης: Βασιλική Στεφανάκη, Αντωνία Νικολακοπούλου, Αναστασία Ράμμου, Nίκη Κατσικώστα, Έλενα Κοντού, Ρεβέκκα Μαντά, Ασπασία Ραρρή, Νίκο Σιναδινάκη, Mαργαρίτα Σορώτου, Θεόδωρο Κουρεμπανά, Γκουενταλίνα Καραγιάννη και Θωμά Κατσαρό. Ευχαριστίες προς τον κ. Γιάννη Μετζικώφ για την εμπνευσμένη «σκηνογραφία» της Έκθεσης, στον κ. Θύμιο Πρεσβύτη για τον άρτιο σχεδιασμό του καταλόγου, στην αρχαιολόγο Στέλλα Δρένη για την επιμέλεια του καταλόγου και στους εξειδικευμένους φωτογράφους Γεώργιο Μεστούση και Δημήτρη Σφαέλλο. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 23 Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* Η λατρεία των αρχαίων καλλιτεχνών και ιδιαίτερα των γλυπτών στο πρόσωπο του σπουδαιότερου ήρωα της ελληνικής μυθολογίας είναι πρωτοφανής. Διάσημοι γλύπτες παραδίδονται από τις πηγές1 ως δημιουργοί των εικόνων του: Ονάτας, Μύρωνας, Πολύκλειτος, Αγελάδας, Σκόπας, Αντιφάνης, Ευφράνορας, Λύσιππος, Δαμοφώντας, Πολυκλής. Πολυάριθμα είναι σήμερα τα σωζόμενα αγάλματα του ήρωα, τα οποία η σύγχρονη έρευνα έχει συγκεντρώσει και ομαδοποιήσει σε τύπους2, προκειμένου να ανασυνθέσει τα χαμένα πρωτότυπα αλλά και να παρακολουθήσει την πλούσια αντιγραφική παράδοση και τη μετάπλαση του κάθε τύπου σε μεταγενέστερες περιόδους. Με γνώμονα τα τέσσερα βασικά μοτίβα στάσης των περίοπτων αγαλμάτων του ήρωα θα γίνει διαχρονική αναφορά στους κυριότερους εκπροσώπους του όρθιου, του αναπαυόμενου στο ρόπαλο, του καθιστού και του ανακεκλιμένου Ηρακλή. Πρώιμοι κλασικοί χρόνοι Ι. Ο τύπος του όρθιου Ηρακλή Ο τύπος του όρθιου Ηρακλή, που στέκεται κρατώντας τα σύμβολά του, το ρόπαλο στο δεξί και το τόξο στο αριστερό χέρι, αναπαράγεται στα πρώτα ελεύθερα ολόγλυφα αγάλματα του ήρωα, που είναι αποκλειστικώς αναθηματικά. Ο τύπος του Ηρακλή Cherchel3, που οφείλει το όνομά του στο, μεγαλύτερο του φυσικού, άγαλμα της όψιμης αυτοκρατορικής περιόδου από τις δυτικές Θέρμες της πόλης Cherchel (Caesarea Mauretaniae) της Αλγερίας4, αποτελεί την παλαιότερη ίσως απεικόνιση του ήρωα στην περίοπτη γλυπτική. Ο ήρωας παριστάνεται γυμνός, γενειοφόρος, αλλά νεαρός. Ακολουθεί το παραδοσιακό μοτίβο στήριξης στο δεξί σκέλος. Ακουμπά το δεξί χέρι στο ανεστραμμένο ρόπαλο, ενώ στο αριστερό θα κρατούσε τόξο και βέλος. Εξαιτίας της στάσης, της αυστηρής μετωπικότητας, αλλά και ορισμένων λεπτομερειών στη σωματοδομή και τη διαμόρφωση των μαλλιών, υποστηρίχθηκε ότι απηχεί ένα χαμένο πρωτότυπο έργο της ύστερης περιόδου του «αυστηρού ρυθμού»5. * Για την παραχώρηση των φωτογραφιών των εικ. 1-4, 7-13 είμαι ευγνώμων στον Hans R. Goette. 1. Βλ. Overbeck 1868 (διάσπαρτα)· Palagia 1988, 788-789 αρ. 1259-1305· DNO (διάσπαρτα). 2. Βλ. Palagia 1988· Kansteiner 2000. 3. Για τον τύπο βλ. Buschor 1953, 51-62 Beil. 9 A· Dörig 1977, 10-12 εικ. 9-15, 19· Vierneisel-Schlörb 1979, 124 και σημ. 50 στον αρ. 11· Palagia 1988, 751 αρ. 428-430 πίν. 473· Bol 1992, 175 στον αρ. 316 [C. Maderna-Lauter]· Kansteiner 2000, 86-89, 97· Landwehr 2000, 47. 4. Cherchel, Μουσείο αρ. ευρ. S 13: Manderscheid 1981, 128 αρ. 530 πίν. 51· Palagia 1988, 751 αρ. 428 πίν. 473· Kansteiner 2000, 86-87· Landwehr 2000, 46-51 αρ. 94 πίν. 28-31. 5. Palagia 1988, 791· Landwehr 2000, 47. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 39 Ο J. Dörig διατύπωσε την άποψη6 ότι το άγαλμα της Αλγερίας αποτελεί μικρότερων διαστάσεων επανάληψη του, χαμένου σήμερα, χάλκινου, κολοσσιαίου αγάλματος Ηρακλή, ύψους περίπου 4,50 μ., από το σύνταγμα του Αιγινήτη γλύπτη Ονάτα, ανάθημα των Θασίων στο ιερό της Ολυμπίας. Από τον Παυσανία7 γνωρίζουμε μόνο τα προσδιοριστικά σύμβολα που κρατούσε ο ήρωας, για αυτό και η άποψη του Dörig, αν και δεν είναι αβάσιμη, δεν έγινε ομόφωνα αποδεκτή8. Η σύγχρονη έρευνα έδειξε9 ότι, ενώ υπάρχουν στοιχεία χαρακτηριστικά της εποχής του «αυστηρού ρυθμού», όπως η διαμόρφωση των μαλλιών και του εφηβαίου, η έλλειψη αντιγράφων, που καθιστά τον τύπο μοναδικό, υποδηλώνει ότι δεν πρόκειται για ένα αυθεντικό δείγμα αυτής της εποχής, αλλά για μια κλασικιστική δημιουργία των ύστερων ελληνιστικών χρόνων που παραπέμπει γενικευτικά σε κλασικά πρότυπα10. Κοντά στον προηγούμενο είναι ο τύπος του Ηρακλή Βοστώνης–Οξφόρδης11, που οφείλει το όνομά του στα πληρέστερα σωζόμενα μαρμάρινα αγαλμάτια του 2ου αι. μ.Χ. στη Βοστώνη και την Οξφόρδη (εικ. 1) αντίστοιχα12. Ο ήρωας έχει απομακρυνθεί από την αυστηρή μετωπικότητα του τύπου Cherchel, έχει μετατοπίσει το βάρος στο αριστερό σκέλος, με τα πέλματα να πατούν σταθερά στο έδαφος, σύμφωνα με το αττικό μοτίβο στήριξης, ενώ στρέφει και την ελαφρώς χαμηλωμένη κεφαλή προς την πλευρά του στηρίζοντος σκέλους. Εξαιτίας της στάσης και της δομής του σώματος υποστηρίχθηκε ότι το πρωτότυπο ήταν χάλκινο και χρονολογείται γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.13. Σύμφωνα, ωστόσο, με άλλους το πρωτότυπο έχει θεωρηθεί ελληνιστικό, νεοαττικό ή και ρωμαϊκό14. Οι υπέρμαχοι της κλασικής χρονολόγησης του πρωτοτύπου15 υποστηρίζουν ότι απηχεί σε μικρότερη κλίμακα τον χάλκινο κολοσσιαίο Ηρακλή από το περίφημο σύνταγμα του Μύρωνα στο Ηραίο της Σάμου16, στο οποίο περιλαμβάνονταν ακόμη ο Δίας και η Αθηνά. Εν τέλει, το μικρό μέγεθος των περισσότερων σωζόμενων μαρμάρινων επαναλήψεων του τύπου17, που χρονολογούνται αποκλειστικά στους αυτοκρατορικούς χρόνους, οδήγησε στο Εικ. 1: Οξφόρδη, Ashmolean Museum αρ. ευρ. 1928.529. 6. Dörig 1977, 14. Μαρμάρινο αγαλμάτιο Ηρακλή του τύπου Ηρακλή 7. Παυσανίας 5.25.12-13. Overbeck 1868, 428· Palagia 1988, 788 αρ. 1266· DNO 511. Βοστώνης–Οξφόρδης. 8. Πρβλ. Ridgway 1978, 260· Walter-Karydi 1987, 152 σημ. 66. Ο Ε. Buschor (1953, 61) και ο J. Fink Άγνωστης προέλευσης. 2ος αι. μ.Χ. (1960, 78) είχαν υποστηρίξει ότι το άγαλμα της Αλγερίας ήταν αντίγραφο του Ηρακλή από το σύνταγμα Πηγή: Hans R. Goette του Μύρωνα στο Ηραίο της Σάμου. 9. Kansteiner 2000, 88-89. 10. Πρβλ. επίσης τον κολοσσιαίο Ηρακλή(;) από το ναυάγιο των Αντικυθήρων, που υιοθετεί πρότυπα της εποχής του «αυστηρού ρυθμού» και χρονολογείται στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 15527: Bol 1972, 53-55 αρ. 24 πίν. 28,1-3· Kansteiner 2000, 89 και σημ. 706-708· Vlachogianni 2012, 66. 11. Για τον τύπο βλ. Bulle 1925, 78-86· Lippold 1950, 139· Hafner 1952, 86-102· Vierneisel-Schlörb 1979, 121-124 στον αρ. 11· Ιντζεσίλογλου 1979, 93-103· Palagia 1988, 751-752 αρ. 431-446 πίν. 473- 474· Kranz 1989, 399-408· Παντερμαλής 1989, 144, 148 εικ. 2· Aurenhammer 1990, 116-117 αρ. 96 πίν. 67c-d· Vikela 1994, 210-215· Kansteiner 2000, 85-86· Landwehr 2000, 50· Bol 2004β, 28-29. 12. α) Βοστώνη, Museum of Fine Arts αρ. ευρ. 14.733: Comstock – Vermeule 1976, 89-90 εικ. 139· Howard 1978, 25 εικ. 71· Palagia 1988, 752 αρ. 437· Bol 2004β, εικ. 38a-b. β) Οξφόρδη, Ashmolean Museum αρ. ευρ. 1928.529: Hafner 1952, 92-93 εικ. 13-15· Ιντζεσίλογλου 1979, εικ. 3α-β· Palagia 1988, 752 αρ. 436 πίν. 474. 13. Η C. Landwehr (2000, 50 σημ. 13) θεωρεί ότι τα δύο επώνυμα αγαλμάτια δεν αποτελούν ούτε αντίγραφα ούτε επαναλήψεις ενός συγκεκριμένου προτύπου, αλλά μεμονωμένα έργα βασισμένα σε ένα παραδοσιακό μοτίβο στήριξης. 14. Kansteiner 2000, 85 σημ. 664 (με βιβλιογραφία). 15. Bulle 1925, 78-86· Buschor 1953, 59· Vierneisel-Schlörb 1979, 123 στον αρ. 11. 16. Στράβων 14.1.14. Overbeck 1868, 536· DNO 723-724. 17. Palagia 1988, 752 αρ. 438-442 πίν. 474. 40 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ συμπέρασμα ότι το πρωτότυπο θα ήταν μία δημιουργία επίσης πολύ μικρότερη του φυσικού και όχι ένα έργο της μεγάλης γλυπτικής18. Ένας ακόμη χάλκινος Ηρακλής του Μύρωνα, άγνωστου όμως τύπου, μαρτυρείται στη Μεσσήνη της Σικελίας19. Είχε μεταφερθεί τον 1ο αι. π.Χ. στη Ρώμη από τον Gaius Verres20 και στεγάστηκε στον ναό του Ηρακλή που αναστήλωσε ο Πομπήιος (Hercules Pompeianus). Ο ναός αυτός έχει ταυτιστεί σήμερα με τον ναό του Hercules Invictus κοντά στην Ara Maxima21. Ο αγαλματικός τύπος του Hercules Invictus22, προστάτης του στρατού, που οφείλει το όνομά του σε ενεπίγραφο μαρμάρινο αναθηματικό αγαλμάτιο του 2ου αι. μ.Χ.23, το οποίο παριστάνει τον Ηρακλή καθιστό σε βράχο, περιστοιχισμένο από όπλα-σύμβολα του στρατιωτικού θριάμβου, έχει θεωρηθεί τραϊάνεια ή αδριάνεια προσαρμογή του καθιστού(;) Ηρακλή του Μύρωνα. Ώριμοι κλασικοί χρόνοι Ι. Ο τύπος του όρθιου Ηρακλή Στην περίοδο αυτή η αργειοσικυώνια σχολή θα διαδραματίσει αναμφίβολα σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη των αγαλματικών τύπων του Ηρακλή. Δυστυχώς χαμένα είναι τα τρία σπουδαία, γνωστά από τις πηγές, χάλκινα έργα του τρίτου τετάρτου του 5ου αι. π.Χ.: ο έφηβος Ηρακλής στο Αίγιο24 και ο Ηρακλής Αλεξίκακος στο Ηράκλειο της Μελίτης25, έργα του Αγελάδα του νεότερου, αλλά και ο Ηρακλής του Πολυκλείτου που είχε μεταφερθεί στη Ρώμη26. Ο Πολυκλείτειος Ηρακλής27 αναγνωρίζεται σε μια σειρά αποσπασματικά σωζόμενων μαρμάρινων ρωμαϊκών επαναλήψεων και παραλλαγών28, με προέλευση κυρίως τη Ρώμη (εικ. 2)29. Ο ήρωας απεικονίζεται μετωπικός, αγένειος, με κοντά μαλλιά, ως νεαρός αθλητής. Πατά σταθερά με το δεξί σκέλος, προς το οποίο στρέφει και την κεφαλή, ενώ λυγίζει το αριστερό. Το δεξί χέρι 18. Vierneisel-Schlörb 1979, 123 στον αρ. 11· Bol 1992, 175, 179 σημ. 8 στον αρ. 316 [C. Maderna- Lauter]· Kansteiner 2000, 86 και σημ. 672. Πρβλ. Palagia 1988, 791, η οποία δεν αποκλείει την ύπαρξη ενός μεγάλου μεγέθους πρωτοτύπου. 19. Cicero, In Verrem 2.4.5. Overbeck 1868, 540· Palagia 1988, 788 αρ. 1267· DNO 732. Πιστεύεται ότι ο καθιστός σε βράχο Ηρακλής που στηρίζεται με το αριστερό χέρι στο ρόπαλο, το οποίο κρατάει από Εικ. 2: πάνω σαν σκήπτρο, και απεικονίζεται σε αργυρές νομισματικές εκδόσεις του Κρότωνα από το 420 π.Χ. Ρώμη, Museo Barracco αρ. ευρ. 109. (Lehmann 1946, 43 πίν. 10· Palagia 1988, 772 αρ. 916 πίν. 506) και στην ερυθρόμορφη κατωιταλιωτική Μαρμάρινο αγαλμάτιο Ηρακλή, που απηχεί πιθανότατα αγγειογραφία του 4ου αι. π.Χ. (Palagia 1988, 772 αρ. 911 πίν. 506) απηχεί τον χάλκινο, χαμένο σήμερα, τον Ηρακλή του Πολυκλείτου. Ηρακλή του Μύρωνα. Αγοράστηκε στη Ρώμη. Περίοδος Νέρωνα–Φλαβίων. 20. Pape 1975, 199, 206. Πηγή: Hans R. Goette 21. Plinius, Naturalis Historia 34.57. Overbeck 1868, 533· Palagia 1988, 788 αρ. 1268· DNO 733. 22. Για τον τύπο βλ. Lehmann 1946, 43-47· Floriani Squarciapino 1949-1950, 205-214· de Visscher 1962, 67· Floren 1981, 50· Berger 1982α, 304-311 και σημ. 59 [E. Berger]· Berger 1987, 105-110· Palagia 1988, 772 αρ. 920-924 πίν. 507· Palagia 1990, 58-64· Vikela 1994, 207-210· Kansteiner 2000, 106 και σημ. 892. 23. Liverpool, Merseyside County Museum χ. αρ: de Visscher 1962, 63-64 πίν. 18 εικ. 12· Berger 1982α, 307 και σημ. 58 [E. Berger]· Palagia 1988, 773 αρ. 922· Palagia 1990, 59. 24. Παυσανίας 7.24.4. Overbeck 1868, 394· Palagia 1988, 788 αρ. 1269· DNO 468. 25. Overbeck 1868, 393, 399· Palagia 1988, 789 αρ. 1282· DNO 466-467. Για το χαμένο σήμερα χάλκινο άγαλμα του Αγελάδα του νεότερου, που κατασκευάστηκε στα 430-426 π.Χ., και τις μέχρι σήμερα διατυπωθείσες απόψεις βλ. Kansteiner 2000, 93-94. 26. Plinius, Naturalis Historia 34.56. Overbeck 1868, 944· Palagia 1988, 788 αρ. 1270· DNO 1227. 27. Για τον τύπο βλ. Anti 1920, 509-549· Zanker 1974, 17-19· Palagia 1988, 758 αρ. 583-598 πίν. 484- 485· Kreikenbom 1990, 95-108, 181-187· Beck κ.ά. 1990, 199-205, 551-554 αρ. 60-65 [P. C. Bol]· Bol 1992, 176-177 στον αρ. 316 [C. Maderna-Lauter]· Kreikenbom 1993, 337-338· Hafner 1994, 49-61· Borbein 1996, 76-77· Kansteiner 2000, 94-97· Ridgway 2004, 611-613, 622 εικ. 11· Bol 2004γ, 129-130. 28. Kreikenbom 1990, 181-184 αρ. IV 1-14 πίν. 210-235 (επαναλήψεις) και 185-187 αρ. IV a 1-8 πίν. 236-246 (παραλλαγές). 29. Ρώμη, Museo Barracco αρ. ευρ. 109: Anti 1920, 509-510, 511-512 εικ. 1-2· Zanker 1974, 18-19 αρ. 16 πίν. 16,4.6· Howard 1978, 24 εικ. 78· Palagia 1988, 758 αρ. 584 πίν. 484· Kreikenbom 1990, 185 αρ. IV a 1 πίν. 236-239· Bol 2004γ, 129 εικ. 40. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 41 προβάλλει ελάχιστα, ενώ το αριστερό έρχεται προς τα πίσω και ακουμπά με την εξωτερική πλευρά στον γλουτό –πιθανότατα κρατούσε τα μήλα των Εσπερίδων. Ο τύπος, εάν πράγματι απηχεί τον Πολυκλείτειο Ηρακλή, καθώς η απουσία προσδιοριστικών συμβόλων από τα αντίγραφα καθιστά αμφίβολη την ταύτιση, δύναται να χρονολογηθεί γύρω στο 430 π.Χ. Θεωρείται η πρωιμότερη απεικόνιση του ήρωα ως νεαρού στην ολόγλυφη γλυπτική30. Από το τελευταίο τέταρτο του 5ου και το πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. δεν υπάρχει καμία αναφορά στις πηγές για αγάλματα Ηρακλή31. Όψιμοι κλασικοί χρόνοι Ι. Ο τύπος του όρθιου Ηρακλή Ο 4ος αι. π.Χ. αναδεικνύεται ως η εποχή του μεγαλύτερου αριθμού των αγαλματικών τύπων του Ηρακλή, πολλοί από τους οποίους αντιγράφηκαν ή μεταπλάστηκαν σε υστερότερες περιόδους. Ο παραδοσιακός τύπος του όρθιου Ηρακλή, που κρατά στο δεξί χέρι το ρόπαλο και στο αριστερό τόξο και βέλος, ενώ η λεοντή κρέμεται από τον πήχη του αριστερού χεριού, παραλλάσσεται με μεγάλη ποικιλία. Ο αγαλματικός τύπος του Ηρακλή Chiaramonti32, που οφείλει το όνομά του στο μεγαλύτερο του φυσικού μαρμάρινο άγαλμα Ηρακλή εικ. 3) γύρω στο 100 π.Χ., από τις Θέρμες Stigliano βορειοδυτικά της Ρώμης33, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η όψιμη κλασική μετάπλαση του αυστηρορυθμικού Ηρακλή Cherchel, με την προσθήκη της λεοντής στο αριστερό χέρι. Η Ο. Παλαγγιά υποστήριξε ότι ο Ηρακλής Chiaramonti αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο αντίγραφο ενός χάλκινου πρωτοτύπου του 4ου αι. π.Χ.34. Αντίθετα, τόσο ο S. Kansteiner όσο και άλλοι ερευνητές35, βασιζόμενοι κυρίως στον τρόπο απόδοσης των μαλλιών, που είναι κοινός σε κεφαλές του ύστερου 2ου αι. π.Χ.36, δέχονται ότι ο Ηρακλής Chiaramonti αποτελεί ένα πρωτότυπο κλασικιστικό υστεροελληνιστικό έργο37, που, παρά τις πολυκλείτειες αναφορές, δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο38. Η περίπτωση να συνδέεται με τον Ηρακλή του Πολυκλείτου είναι ισχνή, καθώς αφενός η Εικ. 3: ταύτιση του δεύτερου είναι αβέβαιη και αφετέρου τα μεγαλύτερα του φυσικού έργα δεν χαρακτηρίζουν Βατικανό, Musei Vaticani αρ. ευρ. 1771, τις πολυκλείτειες δημιουργίες, που κατά κανόνα δεν ξεπερνούν τα 2,00 μ. Museo Chiaramonti αρ. ευρ. 294. Μαρμάρινο άγαλμα Ηρακλή του τύπου Ηρακλή Στον αγαλματικό τύπο του Ηρακλή Pitti39, που οφείλει το όνομά του στο άγαλμα στο Palazzo Chiaramonti. Pitti στη Φλωρεντία40, ο ήρωας στέκεται μετωπικός, με ανοιχτά τα σκέλη προβάλλοντας Από τη Ρώμη, Θέρμες Stigliano. 100 π.Χ. Πηγή: Hans R. Goette 30. Στην αρχιτεκτονική γλυπτική η απεικόνιση του νεαρού αγένειου ήρωα απαντά ήδη από τα 490-480 π.Χ. στο ανατολικό αέτωμα του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, που θεωρείται έργο του Αιγινήτη Ονάτα. Βλ. Ohly 1976, 60-65 εικ. 30-32. 31. Πρβλ. το κολοσσιαίων διαστάσεων ανάγλυφο με την Αθηνά και τον Ηρακλή, έργο του Αλκαμένη, που παραδίδεται ως ανάθημα του Θρασύβουλου στο Ηράκλειο της Θήβας το 403 π.Χ., μετά την πτώση των τριάκοντα τυράννων (Παυσανίας 9.11.6. Overbeck 1868, 823· DNO 1127). Για την πιθανή σύνθεση του αναγλύφου βλ. Pemberton 1981, 317-321. 32. Για τον τύπο βλ. Zanker 1974, 78· Palagia 1988, 752-753 αρ. 447-464 πίν. 475-476· Bol 1992, 176- 177 σημ. 15 στον αρ. 316 [C. Maderna-Lauter]· Kansteiner 2000, 64-67. 33. Βατικανό, Musei Vaticani αρ. ευρ. 1771, Museo Chiaramonti αρ. ευρ. 294: Anti 1920, 537 εικ. 18, 547 σημ. 4· Lippold 1950, 264 σημ. 1· Zanker 1974, 78· Palagia 1988, 753 αρ. 461 πίν. 475· Andreae 1993, 294-XXXVII 3 πίν. 1-4· Kansteiner 2000, 64-67 εικ. 56. 34. Palagia 1988, 752-753, 792. Για σύμφωνη γνώμη βλ. Ritter 1995, 218. 35. Zanker 1974, 78. Berger 1990, 164 σημ. 28 στον αρ. 230 [T. Lochman]. Bol 1992, 180 σημ. 16 στον αρ. 316 [C. Maderna-Lauter]. Kansteiner 2000, 64, σημ. 471-474. 36. Βλ. ενδεικτικά την ανδρική κεφαλή από το ηρώο της Καλυδώνας που χρονολογείται γύρω στο 100 π.Χ. (Bol 1988, 35, 41 πίν. 32b). 37. Kansteiner 2000, 64-65, 66. 38. Kansteiner 2000, 65-67. 39. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία απαντά ως τύπος Ηρακλή Albertini, ο οποίος ενίοτε εμφανίζεται ως αυτόνομος. Bλ. Linfert 1966, 37-38· Arnold 1969, 197 σημ. 674, 210-211 σημ. 720· Palagia 1984, 111· Palagia 1988, 745-746 αρ. 271-303 πίν. 463-465 (Albertini)· Vorster 1993, 118 στον αρ. 50· Kansteiner 2000, 46-48, 129-132 αρ. Pi 1-Pi 17 εικ. 49-52 (Pitti). Για τα αγάλματα και τα αγαλμάτια που περιλαμβάνονται στο Palagia 1988, αλλά δεν εντάσσονται στον τύπο βλ. Kansteiner 2000, 132 (Delenda). 42 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ελαφρά το αριστερό, προς το οποίο στρέφει και την κεφαλή. Η καινοτομία του έγκειται στο ότι αποδίδεται νέος, αγένειος, με κοντά μαλλιά (εικ. 4)41. Έχει υποστηριχθεί ότι το πρωτότυπο θα ήταν στημένο στη Νότια Ιταλία, εξαιτίας της απεικόνισής του στην οπίσθια όψη των αργυρών στατήρων της Ηράκλειας της περιόδου 350-200 π.Χ.42 (αρ. κατ. 151-152). Η Ο. Παλαγγιά πιστεύει ότι μια πρώιμη παραλλαγή του τύπου θα είχε συγχρόνως στηθεί και στην Αττική, εξαιτίας της εμφάνισής του σε μαρμάρινα αττικά ανάγλυφα43. Το πρωτότυπο, σύμφωνα με την ίδια, ήταν χάλκινο, ωστόσο ένα μαρμάρινο αντίγραφο θα πρέπει να είχε κατασκευαστεί αρκετά νωρίς, όπως μαρτυρά η απεικόνισή του σε απουλικό κιονωτό κρατήρα από το 350 π.Χ.44. Η C. Maderna-Lauter υποστηρίζει ότι, τόσο αυτός όσο και άλλοι τύποι που ανάγονται στον 4ο αι. π.Χ., αντλούν εικονογραφικά στοιχεία από αγαλματικούς τύπους Ηρακλή του 5ου αι. π.Χ., όπως του μικρογραφικού τύπου Βοστώνης–Οξφόρδης45. Ο S. Kansteiner δέχεται τη χρονολόγηση του πρωτοτύπου μέσα στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ.46. Ελληνιστική παραλλαγή του αγαλματικού τύπου Ηρακλή Pitti συνιστά ο τύπος του Ηρακλή Βατικανού–Villa Albani47, ο οποίος φοράει τη λεοντή σαν χλαμύδα στερεωμένη στον δεξιό ώμο και κρατά στο αριστερό χέρι τον Τήλεφο-βρέφος. Ο A. Linfert48 είχε διατυπώσει την άποψη ότι ο τύπος αντιγράφει ένα πρωτότυπο γλυπτικό σύμπλεγμα των όψιμων κλασικών χρόνων49. Ωστόσο, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι ο Τήλεφος-βρέφος δεν αποτελεί στοιχείο της πρωταρχικής σύνθεσης αλλά προσθήκη, που απαντά αποκλειστικά σε ρωμαϊκές μεταπλάσεις κλασικών αγαλμάτων του Ηρακλή50. Η σύγχρονη έρευνα συμφωνεί στο ότι ο τύπος του Ηρακλή Βατικανού–Villa Albani αποτελεί μια σύνθεση αδριάνειας-αντωνίνειας περιόδου, βασισμένη σε κάποια μετάπλαση των ώριμων ή ύστερων ελληνιστικών χρόνων51, στην οποία συνδυάζονται χαρακτηριστικά του «αυστηρού ρυθμού» και του 4ου αι. π.Χ. Οι συνεχιστές της πολυκλείτειας παράδοσης είναι υπεύθυνοι για μια σειρά καινοτομιών στη γλυπτική εικόνα του όρθιου Ηρακλή του 4ου αι. π.Χ. Από τους κυριότερους εκπροσώπους του αιώνα είναι ο αγαλματικός τύπος του Ηρακλή Lansdowne52, που οφείλει το όνομά του Εικ. 4: Βατικανό, Musei Vaticani, Sala Rotonda αρ. ευρ. 242. Χάλκινο κολοσσιαίο άγαλμα Ηρακλή του τύπου Ηρακλή Pitti (τα μήλα είναι νεότερη συμπλήρωση). 40. Φλωρεντία, Palazzo Pitti αρ. ευρ. 637: Lehmann 1946, 58 πίν. 13,9-10· Linfert 1966, 37-38, 75-76· Από τη Ρώμη, από τον ναό της Venus Victrix, στο θέατρο Arnold 1969, 197· Howard 1978, εικ. 83· Palagia 1988, 746 αρ. 291· Linfert 1990, 281-282· Todisco του Πομπήιου. Πιθανότατα ύστερων ελληνιστικών χρόνων 1993, 55 αρ. 61· Vorster 1993, 118 στον αρ. 50· Kansteiner 2000, 129 αρ. Pi 1 εικ. 49. Πηγή: Hans R. Goette 41. Βατικανό, Musei Vaticani, Sala Rotonda αρ. ευρ. 242: Lippold 1956, 121-124 αρ. 544 πίν. 37, 44· Palagia 1988, 746 αρ. 302 πίν. 465 (ύστερης αντωνίνειας περιόδου)· Vorster 1993, 118 (εποχής Φλαβίων)· Kansteiner 2000, 131 αρ. Pi 11 (πιθανότατα ύστερων ελληνιστικών χρόνων). 42. Lehmann 1946, 53-62 πίν. 12,1· Palagia 1988, 745 αρ. 281 πίν. 463· Kansteiner 2000, 132 αρ. Pi 15. 43. Palagia 1988, 745 αρ. 273-275. Επίσης βλ. Bol 1992, 175-176 στον αρ. 316 [C. Maderna-Lauter]· Kansteiner 2000, 46-48. 44. Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο αρ. ευρ. 50.11.4: Palagia 1988, 745 αρ. 271 πίν. 463· Oenbrink 1997, 389-390 αρ. G3 πίν. 44. 45. Bol 1992, 175 στον αρ. 316 [C. Maderna-Lauter]. 46. Kansteiner 2000, 48. 47. Για τον τύπο βλ. Palagia 1988, 761 αρ. 652-653 πίν. 488· Kansteiner 2000, 49-53, 98, 133 αρ. Va 1-Va 5 εικ. 50. 48. Linfert 1966, 189. Η άποψη αυτή είχε διατυπωθεί ήδη από τον Lippold 1923, 233-234. Για σύμφωνη γνώμη βλ. Palagia 1988, 792 στον αρ. 382. Για αντίθετη άποψη πρβλ. Bauchhenß-Thüriedl 1971, 39. 49. Πρβλ. τα συμπλέγματα της Ειρήνης με τον Πλούτο του Κηφισοδότου (Todisco 1993, 63 αρ. 96), του Ερμή με τον Διόνυσο-βρέφος του Πραξιτέλη (Todisco 1993, 75 αρ. 129) αλλά και το πρώιμο ελληνιστικό(;) λυσιππικό σύμπλεγμα του Σιληνού με τον Διόνυσο-παιδί (Moreno 1987, 185-190 εικ. 114-117· Moreno 1995, 252 αρ. 4.37.1 [P. Moreno]· Ridgway 1997, 305). 50. Πρβλ. Palagia 1988, 752 αρ. 439 πίν. 474 (τύπου Ηρακλή Βοστώνης–Οξφόρδης) και 749 αρ. 373 πίν. 470 (τύπου Ηρακλή Lenbach). 51. Kansteiner 2000, 52-53. 52. Για τον τύπο βλ. Graef 1889, 189-216· Linfert 1966, 35-37, 75· Arnold 1969, 199, 230· Lattimore 1975, 21-27· Stewart 1977, 98-99, 142· Howard 1978· Stewart 1982, 3, 49-53· Palagia 1988, 761-762 αρ. 656-659 πίν. 489· Juri 1988, 31-33 (πρόκειται για κεφαλή Ερμή του τύπου του Ερμή Richelieu)· Vikela 1994, 216-219· Kansteiner 2000, 3-24, 80-84, 113-120 αρ. La 1-La 28 εικ. 1-28· Himmelmann 2009, 135-137. