Β΄ ΤΟΜΟΣ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Β΄ ΤΟΜΟΣ Επιμέλεια: Αθανάσιος Τριλιανός Γεώργιος Κουτρομάνος Νικόλαος Αλεξόπουλος Τόπος Διεξαγωγής: • Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών • Φιλοσοφική Σχολή ΑΘΗΝΑ 2012 ® 2012 ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ISBN set 978-960-466-111-4 ISBN 978-960-466-113-8 ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Αθανάσιος Τριλιανός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος Αθανάσιος Νάκας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Αν. Πρόεδρος Αλέξ.-Σταμάτιος Αντωνίου, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών Αγγελική Βουδούρη-Αρτίκη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Βρεττός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ευαγγελία Γαλανάκη, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Θόδωρος Γραμματάς, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Δημάκη Ζώρα, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών Δημοσθένης Δασκαλάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Δημάκος, Aν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Δράκος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ρέα Κακάμπουρα, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Λουίζα Κακίση-Παναγοπούλου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Καλκάνης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργία Καλογήρου, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστασία Κατσίκη-Γκίβαλου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Ευγενία Μαγουλά, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μαλαφάντης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Ματθαίου, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ηλίας Ματσαγγούρας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ευαγγελία Μαυρικάκη, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών Θωμάς Μπαμπάλης, Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Χαράλαμπος Μπαμπούνης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαραλής, Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρονίκη Μπούφη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Ζαφειρία Μυλωνάκου-Κεκέ, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Βασιλική Πάτσιου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Σταυρούλα Πολυχρονοπούλου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Ρασσιάς, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Σκορδούλης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Λαμπρινή Σκούρα, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Τζάνη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Φασούλης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Εμμανουήλ Φυριππής, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κρυσταλλία Χαλκιά, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών 7 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Αθανάσιος Τριλιανός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος Αθανάσιος Νάκας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Αν. Πρόεδρος Σταμάτιος Αλαχιώτης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών Αλέξ.-Σταμάτιος Αντωνίου, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών Αγγελική Βουδούρη-Αρτίκη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Βρεττός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ευαγγελία Γαλανάκη, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Μενέλαος Γκίβαλος, Ομότιμος. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Θόδωρος Γραμματάς, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Δημοσθένης Δασκαλάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Δημάκος, Aν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Δημάκη Ζώρα, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Δράκος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρος Εξαρχάκος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέας Καζαμίας, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ρέα Κακάμπουρα, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Λουίζα Κακίση-Παναγοπούλου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Καλκάνης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργία Καλογήρου, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστασία Κατσίκη-Γκίβαλου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτης Κόκκοτας, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Εμμανουήλ Κολιάδης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ευγενία Κουτσουβάνου, Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Δημήτρης Κωστόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Λεοντσίνης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ευγενία Μαγουλά, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μαλαφάντης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μάνος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Ματθαίου, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ηλίας Ματσαγγούρας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ευαγγελία Μαυρικάκη, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλης Μερακλής, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Θωμάς Μπαμπάλης, Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Χαράλαμπος Μπαμπούνης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαραλής, Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μπασέτας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης Σήφης Μπουζάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών 8 Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ Ανδρονίκη Μπούφη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Ζαφειρία Μυλωνάκου-Κεκέ, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτης Ξωχέλλης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ιωάννης Παπαδάτος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Αθανάσιος Παπάς, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Πασσάκος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Βασιλική Πάτσιου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Σταυρούλα Πολυχρονοπούλου, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Αριστοτέλης Ράπτης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Ρασσιάς, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Ρηγόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Χρήστος Σαΐτης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Σαλβαράς, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Λαμπρινή Σκούρα, Επ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Σκορδούλης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Σπανός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ελένη Ταρατόρη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θράκης Μαρία Τζάνη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Αθανάσιος Τσιπλητάρης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Φασούλης, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Εμμανουήλ Φυριππής, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κρυσταλλία Χαλκιά, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Χατζηδήμου, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Νικόλαος Αλεξόπουλος, Υπ. Δρ Παν/μίου Αθηνών Βικτωρία Γεροστάθου, Εκπαιδευτικός ΠΕ, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Λεωνίδας Εξαρχάκος, Διοικητικός υπάλληλος Παν/μίου Αθηνών Μαρία Ζουμπούλογλου, Εκπαιδευτικός ΠΕ Σωτήριος Θανόπουλος, Υπ. Δρ Παν/μίου Αθηνών Ιωάννης Καραμπούλας, Εκπαιδευτικός ΠΕ Σταμάτιος Κατσόρχης, Ε.Ε.ΔΙ.Π., Παν/μίου Αθηνών Ελένη Κλειδέρη, ΕΤΕΠ Παν/μίου Αθηνών Γεώργιος Κουτρομάνος, Δρ στις ΤΠΕ στην Εκπαίδευση Δήμητρα Λαμπρέλλη, Υπ. Δρ Παν/μίου Αθηνών Νικόλαος Λάριος, Υπ. Δρ Παν/μίου Κρήτης Ζωή Μπαλτσιώτη, Διοικητικός υπάλληλος Παν/μίου Αθηνών Αγγελική Μπαστέα, Υπ. Δρ Παν/μίου Αθηνών 9 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Χρυσούλα Παπαστάθη, Εκπαιδευτικός ΠΕ Κωνσταντίνα Τσιώλη, Διοικητικός υπάλληλος Παν/μίου Αθηνών Κωνσταντίνα Τσώλη, Υπ. Δρ Παν/μίου Αθηνών Ασημίνα Χατζηδημητρίου, Υπ. Δρ Παν/μίου Αθηνών 10 Περιεχόμενα Πρόλογος του Πρόεδρου του Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε., Καθηγητή κ. Αθανάσιου Τριλιανού ............................................................ 19 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Εναρκτήρια Προσφώνηση – Χαιρετισμός από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητή κ. Θεοδόσιο Ν. Πελεγρίνη.......... 21 Εισαγωγή στην προβληματική του Συνεδρίου από τον Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου και Πρόεδρο του Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε., Καθηγητή κ. Αθανάσιο Τριλιανό........ 23 Χαιρετισμός από τον Πρόεδρο του ΜΔΔΕ Καθηγητή κ. Ηλία Ματσαγγούρα. 25 Χαιρετισμός από τον Πρόεδρο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος, Αναπληρωτή Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνο Δ. Μαλαφάντη.............................................................................................. 27 ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ Αξιολόγηση, Πιστοποίηση και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης, Η ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας ως παράγοντας διασφάλισης της ποιότητας στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης ................. 31 Γεώργιος Πασιάς, Η «ποιότητα», η «Ευρώπη των δεικτών» και οι πολιτικές των αριθμών ................................................................................................ 41 Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά, Η διασφάλιση ποιότητας μέσω εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής και εσωτερικής αξιολόγησης εκπαιδευτικών μονάδων ...................................................................................................... 52 11 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ποιοτική Εκπαίδευση Ενηλίκων και Διά Βίου Μάθηση Ελένη Γιαννακοπούλου, Δημήτρης Χασάπης, Η έννοια της ποιότητας δομών και προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων: Διαπιστώσεις μιας ανάλυσης γραπτών τεκμηρίων . .......................................................... 60 Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη, Ποιότητα και Δ . ιά Βίου Μάθηση: Ανάπτυξη της Αυτόνομης Μάθησης μέσω της Αυτοκατεύθυνσης ............. 69 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης, Ανάπτυξη συστήματος προτυποποίησης ενεργειών κατάρτισης ανέργων ενηλίκων στα ΚΕΚ ....... 79 Νεκταρία Κλαδά, Προσεγγίζοντας τη δια βίου μάθηση: χαρακτηριστικά Ενηλίκων και τεχνικές μιας ποιοτικής Διά Βίου Μάθησης .......................... 90 Ποιοτικό Μαθησιακό Περιβάλλον Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές, Αξιολόγηση του μαθησιακού περιβάλλοντος του μαθήματος επιλογής Α΄ εξαμήνου «Οι έννοιες των ΦΕ» στο ΤΕΑΠΗ / ΕΚΠΑ, το 2010-2011. Μία έρευνα μικτών μεθόδων ....................................................................... 99 Αλεξία Καπραβέλου, Η σημασία των θεωριών μάθησης με τις νέες τεχνολογίες, για την Ανοιχτή και Εξ αποστάσεως εκπαίδευση ....................................... 109 Ερμόλαος Ψαριανός, Η συνεργατική φύση της μαθησιακής διαδικασίας ..... 120 Ποιοτική Διδασκαλία Στυλιανή Δασκαλάκη, Η συμβολή των Νέων Τεχνολογιών στην εξέλιξη της Ποιοτικής Διδασκαλίας για την Υποχρεωτική Εκπαίδευση. Πιλοτική Εφαρμογή: «Το Γλωσσάρι», βασισμένο στο Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη .................................................................................... 130 Γεώργιος Καλύβας, Παιδαγωγική αξιοποίηση του διαδικτύου για τη δημιουργία σεναρίου διδασκαλίας στο μάθημα της Μελέτης Περιβάλλοντος ............................................................................................ 141 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα, Αξιοποίηση του Εργαλείου LAMS με βάση το μοντέλο Γνωστικής Μαθητείας στο πλαίσιο εφαρμογής σε μια διδακτική παρέμβαση στο μάθημα της Θεατρολογίας . .................. 158 Ευτυχία Κωλέτσου, Αξιοποίηση των 3D Πολυχρηστικών Εικονικών Περιβαλλόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία ........................................... 173 3ο Συμπόσιο: Σχέδια διδασκαλίας για την προσχολική τάξη στηριζόμενα στις αρχές του «Νέου Σχολείου στα πλαίσια του Μείζονος Προγράμματος Επιμόρφωσης, Πρόεδροι Συμποσίου: Μιχαήλ Καλογιαννάκης, Παναγιώτης Αναστασιάδης Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου, «Αντίο μικρέ μου φίλε»....... 182 Καλογιαννάκης Μιχαήλ, Παίζοντας στο ταξίδι του ήχου.................................  . 195 12 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη, Εκπαιδευτικό σενάριο με θέμα: Ρωτώ, κοιτώ, ψάχνω και μαθαίνω για την πόλη μου: Οι χώροι Τέχνης των Χανίων.........  . 205 Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν, Τα φρούτα τα χρωματίζουμε…..............................  . 214 Σοφία Τούλη, Κύκλοι, τρίγωνα, γραμμές κάνουν τούμπες και στροφές.........  . 223 Ποιοτική Εκπαίδευση Ενηλίκων και Διά Βίου Μάθηση Ιωάννα Δέδε, Ο νέος ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων στο πεδίο της διά βίου μάθησης. Διασφάλιση ποιότητας στην εκπαίδευση ενηλίκων....................  . 236 Αλίκη Καζταρίδου, Σχεδιασμός αξιολόγησης του προγράμματος του σχολείου 2ης ευκαιρίας . ......................................................................  250 Αρβανιτίδου Ζωή, Γουβιάς Διονύσης, Ο Ρόλος της Διά Βίου Μάθησης ως Παράγοντα Κοινωνικής Ένταξης ή Αποκλεισμού..................................  . 260 Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής, Σημαντικοί παράγοντες σχεδιασμού, υλοποίησης και αξιολόγησης προγραμμάτων επιμόρφωσης ενηλίκων: εμπειρική έρευνα με τη μέθοδο «Δελφών» ................................  . 270 4ο Συμπόσιο: «Παραδοσιακό» Μάθημα σε «Νέο» Σχολείο; Δεδομένα, προοπτικές, προσδοκίες για το μάθημα των αρχαίων ελληνικών στη Β/βάθμια εκπαίδευση (Συμπόσιο αφιερωμένο στη θέση του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών στη Β/βάθια εκπαίδευση), Πρόεδρος Συμποσίου: Μαρία-Ζωή Φουντοπούλου Κωνσταντίνα Καλογεράκου, «Η χαμένη θεατρικότητα» της Ελένης του Ευριπίδη. Μία προσπάθεια ανάδειξης των θεατρικών στοιχείων του έργου στη σχολική τάξη.......................................................................  . 281 Ελευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου, Η εφαρμογή των σχεδίων δράσης (project) στην Οδύσσεια του Ομήρου: θεωρία και πράξη..........................  . 293 Εύη Παπαντωνίου, Μαρίνα Στάθη, Η δημιουργική χρήση των στοχευμένων ερωτημάτων στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση στην Α΄ Γυμνασίου.......................................................................................  . 303 Δανάη Παναγιώτου, Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία: Η εξέλιξη στη μαθησιακή πορεία των μαθητών Α΄ Λυκείου μέσα από την εργασία σε ομάδες στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών.........................................  . 311 Αγγελική Μάρκογλου, Συγκριτική μελέτη των αντιδράσεων μαθητών της Α΄ Γυμνασίου σε διδασκαλίες, όπου δεν αξιοποιούνται οι ΤΠΕ, και σε διδασκαλίες με τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων.........................  . 318 13 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ Ποιοτική Σχολική Ηγεσία Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Αθ. Ζωγόπουλος, Μέθοδοι εφαρμογής του μοντέλου Vroom-Yetton και κριτήρια αποτελεσματικότητας στον παράγοντα Σχολική Ηγεσία και Ποιότητα..........................................  . 325 Αικατερίνη Κ. Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος, Ο «Μετασχηματιστικός» Ηγέτης στην Εκπαίδευση............................................................................  . 335 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης, Ο συνεργατικός και μετασχηματιστικός χαρακτήρας  της Εκπαιδευτικής Ηγεσίας στα Ολιγοθέσια Σχολεία..........  . 345 Αξιολόγηση, Πιστοποίηση και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά, Οι έννοιες της αξιολόγησης, πιστοποίησης και διασφάλισης ποιότητας στην εκπαίδευση ενηλίκων και διά βίου μάθηση .......................................  . 358 Βασιλική Αποστολοπούλου, Το e-portfolio, εναλλακτική πρόταση δυναμικής- ευέλικτης και ποιοτικής αξιολόγησης. Μελέτη Περίπτωση στην Π.Ε.........  . 372 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Η αξιολόγηση ως παράγοντας διασφάλισης ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης στη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Μία μελέτη περίπτωσης.....................................................  . 384 Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Εννοιολογικές, Ιδεολογικές και Παιδαγωγικές Διαστάσεις Νίκος Β. Βιταντζάκης, Αναζητώντας τους προσανατολισμούς της Ποιότητας στην Εκπαίδευση. Ένα οδοιπορικό από την Τριτοβάθμια έως την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση..........................................................................  . 401 Σοφία Νικολιδάκη, Η “φιλοσοφία για παιδιά” ως μορφή ποιοτικής εκπαίδευσης................................................................................................  . 413 Ποιοτική Σχολική Ηγεσία Δούκας Τριαντάφυλλος, Η οργανωσιακή μάθηση ως ζητούμενο ποιότητας στην εκπαίδευση: η περίπτωση της Διεύθυνσης Προσωπικού Α/θμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας . ...................................................  . 422 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Μια a la carte προσέγγιση της σχολικής ηγεσίας.............................................................  . 432 Λαμπρίνα Γιώτη, Το επιστημονικό και επαγγελματικό προφίλ των Σχολικών Συμβούλων Δημοτικής Εκπαίδευσης ως ποιοτικό διακύβευμα...................  . 447 Ισότητα Εκπαιδευτικών Ευκαιριών (Παιδιά, Γυναίκες, Μειονότητες) Μύρια Πιερίδου, Ειδικές Μονάδες στα Γενικά Δημοτικά Σχολεία της Κύπρου: παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης ή τρόπος αποκλεισμού;...........................  . 459 14 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Κατερίνα Μπεκιαράκη, Η αναπηρία όπως προβάλλεται στα έργα της Μαρίας Πυλιώτου ................................................................................  . 468 Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή, Η αναπηρία στην Κυπριακή Λογοτεχνία: Το έργο της Άντρης Πολυδώρου............................................  . 477 Ποιοτική Σχολική Ηγεσία Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη, Ποιότητα στη Σχολική Ηγεσία – Ανάπτυξη Διαδικτυακής Πλατφόρμας Ενημέρωσης έπειτα από Διεξαγωγή Διάγνωσης Γνώσης.................................................  . 486 Σπύρος Καρούμπαλης, Ο ρόλος του διευθυντή της εκπαιδευτικής μονάδας στην αξιολόγησή της . ................................................................................  . 498 Παναγιώτα Φραγκουλίδου, Εισαγωγή καινοτομιών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ο ρόλος της Ποιοτικής Σχολικής Ηγεσίας........................  . 509 ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Δ΄ Ιωάννης Ε. Βρεττός, Μέντωρ και Τηλέμαχος: η επιμόρφωση των (νεοδιοριζόμενων) εκπαιδευτικών με μικροδιδασκαλία . ....................  . 519 ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ Εκπαιδευτική Πολιτική και Ποιότητα στην Εκπαίδευση Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης, Για μια ποιοτική εκπαίδευση εκπαιδευτικών: Λόγοι και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης....................  . 534 Λαμπρινή Σκούρα, Η ίδρυση της πρώτης έδρας Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως παράγοντας βελτίωσης της ποιότητας της «γυμνασιακής παιδείας».......................................................................  . 546 Ευαγγελία Καλεράντε, Εκπαιδευτική Πολιτική Γ. Παπανδρέου: Η διάσταση της ποιότητας της εκπαίδευσης στη μεταρρύθμιση του 1964 . 558 Μαρία-Ελένη Σάχου, Η επαγγελματική ανάπτυξη και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στα πλαίσια μιας ποιοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής.  .. 568 Ποιοτική Διδασκαλία Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου, To κλίμα της σχολικής τάξης ως παράγοντας ποιότητας και αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας: Αλληλεπiδραση δασκάλου-μαθητή..........  . 576 Χρίστος Πατσάλης, Καλλιόπη Παπουτσάκη, Άννα Ζουγανέλη, Η εφαρμογή της Ευέλικτης Ζώνης (Ε.Ζ.) σε ολιγοθέσια σχολεία....................................  . 588 15 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Φωτεινή Εγγλέζου, Ποιοτική διδασκαλία της επιχειρηματολογίας στο δημοτικό σχολείο: ερευνητικά δεδομένα και προτάσεις . ...................  . 597 Ευάγγελος Πεπές, Η συμβολή της μεθόδου Project στην κοινωνικοποίηση του μαθητή και η αξία της για τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης..........................................................................................  . 609 Εκπαιδευτικός και Ποιοτική Εκπαίδευση Αθηνά Α. Σιπητάνου, Ανδρέας Ε. Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου, Οι επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης................................................................................................  . 620 Καλλιόπη Βρυνιώτη, Απόψεις εκπαιδευτικών προσχολικής εκπαίδευσης αναφορικά με τη μάθηση των παιδιών στο νηπιαγωγείο ..........................  . 633 Λεωνίδας Χ. Μπόμπας, Ποιοτική εκπαίδευση και δάσκαλος με τη «ματιά» των γονέων..................................................................................................  . 644 Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα, Αυτοεικόνα και κοινωνική αντίληψη για το έργο των δασκάλων: Απόψεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.......................................................................  . 653 Εκπαιδευτική Ποιότητα και Μαθησιακά Αποτελέσματα Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά, Προτάσεις για την αντιμετώπιση της υποεπίδοσης σε χαρισματικούς μαθητές ........  . 662 Ίριδα Ντάλλα, Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Το μουσείο ως ενδιάμεσος χώρος εκπαίδευσης για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες.....  . 672 Δέσποινα Ποιμενίδου, Πτώση του ακαδημαϊκού επιπέδου σπουδών: μύθος ή πραγματικότητα;...........................................................................  . 680 Τάνια Κολυμπάρη, H ανατροφοδότηση στην προσχολική εκπαίδευση: μελέτη τριών περιπτώσεων.........................................................................  . 689 Αξιολόγηση, Πιστοποίηση και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη, Αξιολόγηση και Ποιότητα στην Ανώτατη Εκπαίδευση: Το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών.........  . 698 Ν.Μ. Βαξεβανίδης, Π.Α. Αστερής, Αξιολόγηση ερευνητικού έργου Τμημάτων ΤΕΙ με βιβλιομετρικούς δείκτες..................................................  . 713 Ισότητα Εκπαιδευτικών Ευκαιριών (Παιδιά, Γυναίκες, Μειονότητες) Χρήστος Δ. Τουρτούρας, Η διαπολιτισμική διάσταση ως δείκτης ποιότητας της ελληνικής εκπαίδευσης.........................................................................  . 723 Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος, Πολυπολιτισμική Συμβουλευτική στο δημοτικό σχολείο.............................  . 737 16 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Δημήτριος Σακατζής, Πολυπολιτισμικές συγκρούσεις και αλληλεπίδραση στη σχολική κοινότητα. ..............................................................................  . 747 Αξιολόγηση, Πιστοποίηση και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη, Σκιαγράφηση μιας προσέγγισης της αποτίμησης της Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας: Η μετάβαση από τον προταγματικό λόγο στην εκπαιδευτική στρατηγική και στην εκπαιδευτική πρακτική ...............  . 757 Γεωργία Πολυζώη, Η δυναμική της αυτοαξιολόγησης και ο μαθητής: συνοπτική θεώρηση ...................................................................................  . 773 Νικόλαος Ιωαννίδης, Η περιγραφική αξιολόγηση στο Δημοτικό Σχολείο: Ένα βήμα προς μια ποιοτικότερη εκπαίδευση...........................................  . 782 ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Βαρβάρα Αβραμίδου, Τα κρίσιμα ζητήματα που καθορίζουν την ποιότητα της κοινωνικής ένταξης τόσο των μαθητών με αναπηρίες όσο και των μαθητών από γλωσσικές μειονότητες . ...............................................  . 791 Χριστίνα Αγαπητού, Ευστάθιος Ξαφάκος, Ιωάννης Πίκλας, Ο ρόλος του σχολικού διευθυντή στην ομαλή ένταξη του νεοεισερχόμενου εκπαιδευτικού στη σχολική μονάδα............................................................  . 792 Παναγιώτης Aναγνώστου, Alexander Grigorof, Μαρία Μπατσολάκη, Η αξιολόγηση του έργου του εκπαιδευτικού, ως παράμετρος της ευρύτερης Αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού Έργου............................  . 794 Ασπασία Βασιλάκη, Γυναικεία ταυτότητα και υπο-πολιτισμική διαφοροποίηση στο σχολείο.......................................................................  . 795 Δέσποινα Βασιλάκη, Γιώργος Ποταμιάς, Ο Οργανισμός ΟΟΣΑ και η εκπαιδευτική αξιολόγηση...................................................................  . 796 Ιωάννα Βορβή, Ευγενία Δανιηλίδου, Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ως παράγοντας ποιοτικής διδασκαλίας. Μια εφαρμογή στη Νεοελληνική Γλώσσα της Γ΄ Γυμνασίου................................................  . 798 Γεώργιος Γκλινός, Αναστασία Παπαδοπούλου, Πρόγραμμα Συνεκπαίδευσης Μαθητών Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. και μαθητών Α΄ Λυκείου...............................................  799 Αθηνά Γκουτζινοπούλου, Η κοινωνική ευθύνη του Διευθυντή στο σύγχρονο σχολείο........................................................................................................  . 800 Κυριακή Θεοδοσιάδου, Κριτικός αναστοχασμός σε θέματα διδασκαλίας και κοινωνικής δικαιοσύνης: πιλοτική εφαρμογή ανώνυμου ερωτηματολογίου σε εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης....................................................................  . 801 17 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Παντελής Ιωακειμίδης, Η Θεατρική Αγωγή στα Ολοήμερα Σχολεία με Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα: Θεωρητικές Επισημάνσεις και Προτάσεις για μια ποιοτική διδασκαλία......................................................  . 803 Χαρίκλεια Κανάρη, Εκπαίδευση και πρόσβαση στα αγαθά του πολιτισμού: Επισκέψεις μαθητών ενός ειδικού σχολείου σε μουσεία και καθημερινή σχολική πράξη . ..........................................................................................  . 805 Ζαχαρένια Καραθανάση, Εκπαίδευση και Ομοφοβία......................................  . 806 Χριστίνα Κλειδαρά, Στυλιανή Μπίκα, Όλγα Τσέκρελη, Τρεις χάριτες στην υπηρεσία της διδασκαλίας της ξένης γλώσσας: Mουσική - Tέχνη - Λογοτεχνία. Μια «τρισδιάστατη» προσέγγιση της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Η περίπτωση της Ιταλικής γλώσσας στις δομές της Διά Βίου Μάθησης ..... 807 Γεωργία Κόκκινου, Ανάπτυξη επιστημονικού εγγραμματισμού σε μαθητές/τριες υψηλών ικανοτήτων και προδιαθέσεων μάθησης μέσω διαφοροποιημένης διδασκαλίας στο μάθημα των Φυσικών Επιστημών στο δημοτικό σχολείο..................................................................................  . 808 Άννα Κορακή, Μαρία Καργιώτη, Οικογένεια και Σχολείο: Η συμβολή της κοινής αξιακής γραμμής στην κοινωνική, ηθική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Ο ρόλος της προσωπικότητας του δασκάλου στη γεφύρωση χασμάτων ..........................................................................  . 809 Όλγα Μανούρη, Βασίλης Οικονόμου, Διαδραστικό πολυμεσικό υλικό στην εκπαιδευτική διαδικασία: Το παράδειγμα της Γεωγραφίας- Γεωλογίας Α΄ Γυμνασίου..............................................................................  . 810 Βάια Μανώλη, Παγκοσμιοποίηση και διαπολιτισμική εκπαίδευση. Ο ρόλος του Διευθυντή σχολικής μονάδας...............................................................  . 812 Στέλλα Νάκη, Διδασκαλία της Λογοτεχνίας με τη μέθοδο project: «Η φύση στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη» .............................................................  . 813 Γιάννης Σούλης, Αικατερίνη Σούλη, Ο ρόλος της οικογένειας ....................... στην εξασφάλιση της επαγγελματικής ανάπτυξης και της ετοιμότητας των νέων κατά τη μετάβαση από το σχολείο στο χώρο της εργασίας......  . 814 Αικατερίνη Λ. Σταμάτη, Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και η συμβολή της στην ποιοτική εκπαίδευση .................................................................... 815 Συμπεράσματα των εργασιών του Συνεδρίου από τον πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής, Καθηγητή κ. Αθανάσιο Τριλιανό ........... 817 18 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών διοργάνωσε Συνέδριο με θέμα: «Η Ποιότητα στην Εκπαίδευση». Στο Συνέδριο αυτό, που πραγματοποιήθηκε από τις 11 μέχρι 13 Μαΐου 2012, συμμετείχαν με ανακοινώσεις μέλη ΔΕΠ ελληνικών και ξένων Πανεπιστημίων, ειδικοί επιστήμο- νες και ερευνητές, διδάκτορες και κάτοχοι διπλώματος Master, καθώς και εκ- παιδευτικοί με αυξημένα προσόντα. Ο δε αριθμός των συνέδρων που παρακο- λούθησε τις εργασίες του Συνεδρίου υπολογίζεται περίπου σε οκτακόσιους. Βασικός σκοπός του Συνεδρίου υπήρξε η διερεύνηση της έννοιας της ποιό­τητας στη σύγχρονη ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια εκπαίδευση και ο εντοπισμός των κυριοτέρων κριτηρίων και παραγόντων που την προσδιο- ρίζουν. Η ενδελεχής εξέταση των παραμέτρων που απαρτίζουν την ποιό­τητα της εκπαίδευσης και ο καθορισμός των στοιχείων ­ εκείνων που την επηρεά­ ζουν, θα βοηθήσει ώστε να φανεί καθαρά η πρόοδος που έχει συντελεσθεί σχετικά με την ποιοτική εκπαίδευση ανά τον κόσμο και φυσικά στην ελληνι- κή επικράτεια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα γίνει πιο ξεκάθαρη η ποιοτική θέση της ελληνικής εκπαίδευσης σε σχέση προς τα εκπαιδευτικά συστήματα άλ- λων χωρών της Ευρώπης κυρίως και θα προσδιορισθούν με σαφήνεια τα επόμενα βελτιωτικά εκπαιδευτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Επομένως η έκδοση των πρακτικών του Συνεδρίου πιστεύεται ότι θα συμ- βάλλει στη βαθύτερη κατανόηση του όρου «ποιότητα στην εκπαίδευση» υπό το φως των νέων επιστημονικών και ερευνητικών δεδομένων και θα ευαισθη- τοποιήσει περισσότερο τόσο τους εκάστοτε ταγούς της Ελληνικής Εκπαίδευ- σης όσο και τους κοινωνικούς φορείς και τους εκπαιδευτικούς, ώστε στο εξής εκπαιδευτικές αποφάσεις και ενέργειες να διέπονται από το όραμα μιας κα- λύτερης και αποτελεσματικότερης εκπαίδευσης. Στον τόμο των πρακτικών του Συνεδρίου περιλαμβάνονται συνολικά 161 ανακοινώσεις, οι οποίες δημοσιεύονται σύμφωνα με τη σειρά που παρουσιά­ ζονται στο πρόγραμμα και είναι χωρισμένες σε πέντε (5) ολομέλειες (εννιά κεντρικές ομιλίες) και σαράντα ένα (41) παράλληλες συνεδρίες με τις παρα- κάτω θεματικές ενότητες: Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Εννοιολογικές, Ιδεολογικές και Παιδαγωγικές ­Διαστάσεις. Εκπαιδευτική Πολιτική και Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Ποιοτικό Περιεχόμενο Σπουδών. 19 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ποιοτική Διδασκαλία. Εκπαιδευτική Ποιότητα και Μαθησιακά Αποτελέσματα. Αξιολόγηση, Πιστοποίηση και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση. Ποιοτική Σχολική Ηγεσία. Εκπαιδευτικός και Ποιοτική Εκπαίδευση. Ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών (παιδιά, γυναίκες, μειονότητες). Ποιοτική εκπαίδευση ενηλίκων και διά βίου μάθηση. Επιπλέον στον τόμο περιλαμβάνονται και 19 περιλήψεις από είκοσι (20) συ- νολικά αναρτημένες ανακοινώσεις (posters). Από τη θέση του Προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής θέλω να εκφρά- σω τις θερμές ευχαριστίες σε όλους όσους συνέβαλαν στην επιτυχή διεξα- γωγή του Συνεδρίου και συνετέλεσαν με το επιστημονικό τους κύρος ώστε το Συνέδριο να έχει ιδιαίτερη απήχηση στους συνέδρους και γενικότερα στην επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα. Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω τις Πρυτανικές Αρχές του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη Φιλοσοφική Σχολή για την ευγενή παραχώρηση των χώρων διεξαγωγής του Συνεδρίου. Ακόμα θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς τη Γραμματεία του Συνεδρίου, η οποία σήκωσε όλο το βάρος της διοργάνωσής του. Τέλος, ευχαριστώ θερμά τους κ.κ. Γεώργιο Κουτρομάνο, δρ, και Νικόλαο Αλεξόπουλο, υποψήφιο δρ, γιατί δούλεψαν σκληρά για την έκδοση αυτών των Πρακτικών. Ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής Αθανάσιος Τριλιανός Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών 20 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Εναρκτήρια Προσφώνηση – Χαιρετισμός από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητή κ. Θεοδόσιο Ν. Πελεγρίνη Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι Από τα πιο σημαντικά θέματα, που έχουν απασχολήσει την παγκόσμια κοι- νότητα με το ξεκίνημα του 21ου αιώνα, είναι αυτό της ποιότητας στην εκπαί- δευση, το οποίο δεν αφορά μόνον στο εάν όλα τα παιδιά της γης φοιτούν απλά στο σχολείο, αλλά κυρίως στο τι μαθαίνουν, πόσο καλά το μαθαίνουν και κατά πόσο αυτή η εκπαίδευση τα βοηθά να λειτουργήσουν εποικοδομη- τικά στην κοινωνία που ζουν. Σχεδόν κάθε χώρα σήμερα θέλει να διασφαλίσει ότι οι μαθητές της μέσω της εκπαίδευσης είναι σε θέση να φθάσουν σε αξιοπρεπή μαθησιακά αποτε- λέσματα και να αποκτήσουν αξίες και δεξιότητες, που θα τους διευκολύνουν ώστε να παίξουν θετικό ρόλο στην κοινωνία. Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις των κρατών αγωνίζονται για να επεκτείνουν τη βασική ποιοτική εκπαίδευση όλων των νέων πολιτών και να εξασφαλίσουν την παραμονή τους για αρκετό χρονι- κό διάστημα στο σχολείο ώστε να κατακτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες που θα συμβάλλουν στην επιτυχή αντιμετώπιση της ζωής. Επομένως η ποιότητα στην εκπαίδευση αποτελεί βασικό ζητούμενο, που συνδέεται με την ανατροφή των παιδιών και τη σωματική και ψυχική υγεία τους, με την ανάπτυξη των εκπαιδευτικών συστημάτων, την αποκατάστα- ση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων, την εμπλοκή των γονέων και της κοινότητας στη σχολική μάθηση, τη βελτίωση των αναλυτικών προ- γραμμάτων και των σχολικών βι­βλίων, τη διαδικασία της διδασκαλίας-μάθη- σης, την αποτελεσματική διοίκηση των σχο­λείων, την εκπαίδευση ενηλίκων και τη διά βίου μάθηση, την ισότητα των ευκαι­ριών στην εκπαίδευση, κ.ά. Όλα τα παραπάνω αποτελούν παραμέτρους, που συνθέτουν την ποιότη- τα στην εκπαίδευση, της οποίας οι συνέπειες μπορούν να επηρεάσουν θε- τικά όλους τους τομείς της ανθρώπινης ανάπτυξης, να βελτιώσουν τη θέση του παιδιού και της γυναίκας, να βοηθήσουν στην ανακούφιση και σταδια- κή εκρίζωση της φτώχειας και να συντελέσουν στη γενικότερη ευημερία και πρόοδο των κοινωνιών. Συνέδρια, όπως το σημερινό του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκ- παίδευσης, τα θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά, διότι πιστεύω ότι θα αναδείξουν τα ποιοτικά στοιχεία τόσο της παρεχόμενης ελληνικής εκπαίδευσης σήμε- 21 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρα όσο και εκείνης που προσφέρεται σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που θα βοηθήσει να εντοπισθούν θετικές και αρνητικές πλευρές της εκπαίδευσης στη χώρα μας και να προσδιορισθούν τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν πάνω στο ζήτημα αυτό. Συγχαίρω λοιπόν θερμά τους διοργανωτές αυτού του Συνεδρίου και εύ- χομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του. 22 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Εισαγωγή στην προβληματική του Συνεδρίου από τον Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου και Πρόεδρο του Π.Τ.Δ.Ε., Καθηγητή κ. Αθανάσιο Τριλιανό Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι, Το 2001, 164 κράτη-μέλη του Ο.Η.Ε. συνήλθαν στο Dakar, της Σενεγάλης και πήραν τη σημαντική συλλογική απόφαση, να επεκτείνουν, μέχρι το 2015, τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες για όλα τα παιδιά, τους νέους και τους ενηλίκους, θεωρώντας ότι η εκπαίδευση αποτελεί θεμελιώδης δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους της Γης, άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, και κατανοώντας ότι η εκπαίδευση μπορεί να εξασφαλίσει έναν ασφαλή, υγιή, ευημερούντα και οικολογικά αναβαθμισμένο κόσμο, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να συμβάλλει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική πρόοδο, στην ανεκτικότητα προς το δι- αφορετικό και στη διεθνή ειρήνη και συνεργασία. Όμως η εκπαίδευση για όλους δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς βελτίωση της ποιότητά ­ της. Η ποιότητα αποτελεί την καρδιά της εκπαίδευσης. Είναι αυτή που επηρεάζει το τι μαθαίνουν οι μαθητές, πόσο καλά το μαθαίνουν και τι οφέλη αποκομίζουν από την εκπαίδευσή τους. Η ποιότητα της εκπαίδευ- σης παρέχει σε κάθε σχεδόν χώρα τη διαβεβαίωση ότι οι μαθητές θα επιτύ- χουν αξιοπρεπή μαθησιακά αποτελέσματα και θα αποκτήσουν αξίες και δε- ξιότητες που θα τους βοηθήσουν να παίξουν θετικό ρόλο στην κοινωνία. Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις των χωρών αγωνίζονται για την επέκταση της βασι- κής εκπαίδευσης σε όλους προσπαθώντας παράλληλα να κρατήσουν τους μαθητές στα σχολεία για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα, ώστε αυτοί να απο- κτήσουν την απαραίτητη γνώση, που θα τους επιτρέψει να αντιμετωπίζουν με επιτυχία ένα γρήγορα μεταβαλλόμενο κόσμο. Ακόμα η ποιοτική εκπαίδευση συμβάλλει στη δημιουργία εύρωστης εθνικής οικονομίας και δίνει στους πο- λίτες τη δυνατότητα για συνεχείς επιλογές και αποφάσεις που ωφελούν ισό- βια και προάγουν την ευημερία τους. Τι λοιπόν σημαίνει ποιότητα της εκπαίδευσης; Οι απόψεις στο ερώτημα αυτό δια­φοροποιούνται αρκετά, πράγμα που καταδεικνύει την πολυπλοκότητα και την πολυμορφία της έννοιας. Πάντως δυο βασικές αρχές φαίνεται ότι χαρα- κτηρίζουν τις περισσότερες προσπάθειες για προσδιορισμό της έννοιας της ποιότητας στην εκπαίδευση. Η μία αρχή αναφέρεται στη γνωστική ανάπτυξη του μαθητή ως βασικό σκοπό όλων των εκπαιδευτικών συστημάτων του πλα- 23 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νήτη μας και η άλλη δίνει έμφαση στο ρόλο της εκπαίδευσης στη δημιουργική και συναισθηματική ανάπτυξη του ανθρώπου και στην προαγωγή εκείνων των αξιών και στάσεων που θα τον καταστήσουν συνειδητό και υπεύθυνο πολίτη. Έτσι, ενώ δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή άποψη που να προσδιορίζει την ποιό­τητα της εκπαίδευσης, από την άλλη διαπιστώνεται η ύπαρξη αρκε- τής ομοφωνίας σχετικά με τους παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωσή της. Τέτοιοι παράγοντες είναι η ποιότητα ζωής των μαθητών πριν ξε- κινήσουν την τυπική εκπαίδευσή τους, το φυσικό κοινωνικό-οικονομικό και συ- ναισθηματικό περιβάλλον, που μεγαλώνουν, η ισότητα των εκπαιδευτικών ευ- καιριών και ο σεβασμός στην ετερότητα, τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών και το μαθησιακό υλικό που προσφέρονται για κατάκτηση στους μαθητές κατά τη φοίτησή τους στα σχολικά ιδρύματα, και ο χρόνος παραμονής τους σ’ αυτά, οι διδακτικές-μαθησιακές διαδικασίες που εφαρμόζονται στις σχολικές τάξεις και εξαρτώνται κατά πολύ από την επαρκή εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, οι αξίες, οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι στάσεις που αποκτούν οι μαθητές ως αποτέλεσμα της εκπαίδευσής τους, οι οποίες θα επιτρέψουν τη θετική συμβολή τους στην κοινωνία, η ύπαρξη επαρκούς και κατάλληλης υπο- δομής και εξοπλισμού των σχολικών ιδρυμάτων και η αποτελεσματική άσκηση της σχολικής ηγεσίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν αποφασιστικά την ποιότητα της εκπαίδευσης και θα αποτελέσουν αντικείμενα εξέτασης στις εισηγήσεις που θα λάβουν χώρα κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου, στις ­οποίες αναμένεται ότι θα δοθούν γόνιμες και χρήσιμες απαντήσεις από έγκριτους και εκλεκτούς ομιλητές. Από την πλευρά μου θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες προς τις Πρυτανικές Αρχές για την ευγενική παραχώρηση της απαραίτητης υλικο- τεχνικής υποδομής για την ομαλή διεξαγωγή του Συνεδρίου και την εν γένει ηθική συμπαράστασή τους στην ανάληψη μιας τέτοιας προσπάθειας, καθώς και την Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής για την συγκατάθεσή τους στο να χρησιμοποιηθούν επαρκείς και κατάλληλες αίθουσες που θα συμβάλλουν και θα διευκολύνουν την εξέλιξη μιας τέ­τοιας διαδικασίας. Ακόμα θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους εκλεκτούς εισηγητές του Συνεδρίου που πρό- θυμα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας και με τη θέση τους θα βοηθήσουν στην προαγωγή της Παιδαγωγικής Επιστήμης, όπως επίσης θα ήθελα να εκ- φράσω από βάθους καρδιάς τις ευχαριστίες μου προς τα μέλη της Γραμμα- τείας του Συνεδρίου που ανέλαβαν το βαρύ φορτίο της άρτιας διοργάνωσής του. Τέλος να σας καλωσορίσω όλους εσάς κύριοι και κύριοι Σύνεδροι και να σας ευχαριστήσω για­τί μας τιμάτε πραγματικά με την παρουσία σας χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατό να λάβει χώρα αυτή η συνάθροιση. Ευχαριστώ πολύ 24 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Χαιρετισμός από τον Πρόεδρο του ΜΔΔΕ, Καθηγητή κ. Ηλία Ματσαγγούρα Αξιότιμε κ. Πρόεδρε του Παιδαγωγικού Τμήματος Αξιότιμοι εκπρόσωποι ακαδημαϊκών και εκπαιδευτικών φορέων Εκλεκτοί εισηγητές Αγαπητοί σύνεδροι Πριν 30 περίπου χρόνια ο βρετανός ειδικός σε θέματα ποιότητας Christopher Ball(1985) και επιμελητής του βιβλίου Fitness for Purpose θέτει στον τίτλο του εισαγωγικού κεφαλαίου το ερώτημα «Τι στο καλό είναι, τέλος πάντων, αυτή η ποιότητα;» Ο Ball έθεσε το ερώτημα όχι επειδή δεν είχε επιχειρήσει κανείς μέχρι τότε να το απαντήσει, αλλά για να δηλώσει ότι η έννοια της ποιότητας ανήκει στη μεγάλη κατηγορία σημαντικότατων εννοιών που είναι πολυδιάστα- τες και γι΄αυτό είναι σχεδόν αδύνατον να διατυπωθούν γι’ αυτές ορισμοί γενι- κότερης αποδοχής, που θα καλύπτουν όλες τις δια­στάσεις τους σε όλες τις περιστάσεις χρήσης. Η δυσκολία, βέβαια, γίνεται μεγαλύτερη, όταν δεν πρό- κειται για την ποιότητα απλών αντικειμένων και υπηρεσιών, αλλά για την ποιό- τητα πολύπλοκων θεσμών και λειτουργιών, όπως είναι η εκπαίδευση, η οποία ανακεφαλαιώνει τα οράματα, τα προβλήματα, τις αντιφάσεις και τις αντιπα- ραθέσεις ολόκληρης της κοινωνίας. Παρά τις παραπάνω δυσκολίες, στον επιστημονικό χώρο είναι απολύτως αναγκαίο ακόμη και οι πολύπλοκες και οι δύσκολα προσδιοριζόμενες έννοι- ες να προσδιορίζονται με σαφήνεια και να χρησιμοποιούνται με νοηματική συνέπεια, για να αποτελέσουν δυνατά εργαλεία επιστημονικής ανάλυσης. Αυτό το διασφαλίζουν οι επιστημονικοί κλάδοι με την αναζήτηση του περιε- χομένου που αποκτούν οι πολύπλοκες έννοιες μέσα στα διαφορετικά πλαί- σια χρήσης, βάσει του ιδεολογικού και ιστορικού συγκείμενου της περίστα- σης, που τις νοηματοδοτεί. Στο πλαίσιο των επιστημών της εκπαίδευσης, θέματα που αφορούν την ποιότητα, όπως η αναζήτηση ορισμού, ο προσδιορισμός επιπέδων ποιότη- τας, τα κριτήρια ελέγχου και οι τρόποι επίτευξης της ποιότητας, βρίσκο- νται στο επίκεντρο των ερευνών και των συζητήσεων. Το παρόν συνέδριο, με τις αποψινές κεντρικές εισηγήσεις του Προέδρου κ. Τριλιανού και του επισκέπτη ομιλητή Dr Peder Haug και όσες θα ακολουθήσουν τις δύο επό- μενες μέρες συμμετέχει σε αυτό τον διάλογο με σύγχρονο λόγο και επίκαι- ρη προβληματική. Θεωρούμε σημαντική τη συμβολή του Συνεδρίου για τρεις βασικούς λό- 25 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γους. Πρώτος λόγος σημαντικότητας, διότι η προβληματική και η θεματική βοηθούν να ξεπεράσουμε τους περιορισμούς τόσο των υπόρρητων αντι- λήψεων για το τι συνιστά κάθε φορά ποιότητα στην εκπαίδευση όσο και των διαισθητικών κριτηρίων αποτίμησης της ποιότητας και αναδεικνύει τις αξια- κές, ιδεολογικές και πολιτιστικές παραμέτρους που υπάρχουν στις αντιλή- ψεις, στις πολιτικές, στα προγράμματα σπουδών και στις εκπαιδευτικές πρα- κτικές για την ποιότητα στην εκπαίδευση. Δεύτερος λόγος σημαντικότητας, διότι η προβληματική και η θεματική του συνεδρίου καθιστούν εμφανή στην εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή κοινότη- τα και στους υπεύθυνους της εκπαιδευτικής πολιτικής ότι υπάρχουν εξωγε- νείς παράμετροι ποιό­τητας, που αναφέρονται στον βαθμό ανταπόκρισης της εκπαίδευσης στις τρέχουσες ανάγκες και προτεραιότητες της κοινωνίας, όπως ήταν τον 19ο αιώνα η συμβολή του σχολείου στην ανάπτυξη και εδραί- ωση του εθνικού κράτους, και ενδογενείς παράμετροι, που αναφέρονται στις βασικές αξίες και ιδέες που συνιστούν τον εσώτερο πυρήνα της έννοι- ας της εκπαίδευσης. Τέτοιες αξίες και ιδέες είναι (1) η ολόπλευρη ανάπτυ- ξη: γνωστική, συναισθηματική, κοινωνική, ηθική, φυσική και αισθητική όλων αδιακρίτως των παιδιών, (2) η ενεργητική διαδικασία μάθησης και το θετικό κοινωνικο-ψυχολογικό πλαίσιο, (3) η προώθηση της ανθρωπιστικής παιδεί- ας και (4) η δημιουργία μιας ανοικτής, δημοκρατικής και δίκαιης κοινωνίας. Η σύμπραξη εξωγενών και ενδογενών παραμέτρων καθιστά ιδιαίτερα πολύ- πλοκη τη μελέτη της ποιότητας στο πλαίσιο της εκπαίδευσης και εξαιρετικά δύσκολες, χρονοβόρες και πολυπαραγοντικές τις παρεμβάσεις που αποσκο- πούν στη βελτίωσή της. Τρίτος λόγος σημαντικότητας, διότι η προβληματική και η θεματική του συνε­δρίου παρέχουν κριτήρια για την κατανόηση και αποτίμηση του τρόπου με τον οποίο η θεω­ρούμενη ως «πολιτικώς ορθή ποιότητα» μιας εκπαιδευ- τικής πολιτικής σχετίζεται με τις ενδογενείς και τις εξωγενείς παραμέτρους της ποιότητας ή με άλλα λόγια πώς σχετίζεται η πολιτικώς ορθή ποιότητα (α) με την ανάπτυξη πολιτών με παιδεία και ­αξίες και (β) με τη διασφάλιση της κοινωνικής ισότητας, της δικαιοσύνης και της πραγματικής δημο- κρατίας, ζητούμενα που αντιστοιχούν στις σύγχρονες αντιλήψεις για τις ενδο- γενείς και εξωγενείς παραμέτρους της ποιότητας στη σύγχρονη εκπαίδευση. Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω συγχαρητήρια προς τον Πρόεδρο της επιστημονικής και οργανωτικής επιτροπής και Πρόεδρο του Τμήματος κ. Αθ. Τριλιανό και τους συνεργάτες του για την πρωτοβουλία, την επιλογή του θέ- ματος, την ευθύνη και τον διπλό (λόγω μετάθεσης των ημερομηνιών) μόχθο οργάνωσης. Ευχαριστούμε επίσης τους προσκεκλημένους ομιλητές, τους ει- σηγητές και τους συνέδρους για τη συμμετοχή τους και τη συμβολή τους στη διεξαγωγή του συνεδρίου. 26 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Χαιρετισμός από τον Πρόεδρο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος, Αναπληρωτή Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνο Δ. Μαλαφάντη Κύριε Πρύτανη, Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι, Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, Εκ μέρους του Δ.Σ. της Π.Ε.Ε. χαιρετίζω το Πανελλήνιο Συνέδριο με διεθνή συμμετοχή και με θέμα: «Η ποιότητα στην εκπαίδευση, τάσεις και προοπτικές», που οργανώνει το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπι- στημίου μας και το οποίο έρχεται να πραγματοποιη­θεί σε μια κρίσιμη κοινω- νικοπολιτική συγκυρία, όχι μόνο για την αναβάθμιση της ποιότητας της παρε- χόμενης εκπαίδευσης, αλλά και για την ίδια αυτή την εκπαίδευση. Από την άποψη αυτή συγχαίρουμε τον Πρόεδρο και τον Αναπληρωτή Πρό- εδρο της Οργανωτικής και της Επιστημονικής Επιτροπής του Συνεδρίου, για- τί με την επιλογή του θέματός του, καθώς με τη συλλογική αυτή παρέμβαση το Τμήμα μας έρχεται να δηλώσει τη δυναμική του παρουσία στο επιστημο- νικό και παιδαγωγικό προσκήνιο, καταθέτοντας επιστημονικούς προβληματι- σμούς και απόψεις και προτείνοντας ουσιαστικές λύσεις για την εξασφάλιση καλύτερης ποιότητας στην εκπαίδευσή μας. Οι όροι «ποιότητα» και «ποιοτική εκπαίδευση» χρησιμοποιούνται στην Παι- δαγωγική με αξιο­λογική έννοια και περιεχόμενο και με απώτερο σκοπό τη γε- νική βελτίωση των συνθηκών και επιπέδων διδασκαλίας, καθώς και εκείνου της επίδοσης των μαθητών. Στη διεθνή βιβλιογραφία οι όροι εμφανίζονται στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ύστερα από την ολοκλήρωση της ποσοτικής διάστασης της εκπαίδευ- σης στις προηγμένες ­ οικονομικά και εκπαιδευτικά χώρες, μετά τον συνεχή ανταγωνισμό των κρατών-υπερδυνάμεων, με σκοπό την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων από τα εκπαιδευτικά συστήματα και την απόδοση μέρους του κόστους για την εκπαίδευση στους φορολογούμενους πολίτες. Με τον όρο «ποιότητα στην εκπαίδευση» εννοείται βεβαίως ένα πλήθος παι- δαγωγικών προϋποθέσεων, που εντοπίζονται για άλλους στο βαθμό κατάκτη- σης της παρεχόμενης γνώσης, για άλλους στην ψυχοπνευματική ανταπόκριση και ευαισθητοποίηση των μαθητών και για άλλους στην ταχύτερη, κατά το δυ- 27 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νατόν, επίτευξη οικονομικών στόχων, μεγεθών και παραγόμενων προϊόντων. Ωστόσο για τη διακρίβωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευ- σης δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα επίπεδα απόδοσης των μα- θητών, αλλά και οι υπόλοιποι παράγοντες, που τα επηρεάζουν θετικά ή αρ- νητικά, δηλαδή: α) Ο εκπαιδευτικός, η κατάρτισή του, η τακτική επιμόρφωσή του και το περιεχόμενό της, που πρέπει να συνδέεται με τις ανάγκες της χώρας, η αντί- ληψή του για το ρόλο και το λειτούργημά του, η στάση του απέναντι στο παι- δί, ο αυτοσεβασμός του, η διάθεσή του για προβληματισμό, ανανέωση, αυ- τομόρφωση, οι ανάγκες του και η αμοιβή του. β) Ο μαθητής, για τον οποίο πρέπει να εξασφαλισθεί η σωματική και ψυ- χοπνευματική υγεία του, το άνετο μαθησιακό περιβάλλον και η απαραίτητη παρώθηση για μάθηση και ολόπλευρη ανάπτυξη. γ) Τα σύγχρονα, κατάλληλα και δοκιμασμένα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, που θα απευθύνονται ξεκάθαρα και στοχευμένα στον τύπο και την αποστολή του νέου ανθρώπου που εκπαιδεύεται. Η λειτουργική ισορροπία στόχων, περιεχομένου και διδακτικού χρόνου, καθώς και η παράλληλη ανά- πτυξη και καλλιέργεια στάσεων και δεξιοτήτων, ολοκληρώνουν το εκπαιδευ- τικό πλαίσιο κάθε σχολικής βαθμίδας και επιτρέπουν τη συνεχή αξιολόγηση των σχολικών επιτευγμάτων και των μαθησιακών στόχων. δ) Η εξασφάλιση λειτουργικής, αλλά και αξιοκρατικής δομής του εκπαιδευ- τικού συστήματος, με διάλογο και συμμετοχή των κοινωνικών παραγόντων, μπορεί να βοηθήσει τον σκεπτόμενο και διαλεγόμενο εκπαιδευτικό να είναι περισσότερο αποδοτικός και αποτελεσματικός στο έργο του και ε) Η εξασφάλιση όλων των απαραίτητων και αναγκαίων υλικών μέσων της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως σχολικά κτίρια και υποδομές, διδακτικά βι- βλία, εκπαιδευτική τεχνολογία, επάρκεια οικονομικών πόρων κ.ο.κ., τα οποία θεωρούνται από τους διεθνείς εκπαιδευτικούς οργανισμούς ως βασικές προϋ­ ποθέσεις για την αναβάθμιση και την ανάπτυξη της παιδείας. Αν παραβάλουμε τις προϋποθέσεις ανάπτυξης της ποιοτικής εκπαίδευσης με την ελληνική κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα των δύο επαχθών Μνη- μονίων διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση δεν είναι καθόλου αισιόδοξη: α) Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, το 2011 το ποσοστό που αντιστοιχεί στην εκπαίδευση, όχι μόνο δεν έφτασε στο 5% του Α.Ε.Π., που είχε υποσχε- θεί η τότε κυβέρνηση, αλλά από 3,1% κατρακύλησε στο 2,7%, ενώ για το 2012 δεν έχουμε ακόμα στοιχεία. β) Προκειμένου να εξοικονομηθούν 4 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο στην εκπαίδευση, όπως επιτάσσει το Μνημόνιο-1, η πρώην υπουργός Παιδείας προχώρησε στην κατάργηση μιας σειράς εκπαιδευτικών οργανισμών όπως ο Ο.Σ.Κ., αφήνοντας τη σχολική στέγη και τον εξοπλισμό της βορά στο έλεος 28 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ των εργολαβικών κερδοσκοπικών συμφερόντων, αλλά και ο Ο.Ε.Δ.Β., μετα- τρέποντας τα σχολικά βιβλία σε ακριβό εμπόρευμα στα ράφια των μεγαλο- εκδοτών ή στηρίζοντας αβέβαιες ελπίδες στο «ηλεκτρονικό βιβλίο», που θα χρηματοδοτείται από κοινοτικά κονδύλια και με πιθανότερη τύχη εκείνη της «ενισχυτικής διδασκαλίας». γ) Η ουσιαστική κατάργηση του «Παιδαγωγικού Ινστιτούτου», ενός οργά- νου το οποίο διέθετε ειδικό τμήμα για την έρευνα, για την επιμόρφωση και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και στο οποίο σχεδιάζονταν και υλοποιού- νταν τα Α.Π.Σ., καταρτίζονταν οι προδιαγραφές για την παραγωγή διδακτικού υλικού, γινόταν επίβλεψη των διδακτικών βιβλίων, στέλνονταν οι απαραίτητες οδηγίες στα σχολεία για τη διδακτέα και εξεταστέα ύλη, οργανώνονταν επι- μορφωτικές ημερίδες, δεν συντελεί ασφαλώς στην αναβάθμιση της «ποιότη- τας» της εκπαίδευσης. Αν και υπήρχαν δυσλειτουργίες στην οργάνωση και τη στελέχωσή του, το Π.Ι. είχε παράξει σημαντικό έργο. Ο νέος φορέας ιδι- ωτικού δικαίου που αντικατέστησε το Π.Ι., δηλαδή το «Ινστιτούτο Εκπαιδευ- τικής Πολιτικής», δεν έχει καμία σχέση με το παιδαγωγικό και επιστημονικό έργο, αλλά είναι κι αυτός υποταγμένος στις σκοπιμότητες του Υπουργείου. δ) Την ίδια τύχη με το Π.Ι. είχε και το «Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας» (Κ.Ε.Ε.) και η κατάργησή του θα έχει πρόσθετες επιπτώσεις στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. ε) Με δεδομένη την άνευ προηγουμένου περικοπή των δαπανών για την εκπαίδευση και την επιπλέον υποχρέωση των καλλικρατικών δήμων να εξοικο- νομήσουν 500 εκατομμύρια ευρώ αποφασίστηκε, κατά το σχολικό έτος 2011- 2012, να καταργηθούν ή να συγχωνευθούν 2.000 περίπου σχολεία σε όλη την Ελλάδα. Μόλις πρόσφατα, τον Φεβρουάριο 2012, υποβαθμίστηκαν σε 11/θέ- σια άλλα 600 δημοτικά σχολεία. στ) Τα 800 Ολοήμερα «πειραματικά» σχολεία, τα οποία στερούνται από στοιχειώδεις υποδομές, λειτουργούν με βάση ένα ανορθολογικό αναλυτικό και ωρολόγιο 7ωρο πρόγραμμα, που περιέχει ένα πλήθος από νέα γνωστικά αντι- κείμενα και έναν ορυμαγδό πληροφοριών, που είναι αδύνατο να αφομοιωθούν. ζ) Η εφαρμογή του θεσμού του «Νέου Λυκείου» γίνεται με την ανορθολο- γική συσσώρευση γνωστικών αντικειμένων αμφίβολης αναγκαιότητας, που δημιουργεί ένα νέο κύκλο κοινωνικών ανισοτήτων και τροφοδοτεί την παρα- παιδεία. Η καθιέρωση ενός προ-πανεπιστημιακού έτους προσθέτει ένα ακό- μη χρόνο αβεβαιότητας και παραπαιδείας, ενώ για τη λειτουργία του θεσμού αυτού απαιτούνται για κάθε Λύκειο τουλάχιστον 15 αίθουσες διδασκαλίας. η) Η ελαχιστοποίηση, μέχρι μηδενισμού, των διορισμών νέων εκπαιδευτι- κών, η συρρίκνωση του ήδη άθλιου μισθού τους, η μαζική κατάργηση οργανι- κών θέσεων, η εκτεταμένη ελαστικοποίηση με αναπληρωτές μειωμένου ωρα- ρίου, ωρομίσθιους, ΕΣΠΑτζήδες, οι αναγκαστικές μετακινήσεις τους εκτός 29 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νομού, οι αυταρχικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις, η αυταρχική και αόριστη αξιολόγησή τους, η υγειονομική και συνταξιοδοτική τους καθίζηση, είναι βέ- βαιο ότι δεν εξασφαλίζουν, από την άποψη του έμψυχου δυναμικού, μια «ποιο­ τική εκπαίδευση». Η Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδος έχει πάρει θέση απέναντι στη σημερινή, επιβαλλόμενη υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσής μας και έχει ήδη παρέμβει συλλογικά στους αρμόδιους φορείς, αλλά και με ανάλογες δράσεις προς τους εκπαιδευτικούς και την κοινωνία. Για όλους αυτούς τους λόγους που αναφέραμε, θεωρούμε ότι και το Συ- νέδριο του Π.Τ.Δ.Ε. έχει μεγάλη σημασία για τη διαμόρφωση και επέκταση του σχετικού προβληματισμού, αλλά και για την υπόδειξη έγκυρων επιστη- μονικών υποδείξεων για την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και γι’ αυτό επικροτούμε τη σύγκλησή του, συγχαίρουμε τους διοργανωτές του και ευχόμαστε καλή επιτυχία στις εργασίες του. 30 Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Αξιολόγηση, Πιστοποίηση ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Η ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας ως παράγοντας διασφάλισης της ποιότητας στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης Εισαγωγή Η διασφάλιση της ποιότητας ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας βασίζεται σε δυο σειρές ελέγχων. Από αυτές η μία αναφέρεται στις διαδικασίες της πα- ραγωγής, με στόχο την εξασφάλιση σταθερότητας των παραγόμενων προϊό- ντων ή υπηρεσιών, και η άλλη στο κατά πόσο αυτά τα προϊόντα ή οι υπηρεσί- ες ικανοποιούν κάποιες τυπικές ιδιότητες που πρέπει να έχει σύμφωνα με το προκαθορισμένο επίπεδο (standards). Κατά συνέπεια, από τη φύση της η δια- δικασία της διασφάλισης ποιότητας προϋποθέτει ότι οι ιδιότητες ενός προϊό- ντος ή μιας υπηρεσίας είναι μετρήσιμες και ότι μπορούν να συσχετιστούν επα- κριβώς με τις συνθήκες της παραγωγικής τους διαδικασίας (Μπήτρος, 1995). Στην περίπτωση της εκπαίδευσης οι ιδιότητες του «προϊόντος» δεν μπο- ρούν να μετρηθούν. Βέβαια, περνώντας τους αποφοίτους μέσα από διάφο- ρες δοκιμασίες κατά τα χρόνια της φοίτησής τους, αποκτούμε ενδείξεις για το απόθεμα των γνώσεων που απέκτησαν, τις δεξιότητες που ανέπτυξαν στη χρήση μεθόδων και εργαλείων, και ακόμη τις μεταβολές που επήλθαν στο ήθος και τη νοοτροπία τους. Αλλά τα χαρακτηριστικά αυτά δεν μπορούν να τύχουν επακριβούς μέτρησης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να προσ- διορίσουμε σε ποιο βαθμό οφείλονται στην εκπαίδευση και σε ποιο βαθμό πηγάζουν από την προσωπικότητα, την προπαίδεια και τις πνευματικές ικα- νότητες των επί μέρους φοιτητών. Γι’ αυτό, κατά κανόνα, οι προσπάθειες δια­ σφάλισης της ποιότητας της εκπαίδευσης δεν βασίζονται στο «προϊόν» αλλά στους όρους και στις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες διεξάγεται η εκπαί- δευση ως μια ιδιάζουσα μορφή παραγωγικής διαδικασίας (Doherty, 1994). 31 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μία από αυτές τις προϋποθέσεις1 είναι και η ανάπτυξη κουλτούρας ποιό- τητας. Για την ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας στα Ιδρύματα Ανώτατης Εκ- παίδευσης ανακύπτουν δύο ερωτήματα. α) πώς τα Α.Ε.Ι. αντιλαμβάνονται το ρόλο και τη σημασία της κουλτούρας ποιότητας και β) ποιές αρχές ενστερ- νίζονται για την ανάπτυξή της. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η διερεύνηση: α) του ρόλου της κουλ- τούρας/ φιλοσοφίας ποιότητας και β) των προϋποθέσεων ανάπτυξης στρατη- γικής κουλτούρας ποιότητας, δηλαδή μιας ισχυρής φιλοσοφίας της διοίκησης και του εκπαιδευτικού προσωπικού, η οποία οδηγεί σε κοινή αίσθηση αποδο- χής και πεποίθησης συνεχούς βελτίωσης των όρων και προϋποθέσεων στη βάση των οποίων διεξάγεται η έρευνα και η διδασκαλία και που οδηγεί στην διασφάλιση της ποιότητας στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η αποσαφήνιση της έννοιας «κουλτούρα ποιότητας» O Hill (1991) σε μια προσπάθεια σύνθεσης των διάφορων ορισμών της διε- θνούς βιβλιογραφίας ορίζει ως «κουλτούρα ποιότητας» εκείνη που καλλιεργεί υψηλής εμπιστοσύνης κοινωνικές σχέσεις, σεβασμό στα δικαιώματα του αν- θρώπινου δυναμικού του οργανισμού, κοινή αίσθηση αποδοχής από το οργα- νωσιακό σύνολο και ισχυρή πεποίθηση ότι η συνεχής βελτίωση του προϊόντος ή των υπηρεσιών είναι απαραίτητο στοιχείο για το κοινό (οργανωσιακό) καλό». Η κουλτούρα ή αλλιώς νοοτροπία ποιότητας κάθε οργανισμού επηρεάζεται από το ιστορικό, πολιτισμικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανα- πτύσσεται και χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στην κοινωνία. Επιπρόσθετα, η έννοια της οργανωσιακής κουλτού- ρας περικλείει τις αξίες και τις αρχές, οι οποίες διέπουν τη συμπεριφορά των εργαζομένων στον εργασιακό τους χώρο. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι και η εθνική διοικητική κουλτούρα επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την οργανωσιακή κουλτούρα στελεχών διάφορων οργανισμών μεταξύ των οποίων και των εκ- παιδευτικών (Corbett & Rastick, 2000; Noranha, 2002). Στους πανεπιστημιακούς οργανισμούς το μεγάλο ενδιαφέρον για την κουλ- τούρα ποιότητας, σύμφωνα με τον Norton (1984), έχει επηρεαστεί διαχρονι- κά από διάφορους παράγοντες, όπως: • Παγκοσμιοποίηση, η οποία αναδεικνύει διάφορα ερωτήματα για τις σχέσεις κουλτούρας ποιότητας και πανεπιστημίων, 1. Προϋποθέσεις επίσης αποτελούν το πρόγραμμα σπουδών, ο τρόπος επιλογής των φοιτητών, το επίπεδο της διδασκαλίας, το εκπαιδευτικό περιβάλλον, οι ακαδημαϊκοί πόροι κ.λπ. 32 Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ • Γνώση ότι το πανεπιστήμιο βασίζεται σε αξίες, πεποιθήσεις (και τη σημασία τους), • Γνώση ότι η επίτευξη των στόχων της οργάνωσης απαιτεί από τα στε- λέχη την κατάλληλη οργανωσιακή κουλτούρα ποιότητας. Πολλοί, επίσης, άλλοι παράμετροι αναδεικνύουν την μεγάλη σημασία της κουλτούρας ποιότητας στην οργανωσιακή φύση του πανεπιστημίου, με σημα- ντικότερο το κλίμα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ποιότητα των εσωτε- ρικών διεργασιών του. Το ποιοτικό πανεπιστημιακό κλίμα κινητοποιεί και ενερ- γοποιεί τη θετική συμπεριφορά των ατόμων και, κατά συνέπεια, βελτιώνει την ποιότητα των ενεργειών τους (Likert, 1967; Roueche & Baker, 1986; Schneider & Snyder, 1975). Η ανάπτυξη της κουλτούρας ποιότητας στο πλαίσιο της διασφάλισης ποιότητας στην εκπαίδευση Η συζήτηση για την ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας εστιάζεται ειδικά στην ερώτηση: «πώς η κουλτούρα ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού συμβάλλει στο στόχο της διασφάλισης ποιότητας στο σύγχρονο περιβάλλον;» (Ogbonna & Harris, 2002; E.M.E., 2007). Μολονότι δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντη- ση στο ερώτημα για το σχηματισμό της σύγχρονης αντίληψης για την κουλ- τούρα ποιότητας, φαίνεται ότι αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο κανονιστικός και καθοδηγητικός ρόλος του ανθρώπινου παράγοντα, στοιχείο που χρησιμοποι- είται για να εξηγήσει τις διαφορές στην λειτουργία και συμπεριφορά του στις οργανώσεις (Acito et al., 2008; Potocan, 2008). Στις πανεπιστημιακές οργανώσεις η συζήτηση αυτής της ερώτησης στη- ρίζεται ή θεμελιώνεται σε δύο αντιλήψεις: Η πρώτη εστιάζει στα πανεπιστήμια εκείνα που εργάζονται σύμφωνα με το παραδοσιακό πλαίσιο και το ανθρώπινο δυναμικό κατανοεί το ρόλο του και τη φιλοσοφία της οργάνωσης ως κάτι που υπάρχει. Για τα πανεπιστήμια αυτά (που είναι και τα περισσότερα) η οργανωσιακή κουλτούρα ποιότητας ορίζεται ως η υποκειμενική πραγματικότητα των τελετουργιών και των εννοιών (Ackroyd & Cowley, 1990; Anthony, 1990; Meyerson & Martin, 1997; Ogbonna & Harris, 2002). Αυτή η αντίληψη της οργανωσιακής κουλτούρας ποιότητας μπορεί να οριστεί ως συμβολικός, κοινωνικός κονστρουκτιβισμός2 σύμφωνα 2. Κονστρουκτιβισμός: Καλλιτεχνική τάση που αναπτύχθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και χαρακτηρίζεται από ογκώδεις γεωμετρικές και αφηρημένες μορφές. 33 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ με τον οποίο το πανεπιστήμιο αυτοπροσδιορίζεται ως «γεννήτωρ της γνώσης» και κεντρικός φορέας για την ανάπτυξη της κοινωνίας. Η δεύτερη αντίληψη εκλαμβάνει την κουλτούρα ποιότητας ως βασικό ορ- γανωτικό και λειτουργικό παράγοντα (Ourchi, 1981; Deal & Kennedy, 1982; Peters & Waterman, 1982; Schein, 1985). Είναι βασισμένη στην υπόθεση ότι η οργανωσιακή κουλτούρα ποιότητας αποτελείται από ένα αντικειμενικό σύ- νολο αντικειμένων, τιμών και εννοιών που μπορεί να ποσοτικοποιηθεί και να μετρηθεί. Η φιλοσοφία αυτή μεταδίδεται στα μέλη της οργάνωσης με τη δια- δικασία της κοινωνικοποίησής τους. Η κατανόηση της στρατηγικής αυτής για το σχηματισμό της οργανωσιακής κουλτούρας ποιότητας είναι καταλληλότε- ρη για πανεπιστημιακά ιδρύματα προσαρμοσμένα στο σύγχρονο περιβάλλον. Οι περισσότερες πανεπιστημιακές οργανώσεις του σύγχρονου περιβάλ- λοντος χρησιμοποιούν συνδυασμό και των δύο αναφερόμενων αντιλήψεων. Ταυτόχρονα όμως αντιμετωπίζουν το δίλλημα πώς να σχεδιάσουν την κουλ- τούρα ποιότητας σύμφωνα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του περιβάλ- λοντός τους. Η συμβολή της Οργάνωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (E.U.A.) στην ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας Η Οργάνωση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (E.U.A.) σταθερά προσανατολισμέ- νη στην εκτίμηση ότι η διασφάλιση της ποιότητας πρέπει να αποτελεί κύριο στόχο του κάθε πανεπιστημίου για να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο υπηρεσι- ών στην εκπαίδευση των φοιτητών και στην έρευνα, εκπόνησε και δημοσίευ- σε μελέτη με τίτλο «Αναπτύσσοντας μία εσωτερική νοοτροπία (κουλτούρα) ποιότητας στα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια» [Έκθεση για τη νοοτροπία (κουλ- τούρα) ποιότητας 2002-2003 με την υποστήριξη του προγράμματος Σωκρά- της και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής]. Η μελέτη αυτή εκπονήθηκε με σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια να προβληματιστούν στο πώς να δημιουργήσουν και πώς να ενισχύσουν μία ποιοτική νοοτροπία (κουλτούρα) προσδιορίζοντας και συγκρίνοντας τις καλές πρακτικές αλλά και αναπτύσσο- ντας και εφαρμόζοντας αντίστοιχα σχέδια δράσης.3 Μελετώντας ειδικότερα την αναφερόμενη μελέτη παρατηρούμε ότι στό- χος της ήταν: 3. Στην ανάπτυξη του σχεδίου δράσης για την κουλτούρα ποιότητας του E.U.A. συμμετέχουν 137 εκπρόσωποι πανεπιστημίων από 29 Ευρωπαϊκές Χώρες που ανέλαβαν τη δέσμευση να αναπτύξουν μια πιο συστηματική εσωτερική κουλτούρα ποιότητας (VanDamme, 2003). 34 Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ • Η αύξηση της συνειδητοποίησης για την ανάγκη ανάπτυξης μιας εσω- τερικής κουλτούρας ποιότητας στα πανεπιστήμια και η εμπέδωσή της δια του παραδείγματος ποιοτικής διοίκησης με σκοπό την ποιοτική βελτίωση όλων των επιπέδων. • Η διασφάλιση της ευρείας διάδοσης των ήδη υπαρχουσών καλών πρακτικών. • Η βοήθεια των ιδρυμάτων να προσεγγίσουν εξωτερικές διαδικασίες ποιοτικής διασφάλισης κατά τρόπο εποικοδομητικό • Η συνεισφορά στη διακήρυξη της Μπολόνια, ενισχύοντας την ελκυ- στικότητα της ανώτατης εκπαίδευσης. Εδώ σημειώνουμε ότι η ανώτατη εκπαίδευση πάντα καθοδηγούνταν από την ανάγκη για ποιότητα και η μεγάλη εξάπλωση εξωτερικών διεθνών συστη- μάτων διασφάλισης της ποιότητας στην Ευρώπη αύξησε περισσότερο τις ανά- γκες των πανεπιστημίων να είναι πιο ξεκάθαρα στα πλαίσια της ποιότητας. Επίσης, επειδή η δημόσια (εξωτερική) υποχρέωση λογοδοσίας των πανεπι- στημιακών διοικήσεων έχει γίνει πιο απαιτητική και ως εκ τούτου πιο συστη- ματική, για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό οι εσωτερικές διαδικασίες να ανα- πτυχθούν περισσότερο και να γίνουν άμεσα ορατές στην κοινωνία. Λόγοι και παράγοντες, κατά την E.U.A., ανάπτυξης της δημόσιας - εξωτε- ρικής λογοδο­σίας, οι οποίοι ώθησαν τα πανεπιστήμια να γίνουν πιο ενεργη- τικά, αποτέλεσαν: • Η αυξημένη ανάγκη αυτονομίας από τις κυβερνήσεις, • Οι αυξημένες απαιτήσεις της λογοδοσίας και κυρίως αυτή που συνδέ- εται με εκτεταμένη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, • Η αυξανόμενη ανάγκη ύπαρξης περισσότερων οικονομικών πηγών, • Η ανάπτυξη της «κοινωνίας της γνώσης» και η αύξηση των προσδο- κιών της συνεισφοράς της ανώτατης εκπαίδευσης στις τοπικές, εθνι- κές και ευρωπαϊκές οικονομίες, • Η συνεχιζόμενη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης και των το- μέων της έρευνας, • Η αύξηση της διεθνοποίησης, η οποία μέσω συγκρίσεων, μεγιστοποί- ησε τις απαιτήσεις για την ποιότητα, • Η διεύρυνση της παγκοσμιοποίησης, η οποία οδηγεί στην εμφάνιση ανταγωνιστών στις μέχρι τώρα ασφαλείς διεθνείς «αγορές», όπως επίσης και η τάση έναντι της «εμπορευματοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Με βάση τα παραπάνω είναι φανερό ότι τα πανεπιστήμια δεν μπορούν πλέ- ον να εκφράσουν έτσι απλά τη δέσμευσή τους στην αριστεία. Θα πρέπει να ελέγξουν δραστικά τις δραστηριότητές τους και να αποδείξουν την ποιότητά τους σε όλους τους τομείς των υπηρεσιών τους και ειδικότερα στους αποδέ- 35 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κτες των εκπαιδευτικών διαδικασιών. Προκειμένου λοιπόν να επιτύχουν αυτό το σκοπό αποτελεσματικά, θα πρέπει να εκπληρωθούν μια σειρά από προϋ- ποθέσεις, όπως: Αυτονομία. Η αυτονομία των ιδρυμάτων είναι προϋπόθεση για την προώ- θηση της εσωτερικής τους ποιότητας. Τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυ- νατότητα ανάπτυξης μακροπρόθεσμων στρατηγικών σχεδίων με στόχο την ανάπτυξη του ποιοτικού ελέγχου των δραστηριοτήτων τους με εποικοδομη- τικό τρόπο. Αποτελεσματικότητα. Τα πανεπιστήμια θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά την εσωτερική και εξωτερική τους διακυβέρνηση, με σκοπό τη βελτιστοποίη- ση των αποφάσεων οι οποίες παίρνονται και οι οποίες δεσμεύουν τόσο τους φοιτητές όσο και το σύνολο των εμπλεκομένων, διασφαλίζοντας μια αποδο- τική διοικητική δομή και διαχείριση και αναπτύσσοντας εσωτερική και εξωτε- ρική επικοινωνιακή στρατηγική. Διαφάνεια. Όταν θα έχει αναπτυχθεί η εσωτερική ποιοτική κουλτούρα και τα πανεπιστήμια θα έχουν κάνει την ανασκόπηση των προγραμμάτων και δραστηριοτήτων τους, οι διαδικασίες εξωτερικής ευθύνης θα μπορέσουν να πάρουν τη μορφή μιας ιδρυματικής αξιολόγησης η οποία αξιολογεί την αρι- στεία και την υιοθέτηση των εσωτερικών ποιοτικών διαδικασιών (E.U.A., 2005). Βήματα προς την κουλτούρα ποιότητας Ο Οργανισμός Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (E.U.A.) επειδή ήδη από το 2003 έθεσε την κουλτούρα ποιότητας ως βασική του προτεραιότητα, για το λόγο αυτό διεξάγει πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχουν 89 πανεπιστήμια από 33 χώρες της Ευρώπης. Το πρόγραμμα βασίζεται στις παρακάτω αρχές, οι οποί- ες απορρέουν από τη φύση της μελέτης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πα- νεπιστημίων (βλ. σελ. 4). Βελτίωση: Οι διαδικασίες αξιολόγησης μπορούν να εφαρμόζονται με αδιά­ σπαστη αλληλουχία όλων των στοιχείων με στόχο την ανάπτυξη και βελτίω- ση του ιδρύματος στη βάση της υπευθυνότητας όλων των εμπλεκόμενων με- ρών στην διδασκαλία και έρευνα. Αυτογνωσία: Δραστηριότητα αφιερωμένη στην ενδυνάμωση των πανεπι- στημίων, η οποία παρέχει την ευκαιρία να γνωρίζουν τον εαυτό τους και να ελέγχουν εσωτερικά την ποιότητά τους, αποτελώντας, ταυτόχρονα, απαραί- τητο βήμα για την ανάπτυξη και το στρατηγικό τους σχεδιασμό. Ευρωπαϊκή προσπάθεια ανασκόπησης: Δραστηριότητα αφοσιωμένη στη δη- μιουργία του Ευρωπαϊκού χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, η οποία προσφέρει στα μέλη του την ευκαιρία για μία εξωτερική αξιολόγηση από ομάδα Ευρωπαί- ων ειδικών. Η ομάδα αυτή θα θέτει ερωτήσεις στο ίδρυμα οι οποίες θα σχε- τίζονται με τις προσπάθειές του προς τη σύγκλιση των ακαδημαϊκών τίτλων, 36 Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ την εφαρμογή του ECTS (European Credit Transfer and Accumulation System), τις συνεργασίες των ιδρυμάτων μεταξύ τους και τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Άνοιγμα στον κόσμο: Δραστηριότητα αφοσιωμένη στην ενδοπανεπιστη- μιακή συνεργασία με δέσμευση την αρχή της ενότητας, η οποία καθιστά τις υπηρεσίες διαθέσιμες παγκοσμίως, συνεισφέροντας με τον τρόπο αυτό στην ανάγκη για διάλογο μεταξύ των διαφόρων επιστημονικών περιοχών στα πλαί- σια της διασφάλισης της ποιότητας. Συμπεράσματα Η διασφάλιση της ποιότητας στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση γιατί η εκπαίδευση ως προϊόν δεν είναι μετρήσιμη. Για το λόγο αυτό η διασφάλιση επικεντρώνεται στις συνθήκες της εκπαιδευτικής δια­ δικασίας. Η ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας στους εκπαιδευτικούς οργανι- σμούς αποτελεί μια εκ των ων ουκ άνευ (sine qua non) φιλοσοφία/ προϋπό- θεση συλλογικής αίσθησης αποδοχής και πεποίθησης συνεχούς βελτίωσης των όρων και προϋποθέσεων κάτω από τους οποίους διεξάγεται η διδασκα- λία και η έρευνα. Οι πολλαπλές προσεγγίσεις και οι διαστάσεις των πληροφοριών που πα- ρέχουν αποδείξεις σχετικά με τα ποιοτικά προβλήματα που προετοιμάζουν το δρόμο για τα προγράμματα δράσης της εσωτερικής και της εξωτερικής αξι- ολόγησης επηρεάζονται από το κλίμα, τις αξίες, τα πιστεύω και τις συμπερι- φορές του ανθρώπινου δυναμικού αλλά και του βαθμού που ενστερνίζονται την κουλτούρα/ φιλοσοφία ποιότητας, η οποία καθοδηγεί την «καταλληλότη- τα των σκοπών και των βασικών προτύπων». Η προσφερόμενη στήριξη της ποιοτικής ηγεσίας των πανεπιστημίων στην ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας οδηγεί σε διαδικασίες προοδευτικού και προσαρμοστικού σχεδιασμού που ανταποκρίνονται στις δυναμικές απαιτή- σεις του περιβάλλοντος της ανώτατης εκπαίδευσης (Furrer, et al, 2000). Η ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας συμβάλλει στην κατανόηση των παραπάνω πολιτικών της ηγεσίας και η εσωτερική της δυναμική ενδυναμώνει την εναρ- μόνιση των αξιών, πεποιθήσεων και συμπεριφορών του ανθρώπινου δυναμι- κού, οι οποίες με τη σειρά τους δημιουργούν συνολικό κλίμα λειτουργικού συστήματος και πρακτικών. Στο νέο πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, με λιγότερη δημόσια χρηματοδό- τηση, αλλαγές στο ρόλο του κράτους, περισσότερη ακαδημαϊκή διοίκηση, αυ- τονομία και απαίτηση δημόσιας λογοδοσίας, τα πανεπιστήμια βρίσκονται αντι- μέτωπα με τα προβλήματα προσαρμογής, συντονισμού και αποτελεσματικής επικοινωνίας με την κοινωνία (Dill & Sporn, 1995). Ως εκ τούτου, η έννοια της 37 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ διασφάλισης της ποιότητας καθίσταται πλέον ταυτόσημη και άρρηκτα συν- δεδεμένη με τους στόχους, τις επιδιώξεις και την ανάπτυξη των πανεπιστη- μίων, η οποία προϋποθέτει ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας ως εσωτερική συνενέργεια περιβάλλοντος και ανθρώπινων πεποιθήσεων. Η συμβολή της Οργάνωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (EUA) στη μελέ- τη, διάδοση και εμπέδωση από τα μέλη της, πανεπιστήμια, της κουλτούρας/ φιλοσοφίας ποιότητας, αποτελεί προσπάθεια καθοριστικής σημασίας για τη διασφάλιση της ποιότητας του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης. Βιβλιογραφία Acito, F., McDougall, P. & Smith, D. (2008). “One hundred years of excellence in business education”. In: Business Horizons, 51 (1), 5-12. Ackroyd, S. & Cowley, P. (1990). “Can Culture Change be Managed?” In: Personnel Review, 19 (5), 3-13. Anthony, D. (1990). “The Paradox of the Management of Culture”. In: Personnel Review, 19 (4), 3-8. Corbett, L. & Rastick, K. (2000). “Quality performance and organizational culture”. In: International Journal of Quality and Reliability Management, 17 (1), 14-26. Deal, T. & Kennedy, A. (1982). Corporate Culture. Reading, MA: Addison-Wesley. E.M.E. (European Ministers of Education) (2007). London Communique - Towards the European Higher Education Area. London. E.U.A. (2005). Developing an Internal Quality Culture in European Universities. Report on the quality culture project 2002 - 2003. Brussels: European University Association asbl. Dill, D. & Sporn, R. (1995). The Implications of a Post-industrial Environment for the University. Pergamon Press: Oxford. Doherty, G. (1994). Developing quality systems in education. London: Routledge. Furrer, O., Shaw-Ching Liu, B. & Sudharsan D. (2000). “The relationship between culture and Service Quality Perceptions: Basis for Cross-Cultural Market Segmentation and Resource allocation”. In: Journal of Service Research, 2 (4), 355-371. Hill, S. (1991). “Why Quality Circles Failed but Total Quality may Succeed”. In: British Journal of Industrial Relations, 29 (4), 541-568. Likert, R. (1967). The Human Organization: Its Management and Value. New York, NY: McGraw-Hill. Meyerson, D. & Martin, J. (1997). “Culture Change”. In: Journal of Management Studies, 24 (6), 623-647. Μπήτρος, Γ. (1995). Το πρόβλημα της ποιότητας στην εκπαίδευση. Οικονομικός Ταχυδρόμος, 35-36. 38 Κώστας Φασούλης, Γιώργος Κουτρομάνος, Βασίλης Φασούλης Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Noranha, C. (2002). “Chinese cultural values and total quality climate”. In: Managing Service Quality, 12 (4), 210-223. Norton, M.S. (1984). “What’s so important about school climate?” In: Contemporary Education, 56 (1), 43-45. Ogbonna, E. & Harris, C. (2002). “Organization Culture”. In: Journal of Management Studies, 39 (5), 673-706. Ourchi, W. (1981). Theory Z: How American Business Can meet the Japanese Challenge. Reading, MA: Addison-Wesley. Peters, T. & Waterman, R. (1982). In Search of Excellence. New York: Harpen and Row. Potocan, V. (2008). Organization Culture. MBA, 13 (1-2), 13-18. Roueche, J.E. & Baker, G.A. (1986). Profiling Excellence in America’s Schools. Virginia: The American Association of School Administrators. Schneider, B. & Snyder, R.A. (1975). Some relationships between job satisfaction and organizational climate. Journal of Applied Psychology, 60 (3), 318-328. Schein, H. (1985). Organizational Culture and Leadership. Jossey - Bass: San Francisco. Van Damme, D. (2003). Standards and Indicators in Institutional and Programme Accreditation in Higher Education. Paper for UNESCO-CEPES. Περίληψη Η διασφάλιση της ποιότητας στην εκπαίδευση βασίζεται κυρίως σε όρους και προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες διεξάγεται η διδασκαλία και η έρευ- να. Στους όρους και προϋποθέσεις εντάσσεται και η ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας για την οποία όμως ανακύπτουν δύο ερωτήματα. α) Πώς οι εκπαι- δευτικοί οργανισμοί αντιλαμβάνονται το ρόλο και τη σημασία της κουλτού- ρας ποιότητας και β) ποιές πρακτικές ενστερνίζονται για την ανάπτυξή της. Στα πανεπιστήμια η κουλτούρα ποιότητας και η ανάπτυξή της ως έννοια κοινής αίσθησης αποδοχής και πεποίθησης συνεχούς βελτίωσης της εκπαι- δευτικής διαδικασίας, διακρίνεται από δυο κυρίως διαφορετικές αντιλήψεις και για το λόγο αυτό σήμερα τα πανεπιστήμια χρησιμοποιούν συνδυασμό στοι- χείων των διαφορετικών αυτών αντιλήψεων. Η οργάνωση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (EUA) στην προσπάθειά της να συμβάλλει στη διασφάλιση της ποιότητας εκπόνησε μελέτη για την ανάπτυ- ξη εσωτερικής κουλτούρας ποιότητας με σκοπό να δημιουργήσει κοινό πλαί- σιο δράσης στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης 39 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract The quality assurance in education is based on the terms and conditions which underlie the holding of teaching and research. Among the terms and conditions, the development of a quality culture is included, which arouses two questions: a) How the educational organizations comprehend the role and the meaning of quality culture and b) which practices they adopt for its development. In universities, the quality culture and its development as a concept shared sense of acceptance and belief of continuous improvement of the educational process is distinguished mainly by two different assumptions. Therefore universities today use a combination of these different data views. The European University Association (EUA) in its effort to contribute to the quality assurance elaborated a study for the development of an internal quality culture with the aim to create a framework for common action in the European Area of Higher Education (EHEA). Κώστας Φασούλης Αναπληρωτής Καθηγητής Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών Ιπποκράτους 20, Τ.Κ. 10680 Τηλ. 2103688457 , Fax 2103688468