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 43 στο λίγο μεγαλύτερο του φυσικού μαρμάρινο άγαλμα Ηρακλή (εικ. 5) από την έπαυλη του Αδριανού στο Τίβολι, το οποίο ανήκε στη συλλογή του Βρετανού λόρδου Lansdowne53. Ο ήρωας παριστάνεται γυμνός, μετωπικός και αγένειος. Στηρίζεται στο δεξί σκέλος, ενώ το άνετο αριστερό ανοίγει στο πλάι και πατά με ολόκληρο το πέλμα στο έδαφος. Με το ανασηκωμένο και λυγισμένο στον αγκώνα αριστερό χέρι φέρει το ρόπαλο στον αριστερό ώμο, ενώ στο δεξί, κολλημένο στο πλευρό, χέρι, κρατάει τη λεοντή που πέφτει παράλληλα στον μηρό. Στην κεφαλή, που στρέφεται προς το άνετο σκέλος, φέρει ταινία, ενώ τα πρησμένα του αυτιά παραπέμπουν σε αγάλματα παλαιστών ή πυγμάχων. Η μετωπική στάση, το αντιθετικό ζύγιασμα του σώματος (contrapposto), η σαφήνεια στην απόδοση της μυολογίας και η διαμόρφωση των μαλλιών επιβεβαιώνουν τη σύνδεσή του με την πολυκλείτεια σχολή, όπως είχε ορθώς επισημάνει ο A. Linfert54. Ωστόσο, ο τελευταίος είχε συσχετίσει τον τύπο με το χαμένο σήμερα, χάλκινο Ηρακλή από το σύνταγμα των Αργείων στους Δελφούς, του Αργείου γλύπτη Αντιφάνους55, με βάση το σωζόμενο κατά χώραν ενεπίγραφο βάθρο56. Η υπόθεση αυτή δεν ευσταθεί σήμερα57. Επιπλέον σύνδεση με την πολυκλείτεια παράδοση αποτελεί η στήριξη του φερόμενου στον ώμο συμβόλου, που παραπέμπει εξωτερικά στον περίφημο Δορυφόρο του Πολυκλείτου. Το ρόπαλο στον ώμο απαντά σε παραστάσεις Ηρακλή στην αγγειογραφία από τον 5ο αι. π.Χ.58 ή και νωρίτερα59, ωστόσο στη μεγάλη γλυπτική κάνει την πρώτη του εμφάνιση με τον Ηρακλή Lansdowne, καθώς ο «Θησέας» της ερμαϊκής στήλης Ludovisi60, με τον οποίον συνήθιζαν να τον συγκρίνουν με αφορμή το ρόπαλο στον ώμο, θεωρείται πλέον κλασικιστική εκλεκτιστική δημιουργία61. Η χρονολόγηση του τύπου του Ηρακλή Lansdowne μπορεί να συναχθεί μόνο μέσα από στιλιστική κριτική ανάλυση, καθώς οι προτεινόμενες επαναλήψεις του σε αναθηματικά ανάγλυφα δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η απεικόνισή του σε ανάγλυφο στο Μουσείο Θηβών62 από τα 370-360 π.Χ., μολονότι χαρακτηρίζεται από την ομόλογη στάση του σώματος, ανακαλεί κατοπτρικά τον αγαλματικό τύπο63. Το ίδιο αβέβαιη θεωρείται η απεικόνισή του σε ανάγλυφο από το ιερό του Παγκράτη στον Ιλισό64. 53. Malibu, J. Paul Getty Museum αρ. ευρ. 70.ΑΑ.109: Lattimore 1975, 21-27 εικ. 5-10· Stewart 1977, 98-99, 104, 142 αρ. Ε 1 πίν. 42a-c, 52a-c· Howard 1978· Stewart 1982, 49-53 εικ. 52· Raeder 1983, 22, 53-54 αρ. I 34, 226-228· Palagia 1984, 117 εικ. 9· Palagia 1988, 762 αρ. 659 πίν. 489· Kranz 1989, 394 πίν. 103,2· Kreikenbom 1990, 34, 80, 173-174 αρ. ΙΙΙ 40 πίν. 169c-170· Vikela 1994, 216-219 πίν. 40,1· Kansteiner 2000, 113 αρ. La 1 εικ. 1-2, 7, 17, 21· Newby 2005, 116-119 εικ. 4.16· Stewart 2013, 24-26 εικ. 3-4, 6· Angelicoussis 2017, II 118-125 αρ. 14 εικ. 14.1-14.6. 54. Linfert 1966, 35-37. Εικ. 5: Malibu, J. Paul Getty Museum αρ. ευρ. 70.ΑΑ.109. 55. Παυσανίας 10.10.5. Palagia 1988, 788 αρ. 1278· DNO 1368. Μαρμάρινο άγαλμα Ηρακλή του τύπου Ηρακλή 56. Για τη βάση βλ. Howard 1978, 24 εικ. 82· Maaß 1993, 198-199· Ioakimidou 1997, 115-119 αρ. 22. Lansdowne. Από την έπαυλη του Αδριανού στο Τίβολι. Γύρω στο 125 μ.Χ. 57. Για αντίθετη άποψη πρβλ. Arnold 1969, 198· Stewart 1977, 169 σημ. 41· Kansteiner 2000, 12 σημ. Πηγή: Φωτογραφικό αρχείο J. Paul Getty Museum 80. 58. LIMC V (1990) 124 αρ. 2870, 125 αρ. 2874 πίν. 114, 125 αρ. 2875 λ. Herakles [J. Boardman]. 59. LIMC V (1990) 124 αρ. 2866 πίν. 114 λ. Herakles [J. Boardman]. 60. Ρώμη, Museo Nazionale Romano αρ. ευρ. 8627 (από το 1994 στο Μουσείο Altemps): Lippold 1950, 161 σημ. 13· Berger 1982β, 66, 91, 104 αρ. 18· Palma, de Lachenal 1983, 170-172 αρ. 72 [Β. Palma]· Berger 1990, 164 σημ. 29 Beil. 18,4 [T. Lochman]· Kreikenbom 1990, 150-151 αρ. I 27 πίν. 43-44· Vikela 1994, 197. 61. 62 Kreikenbom 1990, 32-34· Kansteiner 2000, 56-57, 94. 62. 63 Θήβα, Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. ΒΕ 1354: Palagia 1988, 748 αρ. 331· Vollkommer 1988, 83 αρ. 561· Tagalidou 1993, 249 αρ. 44 πίν. 19· Kansteiner 2000, 11-12 και σημ. 74· Schild-Xenidou 2008, 315 αρ. 83 πίν. 33. 63. Βλ. Δεληβορριάς 2016, 338 και σημ. 48. 64. Αθήνα, Φετιχιέ Τζαμί αρ. ευρ. Ρ 71 Α: Palagia 1988, 745 αρ. 273· Vikela 1994, 42-43 αρ. Β 17, 216- 219, 233-234 πίν. 25,2· Kansteiner 2000, 131 αρ. Pi 13. 65. Graef 1889, 206-209· Lippold 1950, 251· Stewart 1977, 99· Fuchs 1993, 101 αρ. 92, 93. Συχνά στη βιβλιογραφία ο Ηρακλής Lansdowne αναφέρεται ως ο «Ηρακλής του Σκόπα». Βλ. Ritter 1995, 211. Για συζήτηση σχετικά με την καλλιτεχνική απόδοση του έργου βλ. Howard 1978, 28-31. 44 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Η παραδοσιακή απόδοση του Ηρακλή Lansdowne στον Πάριο γλύπτη Σκόπα65, που βασιζόταν στον συσχετισμό της κεφαλής του με τη νεανική, στεφανωμένη με φύλλα λεύκας, κεφαλή της ερμαϊκής στήλης Genzano66 και τις αβέβαιης καλλιτεχνικής απόδοσης κεφαλές από τον εναέτιο γλυπτό διάκοσμο του ναού της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα67, σήμερα δεν ευσταθεί68. Η λεπτομερειακά αποδιδόμενη διαμόρφωση των μαλλιών του Ηρακλή Lansdowne παραπέμπει με σαφήνεια σε χάλκινο πρότυπο, ενισχύοντας το συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε μακριά από τον Σκόπα και τον μαρμάρινο Ηρακλή που είχε φιλοτεχνήσει για το γυμνάσιο της Σικυώνας69. Ο Ηρακλής Lansdowne θεωρείται σήμερα αντίγραφο ενός χάλκινου πρωτοτύπου του ύστερου 4ου αι. π.Χ.70 και όχι αδριάνειο pasticcio, όπως είχε παλαιότερα υποστηριχθεί71. Ανάλογη προβληματική έχει διατυπωθεί και για τον τύπο του Ηρακλή Hope72, που οφείλει το όνομά του στο άγαλμα (Eικ. 6) που βρισκόταν κάποτε στη συλλογή του μανιώδη συλλέκτη έργων τέχνης Thomas Hope73 στο Deepdene της κομητείας του Surrey στη νοτιοανατολική Αγγλία. Ο Ηρακλής, που στηρίζεται σε κορμό δένδρου, πατά σταθερά με το αριστερό σκέλος, προς το οποίο στρέφει ελαφρώς και την κεφαλή. Ακουμπά το δεξί χέρι στο ρόπαλο, ενώ από τον πήχη του αριστερού κρέμεται η λεοντή. Στο άκρο αριστερό χέρι κρατούσε ίσως τόξο ή μήλα. Το ρόπαλο πατά σε ταυροκεφαλή, πιθανότατα ως παραπομπή στον άθλο του ήρωα74. Σύμφωνα με την Ο. Παλαγγιά, επειδή η ταυροκεφαλή απαντά σε πολυάριθμες ρωμαϊκές παραλλαγές κλασικών αγαλματικών τύπων του Ηρακλή ως υποκατάστατο του βραχώδους εξάρματος, δεν θα πρέπει να συσχετισθεί αποκλειστικά με τον συγκεκριμένο τύπο. Αντίθετα, θα πρέπει να ιδωθεί ως παραπομπή στα σφάγια της θυσίας75. Η κεφαλή του Ηρακλή Hope είχε επίσης συσχετισθεί με τη νεανική κεφαλή της ερμαϊκής στήλης Genzano του 2ου αι. μ.Χ.76, η οποία με τη σειρά της είχε θεωρηθεί ότι αποδίδει εκείνη του μαρμάρινου Ηρακλή του Σκόπα στο γυμνάσιο της Σικυώνας77. Αμφίβολο είναι εάν το άγαλμα απεικονίζεται σε αναθηματικό ανάγλυφο του ύστερου 4ου αι. π.Χ. από το ιερό του Παγκράτη στον Ιλισό 78 ή στην οπίσθια όψη ενός φθαρμένου χάλκινου νομίσματος Σικυώνας που εκδόθηκε επί αυτοκράτορα Γέτα (211 μ.Χ.)79, όπως διατυπώθηκε από ορισμένους. 66. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο αρ. ευρ. 1731: Stewart 1977, 139 αρ. Α 3 πίν. 30, 52a-c· Howard 1978, 28, 29 εικ. 46-47· Palagia 1988, 784 αρ. 1174 πίν. 525· Kansteiner 2000, 11, 116 αρ. La 13 εικ. 14. 67. Για συζήτηση σχετικά με την απόδοση των εναέτιων γλυπτών της Τεγέας στον Σκόπα βλ. Vorster 1993, 64-65 στον αρ. 25. 68. Έως τη δεκαετία του 1950 ίσχυε η communis opinio ότι άγαλμα και ερμαϊκές στήλες της «ομάδας Genzano» έχουν κοινό εικονογραφικό πρότυπο. Η άποψη αυτή διαφοροποιήθηκε από τον A. Linfert (1966, 35), ο οποίος τα αποσυσχέτισε για πρώτη φορά. Έκτοτε η έρευνα τα διαχωρίζει απολύτως (Lattimore 1975, 24· Stewart 1977, 98, 142· Palagia 1988, 784· Vorster 1993, στον αρ. 62). Για τη σχετική συζήτηση Εικ. 6: βλ. Kansteiner 2000, 4-5, 9-11. Los Angeles, County Museum of Art αρ. ευρ. 50.33.22. Μαρμάρινο άγαλμα Ηρακλή του τύπου Ηρακλή Hope. 69. Παυσανίας 2.10.1. Overbeck 1868, 1154· Palagia 1988, 788 αρ. 1259· DNO 2309. Από τη Ρώμη(;). Ύστερος 2ος αι. μ.Χ. 70. Howard 1978, 23· Kansteiner 2000, 13. Πρβλ. Arnold 1969, 210 σημ. 718 (360-355 π.Χ.)· Palagia Πηγή: Φωτογραφικό αρχείο County Museum of Art, 1988, 761 (375-350 π.Χ.)· Todisco 1993, 102-103 (340-330 π.Χ.). Los Angeles 71. Lattimore 1975, 26· Raeder 1983, 53· Fuchs 1992, 151, 153 σημ. 23. 72. Για τον τύπο βλ. Smith 1928· Linfert 1966, 33-39, 71-75· Lattimore 1975, 17-21· Stewart 1977, 90- 91, 139-140· Howard 1978, 29 εικ. 48-49, 86-88· Palagia 1984, 107-126· Palagia 1988, 746-747 αρ. 310-324 πίν. 465-466· Kranz 1989, 393-405· Kansteiner 2000, 22-24· Lorenz 2003, 320-321 εικ. 55.23, 55.26, 417 αρ. 178. 73. Los Angeles, County Museum of Art αρ. ευρ. 50.33.22: Smith 1928· Lattimore 1975, 17-21 εικ. 1-5· Stewart 1977, πίν. 31a-c· Palagia 1984, 107-126 εικ. 1a-b· Waywell 1986, 71 αρ. 4 πίν. 48,2· Martin 1987, 93-94· Palagia 1988, 747 αρ. 319 πίν. 466· Kansteiner 2000, 119 αρ. La 28. 74. Lattimore 1975, 25· Todisco 1979, 154-156· Palagia 1984, 107. 75. Todisco 1979, 152-155· Palagia 1984, 107. 76. Όπ. σημ. 66. 77. Όπ. σημ. 69. Επίσης βλ. Stewart 1977, 130 αρ. 27· Martin 1987, 93· Vorster 1993, 110, 141. 78. Αθήνα, Φετιχιέ Τζαμί αρ. ευρ. Ρ 28 Β: Palagia 1984, 112-113 και σημ. 14· Palagia 1988, 746 αρ. 310· Vollkommer 1988, 83 αρ. 553· Vikela 1994, 40-41, 210-214, αρ. Β 14 πίν. 24,3. 79. BMC Peloponnesus, 56 αρ. 247 εικ. 9,22· Stewart 1977, 91, 98, 140 αρ. A 21 πίν. 31d· Howard 1978, 29 εικ. 89· Palagia 1984, 123 σημ. 5, εικ. 3. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 45 Εικ. 7: Μόναχο, Glyptothek αρ. ευρ. 245. Ο συνδυασμός της κεφαλής του Ηρακλή Hope, που παραπέμπει σε έργα του 4ου αι. π.Χ., όπως Μαρμάρινη κεφαλή Ηρακλή “Lenbach”. του Ηρακλή Lansdowne, και του σώματος, που ανακαλεί τις κλειστές συνθέσεις του 5ου αι. π.Χ., Άγνωστης προέλευσης. 1ος αι. μ.Χ. Πηγή: Hans R. Goette δικαιολογήθηκε από ορισμένους80 από τον νεανικό εκλεκτικισμό του Σκόπα, και ο Ηρακλής Hope θεωρήθηκε πρώιμο έργο της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας του γλύπτη, γύρω στα 370-360 π.Χ. Η Ο. Παλαγγιά, εξαιτίας της υιοθέτησης του αττικού μοτίβου στήριξης που ανακαλεί τον αυστηρορυθμικό τύπο του Ηρακλή Βοστώνης–Οξφόρδης, συνέδεσε τον τύπο Hope με τον Ηρακλή Αλεξίκακο του γλύπτη Αγελάδα81, τον οποίον οι Αθηναίοι είχαν αναθέσει στο Ηράκλειο της Μελίτης στα χρόνια του μεγάλου λιμού (429 π.Χ.)82. Η ίδια καταλήγει πάντως στο συμπέρασμα ότι ο τύπος του Ηρακλή Hope, παρά τις επιμέρους συνδέσεις του, αποτελεί ρωμαϊκή εκλεκτιστική δημιουργία83. Την ίδια άποψη υιοθετεί και ο S. Kansteiner84. Οι διαφορές του αγάλματος, τόσο από τις λιγοστές επαναλήψεις του, οι οποίες παρουσιάζουν και μεταξύ τους σημαντικές αποκλίσεις ώστε να μην επιτρέπουν την προσγραφή τους σε ένα κοινό πρότυπο, όσο και από το νόμισμα της Σικυώνας, ενισχύουν την άποψη ότι ο τύπος του Ηρακλή Hope αποτελεί εκλεκτιστικό έργο που δημιουργήθηκε στα χρόνια των Αντωνίνων αυτοκρατόρων85 και θα πρέπει να αποσυνδεθεί οριστικά από τον Ηρακλή του Σκόπα. Ο δεύτερος αγαλματικός τύπος, που αποτελεί αναμφίβολα μια υψηλής ποιότητας παραλλαγή του όρθιου Ηρακλή στον προχωρημένο 4ο αι. π.Χ., είναι του Ηρακλή Lenbach86. Οφείλει το όνομά του στη μαρμάρινη κεφαλή του 1ου αι. μ.Χ. (εικ. 7) την οποία είχε δωρίσει στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο διάσημος Γερμανός ζωγράφος Franz von Lenbach87. Η κεφαλή είχε αναγνωριστεί το 1900 από τον A. Furtwängler ως ανήκουσα σε ένα μεγάλης κλίμακας έργο που απηχούσε κάποιο χαμένο χάλκινο πρωτότυπο88, κατά τη γνώμη του εκείνο του Λυσίππου, 80. Lattimore 1975, 20· Stewart 1977, 91. 81. Η Ο. Παλαγγιά θεωρεί ότι δημιουργός του αγάλματος του Ηρακλή Αλεξίκακου ήταν ο Αγελάδας ο νεότερος, που είχε επίσης φιλοτεχνήσει έναν Ηρακλή έφηβο για το Αίγιο (Παυσανίας 7.24.4. Overbeck 1868, 394· Palagia 1988, 788 αρ. 1269· DNO 468). Βλ. Palagia 1984, 120· Palagia 1988, 746. 82. Overbeck 1868, 393, 399· Palagia 1988, 789 αρ. 1282· DNO 466-467. Ο Ηρακλής Αλεξίκακος ήταν επίσης γνωστός ως Μέλων ή Μήλιος, είτε εξαιτίας των προσφορών στο ιερό του που συνίσταντο σε μήλα σε σχήμα βοδιού (Ησύχιος λ. Μέλων Ηρακλής· Σούδα λ. Μήλιος Ηρακλής) είτε επειδή το ίδιο το άγαλμα κρατούσε τα μήλα των Εσπερίδων (RE Suppl. III (1918) 926 λ. Herakles [O. Gruppe]). 83. Palagia 1984, 111. 84. Kansteiner 2000, 22-24. 85. Για την άποψη ότι είναι έργο της εποχής των Σεβήρων πρβλ. Kranz 1989, 395-396· Bol 1992, 187 στον αρ. 318, 312 στον αρ. 369 [C. Maderna-Lauter]. Πρβλ. Kansteiner 2000, 24. 86. Για τον τύπο βλ. Furtwängler 1900, 242-243 αρ. 245· Lippold 1923, 130 και σημ. 29· Palagia 1984, 123 σημ. 10· Palagia 1988, 747-749 αρ. 325-376 πίν. 466-470· Bol 1994, 58 και σημ. 2-4 στον αρ. 408 [A. Linfert]· Kansteiner 2000, 25-45, 77-80, 121-128 αρ. Lb 1- Lb 25 εικ. 29-44· Lorenz 2003, 315-316 εικ. 55.8-10. 46 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ στημένο κάποτε στην αγορά της Σικυώνας89. Αργότερα μερίδα μελετητών, στηριζόμενη αποκλειστικά στο μεγαλύτερο του φυσικού, χάλκινο επιχρυσωμένο άγαλμα από το Forum Boarium στη Ρώμη90 (εικ. 8), χρονολόγησε το πρωτότυπο στους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους91. Εν τέλει το άγαλμα θεωρήθηκε μετάπλαση ενός πρωτοτύπου του πρώτου τετάρτου του 3ου αι. π.Χ.92 και εντάχθηκε στην παραγωγή της σχολής του Λυσίππου93. Ο νεαρός, αγένειος ήρωας παριστάνεται γυμνός, μετωπικός, να στηρίζεται στο αριστερό σκέλος. Το άνετο δεξί ανοίγει στο πλάι και πατά με ολόκληρο το πέλμα στο έδαφος. Στρέφει την κεφαλή προς την πλευρά του άνετου σκέλους. Με το δεξί χέρι κρατάει με κλίση προς το σώμα το ανεστραμμένο ρόπαλο το οποίο θα πατούσε σε κάποιο στήριγμα, ενώ από τον πήχη του αριστερού χεριού κρέμεται η λεοντή. Στη χούφτα κρατάει τα μήλα των Εσπερίδων. Έχει κοντά σγουρά μαλλιά και φαβορίτες, ενώ τα αυτιά του είναι πρησμένα όπως των πυγμάχων. Φοράει ταινία ή στεφάνι στην κεφαλή ως νικητής αθλητής. Ο Ηρακλής Lenbach υιοθετεί το γνωστό από τον 5ο αι. π.Χ. μοτίβο της ανάπαυσης του δεξιού χεριού στο ρόπαλο. Μοναδικός, ωστόσο, είναι ο τρόπος που το κρατά ο ήρωας, με κλίση προς το σώμα. Επίσης, είναι η πρώτη φορά που, αντί του τόξου, ο Ηρακλής κρατά τα μήλα των Εσπερίδων στο αριστερό χέρι. Τα μήλα δεν αποτελούν απλή παραπομπή στον τελευταίο άθλο, αλλά υποδεικνύουν την κατάκτηση της αθανασίας. Ως πιστότερη αντανάκλαση του τύπου Lenbach θεωρείται σήμερα ένα αναθηματικό ανάγλυφο του τελευταίου τετάρτου του 4ου αι. π.Χ. από την περιοχή του Ιλισού94. Η αρχική θέση του αγαλματικού τύπου θα πρέπει να αναζητηθεί σε κάποιο από τα πάμπολλα αθηναϊκά ιερά του ήρωα95. Την αθηναϊκή καταγωγή του τύπου υποστηρίζει και η παρόμοια απεικόνισή του σε επίτιτλο ανάγλυφο από τα 329/8 π.Χ. από την Ακρόπολη των Αθηνών96. Ανεπιβεβαίωτη παραμένει η υπόθεση ότι ο αγαλματικός τύπος Lenbach εμπνέεται από κάποιο λανθάνον παλαιότερο πρότυπο του δεύτερου τετάρτου του 4ου αι. π.Χ., επειδή επαναλαμβάνεται σε αττικά ανάγλυφα97, και το οποίο με τη σειρά του αντλεί στοιχεία από κάποιο δημοφιλές υπόδειγμα του όψιμου 5ου αι. π.Χ.98, μια αντανάκλαση του οποίου διέσωσε το τρίμορφο ανάγλυφο με τον Θησέα, τον Ηρακλή και τον Πειρίθου99. Εικ. 8: Ρώμη, Musei Capitolini, Palazzo dei Conservatori 87. Μόναχο, Glyptothek αρ. ευρ. 245: Furtwängler 1900, 253-254 αρ. 245· Palagia 1988, 749 αρ. 363 αρ. ευρ. 1265. πίν. 469· Palagia 1990, 56, 57 εικ. 5· Kansteiner 2000, 123 αρ. Lb 10 εικ. 41· Lorenz 2003, 315-316 εικ. Χάλκινο επιχρυσωμένο άγαλμα Ηρακλή, 55.8, 417 αρ. κατ. 177. παραλλαγή του τύπου Ηρακλή Lenbach. 88. Furtwängler 1900, 242-243 αρ. 245. Για σύμφωνη άποψη βλ. Cultrera 1910, 10· Arndt 1912, 147· Από τη Ρώμη, Forum Boarium. Lippold 1923, 130 και σημ. 29. Ύστερων ελληνιστικών χρόνων. Πηγή: Hans R. Goette 89. Παυσανίας 2.9.8. Overbeck 1868, 1473· Palagia 1988, 788 αρ. 1271· DNO 2181. 90. Ρώμη, Musei Capitolini, Palazzo dei Conservatori αρ. ευρ. 1265: Krahmer 1925, 187-190 εικ. 13-14· Martin 1987, 90-98, 211-212 αρ. κατ. 4 πίν. 8-9a-b· Palagia 1988, 749 αρ. 372 πίν. 470· Palagia 1990, 55-56 εικ. 2-4· Kansteiner 2000, 37-40, 124 αρ. Lb 14 εικ. 35, 43· Schulze 2003α, 358 εικ. 58.31. 91. Για αντίθετη άποψη πρβλ. Krahmer 1925, 189-190· Martin 1987, 93· Ritter 1995, 38-39. 92. Bol 1994, 58 στον αρ. 408 [Α. Linfert]. 93. Αποδίδεται μάλιστα στον γιο του Λυσίππου, τον Ευθυκράτη. Βλ. Lippold 1950, 297-298· Todisco 1993, 141 αρ. 314· Bol 1994, 59 σημ. 4 στον αρ. 408 [Α. Linfert]. 94. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 3952: Robinson 1948, 137-140 πίν. 34,1· Palagia 1988, 747-748 αρ. 330· LIMC IV (1988) 803-804 αρ. 1388 πίν. 535 λ. Herakles [J. Boardman]. Vollkommer 1988, 83 αρ. 555· Meyer 1989, 199 σημ. 1378 αρ. 3b· Tagalidou 1993, 221 αρ. 23 πίν. 13· Vikela 1994, 195-196 σημ. 18· Kansteiner 2000, 125 αρ. Lb 17. 95. Vikela 1997, 175, 185-186, 206-210, 212-213, 214-215, 221, 233, 239· Βικέλα 2011, 173-175· Stafford 2012, 176-180. Για την αναγωγή του τύπου σε κάποιο χάλκινο αττικό πρότυπο βλ. Todisco 1993, 141 πίν. 314. 96. Αθήνα, Επιγραφικό Μουσείο αρ. ευρ. 7221: Walter 1923, 12, 16· Palagia 1988, 747 αρ. 329 πίν. 467· Meyer 1989, 23, 27, 68-69, 160, 198-199, 297-298 αρ. Α 114 πίν. 36,2· Palagia 1990, 56-57· Tagalidou 1993, 91-92, 200-201 αρ. 12 πίν. 7· Lawton 1995, 150 αρ. 158 πίν. 83· Kansteiner 2000, 77, 124-125 αρ. Lb 16. 97. Palagia 1988, 747-748 αρ. 326, 328-330 πίν. 466, 467· Vollkommer 1988, 83 αρ. 549-559· Lorenz 2003, 318 εικ. 55.16. 98. Palagia 1988, 747. 99. Για τα τρίμορφα ανάγλυφα βλ. τελευταία Δεληβορριάς 2007 (με βιβλιογραφία). Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 47 Ο τύπος του Ηρακλή Lenbach εξαρτάται σαφώς από τον τύπο του Ηρακλή Pitti, εφόσον η απεικόνιση του δεύτερου στους αργυρούς στατήρες της Ηράκλειας100 προηγείται χρονικά εκείνων του πρώτου τρίτου του 3ου αι. π.Χ., που απεικονίζουν τον Lenbach (αρ. κατ. 153)101. Επιπλέον, στιλιστικές ομοιότητες, που αφορούν κυρίως στη διαμόρφωση των μαλλιών στο μέτωπο και τους κροτάφους αλλά και στις σωματικές αναλογίες, φέρνουν πολύ κοντά τον Ηρακλή Lenbach με τον Ηρακλή Βατικανού–Villa Albani102, την ελληνιστική δηλαδή παραλλαγή του Ηρακλή Pitti, και ενισχύουν την υπόθεση ότι τα δύο έργα θα απείχαν λίγο μεταξύ τους103. Εν τέλει προτείνεται από τον S. Kansteiner η χρονολόγηση του τύπου στα 330-315 π.Χ.104. Ο Ηρακλής Lenbach είναι από τους πλέον δημοφιλείς τύπους Ηρακλή, με πολλές επαναλήψεις και παραλλαγές τόσο στην ύστερη ελληνιστική περίοδο105, με κύριο εκπρόσωπο τον γενειοφόρο Ηρακλή τύπου Palazzo Pitti–Wilton House106, που στρέφει την κεφαλή προς το στηρίζον σκέλος και φέρει τη λεοντή δεμένη μπροστά στο στήθος, όσο και στην αυτοκρατορική107. ΙΙ. Ο τύπος του αναπαυόμενου στο ρόπαλο Ηρακλή Παράλληλα με τον τύπο του όρθιου εμφανίζεται τον 4ο αι. π.Χ., για πρώτη φορά στη γλυπτική, και ο τύπος του αναπαυόμενου στο ρόπαλο Ηρακλή. Πρωιμότερος εκπρόσωπος είναι ο τύπος του Ηρακλή Κοπεγχάγης-Δρέσδης108, που πήρε το όνομά του από τους δύο καλύτερα σωζόμενους κορμούς στην Κοπεγχάγη109 (εικ. 9) και τη Δρέσδη110 αντίστοιχα, οι οποίοι συνηγορούν σε ένα πρωτότυπο λίγο μεγαλύτερο του φυσικού. Ο τύπος του Ηρακλή Κοπεγχάγης–Δρέσδης εισάγει μια καινοτομία στη μέχρι τώρα απόδοση των περίοπτων αγαλμάτων του ήρωα. Ο Ηρακλής πατά μεν σταθερά στο δεξί σκέλος, αλλά ταυτόχρονα γέρνει αριστερά στηρίζοντας το βάρος του στο καλυμμένο με τη λεοντή ρόπαλο που έχει τοποθετήσει κάτω από την αριστερή μασχάλη. Το αριστερό σκέλος έρχεται προς τα πίσω με ελαφρά ανασηκωμένο το πέλμα. Το αριστερό χέρι κρέμεται πλάι στο ρόπαλο, ενώ το δεξί ακουμπά με ενέργεια στο ισχίο. Στρέφει την κεφαλή προς τα αριστερά και ελαφρώς προς τα πάνω. Τα πρησμένα του αυτιά παραπέμπουν σε παλαιστές και πυγμάχους. Απεικονίζεται γενειοφόρος, μεσήλικας, αλλά όχι αποκαμωμένος. 100. Όπ. σημ. 42. Εικ. 9: 101. van Keuren 1992, 246-249 αρ. ΙΙΙ-Χ πίν. 1-2· Kansteiner 2000, 28, 125-126 αρ. Lb 18. Σε άλλες, Κοπεγχάγη, Ny Carlsberg Glyptotek αρ. ευρ. 1720. περίπου σύγχρονες, εκδόσεις του νομισματοκοπείου ο ήρωας στρέφει την κεφαλή προς το στηρίζον Μαρμάρινο άγαλμα Ηρακλή σκέλος (Palagia 1988, 748 αρ. 344 πίν. 468· van Keuren 1992, 259-263 αρ. XXXVIII-XLVI πίν. 4-5). του τύπου Κοπεγχάγης-Δρέσδης. 102. Kansteiner 2000, 80. Άγνωστης προέλευσης. Πηγή: Hans R. Goette 103. Την ενδεικτική απουσία του Ηρακλή Lenbach από τους λυσιππικούς καταλόγους του P. Moreno επισημαίνει ο Kansteiner 2000, 78 σημ. 595. 104. Kansteiner 2000, 79. Πρβλ. Palagia 1988, 747 (τέλη του τρίτου τετάρτου του 4ου αι. π.Χ.)· Linfert 1990, 282· Schröder 1993, 194 αρ. 51· Tagalidou 1993, 223 (τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.). 105. Kansteiner 2000, 32-42. 106. Για τις υστεροελληνιστικές παραλλαγές του τύπου βλ. Palagia 1988, 753 αρ. 465-472 πίν. 476 (τύπος Ηρακλή Νέας Υόρκης)· Kansteiner 2000, 32-36 εικ. 45-48 (τύπος Palazzo Pitti–Wilton House). 107. Kansteiner 2000, 43-45. 108. Για τον τύπο βλ. Arnold 1969, 27, 34-35, 172-173, 229, 235-236, 239, 242, 244-245· Stewart 1977, 77· Moreno 1982, 397-398, 406-412, 486-489 αρ. Α.1 εικ. 12-15, 120-123· Krull 1985, 357· Palagia 1988, 762 αρ. 667-681 πίν. 490-491· Linfert 1990, 288-289, 291· Bol 1994, 190-192 αρ. 453 πίν. 111 [A. Linfert]· Kansteiner 2000, 98-99· Boschung 2000· Lorenz 2003, 317-318· Maderna 2004, 365-366. 109. Κοπεγχάγη, Ny Carlsberg Glyptotek αρ. ευρ. 1720: Lippold 1950, 219 πίν. 78,4· Arnold 1969, 34 πίν. 29a, 30a· Moreno 1982, 406-409, 486 αρ. Α.1.1 εικ. 12, 15, 121, 122· Palagia 1988, 762 αρ. 667 πίν. 490· Linfert 1990, 287 εικ. 168, 288· Todisco 1993, 83 αρ. 139· Lorenz 2003, 318 εικ. 55.12· Maderna 2004, 365-366 εικ. 328a-f. 110. Δρέσδη, Albertinum und Staatliche Kunstsammlungen, Skulpturensammlung αρ. ευρ. ZV 1094: Moreno 1982, 406-409, 486-487 αρ. Α.1.2 εικ. 14· Palagia 1988, 762 αρ. 668 πίν. 490· Beck κ.ά. 1990, 620-621 αρ. 147 [H. Protzmann]· Todisco 1993, 83 αρ. 140· Lorenz 2003, 319 εικ. 55.17· Maderna 2004, 365 εικ. 329a-b. 48 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Εικ. 10: Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale αρ. ευρ. 6001. Μαρμάρινο κολοσσιαίο άγαλμα του Ηρακλή Farnese. Από τη Ρώμη, Θέρμες του Καρακάλλα. Αρχές 3ου αι. μ.Χ. Πηγή: Hans R. Goette Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 49 Το μοτίβο της ανάπαυσης σε υπομασχαλιαίο στήριγμα απαντά σε ανάγλυφα, σε μορφές ώριμων ανδρών, ήδη από τα τέλη της υποαρχαϊκής περιόδου111. Ένα αναθηματικό ανάγλυφο των αρχών 4ου αι. π.Χ., μάλλον από την Αθήνα112, αποτελεί ίσως την πρωιμότερη απεικόνιση ενός αναπαυόμενου στο ρόπαλο Ηρακλή, και προϋποθέτει τη δημιουργία του τύπου Ηρακλή Κοπεγχάγης-Δρέσδης. Έχει προταθεί ότι αγαλματικοί τύποι του υποστηριζόμενου στη βακτηρία Ασκληπιού, είτε του νεαρού αγένειου θεού του τύπου Άργους-Weimar113 είτε του γενειοφόρου του τύπου Giustini114, επηρέασαν σημαντικά τη διαμόρφωση αυτού του Ηρακλή. Το πρωτότυπο εντάσσεται στην ύστερη πολυκλείτεια παράδοση και χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ., ενώ θεωρείται από ορισμένους πρώιμο έργο του Λυσίππου115. Το μοτίβο εξελίσσεται ραγδαία στο τελευταίο τρίτο του αιώνα με τον αγαλματικό τύπο του Ηρακλή Farnese116, που πήρε το όνομά του από το κολοσσιαίο, μονολιθικό, μαρμάρινο άγαλμα (εικ. 10) που βρέθηκε στα 1545/6 στις Θέρμες του Καρακάλλα στη Ρώμη, κατά τις ανασκαφές που διενήργησε εκεί ο Alessandro Farnese ως Πάπας Παύλος Γ΄. Το άγαλμα στεγάστηκε στο Palazzo Farnese έως το 1787, οπότε μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης, όπου και εκτίθεται117. Φέρει χαραγμένη στη μπροστινή όψη του βραχώδους εξάρματος, πάνω στο οποίο ο ήρωας στηρίζει το ρόπαλο, την υπογραφή του Αθηναίου γλύπτη Γλύκωνος. Δεδομένων των εγκαινίων των Θερμών το 216 μ.Χ., αλλά και των τεχνοτροπικών του χαρακτηριστικών, το γλυπτό χρονολογείται στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ.118. Έως το 1790 το άγαλμα θεωρούνταν το αριστούργημα του αγνώστων λοιπών στοιχείων Αθηναίου γλύπτη Γλύκωνος. Το 1790 όμως ο C. Visconti, με βάση το κολοσσιαίο αντίγραφο του ύστερου 2ου αι. μ.Χ. στο Palazzo Pitti στη Φλωρεντία119, που είχε βρεθεί το 1574 στη νοτιοανατολική πλαγιά του Παλατίνου λόφου στη Ρώμη και έφερε την προτομή του αυτοκράτορα Κομμόδου στη θέση της κεφαλής και την υπογραφή του Λυσίππου στη μπροστινή όψη του βραχώδους εξάρματος, ανήγαγε τον αγαλματικό τύπο αυτού του Ηρακλή στον περίφημο Σικυώνιο γλύπτη. Ο γενειοφόρος Ηρακλής παριστάνεται εμφανώς γερασμένος και αποκαμωμένος. Στηρίζεται στο δεξί σκέλος, που είναι τραβηγμένο προς τα πίσω, και πατά στιβαρά με ολόκληρο το πέλμα στη βάση. Αντίθετα, το άνετο αριστερό σκέλος προβάλλει ελάχιστα από το δεξί, 111. Πρβλ. α) τη στήλη Borgia στη Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale αρ. ευρ. 6556: Hiller 1975, 156-158 αρ. Ο11 πίν. 7,2-3 και 28,1-2 και β) τη βοιωτική στήλη του Νάξιου γλύπτη Αλξήνορος στην Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 39: Δεσπίνης – Καλτσάς 2014, 438-442 αρ. Ι.1. 387 εικ. 1254-1255 [Γ. Κοκκορού-Αλευρά]. Επίσης πρβλ. τους επώνυμους ήρωες των δέκα φυλών της Αθήνας στην ανατολική ζωφόρο του Παρθενώνα (Brommer 1977, πίν. 171, 183). 112. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 1404: Palagia 1988, 802 αρ. 1377· Tagalidou 1993, 208-211 αρ. 18 πίν. 10· Καλτσάς 2002, 139 αρ. κατ. 266· Lorenz 2003, 318-319 εικ. 55.16· Albersmeier 2009, 246-247 αρ. 62 [A. Kokkinou]. 113. Για τον τύπο βλ. LIMC II (1984) 870 αρ. 31-32, 34-35 πίν. 634 λ. Asklepios [B. Holtzmann]. Για τη χρονολόγησή του στις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. π.Χ. βλ. Todisco 1993, 60 αρ. 80. Για την ένταξή του στην τεχνοτροπία του Σκόπα βλ. Linfert 1990, 264 και σημ. 77. 114. Για τον τύπο βλ. LIMC II (1984) 879-882 αρ. 154-233a πίν. 647-652 λ. Asklepios [B. Holtzmann]· Meyer 1988· Berger 1990, 183-210 αρ. 233-235 Beil. 20-24 [E. Berger]· Meyer 1994, 7-32. Η C. Vorster (1993, αρ. 33) τον χρονολογεί στο πρώτο τρίτο του 4ου αι. π.Χ., ενώ η Μ. Μeyer (1994, 32) στο 380 π.Χ. Για μια συνολική παρουσίαση των έως σήμερα προτεινόμενων χρονολογήσεων βλ. Berger 1990, 208-209 [E. Berger]. 115. Linfert 1990, 288-289· Fuchs 1993, 101 αρ. 94. Πρβλ. Maderna 2004, 365, που το θεωρεί έργο του Σκόπα. 116. Για τον τύπο βλ. Vermeule 1975, 323-332· Moreno 1982, 379-526· Krull 1985· Moreno 1987, 163-185· Palagia 1988, 762-765 αρ. 682-726 πίν. 491-495· Moreno 1995, 242-250 αρ. 4.36· Edwards 1996, 145-149· Ridgway 1997, 289, 305-306, 342, 351· Kansteiner 2000, 99-102· Cain 2002, 33-61· Himmelmann 2009 (διάσπαρτα). 117. Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale αρ. ευρ. 6001: Manderscheid 1981, 74 αρ. 51 πίν. 17· Moreno 1982, 502-503 αρ. B.3.3 εικ. 58, 71, 74, 76, 129· Marvin 1983, 355-357 πίν. 47,1-2· Krull 1985, 10-22, αρ. 1, πίν. 1-4· Moreno 1987, 163-185· Palagia 1988, 764 αρ. 702 πίν. 493· Todisco 1993, 122 αρ. 272· Moreno 1994, 35, 63, 289, 485 εικ. 13, 97· Moreno 1995, 244-247 αρ. 4.36.4 [Ρ. Moreno]· Edwards 1996, 145-149 εικ. 85-87· Kansteiner 2000, 99-102· Maderna 2004, 348-349, εικ. 318a-e· Himmelmann 2009, 143-147· Stafford 2012, 129· Schneider 2014, 175-203 εικ. 3-4, 6. 50 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Εικ. 10α: Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale αρ. ευρ. 6001. Λεπτομέρεια της χούφτας του Ηρακλή Farnese με τα τρία μήλα των Εσπερίδων Πηγή: Hans R. Goette και τα άκρα πόδια στρέφονται ελαφρώς προς τα έξω σε σχήμα V. Το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί προς τα αριστερά, όπου ο γλύπτης έχει τοποθετήσει το ανεστραμμένο ρόπαλο ως υπομασχαλιαίο στήριγμα, πάνω από το οποίο κρέμεται η λεοντή. Στην προς τα αριστερά μετατόπιση συντείνει τόσο η υπερτονισμένη κλίση της κεφαλής προς την ίδια κατεύθυνση όσο και το χέρι που κρέμεται, όχι εντελώς άνευρο, προς τα κάτω. Στη δεξιά πλευρά, αντίθετα, ο πήχης του δεξιού χεριού φέρεται δυναμικά προς τα πίσω με το άκρο χέρι να ακουμπά με την εξωτερική πλευρά στον γλουτό. Κρατά στη χούφτα τα τρία μήλα των Εσπερίδων (εικ. 10α). Η όλη σύνθεση είναι δομημένη πάνω σε δύο αντιθετικές δυνάμεις: στη δυναμική της δεξιάς πλευράς και την παθητική της αριστερής, οι οποίες αντικατοπτρίζονται και στη διαμόρφωση της μυολογίας μέσω αντιστικτικών ασυμμετριών. Η ανατομία ερείδεται και αυτή σε ένα πολύπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στη ρεαλιστική ένταση των μυών αλλά και στη συνειδητή τάση για υπερβολή, τονισμένη σαρκικότητα και υπέρμετρη ελαστικότητα. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται η αντίφαση ανάμεσα στο γιγαντιαίο μέγεθος του Ηρακλή και το μικροσκοπικό ρόπαλο στο οποίο στηρίζεται, που δεν είναι παρά το ήμισυ του βραχίονά του. Η απόδοση του χάλκινου πρωτοτύπου στον Λύσιππο έτυχε ευρείας αποδοχής. Χρονολογείται γύρω στο 320 π.Χ.120 και παρουσιάζει σαφείς επιρροές από έργα της ύστερης πολυκλείτειας παράδοσης, όπως του Ηρακλή Κοπεγχάγης-Δρέσδης. Θα ήταν στημένο πιθανότατα στην Κόρινθο121, με 118. Moreno 1995, 244 αρ. 4.36.4 [Ρ. Moreno]. 119. Φλωρεντία, Palazzo Pitti χ. αρ.: Moreno 1982, 448-452, 503 αρ. Β.3.4. εικ. 59, 67, 131-132· Krull 1985, 22-27, αρ. 2· Moreno 1987, 175-185 εικ. 108-109· Palagia 1988, 764 αρ. 703 πίν. 493· Todisco 1993, 122 αρ. 273· Moreno 1994, 35, 52, 63, 289 εικ. 11· Moreno 1995, 243 αρ. 4.36.3 [Ρ. Moreno]. Schulze 2003α, 363 εικ. 58.38. 120. Για τις διάφορες χρονολογήσεις που έχουν προταθεί βλ. Krull 1985, 352-356 (περί το 320 π.Χ.)· Palagia 1988, 763 (325-320 π.Χ.)· Todisco 1993, 122, πίν. 269-273 (περί το 325 π.Χ.)· Kansteiner 2000, 78 (330-315 π.Χ.)· Himmelmann 2009, 145 (λίγο πριν ή μέσα στη δεκαετία 317-307 π.Χ.). 121. Troxell 1971, 44-50· Palagia 1988, 763· Mørkholm 1991, 61. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 51 βάση την απεικόνισή του στην οπίσθια όψη ενός αργυρού πελοποννησιακού122τετραδράχμου Δημητρίου Πολιορκητή που εκδόθηκε στα 303-280 π.Χ. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί και η άποψη περί Αθηνών από μερίδα ερευνητών123, εξαιτίας του χάλκινου και των μαρμάρινων αγαλμάτιων του τύπου από την Αγορά των Αθηνών124, αλλά και της απεικόνισής του σε χάλκινες εκδόσεις της πόλης ήδη από τις αρχές του 1ου αι. μ.Χ.125 (αρ. κατ. 209-210). Οι 90 γνωστές σε μας σήμερα επαναλήψεις του, που αναπαράγονται σε μάρμαρο, χαλκό, ελεφαντοστό και πηλό, παρουσιάζουν έντονες αποκλίσεις μεταξύ τους τόσο ως προς το μέγεθος, που ξεκινά από τα 0,05 μ. και φτάνει τα 3,00 μ., όσο και ως προς τα μοτίβα. Παραλλαγές ελληνιστικών και ρωμαϊκών κυρίως χρόνων απαντούν σε μικρής κλίμακας έργα από την Κόρινθο, τη Σπάρτη και τη Ρώμη126, ενώ ο αγαλματικός τύπος είναι κοινός και σε νομίσματα και μετάλλια αυτών των πόλεων127 (αρ. κατ. 208-211). Σύμφωνα με την αξιολόγηση του D. Krull οι κολοσσιαίων διαστάσεων επαναλήψεις της Νάπολης (Farnese) και της Φλωρεντίας (Pitti), θεωρούνται τα πλησιέστερα στο άγαλμα του Λυσίππου αντίγραφα128, επειδή προσφέρουν την καλύτερη λύση σε όλα τα δύσκολα προβλήματα (lectio difficilior). Η Ο. Παλαγγιά διέκρινε τρεις παραλλαγές του τύπου Farnese129. Στην πρώτη ο Ηρακλής φέρει το δεξί χέρι στο ισχίο, ανακαλώντας τον τύπο του Ηρακλή Κοπεγχάγης-Δρέσδης, στη δεύτερη φοράει τη λεοντή στην κεφαλή, ενώ στην τρίτη σταυρώνει το άνετο σκέλος πάνω από το στηρίζον και φέρει στην κεφαλή στεφάνι κισσού. Ο Ρ. Moreno προσέγγισε με διαφορετικό τρόπο, όχι ωστόσο αποδεκτό από την έρευνα, τις αντιγραφές-επαναλήψεις του λυσιππικού αγάλματος130. Θεωρώντας ότι υπήρχαν έξι διαφορετικά χάλκινα πρωτότυπα, εκ των οποίων τα τρία ήταν έργα του Λυσίππου, κατέταξε αντίστοιχα σε τρεις κατηγορίες και τα αντίγραφα που επαναλαμβάνουν τον τύπο. Εκπρόσωπος της πρώτης κατηγορίας είναι ο σχεδόν φυσικού μεγέθους Ηρακλής από τις Θέρμες του Άργους131 του ύστερου 2ου αι. μ.Χ. με την ελαστική σιγμοειδή στάση του κορμού, της δεύτερης ο λίγο μεγαλύτερος του φυσικού Ηρακλής του τύπου Αντικυθήρων132-Sulmona133, που έχει τα σκέλη το ένα μπροστά από το άλλο, της τρίτης ο σχεδόν διπλάσιος του φυσικού Ηρακλής 122. Για τις πιθανές πόλεις έκδοσής του βλ. Σικυώνα: Lacroix 1949, 323-324· Newell, Noe 1950, 28 αρ. 27 πίν. 13,6. Άργος: Moreno 1982, 493 αρ. Β.1.1 εικ. 35· Moreno 1987, 164 εικ. 98· Moreno 1995, 51 αρ. 4.4.1 [F. Smith]. Κόρινθος: Palagia 1988, 763 αρ. 687 πίν. 492· Price 1991, 157 αρ. 680 πίν. 37. 123. Bieber 1961, 37· Oikonomides 1964, 171-172. 124. Moreno 1982, 505 αρ. Β.3.13 εικ. 80, 508-509 αρ. Β.3.28 εικ. 75· Krull 1985, 148-149 αρ. 53, 170-171 αρ. 68, 179-180 αρ. 75· Palagia 1988, 764 αρ. 706 πίν. 493. Επίσης πρβλ. το ελαφαντοστέινο αγαλμάτιο (Palagia 1988, 764 αρ. 726 πίν. 495). 125. Moreno 1982, 505 αρ. Β.3.15 εικ. 63· Krull 1985, 357· Palagia 1988, 763 αρ. 694 πίν. 492· Moreno 1995, 249 αρ. 4.36.8 [F. Smith]. 126. Palagia 1988, 764 αρ. 705 (Σπάρτη). 127. Moreno 1982, 506 αρ. Β.3.18 (Κόρινθος)· Palagia 1988, 763 αρ. 688 πίν. 492 (Σπάρτη), 763 αρ. 695 πίν. 492 (Κόρινθος)· Moreno 1995, 56 αρ. 4.4.7 [F. Smith] (μετάλλιο Ρώμης)· Schulze 2003α, 363 εικ. 58.39 (μετάλλιο Ρώμης). 128. Krull 1985, 305-351. 129. Palagia 1988, 764-765 αρ. 727-737 πίν. 495. 130. Moreno 1982, 422-428 (Β.1 τύπος Άργους), 428-435 (Β.2 τύπος Αντικυθήρων–Sulmona), 435-462 (Β.3 τύπος Farnese–Pitti)· Moreno 1995, 51 (τύπος Άργους), 103 (τύπος Αντικυθήρων–Sulmona), 242 (τύπος Farnese–Pitti). Για συζήτηση των απόψεων του Ρ. Moreno βλ. Kansteiner 2000, 99-100. 131. Άργος, Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 1: Marcadé 1957, 409-413 αρ. 1 εικ. 2-5· Manderscheid 1981, 84 αρ. 141 πίν. 24· Moreno 1982, 424-425, 493 αρ. Β.1.2 εικ. 32, 34· Krull 1985, 54-57 αρ. 11· Moreno 1987, 164-167 εικ. 96· Palagia 1988, 764 αρ. 704 πίν. 493· Todisco 1993, 122-123 αρ. 269· Moreno 1995, 51, 52 αρ. 4.4.2 [Ρ. Moreno]· Εdwards 1996, 147-148 εικ. 88. 132. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 5742: Bol 1972, 48-49 αρ. 23 πίν. 24,3-4 και πίν. 25· Moreno 1982, 428-430, 496-497 αρ. B.2.1 εικ. 40, 42, 54· Krull 1985, 28-30 αρ. 3· Μoreno 1987, 167- 172 εικ. 100-101· Palagia 1988, 763 αρ. 699 πίν. 492· Todisco 1993, 122 αρ. 271· Moreno 1994, 6, 16 εικ. 10· Moreno 1995, 107 αρ. 4.14.2 [Ρ. Moreno]· Edwards 1996, 147-148· Kansteiner 2000, 100· Ridgway 2004, 409· Vlachogianni 2012, 64-65 εικ. 1· Vlachogianni 2015, 122 εικ. 14. 133. Ο τύπος οφείλει το όνομά του στο χάλκινο αγαλμάτιο που βρέθηκε στη Sulmona, στο ιερό του Ηρακλή 52 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ του τύπου Farnese-Pitti. Συμφωνεί, ωστόσο, με τον D. Krull ότι ο κολοσσιαίος Ηρακλής του τύπου Farnese-Pitti συνιστά την πιστότερη εκδοχή του λυσιππικού πρωτοτύπου. Με τον τύπο του Ηρακλή Farnese επανακαθορίζεται το μοτίβο της ανάπαυσης. Καθοριστική είναι η σύγκριση με τον περίπου σύγχρονο τύπο του Ηρακλή Lenbach. Ο νεαρός, αγένειος Ηρακλής Lenbach κοιτάζει ίσια μπροστά επιδεικνύοντας με περηφάνια τα χρυσά μήλα-σύμβολα της πολυπόθητης αθανασίας. Η χειρονομία του δεν έχει βάθος, απευθύνεται άμεσα στον θεατή. Αντίθετα, ο γενειοφόρος Ηρακλής Farnese παριστάνεται αποκαμωμένος, με την κεφαλή χαμηλωμένη. Η αίσθηση του χώρου είναι όμως τονισμένη, καθώς διεγείρει το ενδιαφέρον του θεατή να ανακαλύψει τα μήλα (Eικ. 10α), το κρυμμένο σύμβολο που εκφεύγει της άμεσης προσοχής του, αλλά ερμηνεύει την ουσία του έργου. Στις Θέρμες του Καρακάλλα, μαζί με τον Ηρακλή Farnese, είχε βρεθεί και ένα δίδυμο, εξίσου κολοσσιαίο, άγαλμα αναπαυόμενου στο ρόπαλο Ηρακλή, ο Ηρακλής Caserta, που μαζί με τον πρώτο κοσμούσαν τα διαστύλια των χώρων της μεγάλης αίθουσας, πλησίον του ψυχρού λουτρού (frigidarium). Ο Ηρακλής Caserta134, γνωστός και ως ο «Λατίνος Ηρακλής» (Latin Hercules), επειδή ο δημιουργός του ήταν πιθανότατα Ρωμαίος, ήταν ήδη από την εποχή ανεύρεσής του υπό τη σκιά του «ωραίου» (lo bello), όπως είχε χαρακτηρισθεί ο Ηρακλής Farnese του Αθηναίου Γλύκωνος. Τόσο το εικονογραφικό μοτίβο όσο και οι παρόμοιες διαστάσεις τους καθιστούν εύλογη την υπόθεση ότι τα δύο αγάλματα είχαν εξ αρχής κατασκευαστεί ως ζεύγος για τη διακόσμηση των Θερμών135. Οι απόψεις για τη δημιουργία του πρωτοτύπου του Ηρακλή Caserta διίστανται ανάμεσα στην όψιμη ελληνιστική και την πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο. ΙΙΙ. Ο τύπος του καθιστού Ηρακλή Εκτός από τον αναπαυόμενο στο ρόπαλο Ηρακλή, ο ηλικιωμένος, αποκαμωμένος ήρωας απαντά ξανά στη μεγάλη γλυπτική κοντά στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.136, για πρώτη φορά καθιστός137. Οι φιλολογικές πηγές138 κάνουν λόγο για ένα χάλκινο κολοσσιαίο άγαλμα καθιστού Ηρακλή, έργο του Λυσίππου, στημένο στην ακρόπολη του Τάραντα, από όπου το 209 π.Χ. μεταφέρθηκε από τον ύπατο Εικ. 11: Fabius Maximus Verrucosus στη Ρώμη για να στηθεί στο Καπιτώλιο139. Σε σχολιαστή του Στράβωνα, του Κοπεγχάγη, Ny Carlsberg Glyptotek αρ. ευρ. 3362. 12ου αι., οφείλουμε την πληροφορία ότι το άγαλμα βρισκόταν στις μέρες του στην Κωνσταντινούπολη140, Χάλκινο αγαλμάτιο καθιστού Ηρακλή στον τύπο του μαρτυρία που φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από άλλες μεσαιωνικές πηγές, που συμφωνούν ότι το Ηρακλή του Τάραντα. Πιθανότατα κρατούσε ρόπαλο ανάμεσα στα σκέλη. Από την Αίγυπτο. 3ος αι. π.Χ. άγαλμα είχε ήδη το 325 μ.Χ. μεταφερθεί στη Νέα Ρώμη από κάποιον Ιουλιανό, ύπατο141. Η κνήμη μόνο Πηγή: Hans R. Goette του καθιστού Ηρακλή ήταν όσο ένας άνθρωπος142. Ολόκληρος θα έφτανε περίπου τα 5,00 μ.143. Για την ανασύνθεση του χαμένου πρωτοτύπου βοηθητική είναι μια έκδοση τετάρτης του στατήρα που κόπηκε στην Ηράκλεια στο πρώτο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ.144. Στο νόμισμα ο Curino, και σήμερα εκτίθεται στο Chieti, Museo Archeologico αρ. ευρ. 4340: Moreno 1982, 430-434, 497- 498 αρ. Β.2.3 εικ. 41, 43, 49, 55-56, 126-127· Krull 1985, 158-162 αρ. 63 εικ. 17 πίν. 8· Moreno 1987, 171-174 εικ. 102-106· Palagia 1988, 764 αρ. 724 πίν. 494· Moreno 1995, 104-106 αρ. 4.14.1 [Ρ. Moreno]. 134. Caserta, Palazzo Reale χ. αρ: Manderscheid 1981, 74 αρ. 52· Moreno 1982, 379-397, 478-484, 516 αρ. Β.7.1 εικ. 1-2, 7, 104· Marvin 1983, 357 πίν. 47,3-4· Krull 1985, 191-197 αρ. 92 πίν. 9· Moreno 1995, 296 εικ. 16· Schneider 2014, 194-195 εικ. 8. 135. Για την άποψη ότι το γλυπτό είναι της αδριάνειας ή της αντωνίνειας περιόδου πρβλ. Moreno 1982, 382. 136. Floren 1981, 52-60· Moreno 1995, 281-288 αρ. 4.41.1-11· Ridgway 1997, 288 και σημ. 8, 292-293. 137. Ο χάλκινος Ηρακλής του Μύρωνα, του 5ου αι. π.Χ., δεν είναι βέβαιο ότι παριστανόταν καθιστός. Βλ. παραπάνω στη σελ. 3. 138. Overbeck 1868, 1468-1472· DNO 2173-2180. 139. Plinius, Νaturalis Ηistoria 34.40· Στράβων 6.3.1· Πλούταρχος, Fabius Maximus 22.7-8. DNO 2173- 2175. Επίσης βλ. Pape 1975, 8. 140. Dörig 1957, 20 και σημ. 11. 141. Dörig 1957, 20. 142. Νικήτας Χωνιάτης, Ιστορία, 519,44-51, 649,79-650,9. DNO 2177, 2178. 143. Πρβλ. Moreno 1995, 281-282 [Ρ. Moreno]· Stähler 1997, 43. 144. Lehmann 1946, 66 πίν. 15,12· Moreno 1995, 284 αρ. 4.41.2 [F. Smith]. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 53 ήρωας παριστάνεται καθιστός, ενώ το κάθισμα καλύπτεται εξ ολοκλήρου με τη λεοντή. Έχει ακουμπήσει τον αγκώνα στον δεξιό μηρό και στηρίζει την κεφαλή με το δεξί χέρι, ενώ με το αριστερό ακουμπά στο ρόπαλο. Έχει μαζέψει το δεξί σκέλος κοντά στο κάθισμα, ενώ απλώνει το αριστερό. Σε αγαλμάτια-επαναλήψεις του τύπου145 το ρόπαλο βρίσκεται ανάμεσα στα σκέλη του ήρωα (εικ. 11)146 και όχι πλάι στο αριστερό, όπως στο νόμισμα. Όταν το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη είναι πολύ πιθανό να μη σωζόταν στην αρχική του κατάσταση, καθώς οι βυζαντινοί συγγραφείς τονίζουν ότι ο ήρωας δεν είχε ρόπαλο147, ενώ τοποθετούν στη θέση του καθίσματος ένα καλάθι148, στοιχείο που θα πρέπει να αποκλειστεί για την πρωτότυπη σύνθεση. Το καλάθι θεωρείται υπαινικτικό σύμβολο του άθλου των στάβλων του Αυγεία149 και η στάση του ήρωα ερμηνεύεται αναλόγως ως εξουθένωση μετά την ολοκλήρωσή του. Ο ήρωας όμως στο κολοσσιαίο πρωτότυπο, που κρατάει την κεφαλή και ατενίζει το κενό150, βρίσκεται σε συλλογισμό. Η στάση του υποδηλώνει πνευματική απομόνωση, καθιστώντας τον εκτός των άλλων και σύμβολο διανόησης151. Για αυτό και ο τύπος είναι γνωστός και ως Ηρακλής «σκεπτόμενος». Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι πρόκειται για το πρώτο και τελευταίο πανάριστον φιλοτέχνημα του Λυσιμάχου152. Με βάση τις μικρού μεγέθους σωζόμενες επαναλήψεις του έργου, θα μπορούσε να διατυπωθεί ότι το πρωτότυπο συγκαταλέγεται ανάμεσα στα τελευταία έργα του Λυσίππου, πιθανόν υστερότερο του όρθιου, αναπαυόμενου στο ρόπαλο Ηρακλή. Στον τύπο του καθιστού Ηρακλή εντάσσεται και ο Ηρακλής Επιτραπέζιος153, που μας είναι γνωστός από τις περιγραφές των Ρωμαίων ποιητών Μαρτιάλη και Στάτιου, οι οποίοι τον είχαν δει κατά την επίσκεψή τους στην έπαυλη του Novius Vindex τον χειμώνα του 93-94 μ.Χ. Σύμφωνα με τον Μαρτιάλη154 ο Λύσιππος είχε φιλοτεχνήσει ένα χάλκινο αγαλμάτιο Ηρακλή, μικρότερο σε μέγεθος από έναν ρωμαϊκό πόδα, δηλαδή περί τα 0,33 μ. Ο ήρωας καθόταν σε βράχο πάνω στον οποίον ήταν απλωμένη η λεοντή. Στο αριστερό χέρι κρατούσε το ρόπαλο, ενώ με το δεξί έτεινε έναν κάνθαρο σε δεξίωση, στρέφοντας ταυτόχρονα την κεφαλή προς τα πάνω155. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το έργο κατασκευάστηκε μετά από παραγγελία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αργότερα πέρασε στον Καρχηδόνιο στρατηγό Αννίβα, κατόπιν στον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα για να καταλήξει στον Γαλατικής καταγωγής Ρωμαίο διοικητή Novius Vindex. Η αναφορά αυτή αντιμετωπίζεται με αρκετή επιφύλαξη από τη σύγχρονη έρευνα156, όπως και η 145. Palagia 1988, 773-774 αρ. 932-940 πίν. 507-508· Moreno 1995, 287 αρ. 4.41.8, 4.41.9 [Ρ. Moreno]. 146. Κοπεγχάγη, Ny Carlsberg Glyptotek αρ. ευρ. 3362: Moreno 1978, 82-96 εικ. 1-4· Moreno 1987, 242 εικ. 154· Palagia 1988, 774 αρ. 936 πίν. 507· Moreno 1995, 284 αρ. 4.41.3 [Ρ. Moreno]. 147. DNO 2178. 148. DNO 2177, 2178 (Νικήτας Χωνιάτης)· DNO 2179 (Κωνσταντίνος Μανασσής). Επίσης βλ. Dörig 1957, 21. 149. Πρβλ. Dörig 1957, 23. Πρβλ. Moreno 1994, 60 (σύμβολο μύησης στα μυστήρια). 150. Πρβλ. τον κορμό Belvedere της ύστερης ελληνιστικής περιόδου, για τον οποίον έχει προταθεί η ταύτιση με τον Αίαντα, και υιοθετεί το ίδιο μοτίβο. Βλ. Wünsche 1993, 7-46· Himmelmann 1996, 190-191. 151. Vorster 1989, 285· Stähler 1997, 45-46· Schulze 2003β, 366-369. Επίσης βλ. Wrede 1982, 243-244 (ο Ηρακλής ως φιλοσοφικό πρότυπο). Για αντίθετη άποψη πρβλ. von den Hoff 1994, 79. 152. Η αναφορά του Λυσιμάχου αποτελεί σύγχυση του ιστορικού. DNO 2178, στίχοι 20-21. 153. Για τον τύπο βλ. Murray 1882, 240-243· Ravaisson 1885, 29-50, 65-76· Picard 1911, 257-270· de Visscher 1960, 301-309· de Visscher 1961, 67-129· Picard 1961, 65-69· Picard 1962, 245-248· de Visscher 1962· de Visscher 1963, 336-396· Marcadé 1963, 351-358· Floren 1981, 47-52· Zadoks- Josephus 1987, 97-99· Berger 1987, 105-111· Palagia 1988, 774-775 αρ. 957-983 πίν. 509-511· Ouvry 1989, 152-154· Invernizzi 1989, 623-633· Bartman 1992, 147-186 εικ. 72-94· Latini 1995, 62-74· Moreno 1995, 140-147 [Α. Latini], 347-351 [S. Ensoli]· Ridgway 1997, 294-304 πίν. 69-70· Δαμάσκος 1998, 129-136· Lorenz 2003, 323-324. 154. Martialis 9.43-44. Overbeck 1868, 1475· DNO 2184-2185. 155. Παρόμοια περιγραφή παραδίδεται και από τον Statius, Silvae 4.6.32-58, 108-109. Overbeck 1868, 1476· DNO 2186. 156. Για σχολιασμό των φιλολογικών πηγών βλ. Scivoletto 1962, 97-104· Cancik-Lindemaier 1971, 43- 65· Schneider 2001, 697-720· McNelis 2008, 255-276. Επίσης βλ. Bartman 1992, 148-149· Ridgway 1997, 294-297. 54 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ παραδιδόμενη αλυσίδα κατοχής του έργου, κρίκοι της οποίας είναι αποκλειστικά επώνυμοι άνδρες157. Δύο είναι τα κύρια ζητήματα που αντιμετωπίζει η έρευνα στην αναγνώριση του πρωτοτύπου: το πρώτο έχει να κάνει με την ίδια τη σύνθεση του έργου, τη στάση και την εικονογραφία του ήρωα, και το δεύτερο αφορά στη χρήση του. Ξεκινάμε από το δεύτερο. Το επίθετο «επιτραπέζιος», το οποίο σημειωτέον δεν απαντά σε πρωιμότερα από των Ρωμαίων ποιητών του 1ου αι. μ.