[email protected]

Γιώργος Κουτρομάνος Διδάσκων (ΠΔ 407/80) Π.Τ.Δ.Ε. Παν/μίου Αθηνών

[email protected]

Βασίλης Φασούλης Υποψήφιος Διδάκτωρ Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών vasfasoulis@ primedu.uoa.gr 40 Γεώργιος Πασιάς Η “ΠΟΙΟΤΗΤΑ”, Η “ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ Η «ποιότητα», η «Ευρώπη των δεικτών» και οι πολιτικές των αριθμών Γεώργιος Πασιάς Εισαγωγή Η έννοια της «ποιότητας» αποτελεί κεντρικό διακύβευμα των σύγχρονων εκ- παιδευτικών πολιτικών σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Ως εκπαι- δευτικός ιδεότυπος η «ποιότητα» έχει πολυδιάστατο αναφορικό περιεχόμενο σε διάφορα επίπεδα ανάγνωσης (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, επιστημονι- κό) και ερμηνείας (συμβολικό, φαντασιακό, πραγματικό). Η ποιότητα εκφέρεται τόσο στο επίπεδο του θεσμικού «λόγου» όσο και σε αυτό των εκπαιδευτικών «πρακτικών» καθώς συνδυάζει εξειδικευμένο και επιστημονικά νομιμοποιη- μένο πλαίσιο αναφοράς, συνδέεται με διακριτές ιδεολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις, καθορίζει επιδιωκόμενους στόχους, χρησιμοποιεί εργαλεία και μέσα αξιολόγησης, ασκείται από συγκεκριμένους φορείς υλοποίησης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, επιβάλλει διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας, αποτυπώνει λειτουργίες σε συμβολικό και πραγματικό επίπε- δο, καταγράφει αποτελέσματα και εκροές (Πασιάς 2007). Στη διεθνή βιβλιογραφία δεν υπάρχει ένας αποδεκτός ορισμός για την έν- νοια της ποιότητας, η οποία θεωρείται ως ένας «όρος χαμαιλέων» (Vidovich 2001) που αποκτά σημασία ανάλογα με το πλαίσιο/επίπεδο αναφοράς (Harvey & Green 1993). Από τη δεκαετία του ΄90 επιχειρήθηκε η διαμόρφωση μιας ολι- στικής προσέγγισης της έννοιας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όροι όπως ο καθορισμός και επίτευξη προτύπων αριστείας (excellence standards), η άρι- στη σχέση σκοπού-αποτελέσματος (fitnes for purpose), η αποδοτική επένδυση (value for money), η διασφάλιση της ποιότητας (quality assurance), η αξιολό- γηση της ποιότητας (quality assessment), η βελτίωση της ποιότητας (quality improvement), η διαχείριση (quality management), η παρακολούθηση (quality monitoring) και ο συνολικός έλεγχος της ποιότητας (total quality control) (Van Damme 2000, Knight & Trowler 2000, Ursin 2007, Harvey & Stensaker 2008). Η ποιότητα στην «Ευρώπη των δεικτών» Η εισαγωγή της ‘ποιότητας’ στην εκπαίδευση προέρχεται από το χώρο της οι- κονομίας και των επιχειρήσεων, βασίζεται σε μια αντίληψη που δίνει έμφαση 41 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στον οργανωτικό σχεδιασμό, τη διαχείριση του κινδύνου (risk management), την πιστοποίηση και τις εκροές και συνδέεται άμεσα με την εισαγωγή και τη χρήση ‘τεχνο-διαχειριστικών’ όρων (ανταγωνιστικότητα, παραγωγικότητα, αποδοτικότητα, λογοδοσία, αποτελεσματικότητα) στο χώρο των δημοσίων υπηρεσιών (Morley & Rassol 2000, Borraz 2007). Στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση η «ποιότητα» εισήχθη στις αρχές της δεκα- ετίας του ΄90 τόσο ως ‘λόγος’ με την έννοια της «ποιοτικής εκπαίδευσης» (quality education) όσο ως ‘πρακτική’ με την έννοια της «ποιότητας στην εκ- παίδευση» (quality in education). Σταδιακά συνδέθηκε με μια «αλλαγή παρα- δείγματος» των πολιτικών της γνώσης στο πλαίσιο της συγκρότησης του ευ- ρωπαϊκού εκπαιδευτικού χώρου και προωθήθηκε μια «ολιστική» προσέγγιση στη διατύπωση και τη διαχείριση του περιεχομένου της που βασίζεται στην ποσοτικοποίηση και τη συγκριτική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πρακτικών και αποτελεσμάτων (Grek et al. 2009, Ozga 2011, Pasias & Roussakis 2012a). Καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 η «ποιότητα» εκφράστηκε στις ευρωπαϊκές πολιτικές (διαδικασίες της Λισαβόνας, της Μπολόνια και της Κο- πεγχάγης) οι οποίες, μεταξύ άλλων, στόχευσαν και στη συγκρότησης μιας μετρήσιμης «Ευρώπης της γνώσης» στο πλαίσιο της οποίας «νέες κατηγορί- ες εκπαιδευτικών δομών εφευρέθηκαν και ένας διαφορετικός ευρωπαϊκός χώ- ρος εκπαίδευσης δημιουργήθηκε, κυβερνώμενος από τους αριθμούς, τα πρό- τυπα και τους δείκτες ποιότητας» (Grek 2008:213). Από τις αρχές του 2000 το ιδεολόγημα της «Ευρώπης των δεικτών» ανα- γορεύτηκε σε βασική στοχοθεσία του λόγου και των πολιτικών της ΕΕ. Η ‘συ- γκρισιμότητα’ του εκπαιδευτικού αποτελέσματος μέσω της κατασκευής με- θόδων (Ανοιχτή Μέθοδος Συντονισμού) και εργαλείων αποτίμησης (δεικτών, προτύπων, κριτηρίων αναφοράς) δεν αποτέλεσε μόνον έναν τρόπο ‘γνώσης και επικοινωνίας μεταξύ των εκπαιδευτικών συστημάτων’ (Novoa & Lawn 2002, Room 2005, Πασιάς 2005) αλλά και μια διαδικασία επικύρωσης και νομιμοποί- ησης μιας πολιτικής που στηρίζεται στη ‘διακυβέρνηση των αριθμών’ (Grek 2008) και επιβάλλει μέσω διαδικασιών συγκριτικής αξιολόγησης την προσαρ- μογή σε κοινούς στόχους, κοινά αποδεκτά πρότυπα (standards), δείκτες, με- θόδους και πλαίσια αναφοράς (Πασιάς 2005, Lawn 2011). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 η «ποιότητα» αποτέλεσε βασι- κό σημείο αναφοράς των πολιτικών του «τριγώνου της γνώσης» (εκπαίδευ- ση-έρευνα-καινοτομία), αναλύθηκε σε υποστόχους και κεντρικά ζητήματα, τροφοδοτήθηκε από ένα σύνολο ad hoc πολιτικών, διαδικασιών και κανόνων, αποτιμήθηκε με δείκτες ποιότητας, κριτήρια αναφοράς και πλαίσιο προσό- ντων, υποστηρίχθηκε από διεθνείς μηχανισμούς μέτρησης, αξιολόγησης και διασφάλισης της ποιότητας της εκπαίδευσης (Πασιάς 2007). 42 Γεώργιος Πασιάς Η “ΠΟΙΟΤΗΤΑ”, Η “ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ Η «Ποιότητα» ως δίκτυο ‘λόγων’ και πολιτικών Γύρω από την έννοια της «ποιότητας» έχει διαμορφωθεί ένα σύγχρονο δίκτυο λόγων και πολιτικών το οποίο επηρεάζεται από το σχηματισμό νέων γεωγρα- φιών της γνώσης, ελέγχεται από τη συγκρότηση νέων γεωμετριών της εξου- σίας και συνιστά ένα χάρτη αποτύπωσης των ‘καθεστώτων αλήθειας’ και ένα διάγραμμα των νέων σχέσεων ‘εξουσίας-γνώσης’ μεταξύ εκπαίδευσης, κρά- τους και αγοράς (Φλουρής & Πασιάς 2012, Pasias & Roussakis 2012b). To δίκτυο των λόγων και των πολιτικών για την ποιότητα, στο πλαίσιο της συ- γκρότησης του νεο-ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού χώρου, συνδέεται, μεταξύ άλλων: α) με αλλαγές στην έρευνα, παραγωγή και τη διάχυση της γνώσης, με έμ- φαση στις υβριδικές μορφές της γνώσης και στις πολιτικές του «τριγώνου της γνώσης» (εκπαίδευση, έρευνα, καινοτομία) (Gibbons et al. 1994, Hellström & Raman 2001, Οzga 2008). β) με αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ ‘κράτους και αγοράς’ και μεταξύ ‘δη- μόσιου/ιδιωτικού’ που προκαλούν το βαθύ πυρήνα των σχέσεων μεταξύ της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής και συνοδεύονται από νέες ανα- λυτικές και ερμηνευτικές θεωρήσεις, όπως ο νεοφιλελευθερισμός, ο νέος δι- ευθυντισμός, η νέα δημόσια διοίκηση, το κράτος-αξιολογητής, (Bleikley 1998, Deem & Brehony 2005, Ball 2009). γ) με αλλαγές στις μορφές διακυβέρνησης (Governance turn) που συνδέ- ονται με τη μετάβαση από την έννοια της ‘κυβέρνησης’ (government) σε αυ- τήν της ‘διακυβέρνησης’ (governance) (Ozga 2009) στο πλαίσιο της οποίας προωθούνται μορφές «ήπιας» διακυβέρνησης (soft governance) (Lawn 2006, Yat Wai Lo 2011) και διαδικασίες διακυβέρνησης/ελέγχου εξ αποστάσεως (governance/ steering at a distance) ) (Vidovich 2002). Στο πλαίσιο των παραπάνω θεωρήσεων προτείνεται μια διάκριση μεταξύ δύο ‘τύπων’ ελέγχου της ποιότητας μέσω των οποίων περιγράφεται η μετά- βαση από την έμφαση στην διοικητική αξιολόγηση, στην παρακολούθηση και στον έλεγχο από εξωτερικούς συντελεστές (Quality Type I), προς την ανά- πτυξη εσωτερικών διαδικασιών που αφορούν στη διαχείριση, στη βελτίωση, στη διασφάλιση και στον έλεγχο εξ αποστάσεως (Quality Type ΙI) (Knight & Trowler 2000, Ursin, 2007). 43 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ευρώπη των δεικτών Νέος Κοινωνία & Συγκριτική Διευθυντισμός κουλτούρα ελέγχου Νεοφιλελευθερισμός Αξιολόγηση Managerialism Audit culture Neoliberalism Benchmarking New Public Audit society Standardization Management Αξιολόγηση Κράτος Αξιολογητής Evaluation Evaluative state Assessment Νέες μορφές διακυβέρ- Λογοδοσία νησης Accountability New Governance Governmentality Διακυβέρνηση & Έλεγχος Επιτήρηση Η «Ποιότητα» εξ αποστάσεως Surveillance ως δίκτυο Governance and λόγων και πολιτικών Steering at a distance Quality Ανοιχτή Μέθοδος Συντο- Επιτελεστικότητα as a network νισμού Performativity of discourses and practices Open Method of Coordination Διασφάλιση, έλεγχος και πιστοποίηση Οργανισμοί Διασφάλισης της ποιότητας της Ποιότητας Quality Assurance International QA Agencies Quality control National Stakeholders Accreditation Αλλαγές στο Ανάπτυξη & βελτί- χώρο της γνώσης ωση Εκπαίδευση, άριστη σχέση Έρευνα, Αποτελεσματικότητα σκοπού-αποτελέ- Αγορές / πελάτες κατανα- Καινοτομία Αποδοτικότητα σματος λωτές αποδοτική επένδυση Knowledge & Effectiveness Academic Markets/consumers Innovation Efficiency development Value for money Teaching & and improvement Learning Student satisfaction Institutional Fitness for purpose research Οι παραπάνω αλλαγές θεωρείται ότι αποτελούν μέρος ενός νέου εκπαι- δευτικού ‘παραδείγματος’, ενός νέου εκπαιδευτικού πολιτισμού, ενός νέου καθεστώτος διακυβέρνησης της εκπαίδευσης με κύρια, μεταξύ άλλων, χα- ρακτηριστικά: α) Μια νέα ανάγνωση των κοινωνικών θεσμών και των εκπαιδευτικών πρα- κτικών που στηρίζεται στην επικράτηση ενός «αγοραίου» νεοφιλελευθερισμού, αντλεί από το λόγο και τις πρακτικές των σύγχρονων διεθνών οικονομικών ορ- 44 Γεώργιος Πασιάς Η “ΠΟΙΟΤΗΤΑ”, Η “ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ γανισμών (OECD, WB, IMF, WTO/GATS) και συνοδεύεται από την επικράτηση της εξουσίας των τεχνοκρατών (expertise, eurocrats), την επιβολή μιας τεχνο- κρατικής ιδεολογίας με έμφαση στην επιχειρηματική λογική (entrepreneurial rationale) και την προώθηση “ήπιων” μορφών διεύθυνσης και διαχείρισης της εκπαίδευσης (Rutkofski 2007). Στο πλαίσιο της παραπάνω ανάγνωσης το σχολείο θεωρείται ως «οργανισμός μάθησης» και το εκπαιδευτικό σύστημα εκλαμβάνεται ως ένας ουδέτερος επιχειρησιακός οργανισμός εισροών-εκρο- ών που έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίζει τις διάφορες εισροές σε επι- θυμητά αποτελέσματα. Η «μάθηση» αναφέρεται πλέον σε ένα «περιβάλλον μάθησης» προσαρμοσμένο σε δυνατότητες, περιορισμούς, απαιτήσεις και προσδοκίες της αγοράς, εντάσσεται σε ένα οργανωμένο αγοραίο περιβάλ- λον ζήτησης και προσφοράς αναγκών, όπου οι ανάγκες (της αγοράς) καθο- ρίζουν την αξιολόγησης της μάθησης με όρους της ποιότητας που η ίδια (η αγορά) έχει καθορίσει! Η ανάγνωση ολοκληρώνεται με την κατασκευή ενός νέου λεξιλογίου που διατρέχεται από οικονομικές έννοιες όπως ανταγωνιστι- κότητα, παραγωγικότητα, προσαρμοστικότητα, ευελιξία, αποτελεσματικότη- τα αποδοτικότητα, αναλωσιμότητα (Πασιάς 2007). β) Τη θέσπιση και την εξάπλωση μιας «κουλτούρας ελέγχου» (audit culture) (Strathern 2000) στο πλαίσιο της διαμόρφωσης μιας «κοινωνίας ελέγχου» (society of control) (Power 1997) με ολοκληρωτικό περιεχόμενο και με βάση ένα σύστημα διαχείρισης εταιρικού χαρακτήρα (Martinez 2011), βασισμένο στην ποσοτικοποίηση των εκπαιδευτικών δεδομένων, την επίτευξη καθορι- σμένων μετρήσιμων στόχων και την εγκαθίδρυση τεχνολογιών ‘επιτήρησης’, ‘επιτέλεσης’, ‘θέασης’ και ‘λογοδοσίας’ (Πασιάς 2005). Το πλαίσιο της κουλ- τούρας ελέγχου συμπληρώνεται από ένα πλαίσιο μιας «κουλτούρας επιτέλε- σης και λογοδοσίας» (performativity and accountability culture) (Gleeson & Husbands 2001, Shore 2004) και συνοδεύεται από την προώθηση της «διακυ- βέρνησης εξ αποστάσεως» η οποία βασίζεται στην ανάπτυξη δικτύων οριζό- ντιου χαρακτήρα μεταξύ σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (networks & clusters), δίνει έμφαση στην ανάπτυξη εθελοντικού χαρακτήρα σχέσεων και δράσεων χωρίς να απαιτείται νομικό πλαίσιο δέσμευσης και μέτρα συμμόρφωσης και υποδεικνύει την εσωτερίκευση προστακτικών οι οποίες έως τώρα επιβάλλο- νταν/ασκούνταν από εξωτερικούς παράγοντες (Lawn 2006, Alexiadiou 2007). Ταυτόχρονα επιβάλει την αποδοχή και υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου κοινού πλαισίου λειτουργίας, αξιολόγησης και λογοδοσίας το οποίο βασίζεται στην εκτεταμένη χρήση δεικτών και κριτηρίων και προτύπων, νομιμοποιείται από την επιστημονική κοινότητα και ελέγχεται από τα δίκτυα των τεχνοκρατών (Shore 2008, Normand 2010). Το πλαίσιο ολοκληρώνεται με την ανάθεση της διαδικασίας του «ελέγχου εξ αποστάσεως» σε διεθνείς φορείς αξιολόγησης και σε διακρατικούς οργανισμούς διασφάλισης της ποιότητας. 45 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Οι πολιτικές των αριθμών και ο νέος εκπαιδευτικός αποικισμός Οι σύγχρονοι ιδεότυποι της κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης, οι γεω- γραφίες της γνώσης και οι γεωμετρίες της εξουσίας συνδέονται με την αφή- γηση ενός νέου σύγχρονου αποικισμού στο χώρο της εκπαίδευσης, του αποικισμού της γνώσης. Ενός αποικισμού χωρίς μητρόπολη, μιας αυτοκρα- τορίας χωρίς αποικίες, ενός ηγεμονισμού χωρίς αυλή. Ο νέος αποικισμός είναι άυλος, ρευστός, μη εδαφικός, ελέγχεται από τη γνώση, ασκεί εξου- σία, εκφράζει ιδέες, παράγει υλικά και συμβολικά σημαίνοντα, αναπτύσσει πρακτικές, στηρίζεται στις νέες τεχνολογίες, καθορίζει ροές, κυκλοφορεί μέσα από δίκτυα. Ένα μέρος του ‘λόγου’ του νέου αποικισμού αφορά στις «γεωγραφίες της γνώσης» και αναφέρεται στη διαμόρφωση ενός εκπαιδευτικού χώρου ο οποίος διαρθρώνεται σε πολλαπλά επίπεδα (glonacal agency/ Marginson & Rhoades 2002), διαμορφώνει τόπους (scapes/ Appadurai 1996), διατρέχεται από ροές (flows/ Robertson 2005), διαμεσολαβείται από δίκτυα (networks/ Castells 1998), ελέγχεται από διακρατικούς φορείς (EU, OECD, IMF, WB, WTO) και επιδιώκει τη συγκρότηση μιας παγκόσμιας εκπαιδευτικής ‘ατζέντας’ (Dale 2000, Rizvi & Lingard 2010) που ελέγχεται από τα κράτη, τους διακρατικούς οργανισμούς και την τεχνοκρατική ελίτ στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης των οικονομι- κών σχέσεων και της επικυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και του διεθνο- ποιημένου καπιταλισμού (Moutsios 2010). Ένα άλλο μέρος του λόγου αφορά στις «γεωμετρίες της εξουσίας» που περιλαμβάνουν τις σχέσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, κράτους και αγο- ράς, τον μετασχηματισμό του κράτους, τις σχέσεις διακυβέρνησης, την επι- τήρηση και το έλεγχο. Στο νέο εκπαιδευτικό τοπίο (edu-scape) δεν υπάρχουν σύνορα, ο λόγος διαπερνά τις επικράτειες, ο χώρος αυξάνεται, παγκοσμιο- ποιείται, το κράτος περιορίζεται, χάνει μέρος από την ισχύ του, από την υπε- ροχή του, μεταφέρει τις αρμοδιότητες σε εξωεθνικούς παράγοντες, συμ- μετέχει σε διαδικασίες που δεν ελέγχονται από το ίδιο, συναποφασίζει για αλλαγές που επηρεάζουν την ύπαρξη και την υπόστασή του, διαβρώνεται, μεταλλάσσεται, αποδομείται. Οι χάρτες των νέων σχέσεων ‘γνώσης-εξου- σίας’ κατασκευάζονται από διεθνείς και διακρατικούς οργανισμούς και έν- νοιες όπως ο διεθνισμός, η υπερεθνικότητα, η μετα-εθνικότητα, ο διακρατι- σμός, ο διακυβερνητισμός αποτελούν βασικούς όρους της ανάγνωσης στο διεθνές περιβάλλον. Δύο κεντρικές ερμηνευτικές έννοιες στη διαμόρφωση του νέου εκπαιδευ- τικού τοπίου είναι αυτές της «διακυβέρνησης» και του «ελέγχου». Η ανοιχτό- τητα του οικονομικού άρα και του εκπαιδευτικού συστήματος επιβάλλει τη διαμόρφωση νέων συστημάτων διακυβέρνησης και ελέγχου, ριζικά διαφο- 46 Γεώργιος Πασιάς Η “ΠΟΙΟΤΗΤΑ”, Η “ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ρετικών από τα παραδοσιακά συγκεντρωτικά, ιεραρχικά και πειθαρχικά συ- στήματα με δεσπόζουσες τις εξουσίες του ισχυρού κράτους. Στις σύγχρονες «κοινωνίες του ελέγχου» (societies of control) η επιτήρηση δεν είναι ορατή, ο έλεγχος είναι ‘εσωτερικός’, η διακυβέρνηση πραγματοποιείται από απόστα- ση (Deleuze 1992). O ιδεότυπος της ποιότητας και οι «πολιτικές των αριθμών» (policy by numbers) δεν είναι απλώς παρούσες αλλά κατέχουν κυρίαρχη θέση στην πα- ραπάνω ανάγνωση. Ο δεσμός «ποιότητας και ελέγχου» (audit/quality nexus) θεωρείται καθοριστικό στοιχείο των σύγχρονων ‘πολιτικών της γνώσης’ (Pasias & Roussakis 2012b). Ο εκπαιδευτικός χώρος πρέπει να καταστεί ορατός, δια- φανής και συγκρίσιμος μέσα από την τυποποίηση, τη μετρησιμότητα, την επι- τελεστικότητα, την αποτελεσματικότητα. Οι δείκτες και τα κριτήρια ποιότη- τας «αποτελούν το νέο αίμα της εκπαίδευσης» (Ozga et al. 2011), τα standards «συνιστούν βασικά συστατικά στοιχεία στη διακυβέρνηση της νέας οικονομίας της εκπαίδευσης» (Lawn 2011). Ταυτόχρονα, το νέο πλαίσιο της επιτήρησης αφορά στον έλεγχο των υποκειμένων (ατομικών και συλλογικών) μέσα από δι- αδικασίες ενσωμάτωσης, αφομοίωσης, επιλεκτικής συμμετοχής, υπόρρητης άσκησης της εξουσίας, αυτοκυβέρνησης και αυτοελέχου. Παράλληλα συμπλη- ρώνεται από πρακτικές συμμετοχής, διαβούλευσης, διαφάνειας, ομοιοστασί- ας, αποδοχής, ισομορφισμού και εναρμόνισης, πλαισιώνεται με επιστημονική νομιμοποίηση και τεχνοκρατική επικύρωση και υποστηρίζεται από τεχνολο- γίες επιτήρησης, λογοδοσίας και θέασης στην προοπτική της δια­μόρφωσης ενός εκπαιδευτικού ‘Πανοπτικού’ (Πασιάς 2005). Οι «πολιτικές των αριθμών» και οι πολιτικές για την ποιότητα είναι παρού- σες στη διαμόρφωση της «κοινωνίας ελέγχου», στην κατασκευή της «μετρή- σιμης Ευρώπης της γνώσης», όπως είναι παρούσες στη σύγχρονη οικονομι- κή κρίση και στην εξελισσόμενη εκπαιδευτική και κοινωνική δυστοπία. Και ως τέτοιες δεν μπορούμε να τις σκεφτούμε ανεξάρτητα από τους λόγους που τις νομιμοποιούν και τις πρακτικές που τις υποστασιοποιούν. Η κριτική των λόγων και των πρακτικών δεν αφορά μόνον στο τι λέγεται, το πώς διατυπώ- νεται αλλά και ποιος το λέει, πώς το παράγει, πότε, πού και με ποια εξουσία. Βιβλιογραφία Alexiadiou, Nausika (2007). “The Europeanisation of education policy: Researching changing governance and ‘new’ modes of regulation”. In: Research in Comparative and International Education, 2(2). 102–116. Appadurai, Ariun (1996). Modernity at Large. Cultural Dimensions of Globalization, Minnesota: University of Minnesota Press. 47 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ball, Stephen (2003). “The teacher’s soul and the terrors of Performativity”. In: Journal of Educaion Policy, 18(2), 215-228. Ball, Stephen (2009). ‘Privatising education, privatising education policy, privatising educational research: network governance and the ‘competition state’’. In: Journal of Education Policy, 24(1), 83-99. Bleiklie Ivar (1998). “Justifying the Evaluative State: New Public Management ideals in higher education”. In: European Journal of Education, 33 (3), 299-316. Borraz, Olivier (2007). “Governing Standards: The Rise of Standardization Processes in France and in the EU”. In: Governance: An International Journal of Policy, Administration, and Institutions, 20 (1), 57-84. Castells, Μanuel (1998). The Information Age: Economy, Society and Culture. Vol. I:: The Rise of the Network Society, Oxford: Blackwell. Dale, Roger (2000). “Globalisation and education: Demonstrating a ‘common world education culture’ or locating a ‘globally structured educational agenda”. In: Educational Theory, 50 (4), 427–48. Deem, Rosemary & Brehony, K (2005). “Management as ideology: the case of ‘new managerialism’ in higher education”. In: Oxford Review of Education, 31 (2), 217–235. Deleuze, Gilles (1992). “Postscript on the Societies of Control”. In: October, MIT Press, Cambridge, MA, (59), 3-7. Gibbons, Michael et al. (1994). The New Production of Knowledge. The Dynamics of Science and Research in Contemporary Societies. London: Sage. Gleeson, Dennis & Husbands, Christofer (eds) (2001). The Performing School: managing, teaching and learning in a performance culture, London: Routledge. Grek, Sotiria (2008). “From Symbols to Numbers: the shifting technologies of education governance in Europe”, In: European Educational Research Journal, 7 (2), 208-218. Grek, Sotiria, Lawn, Martin, Lingard, Bob & Varjo, Janne (2009), “North by northwest: quality assurance and evaluation processes in European education”, In: Journal of Education policy, 24 (2), 121-133. Harvey, Lee & Green, Diana (1993). “Defining quality”. In: Assessment and Evaluation in Higher Education, 18(1), 9-34. Harvey, Lee & Stensaker, B (2008). “Quality Culture: understandings, boundaries and linkages”. In: European Journal of Education, 43 (4), 427-442. Hellström, Tomas & Raman, Sujatha (2001). “The commodification of knowledge about knowledge: knowledge management and the reification of epistemology’, In: Social Epistemology, 15(3), 139-154. Knight, Peter & Trowler, Paul (2000). Editorial. In: Quality in Higher Education, 6(2), 109-14. Lawn, Martin (2006). “Soft Governance and the Learning Spaces of Europe”. In: Comparative European Politics, 4 (2-3), 272-288. Lawn, Martin (2011). “Standardizing the European Education Policy Space”. In: 48 Γεώργιος Πασιάς Η “ΠΟΙΟΤΗΤΑ”, Η “ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ European Educational Research Journal, 10 (2), 259-272. Marginson, Simon & Rhoades, Gary (2002). “Beyond National States, Markets, and Systems of Higher Education: A Glonacal Agency Heuristic”. In: Higher Education, 43, 281–309. Martinez, Daniel (2011). “Beyond disciplinary enclosures : Management control in the society of control”. In: Critical Perspectives on Accounting, 22, 200-211.  Normand, Romuald (2010). “Expertise, Networks and Indicators: the construction of the European strategy in education”. Ιn: European Educational Research Journal, 9 (3), 407-421. Morley, Louisse & Rassool Naz (2000). “School effectiveness : new managerialism, quality and the Japanization of education”. In: Journal of Educaion Policy, 15 (2), 169-183. Moutsios, Stavros (2010). “Power, politics and transnational policy-making in education”. In: Globalisation, Societies and Education, 8(1), 121-141. Novoa, Antonoa & Lawn, Martin (eds) (2002), Fabricating Europe: The Formation of an Education Space, Dordrecht: Kluwer Academic. Ozga, Jenny (2008). “Governing Knowledge: research steering and research quality”, In: European Educational Research Journal, 7(3), pp. 261-272. Ozga, Jenny (2009). “Governing education through data in England: from regulation to self-evaluation”. In: Journal of Education Policy, 24 (2), 149-162. Ozga, J, Dahler-Larsen, P, Segerholm, C & Simola, H (eds) (2011), Fabricating Quality in Education: Data and Governance in Europe, London: Routledge. Pasias, George & Roussakis, Yannis (2012a). “Current “Policies of Knowledge” in the European Union: Mapping and critically assessing “Quality” in a “Measurable” Europe of Knowledge. In: Revista Espanola de Education Comaparada, (forthcoming). Pasias, George & Roussakis, Yannis (2012b). “Who marks the bench?”. A critical review of the neo-European educational “paradigm”. In: Proceedings of the International Conference on Critical Education, University of Athens 12-16 July 2011, (forthcoming). Πασιάς, Γεώργιος (2005). «Η ‘ΑΜΣ’ ως πολιτική ‘εκμάθησης’, ως πρακτική ‘θέα- σης’ και ως τεχνολογία ‘επιτήρησης’». Στο: Συγκριτική και Διεθνής Εκπαιδευ- τική Επιθεώρηση, τ.5, 13-49. Πασιάς, Γεώργιος (2007). «Το διακύβευμα της ‘ποιότητας’ στην εκπαιδευτική πο- λιτική της ΕΕ. Πολιτικές σύγκλισης, συστήματα αποτίμησης και τεχνολογίες επιτήρησης». Στο: Η Ποιότητα του Εκπαιδευτικού Έργου: από την Αποτύπωση του Συστήματος στο Σχεδιασμό Παρεμβάσεων, σσ.30-39, Αθήνα: Κέντρο Εκ- παιδευτικής Έρευνας. Power, Michael (1997). “From Risk Society to Audit Society”. In: Soziale Systeme 3 (1), 3-21. Robertson, Susan (2005). “Re-imagining and rescripting the future of education: Global knowledge economy discourses and the challenge to education 49 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ systems”. Comparative Education. 41(2), 151–70. Rizvi, Fazal & Lingard, Bob (2010). Globalising Education Policy. Abington,UK: Routledge Room, Graham (2005). “Policy Benchmarking in the European Union”. In: Policy Studies, 26(2), 117 -132. Rutkofski, David (2007). “Converging us softly: how intergovernmental organizations promote neoliberal education policy”. In: Critical Studies in Education, 48 (2), 229-247. Shore, Chris (2004). “Whose Accountability? Governmentality and the Auditing of the Universities”. In: Parallax, 10 (2), 100-116. Shore, Chris (2008). “Audit culture and Illiberal governance: Universities and the politics of Accountability”, In: Anthropological Theory, 8 (3), 278-298. Strathern, Marilyn (ed) (2000). Audit cultures: Anthropological studies in accountability, ethics, and the Academy. London: Routledge. Ursin, Jani (2007). In quality we trust? The case for quality assurance in Finnish universities. In Epstein, D et al. (eds.) (2007). Geographies of Knowledge, Geometrics of Power: Higher Education in the 21st Century, World Year Book of Education 2007. London: Routledge Falmer. Van Damme, Dirk (2000). “Internationalization and quality assurance: Towards worldwide accreditation?”.In: European Journal for Education Law and Policy, 4, 1-20. Vidovich, Lesley (2001). “That Chameleon ‘Quality’: the multiple and contradictory discourses of ‘quality’ policy in Australian higher education”. In: Discourse: Studies in the Cultural Politics of Education, 22:2, 249 – 261. Vidovich, Lesley (2002). “Quality assurance in Australian higher education: globalization and “steering at a distance”.In: Higher Education, 43(30,391-408. Yat Wai Lo, W (2011). “Soft power, university rankings and knowledge production: distinctions between hegemony and self-determination in higher education”. In: Comparative Education, 47:2, 209-222 Φλουρής, Γ & Πασιάς, Γ (2012). «Το Πανεπιστήμιο στην κοινωνία της «κρίσης»: γεωγραφίες της γνώσης, γεωμετρίες της εξουσίας και η διαχείριση του δια- κυβεύματος». Στο: Β. Οικονομίδης (επιμ), «Ελληνική Παιδαγωγική και Εκπαι- δευτική Έρευνα», Πρακτικά του 7ου Πανελληνίου Συνεδρίου της Π.Ε.Ε (19- 21/11/2010), Ρέθυμνο, (υπό δημοσίευση). Abstract This paper examines critically the ideotype of “quality” in the frame of the European Union discourses and policies. It consists of three sections: The first section refers to the concept “quality” in the context of a “measurable Europe 50 Γεώργιος Πασιάς Η “ΠΟΙΟΤΗΤΑ”, Η “ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ of Knowledge”. The second section reviews quality as a network of discourses and practices influenced by an economic “technocratic-managerial” rationale. In the third section, the “audit/quality” nexus in the context of a “policy by numbers” colonization of the European education policy space is examined. Γεώργιος Πασιάς Επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Φ.Π.Ψ, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, ΤΚ 157 03, τηλ. 210-7277500.

[email protected]

51 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η διασφάλιση ποιότητας μέσω εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής και εσωτερικής αξιολόγησης εκπαιδευτικών μονάδων Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά Εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική εκπαιδευτικών μονάδων Ένας τρόπος για να αναδειχθεί και να συμμετάσχει ουσιαστικά η εκάστοτε εκ- παιδευτική μονάδα στα εκπαιδευτικά δρώμενα σε διάφορα επίπεδα, τοπικά, εθνικά ή και διεθνή, είναι η άσκηση εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοιου είδους εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική συνίσταται σε παρεμβάσεις της εκπαιδευτικής μονάδας σε θέματα αναλυτικού προγράμματος, διδασκα- λίας, κατανομής εξουσιών στην εκπαιδευτική μονάδα, διαχείρισης και αξιο- ποίησης υλικών, υποστήριξη και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, κατα- νομή χρόνου και οικονομικών της εκπαιδευτικής μονάδας1. Οι παρεμβάσεις αυτές της εκπαιδευτικής μονάδας και οι αποφάσεις που παίρνει «λαμβάνονται μέσα στο πλαίσιο κρατικών ή εθνικών πολιτικών και οδηγιών», οι οποίες έχουν χαρακτήρα γενικών αρχών χωρίς εξειδικευμένες λεπτομέρειες (Μαυρογιώρ- γος, 1999: 142). Με αυτόν τον τρόπο η εκπαιδευτική μονάδα δεν είναι απλά φορέας μιας συγκεκριμένης εκπαιδευτικής πολιτικής διαμορφωμένης άνωθεν, αλλά αποτελεί η ίδια βασικό στέλεχος διαμόρφωσης εσωτερικής εκπαιδευτι- κής πολιτικής και ο σύλλογος διδασκόντων μπορεί να λαμβάνει ουσιαστικές αποφάσεις. Αυτό εκφράζει στην ουσία τα όρια αυτονομίας της εκπαιδευτι- κής μονάδας στην άσκηση του διδακτικού, παιδαγωγικού και εκπαιδευτικού έργου του ανθρώπινου δυναμικού της και επιτυγχάνεται με την επιστημονική και επαγγελματική κατάρτιση του εκπαιδευτικού προσωπικού και την ανάπτυ- ξη συνεργασίας με γονείς και τοπικούς φορείς (Μαυρογιώργος, 1999: 141). Για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς αυτό σημαίνει δυνατότητα να αξιο- ποιήσουν την επαγγελματική τους εμπειρία και τις δεξιότητες επικοινωνίας και «να αναπτύξουν εκείνες τις διαδικασίες που απαιτούνται για την αντιμε- τώπιση ιδιαιτεροτήτων» (Μαυρογιώργος, 1999: 141). Αναφορικά με την κατάσταση στον ελληνικό εκπαιδευτικό χώρο, το ελ- ληνικό εκπαιδευτικό σύστημα λόγω του συγκεντρωτικού του χαρακτήρα δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια αυτονομίας, πρωτοβουλίας και χάραξης ιδιαίτε- 1. Αναλυτικότερα σχετικά με τους τομείς εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής και παρέμβασης μιας εκπαιδευτικής μονάδας βλ. Μαυρογιώργος (1999: 141-143). 52 Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ρης εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής σε κάθε εκπαιδευτική μονάδα, γε- γονός το οποίο δεν δίνει τη δυνατότητα σχεδιασμού, παρέμβασης, καινοτο- μιών, διαμόρφωσης εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής στην εκπαιδευτική μονάδα. Όπως τονίζει ο Μαυρογιώργος (1986: 11) σε ένα άρθρο του σχετι- κά με την εκπαιδευτική πολιτική έχοντας ως παράδειγμα τις σχολικές βιβλι- οθήκες, «το κράτος χάρη στις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, όχι μόνο δεν ‘εκ- χωρεί’ τον έλεγχο στους ενδιαφερόμενους φορείς αλλά αντίθετα επεκτείνει τον έλεγχό του στο όνομα της λαϊκής συμμετοχής». Αυτή η θέση μπορεί να αναχθεί και στην περίπτωση της διαμόρφωσης εσωτερικής εκπαιδευτικής πο- λιτικής της εκπαιδευτικής μονάδας, των ορίων αυτονομίας ή εξουσίας της. Ουσιαστικό τμήμα της εσωτερικής πολιτικής μιας εκπαιδευτικής μονάδας αποτελεί η διοίκηση ολικής ποιότητας, η οποία προσεγγίζει διαφορετικά την επιχειρησιακή φιλοσοφία διοίκησης και περιλαμβάνει όλες εκείνες τις δρά- σεις και δραστηριότητες που οδηγούν στην ικανοποίηση του «πελάτη» μέσω της πλήρους αξιοποίησης δυνατοτήτων του υπάρχοντος υλικού, έμψυχου ή μη. Ως εκ τούτου, προκειμένου να σχεδιαστεί και κατόπιν αυτού να εφαρμο- σθεί η εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική στο πλαίσιο δράσης και εξέλιξης της εκπαιδευτικής μονάδας λαμβάνεται ως καταλυτική κατευθυντήρια γραμμή η διοίκηση ολικής ποιότητας. Εσωτερική αξιολόγηση εκπαιδευτικών μονάδων Αναπόσπαστο στάδιο της διοικητικής λειτουργίας και της εφαρμογής εσωτε- ρικής εκπαιδευτικής πολιτικής μιας εκπαιδευτικής μονάδας είναι ο έλεγχος ή η αξιολόγηση. Η επεξεργασία των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης έχει ως σκοπό τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων, της κατανομής των πόρων και του επιπέδου υπευθυνότητας (OCDE 1997)2 και τη «σύγκριση των επιτευχθέ- ντων αποτελεσμάτων σε σχέση με τους διατυπωθέντες αρχικά σκοπούς και στόχους, τους οποίους καλούνται να εξυπηρετήσουν τα προγράμματα αυτά» (Κουτούζης & Χατζηευστρατίου, 1999: 18). Μια τέτοια διαδικασία οφείλει να γίνεται με εύχρηστο και αντικειμενικό τρόπο και να οδηγεί σε συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα ή όχι διαφόρων προγραμμάτων. Όπως διαφαίνεται, η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου είναι «μια συνολικότερη έννοια και περιλαμβάνει την ταυτόχρονη αξιολόγηση όλων των παραγόντων, 2. Στο: Κουτούζης, Μ. & Χατζηευστρατίου, Ι. (1999). Αξιολόγηση στην Εκπαι­ δευτική Μονάδα. Στο: Α. Αθανασούλα-Ρέππα, Μ. Κουτούζης, Ι. Χατζηευστρατίου, Κοινωνική και Ευρωπαϊκή Διάσταση της Εκπαιδευτικής Διοίκησης (σελ. 13-43). Πάτρα: ΕΑΠ, 16. 53 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ που διαμορφώνουν το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα χρονικά, τοπικά ή στις διά- φορες μορφές και στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας (Κουτούζης & Χα- τζηευστρατίου, 1999: 20). Η αξιολόγηση, ανάλογα με την πορεία εκτέλεσης ενός εκπαιδευτικού προ- γράμματος, διακρίνεται σε προκαταρκτική, ενδιάμεση ή διαμορφωτική και τελική ή αθροιστική αξιολόγηση3. Επίσης, ανάλογα με τη σχέση που έχουν οι αξιολογητές ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μπορεί να είναι εξωτε- ρική, εάν ο αξιολογητής δεν έχει καμία σχέση με το εκπαιδευτικό πρόγραμ- μα, ή εσωτερική, εάν ο αξιολογητής έχει άμεση σχέση με το προς αξιολόγη- ση πρόγραμμα. Μορφή εσωτερικής αξιολόγησης εκπαιδευτικών μονάδων είναι η αξιολό- γηση εκ μέρους των διευθυντών, η οποία γίνεται μέσω της εποπτείας, για υπηρεσιακούς λόγους, ή μέσω της διάγνωσης, για διορθωτική παρέμβαση αποσκοπώντας στη βελτίωση του εκπαιδευτικού (Κατσουλάκης, 1999: 252). Πρόκειται για μια ιεραρχική εσωτερική αξιολόγηση, όπου οι ιεραρχικά ανώτε- ροι σε μια εκπαιδευτική μονάδα κρίνουν τους κατώτερους (Κουτούζης & Χα- τζηευστρατίου, 1999: 23). Ο διευθυντής αξιολογεί αποτελεσματικά, εφόσον είναι αντικειμενικός, ακούει, είναι ανοικτός στην κριτική, προτιμά τη συμβου- λή από τις υποκειμενικές κρίσεις, σχεδιάζει και υλοποιεί διαρκώς νέους στό- χους (Κατσουλάκης, 1999: 252 και Everard & Morris, 1999: 108-109). Η ανάπτυξη μοντέλων εσωτερικής αξιολόγησης στα οποία επιδιώκεται η συμμετοχή των συντελεστών της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις διαδικασί- ες αξιολόγησης και λήψης αποφάσεων σηματοδοτεί την αρχή μιας ποιοτικής αναβάθμισης της εκπαιδευτικής μονάδας και της αναγωγής της σε οργανισμό που λειτουργεί στο πλαίσιο προγραμματισμού, στρατηγικού ή λειτουργικού. Εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική και εσωτερική αξιολόγηση εκπαιδευτικών μονάδων Η σημαντική σύνδεση εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής και εσωτερικής αξιολόγησης εκπαιδευτικών μονάδων αναδεικνύει ουσιαστικά το ρόλο της εκ- παιδευτικής μονάδας στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών πραγμάτων γενικό- τερα και όχι μόνο στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μονάδας. Όπως εφαρμόζο- νται ευρέως αποδεκτά σχήματα «επιχειρησιακού σχεδιασμού» στα υπόλοιπα επαγγέλματα του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα μπορεί να εφαρμοσθεί κάτι ανάλογο και στον εκπαιδευτικό χώρο στο πλαίσιο μιας διαμορφωμένης εσω- 3. Αναλυτικότερα σχετικά με τις μορφές και τα είδη αξιολόγησης βλ. Κουτούζης & Χατζηευστρατίου (1999: 22-25). 54 Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ τερικής εκπαιδευτικής πολιτικής μιας εκπαιδευτικής μονάδας, καθώς η παι- δεία οφείλει να προσαρμόζεται στις πιέσεις της οικονομικής, τεχνολογικής, κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, αφού προετοιμάζει τους πολίτες του μέλ- λοντος (Everard & Morris, 1999: 215). Η άσκηση γενικότερα μιας πολιτικής, μιας ακολουθίας αποφάσεων βασιζόμενων σε στρατηγικό ή λειτουργικό προ- γραμματισμό, έχει ως τελευταίο στάδιο το στάδιο του ελέγχου ή της αξιολό- γησης. Ως εκ τούτου εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική και εσωτερική αξιο- λόγηση εκπαιδευτικών μονάδων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η αξιολόγηση είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί εάν η εκπαιδευτική μονάδα υλοποιεί απο- τελεσματικά τους στόχους της (Κουτούζης & Χατζηευστρατίου, 1999: 21). Κατά το σχεδιασμό της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής μιας εκπαι- δευτικής μονάδας αποφασίζεται η μεθοδολογία της εσωτερικής αξιολόγησης και τίθενται τα κριτήριά της. Η μέθοδος της παρατήρησης όπου ο παρατηρη- τής έρχεται σε άμεση επαφή με το προς αξιολόγηση αντικείμενο δίνει τη δυ- νατότητα να παρατηρεί ταυτόχρονα τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις σε όλα τα θέματα που καλύπτουν τους ειδικούς στόχους της αξιολόγησης (Κου- τούζης & Χατζηευστρατίου, 1999: 29). Όταν η παρατήρηση γίνεται από από- σταση και με τη βοήθεια τεχνικών μέσων, ο ρόλος του αξιολογητή είναι παθη- τικός. Προκειμένου λοιπόν η εσωτερική αξιολόγηση εκπαιδευτικών μονάδων να πληροί το πλαίσιο προϋποθέσεων ώστε να ανήκει στα στάδια εφαρμογής εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής οφείλει να προσδιορίζει τη μεθοδολο- γία και τις τεχνικές αξιολόγησης. Ο προσδιορισμός των κριτηρίων αξιολόγη- σης οδηγεί στο χαρακτηρισμό της ως συστηματικής4. Η εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική για μια εκπαιδευτική μονάδα χαράζεται στην αρχή της σχολικής χρονιάς, τίθενται στόχοι, γενικοί και ειδικοί, συστήνο- νται ομάδες εργασίας, καθορίζονται κριτήρια αξιολόγησης. Ο προγραμματι- σμός, η οργάνωση, η καθοδήγηση με την έννοια της διεύθυνσης και του συ- ντονισμού και ο έλεγχος αποτελούν βασικά συστατικά του προγραμματισμού, στρατηγικού ή λειτουργικού (Κουτούζης, 1999β: 57). Κατά τη διάρκεια της χρονιάς μπορεί να υπάρξει κάποια ενδιάμεση διαμορφωτική εσωτερική αξιο- λόγηση, ανασκόπηση της πορείας των στόχων μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο και ενδεχόμενες διορθωτικές παρεμβάσεις προκειμένου να επιτευχθεί ο απώτερος στόχος στο πλαίσιο λειτουργικού ή στρατηγικού προγραμματι- σμού. Στο τέλος του σχολικού έτους μπορεί να λάβει χώρα μια τελική εσω- τερική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στόχων της τρέχουσας σχολικής πε- ριόδου και των αποτελεσμάτων τους. Βέβαια, στο πλαίσιο ενός στρατηγικού προγραμματισμού ο στόχος ενδεχομένως να μην είναι εφικτό να υλοποιηθεί 4. Αναλυτικότερα σχετικά με τις μεθόδους και τις τεχνικές της αξιολόγησης βλ. Κουτούζης & Χατζηευστρατίου (1999: 28-33). 55 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στο περιορισμένο χρονικό πλαίσιο ενός σχολικού έτους και να επεκτείνεται η δράση του και σε επόμενα σχολικά έτη, σε μια τέτοια περίπτωση γίνεται μια ενδιάμεση εσωτερική αξιολόγηση ή έλεγχος της πορείας του εκπαιδευτικού στόχου. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το πλαίσιο δράσης του στρατηγι- κού προγραμματισμού περιλαμβάνει και καθορισμό των βραχυπρόθεσμων-λει- τουργικών στόχων και των τρόπων προσέγγισής τους (Κουτούζης, 1999β: 57). Κάθε στόχος που αποτελεί τμήμα της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτι- κής υπόκειται σε εσωτερική αξιολόγηση προκειμένου να αξιολογηθεί η πο- ρεία του ή να επικροτηθεί η επιτυχής έκβασή του. Η αξιολόγηση της πορείας του και ιδιαιτέρως εάν πρόκειται για ενδιάμεση αξιολόγηση είναι συνυφασμέ- νη με τη λήψη αποφάσεων στο χώρο της εκπαίδευσης. Οι εκπαιδευτικές απο- φάσεις λαμβάνονται σύμφωνα με το περιεχόμενο και το χώρο άσκησης των διοικητικών αρμοδιοτήτων σε εθνικό, νομαρχιακό και τοπικό επίπεδο, στο τε- λευταίο δε υπάγεται και η εκπαιδευτική μονάδα (Αθανασούλα-Ρέππα, 1999: 81). Τα επίπεδα λήψης αποφάσεων εκπροσωπούνται και από τα αντίστοιχα όργανα, στην εκπαιδευτική μονάδα διακρίνονται τα διοικητικά (διευθυντής, υποδιευθυντής, σύλλογος διδασκόντων), τα διαχειριστικά (σχολική επιτροπή) και τα υποστηρικτικά (σχολικό συμβούλιο, σύλλογος γονέων, μαθητικές κοι- νότητες) (Αθανασούλα-Ρέππα, 1999: 81). Η εσωτερική αξιολόγηση στο πλαίσιο μιας διαμορφωμένης εσωτερικής πολιτικής μιας εκπαιδευτικής μονάδας οφείλει να ακολουθεί τον προγραμμα- τισμό και τα στάδια εξέλιξής του. Ως αυτόνομο κομμάτι της εσωτερικής πο- λιτικής μπορεί να ακολουθήσει τα στάδια του καθορισμού σκοπού της εσω- τερικής αξιολόγησης και προσδιορισμό των ειδικών στόχων της, επιμέρους δηλαδή στόχων που αναφέρονται στα επιμέρους θέματα του εκάστοτε εκπαι- δευτικού προγράμματος ή της εκάστοτε υπό το πρίσμα αξιολόγησης εκπαι- δευτικής κατάστασης. Το βασικό αντικείμενο αξιολόγησης και ο καθορισμός ενδεχομένως και άλλων παραγόντων αξιολόγησης συμβάλλουν και στη σω- στή επιλογή μοντέλου αξιολόγησης. Τα κριτήρια αξιολόγησης θα πρέπει να καθορισθούν με ακρίβεια ώστε να χρησιμοποιούνται εύκολα από τους αξιο- λογητές και να είναι αντικειμενικά, αλλά και να οδηγούν με σαφήνεια σε μια ουσιαστική εσωτερική αξιολόγηση προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής της εκπαιδευτικής μονάδας. Η καταγραφή των αποτελεσμάτων της εσωτερικής αξιολόγησης και η ανα- τροφοδότηση του αξιολογούμενου είναι καθοριστικά στοιχεία για την περαι- τέρω επιτυχή ή όχι πορεία της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής της εκ- παιδευτικής μονάδας. Η διαδικασία της αξιολόγησης δίνει την ευκαιρία στους μάνατζερ, και στην προκειμένη περίπτωση της εσωτερικής αξιολόγησης στα διοικητικά, διαχειριστικά ή υποστηρικτικά όργανα της εκπαιδευτικής μονά- δας κατά περίπτωση, «να δείξουν το ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη των 56 Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ εργαζομένων […], εντοπίζονται πιθανές αδυναμίες, άρα και πιθανές ανάγκες για επιμόρφωση […], ενθαρρύνει τους εργαζόμενους […], είναι ένας τρόπος επικοινωνίας των εργαζομένων με τις ανώτερες διοικητικές βαθμίδες του ορ- γανισμού, εντοπίζει τους εργαζόμενους που έχουν τη δυνατότητα να εξελι- χθούν» (Κουτούζης, 1999α: 121). Όλα αυτά οδηγούν στην εύρυθμη λειτουρ- γία του οργανισμού τόσο σε διοικητικό και λειτουργικό επίπεδο όσο και σε συναισθηματικό και ψυχολογικό επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να εξασφαλισθεί η προσέγγιση των στό- χων που τέθηκαν κατά τη χάραξη εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής και κατά τη διαδικασία του προγραμματισμού σε επιμέρους εκπαιδευτικά θέματα ή άλλες εκπαιδευτικές καταστάσεις. Μια αποτελεσματική διαδικασία ελέγχου ή αξιολόγησης διαπιστώνει την επίτευξη και των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων στόχων του οργανισμού (Κουτούζης, 1999α: 260), καθώς η αξιολόγηση είναι μια διαδικασία δυναμική και συνεχής (Κουτούζης, 1999α: 261, 266). Η μέτρηση και αξιολόγηση της απόδοσης της εκπαιδευτικής μο- νάδας επιβεβαιώνουν τα βήματα της διαμορφωμένης εσωτερικής πολιτικής ή τα αναδιαμορφώνουν στο πλαίσιο δημιουργικής ανατροφοδότησης και κα- τάλληλης διορθωτικής δράσης. Η εσωτερική αξιολόγηση της εκπαιδευτικής μονάδας στο πλαίσιο της διοί- κησης ολικής ποιότητας προτάσσει τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της εκ- παίδευσης, σχεδιάζοντας και οργανώνοντας τις δράσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες του εκπαιδευτικού προσωπικού, τις ανάγκες του μαθητικού πληθυσμού, λειτουργώντας δηλαδή κατουσίαν ανθρωπιστικά. Η συλλογικό- τητα ως κεντρικός πυρήνας μιας τέτοιου είδους προσέγγισης καταρρίπτει το μοντέλο μεμονωμένης προσπάθειας και ανάληψης ευθύνης, καλλιεργεί τη συνεργατικότητα και τη σταθερότητα στην παροχή ποιότητας στον εκπαι- δευτικό τομέα. Σύνοψη-Συμπεράσματα Η εσωτερική αξιολόγηση εκπαιδευτικών μονάδων είναι αναπόσπαστο τμήμα της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής τους και περιλαμβάνει τον εντοπι- σμό των προβλημάτων, την ιεράρχηση των στόχων, την ανάδειξη των δυνα- τοτήτων, την αξιοποίηση των ερευνητικών προσπαθειών της επιστημονικής κοινότητας, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού σχεδιασμού, την αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, τον επανασχεδιασμό του (Ανδρέου, 1999)5, ύστε- 5. Στο: Κουτούζης, Μ. & Χατζηευστρατίου, Ι. (1999). Αξιολόγηση στην Εκπαι­ δευτική Μονάδα. Στο: Α. Αθανασούλα-Ρέππα, Μ. Κουτούζης, Ι. Χατζη­ευστρατίου, 57 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρα από τις απαραίτητες διορθωτικές παρεμβάσεις. Για να υπάρξει το υπό- βαθρο ώστε η εκπαιδευτική μονάδα να πληροί τις προϋποθέσεις για χάραξη εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής «απαιτείται ένας οργανωτικός σχεδια- σμός με κυριότερη έμφαση όχι τόσο στα οργανωτικά, γραφειοκρατικά σχή- ματα, αλλά σε θέματα συνεργασίας, συμμετοχής, συλλογικότητας, έρευνας και δράσης σε επίπεδο εκπαιδευτικής μονάδας» (Μαυρογιώργος, 1999: 117). Η εσωτερική αξιολόγηση οφείλει να βρίσκεται σε άμεση σχέση με τον προ- γραμματισμό κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας και με τα γενικότερα χαρακτη- ριστικά της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής της εκπαιδευτικής μονάδας και τους στόχους που έχουν τεθεί. Η πορεία προς την επίτευξη της διοίκησης ολικής ποιότητας στις εκπαι- δευτικές μονάδες δεν αποτελεί μεμονωμένο στόχο ευκταίο σε συγκεκριμέ- νο χρονικό πλαίσιο, αλλά μια συνεχή διαδικασία βελτίωσης και εξέλιξης τη εκπαιδευτικής μονάδας. Η προσέγγιση αυτή αφορά όλους τους μετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία, ηγεσία, καθηγητές, μαθητές, γονείς, οι οποί- οι συνεισφέρουν και επιδιώκουν τη διασφάλιση ποιότητας στην εκπαιδευτική μονάδα. Η διαδικασία της διαμόρφωσης εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής και η υιοθέτηση εσωτερικής αξιολόγησης στην εκπαιδευτική μονάδα την κα- θιστούν έναν ζώντα και όχι στατικό οργανισμό, ο οποίος μέσω της αξιολόγη- σης και ανατροφοδότησης βελτιώνεται και ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της κοινωνίας. Βιβλιογραφικός πίνακας Αθανασούλα-Ρέππα, Αθανασία (1999). «Λήψη αποφάσεων στο χώρο της εκπαί- δευσης». Στο: Αθανασία Αθανασούλα-Ρέππα, Μανώλης Κουτούζης, Γιώργος Μαυρογιώργος, Βασίλης Νιτσόπουλος, Δημήτης Χαλκιώτης, Εκπαιδευτική Δι- οίκηση και Πολιτική (σελ. 67-114). Πάτρα: ΕΑΠ. Everard, K.B. & Morris, Geoffrey (1999). Αποτελεσματική εκπαιδευτική διοίκηση / μετ. Δημήτρης Κίκιζας. Πάτρα: ΕΑΠ. Κατσουλάκης, Στυλιανός (1999). «Η ένταξη των νέων εκπαιδευτικών». Στο: Αθα- νασία Αθανασούλα-Ρέππα, Σεβαστή-Σοφία Ανθοπούλου, Στυλιανός Κατσου- λάκης, Γιώργος Μαυρογιώργος, Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού (σελ. 232- 262). Πάτρα: ΕΑΠ. Κουτούζης, Μανώλης (1999α). Γενικές αρχές Μάνατζμεντ, Τουριστική Νομοθεσία και Οργάνωση Εργοδοτικών και Συλλογικών Φορέων. Πάτρα: ΕΑΠ. Κουτούζης, Μανώλης (1999β). «Ο σχεδιασμός-προγραμματισμός στις εκπαιδευτι- Κοινωνική και Ευρωπαϊκή Διάσταση της Εκπαιδευτικής Διοίκησης (σελ. 13-43). Πάτρα: ΕΑΠ, 21. 58 Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ κές μονάδες». Στο: Αθανασία Αθανασούλα-Ρέππα, Μανώλης Κουτούζης, Γιώρ- γος Μαυρογιώργος, Βασίλης Νιτσόπουλος, Δημήτρης Χαλκιώτης, Εκπαιδευ- τική Διοίκηση και Πολιτική (σελ. 47-65). Πάτρα: ΕΑΠ. Κουτούζης, Μανώλης & Χατζηευστρατίου, Ι. (1999). «Αξιολόγηση στην Εκπαιδευ- τική Μονάδα». Στο: Αθανασία Αθανασούλα-Ρέππα, Μανώλης Κουτούζης, Ιγνά- τιος Χατζηευστρατίου, Κοινωνική και Ευρωπαϊκή Διάσταση της Εκπαιδευτικής Διοίκησης (σελ. 13-43). Πάτρα: ΕΑΠ. Μαυρογιώργος, Γιώργος (1986). «Κρατικός έλεγχος, υπουργική εκπαιδευτική πο- λιτική και λαϊκή συμμετοχή: Το παράδειγμα των σχολικών βιβλιοθηκών». Σύγ- χρονη Παιδεία, 27, 10-16. Μαυρογιώργος, Γιώργος (1999). «Η Εκπαιδευτική Μονάδα ως Φορέας Διαμόρ- φωσης και Άσκησης Εκπαιδευτικής Πολιτικής». Στο: Αθανασία Αθανασούλα- Ρέππα, Μανώλης Κουτούζης, Γιώργος Μαυρογιώργος, Βασίλης Νιτσόπου- λος, Δημήτρης Χαλκιώτης, Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική (σελ. 115-160). Πάτρα: ΕΑΠ. Zusammenfassung (Περίληψη στα γερμανικά) Thema dieser Arbeit ist das Qualitätsmanagement in Bildungsinstitutionen durch die Verknüpfung von interner Bildungspolitik und interner Evaluation. Zunächst kommt die Festlegung der Bedingungen für die interne Bildungspolitik und interne Evaluation und weitere Highlights der Beziehung und Interaktion zwischen den beiden Achsen, interner Bildungspolitik und interner Evaluation. Die praktische Anwendung dieser beiden Achsen führt zu einer Verbesserung der Qualität und Effizienz der Bildungseinrichtungen durch die strategische und funktionale Planung ihrer Aktionen. Μαρία (Μελίνα) Λαϊνά Εκπαιδευτικός Δ.Ε., MA, MΕd, Υπ. Δρ ΕΚΠΑ Άντερσεν 2, 11525 Αθήνα Τηλ. 2106982104 και 6937656700