Χ. φιλολογικά κείμενα, υποδεικνύει σαφώς τη διακοσμητική χρήση του έργου. Ο Στάτιος158 αναφέρει ότι ο Ηρακλής αποτελούσε μέλος της συνόδου του δωδεκάθεου που εόρταζε την είσοδο του ήρωα στον Όλυμπο και κατ’ ουσία το επίθετο «επιτραπέζιος» δεικνύει τη συμμετοχή του στο εορταστικό θεϊκό συμπόσιο159. Συνεπώς, το επίθετο μπορεί να παραπέμπει τόσο στον χώρο που ήταν τοποθετημένο το έργο όσο και στη στάση του ήρωα, ως συμποσιαστή160. Περνάμε τώρα στο πρώτο ζήτημα. Η εύρεση, ομολογουμένως λίγων, κολοσσιαίων μεταπλάσεων καθιστού Ηρακλή οδήγησε στην άποψη ότι ο τύπος του Ηρακλή Επιτραπέζιου είχε κατασκευαστεί αρχικά σε μεγάλη κλίμακα και αργότερα αντιγράφηκε σε μικρότερη για λογαριασμό του Αλεξάνδρου161. Τα εντυπωσιακά από πλευράς μεγέθους και καλλιτεχνικής ποιότητας αγάλματα Ηρακλή από την Alba Fucens162 στο Abruzzi και το Urbino163 στην Κεντρική Ιταλία ήταν ο κύριος λόγος για τη διατύπωση αυτού του επιχειρήματος από τον F. de Visscher164. Ωστόσο, και τα δύο διαφέρουν εικονογραφικά από το περιγραφόμενο στις πηγές έργο του Λυσίππου και επομένως δεν μπορούν σήμερα να θεωρηθούν αντίγραφά του. Στα ολιγάριθμα χάλκινα αγαλμάτια (εικ. 12)165 που ομαδοποιούνται στον τύπο του Ηρακλή Επιτραπέζιου166 δεν υπάρχει ομοιομορφία στο μέγεθος, τη σύνθεση, τη στάση και το στιλ. Αντίθετα, η πλειονότητα των μαρμάρινων αγαλματίων167 παρουσιάζει ομοιογένεια όσον Εικ. 12: Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale αρ. ευρ. 2828. αφορά στη στάση και τα προσδιοριστικά σύμβολα. Ειδικότερα τα ένδεκα μικρού μεγέθους Χάλκινο αγαλμάτιο Ηρακλή στον τύπο του Ηρακλή αγάλματα που εντάσσονται στην «ομάδα του Λονδίνου»168, με τη λεοντή να καλύπτει το μέσο Επιτραπέζιου. Φέρει στην κεφαλή στεφάνι κισσού. του βραχώδους καθίσματος και την κεφαλή του λιονταριού να κρέμεται στα αριστερά του Από το περιστύλιο ρωμαϊκής έπαυλης στο Sarno κοντά στην Πομπηία. 1ος αι. μ.Χ. ήρωα, φαίνεται να αποτελούν κατά την E. Bartman δεύτερης ή τρίτης γενιάς αντίγραφα169 Πηγή: Hans R. Goette ενός μοναδικού πρωτοτύπου, αυτού του Λυσίππου. Η χρήση τους, παρά τη μεγέθυνσή τους, παραμένει αποκλειστικά διακοσμητική: τοποθετούνταν πάνω σε τραπέζια ή άλλα έπιπλα αλλά και στο έδαφος, μέσα στο σπίτι ή έξω στον κήπο. 157. Σύμφωνα με τον C. Picard (1911, 258) η αναφορά στους επώνυμους κατόχους του έργου αποσκοπεί στο να τονίσει τη χρήση του Ηρακλή ως μέσου πολιτικής προπαγάνδας. 158. Statius, Silvae 4.6.55-56. Overbeck 1868, 1476· DNO 2186. 159. Bartman 1992, 150-151. 160. Πολλοί μελετητές δυσκολεύονται να δεχθούν τη διακοσμητική χρήση του Ηρακλή Επιτραπέζιου (Murray 1882, 243) και διαβλέπουν λατρευτική. Ο F. Ravaisson (1885, 31) συνέδεσε τον τύπο με τις επιτραπέζιες προσφορές στους θεούς και σύγκρινε τον Ηρακλή Επιτραπέζιο με τον φοινικικής καταγωγής Μελκάρτ. Τελετουργική χρήση, συνδεόμενη με τη ρωμαϊκή θεοξένεια (RE XII 1 (1924) 1108-1115 λ. lectisternium [G. Wissowa]· DNP 6 (1999) 1217 λ. lectisternium [A.-V. Siebert]) υποστήριξε ο C. Picard (1911, 261), ο οποίος συνέδεσε τον Ηρακλή Επιτραπέζιο με τους Καρχηδόνιους θεούς Παταίκους. 161. Bartman 1992, 152. 162. Chieti, Museo Archeologico αρ. ευρ. 6029: de Visscher 1962, 9-17, 21-33· de Ruyt 1982, 122-126 αρ. 144 πίν. 39-40· Martin 1987, 162-171, 225-227 αρ. 10 πίν. 23-24· Palagia 1988, 776 αρ. 986 πίν. 512· Bartman 1992, 152-155 εικ. 72-73· Latini 1995, 62-74· Ritter 1995, 90-95· Ridgway 1997, 297-298, 302. 163. Urbino, Palazzo Ducale χ. αρ.: Bartman 1992, 155-157, 171 εικ. 74-75· Latini 1995, 66 εικ. 16. 164. de Visscher 1960, 301-309. 165. Νάπολη, Museo Archeologico Nazionale αρ. ευρ. 2828: de Visscher 1962, 65 πίν. 20 εικ. 15· Berger 1982α, 306 Beil. 18,4· Palagia 1988, 775 αρ. 975· Bartman 1992, 157, 166, 178, 182 αρ. 16 εικ. 76-77. 166. Palagia 1988, 775 αρ. 975-979 πίν. 511· Bartman 1992, 157, 177 αρ. 10, 182 αρ. 16 εικ. 76-77, 185 αρ. 20 εικ. 78, 185-186 αρ. 21 εικ. 79-80. 167. Palagia 1988, 775 αρ. 962-974 πίν. 510-511· Bartman 1992, 157-171, 171-186 αρ. 1-9, αρ. 11-15, αρ. 17-19 εικ. 81-94. 168. Bartman 1992, 158-162, 164-165· Ridgway 1997, 299 και σημ. 35. 169. Αποκαλούνται δεύτερης ή τρίτης γενιάς αντίγραφα γιατί έχουν ύψος 0,50-1,00 μ., είναι δηλαδή μεγαλύτερα σε μέγεθος από το πρωτότυπο, που είναι μόλις 0,33 μ. 170. Bartman 1982, 156-157. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 55 Θα μπορούσε συνεπώς ο Ηρακλής Επιτραπέζιος να συνδέεται με κάποιο πρωτότυπο, το οποίο όμως είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε βασιζόμενοι μόνο στα μικρογραφικά αντίγραφα, καθώς παραμένουν ασαφείς σημαντικές λεπτομέρειες που αφορούν στην ηλικία (εικονιζόταν νέος ή ηλικιωμένος;) ή τη στάση του ήρωα (πώς κρατούσε τα σύμβολα ή πώς είχε τοποθετημένα τα σκέλη του;)170. Οι πολυάριθμες παραλλαγές υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει ένα μεγάλο μοναδικό πρωτότυπο, αλλά αντίθετα ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται και τροποποιείται. Η θεωρία αυτή, που υποστηρίχθηκε από τη B. Ridgway171, προκρίνει εν τέλει την ύπαρξη πολλών πρωτοτύπων έναντι του ενός, μεγάλης κλίμακας, έργου που είχε δημιουργηθεί αρχικά από τον Λύσιππο, όπως ήθελε η μέχρι σήμερα καθιερωμένη άποψη για τον τύπο του Ηρακλή Επιτραπέζιου172. Η ευρεία διάδοση του τύπου στους ρωμαϊκούς χρόνους δικαιολογείται από την ιδιαίτερη σχέση των Ρωμαίων με το συμπόσιο και την οινοποσία, έναν θεσμό που οι τελευταίοι παρέλαβαν από τους Έλληνες, ενδύοντάς τον, ωστόσο, με τον μανδύα της πρέπουσας συμπεριφοράς (decorum)173. IV. Ο τύπος του ανακεκλιμένου Ηρακλή Πιθανότατα στη δύση του 4ου αι. π.Χ. εμφανίζεται για πρώτη φορά στην περίοπτη γλυπτική και ο τύπος του ανακεκλιμένου Ηρακλή, που παριστάνει τον ήρωα ως συμποσιαστή μέσα σε φυσικό περιβάλλον, δίνοντας έμφαση στην ιδιαίτερη σχέση του με τον Διόνυσο174. Ο γενειοφόρος, ηλικιωμένος ήρωας παριστάνεται ξαπλωμένος στο αριστερό πλευρό πάνω σε βραχώδες έξαρμα, όπου έχει απλώσει τη λεοντή που καλύπτει και μέρος του δεξιού μηρού. Ακουμπά με τον αριστερό αγκώνα πάνω στην κεφαλή του λιονταριού και σταυρώνει το δεξί σκέλος πάνω από το έντονα λυγισμένο στο γόνατο αριστερό. Η κεφαλή του είναι συνήθως στραμμένη κατά μέτωπο. Στο αριστερό χέρι κρατά γλύκισμα ή σπανιότερα αγγείο πόσης. Ο τύπος είναι σαφώς εμπνευσμένος από την ανακεκλιμένη μορφή D του ανατολικού αετώματος του Παρθενώνα175. Η παλαιότερη γλυπτική εικόνα αυτού του Ηρακλή, που θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην εκπνοή του 4ου αι. π.Χ., θα ήταν στημένη σε κάποιο αθηναϊκό ιερό, όπως δείχνουν αττικά αναθηματικά ανάγλυφα176, αλλά και εξαιρετικής ποιότητας μαρμάρινο αγαλμάτιο του 4ου – 3ου αι. π.Χ. από το ιερό του Παγκράτη στον Ιλισό177 Πάμπολλες είναι οι επαναλήψεις και οι παραλλαγές του τύπου στην ελληνιστική (εικ. 13178) και την αυτοκρατορική περίοδο, όταν το μοτίβο της ανάκλισης αποκτά κυρίως επιτύμβιο περιεχόμενο. 171. Ridgway 1989, 13-26. 172. Bartman 1982, 187-188. 173. D’Arms 1995, 304-317. 174. Για τον τύπο βλ. Scharmer 1971· Palagia 1988, 777-779 αρ. 1008-1065 πίν. 513-518· Bonanno- Aravantinos 1991, 157-179· Vikela 1994, 194-197. 175. Williams 2013, 4-21 εικ. 4-6 (με πλήρη βιβλιογραφία). 176. α) Αθήνα, Φετιχιέ Τζαμί αρ. ευρ. P 2 A: Palagia 1988, 778 αρ. 1047· Bonanno-Aravantinos 1991, 164· Vikela 1994, 30 αρ. Β 1 πίν. 18,1 (πριν από το 300 π.Χ.), β) Αθήνα, Φετιχιέ Τζαμί αρ. ευρ. Ρ 102: Palagia 1988, 777 αρ. 1010· Vikela 1994, 194 σημ. 5 (300-299 π.Χ.). Επίσης πρβλ. Αθήνα, Μουσείο Ακρόπολης αρ. ευρ. 2742: Walter 1923, 74 αρ. 124· Palagia 1988, 777 αρ. 1011 πίν. 513 (από την Αθήνα, 4ος – 3ος αι. π.Χ.). 177. Αθήνα, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών, αποθήκη: Travlos 1971, 278, 280 εικ. 360-361 (4ος αι. π.Χ.)· Palagia 1988, 777 αρ. 1016 (3ος – 2ος αι. π.Χ.)· Bonanno-Aravantinos 1991, 162 εικ. 5, 163. Πολύ κοντά στο περίοπτο αγαλμάτιο του Ιλισού βρίσκεται ο Ηρακλής ενός αναθηματικού αναγλύφου του 2ου αι. μ.Χ. από το Μοναστηράκι. Απεικονίζεται σχεδόν ολόγλυφος να αναπαύεται στη σκιά ενός πλατάνου, τα φύλλα του οποίου αποδίδονται πρόστυπα στην πλάτη του αναγλύφου. Βλ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 1454: Travlos 1971, 274 εικ. 354· Scharmer 1971, 11 αρ. 6 εικ. 3· Palagia 1988, 778 αρ. 1048 πίν. 516· Bonanno-Aravantinos 1991, 163· Καλτσάς 2002, 305 αρ. 642. 178. Βερολίνο, Staatliche Museen αρ. ευρ. 1069.10: Scharmer 1971, 11 αρ. 3 πίν. 1-3· Palagia 1988, 777 αρ. 1017 πίν. 514. 179. Πρβλ. α) τον τύπο του νεαρού αυτοστεφανούμενου Ηρακλή με ρόπαλο στον αριστερό ώμο και λεοντή στο αριστερό χέρι, γνωστό από μαρμάρινα αγαλμάτια ρωμαϊκών χρόνων (Palagia 1988, 765 αρ. 738-748 πίν. 495-496· Kansteiner 2000, 59-63) και β) τον τύπο του τυλιγμένου στο τομάρι της λεοντής Ηρακλή, γνωστό από αγαλμάτια της αυτοκρατορικής περιόδου, τα οποία παρουσιάζουν μεν θεματική συγγένεια αλλά καμία τυπολογική ομοιογένεια (Palagia 1988, 770 αρ. 863-874 πίν. 503). 56 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Ελληνιστικοί χρόνοι Η φιλολογική παράδοση δεν αναφέρει κανένα μεγάλο άγαλμα του ήρωα που θα μπορούσε να χρονολογηθεί στον 3ο αι. π.Χ. Τα αρχαιολογικά δεδομένα συμφωνούν. Προσπάθειες να συσχετισθούν αγαλμάτια Ηρακλή αυτοκρατορικών χρόνων με μεγάλα πρωτότυπα έργα του 3ου αι. π.Χ.179 ή να ερμηνευθούν τα ίδια ως πρωτότυπα ελληνιστικών χρόνων180 δεν απέδωσαν. Αντίθετα, μεγάλου μεγέθους κλασικιστικές απεικονίσεις Ηρακλή αναφέρονται στις πηγές για τον 2ο αι. π.Χ. και τεκμηριώνονται και αρχαιολογικά. Ο Ηρακλής του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα181 αναγνωρίζεται στη νεανική κεφαλή που ανήκε σε κολοσσιαίο άγαλμα Ηρακλή, αποσπασματικά σωζόμενο σήμερα, από τη Μεσσήνη182, ενώ ο Ηρακλής του Αθηναίου γλύπτη Πολυκλή IV183 αναγνωρίζεται στην κολοσσιαία κεφαλή από τον Παλατίνο λόφο στη Ρώμη184. Εικ. 13: Από τον 1ο αι. π.Χ. εντείνεται η αντιγραφική μανία πολλών, κυρίως όψιμων κλασικών, αγαλματικών τύπων Βερολίνο, Staatliche Museen αρ. ευρ. 1969.10. Ηρακλή, οι οποίοι εμπλουτίζονται, παραλλάσσονται ή τροποποιούνται, προκειμένου να εξυπηρετήσουν Μαρμάρινο αγαλμάτιο Ηρακλή ανακεκλιμένου σε βραχώδες έξαρμα, όπου είναι απλωμένη η λεοντή. τη νέα αισθητική ή τις νέες πρακτικές ανάγκες. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύονται προσθήκες στη σύνθεση Από κρήνη. Άγνωστης προέλευσης. 1ος αι. π.Χ. (πχ. Τήλεφος, σκύλα), αλλαγές σε επί μέρους εικονογραφικά στοιχεία που αποκτούν νέους συμβολισμούς Πηγή: Hans R. Goette (ταυροκεφαλή αντί του βραχώδους εξάρματος, καλάθι αντί του βράχου-καθίσματος) ή εικονογραφικές καινοτομίες (λεοντή που φοριέται σαν στρατιωτική χλαμύδα [paludamentum]). Από τους ύστερους ελληνιστικούς και εξής χρόνους πληθαίνουν οι μικρής κλίμακας δημιουργίες, που δίνουν έμφαση στη λιγότερο ηρωική πλευρά του ήρωα, όπως ο τύπος του γυμνού ηλικιωμένου Ηρακλή που παραπαίει από το μεθύσι185 ή ο τύπος του Ηρακλή-παιδιού186. Ωστόσο, απουσιάζει οποιαδήποτε συνάφεια με τα μεγαλειώδη αγάλματα των κλασικών χρόνων. Επίλογος Από τον αυστηρό γενειοφόρο ήρωα των πρώιμων κλασικών χρόνων (Cherchel, Βοστώνης- Οξφόρδης), στον νεαρό αγένειο αθλητή των ώριμων κλασικών (Πολύκλειτος) και στις πολυκλείτειες αντανακλάσεις του στον 4ο αι. π.Χ. (Pitti, Lansdowne, Lenbach), και από τον έντονα μυώδη, αλλά γερασμένο και αποκαμωμένο από τους άθλους ήρωα, που αναπαύεται γέρνοντας στο ρόπαλο (Farnese) ή κάθεται σκεπτόμενος (Τάραντα) ή δεξιούμενος (Επιτραπέζιος), στον ανακεκλιμένο πάνω στη λεοντή γηραιό άνδρα, ο Ηρακλής παραμένει ο απόλυτος ήρωας που εμπνέει τους αρχαίους γλύπτες όχι μόνο με τη ρώμη αλλά και με τα πάθη του. Έλενα Βλαχογιάννη 180. Πρβλ. α) τη μαρμάρινη κολοσσιαία κεφαλή Ηρακλή από τη Σπάρτη, για την οποία είχε υποστηριχθεί ότι ανήκει στον 3ο αι. π.Χ. (Σπάρτη, Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 52: Dörig 1957, 40, 42 εικ. 18-21· Martin 1987, 169-171 εικ. 41· Palagia 1988, 790 αρ. 1312 πίν. 530· Moreno 1995, 286 αρ. 4.41.7 [P. Moreno]), ενώ είναι πιθανότατα έργο του ύστερου 4ου αι. π.Χ. (Kansteiner 2000, 110 σημ. 922c) και β) τη μαρμάρινη κολοσσιαία κεφαλή από τον Τάραντα (Τάρας, Museo Nazionale Archeologico αρ. ευρ. 3895: Dörig 1957, 39 εικ. 17· Bieber 1961, 35-36 εικ. 83· Palagia 1988, 773 αρ. 933· Moreno 1995, 285 αρ. 4.41.5 [P. Moreno]), η οποία αποτελεί όμως έργο της ύστερης ελληνιστικής περιόδου (Kansteiner 2000, 105 σημ. 887, 110 σημ. 922d). 181. Παυσανίας 4.31.10. Overbeck 1868, 1559· Palagia 1988, 788 αρ. 1262· DNO 3216, 3217. 182. Μεσσήνη, Αρχαιολογικό Μουσείο αρ. ευρ. 3337, 3079, 3042, 3043, 3040, 256, 3032: Themelis 1993, 33-34 πίν. 5-7,1-2· Themelis 1994, 17-19 πίν. 10-12· Themelis 1996, 162-163 εικ. 111-113· Kansteiner 2000, 111· Müth 2007, 186, 190, εικ. 103. 183. Cicero, Epistulae ad Atticum 6.1.17. Overbeck 1868, 2209· Palagia 1988, 789 αρ. 1284· DNO 3601. 184. Ρώμη, Palazzo dei Conservatori, Μuseo Nuovo αρ. ευρ. 2381: Stewart 1979, 45· Palagia 1988, 789 αρ. 1307, πίν. 529· Despinis 1995, 364-366 πίν. 77· Giustozzi 2001, 7-82 εικ. 1, 5-14· Despinis 2004, 269-272. 185. Palagia 1988, 770-772 αρ. 875-910 πίν. 504-506. 186. Palagia 1988, 786-788 αρ. 1221-1256 πίν. 527-529. Σπουδαία αγάλματα για έναν σπουδαίο ήρωα* 57 ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ Συντομογραφίες περιοδικών και σειρών αι. αιώνας ΑΑΑ Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών αρ. αριθμός ΑΔ Αρχαιολογικό Δελτίο αρ. ευρ. Αριθμός ευρετηρίου ΑΕ Αρχαιολογική Εφημερίς αρ. κατ. αριθμός καταλόγου ΑΕΜΘ Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη βλ. βλέπε ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ Περιοδική έκδοση του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής γρ. γραμμάρια Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Ε. Εμπροσθότυπος ΝομΧρον Νομισματικά Χρονικά εικ. Εικόνα Οβολός Έκδοση των Φίλων του Νομισματικού Μουσείου εκ. εκατοστά ΠΑΕ Πεπραγμένα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας κ.εξ. και εξής AA Archaologischer Anzeiger λ. λήμμα ABSA Annual of the British School at Athens μ. μέτρο ActaArch. Acta Archaeologica, Copenhagen ΜΔ. Μέγιστη Διάμετρος AJA American Journal of Archaeology Μήκ. Μήκος AJN American Journal of Numismatics μτφ. μετάφραση AJPh American Journal of Philology μ.Χ. μετά Χριστόν AM Mitteilungen des Deutschen Archäologisches Instituts. Ο. Οπισθότυπος Athenische Abteilung Πάχ. Πάχος AMuGS Antike Münzen und geschnittene Steine περ. περίπου ANSMN American Numismatic Society Museum Notes πίν. Πίνακας ANSNNM American Numismatic Society, Numismatic Notes and Πλ. Πλάτος Monographs πρβλ. παράβαλλε ANSNS American Numismatic Society, Numismatic Studies π.Χ. προ Χριστού AntCI L’Antiquite Classique σημ. (υπο)σημείωση AntK Antike Kunst στ. στίχος AntPl Antike Plastik τ. τόμος ArchCl Archeologia Classica Ύψ. Ύψος AR Archaeological Reports χιλ. χιλιοστά AuA Antike und Abendland BAR British Archaeological Reports, International Series BCH Bulletin de correspondance hellénique BCom Bullettino della Commissione archeologica comunale di Roma BICS Bulletin of the Institute of Classical Studies of the University of London BMC British Museum, Coins, Greek: Catalogue of the Greek Coins in the British Museum 412 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Boreas Boreas. Münstersche Beiträge zur Archäologie MonAnt Monumenti antichi BSA The Annual of the British School at Athens MüJb Münchner Jahrbuch der bildenden Kunst BWPr Winckelmannsprogramm der Archäologischen Gesellschaft zu NAWG Nachrichten der Akademie der Wissenschaften in Göttingen. Berlin Philologisch-Historische Klasse CH Coin Hoards. NC Numismatic Chronicle CNG Classical Numismatic Group NumAntCl Numismatica e antichità classiche. Quaderni ticinesi CNS Corpus Nummorum Siculorum, Calciati R. 1983 OJA Oxford Journal of Archaeology CQ Classical Quarterly RA Revue archéologique CSIR Corpus signorum Imperii Romani RBN Revue Belge de Numismatique DNO S. Kansteiner, L. Lehmann, K. Hallof, B. Seidensticker, M. RdA Rivista di archeologia Söldner (επιμ.), Der Neue Overbeck (DNO). Die antiken RE Realencyclopädie: Paulys Realencyclopädie der classischen Schriftquellen zu den bildenden Künsten der Griechen I-V, Altertumswissenschaft Berlin, Boston 2014. REA Revue des études anciennes DNP Der Neue Pauly RendLinc Rendiconti dell’Accademia nazionale dei Lincei, Classe di FGrHist Die Fragmente der Griechischen Historiker scienze morali, storiche e filologiche FiE Forschungen in Ephesos RIC Roman Imperial Coinage GettyMusJ The J. Paul Getty Museum Journal RM Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, GiornItFil Giornale italiano di filologia Römische Abteilung ΗASB Hefte des Archäologischen Seminars der Universität Bern SNG Sylloge Nummorum Graecorum HdArch Handbuch der Archäologie SNR Schweizerische Numismatische Rundschau Hesperia Hesperia. Journal of the American School of Classical Studies ZfN Zeitschrift für Numismatik at Athens IG Inscriptiones Graecae IGLS Inscriptions Grecques et Latines de la Syrie IstMitt Istanbuler Mitteilungen JdI Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts JHS Journal of Hellenic Studies JIAN Journal International d’Archeologie Numismatique JNG Jahrbuch fur Numismatik und Geldgeschichte JRA Journal of Roman Archaeology JRS Journal of Roman Studies LIMC Lexikon iconographicum mythologiae classicae MeddelGlypt Meddelelser fra Ny Carlsberg Glyptotek MEFRA Mélanges de l’École française de Rome. Antiquité Mnemosyne Mnemosyne. A Journal of Classical Studies Oι άθλοι του Ηρακλή ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ - η πορεία- για Συντομογραφίες την αθανασία 413 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Αβάνη Μ. 2013: Μορφές του αρχαίου μύθου στη μεταπολεμική ελληνική γλυ- Γιαλούρης Ν. 1995: Αρχαία Γλυπτά, (Ελληνική Τέχνη), Αθήνα. πτική, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Μεταπτυχιακή Γιάννης Κ. 2007: «Γεώργιος ο Αιτωλός (1525-1580). Ένας λόγιος του πρώιμου Εργασία. νεοελληνικού διαφωτισμού», Τα Αιτωλικά 9 (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος), 117- Αδαμοπούλου Α. 2005: «Τέχνη και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα στη δεκαετία του 128. 1960», στο Πρακτικά Β΄ Συνεδρίου Ιστορίας της Τέχνης, ΑΣΚΤ/Τομέας Θεω- Γιαννουδάκη Α. 2009: Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, ρητικών Προσεγγίσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας από την Αναγέννηση έως Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη. Η συλλογή νεοελληνικής γλυπτικής και η ιστορία τις μέρες μας, Αθήνα. της 1900-2006, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Αιγαίο Νομισμάτων: Το Αιγαίο των Νομισμάτων, Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα Ιστορίας της Τέχνης, Διδακτορική Διατριβή. 2001. Γκατζόλης Χρ. 2014α: «Κρότων», στο Δ. Τσαγκάρη (επιμ.) 2014, Αθήνα, 100-101. Αναστασίου Γ. 1986: «Ηρακλής. Πανελλήνιες εκστρατείες», στο Ι.Θ. Κακριδής Γκατζόλης Χρ. 2014β: «Τάρας – Νομισματική», στο Δ. Τσαγκάρη (επιμ.) 2014, (επιμ.), Ελληνική Μυθολογία, τ. 4, Αθήνα, 14-123. Αθήνα, 136-137. Ανδρόνικος Μ. 1982: «Η τέχνη κατά την Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο», στο Μ.Β. Γουναροπούλου Λ. – Πασχίδης Π. – Χατζόπουλος Μ.Β. 2015: Επιγραφές Κάτω Σακελλαρίου (επιμ.), Μακεδονία. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτι- Μακεδονίας, τεύχος Β΄, μέρος Α΄ & Β΄, Αθήνα. σμού, Αθήνα, 102-109. Ανδρόνικος Μ. 1984: Βεργίνα. Οι βασιλικοί τάφοι και οι άλλες αρχαιότητες, Αθή- Δάκαρης Σ. 1964: Οι γενεαλογικοί μύθοι των Μολοσσών, Αθήνα. να. Δαμάσκος Δ. 1998: «Ένα κολοσσικό κεφάλι Ηρακλή από το Πέργαμο», στο Ανδρόνικος Μ. 20042: Βεργίνα. Οι Βασιλικοί Τάφοι, Αθήνα. O. Palagia – W. Coulson (επιμ.), Regional Schools in Hellenistic Sculpture, Αραβαντινός Β. 2015: «Το τέμενος του Ηρακλέους στη Θήβα», στο Στ. Οικονό- Proceedings of an International Conference held at the American School of μου (επιμ.), Αρχαιολογικές Συμβολές, Τόμος Γ: Βοιωτία & Εύβοια, Μουσείο Classical Studies at Athens, March 15-17, 1996, Oxford, 129-136. Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα, 85-106. Δασκαλοθανάσης Ν. 2001: Η ζωγραφική του Giorgio de Chirico, Αθήνα. Αρβανιτάκη Α. 2006: Ήρωας και Πόλη. Το παράδειγμα του Ηρακλή στην αρχαϊκή Δεληβορριάς Α. 2007: «Τα τρίμορφα ανάγλυφα για μια ακόμη φορά», στο Ε. εικονογραφία της Κορίνθου, Θεσσαλονίκη. Σημαντώνη-Μπουρνιά – Α.Α. Λαιμού – Λ.Γ. Μενδώνη – Ν. Κούρου (επιμ.), Αρβανιτάκη Α. 2008: «Ο φόνος της Λερναίας Ύδρας από τον Ηρακλή. Ο μύθος και Αμύμονα έργα. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Βασίλη Κ. Λαμπρινουδάκη, η πρόσληψή του στην αρχαϊκή Κόρινθο», ΑΕ 147, 179-195. Αθήνα, 375-388. Δεληβορριάς Α. 2016: «Ένα ελάχιστα προσεγμένο άγαλμα του Ηρακλή», στο Κ. Ζά- Βαλαβάνης Π. κ.ά. (επιμ.) 2004: Ηρακλής Ήρως Μέγιστος. Ο Ήρωας των Αγώνων, μπας – Β. Λαμπρινουδάκης – Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά – A. Ohnesorg (επιμ.), του Περιβάλλοντος και του Πολιτισμού, Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα. Αρχιτέκτων. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Μανόλη Κορρέ, Αθήνα, 331-341. Βαλασιάδης Χρ. 2004: «Η νομισματοκοπία των Οιταίων», στο Οβολός 7, Πρακτι- Δεσπίνης Γ. – Καλτσάς Ν. (επιμ.) 2014: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Κατάλογος κά Συνεδρίου της Γ΄ Επιστημονικής Συνάντησης, Το Νόμισμα στο Θεσσαλικό Γλυπτών Ι.1. Γλυπτά των αρχαϊκών χρόνων από τον 7ο αιώνα έως 480 π.Χ., Χώρο, Βόλος 24-27 Μαΐου 2001, Αθήνα, 173-184, πίν. 1. Αθήνα. Βασιλειάδης Δ.Θ. 2006: «Σίβα: ο Διόνυσος της Ινδίας», ΕΛΙΝΕΠΑ, http://elinepa. org/2006/12/31/2012-12-31-10-59-40/. Ευγενίδου Δ. – Τσέλεκας Π. (επιμ.) 2010: «Εκ των …υπό την ρίζαν ευρεθέντων». Βικέλα Ε. 2011: «Τα μικρά ιερά της Αθήνας», ΑΕ 150, 133-196. Αρχαίοι Ελληνικοί Θησαυροί στο Νομισματικό Μουσείο, Κατάλογος έκθεσης, Βογιατζόγλου Α. 2012: Παραθέματα από την αρχαία ελληνική τέχνη στη νεοελ- Αθήνα. ληνική ζωγραφική της δεκαετίας του 30, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Μεταπτυχιακή εργασία. Ιλίου Μέλαθρον 2000: Ιλίου Μέλαθρον 2000. Το Νομισματικό Μουσείο στο κα- Βουτυράς Μ. – Γουλάκη-Βουτυρά Α. 2011: Η Αρχαία Τέχνη και η Ακτινοβολία της, τώφλι του 21ου αιώνα, Αθήνα. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη. Ιντζεσίλογλου Χ. 1979 «Ένα κεφάλι Ηρακλή από τη Συλλογή Ντ. Γουλανδρή», ΑΑΑ 12, 93-103. Γαλερίδης Ι. 1990: Μυθολογικές παραστάσεις στους Νεοέλληνες ζωγράφους του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα, Αθήνα: Διδακτορική Διατριβή. Καββαδίας Γ. 1997: «Ο Θησέας και ο Μαραθώνιος ταύρος. Παρατηρήσεις σε ένα Γεωργίου Ε. 2004: «Το νομισματοκοπείο της Λαμίας», στο Οβολός 7, Πρακτικά νέο αττικό ερυθρόμορφο κιονωτό κρατήρα από το Άργος», στο J.H. Oakley Συνεδρίου της Γ΄ Επιστημονικής Συνάντησης. Το Νόμισμα στο Θεσσαλικό – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters I. The Χώρο, Βόλος 24–27 Μαΐου 2001, Αθήνα, 157-172, πίν. 1-2. Conference Proceedings, 309-318. Γεωργίου Ε. 2014: Το νομισματοκοπείο της Λαμίας, Αδημοσίευτη Διδακτορική Καζακίδη Ν. 2015: Εικόνες εν Γυμνασίω. Έργα γλυπτικής στο ελληνιστικό γυμνά- Διατριβή, Ιωάννινα. σιο, Θεσσαλονίκη 2015. 414 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Κακαβάς Γ. (επιμ.) 2014α: Σφραγίζοντας την Ιστορία. Θησαυροί από Ελληνικά Μαρκοπούλου Κ. 2018: Δρόμοι που ενώνουν τον ινδικό και τον ελληνικό πολιτι- Μουσεία. Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα. σμό από την αρχαιότητα έως σήμερα. Εκφάνσεις του ινδικού πολιτισμού και Κακαβάς Γ. (επιμ.) 2014β: Φωτιά και νόμισμα. Αρχαιολογία και φωτιά, Κατάλογος η διείσδυση τους στην ελληνική κοινωνία, Αθήνα. έκθεσης, Αθήνα. Μάρκου Ε. 2015α: Νομισματική και ιστορία. Η περίπτωση της Κύπρου κατά τους Kακαβάς Γ. 2017: «Πόλεις και θεοί μέσα από του χαρακτήρες των νομισμάτων», αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους, (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου), στο Ν. Σαραγά κ.ά. (επιμ.) 2017, 59-65. Λευκωσία. Κακριδής Ι.Θ. (επιμ.) 1986: Ελληνική Μυθολογία, τ. 4, Ηρακλής – Πανελληνικές Μάρκου Ε. 2015β: «Οι νομισματικές εκδόσεις των βασιλέων της Κύπρου από Εκστρατείες, Αθήνα. τους αρχαϊκούς έως και τους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους», στον ιστό- τοπο: Κύπριος Χαρακτήρ - Ιστορία, Αρχαιολογία & Νομισματική της Αρχαίας Καλτσάς Ν. 2002²: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Τα γλυπτά, Αθήνα. Κύπρου: kyprioscharacter.eie.gr/el/t/AU Καλτσάς Ν. (επιμ. ) 2004: Αγών, Κατάλογος Έκθεσης, Αθήνα. Μεντζαφού-Πολύζου Ό. – Παπαστεργίου Ά. 2007: Κλασικές μνήμες στη σύγ- Καραγιώργης Β. 1998: Έλληνες θεοί και ήρωες στην αρχαία Κύπρο, Αθήνα. χρονη ελληνική τέχνη. Κατάλογος έκθεσης. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Καραμπελόπουλος Δ. 2003: «Το ρόπαλο του Ηρακλή. Το σύμβολο της επαναστα- Αλέξανδρου Σούτζου, Κοινωφελές ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, Αθήνα. τικής σκέψης του Ρήγα», Ιστορικά Θέματα 16 (Μάρτιος). Μιχαλάκης Ι. – Σαμαντάς Λ. 1999: «Κιτιακή Νομισματοκοπία», στο Πρακτικά Δεύ- Καρατζένη Β. 2017: «Επιβίωση αρχαίων μύθων στην περιοχή της Άρτας (Αρχαία τερου Κιτιακού Συμποσίου, Κίτιον-Λάρνακα (27-28 Απριλίου 1996), Λάρνα- Αμβρακία)», στο Σπείρα. Επιστημονική Συνάντηση προς τιμήν της Αγγέλικας κα, 89-94. Ντούζουγλη και του Κωνσταντίνου Ζάχου, Αθήνα. Μπάουμαν Ε. 2004: Φυτά σε αρχαία ελληνικά νομίσματα, Συμβολισμοί-Ερμηνεία, Καρούζου Σ. 1967: Εθνικό Αρχαιολογικόν Μουσείον. Συλλογή Γλυπτών, Αθήνα. Αθήνα. Κατσικούδης Ν. 2005: Δωδώνη. Οι τιμητικοί ανδριάντες, Ιωάννινα. Μπιργάλιας Ν. 2014: Πόλη και πολιτικοί θεσμοί στον Όμηρο, Αθήνα. Κολώνια Ρ. 2013: «Η κατασκευή του θεάτρου», στο Αρχαία Ελληνικά Θέατρα, Στερεά Ελλάδα 7, 138-139. Νομίσματα και Νομισματική: Νομίσματα και Νομισματική, Υπουργείο Πολιτισμού Κομίνη-Διαλέτη Δ. – Ματθιόπουλος Ε. – Ραγιά Α. 1997-2000: Λεξικό Ελλήνων – Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα 2002. καλλιτεχνών: ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, 16ος- 20ος αιώνας, Αθήνα. Ξανθάκου Μ. (επιμ.) 2014: Παύλος Σάμιος. Ζωγραφική Απολογία, Αθήνα. Κοτταρίδη Α. 2013: Αιγές. Η βασιλική μητρόπολη των Μακεδόνων, Αθήνα. Κουμανούδης Σ.Α. 1875: «Επιγραφαὶ Λεβαδείας, Χαιρωνείας καὶ Θίσβης», Ἀθή- ναιον IV, 377. Οικονομίδου M. 1996: Αρχαία Νομίσματα, (Ελληνική Τέχνη), Αθήνα. Κουρεμπανάς Θ. 2010: «Απόδoση χάλκινων νομισμάτων στον Φίλιππο ΣΤ΄», Νο- Οικονόμου Γ.Π. – Βαρούχα-Χριστοδουλοπούλου Ε.1955: Νομισματική Συλλογή μΧρον 28, 5-14. Αναστασίου Π. Σταμούλη, Δωρηθείσα εις το Εθνικόν Νομισματικόν Μουσεί- ον, Μέρος Α΄, Αθήνα. Κουρεμπανάς Θ. 2011: «Τρεις παράλληλες κοπές της Θεσσαλονίκης, της Πέλλας και της Αμφίπολης», ΝομΧρον 29, 25-33. Κρεμύδη-Σισιλιάνου Σ. 2000: «Μακεδονία και Ακαρνανία: Η χρήση μακεδονικών Παντερμαλής Δ. 1989: «Δίον. Ο τομέας της έπαυλης του Διονύσου το 1989», χαλκών για την κοπή ακαρνανικών εκδόσεων», στο Π. Αδάμ-Βελένη (επιμ.), ΑΕΜΘ 3, 141-145. Το νόμισμα στο μακεδονικό χώρο. Πρακτικά Β΄ επιστημονικής συνάντησης. Πάντος Π. 2018: «Πυρά Ηρακλέους στην Οίτη. Παλιές και νέες ανασκαφές Νομισματοκοπεία, κυκλοφορία, εικονογραφία, ιστορία. Αρχαίοι, βυζαντινοί (1988-1992)», στο Μ.Φ. Παπακωνσταντίνου – Χ. Κριτζάς – Ι. Τουράτσογλου και νεώτεροι χρόνοι, (Οβολός 4), Θεσσαλονίκη, 61-77. (επιμ.), Πύρρα. Μελέτες για την αρχαιολογία στην Κεντρική Ελλάδα προς Κυπριακή Νομισματοκοπία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία τιμήν της Φανουρίας Δακορώνια, Αθήνα, 65-86. 1991. Παπαευαγγέλου Κ. 1998: «Θεσσαλικά τριημιωβόλια με ιππέα και οβολοί με άλο- Κωτίδης Α. 1995: Ζωγραφική 19ου αιώνα, (Ελληνική Τέχνη), Αθήνα. γο, Η «συνέχεια» της θεσσαλικής νομισματικής ένωσης κατά το β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ.», Περίαπτο 1, 40-53. Κωτίδης Α. 2015/2011: Μοντερνισμός και «Παράδοση», Τόμος Β΄, Θεσσαλονίκη. Παπαχατζής Ν. 1981: «Ο βοιωτικός χάροψ Ηρακλής», ΑΕ 120, 38-51. Κωτίδου Σ. 2015: Ευρωπαϊκός και Ελληνικός Συμβολισμός στη ζωγραφική: συ- γκλίσεις και αποκλίσεις, Θεσσαλονίκη, Διδακτορική Διατριβή. Πατσιάδου Λ. 2002: «Σέλγη (Αρχαιότητα)», στο Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor, http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6087. Πέννα Β. (επιμ.) 2006: Χαλκούς ένεκα αλλαγής. Ο άγνωστος κόσμος των χάλκι- Λαμπράκη-Πλάκα Μ. 1985: Ο Ροντέν και η αρχαία ελληνική τέχνη, Αθήνα. νων νομισμάτων, Μουσείο Μπενάκη, Κατάλογος Έκθεσης, Αθήνα. Λαμπράκη-Πλάκα Μ. – Μεντζαφού-Πολύζου Ό. 2000: Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα. Ράλλη Ε. 2009: «Θησαυρός Μολύβδινων Συμβόλων από το Κορωπί Αττικής», Λιάσκα Μ. 2017: «Ηρακλής, από την καρδιά του ελλαδικού χώρου στα όρια του στο Κερμάτια Φιλίας. Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Τουράτσογλου, τ. Α. κόσμου, στους αιθέρες», στο Ν. Σαραγά κ.ά. (επιμ.), Θεοί και Ήρωες των Αρ- Νομισματική-Σφραγιστική, Αθήνα, 235-245. χαίων Ελλήνων, Αθήνα, 85-92. Ριζάκης Θ. – Τουράτσογλου Γ. 1985: Επιγραφές Άνω Μακεδονίας (Ελίμεια, Εορ- Λοϊζίδη Ν. 2013: Ο μοντερνισμός και οι μύθοι του. Δώδεκα μελέτες για τα μο- δαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς), τ. Α΄ Κατάλογος επιγραφών, Αθήνα. ντέρνα καλλιτεχνικά κινήματα, Αθήνα. Ρούμπης Δ. 2014: «Κρότων», στο Δ. Τσαγκάρη (επιμ.) 2014, Αθήνα, 98. Μακαρόνας Χ. 1960: «Ανασκαφαί Πέλλης 1957-1960», ΑΔ 16, 72-83, πίν. 35-90. Σακελλαρίου Μ.Β. 1980: «Από την πανελλήνια ιδέα στην πανελλήνια πολιτική», Μάλλιος Γ. 2011: Μύθος και ιστορία. Η περίπτωση της αρχαίας Μακεδονίας (Διδ. στο Λ.Δ. Λουκοπούλου – Μ.Β. Χατζόπουλος (επιμ.), Φίλιππος. Βασιλεύς Μα- Διατρ. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). κεδόνων, Αθήνα, 128-145. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 415 Σακελλαρίου Μ.Β. 1982: «Οι κάτοικοι», στο Μ.Β. Σακελλαρίου (επιμ.) Μακεδονία. Τουράτσογλου Ι. 2016β: «Ηρακλής (Αλέξανδρος) Κυναγίδας», στο Ηχάδιν, Τιμητι- 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Αθήνα, 46-63. κός τόμος για τη Στέλλα Δρούγου, τ. ΙΙ, Αθήνα, 622-632. Σαραγά κ.ά. (επιμ.) 2017: Θεοί και ήρωες των Αρχαίων Ελλήνων, Κατάλογος Έκ- Τσαγκάρη Δ. 1998: «Μερικά από τα σημαντικά προσκτήματα της Συλλογής Alpha θεσης, Αθήνα Τραπέζης Πίστεως κατά το 1998», ΝομΧρον 17, 23-34. Σβορώνος Ι. 1898: «Περί των εισιτηρίων των αρχαίων, Μέρος Α΄», JIAN 1, 37-120. Τσαγκάρη Δ. 2005: Νομισμάτων Ιστορία, Αιτωλία, Νομισματική Συλλογή Alpha Σβορώνος Ι. 1900: «Περί των εισιτηρίων των αρχαίων, Μέρος Δ΄», JIAN 3, 319-343. Bank, Αθήνα. Σβορώνος Ι.Ν. 1904α: Τα νομίσματα του κράτους των Πτολεμαίων. Μέρος δεύ- Τσαγκάρη Δ. (επιμ.) 2011: Μύθος και Νόμισμα. Παραστάσεις, συμβολισμού και τερον. Περιγραφή των νομισμάτων, Αθήνα. ερμηνείες από την Ελληνική Μυθολογία, Κατάλογος Έκθεσης, Αθήνα. Σβορώνος 1904β: «Εκλογή νομισμάτων εκ της Συλλογής Αλεξάνδρου Γρ. Σού- Τσαγκάρη Δ. (επιμ.) 2014: Η Ευρώπη της Ελλάδος. Αποικίες και νομίσματα από τζου», JIAN 7, 346-390. τη Συλλογή της Alpha Bank, Αθήνα. Σβορώνος I.N. 1907: «Αλιείς οι εκ Τίρυνθος και τα νομίσματα αυτών», JIAN 10, Τσαγκάρη Δ. 2017: «Κατάλογος αντικειμένων», στο Ν.Χρ. Σταμπολίδης – Δ. Τσα- 2-34. γκάρη – Γ. Τασούλας (επιμ.) 2017, Αθήνα. Σβορώνος Ι. 1913: «Δωρεά Κωνσταντίνου Καραπάνου. Συλλογή Γλυπτών Λί- Τσέλεκας Π. 2008: «Ταυτότητα και ιδεολογία στη ρωμαϊκή Αθήνα: Η νομισματική θων», JIAN 15, 147-183, πίν. I-XIV. μαρτυρία», στο Στ. Βλίζος (επιμ.), Η Αθήνα κατά τη ρωμαϊκή εποχή: πρόσφα- τες ανακαλύψεις, νέες έρευνες, (Μουσείο Μπενάκη 4ο Παράρτημα), Αθήνα, Σπητέρης Τ. 1983: Η τέχνη στην Ελλάδα μετά το 1945, Αθήνα. 473-485. Σταμπολίδης Ν.Χρ. – Τσαγκάρη Δ. – Τασούλας Γ. (επιμ.) 2017: Χρήμα – Σύμβολα Τσιμέντα Ηρακλής Όλυμπος 1957: ΑΓΕΤ [πέντε σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι]. απτά στην αρχαία Ελλάδα, Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα. Τσούρτη Η. 1992: «Συμβολή στην κυκλοφορία των ευβοϊκών νομισμάτων. Η μαρ- Στεφανάκη Β.Ε. 2012: Νομίσματα-Νομισματική Αιγαίου, Κως Ι, Αθήνα. τυρία των ‘θησαυρών’», Αρχαιολογία 42, 55-59. Στεφανάκης Μ.Ι. 2017: «Από την Πελοπόννησο στην Κρήτη. Νομισματική κυκλο- Τσούρτη Η. 1999: «Η Εύβοια μέσα από τα νομίσματά της. Η μαρτυρία των ‘θη- φορία και εικονογραφικές επιρροές», στο Ε. Αποστόλου – Ch. Doyen (επιμ.), σαυρών’, στο Οβολός 3, 11-29. Το νόμισμα στην Πελοπόννησο, (Οβολός 10), Αθήνα, τ. Α΄, 217-234. Στεφανή Ε. – Τσαγκάρη Δ. 2014: «Ιμέρα», στο Δ. Τσαγκάρη (επιμ.) 2014, Αθήνα, 156-159. Φαράκλας Ν. 1996: «Θηβαικά», ΑΕ 135. Στόγιας Γ. 2004: «Σταθμητικοί κανόνες και νομισματική παραγωγή στην αρχαία Ακαρνανία και Αιτωλία», στο Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Ιστορικού και Αρχαι- Χατζηστεφάνου Α. 2011: «Ε», Ελευθεροτυπία 9/9/2011. ολογικού Συνεδρίου Αιτωλοκαρνανίας, τ. Α΄, Αγρίνιο, 199-215. Χατζόπουλος Μ. 1993: «Τα ιερά», στο R. Ginouvès – Μ.Β. Χατζόπουλος (επιμ.), Η Μακεδονία. Από τον Φίλιππο Β΄ έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, Αθήνα, 106-109. Τασούλας Γ. 1994: Μυθολογικές παραστάσεις στα κρητικά νομίσματα των κλασ- Χιδίρογλου Μ.Α. 2012: Η αρχαία Καρυστία: συμβολή στην αρχαιολογία και ιστο- σικών και ελληνιστικών χρόνων (Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Πανε- ρία της περιοχής από την γεωμετρική έως και την αυτοκρατορική εποχή, πιστήμιο Ρεθύμνου). ΕΚΠΑ, Αθήνα. Τελλόγλειο Ίδρυμα 2012: Έργα τέχνης από το Λούβρο στη Θεσσαλονίκη: Ευρώπη και Ελληνικοί Μύθοι: 16ος – 19ος αι. Κατάλογος Έκθεσης, Τελλόγλειο Ίδρυμα, Ψάλτη Α. – Τσαρούχα Α. 2017: «‘Πληρώνοντας τους θεούς’: Μία νέα ερμηνεία ενός Θεσσαλονίκη. παλαιού ευρήματος από την Άμφισσα (αποθέτης οδού Σαλώνων)», στο Ν.Χρ. Τζαμαλής Α.Π. 2000: «Μερικά από τα σημαντικά προσκτήματα της Συλλογής Alpha Σταμπολίδης – Δ. Τσαγκάρη – Γ. Τασούλας (επιμ.) 2017, Αθήνα, 283-291. Bank κατά το 2000», ΝομΧρον 19, 13-38. Τζουβάρα-Σούλη Χ. 1992: Αμβρακία, Άρτα. Τζουβάρα-Σούλη Χ. 2000: «Λατρεία του Ηρακλή στην Ήπειρο», στο Μύρτος. Με- λέτες στη μνήμη της Ιουλίας Βοκοτοπούλου, Θεσσαλονίκη, 109-138. Τιβέριος Μ. 1980: «Μία νέα παράσταση του άθλου του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα(?)», ΑΕ, 109-118. Τιβέριος Μ. 1986: «Ομφάλη ή Άρτεμη. Παρατηρήσεις στην εικονογραφία της εποχής των Πεισιστρατιδών», στο ΑΜΗΤΟΣ, Τιμητικός Τόμος για τον καθη- γητή Μ. Ανδρόνικο, Θεσσαλονίκη, 873-880. Τουράτσογλου Ι. 1982: «Η τέχνη κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους», στο Μ.Β. Σακελλαρίου (επιμ.) Μακεδονία. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτι- σμού, Αθήνα, 172-191. Τουράτσογλου Ι. 1993: Η νομισματική κυκλοφορία στην αρχαία Μακεδονία. Η μαρτυρία των «θησαυρών», (περ. 200 π.Χ. – 286 μ.Χ.), Βιβλιοθήκη της Ελλη- νικής Νομισματικής Εταιρείας 1, Αθήνα. Τουράτσογλου Ι. 2000: Ο Αλέξανδρος των νομισμάτων, (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τρα- πέζης Κύπρου), Λευκωσία. Τουράτσογλου Ι. 2010: Συμβολή στην οικονομική ιστορία του Βασιλείου της Αρ- χαίας Μακεδονίας (6ος – 3ος αι. π.Χ.), Κέρμα ΙΙ, Αθήνα. Τουράτσογλου Ι. 2016α: «Νομισματικοπείο Κυζίκου. Η παραγωγή σε ήλεκτρον. Εικονογραφική μελέτη», ΝομΧρον 34, 5-47. 416 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Agora X: M. Lang – M. Crosby, Weights, Measures and Tokens, The Athenian Bauchhenß-Thüriedl C. 1971: Der Mythos von Telephos in der antiken Bildkunst, Agora X, Princeton, New Jersey 1964. Würzburg. Agora XXVI: J. H. Kroll, The Greek coins, The Athenian Agora XXVI, Princeton, New BCD Akarnanien und Aetolien: Sammlung BCD, Akarnanien und Aetolien, Münzen & Jersey 1993. Medaillen Gmbh, Auktion 23, Oktober 18, 2007 (Κατάλογος Δημοπρασίας). Albersmeier S. (επιμ.) 2009: Heroes. Mortals and Myths in Ancient Greece, BCD Boiotia: The BCD Collection of the Coinage of Boiotia, Triton IX, Auction Exhibition Catalogue, The Walters Art Museum, Baltimore. January 10, 2006 (Κατάλογος Δημοπρασίας). Albright W.F. 1953: Archaeology and the Religion of Israel, Baltimore. BCD Peloponnesos: The BCD Collection. Coins of Peloponnesos, LHS Numismatic Amandry P. – Chamoux Fr. 1991: Guide de Delphes. Le Musée, EFA, Athens. AG, Auction 96, May 9, 2006 (Κατάλογος Δημοπρασίας). Andreae Β. (επιμ.) 1993: Bildkatalog der Skulpturen des Vatikanischen Museums BCD Thessaly: The BCD collection of the Coinage of Thessaly, Classical Numismatic Group, Triton XV, January 3, 2012 (Κατάλογος Δημοπρασίας). I.1. Museo Chiaramonti, Berlin – New York. Beck H. et al. (επιμ.) 1990: Polyklet. Der Bildhauer der griechischen Klassik, Ausstellung Angelicoussis Ε. 2017: Reconstructing the Lansdowne Collection of Classical im Liebieghaus, Museum alter Plastik, Frankfurt am Main, Mainz am Rhein. Marbles I-II, München. Beck H. – Funke P. (επιμ.) 2015: Federalism in Greek Antiquity, Cambridge. Anti C. 1920: “Monumenti Policletei”, MonAnt 26, 501-783. Beck H. – Ganter A. 2015: “Boiotia and the Boiotian Leagues”, στο Beck – Antonetti C. 1990: Les Étoliens: image et religion, Paris. Funke (επιμ.) 2015, 132-157. Antonetti A. 2007: “Epidamno, Apollonia e il santuario olimpico: convergenze e Bellinger A.R. 1964: “Philippi in Macedonia”, ANSMN 11, 29-52. discontinuità nella mitologia delle origini”, στο D. Berranger-Auserve (επιμ.), Épire, Illyrie, Macédoine…, Mélanges offerts au Professeur Pierre Cabanes, Benndorf O. 1875: “Beitrage zur Kenntnis des Attischen Theaters”, Zeitschrift (Collection ERGA, Recherches sur l’Antiquité 10), Clermont-Ferrand, 89-112. fiir die Österreichischen Gymnasien 26, 1-29, 83-92, 579-618. Antonetti C. 2012: “Aitolos and Aitolia: Ethnic Identity per imagines”, στο M. Berger E. (επιμ.) 1982α: Antike Kunstwerke aus der Sammlung Ludwig II: Offenmüller (επιμ.), Identitätsbildung und Identitätsstiftung in griechischen Terrakotten und Bronzen, Basel. Gesellschaften, Vorträge gehalten im Rahmen eines Symposiums von 28-29. Berger Ε. 1982β: “Der sogenannte Diskophoros, eine Theseusstatue des Jänner 2010, Graz, 183-200. Polyklet?”, NumAntCl 11, 59-105. Anohin V.A. 1980: The Coinage of Chersonesus, IV century BC – XII century AD, Berger Ε. 1987: “Zur Nachwirkung des Herakles Epitrapezios”, στο: J. Chamay, J.-L. (BAR International Series 69), Oxford. Maier (επιμ.), Lysippe et son influence: études de divers savants, Genève, 105-111 Apollodorus. The Library of Greek Mythology. Translated by James G. Frazer, Berger Ε. (επιμ.) 1990: Antike Kunstwerke aus der Sammlung Ludwig III: Skulpturen. Loeb Classical Library, Cambridge 2001. Peter Ludwig zum 65. Geburtstag am 9. Juli 1990, Mainz am Rhein. Aravantinos V.I. 2014: “The Inscriptions from the Sanctuary of Herakles at Bernard P. 1980: “Héraclès, les grottes de Karafto et le sanctuaire du mont Thebes: An Overview”,στο N. Papazarkadas (επιμ.), The Epigraphy and Sambulos en Iran” Studia Iranica 9, 301-324. History of Boiotia, New Finds, New Prospects. Leiden, 149-210. Bernard P. 1990: “Vicissitudes au gré de l’histoire d’une statue en bronze Arndt P. 1912: La Glyptothèque Ny Carlsberg: fondée par Carl Jacobsen. Les d’Héraclès entre Séleucie du Tigre et la Mésène” Journal des Savants, 3-68. monuments antiques, München. Betlyon J.W. 1980: The coinage and mints of Phoenicia, The pre-Alexandrine Arnold D. 1969: Die Polykletnachfolge. Untersuchungen zur Kunst von Argos und Period, (Harvard Semitic Monographs 26), California. Sikyon zwischen Polyklet und Lysipp (JdI Ergh. 25), Berlin. Bevan E. 1927: A History of Egypt under the Ptolemaic Dynasty, London. Ashton R.H.J. et al. 2002: “The Hecatomnus Hoard (CH 5.17, 8.96, 9.387)”, στο Bieber M. 1961: M. Bieber, The Sculpture of the Hellenistic Age, New York. A.R. Meadows – U. Wartenberg (επιμ.), Coin Hoards, τ. ΙΧ: Greek Hoards, Biesantz H. 1965: Die thessalischen Grabreliefs, Mainz. London 2002, 95-158. Bloesch H. 1987: Griechische Münzen in Winterthur, I, Winterthur. Aurenhammer M. 1990: Die Skulpturen von Ephesos: Bildwerke aus Stein 1. BMC The Tauric Chersonese, Sarmatia, Dacia, Moesia, Thrace: Head B. – Gardner Idealplastik, FiE X 1, Wien. P. 1877, A catalogue of Greek coins in the British Museum, The Tauric Avramidou A. 2010: “The Body of a Hero: Images of Herakles and their Political Chersonese, Sarmatia, Dacia, Moesia, Thrace, London. Uses in Antiquity”, στο D.H. Garrison (επιμ.), A Cultural History of the Human BMC Macedonia: Head B. 1879, A catalogue of Greek coins in the British Museum, Body. A History of the Human Body from Ancient Greece to the Dark Ages. Macedonia, London. Oxford, 217-237. BMC Thessaly to Aetolia: P. Gardner 1883, A Catalogue of Greek Coins in the British Museum. Thessaly to Aetolia, London. Balcer J.M. 1967: “Peparethos: The Early Coinage Reconsidered”, SNR 46, 25-33. BMC Central Greece: Head B. 1884, A catalogue of Greek coins in the British Bartman E. 1992: Ancient Sculptural Copies in Miniature, Leiden – New York – Köln. Museum, central Greece (Locris, Phocis, Boeotia and Euboea), London 1884. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 417 BMC Peloponnesus: P. Gardner, A Catalogue of Greek Coins in British Museum. Brett A.B. 1974: Catalogue of Greek Coins. Museum of Fine Arts, Boston, New York. Peloponnesus, London. Brize P. 1980: Die Geryoneis des Stesichoros und die frühe griechische Kunst, BMC Bithynia: W. Wroth 1889, A Catalogue of the Greek Coins in the British Würzburg. Museum. Pontus, Paphlagonia, Bithynia and the Kingdom of Bosporus, London. Brommer F. 1977: Der Parthenonfries. Katalog und Untersuchung, Mainz am Rhein. BMC Ionia: B.V. Head 1892, Catalogue of the Greek Coins in the British Museum, Brumble H.D. 2007: “Let Us Make Gods in Our Image: Greek Myth in Medieval Greek Coins of Ionia, London. and Renaissance Literature”, στο R.D. Woodard (επιμ.), The Cambridge BMC Caria: B.V. Head 1897, Catalogue of the Greek Coins in the British Museum, Companion to Greek Mythology, 407-424. Greek Coins of Caria, Cos, Rhodes, London. Bubelis W. 2013: “The Agorastikon of Hellenistic Athens: Not a market-tax”, BMC Cyprus: G.F. Hill 1904, Catalogue of the Greek Coins of Cyprus in the British ZPE 185, 122-126. Museum, London. Boardman J. 1972: “Herakles, Peisistratos and Sons”, RA, 57-72. Bulle H. 1925:“Die samische Gruppe des Myron”, στο: Festschrift für Paul Arndt Boardman J. 1980: Αθηναϊκά μελανόμορφα αγγεία, μτφ. Όλγα Χατζηαναστασίου, Αθήνα. zu einem sechzigsten Geburtstag dargebracht von seinen Münchner Freunden, München, 62-86. Boardman J. 1984: Escarabeos de piedra procedentes de Ibiza, Madrid. Buraselis K. – Zoumboulakis K. (επιμ.) 2003: The Idea of European Community in Boardman J. 1985: Greek Sculpture: the classical period: a handbook. London. History, τ. II, Aspects of connecting poleis and ethne in Ancient Greece, Athens. Boardman, J. 20004: The Greeks Overseas. Their early colonies and trade, London. Burkert W. 1979: Structure and History in Greek mythology and ritual, Berkeley. Bodenstedt F. 1981: Die Elektronmünzen von Phokaia und Mytilene, Tübingen. Burnett A.M. 1991: “La monetazione di Venosa e il suo rapporto con quella Bohringer F. 1979: “Cults of athletes in Classical Greece”, REA 81, 5-18. delle coeve colonie latine dell’area adriatica”, στο M. Salvatore (επιμ.), Il Boehringer C. 1972: Zur Chronologie mittelhellenistischer Miunzserien 220-160 Museo Archeologico Nazionale di Venosa, Matera, 30-35. v. Chr., Berlin. Burnett Α. – Amandry Μ. – Ripolles P.P. 1992, Roman Provincial Coinage, From Bol P.C. 1972: Die Skulpturen des Schiffsfundes von Antikythera, (AM Beih. 2), Berlin. the death of Caesar to the death of Vitellius (44 BC-AD 69). British Museum Bol P.C. 1988: “Die Marmorbüsten aus dem Heroon von Kalydon in Agrinion, / Bibliothèque Nationale de Paris. Archäologisches Museum Inv. Nr. 28-36”, AntPl 19, 35-47. Burnett A. 2012: “Early Roman Coinage and its Italian context”, στο W.E. Metcalf Bol P.C. (επιμ.) 1992: Forschungen zur Villa Albani. Katalog der antiken Bildwerke (επιμ.), The Oxford Handbook of Greek and Roman Coinage, Oxford, 297-314 III. Bildwerke della Galleria della Leda, im ehemaligen Tempel der ephesischen Buschor Ε. 1953: “Gruppe des Myron”, AM 68, 51-62, πίν. 5-10. Artemis und im Bigliardo III, Berlin. Bussagli M. 1999, Piero della Francesca, Florence. Bol P.C. (επιμ.) 1994: Forschungen zur Villa Albani. Katalog der antiken Bildwerke IV. Bildwerke im Kaffeehaus, Berlin. Cain H.