[email protected]

59 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ποιοτική Εκπαίδευση ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ Ενηλίκων και Διά Βίου Μάθηση Η έννοια της ποιότητας δομών και προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων: Διαπιστώσεις μιας ανάλυσης γραπτών τεκμηρίων Ελένη Γιαννακοπούλου, Δημήτρης Χασάπης Εισαγωγή Τα τελευταία χρόνια έχει εκδηλωθεί έντονο ενδιαφέρον από διεθνείς και Ευρωπαϊκούς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ, η ΟΥΝΕΣΚΟ, ο Διεθνής Οργα- νισμός Εργασίας, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Ένωση για τον έλεγχο και τη διασφάλιση της ποιότητας των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων. Ζήτημα, το οποίο συναρτάται άμεσα με τη χρηματοδότηση τους και είναι επομένως ιδιαίτερα κρίσιμο για την ανάπτυξη τους. Ως αποτέλε- σμα αυτού του ενδιαφέροντος και της σημασίας του, έχουν ιδρυθεί και δρα- στηριοποιούνται στο πεδίο αυτό Διεθνείς και Ευρωπαϊκοί οργανισμοί και έχουν αναπτυχθεί πολυεθνικά προγράμματα ανάπτυξης συστημάτων ποι- ότητας για τους εκπαιδευτικούς οργανισμούς. Αντίστοιχα σε εθνικό επίπε- δο, το ενδιαφέρον αυτό αντανακλάται σε πολιτικές αποφάσεις κυβερνήσε- ων και στην ίδρυση οργανισμών ελέγχου και πιστοποίησης της ποιότητας εκπαιδευτικών δομών και προγραμμάτων. Στην εκπαίδευση ενηλίκων, στην οποία εστιάζεται η παρούσα εισήγηση, η σημασία η οποία αποδίδεται στα ζητήματα της ποιότητας καθίσταται εμφα- νής από το πλήθος και την έκταση των αναφορών της σε όλες τις πολιτικές αποφάσεις και τις νομοθετικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση ενηλίκων, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε επίπεδο εθνικών κρατών. Στον Ευρωπαϊκό χώρο με το «Υπόμνημα σχετικά με την εκπαίδευση καθό- λη τη διάρκεια της ζωής» της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2000), στο οποίο διατυπώνεται μία στρατηγική για την ανάπτυξη ενός συστήματος δια βίου μάθησης, προτρέπονται για πρώτη φορά όλες οι Ευρωπαϊκές χώ- ρες να αναπτύξουν και να θέσουν σε ισχύ πρότυπα διασφάλισης της ποιότη- 60 Ελένη Γιαννακοπούλου, Δημήτρης Χασάπης Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΓΡΑΠΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ τας των προφερόμενων προγραμμάτων. Έπεται η «Ευρωπαϊκή Έκθεση για τους δείκτες ποιότητας στη δια βίου μάθηση» (Commission of the European Communities, 2002), η οποία, συνοψίζει τις εργασίες αντιπροσώπων τριάντα- πέντε χωρών της Ευρώπης, του ΟΟΣΑ και της UNESCO. Η έκθεση αυτή προ- διαγράφει συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες ποιότητας των δραστηριοτήτων δια βίου μάθη- σης και κατά συνέπεια των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων. Ακολουθούν διάφορα κείμενα τα οποία εκφράζουν προβληματισμούς επι- τροπών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο διαβουλεύσεων «Για την θέ- σπιση ενός Ευρωπαϊκού Πλαισίου Επαγγελματικών Προσόντων Συνεχιζόμε- νης Εκπαίδευσης» (π.χ. Commission of the European Communities 2005) ή συστάσεις και αποφάσεις Ευρωπαϊκών οργάνων (π.χ. Ευρωπαϊκό Κοινοβού- λιο και Συμβούλιο, 2008) στα οποία διατυπώνονται βασικές αρχές για τη δια- σφάλιση της ποιότητας της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης. Τα συγκεκριμένα, και άλλα συναφή, πολιτικά κείμενα δηλώνουν ότι σε επίπεδο αρχών η διασφάλιση της ποιότητας των εκπαιδευτικών προγραμμάτων απο- τελεί έναν κοινά αποδεκτό στόχο των Ευρωπαϊκών χωρών. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζονται σε αυτήν την εισήγηση διαπιστώσεις για την έννοια της ποιότητας και των μηχανισμών διασφάλισης της, που βα- σίζονται στην ποιοτική ανάλυση γραπτών τεκμηρίων για τις πολιτικές και τα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας των δραστηριοτήτων εκπαίδευσης ενηλίκων, που εφαρμόζονται σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες. Ανάλυση των γραπτών τεκμηρίων Από το σημαντικό πλήθος των δημοσιεύσεων για την ποιότητα της εκπαίδευ- σης, ελάχιστες είναι εκείνες που επικεντρώνονται στην εκπαίδευση ενηλίκων. Με αφετηρία το δεδομένο αυτό αναζητήθηκαν κείμενα, τα οποία αναφέρονται στην ποιότητα της εκπαίδευσης ενηλίκων σε Ευρωπαϊκές χώρες. Η αναζήτηση αυτή έγινε με τη χρήση συναφών λέξεων-κλειδιών σε: • Βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων (όπως π.χ. το ERIC, WilsonWeb, Scopus κ.α.), • Περιοδικά εκπαίδευσης ενηλίκων (όπως π.χ. το Adult Education Quarterly κ.α.), • Πρακτικά συνεδρίων και ιδίως στα πρακτικά και στις εθνικές εκθέσεις του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου Εκπαίδευσης Ενηλίκων (UNESCO, 2009), • Εκθέσεις και έρευνες επισκόπησης διεθνών οργανισμών (όπως π.χ. UNESCO, OECD, CEDEFOP, World Bank), καθώς επίσης και 61 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Εκθέσεις διεθνικών προγραμμάτων και δικτύων χρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αναζήτηση αυτή κατέληξε σε μια συλλογή κειμένων, τα οποία αναφέρο- νται στις πολιτικές και στα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας δομών και προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών. Η συλ- λογή περιορίστηκε σε κείμενα γραμμένα στην αγγλική γλώσσα και δημοσιο- ποιημένα από το έτος 2000 μέχρι σήμερα. Από τα κείμενα αυτά επιλέχθηκαν και αναλύθηκαν εκείνα, τα οποία εκθέτουν με σχετική πληρότητα και επάρ- κεια την επικρατούσα σε κάθε χώρα κατάσταση στη διασφάλιση της ποιότη- τας δομών και δραστηριοτήτων εκπαίδευσης ενηλίκων. Τελικά στη συλλογή, η οποία αποτέλεσε το εμπειρικό υλικό της έρευ- νας μας, περιελήφθησαν εθνικές εκθέσεις για τις πολιτικές και τα συστήμα- τα διασφάλισης ποιότητας της εκπαίδευσης ενηλίκων, τα οποία αναπτύχθη- καν και εφαρμόζονται στη Δανία, Φινλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία και Σουηδία (Faurschau, 2008), στο Βέλγιο, τη Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ρουμανία, Σουη- δία και Ηνωμένο Βασίλειο (Qualc, 2008), όπως και στη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Δανία, Γαλλία, Λετονία, Σλοβακία και Ισπανία (Managing Quality of Adult Education in Europe, 2006). Περιελήφθησαν, επίσης, απολύτως συναφείς εκ- θέσεις επισκόπησης του CEDEFOP (π.χ. 2005, 2007), οι οποίες αν και αναφέ- ρονται στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, συναρτώνται άμεσα με δομές και προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων. Η διαδικασία επιλογής κειμένων, τα οποία αποτέλεσαν το εμπειρικό υλικό της έρευνας μας, παρουσιάζει δύο μειονεκτήματα. Πρώτο μειονέκτημα είναι ότι κείμενα που επιλέχθηκαν δεν υιοθετούν έναν κοινό τύπο παρουσίασης των δεδομένων τους και δεύτερο ότι τα στοιχεία στα οποία βασίστηκαν οι διαπι- στώσεις της παρούσας έρευνας είναι απολύτως συναρτημένα με την ύπαρξη και τη διαθεσιμότητα συναφών δημοσιεύσεων. Θεωρούμε, όμως, τα μειονεκτή- ματα αυτά εγγενή κάθε έρευνας, η οποία βασισμένη σε μια μετα-ανάλυση δε- δομένων, επιδιώκει να διατυπώσει συμπεράσματα αξιοποιώντας ποιοτικά δε- δομένα, τα οποία περιέρχονται σε ήδη δημοσιευμένα κείμενα (Turner, 1997). Η ανάλυση περιεχομένου των κειμένων εντόπισε ομοιότητες και διαφορές στα χαρακτηριστικά των συστημάτων και των δραστηριοτήτων ελέγχου και δι- ασφάλισης της ποιότητας των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων στις διά- φορες Ευρωπαϊκές χώρες και ανέδειξε τις κυρίαρχες κατά περίπτωση έννοιες της ποιότητας, οι οποίες διέπουν τα συστήματα και τις δραστηριότητες αυτές. Δύο διαπιστώσεις από την ανάλυση των γραπτών τεκμηρίων Από την ανάλυση που προαναφέρθηκε προέκυψαν πολλές ενδιαφέρουσες 62 Ελένη Γιαννακοπούλου, Δημήτρης Χασάπης Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΓΡΑΠΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ διαπιστώσεις για τη διαχείριση της ποιότητας της εκπαίδευσης ενηλίκων, οι οποίες αναδεικνύουν μια σειρά εγγενών αντιφάσεων, χαρακτηριστικών των εννοιολογικών προσεγγίσεων και των τεχνικών ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας των δομών και των προγραμμάτων της εκπαίδευσης ενηλίκων (Γιαν- νακοπούλου & Χασάπης, 2011). Δύο από τις διαπιστώσεις αυτές αιτιολογούν τη θέση η οποία θα διατυπω- θεί αντί για συμπέρασμα στην παρούσα εισήγηση: Διαπίστωση πρώτη: Δεν εντοπίστηκαν σαφείς και ρητά διατυπωμένοι ορι- σμοί της ποιότητας στα κείμενα πολιτικής και στις αναλύσεις που τεκμηριώ- νουν τα συστήματα ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας των δομών και των δραστηριοτήτων εκπαίδευσης ενηλίκων σε επίπεδο χωρών, οργανισμών, ακόμα και θεσμικών εταίρων ενός κοινού εκπαιδευτικού προγράμματος. Είναι δεδομένο ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης είναι μια πολύ-διάστατη και πολύ-επίπεδη έννοια, η οποία συναρτάται με τις ιδιαίτερες συνθήκες που προσδιορίζουν ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο, με την αποστολή και τους στόχους ενός εκπαιδευτικού οργανισμού, όπως επίσης και με τους συ- γκεκριμένους παράγοντες που διαμορφώνουν τα κυρίαρχα κριτήρια αξιολό- γησης, τα οποία επικρατούν σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, έναν εκπαιδευ- τικό οργανισμό ή ένα εκπαιδευτικό σύστημα (Green, 1994). Η ποιότητα της εκπαίδευσης ενηλίκων, επομένως, μπορεί να αποκτά δια- φορετικά και πολλές φορές αντιθετικά νοήματα, τα οποία εξαρτώνται από τα διαφορετικά ενδιαφέροντα, συμφέροντα και οπτικές των εμπλεκομένων σε μια εκπαιδευτική δραστηριότητα (εκπαιδευτών, εκπαιδευομένων, χρηματοδοτών, εργοδοτών κλπ), από την έμφαση στα διαφορετικά στάδια ενός εκπαιδευτι- κού συστήματος (εισροές, διαδικασίες, εκροές) ή και την πολιτική και οικο- νομική συγκυρία, η οποία διαμορφώνει τις πολιτικές και καθορίζει τις χρημα- τοδοτήσεις της εκπαίδευσης ενηλίκων. Στα κείμενα που αναλύθηκαν, η ποιότητα ορίζεται εμμέσως ως αυταξία συ- νυφασμένη με την αριστεία, ως ανταπόκριση σε προκαθορισμένες προδιαγρα- φές, ως ανταπόκριση σε απαιτήσεις (εκπαιδευομένων, χρηματοδοτών, αγοράς εργασίας, κοινωνικών αναγκών), ως καταλληλότητα για την επίτευξη διατυ- πωμένων στόχων, ως εκπλήρωση προσδοκιών ή και ως αποτελεσματικότητα. Διαπίστωση δεύτερη: Στην πλειονότητα των κειμένων, με ελάχιστες εξαι- ρέσεις, ο ορισμός της ποιότητας υποκαθίσταται από μια αναγωγή σε συστή- ματα και μεθόδους διασφάλισης της, τα οποία ενσωματώνουν σύνολα κριτη- ρίων ελέγχου της ποιότητας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων κειμένων αποτελούν τα Standards and Guidelines for Quality Assurance in the European Higher Education Area της European της Association for Quality Assurance in 63 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Higher Education (2009) και τα κείμενα εκθέσεων και οδηγιών του Ευρωπαϊ- κού προγράμματος QUESTE: The Quality System of European Scientific and Technical Education. Παράδειγμα εξαίρεσης, στο οποίο η ποιότητα δεν ανάγεται στο σύστημα και στις μεθόδους διασφάλισης της, αλλά ορίζεται με σαφήνεια ως καταλλη- λότητα ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για την επίτευξη διατυπωμένων στόχων αποτελεί το κείμενο του UK Quality Code for Higher Education του Quality Assurance Agency for Higher education (2011). Ως αποτέλεσμα των διαφορετικών προσεγγίσεων της έννοιας της ποιό- τητας, έχουν αναπτυχθεί και εφαρμόζονται διαφορετικές μέθοδοι, μέσα και τεχνικές διασφάλισης της ποιότητας των δομών και των δραστηριοτήτων εκ- παίδευσης ενηλίκων και αντίστοιχα διαφορετικά κριτήρια ελέγχου και πιστο- ποίησης της ποιότητας τους. Όπως διατυπώνεται χαρακτηριστικά σε μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένω- σης για την Εκπαίδευση των Ενηλίκων: «Η Ευρώπη εμφανίζει τη μέγιστη ποικιλία πρακτικών διασφάλισης της ποιό­ τητας κατά χώρα, τομέα και φορέα παροχής εκπαίδευσης ενηλίκων» (EAEA, 2006: 59). Οι δύο προηγούμενες διαπιστώσεις της ανάλυσης μας συναρτώνται και ερμηνεύουν την ασάφεια και την διαφορετικότητα των ορισμών της ποιότη- τας, η οποία επισημαίνεται στις συναφείς έρευνες και αναλύσεις (ενδεικτι- κά, Harvey & Green, 1993, Newton, 2007, Reeves & Bednar, 1994). Η αναγωγή του ορισμού της ποιότητας στους όρους διασφάλισης της απο- τελεί ουσιαστικά έναν «κατά περίπτωση» ορισμό της έννοιας της ποιότητας. Πρόκειται, δηλαδή, για την υιοθέτηση ενός πραξιακού ορισμού (operational definition ) της ποιότητας. Ένας πραξιακός ορισμός ορίζει μια έννοια με τους όρους μιας συγκεκριμένης διαδικασίας ή ενός συνόλου συγκεκριμένων κριτη- ρίων, τα οποία εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί η ύπαρξη και η έκταση της αναφοράς της. Δηλαδή, ο ορισμός μιας έννοιας ταυτίζεται με τις ενέργειες, οι οποίες θεωρούνται ότι μετρούν το αντικείμενο στο οποίο η έννοια αναφέρε- ται. «Δεν εννοούμε με μια έννοια τίποτε περισσότερο από ένα σύνολο ενεργειών (operations). Η έννοια είναι συνώνυμη με το αντίστοιχο σύνολο πράξεων» κατά τη διατύπωση του θεμελιωτή της φιλοσοφικής αυτής θέσης Bridgman (1927:5). Σε αντίθεση, βέβαια, με τον πραξιακό ή λειτουργικό ορισμό, ένας θεωρη- τικός ή εννοιολογικός ορισμός καθορίζει το νόημα μιας έννοιας με αναφορά σε μια συγκεκριμένη θεωρία στην οποία εντάσσεται. Αυτός ο τύπος ορισμού, όμως, προϋποθέτει την αποδοχή μιας θεωρίας, εντός της οποίας μια έννοια νοηματοδοτείται. Αυτή ακριβώς η προϋπόθεση για τον ορισμό της ποιότητας αποφεύγεται στα κείμενα τα οποία θεσμοθετούν συστήματα και διαδικασίες ελέγχου ή δια­σφάλισης της ποιότητας στην εκπαίδευση ενηλίκων. 64 Ελένη Γιαννακοπούλου, Δημήτρης Χασάπης Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΓΡΑΠΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ Αντί συμπεράσματος: Ένα ερμηνευτικό σχόλιο Γιατί, όμως, αποφεύγεται η σαφής διατύπωση ενός ορισμού της έννοιας της ποιότητας, η οποία κατά περίπτωση υιοθετείται, στις δραστηριότητες εκπαί- δευσης ενηλίκων; Η απάντηση δεν βρίσκεται σίγουρα σε μια άρνηση επιλογής και υιοθέτησης μιας θεωρίας για την ποιότητα της εκπαίδευσης. Ούτε στην αδυναμία ορισμού μιας έννοιας για την ποιότητα, η οποία να προσιδιάζει στις δομές και στις δρα- στηριότητες εκπαίδευσης ενηλίκων στο πλαίσιο μιας «τεχνικής» θεωρίας για την ποιότητα. Το πρότυπο ISO (International Organization for Standards), για παράδειγμα, ορίζει με σαφήνεια την ποιότητα ως «το σύνολο των χαρακτηρι- στικών μιας οντότητας, τα οποία την καθιστούν ικανή να ικανοποιεί ρητές ή άρρητες ανάγκες» (ISO 8402). Το πρότυπο ISO αν και δεν έχει αναπτυχθεί ει- δικά για εκπαιδευτικές δραστηριότητες εφαρμόζεται σήμερα στον εκπαιδευ- τικό τομέα στις περιπτώσεις που θεωρείται ως τομέας παροχής υπηρεσιών, ιδίως της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Μια απάντηση στο ερώτημα αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι η αναγωγή της έννοιας της ποιότητας στη μέτρηση της επιδιώκει και επιτυγχάνει αλλη- λένδετα δύο στόχους, μεταξύ άλλων και πολιτικά σημαντικούς. Αφενός, συγκαλύπτονται τα διαφορετικά νοήματα του όρου τα οποία προ- έρχονται από διαφορετικές θεωρήσεις της εκπαίδευσης, οι οποίες συνεπάγο- νται διαφορετικούς ορισμούς της ποιότητας και διαφορετικές προσεγγίσεις στη διασφάλιση της. Μια «τεχνοκρατική» θεώρηση της εκπαίδευσης, για πα- ράδειγμα, ορίζει την ποιότητα με όρους αποτελεσματικότητας και προσεγγίζει τη διασφάλιση της με ποσοτικά κριτήρια και μετρήσιμους δείκτες. Η προσέγ- γιση αυτή εντοπίζεται σε κείμενα επηρεασμένα από τις πολιτικές του ΟΟΣΑ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Heneveld, 1994). Αντίθετα μια «ανθρωπιστική» θεώρηση επικεντρώνεται στις εκπαιδευτικές δια- δικασίες και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, μια προσέγγιση η οποία εντο- πίζεται σε κείμενα επηρεασμένα από τις σχετικές με την ποιότητα της εκπαί- δευσης εκθέσεις της ΟΥΝΕΣΚΟ (UNESCO, 2005). Αφετέρου, τα πρότυπα και τα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας ανά- γονται σε κανονιστικά πλαίσια δια των οποίων οι τεχνικές διαχείρισης της ποι- ότητας μετατρέπονται σε μια τεχνολογία ελέγχου των υποκειμένων της εκπαί- δευσης (εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων), με την έννοια που αποδίδει στις τεχνολογίες ελέγχου και πειθάρχησης ο Φουκό (1991). Η απάντηση αυτή ερμηνεύει πολλές από τις ασάφειες, τις αοριστίες η και τις αντιφάσεις για την έννοια της ποιότητας, οι οποίες εντοπίζονται στα κεί- μενα για τις πολιτικές και τις δραστηριότητες διασφάλισης της ποιότητας των δομών και των δραστηριοτήτων εκπαίδευσης (Vlasceanu, Ggrünberg & 65 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Parlea, 2007: 13-20) και ειδικότερα εκπαίδευσης ενηλίκων (Γιαννακοπούλου & Χασάπης, 2011). Βιβλιογραφικές αναφορές Bridgman, Percy Williams (1927) The Logic of Modern Physics. New York: Macmillan. CEDEFOP (2005) Quality in e-learning, Use and dissemination of quality approaches in European e-learning, A study by the European Quality Observatory, Cedefop Panorama series; 116, Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities. CEDEFOP (2007) Indicators for quality in VET To enhance European cooperation, Cedefop Panorama series; 134, Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities. Commission of the European Communities (2002) European Report on Quality Indicators of Lifelong Learning: Fifteen Quality Indicators Report based on the work of the Working Group on Quality Indicators. Brussels: EC Directorate- General for Education and Training. Commission of the European Communities (2005) Towards a European qualifications framework for lifelong learning, Brussels: Commission Staff Working Document, 8.7.2005, sec 957. European Association for Quality Assurance in Higher Education (2009) Standards and Guidelines for Quality Assurance in the European Higher Education Area, 3rd edition, Helsinki: ENQA EAEA - European Association for the Education of Adults (2006), Adult education trends in Europe, http://ec.europa.eu/education/doc/reports/doc/adulttrends. pdf (Ανακτήθηκε 6/4/09). Faurschau, Kim (Ed.) 2008. Systematic quality assurance in adult learning, Nordic tiles in a mosaic, National centrum för flexibelt lärende, from http://www.nordvux. net/download/3115/rapport_kvalitet_eng_upd.pdf (Ανακτήθηκε 6/4/09). Green, Diana (1994) “What is quality in higher education? Concepts, policy and practice”. Στο D. Green (ed.) What is quality in higher education? London: Society for Research into Higher Education, 13-30. Harvey, Lee & Green, Diana (1993) Defining Quality, Assessment & Evaluation in Higher Education, 1, 9-34. Heneveld, Ward (1994) Educational quality; defining what’s important, Washington DC: World Bank. Managing Quality of Adult Education in Europe (2006), Riga: Latvian Adult Education Association, Newton Jethro (2007) “What is quality?” Στο Lucien Bollaert et al. (eds.), Embedding quality culture in higher education. A selection of papers from the 1st European 66 Ελένη Γιαννακοπούλου, Δημήτρης Χασάπης Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΓΡΑΠΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ forum for quality assurance, Brussels: European University Association, 14- 20. QUALC-Quality assurance network for adult learning centres, http://www.efquel. org/qualc, (Ανακτήθηκε 6/4/09). Quality Assurance Agency for Higher Education (2011) UK Quality Code for Higher Education, Gloucester UK: QAA. QUESTE: the Quality System of European Scientific and Technical Education Report, http://www.efmd.org/images/stories/efmd/downloadables/quest-vet/ report.pdf (Ανακτήθηκε 6/4/09). Reeves, Carol. & Bednar, David (1994) Defining quality: Alternatives and implications. Academy of Management Review, 19, 419-445. Sallis, Edward (1993), Total quality management in education, London: Kogan Page. Turner, Paul D. (1977) Secondary analysis of qualitative data: a roundtable discussion. Paper presented at the 1977 Annual AERA Conference, Chicago, IL., ERIC Document Reproduction Service, No. ED412231. UNESCO (2009). Sixth International Conference on Adult Education (CONFINTEA VI), National Reports, Europe and North America, http://www.unesco.org/en/ confinteavi/, (Ανακτήθηκε 6/4/09). UNESCO, (2005) EFA global monitoring report 2005: Education for All, the quality imperative. Paris: UNESCO. Vlasceanu, Lazar, Ggrünberg, Laura & Parlea, Dan (2007) Quality assurance and accreditation: A glossary of basic terms and definitions, Bucharest: UNESCO. Γιαννακοπούλου, Ελένη & Χασάπης, Δημήτρης (2011) Kριτική ανάλυση πολιτικών και συστημάτων Eυρωπαϊκών χωρών για τη διασφάλιση της ποιότητας των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων. Στο Αδ. Παπασταμάτης κ.α. (επιμ.), Δια Βίου Μάθηση & Εκπαιδευτές Ενηλίκων: Θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγί- σεις, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, 113-124. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2000) Υπόμνημα σχετικά με την εκπαί- δευση καθόλη τη διάρκεια της ζωής, Έγγραφο Εργασίας των Υπηρεσιών της Επιτροπής, Βρυξέλλες, 30.10.2000, SEC(2000) 1832. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο (2008) Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινο- βουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση Του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Επαγγελματικών Προσόντων για τη Διά Βίου Μά- θηση, 2008/C 111/01. Φουκό, Μισελ (1991) Η μικροφυσική της εξουσίας / μετ. Λίλα Τρουλινού, Αθή- να: Υψιλον. Abstract Τhe quality of education stimulated through international organizations, implemented by national governments, supported by specialized agencies 67 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ and promoted by transnational programs has been one of the most dominating ideas of the latest years which, in particular, is heavily influencing the funding and development of adult education. In this context a qualitative analysis of documents reporting on policies and quality systems developed and applied in many European countries were carried out. A content analysis applied to these texts elucidated, through close examination of their content and language, how quality issues concerning adult education are conceived and approached by its stakeholders. This analysis yielded many interesting findings concerning perspectives of, and approaches to quality of adult education. Two of the conclusions drawn from these findings are singled out and shortly presented in this paper. First, a clear and explicitly worded definition of quality is rarely found in the policy documents and analyses papers which introduce and establish quality control systems and standards in adult education structures and activities. Second, instead of a definition, the concept of quality is operationally deduced by the adopted criteria and standards which are incorporated in a variety of established quality control and assurance systems. That is, the concept of quality is defined indirectly by the operations for its control. The confirmed by our analysis avoidance of presenting an explicit definition of quality and thus declaring a consequent approach to its assurance by the main actors of adult education may be attributed, in our view, to particular pursues of using quality as a vehicle for imposing a technology of controlling structures and subjects in adult education. Ελένη Γιαννακοπούλου Καθηγήτρια-Σύμβουλος Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Αρκαδίου 10 15231, Χαλάνδρι Αττικής. Τηλ. 210 6983547

[email protected]

Δημήτρης Χασάπης Αναπληρωτής Καθηγητής Τ.Ε.Α.Π.Η. Πανεπιστημίου Αθηνών Ναυρίνου 13Α, 106 80, Αθήνα Τηλ. 210 3688519, Φαξ 210 3688510

[email protected]

68 Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Ποιότητα και Διά Βίου Μάθηση: Ανάπτυξη της Αυτόνομης Μάθησης μέσω της Αυτοκατεύθυνσης Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη Εισαγωγή Η παρούσα εργασία εστιάζει στην πέμπτη αρχή ποιότητας του Εθνικού Πλαι­σίου π3 και προτείνει την αυτοκατευθυνόμενη μάθηση (Self Directed Learning – SDL) σαν μία καινοτόμο εκπαιδευτική μέθοδο που μπορεί να προάγει τη δημιουρ­ γικότητα και την αυτόνομη μάθηση. Παρουσιάζει το μοντέλο του καθηγητή R. Garrison, για την εφαρμογή του σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων. Λέξεις-κλειδιά: Ποιότητα, Διά Βίου Μάθηση, Αυτοκατευθυνόμενη Μάθηση (Self Directed Learning), Μοντέλο Garrison Στόχος Στόχος της εργασίας είναι: Να παρουσιάσει α) το SDL και την εξέλιξη των ιδεών του, β) το μοντέλο SDL του R. Garrison, γ) τα πλεονεκτήματα της χρήσης του SDL για την ανά- πτυξη της δημιουργικότητας και της καινοτομίας, Να προτείνει α) τη χρήση του SDL στη Διά Βίου Μάθηση με εφαρμογή του μοντέλου Garrison, β) την εξειδίκευση των δεικτών ποιότητας με έναν νέο δεί- κτη, που ποσοτικοποιεί τον στόχο της ανάπτυξης της αυτόνομης μάθησης. Το Εθνικό Πλαίσιο π3 Το Εθνικό Πλαίσιο για τη διασφάλιση της ποιότητας στη Διά Βίου Μάθηση (ΔΒΜ) ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2011, από το Υπουργείο Παιδείας Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ΥΠΔΒΜΘ). Ο τίτλος του ήταν π3 (ποιότη- τα, πάντα και παντού), για να τονίσει τη σημασία που δίνει η πολιτεία στην ποιοτική ΔΒΜ. Οι οκτώ βασικές αρχές ποιότητας που περιλαμβάνονται στο Εθνικό Πλαί- σιο π3, προέκυψαν από συνδυασμό: α) Σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβου- 69 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λίου και Συμβουλίου (18ης Ιουνίου 2009), β) Μελέτης των ΙΝΕ ΓΣΕΕ και ΙΜΕ/ ΓΣΒΕΕ (2010) και γ) παρατηρήσεων και προτάσεων επιμέρους φορέων ΔΒΜ. Για την παρακολούθηση της εφαρμογής των αρχών ποιότητας, το πλαίσιο πε- ριλαμβάνει 15 δείκτες και καλεί τους φορείς που συμμετέχουν στην υλοποί- ηση της ΔΒΜ να εξειδικεύσουν περαιτέρω τους δείκτες αυτούς, ο καθένας στον τομέα του (ΥΠΔΒΜΘ, 2011). Η 5η αρχή ποιότητας της ΔΒΜ: «Η Διά Βίου Μάθηση προάγει τη δημιουρ- γικότητα και την καινοτομία», έχει σαν αντίστοιχο δείκτη της, το βαθμό χρή- σης καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας που προάγουν τη δημιουργικότητα και την αυτόνομη μάθηση κατά την υλοποίηση προγραμμάτων ΔΒΜ. Ο δεί- κτης υπολογίζεται βάση του αριθμού των καινοτόμων διδακτικών παρεμβά- σεων που προάγουν τη δημιουργικότητα και την αυτόνομη μάθηση κατά την παροχή ΔΒΜ, με ετήσια έρευνα ικανοποίησης εκπαιδευομένων που θα διε- νεργείται με ευθύνη της ΓΓΔΒΜ. (ΥΠΔΒΜΘ, 2011) Αυτοκατευθυνόμενη Μάθηση – Self Directed Learning (SDL) Ο πιο γνωστός ορισμός του SDL, δόθηκε το 1975 από τον Knowles: «… είναι μια διαδικασία, στην οποία τα άτομα αναλαμβάνουν την πρωτο- βουλία, με ή χωρίς βοήθεια από άλλους, να διαγνώσουν τις μαθησιακές τους ανάγκες, να διαμορφώσουν τους μαθησιακούς τους στόχους, να προσδιορί- σουν πηγές μάθησης, να επιλέξουν και να εφαρμόσουν στρατηγικές μάθησης και να αξιολογήσουν τα μαθησιακά τους αποτελέσματα …» (Knowles 1975: 24). Η μελέτη του SDL ξεκίνησε το 1971, όταν η έρευνα του Tough αποκάλυψε «το παγόβουνο» της μάθησης των ενηλίκων. Αποκάλυψε δηλαδή, πως αυτοί που μελετούσαν μόνοι τους ήταν πολύ περισσότεροι, σε σχέση με αυτούς που μελετούσαν μέσα σε ένα τυπικό εκπαιδευτικό πλαίσιο (Tough, 1971). Η έρευ- να αυτή δημιούργησε τη μεγαλύτερη ώθηση στην έρευνα της εκπαίδευσης ενηλίκων, γι αυτό και το SDL θεωρείται πυλώνας του πεδίου (Merriam, 2001). Λόγω της αρχικής εστίασης του SDL στον εκπαιδευόμενο που μελετά μό- νος του, πολύ γρήγορα τέθηκαν ζητήματα εξωτερικού ελέγχου αυτής της δι- αδικασίας από ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο (Brookfield 1986 στο Garrison, 1997). Ο Brookfield (1986) υποστήριξε πως η πλήρης μορφή του SDL εμφανίζε- ται, όταν η εξωτερική εκπαιδευτική διαδικασία και ο εσωτερικός στοχασμός συνενώνονται. (Brookfield 1986, στο Merriam & Caffarella, 1999). Το 1985, ο Mezirow έδωσε στο SDL τη γνωστική προοπτική που του έλει- πε, προτείνοντας την κριτική συνειδητοποίηση του νοήματος σαν τη διάστα- ση κλειδί της αυτοκατεύθυνσης. (Mezirow 1985 στο Garrison, 1997). 70 Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Το 1991, οι Brockett & Hiemstra ισχυρίστηκαν πως το SDL αναφέρεται, τόσο στην εκπαιδευτική διαδικασία, όσο και στα εσωτερικά χαρακτηριστικά του εκπαιδευόμενου, ο οποίος αναλαμβάνει την κύρια ευθύνη για την μαθη- σιακή εμπειρία (Brockett & Hiemstra, 1991). Το 1992, ο Garrison εξερεύνησε τους δεσμούς ανάμεσα στο SDL και στον κριτικό στοχασμό. Ήταν μια προσπάθεια να συνενωθούν ο εξωτερικός έλεγχος και οι εσωτερικές υπευθυνότητες στη μάθηση (Garrison, 1992 στο Garrison, 1997). O Hiemstra το 1994, αναφέρθηκε στο ρόλο του δασκάλου στο SDL. To SDL δεν είναι μάθηση χωρίς δάσκαλο, αλλά μάθηση με δάσκαλο σε έναν νέο ρόλο. Αυτού που συνομιλεί με τους εκπαιδευόμενους, που προτείνει ασφα- λείς πηγές για τη μάθηση και αξιολογεί τα αποτελέσματά της. Που προωθεί τον κριτικό στοχασμό (Hiemstra, 1994). 3.1 Εφαρμογή του SDL - Το μοντέλο του Garrison Σε μία εφαρμογή του SDL προχωράει ο Garrison με το μοντέλο με τίτλο “Self- directed learning: Toward a comprehensive model”. Είναι ένα μοντέλο SDL, που ενώνει την εξωτερική καθοδήγηση (έλεγχο συνάφειας), την εσωτερική παρακολούθηση (γνωστική υπευθυνότητα) και τα κίνητρα (εισόδου και εργα- σιών), μέσα σε ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο (Garrison, 1997). Σχήμα 1: “Το μοντέλο του Garrison” Πηγή: Garrison, R. (1997). “Self-directed learning: Toward a comprehensive model”. Adult Education Quarterly Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι τρεις διαστάσεις που συνθέτουν το συ- γκεκριμένο μοντέλο, όπως αυτές αναλύονται από τον Garrison. 71 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η αυτοδιαχείριση ( self management) Η αυτοδιαχείριση αντιπροσωπεύει το τι πράττει ο εκπαιδευόμενος κατά την μαθησιακή του πορεία. Αναφέρεται στην επιλογή και μελέτη του εκπαιδευ- τικού υλικού καθώς και στην επιλογή και ολοκλήρωση των εργασιών για την επίτευξη των μαθησιακών στόχων, με δική του ευθύνη. Το εκπαιδευτικό πλαίσιο, παρέχει βοηθούς στη μαθησιακή διαδικασία (facilitators) καθώς και εκπαιδευτικούς πόρους. Ορίζει τους κανόνες και τα εκπαιδευτικά πρότυπα (τι και πώς αξίζει να μάθει κανείς). Βοηθά τον εκπαι- δευόμενο να θέσει μαθησιακούς στόχους και να διαχειριστεί το εκπαιδευτι- κό υλικό. Του προτείνει εκπαιδευτικές διαδρομές, πόρους και τρόπους μελέ- της, ώστε να επιλέξει αυτό που του ταιριάζει και να αναλάβει στη συνέχεια την ευθύνη για την ολοκλήρωση των εργασιών και την κατασκευή προσω- πικού νοήματος. Ο βαθμός της αυτοδιαχείρισης εξαρτάται α) από τις γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες του εκπαιδευόμενου (proficiency), β) από τους διαθέσιμους εκ- παιδευτικούς πόρους (resources) και γ) από την ανεξαρτησία (independence) που αφορά το ίδιο το αντικείμενο μάθησης, τους κανόνες του εκπαιδευτικού πλαισίου, καθώς και την ακεραιότητα και τις επιλογές του εκπαιδευόμενου (Garrison, 1993). Πρέπει να βρεθεί μία ισορροπία ανάμεσα στους κανόνες του εκπαιδευτικού πλαισίου και τις επιλογές του εκπαιδευόμενου για τον βαθμό της ευθύνης του στην κατασκευή προσωπικού νοήματος. Η συνεργασία στη διαχείριση των εργασιών αντανακλά την κοινωνική δι- άσταση της αυτοδιαχείρισης. Έχει σχέση με τον συνεργατικό εποικοδομητι- σμό και δείχνει πως ο εκπαιδευόμενος δεν προχωρά απομονωμένος στην κα- τασκευή προσωπικού νοήματος. Η αυτοπαρακολούθηση (self monitoring) Αυτοπαρακολούθηση είναι η διαδικασία κατά την οποία ο εκπαιδευόμενος ανα- λαμβάνει την ευθύνη για τη δημιουργία προσωπικού νοήματος. Η υπευθυνότη- τα για την αυτοπαρακολούθηση αντανακλά μία δέσμευση και μια υποχρέωση για την κατασκευή νοήματος μέσα από κριτικό στοχασμό και συνεργατική επι- βεβαίωση. Η αυτοπαρακολούθηση της διαδικασίας μάθησης γίνεται για να εί- ναι βέβαιο πως νέες και παλιότερες γνωστικές δομές έχουν συνενωθεί με νόη- μα και οι μαθησιακοί στόχοι έχουν επιτευχθεί. Είναι ουσιώδες να αξιολογείται η ποιότητα των μαθησιακών αποτελεσμάτων και να διαμορφώνονται ανάλογα στρατηγικές για περαιτέρω μαθησιακές δραστηριότητες. Για να έχει κάποιος την ευθύνη της εκπαίδευσής του, χρειάζεται να έχει την προθυμία και την ικανότητα να αυτοπαρακολουθεί τη μαθησιακή διαδικα- σία. Αυτή η υπευθυνότητα δεν είναι ανεξάρτητη από το εκπαιδευτικό πλαίσιο. Επηρεάζεται από τον έλεγχο της εκπαιδευτικής συναλλαγής. 72 Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Η αυτοπαρακολούθηση βοηθά σε μια μεταγνωστική προοπτική στη μάθη- ση και στη γενική δυνατότητα να μαθαίνεις. Η εσωτερική ανατροφοδότηση από μόνη της μπορεί να μην είναι σαφής και ρητή (Butler & Winne, 1995). Είναι ο δάσκαλος που μπορεί να παρέχει αποδοτική και αποτελεσματική ανατροφοδότηση με σκοπό την παρακο- λούθηση της ποιότητας (νόημα και εγκυρότητα) των μαθησιακών αποτελε- σμάτων. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δίνουν όλο τον έλεγχο στον δάσκαλο. Αυτό αλ- λάζει όμως με την αυξανόμενη απαίτηση για Διά βίου μάθηση (μαθαίνοντας πώς να μαθαίνεις) και τις δυνατότητες που παρέχει το διαδίκτυο. Τα κίνητρα Τα κίνητρα παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο ξεκίνημα και στη διατή- ρηση της προσπάθειας για μάθηση και κατάκτηση των γνωστικών στόχων. «Γνωρίζουμε αρκετά για να είμαστε σίγουροι πως τα κίνητρα επηρεάζουν τα είδη των γνωστικών δραστηριοτήτων που αποτελούν τη βάση της ανθρώπι- νης μάθησης» (Howe, 1987:145) Διακρίνουμε τα κίνητρα, σε κίνητρα για την εισαγωγή (δέσμευση σε έναν στόχο και διάθεση για δράση) και κίνητρα για την παραμονή (επιμονή στις μαθησιακές δραστηριότητες και στους στόχους). Όπως υποστήριξε ο Corno (1989): “Τα κίνητρα διαμορφώνουν τις προθέσεις και τροφοδοτούν την ενα- σχόληση με τις εργασίες”. Για να υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τη συμμετοχή, οι εκπαιδευόμενοι θα πρέπει να συμμετέχουν στην επιλογή των στόχων. Θα πρέπει να αντιλαμβά- νονται πως οι μαθησιακοί στόχοι θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους και θα είναι εφικτοί. Αυτό εξαρτάται από τις προσωπικές τους αξίες, τις προτιμήσεις τους, την αυτοπεποίθησή τους, τις ικανότητές τους και την επάρκεια που πι- στεύουν ότι έχουν για την επίτευξη των στόχων. Τα κίνητρα για την εργασία συνδέονται με τη θέληση. Η θέληση συνδέε- ται με την επιθυμία για προσπάθεια και επιμέλεια, που επηρεάζει την επιμο- νή και την απόδοση στις εργασίες. Σύμφωνα με τον Corno (1993) η θέληση είναι ο παράγοντας κλειδί για την επιτυχία στη μάθηση. Λειτουργεί μεταγνω- στικά στην επιμονή για την επίτευξη των μαθησιακών στόχων. Αυτός ο μετα- γνωστικός μηχανισμός είναι απαραίτητος αν θέλουν οι εκπαιδευόμενοι την ευθύνη για την επίτευξη των επιθυμητών εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων και αναπαριστά έναν απευθείας σύνδεσμο με την αυτοπαρατήρηση του SDL. Θα πρέπει οι εκπαιδευόμενοι να εσωτερικεύσουν τους εξωτερικούς στό- χους, ώστε να έχουν εσωτερικά κίνητρα. Αυτό θα γίνει αν μοιραστούν τον έλεγχο και συνεργαστούν στη σχεδίαση και εφαρμογή της μαθησιακής δια- δικασίας. Τα εσωτερικά κίνητρα είναι ουσιώδη για μάθηση με νόημα και αξία, 73 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ δηλαδή για την επίτευξη ποιοτικών μαθησιακών αποτελεσμάτων. Τα εσωτερι- κά κίνητρα οδηγούν σε υπεύθυνη και συνεχή μάθηση. Τα κίνητρα και η υπευθυνότητα ενισχύονται από τον συνεργατικό έλεγχο και την εκπαιδευτική αλληλεπίδραση. Self Directed Learning, δημιουργικότητα & καινοτομία Σύμφωνα με την κλίμακα ετοιμότητας για αυτοκατεύθυνση στη μάθηση Self Directed Learning Readiness Scale (SDLRS) της Guglielmino, που αναπτύχθη- κε με τη μέθοδο των Δελφών: Αυτοκατευθυνόμενος στη μάθηση είναι αυτός που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, είναι ανεξάρτητος και επίμονος. Αυτός που αναλαμβάνει ευθύνες και βλέπει τα προβλήματα σαν προκλήσεις και όχι σαν εμπόδια. Αυτός που είναι ικανός για αυτοπειθαρχία και έχει υψηλό βαθμό πε- ριέργειας. Έχει ισχυρή επιθυμία για μάθηση ή αλλαγή. Έχει αυτοπεποίθηση. Αυτός που έχει τις βασικές δεξιότητες μελέτης, που μπορεί να οργανώνει το χρόνο του, να αποκτά έναν κατάλληλο ρυθμό μάθησης και να προγραμματίζει την ολοκλήρωση των εργασιών που έχει αναλάβει. Αυτός που απολαμβάνει τη μάθηση και τείνει να είναι προσανατολισμένος σε στόχους. (Guglielmino 1978:73 στο Guglielmino, et al., 2009). Σημαντικό είναι, πως τα χαρακτηριστικά αυτά της ετοιμότητας είναι δυνα- τόν να ενδυναμωθούν και η βαθμολογία στην κλίμακα ετοιμότητας ενός εκπαι- δευόμενου να βελτιωθεί, με πρακτική εξάσκηση (Guglielmino, 1978). Σε άρθρο τους στο International Journal of Self-Directed Learning, η Guglielmino και εννέα συνεργάτες της, παρουσιάζουν στοιχεία ερευνών που συνδέουν τα χαρακτηριστικά της αυτοκατεύθυνσης στη μάθηση με τη δημιουρ- γικότητα, την καινοτομία και την επιθυμία για κοινωνική αλλαγή (Guglielmino, et al., 2009): α) Διαπιστώθηκε θετική σχέση ανάμεσα στην ετοιμότητα για SDL (βαθ- μολογία στην κλίμακα SDLRS πολύ πάνω από τον μέσο όρο) και την υψηλή απόδοση στην εργασία, υψηλά επίπεδα δημιουργικότητας ή ικανότητας επί- λυσης προβλημάτων. β) Καταγράφηκε ότι άτομα τα οποία φτάνουν σε υψηλές ηγετικές θέσεις έχουν υψηλή ετοιμότητα για SDL. Παρουσιάστηκαν ιδιαίτερα υψηλές βαθμο- λογίες SDLRS σε μάνατζερς σε σχέση με τους μη μάνατζερς, στις επιχειρή- σεις και τη βιομηχανία και εξαιρετικά υψηλές βαθμολογίες για κορυφαίες γυ- ναίκες διοικητικά στελέχη εταιρειών. Σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια. Βρέθηκε το ίδιο υψηλή ετοιμότητα για αυτο- κατεύθυνση σε διευθύντριες φιλανθρωπικών οργανισμών ή ηγέτες κοινωνιών γ) Συσχετίστηκε η επιχειρηματικότητα με την ετοιμότητα για αυτοκατεύθυν- 74 Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ση. Οι 162 από τους 500 κορυφαίους επιχειρηματίες των ΗΠΑ (Inc. Magazine) που πήραν μέρος στην έρευνα αυτή, παρουσίασαν μέσο όρο βαθμολογίας SDLRS πολύ υψηλό (248,6) σε σύγκριση με τον γενικό μέσο όρο του 214. δ) Πολλά άλλα χαρακτηριστικά, που έχουν συσχετιστεί με την καινοτομία, παρουσίασαν ισχυρή συσχέτιση με υψηλή βαθμολογία στην ετοιμότητα για αυ- τοκατεύθυνση. Για παράδειγμα η ανεξαρτησία και το ενδιαφέρον για μάθηση, η συναισθηματική νοημοσύνη, η στρατηγική σκέψη, η διαπολιτισμική σκέψη. ε) Μελέτη βιογραφιών ανθρώπων που υπήρξαν δημιουργικοί και καινοτό- μοι, ανίχνευσε πως ήταν ισχυρά αυτοκατευθυνόμενοι στη μάθηση, όπως οι George Washington Carver, Marie Curie, Benjamin Franklin, Bill Gates και άλλοι. Πρόταση Η παρούσα εργασία, με την παρουσίαση του μοντέλου Αυτοκατευθυνόμενης Μάθησης, στοχεύει στη σύνδεση της ποιότητας στη ΔΒΜ με τη δημιουργικό- τητα και την καινοτομία. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η εφαρμογή του SDL σε προγράμματα εκ- παίδευσης ενηλίκων, από φορείς της ΔΒΜ, θα μπορούσε να βοηθήσει τους ενήλικες να αναπτύξουν τις απαιτούμενες δεξιότητες ώστε να γίνουν αυτο- κατευθυνόμενοι στη μάθηση. Να μάθουν πώς να μαθαίνουν και να γίνουν δια βίου εκπαιδευόμενοι. Να αναπτύξουν χαρακτηριστικά που προάγουν την δη- μιουργικότητα, την απόδοση, την καινοτομία. Χρησιμοποιώντας το μοντέλο του Garrison, ο εκπαιδευτικός φορέας θα έχει έναν οδηγό σύμφωνα με τον οποίο μπορεί να σχεδιάσει δράσεις εκπαί- δευσης που προάγουν την αυτόνομη μάθηση. Θεωρείται σημαντικό, να δίνεται η δυνατότητα στους εκπαιδευόμενους να επιλέξουν ένα αυτοκατευθυνόμενο μοντέλο, για να επιτύχουν ένα μαθησια­ κό αποτέλεσμα. Είτε ως μέρος ενός γενικού προγράμματος που περιλαμβά- νει και μαθήματα σε τάξεις (blended), είτε ως ένα πρόγραμμα που γίνεται εξ’ ολοκλήρου αυτοκατευθυνόμενα. Παραδείγματα εφαρμογής τέτοιων μεθόδων υπάρχουν σε ευρωπαϊκές χώρες όπως τα LOT Houses στην Αυστρία (LLP – EACEA – Pilgrimage Project, 2010). Η διαδικασία μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως εξής: Ο εκπαιδευόμε- νος, έχοντας ισχυρά προσωπικά κίνητρα δηλώνει συμμετοχή στην εκπαιδευ- τική διαδικασία. Ο φορέας εκπαίδευσης, αφού ελέγξει τις δυνατότητές του, τις γνώσεις του και τις δεξιότητές του, του προτείνει αξιόλογους εκπαιδευ- τικούς στόχους καθώς και μια ποικιλία πόρων και μεθόδων για την επίτευξή τους. Ο εκπαιδευόμενος επιλέγει αυτούς που του ταιριάζουν και με δική του ευθύνη ξεκινά τις εργασίες και παρακολουθεί την πρόοδό του. Υπάρχει συ- 75 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νεχής επικοινωνία με τον εκπαιδευτικό οργανισμό, ο οποίος παρέχει πόρους και υποστήριξη και αξιολογεί τα μαθησιακά αποτελέσματα. Η κατασκευή προ- σωπικού νοήματος είναι ευθύνη του εκπαιδευόμενου, ο οποίος παρακολουθεί την πρόοδό του, την απόκτηση νέων γνώσεων και της σύνδεσής τους με τις προϋπάρχουσες γνώσεις, τον μετασχηματισμό των παλιών γνώσεων σε νέες. Η πρόκληση για τους εκπαιδευτές είναι να δημιουργήσουν τις συνθήκες ώστε οι εκπαιδευόμενοι να αντιλαμβάνονται ότι γίνεται «προσεκτική επένδυ- ση της προσπάθειας που κάνουν». Μέσω της συνεργασίας και του ελέγχου, οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν να διαχειρίζονται τις σκέψεις τους και τη συ- μπεριφορά τους. Φαίνεται πως ο κοινός έλεγχος οδηγεί σε εσωτερικά κίνη- τρα και στη συνέχεια σε υπευθυνότητα (Garrison, 1997). Έχοντας σαν στόχο την ανάπτυξη της αυτόνομης μάθησης, θα μπορού- σαμε να παρακολουθήσουμε πόσο έχει βοηθήσει η εφαρμογή του SDL ανα- πτύσσοντας έναν εξειδικευμένο αντίστοιχο δείκτη ποιότητας. Ο δείκτης αυτός θα ποσοτικοποιεί τον στόχο που έχουμε θέσει, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αναφορά για τους δείκτες ποιότητας της δια βίου μάθησης (ΥΠΔΒΜΘ, 2011), μετρώντας το ποσοστό των εκπαιδευομένων οι οποίοι επιλέγουν τη μέθοδο SDL αφού την έχουν επιλέξει ήδη τουλάχιστον μία φορά στο παρελθόν. Η μέ- τρηση του δείκτη μπορεί να γίνεται σε ετήσια βάση. Με μαθηματικούς όρους: Π1 = Πλήθος Εκπαιδευομένων που επιλέγουν εκπαίδευση με SDL και έχουν ήδη επιλέξει την SDL τουλάχιστον μία ακόμη φορά στο παρελθόν. Π2 = Πλήθος Εκπαιδευομένων που επιλέγουν εκπαίδευση με SDL. Δείκτης Ανάπτυξης Αυτόνομης Μάθησης = Π1/Π2 «Αν η έρευνα και η λογική υποδεικνύουν πως οι κοινωνίες μας, πραγματι- κά, προχωρούν μπροστά με τις προσπάθειες αφοσιωμένων αυτοκατευθυνόμε- νων εκπαιδευόμενων, πώς μπορούμε να μη δίνουμε προσοχή στο να αναπτύ- ξουμε τις δεξιότητες που είναι θεμελιώδεις στην αυτοκατευθυνόμενη μάθηση;» (Guglielmino et al., 2009) Βιβλιογραφία Brockett, Ralph & Hiemstra, Roger (1991). Self Direction in Adult Learning. London: Routledge. Ανακτήθηκε 12/8/2011 από: http://www-distance.syr.edu/sdlindex. html Brookfield, Stephen (1985). Analyzing a critical paradigm of self – directed learning. San Fransisco: Jossey-Bass. Brookfield, Stephen (1986). Understanding and facilitating adult learning. San Fransisco: Jossey-Bass 76 Χρύσα Σοφιανοπούλου, Δέσποινα Καμήλαλη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Butler, Deborah & Winne, Philip. (1995). “Feedback and self-regulated learning: A theoretical synthesis”. In: Review of Educational Research, 65, 245-281. Corno, Lyn (1989). “Self-regulated learning: A volitional analysis”. In: Zimmerman Barry & Schunk Dale (Eds.), Self-regulated learning and academic achievement: Theory, research, and practice, 111-141. New York: Springer-Verlag Garrison, D. Randy (1992). “Critical thinking and self-directed learning in adult education: An analysis of responsibility and control issues”. In: Adult Education Quarterly, 42, 136-148. Garrison, D.Randy (1993). “An analysis of the control construct in self-directed learning”. In: Long, Huey (Ed.), Emerging perspectives of self-directed learning. Oklahoma: Research Center for Continuing Professional and Higher Education of the University of Oklahoma. Garrison, D. Randy (1997). “Self-directed learning: Toward a comprehensive model”. In: Adult Education Quarterly, 48(1), 18-33. Ανακτήθηκε 10/9/2011 από: http://www.udveksling.com/MenSpr2010/theory.php.pdf Guglielmino, Lucy M. (1978). Development of the self-directed learning readiness scale. (Doctoral dissertation, University of Georgia, 1977). Dissertation Abstracts International, 38, 6467A. Guglielmino, Lucy M. et al. (2009). “Self-Directed Learners Change Our World: Self- Directed Learning as a Force for Innovation, Discovery, and Social Change”. In: International Journal of Self-Directed Learning, 6(1), 11-30. Ανακτήθηκε 27/9/2011 από: http://www.oltraining.com/SDLwebsite/IJSDL/IJSDL6.1-2009.pdf Hiemstra, Roger (19942). “Self-directed learning”. In: T. Husen, Torsten & Postlethwaite, Neville (Eds.) The International Encyclopedia of Education. Oxford: Pergamon Press. Howe, Michael (1987). “Motivation, cognition, and individual achievements”. In: De Corte Erik, Lodewijks Hans, Roger Parmentier & Span Peter (Eds.), Learning and instruction, 1, 133-146. Knowles, Malcolm (1975). Self-Directed Learning: A Guide for Learners and Teachers. New York: Association Press. LLP – EACEA – Pilgrimage Project (2010). From knowledge transfer to autonomous learning. Situation analysis – Austria. EU: Lifelong Learning Programme – Education, Audiovisual & Culture Executive Agency. Ανακτήθηκε 10/11/2011 από: http://www.pilgrimage-project.eu/www/docs/autonomous_learning_austria. pdf Merriam, Sarah (2001) Andragogy and Self-Directed Learning: Pillars of Adult Learning Theory. Ανακτήθηκε 12/9/2011 από: http://www.personal.psu.edu/khk122/woty/Androgogy/Merriam 2001.pdf Merriam, Sarah & Caffarella, Rosemary (19992). Learning in Adulthood. San Francisco: Jossey-Bass. Mezirow, Jack (1985). “A critical theory of self-directed learning”. Στο Brookfield, 77 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Stephen, Self-directed learning: From theory to practice San Francisco: Jossey- Bass. Tough, Allen (19711). The adult’s learning projects: A fresh approach to theory and practice in adult learning. Toronto: Ontario Institute for Studies in Education. Ανακτήθηκε 17/9/2011 από: http://ieti.org/tough/books/alp.htm ΥΠΔΒΜΘ (2011). π3 - Εθνικό Πλαίσιο για τη διασφάλιση της ποιότητας στη Διά Βίου Μάθηση. Αθήνα. Ανακτήθηκε 20/8/2011 από: http://www.gsae.edu.gr/images/ stories/plaisio.pdf. Abstract The present study focuses in the fifth principle of quality of national frame p3 and it proposes Self Directed Learning, as an innovative educational method that can promote the creativity and the autonomous learning. It presents the model of professor R. Garrison, for her application in a program of education of adults. Χρύσα Σοφιανοπούλου Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεματικής Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Χαροκόπου 89, 17671 Αθήνα Τηλ.: 210 9549284 Fax: 210 9549292

[email protected]

Δέσποινα Καμήλαλη Μαθηματικός – MSc Πληροφορικής. Υπ. Διδάκτωρ Τμήματος Πληροφορικής & Τηλεματικής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Κολυνδρού 26, 59300 Αλεξάνδρεια Τηλ: 2333028067, 6973309051. Fax: 2333027731

[email protected]