-U. 2002: “Der Herakles Farnese – ein müder Heros?”, στο: A. Corbineau- Bol P.C. (επιμ.) 2004α: Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst II. Klassische Hoffmann – P. Nicklas (επιμ.), Körper – Sprache. Ausdrucksformen der Plastik, Mainz am Rhein. Leiblichkeit in Kunst und Wissenschaft, Hildesheim, 33-61. Bol P.C. 2004β: “Der Strenge Stil der frühen Klassik. Rundplastik”, στο Bol P.C. Calciati R. 1983: Corpus Nummorum Siculorum. La monetazione di bronzo, Vol. I, Milan. (επιμ.) 2004α, 1-32. Callipolitis-Feytmans D. 1975: Les plais attiques à figures noires, Paris. Bol P.C. 2004γ: “Die hohe Klassik. Die grossen Meister”, στο Bol P.C. (επιμ.) Cancik-Lindemaier H. 1971: “Ein Mahl vor Hercules. Ein Versuch zu Statius IV 6. 2004α, 123-143. Hercules Epitrapezios”, Der altsprachliche Unterricht 14, 43-65. Bonanno-Aravantinos Μ. 1991: “Osservazioni sul tipo dell’Eracle sdraiato”, στο S. Cantilena R. et al. 2004: “Pontrandolfo, L’imagine di Eracle in lotta contro il Stucchi – M. Bonanno-Aravantinos (επιμ.), Giornate di studio in onore di Achille leone nella documentazione de IV secolo a.C.”, στο M. Cacamo Caltabiano Adriani, Roma, 26-27 novembre 1984 (Studi Miscellanei 28), Roma, 155-179. – D. Castricio – M. Pugliesi (επιμ.), La tradizione iconica come fonte storica, Il Bonnet C. 1988: Melqart: cultes et mythes de l’Héraclès tyrien en Méditerranée, ruolo della numismatica negli studi di iconografia, Messina, 131-150. (Studia Phoenicia 8), Louvain Namur. Carlier P. 1984: La royauté en Grèce avant Alexandre, (Études et Τravaux VI), Bonnet C. 1992: “Héraclès en Orient: Interprétations et syncrétismes”, στο Strasbourg. C. Bonnet – C. Jourdain-Annequin (επιμ.) Héraclès. D’une rive à l’autre de la Carradice Ι. 1995: Greek Coins. Austin. Méditerranée. Bilan et perspectives, Bruxelles, 165-98. Carroccio B. 2004: Dal basileus Agatocle a Roma: la monetazione siciliane d’ età Bopearachchi O. 1991: Monnaies Gréco-Bactriennes et Indo-Grecques, Paris. ellenistica (cronologia – iconografia – metrologia), Messina. Borbein A.H. 1996: “Polykleitos”, στο O. Palagia – J.J. Pollitt (επιμ.) 1996, 66-90. Casabonne O. 2000: “Conquête perse et phénomène monétaire: L’exemple Boschung D. 2000: “Eine neue Replik des Typus Herakles Kopenhagen- cilicien”, στο O. Casabonne (επιμ.), Mécanismes et innovations monétaires Dresden”, HASB 17, 11-14. dans l’Anatolie Achéménide, Numismatique et Histoire, Paris, 21-91. Bothmer D. 1951: “Enkaustes Agalmaton”, The Metropolitan Museum of Art Bulletin 9. Casabonne O. 2004: La Cilicie à l’époque achéménide, Paris. Bouché-Leclercq A. 1903: Histoire des Lagides, Paris. Castro Hipólito M. 1996: Monedas Gregas Antigas. Ouro, Museu Calouste Bouchon R. – Helly B. 2015: “The Thessalian League”, στο Η. Beck – P. Funke Gulbenkian, Lisboa. (επιμ.) 2015, 231-249. Caubet A. 1986: “Les sanctuaires de Kition à l’époque de la dynastie phénicienne”, στο Bowron E.P. – Rishel J.J. 2000: Art in Rome in the Eighteenth Century, Philadelphia C. Bonnet et al. (επιμ.), Religio Phoenicia, (Studia Phoenicia IV), Namur, 153-168. Museum of Art, Museum of Fine Arts, Houston. Chaniotis Α. 2018: Age of Conquests. The Greek World from Alexander to Hadrian, Boyce A.A. 1950: “A New Heracles Type from the Mint of Perinthus”, ANSMN Cambridge – Massachusetts. 4, 73-77. Clark A.M. – Bowron E.P. 1985: Pompeo Batoni. A complete catalogue of his works Bräuer R. 1910: “Die Heraklestaten auf antiken Münzen”, ZfN, 35-110. with an introductory text, New York. 418 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Classical Mythology in European Art, National Gallery of Art, Washington 1996. de Visscher F. 1962: Héraklès Epitrapezios, Paris. Coarelli F. 19833: Roma, Roma – Bari. de Visscher F. et al. 1963: “Le sanctuaire d’Hercule et ses portiques a Alba Coldstream J.N. 1977: Geometric Greece, London. Fucens”, MonAnt 46, 336-396. Coldstream J.N. 1983: “Gift Exchange in the Eighth Century”, στο R. Hägg (επιμ.), Debord P. 1999: L’Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.): Pouvoirs et jeux The Greek Renaissance of the Eighth Century BC. Tradition and Innovation, politiques, Bordeaux. Stockholm, 201-207. Dell H.J. 1980: “Philippe et les peuples au Nord de Macédoine”, στο M.B. Collection Lischine 1902: Collection C. N. Lischine, Monnaies greques. Thrace, Macon. Hatzopoulos – L. Loukopoulou (επιμ.), Philippe de Macédoine, Αthènes, 90-99. Comstock M.B. – Vermeule C.V. 1976: Sculpture in Stone. The Greek, Roman and Delrieux F. 2000: “Les ententes monétaires au type et à la légende ΣΥΝ au début Etruscan Collections of the Museum of Fine Arts, Boston. du IVe siècle”, στο O. Casabonne (επιμ.), Mécanismes et innovations monétaires Crawford M.H. 1985: Coinage and money under the Roman Republic, Italy and the dans l’Anatolie Achéménide, Numismatique et Histoire, Paris, 185-211. Mediterranean Economy, London. Desanges J. 2007: “Aspects de l’hellénisme dans l’Afrique du Nord antique”, στο Crawford M. 2015: “The Coinage of the Mamertini”, στο R. Bland – D. Calomino La Méditerranée d’une rive à l’autre: culture classique et cultures périphériques, (επιμ.), Studies in Ancient Coinage in honour of Andrew Burnett, London, 41-49. Actes du 17eme colloque de la villa Kérylos a Beaulieu-sur-Mer les 20, 21 Octobre 2006, (Cahiers de la Villa Kérylos 18), Paris, 167-184. Crisà Α. 2010: “Archeologia e Numismatic a Cefalù negli studi antiquari tra cinquecento e seicento”, RIN 111, 493-496. Despinis G. 1995: “Studien zur hellenistischen Plastik 1. Zwei Künstlerfamilien aus Athen”, AM 110, 321-372. Crisà A. 2011: “Heroic Cults in Νorthern Sicily between numismatics and archeology”, στο Ν. Holmes (επιμ.), Proceedings of the XIV International Despinis G. 2004: “Zu Akrolithstatuen griechischer und römischer Zeit”, NAWG Numismatic Congress, Glasgow 31 August – 4 September 2009, Glasgow, 8, 245-301. 114-122, πίν. 1-2. A. Destrooper-Georgiades A. 1981: “Les monnaies chypriotes dans la collection Cultrera G. 1910: Una statua di Ercole. Contributo alla storia della scultura greca de Adonis Kyrou”, ΑΔ 36, 199-208. nel IV. sec. a. Cr., Memoria del dottore Giuseppe Cultrera, Roma. Dörig J. 1957:“Lysipps letztes Werk”, JdI 72, 19-43. L. Curtius 1934: “Heros Kyzikos”, RM 49, 305-316. Dörig J. 1977: Onatas of Aegina, Leiden. Dover K. 1993: Aristophanes, Frogs. Oxford. D’ Arms J.H. 1995: “Heavy Drinking and Drunkenness in the Roman World. Four Downey S.B. 1969: The Excavations at Dura-Europos. Final Report III.1.1: The Questions for Historians”, στο O. Murray – M. Tecuşan (επιμ.), In vino veritas, Heracles Sculpture, New Haven. International Conference on Wine and Society in the ancient World, held in Draganov D. 2015: The Coinage of the Scythian Kings in the West Pontic Area, Rome, 19-22 March 1991, London, 304-317. Sofia. Dahm M.K. 2007: “Not twins at all: The Agora oinochoe reinterpreted”, Hesperia Düll S. 1977: Die Götterkulte Nordmakedoniens in römischer Zeit. Eine kultische 76, 717-730. und typologische Untersuchung anhand epigraphischer, numismatischer und Damaskos D. 2002: “Ein kolossaler Herakleskpof aus Sparta”, AntP 28, 117-124. archäologischer Denkmäler, München. Dany O. 1999: Akarnanien im Hellenismus, Geschichte und Völkerrecht im Dumont A. 1870: De plumbeis apud Graecos tesseris, Paris. Nordwestgriechen-land, (Münchener Beitrage zur Papyrusforschung und antiken Rechtsgeschichte 89), München. Edson Ch.F. 1980: “Η Μακεδονία πριν από τον Φίλιππο”, στο Λ.Δ. Λουκοπούλου Dattari G. 1901: Monete Imperiali Greche, Numi Augg. Alexandrini, Vol. II, Cairo. – Μ.Β. Χατζόπουλος (επιμ.), Φίλιππος Βασιλεύς Μακεδόνων, Athens, 10-35. David J.-M. 1996: The Roman Conquest of Italy, Oxford. Edwards C.M.1996: “Lysippos”, στο O. Palagia – J.J. Pollitt 1996, 130-153. Davidson G.R. 1952: Corinth vol. 12, The Minor Object, Princeton, New Jersey. Elayi J. – Elayi A.G. 2009: The coinage of the Phoenician city of Tyre in the Persian Davidson et al. 19752: Hesperia Supplements vol. 7, Small Objects from the Pnyx period (5th – 4th cent. BCE), (Studia Phoenicia XX), Leuven-Paris. 1, Amsterdam. Engel A. 1884: “Tesseres grecques au plomb”, BCH 8, 1-21. de Callataÿ F. de 1997: L’histoire des guerres mithridatiques vue par les monnaies, Erdeljan J. – Vranesevic B. 2016: “Eikon and Magic. Solomon’s Knot on the Floor (Numismatica Lovaniensia 18), Louvain-la-Neuve. Mosaic in Herakleia Lynkestis”, IKON 9, 99-108 de Callataÿ F. 2010: “Les plombs à types monétaires en Grèce ancienne: Erickson K.G. 2009: The Early Seleucids, their Gods and their Coins (PhD, monnaies (officielles, votives ou contrefaites), jetons, sceaux, épreuves ou University of Exeter). fantaisies?”, Revue Numismatique, 219-255. Ettlinger L.D. 1972: “Hercules Florentinus Florence”, Mitteilungen des de Callataÿ F. 2015: “The Late Hellenistic Didrachms of Leukas: Another Case Kunsthistorischen Institutes in Florenz, 119-142. of Greek Coinage for the Roman Army”, στο P.G. van Alfen – G. Bransbourg – M. Amandry (επιμ.), Fides, Contributions to Numismatics in Honor of Richard B. Witschonke, New York, 239-267. Fantar M.H. 2007: “Carthage, métropole méditerranéenne”, στο É. Fontan – H. de Polignac F. 1996 : “Offrandes, mémoire et compétition ritualisée dans les le Meaux (επίμ.), La Méditerranée des Phéniciens de Tyr à Carthage [Κατάλο- sanctuaires grecs à l’époque géométrique”, στο P. Hellström – B. Alroth γος Έκθεσης, Paris, 230-239. (επιμ.), Religion and Power in the Ancient Greek World, Proceedings of the Figueira T. 1998: The Power of Money, Coinage and Politics in the Athenian Uppsala Symposium 1993, Uppsala, 59-66. Empire, Philadelphia. de Ruyt F. 1982: Alba Fucens 3: Sculptures d’Alba Fucens (pierre, marbre, bronze), Fink J. 1960: “Herakles Held und Heiland. Hermann Kleinknecht zum Gedächtnis”, Bruxelles – Rome 1982. AuA 9, 73-87. de Visscher F. 1960: “L’Ercole Epitrapezios di Alba Fucens”, RendLinc 8.15, 301-309. Fischer-Bossert W. 2000/2001: “Zwei sicilische Bleimünzen in Münster”, Boreas de Visscher F. 1961: “Héraklès Epitrapezios”, AntCl 30, 67-129. 23/24, 195-205. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 419 Fischer-Bossert W. 2002: “A Lead Test-Piece of a Syracusan Tetradrachm by Green P. 1993: Alexander to Actium. The Historical Evolution of the Hellenistic the Engravers Euth… and Eum…”, NC 162, 1-9. Age, London. Fischer-Hansen T. – Nielsen T.H. – Ampolo C. 2004: “Italia and Campania”, Greenwell W. 1887: “The Electrum Coinage of Cyzicus”, NC, 1-125. στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (επιμ.), An Inventory of Archaic and Classical Gregori M. – Λαμπράκη-Πλάκα Μ. 2003: Το φως του Απόλλωνα. Ιταλική Ανα- Poleis. Oxford, 259-261, 299-302. γέννηση και Ελλάδα. Κατάλογος έκθεσης. Εθνική Πινακοθήκη, Fondazione di Flensted-Jensen P. 2004: “Karia”, στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (επιμ.), Inventory Studi di Storia dell’ Arte Roberto Longhi. Αθήνα. of Archaic and Classical Poleis, Oxford, 1108-1137. Grimmal P. 1991: Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας, Θεσσαλονίκη. Floren J. 1981: “Zu Lysipps Statuen des sitzenden Herakles”, Boreas 4, 47-60. Gruen E.S. 1993: “Cultural Fictions and Cultural Identity”, Transactions of the Florenzano M.B.B. 1992: “The Coinage of Pyrrhus in Sicily: Evidence of a Political Americal Philological Association 123, 1-14. Project”, στο T. Hackens et al. (επιμ.), The Age of Pyrrhus. Proceedings of Grunauer von Hoerschelmann S. 1978: Die Münzprägung der Lakedaimonier, an International Conference held at Brown University, April 8th–10th, 1988, (AMuGS VII), Berlin. Providence Louvain-La-Neuve, 207-223. Floriani Squarciapino M. 1949-1950: “Un tipo statuario di Hercules Invictus”, Hafner G. 1952: “Zwei Meisterwerke der Vorklassik”, AA, 73-102. BCom, 205-214. Hafner G. 1994:“Zwei Heroen-Statuen des Polyklet”, ÖJh 63, 49-70. Foster H. – Krauss R. – Bois Y.-A. – Buchloh B. (πρόλ.- επιμ. Παπανικολάου Μ.) 2009/2007: Η τέχνη από το 1900. Μοντερνισμός Αντιμοντερνισμός Μετα- Hammond N.G.L. 1968: “Illyris, Rome and Macedon in 229-205 BC”, JRS 58, 1-21. μοντερνισμός, Αθήνα. Hammond N.G.L. – Griffith G.T. 1979: A History of Macedonia, vol. ΙI, Oxford. Franke P. 1961: Die antiken Münzen von Epirus, Wiesbaden. Hammond N.G.L. 1982: “Πολιτική ιστορία”, στο Μ.Β. Σακελλαρίου (επιμ.) Μακε- Franke P.R. 1973: “Το «Κοινόν των Θεσσαλών»”, ΝομΧρον 2, 5-13. δονία. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Athens, 64-80. Freitag Κ. 2015: “Akarnania and Akarnanian League”, στο H. Beck – P. Funke Hammond N.G.L. 1982a: “Κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί”, στο Μ.Β. Σακελλα- (επιμ.) 2015, 66-85. ρίου (εποπτ.) Μακεδονία. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Athens, 80-88. Fritze H.V. 1912: “Die Elektronprägung von Kyzikos”, Nomisma 7, 1-38. Hammond N.G.L. – Geoffrey N. 1986: A History of Greece to 322 BC. Oxford. Fuchs M. 1992: Glyptothek München. Katalog der Skulpturen 6. Römische Idealplastik, München. Hammond N.G.L. 2000: “Political Developments in Boeotia”, CQ 50, 80-93. Fuchs W. 19934: Die Skulptur der Griechen, München. Hampe R. 1936: Frühe griechische Sagenbilder in Böotien, Athens. Funke P. 2015: “Aitolia and the Aitolian League”, στο H. Beck – P. Funke (επιμ.) Hansen E.V. 19712: The Attalids of Pergamon, Ithaka – New York. 2015, 86-117. Hansen Μ.Η. – Nielsen T.H. (επιμ.) 2004: An Inventory of Archaic and Classical Furtwängler A. 1900: Beschreibung der Glyptothek König Ludwigs I. zu München, München. Poleis. Oxford. Hatzopoulos M.B. 1996: Macedonian Institutions under the Kings, Athens. Gabrielsen V. 2011: “The Chrysaoreis of Caria”, στο L. Karlsson – S. Carlsson Hatzopoulos M. 2015: “Federal Macedonia”, στο H. Beck – P. Funke (επιμ.) 2015, (επιμ.), Laubranda and Karia, Proceedings of the International Symposium 319-340. commemorating sixty years of Swedish Archaeological Work in Laubranda, Hazzard R.A. 2000: Imagination of a Monarchy: Studies in Ptolemaic Propaganda, (Boreas 32), Uppsala, 331-345 Toronto – Buffalo – London. Gaebler Η. 1906: Die antiken Münzen Nord-Griechenlands III, Erste Abteilung, Berlin. Hekster O. 2005: “Propagating Power: Hercules as an Example for Second- Gaebler Η. 1929: Zur Münzkunde Makedoniens, Berlin. Century Emperors”, στο L. Rawlings και H. Bowdenin (επιμ.) Herakles and Hercules. Exploring a Graeco-Roman divinity. Rome. Gaebler H. 1935: Die antiken Münzen Nord-Griechenlands. III. Makedonia und Paionia, Berlin. Helly B. 1995: L’État thessalien. Aleuas le roux les tétrades et les tagoi, Lyon. Gantz T. 1993: Early Greek Myth: A Guide to Literary and Artistic Sources. Baltimore. Hepworth R. 1998: “The 4th century BC Magistrate Coinage of the Boiotian Confederacy”, ΝομΧρον 17, 61-96. Gardner P. 1881: “Boat-races among the Greeks”, JHS 2, 90-97. Herda A. 2015: “Megara and Miletos: Colonising with Apollo. A Structural Gartland S.D. 2013: “The Electrum coinage of Thebes”, NC 173, 23-32. Comparison of Religious and Political Institution in Two Archaic Greek Polis Gauthier Ph. – Hatzopoulos Μ.Β. 1993: Le loi gymnasiarchique de Beroia (ΜΕ- States”, στο A. Robu – I. Bîrzescu (επιμ.) 2015, 15-123. ΛΕΤΗΜΑΤΑ), Athens. Hildegard U. 1971: “The Labors of Hercules and Other Works by Vincenzo de Gehrke H.-J. 2003: Ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, μτφ. Άγγελος Χανιώτης, Αθήνα. Rossi”, The Art Bulletin 53(3), 344-366. Geissen A. 1978: Katalog Alexandrinischer Kaisermünzen, Band 2: Hadrian- Hiller H.1975: Ionische Grabreliefs der ersten Hälfte des 5. Jahrhunderts v. Chr, Antoninus Pius. Köln. (IstMitt Beih. 12), Tübingen. Georgoudi S. 1998: “Héraclès dans les pratiques sacrificielles des cites”, στο C. Himmelmann N. 1996: “Herrscher und Athlet”, στο: N. Himmelmann (επιμ.), Bonnet – C. Jourdain-Annequin – V. Pirenne- Delforge (επιμ.), Le bestiaire d’ Minima Archaeologica. Utopie und Wirklichkeit der Antike, Mainz am Rhein, Héraclès. IIIe rencontre héracléenne. Actes du Colloque organisé à l’ Université 135-151. de Liège et aux Facultés Universitaires Notre-Dame de la Paix de Namur, du Himmelmann Ν. 2009: Der ausruhende Herakles, Padeborn – München – Wien – Zürich. 14 au 16 novembre 1996, Liège, 301-317. HN Italy: N.K. Rutter 2001, Historia Numorum. Italy. The British Museum, London. Giustozzi N. 2001: “Gli dèi a «pezzi»: l’Hercules Πολυκλέους e la tecnica acrolitica Hoben W. 1969: Untersuchungen zur Stellung kleinasiatischer Dynasten in den nel II secolo a.C.”, BCom 102, 7-82. Machtkämpfen der ausgehenden Römischen Republik, Mainz. Graef B. 1889:“Herakles des Scopas und Verwandtes”, RM 4, 189-216. Hoover O.D. 2010: O. D. Hoover, Handbook of Coins of the Southern Levant, (The Gras et al. 1989: L’Univers Phénicien, Paris. Handbook of Greek Coinage Series 10), Lancaster/London. 420 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Hoover O. 2011: Handbook of Coins of the Peloponnesos. Lancaster/London. Kleiner F.S. – Noe S.P. 1977: The Early Cistophoric Coinage, (ANS Numismatic Hoover O. 2012: Handbook of Coins of Northern and Central Anatolia, (The Studies 14), New York. Handbook of Greek Coinage Series 7), Lancaster/London. Knapp R.C. – MacIsaak J.D. 2005: Excavations at Nemea III. The coins, Berkley. Hoover O. 2014: Handbook of Coins of Northern and Central Greece. Lancaster – London. Koenen L. 1993: “The Ptolemaic King as a Religious Figure”, στο A. Bulloch Hornblower S. 1992: “The Religious Dimension to the Peloponnesian War, or, – E.S. Gruen – A.A. Long – A. Stewart (επιμ.), Images and Ideologies: Self- What Thucydides Does Not Tells Us”, Harvard Studies in Classical Philology Definition in the Hellenistic World, Berkeley – Los Angeles, 25-115. 94, 169-197. Konecny A.L. – Ruggendorfer P. 2014: “Alinda in Karia: The Fortifications”, Houghton A. – Lorber C. 2002: Seleucid Coins. A Comprehensive Catalogue, Part Hesperia 83(4), 709-746. I Seleucus I through Antiochus III, New York. Kosmetatou E. 1998: “Cistophori and Cista Mystica, A new interpretation of the Houghton A. – Lorber C. – Hoover O. 2008: Seleucid Coins. A Comprehensive Catalogue, early cistophoric types”, RBN 144, 11-19. Part 2 Seleucus IV through Antiochus XIII, New York – Lancaster – London. Kottaridi A. 2011: “The Legend of Macedon: a Hellenic Kingdom in the Age of Howard S. 1978: The Lansdowne Herakles, Malibu. Democracy”, στο Heracles to Alexander the Great. Treasures from the Royal Huttner U. 1997: Die politische Rolle der Heraklesgestalt im griechischen Capital of Macedon, a Hellenic Kingdom in the Age of Democracy, Catalogue Herrschertum, Stuttgart. of the exhibition, Oxford, 1-24. Kourempanas, Th. 2011: “Les monnayages de bronze en Macédoine après la fin de la Monarchie”, στο Nomisma. Actes du colloque international dans IGCH: M. Thompson – O. Morkholm – C.M.Kraay 1973, An Inventory of Greek le monde grec antique, Actes du colloque international Athènes 14-17 avril Coin Hoards, New York. 2010, (BCH Supplément 53), Athens 199-211. Iliadou P. 1995: Herakles in Makedonien, Tübingen. Kovalenco S.A. 2018: Monetary portraiture in the Northern Black Sea Littoral, Imhoof-Blumer F.W. – Gardner P 1885, 1886, 1887. “A Numismatic Commentary (Memoranda Numismatica Atheniensia 2), Benaki Museum, KIKPE, Athens. on Pausanias”, JHS. Kraay C. – Hirmer M. 1966: Greek Coins, New York. Ingvaldsen H. 2011: “The island of Hippokrates, silver coins and a portrait myth”, Kraay C.M. 1976: Archaic and Classical Greek Coins, London. στο N.L. Wright (επιμ.), Coins from Asia Minor and the East, Selections from Colin E. Pitchfork Collection, (Ancient Coins in Australian Collections II), 17-40. Kraay C.M. 1984: “Greek coinage and war”, στο W. Heckel – R. Sullivan (επιμ.), The Ancient Coins of the Graeco-Roman World, The Nicle Numismatic Papers, Invernizzi A. 1989: “L’Héraclès Epitrapezios de Ninive”, στο: L. De Meyer – E. Ontario, 3-18. Haerinck (επιμ.), Archaeologia iranica et orientalis. Miscellanea in honorem Louis Vanden Berghe, Gent, 623-633. Krahmer G. 1925:“Eine Ehrung für Mithradates VI. Eupator in Pergamon”, JdI 40, 183-205. Ioakimidou C. 1997: Die Statuenreihen griechischer Poleis und Bünde aus spätarchaischer und klassischer Zeit, München. Kranz P. 1989: “Der sogenannte Herakles Hope. Frühwerk des Skopas oder neuerlicher Fall kaiserzeitlicher Privatdeifikation?”, RM 96, 393-405. Jacquemin, A. 1984: “Céramique des époques Archaïque, Classique et Kreikenbom D. 1990: Bildwerke nach Polyklet. Kopienkritische Untersuchungen Hellénistique”, BCH Suppl. ΙΧ, 27-155. zu den männlichen statuarischen Typen nach polykletischen Vorbildern “Diskophoros”, Hermes, Doryphoros, Herakles, Diadoumenos, Berlin. Jacquemin A. – Mulliez D. – Rpugemon G. 2012: “Choix d’inscriptions de Delphes, traduites et commentées”, Études épigraphiques 5. Kreikenbom D. 1993:“Beobachtungen an Kopien männlicher Statuen Polyklets. Eine Nachlese zur Frankfurter Ausstellung”, στο: H. Beck – P.C. Bol (επιμ.), Jenkins G.K. 1978: “Coins of the Punic Sicily, Part 4”, RSN 57, 5-68. Polykletforschungen, Berlin, 329-359. Jenkins G.K. – Hipolito C. 1989: A Catalogue of the Calouste Gubenkian Collection Kremydi-Sicilianou S. 2007: “ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΙΔΟΣ: Evidence for a of Greek Coins, Part II, Greece to East, Lisboa. coinage under the Antigonids”, RN 163, 91-100. Jesi F. – Egli B. 1964: “The Thracian Herakles”. History of Religions 3(2), 261-277. Kremydi-Sicilianou S. 2009: “The Tauropolos Tetradrachms of the First Juri E. 1988: “Neue Kopfreplik des Herakles Lansdowne in Thessaloniki, Macedonian Meris: Provenance, Iconography and Dating”, στο ΚΕΡΜΑΤΙΑ Museum 11516”, AntPl 19, 31-33. ΦΙΛΙΑΣ, Τιμητικός Τόμος για τον Ιωάννη Τουράτσογλου, Αθήνα, τ. Α, 191-201. Kremydi S. 2011: “Macedonian Coinage before Alexander”, στο Heracles to Kahil L. 1993: “Η εικονογραφία των θεών και των μύθων”, στο R. Ginouvès – Alexander the Great. Treasures from the Royal Capital of Macedon, a Hellenic Μ.Β. Χατζόπουλος (επιμ.), Η Μακεδονία. Από τον Φίλιππο Β΄ έως τη ρωμαϊκή Kingdom in the Age of Democracy, Oxford, 205-208. κατάκτηση, Athens, 109-117. Kremydi S. 2018: ‘Autonomous’ coinages under the Late Antigonids, (Μελετήματα Kaizer Τ. 2000: “The ‘Heracles Figure’ at Hatra and Palmyra: Problems of 79), Αθήνα. Interpretation,” Iraq 62, 219-32. Krull D. 1985: Der Herakles vom Typ Farnese. Kopienkritische Untersuchung einer Kansteiner S. 2000: Herakles. Die Darstellungen in der Großplastik der Antike, Schöpfung des Lysipp, Frankfurt am Main – Bern – New York. Köln – Weimar – Wien. Kühr A. 2006: “Invading Boeotia: polis and ethnos in the mirror of Theban Karageorghis V. 1976: Kition: Mycenaean and Phoenician discoveries in Cyprus, London. foundation myths”, Hermes 134, 367-372. Karwiese S. 1980: “Lysander as Herakliskos Drakonopnigon”, NC 140, 1-27. Kaye N. 2013: “The Silver Tetradrachms of Prousias II of Bithynia”, AJN 25, 21-48. Lacroix L. 1949: Les reproductions des statues sur les monnaies grecques, La Killen S. 2017: “Hellenistische Marktgewichte aus Herakleia Pontike”, JNG 67, 31-56. statuaire archaïque et classique, Liège. Kinns P. 1980: Studies in the Coinage of Ionia: Erythrae, Teos, Lebedus, Colophon, Lacroix L. 1965: Monnaies et colonisation dans l’Occident Grec. Bruxelles. c.400-30 BC, PhD Thesis at the University of Cambridge. Landwehr C. 2000: Die römischen Skulpturen von Caesarea Mauretaniae II: Klaffenbach G. 1926: “Zwei neue Horossteine aus Attika”, AM 51, 21-24. Idealplastik. Männliche Figuren, Mainz am Rhein. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 421 Langdon S. 1993: From Pasture to Polis. Art in the Age of Homer, Columbia. Mackil E. – van Alfen P.G. 2006: “Cooperative Coinage”, στο P.G. van Alfen (επιμ.), Laroche E. 1973: “Un syncrétisme gréco-anatolien: Sandas=Héraclès”, στο Agoranomia. Studies in Money and Exchange, Presented to John H. Kroll, New Les syncrétismes dans les religions grecque et romaine, Actes du Colloque de York, 201-246. Strasbourg (juin 1971), Paris, 103-114. Mackil Ε. 2015: “The economics of federation in the ancient Greek world”, στο Larson J. 2009: “The Singularity of Herakles”, στο S. Albersmeier (επιμ.), Heroes, Beck H. – Funke P. (επιμ.) 2015, 487-502. Mortals and Myth in Ancient Greece, Κατάλογος Έκθεσης Baltimore, 31-38. Maderna C. 2004: “Die letzten Jahrzehnte der spätklassischen Plastik”, στο Bol Latini Α. 1995: “Il colosso di Alba Fucens e l’Eracle Epitrapezio di Lisippo”, RdA (επιμ.) 2004α, 303-382. 19, 62-74. Mairs R. 2016: “Bactrian or Graeco-Bactrian Kingdom”, στο J.M. MacKenzie Lattimore S. 1975: “Two Statues of Herakles”, GettyMusJ 2, 17-26. (επιμ.), The Encyclopedia of Empire. Lawton C.L. 1995: Attic Document Reliefs: Art and Politics in Ancient Athens, Malkin I. 1994: Myth and territory in the Spartan Mediterranean, Cambridge. Oxford – New York. Mamroth Α. 1930: “Die Silbermünze des Königs Philippos V von Macedonien”, Launey M. 1944: Le Sanctuaire et le culte d’Héraklès à Thasos. Paris. ZfN 40, 277-303. Le Rider G. 1966: Monnaies crétoises du vème au ier siècle av. J.-C., Paris. Manderscheid H. 1981: Die Skulpturenausstattung der kaiserzeitlichen Thermenanlagen, Berlin. Le Rider G. 1968: “Les monnaies Thasiennes”, στο Guide de Thasos, Paris 1968, 185-191, πίν. I-V. Marcadé J. 1957: “Sculptures argiennes”, BCH 81, 405-474. Le Rider G. 1977: Le monnayage d’argent et d’or de Philippe II frappée en Marcadé J. 1963: “Héraclès Epitrapézios à Albe et à Délos”, REA 65, 351-358. Macédoine de 359 à 294, Paris. Marcellesi M.-C. 2012: Pergame de la fin du Ve au début du Ier s. av. J.-C., Pratiques Leak W.M. 1840: Die Demen von Attica, Braunschweig. monétaires et histoire, (Studi Ellenistici XXVI), Pisa – Roma. Lehmann P. 1943: A Numismatic Approach to the Sculpture of Southern Italy and Marchetti P. 1978: Histoire économique et monétaire de la deuxième guerre Sicily in the Classical Period. PhD. Thesis, New York University. punique, Bruxelles. Lehmann P.W. 1946: Statues on Coins of Southern Italy and Sicily in the Classical Marconi C. 2011: “The birth of an image. The painting of a statue of Herakles and Period, New York. theories of representation in ancient Greek culture”. RES 59/60, 146-167. Lesky Α. 19722: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας (μτφ. Α.Γ. Τσοπανά- Markou E. 2011: L’or des rois de Chypre. Numismatique et histoire à l’époque κης), Athens. classique, (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 64), Athens. Liampi K. 1986: “Zur Chronologie der sogenannten ‘anonymen’ makedonischen Markou E. 2015: Coinage and History. The case of Cyprus during the Archaic and Münzen des späten 4. Jhs v. Chr.”, JNG, 41-65. Classical periods / Νομισματική και Ιστορία. Η περίπτωση της Κύπρου κατά τους Αρχαϊκούς και Κλασικούς Χρόνους, Lectures on the History of Numismatics / Liampi 1996α: “Ein neuer Münzfund aus Thyrrheion”, στο P. Berktold – J. Schmid Διαλέξεις για την Ιστορία της Νομισματοκοπίας 6, Λευκωσία. – C. Wacker (επιμ.), Akarnanien. Eine Landschaft im Antiken Griechenland, Würzbburg, 173-182. Martin H.-G. 1987: Römische Tempelkultbilder. Eine archäologische Untersuchung zur späten Republik, Roma. Liampi 1996β: “Das Corpus der Obolen und Hemiobolen des thessalischen Marvin M. 1983: “Freestanding Sculptures from the Baths of Caracalla”, AJA Bundes und die politische Geschichte Thessaliens im 2. Viertel des 5. 87, 347-384. Jahrhunderts v. Chr.”, στο W. Leschhorn – A.V.B. Miron – A. Miron (επιμ.), Hellas und der griechischen Osten. Studien zur Geschichte und Numismatik May J.M.F. 1965: “The coinage of Dikaia-by-Abdera. c. 540/35 – 476/5 B.C.”, der griechischen Welt. Festschrift für Peter Robert Franke zum 70. Geburtstag, NC, 1-25, πίν. Ι-ΙΙ. Saarbrücken, 99-126, πίν. 4-6. McClean Collection: Grose S.W. 1923-1929: Catalogue of the McClean collection Liampi K. 1998: Der makedonische Schild, Bonn. of Greek coins. Fitzwilliam Museum, Cambridge. Liampi Κ. 2003: “Die Münzprägung des Makedonishen Koinon in der McCrindle J.W. 1877: Ancient India as described by Megasthenes and Arrian. Kaiserzeit”, στο C. Alfaro – C. Marcos – P. Otero (επιμ.), Proceedings of the Calcutta – Bombay, Digital edition: https://archive.org/stream/AncientInd XIII International Numismatic Congress, Madrid, 891-904. iaAsDescribedByMegasthenesAndArrian. Lichtenberger A. – Nieswandt H.-H. – Salzmann D. 2015: “Die hellenistische McKinney C. – Warnement J. 1996: The inquiring eye: classical mythology in Residenzstadt Lysimacheia: Feldforschungen in der Zentralsiedlung und European art: teaching packet, National Gallery of Art. der Chora”, στο A. Matthaei – M. Zimmermann (επιμ.), Urbane Strukturen McNelis Ch. 2008: “Ut sculptura poesis: Statius, Martial, and the Hercules und bürgerliche Identität im Hellenismus, Heidelberg, 163-192. Epitrapezios of Novius Vindex”, AJPh 129, 255-276. Linfert A. 1966: Von Polyklet zu Lysipp, (Diss. Freiburg 1965), Gießen. Μeadows A. 2011: “The Chian Revolution: Changing patterns of hoarding in 4th Linfert A. 1990: “Die Schule des Polyklet”, στο Beck et al. 1990, 240-297. c. BC. Western Asia Minor”, στο T. Faucher – M.-C. Marcellesi – O. Picard (επιμ.), Nomisma, La circulation monétaire dans le monde grec antique, (BCH Lippold G. 1923: Kopien und Umbildungen griechischer Statuen, München. Suppl., 53), 273-295. Lippold G. 1950: Die Griechische Plastik (HdArch 3,1), München. Meadows Α. 2013: “The closed currency system of the Attalid Kingdom”, στο P. Lippold G. 1956: Die Skulpturen des Vaticanischen Museums III,2, Berlin. Thonemann (επιμ.), Attalid Asia Minor, Money International Relations and the Lorenz S. 2003: “Verehrt als Heros und Gott – Statuetten und Statuen als State, Oxford, 149-205. Zeugnisse”, στο Wünsche 2003, 312-327. Melville Jones J.R. 1980: “The Date of the Gold Drachma of Carystus”, NC 140, 28-32. Lorenz T. 1972: Polyklet, Wiesbaden. Merker I.L. 1965: “The Ancient Kingdom of Paionia”, Balkan Studies 6, 35-54. Lukanc I. 1996: Les Imitations des monnaies d‘Alexandre le Grand et de Thasos, Wetteren. Meta A. 2015: Le monnayage en argent de Dyrrachion, 375-60/55 av. J.-C., Lund H.S. 1992: Lysimachus. A Study in Early Hellenistic Kingship, London – New York. (Recherches Archeologiques Franco-Albanaises 1), Athens. Maaß M. 1993: Das antike Delphi. Orakel, Schätze und Monumente, Darmstadt. Meyer M. 1988: “Erfindung und Wirkung. Zum Asklepios Giustini”, AM 103, 119-159. 422 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Meyer M. 1989: Die griechischen Urkundenreliefs, (AM Beih. 13), Berlin. Oikonomides F.W. 1964: F.W. Imhoof-Blumer – P. Gardner, A Numismatic Meyer M. 1994: “Zwei Asklepiostypen des 4. Jahrhunderts v. Chr.: Asklepios Commentary on Pausanias, London 1887. Επανέκδοση με τον τίτλο Giustini und Asklepios Athen-Macerata”, AntPl 23, 7-55. Ancient Coins Illustrating Lost Masterpieces of Greek Art (with introduction, commentary and notes by A.N. Oikonomides), Chicago 1964. Milchhöfer A. 1892: Untersuchungen über die Demenordnung des Kleisthenes, Berlin, 24-25. Olalla P. – Priego A. 2001: Mythological Atlas of Greece, Athens. Mildenberg L. – S. Hurter (επιμ.) 1985: The Arthur S. Dewing collection of Greek Ouvry J. 1989: “Une réplique de l’Héraclès Epitrapezios retrouvée”, AntK 32, coins, New York. 152-154. Mildenberg L. 1993-94: “The Cyzicenes: A Reappraisal”, AJN 5-6, 1-12. Overbeck J. 1868: Die antiken Schriftquellen zur Geschichte der bildenden Künste bei den Griechen, Leipzig. Miles R. “Hannibal and Propaganda”, στο D. Hoyos (επιμ.), A Companion to the Punic Wars, Chichester, 260-279. Miller S.G. 1982: “Kleonai, the Nemean Games, and the Lamian War”, Hesperia Pagkalos M.E. 2015: “The Coinage of King Areus I Revisited: Uses of the Past Supplements 20, 100-108. in Spartan Coins”, Graeco-Latina Brunensia 20, 145-159. Milne J.G. 1943: “Pictorial Coin-Types at the Roman Mint of Alexandria”, The Palagia O. 1984: “The Hope Heracles Reconsidered”, OJA 3, 107-126. Journal of Egyptian Archaeology 29, 63-66. Palagia O. 1990: “Two Statues of Hercules in the Forum Boarium in Rome”, Mitchiner M. 1975: Indo-Greek and lndo-Scythian Coinage I, The early Indo-Greeks OJA 9, 51-70. and their Antecedants. London. Palagia O. – Pollitt J.J. (επιμ.) 1996: Personal Styles in Greek Sculpture, Cambridge. Mommsen H. 1971: Der gelagerte Herakles. Berlin. Palagia Ο. 2006: “Art and Royalty in Sparta of the 3rd Century B.C.”, Hesperia Moreno P. 1978: “An Alexandrine Bronze Statuette and Lysippos’ Herakles in 75(2), 205-217. Tarentum”, MeddelGlypt 35, 82-96. Palagia O. 2012: “The Impact of Alexander the Great in the Art of Central Asia”, Moreno P. 1982: “Il Farnese ritrovato ed altri tipi di Eracle in riposo”, MEFRA στο R. Stoneman et al. (επιμ.), The Alexander Romance in Persia and the East, 94, 379-526. 369-382, Groningen. Moreno P. 1987: Vita e arte di Lisippo, Milano. Palagia Ο. 2016: “Visualizing the gods in Macedonia from Philip II to Perseus”, Moreno P. 1994: Scultura ellenistica I-II, Roma. Pharos 22(1), 73-98. Moreno P. (επιμ.) 1995: Lisippo. L’arte e la fortuna, Roma, Palazzo dei Esposizioni, Palma B. – de Lachenal L. (επιμ.) 1983: Museo Nazionale Romano I,5. Le sculture. Milano. I marmi Ludovisi nel Museo Nazionale Romano, Roma. Mørkholm O. 1991: Early Hellenistic Coinage. From the Alexander to the peace of Panagopoulou K. 2017: “Hellenistic Macedonia Revisited: Some Evidence in Apamea (336-188 B.C.), Cambridge. Redating the ‘Later Macedonian’ Posthumous Alexanders”, στο Proceedings of the XV. International Numismatic Congress, Taormina, 511-515. Morris I. 1997: “The art of citizenship”, στο S. Langdon (επιμ.), New Light on a Dark Age, Columbia – London, 9-43. Panofsky E. – Saxl F. 1933: “Classical Mythology in Mediaeval Art”, Metropolitan Museum Studies 4(2). Moustaka A. 1983: Kulte und Mythen auf thessalischen Münzen. Würzburg. Papageorgiadou-Banis Ch. 1993: “Koinon of the Keians? The numismatic Murray A.S. 1882: “Hercules Epitrapezios”, JHS 3, 240-243. evidence”, RBN 139, 9-16. Müth S. 2007: Eigene Wege. Topographie und Stadtplan von Messene in Papalexandrou N. 2005: The Visual Poetics of Power: Youths and Tripods in Early spätklassisch-hellenistischer Zeit, Rahden – Westfalen. Greece, Lanham. Papalexandrou N. 2008: “Boiotian tripods. The tenacity of a panhellenic symbol Nagy G. 2013: The Ancient Greek Hero in 24 Hours, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https:// in a regional context”, Hesperia 77, 251-282. courses.edx.org/courses/HarvardX/CB22.1x/2013_SOND/htmlbook/0/. Pape M. 1975: Griechische Kunstwerke aus Kriegsbeute und ihre öffentliche Naster P. 1959: La collection de Hirsch, Catalogue des monnaies grecques, Bruxelles. Aufstellung in Rom, Diss. Hamburg. Newby Z. 2005: Greek athletics in the Roman World: Victory and Virtue, Oxford – Parker R. 1996/2005: Athenian Religion: A history, New York 1996, μτφ. Γ. Τρια- New York. νταφυλλίδη, Αθήνα 2005. Newell E.T. 1938: The Coinage of the Eastern Seleucid Mints from Seleucus I to Antiochus III, New York. Paul S. 2013: Cultes et sanctuaires de l’île de Cos, (Kernos Suppl. 28), Liège. Newell E.T. 1941: The Coinage of the Western Seleucid Mints from Seleucus I to Pavlovska Ε. 2008: The Coins of Paeonia from the Numismatic Collection of Antiochus III, New York. NBRM, Skopje. Newell E.T. – Noe S.P. 1950: The Alexander Coinage of Sicyon, New York. Pavlovska Ε. 2012: “A Coin Hoard of the Paeonian King Lycceius”, στο E. Paunov Nicolet-Pierre H. 1996: “Or perse en Grèce: deux trésors de dariques conserves a – S. Filipova (επιμ.), ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΘΑΣΙΩΝ, Studia in honorem Iliae Athènes”, στο Χαρακτήρ. Αφιέρωμα στη Μαντώ Οικονομίδου, Αθήνα, 200-208. Prokopov sexagenario ab amicis et discipulis dedicate, Veliko Turnovo, 107-120. Nisgorski A. 2005: “The magic knot of Herakles, the propaganda of Alexander Pemberton E.G. 1981: “Dedications by Alkibiades and Thrasyboulos”, BSA 76, the Great and Tomb II at Vergina”, στο H. Bowden – L. Rawlings (επιμ.), 309-321. Herakles and Hercules: Exploring a Graeco-Roman Divinity, Swansea, 97-128. Peter U. 1997: Die Münzen der thrakischen Dynasten (5.-3. Jahrhundert v.Chr.). Nodelman S.A. 1960: “A Preliminary History of Characene”, Berytus 13, 83-121. Hintergründe ihrer Prägung (Griechisches Münzwerk), Berlin. Noe S.P. 1962: “The Corinth Hoard of 1938”, ANSMN 10, 9-41, pl. II-XII. Picard C. 1911: “L’Héraclès Epitrapezios de Lysippe”, RA, 257-270. Oenbrink W. 1997: Das Bild im Bilde. Zur Darstellung von Götterstatuen und Picard C. 1923: “Un rituel archaïque du culte de l’Héraklès thasien trouvé à Kultbildern auf griechischen Vasen, Frankfurt am Main. Thasos”, BCH 47, 258-74. Ohly D. 1976: Die Aegineten I. Die Ostgiebelgruppe, München. Picard C. 1961: “Du nouveau sur l’Héraclès Épitrapezios”, RA, 65-69. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 423 Picard C. 1962: “Un dossier archéologique pour l’étude de l’Héraclès Épitrapezios Rolle R. 1989: The World of the Scythians, Berkeley – Los Angeles. de Lysippe”, RA, 245-248. Rostovtzeff M. 1903: Tesserarum Urbis Romae et Suburbii Plumbearum Sylloge, Picard O. 2000: “Les monnaies”, στο Y. Grandjean – F. Salviat et al. (επιμ.), Guide St. Petersburg. de Thasos, EFA, Paris. Rostovtzeff M. 1905: “Römische Bleitesserae”, Klio Beiheft 111, 1-131. Pollitt J.J. 1986: Art in the Hellenistic Age. Cambridge. Rousselle A. (επιμ.) 1995: Frontières terrestres, Frontières cèlestes dans l’antiquite, Paris. Pollitt J.J. 2006: Η τέχνη στην ελληνιστική εποχή (μτφ. Α. Γκαζή), Athens. Rousset D. 2015: “Microfederalism in Central Greece: the Dorians and Oitaians”, Poole R.S. 1874: “The Use of Coins of Kamarina in Illustration of the Fourth στο H. Beck – P. Funke (επιμ.) 2015, 222-230. and Fifth Olympian Odes of Pindar”, Transactions of the Royal Society of Ruebel J.S. 1991: “Politics and Folktale in the Classical World”, Asian Folklore Literature, 427-449. Studies 50, 5-33. Posner D. 1971: Annibale Carracci, τ. 2, London. Ruiz Gómez L. 2005: “Trabajos de Hércules”, στο El Palacio del Rey Planeta. Price M.J. 1991: The Coinage in the Name of Alexander the Great and Philip Felipe IV y el Buen Retiro, (Κατάλογος Έκθεσης,) Paintings for the Planet King: Arrhidaeus. A British Museum Catalogue, Vol. 1, Zurich – London. Philip IV and the Buen Retiro Palace Madrid, Museo Nacional del Prado, 6 Prokopov I.S. 2011: “The imitations of Late Thasian Tetradrachms: Chronology, July–27 November 2005, Museo Nacional del Prado, Madrid, 67-75. classification and dating”, στο N. Holmes (επιμ.), Proceedings of the XIVth Rutter N.K. 1979: Campanian Coinages, 475-380 BC, Edinburg. International Numismatic Congress, Glasgow, 31 August – 4 September 2009, Rutter N.K. 1997: Greek Coinages of Southern Italy and Sicily, London. London, 337-349. Prokopov I.S. 2012: The silver coinage of the Macedonian Regions 2nd-1st Century Sanders N.K. 1960: The Epic Gilgamesh, Middlesex. BC., (Collection Moneta 131), Wetteren. Särström M. 1940: A Study in the Coinage of the Mamertines, Lund. Psoma S. – Tsangari D. 2003: “Monnaie commune et États fédéraux. La Sawaya Z. 2011: “Tyr à l’époque hellénistique de la conquête macédonienne circulation des monnayages frappés par les États fédéraux du monde à l’autonomie (332-126/5 av. J.-C.)”, στο L’Histoire de Tyr au témoignage de grec”, στο Buraselis – Zoumboulakis (επιμ.) The Idea of European Community l’archéologie, BAAL Hors Série VIII, 269-284. in History, Athens, τ. II, 111-141. Schachter A. 1986: Cults of Boiotia: Herakles to Poseidon, vol. 2. London. Psoma S. 2007: “Le monnayage fédéral acarnanien de l’époque classique”, Klio 89, 7-23. Schachter Α. 2004: “Cults and sanctuaries of Historical Thebes”, στο Β. Αρα- βαντινός – Ε. Κουντούρη (επιμ.), 100 Χρόνια Αρχαιολογικού Έργου στη Θήβα, Αθήνα, 325-335. Raeder J. 1983: Die statuarische Ausstattung der Villa Hadriana bei Tivoli, Diss. Scharmer H. 1971: Der gelagerte Herakles (BWPr 124), Berlin. Berlin 1980, Frankfurt am Main. Schefold K. 1964: Myth and Legend in Early Greek Art, London. Ravaisson F. 1885: “L’Hercule Epitrapézios de Lysippe”, GazArch 10, 29-50, 65-76. Schefold K. 1993: Götter-und Heldensagen der Griechen in der frühe und Raymond D. 1953: Macedonian Regal Coinage to 413 B.C., New York. Hocharchaischen Kunst, München Reger C. 2004: “The Aegean”, στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (επιμ.), An Scheu Fr. 1955, “The Earliest Coins of the Bruttians”, NC, 101-112. Inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford, 778-782. Scheu Fr. 1961: “Bronze coins of the Bruttians”, NC, 51-66, pl. V. Ridgway B.S. 1978: Βιβλιοκρισία στο Dörig 1977, AJA 82, 260-261. Schild-Xenidou V. 2008: Corpus der boiotischen Grab- und Weihreliefs des 6. bis Ridgway B.S. 1989: “Defining the Issue. The Greek Period”, στο: Retaining the 4. Jahrhunderts v. Chr. (AM Beih. 20), Mainz am Rhein. Original: Multiple Originals, Copies and Reproductions. Proceedings of the Schlaifer R.O. 1944: “The Attic association of the Mesogeioi”, CP 39, 22-27. Symposium, Baltimore, March, 8-9, 1985, Washington – Hanover, 13-26. Ridgway B.S. 1997: Fourth-Century Styles in Greek Sculpture, Madison. Schnapp A. 1987: “Héraklés, Thésée et les chasseurs: les ambiuités du héros”, Ridgway B.S. 2004: Second Chance. Greek Sculptural Studies Revisited, London. στο C. Bérard – C. Bron – Α. Pomari (επιμ.), Images et société en gréce Ritter S. 1995: Hercules in der römischen Kunst von den Anfängen bis Augustus, ancienne. Actes du Colloque international. Lausanne 8-11 février 1984, Heidelberg. Lausanne, 123-130. Rizakis Th. – Petropoulos M. 2005: “Ancient Patrai”, στο Τ.