78 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΑ ΚΕΚ Ανάπτυξη συστήματος προτυποποίησης ενεργειών κατάρτισης ανέργων ενηλίκων στα ΚΕΚ Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης Εισαγωγή Στο κατώφλι της 2ης 10ετίας του 21ου αιώνα, οι ραγδαίες εξελίξεις που συ- ντελούνται στην ανάπτυξη και διάδοση της γνώσης, αναδεικνύουν το ανθρώ- πινο δυναμικό ως κύριο μοχλό για την επιβίωση και τη πρόοδο της κοινω­νίας (Μπρίνια, 2011). Στην υπό διαμόρφωση κοινωνία της γνώσης, το ζήτημα της διασφάλισης ποιότητας στην Επαγγελματική Κατάρτιση αποτελεί τμήμα της πολιτικής και θεσμικής πορείας στα πλαίσια διαμόρφωσης μιας νέας εκπαιδευτικής πολιτι- κής. Πολίτες όλων των ηλικιών και κοινωνικοοικονομικών τάξεων εκπαιδεύο- νται καθημερινά μέσα από αναγνωρισμένα ή μη εκπαιδευτικά προγράμματα. Η μεγιστοποίηση της ποιότητα και της αποτελεσματικότητας των εκπαι- δευτικών προγραμμάτων κατάρτισης αφορά τις χρηματοδοτικές και αναθέ- τουσες αρχές, τους εργοδοτικούς φορείς, τους καταρτιζόμενους και βέβαια τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ). Οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα σε διεθνές επίπεδο ασχολούνται με την εκπαίδευση ενηλίκων μέσα από τυπικές διαδικασίες, ενώ η επαγγελματική εκπαίδευση ανέργων στα πλαίσια της τυπικής πάντα εκπαί- δευσης που υλοποιείται εντός της Ε.Ε. εφαρμόζει-προσεγγίζει τη ποιότητα στα πρότυπα του DIN (Γερμανία) ή NVQ (Μ. Βρετανία). Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ενιαίος τρόπος που προσεγγίζει την έννοια της ποιότητας στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ενηλίκων αποτε- λεί το ζητούμενο. 1. Η έλλειψη αυτή δημιούργησε την ανάγκη έρευνας που να έχει ως σκο- πό την ανάπτυξη ενός συστήματος που θα υπηρετεί ένα πρότυπο δι- ασφάλισης ποιότητας στη λειτουργία ενός Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) εντοπίζοντας όλα εκείνα τα σημεία που είναι κρίσι- μα για την ποιότητα της εκπαίδευσης αλλά και της υλοποίησης ενός εκπαιδευτικού προγράμματος κατάρτισης ανέργων ενηλίκων (Μπρί- νια, 2008). 79 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Διοίκηση Ολικής Ποιότητας και Εκπαίδευση Ενηλίκων Κατά τους Gilmour και Hunt (1995: 35) η ποιότητα είναι μια έννοια που η εφαρ- μογή της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της οργάνωσης ή τις δι- αδικασίες που ακολουθούνται για να την εξασφαλίσουν. Έρευνες (Toeremen, F., Karakuş, M. & Yasan, T., 2009: 30-44) αμφισβητούν την προσαρμοστικότητα και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της Δι- οίκηση Ολικής Ποιότητας (ΔΟΠ) στην εκπαίδευση καθώς η ΔΟΠ προέρχεται από το περιβάλλον της βιομηχανίας. Η εφαρμογή του συστήματος ΔΟΠ στην οργανωμένη μάθηση απαιτεί με- γάλες οργανωτικές αλλαγές για τους ίδιους εκπαιδευτικούς (Konidari και Abernot 2006Q8-26). Έρευνες και μελέτες που πραγματοποιούνται σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Ελληνικά και Ξένα) καταλήγουν: • Η καθιέρωση ενός μηχανισμού ποιοτικής ανατροφοδότησης και αξιο- λόγησης στην εκπαιδευτική διεργασία (Gao Yan Yan 2007:2-5). • Η χρησιμοποίηση εργαλείων βιωματικής μάθησης(Δρόσος Λ.,Βασιλει- άδης Β.,Στεφανή Α.,κ.α.2005:65-78). • Η αλληλεπίδραση μεταξύ εκπ/των-σπουδαστών (Al Sadi 2002:12-17). • Ο σεβασμός του ανθρωπίνου δυναμικού που εμπλέκεται στη διαδικα- σία της εκπαίδευσης (Lewis και Smith 1994:17-25). αποτελούν μερικούς από τους κρίσιμους συντελεστές για την εφαρμογή της ΔΟΠ στην εκπαίδευση. Τόσο η ΔΟΠ, όσο και το πρότυπο ISO στην εφαρμογή τους στην εκπαί- δευση, πρέπει να προσδιορίσουν την έννοια του «πελάτη». Η έννοια πελάτη- εκπαιδευόμενου έχει προκαλέσει διαμάχες κυρίως στον τομέα της τριτοβάθ- μιας εκπαίδευσης Υπάρχουν υποστηρικτές (Emery, Krammer και Tian 2001: 110-115 για τους οποίους θεωρείται αυτονόητο ότι οι φοιτητές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πελάτες καθώς επιβαρύνονται με το κόστος εκπαίδευσής τους. Στην αντίπερα όχθη οι πολέμιοι αυτής της άποψης (Morley 2001: 131-138, Halbesleben, Becker και Buckley 2003:255-257), που υποστηρίζουν ότι η απο- δοχή μιας τέτοιας προσέγγισης, οδηγεί στην υποβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και γενικά ζημιώνει τη σχέση εκπαιδευτών- εκπαιδευομένων. Θα ήταν χρήσιμη, η υιοθέτηση μιας μέσης οδού ώστε να αξιοποιηθούν τα οφέλη που συνδέονται με ένα προσανατολισμό προς τον πελάτη, απορρίπτο- ντας την απλουστευτική έννοιά του (Eagle και Brennan 2007:44-60). H φιλοσοφία της εκπαίδευσης ενηλίκων και αυτή της ΔΟΠ, συνδυάζονται και δημιουργούν ένα ισχυρό εκπαιδευτικό εργαλείο. Η εφαρμογή της ΔΟΠ προσφέρει μαθησιακές στρατηγικές και αναδεικνύει τη συνεργατικότητα που 80 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΑ ΚΕΚ οδηγεί σε υψηλής ποιότητας εκπαίδευση. Από την άλλη η εκπαίδευση ενηλί- κων έχει οριστεί ως μια προοδευτική πορεία που αναπτύσσει ικανότητες επί- λυσης προβλημάτων, ώστε να μπορεί το άτομο να αντιμετωπίζει μελλοντικά προβλήματα με μεγαλύτερες ικανότητες (Boyd, D., Apps, W., και Associates. 1980:48-61). Η Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Κατάρτιση (ΣΕΚ) στις χώρες της Ε.Ε. δεν καθορίζεται από μια ενιαία στρατηγική που να υπηρετεί τις επιδιώξεις του κάθε πολίτη, αλλά από πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες που διαμορ- φώνονται από εθνικά πλαίσια. 2. Στην Ελλάδα η ΣΕΚ πέρασε από πολλές φάσεις ωρίμανσης. Κομβικό σημείο στην εξέλιξη της ΣΕΚ αποτελεί η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981, καθώς πλέον υπάρχουν οικονομικοί πόροι. Όμως η έλ- λειψη κεντρικού σχεδιασμού, συντονισμού, θεσμικού πλαισίου προ- καλεί κατασπατάληση πόρων χωρίς ποιότητα και αποτελεσματικότη- τα για την ΣΕΚ με ταυτόχρονη αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων των εμπλεκόμενων φορέων. Δημιουργείται η ανάγκη για θέσπιση αυστη- ρότερων προδιαγραφών και τη δημιουργία ενός συστήματος πιστο- ποίησης της κατάρτισης. Δημιουργείται το Εθνικό Κέντρο Πιστοποίη- σης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ε.ΚΕ.ΠΙΣ.)με σκοπό να διασφαλίσει την ποιότητα όλων των συντελεστών που εμπλέκονται στη ΣΕΚ μέσω διαδικασιών πιστοποίησης (Μπρίνια, 2008). Προβληματισμός για το καταλληλότερο σύστημα Δ.Π. στην περίπτωση ενός ΚΕΚ Οι δυνητικοί πελάτες του ΚΕΚ αποτελούνται από δύο κατηγορίες ανάλογα με το αν εργάζονται ή όχι: α. Άνεργοι ή μερικώς Απασχολούμενοι και Ευπαθείς Κοινωνικές Ομάδες β. Εργαζόμενοι από ιδιωτικές επιχειρήσεις και εταιρείες αλλά και τον Δη- μόσιο ή τον ευρύτερα Δημόσιο Τομέα To KEK στα πλαίσια της πιστοποίησής του από το ΕΚΕΠΙΣ, έχει αναπτύξει και χρησιμοποιεί μια σειρά συστημάτων. Από τα συστήματα αυτά εκείνα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και υλοποίησης ενός εκπαιδευτικού που προγράμματος είναι: • το σύστημα επιλογής καταρτιζόμενων. • το σύστημα παρακολούθησης και αξιολόγησης της εκπαιδευτικής πο- ρείας των καταρτιζομένων. • το σύστημα παρακολούθησης και αξιολόγησης των εκπαιδευτών. 81 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • το σύστημα παρακολούθησης και αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Αναπτύσσεται όμως ένας προβληματισμός αν η οργανωτική και λειτουρ- γική δομή, του υπό εξέταση ΚΕΚ, μπορεί να διασφαλίσει την ποιότητα και βέ- βαια ποιο σύστημα είναι αποτελεσματικότερο για την επίτευξη αυτής της ποι- ότητας. Είναι αυτό της ΔΟΠ ή αυτό της ΔΠ. Στους επικριτές της ΔΠ με χρήση του προτύπου ISO 9000 Brown και Wiela (1996:57-72) εστιάζουν τα μειονεκτήματά του έναντι της ΔΟΠ στο γραφειοκρα- τικό χαρακτήρα του, λόγω της συμμόρφωσης σε διαδικασίες και προδιαγρα- φές που δεν αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίτευξη ποιότητας. Οι Alderman (1999:73-94)και Van den Berghe (1997: 12-16) υποστηρίζουν ότι η ποιότητα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν στοχεύει στην ικανοποίησή του σπουδαστή, αλλά στο μετασχηματισμό του. Για τους υποστηρικτές της εφαρμογής ενός συστήματος ISO στην εκπαί- δευση, ο Peters (1999 όπ. αναφ. από Thonhauser 2008Q 333-349) υποστηρίζει ότι το ISO 9000 αποτελεί ένα εργαλείο στα χέρια των εκπαιδευτικών φορέων, που εξασφαλίζει ότι αυτοί τηρούν τις υποσχέσεις τους προς τους πελάτες- εκπαιδευόμενους. Συνηγορώντας οι Waks και Moti (1999:249-259) υποστηρί- ζουν ότι τα συστήματα συνεχούς βελτίωσης, τυποποιούν τις διαδικασίες που ενσωματώνουν τις αξίες των πελατών- εκπαιδευομένων. Κατά τους Dawson και Palmer (1995:11-19) η ΔΠ είναι ένα σύστημα διαδι- κασιών με έγγραφα που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίσουν ότι η διαδικασία στο σύνολό της ανταποκρίνεται σε καθορισμένους στόχους. Ως τέτοιο σύστη- μα η ΔΠ, αποτελεί μία υπολειτουργία της ΔΟΠ, δηλαδή η ΔΠ είναι μία δραστη- ριότητα ενώ η ΔΟΠ μία φιλοσοφία. Συνεπώς δεν υπάρχει δίλλημα ΔΠ ή ΔΟΠ καθώς η πρώτη λειτουργεί ως «σκαλοπάτι για την εφαρμογή της δεύτερης. Έρευνα Ο στόχος της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε, ήταν ο εντοπισμός όλων των κρίσιμων ση­μείων- από τη στιγμή που εγκρίνεται η υλοποίησή του από την αναθέτουσα αρχή (Υπουργεία, Τοπική Αυτοδιοίκηση όλων των βαθμίδων) μέ- χρι την ολοκλήρωσή του - που ασκούν καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της κατάρτισης για τους καταρτιζόμενους, για τους εργοδοτικούς φορείς, για τους εργαζόμενους, για τους φορείς χρηματοδό- τησης και για τους φορείς χάραξης της ΣΕΚ. Αποτέλεσμα αυτού του εντοπι- σμού ήταν η ανάπτυξη ενός συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας (ΔΠ). Τα κρίσιμα σημεία που προαναφέρθηκαν εντοπίσθηκαν εφόσον απαντή- 82 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΑ ΚΕΚ θηκαν τα ερευνητικά ερωτήματα που σχετίζονταν με τη καταλληλότητα της οργανωτικής δομής του ΚΕΚ, τις ευκαιρίες ανατροφοδότησης και το βαθμό ικανοποίησης των εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική διεργασία. Ως μεθοδολογία επελέγη αυτή της ποιοτικής έρευνας Ως τεχνική χρησιμοποιήθηκε αυτή της μελέτης περίπτωσης γιατί κατά την Hammersley (1999:116-129) εξυπηρετεί την ανάλυση ποιοτικών δεδομένων. Το είδος της συνέντευξης ήταν αυτό της ερευνητικής που χρησιμοποιεί- ται για τη συλλογή πληροφοριών που υπηρετούν τους στόχους της έρευνας (Tuchman 1972 όπ. αναφ. από Cohen,L.και συν. 2008:115-118). Ως τεχνική της συνέντευξης επιλέχθηκε η μορφή της δομημένης συνέ- ντευξης προκειμένου να αποφευχθεί η συλλογή και επεξεργασία μεγάλου όγκου πληροφοριών Ως μεθοδολογικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε η συνέντευξη Το μέγεθος του δείγματος εξαρτήθηκε από το βαθμό ετερογένειας που αυτό παρουσιάζει Οι τρεις τομείς- κλειδιά που ελήφθησαν υπόψη για τη δειγ- ματοληψία ήταν: • Αν η οργανωτική δομή του συγκεκριμένου ΚΕΚ επιτρέπει την ανάπτυ- ξη διαδικασιών λήψης και υλοποίησης αποφάσεων καθώς και την τή- ρηση διαδικασιών ελέγχου. • Σε ποιο βαθμό λειτουργεί η ανατροφοδότηση μεταξύ εκπαιδευτικού φο- ρέα (ΚΕΚ)- εκπαιδευτών- καταρτιζόμενων- εργοδοτικών φορέων- χρη- ματοδοτικών φορέων, ποια εργαλεία χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό και πώς αξιοποιούνται τα αποτελέσματά τους. • Σε τι βαθμό ικανοποιούνται οι προσδοκίες όλων των εμπλεκομένων από το πρόγραμμα κατάρτισης. Με βάση την αντιπροσωπευτικότητα που καθορίζεται από τα κοινά χαρα- κτηριστικά του ευρύτερου πληθυσμού Σε σχέση με τη στρατηγική δειγματοληψίας όπως ήδη φάνηκε χρησιμο- ποιήθηκε αυτή του τυχαίου στρωματοποιημένου δείγματος Συνολικά για τις ανάγκες της έρευνας δόθηκαν 10 συνεντεύξεις(τέσσερεις καταρτιζόμενες, δύο εκπαιδευτές, μία γραμματέας, δύο Δ/ντικά στελέχη του ΚΕΚ και ο εκπρόσωπος του ΕΚΕΠΙΣ. Η πρόσβαση στο δείγμα εξασφαλίστηκε με άδεια από τη διοίκηση του ΚΕΚ. Αναπτύχθηκαν έξη διαφορετικά δομημένα ερωτηματολόγια Οι άξονες πάνω στους οποίους, κινήθηκαν οι ερωτήσεις των συνεντεύξε- ων και συνδέονταν με τα ερευνητικά ερωτήματα ήταν: 1ος Η προετοιμασία του προγράμματος 4ος Οι γενικού ενδιαφέροντος 3ος Η υλοποίηση της εκπαίδευσης 2ος Η οργάνωση προγράμματος 83 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Για τη διασφάλιση της εγκυρότητας της συγκεκριμένης έρευνας πραγμα- τοποιήθηκαν οι παρακάτω ενέργειες που αφορούσαν: Το στάδιο του σχεδιασμού της: • Σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε το κατάλληλο χρονοδιάγραμμα • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πηγές • Επιλέχθηκε η καταλληλότερη μεθοδολογία, αυτή της μελέτης περί- πτωσης. • Αναπτύχθηκε το κατάλληλο ερευνητικό εργαλείο της συνέντευξης και τέλος • επιλέχθηκε το κατάλληλο προς την έρευνα δείγμα. Το στάδιο συλλογής δεδομένων: • Έγινε προσπάθεια για την ελαχιστοποίηση της επίδρασης του φαινο- μένου της αντιδραστικότητας. Το στάδιο ανάλυσης δεδομένων: • Με επικύρωση από τους συμμετέχοντες. • Με την αποφυγή εξαγωγή συμπερασμάτων και γενικεύσεων που δεν υποστηρίζονται από τα δεδομένα της έρευνας και βέβαια • Με την αποφυγή επιλεκτικής μεταχείρισης των δεδομένων. Το στάδιο παρουσίασης των δεδομένων: • Με την αποφυγή επιλεκτικής παρουσίασης δεδομένων. • Με τη διατύπωση ισχυρισμών που υποστηρίζονται από τα δεδομένα. • Με τη διασφάλιση απαντήσεων των ερευνητικών ερωτημάτων Η αξιοπιστία της έρευνας (Ιωσηφίδης 2003: 69-73) εξασφαλίσθηκε από την ύπαρξη προσβασιμότητας προς τις πηγές, την επιλογή του κατάλληλου δείγ- ματος, τη τήρηση ηθικών και δεοντολογικών κανόνων και το πιθανόν όφελος που προκύπτει από την έκφραση απόψεων, κατάθεση θέσεων. Ευρήματα Σε σχέση με το αν ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός φορέας διαθέτει την απα- ραίτητη οργανωτική δομή ώστε νε αναπτύσσει διαδικασίες και υλοποίησης αποφάσεων και τήρησης διαδικασιών ελέγχου που διασφαλίζουν την ποιότη- τα τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι: • Μη τήρηση διαδικασιών επιλογής εκπαιδευτών • Μη ύπαρξη γραπτών διαδικασιών • Μη θέσπιση ποιοτικών κριτηρίων στην παραγγελιοληψία • Ελλιπής παρακολούθηση. • Μη τήρηση διαδικασιών παρακολούθησης της επίδοσης των καταρ- τιζομένων 84 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΑ ΚΕΚ Σε σχέση με το βαθμό λειτουργίας της ανατροφοδότησης τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι: • Μη αξιοποίηση της επεξεργασίας των αποτελεσμάτων αξιολόγησης Σε σχέση με το βαθμό ικανοποίησης όλων των εμπλεκομένων στην κατάρ- τιση τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι: • Ελλείψεις στους όρους σύμβασης μεταξύ του ΚΕΚ και των εκπαιδευ- τών • Ελλιπής υλικοτεχνική υποδομή στις εκτός δομής εκπαιδευτικές διερ- γασίες • Μη ύπαρξη γραπτών διαδικασιών παρακολούθησης των εκπαιδευτών • Μη εφαρμογή διαδικασιών αλληλοενημέρωσης-ανατροφοδότησης και συντονισμού • Έλλειψη καθηκοντολογίου • Ανυπαρξία συστήματος έκφρασης παραπόνων • Ελλιπής φυσική αλλά και ουσιαστική παρουσία του στελεχιακού δυ- ναμικού του ΚΕΚ στην εκπαιδευτική διεργασία • Μη τήρηση διαδικασιών επιμόρφωσης-ενημέρωσης των εκπαιδευτών • Μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας επιλογής των καταρτι- ζομένων • Ανυπαρξία συστήματος παρακολούθησης και αξιολόγησης του εκ- παιδευτικού έργου Τέλος, και ίσως το βασικότερο όλων επιβεβαιώθηκε η ανυπαρξία θέσπισης ενιαίων συστημάτων και διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο για την ΔΠ στην ΣΕΚ. Προτάσεις Με βάση τα ευρήματα της έρευνας διατυπώνονται προτάσεις που σκοπό έχουν να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ποιοτικού περιβάλλοντος για την ΣΕΚ που υλοποιείται από τα ΚΕΚ. 1. Απαιτείται δήλωση της διοίκησης του ΚΕΚ ότι η ποιότητα αποτελεί προτεραιότητα και στόχο της. 2. Ορίζεται, ως υπεύθυνος ποιότητας, ένα στέλεχος του φορέα που να είναι ικανό να εμπνεύσει σε όλους τους εμπλεκόμενους το «ιδεώδες» της Δ.Π. 3. Δημιουργείται εγχειρίδιο ποιότητας μέσα στο οποίο θα καταγράφο- νται αναλυτικά με μορφή εντύπων όλες οι λειτουργίες και διαδικασί- ες που πρέπει να τηρούνται στις διάφορες φάσεις υλοποίησης ενός προγράμματος κατάρτισης. 85 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Τα έντυπα αυτά είναι: 4. πληρότητας διαδικασίας 5. έντυπο που αποτελεί κατάλογο εισερχομένων εγγράφων. 6. Καταγραφής και παρακολούθησης της επιμόρφωσης. 7. Για τις ανάγκες του εξοπλισμού σχεδιάστηκαν δύο εργαλεία-έντυπα. Στο πρώτο καταγράφεται όλος ο εξοπλισμός και η ανάγκη συντήρη- σης του, ενώ στο δεύτερο αναφέρεται το λογισμικό με τις άδειες χρή- σης και τις συσκευές που αυτός είναι εγκατεστημένος. 8. Για τη καταγραφή και επίλυση παραπόνων σχεδιάστηκαν τρία έντυ- πα. Στο πρώτο καταγράφεται το παράπονο, στο δεύτερο αποτυπώνε- ται στατιστικά η εμφάνιση ανά είδος των παραπόνων, ενώ στο τρίτο αποτυπώνεται η διαδικασία επίλυσης 9. Για την προμήθεια υλικών ή παροχή υπηρεσιών από τρίτους χρησιμο- ποιείται ειδικό έντυπο. 10. Για την επιλογή των καταρτιζομένων το ΚΕΚ διαθέτει σύστημα επιλο- γής που χρησιμοποιεί τρία διαφορετικά εργαλεία-έντυπα 11. Για την επιλογή των εκπαιδευτών το ΚΕΚ υποχρεούται να προβαίνει σε πράξεις δημοσιότητας έτσι ώστε να προκαλεί ενδιαφέρον από τους υποψήφιους εκπαιδευτές. Τέλος προτείνεται ένα σύστημα επιλογής που βασίζεται σε κριτήρια Το ΚΕΚ διαθέτει σύστημα ενδιάμεσης και τελικής αξιολόγησης του προ- γράμματος Η ενδιάμεση αξιολόγηση του προγράμματος κατάρτισης περιλαμβάνει έντυπο ερωτηματολόγιο που συμπληρώνεται από τους καταρτιζόμενους 12. Για την ανατροφοδότηση μεταξύ των αξιολογούμενων σχεδιάστηκε συγκεκριμένο έντυπο. 13. Τέλος απαιτείται θέσπιση καθηκοντολογίου για το προσωπικό που να προβλέπει με σαφήνεια την εκτέλεση των εργασιών και καθιέρωση συμβατικών δεσμεύσεων για εκπαιδευτές 14. Για την τελική αξιολόγηση του προγράμματος αναπτύχθηκαν πέντε ερωτηματολόγια που συμπληρώνονται από τους καταρτιζόμενους, τους εκπαιδευτές, τον Ε.Υ, τις επιχειρήσεις πρακτικής και το διοικη- τικό προσωπικό. 15. Σχεδιάστηκε έντυπο όπου συγκεντρώνονται όλες οι βαθμολογίες από τις καθημερινές ή ανά ενότητα αξιολογήσεις των καταρτιζομένων κα- θώς και αυτές των αρχικών ενδιάμεσων και τελικών αξιολογήσεων. 86 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΑ ΚΕΚ Συμπέρασματα Καταγράφηκε: • Η επιθυμία όλων των εργαζομένων για ενεργό συμμετοχή στις διαδι- κασίες λήψης των αποφάσεων. • Η επιθυμία για εμπλοκή στην αξιολόγηση • Η απαίτηση για οργανωμένες διαδικασίες στην προετοιμασία, στην οργάνωση και στην εκτέλεση της κατάρτισης. • Η επίτευξη στόχων και των τριών ομάδων που συμμετέχουν στην κα- τάρτιση Σχεδιάστηκαν και αναπτύχθηκαν εργαλεία που στοχεύουν στην Δ.Π. της κατάρτισης. Η ανάγκη αυτή προέκυψε από το γεγονός ότι η ΣΕΚ όπως εφαρ- μόζεται μέχρι σήμερα στη χώρα μας έχει μια ιδιαιτερότητα που την καθιστά μοναδική σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και διακρίνεται από έλλειψη ενιαίων θεσμο- θετημένων διαδικασιών. Αναδείχθηκε η ανάγκη για ανάπτυξη πρότυπων συστημάτων Δ.Π. στην ανί- χνευση των αναγκών των επιχειρήσεων για καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμι- κό και για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας των καταρτιζομένων κατά την εκτέλεση της πρακτικής άσκησης (Μπρίνια, 2011). Όμως όσα πρότυπα συστήματα ποιότητα για την ΣΕΚ και αναπτυχθούν δεν θα βρουν εφαρμογή αν η ίδια η Πολιτεία δεν λάβει τουλάχιστον τρεις συ- γκεκριμένες αποφάσεις: 1η. Να εκφράσει πρώτα η ίδια την πρόθεση της να υιοθετήσει πολιτικές ποιότητας για την ΣΕΚ 2η. Να πιστοποιεί τις επαγγελματικές ικανότητες σε όλη τη ΣΕΚ 3η. Να αναδείξει το Ε.ΚΕ.ΠΙΣ. ως φορέα μοναδικής, εθνικής, αξιόπιστης και ανεξάρτητης αρχής που θα εποπτεύει όλη τη ΣΕΚ. Βιβλιογραφία Ιωσηφίδης, Θεόδωρος. (2003). Ανάλυση ποιοτικών δεδομένων στις κοινωνικές επι- στήμες. Αθήνα: Κριτική ΑΕ Μπρίνια, Βασιλική (2011). Management και εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού με τη μέθοδο project. Εκπαίδευση ενηλίκων 23 (2), 11-19. Μπρίνια, Βασιλική (2008). Management και Συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Εκδόσεις Σταμούλη ΑΕ Hammersley, Martin. (1999). Εκπαιδευτική έρευνα στη πράξη, Εκπαιδευτική Έρευ- να τρέχοντα θέματα. Πάτρα: ΕΑΠ 87 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Coen, Louis, Manion, Lawrence. και Morrison, Keith. (2008). Μεθοδολογία εκπαι- δευτικής έρευνας. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο. Al-Sadi, Jehad.(2007). Investigating the Assessments Process and Students Feedback on the M206 Course: Computing: an Object Oriented Approach. Arab Open University-Jordan Aderman, Geoffrey.(1996).Quality Assessment in England: a warm in the bud? Gold Coast Australia: Paper presented at the 8th international Conference on Assessing Quality in Higher Education. Boyd, Robert, Apps, Jerold and Associates. (1980). Redefining the discipline of adult education. San Francisco: Jossey-Bass. Brown, Alan. and Wiele, Ton.(1996). A typology of approaches to ISO certification and TQM. Australian Journal of Management, 21(1), 57-72. Dawson, Patric., & Palmer, Gill. (1995). Quality management. Australia: Longman. Drossos, Lampros., Vassiliadis, Basilis, Stefani, Antonia, Xenos, Michael., Sakkopoulos, Evangelos., Tsakalidis, Athanassios. (2005).Introducing ICT in a traditional higher education environment: background, design and evaluation of a blended approach. Pre-print version of the paper published at “International Journal of Information and Communications Technology Education (IJICTE)”, Vol. 2, Issue 1, pp. 65-78. Eagle, Lynne. and Brennan Ross,(2007). Are students customers? TQM and marketing perspectives. Quality Assurance in Education, 15 (1), 44-60. Emery, Charles, Krammer, Tracy and Tian, Robert. (2001).Customers vs products adopting an effective approach to business students. Quality Assurance in Education, 9 (2), 110-115 Gao Yan-yan. The use of TQM in Accounting Education Ανακτήθηκε την 24/11/2009 από: (http://www.lilydale.swinburne.edu.au/forum/documents/2007/Gao_Yanyan. pdf Gilmour, Peter, & Hunt, Robert. (1995). Total quality management. Australia: Longman. Halbesleben Jonathon, Becker Jenn και Buckley Ronald.(2003). Considering the labor contributions of students an alternative to the students-as-customer metaphor. Journal of Education for Business, 78 (5), 255-257. Konidari Victoria, Abernot Yvan. (2006).Another way for quality management in educational institutions. International journal of Quality &Reliability Management, 23(1), 8-26 Lewis, Ron and Smith, Bod. (1994). Total Quality in components Higher Education. St. Lucie: Press, Delray Beach, FL. Morley, Luise.(2001). Producing new workers: quality, equality and employability in higher education. Quality in Higher Education, 7 (2), 131-138. Thonhauser, Theresa. (2008). Factor that relate to the time to ISO 9000 registration in education institutions. School Effectiveness and School Improvement, 19(3), 333-349. 88 Βασιλική Μπρίνια, Νικόλαος Σουνδουλουνάκης ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΑ ΚΕΚ Toeremen, Fatih, Karakuş, Mehmet. & Yasan, Tezcan. (2009) Total quality management practices in Turkish primary schools, Quality Assurance in Education, 17, 30–44. Van den Berghe, Wouter. (1997). Application of ISO 9000 standards to education and training: interpretation and guidelines in a European perspective. Thessaloniki: CEDEFOP. Waks, Shlomo. και Moti, Frank. (1999). Application of the total quality management principle and ISO 9000 standards in engineering education. European Journal of Engineering Education, 24 (3), 249-259. Abstract Programs of vocational training for unemployed people or groups with special needs are the usual means to minimize employment inequalities among the members of our community and, further, to provide job opportunities for a better life. Obviously, the standards of such education are of great importance. For this reason a research was performed, among the students, teachers and staff of a specific KEK in Xanthi. The results of this research in relation to the answers given to special questionnaires, suggestions are made regarding the issues: decision making, dealing with complaints, monitoring the quality of the training procedure and evaluating the vocational program in coordination with all members of the KEK (students, trainers and staff) and the companies where the trainees had a practical training. Parts of these suggestions have already been implemented with promising results. Βασιλική Μπρίνια, Ph. D., Ειδικός επιστήμονας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Πατησίων 76. 104 34 Αθήνα. +30 6945183693,

[email protected]

Νικόλαος Σουνδουλουνάκης, M.Sc., Ε.Α.Π. Ανδρέου Δημητρίου 130, 67100 Ξάνθη +306976000665,

[email protected]

89 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Προσεγγίζοντας τη διά βίου μάθηση: χαρακτηριστικά Ενηλίκων και τεχνικές μιας ποιοτικής Διά Βίου Μάθησης Νεκταρία Κλαδά Καθώς βιώνουμε ως χώρα κρίσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνι- κής μας ζωής και αντιμετωπίζουμε προκλήσεις μέσα σε ένα δυσμενές πλαί- σιο για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία, καλούμαστε να αντιμε- τωπίσουμε ένα σύνθετο τοπίο, όπου οι πιέσεις είναι διαρκείς και επηρεάζουν σημαντικά τον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της. Ως εκ τούτου γίνεται επιτακτική η ανάγκη μετασχηματισμού του αναπτυξι- ακού μοντέλου που εφαρμόζει η Ελλάδα, ενώ η Δια Βίου Μάθηση και η στή- ριξη του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας αναδεικνύονται σε καθοριστικό παράγοντα, που μαζί με άλλες προϋποθέσεις, αναμένεται να διευκολύνουν την αναπτυξιακή τροχιά. Η δια βίου μάθηση, αφορά ένα ευρύ πλαίσιο δραστηριοτήτων και παρα- μέτρων, οι οποίες συνθέτουν στην ουσία ένα ολόκληρο παιδευτικό και πολι- τισμικό σύμπαν. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξή της αφορά στην πολύπλευρη καλλιέργεια της προσωπικότητας του πολίτη. Ταυτόχρονα όμως, δεν νοείται αποκομμένη από το οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο υλο- ποιείται και αναπτύσσεται η παραγωγική και επαγγελματική δραστηριότητα. Έχοντας υπόψη τις παραπάνω αρχές, στην παρούσα εισήγηση θα γίνει προ- σπάθεια προσέγγισης, αρχικά των χαρακτηριστικών των ενηλίκων εκπαιδευ- ομένων, και ακολούθως των τρόπων με τους οποίους η δια βίου μάθηση θα μπορούσε να γίνει ποιοτικότερη. Γενικότερος σκοπός της Διά Βίου Μάθησης Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας η δια Βίου Μάθηση θα γίνεται όλο και πιο απαραίτητη για την παγκόσμια οικονομία. Έτσι, για όσους επιλέξουν να εκ- παιδεύονται και να επαναπροσδιορίζουν τις γνώσεις τους, τα οφέλη θα εί- ναι μεγάλα. Θα συνεχίζουν την καριέρα τους περιορίζοντας τον κίνδυνο της ανεργίας και θα είναι σε θέση να επιλέξουν ακόμα και καλύτερη εργασία. (Holmes, 2006: 210-213) Τα παραπάνω μας βοηθούν στη διατύπωση του σκοπού της Δια Βίου Μά- 90 Νεκταρία Κλαδά ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ θησης. Σκοπός λοιπόν, της Επιμόρφωσης Ενηλίκων είναι να βοηθάει τους εκ- παιδευόμενους στην απόκτηση κατάλληλων δεξιοτήτων προκειμένου να οδη- γηθούν στην αυτοβελτίωση, στη μεγιστοποίηση των επιλογών τους, ώστε να ζουν σε αρμονία με το περιβάλλον τους και να αποκτήσουν ευελιξία επαγγελ- ματική και προσωπική. ( Χαρίτου, 2005: 9-12) Επιπλέον, σκοπός της Δια Βίου Μάθησης είναι η απεξάρτηση εκπαιδευ- τικών και εκπαιδευομένων από τον παραδοσιακό τρόπο μετάδοσης της γνώ- σης που κυριαρχεί στην παραδοσιακά δομημένη σύγχρονη εκπαίδευση. (Χα- ρίτου, 2005:9-12) Για να είναι όμως αποτελεσματική αυτή τη διαδικασία της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, πρέπει να χαρακτηρίζεται από κάποιες ποιοτικές προδιαγρα- φές. Από την επισκόπηση του έργου των θεμελιωτών της εκπαίδευσης Ενη- λίκων προκύπτει ότι δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός κορμός σχεδιασμού ποιότητας τέτοιων προγραμμάτων. (Κόκκος, 2005: 89-94). Παρόλα αυτά όλο και περισσότεροι συμφωνούν ότι το είδος αυτής της εκπαίδευσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ενηλίκων εκπαιδευομένων, βάσει των οποίων πρέπει να γίνεται και ο σχεδιασμός του εκάστοτε προγράμ- ματος. Αυτό υποστηρίζεται, διότι ο ενήλικας εκπαιδευόμενος διαφοροποιείται από το μαθητή – παιδί. Προκειμένου, λοιπόν, να είναι αποτελεσματικός ένας διδακτικός σχεδιασμός Εκπαίδευσης ενηλίκων, οφείλει να λάβει υπόψη αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία παραθέτουμε παρακάτω. Χαρακτηριστικά εκπαιδευομένων ενηλίκων Ο ενήλικος δεν αντιμετωπίζεται ως απλός κοινωνικός αποδέκτης των μέτρων της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, ούτε ως απλό μέλος μιας ομάδας συμμετε- χόντων, αλλά ως μοναδική προσωπικότητα με ατομικές ικανότητες, εμπειρί- ες και προβλήματα. (Παπαβασιλείου – Αλεξίου, 2004) Πρωτίστως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι συ- νήθως εργάζονται και παράλληλα με το πρόγραμμα έχουν και άλλες ενδοοι- κογενειακές υποχρεώσεις που τους στερούν μέρος της ενέργειάς τους. Επο- μένως απαιτείται πρόγραμμα, με γρήγορα σχετικά αποτελέσματα μάθησης, και ευελιξία. (Occasional Paper,2007) Επιπροσθέτως, οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι έχουν συγκεκριμένους στό- χους και προσδοκίες και δεν αποφασίζουν να παρακολουθήσουν ένα πρό- γραμμα τυχαία αλλά περιμένουν συγκεκριμένα αποτελέσματα από αυτό. Τα παραπάνω βέβαια ισχύουν, όταν οι ενήλικες δεν είναι άνεργοι, γιατί σε τέ- τοια περίπτωση έχουν ασαφείς στόχους και επιδιώκουν μόνο να πάρουν το επίδομα εκπαίδευσης. (Κόκκος 2005). Επομένως πρέπει να υπάρχει σαφής 91 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στοχοθεσία, την οποία να γνωρίζουν οι εκπαίδευόμενοι για να είναι πιο απο- τελεσματική η μάθηση. (Ζαρίφης,2000) Επιπλέον έχουν ευρύ φάσμα κοινωνικών και επαγγελματικών εμπειριών, οι οποίες διαφοροποιούνται πλήρως από το ένα άτομα στο άλλο. Κατά συ- νέπεια περιμένουν να αξιοποιήσουν αυτές τις εμπειρίες μαθησιακά και να τις χρησιμοποιήσουν σαν αφετηρία για νέα γνώση. (Κόκκος, 2005) Καταλαβαί- νουμε, λοιπόν, ότι πρέπει να γίνεται χρήση των προσωπικών εμπειριών των ενηλίκων για να ενισχύεται η διάθεσή τους για μάθηση. Από την άλλη οι ενήλικες έχουν αποκρυσταλλομένους τρόπους με τους οποίους προτιμούν να μαθαίνουν. Διαθέτουν πλήθος γνώσεων και εμπειριών στις οποίες προσκολλώνται, με συνέπεια να δυσκολεύονται να δεχτούν τη νέα γνώση ή τις νέες μεθόδους.(Κόκκος,2005) ­Γι’ αυτό είναι δύσκολο ο εκπαι- δευτής ενηλίκων να επιβάλλει μεθόδους και τεχνικές στους μαθητές του. Πρέ- πει να δείξει διαλλακτικότητα και να λάβει υπόψη τους προτεινόμενους τρό- πους μάθησης τους οποίους θα έχει συζητήσει με τους ενήλικες μαθητές του. Βασικό ακόμα χαρακτηριστικό των ενηλίκων που αυτομορφώνονται είναι η διάθεση αυτενέργειας που έχουν και η επιθυμία ενεργούς συμμετοχής. Τείνουν στον αυτοκαθορισμό, συνεπώς συχνά επιδιώκουν την ενεργητική συμμετοχή τους στην πορεία της μάθησης. (Κόκκος, 2005) Ο ενήλικος εκπαιδευόμενος επιθυμεί να αντιμετωπίζεται ως υπεύθυνος άνθρωπος, επιδιώκει να ζητιέται η άποψή του. Συχνά αμφισβητεί στόχους και περιεχόμενα ενός προγράμμα- τος αντιπροτείνοντας εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας. Αντιμετωπίζει τον εκπαιδευτή όχι ως αυθεντία, αλλά ως εξειδικευμένο συνάδελφο. (Παπαβα- σιλείου – Αλεξίου, 2004) Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση οι εκπαιδευόμενοι να υιοθετούν παθητικούς ρόλους και να θέλουν να ακούν και να μαθαίνουν χωρίς συμμετοχή, αντιδρώντας μάλιστα και σε παρακίνηση του εκπαιδευτή να συμμετάσχουν. (Κόκκος, 2005) Έτσι, προτείνεται η ενεργητική συμμετο- χή να γίνεται σταδιακά και να αφήνει βαθμιαία ο εκπαιδευτής έδαφος πρωτο- βουλίας και ενεργούς συμμετοχής στη μαθησιακή διαδικασία. (Κόκκος, 2005) Σε αυτή την παράμετρο θα συμβάλλει και η δυνατότητα που θα δοθεί στους μαθητευομένους για εφαρμογή πρακτικών ασκήσεων. Οι εργαζόμενοι - εκπαιδευόμενοι, πρέπει να έχουν ευκαιρίες για πρακτική άσκηση. Για να είναι αποτελεσματική η κατάρτιση, πρέπει να εφαρμοστεί η θεωρητική γνώση που αποκτήθηκε. Με τον τρόπο αυτό ο εκπαίδευόμενος θα συμμετέχει ενεργά, ενώ θα μπορεί και ο ίδιος να αυτοαξιολογείται και να ετεροαξιολογείται, ώστε να διορθωθούν τυχόν λάθη και να επιτευχθεί η αυτοβελτίωση. (Ζαρίφης, 2000) Η παραπάνω διαπίστωση οδηγεί και στην ανάγκη αναφοράς της ανατρο- φοδότησης, η οποία είναι χρήσιμη τόσο στην εκπαίδευση παιδιών, όσο και ενηλίκων. Η ανατροφοδότηση δείχνει κατά πόσο το άτομα πέτυχε το στόχο του. Για να έχει αποτελέσματα πρέπει να εστιάζει σε συγκεκριμένες συμπε- 92 Νεκταρία Κλαδά ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ριφορές και να είναι άμεση. (Ζαρίφης,2000) Μπορεί να γίνει και μέσω βιντεο- σκόπησης το οποίο θα συμπαρακολουθεί η ομάδα με τον εκπαιδευτή. Μία άλλη δυνατότητα συμμετοχής μπορεί να δοθεί και στις αρχικές συνα- ντήσεις, στις ­οποίες ο εκπαιδευτής ζητά από τους εκπαιδευομένους να εκ- φράσουν τις προσδοκίες και τους στόχους τους. (Κόκκος, 2005) Βάσει της συζήτησης, μπορεί να τροποποιηθεί και το πρόγραμμα προκειμένου να αντα- ποκρίνεται καλύτερα στις προσδοκίες τους. Γενικά πάντως, υπάρχει δυνατό- τητα να συμβάλλουν με τις αποφάσεις τους οι ενήλικες στη μερική διαμόρ- φωση του προγράμματος, που παρακολουθούν, και οι απαιτήσεις, όπως και οι ανάγκες τους, καλό είναι να λαμβάνονται υπόψη σοβαρά. Τέλος, ένα ακόμα χαρακτηριστικό των ενηλίκων εκπαιδευομένων που πρέ- πει να ληφθεί υπόψη είναι το γεγονός ότι μαθαίνουν μέσα από την παρατή- ρηση και την αλληλεπίδραση με άλλους. (Ζαρίφης,2000) Όταν, λοιπόν, η κα- τάρτιση αφορά ομάδες εκπαιδευομένων που ενδιαφέρονται για αντίστοιχα αντικείμενα, μαθαίνουν ανταλλάσσοντας απόψεις και παρατηρώντας τις ενέρ- γειες ο ένας του άλλου στην πρακτική άσκηση. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η δια βίου διευκολύνεται μέσω της ανα- γνώρισης των χαρακτηριστικών των ενηλίκων, της αξιοποίησης της προγε- νέστερης εμπειρίας (βιωματικής και επαγγελματικής) και της δυνατότητας ενεργούς συμμετοχής στο πρόγραμμα. Ταυτόχρονα, στοιχεία που κάνουν ποι- οτικότερο ένα πρόγραμμα ενηλίκων και προκύπτουν από τις παραπάνω διαπι- στώσεις, είναι: η ανάλυση εκπαιδευτικών αναγκών, που θα οδηγήσουν σε δι- ατύπωση συγκεκριμένων μαθησιακών στόχων, η κατάλληλη επιλογή υλικών, μεθόδων και μέσων, τα οποία να ανταποκρίνονται όσο γίνεται στις ανάγκες των εκπαιδευομένων, και η διατύπωση συγκεκριμένων κριτηρίων αξιολόγησης των παραπάνω, όπως και του προγράμματος συνολικά. (Νικολοκάκη,2006) Τα προαναφερθέντα φαίνεται να διαπιστώθηκαν και σε μία έρευνα της Κ. Κεδράκα, η οποία αποτύπωσε τις απόψεις και τα αιτήματα των συμμετεχόντων στην ημερίδα της 1ης Απριλίου του 2006 σχετικά με το πεδίο της Εκπαίδευ- σης Ενηλίκων, που συλλέκτηκαν στο τέλος της ημερίδας μετά από συμπλή- ρωση ειδικού εντύπου. Πράγματι οι συμμετέχοντες πρότειναν σαν στοιχείο ποιοτικότερου προγράμματος, λιγότερη θεωρία, μικρότερες ομάδες, περισ- σότερα βιωματικά εργαστήρια, διαχωρισμό θεματολογίας ανάλογα με την εμπειρία των συμμετεχόντων, καλύτερη ενημέρωση για την ανάληψη πρωτο- βουλιών. (Κεδράκα, 2006) Καθορισμός ποιότητας στη Δια Βίου Μάθηση Στο πεδίο της Εκπαίδευσης Ενηλίκων τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπά- 93 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θεια για τη δημιουργία κριτηρίων - δεικτών ποιότητας. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια γίνονταν αναφορά στους σκοπούς, στους στόχους των προγραμμά- των εκπαίδευσης και κατάρτισης καθώς και στα εκπαιδευτικά αποτελέσμα- τα σε επίπεδο προσόντων, σήμερα το ενδιαφέρον εστιάζεται στα μαθησιακά αποτελέσματα και στην αξιολόγηση των διαδικασιών μάθησης (Βασιλού-Πα- παγεωργίου, 2004). Οι ίδιοι οι εκπαιδευόμενοι σε προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων, είδα- με ήδη ότι δίνουν σημασία σε κάποια στοιχεία του προγράμματος που αρμό- ζουν στις ιδιαίτερες ανάγκες και χαρακτηριστικά τους ως ενήλικοι. Σύμφωνα όμως και με διεθνείς διαπιστώσεις, καταληκτικά δίνουν σημασία στο κύρος του προγράμματος και στην ποιότητα της διδασκαλίας (τι μαθαίνουν, πως μαθαίνουν, ποιες μέθοδοι χρησιμοποιούνται) (European Commission,2002). Με βάση λοιπόν, τις προσεγγίσεις για την επίτευξη της ποιότητας, οι οποί- ες κινούνται μεταξύ ανθρωποκεντρικής προσέγγισης και της οικονομικής απο- τελεσματικότητας των εκροών της εκπαίδευσης, κοινή διαπίστωση παραμέ- νει ότι η ποιότητα στην εκπαίδευση ενηλίκων είναι άμεσα συνυφασμένη με την αναβάθμιση του επιπέδου των εκπαιδευομένων ( αναβάθμιση γνώσεων και ενίσχυση δεξιοτήτων), με το γενικότερο σχεδιασμό, και την ενίσχυση της επαγγελματικής τους ανάπτυξης. (Υφαντή, Βοζαΐτης, 2009). Την ίδια επιδίωξη φαίνεται να έχει και το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο στοχεύει στη διασφάλιση της ποιότητας παντού: στους εκπαιδευτές, στην επιμόρφωση των εκπαιδευτών, στα γνωστικά αντικείμενα και στο μαθησια- κό υλικό, στους χώρους και τις υποδομές, στις διαδικασίες αξιολόγησης και πιστοποίησης. (Κείμενο Πολιτικών Κατευθύνσεων του Υπουργείου Παιδείας, 2010). Επίσης, επιδίωξη του Υπουργείου αποτελεί η ανάπτυξη νέων παιδα- γωγικών μεθόδων με στροφή στη βιωματική μάθηση, στη μάθηση εξ αποστά- σεως, στο e-learning, σε μικτές μορφές μάθησης (blended learning). Όλα τα παραπάνω θα συνοδεύονται από διαδικασίες αναγνώρισης και πιστοποίησης των μαθησιακών αποτελεσμάτων, ανεξάρτητα από τη μέθοδο με την οποία αυτά αποκτήθηκαν. Γίνεται επομένως κατανοητό ακόμα και από τους στόχους του Υπουργεί- ου ότι το ζητούμενο είναι η πιστοποίηση των ουσιαστικών προσόντων και δε- ξιοτήτων του ατόμου, έτσι ώστε να αξιοποιείται η αποκτηθείσα γνώση και να ενθαρρύνεται η απόκτηση πρόσθετης γνώσης (Ζαννή – Τελιοπούλου, 2004). Από τα ως τώρα δεδομένα συνάγεται ότι προϋπόθεση για να λειτουργή- σει σωστά η δια βίου μάθηση είναι να συνδεθούν τυπικά, μη τυπικά και άτυ- πα στοιχεία μάθησης και να γεφυρωθούν διάφορες μορφές διδασκαλίας, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από κατάλληλες μεθόδους διδασκαλίας (Ζαννή – Τελιοπούλου, 2004). 94 Νεκταρία Κλαδά ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ Τεχνικές διδασκαλίας για μια ποιοτική Δια Βίου Μάθηση Επειδή το κλειδί για μία επιτυχημένη πορεία ενός προγράμματος ενηλίκων εί- ναι η εμπειρία και οι ανάγκες του εκπαιδευομένου, όπως άλλωστε ήδη έχει ανα- φερθεί, ο ρόλος του εκπαιδευτή μετατρέπεται σε αυτόν του καθοδηγητή και συμβούλου. (Rogers 2002) Γι’ αυτό θα πρέπει οι πρακτικές που εφαρμόζονται στη διδακτική πράξη να έχουν τέτοιο προσανατολισμό, ώστε να υποστηρίζεται η εξατομικευμένη μάθηση. Ταυτόχρονα, ο εκπαιδευτικός οφείλει να παρέχει κίνητρα συνεχούς και δια βίου μάθησης, ώστε να μπορούν διαρκώς να μαθαί- νουν. (Καρατζά, 2005) Συνεχίζοντας θα αναφερθούμε σε κάποιες τέτοιες τεχνι- κές διδασκαλίας που ευνοούν το παραπάνω πλαίσιο δράσης. Αποτελεσματικές μέθοδοι θεωρούνται η συζήτηση με ερωταπαντήσεις σε μορφή συμποσίου. Αυτή η τεχνική μπορεί να συνδυαστεί με τον Καταιγισμό ιδεών, ο οποίος αφορά μια κατάσταση εντατικής συζήτησης, που μετά το τέ- λος του προκαθορισμένου χρόνου της αναλύονται οι απόψεις που ακουστή- καν. (Κλαδά, 2009) Το παίξιμο ρόλων είναι μια άλλη διδακτική τεχνική που προτείνεται τόσο για τους ανήλικους μαθητές, όσο και για τους ενήλικες. (Γεροστεργίου, Ψυ- χογυιός, 2006) Αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο προσομοίωσης, όταν ο εκπαι- δευτής εμπλέκει τους εκπαιδευόμενους σε ένα πολύπλοκο πρόβλημα και μάλιστα όταν το συνδέει με ρόλο που μελλοντικά πρόκειται να υποδυθούν στην πράξη. Το συνεργατικό πλαίσιο είναι βασική προϋπόθεση για την καλλιέργεια της δια βίου μάθησης. Οι μαθητές, πρέπει να ενθαρρύνονται να αλληλεπιδρούν μαθησιακά αποτελώντας πηγές μάθησης ο ένας για τον άλλο και να μπορέσουν να αναπτύξουν δεξιότητες επικοινωνίας. (Παπασταμάτης, 2001) Σε αυτό συντε- λεί η τεχνική της συνεργατικής μάθησης μέσα από ομάδες εργασίας. Τέτοιες δραστηριότητες θα δώσουν ευκαιρία στους εκπαιδευομένους εργαζόμενοι ομα- δικά να αναπτύξουν δημιουργική σκέψη, προσαρμοστικότητα και άλλες συναι- σθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες (Καρατζά, 2005). Μία άλλη βασική μέθοδος απόκτησης δεξιοτήτων είναι η επίδειξη και το παράδειγμα. Ο εκπαιδευτής παρουσιάζει στο κοινό του πως γίνεται μια συ- γκεκριμένη διαδικασία και εκείνοι τον μιμούνται στη συνέχεια (Κλαδά, 2009). Αυτές οι τεχνικές βοηθού επίσης τους ενήλικες να αξιοποιήσουν στην πρά- ξη και την προηγούμενη εμπειρία τους χτίζοντας πάνω σε αυτήν τη νεοαπο- κτηθείσα γνώση. Επιπλέον αποκτά σημασία η παροχή πηγών πληροφόρησης, έτσι ώστε να έχουν οι εκπαιδευό­μενοι την ευκαιρία να έλθουν σε επαφή με πηγές και με- θόδους αναζήτησης, πέρα από το τυπικό πλαίσιο του προγράμματος. Αντί- θετα, η μεταφορά πληροφοριών, εμποδίζει την ανάπτυξη δημιουργικής και 95 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ανακαλυπτικής μάθησης που αποτελεί βασικό στόχο της εκπαίδευσης ενηλί- κων (Καρατζά, 2005). Τέλος, σημαντικό κρίνεται να περιλαμβάνει η εκπαίδευση ενηλίκων μετα- γνωστικές στρατηγικές. Σύμφωνα μάλιστα με τον Carl Rogers ο μόνος άνθρω- πος που εκπαιδεύεται ουσιαστικά και ποιοτικά, είναι αυτός που έχει μάθει πώς να μαθαίνει, πώς να προσαρμόζεται στην αλλαγή, πώς να αναζητά τη γνώση (Rogers, 2002). Οι μεταγνωστικές δεξιότητες επομένως είναι απαραίτητες στη δια βίου μάθηση, αφού μέσω αυτής τα άτομα αποκτούν επίγνωση του τρόπου που σκέφτονται και μπορούν να αυτοαξιολογούνται (Παπασταμάτης, 2001). Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι ο εκπαιδευτής στην εκπαίδευση ενη- λίκων δεν αποτελεί απλό πάροχο γνώσης, δεν κατευθύνει και δεν ελέγχει τον εκπαιδευόμενο, αλλά τον διευκολύνει να αναπτυχθεί. Προσπαθεί να ενεργο- ποιήσει τη μνήμη και τη μάθηση, να αξιοποιήσει τις προηγούμενες εμπειρίες και να ενισχύσει τις γνώσεις των ενηλίκων μαθητών του και να δημιουργεί ευ- καιρίες για αναπαραγωγή της (Γεροστεργίου, Ψυχογυιός, 2006). Για να μπο- ρέσει όμως να ανταποκριθεί με επιτυχία σε αυτό το ρόλο, θα πρέπει ο ίδιος ο εκπαιδευτής να έχει κατανοήσει τη φιλοσοφία της εκπαίδευσης ενηλίκων και να έχει συνείδηση του ρόλου στη δια βίου μάθηση αποτελώντας και ο ίδιος μοντέλο συνεχούς μάθησης (Καρατζά, 2005). Κλείνοντας θα επισημαίναμε ότι η ενδυνάμωση του επαγγελματισμού των εκπαιδευτών ενηλίκων και το συνεχές ενδιαφέρον τους για αναστοχασμό και κριτική αποτίμηση του έργου τους, θα οδηγούσαν στο σωστό σχεδιασμό ενός προγράμματος εκπαίδευσης ενηλίκων και στην επιτυχημένη επιλογή κατάλ- ληλων μεθόδων και τεχνικών συμβάλλοντας δραστικά στις ευρύτερες προ- σπάθειες για βελτίωση ποιότητας της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Βιβλιογραφία Βασιλού-Παπαγεωργίου, Β. (2004). «Δείκτες Ποιότητας στην Εκπαίδευση Ενηλί- κων: Το Παράδειγμα του Εθνικού Προγράμματος Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών». Στα «Πρακτικά 1ου Συνεδρίου της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλί- κων», Μεταίχμιο, 234-242. Γεροστεργίου Καλλιόπη, Ψυχογυιός Ιωάννης, (2006). «Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαιδευτική στρατηγική των Κέντρων Εκπαίδευσης Ενηλίκων». Στα Πρακτι- κά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με τίτλο: «Δια Βίου Μάθηση για την Ανάπτυξη, την Απασχόληση και την Κοινωνική Συνοχή», Βόλος,135-140. Goldstein, Harvey (2006). “Education for all: The Globalization of learning Targets”, In: Adult Literacy, Numeracy and Language: Policy, Practice and Research. Open University Press. 96 Νεκταρία Κλαδά ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ European Commission, (2002): European report on quality indicators of lifelong learning: fifteen quality indicators, Brusseles. Ζαννή-Τελιοπούλου, Κασσάνδρα (2004), «Νέες Προκλήσεις για τον επαγγελμα- τικό προσανατολισμό: Η πιστοποίηση της μη τυπικής και άτυπης μάθησης», Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, Πρακτικά Επιστη- μονικής Ημερίδας: PROCEEDINGS of the PANHELLENIC COLLOQUIUM ON COUNSELING AND GUIDANCE, ΕΛ.Ε.ΣΥ.Π – Ελληνικά Γράμματα, 53-58 Ζαρίφης, Γιώργος (2000). «Αποτίμηση και Αξιολόγηση της μάθησης σε προγράμ- ματα Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης. Σημειώσεις διδασκαλίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τμήμα Φ.Π.Ψ. 26-69 Holmes, Andrew (2006). Έξυπνες Ιδέες Διά Βίου Μάθηση. Μτφρ. Σοκοδήμος Αν- δρέας, εκδ.Γκιούρδας. Καρατζά, Μαριάνθη (2005). «Ο ρόλος του εκπαιδευτή Ενηλίκων για την υποστή- ριξη της δια βίου μάθησης». Στο: Εκπαίδευση Ενηλίκων, 5, 4-8. Κεδράκα, Κατερίνα (2007). «Προσδοκίες, απόψεις και αιτήματα για την Εκπαίδευ- ση Ενηλίκων στη Β. Ελλάδα». Στο Κίνητρο, 8, 71-82. Κλαδά, Νεκταρία (2009). «Στόχοι, Αρχές και Μεθοδολογία της Δια Βίου Μάθη- σης». Στο: Πρακτικά 1ου Επιστημονικού Συνεδρίου ΑΣΠΑΙΤΕ, με θέμα «Η Εκ- παίδευση Εκπαιδευτών της Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής και Τεχνολογι- κής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα». 1, 351-357. Κόκκος, Αλέξης (2005). Εκπαίδευση Ενηλίκων: Ανιχνεύοντας το πεδίο. Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο. Μανιάτης, Αντώνης (2005). «Η προσέγγιση της Εκπαίδευσης Ενηλίκων». Στο: Διοι­ κητική Ενημέρωση,33,49-53. Νικολοκάκη, Μαρία (2006). «Παιδαγωγικές διαστάσεις της Δια Βίου Μάθησης: σχέση προγράμματος σπουδών, διδακτικών προσεγγίσεων και διεύρυνσης της συμμετοχής». Στο: Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με τίτλο: «Δια Βίου Μάθηση για την Ανάπτυξη, την Απασχόληση και την Κοινωνι- κή Συνοχή», Βόλος, 83-89. Παπαβασιλείου – Αλεξίου, Ιωάννα (2004). «Συμβουλευτική και Προσανατολισμός στην εκπαίδευση ενηλίκων: Αναγκαιότητα και Λειτουργία». Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. 68-69, ΕΛ.Ε.ΣΥ.Π – Ελληνικά Γράμμα- τα,105-118. Παπαδάκης Σπύρος, Φραγκούλης Ιωσήφ (2005). «Η ανάπτυξη Κοινωνικών Ικανο- τήτων και η απόκτηση Κοινωνικών Δεξιοτήτων στο πλαίσιο της δια βίου μάθη- σης, στην Κοινωνία της Πληροφορίας: ­Διαμόρφωση Δεικτών Ποιότητας για την αξιολόγησή τους». Στο: Πρακτικά 2ου Διεθνούς Συνε­δρίου Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων, με θέμα «Εκπαίδευση Ενηλίκων και Κοινωνι- κές Δεξιότητες». Αθήνα, 159-230. Παπασταμάτης, Αδαμάντιος (2001). «Η βασική Εκπαίδευση, Γέφυρα προς τη Δια Βίου Μάθηση». Στο: ΜΑΚΕΔΩΝ, 8, 105-111. 97 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Παπασταμάτης, Αδαμάντιος (2003). Σχεδιασμός Προγράμματος Εκπαίδευσης Ενηλίκων». Στο: ΜΑΚΕΔΩΝ, 11, 35-45. Rogers, C.(2002). The international relationship in the facilitation of learning. In: Supporting Lifelong Learning. Volume1: Perpectives on Learning. Open Univercity. Tenn Lynn, (2006). “Adult Literacies and Social Inclusion Practice, Research and Policy in Scotland”. In: Adult Literacy, Numeracy and Language Policy, Practice and Research. Open University Press. Υπουργείο Παιδείας (2010). Κείμενο Πολιτικών Κατευθύνσεων του Υπουργείου Παιδείας. Προς μία νέα πολιτική της δια βίου μάθησης στην Ελλάδα. Υφαντή, Αμαλία, Βoζαΐτης, Γιώργος (2009). «Η επιμόρφωση και η επαγγελματι- κή ανάπτυξη εκπαιδευτικού, ως στοιχεία ποιότητας στο εκπαιδευτικό έργο». Στο: Παιδαγωγική Θεωρία και Πράξη, 3, 32-43. Χαρίτου, Μαρία (2005). «Επιμόρφωση Ενηλίκων στην αναπτυξιακή Εκπαίδευση». Στο: ASPECTS, 5, 9-12. Adults learners in Higher Education Barriers to Success and Strategies to Improve Results (2007). Employment and Training Administration Occasional. Paper 2007, 13-15. Abstract Adult education keeps growing and expanding rapidly, in Greece and generally in world. For that reason is necessary to search more qualitative Adult Education. This article describes the traits and skills of lifelong education. In the beginning is mentioned the general purpose of life long learning. Then describes the special characteristics of Adults and mention the ways of encouraging students to get such trains and skills. Also we try to define the quality in life long learning. Finally we present some techniques which aim at the development of adults’ social skill for the rest of their life. Κλαδά Νεκταρία Φιλόλογος, Μετεκπαιδευθείσα στη Διδακτική και Αξιολόγηση, Εργαστηριακός Συνεργάτης ΑΣΠΑΙΤΕ, Αξιολογήτρια στο ΕΚΕΠΙΣ. Ελπίδος 6, Γλυκά Νερά Αττικής, Τ.Κ.15354 Τηλ.: 210 6042904, 6944175504, Fax: 210 6042904

[email protected]

και

[email protected]

98 Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Α΄ ΕΞΑΜΗΝΟΥ “ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΩΝ ΦΕ” ΣΤΟ ΤΕΑΠΗ/ΕΚΠΑ, ΤΟ 2010-2011. Ποιοτικό ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ Μαθησιακό Περιβάλλον Αξιολόγηση του μαθησιακού περιβάλλοντος του μαθήματος επιλογής Α΄ εξαμήνου «Οι έννοιες των ΦΕ» στο ΤΕΑΠΗ / ΕΚΠΑ, το 2010-2011. Μία έρευνα μικτών μεθόδων Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές Εισαγωγή Ένα από τα θέματα που απασχολούν τους υπεύθυνους στην εκπαίδευση των φοιτητών οι οποίοι θα διδάξουν τα μαθήματα των ΦΕ στο νηπιαγωγείο, μελ- λοντικά, είναι η ανάγκη να εξερευνηθούν οι παράγοντες του πλαισίου μάθη- σης που επηρεάζουν τις πεποιθήσεις τους σχετικά με τα μαθήματα των ΦΕ και τη διδασκαλία τους. Μία γόνιμη προσέγγιση θα μπορούσε να ακολουθήσει το επιχείρημα του Bandura (1997) ότι οι φοιτητές που αποκτούν την εμπειρία της επιτυχούς μάθησης θα έχουν θετικές πεποιθήσεις αυτό-αποτελεσματικό- τητας. Σύμφωνα με την επιστημολογία του εποικοδομητισμού η επιτυχής μά- θηση λαμβάνει χώρα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο το οποίο εγείρει συναισθήμα- τα και στο οποίο η γνώση δομείται συνεργατικά από αυτούς που μαθαίνουν (Printrich, Marx & Boyle, 1993). Ως εκ τούτου τα ερωτήματα που απασχολούν τους υπεύθυνους του χώρου έχουν ως επίκεντρο το βαθμό που τέτοια πλαί- σια παρέχονται στους φοιτητές. Αντικείμενο της παρούσας μελέτης υπήρ- ξε η αξιολόγηση της διαδικασίας μάθησης στο μάθημα επιλογής ‘Οι έννοι- ες των ΦΕ’ κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011, το οποίο διδάσκεται στο Α΄ εξάμηνο στους φοιτητές του ΤΕΑΠΗ του ΕΚΠΑ. Αποφασίστηκε δε να διεξα- χθεί έρευνα μικτών μεθόδων η οποία περιλαμβάνει τη συλλογή, την ανάλυ- ση και την ερμηνεία ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων σε μία μόνο μελέτη (Onwuegbuzie & Leech, 2006). Η δυνατότητα αξιολόγησης των σταδίων που διεξάγεται σε μία έρευνα μι- κτών μεθόδων εξασφαλίζεται με την υιοθέτηση έγκυρων πλαισίων. Ως εκ τού- του η ερευνητική πορεία αποτιμάται με βάση τη συνέπεια στην αιτιολόγηση και στη διαφάνεια των επιμέρους σταδίων της. Οι Collins, Onwuegbuzie, και 99 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Sutton (2006) συγκρότησαν ένα πλαίσιο για τη διεξαγωγή έρευνας μικτών με- θόδων που περιλαμβάνει 13 ξεχωριστά βήματα. Αυτά συγκροτούν τρία κατε- ξοχήν στάδια συγκεκριμένα, της διαμόρφωσης, του σχεδιασμού, και της υλο- ποίησης της έρευνας (Leech, 2010). Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει τα στάδια: της διαμόρφωσης, και • του σχεδιασμού της έρευνας που διεξήχθη στο ΤΕΑΠΗ, και από το στάδιο • της υλοποίησής της να περιγράψει για την ποσοτική και την ποιοτι- κή φάση χωριστά: • τη συλλογή των δεδομένων, • το σχεδιασμό της ανάλυσής τους, και • την επικύρωση/ νομιμοποίηση αυτών. Μεθοδολογία Έρευνας Μικτών Μεθόδων Στάδιο 1: Διαμόρφωση της Έρευνας Μικτών Μεθόδων 1. Καθορισμός του σκοπού της μελέτης Σκοπός της μελέτης υπήρξε η εις βάθος κατανόηση των πεποιθήσεων των πρωτοετών φοιτητών του ΤΕΑΠΗ, το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011, σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους στη διδασκαλία των ΦΕ, στο νηπιαγωγείο, μελ- λοντικά. Ως εκ τούτου θα ήταν εφικτή η αξιολόγηση του μαθήματος επιλογής σε αναφορά με το ρόλο που έπαιξε στη διαμόρφωση των προαναφερθέντων πεποιθήσεων των φοιτητών. Λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο του Newman και των συνεργατών του (2003) για τους εννέα επικρατέστερους τύπους σκοπών, οι αντίστοιχοι της παρούσας μελέτης είναι, αυτός που μετράει αλλαγές και αυτός που κατανο- εί πολύπλοκες δομές. 2. Διατύπωση του/-των στόχου/-ων της μελέτης Διευκρινίζεται ότι κάθε ερευνητική μελέτη μικτών μεθόδων μπορεί να δια- θέτει πάνω από ένα σκοπό και κάθε φάση μπορεί να συνδεθεί με ένα ή περισ- σότερους ερευνητικούς στόχους. Σύμφωνα με το προτεινόμενο πλαίσιο των πέντε βασικών ερευνητικών στόχων των Johnson και Christensen (2004) οι στόχοι υπήρξαν για: α) τις δύο φάσεις, της περιγραφής (αναγνώριση των υπό μελέτη δομών) και της (χρήση προ-υπάρχουσας γνώσης ή θεωρίας για την πρόβλεψη του τι θα συμβεί σε μεταγενέστερο χρόνο) β) την ποιοτική φάση, της εξερεύνησης, (επαγωγικές μέθοδοι για την εξερεύνηση μιας δομής, με σκοπό να αναπτύξει ενδεικτικές υποθέσεις ή γενικεύσεις). 3. Καθορισμός του σκεπτικού της έρευνας/ανάμειξης 100 Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Α΄ ΕΞΑΜΗΝΟΥ “ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΩΝ ΦΕ” ΣΤΟ ΤΕΑΠΗ/ΕΚΠΑ, ΤΟ 2010-2011. Στο στάδιο αυτό δίνεται μία περιεκτική και σύντομη απάντηση στο ερώ- τημα «γιατί είναι αναγκαία η συγκεκριμένη μελέτη;» η οποία απάντηση πρέπει να περιλαμβάνει την αιτιολόγηση της ανάμειξης των ποιοτικών και ποσοτικών προσεγγίσεων. Ο Collins και οι συνεργάτες του (2006) έχουν επισημάνει τέσ- σερεις προεξέχουσες λογικές (αιτιολογήσεις) για την ανάμειξη ποσοτικών και ποιοτικών προσεγγίσεων: τον εμπλουτισμό των συμμετοχών, την πιστότη- τα εργαλείου, την ακεραιότητα της μεταχείρισης, και τη βελτίωση σημασίας. Ως εκ τούτου, στην παρούσα ερευνητική μελέτη η κατάλληλα συνδυασμένη εφαρμογή των ποιοτικών και ποσοτικών μεθόδων αφορούσε κυρίως στη βελ- τίωση της σημασίας. 4. Καθορισμός του σκοπού της έρευνας/ανάμειξης Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει τους πέντε τύπους σκοπών των ερευνών μικτών μεθόδων σύμφωνα με το πλαίσιο των Greene, Caracelli, και Graham (1989). Διευκρινίζεται ότι κάθε ένας από αυτούς εμπίπτει σε μία από τις τέσσερεις προαναφερθείσες προεξέχουσες λογικές. Πίνακας 1: Τύποι σκοπών για έρευνα/-ες μικτών μεθόδων. ΣΚΟΠΟΙ ΕΞΗΓΗΣΗ Αποσκοπεί στη σύγκλιση, στην επιβεβαίωση και στην αντιστοιχία των Τριγωνισμός αποτελεσμάτων από διαφορετικές μεθόδους που μελετούν το ίδιο απο- τέλεσμα ή φαινόμενο. Αποσκοπεί στην επεξεργασία, τη βελτίωση, την εικονογράφηση/απει- Συμπληρωματικότητα κόνιση, αποσαφήνιση των αποτελεσμάτων μιας μεθόδου με τα αποτε- λέσματα της άλλης μεθόδου. Αποσκοπεί στη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων της μιας μεθόδου Ανάπτυξη για να παρέχει βοήθεια ή πληροφορία στην άλλη μέθοδο, όπου η ανά- πτυξη είναι ευρεία έννοια και περιλαμβάνει δειγματοληψία και εφαρ- μογή καθώς και αποφάσεις μέτρησης. Αποσκοπεί στην ανακάλυψη του παράδοξου και της ανακολουθίας των Εισαγωγή πλαισίων, στην αναδιαμόρφωση των ερωτημάτων ή των αποτελεσμά- των της μιας μεθόδου με τα ερωτήματα ή τα αποτελέσματα της άλ- λης μεθόδου. Αποσκοπεί στην επέκταση του εύρους και της ακτίνας της έρευνας Επέκταση χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθόδους για διαφορετικές συνιστώ- σες της έρευνας. Πηγή: Greene, Caracelli, Graham (1989). 101 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Κάθε μελέτη μικτών μεθόδων μπορεί να ταξινομηθεί ως έχουσα ένα ή πε- ρισσότερους από τους προαναφερθέντες σκοπούς (Green, et. al., 1989). Επι- σημαίνεται ότι η αναγνώριση του/ των ερευνητικού/-ων σκοπού/-ων συμβάλ- λει στην κατάλληλη ανάπτυξη των ερευνητικών ερωτημάτων. Στην παρούσα ερευνητική μελέτη οι σκοποί που καθορίστηκαν υπήρξαν ο τριγωνισμός, η συ- μπληρωματικότητα και η ανάπτυξη. 5. Καθορισμός του/των ερευνητικού/-ων ερωτήματος/-ων Το ερώτημα της έρευνας μικτών μεθόδων διατυπώθηκε ως εξής: «Ποιες εί- ναι οι συνέπειες του μαθήματος ‘Οι έννοιες των ΦΕ’ στις πεποιθήσεις των φοι- τητών σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους στη διδασκαλία των ΦΕ, μελ- λοντικά στο νηπιαγωγείο;» Στάδιο 2: Προγραμματισμός της Έρευνας Μικτών Μεθόδων Στο στάδιο αυτό λαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν 6. στον ερευνητικό σχεδιασμό και 7. στον σχεδιασμό της δειγματοληψίας. Στην παρούσα ερευνητική μελέτη μικτών μεθόδων ο σχεδιασμός αποφα- σίστηκε να είναι ισότιμος και διαδοχικός. Ειδικότερα, υπήρξε διαδοχικός σχε- διασμός με τη χρήση ένθετων δειγμάτων (Onwuegbuzie & Collins, 2007). Στο σχεδιασμό αυτό ενσωματώθηκαν παραδοχές και θέσεις του διαλεκτικού πραγ- ματισμού (Greene, 2008; Greene & Caracelli, 1997). Στάδιο 3: Υλοποίηση της Έρευνας Μικτών Μεθόδων Ποσοτική φάση 8. Δείγμα, συλλογή δεδομένων Ο αριθμός των φοιτητών που συμμετείχε σε αυτή την φάση ήταν 98, στη συντριπτική πλειοψηφία τους δε, ήταν γυναίκες. Τα ερωτήματα της ποσοτι- κής φάσης υπήρξαν περιγραφικής φύσης και ήταν τα εξής: • ποιες υπήρξαν οι πριν και μετά την παρακολούθηση του μαθήματος «Οι έννοιες των ΦΕ» πεποιθήσεις των φοιτητριών για την αποτελεσματικό- τητα τους στη διδασκαλία των ΦΕ, μελλοντικά; • ποιες υπήρξαν οι πριν και μετά την παρακολούθηση του μαθήματος «Οι έννοιες των ΦΕ» αντιλήψεις τους για το μαθησιακό περιβάλλον; Κάθε μία από τις δύο μεταβλητές (πεποιθήσεις & αντιλήψεις) μετρήθη- κε δύο φορές, συγκεκριμένα πριν την έναρξη της σειράς των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους και την παρουσίαση από τις φοιτήτριες της ομαδική τους εργασίας. Τα ερωτηματολόγια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη μέτρηση των μεταβλητών υπήρξαν τα αντίστοιχα δύο: «Πεποιθήσεις ως προς την αποτελεσματικότητα σου στη διεξαγωγή δρα- 102 Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Α΄ ΕΞΑΜΗΝΟΥ “ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΩΝ ΦΕ” ΣΤΟ ΤΕΑΠΗ/ΕΚΠΑ, ΤΟ 2010-2011. στηριοτήτων σχετικά με τη διδασκαλία των φυσικών εννοιών (ΦΕ) στο νηπια- γωγείο, μελλοντικά» (ΠΑπΝ), και «Τι (θα) συμβαίνει στο μάθημα ‘Οι έννοιες των ΦΕ’;» Το πρώτο ερωτηματολόγιο (ΠΑπΝ) απετέλεσε μετάφραση, με κατάλλη- λη προσαρμογή για νηπιαγωγούς, του Teaching Efficacy Belief Instrument- Preservice (STEBI-B) το οποίο χρησιμοποίησε σε ανάλογη μελέτη του σε δα- σκάλους ο Bleicher (2004). Επίσης η Γιαλλούση (2010) χρησιμοποίησε το ερωτηματολόγιο σε ανάλογη μελέτη σε καθηγητές που δίδαξαν το μάθημα της χημείας, στα πλαίσια της διεξαγωγής της διδακτορικής της διατριβής. Το STEBI-B περιλαμβάνει 23 από τις 25 αρχικές δηλώσεις ενός ευρέως χρησιμο- ποιημένου και διεθνώς σταθμισμένου ερωτηματολογίου του Science Teaching Efficacy Belief Instrument (STEBI) των Enochs και Riggs (1990). Το ερωτημα- τολόγιο μετρούσε τις σύμφωνα με τη θεωρία του Bandura (1997) πεποιθή- σεις αποτελεσματικότητας των υποψηφίων νηπιαγωγών. Συγκεκριμένα με- τρούσε τις πεποιθήσεις: • αυτό-αποτελεσματικότητας (ΠαΑπ) (π. χ «Συνεχώς θα βρίσκω καλύτε- ρους τρόπους για να διεξάγω τις δραστηριότητες ΦΕ»,) και • προσδοκίας αποτελέσματος (ΠρΑπ) (π. χ «Όταν ένα παιδί με χαμηλό βαθμό κατανόησης στις ΦΕ προοδεύει, αυτό συνήθως οφείλεται στην επιπλέον προσοχή που δείχνει ο νηπιαγωγός»). Οι συμμετέχοντες φοιτητές δήλωναν το βαθμό συμφωνίας τους με βάση την πέντε επιλογών κλίμακα Likert (συμφωνώ απόλυτα, σχεδόν συμφωνώ, ου- δέτερη άποψη, σχεδόν διαφωνώ και διαφωνώ απόλυτα). Στο αρχικό ερωτημα- τολόγιο ο φοιτητής/-τρια μπορούσε να συμπληρώσει το φύλο και την ηλικία του/της και να δηλώσει αν η προγενέστερη εμπειρία του/της από το μάθημα των ΦΕ στο σχολείο υπήρξε θετική ή αρνητική. Το δεύτερο ερωτηματολόγιο που διενεμήθη στην έναρξη του μαθήματος και στη λήξη του - διατυπωμένο σε ενεστώτα χρόνο-, περιελάμβανε τις τρεις από τις πέντε κλίμακες του ερωτηματολογίου Constructivist Learning Environment Survey 20 (CLES 20) των Johnson και McClure (2002). Στη συνέχεια παρουσι- άζονται ο τίτλος κάθε κλίμακας και το αντικείμενο που αυτή μετρά: Μαθαίνοντας για τον κόσμο (μαθΚΟΣΜ), μετρά την έκταση στην οποία το μάθημα των ΦΕ σχετίζεται με τις εμπειρίες των φοιτητών από την καθημερι- νότητά τους και τον κόσμο (π. χ. «(θα) μαθαίνω σχετικά με τον κόσμο μέσα κι έξω από τη σχολή»). Μαθαίνοντας να μαθαίνω (μαθΜΑΘ), μετρά την έκταση στην οποία οι φοι- τητές μοιράζονταν με τον καθηγητή τον έλεγχο για το σχεδιασμό και το χει- ρισμό των δραστηριοτήτων μάθησης, των κριτηρίων αξιολόγησης και των κοι- νωνικών νορμών της τάξης (π. χ «(θα) μαθαίνω ότι οι ΦΕ δεν μπορούν πάντοτε να παρέχουν απαντήσεις σε προβλήματα»). 103 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μαθαίνοντας να επικοινωνώ (μαθΕΠΙΚ), μετρά την έκταση στην οποία δίνο- νταν ευκαιρίες στους φοιτητές να εξηγούν και να αιτιολογούν τις ιδέες τους και να ελέγχουν τη βιωσιμότητα των δικών τους ιδεών αλλά και των άλλων (π. χ «(θα) νιώθω ασφαλής να διατυπώνω απορίες σχετικές με αυτά που διδάσκο- μαι ή με τον τρόπο που τα διδάσκομαι»). Το CLES-20 περιλαμβάνει 20 δηλώσεις ταξινομημένες σε 5 κλίμακες και κάθε μία δήλωση έχει πέντε σημείων απαντήσεις (σχεδόν πάντα, συχνά, μερι- κές φορές, σπάνια, και σχεδόν ποτέ). Τα αποτελέσματα των μετρήσεων μπο- ρούν να βοηθήσουν τους ερευνητές και τους εκπαιδευτικούς να αξιολογούν τον βαθμό κατά τον οποίο ένα ειδικό περιβάλλον τάξης είναι συνεπές με την επιστημολογία του εποικοδομητισμού. 9.Ανάλυση των δεδομένων της ποσοτικής φάσης Τα δεδομένα από τις δύο μετρήσεις της ποσοτικής φάσης αξιοποιήθη- καν κατάλληλα με σκοπό να διαμορφωθούν τρεις ομάδες φοιτητριών: η ομά- δα που οι πεποιθήσεις αποτελεσματικότητας τους βελτιώθηκαν (Β), η ομάδα που χειροτέρεψαν (Χ) και μία ενδιάμεση ομάδα (Ε). Επιπλέον, διενεργήθη- καν κατάλληλες στατιστικές αναλύσεις με σκοπό να διερευνηθούν οι διαφο- ρές ανάμεσα στις τρεις ομάδες μεταβολής για α) κάθε μίας από τις δύο συ- νιστώσες των πεποιθήσεων) και για β) κάθε μίας από τρεις συνιστώσες των αντιλήψεων σε κάθε μέτρηση χωριστά (πριν & μετά). 10. Νομιμότητα (legitimacy) ποσοτικής φάσης Διευκρινίζεται ότι στην ποσοτική φάση επιδιώχθηκε η μεγιστοποίηση της εσωτερικής ικανότητας για γενίκευση (Onwuegbuzie & Teddlie, 2003: 354; Onwuegbuzie et. al., 2009: 16). Ο Maxwell (1992) διαφοροποιεί την εσωτε- ρική ικανότητα για γενίκευση από την εξωτερική διευκρινίζοντας ότι η πρώ- τη αναφέρεται στην ικανότητα γενίκευσης ενός συμπεράσματος μέσα στο σκηνικό (setting) ή στην ομάδα που αυτό μελετήθηκε, ενώ η δεύτερη αφορά στην ικανότητα να γενικευτούν τα συμπεράσματα πέρα από την ομάδα, το σκηνικό, το χρόνο ή το πλαίσιο. Η εξωτερική εγκυρότητα δεν αξιολογήθηκε ως συμβάλλουσα στη νομιμότητα της ποσοτικής φάσης επειδή αυτή αφορά στην έκταση κατά την οποία τα αποτελέσματα της μελέτης μπορούν να γε- νικευτούν σε και κατά μήκος πληθυσμών, σκηνικών και χρόνων (Johnson & Christensen, 2000: 200). Ποιοτική φάση 8. Διεξαγωγή συνεντεύξεων Μετά την ολοκλήρωση του μαθήματος επιλογής και μετά την παρουσία- ση της ομαδικής εργασίας από τις φοιτήτριες, διεξήχθησαν 10 συνεντεύξεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ποσοτικής ανάλυσης επε- λέγησαν να δώσουν συνεντεύξεις μετά τη λήξη του μαθήματος: 6 φοιτή­τριες 104 Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Α΄ ΕΞΑΜΗΝΟΥ “ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΩΝ ΦΕ” ΣΤΟ ΤΕΑΠΗ/ΕΚΠΑ, ΤΟ 2010-2011. των οποίων οι πεποιθήσεις χειροτέρεψαν (Χ), και 4 των οποίων οι πεποιθή- σεις βελτιώθηκαν (Β). Επισημαίνεται ότι η διεξαγωγή συνεντεύξεων αφορού- σε όλες τις φοιτήτριες που οι πεποιθήσεις τους παρουσίασαν ακραίες μετα- βολές αλλά τελικά συνεργάστηκαν μόνο οι προαναφερθείσες 10. Από τις φοιτήτριες ζητήθηκε να απαντήσουν στα ερωτήματα: «Ποιες εμπειρίες σου από το μάθημα ‘Οι έννοιες των ΦΕ’ έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση των πεποιθήσεών σου για: - την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας σου στις ΦΕ στο νηπιαγωγείο, μελλοντικά; - το τι σημαίνει να είσαι αποτελεσματική στη διδασκαλία των ΦΕ στο νηπι- αγωγείο μελλοντικά;» Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία (Onwuegbuzie & Leech, 2007a, b) τα ερωτή- ματα αυτά ήταν ενδεικτικά μιας φαινομενολογικής μελέτης. 9. Ανάλυση δεδομένων Η τεχνική της ποιοτικής ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε στις συνεντεύξεις υπήρξε η μέθοδος της σταθερής σύγκρισης. Τα ποιοτικά ευρήματα (κωδικοί) που προέκυψαν από την μελέτη των συνεντεύξεων χρησιμοποιήθηκαν για να προσδιοριστούν τα θέματα ή οι κατηγορίες. Αυτά θα συνέβαλαν στην κατανό- ηση της μεταβολής των πεποιθήσεων κάθε μελετώμενης ομάδας. 10. Νομιμότητα ποιοτικής φάσης Οι συνιστώσες της σταθερής σύγκρισης οδήγησαν σε εσωτερικές στατι- στικές γενικεύσεις. Σύμφωνα με τον Maxwell (1992) εσωτερική ικανότητα για γενίκευση είναι τυπικά πιο σημαντική στην ποιοτική έρευνα από την εξωτερική. 10.Νομιμότητα της Έρευνας Μικτών Μεθόδων Η κλασική ανάλυση περιεχομένου χρησιμοποιήθηκε στα θέματα και στους αντίστοιχους κώδικες που προέκυψαν από τη σταθερή σύγκριση του περιεχομέ- νου των συνεντεύξεων ώστε να επιτευχθεί η ποσοτικοποίηση τους (quantitizing) (Tashakkori & Teddlie, 1998: 126). Συγκεκριμένα, μετρήθηκε η συχνότητα των αναδυόμενων θεμάτων ανά ομάδα, η συχνότητα των αναδυόμενων κωδικών ανά θέμα και η συχνότητα θεμάτων και κωδικών τους ανά περίπτωση- άτομο. Αυτή η διαδικασία απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο το νόημα και οι αριθμοί περιπλέ- κονται αναπόσπαστα (Dey, 1993). Η απόκτηση μετρήσιμων ποσοτήτων από τα θέματα προφυλάσσει τους ερευνητές από το να «υπερεκτιμήσουν» ή να «υπο- βαθμίσουν» τα αναδυόμενα θέματα (Sandelowski, 2003: 234). Βιβλιογραφία Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. New York: W. H. Freeman and Company. 105 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Bleicher, R. E. (2004). Revisiting the STEBI-B: Measuring Self-Efficacy in Preservice Elementary Teachers. School Science and Mathematics Journal, 104,383–391 Collins, K. M. T., Onwuegbuzie, A. J., & Sutton, I. L. (2006). A model incorporating the rationale and purpose for conducting mixed methods research in special education and beyond. Learning Disabilities: A Contemporary Journal, 4, 67-100. Dey, I. (1993). Qualitative data analysis: A user-friendly guide for social scientists. London: Routledge. Enochs, l., & Riggs, I. (1990). Further development of an elementary Science Teaching Efficacy Beliefs Instrument. School Science and Mathematics, 10, 194-202. Γιαλλούση, M. (2010). Αξιολόγηση του περιβάλλοντος της τάξης και των πεποιθή- σεων των καθηγητών ως προς το πλαίσιο της διδασκαλίας της χημείας σε Ατ- τική και Κύπρο. Διδακτορική διατριβή, σχολή Χημικών Μηχανικών, τμήμα Γε- νικής Χημείας, ΕΜΠ. Greene, J. C. (2008). Is mixed methods social inquiry a distinctive methodology? Journal of Mixed Methods Research, 2, 7-22. Greene, J. C., & Caracelli, V. J. (1997). Defining and describing the paradigm issue in mixed-method evaluation. In J. C. Greene & V. J. Caracelli (Eds.), Advances in mixed-method evaluation: The challenges and benefits of integrating diverse paradigms (New Directions for Evaluation, No. 74, pp. 5-17). San Francisco, CA: Jossey-Bass. Greene, J. C., Caracelli, V. J., & Graham, W. F. (1989). Toward a conceptual framework for mixed-method evaluation designs. Educational Evaluation and Policy Analysis, 11, 255-274. Johnson, B., & Christensen, L. (2000). Educational research: Quantitative and qualitative approaches. Boston: Allyn & Bacon. Johnson, R. B., & Christensen, L. B. (2004). Educational research: Quantitative, qualitative, and mixed approaches. Boston: Allyn and Bacon. Johnson, B., & McClure, R. (2002). Validity and Reliability of a Shortened, Revised version of the Constructivist Learning Environment Survey (CLES). Learning Environments Research, 7, 65-80. Leech, Nancy, L. (January 1, 2010). Publication: Journal of Counseling and Development: JCD. Retrieved December, 10, 2011, from http://www.faqs.org/ periodicals/201001/1935536081.html#ixzz10n7uRVAW. Maxwell, J. A. (1992). Understanding and validity in qualitative research. Harvard Educational Review, 62, 279-299. Newman, I., Ridenour, C. S., Newman, C., & DeMarco, G. M. P. (2003). A typology of research purposes and its relationship to mixed methods. In A. Tashakkori & C. Teddlie (Eds.), Handbook of mixed methods in social and behavioural research (pp. 167-188). Thousand Oaks, CA: Sage. Onwuegbuzie, A. J., Johnson, R. B., & Collins, K. M. T. (2009). A call for mixed analysis: A philosophical framework for combining qualitative and quantitative. 106 Μαρία Γιαλλούση, Βασίλης Γιαλαμάς, Βασίλης Τσελφές ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Α΄ ΕΞΑΜΗΝΟΥ “ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΩΝ ΦΕ” ΣΤΟ ΤΕΑΠΗ/ΕΚΠΑ, ΤΟ 2010-2011. International Journal of Multiple Research Approaches, 3, 114-139. Onwuegbuzie, A. J & Collins, K. M. T (2007). A typology of mixed methods sampling designs in social science research. The Quantitative Report 12, 281-316. Onwuegbuzie, A. J., & Leech, N. L. (2006). Linking research questions to mixed methods data analysis procedures. The Qualitative Report, 11, 474-498. Retrieved June 8, 2007, from http://www. nova.edu/ssss/QR/QR11-3/onwuegbuzie.pdf. Onwuegbuzie, A. J, & Leech, N. L. (2007a). A call for qualitative power analyses. Quality and Quantity: International Journal of Methodology, 41, 105-121. Onwuegbuzie, A. J., & Leech, N. L. (2007b). Validity and qualitative research: An oxymoron? Quality and Quantity: International Journal of Methodology, 41, 233- 249. Onwuegbuzie, A. J., & Teddlie, C. (2003). A framework for analyzing data in mixed methods research. In A. Tashakkori & C. Teddlie (Eds.), Handbook of mixed methods in social and behavioral research (pp. 351-383). Thousand Oaks, CA: Sage. Printrich, P.R., Marx, R.W., & Boyle, R.A. (1993). Beyond cold conceptual change: The role of motivational beliefs and classroom contextual factors in the process of conceptual change. Review of Educational Research, 63, 167-199. Sandelowski, M. (2003). Tables or tableaux? The challenges of writing and reading mixed methods studies. In A. Tashakkori & C. Teddlie (Eds.), Handbook of mixed methods in social and behavioural research (pp. 321-350). Thousand Oaks, CA: Sage. Tashakkori, A., & Teddlie, C. (1998). Mixed methodology: Combining qualitative and quantitative approaches. Applied Social Research Methods Series (Vol. 46). Thousand Oaks, CA: Sage. Περίληψη Η παρούσα εργασία αφορά στην περιγραφή της πορείας διεξαγωγής μίας έρευνας μικτών μεθόδων που διεξήχθη στους φοιτητές του ΤΕΑΠΗ του ΕΚΠΑ το 2010-2011, με αντικείμενο την αξιολόγηση του μαθησιακού περιβάλλοντος στο μάθημα επιλογής του Α΄ εξαμήνου ‘Οι έννοιες των ΦΕ’. Η διεξαγωγή βα- σίστηκε σε ευρέως χρησιμοποιημένα και έγκυρα ερευνητικά πλαίσια. O σχε- διασμός της μελέτης υπήρξε διαδοχικός με τη χρήση ένθετων δειγμάτων και ισότιμος όσον αφορά την ποσοτική και την ποιοτική φάση της. This work concerns the description of the process of a mixed methods research, which conducted on students of Early Childhood Education of University of Athens, in 2010-2011, regarding the evaluation of the learning environment in an elective course “Concepts of Science” of the first half. The conduct was 107 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ based on widely used and valid research frameworks. The design of the study was sequential using nested samples and equitable concerning the quantitative and the qualitative phase. Μαρία Γιαλλούση Μεταδιδακτορική φοιτήτρια, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, Ιπποκράτους 35, 10680. Τηλ (& fax) 2108068822, κιν 6934259820

[email protected]

Βασίλης Γιαλαμάς Αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, Ιπποκράτους 35, 10680, τηλ 210 3688407,

[email protected]

Βασίλης Τσελφές Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, Ιπποκράτους 31, 10680, τηλ 210 3688528,

[email protected]

108 Αλεξία Καπραβέλου Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Η σημασία των θεωριών μάθησης με τις νέες τεχνολογίες, για την Ανοιχτή και Εξ αποστάσεως εκπαίδευση Αλεξία Καπραβέλου Εισαγωγή: προβληματισμοί σχετικά με την Ανοικτή και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση Πλούσια είναι η διεθνής βιβλιογραφία σχετικά με τις μαθησιακές δυνατότη- τες που παρέχει η Ανοικτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση, παρόλο που αρχι- κά εγείρονταν προβληματισμοί σχετικά με α) την απουσία ζωντανού διαλόγου όπως στην ομάδα-τάξη, και την απρόσωπη και μοναχική επικοινωνία, σε αντί- θεση με την εκπαίδευση πρόσωπο-με-πρόσωπο, β) τη μη αξιοποίηση όλων των αισθήσεων, την περιθωριοποίηση των σεμιναρίων, βιβλιοθηκών και εργαστη- ρίων, τη (βιο)μηχανοποίηση της διδασκαλίας, γ) την καθυστερημένη ενίσχυ- ση, την απουσία ανατροφοδότησης δασκάλου-μαθητή, την απουσία κριτικής, δ) την αλλαγή της διοικητικής δομής και τον κίνδυνο ιδιωτικοποίησης της θε- σμοθετημένης μάθησης (Keegan, 1986/1990: 107-108, 111-114) και κυριαρχί- ας των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση για την αναβάθμιση μάλιστα των προσό- ντων των εργατών, ε) τον κίνδυνο επιφανειακής γνώσης (Campion, 1996: 149, 154, 159). Αντιθέτως, σύμφωνα με άλλες κατευθύνσεις, η εξ αποστάσεως εκ- παίδευση αφορμάται από τη φρεϊρεανή θέση περί αυτοπροσδιορισμού του αν- θρώπου και περί της δυνατότητάς του να απελευθερώσει και να αναπτύξει ο ίδιος τον εαυτό του (Perraton, 1984/1988: 35, 38). Οι υπηρεσίες ικανοποίησης των αναγκών των χρηστών είναι: συμβουλευτική, καριέρα, επίλυση προβλημά- των, συντονισμός ομάδων, διδακτική γνώσεων, διδακτική δεξιοτήτων, αξιολό- γηση και ανατροφοδότηση (Tait, 1995: 235). Θεωρητικά δεδομένα για την Ανοικτή και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η ΑεξΑΕ, εφόσον αποτελέσει εργαλείο στα χέ- ρια της δημοκρατικής και προοδευτικής επιστημονικής/εκπαιδευτικής κοινό- τητας, προσφέρει: • επικέντρωση στις ανάγκες του κοινού (Ljoså & Sandvolt, 1984/1988: 292; Porter, 1997: 86), 109 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • εκπαίδευση χαμηλού κόστους (Keegan, 1986/1990: 114; Bates, 1995: 5, 13, 27), • περισσότερες ευκαιρίες πανεπιστημιακής φοίτησης και εκμάθησης γνώσεων που δεν προσφέρονται στον τόπο κατοικίας κάποιου (Porter, 1997: 13-16), • προσβασιμότητα, ευελιξία εγγραφής και φοίτησης, δηλαδή ελεύθε- ρη επιλογή μαθήματος και εθελοντική μελέτη, τροποποίηση του προ- γράμματος σπουδών, αυτονομία σχεδίου εργασίας, καθώς και μά- θηση χωρίς γεωγραφικούς και χρονικούς προσδιορισμούς (Ljoså & Sandvolt, 1984/1988: 293; Holmberg, 1989/1995: 165, 171; Jarvis et al., 1998/1999: 102), • επιλογή του ρυθμού μάθησης και αυτοκατεύθυνση της μάθησης (Porter, 1997: 13-16), • παρέμβαση και στο περιεχόμενο της μάθησης (Bates, 1995: 14), • ενεργοποίηση του μαθητή (Ros i Solé & Truman, 2005: 89) με την τα- χύτητα πρόσβασης, την ευκολία και την αισθητική του υλικού (Bates, 1995: 12, 13) και με την πολυτροπική μάθηση (Milton, 2005: 255) με χρήση εποπτικών μέσων (Holmberg, 1989/1995: 6), • δυνατότητα όχι μόνον οργανωμένης διδασκαλίας από τον εκπαιδευτι- κό (Bates, 1995: 11) αλλά και διερευνητικότητας (Bates, 1995: 208) και πειραματισμού στη μάθηση από τον μαθητή (Milton, 2005: 255), προ- σωπικών ερμηνειών των ηλεκτρονικών δεδομένων και επιλογής μαθη- σιακών εμπειριών που έχουν νόημα για τον χρήστη (White, 2005: 68), με προσθαφαίρεση πηγών μάθησης (Bates, 1995: 13), • μάθηση χωρίς εποπτεία, με χρήση ποικίλων μαθησιακών στυλ (Weasenforth et al., 2005: 208), κατασκευή της γνώσης (Bates, 1995: 9), εισαγωγή καινοτομιών (Bates, 1995: 11), • αυτονομία της μάθησης (Holmberg, 1989/1995: 168), δηλαδή δυνατό- τητα προσωπικού ελέγχου (Bates, 1995: 10; Hurd, 2005: 15) και επιλο- γής του τρόπου μάθησης μέσα από ποικιλία δραστηριοτήτων, • περιβάλλον μη απειλητικό αλλά υποστηρικτικό (Hurd, 2005: 15), • δυνατότητα πρόσβασης ετερογενών πληθυσμών και ίσης συμμετο- χής (Hurd, 2005: 15), ισότητα ευκαιριών (Bates, 1995: 27) και αποφυγή αποκλεισμού (Bates, 1995: 209), π.χ. ΑεξΑΕ προσφέρει ευελιξία που αίρει τις γεωγραφικές και κοινωνικές διαφορές, π.χ. διευκολύνει την εκπαίδευση των γυναικών, και μάλιστα από μη ευνοημένα οικονομι- κοκοινωνικά στρώματα (Enoch, 1988: 80; Köymen, 1988: 104; Spronk & Radtke, 1988: 211; Willén, 1988: 222), • πηγαίες μαθησιακές αλληλεπιδράσεις (Bates, 1995: 9; Hurd, 2005: 15) και συνακόλουθη συναισθηματική εμπλοκή (Bates, 1995: 209), 110 Αλεξία Καπραβέλου Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ • ανάπτυξη διαλόγου (Holmberg, 1989/1995: 171): άμεση αλληλεπίδρα- ση με την ηλεκτρονική επικοινωνία, π.χ. φόρουμ, ομαδικές εργασίες (Schramm, 2005: 241), ανταλλαγή πληροφοριών με το ηλεκτρονικό τα- χυδρομείο (Hauck & Hampel, 2005: 265), chatting που βελτιώνει τον προφορικό λόγο και διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις (Tudini, 2005: 227), δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ θεσμών-εκπαιδευτικών-μαθη- τών-φίλων-απλών καθημερινών ανθρώπων (Purcell-Robertson & Purcell, 2000: 21; Ding, 2005: 41), που ωθεί στην επίλυση προβλημάτων και σε διαπροσωπικές δεξιότητες (Bates, 1995: 8, 14), • ελεύθερη πρόσβαση σε κείμενα, ακόμα και αυθεντικά (Milton, 2005: 255), • δυνατότητα δημιουργίας σύνθετων εργασιών και επεξεργασίας σύν- θετων θεμάτων (Weasenforth et al., 2005: 208), π.χ. δημιουργική γρα- φή ή προώθηση του ακαδημαϊκού διαλόγου (Bates, 1995: 9), • ανατροφοδότηση, με την έννοια ότι ο Η/Υ διορθώνει τα λάθη των μα- θητών και τους βοηθά να βελτιώσουν τις γνωστικές τους στρατηγικές (Ros i Solé & Truman, 2005: 88) και μετατροπή του ρόλου του δασκά- λου, από γνωστικού οργανωτή σε κοινωνικού διευκολυντή (Hauck & Hampel, 2005: 270-271), • δυνατότητα χρήσης ποικίλων τεχνολογικών μέσων (Porter, 1997: 13-16). Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση διευκολύνεται με χρήση εποπτικών μέσων, ιστότοπου, φόρουμ, ηλεκτρονικής πλατφόρμας μελών, ηλεκτρονικού ταχυ- δρομείου, τηλεδιάσκεψης. O Lionarakis (2006: 114. Βλ. και Panagiotakopoulos, Lionarakis, & Xenos, 2003) αξιοποιεί τον κονστρουκτιβισμό, γιατί θεωρεί ότι εκφράζει αρχές, στάσεις, συμπεριφορές και ενέργειες, στις οποίες εμπλέκο- νται οι μαθητές και ενισχύει τη μάθηση με δραστηριότητες που εμπλέκουν ενεργά τον μαθητή, ώστε να ανακαλύψει και να δημιουργήσει ο ίδιος τη μά- θησή του. Οι Παναγιωτακόπουλος et al. (2002: 80-85) προτείνουν κριτική επι- λογή ιστοσελίδων και άρθρων με κριτήρια όπως: επικαιρότητα, σαφήνεια, ακρίβεια, καταλληλότητα για τους μαθητές, δημοκρατικότητα, συνδυαστικό- τητα-ποικιλία, καταξίωση των δημιουργών, λειτουργικότητα-χρηστικότητα, υψηλή και ευχάριστη αισθητική που δεν αποσπά την προσοχή του χρήστη. Παράδειγμα ανοικτής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης Στα πλαίσια σχολικών μαθημάτων, επιμορφώσεων και σεμιναρίων, εκπαιδευ- τικών εκδηλώσεων γενικά, ο εκπαιδευόμενος μαθαίνει αλλά και διδάσκει γνώ- σεις, επικοινωνεί και συνδιαμορφώνει το μαθησιακό υλικό, σε μια αμφίδρομη σχέση με τους συνεκπαιδευόμενους και τους εκπαιδευτές του, όπως φαίνε- ται στις εικόνες που ακολουθούν (Εικ. 1-8). 111 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εικ. 1. Ηλεκτρονική μάθηση σε περιβάλλον moodle: ο χρήστης εισέρχεται στην πλατφόρμα με κωδικό πρόσβασης και αναγράφεται το μάθημα, στο οποίο είναι εγγεγραμμένος. Το μάθημα χωρίζεται σε ενότητες, και σε κάθε ενότητα ανεβάζεται εκπαιδευτικό υλικό για μελέτη, σε αρχεία doc/odt, pdf/djvu, ppt, jpg, torrent, mhtml, zip. Ο χρήστης μπορεί να ανατρέξει σε ανακοινώσεις διοικητικές και εκπαιδευτικές. Υπάρχει επίσης δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ των εγγεγραμμένων, και ανταλλαγής σχολίων και υλικού, καθώς και ανάρτησης εργασιών. Κάθε χρήστης διαθέτει το προσωπικό του προφίλ, που μπορεί να ενημερώνει (αποφεύγοντας βέβαια τη δημοσιοποίηση των ευαίσθητων προσωπικών του δεδομένων), καθώς και το προσωπικό του βαθμολόγιο από τις γραπτές δοκιμασίες, στις οποίες λαμβάνει μέρος. Εικ. 2. Ο χρήστης μπορεί να ενημερώνεται με κεντρικές ανακοινώσεις, 112 Αλεξία Καπραβέλου Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ σχετικές με το μάθημα, που οι διδάσκοντες ανεβάζουν στην πλατφόρμα. Εδώ προστίθεται η δυνατότητα σύγχρονης/ζωντανής επικοινωνίας μεταξύ χρηστών, καθώς εμφανίζεται ποιοι χρήστες είναι πρόσφατα συνδεδεμένοι. Εικ. 3. Στο περιβάλλον moodle αναγράφεται ο τίτλος του μαθήματος που παρακολουθεί ο εγγεγραμμένος χρήστης, ακολουθούν σύνδεσμοι και μενού επιλογών. Εδώ φαίνεται η δυνατότητα του χρήστη να γνωρίσει τους συνεπιμορφούμενους και να επικοινωνήσει μαζί τους. Εικ. 4. Ο χρήστης του moodle έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στον πίνακα βαθμολογίας του από τις γραπτές δοκιμασίες, στις οποίες λαμβάνει μέρος, και ανατροφοδότησης, ώστε να βελτιώσει τις επιδόσεις του. 113 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εικ. 5. Με το moodle, ο χρήστης συμπληρώνει το προφίλ του, για να λαμβάνει ενημερώσεις, μέσω της ίδιας της πλατφόρμας ή μέσω του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Μπορεί να προσθέσει τα ενδιαφέροντά του και να επικοινωνήσει με συναδέλφους του που μοιράζονται τα ίδια ενδιαφέροντα. Εικ. 6. Στο moodle, ο χρήστης αποκτά πρόσβαση σε υπενθυμίσεις και 114 Αλεξία Καπραβέλου Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ πληροφορίες. Αναγράφεται η ημερομηνία δημοσίευσης της ενημέρωσης, το θέμα της, το κείμενο και ο αποστολέας, καθώς και στοιχεία επικοινωνίας. Εικ. 7. Στο περιβάλλον moodle, ο εκπαιδευόμενος εξετάζεται σε ηλεκτρονικά τεστ για την εμπέδωση των γνώσεών του, χωρίς να υφίσταται κριτική από το δάσκαλο και τους συμμαθητές του. Ωστόσο, για να υπάρξει ηλεκτρονική ανατροφοδότηση, πιο εύχρηστα είναι τα τεστ πολλαπλών επιλογών, που όμως περιορίζουν την ανοικτότητα της γνώσης και την κριτική σκέψη. Επομένως, τα τεστ πρέπει να συνοδεύονται από γραπτές δημιουργικές εργασίες. Εικ. 8. Χάρη στο moodle, ο σπουδαστής που διαγωνίζεται στα τεστ μπορεί να υποβάλει ή να επανυποβάλει το τεστ διορθωμένο ή να το αποθηκεύσει, πριν το (επαν)υποβάλει, για να ελέγξει τις απαντήσεις μόνος του. 115 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Κριτική θεώρηση Συνδυάζοντας τις παραπάνω θεωρίες μάθησης με τα πλεονεκτήματα που προ- σφέρει στους μαθητές η Ανοικτή και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση, προέχει: • η μείωση των άσκοπων δαπανών από τα λειτουργικά έξοδα και η εξοικο- νόμηση πόρων για μια ανοικτή εκπαίδευση για όλους, χωρίς διακρίσεις, • η επικοινωνιακή διάσταση της μάθησης, με τη δημιουργία ηλεκτρονι- κών μαθησιακών κοινοτήτων αλληλεπίδρασης, • η ελευθερία μαθησιακών επιλογών, η αυτ-ενέργεια αλλά και η συν- έργεια όλων των συντελεστών της εκπαίδευσης, • το πολυτροπικό και ελκυστικό μαθησιακό υλικό, που είναι πάντοτε υπό βελτίωση, τροποποίηση, αίρεση, • η κριτική προσέγγιση της γνώσης, με το υλικό πάντοτε επιδεχόμενο αλλαγών, • η αξιοποίηση των εμπειριών των ιστορικο-κοινωνικο-πολιτισμικών υπο- κειμένων, που διδάσκονται αλλά και διδάσκουν, που ανταλλάσσουν γνώσεις σε ομάδες, που γίνονται και οι ίδιοι ερευνητές υλικού και συ- ντάκτες κειμένων, • η επιλογή/παραγωγή ποιοτικής γνώσης που μοιράζεται με διαφάνεια αλλά και με σεβασμό στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, δεν εμπο- ρευματοποιείται και δεν δυναστεύει, αλλά προάγει κοινωνικές αλλα- γές, προς την κατεύθυνση της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, των δικαιωμάτων και ελευθεριών, • ο συνδυασμός της ανοικτής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, ως κυρίαρ- χου μοντέλου μάθησης, και της διά ζώσης περιοδικής διδασκαλίας, στις περιπτώσεις που η τελευταία αποτελεί απαραίτητη συμπληρωμα- τική προϋπόθεση της ακαδημαϊκής επίτευξης αλλά και της ανάγκης για πολυαισθητηριακή μάθηση και κοινωνικότητα των υποκειμένων. Βιβλιογραφικές αναφορές Παναγιωτακόπουλος, Χρήστος, Πιερρακέας, Χρήστος, & Πιντέλας, Παναγιώτης (2002). ‘‘Εκπαιδευτικές ηλεκτρονικές τοποθεσίες πληροφοριών: άξονες και κριτήρια αξιολόγησης’’. Μέντορας, 6. Bates, A.W. Tony (1995). Technology, open learning and distance education. London & N.Y.: Routledge. Campion, Mick (1996). ‘‘Open learning, closing minds’’. Ιn: Evans, Terry & Nation, Daryl (Eds.), Opening education. Policies and practices from open and distance education. London & N.Y.: Routledge. 116 Αλεξία Καπραβέλου Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Ding, Alex (2005). ‘‘Theoretical and practical issues in the promotion of collaborative learner autonomy in a virtual self-access centre’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Enoch, Yael (1988). ‘‘Women as distance learners in Israel’’. Ιn: Faith, Karlene (Ed.), Toward new horizons for women in distance education. International perspectives. London & N.Y.: Routledge. Hauck, Mirjam, & Hampel, Regine (2005). ‘‘The challenges of implementing online tuition in distance language courses: task design and tutor role’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Holmberg, Börje (1989/19952). Theory and practice of distance education. London & N.Y.: Routledge. Hurd, Stella (2005). ‘‘Autonomy and the distance language learner’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Jarvis, Peter, Holford, John, & Griffin, Colin (1998/1999). The theory and practice of learning. London: Kogan Page. Keegan, Desmond (1986/19902). Foundations of distance education. London & N.Y.: Routledge. Köymen, Ülkü (1988). ‘‘Women in Turkey and the potential for open learning’’. Ιn: Faith, Karlene (Ed.), Toward new horizons for women in distance education. International perspectives. London & N.Y.: Routledge. Lionarakis, Antonis (2006). ‘‘Learning through Action and Cognitive Skills in Distance Education’’. Proceedings of the 2006 TUCC (Technology, Colleges, and Community) Worldwide On-line Conference, 108-115. Retrieved on 25 November, 2010 from http://etec.hawaii.edu/tcc2006/proceedings/lionarakis.pdf. Ljoså, Erling, & Sandvolt, Karl Erik (1984/1988). ‘‘The student’s freedom of choice within the didactical structure of a correspondence course’’. Ιn: Sewart, David, Keegan, Desmond & Holmberg, Börje (Eds.), Distance education: international perspectives. London & N.Y.: Routledge. Milton, John (2005). ‘‘From parrots to puppet masters: fostering creative and authentic language use with online tools’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Panagiotakopoulos, Chris, Lionarakis, Antonis, & Xenos, Michalis (2003). ‘‘Open and Distance Learning: Tools of Information and Communication Technologies for Effective Learning’’. Proceedings of the sixth Hellenic European Research on Computer Mathematics and its Applications Conference. Athens: HERCMA2003. Perraton, Hilary (1984/1988). ‘‘A theory of distance education’’. Ιn: Sewart, David, Keegan, Desmond & Holmberg, Börje (Eds.), Distance education: international perspectives. London & N.Y.: Routledge. 117 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Porter, Lynnette R. (1997). Creating the virtual classroom. Distance learning with the Internet. N.Y.: John Wiley & sons. Purcell-Robertson, Rita M., & Purcell, Daniel F. Sr. (2000). ‘‘Interactive distance learning’’. Ιn: Lau, Linda K. (Ed.), Distance learning technologies: issues, trends, and opportunities. Hershey & London: Idea Group Publishing. Ros i Solé, Cristina, & Truman, Mike (2005). ‘‘Feedback in distance language learning: current practices and new directions’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Schramm, Andreas (2005). ‘‘Making online students connect: ethnographic strategies for developing online learning experiences’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Spronk, Barbara, & Radtke, Donna (1988). ‘‘Problems and possibilities: Canadian native women in distance education’’. Ιn: Faith, Karlene (Ed.), Toward new horizons for women in distance education. International perspectives. London & N.Y.: Routledge. Tait, Alan (1995). ‘‘Student support in open and distance learning’’. Ιn: Lockwood, Fred (Ed.), Open and distance learning today. London & N.Y.: Routledge. Tudini, Vincenza (2005). ‘‘Chatlines for beginners: negotiating conversation at a distance’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Weasenforth, Donald, Meloni, Christine F., & Biesenbach-Lucas, Sigrun (2005). ‘‘Learner autonomy and course management software’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. White, Cynthia (2005). ‘‘Towards a learner-based theory of distance language learning: the concept of the learner-context interface’’. Ιn: Holmberg, Börje, Shelley, Monica & White, Cynthia (Eds.), Distance education and languages. Evolution and change. Clevedon: Multilingual matters. Willén, Birgitta (1988). ‘‘Distance education as a means of enhancing self-esteem among adult female students in Sweden’’. Ιn: Faith, Karlene (Ed.), Toward new horizons for women in distance education. International perspectives. London & N.Y.: Routledge. Abstract This article refers to positive effects of the open-distance education, regarding cognitive and psycho-social development of individuals, and analyzes an 118 Αλεξία Καπραβέλου Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ example of open distance education with the use of moodle electronic platform, which eases courses to be organized. The user may receive announcements, multimodal learning equipment, tests and studies assessment, and may communicate with all educational contributors. These challenges underline the teacher’s new role, from a cognitive organizer to a social facilitator. The final connotations show the usefulness of the open distance education, presupposing that it won’t totally replace live co-teaching, close contact, communication, and critical-creative thinking, and it won’t be used to socially exclude, to undermine transparency, and to constitute a new profitable business. With contemplation to principles such as equality, freedom, and responsibility, electronic material offers students self-learning on their own pace, with no spatial-chronic commitments and without criticism for disturbance in the classroom or for low achievement, as the user gets enough chances to retry. Open distance education also poses multimodality and interactivity, that is academic dialogue which provides the possibility of adding, extracting, or improving educational equipment. Moreover, open distance education allows reduction of unnecessary charges, caused by the functional expenses, and presents resources saving for an open education for all, without discriminations. People’s needs could be met, if open distance education appears as a tool in democratic and radical intellectual/educational community’s hands, respecting sensitive personal data and privacy. Αλεξία Καπραβέλου M.Ed., Υπ. Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα Τηλ. 697 57 94 212

[email protected]

,

[email protected]

. 119 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η συνεργατική φύση της μαθησιακής διαδικασίας Ερμόλαος Ψαριανός Εισαγωγή Η μάθηση αποτελεί ένα σύνθετο, εσωτερικό, βιολογικό και πνευματικό φαι- νόμενο που έχει μελετηθεί από διάφορους κλάδους της επιστήμης όπως ψυ- χολογία, παιδαγωγική, φυσιολογία, ιατρική, βιολογία και άλλοι. Οι διαδικασί- ες της μάθησης είναι τόσο ποικιλόμορφες και διαφορετικές, ώστε η ένταξη τους σε μία και μοναδική κατηγορία δεν μπορεί να είναι βάσιμη και πλήρης. Όπως παρατηρεί ο Φλουρής (Φλουρής, 2000), παρότι έχει διεξαχθεί πληθώ- ρα σχετικών μελετών, η μάθηση παραμένει μια διαδικασία η οποία δεν έχει ερμηνευτεί και κατανοηθεί πλήρως και κατά τρόπο παραδεκτό από όλους, όσους ασχολούνται με αυτή. Στην ουσία τα όσα γράφονται και λέγονται για τη μάθηση αποτελούν επιστημονικές υποθέσεις που εξάγονται από την παρα- τήρηση και τη μελέτη των αποτελεσμάτων της. Ο Τριλιανός (Τριλιανός, 2003) σημειώνει ότι υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών για τον προσδιορισμό της έννοιας της μάθησης. Κατά καιρούς, η μάθηση ορί- στηκε ως δημιουργία υποκατάστατων ανακλαστικών (Pavlov), ως δοκιμή και πλάνη (Thorndike), ως επανάληψη μιας αντίδρασης μετά από θετική ενίσχυ- ση (Skinner), ως ενόραση (Kohler), ως μίμηση προτύπου (Bandura), ως επε- ξεργασία των πληροφοριών (Neisser, Seymour, Gagné) και ως προσωπική ερ- μηνεία στις νεοαποκτηθείσες πληροφορίες (Maslow, Rogers). Από την αρχή της Ιστορίας του ο άνθρωπος, είτε λόγω φυσικής κλίσης είτε λόγω λειτουργικών αναγκών, τείνει προς τον σχηματισμό ομάδων μέσα στις οποίες δρα και αναπτύσσεται. Ήδη από την αρχαιότητα ο Αριστοτέλης χαρα- κτήρισε τον άνθρωπο ως «ζώον πολιτικόν» (Ματσαγγούρας, 2004). Επιπλέον, η ιδέα ότι η μάθηση είναι συμμετοχική διαδικασία και στηρίζεται στον διάλο- γο, ανάγεται στην εποχή του Σωκράτη (Κανάκης, 1990). Την τάση αυτή επι- βεβαιώνουν και σύγχρονοι ψυχοπαιδαγωγοί, που διαπιστώνουν ότι τα παιδιά σχολικής ηλικίας σχηματίζουν οργανωμένες ομάδες προκειμένου να ικανοποι- ήσουν την ανάγκη τους για επικοινωνία, για αποδοχή, για δράση και εξερεύ- νηση του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος και για ανάληψη ευθύνης. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, εμφανίσθηκε το κίνημα της ομαδοσυνεργατικής (ή απλά συνεργατικής) μάθησης [collaborative / cooperative learning movement]. Κύριο χαρακτηριστικό του ομαδοσυνεργα- τικού κινήματος είναι ότι χρησιμοποιεί την μαθητική μικροομάδα για τη διε- 120 Ερμόλαος Ψαριανός Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ξαγωγή διδακτικών και μαθησιακών δραστηριοτήτων μέσα σε πλαίσιο συνερ- γατικών σχέσεων. Απώτερος σκοπός των συνεργαζόμενων μαθητών είναι να προωθήσουν την ατομική τους μάθηση, καθώς επίσης να συμβάλουν και στη μάθηση των υπόλοιπων μελών της ομάδας τους (Ματσαγγούρας, 2004). Η συ- νεργατική μάθηση (collaborative learning) αποτελεί μια συμμετοχική και ομαδι- κή διαδικασία όπου οι εκπαιδευόμενοι συνεργάζονται μέσα σε μικρές ομάδες επίσημα ή ανεπίσημα για να βελτιώσουν την δική τους κατανόηση, ικανότητα καθώς και των άλλων μελών της ομάδας. Τα μέλη της ομάδας συνεχώς εξετά- ζουν, συζητούν, εξερευνούν και επαναδιαπραγματεύονται υποθέσεις, συμπε- ράσματα, απόψεις και προτεραιότητες (Johnson & Johnson & Smith, 1991). Θεωρητικές καταβολές της συνεργατικής μεθόδου μάθησης Πρώτος τεκμηρίωσε θεωρητικά και εφάρμοσε στην πράξη το ομαδοκεντρικό σύστημα ο Dewey (1859-1954), (Postman & Weingartner, 1969, Δανασσής-Αφε- ντάκης, 1993) ο οποίος αντιλαμβάνεται τη δημοκρατική λειτουργία ως μία συ- νεχή διαδικασία διαλεκτικής διαπραγμάτευσης μεταξύ κοινωνικά και γνωστι- κά αναπτυγμένων πολιτών, που επιχειρούν να προσδιορίσουν τα προβλήματα και να αναζητήσουν λύσεις. Έτσι, στο βιβλίο του Δημοκρατία και Εκπαίδευση (Democracy and Education, 1916) τονίζει την αναγκαιότητα να μετατραπεί η σχολική τάξη σε μια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία, ώστε να προσφέρει αυθεντικές ευκαιρίες βίωσης της δημοκρατικής συμπεριφοράς και δράσης. Τις θέσεις του Dewey περί ακαδημαϊκής και κοινωνικής μάθησης, που παρα- πέμπουν σε μια τάξη ομαδικής συνεργασίας, μορφοποίησε σε συγκεκριμένη διδακτική προσέγγιση ο μαθητής και διάδοχός του, W. Κilpatrick (1871- 1965) στην εργασία του «Τhe Project Method» (1918), που πρότεινε τα σχέδια ερ- γασιών (Ματσαγγούρας, 2004). Η σχολή της Νέας Αγωγής του Dewey, προ- ωθούσε την κοινωνικοποίηση του ατόμου και τον εκδημοκρατισμό της κοινω­ νίας, εξασφαλίζοντας με αυθεντικό τρόπο συνθήκες βιωματικής μάθησης, την οποία θεωρούσαν ως τη μόνη αξιόλογη μορφή μάθησης. Ο ίδιος θεωρούσε σαν ιδανικό σχολείο το χώρο στον οποίο τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν διαπροσωπικές σχέσεις, να ασκούνται στην αποδοτική συ- νεργασία και να γίνονται ενεργητικά και υπεύθυνα άτομα. Υποστήριζε πως για να μάθουν οι άνθρωποι να συνεργάζονται πρέπει να βιώσουν τη συνερ- γατική διαδικασία μέσα στο σχολείο. Οι θέσεις αυτές έστρεψαν την προσο- χή των παιδαγωγών προς την κοινωνική διάσταση της εκπαίδευσης και οδή- γησαν στις πρώτες προσπάθειες ομαδοσυνεργατικής οργάνωσης της τάξης με συνειδητή επιδίωξη τη διευκόλυνση της διερευνητικής μάθησης και της δημοκρατικά προσανατολισμένης κοινωνικής μάθησης. 121 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η θεωρητική βάση για την συγκεκριμένη εκπαιδευτική στρατηγική εντο- πίζεται στις θεωρίες της κοινωνικής αλληλεξάρτησης, της γνωστικής – εξε- λικτικής και της συμπεριφοριστικής. Βασίζεται στην κοινωνική θεωρία του εποικοδομισμού, η οποία δέχεται ότι η νέα γνώση αποκτάται στα πλαίσια της κοινωνικής συμμετοχής και συνεργασίας που ενεργοποιείται στα πλαίσια συμ- μετοχής στην ομάδα και το τελικό αποτέλεσμα είναι προϊόν συνεργασίας και διαπραγμάτευσης όλης της ομάδας (Καμπουράκης, 2005). Σύμφωνα με την γνωστική – εξελικτική θεωρία η συνεργασία είναι πολύ σπουδαία για τη γνω- στική ανάπτυξη. Ο Jean Piaget θεώρησε ότι, όταν τα άτομα αλληλεπιδρούν με την κοινωνία έρχονται σε μία κατάσταση ανισορροπίας. Αυτή η ανισορροπία οδηγεί σε γνωστική ανάπτυξη, ως μια διαδικασία αναδόμησης της εμπειρίας του ατόμου με τον κοινωνικό περίγυρο. Σύμφωνα με την πιαζετιανή θεωρία, οι ιδέες μας είναι ατομικές δημιουργίες, συμβατές με των άλλων ανθρώπων που αλληλεπιδρούμε κοινωνικά. Η γνώση δεν αντιπροσωπεύει ή απεικονίζει μια ανεξάρτητη πραγματικότητα, αλλά αποτελεί ένα συνονθύλευμα των ανα- δομήσεων μέσω της εμπειρίας. Η προσαρμοστική λειτουργία της μάθησης σε μια δεδομένη περίσταση του περιβάλλοντος, προϋποθέτει την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς (Lorenz, 1979). Οι διαλεκτικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι η γνώση είναι κοινωνική, κατα- σκευάζεται από την κοινωνία και μεταφέρεται στα άτομα. Ο κύριος εκπρό- σωπος αυτών των θεωριών ο S. Vygotsky υποστήριξε ότι, οι διανοητικές δρα- στηριότητες παίρνουν σχήμα μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο και οι συνεργατικές προσπάθειες για μάθηση, κατανόηση και επίλυση προβλημάτων είναι βασικές για την δόμηση της γνώσης. Σύμφωνα με τον Vygotsky, η νοητική ανάπτυξη είναι μια διαδικασία άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορικοκοινωνική διάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται. Η ανάπτυξη επιτυγχά- νεται όχι μόνο χάρις στον έμφυτο νοητικό εξοπλισμό του κάθε ατόμου, αλλά και εξαιτίας της διαμεσολάβησης των κοινωνικών γεγονότων και των πολιτι- στικών εργαλείων (όπως είναι η γλώσσα), καθώς και της εσωτερίκευσης των σημασιών με τις οποίες είναι φορτισμένα αυτά τα πολιτισμικά μέσα και εργα- λεία. Τα εργαλεία αυτά και οι κοινωνικές σημασίες τους όχι μόνο διαμεσολα- βούν για την πραγματοποίηση των γνωστικών διεργασιών, αλλά εμπεριέχουν νοήματα και τρόπους σκέψης που διαμορφώνουν διαλεκτικά τις ίδιες τις νο- ητικές διεργασίες (Ράπτης, Ράπτη 2001). Η θέση του Vygotsky ότι η κοινωνική αλληλεπικοινωνία γεννά τη γνωστική εξέλιξη φαίνεται ξεκάθαρα στο σημείο που προσδιορίζει τη «ζώνη της επικεί- μενης ανάπτυξης» (zone of proximal development) ως την «απόσταση μετα- ξύ του κατεχόμενου επιπέδου ανάπτυξης, όπως αυτοπροσδιορίζεται από την ανεξάρτητη (ατομική) επίλυση προβλημάτων, και το επίπεδο της εν δυνάμει ανάπτυξης, όπως προσδιορίζεται από την ικανότητα του ατόμου να επιλύει 122 Ερμόλαος Ψαριανός Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ προβλήματα κάτω από την καθοδήγηση ενηλίκων ή μέσα από τη συνεργασία με ικανότερους συνομήλικους» (Vygotsky, 1978). Ο Vygotsky υποστηρίζει ότι η μάθηση επέρχεται μέσα από την επικοινω- νία του ατόμου με το κοινωνικό περιβάλλον και όχι τόσο μέσα από την επικοι- νωνία του με τα πράγματα, όπως υποστηρίζει ο J. Piaget (Δανασσής-Αφεντά- κης, 1993). Η κατεύθυνση της θεωρίας του Vygotsky είναι βασικά κοινωνική. Τα νεανικά ενδιαφέροντα του Vygotsky γύρω από την τέχνη και τον κινημα- τογράφο ίσως έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Ο Piaget, που ξεκίνησε ερ- γαζόμενος ως βιολόγος, ίσως για αυτό να μην έδωσε την έκθεση και τη ση- μασία που δίνει ο Vygotsky στο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο της νοητικής εξέλιξης. Τόσο ο Piaget όσο και ο Vygotsky πίστευαν ότι η συνεργατική μά- θηση με πιο ικανούς ομότιμους εκπαιδευόμενους και εκπαιδευτές, οδηγεί σε γνωστική και διανοητική ανάπτυξη διότι αναπτύσσονται πιο σύνθετα επίπεδα κατανόησης και επιδεξιότητας. Κατά τις συμπεριφοριστικές θεωρίες (Rogers, 1999, Courau, 2000), ο εκ- παιδευόμενος μαθαίνει δεχόμενος ερεθίσματα από το περιβάλλον, τα οποία προκαλούν ανάλογες αντιδράσεις. Ο εκπαιδευτής κατευθύνει τη διαδικασία επιλέγοντας ερεθίσματα, ενισχύοντας τις ενδεδειγμένες αντιδράσεις και απο- θαρρύνοντας τις «λανθασμένες». Ο εκπαιδευόμενος θεωρείται μάλλον παθη- τικός ενώ ο εκπαιδευτής έχει πολύ ενεργό ρόλο. Οι συμπεριφοριστικές θεωρί- ες υποστηρίζουν ότι, η συνεργατική μάθηση βελτιώνει τη συνολική απόδοση όλων των μελών της ομάδας. Αναφέρουν ότι όλες οι θεωρίες υποστηρίζουν ότι τα συνεργατικά περιβάλλοντα ενθαρρύνουν υψηλότερα ακαδημαϊκά επι- τεύγματα (Johnson & Johnson, 1995). Οι συνέπειες της συνεργατικής μάθησης στην εκπαιδευτική θεωρία και πράξη Μελέτες που έχουν γίνει αποδεικνύουν ότι μέθοδοι όπως οι μαθητοκεντρικές συζητήσεις και η συνεργατική μάθηση μέσα σε ομάδες, αναπτύσσουν την δέ- σμευση, την υπευθυνότητα των εκπαιδευομένων και τις θετικές σχέσεις ανά- μεσα στα μέλη της ομάδας. Θετικά αποτελέσματα παρουσιάζονται και όσον αφορά το συναισθηματικό τομέα, αφού οι μαθητές που εργάζονται συνερ- γατικά έχουν πιο θετική συμπεριφορά και καλύτερες διαπροσωπικές σχέσεις (Χαραλάμπους, 1996). Επιπλέον οι Κουτσελίνη και Θεοφιλίδης (1998) ανα- φέρουν ότι τα άτομα που είναι μέλη μεικτών ομάδων, μαθαίνουν να αποδέ- χονται όλα τα μέλη της ομάδας ως ισότιμα και νιώθουν συνυπεύθυνα για τα αποτελέσματα της ομαδικής εργασίας. Η συνεργατική μάθηση παράγει πολ- λά οφέλη για τους εκπαιδευόμενους σε κοινωνικό και ψυχολογικό μέτωπο. 123 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ερευνητικά δεδομένα έδειξαν ότι οι συνεργατικές μαθησιακές τεχνικές επι- δρούσαν θετικά στην: • Συγκράτηση της ύλης, • Υποκίνηση των εκπαιδευόμενων, • Ανάπτυξη των κριτικών ικανοτήτων τους, • Προσωπική ανάπτυξη, • Αίσθηση της κοινωνικής συνοχής και υποστήριξης μεταξύ των εκπαι- δευόμενων, • Κοινωνική ανεξαρτησία, • Στάση των εκπαιδευόμενων ως προς το αντικείμενο, • Μείωση του άγχους. Οι εκπαιδευόμενοι ενισχύουν αυτούς τους ισχυρισμούς από τις διάφορες έρευνες και δηλώνουν ότι μέσα από τις συνεργατικές μεθόδους: • Μαθαίνουν καλύτερα και απολαμβάνουν την μάθηση, • Τους δίνεται η ευκαιρία να ακούνε διαφορετικές απόψεις και ιδέες, • Έχουν την δυνατότητα να αλληλεπιδρούν με τους άλλους και να κά- νουν νέους φίλους (Prichard & Sawyer, 1994). Η συνεργατική μάθηση αποφέρει κέρδος σε κάθε άτομο με χρήση των πόρων της ομάδας και αποτελεί πηγή πολύτιμων αποτελεσμάτων: αυξημένη ικανότητα στην ομαδική εργασία, αυτοπεποίθηση, κ.λπ. Η ανάπτυξη των δια- προσωπικών ικανοτήτων είναι τόσο σημαντική όσο και στην ατομική μάθηση, δεδομένου ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων σε μια ομάδα εργα­ σίας με σκοπό την συνεργασία, αποτελεί το «κλειδί» για μια υψηλής ποιότητα εργασία σε ομάδες. Πολλές συνεργατικές στρατηγικές μάθησης έχουν στό- χους τόσο ακαδημαϊκούς όσο και ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων. Πολ- λές από τις στρατηγικές περιλαμβάνουν ανατιθέμενους ρόλους στην ομάδα (π.χ. καταγραφέας – recorder, εμψυχωτής της συμμετοχής και συνοπτικός – summarizer) για να διασφαλίσουν τη θετική αλληλεξάρτηση των μελών της ομάδας και να επιτρέψουν την ενεργοποίηση διαφορετικών δεξιοτήτων. Η εργασία που οικοδομείται σε περιβάλλοντα συνεργατικής μάθησης είναι μια αρμονική ομαδική εργασία, ένας αναλυτικός (debriefing) χρόνος, όπου οι μα- θητές συλλογίζονται τον τρόπο που θα ενεργήσουν με σκοπό να μάθουν και τον τρόπο που θα γίνουν περισσότερο αποτελεσματικοί (Johnson, Johnson & Holubec, 1990). Επιπλέον, η συνεργατική μάθηση μπορεί να προσφέρει κα- λύτερη κατανόηση της μαθησιακής διαδικασίας καθώς έχει διαπιστωθεί ότι όταν κάποιος δημοσιοποιεί τη γνώση του αποκτά καλύτερη αντίληψη σχετι- κά με ένα αντικείμενο (Slavin, 1995). Εκτός των ακαδημαϊκών επιχειρημάτων, η χρήση της συνεργατικής μάθη- 124 Ερμόλαος Ψαριανός Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ σης παρουσιάζει αρκετά πλεονεκτήματα. Σύμφωνα με τους Σγουροπούλου & Κουτουμάνος (2001) τα κυριότερα από αυτά είναι τα εξής: • προώθηση των διαπολιτισμικών σχέσεων και της επαφής με διαφο- ρετικές κουλτούρες, ιδεολογίες. Με την συνεργατική μάθηση ανα- πτύσσονται κοινωνικοσυναισθηματικοί δεσμοί που διευκολύνουν την κοινωνική ένταξη ατόμων διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης και διαφορετικών δυνατοτήτων, • αύξηση αυτοεκτίμησης: στο πλαίσιο της κοινότητας μάθησης τα μέλη της εργάζονται με κοινό στόχο και συμφωνημένους ρόλους. Αυτό συμ- βάλλει στην ανάπτυξη αισθήματος κοινής ευθύνης, αλληλοϋποστήρι- ξης και καλλιέργειας ενός φιλικού κλίματος που ενθαρρύνει τη μάθη- ση. Ένα τέτοιο πλαίσιο ευνοεί την κοινωνικοποίηση των ατόμων και μπορεί να έχει ιδιαίτερα ευεργετικές επιδράσεις στα μέλη εκείνα που για διάφορους λόγους (π.χ. μειωμένη αυτοεκτίμηση) διστάζουν να εκ- φράσουν τις απόψεις τους, • επιπλέον κίνητρα μάθησης: είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να ζουν σε κοινωνικές ομάδες. Παιδιά και έφηβοι σχημα- τίζουν μικρές ομάδες με κοινούς στόχους (παιχνίδι, διασκέδαση) και από αυτή τη συνύπαρξη αντλούν μεγάλη συναισθηματική ικανοποίηση, • η οργάνωση, επομένως, των μαθητών ή/και επαγγελματιών σε κοινό- τητες μάθησης με στόχο τη συνεργασία για την επίτευξη κοινών γνω- σιακών στόχων είναι απόλυτα προσαρμοσμένη στη φύση και στις ανά- γκες τους, ενώ αντίθετα η απομόνωσή τους παραβιάζει τις έμφυτες τάσεις τους για επικοινωνία και αλληλεπίδραση. Για τους παραπά- νω λόγους η εργασία των ατόμων στο πλαίσιο μιας κοινότητας μάθη- σης μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο για μάθηση, • προώθηση των δεξιοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση και την εργασία στο πλαίσιο ομάδων, με κύριο χαρακτηριστικό τις ποικίλες αλληλεξαρτήσεις και αλληλεπιδράσεις των μελών. Ο εκπαιδευτικός σε συνεργατικά μαθησιακά περιβάλλοντα αποκτά νέα καθήκοντα όπως: • Καθορισμός της σύνθεσης των ομάδων. Το γεγονός αυτό αποτελεί και ξεχωριστό ερευνητικό πρόβλημα (Kitagaki et al, 2007). • Παρουσιάζει και επεξηγεί τον συνεργατικό τρόπο μάθησης. • Παρουσιάζει και επεξηγεί την διαδικασία ή το περιβάλλον (εργαλείο) που θα χρησιμοποιηθεί. • Ανακεφαλαιώνει τις βασικές έννοιες που θα χρησιμοποιηθούν για την επίλυση του προβλήματος. • Περιγράφει το προς επίλυση πρόβλημα και το ζητούμενο. 125 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Απαντά απορίες επί της διαδικασίας και επί του προβλήματος. • Εποπτεύει την ορθή τήρηση της διαδικασίας. • Κατά την κυρίως διαδικασία, βοηθά τους εκπαιδευόμενους για την σωστή διεξαγωγή της διαδικασίας και την επίλυση του προβλήματος, δεν διδάσκει εκ καθέδρας. Επιπλέον, πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι η συνεργατική μάθηση είναι αποτελεσματικότερη όταν η επιτυχία κάθε μέλους εξαρτάται από την επιτυχία της ομάδας. Πιλοτικές εφαρμογές που έχουν γίνει σε εκπαιδευτικά προγράμματα έδειξαν ότι ο χωρισμός των φοιτητών σε ομάδες και η ανάθε- ση ομαδικών εργασιών σε φοιτητές, ενίσχυσαν ουσιαστικά την εκπαιδευτι- κή διαδικασία, αφού επέφεραν σημαντική αύξηση της απόδοσής τους ενώ η άποψη των φοιτητών ήταν θετική (Ξένος και συν., 2005, Yatrakis, 2006). Με την ευρύτερη της έννοια, η συνεργατική μάθηση μπορεί να οριστεί ως η από κοινού εργασία πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα με τρόπο τέτοιο ώστε να προωθείται η ατομική μάθηση μέσω των συνεργατικών διεργασιών (Σγουρο- πούλου, Κουτουμάνος 2001). Συνεπώς, συνεργατικότητα κατά τη μαθησιακή διαδικασία υπάρχει όταν τα μέλη της ομάδας εργάζονται συλλογικά με βάση ένα κοινό στόχο και χρησιμοποιούν την αλληλεπίδραση (Vygotsky), τη δια- φωνία (Mangy), τη διαπραγμάτευση (Dillenburg) και τη βοήθεια από έναν πιο ικανό βοηθό (Rogoff) για να αποκτήσουν καλύτερη γνώση του αντικειμένου, να κερδίσουν σε αυτοεκτίμηση και να κατανοήσουν καλύτερα τη μαθησιακή διαδικασία (Νικολαΐδου, 2007). Οι πρωτοπόροι της συνεργατικής μάθησης, David και Roger Johnson του πανεπιστημίου της Μινεσότα, ο Robert Slavin του πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς και η Elizabeth Cohen του Στάνφορντ έχουν αφιερώσει πολλά χρόνια έρευ- νας και ανάλυσης του συγκεκριμένου θέματος. Οι έρευνές τους είχαν σκοπό να αποσαφηνίσουν τις συνθήκες στις οποίες γινόμαστε συνεργατικοί, αντα- γωνιστικοί, δημιουργώντας εξατομικευμένους στόχους που επηρεάζουν ή αυ- ξάνουν τα επιτεύγματα των μαθητών. Επιπλέον, ερεύνησαν σε περιβάλλοντα συνεργατικής μάθησης την ψυχολογική προσαρμογή, την αυτοεκτίμηση και την ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων. Συμπεράσματα Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η μαθησιακή διεργασία γίνεται αποτε- λεσματική με την ομαδοσυνεργατική μέθοδο διδασκαλίας, αφού μέσω αυ- τής εξασφαλίζεται η δυνατότητα των μαθητών να αναπτύσσουν τις κοινω- νικές τους δεξιότητες. Η εκπαιδευτική διαδικασία είναι από την φύση της 126 Ερμόλαος Ψαριανός Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ συνεργατική, γεγονός που αποδεικνύεται από τις θεωρητικές προσεγγίσεις της μάθησης. Με την συνεργασία καλύπτονται κενά, προωθείται η κριτική σκέψη, αναπτύσσονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των μαθητών, βελτιώνε- ται το αποτέλεσμα της μαθησιακής διαδικασίας, προσδίδοντας ποιοτικό πε- ριεχόμενο στη μάθηση. Η συνεργατική μάθηση παρέχει ένα περιβάλλον για αναζωογόνηση και εμπλουτισμό της διαδικασίας μάθησης. Σύμφωνα με τους Κουτσελίνη και Θε- οφιλίδη (1998) κατά τη συνεργατική μάθηση διευρύνεται ο ορίζοντας σκέψης του κάθε μέλους μέσα από την αντιπαράθεση ιδεών στα πλαίσια της ομάδας. Η ανάπτυξη της διαδικασίας μάθησης στην ομάδα γίνεται με μεθοδικότητα, με αποτέλεσμα ο μαθητής να έχει το μεγαλύτερο χρόνο ενεργητικής συμμε- τοχής. Παράλληλα, ενεργοποιούνται όλα τα μέλη της ομάδας, συνεξετάζο- ντας διάφορα θέματα, ενώ εξηγώντας ο ένας στον άλλο τον τρόπο σκέψης του ή συγκεκριμένα νοήματα του κειμένου μαθαίνουν να κατανοούν οι ίδιοι καλύτερα, βελτιώνοντας την γλωσσική τους ικανότητα. Βιβλιογραφία Courau, Sophie (2000). Τα βασικά εργαλεία του εκπαιδευτή ενηλίκων. Αθήνα: Με- ταίχμιο. Δανασσής-Αφεντάκης Αντώνιος (1993). Η εξέλιξη της παιδαγωγικής και διδακτι- κής σκέψης –Παιδαγωγικά συστήματα. Δ΄ έκδ. Αθήνα: Γκέλμπεσης. Καμπουράκης, Γεώργιος (2005). Ανοιχτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση και Ηλε- κτρονικά Περιβάλλοντα Μάθησης: Ζητήματα και Τάσεις – Η περίπτωση του Ελ- ληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Διπλωματική Εργασία, Πάτρα: Ε.Α.Π. Κανάκης, Iωάννης (1990). Η σωκρατική μέθοδος διδασκαλίας μάθησης. Αθήνα: Γρηγόρη. Κουτσελίνη, Μαίρη & Θεοφιλίδης, Χρήστος (1998). Διερεύνηση και διδασκαλία για μια αποτελεσματική διδασκαλία. Αθήνα: Γρηγόρης. Kitagaki Ikuo, Hikita Atsushi, Takeya Makoto & Fujihara Yasuhiro (2007). Development of an algorithm for groupware modeling for Collaborative Learning. In International Journal of Computers, Communications & Control. 2, (1), 65-71. Lorenz, Karl (1979). Kommunikation bei Tieren. In A.Peisl & A Mohler (Eds.), Der Mensch und seine Sprache (167-180), Frankfurt-Berlin-Wien: Ullstein. Ματσαγγούρας Ηλίας (2004). Ομαδοσυνεργατική διδασκαλία και μάθηση. Αθή- να: Γρηγόρη. Νικολαΐδου, Σοφία (2007). Η χρήση του επεξεργαστή κειμένου και του ηλεκτρονι- κού ταχυδρομείου κατά την παραγωγή συνεχούς γραπτού λόγου στο γλωσσι- κό μάθημα. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: www.e-yliko.sch.gr Ξένος Μάριος, Σταυρινούδης Δημήτρης, Αβούρης Νίκος & Μαργαρίτης Μάνος 127 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ (2005). Εμπειρίες από την εξ Αποστάσεως Συνεργατική Εξάσκηση στις Τεχνι- κές Προγραμματισμού. Πρακτικά Γ’ διεθνούς συνεδρίου Ανοικτής και εξ Απο- στάσεως Εκπαίδευσης, Πάτρα, Νοέμβριος: Προπομπός, A’, 545-559. Postman Neil & Weingartner Charles (1969). Teaching as a subversive activity. New York: Dell publishing Co. Prichard, Keith, Sawyer, McLaran (1994). Handbook of College Teaching: Theory and Applications. Westport, CT: Greenwood Press. Rogers, Alan (1999). Η εκπαίδευση των ενηλίκων. Αθήνα: Μεταίχμιο. Ράπτης Ανδρέας & Ράπτη Aθηνά (2001). Μάθηση και διδασκαλία στην εποχή της Πληροφορίας, Α’, Αθήνα: Ράπτη. Slavin, Robert (1995). Cooperative learning. (2nd ed.). Boston: Allyn and Bacon. Σγουροπούλου Κλειώ. & Κουτουμάνος Αναστάσιος (2001). Η Επικοινωνία Μέσω Υπολογιστή για την Υποστήριξη των Κοινοτήτων Μάθησης. Εισήγηση στο 1o συ- νέδριο για την Ανοικτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση, Πάτρα 25-27/5/2001, «Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστηµίου Πατρών», ΕΑΠ, Β’,705-719 Τριλιανός, Θανάσης (2003). Μεθοδολογία της Σύγχρονης Διδασκαλίας. Α΄- Β΄, Αθήνα. Φλουρής, Γιώργος (2000). Η Αρχιτεκτονική της Διδασκαλίας και η Διαδικασία της Μάθησης. Αθήνα: Γρηγόρης. Χαραλάμπους, Νίκος (1996). Η διαφορική επίδραση της συνεργατικής και ατομι- κής μάθησης στη σχολική επίδοση. Λευκωσία: Θέοπρες Johnson, David, Johnson Roger, and Edythe Holubec (1990). Circles of Learning: Cooperation in the Classroom. Edina, MN: Interaction Book Company. Johnson, David, Johnson, Roger, & Smith, Karl (1991). Active learning: Cooperation in the college classroom. Edina, MN: Interaction Book Company. Johnson, David, & Johnson, Roger (1995). Reducing school violence through conflict resolution. Alexandria, Va.: Association for Supervision and Curriculum Development. Vygotsky, Lev (1978). Interaction between learning and development. In: Mind and society. Cambridge, MA: Harvard University Press. Yatrakis, Pan (2006). Measuring the effectiveness of group work in web-based education. In Open Education, 4, 63-74. Abstract Collaborative learning is a participatory and collective process in which learners work in small groups, in order to improve their understanding and ability. The theoretical basis for this educational strategy lies on the theories of social interdependence, cognitive - developmental and behavioral. Moreover, the theoretical foundations based on the social theory of constructivism, 128 Ερμόλαος Ψαριανός Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ which accepts that new knowledge is acquired through social participation and cooperation. The purpose of this study is to investigate the theoretical approaches of cooperative learning and multiple benefits to educational theory and practice, exploring the aspects of cooperation in learning environments. Ψαριανός Ερμόλαος, Υποψήφιος Διδάκτορας στο γνωστικό αντικείμενο «Φιλοσοφία της Εκπαίδευσης», Ποσειδώνος 7, 66100, Δράμα, 6973570121, 2521047191,

[email protected]