Ε. Sklavenitis – K.Sp. Schneider R.-M. 2014: “Hercules Farnese”, στο: L. Giuliani (επιμ.), Αριστουργήμα- Staikos (επιμ.), Patrai. Athens, 2-57. τα της αρχαίας τέχνης, μτφ. Ε. Παλλαντζά, Ηράκλειο, 175-203. Robert L. 1963: “Review of Samothrace. Vol. 2 Part 1: The Inscriptions on Stone Schneider W.J. 2001: “Phidiae putavi. Martial und der Hercules Epitrapezios des by Karl Lehmann; P. M. Fraser”, Gnomon 35, 50-79. Novius Vindex”, Mnemosyne 54, 697-720. Robinson D.M. 1948: “A New Herakles”, Hesperia 17, 137-140. Schönert E. 1965: Die Münzprägung von Perinthos, (Griechisches Münzwerk 45), Berlin. Robinson D.M. 1952: Hoard of Silver Coins from Carystus, (Numismatic Notes and Schönert-Geiss E. 1975: Die Münzprägung von Brisanthe – Dikaia – Selymbria, Berlin. Monographs), New York. Schoo J. 1938: “Herakles im fernen Westen der alten Welt”, Mnemosyne 7, 1-24. Robinson E.S.G. – Castro Hipólito M. 1971: A Catalogue of the Calouste Schröder S. 1993: Katalog der antiken Skulpturen des Museo del Prado in Madrid Gulbenkian Collection of Greek Coins, Vol. I, Lisboa. 1. Die Porträts, Mainz am Rhein. Robinson E. – Jenkins G. 1989: A Catalogue of the Calouste Gulbenkian Collection Schulze H. 2003α: “Vorbild der Herrschenden. Herakles und die Politik”, στο of Greek Coins, Vol. II, Lisboa. Wünsche 2003, 344-365. Robu A. –Bîrzescu I. (επιμ.) 2015: MÉGARIKA Nouvelles recherches sur Mégare et Schulze H. 2003β: “Der Tugendheld – Herakles und die Philosophen”, στο les cités de la Propontide et du Pont-Euxin. Archéologie, épigraphie, histoire. Wünsche 2003, 366-369. Actes du colloque de Mangalia (8-12 juillet 2012), Paris, 11-14. Schuol M. 2000: The Characene. A Mesopotamian Kingdom in Hellenistic times. Rogers E. 1932: The Copper Coinage of Thessaly. London 1932. Steiner – Stuttgart. 424 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Schwabacher W. 1953: “Some unknown federal coins of the Akarnanians”, SNG Cop. Pisidia: Sylloge Nummorum Graecorum The Royal Collection of Coins στο G.E. Mylonas – D. Raymond (επιμ.) Studies presented to David Moore and Medals, Danish National Museum, Pisidia, Copenhagen 1956. Robinson, vol. 2, 218-223. SNG Cop. North Africa – Syrtica – Mauretania: Sylloge Nummorum Graecorum. Scivoletto Ν. 1962: “L’Alcestis di Euripide e l’Heracles Epitrapezios di Lisippo”, The Royal Collection of Coins and Medals, Danish National Museum, 42, North GiornItFil 15, 97-104. Africa – Syrtica – Mauretania, G.K. Jenkins, Copenhagen 1969. Segall Β. 1956: “Notes on the Iconography of Cosmic Kingship”, The Art Bulletin SNG Cop. Italy – Sicily: Sylloge Nummorum Graecorum. Danish National Museum, 38, 75-80. The Royal Collection of Coins and Medals: Italy-Sicily. Copenhagen 1981. Seltman C. 1933: Greek Coins. A History of Metallic Currency and Coinage down SNG Delepierre: Sylloge Nummorum Graecorum France, Bibliothèque Nationale, to Fall of the Hellenistic Kingdoms, London. Cabinet des Médailles, Collection Jean et Marie Delepierre, Paris 1983. Seyrig H. 1962: “Lykkeios-Lykpeios”, RN, 205-206. SNG Greece 7: The KIKPE Collection of Bronze Coins, Volume I, Athens 2012. Sherk R.K. 1990: “The eponymous officials of Greek States: Mainland Greece SNG Kayhan: Sylloge Nummorum Graecorum, Turkey I: The Muharrem Kayhan and the Adjacent Islands”, ZPE 84, 231-295. Collection, İstanbul-Bordeaux 2002. Shields E.L. 1917: The Cults of Lesbos, Wisconsin. SNG Keckman I: Sylloge Nummorum Graecorum, Finland, The Erkki Keckman Simonetta B. 1977: The Coins of the Cappadocian Kings, Fribourg. Collection in the Skopbank, Helsinki, Part I, Karia, Helsinki 1984. Smith A.H. 1928: An Ancient Greek Statue from the Arundel and Hope Collections, SNG Keckman II: Sylloge Nummorum Graecorum, Finland, The Erkki Keckman London. Collection in the Skopbank, Helsinki, Part II, Asia Minor except Karia, Helsinki 1999. SNG Alpha Bank Macedonia I: Sylloge Nummorum Graecorum, The Alpha Bank Collection. Macedonia I: Alexander I- Perseus. Alpha Bank, Athens 2000.] SNG Lockett: Sylloge Nummorum Graecorum, Great Britain, volume III, The Lockett Collection. Parts 1-5, London 1938-1945. SNG ANS 5, Sicily III: Sylloge Nummorum Graecorum, The Collection of the American Numismatic Society, part 5, Sicily III: Syracuse – Siceliotes. New SNG Marc Bar: Sylloge Nummorum Graecorum, Belgique, Bibliothèque Royale de York 1988. Belgique, La Collection de Bronzes Grecs de Marc Bar, Bruxelles 2007. SNG ANS 8: Macedonia II: Sylloge Nummorum Graecorum, The Collection of the SNG München Ionien: Sylloge Nummorum Graecorum, Deutschland, American Numismatic Society, part 8, Macedonia II: Alexander I – Philip II. Staatliche Münzsammlung München, 20. Heft. Ionien. München 1995. New York 1994. SNG München Makedonien: Sylloge Nummorum Graecorum, Deutschland, SNG Ashmolean: Sylloge Nummorum Graecorum, vol. V, Ashmolean Museum, Staatliche Münzsammlung München, 10./11. Helf, Makedonien: Könige, K. Oxford, Part IX: Bosporus-Aeolis. London 2008. Liampi, München 2001. SNG Berry Collection I: Sylloge Nummorum Graecorum, The Burton Y. Berry SNG Pfälzer Privatsammlungen, 5. Band: Pisidien und Lykaonien, München 1999. Collection, I: Macedonia to Attica, New York 1994. SNG Pushkin II: Sylloge Nummorum Graecorum, State Pushkin Museum of Fine SNG BN: SNG Cabinet des Médailles, Bibliothéque Nationale, Vol. 3: Pamphylia, Arts, Greek coins of Italy and Sicily, vol. II, S.A. Kovalenko, Roma 2017. Pisidia, Lycaonia, Galatia, Paris 1994. SNG Saroglos: Sylloge Nummorum Graecorum Greece 4, Numismatic Museum SNG BN: Cabinet des Médailles, Bibliothéque Nationale, Vol. 5: Mysia, Paris 2001. Athens, The Petros Z. Saroglos collection, S. Psoma – I. Touratsoglou, Athens 2005. SNG BN: Sylloge Nummorum Graecorum, France 7, Paphlagonie, Pont, Armenie mineure. Bibliotheque nationale de France, Departement des monnaies, SNG Soutsos: Sylloge Nummorum Graecorum Greece 5, The Numismatic Museum, medailles et antiques, J. Dalaison, Boedeau 2015. Athens, The A. G. Soutzos Collection, E. Tsourti – M.D. Trifiró, Athens 2007 SNG Christomanos: Sylloge nummorum graecorum Grèce 3, Musée numismatique SNG Stancomb: Sylloge Nummorum Graecorum vol. XI, The William Stancomb d’Athènes collection Antoine Christomanos, première partie: Italie-Eubée, Collection of Coins of the Black Sea Region, A.M. Burnett – A.R. Meadows Mando Oeconomidès, Athens 2004. – K.A. Sheedy – U. Wartenberg, Oxford 2000. SNG Copenhagen: The Royal Collection of Coins and Medals, Danish National SNG Switzerland I: Sylloge Nummorum Graecorum Switzerland, Levante-Cilicia. Museum, Copenhagen, 1942-1979. Berne 1986. SNG Cop. Thrace II: Sylloge Nummorum Graecorum. The Royal Collection of Coins SNG Tübingen Ionien: Sylloge Nummorum Graecorum, Deutschland, Münzsammlung and Medals. Danish National Museum, 6-7, Thrace. II Odessus – Sestus. der Universität Tübingen, 4. Helf, Mysien – Ionien, München 1989. Islands, Kings and Dynasts, W. Schwabacher, Copenhagen 1943. SNG Tübingen Karien: Sylloge Nummorum Graecorum, Deutschland, SNG Cop. Macedonia II: Sylloge Nummorum Graecorum, The Royal Collection of Münzsammlung der Universität Tübingen, 5. Helf, Karien und Lydien, Coins and Medals, Danish National Museum, 9, Macedonia 2: Alexander I – München 1994. Alexander III. Macedonia 3: Philip III- Philip. Copenhagen 1943. SNG Wilson: Sylloge Nummorum Graecorum, Great Britain, volume I, part 2: SNG Cop. Thessaly – Illyricum: Sylloge Nummorum Graecorum. Danish National The Newnham Davis coins in the Wilson Collection of Classical and Eastern Museum, The Royal Collection of Coins and Medals, Part 11: Thessaly- Antiquities, Marischal College, Aberdeen, London 1936. Illyricum, Copenhagen 1943. SNG von Aulock: Sylloge Nummorum Graecorum Deutschland, Sammlung Hans SNG Cop. Macedonia: Sylloge Nummorum Graecorum, The Royal Collection of von Aulock, Volumes 1-4, Berlin 1957-1969. Coins and Medals Danish National Museum, Macedonia, Part I, Acanthus- SNG von Aulock Pontus, Paphlagonien, Bithynien: Sylloge Nummorum Graecorum Uranopolis Dynasts, Copenhagen 1943. Sammlung Hans von Aulock, Pontus, Paphlagonien, Bithynien, Berlin 1957. SNG Cop. Ionia: Sylloge Nummorum Graecorum, The Royal Collection of Coins and SNG von Aulock Ionien: Sylloge Nummorum Graecorum, Deutschland, Sammlung Medals, Danish National Museum, Ionia I-III, Cophenagen 1946. von Aulock, Ionien, Berlin 1960. SNG Cop. Caria: Sylloge Nummorum Graecorum, The Royal Collection of Coins and SNG von Aulock Pisidien, Lykaonien, Isaurien: Sylloge Nummorum Graecorum Medals, Danish National Museum, Caria, Copenhagen 1947. Sammlung Hans Von Aulock, Pisidien, Lykaonien, Isaurien, Berlin 1964. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 425 SNG von Aulock Karien: Sylloge Nummorum Graecorum, Deutschland, Sammlung (επιμ.), Essays in Greek Coinage Presented to Stanley Robinson, Oxford, von Aulock, Nachträge III: Ionien-Karien-Lydien, Berlin 1969. 163-182. Snodgrass A.M. 1988: Homer and the Artists. Text and Picture in Early Greek Art, Todisco L. 1979: “Un frammento di statua al Lecce e i tipi di Eracle e Cambridge. Melpomene con testa taurina sotto la clava”, ArchCl 31, 141-157. Solders S. 1931: Die Ausserstädtischen Kulte und die Einigung Attikas, Lund. Todisco L. 1993: Scultura greca del IV secolo: Maestri e scuole di statuaria tra Soutzo A.G. 1869-1870: “Médailles grecques inédites de la Collection Soutzo”, classicità ed ellenismo, Milano. RN, 173-183. Todisco L. 1990: “Eracle, la statua, l’artefice sul cratere apulo di New York MMA Spier J. 1992: Ancient Gems and Finger Rings, Catalogue of the Collections, The J. 50.11.4”, Mélanges de l’École française de Rome, Antiquité 102, 901-957. Paul Getty Museum, Malibu – California. Touratsoglou I. 1999: “Statères d’Alexandre et statères de Cyzique. Le trésor Stafford E. 2012: Herakles: Gods and Heroes of the Ancient World, London – du Pirée, 1882 (IGCH 47)”, στο M. Amandry – S. Hurter – D. Bérend (επιμ.), New York. Travaux de numismatique grecque offerts à G. Le Rider, London, 351-357. Stähler K. 1997: “Zu Lysipps Herakles in Tarent”, Boreas 20, 43-47. Travaglini A. 1990: “La monetazione di Orra”, Studi di Antichità 6, 235-255. Stannard C. 2015: “The labors of Hercules on Central Italian Coins and Tesserae Travlos J. 1971: Bildlexikon zur Topographie des antiken Athen, Tübingen. of the First Century BC”, στο P.G. van Alfen – G. Bransbourg – M. Amandry Troxell H.A. 1971: “The Peloponnesian Alexanders”, ANSMN 17, 41-94. (επιμ.), Fides, Contributions to Numismatics in Honor of Richard B. Witschonke, Tsangari D.I. 2007: Corpus des monnaies d’or, d’argent et de bronze de la ANS, New York, 357-378. Confédération Étolienne, Athens. Stewart A.F. 1977: Skopas of Paros, Park Ridge. Tselekas P. 1996: “The coinage of Pydna”, NC 156, 11-32. Stewart A.F. 1979: Attika. Studies in Athenian Sculpture of the Hellenistic Age, London. Uhlenhrock J.P. 1986: Passage of the Hero through 1000 Years of Classical Art. Stewart A.F. 1982: Skopas in Malibu. The Head of Achilles from Tegea and other New York. Sculptures by Skopas in the J. Paul Getty Museum, Malibu. Stewart A.F. 2013: “Desperately Seeking Skopas”, στο D. Katsonopoulou – A. Vagi D. 2015: “Alliance and coinage: South Italy during the Second Punic War”, Stewart (επιμ.), Skopas of Paros and his World, Proceedings of the Third στο P.G. van Alfen – G. Bransbourg – M. Amandry (επιμ.), Fides, Contributions International Conference on the Archaeology of Paros and the Cyclades, to Numismatics in Honor of Richard B. Witschonke, ANS, New York, 159-220. Paroikia, Paros, 11-14 June 2010, Athens, 19-34. Valassiadis Ch. 2005: “A contribution to Cassander’s bronze coinage”, Stewart D. 2017: “Spartan History from Leuctra to Nabis”, στο A. Powell (επιμ.), Proceedings of the XIII International Numismatic Congress, Madrid, 405-413. A Companion to Sparta, Oxford, 374-402. van Keuren F. 1992: “Mint Study of the Late Staters from Heraclea Lucaniae”, Stoyanov Τ. 2007: “Pieces of metalwork as emblems on the amphora-stamps στο: T. Hackens – N.D. Holloway – R. Ross Holloway – G. Moucharte (επιμ.), of Thasos: questions of Interpretation”, στο Αρχαία Μακεδονία VII: Η Μακε- The Age of Pyrrhus. Archaeology, History and Culture in Early Hellenistic Greece δονία από την εποχή του Σιδήρου έως το θάνατο του Φιλίππου Β΄, Ανακοινώ- and Italy. Proceedings of an International Conference held at Brown University, σεις κατά το έβδομο Διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη 14-18 Οκτωβρίου 2002, April 8th-10th, 1988, Louvain-La-Neuve – Providence, 237-265 πίν. 1-6. Thessaloniki, 153-163. van Keuren F.D. 1994: The Coinage of Heraclea Lucaniae. Rome. Sutherland A.H. 2005: Seventeenth-century Art and Architecture, London. van Wees H. 1995: “Princes at dinner: social event and social structure in Svoronos J. N. 1890: Numismatique de la Crète Ancienne, Macon (2nd edition, Homer”, στο J.P. Crielaard (επιμ.), Homeric Questions, Amsterdam, 147-183. Bonn 1972). Vassallo St. 2012: “Scavi nella necropoli occidentale di Himera, il paesaggio e le tipologie funerary”, στο C. Ampolo (επιμ.), Sicilia occidentale. Studi, rassegne, Tagalidou E. 1993: Weihreliefs an Herakles aus klassischer Zeit, Diss. Heidelberg ricerche, Pisa, 49-71. 1989, Jonsered. Verbank-Piérard Α. – Gillis Ε. 1998: “Héraclès, Pourfendeur des dragons”, στο Talmatchi G. 2015: “The Coinage of Callatis in the Hellenistic Period Revisited”, C. Bonnet – C. Jourdain-Annequin – V. Pirenne-Delforge (επιμ.), Le Bestiaire στο A. Robu – I. Birzescu (επιμ.) 2015, 423-433. d’Héraclès, IIIe Rencontre héracléenne, Kernos Suppl. 7, Liège, 37-60. Tataki A. 1988: Ancient Beroea. Prosopography and Society (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 8), Vermeule C. 1975: “The Weary Herakles of Lysippos”, AJA 79, 323-332. Athens. Vierneisel-Schlörb B. 1979: Glyptothek München. Katalog der Skulpturen II: Tataki A. 1994: Macedonian Edessa. Prosopography and Onomasticon (ΜΕΛΕ- Klassische Skulpturen des 5. und 4. Jahrhunderts v. Chr., München. ΤΗΜΑΤΑ 18), Athens. Vikela E. 1994: Die Weihreliefs aus dem Athener Pankrates-Heiligtum am Ilissos: Termeer M.K. 2015: “Minting apart together: Bronze coinage production in religionsgeschichtliche Bedeutung und Typologie, (AM Beih. 16), Berlin. Campania and beyond at the third century BC.”, στο S.T. Roselaar (επιμ.), Vikela E. 1997: “Attische Weihreliefs und die Kult-Topographie Attikas”, AM Processes of Cultural Change and Integration in the Roman World, Leiden – 112, 167-246. Boston, 58-77. Vlachogianni E. 2012: “The Sculptures. Gods and Heroes from the Depths of Themelis P. 1993: “Damophon von Messene. Sein Werk im Lichte der neuen the Sea”, στο: N. Kaltsas – E. Vlachogianni – P. Bouyia (επιμ.), The Antikythera Ausgrabungen”, AntK 36, 24-40. Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism. Exhibition Catalogue, Themelis P. 1994: “Damophon of Messene. New Evidence”, στο: K. A. Sheedy Athens, National Archaeological Museum, Athens, 62-79. (επιμ.), Archaeology in the Peloponnese. New Excavations and Research, Vlachogianni, E. 2015: “Skulptur”, στο: A. Bignasca – M. Lagogianni- Oxford, 1-37. Georgakarakos – N. Kaltsas – E. Vlachogianni (επιμ.), Der versunkene Schatz: Themelis P. 1996: “Damophon”, στο: O. Palagia – J.J. Pollitt (επιμ.) 1996, 154-185. Das Schiffswrack von Antikythera. Ausstellungskatalog, Basel, Antikenmuseum Thompson M. 1968: “The mints of Lysimachus”, στο C.M. Kraay – G.K. Jenkins Basel und Sammlung Ludwig, Basel, 106-135. 426 ηρακλησ ηρωσ διαχρονικοσ και αιωνιοσ Voegtli H. 1977: Bilder der Heldenepen in der kaiserzeitlichen griechischen Wright N.L. (επιμ.) 2011: Coins from Asia Minor and the East, Selections from Münzprugung, Basel. Colin E. Pitchfork Collection, Ancient Coins in Australian Collections, vol. II, Vollkommer R. 1988: Herakles in the Art of Classical Greece, Oxford. 17-40. von den Hoff R. 1994: Philosophenporträts des Früh- und Hochhellenismus, Wright N.L. 2012: “The Horseman and the Warrior: Paionia and Macedonia in München. the Fourth Century BC”, NC 172, 1-26. von Fritze H. 1912: “Die Elektonprägung von Kyzikos. Eine chronologische Wroth W.W. 1907: “Peparethus and Its Coinage”, JHS 27, 90-98. Studie”, Nomisma VII, 1-38. Wünsche R. 1993: “Der Torso vom Belvedere, Denkmal des sinnenden Aias”, von Fritze H. 1913: Dir Antiken Münzen Mysiens. I.Abteilung: Adramytion-Kisthene, MüJb 44, 7-46. Berlin. Wünsche R. (επιμ.) 2003: Herakles – Herkules, Ausstellungskatalog, Staatliche Vorster C. 1989: “Bonner Abguss einer verschollenen Heraklesherme”, στο H.-U. Cain – H. Gabelmann – D. Salzmann (επιμ.), Festschrift für Nikolaus Antikensammlungen München, München. Himmelmann. Beiträge zur Ikonographie und Hermeneutik, Mainz am Rhein, 281-287. Xella P. 2007: “Religion et Panthéon. Iconographie et Mythologie”, στο É. Fontan Vorster C. 1993: Vatikanische Museen. Museo Gregoriano Profano ex Lateranense. – H. le Meaux (επίμ.), La Méditerranée des Phéniciens de Tyr à Carthage, Κα- Katalog der Skulpturen II 1. Römische Skulpturen des späten Hellenismus und τάλογος Έκθεσης: Paris, Institut du monde arabe, 6 novembre 2007-20 avril der Kaiserzeit. Werke nach Vorlagen und Bildformeln des 5. und 4. Jahrhunderts 2008, Paris, 49-57. v. Chr., Mainz am Rhein. Yarrow L.M. 2013: “Heracles, coinage and the West: three Hellenistic case- Walbank F.W. 1982: “Πνευματικός βίος”, στο Μ.Β. Σακελλαρίου (επιμ.) Μακεδο- νία. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Athens, 168-171. studies”, στο J.R.W. Prag – J.C. Quinn (επιμ.), The Hellenistic West, Rethinking the Ancient Mediterranean, Cambridge, 348-366. Wallace W.P. 1956: The Euboian League and its coinage, (NNM 134), New York. Walsh J. St. P. 2009: “Exchange and Influence: Hybridity and the Gate Reliefs of Yon Μ. 1986a: “Cultes phéniciens à Chypre: l’interprétation chypriote”, C. Bonnet Thasos”, στο P. Schultz – R. von den Hoff (επιμ.), Structure, Image, Ornament: – E. Lipiński et al. (επίμ.), Religio Phoenicia, (Studia Phoenicia 4), Namur, 128- Architectural Sculpture in the Greek World, Oxford, 174-187. 152. Walter-Karydi E. 1987: Die Äginetische Bildhauerschule. Werke und schriftliche Yon M. 1986b: “A propos de l’Héraklès de Chypre”, στο L. Kahil – C. Augé et al. Quellen, Alt-Ägina 2,2, Mainz am Rhein. (επιμ.), Iconographie classique et identités régionales. Colloque international, Walter O. 1923: Beschreibung der Reliefs im kleinen Akropolismuseum in Athen, Paris, 26 et 27 mai 1983, Bulletin de Correspondance Hellénique, Supplements Wien. 14, Athens – Paris, 287-297. Warren J. 1989: “The 1980 Kato Klitoria Hoard”, στο Kraay – Mørkholm Essays, Yon M. 2006: Kition de Chypre, (Guides archéologiques de l’Institut français Louvain-la-Neuve, 291-300. d’archéologie du Proche-Orient 4), Paris. Waywell G.B. 1986: The Lever and Hope Sculptures: ancient sculptures in the Lady Lever Art Gallery Port Sunlight and a catalogue of the ancient sculptures Zadoks-Josephus J.A.N. 1987: “Herakles Epitrapezios Reconsidered”, στο formerly in the Hope Collection, London and Deepdene (CSIR Great Britain 3.1), Berlin. J. Chamay – J.-L. Maier (επιμ.), Lysippe et son influence: études de divers savants, Genève, 97-99. Weber Collection II: L. Forrer 1924, The Weber Collection. Greek Coins. Macedon – Thrace – Thessaly – North Western, Central and Southern Greece, II, London. Zambon E. 2008: “Tradition and Innovation. Sicily between Hellenism and West M.L. 1997: The East Face of Helicon:West Asiatic Elements in Greek Poetry Rome”, Historia Einzelschriften 205, Stuttgart, 45-64. and Myth, Oxford. Zanker P. 1974: Klassizistische Statuen. Studien zur Veränderung des Westermark U. – Jenkins G.K. 1980: The Coinage of Kamarina, London. Kunstgeschmacks in der römischen Kaiserzeit, Mainz am Rhein. Westermark U. 1989: “Remarks on the Regal Macedonian Coinage ca. 413- Zapiti E. – Michaelidou L. Coins of Cyprus from the collection of the Bank of 359 B.C.”, στο G. Le Rider – K. Jenkins – N. Waggoner – U. Westermark Cyprus Cultural Foundation, Nicosia. (επιμ.), Kraay – Mørkholm Essays, Numismatic Studies in Memory of C. M. Kraay and O. Mørkholm. Louvain la Neuve, 301-315, πίν. 69-70. Wiesehöfer J. 20053: Das antike Persien von 550 v.Chr. bis 650 n.Chr., Düsseldorf. Williams D. 2013: The East Pediment of the Parthenon. From Perikles to Nero ΙστοσελΙδες (BICS Suppl. 118), London. asiaminor.ehw.gr/ (IME, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μικρά Ασία) Williams J.H.C. – Burnett A. 1998: “Alexander the Great and the coinages of www.alaintruong.com/archives Western Greece”, στο R. Ashton – S. Hurter – G. Le Rider – R. Bland (επιμ.), Studies in Greek Numismatics in Memory of Martin Jessop Price, London, www.coinarchives.com 379- 393. www.flickr.com/photos/antiquitiesproject Whitley J. 1994: “The Monuments that stood before Marathon: Tomb Cult and www.mfa.org/collections/ Hero Cult in Archaic Attica”, AJA 98, 213-230. www.numisbids.com Woodford S. 1971: “Cults of Heracles in Attica”, στο D.G. Mitten – J.G. Pedley www.penn.museum/collections – J.A. Scott (επιμ.), Studies presented to George M.A. Hanfmann, Cambridge – Massachusetts, 211-225. www.the-saleroom.com/en-gb/auction-catalogues Wrede H. 1982: “Bildnisse epikureischer Philosophen”, AM 97, 235-245. www.wildwinds.com/coins/greece ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 427