129 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ Ποιοτική διδασκαλία Η συμβολή των Νέων Τεχνολογιών στην εξέλιξη της Ποιοτικής Διδασκαλίας για την Υποχρεωτική Εκπαίδευση. Πιλοτική Εφαρμογή: «Το Γλωσσάρι», βασισμένο στο Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη Στυλιανή Δασκαλάκη Περίληψη Στον αιώνα της τεχνολογικής εξέλιξης και της εναλλακτικής απόδρασης από την καθημερινότητα, οι Νέες Τεχνολογίες έχουν συμβάλει καταλυτικά στο χώρο της εκπαίδευσης και δη της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης. Η επιμόρφω- ση έχει σκιαγραφήσει το μονοπάτι προκειμένου να διαβούν και οι πιο ανασφα- λείς-αρχάριοι εκπαιδευτικοί, στο χώρο των πολυμέσων και του διαδικτύου. Ο καταρτισμένος εκπαιδευτικός μπορεί να εκμεταλλευτεί, την όλο και αυξανό- μενη τάση για προσήλωση των μαθητών στην οθόνη του Η/Υ και να διδάξει και το πόσο και το πώς. Πόσος είναι ο «επιτρεπτός» χρόνος ενασχόλησης με τις Νέες Τεχνολογίες και ειδικότερα με τον Η/Υ και πώς τελικά αυτός ο χρόνος θα γίνει εποικοδομητικός και δημιουργικός για να προάγει την ποιοτική διδα- σκαλία. Η πρόταση που κατατίθεται αφορά τη δημιουργική αξιοποίηση των πολυμέσων και εκπαιδευτικών λογισμικών για τη διδασκαλία της ποίησης και την προώθηση της φιλαναγνωσίας. Η πολυμεσική εφαρμογή «Το Γλωσσάρι», αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης επιστημονικής προσπάθειας, στο χώρο της Λογοτεχνίας και των Νέων Τεχνολογιών, που βρίσκεται σε εξέλιξη. Εισαγωγή «Το Γλωσσάρι», μέσα από τις καινοτόμες-διαδραστικές δραστηριότητές του, επιχειρεί να αποδείξει πως αποτελεί ένα μέσο ποιοτικής διδασκαλίας και ενι- σχύει, με την ύπαρξη αλλά και πιλοτική εφαρμογή του, την άποψη πως οι Νέες Τεχνολογίες συμβάλλουν στην εξέλιξη της ποιοτικής διδασκαλίας. Ο όρος εξέ- 130 Στυλιανή Δασκαλάκη Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ λιξη χρήζει να επισημανθεί, καθώς αυτήν υπερασπίζονται οι Νέες Τεχνολογί- ες και Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση, (ΤΠΕ), (Depover, κ.α., 2010). Εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Πώς θα υπάρξει εξέλι- ξη, όταν η τελευταία έρχεται αντιμέτωπη με την απροθυμία και το φόβο των εκπαιδευτικών έναντι των Νέων Τεχνολογιών; Το Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρ- φωσης του ΠΙ, (Αναστασιάδης, 2011), αναφέρει τον προσανατολισμό του Νέου Προγράμματος Σπουδών,(ΝΠΣ), σύμφωνα με τις αρχές της πολιτείας. Επομέ- νως το Νέο Σχολείο καλείται να είναι, ανάμεσα σε άλλα, καινοτόμο και ψηφι- ακό. Ο εκπαιδευτικός οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να τις εφαρ- μόζει στην πράξη, στη σχολική καθημερινότητα. Δυστυχώς η πραγματικότητα στα σημερινά σχολεία διαψεύδει συχνά τη θεωρία. Οι καταδικαστικές-αφορι- στικές δηλώσεις γύρω από τις Νέες Τεχνολογίες συνεχίζουν να ακούγονται στα σημερινά ελληνικά εκπαιδευτήρια. Η απροθυμία για επιμόρφωση, συχνά ο φόβος του καινούριου και η απουσία οποιουδήποτε κινήτρου, μετατρέπει τους εκπαιδευτικούς σε στείρους μεταλαμπαδευτές της γνώσης, χωρίς επι- νοητικότητα και χωρίς ποιοτική διδασκαλία είτε με την αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών είτε χωρίς. Όλα όσα προαναφέρθηκαν εξελίσσονται την ώρα που οι μικροί μαθητές πλοηγούνται με ευχέρεια μέσα στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης,web 2 και σε ιστότοπους, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, εικόνες και ήχους, (Νικολαϊδου & Γιακουμάτου, 2001). Η αντίδραση των εκπαιδευτι- κών αλλά συχνά και της επιστημονικής κοινότητας γίνεται ακόμα πιο έντονη όταν πρόκειται για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποίη- σης. Ωστόσο καλείται ο καθένας να αναρωτηθεί πόσο εύκολο και ταυτόχρο- να δελεαστικό είναι για έναν μαθητή 10 με 14 ετών να διαβάσει το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Πόσο χρόνο θα του πάρει να αναζητήσει πληροφορίες για αυτό το έργο τέχνης ή στη συγκεκριμένη περίπτωση να αναζητήσει ερμη­ νείες άγνωστων όρων του, στα πλαίσια μιας σχολικής εργασίας. Η πρώτη σκέ- ψη οδηγεί στο διαδίκτυο όπου οι μαθητές καταφεύγουν για να αναζητήσουν πληροφορίες και να βρουν έτοιμο υλικό άκριτα, τις περισσότερες φορές, δο- σμένο. Η δεύτερη σκέψη δημιούργησε την πολυμεσική εφαρμογή που φέρει τον τίτλο «Το Γλωσσάρι» του Άξιον Εστί, του νομπελίστα ποιητή. Συνεπώς, ο κάθε εκπαιδευτικός-επιστήμονας αναλογιζόμενος το αμείωτο ενδιαφέρον των μαθητών να εργάζονται σε Η/Υ, έχει τη δυνατότητα είτε να κατασκευάσει με- λετημένες, επιστημονικά άρτιες και σύμφωνα με τις θεωρίες της γνωστικής ψυχολογίας και του κοινωνικογνωστικού συμπεριφορισμού,(Κολιάδης, 2008), πολυμεσικές εφαρμογές, είτε να χρησιμοποιήσει τις έτοιμες από άλλους φο- ρείς εγκεκριμένους από το ΥΠΕΠΘ, το ΠΙ και το ΙΤΥΕ. 131 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Οριοθέτηση των στόχων της πολυμεσικής εφαρμογής: «Το Γλωσσάρι» Η κεντρική ιδέα, που οδήγησε στη δημιουργία και κατασκευή της πολυμεσι- κής εφαρμογής «Το Γλωσσάρι», του Άξιον Εστί (1959), πηγάζει από τη θέλη- ση της γράφουσας και την αναγκαιότητα που με ταχείς ρυθμούς επιβάλλεται στη σχολική καθημερινότητα για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και πληροφορικό αλφαβητισμό. Σταδιακά επιχειρείται να καταστεί σαφές πως οι Νέες Τεχνολο- γίες, οι ΤΠΕ, έχουν τη δύναμη και τα μέσα να διευρύνουν τους ορίζοντες των εκπαιδευτικών και να προσανατολίσουν τις αναζητήσεις, καθώς και να αφυπνί- σουν τα ενδιαφέροντα των μαθητών. Ειδικότερα «Το Γλωσσάρι» είναι στην ου- σία ένα ερμηνευτικό και ταυτόχρονα διαδραστικό με το μαθητή λεξικό. Απο- τελεί μία βοηθητική εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας γύρω από το μνημειώδες έργο του Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί. Μέσα από τις ψηφιακές του σελίδες η λέξη οδηγεί στο στίχο και ο στίχος στο ποίημα (Ελύτης, 2004). Επιμέρους στόχοι, ως προς το γνωστικό αντικείμενο και ως προς τη μαθησιακή διαδικασία: Γνωρίζοντας και Κατανοώντας: • Κατανόηση τμηματοποίησης του Άξιον Εστί σε Ενότητες, Γένεσις, Πάθη, Δοξαστικόν. • Ερμηνεία άγνωστων όρων. • Ύφος του ποιητή και ενσωμάτωση στον καθημερινό λόγο. • Πολυσημία και αμφισημία της λέξης. • Παραγωγή-σύνθεση λέξης, συνώνυμη-αντίθετη, λεξιπλασίες, ηχητική χρήση της λέξης-άκουσμα. • Παρηχήσεις, σχήματα λόγου, στοιχείο έκπληξης, αναγραμματισμοί, προσωποποιήσεις και ανθρωπομορφισμοί. • Δημιουργικός γραπτός λόγος, ποίηση-πεζό. • Μελοποιημένη ποίηση, Το Άξιον Εστί από το Μ. Θεοδωράκη, ποιοτικά ακούσματα και μελωδίες του Β. Παπαθανασίου. • Ανακεφαλαιωτικές Δραστηριότητες, εξοικείωση μαθητών με λογισμι- κά γενικής χρήσης του MS Office και επιπλέον λογισμικά εγκεκριμένα από το ΠΙ, όπως Hot Potatoes, Revelation Natural Art. • Εξοικείωση μαθητών με τη γλώσσα προγραμματισμού Scratch. Ψη- φιακό Παιχνίδι επιβράβευσης βασισμένο σε λεξιλόγιο από το Άξιον Εστί του Οδ. Ελύτη. • Συνειδητοποίηση της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας μέσα από τη δημιουργική ενασχόληση με τις νέες τεχνολογίες. 132 Στυλιανή Δασκαλάκη Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Διερευνώντας και Εντοπίζοντας: • Σταδιακή ανακάλυψη και γνωριμία με το ύφος του ποιητή μέσα από την προσωπική ενασχόληση. • Σταδιακή ανακάλυψη και γνωριμία με την ιστορική περίοδο στην οποία έζησε και δημιούργησε ο ποιητής. • Οριοθέτηση της λέξης και πορεία προς την αποκωδικοποίηση των βα- θύτερων νοημάτων, ιδανικών, αξιών και στόχων του Άξιον Εστί. • Πλοήγηση στο διαδίκτυο σε εγκεκριμένες και προεπιλεγμένες σελί- δες από τον εκπαιδευτικό για μεγαλύτερη αναζήτηση άγνωστων όρων και καταγραφή σημειώσεων στο ψηφιακό σημειωματάριο, notepad. • Εντοπισμός του «σημείου», λέξης, στα πλαίσια του σώματος του ποιή­ ματος. Δημιουργική-καινοτόμα προσέγγιση εκμάθησης και ενσυναί- σθησης. Επικοινωνώντας και (συνεργαζόμενος με άλλους): • Εποικοδομητικός διάλογος και ουσιαστική συνεργασία. • Ενδοομαδική αντιμετώπιση προβλημάτων μαθησιακών και συμπερι- φοράς. • Αλλαγή των ρόλων ανάμεσα σε εκπαιδευτικό και μαθητές. Συμβου- λευτικός-καθοδηγητικός για τον πρώτο διερευνητικός-ανακαλυπτι- κός για τους δεύτερους. • Σύγχρονη και ασύγχρονη επικοινωνία μέσω email, skype και κοινωνι- κά δίκτυα. • Δημιουργία Ιστολόγιου-Βlog ή ανάρτηση στην Ιστοσελίδα του σχο- λείου. Ανταλλαγή απόψεων, σχολίων και κοινοποίηση των δραστηριο­ τήτων projects στο ευρύτερο ενδια­φερόμενο κοινό του διαδικτύου. • «Παγκόσμια» ενημέρωση-επικοινωνία και συνεργασία. Προγραμματίζοντας την πολυμεσική εφαρμογή: «Το Γλωσσάρι» Η πολυμεσική εφαρμογή «Το Γλωσσάρι» είναι μη γραμμική. Δημιουργήθηκε αξιοποιώντας το ανοικτού τύπου συγγραφικό πακέτο Multimedia Builder (Μα- ντζαρίδου, κ.α., 2009). Πρόκειται για ένα λογισμικό εύκολο στη χρήση, καθώς ο προγραμματισμός των δραστηριοτήτων και κατ’ επέκταση των γραφικών- εφέ είναι σε αρκετές περιπτώσεις έτοιμος, σε μορφή εντολών. Επιπλέον εί- ναι συμβατό με πολλά λογισμικά γενικής χρήσης, ανοικτού και κλειστού τύ- που (Κόμης, 2005). Το Multimedia Builder, μπορεί ο χρήστης να το κατεβάσει ελεύθερα από το διαδίκτυο. Παράλληλα προωθείται ως χρήσιμο εργαλείο και διδάσκεται από τα ΠΤΔΕ της χώρας. Η πρώτη επαφή με το Multimedia Builder 133 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ (ΜΜΒ), της γράφουσας, έγινε στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών Β΄ Επίπε- δο στις ΤΠΕ (ΙΤΥ, 2008). Από τότε έχει σταθεί ως αναντικατάστατο εργαλείο για την ίδια αλλά και για τον οποιοδήποτε εκπαιδευτικό, καθώς στα πλαίσια του ΜΜΒ, μπορεί να οικοδομήσει ένα Σχέδιο Διδασκαλίας, (ΣΔ), (Δασκαλάκη & Αλεξανδράτος, 2011) στο οποίο να ενσωματώσει πολυμέσα και επιπλέον λογισμικά, να συνδεθεί στο διαδίκτυο, να αφεθεί ελεύθερος να δημιουργή- σει. Στη συνέχεια το (ΣΔ) Project έχει τη δυνατότητα να το αξιοποιήσει στην πράξη, σε εργαστήριο Η/Υ ή και σε έναν ακόμα Η/Υ με τη βοήθεια προτζέκτο- ρα. Αυτή η κινητοποίηση του κάθε εκπαιδευτικού, σταδιακά, θα τον οδηγήσει να αναθεωρήσει τον τρόπο διδασκαλίας του, να υπερκεράσει τις ανασφάλει- ες που πιθανότατα τον διακατέχουν και να εκσυγχρονιστεί τεχνολογικά σύμ- φωνα με τις εντολές του ΝΠΣ για ένα ψηφιακό σχολείο. Το ΜΜΒ στα χέρια ενός δραστηριοποιημένου εκπαιδευτικού αποτελεί ένα ποιοτικό μέσο για να οδηγήσει στην ποιοτική διδασκαλία. Καθώς ο μαθητής ανακαλύπτει και ξε- φυλλίζει τις ψηφιακές σελίδες από «Το Γλωσσάρι» συναντά όπως προανα- φέρθηκε επιπλέον λογισμικά: Γενικής χρήσης, κειμενογράφος, ms word, ψη- φιακή παρουσίαση διαφανειών, ms power point. Οι χρήστες της εφαρμογής μέσα από Φύλλα Εργασίας (ΦΕ), θα κληθούν να παράγουν δημιουργικό γρα- πτό λόγο και να παρουσιάσουν αποσπάσματα από τα γραπτά τους κείμενα σε συνδυασμό με εικόνες και ήχο από τις δικές τους αναζητήσεις, σε εκδή- λωση του σχολείου τους. Ακόμα ο μαθητής θα απαντήσει σε ερωτήματα, θα λύσει σταυρόλεξα και θα κάνει τις απαραίτητες αντιστοιχίσεις στο λογισμι- κό εξάσκησης πρακτικής Hot Potatoes. Το τελευταίο είναι περισσότερο κλει- στού τύπου, ωστόσο συχνά με «παράθυρο» στο διαδίκτυο. Επίσης ο μαθητής θα ζωγραφίσει στο Revelation Natural Art. Σε μια προσπάθεια να μιμηθούν, σε κάποιες έστω εντολές το Photoshop, οι δημιουργοί του RNA και οι αρμόδι- οι του ΠΙ έδωσαν στους μαθητές ένα λογισμικό επεξεργασίας εικόνων, χρω- μάτων, σχεδίων και κατασκευής κολάζ. Στον ψηφιακό κόσμο της εικόνας και των αναλογιών κρίνεται σκόπιμο από τα ΑΠΣ και τα ΔΕΠΠΣ για την Πληρο- φορική, πως οι μαθητές θα κληθούν να ασχοληθούν με τη σχετικότητα της ψηφιακής εικόνας των εφέ και των γραφικών, καθώς και να μάθουν σταδιακά να τα επεξεργάζονται με χρώματα, γεωμετρικά σχέδια και χρήσιμα εργαλεία. Η πολυμεσική εφαρμογή αξιοποιεί και τη γλώσσα προγραμματισμού Scratch (Κόμης, 2011). Τα ΑΠΣ για την Πληροφορική στη ΔΕ προτείνουν τη Scratch για διδασκαλία, στους νέους, του προγραμματισμού. Οι μαθητές, μέσω της Scratch, στην εικόνα 1, καταγίνονται με ένα ψηφιακό παιχνίδι, που δημιουρ- γήθηκε εμπνευσμένο από λέξεις, από «Το Γλωσσάρι». Η εφαρμογή δίνεται στους μαθητές ως δραστηριότητα επιβράβευσης-bonus, αφού έχουν προη- γηθεί ανακεφαλαιωτικές δραστηριότητες. 134 Στυλιανή Δασκαλάκη Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ   (Εικ. 1) Ψηφιακό Παιχνίδι στη SCRATCH Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί πως η σύνδεση στο διαδίκτυο απαι- τείται για να είναι ολοκληρωμένη η πολυμεσική εφαρμογή (Καράμηνας, 2001). Σε πολλά σημεία ζητείται από τους μαθητές να πλοηγηθούν στο διαδίκτυο σε προεπιλεγμένες σελίδες και να συλλέξουν μόνοι τους πληροφορίες, τις οποί- ες θα αποθηκεύσουν σε φάκελο της ομάδας τους στην επιφάνεια εργασίας, αφού εργάζονται ομαδοσυνεργατικά ( Ματσαγγούρας, 2000). Η πολυμεσική εφαρμογή έχει βοηθούς-ήρωες, σύννεφα, εικόνα 2. Οι βοηθοί ενημερώνουν τα παιδιά-μαθητές πώς να πλοηγηθούν στην εφαρμογή καθώς και για το τι ακο- λουθεί στις επόμενες σελίδες. Αξίζει να αναφερθεί πώς οι φωνές των ηρώων είναι από μαθητές δημοτικού που ηχογραφήθηκαν αποκλειστικά για το σκο- πό αυτό και με τη γραπτή συναίνεση των γονέων.   (Εικ. 2) Οι ήρωες-σύννεφα από «Το Γλωσσάρι» Στην επόμενη εικόνα 3, παρατηρεί κανείς την ενότητα Γένεσις από «Το Γλωσ- σάρι». Ας αναφερθεί ακόμα μία φορά πως «Το Γλωσσάρι» είναι ένα διαδραστι- κό λεξικό που έχει δοκιμαστεί υπό πολλές μορφές, (Δασκαλάκη, 2011) και που ακόμα βρίσκεται υπό κατασκευή. «Το Γλωσσάρι» ως μέρος μιας ευρύτερης 135 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ εφαρμογής σχετικά με το Άξιον Εστί (1959) του Οδυσσέα Ελύτη, εμφανίζεται στους μαθητές όποτε εκείνοι θελήσουν να αναζητήσουν ερμηνείες άγνωστων λέξεων. Στην εικόνα 3 παρατηρεί κανείς πως υπάρχουν τα γράμματα από την αλφάβητο. Αφού έχουν δοθεί οι απαραίτητες οδηγίες στους μαθητές, με ένα «κλικ» στα κατάλληλα γράμματα, βρίσκουν τις ερμηνείες των άγνωστων λέξεων από το ποίημα Άξιον Εστί, στο οποίο εργάζονται. Εκτός όμως από τις ερμηνείες τα περισσότερα word έγγραφα που «ανοίγουν» είναι και Φ.Ε. Οι μαθητές εμβα- θύνουν στις άγνωστες λέξεις και κατανοούν τα περίπλοκα νοήματα μέσα από παραδείγματα, λογοτεχνικές δραστηριότητες, γραμματικοσυντακτικά φαινόμε- να, διακειμενικές προσεγγίσεις, εικαστικές δημιουργίες, προσωπική διερεύνηση και διάλογο. Τέλος έχουν τη δυνατότητα επιλογής στο να ακούν ή όχι, μελωδί- ες και μελοποιημένη ποίηση με ένα «κλικ», στις νότες κάτω δεξιά της εικόνας.   (Εικ. 3) «Το Γλωσσάρι», ενότητα Γένεσις Τέλος η εικόνα 4 δείχνει πως τα παιδιά-μαθητές όποια στιγμή θελήσουν να τερματίσουν την εφαρμογή με ένα «κλικ» ξανά στο (x) πάνω δεξιά του πα- ραθύρου κλείνουν την εφαρμογή, αφού προηγουμένως ρωτηθούν εάν εί- ναι σίγουροι, καθώς πολλές φορές γίνεται από λάθος να πατηθούν κουμπιά.   (Εικ. 4) «Το Γλωσσάρι», Έξοδος από την εφαρμογή. 136 Στυλιανή Δασκαλάκη Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Πιλοτική εφαρμογή και πρώτα αποτελέσματα Σε πρώτο επίπεδο η πολυμεσική εφαρμογή «Το Γλωσσάρι» εφαρμόστηκε πιλο- τικά και σε συνδυασμό με την παραδοσιακή μέθοδο διδασκαλίας. Σε σχολείο των βορείων προαστίων της Αθήνας. Δεκαεννιά (19) μαθητές Στ΄ δημοτικού, χωρίστηκαν σε πέντε (5) ομάδες και εργάστηκαν στα πλαίσια εργαστηρίου με την εφαρμογή. Προηγουμένως είχαν διαβαστεί και αναλυθεί, ως προς το νοηματικό περιεχόμενο και τα ενδότερα μηνύματα, πολλά αποσπάσματα από τους ύμνους της πρώτης ενότητας, Γένεσις, του Άξιον Εστί. Οι μαθητές είχαν προβληματιστεί γύρω από αρκετές λέξεις και παρά τις ερμηνείες που έδιναν τα λεξικά (Μπαμπινιώτης, 2009), η ουσιαστική κατανόηση παρέμενε το ζητού- μενο. Κατά τη διάρκεια ενασχόλησης με την εφαρμογή, που ολοκληρώθηκε σε τρία (3) διδακτικά δίωρα, στα πλαίσια της Ευέλικτης Ζώνης, οι μαθητές μέσα από τις δραστηριότητες, το παιχνίδι και το διάλογο αποδείχτηκε πως κέρδι- σαν τόσο σε γνώση όσο και σε αισθητική απόλαυση. Θέλησαν να προχωρή- σουν τη μελέτη του Άξιον Εστί και αδημονούσαν για τις επόμενες δραστηρι- ότητές τους στον Η/Υ. Σε μελλοντικό επίπεδο στόχος είναι να εργάζονται οι μαθητές μέσα από μία πολυμεσική εφαρμογή που θα εστιάζει στα βαθύτερα νοήματα του Άξιον Εστί και θα τα παρέχει στους μαθητές μέσα από καινοτό- μες ψηφιακές δραστηριότητες. Το έντυπο λογοτεχνικό βιβλίο γίνεται το ση- μείο αναφοράς, όσο οι μαθητές εργάζονται ψηφιακά. Συμπερασματικά ακόμα και αν η αμφισβήτηση εμποδίσει πολλούς εκπαιδευτικούς από το να συνειδη- τοποιήσουν πως ο συγκερασμός της λογοτεχνίας και των νέων τεχνολογιών είναι εφικτός και επιτρεπτός, η πράξη θα αποδείξει περίτρανα πως μαθητές σχολικής ηλικίας ασχολούνται ευχάριστα με έργα της νεοελληνικής λογοτε- χνίας μέσα από τον Η/Υ. Το Άξιον Εστί δεν είναι πλέον ένα απρόσιτο δύσκολο ποίημα μόνο για ενήλικες, τη στιγμή που έχει τόσα να προσφέρει στα παιδιά όλου του κόσμου. Οι μαθητές του δείγματος αγκάλιασαν με αγάπη την προ- σπάθεια, αναδείχτηκαν πτυχές του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του κάθε παιδιού, ευαισθητοποιήθηκαν και εμβάθυναν σε νοήματα, συνειδητοποί- ησαν αξίες, μιμήθηκαν πρότυπα έθεσαν στόχους για το μέλλον τους. Οι μα- θητές προβληματίστηκαν και προσανατολίστηκαν σε ό, τι για τον ποιητή και για τους ίδιους έχει ουσιαστική αξία. Χαρακτηριστική η απάντηση μαθήτρι- ας στο τι είναι άξιο σήμερα: Άξιον Εστί η ζωή του ανθρώπου, που δίνεται με τόση αγάπη, περνά μέσα από τόσα εμπόδια και εκεί που νομίζεις πως τελειώ- νει ξαναρχίζει από την αρχή. 137 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Αναστασιάδης, Παναγιώτης (2011). Βασικό Επιμορφωτικό Υλικό: Γενικό Μέρος ( Τόμ. Α΄). Αθήνα: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, σσ. 1-41, 109-129. Vitty, Mario (20003). Οδυσσέας Ελύτης, Κριτική Μελέτη. Αθήνα: Ερμής. Δασκαλάκη, Στυλιανή, & Κλωστράκη, Γεωργία (2011). Η Αξιοποίηση των Τ.Π.Ε. στη διδασκαλία της λογοτεχνίας βάσει της στοχοθεσίας του Αναλυτικού Προγράμ- ματος στο Δημοτικό Σχολείο. Διδακτική Παρέμβαση: ΄΄Το Τρελοβάπορο΄΄ Οδ. Ελύτης ( Τόμ. Α΄). Στο Κωνσταντίνος Δ. Μαλαφάντης, Μαρία Σακελλαρίου, ­ Θωμάς Μπάκας (Επιμ.). Πρακτικά ΙΓ΄ Διεθνούς Συνεδρίου ΠΕΕ, Αναλυτικά Προγράμματα και Σχολικά Εγχειρίδια: Ελληνική Πραγματικότητα και διεθνής εμπειρία. Ιωάννινα 20-22/11/2009. Αθήνα: Διάδραση. Δασκαλάκη, Στυλιανή, & Αλεξανδράτος, Γεώργιος (2011). Ίχνη και Αποτυπώμα- τα της Ζωής του Γιάννη Ρίτσου Στο Χρόνο. Σχέδιο Εργασίας Με Χρήση Των ΤΠΕ: «Ακολουθώντας Τα Ιστορικά Βήματα Του Γιάννη Ρίτσου» (Τόμ. Α΄). Στο Παπαδάτος Γιάννης, Αντωνίου Αλέξανδρος Σταμάτιος, Μπαστέα Αγγελική, Τρακαδάς Παναγιώτης (Επιμ.). Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου, Επι- στημών Εκπαίδευσης. Αθήνα 27-30/5/2010. Αθήνα: ΚΙΣΣΟΣ Δασκαλάκη, Στυλιανή (2011). Η Διδασκαλία της Ποίησης στην Υποχρεωτική Εκ- παίδευση με χρήση των ΤΠΕ. Πιλοτική Εφαρμογή: Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, Διαδραστικό Λεξικό. Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου, Ένταξη και Χρήση των ΤΠΕ στην Εκπαιδευτική Διαδικασία [CD]. Πάτρα 28-30/4/2011. Πάτρα: ΕΗΥΕΤ-ΕΤΠΕ, http://www.cetl.elemedu.upatras.gr/conference Depover, Christian, Karsenti, Thierry, & Κόμης, Βασίλης Ι (2010). Διδασκαλία με τη χρήση της τεχνολογίας. Προώθηση της μάθησης, ανάπτυξη ικανοτήτων, Enseigner avec les technologies/ Μετ. Βιορρέ Δάφνη. Αθήνα: Κλειδάριθμος. Ελύτης, Οδυσσέας (19795). Οδυσσέας Ελύτης, Εκλογή 1935-1977. Αθήνα: ΑΚ- ΜΩΝ. Ελύτης, Οδυσσέας (20046). Ανοιχτά Χαρτιά. Αθήνα: Ίκαρος. Ελύτης, Οδυσσέας (20067). Εν λευκώ. Αθήνα: Ίκαρος. Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών (2008). Επιμορφωτικό υλικό για την επι- μόρφωση των εκπαιδευτικών στα ΚΣΕ, Επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη χρήση και αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία. Πάτρα: ΙΤΥ, ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ Καλογήρου, Τζίνα (19992). Τέρψεις και Ημέρες Ανάγνωσης, Μελετήματα για τη δι- δασκαλία της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο. Αθήνα: ΙΜΠ. Καράμηνας, Ιγνάτιος (2001). Διαδίκτυο και Εκπαιδευτική διαδικασία: Θεωρητική προσέγγιση και μια πρόταση για την αξιοποίησή του στο Δημοτικό Σχολείο, περ. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 120-121, σ. 76 Κοκόλης, Ξενοφών Α. (1984). Για το Άξιον Εστί Του Οδυσσέα Ελύτη, μια οριστικά μισοτελειωμένη ανάγνωση. Θεσσαλονίκη: University Studio Press A. E. Κολιάδης, Εμμανουήλ (2008). Θεωρίες Μάθησης και Εκπαιδευτική Πράξη, Γ΄ Γνω- στικές Θεωρίες. Αθήνα: Συγγραφέας. 138 Στυλιανή Δασκαλάκη Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Κόμης, Βασίλης Ι. (2005). Εισαγωγή στη διδακτική της πληροφορικής. Αθήνα: Κλει- δάριθμος. Κόμης, Βασίλης Ι. (2011). Εξοικείωση με τη Scratch και το ρομποτικό πακέτο Lego We do, Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου, Ένταξη και Χρήση των ΤΠΕ στην Εκπαιδευτική Διαδικασία [CD]. Πάτρα 28-30/4/2011. Πάτρα: ΕΗΥΕΤ-ΕΤΠΕ, http://www.cetl.elemedu.upatras.gr/conference Λιγνάδης, Τάσος (19995). Το Άξιον Εστί του Ελύτη, Εισαγωγή, Σχολιασμός, Ανά- λυση. Αθήνα: Πορεία. Μαντζαρίδου, Αρχοντία, Ράπτης, Δημήτρης-Αριστοτέλης, & Χαμπιαούρης Κώστας (2009). Κατασκευάζοντας Εκπαιδευτικό Λογισμικό με το Multimedia Builder, Αθήνα: Λιβάνη Α.Α. Ματσαγγούρας, Ηλίας (2000). Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία και Μάθηση. Αθή- να: Γρηγόρη. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2009). Ετυμολογικό Λεξικό Της Νέας Ελληνικής Γλώσ- σας, Ιστορία Των Λέξεων, Με σχόλια και ένθετους πίνακες. Στο Νάντια Δήμου- Τσιβεριώτη (Επιμ. έκδ.). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε. Νικολαϊδου, Σοφία, & Γιακουμάτου Τερέζα (2001). Διαδίκτυο και Διδασκαλία. Αθή- να: Κέδρος Ράπτης Αριστοτέλης, & Ράπτη Αθανασία (2002). Μάθηση και Διδασκαλία στην εποχή της Πληροφορικής ( Τόμ. Α΄ & Τόμ. Β΄). Αθήνα: Αριστοτέλης Ράπτης. Τζάνη, Μαρία (2006). Πιλοτικό Ολοήμερο Σχολείο, Η Ελληνική πρόταση για το σχο- λείο του μέλλοντος. Θεσσαλονίκη: Ερωδιός. Τριλιανός, Αθανάσιος (2008). Διδασκαλία και μάθηση με την αξιοποίηση του διαδι- κτύου, [ Πανεπιστημιακές Σημειώσεις]. ΜΔΔΕ, ΠΤΔΕ Αθηνών, ΄΄Θέματα Διδακτι- κής Μεθοδολογίας και Σχολικής Πρακτικής΄΄, Χειμερινό Εξάμηνο 2008-09. Αθήνα. 139 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract In an era of technological development and alternative escape from everyday life, new technologies have contributed catalytically to the public and compulsory education sector. The training has outlined the path to traverse the most insecure-novice teachers in the field of multimedia and the Internet. A qualified teacher can take advantage of the increasingly growing attachment student have, to the PC in order to teach them how much and how. How much is the “allowable” time engaging with new technologies and especially the PC and how this amount of time will finally be fruitful and creative in order to promote quality teaching. The proposal submitted consists of the creative use of multimedia educational software for teaching poetry and promoting the reading knowledge. The multimedia application “The Glossary” (“The Dictionary”) is part of a larger scientific effort in the field of Literature and New Technologies, which is ongoing. Δασκαλάκη Στυλιανή Εκπαιδευτικός, Υπ. Δρ. του Π.Τ.Δ.Ε. Αθηνών Εργαστήριο, Βιοφυσικό Περιβάλλον: Νευροεπιστήμες & Μάθηση ΜΔΕ Λογοτεχνίας στο Π.Τ.Δ.Ε του Ε.Κ.Π.Α. Αθηνών, Μ.Δ.Δ.Ε. Αθηνών Πάργας 1 Χαλάνδρι, Αθήνα Τ.Κ. 15234 Τηλ.210-6843153,κιν. 694-2609045.

[email protected]

140 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Παιδαγωγική αξιοποίηση του διαδικτύου για τη δημιουργία σεναρίου διδασκαλίας στο μάθημα της Μελέτης Περιβάλλοντος Γεώργιος Καλύβας Εισαγωγή Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση ενός πρότυπου σενα- ρίου διδασκαλίας απόλυτα συμβατό με το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα της Μελέτης Περιβάλλοντος της Δ΄ δημοτικού. Η Μελέτη του Περιβάλλοντος εντάσσεται σε ένα διεπιστημονικό πλαίσιο, το οποίο περιέχει δυνατότητες για διαθεματικές προεκτάσεις, στοιχεία από επιστήμες όπως η Φυσική, η Χημεία, η Βιολογία, η Γεωγραφία που εντάσσονται στον ευρύτερο τομέα των Φυσικών Επιστημών και επιστήμες όπως η Κοινωνιολογία, η Οικο- νομία, τα Θρησκευτικά, η Ιστορία, οι Πολιτικές Επιστήμες και εντάσσονται στον ευρύτερο τομέα των Κοινωνικών Επιστημών. Οι βασικοί άξονες της Μελέτης του Περιβάλλοντος αφορούν: • Στο Ανθρωπογενές Περιβάλλον • Στο Φυσικό Περιβάλλον • Στην αλληλεπίδραση ανθρώπου-περιβάλλοντος (ΔΕΠΠΣ –ΑΠΣ Δη- μοτικού). Στα πλαίσια αυτού του σεναρίου γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί μια εποικοδομητική διαδικασία μάθησης του αντικειμένου της Μελέτης Περι- βάλλοντος με τη παράλληλη χρήση των ΤΠΕ (web1,web2) ώστε οι μαθητές • να προσεγγίζουν και να οικοδομούν σταδιακά τη γνώση με διερευνη- τικές μεθόδους (Ράπτης και Ράπτη, 2006) • να αποκτήσουν ολιστική εικόνα της πραγματικότητας με την ενιαιο- πημένη/διαθεματική/διεπιστημονική του μορφή (Ράπτης και Ράπτη, 2006) και τέλος • να συνδέουν τις εμπειρίες τους με τη μαθησιακή πράξη (βιωματική γνώση, ενεργητική μάθηση) ούτως ώστε να καταστεί κατανοητή, εν- διαφέρουσα και σχετική με τη πραγματικότητα που βιώνουν (Χρυσα- φίδης, 2000). 141 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαιδευτικό σενάριο Συνοπτική παρουσίαση του σεναρίου Σύντομη περιγραφή – Ιδέα: Στις μέρες μας έχει γίνει πια κατανοητό, τόσο από έρευνες όσο και από την καθημερινή διδακτική πράξη, ότι οι νέες τεχνο- λογίες και το διαδίκτυο αποτελούν ισχυρά παιδαγωγικά εργαλεία στα χέρια των εκπαιδευτικών. Διαθέτουν πλήθος ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τα οποία είναι σε θέση να υποστηρίξουν όλες σχεδόν τις πτυχές της εκπαιδευτικής δια­ δικασίας (Τζιμογιάννης και Σιόρεντα, 2007). Το παρόν διδακτικό σενάριο είναι μια προσπάθεια να εντάξουμε -στο βαθ- μό που είναι δυνατό- τις ΤΠΕ σε μία διδακτική ενότητα της Μελέτης Περιβάλ- λοντος της Δ΄ δημοτικού. Παρουσιάζονται ιδέες που προσφέρονται στους μαθητές για ανάληψη πρωτοβουλιών, συνεργασίας και παρουσίασης των εργασιών τους, καθώς και η αξιολόγηση του συνόλου των δραστηριοτήτων. Αναδεικνύεται παράλληλα μέσα από αυτή τη διαδικασία και ο ρόλος του εκ- παιδευτικού και η σημασία που διαδραματίζει αυτός τόσο στη διαδικασία μά- θησης, όσο και στο αποτέλεσμα αυτής. Τίτλος: «Ελλάδα – Η χώρα μας» Δημιουργός: Καλύβας Γεώργιος Εμπλεκόμενες γνωστικές περιοχές: Μελέτη Περιβάλλοντος Δ΄ Δημοτι- κού. Διδακτική ενότητα: «Ελλάδα, η χώρα μας» Τάξη: Δ΄ δημοτικού Γνωστικά αντικείμενα: Γεωγραφία, Ιστορία, Γλώσσα. Λεξιλόγιο: φυσικά όρια, γεωμορφολογικός χάρτης, πολιτικός χάρτης, ανά- γλυφος χάρτης (πρόπλασμα), υπόμνημα, ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, γεωγραφικά διαμερίσματα, νομοί, πρωτεύουσα, οικισμοί, καιρός-κλίμα, ασχο- λίες, καλλιέργειες, προιόντα, τοπική ιστορία, αξιοθέατα, σημαντικά έργα, κρά- τος, χρηματοδότηση, επιστήμονες, τεχνίτες, εργάτες, διαδίκτυο, πλοήγηση, αναζήτηση, εκπαιδευτικό λογισμικό, maps, power point, paint, word, WordPad. Προαπαιτούμενες γνώσεις: Οι μαθητές αναμένεται, με βάση τα σχετικά κεφάλαια που έχουν πραγματευτεί στο μάθημα της Μελέτης Περιβάλλοντος της προηγούμενης τάξης (Γ’ Τάξη, Ενότητα 2: Ο τόπος μας), να έχουν εξοικει- ωθεί με γεωγραφικούς όρους, όπως: χάρτης, βουνό, ποτάμι, θάλασσα και να έχουν αποκτήσει βασικές δεξιότητες ανάγνωσης και σχεδίασης χάρτη, προ- σανατολισμού στο χώρο και εξοικείωσης με τα σύμβολα ενός χάρτη. Επίσης είναι αναγκαίο να έχουν εμπειρία στην πλοήγηση και στον τρόπο αναζήτησης πληροφοριών στο internet, να είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση εκπαιδευτικού λογισμικού και να έχουν ενημερωθεί για τη βασική χρήση του προγράμμα- τος του power point (τίτλος σε κάθε διαφάνεια, εισαγωγή κειμένου, χρωματι- 142 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ σμός φόντου και γραμματοσειράς, εισαγωγής εικόνων ή video), του word και εργαλείων σχεδιασμού και ζωγραφικής. Χρόνος: 13 διδακτικές ώρες Εργαλεία – Μέσα: Κρίνεται σκόπιμο οι μαθητές να έχουν πρόσβαση σε ποικίλες πηγές και υλικά που αφορούν την Ελλάδα, τον τόπο και την ευρύ- τερη περιοχή (νομό, γεωγραφικό διαμέρισμα) όπου κατοικούν. Τέτοια είναι: γεω­μορφολογικός, πολιτικός και άλλοι χάρτες της Ελλάδας (πολιτιστικός, παραγωγικός), πρόπλασμα του ανάγλυφου της χώρας, εγκυκλοπαίδεια, οδι- κοί χάρτες, εκπαιδευτικά λογισμικά, διευθύνσεις στο διαδίκτυο, διάφορα είδη τοπικών χαρτών π.χ. τουριστικοί ή ιστορικοί της περιοχής, του νομού και του γεωγραφικού διαμερίσματος, βιβλία με την ιστορία της περιοχής και του νο- μού και άλλο σχετικό πληροφοριακό υλικό, όπως κάρτες με παραδοσιακά σπί- τια του τόπου, με παραδοσιακές φορεσιές, με τα αξιοθέατα του νομού, με τα φυσικά τοπία, λευκώματα, φωτογραφίες από τη ζωή του τόπου, τοπικές εφη- μερίδες, βιβλία με φυτά και ζώα της Ελλάδας, εκπαιδευτικό οπτικό υλικό με πληροφορίες για τα επαγγέλματα παλιότερα και σήμερα, ακουστικό υλικό με παραδοσιακά τραγούδια. Συμβατότητα με το αναλυτικό πρόγραμμα Το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σενάριο συνδέεται με τους σκοπούς και τους στόχους του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών για το Δημοτικό, καθώς και με τους σκοπούς και στόχους του Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισίου Προγραμ- μάτων Σπουδών, όπως αυτοί διατυπώνονται για τη Μελέτη Περιβάλλοντος και τη θεματική ενότητα: «Ελλάδα – Η χώρα μας». Η Μελέτη του Περιβάλλοντος συνδέεται άμεσα με διάφορα διδακτικά αντικείμενα και έχει διεπιστημονικό χαρακτήρα. Έτσι, επιτρέπει στους μαθητές να κάνουν διαθεματική προσέγγι- ση της γνώσης με οριζόντιες διασυνδέσεις (από μάθημα σε μάθημα στην ίδια τάξη) είτε με κάθετες (από τάξη σε τάξη στο ίδιο μάθημα). Επίσης η θεματο- λογία του μαθήματος αυτού είναι τόσο ευρεία, ώστε μπορεί να αξιοποιήσει με ποικίλους και πολλαπλούς τρόπους τις δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες και να ενισχύσει την ανάπτυξη διαθεματικών αλλά και δια- πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Οργάνωση της διδασκαλίας – απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή Για το σχεδιασμό και την οργάνωση του μαθήματος προτείνεται το μοντέλο της διερευνητικής-ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας με δυνατότητα όμως και ατομικής εργασίας όπου είναι αναγκαίο. Οι μαθητές χωρίζονται σε ομάδες 2-3 ατόμων και δίνονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες και ρόλοι στην κάθε μία από αυτές (Ματσαγγούρας, 2000). Όσον αφορά τη διανομή των ρόλων μέσα στην ομάδα αυτό γίνεται με πρωτοβουλία των ίδιων των μαθητων. Ο δάσκα- 143 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λος παρεμβαίνει διακριτικά και προσφέρει βοήθεια και υποστήριξη σε κάποιο από τα μέλη μιας ομάδας ή και σε ολόκληρη ομάδα όταν και όπου χρειάζεται και όταν κρίνει ότι η συνεργασία δεν μπορεί να γίνει αρμονικά. Το μοντέλο της ομαδο-συνεργατικής διδασκαλίας προσφέρει τη δυνατότητα αυτενέργειας και ανάληψης πρωτοβουλίας, ενισχύει το πνεύμα της ομαδικότητας, του ελέγχου της πληροφορίας και την όξυνση της κριτικής σκέψης (Ματσαγγούρας, 2000). Η διδασκαλία της συγκεκριμένης ενότητας μπορεί να γίνει με τη χρήση υπολογιστών στο σχολικό εργαστήριο, το οποίο πρέπει να είναι πλήρως εξο- πλισμένο με ικανό αριθμό υπολογιστών, εκτυπωτή, σαρωτή, βιντεοπροβολέα και να διαθέτει μόνιμη σύνδεση στο διαδίκτυο. Θα πρέπει να έχουν ήδη εγκα- τασταθεί τα εκπαιδευτικά λογισμικά στους Η/Υ του εργαστηρίου. Θα πρέπει να έχει γίνει προηγούμενη επίδειξη-χρήση των λογισμικών στους μαθητές/- τριες, καθώς και να τους γνωστοποιηθούν ηλεκτρονικές διευθύνσεις σχετι- κών ιστοσελίδων. Διδακτικοί στόχοι: Ως προς το γνωστικό αντικείμενο οι μαθητές θα πρέπει να είναι σε θέση να: • Διακρίνουν βασικά γεωγραφικά στοιχεία και να ερμηνεύουν σύμβολα με τη βοήθεια υπομνήματος • Αναγνωρίζουν και να ονομάζουν τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ελλάδας • Εντοπίζουν το δικό τους γεωγραφικό διαμέρισμα και να αισθητοποι- ήσουν το σχήμα του. • Διαβάζουν ένα γεωμορφολογικό χάρτη • Εντοπίζουν βασικά χαρακτηριστικά των γεωγραφικών διαμερισμάτων • Προσεγγίζουν τις έννοιες ηπειρωτικό και νησιωτικό διαμέρισμα και να προσδιορίσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. • Μελετούν τα κυριότερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του γεωγρα- φικού τους διαμερίσματος και να κάνουν συγκρίσεις με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά άλλων γεωγραφικών διαμερισμάτων • Διαπιστώνουν ότι τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ελλάδας χωρίζο- νται σε νομούς • Εντοπίζουν σχέσεις των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών με το κλί- μα, τη χλωρίδα, την πανίδα, τα προιόντα, τη θέση και τον πληθυσμό πόλεων και των χωριών του νομού • Μελετούν τον τρόπο ζωής στον τόπο τους και στο νομό τους • Να συγκρίνουν πώς είναι ο τόπος τους σήμερα με το πώς ήταν πα- λιότερα 144 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ • Μελετούν την ιστορία και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία του τόπου που κατοικούν και του νομού τους • Αναγνωρίζουν κάποια σημαντικά έργα που έχουν γίνει στο νομό τους • Διαπιστώνουν τη συμβολή επαγγελματιών διαφόρων ειδικοτήτων στην επίτευξη έργων μεγάλης εμβέλειας • Διακρίνουν θετικές και αρνητικές συνέπειες από την κατασκευή ση- μαντικών έργων. Ως προς τη χρήση νέων τεχνολογιών οι μαθητές θα πρέπει να: • Χρησιμοποιούν λέξεις κλειδιά που κάνουν την αναζήτηση της πλη- ροφορίας πιο συγκεκριμένη και αποφεύγουν την άσκοπη πλοήγηση • Πλοηγούνται σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες • Είναι σε θέση να αναζητούν κατάλληλο οπτικό υλικό και να το «κατε- βάζουν» ώστε να εμπλουτίζουν την πληροφορία • Χρησιμοποιούν το πρόγραμμα παρουσίασης power point και κάποια από τα εργαλεία μορφοποίησης που διαθέτει για την παρουσίαση της εργασίας τους, τον επεξεργαστή κειμένου word, καθώς και εργαλεία σχεδίασης και ζωγραφικής (paint, revelation natural art κ.λ.π.) • Παρουσιάσουν στις υπόλοιπες ομάδες την εργασία που τους ανατέ- θηκε Ως προς τη μαθησιακή διαδικασία οι μαθητές καλούνται να: • Δουλεύουν ομαδικά, συνεργατικά, να συζητούν αλληλεπιδρώντας, να βοηθούν, να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλο αναπτύσσοντας μεγαλύ- τερη αλληλεγγύη. • Αναπτύσσουν άμιλλα, ερευνητική αυτενέργεια, κριτική ικανότητα • Ερευνούν, να αναζητούν, να συζητούν, να κρίνουν και να αξιολογούν τις πληροφορίες που συλλέγουν • Τροποποιούν τον τρόπο παρουσίασης του τελικού προϊόντος της ερ- γασίας τους ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθύνονται • Οξύνουν και να αναπτύσσουν την αισθητική τους, τη δημιουργική τους σκέψη και φαντασία δίνοντας χρώμα, κίνηση και εφέ στον τρόπο πα- ρουσίασης της εργασίας τους • Διασκεδάζουν και να βιώσουν συναισθήματα χαράς. 145 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Διδακτική προσέγγιση - Θεωρητική προσέγγιση Το σενάριο στηρίζεται σε θεωρήσεις και αρχές του εποικοδομισμού. Δίνεται έμφαση στη διαδικασία μάθησης και στην αλληλεπίδραση των εμπλεκόμενων μερών (μαθητής-μαθητής, μαθητής-ομάδα, ομάδα-δάσκαλος) (Σολωμονίδου, 2006). Το μοντέλο της μάθησης που ακολουθείται είναι αυτό της διερευνητι- κής-ανακαλυπτικής μάθησης με την καθαδήγηση του δασκάλου. Δίνεται έμφα- ση στην ανάπτυξη της κριτικής και στοχαστικής σκέψης, στην συμμετοχική και συνεργατική μάθηση και στη δημιουργική έκφραση των μαθητών με την αξιο- ποίηση του παιδαγωγικού περιβάλλοντος των ΤΠΕ (Ράπτης και Ράπτη, 2006). Ο μαθητής κατασκευάζει μόνος τη γνώση του ξεκινώντας από τις ανά- γκες, εμπειρίες και προϋπάρχουσες γνώσεις που έχει. Μέσα σε περιβάλλον ανακαλυπτικής μάθησης, με φύλλα εργασίας, έντυπες πηγές, ηλεκτρονικές διευθύνσεις και άλλα εποπτικά μέσα ωθείται να ανακαλύψει τη γνώση με δη- μιουργικό τρόπο. Με την βοήθεια των ΤΠΕ το μαθησιακό περιβαλλον αυτό γί- νεται ακόμα πιο ελκυστικό και ευχάριστο (Κυνηγός, 2007). Ο ρόλος του εκπαιδευτικού αλλάζει. Δεν παρουσιάζει πια στους μαθητές τη γνώση, αλλά βοηθάει, καθοδηγεί, διευκολύνει, γίνεται διαμεσολαβητής στην προσπάθεια των μαθητών να την προσεγγίσουν με τρόπο διερευνητικό και βιωματικό (Ντρενογιάννη και Πριμεράκης, 2007). Μεθοδολογική προσέγγιση Οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στο σενάριο αφορούν την ομαδοσυνεργατική μέθοδο που προωθεί και το μοντέλο του εποικοδομισμού το οποίο είναι κυρί- αρχο μοντέλο μάθησης, την μέθοδο επίλυσης προβλήματος και την ανακαλυ- πτική μάθηση. Οι μαθητές θα δουλέψουν σε μικρές ομάδες των 3-4 ατόμων. Η εργασία σε ομάδες αποτελεί την ιδανικότερη εφαρμογή γιατί συνδυάζει την αλληλεπίδραση με την τεχνολογία των υπολογιστών καθώς και ομαδοσυνερ- γατικές διαδικασίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αποτελεσματικότερη διαπραγμάτευση της γνώσης και της μάθησης (Ράπτης και Ράπτη, 2006). Τα φύλλα εργασίας δίνονται σε κάθε ομάδα ξεχωριστά, για να συμπληρωθούν, όμως πρέπει να γίνει μοίρασμα ρόλων για την συγκέντρωση του απαιτούμε- νου υλικού. Η συνεργασία θα λάβει χώρα στο κομμάτι που αφορά την ταξι- νόμηση, αξιολόγηση και παρουσίαση αυτού. Ο ρόλος του δασκάλου όσο οι μαθητές δουλεύουν σε ομάδες είναι υπο- στηρικτικός, καθοδηγητικός, εμψυχωτικός, δίνει σαφείς οδηγίες όταν αυτό είναι απαραίτητο, ενημερώνει τους μαθητές για το χρόνο που έχουν στη δι- άθεση τους για να ολοκληρώσουν την εργασία τους (Ματσαγγούρας, 2000). 146 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Έχει φροντίσει για την σωστή και εύρυθμη λειτουργία του εργαστηρίου, έχει προετοιμάσει και μελετήσει τις ιστοσελίδες που θα διερευνηθούν, έχει ετοι- μάσει τα φύλλα εργασίας των ομάδων, έχει προβλέψει τυχόν απρόοπτα και απρόοπτες εξελίξεις κατά την διεξαγωγή του μαθήματος. Διδακτική προσέγγιση με ΤΠΕ Η αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία ευνοεί την αλλαγή του παραδοσιακού διδακτικού μοντέλου, την χρήση σύγχρονων διδακτικών προ- σεγγίσεων και αναδεικνύει το μαθητοκεντρικό μοντέλο της διερευνητικής- ανακαλυπτικής μάθησης (Ράπτης και Ράπτη, 2006). Παρέχει στο μαθητή ένα πολυμεσικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναζητά στοιχεία, επιλέγει πληρο- φορίες, εικόνες, συνθέτει κείμενα, αποκτά νοητικές αναπαραστάσεις. Ενισχύ- ει την αυτενέργειά του και μειώνει την εξάρτησή του από τον δάσκαλο, μιας και αποτελεί επιπρόσθετη εναλλακτική πηγή γνώσης (Μακράκης και Κοντο- γιαννοπούλου– Πολυδωρίδη, 1995). Με τη βοήθεια των ΤΠΕ, ο μαθητής εξερευνά την πληροφορία στο Web, εισέρχεται σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα ή μικρόκοσμους, παρατηρεί αντικείμενα μέσα από hypermedia ή web database εφαρμογές. Η μάθηση γί- νεται μέσα σε αυθεντικές συνθήκες και σε ρεαλιστικά πλαίσια (Καλκάνης και άλ., 2007). Στο παρόν διδακτικό σενάριο ο υπολογιστής λειτουργεί ως γνωστικό διε- ρευνητικό εργαλείο. Προσανατολίζει τους μαθητές μέσα από κατάλληλες πη- γές να προσεγγίσουν το μάθημα της Μελέτης του Περιβάλλοντος και της Γε- ωγραφίας μέσα από το διαδίκτυο. Οι μαθητές ασκούνται στην επιλογή, στον έλεγχο και στη διασταύρωση της πληροφορίας και στην αποτελεσματική της χρήση (Μικρόπουλος, 2006). Πρόσθετα, η χρήση της τεχνολογίας μέσω υπολογιστή αφορά κυρίως υπη- ρεσίες όπως το Google earth, κειμενογράφο, λογισμικό ζωγραφικής (rna), λο- γισμικό παρουσίασης (powerpoint) που συμβάλλουν ενεργά και με βιωματικό τρόπο στην αφομοίωση του διδακτικού αντικειμένου. Γενικότερα, θα μπορού- σαμε να πούμε ότι δημιουργείται ένα ελκυστικό περιβάλλον μάθησης. Το προτεινόμενο σενάριο 1η διδακτική ώρα Η πρώτη διδακτική ώρα λειτουργεί σαν εκπαιδευτικό συμβόλαιο. Είναι ανα- γκαίο να προϊδεάσουμε τους μαθητές για την ενότητα που θα ακολουθήσει προκειμένου να πληροφορηθούμε για τις προϋπάρχουσες γνώσεις τους (προ- καταβολικοί οργανωτές) (Αθανασιάδης., Σαλονικίδης, Σιμωτάς, 2009). Παράλ- 147 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ληλα καλό είναι να γίνει μια πρώτη εξοικείωση με βασικές γνώσεις της χρήσης των ΤΠΕ: εργαλεία του Google earth, κειμενογράφος, λογισμικό ζωγραφικής (rna), λογισμικό παρουσίασης (PowerPoint). 2η διδακτική ώρα Οι μαθητές χωρίζονται σε ομάδες, αφού επιλέξουν ένα γεωγραφικό διαμέ- ρισμα για το οποίο θα εργαστούν διερευνητικά με σκοπό την ανεύρεση πλη- ροφοριών για τους νομούς τους οποίους περιλαμβάνει. Αυτό μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση ιστοσελίδων όπως αυτή του ΤΕΙ Πειραιά με τον διαδραστι- κό χάρτη της Ελλάδας που περιλαμβάνει (http://hellas.teipir.gr) Στη συνέχεια ζητάμε από κάθε ομάδα: Να εντοπίσουν στο Google earth την Ελλάδα στο παγκόσμιο χάρτη ή στο χάρτη της τάξης και να την ορίσουν γεωγραφικά. Οι ομάδες αναλαμβάνουν να μελετήσουν το κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα και τις σημαντικότερες πόλεις που το αποτελούν (τις αναζητούν στο Google earth αφού τις έχουμε ορίσει). (1η ομάδα: Μακεδονία, 2η ομάδα: Θράκη, 3η ομάδα: Θεσσαλία, 4η ομάδα: Ήπειρος, 5η ομάδα: Πελοπόννησος, 6η ομά- δα: Στερεά Ελλάδα,7η ομάδα: Κρήτη, 8η ομάδα: Νησιά του Ιονίου Πελάγους, 9η ομάδα: Νησιά του Αιγαίου Πελάγους) και να μας το δείξουν στο χάρτη. Βασικός σκοπός μας είναι η αξιοποίηση των Τ.Π.Ε, συγκεκριμένα οι μηχα- νές αναζήτησης του Διαδικτύου (π.χ Google). 3η διδακτική ώρα Στη παρούσα φάση της διδασκαλίας, οι μαθητές καλούνται να διακρίνουν στο χάρτη της τάξης ή σε χάρτη ψηφιακής μορφής τα όρια της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο χάρτη αρχικά και σε ένα γεωφυσικό χάρτη τα φυσικά όρια εκτός από τη Πίνδο (Κορινθιακός κόλπος, Νέστος κλπ) των γεωγραφικών διαμερι- σμάτων. Ταυτόχρονα, μαθαίνουν να μελετούν τα σύμβολα ενός υπομνήμα- τος και τη λειτουργία του για ένα χάρτη (ανακαλυπτική-διερευνητική γνώση). Κατά αυτό τον τρόπο οι μαθητές διακρίνουν τα γεωμορφολογικά χαρακτη- ριστικά (βουνά, πεδιάδες, ποτάμια, λίμνες, κόλποι, ακρωτήρια κλπ) του γεω- γραφικού διαμερίσματος. Η προτιμητέα μέθοδος διδασκαλίας είναι η επαγωγική, ξεκινάμε πάντα από κάτι πιο γενικό (χάρτης της Ελλάδας), έπειτα συγκεκριμενοποιούμε (γε- ωγραφικά διαμερίσματα, νομοί, πόλεις, χωριά). 4η διδακτική ώρα Οι μαθητές προκειμένου να οικειοποιηθούν τη χρήση του πολιτικού χάρτη της Ελλάδας καλούνται να δημιουργήσουν ένα εννοιολογικό πίνακα με τη χρήση του Inspiration αν αυτό είναι εφικτό, όπου θα βάλουν τους νομούς με 148 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ τις πρωτεύουσες τους ανάλογα με το γεωγραφικό διαμέρισμα που ανήκουν. Αφού έχουμε χωρίσει την τάξη σε ομάδες, κάθε μία συμπληρώνει στο ανά- λογο φύλλο εργασίας, που έχουμε ήδη ετοιμάσει, κάθε νομό με την πρωτεύ- ουσα του. H συμπλήρωση του εννοιολογικού χάρτη μπορεί να αποτελέσει μέσο αυτοαξιολόγησης (ατομικής και ομαδικής) ή εναλλακτικά (Ντρενογιάν- νη και Πριμεράκης, 2007). 5η και 6η διδακτική ώρα Με τη βοήθεια του κειμενογράφου φτιάχνουν κάρτες-πίνακες που αναγράφουν τα παραπάνω στοιχεία. Μεταφέρουν τους πίνακες αυτούς σε αρχείο παρου- σίασης και επικολλάει η κάθε ομάδα το χάρτη της περιοχής της. Κάθε ομάδα καλείται να παρουσιάσει το project της στην τάξη (κάθε ομάδα έχει ένα μαθη- τή που επιτελεί αυτό το ρόλο). Τα σημαντικότερα στοιχεία και εικόνες αναρ- τώνται σε μπλογκ και γίνεται μια συνολική παρουσίαση στην τάξη (Κόμης και Αβούρης, 2004). Συζητάμε τις εντυπώσεις, τις δυσκολίες, θέτουμε ερωτήματα. 7η διδακτική ώρα Οι μαθητές θα προσπαθήσουν να συλλέξουν πληροφορίες για τις ασχολίες- επαγέλματα και για τις συνήθειες των κατοίκων του κάθε γεωγραφικού δια- μερίσματος. Εκτός από τα παραπάνω οι μαθητές καλούνται να εξηγήσουν (μέθοδος επίλυσης προβλήματος) τις διαφορές που υπάρχουν στην αρχιτε- κτονική των σπιτιών παλιότερα και τώρα αλλά και να διακρίνουν τους τρόπους μεταφοράς άλλοτε και τώρα (συγκοινωνίες). Τα μέσα-εργαλεία για αυτή την αναζήτηση πέραν του Διαδικτύου, μπορεί να είναι βιβλία, περιοδικά, διάφορα είδη τοπικών χαρτών π.χ. ιστορικοί της περιοχής, του νομού και του γεωγρα- φικού διαμερίσματος, σε βιβλία με την ιστορία της περιοχής και του νομού και άλλο σχετικό πληροφοριακό υλικό, όπως κάρτες με παραδοσιακά σπίτια του τόπου, με παραδοσιακές φορεσιές, με τα αξιοθέατα του νομού, με τα φυ- σικά τοπία, και λευκώματα. 8η – 9η διδακτική ώρα Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να γίνει μια παράλληλη διδασκαλία με την Γ΄ τάξη λόγω της κάθετης διασύνδεσης (διαθεματικότητα) με την ενότητα 7 «Ο πολιτισμός μας» της Μελέτης του Περιβάλλοντος. Παροτρύνουμε τους μα- θητές να ψάξουν σημαντικά αρχιτεκτονικά μνημεία: κάστρα, αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία, σημαντικά κτίρια, κ.λ.π. Η έρευνα μπορεί να επεκταθεί ακό- μα και στην αναζήτηση κάποιου δημοφιλούς προσώπου που έχει γεννηθεί στο νομό ή στη πρωτεύουσα ή σε κάποια πόλη. Τα μέσα που μπορούν να χρησι- μοποιήσουν τα παιδιά είναι τουριστικοί οδηγοί, εγκυκλοπαίδειες, βιογραφίες ποιητών και συγγραφέων, υλικό μέσα από εφημερίδες, περιοδικά στο Διαδί- 149 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κτυο. Κατά τη δεύτερη διδακτική ώρα μπορεί να ζητηθεί από τους μαθητές να γράψουν ο καθένας ξεχωριστά αυτή τη φορά ένα σύντομο κείμενο στο κει- μενογράφο (word) για το ποιητή, λογοτέχνη, ήρωα κλπ που θαυμάζουν, βα- σιζόμενοι στο προηγούμενο στάδιο, ως σύνοψη της έρευνας τους. Με αυτόν τον τρόπο, οι μαθητές καλλιεργούν τις ερευνητικές και μεταγνωστικές δεξιό­ τητες (Ράπτης και Ράπτη, 2006). 10η διδακτική ώρα Οι ομάδες των μαθητών μπορούν να συγχωνευθούν για να συλλέξουν στοι- χεία για τα σημαντικά έργα του γεωγραφικού διαμερίσματος που έχουν ανα- λάβει όπως η Εγνατία Οδός, το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, η σή- ραγγα του Μετρό, ή η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου αλλά και να διατυπώσουν την άποψη τους σχετικά με τους λόγους κατασκευής των έργων, τη χρησιμότη- τα τους σε πανελλήνιο επίπεδο. Αυτή η δραστηριότητα μπορεί να περιλαμβά- νει και μια ανοιχτή συζήτηση με το καθοδηγητικό ρόλο του δασκάλου. Προ- τεινόμενες ιστοσελίδες: Χάρτης Αττικό μέτρο http://www.ametro.gr/page/default.asp?id=15 Βικιπαίδεια Ελ. Βενιζέλος-Διεθνές αεροδρόμιο http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B 8%CE% Βικιπαίδεια Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81 %CE%B1_%CE%A1%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%91%CE%BD%CF%8 4%CE%B9%CF%81%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85 Βικιπαίδεια Ισθμός της Κορίνθου http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CE%B8%CE%BC%CF%8 C%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%BF%CF%81%CE% AF%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%85 Φράγμα Μαραθώνα http://www.fragma.gr/ 11η διδακτική ώρα O δάσκαλός προτρέπει τους μαθητές να σκεφτούν και να αναφέρουν όλα όσα καθίσταται αναγκαία για τη κατασκευή ενός έργου από το σχεδιασμό, τα υλι- κά και τα επαγγέλματα- ειδικότητες που εμπλέκονται. Οι μαθητές μπορούν να εργαστούν ομαδοσυνεργατικά. Έπειτα, αφού έχουν αντλήσει τις πληρο- φορίες από οποιαδήποτε πηγή ηλεκτρονική ή μη καλούνται να ζωγραφίσουν στο Paint ένα από τα σημαντικά έργα που αναφέρθηκαν παραπάνω, η κάθε ομάδα ξεχωριστά. 150 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 12η διδακτική ώρα Τη δεδομένη στιγμή, οι ομάδες θα συγχωνευθούν σε δύο και ο δάσκαλος θα διανέμει ρόλους στη κάθε ομάδα, η μία θα υποστηρίξει ότι ο περιφερειακός αυτοκινητόδρομος θα ωφελήσει την περιοχή» και η άλλη ότι ο περιφερειακός αυτοκινητόδρομος θα δημιουργήσει προβλήματα στη περιοχή. Η δραστηριό­ τητα αυτή βασίζεται στη μέθοδο διδασκαλίας του debating και στοχεύει να αναδείξει τις όποιες αλλαγές επιφέρει ένα σημαντικό έργο στη ζωή των αν- θρώπων. Οι μαθητές καλούνται να κάνουν ανασκόπηση των ενεργειών που έκαναν στη πορεία της ενότητας τη δεξιότητα της επικοινωνίας (ομιλία, ακρόα­ ση, επιχειρηματολογία), συνεργατικές, ερευνητικές, διαλογικές και μεταδεξιό­ τητες ικανότητες, για να καταδείξουν την επίδραση του ανθρώπινου παρά- γοντα στο περιβάλλον (Κόμης, 2004). Η παρούσα διαδικασία στηρίζεται στην ακολουθία των επιπέδων μάθησης: α) πληροφοριακή μάθηση β) οργανωτική μάθηση γ) αναλυτική μάθηση δ)παραγωγική μάθηση, η οποία αποτελεί το υψηλότερο προϊόν μάθησης επίλυσης προβλημάτων (problem solving) (Πολίτης & Κόμης 2001). 13η διδακτική ώρα Κατά την ανασκόπηση της ενότητας, καλό θα ήταν οι εργασίας των μαθητών ομαδικές και ατομικές να συγκεντρώνονταν σε ένα portfolio, φάκελο εργα­ σιών ώστε να μπορούν να ανατρέχουν και για άλλες εργασίες. Εννοιολογικοί χάρτες μπορούν να κατασκευαστούν μαζί με το διδάσκο- ντα, οι οποίοι θα περιλαμβάνουν έννοιες κλεισμένες σε κάποιο σχήμα, σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες, ολόκληρες φράσεις. Οι σχέσεις μεταξύ των εν­νοιών δηλώνονται με φράσεις πάνω στα συνδετικά βέλη και εμφανίζονται πάντα με ιεραρχικό τρόπο..Εναλλακτικά οι μαθητές μπορούν να συμπληρώσουν τον εν- νοιολογικό χάρτη, ώστε οι ίδιοι να ελέγχουν την κατανόηση του σχετικού δι- δακτικού υλικού (ανατροφοδότηση). ή και μέσο αυτοαξιολόγησης(ατομικής και ομαδικής). Η συμπλήρωση μπορεί να γίνει αρχικά ατομικά και μετά ομα- δικά ώστε να συγκριθούν οι διάφορες απαντήσεις και να διευκρινιστούν στο πλαίσιο της ομάδας τυχόν δυσκολίες. Φύλλα εργασίας Στην αρχή της διδακτικής ενότητας κάθε μία από τις ομάδες παίρνει και από ένα φύλλο εργασίας. Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί στους μαθητές ότι πρό- κειται για ένα είδος «ταυτότητας» του γεωγραφικού διαμερίσματος και ότι τα 151 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στοιχεία της κάθε ταυτότητας δεν θα συμπληρωθούν μονομιάς, αλλά κατά την εξέλιξη των μαθημάτων και σε χρόνο που οι ίδιοι κρίνουν κατάλληλο. Αυτό μπορεί να είναι ακόμα και εκτός μαθήματος. Παρέχονται σε έντυπη μορφή. Οι ερωτήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτά είναι εμπεδωτικές, ανοιχτού τύπου, και ανάπτυξης ιδεών. Η άντληση πληρο- φοριών για τη συμπλήρωσή τους γίνεται μέσα από τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην τάξη, από το σχολικό εγχειρίδιο, αλλά και από δι- άφορες ιστοσελίδες, τις οποίες προτείνει ο εκπαιδευτικός, χωρίς όμως να αποκλείονται και προτιμήσεις ή ιδέες των μαθητών (Σολωμονίδου, 2006). Οι δραστηριότητες που περιέχονται βοηθούν την ανάπτυξη της συνεργατικής, αλλά και της ατομικής εργασίας μέσα από το μοίρασμα ρόλων και την ανάθε- ση εργασιών στα πλαίσια της ομάδας. Η οικοδόμηση της γνώσης γινεται με την ενεργή συμμετοχή των μαθητών(Ράπτης και Ράπτη, 2006). Μόλις συμπληρωθεί η ταυτότητα του κάθε γεωγραφικού διαμερίσματος, η οποία συμπίπτει χρονικά με το τέλος των διδακτικών ενοτήτων και των προ- γραμματισμένων δραστηριοτήτων, οι ομάδες των μαθητών θα κληθούν να πα- ρουσιάσουν την εργασία που έχουν δημιουργήσει. Αυτό θα γίνει με τη βοή- θεια του εργαλείου του power point. Με την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού, η κάθε ομάδα βασιζόμενη στο φύλλο εργασίας της μεταφέρει το συγκεντρω- μένο υλικό, γνωστικό, οπτικοακουστικό και ο,τιδήποτε άλλο κρίνουν χρήσιμο στο φύλλο παρουσίασης. Η διδακτική ενότητα κλείνει με την παρουσίση της εργασίας των ομάδων σε κοινό. Αυτό μπορεί να γίνει στα πλαίσια της τάξης, ή του σχολείου, ή ακό- μα και σε πιο ευρεία κλίμακα στη σχολική εφημερίδα. Επίσης, προτείνεται σαν τελική δραστηριότητα και πάντα με την υποστήριξη του δασκάλου είναι να αναρτηθούν όλες οι εργασίες στην ιστοσελίδα του σχολείου. Επέκταση Το προτεινόμενο σενάριο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εκτός από τη διδα- σκαλία της Μελέτης Περιβάλλοντος της Δ΄ δημοτικού και στη διδασκαλία του ανάλογου μαθήματος της Γ΄ δημοτικού, αλλά του μαθήματος της Γεωγραφί- ας Ε΄ δημοτικού. Φυσικά θα έπρεπε να γίνουν και οι κατάλληλες τροποποι- ήσεις ώστε οι δραστηριότητες και τα φύλλα εργασίας να ταιριάζουν περισ- σότερο στο ηλικιακό και γνωστικό επίπεδο των μαθητών, στη δυναμική των ομάδων που συμμετέχουν καθώς και στην υλικοτεχνική υποδομή που διαθέ- τει το σχολείο. Αλλαγές επίσης θα μπορούσαν να γίνουν και στον τρόπο χρήσης των φύλ- λων εργασίας. Αντί να χωρίζουμε τις ομάδες ανά γεωγραφικό διαμέρισμα, 152 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ θα μπορούσαμε να επεξεργαζόμαστε κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα συνολι- κά και ο διαχωρισμός των ομάδων να γίνεται με βάση διαφορετικά κριτήρια. Για παράδειγμα μια ομάδα να αναλάβει να συγκεντρώσει και να παρουσιά- σει πληροφορίες για την ιστορία του γεωγραφικού διαμερίσματος, μια άλλη για τα σπουδαία έργα που έχουν κατασκευαστεί, άλλη για τα γεωμορφολο- γικά στοιχεία κ.ο.κ. Μια χωριστή δραστηριότητα που θα μπορούσε να λάβει χώρα από την αρχή της διδακτικής ενότητας είναι η επιλογή κάποιων σχολείων που ανήκουν σε διαφορετικά γεωγραφικά διαμερίσματα από αυτό της τάξης και η συχνή διαδικτυακή επικοινωνία με αυτά. Μέσω αυτής τα παιδιά θα μπορούσαν να ανταλλάσουν πληροφορίες για τον τόπο τους, τα ήθη και τα έθιμα, τον τρό- πο ζωής, για σημαντικά ιστορικά και πολιτιστικά μνημεία, για σπουδαία έργα της περιοχής τους. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με την αξιοποίηση των σχολι- κών ιστοσελίδων, blog κ.λ.π. Επιπλέον δραστηριότητες θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν: Δημιουργία σταυρολέξου με τη βοήθεια του προγράμματος hot potatoes, κατασκευή κολλάζ σε χαρτόνι με εικόνες και φωτογραφίες, κατασκευή ανά- γλυφων χαρτών με πλαστελίνη και άλλα υλικά την ώρα των εικαστικών. Αξιολόγηση Η αξιολόγηση του σεναρίου θα γίνει κατά τη διάρκεια της εξέλιξής του, αλλά και με την ολοκλήρωσηή του (διαμορφωτική-τελική) από τον εκπαιδευτικό κα- θώς και από τους ίδιους τους μαθητές. Τα κριτήρια της αξιολόγησης αφορούν: • Την επιτυχία των σκοπών και των στόχων • Τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας σε πλαίσια συνεργασίας • Την ανατροφοδότηση από τους μαθητές (Φραγκάκη, 2008). Τα συμπεράσματα που θα βγάλουμε θα τα εξάγουμε μέσα από διάλογο, παρατήρηση και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων. • Τα κυριότερα θετικά στοιχεία που θα μπορούσαν να προκύψουν εί- ναι τα ακόλουθα: • Τα παιδιά δείχνουν θετική στάση στην εφαρμογή του σεναρίου, η οποία ενισχύεται με τη χρήση των ΤΠΕ • Οι ομάδες συνεργάζονται αρμονικά στο σύνολό τους και αναδεικνύ- εται ομαδικό πνεύμα • Αναπτύσσεται η ερευνητική τους σκέψη και οξύνεται η κριτική ικα- νότητα • Αναπτύσσεται η αισθητική τους καλλιέργεια 153 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Ανακαλύπτουν νέους τρόπους παρουσίασης των εργασιών τους και τις προσαρμόζουν ανάλογα και με το κοινό στο οποίο απευθύνονται. • Εμπλουτίζεται η διδασκαλία και με αυτό τον τρόπο γίνεται πιο απο- τελεσματική. • Οι μαθητές δείχνουν πιο έντονο ενδιαφέρον για να φέρουν σε πέρας τις εργασίες που τους ανατέθηκαν • Μαθαίνουν πιο ευχάριστα. • Εξασκούνται στην παραγωγή γραπτού λόγου και μάλιστα σε ένα ιδιαί- τερα δύσκολο κομμάτι αυτού, την γραφή περίληψης και της αποδελ- τίωσης, δίνοντας έμφαση στα βασικά σημεία ενός κειμένου. • Η προσοχή τους διατηρείται για περισσότερο χρονικό διάστημα • Μαθαίνουν να διαβάζουν και να αξιολογούν την πληροφορία. Υπάρχουν όμως και αρκετοί παράγοντες που μπορεί να παίξουν ρόλο ανα- σταλτικό και να δυσκολέψουν την όλη διαδικασία. Μέχρις ενός βαθμού κά- ποιοι από αυτούς μπορεί να προβλευθούν και να αντιμετωπιστούν εγκαίρως. Ωστόσο, κάποια αρνγτικά στοιχεία του σεναρίου είναι τα εξής: • Η διαδικασία σχεδιασμού, προετοιμασίας και εφαρμογής του σεναρί- ου είναι πολύ απαιτητική και χρονοβόρα. • Πολλά προβλήματα μπορεί να προκύψουν στον τομέα της συνεργα- σίας των ομάδων • Η αναζήτηση πηγών στο διαδίκτυο πολλές φορές είναι ανεπιτυχής με αποτέλεσμα να χάνεται χρόνος. • Η επιλογή των κατάλληλων πληροφοριών και η ταξινόμησή τους είναι εργασίες δύσκολες για τα παιδιά και απαιτούν δεξιότητες που στην ηλικία αυτή δεν έχουν αναπτυχθεί αρκετά. • Κάποιοι μαθητές μπορεί να δυσκολευτούν στο να εκτιμήσουν ποιο πρέ- πει να είναι το περιεχόμενο και το μέγεθος του κειμένου που πρέπει να περιέχεται σε μια διαφάνεια του προγράμματος παρουσίασης, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν εκτεταμένα κείμενα και πολλά εφέ. Με αυτό τον τρόπο «φορτώνουν» την παρουσίασή τους και αντί να ελκύ- ουν την προσοχή του κοινού, χάνουν την προσοχή του. Είναι γεγονός ότι με τη χρήση των ΤΠΕ στην τάξη δημιουργούνται νέες ανάγκες και διαδικασίες μάθησης. Την αντιμετώπιση αυτών καλείται να ανα- λάβει ο εκπαιδευτικός, ο οποίος βλέπει το ρόλο του μέσα στη σχολική αί- θουσα να αλλάζει. Κάποιες από τις δυσκολίες προβλέπονται, άλλες λύνο- νται κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και άλλες εντοπίζονται αργότερα, κατά το στάδιο της τελικής αξιολόγησης (Φραγκάκη, 2008). Είναι λοιπόν πολύ σημαντική τόσο η διακριτική και αποτελεσματική του παρέμβα- 154 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ση κατά τη διάρκεια του μαθήματος, όσο και η αντικειμενική αξιολόγηση της διδακτικής διαδικασίας. Βιβλιογραφία Αθανασιάδης, Κ., Σαλονικίδης, Γ., Σιμωτάς, Κ., (2009). Τα εκπαιδευτικά σενάρια στο Δημοτικό Σχολείο. Αθήνα: Παπαζήση. Βιβλίο Δασκάλου Μελέτης Περιβάλλοντος Δ΄ Δημοτικού. Δημαράκη, Ε., (2004). (εμπλουτισμός, Φραγκάκη, Μ., 2006), Ανατομία Σεναρίων Μάθησης. ECIPT. Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών Πληροφορικής. Αθήνα: Παι- δαγωγικό Ινστιτούτο. Διαθέσιμο στο www.pi-schools.gr. Καλκάνης, Γ., και άλ., (2007). Επιμορφωτικό Υλικό για το Ειδικό μέρος του Προ- γράμματος Σπουδών για την εκπαίδευση των Επιμορφωτών, Ειδικότητα ΠΕ60- 70, Α Μέρος, Αθήνα: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Κόμης, Β., και άλ., (2007). Επιμορφωτικό Υλικό για την Εκπαίδευση των Επιμορ- φωτών στα Πανεπιστημιακά Κέντρα Επιμόρφωσης, Τεύχος 2Α: Κλάδοι ΠΕ60- 70, Πάτρα: ΕΑΙΤΥ. Κόμης, Β., (2004). Εισαγωγή στις εκπαιδευτικές εφαρμογές των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών. Αθήνα: Εκδόσεις Νέων Τεχνολογιών. Κυνηγός, Χ., (2007). Το μάθημα της διερεύνησης. Παιδαγωγική αξιοποίηση της Σύγχρονης Τεχνολογίας για τη Διδακτική των Μαθηματικών: Από την έρευνα στη σχολική τάξη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Μακράκης, Β., και Κοντογιαννοπούλου – Πολυδωρίδη, Γ., (1995). Υπολογιστές στην Εκπαίδευση: Μια κριτική επισκόπηση στο διεθνή χώρο και στην Ελλάδα. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ματσαγγούρας, Η. (2000). Ομαδοσυνεργατική διδασκαλία και μάθηση, Αθήνα: Γρηγόρης. Μικρόπουλος, Τ. Α. (2006). Ο υπολογιστής ως γνωστικό εργαλείο. Αθήνα: Ελλη- νικά Γράμματα. Ντρενογιάννη, Ε., και Πριμεράκης, Γ., (2007). Ψηφιακά σενάρια διδασκαλίας για το Δημοτικό: Η διερεύνηση του περιεχομένου τους με έμφαση στα δομικά, μορφολογικά και μεθοδολογικά στοιχεία σχεδιασμού. Αθήνα: Θέματα Επιστη- μών και Τεχνολογίας στην Εκπαίδευση. Ράπτης, Α. και Ράπτη, Α.(2006). Μάθηση και Διδασκαλία στην εποχή της πληρο- φορίας: Ολική προσέγγιση, Τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα. Σολωμονίδου, Χ., (2006). Νέες Τάσεις στην Τεχνολογία: Εποικοδομισμός και σύγ- χρονα περιβάλλοντα μάθησης. Αθήνα: Μεταίχμιο. Φραγκάκη, Μ., (2008). Σχεδιασμός και Αξιολόγηση Διδακτικού Σεναρίου. ΠΑΚΕ Αθήνας. 155 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Χρυσαφίδης, Κ. (1994/2000). Βιωματική-Επικοινωνιακή Διδασκαλία. Αθήνα: Gutenberg. Τζιμογιάννης Α. & Σιόρεντα Α. (2007). Το Διαδίκτυο ως εργαλείο ανάπτυξης της κριτικής και δημιουργικής σκέψης. στο Β. Κουλαϊδής (επιμ.), Σύγχρονες δι- δακτικές προσεγγίσεις για την ανάπτυξη κριτικής-δημιουργικής σκέψης, 355- 374. Αθήνα: ΟΕΠΕΚ. Κόμης, Β., Αβούρης, Ν. 2004, Η σύγχρονη συνεργασία στα εξ αποστάσεως περι- βάλλοντα μάθησης, στο Π. Αναστασιάδης (Επιμ.). Στο Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, Οκτώβριος 2004. 19) Αναστασιάδης, Π. (2005). Νέες Τεχνολογίες και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευ- ση στην υπηρεσία της Δια Βίου Μάθησης: Προς μια νέα «Κοινωνική Συμφω- νία» για την άρση των συνεπειών του «Ψηφιακού Δυισμού». Στο Λιοναράκης, Α. (επιμ.). ‘Παιδαγωγικές και Τεχνολογικές Εφαρμογές’, Πρακτικά 3ου Διε- θνούς Συνεδρίου Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης, Ελληνικό Ανοι- κτό Πανεπιστήμιο, Ελληνικό Δίκτυο Ανοιχτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευ- σης, Πάτρα, 11-13 Νοέμβρη. 20) Μακράκης Β., (1998α). Αρχές παιδαγωγικού σχεδιασμού και ανάπτυξη συ- στημάτων ανοιχτής και εξ Αποστάσεως εκπαίδευσης μέσω του Παγκόσμιου Ιστού (www), στο Τσαμασφύρος, Γ. (επιμ.), τηλεκπαίδευση: Η σημερινή πραγ- ματικότητα στην Ελλάδα. Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας ΕΜΠ, (54-64). Ιστοσελίδες http://syneducation.wordpress.com http://ekped.ekped.gr www.ictscenarios.gr www.e-education.gr www.e-yliko.gr www.pi-schools.gr Abstract Nowadays it has been understood, both through research and through everyday teaching, that new technologies and the Internet are powerful pedagogical tools that educators have at their disposal. They possess a multitude of special characteristics which can support all facets of the teaching process. The present teaching scenario is an attempt to integrate -to the degree possible- I.T. (web1,web2) into one Unit of Environmental Studies of the 4th grade so that pupils: 156 Γεώργιος Καλύβας ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ • Can approach and develop knowledge gradually using research methods • Can acquire a holistic image of reality through its unified/crosscurricular/ interdisciplinary form and finally • Can relate their experiences to the learning act (experiental knowledge, active learning) so that it becomes understandable, interesting and relevant to the reality they experience. What is presented includes ideas that are offered to pupils in order to encourage initiative taking, cooperation and project presentation, as well as the assessment of all activities. Through this, the role of the teacher as well as their importance in both the learning process and its result are also highlighted. Γεώργιος Καλύβας Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Δάσκαλος), Υποψήφιος Διδάκτορας Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών Σεβρών 21 Περιστέρι Τ.Κ.: 12133 Τηλ.: 210-5736101, 6934166330

[email protected]

157 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Αξιοποίηση του Εργαλείου LAMS με βάση το μοντέλο Γνωστικής Μαθητείας στο πλαίσιο εφαρμογής σε μια διδακτική παρέμβαση στο μάθημα της Θεατρολογίας Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα Εισαγωγή Το προτεινόμενο Εκπαιδευτικό Σενάριο ονομάζεται «Ταξίδι στον κόσμο της Ελληνικής Μυθολογίας». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση της Μυθολογίας, μέσα από το μάθημα: Θεατρολογία Α’ Λυκείου. Το εκπαιδευ- τικό σενάριο υπολογίζεται ότι μπορεί να υλοποιηθεί σε 10 διδακτικές ώρες. Οι ώρες που απομένουν για την ολοκλήρωση του τετραμήνου αξιοποιούνται υποστηρικτικά για τις απαραίτητες πρόβες, ενώ ενδέχεται να χρειαστούν ώρες πέρα από αυτές που ορίζονται στο πλαίσιο του σχολείου, ως εξωσχο- λικές δραστηριότητες. Με αφορμή το συγκεκριμένο μάθημα, το σχολείο οργανώνει εκπαιδευτι- κή επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Στόχος της επίσκεψης είναι οι εκπαιδευόμενοι να αντιληφθούν το κλίμα της αρχαιότητας, κατανο- ώντας τη σημασία των χρησμών για τους ανθρώπους της εποχής. Επιστρέ- φοντας από την εκδρομή, οι εκπαιδευόμενοι έχουν την ευκαιρία να λάβουν οι ίδιοι απαντήσεις σε δικά τους ερωτήματα, τα οποία καλούνται να θέσουν στην Πυθία μιας διαδικτυακής εφαρμογής (wingedsandals), που απαντάει σε ερωτήσεις χρηστών διαδραστικά! Ακολουθεί συζήτηση στην τάξη, όπου δί- νονται ερμηνείες για τους χρησμούς που έχουν τεθεί και γίνεται προσπάθεια συσχετισμού με ιστορικά ή/και μυθολογικά γεγονότα. Στο πλαίσιο του μαθήματος της Θεατρολογίας, ζητείται από τους εκπαι- δευομένους να προβληματιστούν σχετικά με τη διαφορετικότητα ιστορικών και μυθολογικών γεγονότων, ώστε να κατανοήσουν τους ρόλους που θα ερ- μηνεύσουν και να τους αποδώσουν ρεαλιστικά. Θεωρητικό Υπόβαθρο Το Εκπαιδευτικό Σενάριο που παρουσιάζεται, στηρίζεται στη Θεωρία του Κοι- νωνικού Εποικοδομητισμού. «Τα ατομικά και κοινωνικά στοιχεία του Εποικο- δομητισμού είναι μέρη μιας διαλεκτικής σχέσης, όπου η διαδικασία μάθησης, 158 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ μπορεί να ειδωθεί δυϊστικά τόσο ατομικά όσο και κοινωνικά, ποτέ μόνο με τη μία όψη, αλλά πάντα με τις δύο» (Tobin & Tippins, 1993). Η μάθηση πρέπει να είναι ενεργητική, στο επίπεδο που οι εκπαιδευόμενοι ανακαλύπτουν και δου- λεύουν με αυτοπεποίθηση, συστατικά απαραίτητα για να επιλύουν πραγμα- τικά προβλήματα (Τριλιανός, 2006). Στα πλαίσια της Θεωρίας του Εποικοδο- μητισμού, επιλέχθηκε ως κατάλληλο Διδακτικό Μοντέλο για την υλοποίηση του σεναρίου, η Γνωστική Μαθητεία. Σύμφωνα με αυτή, οι εκπαιδευόμενοι ενισχύονται να αποκτήσουν, να αναπτύξουν και να χρησιμοποιήσουν γνω- στικά εργαλεία μέσω αυθεντικών δραστηριοτήτων. Έτσι, η συνεργατική κοι- νωνική αλληλεπίδραση και η κοινωνική κατασκευή γνώσης γίνονται φορείς, μέσω των οποίων οι εκπαιδευόμενοι θα αναπτύξουν διάφορες γνωστικές δε- ξιότητες εντός και εκτός σχολείου. Επίσης, μέσα από τη Γνωστική Μαθητεία, τονίζεται η ανάγκη για μια νέα επιστημολογία μάθησης, που να αναγνωρίζει την ενεργητική γνωστική συμμετοχή των ατόμων, αντίθετα με την υπερβολι- κή σημασία που δινόταν μέχρι τώρα στις καθεαυτό αναπαραστάσεις γνώσης (Brown & Duguid, 2000). Παρακάτω, περιγράφονται αναλυτικά οι Μέθοδοι και οι Στρατηγικές που εφαρμόστηκαν σε κάθε φάση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και οι ρό- λοι των συμμετεχόντων. Αναλυτική Περιγραφή Εκπαιδευτικού Σεναρίου Για την περιγραφή των επιμέρους φάσεων των εκπαιδευτικών δραστηριοτή- των χρησιμοποιήθηκε η ταξινομία DialogPlus (2006), δηλαδή κοινοί όροι, που ορίζουν τον τύπο, την τεχνική, την αλληλεπίδραση, τους ρόλους, τα εργαλεία και τους πόρους, με στόχο τη συνολική κατανόηση των περιγραφών. Το Εκπαιδευτικό Σενάριο υποστηρίζεται τεχνολογικά από το εργαλείο Learning Activities Management System (LAMS1). Σε κάθε φάση των δραστη- ριοτήτων που περιγράφεται παρακάτω, η χρήση διαδικτυακών πόρων μπορεί να υλοποιηθεί μέσα από αυτό. Επίσης, βασικός ιστότοπος για την υποστήρι- ξη των φάσεων κάθε δραστηριότητας και τη λήψη κατάλληλου υλικού, είναι ο http://wingedsandals.com 1. Πρόκειται για ένα Εργαλείο Συγγραφής και Σχεδίασης Ηλεκτρονικών Μαθημάτων, το οποίο διαθέτει πλούσιο πολυμεσικό υλικό, πολλαπλές δυνατότητες δημοσίευσης σε περιβάλλοντα Ηλεκτρονικής Μάθησης, δυνατότητες αξιολόγησης και πολλές άλλες λειτουργίες που ευνοούν την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι δυνατότητές του είναι αρκετά ευέλικτες και το γεγονός ότι διατίθεται δωρεάν και είναι εύκολο στη χρήση του, το καθιστά ένα δυναμικό εργαλείο στα χέρια ενός εκπαιδευτικού. 159 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εικόνα1: Ενδεικτική Εικόνα από την υλοποίηση του Εκπαιδευτικού Σεναρίου στο LAMS Για την υλοποίηση του εκπαιδευτικού σεναρίου ορίστηκαν δύο σύνθετες δραστηριότητες. Η πρώτη αναφέρεται στον προσδιορισμό, την κατανόηση και την ανάλυση του προβλήματος και μπορεί να διαιρεθεί σε έξι φάσεις, που ορίζονται αναλυτικά ως εξής: Φάση 1.α: Αποσαφήνιση και Επίδειξη - Παρουσίαση θέματος με Πολυμεσικές Εφαρμογές Στην αρχή, πραγματοποιείται συζήτηση στην τάξη, σχετικά με την εκπαιδευ- τική επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Στόχος, είναι να κατα- νοηθεί η διάσταση της Μυθολογίας και η σημασία της στη ζωή των Αρχαίων Ελλήνων, καθώς και η ανάγκη των ανθρώπων να ερμηνεύουν παράδοξα γε- γονότα με μύθους που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Είναι σημαντι- κό να κατανοηθεί πως οι μύθοι, είναι ιστορίες πλασμένες από την ανθρώπινη φαντασία, αντίθετα με την ιστορία που παρουσιάζει πραγματικά γεγονότα. Ο εκπαιδευτικός καθοδηγεί τη συζήτηση προσπαθώντας να προκαλέσει το εν- διαφέρον με ερωτήσεις όπως: «Γνωρίζατε ότι το Μαντείο των Δελφών εθεω- ρείτο ο ομφαλός της γης;». Στη συνέχεια, παρουσιάζεται βίντεο, όπου απεικονίζεται ένας Θεός τους Ολύμπου (Απόλλωνας), προσπαθώντας να συνδέσει τα γεγονότα και να προ- βληματίσει τους εκπαιδευομένους. Οι εκπαιδευόμενοι καλούνται να υιοθετή- σουν ιδέες για τη σκηνοθεσία και τη σεναριογράφηση ενός θεατρικού έργου, με κεντρικό θέμα κάποιο γεγονός της Ελληνικής Μυθολογίας. 160 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ   Εικόνα 2: Ενδεικτική Απόδοση φάσης 1.α με κοινούς όρους (DialogPlus) Φάση 1.β: Αναστοχασμός - Κατανόηση Εννοιών και Επεξήγηση Διαδικασιών Σε αυτό το σημείο πραγματοποιείται συζήτηση στην τάξη, με στόχο τη συνερ- γατική πληροφόρηση και το διαμοιρασμό γνώσεων, όσον αφορά συγκεκριμέ- να μυθολογικά γεγονότα και πρόσωπα, (αρπαγή της Ευρώπης, Θεοί του Ολύ- μπου, κ.λπ). Κάθε εκπαιδευόμενος, μπορεί να γνωρίζει λίγα στοιχεία για την Ελληνική Μυθολογία (τα έχει διαβάσει, τα έχει δει στην τηλεόραση), καθώς διδάσκεται στα πλαίσια της ιστορίας, με αποτέλεσμα η έννοια του μυθολο- γικού γεγονότος να εμπλέκεται συχνά με αυτή του ιστορικού. Στη συνέχεια, οι εκπαιδευόμενοι καλούνται να συνδυάσουν τους ρόλους που θα ερμηνεύ- σουν στο θεατρικό τους έργο με αντίστοιχα μυθολογικά πρόσωπα. Η εξωτε- ρίκευση των σκέψεών τους ενισχύει τις γνώσεις τους σε ομαδικό επίπεδο. Φάση 1.γ: Καθοδήγηση και Στήριξη - Διαχωρισμός Ομάδων και Παρουσίαση Ενδεικτικών Πηγών Οι εκπαιδευόμενοι έχουν διαμοιραστεί τις εμπειρίες τους και κατανοήσει το 161 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λόγο που ασχολούνται με τη Μυθολογία στο πλαίσιο της Θεατρολογίας. Ο εκ- παιδευτικός, παρουσιάζει ενδεικτικές πηγές μελέτης και προτείνει περαιτέρω ενασχόληση με αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο. Μέσω του ιστότοπου wingedsandals, δίνεται δυνατότητα προβολής τρισδιάστατων απεικονίσεων αρχαιολογικών χώρων, πληροφόρησης σχετικά με την ιστορία (για να κατα- νοηθεί η χρονολογική διάσταση των μυθολογικών γεγονότων) και πληροφό- ρησης σχετικά με μυθολογικά πρόσωπα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το λεξικό με μυθολογικά πρόσωπα κατηγοριοποιημένα (θεοί, ημίθεοι, τέρατα), μέσα από το οποίο δίνονται πληροφορίες για το επιλεγμένο πρόσωπο και τα σχε- τικά μυθολογικά γεγονότα, ενώ παρουσιάζονται και φωτογραφίες. Αξιόλο- γη δυνατότητα του ιστότοπου είναι η προβολή γενεαλογικών δέντρων ώστε να αποκτάται συνολική εικόνα, όσον αφορά τους αρχαίους μύθους και τη σχέση μεταξύ τους. Στη συνέχεια, οι εκπαιδευόμενοι καλούνται να συζητή- σουν και να αποφασίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα χωριστούν σε ομάδες2 πέντε ατόμων, με στόχο την εκτενή μελέτη ενός μυθολογικού γεγονότος από κάθε ομάδα. Ο εκπαιδευτικός λειτουργεί υποστηρικτικά ως σύμβουλος, λύνο- ντας απορίες και δίνοντας κατευθύνσεις σχετικά με το διαχωρισμό ομάδων. Εικόνα 3: Ενδεικτική εικόνα ιστότοπου WingedSandals 2. Η ανακοίνωση των ομάδων μπορεί να γίνει μέσω φόρουμ, το οποίο δημιουργείται στο εργαλείο LAMS από την αρχή των Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε φάση του Εκπαιδευτικού Σεναρίου για συζήτηση, υποστήριξη, επίλυση αποριών κ.λπ. 162 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ Φάση 1.δ: Εξερεύνηση - Αναζήτηση Πληροφοριών και Αξιοποίηση Δεδομένων Οι εκπαιδευόμενοι, έχοντας χωριστεί σε ομάδες, καλούνται να λειτουργήσουν συνεργατικά, αναζητώντας πληροφορίες σχετικά με μυθολογικά γεγονότα της επιλογής τους, να μελετήσουν τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτά και να συνδυάσουν τις επιλογές τους με άλλα γεγονότα και πρόσωπα, σύμφωνα με τα γενεαλογικά δέντρα που μελέτησαν σε προηγούμενη φάση3. Είναι σημα- ντικό οι εκπαιδευόμενοι να δουν φωτογραφίες των ηρώων που τους ενδια- φέρουν και να φανταστούν την εικόνα τους, καθώς σε επόμενη φάση θα κλη- θούν να φτιάξουν προσωπεία. Επίσης, για να κατανοηθεί καλύτερα ο μύθος, μπορούν να οριστούν συμπληρωματικές δραστηριότητες, όπως ο εντοπισμός των γεωγραφικών σημείων που διαδραματίζονται οι μύθοι, πάνω σε χάρτη της ελληνικής μυθολογίας. Τέλος, η πληροφορία που έχει συλλεχθεί, θα πρέ- πει να αξιοποιηθεί για την πρόταση και το σχεδιασμό ενός θεατρικού έργου.   Εικόνα 4: Ενδεικτική Εικόνα Μυθολογικού Χάρτη 3. Για παράδειγμα, αν μελετήσουν τους άθλους του Ηρακλή, με τον ίδιο ως βασικό ήρωα, μπορούν να τους συνδυάσουν με το Δία, που είναι πατέρας του και να αναφερθούν σε σχετικό μύθο, όπως η δημιουργία των κεραυνών. 163 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Κάθε ομάδα πραγματοποιεί τη δική της έρευνα και προσπαθεί να κατανο- ήσει σε βάθος το μυθολογικό γεγονός που επέλεξε. Αφού εξερευνήσει πλή- ρως όλες τις διαστάσεις του μύθου, θα πρέπει να είναι σε θέση να πείσει τις άλλες ομάδες ότι ο μύθος που επιλέχθηκε κατά τη διαδικασία μελέτης, είναι εφικτό να αναπαρασταθεί στο σχολικό αμφιθέατρο στα πλαίσια μιας θεατρι- κής παράστασης. Φάση 1.ε: Επίδειξη και Καθοδήγηση - Σύνδεση Πληροφοριών με το Μάθημα της Θεατρολογίας Οι εκπαιδευόμενοι παρουσιάζουν τις προτάσεις τους για το σχεδιασμό θεα- τρικού έργου της επιλογής τους, το οποίο σχετίζεται με τα μυθολογικά γε- γονότα που μελέτησαν. Όλες οι ομάδες τεκμηριώνουν τις επιλογές τους και προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με τις προτάσεις τους, ώστε τελικά, το δικό τους μυθολογικό γεγονός να παρουσιαστεί στη θεατρική παράσταση. Ο εκ- παιδευτικός παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τις προτεινόμενες επιλογές. Στο τέλος, πραγματοποιείται ψηφοφορία4, όπου αναδεικνύεται το μυθολογικό γε- γονός που θα παρουσιαστεί. Στην περίπτωση που δεν μπορεί να αναδειχθεί κάποια από τις προτάσεις κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας, ο εκπαιδευ- τικός εκφράζει τις δικές του απόψεις και λειτουργεί ως σύμβουλος, για την ανάδειξη της τελικής πρότασης. 4. Μπορεί να πραγματοποιηθεί και διαδικτυακά, μέσα από τον αντίστοιχο τύπο Εκπαιδευτικής Δραστηριότητας που διατίθεται από το εργαλείο LAMS (voting). 164 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ   Εικόνα5: Ενδεικτική Απόδοση φάσης 1.ε με κοινούς όρους (DialogPlus) Φάση 1.στ: Αξιολόγηση και Αναστοχασμός – Ανατροφοδότηση με σύντομα διαδικτυακά κουίζ, παιχνίδια και υποβολή παραδοτέων Τελευταία φάση της πρώτης δραστηριότητας είναι μια σύντομη αξιολόγηση, όσον αφορά τις γνώσεις που αποκτήθηκαν. Οι εκπαιδευόμενοι αυτοαξιολο- γούνται μέσα από σύντομα διαδικτυακά κουίζ, συναγωνίζονται μέσα από δι- αδικτυακά παιχνίδια σχετικά με την Ελληνική Μυθολογία και προσπαθούν να ενισχύσουν τις γνώσεις τους, στην περίπτωση που η απόδοσή τους δεν είναι ικανοποιητική. Επιπλέον, ο εκπαιδευτικός μπορεί να ζητήσει την υποβολή πα- 165 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ραδοτέων, μέσα από κατάλληλο χώρο στο διαδίκτυο5, όπου θα καταγράφο- νται τα βήματα που ακολουθήθηκαν και οι πληροφορίες που έχουν συλλέξει οι ομάδες κατά την εξερεύνηση. Όλες οι ομάδες θα πρέπει να παραδώσουν τις προτάσεις τους, όσον αφορά το μυθολογικό γεγονός που πρότειναν να υλοποιηθεί στη σχολική παράσταση, ανεξάρτητα από το αν επιλέχθηκε στην ψηφοφορία ή όχι. Είναι σημαντικό να οριστεί ως συμπληρωματικό κριτήριο αξιολόγησης η ομαδικότητα και η συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευομένων κατά τη συμμετοχή τους στη δραστηριότητα.   Εικόνα6: Ενδεικτική Εικόνα Διαδικτυακών Παιχνιδιών Η δεύτερη δραστηριότητα του εκπαιδευτικού σεναρίου αναφέρεται στην υλοποίηση, την εφαρμογή και την αξιολόγηση του σχεδίου δράσης και μπο- ρεί να διαιρεθεί σε έξι φάσεις, που ορίζονται ως εξής: 5. Μπορεί να πραγματοποιηθεί διαδικτυακά, μέσα από τον αντίστοιχο τύπο Εκπαιδευτικής Δραστηριότητας που διατίθεται από το εργαλείο LAMS (submit files). 166 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ Φάση 2.α: Επίδειξη και Αποσαφήνιση - Παρουσίαση και συζήτηση για τη διαδικασία υλοποίησης ενός θεατρικού έργου (Σενάριο – Σκηνοθεσία – Διανομή ρόλων) Πραγματοποιείται παρουσίαση του μυθολογικού γεγονότος που επιλέχθηκε. Η ομάδα που το πρότεινε, αναλαμβάνει να επεξηγήσει στην τάξη την πρότα- σή της για την υλοποίηση του θεατρικού έργου. Στη συνέχεια, ο εκπαιδευτι- κός προτείνει πηγές για τη μελέτη τρόπων σεναριογράφησης και σκηνοθε- σίας. Για να πραγματοποιηθούν επιτυχώς αυτές οι διαδικασίες, θα πρέπει να ακολουθήσει ορθή επιλογή και διανομή ρόλων. Είναι σημαντικό να συμμετέ- χουν όσο το δυνατόν περισσότεροι εκπαιδευόμενοι στη θεατρική παράστα- ση. Στην περίπτωση που οι ρόλοι είναι λιγότεροι από τους εκπαιδευομένους, μπορεί να διασπαστεί ένας ρόλος σε περισσότερους και να μοιραστούν σε ισάριθμους “ηθοποιούς”. Για παράδειγμα, ο ρόλος του Ηρακλή, θα μπορούσε να διασπαστεί σε τόσα άτομα όσοι είναι και οι άθλοι του. Αν αντίθετα το έργο που επιλέχθηκε, έχει περισσότερους ρόλους, τότε κάθε “ηθοποιός” αναλαμ- βάνει να παίξει δύο ή τρεις ρόλους. Σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει τα πρό- σωπα του έργου να έχουν έντονα αναγνωρίσιμα στοιχεία (π.χ. να φορούν κάτι που να σηματοδοτεί το ρόλο) ώστε να βοηθούν το κοινό να καταλαβαίνει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Οι εκπαιδευόμενοι προτείνουν τα άτομα που θεωρούν κατάλληλα για κάθε ρόλο (τεκμηριωμένα) και στη συνέχεια, ο εκπαιδευτικός επιβεβαιώνει τις προ- τάσεις ή προτείνει λύσεις, στην περίπτωση που υπάρχουν διαφωνίες. Πρέ- πει να τονιστεί η σπουδαιότητα συμμετοχής στην ομαδική δημιουργία, έστω και με σύντομους ρόλους, καθώς η θεατρική παράσταση δεν αφορά μόνο τον “πρωταγωνιστή” και χωρίς το σύνολο δεν υπάρχει σωστό αποτέλεσμα. Φάση 2.β: Εξερεύνηση και Αναστοχασμός – Αναζήτηση Πληροφοριών και Τεκμηρίωση επιλογών. Κατανόηση Εννοιών και Επεξήγηση Διαδικασιών Οι εκπαιδευόμενοι καλούνται να συνεργαστούν στις διαδικασίες σεναριογρά- φησης και σκηνοθεσίας. Οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται από τα άτομα που έχουν οριστεί ως υπεύθυνα για τους συγκεκριμένους ρόλους, με την καθοδή- γηση του εκπαιδευτικού. Επιπλέον, πραγματοποιείται αναζήτηση πληροφο­ ριών για την καλύτερη απόδοση του σεναρίου τους και σκηνοθετικά “μυστι- κά”, που θα οδηγήσουν στην επιτυχή υλοποίηση του θεατρικού έργου. 167 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Φάση 2.γ: Επίδειξη και Ανατροφοδότηση – Παρουσίαση Σεναρίων, Συζήτηση και παροχή Ανατροφοδότησης από τον εκπαιδευτικό Οι εκπαιδευόμενοι έχουν ολοκληρώσει τη δημιουργία του θεατρικού σεναρίου και το παρουσιάζουν, τεκμηριώνοντας τις προτάσεις τους. Ο εκπαιδευτικός πραγματοποιεί συζήτηση με στόχο τη βελτιστοποίηση ενδεχόμενων αδυνα- μιών στο σενάριο και παρέχει ανατροφοδότηση. Είναι σημαντικό να επιβρα- βεύει τις αξιόλογες προσπάθειες με φράσεις ενίσχυσης, ενώ στην περίπτω- ση διαφωνίας, να χρησιμοποιούνται φράσεις προτροπής. Φάση 2.δ: Επίδειξη, Στήριξη και Υλοποίηση - Παρουσίαση και συζήτηση για την υλοποίηση ενός θεατρικού έργου (Σκηνικά – Κοστούμια – Μάσκες) Ο εκπαιδευτικός προτείνει πηγές, (για παράδειγμα τον ιστότοπο του wingedsandals) για τη μελέτη διαδικασιών υλοποίησης ενός θεατρικού έρ- γου, όπως η δημιουργία σκηνικών, κοστουμιών και προσωπείων (μάσκες). Όσον αφορά την κατασκευή κοστουμιών και προσωπείων, υπάρχουν φτηνά κι εύχρηστα υλικά (π.χ. φόδρες, παλιά σεντόνια, χαρτί γκοφρέ, κούτες κ.λπ.). Η εικαστική ομορφιά των κοστουμιών και η θεατρικότητά τους εξαρτώνται πολ- λές φορές από μικρολεπτομέρειες, όπως τα παπούτσια6. Ο εκπαιδευτικός συμ- μετέχει ο ίδιος στις διαδικασίες υλοποίησης και παρέχει τα απαραίτητα υλικά. Όσον αφορά τα σκηνικά, στην περίπτωση που χρειάζεται να αλλάζει ο χώ- ρος, μπορεί να κατασκευαστεί ένα μόνιμο και ουδέτερο σκηνικό, ζωγραφι- σμένο σε χαρτί και στερεωμένο στον τοίχο. Μπροστά από το φόντο μπορούν να αλλάζουν διάφορα αντικείμενα και μικροέπιπλα, ανάλογα με τις απαιτή- σεις του έργου. Στο τέλος της φάσης, με τη στήριξη του εκπαιδευτικού και τη χρήση κατάλληλων υλικών, υλοποιούνται όσα παρουσιάστηκαν. Το ουσια- στικό κέρδος δε θα είναι τόσο το τελικό αποτέλεσμα της παράστασης, αλλά οι εμπειρίες από την πορεία αυτής της καλλιτεχνικής συνεργασίας. 6. Ένα εύκολο τέχνασμα, είναι να φορέσουν τα παιδιά, πάνω απ’ τα κανονικά παπούτσια τους, ένα ζευγάρι μαύρες κάλτσες. Τέτοιες απλές ιδέες μπορούν να λύσουν αρκετά τεχνικά προβλήματα. 168 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ   Εικόνα 7: Ενδεικτική Απόδοση φάσης 2.δ με κοινούς όρους (DialogPlus) Φάση 2.ε: Αποσαφήνιση και Εφαρμογή – Δοκιμαστική υλοποίηση διαδικασιών (Πρόβες, Τεχνικές δοκιμές). Αξιολόγηση και Επαναπροσδιορισμός όπου χρειάζεται, σύμφωνα με τα αποτελέσματα Σε αυτή τη φάση πραγματοποιούνται δοκιμαστικές υλοποιήσεις (πρόβες, δο- κιμές σκηνικών, φωτισμού, ήχου κ.λπ) των διαδικασιών που έχουν παρουσι- αστεί. Οι εκπαιδευόμενοι σε συνεργασία με τον εκπαιδευτικό, επαναπροσδι- ορίζουν τις επιλογές τους, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιείται αξιολόγηση της συνεργατικότητας και της απόδοσής τους. 169 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Φάση 2.στ: Αποσαφήνιση και Καθοδήγηση – Υποβολή Τελικών Παραδοτέων και έναρξη υλοποίησης ολοκληρωμένου θεατρικού έργου, με καθοδήγηση καθ’ όλη τη διάρκεια Στην τελευταία φάση οι εκπαιδευόμενοι υποβάλουν τα τελικά παραδοτέα (σε- νάριο και σκηνοθεσία), αιτιολογώντας τις επιλογές και τις προτάσεις τους, με στόχο να αξιολογηθούν για αυτά, ενώ ξεκινά η περίοδος υλοποίησης του θε- ατρικού έργου με πρόβες και καθοδήγηση από τον εκπαιδευτικό. Είναι απα- ραίτητο να έχει προγραμματιστεί το έργο με σχετική άνεση χρόνου, γιατί οι «ηθοποιοί» χρειάζονται χρόνο να μάθουν τα λόγια και τις κινήσεις τους7. Στην αρχή οι εκπαιδευόμενοι μπορούν να διαβάζουν το έργο με τις οδηγίες του σκηνοθέτη, καθιστοί. Παράλληλα με την εκμάθηση του κειμένου, ο εκπαιδευ- τικός μπορεί να αξιοποιήσει τη μέθοδο της καθοδήγησης, ώστε να αποδίδο- νται σωστά τα κείμενα των ρόλων. Όταν οι εκπαιδευόμενοι έχουν μάθει τα λόγια τους στο μεγαλύτερο ποσοστό, αρχίζουν οι «όρθιες» πρόβες, στο αμ- φιθέατρο του σχολείου ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, όπου θα υπολογίζο- νται κατά προσέγγιση οι διαστάσεις της τελικής σκηνής που θα φιλοξενήσει την παράσταση. Σε αυτή τη φάση, οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν πώς να κι- νούνται. Οι εκπαιδευόμενοι είναι σημαντικό να μπορούν να επεμβαίνουν σε περίπτωση λάθους την ώρα της παράστασης, να διορθώνουν οι ίδιοι τυχόν λάθη και να αυτοσχεδιάζουν. Συμπεράσματα Σύμφωνα με το εκπαιδευτικό πρόβλημα που ορίστηκε, για την υλοποίηση του παραπάνω Εκπαιδευτικού Σεναρίου, το Εκπαιδευτικό Μοντέλο που επιλέχθη- κε (Γνωστική Μαθητεία), θεωρήθηκε κατάλληλο για την εξοικείωση των εκπαι- δευομένων με τις έννοιες της Θεατρολογίας και της Μυθολογίας, μέσω της ομαδικότητας και της ανταλλαγής εποικοδομητικών απόψεων. Επιπλέον, το συγκεκριμένο μοντέλο ενισχύει την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα και δί- νει την ευκαιρία για συνεργασία, με αποτέλεσμα να προάγεται η ακαδημαϊκή μάθηση ενώ παράλληλα, δημιουργεί συνθήκες που αναπτύσσουν τις ανώτε- ρες πνευματικές λειτουργίες. Ο Εποικοδομητισμός, έχοντας ως αρχικό και κύριο πεδίο έρευνας και εφαρμογής τη δημιουργία και τον αναστοχασμό, ρίχνει φως και δίνει βαρύ- 7. Στην περίπτωση που κάποια σκηνή τους δυσκολεύει, μπορεί να υλοποιηθεί «κομματιαστά», δηλαδή μια-μια σκηνή χωριστά, ενώ στο τέλος θα συναρμολογηθούν όλες οι επί μέρους σκηνές. 170 Σταύρος Πιτσικάλης, Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ LAMS ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑΣ τητα στις υπάρχουσες αντιλήψεις, ιδέες και αναπαραστάσεις των εκπαιδευ- όμενων σε σχέση με το θέμα που διδάσκονται κάθε φορά. Από τη θεώρηση του εποικοδομητισμού, δίνεται έμφαση στον ενεργητικό ρόλο του εκπαιδευομένου και στην επίλυση πραγματικών προβλημάτων δι- ερευνητικού χαρακτήρα που δημιουργούν κίνητρα (Κορδάκη, 2000). Οι βα- σικές παραδοχές της εποικοδομητικής θεωρίας, κατέχουν ενεργό ρόλο σε διάφορα μοντέλα και έχουν διαμορφωθεί με βάση σημαντικό αριθμό ερευνη- τικών δεδομένων (Σολομωνίδου, 2006). Βασική αρχή είναι ότι οι άνθρωποι κατασκευάζουν δικές τους κατανοήσεις για τον κόσμο γύρω τους, μέσα από την εμπειρία και το στοχασμό τους στην εμπειρία αυτή, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα προϋπάρχουσα γνώση, για να ερμηνεύσουν τη νέα γνώση. Είναι επομένως, ενεργοί δημιουργοί της γνώσης τους. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο υλοποιήθηκε στο εκπαιδευτικό σενάριο, η δι- αδικασία σύνδεσης της Μυθολογίας με τη Θεατρολογία. Σήμερα, πολλοί Έλληνες και Ξένοι παιδαγωγοί υποστηρίζουν την ομαδο- συνεργατική μορφή, στην εφαρμογή του μοντέλου της Γνωστικής Μαθητεί- ας, την οποία προτιμούν και οι περισσότεροι εκπαιδευόμενοι (Ματσαγγούρας, 2006) και στηρίζουν οι σύγχρονες σχολές Ψυχολογίας, που ασχολούνται με τη μάθηση και την ανάπτυξη, καθώς και η διδακτική έρευνα που επιβεβαιώ- νει την αποτελεσματικότητα της (Dansereau, 1988). Κάποιοι παιδαγωγοί (Roth et al, 1996), ιδίως στο χώρο της διδακτικής της επιστήμης και της τεχνολογίας υποστηρίζουν με ενθουσιασμό τον σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων τα οποία να επικεντρώνονται στη δημιουργία πολ- λαπλών ευκαιριών για ανάπτυξη της Γνωστικής Μαθητείας. Ένα εργαλείο, όπως το Learning Activity Management System (LAMS), θα μπορούσε εύκολα να αξιοποιηθεί από εκπαιδευτικούς, τόσο σε εργαστηρια- κό περιβάλλον όσο και σε πιο ανοικτά περιβάλλοντα. Βιβλιογραφία Brown, John Seely & Duguid, Paul (2000). The social life of information. Boston: Harvard University Press. Dansereau F. Donald. (1998). Cooperative learning strategies. In C. E. Weinstein, E. T. Goetz & P. A. Alexander (Eds.), Learning and study strategies: Issues in assessment, instruction, and ecaluation (pp. 103-120). Orlando, FL: Academic Press DialogPlus. (2006). Dialog Plus Project Website. Available at http://www.dialogplus. soton.ac.uk/ Roth, Wolff-Michael, McGinn, Michael, & Bowen, Mike. (1996). Applications of 171 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ science and technology studies: Effecting change in science education. Science, Technology, & Human Values, 21, 454-484. Tobin, Kenneth & Tippins, Deborah. (1993). Constructivism: A paradigm for the practice of science education. In K. Tobin (Ed.), The practice of constructivism in science education (pp. 3–21). Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates. Κορδάκη, Mαρία. (2000) Διδακτική της Πληροφορικής: ‘O υπολογιστής ως αντικεί- μενο και ως εργαλείο μάθησης’. Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Τμήμα Μηχ/κών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής Πάτρα, 2000. Ματσαγγούρας, Ηλίας, (2006). Θεωρία και πράξη της Διδασκαλίας, Τόμος Β, Στρα- τηγικές Διδασκαλίας, Η κριτική Σκέψη στη Διδακτική Πράξη, Αθήνα, Gutenberg. Σολομωνίδου, Χριστίνα. (2006) Νέες τάσεις στην εκπαιδευτική τεχνολογία. Μεταίχ- μιο και Χ. Σολομωνίδου, Αθήνα. Τριλιανός, Αθανάσιος. (2006). “Μεθοδολογία της Σύγχρονης Διδασκαλίας: Και- νοτόμες Επιστημονικές Προσεγγίσεις στη Διδακτική Πράξη”, τόμος Β΄, Τρι- λιανός: Αθήνα. Abstract In this paper, a specific method was selected and applied, which leads to the im- plementation of appropriate strategies for developing high level skills (prob- lem solving, critical thinking and creativity). Simultaneously, a proposal at- tempt is made for new opportunities in Technology Supported Environments, using appropriate tools. The activities which were created, have been en- riched and adapted with appropriate content using the LAMS tool in order to at- tract the interest of learners in every phase of the Educational Scenario provide them with appropriate Educational Resources, but also not becoming tedious. Σταύρος Πιτσικάλης Εκπαιδευτικός, Αλεξάνδρου 44 18533, 6944563339,

[email protected]

Ιλόνα-Ελευθερία Ουασίτσα Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια, Χρυσοστόμου Σμύρνης 42 18547, 6936766933,

[email protected]

172 Ευτυχία Κωλέτσου ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ 3D ΠΟΛΥΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Αξιοποίηση των 3D Πολυχρηστικών Εικονικών Περιβαλλόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία Ευτυχία Κωλέτσου Εισαγωγή Η εύρεση καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας και μάθησης για τη γεφύρωση του χάσματος επεξεργασίας πληροφοριών (Κυριακάκης & Κωλέτσου, 2011) και τη δραστική αλλαγή στο μαθησιακό περιβάλλον που απαιτεί η γενιά του Διαδικτύου (Mabrito & Medley, 2008), αποτελεί έντονη κοινωνική επιταγή τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, διανύουμε μία περίοδο όπου οι δύο παράγοντες της σχέσης τεχνολογία-εκπαίδευση, αποκτούν ισότιμη αξία. Η αποτελεσμα- τική μάθηση συνδέεται άμεσα με την αμοιβαία εμπλοκή των εκπαιδευόμενων σε δραστηριότητες και την ανταλλαγή της γνώσης (Wenger, 1998; Wenger, 2004; Κυριακάκης & Κωλέτσου, 2011). Τα τρισδιάστατα πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα (3 Dimensional Multi User Virtual Environments-3D ΜUVEs) μπορούν να προωθήσουν την εμπλοκή των εκπαιδευόμενων μέσω της εμβύθισης τους (Witmer et al., 1998), με ενερ- γό συμμετοχή στις δραστηριότητες που διεξάγονται για δημιουργία περιεχο- μένου, επίλυση προβλημάτων, λήψη αποφάσεων και αναστοχασμό (Dickey, 2005). Επιπλέον, επιτρέπουν τη δημιουργία της εντύπωσης ότι κάθε ενέργεια που πραγματοποιείται, από την πλευρά του χρήστη, έχει αντίκτυπο και επηρε- άζει άμεσα το εικονικό περιβάλλον (Eshenbenner et al., 2008). Η ένταξη των 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για τη διδασκαλία, καθώς επιτρέπει την πλαισίω- ση της διαδικασίας της μάθησης σε αυθεντικές συνθήκες (Bricken & Byrne, 1993). Εμπλέκοντας τους χρήστες σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες με ανα- παράσταση υψηλής πιστότητας, η ερμηνεία της πληροφορίας και η αλληλε- πίδραση με το περιβάλλον γίνονται εύκολες αφού απαιτούν τις ίδιες αντιλη- πτικές ικανότητες με αυτές του πραγματικού περιβάλλοντος (Halverson et al., 2006; Dalgarno & Lee, 2010). Στην παρούσα εργασία, επιχειρείται η αποτύπωση της σχέσης μεταξύ των 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων και της εκπαιδευτικής πράξης. Ακόμη, παρουσιάζονται τα κριτήρια με τα οποία ο εκπαιδευτικός καλείται να αξιολογήσει την πλατφόρμα που θα επιλέξει για την ανάπτυξη της εικονικής του τάξης. Τέλος, υποδεικνύεται τι θα πρέπει ο εκπαιδευτικός να προσέξει 173 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σχετικά με τα εργαλεία και τις δυνατότητες που παρέχονται μέσα από τα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα, ώστε να μπορέσει να υποστηρίξει σω- στά τη διδακτική μέθοδο που θα επιλέξει κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα και εκπαιδευτική πράξη Σχεδιάζοντας την τεχνολογία ώστε να ταιριάζει με την ανθρώπινη υπόστα- ση, οι δεξιότητες που απαιτούνται για την αλληλεπίδραση μέσα σε ένα εικο- νικό περιβάλλον τείνουν να είναι ίδιες με τις δεξιότητες που απαιτούνται στο φυσικό κόσμο. Τα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα αποτελούν εργα- λεία για εμπλουτισμό των εμπειριών των μαθητών, και αυτός είναι ένας αρ- κετά σημαντικός λόγος για να προαχθούν ως εκπαιδευτικά εργαλεία. Επιτρέ- πουν στους μαθητές να ανακαλύπτουν μόνοι τους ελεύθερα πληροφορίες, προσφέροντας ευκαιρίες για κατανόηση εννοιών, γεγονός που προωθεί τη διερευνητική μάθηση και συμβάλει στην κατανόηση πολύπλοκων γνωστικών πεδίων (Στρουμπούλης & Μικρόπουλος, 2002). Η δυνατότητα εισαγωγής σε έναν εικονικό κόσμο με ιδιότητες και λειτουργίες όπως ο πραγματικός, ενι- σχύει την κατανόηση της σημασίας των πολυδιάστατων φαινομένων και πα- ρέχει ποιοτική γνώση και κατανόηση βασικών εννοιών (Saltzman et al., 1995; Dede et al., 1996a). Με έμφαση στα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα που θα μπο- ρούσαν να χρησιμοποιηθούν στην εκπαιδευτική πράξη, και αναζητώντας τις εξελιγμένες δυνατότητες που παρέχουν, παρατηρούμε ότι προσαρμόζονται άνετα στις ανάγκες και στα ατομικά χαρακτηριστικά των χρηστών. Άμεσο επακόλουθο του ότι οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αναπαραστήσουν τις πλη- ροφορίες σε μορφές που είναι συμβατές με έναν ιδιαίτερο μαθησιακό τύπο, επιλέγοντας προαιρετικές δυνατότητες αλληλεπίδρασης που ταιριάζουν κα- λύτερα με τις μαθησιακές ικανότητες και χαρακτηριστικά των μαθητών τους (Στρουμπούλης, 2005). Ένα άλλο επίσης σημαντικό στοιχείο των 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι ότι μπορούν να αποτελέ- σουν μια διαμοιραζόμενη εμπειρία. Έρευνες στη συνεργατική μάθηση έχουν δείξει ότι τα συνεργατικά εικονικά περιβάλλοντα συμβάλλουν σε ένα βελτιω- μένο μαθησιακό περιβάλλον (Cronin, 1997). Ομάδες μαθητών συνεργάζονται κατά την αναζήτηση γνώσης, σημασίας, λύσεων ή για την δημιουργία ενός τε- λικού προϊόντος. Μάλιστα, οι δραστηριότητες που εκτελούνται συνεργατικά οδηγούν σε καλύτερα μαθησιακά και κοινωνικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα όταν τα συνεργαζόμενα μέλη της ομάδας είναι ανομοιογενή ως προς το στυλ μά- θησης. Φυσικά, σημαντικό ρόλο παίζει η παρουσία του εκπαιδευτικού ως εμ- 174 Ευτυχία Κωλέτσου ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ 3D ΠΟΛΥΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ψυχωτή και καθοδηγητή της ομαδικής προσπάθειας (Κωνσταντινίδης, 2011). Σε μία ανασκόπηση της πιο πρόσφατης διεθνής βιβλιογραφίας (Eshenbenner et al., 2008; Dalgarno & Lee, 2010), παρατηρούμε ότι τα χαρακτηριστικά των 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων που τα καθιστούν εν δυνάμει αξιοποιήσιμα στην εκπαιδευτική διαδικασία, είναι: (i) η αίσθηση της κοινωνι- κής παρουσίας, δηλαδή η ψευδαίσθηση ότι τα 3D πολυχρηστικά εικονικά πε- ριβάλλοντα είναι υπαρκτά και εξελίσσονται, καθώς και ότι οι ίδιοι οι χρήστες επικοινωνούν και αλληλεπιδρούν μέσα σε αυτά, (ii) η άμεση ανατροφοδότη- ση στις ενέργειες των χρηστών, (iii) η προσομοίωση “πραγματικών” κατα- στάσεων, (iv) η απόκτηση εμπειριών μέσα από καταστάσεις/διαδικασίες που δεν είναι εφικτό ή είναι δύσκολο να υπάρξουν και/ή να επαναληφθούν στον “πραγματικό” κόσμο. Αξιολόγηση 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων Η υιοθέτηση των τεχνολογιών εικονικής πραγματικότητας στην εκπαιδευτι- κή πράξη ορισμένες φορές παρουσιάζει δυσκολίες σχετικά με την πλοήγηση (Youngblut, 1998) και με τη χρήση των τρισδιάστατων περιβαλλόντων διεπα- φής. Έτσι, η επιλογή του περιβάλλοντος από την πλευρά του εκπαιδευτικού, μέσα στο οποίο θα αναπτύξει την εικονική του τάξη, θα πρέπει να γίνει μετά από μία προσεκτική αξιολόγηση, ώστε οι χρήστες να μη χρειάζεται να δαπα- νούν πολύ χρόνο για να ελέγξουν τις κινήσεις τους, να προσεγγίσουν μία συ- γκεκριμένη θέση ή να αποκτήσουν την απαιτούμενη προοπτική του χώρου. Οι βασικοί άξονες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των 3D πο- λυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων είναι κυρίως οι εξής: παρουσία, επί- γνωση, επικοινωνία, και αντίληψη του ανήκειν σε μια κοινότητα μάθησης (De Lucia et al., 2009). Παρουσία: Τα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα συνήθως προκα- λούν μία ισχυρή αίσθηση παρουσίας (Witmer & Singer, 1998), επιτρέποντας στους χρήστες να κινούνται ελεύθερα στον εικονικό χώρο, αντιδρώντας σε ενέργειες και αλλάζοντας την προοπτική της κάμερας με απλές κινήσεις. Μά- λιστα, όσο πιο ισχυρή είναι αυτή η αίσθηση της παρουσίας, τόσο περισσότε- ρο η εμπειρία έχει νόημα, άρα επιτυγχάνεται καλύτερη μάθηση και απόδοση. Αρκετοί είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση της παρουσίας: έλεγχος, ρεαλισμός, απόσπαση της προσοχής και αισθητηριακά ερεθίσματα (Witmer & Singer, 1998). Έτσι, για παράδειγμα, όταν ο χρήστης αλληλεπιδρά με το περιβάλλον κατά τρόπο φυσικό και ελέγχει τα γεγονότα, βλέπει τον ει- κονικό του αντιπρόσωπο (avatar) να συμπεριφέρεται όπως αναμένει και το 3D εικονικό περιβάλλον να αλλάζει ανάλογα με τις εντολές του, ελαχιστοποιείται 175 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ η απόσπαση της προσοχής του και άρα αυξάνεται η αίσθηση της παρουσίας. Επίγνωση: Τα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα χαρακτηρίζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ των απομακρυσμένων χρηστών. Είναι σημαντικό, λοιπόν, οι χρήστες να αισθάνονται την παρουσία και την τοποθεσία των συνερ- γατών τους σε ένα εικονικό περιβάλλον. Ειδικότερα, ο κάθε χρήστης θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίσει τους υπόλοιπους και να κατανοεί αυτό που κάνει ο καθένας. Εξίσου σημαντικό είναι το εικονικό περιβάλλον να επιτρέπει σε κάθε συμμετέχοντα να είναι σε θέση να γνωρίζει τι κάνουν οι άλλοι απλά κοιτάζοντας τα avatars τους και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την οπτική αναπαράστα- σή τους. Επιπλέον, απαιτείται η δυνατότητα ενημέρωσης των χρηστών για το τι συμβαίνει σε αντικείμενα που τους ενδιαφέρουν, ποιες ενέρ­γειες χρειάζονται για διερεύνηση ή τροποποίηση, και ποιος μπορεί να πραγματοποιήσει τέτοιες ενέργειες. Η διακόσμηση ή η στάση του σώματος του avatar θα μπορούσε να αναπαραστήσει το ρόλο ή την ιδιότητα του χρήστη. Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε δυνατή τη διάκριση ανθρώπων που έχουν διαφορετικούς ρόλους μέσα στην ομάδα (Greenberg et al., 1996). Επικοινωνία: Ο τρόπος που επικοινωνούμε στο φυσικό κόσμο είναι ένα σύνολο από λεκτικά μηνύματα, αλληλένδετα με τα αντίστοιχα μηνύματα μη- λεκτικής επικοινωνίας που παρέχονται από εκφράσεις του προσώπου, κι- νήσεις του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των χειρονομιών, των κινήσε- ων του κεφαλιού, κλπ. Αυτά τα μηνύματα θα πρέπει να συγκροτούνται μαζί αποτελεσματικά, ώστε να γίνονται κατανοητά και να επιτιγχάνεται η επικοι- νωνία. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα παροχής στα avatars συναισθηματικών χειρονομιών, εκφράσεων και στάσεων του σώματος έχει μεγάλη σημασία για τη βελτίωση της επικοινωνίας στα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα (Fabri et al., 1999). Αντίληψη του ανήκειν σε μια κοινότητα μάθησης: Είναι κοινή άποψη ότι η δημιουργία ενός εικονικού κοινωνικού χώρου για τους μαθητές όπου θα μπο- ρούν να συγκεντρώνονται έχει ουσιαστική σημασία για τη βελτίωση της μάθη- σης (Berge & Collins, 1995). Πράγματι, όταν οι μαθητές συμμετέχουν σε ένα πρόγραμμα εκμάθησης δεν ενδιαφέρονται μόνο για απόκτηση γνώσης, αλλά και για όλη τη συμμετοχική διαδικασία, την υποστήριξη που μπορεί να παρέ- χει, αλλά και την προσωπική επιβεβαίωση. Συνεπώς, ο εικονικός χώρος θα πρέπει να μπορεί να σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοεί ακόμη και τις άτυπες συναντήσεις μεταξύ συμμαθητών. Για το σκοπό αυτό το εικονικό πε- ριβάλλον θα πρέπει να προσφέρει κατάλληλα εργαλεία επικοινωνίας και συ- νεργασίας, και μέσα για εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες. 176 Ευτυχία Κωλέτσου ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ 3D ΠΟΛΥΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Αξιολόγηση δυνατοτήτων για υποστήριξη διδακτικών μεθόδων Ανάλογα με τη μαθησιακή θεωρία που ο εκπαιδευτικός επιλέγει, καλείται να σχεδιάσει και την αντίστοιχη εκπαιδευτική διαδικασία. Στην περίπτωση χρή- σης 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων σε εκπαιδευτικές δραστη- ριότητες, οι δυνατότητες του περιβάλλοντος επηρεάζουν έμμεσα τις αποφά- σεις του σχεδιασμού, όσον αφορά κυρίως την οργάνωση και τη δόμηση του μαθήματος. Στην προσπάθεια σχεδιασμού της διδασκαλίας του, ο εκπαιδευ- τικός θα πρέπει να αποφασίσει τις εκπαιδευτικές τεχνικές που θα χρησιμο- ποιήσει, λαμβάνοντας υπόψη του και τη διαθεσιμότητα των εργαλείων επικοι- νωνίας, παρουσίασης και καταγραφής. Επιλέγοντας, ενδεικτικά, ορισμένες διδακτικές μεθόδους, σε αυτό το ση- μείο, θα προσπαθήσουμε να υποδείξουμε τι θα πρέπει να προσέξει ο εκπαι- δευτικός σχετικά με τα εργαλεία και τις δυνατότητες που παρέχονται μέσα από τα 3D πολυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα, ώστε να τον βοηθήσουν να αναπτύξει σωστά την εικονική του τάξη, και αυτή με τη σειρά της να μπορέ- σει να υποστηρίξει την όλη εκπαιδευτική διαδικασία. Εισήγηση/Διάλεξη: Με τη δομή του χώρου να ακολουθεί το πρότυπο της δασκαλοκεντρικής μάθησης, το περιβάλλον θα πρέπει να παρέχει τη δυνατό- τητα χρήσης αντικειμένων τύπου έδρα-θρανία. Ο εκπαιδευτικός καλείται να παρουσιάζει τις έννοιες του μαθήματος με κάποιο εργαλείο όπως πίνακας ή οθόνη παρουσιάσεων, ενώ οι μαθητές χρειάζονται εργαλεία που θα τους επι- τρέπουν να κρατούν σημειώσεις. Καταιγισμός ιδεών: Οι ιδέες των μαθητών θα πρέπει να καταγράφονται σε μέσα που θα είναι προσβάσιμα από όλους τους χρήστες για επεξεργασία, και κάθε ένα από αυτά να αντιπροσωπεύει τις κατηγορίες συζήτησης. Στα 3D πο- λυχρηστικά εικονικά περιβάλλοντα είναι δυνατή η επιλογή των αντικειμένων από απόσταση και όχι απαραίτητα με άμεση επαφή. Έτσι, μειώνεται αισθητά η πιθανότητα συνωστισμού και ο εκπαιδευτικός απαλλάσσεται από την ευθύ- νη να καταγράφει ο ίδιος τις ιδέες. Χιονοστιβάδα: Οι μαθητές χωρισμένοι σε ομάδες καλούνται να συζητήσουν και να καταγράψουν τις ιδέες τους. Αντίστοιχα με την προηγούμενη μέθοδο, χρειάζονται διαμοιραζόμενα εργαλεία για καταγραφή των ιδεών αλλά και ένας διακριτός χώρος για την κάθε ομάδα. Σε επόμενο στάδιο, οι ομάδες μπορούν να συγχωνεύονται μεταξύ τους, άρα και οι χώροι (Redfern & Naughton, 2002), και να χρησιμοποιούνται οι δυνατότητες ευρείας επικοινωνίας. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι παρεμβατικός όποτε αυτό είναι αναγκαίο, συνεπώς θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει όλους τους χώρους. Παιχνίδι Ρόλων: Η προσαρμογή του χώρου για το παιχνίδι ρόλων απαι- τεί τη δυνατότητα δημιουργίας και επεξεργασίας των αντικειμένων τόσο από 177 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ την πλευρά του εκπαιδευτικού όσο και από την πλευρά των μαθητών. Θετικά στοιχεία είναι ο χώρος να είναι ευρύχωρος, και να παρέχει επαρκείς φυσικές ιδιότητες στα αντικείμενα, που θα κάνουν την αναπαράσταση πιο αληθοφα- νή, επομένως την μαθησιακή εμπειρία πιο ολοκληρωμένη. Μελέτη περίπτωσης: Εδώ χρειάζεται η οργάνωση εικονικών εργαστηρίων με επιστημονικά όργανα, που θα επιτρέπουν την προσομοίωση σύνθετων ή απλούστερων πειραμάτων (Vrellis et al., 2010). Με την ολοκλήρωση της με- λέτης τα αποτελέσματα θα πρέπει να συζητηθούν, ίσως με τη μορφή συζή- τησης “στρογγυλού τραπεζιού”, οπότε ο χώρος θα πρέπει να δύναται να δι- αμορφωθεί ανάλογα. Συνθετικές εργασίες: Οι συνθετικές εργασίες στηρίζονται συνήθως στη διαθεματικότητα, συνεπώς η πρόσβαση σε διάφορες εξωτερικές πηγές θα πρέπει να υποστηρίζεται μέσα από το ίδιο το περιβάλλον. Για αποδοτικότε- ρη επικοινωνία μεταξύ των μαθητών, θα χρειαστεί ίσως να χρησιμοποιηθούν μεγάλα τραπέζια ή πίνακες με έξυπνα εργαλεία, αλλά και εργαλεία παρουσί- ασης των εργασιών. Συμπεράσματα Η φύση των 3D πολυχρηστικών εικονικών περιβαλλόντων, τα καθιστούν κα- τάλληλα για διάφορες δραστηριότητες μέσα στην εκπαιδευτική πράξη, που στην πραγματικότητα θα απαιτούσαν χρόνο και χρήμα. Το πλεονέκτημα που μας δίνουν σε σχέση με ένα παραδοσιακό εκπαιδευτικό περιβάλλον, είναι ότι σε αυτά εκτός από μαθητές και εκπαιδευτικούς, μπορούν να συμμετέχουν και άτομα από την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα. Οι μαθητές, μέσω της εμ- βύθισης, της προσομοίωσης και της ενασχόλησης με πραγματικά σενάρια, ξεπερνούν το learning-by-doing (Schank, 1995) και φτάνουν στο learning-by- being (Haas & Hendrix, 1983) ή ακόμη και στο learning-by-teaching (Gartner et al., 1971). Σημαντικός παράγοντας για την επίτευξη όλων αυτών είναι η σωστή και ολοκληρωμένη δόμηση του περιβάλλοντος της εικονικής τάξης. Ο εκπαιδευ- τικός καλείται να σχεδιάσει προσεχτικά το περιβάλλον ανάλογα με τους δι- δακτικούς στόχους που θέλει να επιτευχθούν. Επιλέγοντας με προσοχή το κατάλληλο 3D πολυχρηστικό εικονικό περιβάλλον, και ελέγχοντας τα εργα- λεία και τις δυνατότητες που αυτό μπορεί να προσφέρει, μπορεί εύκολα να κερδηθεί το ενδιαφέρον των μαθητών και να καταστεί η μαθησιακή εμπειρία ακόμη πιο ολοκληρωμένη και πιο σύγχρονη. 178 Ευτυχία Κωλέτσου ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ 3D ΠΟΛΥΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Βιβλιογραφικές αναφορές Berge, Zane, Collins, Mauri (1995). Computer-mediated communication and the online classroom in distance learning. Computer-Mediated Communication Magazine, 2(4), 6–13. Bricken, Meredith, Byrne, Chris M. (1993). Summer students in virtual reality: A pilot study on educational applications of virtual reality technology. In A. Wexelblat (Ed.), Virtual reality applications and explorations. Cambridge, MA: Academic Press Professional. Cronin, Paulus (1997). Report on the applications of VR technology to Education, Technical report, Univ. of Edinburgh. Dalgarno, Barney, Lee, Mark J. W. (2010). What are the learning affordances of 3D virtual environments?, British Journal of Educational Technology, 41(1), 10 – 32. De Lucia, Andrea, Francese, Rita, Passero, Ignazio, Tortora, Genoveffa (2009). Development and evaluation of a virtual campus on Second Life: The case of SecondDMI. In Computers & Education, Vol. 52, 220–233. Dede, Chris, Salzman, Marilyn C., Loftin, R. Bowen (1996a). ScienceSpace: Research on Using Virtual Reality to Enhance Science Education, World Conference on Educational Multimedia and Hypermedia, Boston, USA. Dickey, Michele D. (2005). Brave new (interactive) worlds: A review of the design affordances and constraints of two 3D virtual worlds as interactive learning environments. Interactive Learning Environments, 13(1), 121 -137. Eshenbenner, Brenda, Nah, Fiona Fui-Hoon, Siau, Keng (2008). 3D Virtual Worlds in Education: Applications, Benefits, Issues, and Opportunities. Journal of Database Management, 19(4), 91-110. Fabri, Marc, Moore, David J., Hobbs, Dave J. (1999). The emotional avatar: Non- verbal communication between inhabitants of collaborative virtual environments. Book gesture-based communication in human–computer interaction. Lecture Notes in Computer Science (Vol. 1739). Berlin/Heidelberg: Springer, 1999. Gartner, Alan, Conway Kohler, Mary, Riessman, Frank (1971). Children Teach Children: Learning by Teaching. New York etc. Harper & Row. Greenberg, Saul, Gutwin, Carl, Cockburn, Andy (1996). Awareness through Fisheye views in relaxed-WYSIWIS groupware. In Proceedings of the graphics interface conference (pp. 28–38). San Francisco, CA: Morgan-Kaufmann. Haas, Norman, Hendrix, Gary G. (1983). Learning by Being Told: Acquiring Knowledge for Information Management. In Michalski, R.S., Carbonell, J.G., and Mitchell, T.M. (Eds.): Machine Learning: An Artificial Intelligence Approach. Morgan Kaufmann Publishers, Inc., Vol. I, 1983, Chapter13. Halverson, Richard, Shaffer, David, Squire, Kurt, Steinkuehler, Constance (2006). Theorizing games in/and education. Paper presented at the 7th international conference on Learning Sciences, Bloomington, IN. 179 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Mabrito, Mark, Medley, Rebecca (2008). Why Professor Johnny Can’t Read: Understanding the Net Generation’s Texts, Innovate: journal of online education, Vol. 4, Issue 6. Redfern, Sam, Naughton, Niall (2002). Collaborative Virtual Environments to Support Communication and Community in Internet-Based Distance Education. In Eli Cohen: Journal of Information Technology Education. Vol. 1, 3. Salzman, Marilyn C., Dede, Chris, Loftin, R. Bowen, Chen, Jim (1999). A model for understanding how virtual reality aids complex conceptual learning. Presence, 8 (3), 293-316. Schank, Roger C. (1995) What We Learn When We Learn by Doing. Technical Report No. 60. Northwestern University, Institute for Learning Sciences. Youngblut, Christine (1998). Educational uses of virtual reality technology. Technical Report No. IDA Document D-2128, Institute for Defence Analyses. Vrellis Ιoannis., Papachristos Nikiforos. M., Bellou Joan, Avouris Nikos, Mikropoulos, Anastasios T. (2010). Designing a collaborative learning activity in Second Life. An exploratory study in physics. Proceedings of the 10th IEEE International Conference on Advanced Learning Technologies, Sousse, Tunisia. Wenger, Etienne (1998). Communities of Practice: Learning, Meaning, and Identity. Cambridge University Press, Cambridge. Wenger, Etienne (2004) Engagement, identity and innovation: Etienne Wenger on communities of practice. An interview by Seth Kahan in the Journal of Association Leadership, January issue. Witmer, Bob G., Singer, Michael J. (1998). Measuring presence in virtual environments: A presence questionnaire. Presence: Teleoperators and Virtual Environments, 7(3), 225–240. Κυριακάκης, Εμμανουήλ, Κωλέτσου, Ευτυχία (2011). “Από την Πληροφορία στην Πα- ραγωγή Γνώση και στη Δημιουργία Σοφίας. Μία σύγχρονη Διδακτική Προσέγγιση με Οδηγό τις Νέες Τεχνολογίες στην Εκπαίδευση”. Στο: Conference on Informatics in Education –CIE 2011, Η Πληροφορική στην Εκπαίδευση, Οκτώβριος 2011, Πανε- πιστήμιο Πειραιώς (αναμένεται έκδοση). Κωνσταντινίδης, Ανρέας (2011). 3D Εικονικά Περιβάλλοντα Συνεργατικής Μάθησης. Διδακτορική διατριβή. ΑΠΘ. Στρουμπούλης, Βασίλης, Μικρόπουλος Αναστάσιος Τ. (2002). Η Αίσθηση της Παρου- σίας σε Εκπαιδευτικά Εικονικά Περιβάλλοντα. Στο: Οι ΤΠΕ στην Εκπαίδευση, Τό- μος Α΄, Επιμ. Α. Δημητρακοπούλου, Πρακτικά 3ου Συνεδρίου ΕΤΠΕ, Πανεπιστή- μιο Αιγαίου, Ρόδος, Εκδόσεις Καστανιώτη. Στρουμπούλης, Βασίλης (2005). Η αντίληψη του χώρου για ολοκλήρωση εκπαιδευτι- κών εφαρμογών. Η αίσθηση της παρουσίας σε εικονικά περιβάλλοντα. Διδακτορι- κή διατριβή. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 180 Ευτυχία Κωλέτσου ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ 3D ΠΟΛΥΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Abstract In effort to find innovative methods of teaching and learning to bridge the information processing gap and to dramatically change the learning environment that the Net Generation requires, the 3D Multiuser Virtual Environments (MUVEs) appear to be able to respond appropriately to this challenge. The aim of this paper is firstly to capture the relationship between several 3D MUVEs and the educational practice, and secondly, to suggest how to evaluate such environments, including the tools and opportunities that they offer, in order to become the most appropriate option. The success of the proper selection and design of a virtual classroom would lead to easily win the students’ interest and make the learning experience even more complete. Ευτυχία Κωλέτσου Εκπαιδευτικός Πληροφορικής (ΠΕ19), MSc Λογισμικό Δωδώνης 48, 45221 Ιωάννινα

[email protected]

181 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 3ο Συμπόσιο: Σχέδια διδασκαλίας για την προσχολική τάξη στηριζόμενα στις αρχές ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ του «Νέου Σχολείου» στα πλαίσια του Μείζονος Προγράμματος Επιμόρφωσης «Αντίο μικρέ μου φίλε» Πρόεδροι Συμποσίου Μιχαήλ Καλογιαννάκης, Παναγιώτης Αναστασιάδης Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου Εισαγωγικά στοιχεία Η παρούσα διδακτική πρακτική επιχειρεί να βοηθήσει τους εκπαιδευτικούς της προσχολικής εκπαίδευσης να προσεγγίσουν το εξαιρετικά ευαίσθητο και δύσκολο ζήτημα της απώλειας. Είναι αναμφισβήτητο ότι τα παιδιά κάθε ηλι­ κίας αντιμετωπίζουν μια ευρεία γκάμα απωλειών όπως το παιχνίδι που χάνε­ ται, η μετακόμιση, η μετανάστευση της οικογένειας, το διαζύγιο, μια σοβαρή ασθένεια, μαζικά ατυχήματα, φυσικές καταστροφές, ο θάνατος του αγαπη­ μένου κατοικίδιου, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Για τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας η έννοια του θανάτου δεν είναι αφο­ μοιώσιμη. Αντιλαμβάνονται την απουσία ενός σημαντικού προσώπου αλλά δεν κατανοούν την οριστικότητα και το αμετάκλητο του θανάτου καθώς δεν μπορούν να κατανοήσουν την διαφορά του προσωρινού από το μόνι­ μο (Baum, 2003). Συχνά αναζητούν το ζώο ή το πρόσωπο που πέθανε ή πε­ ριμένουν να γυρίσει. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να ενημερώνονται άμεσα αξιόπιστα με απλό και σωστό λεξιλόγιο και να ενθαρρύνονται να εκ­ φράζουν τα συναισθήματά τους (Χίγκαρτ, 2006). Μέσα από τις δραστηριότητες που προτείνονται τα παιδιά της προσχολικής 182 Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου “ΑΝΤΙΟ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ” ηλικίας «εμβολιάζονται» με γνώσεις, πληροφορίες και ιδέες ικανές να τα βοη­ θήσουν να αντιμετωπίσουν με δύναμη διάφορες καταστάσεις απώλειας που θα αντιμετωπίσουν στη ζωή. Οι δραστηριότητες που ακολουθούν σχεδιά­στηκαν με αφορμή την δυσλειτουργική συμπεριφορά ενός νηπίου το οποίο είχε χάσει ξαφνικά τον πατέρα του το προηγούμενο καλοκαίρι. Προηγήθηκε ένα εβδομα­ διαίο παιδαγωγικό παρεμβατικό σενάριο συναισθηματικής αγωγής και ακολού­ θησε η πρακτική που ακολουθεί ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε όλους αλλά κυρίως στο συγκεκριμένο παιδί να αρχίσει να εκφράζεται για την απώλεια που βίωσε. Εμπλεκόμενες γνωστικές περιοχές Γνωστικό αντικείμενο της Διδακτικής Πρακτικής: Κοινωνική Αγωγή. Ιδιαίτερη Περιοχή του γνωστικού αντικειμένου: Συναισθηματική Αγω­ γή. Περιθανάτια Αγωγή. Κατανόηση του εαυτού και των δυνατοτήτων του. Ερ­ μηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Συμβατότητα με τις αρχές και τους στόχους των νέων προγραμμάτων σπου­ δών του Νέου Σχολείου. Ο/η νηπιαγωγός είναι δημιουργός της διδακτικής πρα­ κτικής του και του εκπαιδευτικού υλικού. Αναδεικνύεται η ευαισθησία για την ανάπτυξη της συναισθηματικής υγείας, η ενσωμάτωση των δυνατοτήτων των Τ.Π.Ε και της Τέχνης. Υπάρχει ευρεία επιλογή εκπαιδευτικών μεθόδων. Αξιο­ ποιούνται η αρχή ότι «η μάθηση βασίζεται στη σχέση» και η μικρή ομάδα ως κορμός. Υποστηρίζεται η διαφοροποιημένη μάθηση καθώς δεν υπάρχουν σω­ στές και λάθος απαντήσεις. Καλλιεργείται η ολιστική προσέγγιση της γνώσης. Σκοπός & Στόχοι της Διδακτικής Πρακτικής Γενικός Σκοπός Να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε τα νήπια να έρθουν σε επαφή με το τελευταίο στάδιο του βιολογικού κύκλου, να βιωθούν εμπειρίες και να ανακαλυφθούν πληροφορίες ικανές να τα βοηθήσουν τα νήπια στην αντι­ μετώπιση και την επεξεργασία των συναισθημάτων που προκύπτουν από την απώλεια κάθε τύπου. Επιμέρους Στόχοι ως προς το γνωστικό αντικείμενο και ως προς τη μα­ θησιακή διαδικασία. Ικανότητες που επιδιώκεται να αναπτυχθούν: (Σύμφωνα με το Δ.Ε.Π.Π.Σ.) • Να ακούν με προσοχή μια αφήγηση. • Να περιγράφουν προσωπικές εμπειρίες • Να συσχετίζουν αφηγηματικά κείμενα με τη δική τους ζωή. • Να βελτιώνουν και εμπλουτίζουν τον προφορικό τους λόγο και να δι­ ατυπώνουν τις ιδέες τους. • Να ενθαρρύνονται να γράφουν όπως μπορούν. 183 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Να συμμετέχουν ενεργά στην δημιουργία δικών τους κειμένων. (Γλώσσα) • Να αναπτύξουν την αυτοεκτίμησή τους. • Να αναπτύξουν ικανότητες συνεργασίας. • Να κατανοήσουν την αξία της ομαδικής εργασίας. • Να κατανοήσουν την μοναδικότητά τους αλλά και να εντοπίζουν τις ομοιότητες και τις διαφορές με τους άλλους. • Να αποκτήσουν θετικές στάσεις και συμπεριφορές. (Ανθρωπογενές περιβάλλον και αλληλεπίδραση). • Να γνωρίζουν έργα μεγάλων ζωγράφων, να τα παρατηρούν και να τα περιγράφουν. • Να αναπτύσσουν το λεξιλόγιό τους. (Πρόγραμμα σχεδιασμού ανάπτυ- ξης δραστηριοτήτων εικαστικών). • Να ακούν και να ανταποκρίνονται με το σώμα τους σε ρυθμικά πρότυ­ πα εκφράζοντας συναισθήματα (Μουσική, Φυσική Αγωγή). • Να ταυτίζουν τον υπολογιστή με μια μηχανή που βοηθάει τον άνθρω­ πο στην εργασία του. (Παιδί και Πληροφορική). Αξιοποιούνται ο ηλεκτρονικός υπολογιστής (H/Y) της τάξης και ο προ­ βολέας για να προβληθούν οι εικόνες και τα έργα τέχνης για τη δημιουργία εμπλουτισμένης συνθήκης για παρατήρηση και στοχασμό. Αξιοποιείται το λο­ γισμικό από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Οι απώλειες στη ζωή του παιδιού», για πιθανή προέκταση προτείνεται το λογισμικό Kidspiration. Εκτιμώμενη διάρκεια Η διδακτική πρακτική που περιγράφεται καλύπτει το ωρολόγιο πρόγραμμα μιας μέρας ενός ολοήμερου τμήματος νηπιαγωγείου αλλά επιδέχεται πολλές προε­ κτάσεις και μπορεί να αναπτυχθεί σε περισσότερες μέρες ανάλογα το ενδιαφέ­ ρον των παιδιών, τις ανάγκες τους και το γενικότερο σχεδιασμό του προγράμ­ ματος της νηπιαγωγού. Για να πραγματοποιηθεί θα πρέπει τα παιδιά να έχουν γνωριστεί μεταξύ τους και να έχει προηγηθεί παρέμβαση συναισθηματικής αγω­ γής για να γνωρίσουν τα παιδιά τα πρωτογενή και τα δευτερογενή συναισθή­ ματα καθώς η απώλεια συνοδεύεται με συναισθήματα και των δυο κατηγοριών. Επίσης, θα πρέπει να είναι εξοικειωμένα με παραγωγές έργου σε μικρές ομάδες. Η συγκεκριμένη διδακτική πρακτική προέκυψε ως παρεμβατική ανά­ γκη προκειμένου να αμβλυνθούν δυσλειτουργικές συμπεριφορές και πραγμα­ τοποιήθηκε προς το τέλος του Οκτώβρη. Παρόμοιες παρεμβάσεις συνήθως επιβάλλονται από τις συνθήκες στην Ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, ωστόσο θα πρέπει να υλοποιούνται συστηματικά και ανεξαρτήτων συνθηκών προκειμένου να υποστηρίζεται το «ευ ζην» των παιδιών. 184 Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου “ΑΝΤΙΟ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ” Γενική Περιγραφή Διδακτικής Πρακτικής 1η δραστηριότητα: «Αντίο Φρέντι» Περιγραφή: Επιλέχτηκε προς παρουσίαση, με δραματοποιημένη αφήγηση, η ιστορία με τον τίτλο «Αντίο Φρέντι» από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Οι απώ­ λειες στη ζωή του παιδιού» και το ομώνυμο βιβλίο της Σοφίας Χατζηνικολάου. Το σενάριο της ιστορίας είναι το πλέον κατάλληλο υλικό καθώς περιγράφει όλα τα στάδια που βιώνει ο μικρός Νικόλας από τη απώλεια του αγαπημένου του κατοικίδιου χάμστερ με το όνομα Φρέντι. Τα στάδια είναι ο φόβος, ο θυ­ μός, το κλάμα, οι ενοχές, η τελετή της ταφής, η συμπαράσταση των αγαπη­ μένων. Με την αναγνώριση και την έκφραση των οδυνηρών συναισθημάτων που προκύπτουν από την απώλεια, επιχειρείται η προσαρμογή στη νέα κατά­ σταση με την αποδοχή του γεγονότος. Τα συναισθήματα που αναφέρονται στην ιστορία είναι ο θυμός, η λύπη, ο φόβος, η ενοχή, η συμπόνια. Επιπλέον η εικονογράφηση της παρουσίασης ενισχύει την ιστορία αποτελεσματικά και υποστηρίζει την διαδικασία θετικά (Χατζηνικολάου, 2007 & 2007). Ο/η νηπιαγωγός προβάλει την δραματοποιημένη ιστορία από το CD -ROM του εκπαιδευτικού προγράμματος και μετά το τέλος της προβολής υποβάλ­ λει στα παιδιά την εξής ερώτηση: Έχετε βρεθεί εσείς στη θέση του Νικόλα; Στις θετικές ερωτήσεις των παιδιών απαντούμε ως εξής: • Θα θέλαμε οι φίλοι σου κι εγώ να το μοιραστείς μαζί μας, εσύ θέλεις να μας μιλήσεις για αυτό; Ο/η νηπιαγωγός ενισχύει τη συζήτηση και καταγράφει τις απαντήσεις ανιχνεύοντας τις ιδέες και τις εμπειρίες των παιδιών σχετικά με το θέμα της απώλειας και ειδικά του παιδιού που μας ενδιαφέρει άμεσα. Συνεχίζει με τις εξής ερωτήσεις: • Τι σκέφτηκε ο Νικόλας όταν αντίκρισε ακίνητο το χάμστερ του; • Πως ένιωσε; • Τι έκανε; Οι ερωτήσεις μας στηρίζονται στο μοντέλο της Γνωσιακής Συμπεριφορι­ στικής Θεραπείας. (Beck, 1995, Kendall, 1991, Stallard, 2006). Στόχοι: Η κατανόηση, εκ μέρους των παιδιών, της έννοιας του θανάτου μέσα από την δραματοποιημένη αφήγηση μιας μικρής ιστορίας. Η αναγνώρι­ ση των οδυνηρών συναισθημάτων και των μορφών συμπεριφοράς που προ­ κύπτουν από κάθε απώλεια. Διάρκεια: 30 – 40 λεπτά της ώρας στο χρόνο 9.30-10.10 του ωρολογίου προγράμματος του Ολοήμερου Νηπιαγωγείου. Τεχνικές: Δραματοποιημένη αφήγηση, εμπλουτισμένη διδασκαλία, συζή­ τηση. 185 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Υλικό: το CD- ROM του εκπαιδευτικού προγράμματος «Οι απώλειες στη ζωή του παιδιού», ο υπολογιστής, ο προβολέας. 2η Δραστηριότητα: Με το μαξιλάρι μου μαζί Περιγραφή: Τα νήπια βρίσκονται ελεύθερα στην αυλή ή στην παρεούλα. Η νη­ πιαγωγός μοιράζει σε κάθε παιδί ένα μαλακό μαξιλάρι. Μπροστά της σε ένα τραπέζι ή σε ένα κουτί έχει διάφορα μουσικά όργανα. Καλεί τα παιδιά να εκ­ φράσουν συναισθήματα καθώς κινούνται στο χώρο χρησιμοποιώντας το μα­ ξιλάρι τους με τον εξής τρόπο. • Όσο ακούγονται τα κουδουνάκια δείξτε στο μαξιλάρι σας όλη σας τη λύπη. • Όσο ακούγονται οι μαράκες βγάλτε στο μαξιλάρι σας όλο σας το θυμό. • Όσο ακούγονται τα κρόταλα δείξτε στο μαξιλάρι σας όλο σας το φόβο. • Όσο ακούγεται το τύμπανο δείξτε στο μαξιλάρι σας όλη σας τη συ­ μπόνια. • Όσο ακούγονται οι καστανιέτες δείξτε στο μαξιλάρι σας πως νοιώθε­ τε όταν φταίτε. • Δείξτε πάλι τη λύπη σας!! (κουδουνάκια) • Που είναι η συμπόνια σας; (τύμπανο) • Να ξαναδώ το θυμό σας! (μαράκες) • Που πήγαν οι φόβοι σας; (κρόταλα) κ.ο.κ. • Νιώθω ότι φταίω! (καστανιέτες) Συνεχίζουμε όσο κρατάει το ενδιαφέρον των παιδιών. Ο/η νηπιαγωγός φωτογραφίζει την δραστηριότητα με στόχο την υποστήριξη της αναστοχα­ στικής διεργασίας και τον εμπλουτισμό του ατομικού φακέλου αξιολόγησης των νηπίων (portfolio). Στόχος: Να εκφραστούν τα συναισθήματα που συνδυάζονται με το γεγο­ νός της απώλειας μέσα από το σώμα των παιδιών, την κίνηση τους με τη βοή­ θεια των μουσικών οργάνων. Τεχνική: Έκφραση, κίνηση, μουσική. Διάρκεια: 20 λεπτά της ώρας στο χρόνο 10.10 – 10.30 του ωρολογίου προ­ γράμματος. Υλικά: μαξιλάρια, μουσικά όργανα. 3η δραστηριότητα: Παρατηρώντας έργα του Νικόλαου Γύζη Προβάλουμε μέσω υπολογιστή πέντε έργα του Νικόλαου Γύζη τα οποία σχετί­ ζονται με την βασική έννοια του γνωστικού αντικειμένου και μπορούν να σχε­ τιστούν με τον μαθησιακό στόχο (Olson, 2000, Κόκκος και συνεργάτες 2011). • Αφήνουμε λίγα λεπτά της ώρας τα παιδιά να παρατηρήσουν τα έργα τέχνης και να στοχαστούν. 186 Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου “ΑΝΤΙΟ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ” • Προχωρούμε σε ερωτήσεις που οδηγούν σε δημιουργικές συγκρίσεις: • Ποιο από αυτά τα πρόσωπα ίσως να νιώθει συναισθήματα παρόμοια σαν αυτά που έζησε ο Νικόλας όταν πέθανε το αγαπημένο του χαμ­ στεράκι του; • Γιατί; • Ενθαρρύνουμε ώστε να ακουστούν όλες οι φωνές.       Η αποστήθιση Το γούρι Παιδί με κεράσια Κορίτσι που παίζει   Άτιτλο Κατόπιν μέσα από ένα κουτί τα παιδιά επιλέγουν μια φωτοτυπημένη κάρ­ τα από τα έργα που παρατήρησαν τα οποία υπάρχουν μέσα στο κουτί επί τέσ­ σερα. Παρατηρούν το έργο τους και κατόπιν αναζητούν τα παιδιά που κρατούν το ίδιο. Αυτόματα δημιουργούνται 5 ομάδες των 4 ατόμων. Η ομάδα του έργου «Η αποστήθιση», η ομάδα του έργου «Το παιδί με τα κεράσια», η ομάδα του έρ­ γου «Κορίτσι που παίζει, η ομάδα «το γούρι», η ομάδα «Άτιτλο» Η νηπιαγωγός δίνει στις ομάδες το φύλο εργασίας που της αντιστοιχεί (βλ.2.2.). Κάθε ομάδα πρέπει να συναποφασίσει τι νομίζει ότι σκέφτεται το πρόσωπο του έργου, πως νοιώθει και τι θέλει να κάνει. Αποδίδουν τη σκέψη το συναίσθημα και την συμπε­ ριφορά στο αντίστοιχο σύμβολο είτε με σχέδιο, είτε γράφοντας με όποιο τρό­ πο μπορούν. Οι ομάδες ανακοινώνουν τα έργα τους και η νηπιαγωγός αφου­ 187 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γκράζεται το κοινό σημείο των ανακοινώσεων. Τοποθετεί τα φύλλα εργασίας το ένα δίπλα στο άλλο δημιουργώντας ένα χαλί από έργα τέχνης εμπλουτίζοντας το μαθησιακό περιβάλλον του νηπιαγωγείου και για περαιτέρω αξιοποίηση. Στόχοι: Η ενίσχυση της δεξιότητας του στοχασμού και της αναλογίας μέσα από τη δημιουργική σύγκριση, η ενίσχυση των επικοινωνιακών και συνεργατι­ κών δεξιοτήτων, η κατανόηση του κύκλου της συμπεριφοράς του ανθρώπου, η βελτίωση του προφορικού λόγου. Τεχνικές: Δημιουργική σύγκριση μέσω του μοντέλου παρατήρησης Artful Thinking (AT) και τις βασικές ρουτίνες στοχαστικού διαλόγου με αφορμή έργα τέχνης, η παραγωγή έργου με αξιοποίηση της μικρής ομάδας. Υλικά: 5 κάρτες - έργα του Νικόλαου Γύζη, 20 φωτοτυπημένα έργα1, 5 φύλ­ λα εργασίας, σαρωτής, Η/Υ, προβολέας. Διάρκεια: 30 λεπτά της ώρας 12.00 – 12.30 του ωρολογίου προγράμματος. 4η δραστηριότητα: Αντιμετωπίζω τη θλίψη μου Περιγραφή: Η νηπιαγωγός κρατά στα χέρια της ένα άδειο πάνινο σακούλι που κλείνει με κορδόνι. Λέει στα παιδιά .. στα χέρια μου κρατώ ένα μαγικό σακούλι που κρύβει πολλές πρωτότυ- πες φρέσκιες ιδέες. Μόλις το ανοίξω όλες αυτές οι ιδέες θα φύγουν από το σακούλι μου και θα έρθουν σε σας αρκεί να είστε έτοιμοι με ανοιχτά τα μά- τια,με τεντωμένα τα αυτιά και με όλη σας την προσοχή εδώ για να τις αρπάξε- τε. Σσσς… δεν μιλάμε τώρα ανοίγω το μαγικό σακούλι μου. Όλες οι ιδέες έρ- χονται νάτες έφυγαν είναι όλες μέσα στο μυαλό σας. Τώρα που είστε γεμάτοι ιδέες για πείτε μου λοιπόν τι μπορούμε να κάνουμε όταν είμαστε λυπημένοι για να νοιώσουμε καλύτερα; Καταγράφουμε τις ιδέες των παιδιών ενθαρρύνοντάς τα για την πλέον πρωτότυπη ιδέα, δημιουργούμε τις ομαδοποιημένες ιδέες που προκύπτουν και δοκιμάζουμε κάποιες από αυτές πραγματοποιώντας τες. Στην περίπτω­ ση που τα νήπια δυσκολεύονται αρχικά βοηθούμε με δική μας ιδέα π.χ. για να νοιώσω καλύτερα όταν είμαι λυπημένη μου αρέσει να σχεδιάζω με ένα ξυλά- κι πάνω στην άμμο. Η καταγραφή των ιδεών των παιδιών βοηθά τη νηπιαγω­ γό να ανιχνεύσει τις πεποιθήσεις των παιδιών γύρω από αυτή τη στάση ζωής και να παρέμβει ανάλογα. Στόχος: Να εμβολιαστούν τα νήπια με την ιδέα της θετικής διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων, της αλλαγής στάσης και να καλλιεργήσουν τον παρατηρούντα εαυτό. 1. Πρόκειται για κάρτες των πινάκων του Νικόλαου Γύζη οι οποίες διατίθενται προς πώληση στην Εθνική Πινακοθήκη των Αθηνών. Κατά την χρήση των έργων τέχνης να έχουμε υπόψη την σχετική νομοθεσία για τα πνευματικά δικαιώματα. 188 Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου “ΑΝΤΙΟ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ” Τεχνική: Ομαδική ιδεοθύελλα, καταγραφή ιδεών, γνωσιακή αναδόμηση, εφαρμογή στο πεδίο. Διάρκεια: 15 λεπτά, 14.30 – 14.45 του ωρολογίου προγράμματος. Υλικά: ένα πάνινο σακούλι, χαρτί του μέτρου, μαρκαδόρους και ότι υλικά θα προκύψουν από τις ιδέες των παιδιών. 5η δραστηριότητα: Δεν κρύβω τα συναισθήματά μου Περιγραφή: Σε δυο κουτιά με τα αντίστοιχα σύμβολα (ένα για τα αγόρια και ένα για τα κορίτσια) έχουμε κάρτες με πρόσωπα τα οποία δείχνουν τα πέ­ ντε συναισθήματα που προαναφέραμε (θυμός, λύπη, ενοχή, συμπόνια, φόβος) κάθε συναίσθημα επί τέσσερα για να καλυφθεί η ομάδα των είκοσι νη­πίων. Προσέχουμε να υπάρχουν τόσες κάρτες όση η ολομέλεια, τόσα πρόσωπα αγοριών όσα είναι τα αγόρια και τόσα πρόσωπα κοριτσιών όσα είναι τα κορί­ τσια του τμήματός μας2. Καλούμε κάθε νήπιο να πάρει μια κάρτα, να την παρατηρήσει και να αναζη­ τήσει ένα παιδί με την ίδια κάρτα για να σχηματίσουν ένα ζευγάρι. Το ζευγάρι συζητά για το συναίσθημα που περιγράφει η κάρτα τους και αναζητούν τώρα το ζευγάρι που έχει τις ίδιες κάρτες σχηματίζοντας τετράδες. Κάθε τετράδα κάθεται στο ίδιο τραπεζάκι μιλούν χαμηλόφωνα για το συναίσθημα που κρα­ τάνε, η νηπιαγωγός ζητά ο καθένας να μοιραστεί με την ομάδα του αν ένοιω­ σε έτσι κάποια φορά και κατόπιν δίνει σε κάθε ομάδα το έργο το οποίο πρέ­ πει να παράγει (φύλλο εργασίας 2ο). Η ομάδα καλείται να συζητήσει και να διαγράψει με Χ όποιο από τα συ­ ναισθήματα που απεικονίζονται στο φύλλο εργασίας Νο1 προσπαθούμε πολ­ λές φορές να τα κρύψουμε και το ανακοινώνει στην ολομέλεια. Η νηπιαγω­ γός προσπαθεί να αφουγκραστεί την κοινή αναφορά που προκύπτει από τις ανακοινώσεις των ομάδων και την επισημαίνει καθώς τοποθετεί τις εργασίες των ομάδων στον πίνακα των εργασιών. Ταυτόχρονα σημειώνει στο ημερο­ λόγιό της χρήσιμα στοιχεία από τις ανακοινώσεις των ομάδων για αξιοποίη­ ση σε επόμενες παρεμβάσεις. Στόχοι: Να προσδιορίσουν τα νήπια τις πιθανές μη υγιείς αντιδράσεις τους, να ξεπεράσουν πιθανά συναισθήματα ενοχής, να καλλιεργήσουν επικοινωνι­ ακές και συνεργατικές δεξιότητες, να αντιληφθούν τις διατομικές διαφορές στις συναισθηματικές αντιδράσεις. Τεχνική: Παραγωγή έργου σε μικρές ομάδες, συζήτηση, παρουσίαση έρ­ γου ομάδας. 2. Σύμφωνα με βιβλιογραφικά δεδομένα στα προγράμματα συναισθηματικής αγωγής θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αναπαραστάσεις των συναισθημάτων αντίστοιχες για κάθε φύλο του παιδιού (Gross,1999, Harris& Olthott, 1982). 189 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Διάρκεια: 30 λεπτά της ώρας., 14.45 – 15.15 του ωρολογίου προγράμματος. Υλικό: 20 κάρτες (τα πρόσωπα του φύλλου εργασίας), το φύλλο εργα­σίας, Νο 2 επί πέντε, δυο χαρτόκουτα, μαρκαδόροι. Πιθανή προέκταση: Λογισμικό Kidspiration/emotioms.kid/emotion pictures/ θετικά και αρνητικά συναισθήματα. Κλείσιμο της ημέρας: Ζωγραφίζω για μένα – ζωγραφίζω για σένα – ζω- γραφίζω για όλους. Τα παιδιά σχηματίζουν έναν κύκλο κλειστό. Ο/η νηπιαγωγός μοιράζει χρωμα­ τιστά χαρτόνια Α4 ένα σε κάθε παιδί και εκείνο ζωγραφίζει ελεύθερα ότι θέ­ λει, από όσα βίωσε σήμερα στο νηπιαγωγείο. Ακούγεται μουσική. Μόλις ο/η νηπιαγωγός χαμηλώνει την μουσική οι ζωγραφιές αλλάζουν χέρια όπως κι­ νούνται οι δείκτες του ρολογιού. Αυτό επαναλαμβάνεται μέχρι να περάσουν όλες οι ζωγραφιές από όλα τα παιδιά και κάθε παιδί να έχει στα χέρια του την αρχική του ζωγραφιά. Ο/η νηπιαγωγός παρατηρεί και καταγράφει ότι σημα­ ντικό στοιχείο προκύψει από το σχέδιο ή από τα σχόλια των νηπίων ή τις γενι­ κότερες αντιδράσεις τους, προς αξιοποίηση στην αναστοχαστική διεργασία. Στόχος: Να εκφραστούν οι εμπειρίες και τα συναισθήματα της συγκεκρι­ μένης διδακτικής πρακτικής, να κοινοποιηθούν και να γίνουν αποδεκτά μέσα από την ανταλλαγή των σχεδίων σε επίπεδο ολομέλειας. Διάρκεια: 30 λεπτά της ώρας στο χρόνο 15.15 – 15.45 Υλικά; Χαρτόνια, μαρκαδόροι, CD μουσικής,. Τεχνική: Ελεύθερο σχέδιο σε συνεργατικό πλαίσιο, επαναδιατύπωση, πε­ ριγραφή της συλλογικής εμπειρίας, ανακεφαλαίωση, ανατροφοδότηση Φύλλα Εργασίας Φύλλα εργασίας 3ης δραστηριότητας Τι νομίζετε ότι σκέφτεται, πως νιώθει και τι θα κάνει το πρόσωπο του πί­ νακα; Σχεδιάστε το ή γράψτε το μέσα στα σύμβολα. (το πραγματικό μέγεθος είναι Α4 οριζόντιο). 190 Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου “ΑΝΤΙΟ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ”       191 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ   Φύλλο εργασίας 5ης   δραστηριότητας Ποιο συναίσθηµα κρύβουµε µερικές φορές; (διαγράψτε το µε ένα Χ)      ΕΝΟΧΗ                  ΘΥΜΟΣ                ΛΥΠΗ                  ΦΟΒΟΣ          ΣΥΜΠΟΝΙΑ               Αξιολόγηση     της διδακτικής    πρακτικής             Αξιολόγηση τηςΜετά πρακτικήςτης ιστορίας πραγµατοποιείται διαγνωστική την αφήγηση διδακτικής αξιολόγηση των εµπειριών και των πεποιθήσεων των παιδιών σχετικά µε το Μετά τηνθέµα αφήγηση της της απώλειας. ιστορίας Σ’ όλη την πορεία πραγματοποιείται της διδακτικής διαγνωστική αξιολόγησηπρακτικής πραγµατοποιείται των εμπειριών η διαµορφωτική και των πεποιθήσεων των παιδιών αξιολόγηση, σχετικά με µέσα τις δηµιουργίες το θέμα της απώ­ και τις ανακοινώσεις τους, µε στόχο την αναδιαµόρφωση λειας. Σ’ όλη την πορεία της διδακτικής πρακτικής πραγματοποιείται η δια- των δραστηριοτήτων. Η μορφωτικήνηπιαγωγός αξιολόγηση,παρατηρεί και καταγράφει μέσα τις δημιουργίες και τις ανακοινώσεις σηµαντικά τους, στοιχεία με κάθε στόχο τηνδραστηριότητας αναδιαμόρφωση αλλά τωνκαι τα σχόλια τωνΗπαιδιών, δραστηριοτήτων. νηπιαγωγός το βαθµό ενεργοποίησής παρατηρεί τους, σημαντικά και καταγράφει το είδος της συνεργασίας στοιχεία τους µέσα στην κάθε δραστηριότητας οµάδα αλλά και και τον τρόπο τα σχόλια λειτουργίας της, έτσι ώστε να επεξεργαστεί των παιδιών, το βαθμό ενεργοποίησής τους, το είδος της συνεργασίας τους θέµατα για επίλυση ή για μέσα στην ομάδα και τον τρόπο λειτουργίας της, έτσι ώστε να επεξεργαστεί θέματα για επίλυση ή για περαιτέρω διερεύνηση στην τελική αξιολόγηση. Η τελική αξιολόγηση γίνεται με το κλείσιμο της ημέρας μέσα από τα σχέδια και τα σχόλια των παιδιών. Όλα τα στοιχεία των καταγραφών, του φωτογραφικού υλικού και των σχεδίων αξιοποιούνται από την νηπιαγωγό για τον εμπλουτι­ σμό του portfolio και για την αναστοχαστική διεργασία. Βοηθούν επίσης στην απάντηση των εξής ερωτημάτων: 192 Αγγελική Θάνου, Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου “ΑΝΤΙΟ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ” Σχετικά με την εκπαιδευτική διαδικασία: • Εξοικειώθηκαν τα παιδιά με την αναγνώριση και την έκφραση των συ­ ναισθημάτων της απώλειας; • Επιτεύχθηκαν οι επιμέρους στόχοι; • Δόθηκε η ευκαιρία στο νήπιο που μας ενδιέφερε να εκφραστεί; • Υπήρξαν αρνητικές ή απρόβλεπτες αντιδράσεις κατά την αφήγηση της ιστορίας; • Προέκυψε ανάγκη για προέκταση της διδακτικής πρακτικής; • Αναδείχτηκε κάτι νέο για τις δυνατότητες των νηπίων στο συγκεκρι­ μένο πλαίσιο; Σχετικά με την αυτοαξιολόγηση της παρέμβασης της νηπιαγωγού • Δημιουργήθηκε θετικό κλίμα; • Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν κατάλληλο; • Οι ερωτήσεις, ο λόγος και οι οδηγίες ήταν σαφείς κατανοητές και υποβοηθητικές; • Παρατηρήθηκαν συστηματικά όλα τα νήπια; • Ακολουθήθηκαν οι κανόνες ηθικής δεοντολογίας Βιβλιογραφία Beck, Aaron. (1995). Cognitive Therapy: Basics and Beyond. New York: Guilford Press. Gross, James (1999). Emotion and emotion regulation. In Lawrence, Pervin & Oliver, John (eds), Handbook of personality: Theory and research (2nd ed., 525 – 552). New York: Guilford. Kendall, Philip (1991). Guiding theory for treating children and adolescents. In Kendall, Philip.C. (ed.), Child and adolescent therapy: cognitive-behavioural procedures. Guildford Press, New York. Olson, Ivan (2000). The Arts and Critical Thinking in American Education. London: Bergin and Garvey Wesport, Connecticat. Baum, Heike (2003). Η γιαγιά πήγε στον ουρανό; Αθήνα: Θυμάρι. Θάνου, Αγγελική & Νικολακοπούλου Αγγελική (2006), Αντίο μικρέ μου φίλε, Αντι- μετωπίζοντας τα συναισθήματα της θλίψης. (βιβλίο του γονέα). Αθήνα: Ελλη­ νικά Γράμματα. Θάνου, Αγγελική (2009). Το ψάρι που προσπαθεί: Ένα πρόγραμμα συναισθηματικής Αγωγής για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας. Αθήνα: Πατάκης. Κόκκος, Αλέξανδρος και συνεργάτες (2011). Εκπαίδευση μέσα από τις τέχνες. Αθήνα: Μεταίχμιο 193 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Stallard, Paul (2006). «Σκέφτομαι Σωστά – Νιώθω Καλά. Ένα εγχειρίδιο γνωσιακής – συμπεριφοριστικής θεραπείας για παιδιά και νέους (Μαρία Ζαφειροπούλου, Επιστημονική επιμέλεια). Αθήνα: Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός. Χατζηνικολάου Σοφία (2007). Αντίο Φρέντι, Θεσσαλονίκη: Copy City. Χατζηνικολάου Σοφία (2007). Στηρίζοντας το παιδί που θρηνεί: Ο ρόλος του σχο- λείου και της οικογένειας, Θεσσαλονίκη: Copy City. Χίγκαρτ, Μάρτζ (2006). Αντίο μικρέ μου φίλε: Τα παιδιά μαθαίνουν να αντιμετωπί- ζουν τη θλίψη από την απώλεια του κατοικίδιου της οικογένειας. (μτφ. Παπα­ χριστοφίλου Γιούλη). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Λογισμικά - Εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Οι απώλειες στη ζωή του παιδιού». (2008). Αγωγή Υγείας Π.Ε. Ανατ. Θεσσαλονίκης, Υπουργείο Παιδείας, Εθνικό Ίδρυμα Νεό­ τητας Θεσσαλονίκης. - Kidspiration Summary The teaching scenario by the title “Goodbye my little friend” attempts to help preschool education teachers approach the extremely sensitive and difficult issue of loss. Through the activities suggested here the preschoolers are “vaccinated” with knowledge, information and ideas, which give them the power to cope with various loss situations they will face during their life. Such interventions are usually imposed in Greek school environments due to specific conditions; yet, they should be implemented systematically and despite those conditions, in order to promote and support the “good life” of students. Αγγελική Θάνου Σχολική Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής, Δρ Π.Τ.Π.Ε. Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Κουμουνδούρου 11 Βόλος, 38221. 6971553363

[email protected]

Φωτεινή Γκαραγκούνη-Αραίου Νηπιαγωγός, Δρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Διονύσου 9, 38222, Βόλος 2421053349

[email protected]

194 Μιχαήλ Καλογιαννάκης ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΗΧΟΥ Παίζοντας στο ταξίδι του ήχου Μιχαήλ Καλογιαννάκης Στα πλαίσια του προτεινόμενου εκπαιδευτικού σεναρίου γίνεται προσπάθεια μέσα από συστηματικές δραστηριότητες να αναπτύξουν τα παιδιά τρόπους για τη γνωριμία με μία από τις βασικότερες ανθρώπινες αισθήσεις, την ακοή. Σκοπός – Στόχοι – Εκτιμώμενη διάρκεια Με το παρόν σενάριο τα παιδιά δρουν ως μικροί ερευνητές για να προσεγ­ γίσουν την έννοια του ήχου προσπαθώντας ταυτόχρονα να αναπτύξουν τρό­ πους για τη γνωριμία με μία από τις βασικότερες ανθρώπινες αισθήσεις, την ακοή. Ουσιαστικά, συνδέουν την ακοή με τις υπόλοιπες αισθήσεις κατανοώ­ ντας την πολύτιμη λειτουργία της αλλά και ευαισθητοποιούνται απέναντι στους ανθρώπους με προβλήματα ακοής. Εργάζονται σε ομάδες για να αναγνωρί­ σουν βασικούς ήχους από τη φύση, την καθημερινή ζωή και τον εαυτό τους και παράγουν σύνθετους ήχους κατανοώντας ότι ο ήχος δεν αποτελεί μέρος ενός μουσικού οργάνου. Οι επιμέρους στόχοι για το προτεινόμενο σενάριο συνοψίζονται στο: • Να εργαστούν σε ομάδες για τις διερευνήσεις τους για τον ήχο. • Να γνωρίσουν τρόπους παραγωγής του ήχου. • Να αναπτύξουν τρόπους για την προστασία του ανθρώπου από την ηχορύπανση αναπτύσσοντας περιβαλλοντική συνείδηση. • Να αναζητήσουν διάφορες μορφές οπτικοακουστικής έκφρασης. • Να αξιολογούν τα δυσάρεστα αποτελέσματα της υπερβολικής αύξη­ σης της έντασης του ήχου. (Περιβάλλον) • Να εκφράζουν τα συναισθήματα των ανθρώπων μέσα από τα προτει­ νόμενα θεατρικά παιχνίδι για τον ήχο και το ταξίδι του. • Να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα για τον ήχο. • Να ζωγραφίσουν το χρώμα και το σχήμα που θα είχαν οι ήχοι γύρω μας καθώς και να φανταστούν τη μυρωδιά και τη γεύση που θα είχαν αυτοί οι ήχοι. • Να φανταστούν τη ζωή σ’ ένα κόσμο χωρίς καθόλου ηχητικά ερεθί­ σματα. (Δημιουργία - Έκφραση) • Να ακούν με προσοχή τον αφηγητή, να εκτιμούν τη σημασία να αφη­ γούμαστε ολοκληρωμένα μια ιστορία. 195 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Να κατανοούν το περιεχόμενο της αφήγησης (π.χ. οι μύθοι για τους ήχους) και να συνθέτουν ομαδικά μια ιστορία αξιοποιώντας τις εμπει­ ρίες όλων των μελών της ομάδας. • Να συμμετέχουν σε συζητήσεις γύρω από τους μύθους για τον ήχο. • Να εκφράζουν απορίες και να προτείνουν λύσεις. (Γλώσσα) • Να ερμηνεύουν στοιχεία από τον κόσμο που τα περιβάλλει μέσα από διαδικασίες παρατήρησης, συλλογής δεδομένων και συμβολικής ανα­ παράστασης. • Να βελτιώσουν την κριτική ικανότητα και την παρατηρητικότητά τους. • Να δημιουργούν απλούς πίνακες (καταλόγους) με βασικές οδηγίες (π.χ. για την ηχορύπανση). • Να είναι ικανοί να ταξινομούν καθημερινούς ήχους σε ευχάριστους και δυσάρεστους. (Μαθηματικά) • Να αξιοποιούν τις ΤΠΕ με την επιλογή κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού από επιλεγμένες ιστοσελίδες: http://www.poissonrouge.com/, http://atlaswikigr.wetpaint.com καθώς και κατάλληλων λογισμικών όπως το λογισμικό εννοιολογικής χαρτογράφησης kidspiration. • Να χρησιμοποιούν εικόνες που θα αναζητήσουν στο διαδίκτυο στις επιμέρους δραστηριότητες του σεναρίου. (Τεχνολογία) Η διδακτική παρέμβαση υπολογίζεται να διαρκέσει τρεις ημέρες και οι προτεινόμενες δραστηριότητες ανά ημέρα είναι διάρκειας 90΄ με δυνατότη­ τα αύξησης ή και μείωσης του παραπάνω χρονικού ορίου με βάση το ενδια­ φέρον και τις δυνατότητες των παιδιών και τις προτάσεις που ενδέχεται να κάνουν αφού ο ρόλος τους είναι ενεργός. Γενικότερα, η παρέμβαση ολοκληρώνεται όταν τα παιδιά και η/ο εκπαιδευ­ τικός το ορίσουν. Για τον ακριβέστερο χρονικά προσδιορισμό της διδακτικής παρέμβασης είναι σημαντικό να είμαστε ιδιαίτερα ανεκτικοί στα χρονικά περι­ θώρια στα οποία θα υλοποιούνται οι προτεινόμενες δραστηριότητες οι οποίες είναι ενδεικτικές. Θα πρέπει να επιτρέπουμε στα παιδιά να επαναλαμβάνουν τις δραστηριότητες που τα ικανοποιούν και που συμβάλλουν κατά την άποψή μας θετικά στην υλοποίηση των επιμέρους στόχων της διδακτικής παρέμβα­ σης. Ο γενικότερος τρόπος οργάνωσης και υλοποίησής τους εξαρτάται από τις εμπειρίες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών καθώς και το γενικότερο πλαί­ σιο του εκάστοτε νηπιαγωγείου που εφαρμόζει το σενάριο. 196 Μιχαήλ Καλογιαννάκης ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΗΧΟΥ Γενική Περιγραφή του σεναρίου Α΄ ημέρα 1η Δραστηριότητα: Ανακαλύπτω με το αυτί μου τους ήχους Μετά από μια μικρή εισαγωγική συζήτηση για ένα βασικό όργανο του ανθρώ­ πινου σώματος, το αυτί τα παιδιά ακούνε προσεκτικά και προσπαθούν να μα­ ντέψουν διάφορους απλούς ηχογραφημένους ήχους από τη φύση (π.χ. βρο­ χή, άνεμος, φλοίσβος της θάλασσας, παφλασμός των κυμάτων, κελάρυσμα του νερού, θρόισμα των φύλλων, βροντή) από την καθημερινή ζωή (π.χ. δι­ πλανές τάξεις, μέσα μεταφοράς, μουσικά όργανα, ρολόγια) και ήχους από τον ίδιο τον εαυτό τους (π.χ. αναπνοή, χτύποι καρδιάς). Χρησιμοποιώντας ηχογραφήσεις του/της διδάσκοντα/διδάσκουσας από τη φύση, την καθημερινή ζωή και από τον ίδιο τον άνθρωπο, τα παιδιά στη συ­ νέχεια σ’ ένα παιχνίδι καταιγισμού ιδεών μαντεύουν τους διάφορους ήχους που άκουσαν και αφήνουν τη φαντασία τους να ταξιδέψει. Προτείνεται να αναζητηθούν διάφοροι ήχοι από την αίθουσα ή την αυλή του νηπιαγωγείου. Τα παιδιά συνεργάζονται σε ομάδες και αναζητούν εικόνες από τη βιβλι­ οθήκη του νηπιαγωγείου ή/και το διαδίκτυο με το ανθρώπινο αυτί καθώς και τα αυτιά διαφόρων ζώων. Επίσης, αναζητούν εικόνες από δελφίνια τα οποία δεν έχουν καλή όραση και εκπέμπουν ήχους για να προσανατολιστούν και να βρουν την τροφή τους και παρακολουθούν μικρά αποσπάσματα από μια εκπομπή ή ένα δελτίο ειδή­ σεων στη νοηματική γλώσσα. Στόχος: Να γνωρίσουν μία από τις βασικότερες ανθρώπινες αισθήσεις, την ακοή και να μπορούν να συσχετίσουν το αυτί με την ακοή και να κατανοήσουν το ρόλο του αυτιού ως δέκτης του ήχου καθώς και να αναγνωρίζουν βασικούς ήχους από τη φύση, την καθημερινή ζωή και τον εαυτό τους. Να αναγνωρί­ ζουν απλούς ήχους που δημιουργούνται από διαφορετικές ηχητικές πηγές. Διάρκεια: 30 λεπτά. Τεχνική: Αφήγηση, ακρόαση, ερωτήσεις-απαντήσεις, καταιγισμός ιδεών, εργασία σε ομάδες. 2η Δραστηριότητα: Η ακοή και οι υπόλοιπες ανθρώπινες αισθήσεις Τα παιδιά παρακολουθούν ένα μικρό απόσπασμα από την ταινία «Πολίτικη Κουζίνα» (2003) του σκηνοθέτη Τάσου Μπουλμέτη, http://www.youtube.com/ watch?v=3Fgtdt8fCow Ουσιαστικά, πρόκειται για το ταξίδι μέσα στο χώρο και στο χρόνο του μι­ κρού Φάνη και της οικογένειάς του, από την Πόλη στην Αθήνα. Συνοδοιπόρος του Φάνη σ’ αυτό το μακρύ ταξίδι είναι τα λόγια του παππού του και οι ανα­ 197 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μνήσεις που κράτησε καλά φυλαγμένες στο μυαλό του, αναμνήσεις και λό­ για πλημμυρισμένα από χρώμα, ήχους, γεύσεις και κυρίως, αρώματα και μυ­ ρωδιές. Για τη δραστηριότητα αυτή τα παιδιά παροτρύνονται να συζητήσουν στην ομάδα τους και στη συνέχεια στην ολομέλεια προσπαθώντας να συνδέ­ σουν τη γεύση με τις υπόλοιπες ανθρώπινες αισθήσεις και ιδιαίτερα την ακοή. Εναλλακτικά, αν δεν υπάρχει η τεχνολογική δυνατότητα για την προβολή των αποσπασμάτων της ταινίας προτείνεται να δοθεί στις ομάδες το έργο «Το Καρναβάλι του Αρλεκίνου» (“Le Carnaval d’ Arlequin”) του Joan Miro (1924- 25) και να τα παροτρύνουμε με τις κατάλληλες ερωτήσεις παρατηρώντας τον πίνακα να συνδέσουν όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις. Εικόνα 1: «Το Καρναβάλι του Αρλεκίνου» του Joan Miro Ο Miro ανήκει στους σουρεαλιστές ζωγράφους. Το έργο του διακρίνεται από λυρισμό, ποίηση, φαντασία, χιούμορ, ευρηματικότητα, τόλμη και πολυ­ μορφία, χαρακτηριστικά στοιχεία που ταιριάζουν με τον αυθορμητισμό της παιδικής ηλικίας. Ζωγραφίζει κάθε είδους σχήματα, γραμμές και φόρμες δη­ μιουργώντας ρυθμό, κίνηση, σιωπές ή εντάσεις, χωρίς όμως να εντάσσονται σε κάποια φανερή σύνθεση ή να εξυπηρετούν έναν εμφανή σκοπό. Τα χρώ­ ματά του προορίζονται στα τρία βασικά και στο άσπρο και μαύρο. Με βασικά υλικά μπλοκ, μπογιές, αρωματικά φυτά, διάφορα μυρωδικά τα παιδιά μετά από παρότρυνση του/της νηπιαγωγού εργάζονται σε μικρές ομάδες και προσπαθούν να ζωγραφίσουν το χρώμα και το σχήμα που θα εί­ χαν οι ήχοι γύρω μας, να φανταστούν τη μυρωδιά και τη γεύση που θα είχαν οι ήχοι γύρω μας. Στόχος: Να συνδέσουν την ακοή με τις υπόλοιπες ανθρώπινες αισθήσεις Διάρκεια: 30 λεπτά. Τεχνική: Διδασκαλία μέσα από την τέχνη (ομαδική δράση). 3η Δραστηριότητα: Παραγωγή απλών και σύνθετων ήχων Παίζουμε ένα παιχνίδι με τα παιδιά ζητώντας τις απόψεις τους σε μερικά απλά ερωτήματα (π.χ. «πώς κάνουμε ήχους;») και με βάση τις διαφορετικές από­ 198 Μιχαήλ Καλογιαννάκης ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΗΧΟΥ ψεις που θα προκύψουν οδηγούμαστε σε κοινά αποδεκτά συμπεράσματα για την παραγωγή του ήχου. Στη συνέχεια, τα παιδιά συνεργάζονται σε ομάδες προσπαθώντας να υλο­ ποιήσουν τους διαφορετικούς τρόπους παραγωγής του ήχου. Δίνονται στα παιδιά απλές εμπειρίες παραγωγής ήχου (π.χ. να τραγουδήσουν, να χτυπή­ σουν χέρια-πόδια, να δημιουργήσουν μια μικρή ηχο-ορχήστρα, να παίξουν διά­ φορα μουσικά όργανα κλπ.) που ίσως δεν είχαν ανακαλύψει στο αρχικό στάδιο. Επίσης προτείνεται επιλογή οπτικοακουστικού υλικού από την ιστοσελί­ δα: http://www.poissonrouge.com/ που αποτελεί ουσιαστικά ένα ψηφιακό δι­ αδραστικό παιδότοπο για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Στόχος: Να είναι ικανοί/ές να παράγουν απλούς ήχους, να κατανοήσουν ότι ο ήχος δεν αποτελεί μέρος ενός μουσικού οργάνου καθώς και να δημι­ ουργούν μικρές ηχοϊστορίες. Διάρκεια: 30 λεπτά. Τεχνική: Ερωτήσεις-απαντήσεις με βασικό στόχο να στοχαστούν τα παι­ διά πάνω στο θέμα της παραγωγής του ήχου και να διευκολυνθεί η επικοινω­ νία και η συνεργασία τους. Β΄ ημέρα 1η Δραστηριότητα: Πειράματα παραγωγής ήχου Σε πρώτο στάδιο προτείνουμε την παραγωγή ήχων με απλά υλικά τα οποία μοιράζουμε στα παιδιά που συνεργάζονται σε ομάδες. Ειδικότερα, παράγου­ με ήχους με τη χορδή μιας κιθάρας που την τραβάμε απότομα, με μια κόρνα παιχνιδιού που ακούγεται όταν την πιέζουμε, με πέτρες που τις χτυπάμε με­ ταξύ τους, μ’ ένα κύμβαλο που το χτυπάμε. Σ’ ένα δεύτερο στάδιο στερεώνουμε μ’ ένα λαστιχάκι μια πλαστική μεμ­ βράνη πάνω σ’ ένα μεταλλικό κουτί από μπισκότα για να κατασκευάσουμε ένα είδος τύμπανου. Τεντώνουμε τη μεμβράνη και ρίχνουμε πάνω της μικρή ποσότητα καφέ. Κρατάμε το καπάκι σε μικρή απόσταση και το χτυπάμε με τη ξύλινη κουτάλα. Τα παιδιά περιγράφουν τι έχουν δει, συγκρίνουν τα αποτελέσματα παρα­ γωγής ήχου όλων των ομάδων και επαναλαμβάνουν πολλές φορές το ίδιο πείραμα. Στόχος: Να παράγουν με διάφορους τρόπους (απλές πειραματικές διαδι­ κασίες) απλούς αλλά και περισσότερο σύνθετους ήχους κυρίως από την κα­ θημερινή ζωή. Διάρκεια: 45 λεπτά. Τεχνική: Πείραμα – ομαδική δράση. 199 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 2η Δραστηριότητα: Οι ώρες κοινής ησυχίας Με τη δραστηριότητα αυτή επιχειρείται η σύνδεση των διαφόρων τρόπων πα­ ραγωγής του ήχου με τις ώρες κοινής ησυχίας. Με βάση την υλοποίηση ενός απλού θεατρικού παιχνιδιού όπου τα παιδιά μιμούνται τις φωνές των συμ­ μαθητών/τριών τους καθώς και διαφόρων ήχων που έχουν παραχθεί από τις προτεινόμενες δραστηριότητες της Α΄ μέρας. Στη συνέχεια, αυξομειώνοντας την ένταση της ομιλίας τους προσπαθούν να εντοπίσουν τα όρια στα οποία ένας ήχος είναι ενοχλητικός. Τα παιδιά συνεργάζονται για να δημιουργήσουν ένα κατάλογο με ευχά­ ριστους και δυσάρεστους ήχους (θορύβους) από τη φύση (π.χ. βροχή, άνε­ μος, φλοίσβος της θάλασσας, παφλασμός των κυμάτων, κελάρυσμα του νε­ ρού, θρόισμα των φύλλων, βροντή) και από την καθημερινή ζωή (π.χ. διπλανές τάξεις, μέσα μεταφοράς, μουσικά όργανα, ρολόγια) και από τον εαυτό τους (π.χ. αναπνοή, χτύποι καρδιάς). Επίσης, τα παιδιά παροτρύνονται να εργαστούν σε ομάδες χρησιμοποιώ­ ντας το λογισμικό εννοιολογικής χαρτογράφησης kidspiration. Το λογισμικό αυτό διαθέτει κατάλληλα προσαρμοσμένη διεπιφάνεια χρήσης για παιδιά μι­ κρής ηλικίας που παρέχει τη δυνατότητα για συνεργασία στο διαδίκτυο, εν­ σωμάτωση νέων εικόνων, δημιουργία νέων βιβλιοθηκών με αντικείμενα καθώς και προσθήκη (ενοχλητικών και μη ενοχλητικών) ήχων. Στόχος: Να κατανοήσουν την πολύτιμη λειτουργία της ακοής και να ευαι­ σθητοποιηθούν απέναντι στις ώρες κοινής ησυχίας. Διάρκεια: 45 λεπτά. Τεχνική: Φωνητική αναπαραγωγή και αναγνώριση ηχογραφημένων ήχων, Θεατρικό παιχνίδι, εργασία σε ομάδες, εργασία στους Η/Υ, λογισμι­ κό Kidspiration. Γ΄ ημέρα 1η Δραστηριότητα: Μύθοι για τον ήχο - Η νύμφη ηχώ Ο/η νηπιαγωγός διαβάζει στα παιδιά το μύθο για τη νύμφη ηχώ, γνωστή για τη μελωδική φωνή της. Η Ηχώ, σε μια περιπλάνησή της στα δάση, είδε και ερω­ τεύτηκε το Νάρκισσο. Προσπάθησε να τον σαγηνέψει με την ομορφιά της, αλλά εκείνος ήταν απορροφημένος από τη δική του ομορφιά. Χρησιμοποίη­ σε τότε τη φωνή της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Η απόρριψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα η νύμφη να πέσει σε βαθιά θλίψη, να κρύβεται στα δάση και η φυσική της υπόσταση να εξαφανιστεί σιγά-σιγά έτσι ώστε να μείνει μόνο η φωνή της, που κι αυτή ακόμα ακούγεται σαν επα­ νάληψη λέξεων άλλων. Έτσι όταν οι θεοί από οίκτο τη μεταμόρφωσαν σε βρά­ 200 Μιχαήλ Καλογιαννάκης ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΗΧΟΥ χο, διατήρησε την ιδιότητα της επανάληψης των τελευταίων συλλαβών της όποιας φωνής έφθανε σ’ αυτόν. Στη συνέχεια, τα παιδιά συνεργάζονται και αναζητούν στη βιβλιοθήκη του νηπιαγωγείου ή/και στο διαδίκτυο μύθους και θρύλους διαφόρων λαών για το ήχο. Ειδικότερα, μέσα από τη συνεργασία των ομάδων αναζητούνται στοι­ χεία και μύθοι για τον ήχο από την ιστοσελίδα Atlas wiki: http://atlaswikigr. wetpaint.com καθώς και εικόνες από αρχαία θέατρα/στάδια όπου ήταν κα­ τάλληλα φτιαγμένα ώστε οι ανακλάσεις του ήχου να μπορούν να αποβούν σε όφελος της ακουστικής. Τα παιδιά καλούνται να εκτελέσουν σε ομάδες ένα μικρό θεατρικό αναπα­ ριστώντας με το σώμα τους το ταξίδι του ήχου στη μυθολογία και στην ιστο­ ρία ή/και να δραματοποιήσουν το μύθο της ηχούς. Στόχος: Να εκτιμούν την πολιτισμική διάσταση των φυσικών επιστημών και να κατανοούν διάφορους μύθους και εικόνες με περιεχόμενο σχετικό με τα ηχητικά φαινόμενα. Διάρκεια: 30 λεπτά. Τεχνική: Αφήγηση, ακρόαση, ερωτήσεις-απαντήσεις, παιχνίδι ρόλων. 2η Δραστηριότητα: Επαγγέλματα εκτεθειμένα σε ενοχλητικούς ήχους – Ηχορύπανση - Πράσινες πόλεις Τα παιδιά εργάζονται σε ομάδες και αναζητούν φωτογραφίες από βιβλία της βιβλιοθήκης του νηπιαγωγείου ή/και από το διαδίκτυο για διάφορα επαγγέλ­ ματα που είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα σε ενοχλητικούς ήχους. Αναζητούν στο διαδίκτυο καταπράσινες πόλεις και σχετικά κείμενα που να συνδέουν την ηχο­ ρύπανση με το πράσινο. Επίσης, τους ζητάμε να αναζητήσουμε με τη βοήθεια του Η/Υ σε πύλες και μηχανές αναζήτησης εικόνες από αυτοκινητόδρομους που περνούν από κατοικημένες περιοχές. Στη συνέχεια, ανά ομάδα δημιουργούν ένα κατάλο­ γο με τις βασικές οδηγίες για να ακούμε σωστά και να απολαμβάνουμε τη μουσική καθώς και τα βασικά μέτρα καθώς και τα βασικά μέτρα προστασίας από την ηχορύπανση. Στόχος: Να εκτιμήσουν τη αξία της αίσθησης της ακοής στα διάφορα επαγ­ γέλματα και να αναφερθούν σε μέτρα προστασίας των επαγγελμάτων που είναι εκτεθειμένα σε δυσάρεστους ήχους καθώς και να αναπτύξουν τα βασι­ κά μέτρα προστασίας από την ηχορύπανση δημιουργώντας ταυτόχρονα πε­ ριβαλλοντική συνείδηση. Διάρκεια: 30 λεπτά. Τεχνική: Εργασία σε ομάδες, αξιοποίηση του Η/Υ. 201 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 3η Δραστηριότητα: Προβολή αποσπασμάτων από την ταινία ‘‘Modern Times’’ Τα παιδιά προτείνεται να παρακολουθήσουν αποσπάσματα από την ταινία “Modern Times” του Charlie Chaplin. Το κωμικό στοιχείο στην ταινία αυτή λει­ τουργεί ανατρεπτικά καθώς παρουσιάζει κριτικά και ειρωνικά το πειθαρχικό σύ­ στημα της φυλακής που οδηγείται ο πρωταγωνιστής («αλήτης») και τους εργο­ στασίου και τις μεταξύ τους ομοιότητες. Η επιλογή του Τσάπλιν να γυρίσει την ταινία βωβή προσδίδει βάθος και μοναδική εκφραστική δύναμη στην αφήγηση. Τα παιδιά με κατάλληλες ερωτήσεις εξοικειώνονται με την έννοια του ήχου και αρχίζουν να ευαισθητοποιούνται απέναντι στους ανθρώπους με προβλή­ ματα ακοής. Επίσης, ενθαρρύνονται να επεξεργαστούν μια ανάλυση του έρ­ γου ή των αποσπασμάτων που προβάλλουμε και να δημιουργήσουν σε ομάδες νέες υποθετικές εκδοχές, δοκιμάζοντας διαφορετικές επιλογές της ιστορίας. Παίζουμε ένα παιχνίδι στην τάξη σε ομάδες κατά τη διάρκεια του οποίου προσπαθούμε να μη μιλήσουμε για 3-5 λεπτά αλλά να συνεχίσουμε να επι­ κοινωνούμε Στόχος: Να αναγνωρίζουν την πολύτιμη ανθρώπινη αίσθηση της ακοής και να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στους ανθρώπους με προβλήματα ακοής. Διάρκεια: 30 λεπτά (δεν συμπεριλαμβάνεται η προβολή των αποσπασμά­ των της ταινίας). Τεχνική: Διδασκαλία μέσα από την τέχνη, ερωτήσεις-απαντήσεις, καται­ γισμός ιδεών, δραματοποίηση που βοηθάει τα παιδιά να αντιληφθούν καλύ­ τερα τις συνθήκες παραγωγής του ήχου και να δουν τις επιλογές τους, με άλλη ματιά. Συμβατότητα με τις αρχές και τους στόχους των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών του Νέου Σχολείου Ο ήχος αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεματική ενότητα από τις φυ­ σικές επιστήμες για το Νηπιαγωγείο που προωθεί την επικοινωνία και την αλ­ ληλεπίδραση, άρα και τη διαμόρφωση διαπροσωπικών σχέσεων. Επιτρέπει όχι μόνο την έκφραση συναισθημάτων με τη σύνδεση μουσικής και σκέψεων αλλά προάγει και τη δυνατότητα επιχειρηματολογίας και συνθηκών διαπραγ­ μάτευσης ιδεών που αποτελούν βασικές αρχές του Νέου Σχολείου. Ο ήχος ως διδακτικό αντικείμενο, μπορεί να διευρύνει την καλλιέργεια κινή­ τρων για την ενεργοποίηση της συμμετοχής των μαθητών. Επίσης, μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση, σχεδιασμό και οργάνωση ευκαιριών για εμπλου­ τισμό των πεδίων μάθησης καθώς επίσης και την παραγωγή πρωτότυπου έρ­ γου με την αξιοποίηση των ΤΠΕ. 202 Μιχαήλ Καλογιαννάκης ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΗΧΟΥ Τα Νέα Προγράμματα Σπουδών δίνουν έμφαση στη προώθηση της ψηφι­ ακής επικοινωνίας, στη μάθηση μέσα από την τέχνη, και επίσης καθιερώνει τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και μαθητών στη γενικότερη αξιολογική διαδι­ κασία, στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στις δραστηριότητες του προτει­ νόμενου σεναρίου. Αξιολόγηση Κατά την εφαρμογή του σεναρίου, ο/η εκπαιδευτικός και οι μαθητές/μαθήτρι­ ες του ενδέχεται να έχουν πραγματοποιήσει την αξιολόγησή της, μέσα από μια αναστοχαστική διεργασία. Αυτή μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί: • κατά τη διάρκεια εφαρμογής των δραστηριοτήτων (διαμορφωτική αξι­ ολόγηση) με σκοπό την αναδιαμόρφωσή τους, • στο τέλος της εφαρμογής του σεναρίου για να ακολουθήσει μια εποι­ κοδομητική συζήτηση που θα οδηγήσει σε αναπροσαρμογές, επε­ κτάσεις, κτλ. Βιβλιογραφία Hewitt Paul (2005). Οι έννοιες της φυσικής. (Τομ. Ι). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Καλογιαννάκης, Μιχαήλ. (2009). Διδακτική των Φυσικών Επιστημών στην Προσχο­ λική Εκπαίδευση: μια επισκόπηση του πεδίου, Κίνητρο, 10, 33-52. Kalogiannakis Michail, Rekoumi Charikleia, Antipa Ekaterini, & Poullou Vassiliki (2010). Preschool education and geology within the scope of environmental education: the case of a teaching intervention at kindergarten, In J. Holbrook, M. Rannikmäe, R. Soobard, B. Cavas & M. Kim (Eds.) Proceedings of the 3rd World Conference on Science and Technology Education (ICASE 2010), Innovation in Science and Technology Education: Research, Policy, Practice, 159-163, Tartu, Estonia, 28 June - 2 July, 2010. Πλακίτση Κατερίνα (2008). Διδακτική των Φυσικών Επιστημών στην προσχολική και στην πρώτη σχολική ηλικία: σύγχρονες τάσεις και προοπτικές. Αθήνα: Πατάκης. Ραβάνης Κωνσταντίνος (1999). Οι Φυσικές Επιστήμες στην Προσχολική Εκπαί- δευση, Διδακτική και γνωστική προσέγγιση. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός. Χατζηγεωργίου Ιωάννης (2003). Ήχος, φως, νερό και αέρας. Ξεκίνημα στις Φυσι- κές Επιστήμες. Αθήνα: Γρηγόρης. Χρηστίδου Βασιλεία (επιμ.) (2008). Εκπαιδεύοντας τα μικρά παιδιά στις Φυσικές Επιστήμες. Ερευνητικοί προβληματισμοί και παιδαγωγικές πρακτικές. Θεσσα­ λονίκη: Αφοι Κυριακίδη. 203 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract In this study we have developed an educational scenario for teaching sound to children in early childhood. The principles of the Major Program for Training (Meizon Programma Epimorfosis) of the Pedagogical Institute were main theoretical tools for creating this scenario. Sound is a very interesting thematic section of Physical Sciences for kindergarten. The proposed scenario can propel communication and interaction among infants, and therefore the configuration of interpersonal relations, since it not only allows emotional expression connected to music, but also the exchange of thoughts. Also, it propels to infants the possibility of exchanging arguments and negotiates their ideas and opinions. Μιχαήλ Καλογιαννάκης Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Κρήτης Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης Τ.Κ. 74100 Ρέθυμνο Τηλ. 2831077789, Φαξ 2831077654

[email protected]

204 Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΡΩΤΩ, ΚΟΙΤΩ, ΨΑΧΝΩ ΚΑΙ ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ: ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΕΧΝΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ Εκπαιδευτικό σενάριο με θέμα: Ρωτώ, κοιτώ, ψάχνω και μαθαίνω για την πόλη μου: Οι χώροι Τέχνης των Χανίων Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη Στη παρούσα εργασία παρουσιάζεται ένα εκπαιδευτικό σενάριο για το νηπια­ γωγείο το οποίο υλοποιήθηκε στα πλαίσια της επιμόρφωσης της δημιουργού του σεναρίου στο Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης του Παιδαγωγικού Ινστι­ τούτου. Αναλυτικότερα, παρουσιάζονται το θεωρητικό πλαίσιο, η συμβατότητα με τις αρχές του Νέου Σχολείου, το πλαίσιο της τάξης, οι στόχοι της διδακτι­ κής παρέμβασης καθώς και τα κριτήρια επιλογής των δραστηριοτήτων. Επί­ σης, αναλύονται οι επιμέρους δραστηριότητες, τα υλικά τα οποία που απαι­ τούνται για την υλοποίησή τους και οι βασικότεροι άξονες αξιολόγησής της. Το σενάριο αποτελεί μια ολοκληρωμένη παιδαγωγική-διδακτική στρατηγι­ κή δραστηριοτήτων για την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος: «ποιοι είναι οι χώροι, μέσα στους οποίους μπορεί να δει κάποιος πίνακες ζωγραφι­ κής στην πόλη μας (τα Χανιά)». Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς ως μια πτυχή του σχεδίου εργασίας με θέμα «Οι ζωγρά­ φοι της πόλης μας (Χανιά)» (Clark, 2002· Katz &Chard, 1996). Η εμπλοκή της τάξης με το συγκεκριμένο θέμα διερεύνησης με αφορμή μια αφίσα για μια έκ­ θεση ζωγραφικής Χανιώτη ζωγράφου σε μια αίθουσα Τέχνης της πόλης μας (Τα Χανιά) έγινε με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: • Την καταλληλότητά του σύμφωνα με τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών στο πλαίσιο του σχεδίου εργασίας που ήδη είχαν εμπλακεί. • Το βαθμό στον οποίο υπηρετούσε τις επιδιώξεις του Αναλυτικού Προ­ γράμματος • Τις ευκαιρίες που προσέφερε για εργασία διαθεματικής μορφής και παιδαγωγικής των πολυγραμματισμών, με για τη χρήση ποικιλίας ση­ μειωτικών τρόπων, για την ανάπτυξη της δημιουργικότητας των παι­ διών, καθώς και για την άσκησή τους σε ερευνητικές διεργασίες. • Τα μέσα που διέθεταν τα νηπιαγωγεία. Στο εκπαιδευτικό σενάριο εμπλέκονται οι ακόλουθες μαθησιακές περιο­ χές: Παιδί και Περιβάλλον: Φυσικό & Ανθρωπογενές Περιβάλλον και Αλληλε­ πίδραση. Γλώσσα: Προφορικός-Γραπτός λόγος/Πολυγραμματισμοί. Μαθημα­ τικά: Oμαδοποιήσεις, κατηγοριοποιήσεις, οργάνωση δεδομένων. Δημιουργία και έκφραση: Εικαστικά, Οπτικός Γραμματισμός. Πληροφορική. Να σημειώ­ σουμε όμως ότι οι γνωστικές περιοχές δεν αντιμετωπίζονται ως διακριτά δι­ 205 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ δακτικά αντικείμενα αλλά, με διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, επιδιώκε­ ται η κατάκτηση συναφών μαθησιακών στόχων. Γενικός σκοπός - Στόχοι - Διάρκεια της παρέμβασης Γενικός Σκοπός: Να γνωρίσουν τα νήπια κάποιες πτυχές του άμεσου φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος τους (τους χώρους, μέσα στους οποίους μπορεί να δει κάποιος πίνακες ζωγραφικής στην πόλη των Χανίων) μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στη συλλογή, την επεξεργασία και τη διάχυση των σχετικών πληροφοριών. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από την αρχική και την οριστική διαπραγμάτευσή τους με τα παιδιά, τέθηκαν οι ακόλουθοι ρεαλιστι­ κοί, απλοί και υλοποιήσιμοι στόχοι: • Να συλλέξουν πληροφορίες για τον τόπο τους, και ειδικότερα για τους χώρους που φιλοξενούν πίνακες ζωγραφικής. • Να συμμετέχουν σε συζητήσεις και να χρησιμοποιούν στοιχειώδη επι­ χειρηματολογία, να παίρνουν τη σειρά τους για να μιλήσουν.. • Να γνωρίσουν (τους χώρους, μέσα στους οποίους μπορεί να δει κά­ ποιος πίνακες ζωγραφικής στην πόλη των Χανίων) και να παρουσιά­ σουν αυτά που έμαθαν στους άλλους (γονείς-φίλους). Επίσης, υποθέσαμε ότι στο πλαίσιο του παρόντος σεναρίου τα παιδιά θα είχαν τις ευκαιρίες: να γράφουν όπως μπορούν και να δημιουργούν δικά τους κείμενα. Nα εμπλουτίσουν το λεξιλόγιό τους με λέξεις που αναφέρονται στην Τέχνη και χρησιμοποιούνται στο λόγο σε κυριολεκτικό και μεταφορικό επί­ πεδο. Να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα για την ικανοποίηση διαφόρων ανα­ γκών τους σε διαφορετικά πλαίσια. Να έρθουν σε επαφή και να μπορέσουν να αναγνωρίζουν και να διακρίνουν με βάση τα τυπογραφικά χαρακτηριστικά και τη λειτουργία τους τούς προσκλήσεις, αφίσες). Να αναπτύξουν τη δημι­ ουργικότητά τους συμμετέχοντας σε εικαστικές δημιουργίες Περιγραφή του σεναρίου Η τελική μορφή του σεναρίου προέκυψε μέσα από τη διαρκή και, κατά βήμα των δραστηριοτήτων συζήτησή του με τα παιδιά, τα οποία με τις ιδέες τους και την από κοινού με τις εκπαιδευτικούς και τη Σχολική Σύμβουλο διαπραγ­ μάτευση, συμμετείχαν ενεργά στην οριστική διαμόρφωσή του (Ματσαγγού­ ρας, 2006). Έτσι, παιδοκεντρικές αρχές που έχουν να κάνουν με τη συμμε­ τοχή των παιδιών στη διατύπωση των ερωτημάτων προς απάντηση διέτρεχαν από την αρχή μέχρι το τέλος της τη συγκεκριμένη διδακτική στρατηγική. Επι­ 206 Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΡΩΤΩ, ΚΟΙΤΩ, ΨΑΧΝΩ ΚΑΙ ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ: ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΕΧΝΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ πλέον, προωθήθηκε σε μεγάλο βαθμό η μάθηση μέσα από την αλληλεπίδραση μεταξύ ενηλίκων και ομηλίκων σε μικρές ομάδες, στην ολομέλεια και ατομικά. Στο σενάριο περιλαμβάνονται πέντε δραστηριότητες ποικίλης μορφής με αρχή μέση και τέλος η καθεμιά, δομημένες με μια λογική σειρά (αρχική-με­ σαίες-καταληκτική), ώστε τα παραγόμενα της μιας να αξιοποιούνται στην επό­ μενη. Ο παιδαγωγικός δε σχεδιασμός των δραστηριοτήτων στόχευε στο να εργαστούν τα παιδιά ατομικά-ομαδικά-σε ολομέλεια, να διαπραγματευτούν ταυτόχρονα τις σχέσεις τους και να συμμετάσχουν σε δράσεις που είχαν νό­ ημα για αυτά. Οι δραστηριότητες μάλιστα τους έδιναν συχνά τη δυνατότητα, περνώντας από τον ένα ρόλο σε άλλο, να συγκροτούν την ταυτότητά τους ως φίλου όσο και ως μαθητή (Corsaro, 2005). 1η δραστηριότητα Στόχος: Διερεύνηση των προηγούμενων γνώσεων των παιδιών για το θέμα. Τεχνικές: Ιδεοθύελλα, καταγραφή με τη λογική της «γλωσσικής εμπειρίας». (Ο εκπαιδευτικός γράφει ενώ ο μαθητής του υπαγορεύει. Το παραγώμε­ νο κείμενο αποτελεί αναγνωστικό υλικό της τάξης, στο οποίο τα παιδιά επα­ νέρχονται όποτε χρειάζεται) Διαχείριση τάξης: Ολομέλεια Υλικά: Χαρτί του μέτρου, πίνακας για την ανάρτηση του χαρτιού προκει­ μένου να είναι ορατό από όλη την ομάδα, μαρκαδόροι. Διαδικασία: Το ερώτημα που είχαμε να διερευνήσομε ήταν «Ποιοι είναι οι χώροι, που μπορούμε να δούμε πίνακες ζωγραφικής στα Χανιά». Τα παιδιά κάθονται σε κύκλο και η νηπιαγωγός έχει τοποθετήσει σε πίνακα το χαρτί του μέτρου. Γράφει ΜΠΡΟΣΤΑ στα παιδιά το ερώτημα, ενώ ταυτόχρονα το λέει με­ γαλόφωνα καθώς το γράφει. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να εκφράσουν όλα τις ιδέες και τις εμπειρίες τους για το ποιοι είναι οι χώροι που μπορούμε να δού­ με πίνακες ζωγραφικής στα Χανιά. Να σημειώσουμε ότι υποστηρίζεται σημα­ ντικά η εξοικείωση των παιδιών με τη μορφή και τις συμβάσεις του γραπτού λόγου εφόσον σε αυτή τη διαδικασία η νηπιαγωγός χρησιμοποιεί μεγάλα κα­ θαρά και ευανάγνωστα γράμματα ενώ καταγράφει τις ιδέες των παιδιών. Επί­ σης η στάση του σώματος της είναι καλό να είναι τέτοια ώστε να μην εμποδίζει τη θέα του κειμένου για κανένα παιδί και φυσικά ακόμα καλύτερα αν φυσικά και αβίαστα μονολογεί μεγαλόφωνα για κάποια σημεία της γραφής που εκεί­ νη κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας έχουν νόημα για τα παιδιά και δεν παρεμποδίζουν τη λειτουργία και το στόχο της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Η καταγραφή αυτή, που περιλάμβανε αδιακρίτως όλες τις ιδέες των παιδιών αναρτήθηκε σε θέση προσβάσιμη για όλους και έδωσε το πέρασμα στην επόμενη δραστηριότητα, προκειμένου να βρεθούν οι τρόποι να διασταυρωθούν οι πληροφορίες που έδωσε η ιδεοθύελλα. 207 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 2η δραστηριότητα Στόχος: Επιλογή από τα ίδια τα παιδιά των τρόπων που θα τα βοηθήσουν να διαπιστώσουν αν οι πληροφορίες που έδωσε η ιδεοθύελλα για το «ποιοι εί­ ναι οι χώροι που υπάρχουν πίνακες ζωγραφικής στα Χανιά» είναι αρκετές και αληθινές. Μήπως κάποιες από αυτές δεν ισχύουν ή πρέπει να ψάξομε για να προσθέσομε κάτι σε αυτά που ήδη ξέρομε; Τι πρέπει να κάνομε για να τα δού­ με αυτά τα ζητήματα; Τεχνικές: Συζήτηση-άρθρωση επιχειρηματικού λόγου-αιτιολόγηση των θέ­ σεων τους.. Διαχείριση τάξης: Εργασία σε ζευγάρια Υλικά: Χαρτιά (ένα για κάθε ζευγάρι) υλικά γραφής-ζωγραφικής. Διαδικασία-μεθοδολογία: Τα παιδιά χωρίστηκαν σε ζευγάρια με ελεύθε­ ρη επιλογή του «φίλου τους» που μαζί συζήτησαν για να καταλήξουν, σε μια πρόταση σχετικά με το παραπάνω ερώτημα. Την πρότασή τους αυτή μπορού­ σαν είτε να τη γράψουν όπως μπορούσαν είτε να τη σχεδιάσουν-ζωγραφίσουν ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ στο χαρτί τους. Οι προτάσεις τους παρουσιάστηκαν στην ολομέλεια και συγκεντρώθηκαν σε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτιού. Προτάθηκε: • Να ρωτήσομε ένα ζωγράφο από αυτούς που ξέρομε ήδη. • Να ψάξομε στο Διαδίκτυο (στον υπολογιστή). • Να διαβάσομε βιβλία. Η δραστηριότητα έληξε με τον τίτλο που πρότειναν τα παιδιά για την ομα­ δική τους εργασία που περιελάμβανε τις προτάσεις τους: «Την αλήθεια για να μάθω, ρωτώ, κοιτώ, και ψάχνω». 3η δραστηριότητα: Συνέντευξη με ένα ζωγράφο της πόλης. Στόχοι: Να συλλέξουν και να καταγράψουν πληροφορίες από μια πρωτογενή πηγή σχετικά με το θέμα που διερευνούσαν. Διαχείριση της τάξης: Το θέμα χειρίστηκε μια μικρή ομάδα. Στην επίσκεψη που πραγματοποιήθηκε όμως για αυτό το σκοπό συμμετείχαν όλα τα παιδιά Υλικά: Γραφική ύλη, Μαγνητόφωνο-Η/Υ-cds Διαδικασία: Επιλέχτηκε ο «ειδικός» από τον οποίο θα έπαιρναν τη συνέ­ ντευξη, το μέρος πού θα τον συναντούσαν, οι ερωτήσεις και ο τρόπος κατα­ γραφής της συνέντευξης. Οι ερωτήσεις ήταν: • Πού μπορούμε να δούμε πίνακες ζωγραφικής στα Χανιά (γενικά); • Ποιο είναι ακριβώς το όνομα αυτών των χώρων; (Δημοτική Πινακοθή­ κη Χανίων-Ναυτικό Μουσείο). • Πού βρίσκονται; (Διευθύνσεις). • Πότε μπορούμε να πάμε εκεί; (Πρόγραμμα λειτουργίας). • Υπάρχουν πάντα πίνακες εκεί ή κάποιες μόνο φορές; (Μόνιμες συλ­ λογές-περιοδικές εκθέσεις). 208 Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΡΩΤΩ, ΚΟΙΤΩ, ΨΑΧΝΩ ΚΑΙ ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ: ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΕΧΝΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ Η συνέντευξη έγινε στο εργαστήριο Χανιώτη ζωγράφου και η συνέντευξη καταγράφηκε σε μαγνητόφωνο. Αργότερα τα δεδομένα, περάστηκαν παρου­ σία όλων των παιδιών σε σχετικό φάκελο στον Η/Υ, αναπαράχθηκαν ηχητικά και αφού αποθηκεύτηκαν σε cd μοιράστηκαν σε όλα τα παιδιά. 4η δραστηριότητα: Χρήση Η/Υ για αναζήτηση πληροφοριών στο Διαδί- κτυο και αποθήκευσή τους σε ψηφιακή μορφή. Στόχοι: Να συλλέξουν και να καταγράψουν πληροφορίες από μια δευτερογε­ νή πηγή σχετικά με το θέμα που διερευνούσαν. Διαχείριση της τάξης: Το θέμα χειρίστηκε μια μικρή ομάδα (4) παιδιών. Υλικά: Η/Υ, λογισμικά γενικής χρήσης Διαδικασία: Η ομάδα αυτή των παιδιών (μοιρασμένη σε 2 υποομάδες εργά­ στηκε στους 2 υπολογιστές που υπήρχαν στα νηπιαγωγεία. Η μια έκανε ανα­ ζήτηση στο διαδίκτυο (σε επιλεγμένους από πριν δικτυακούς τόπους http:// www.chania.gr/city/gallery/public-library.html, http://odysseus.culture.gr/h/1/ gh151.jsp?obj_id=3516) και η άλλη πειραματίστηκε στη μηχανή αναζήτησης Google με λέξεις κλειδιά που εντόπισαν στο σχετικό έντυπο υλικό που είχε ήδη αρχίσει να συγκεντρώνεται από τους εκπαιδευτικούς, τη Σχολική Σύμ­ βουλο και την ομάδα των παιδιών που είχε επιλέξει να ασχοληθεί με αυτό. Τις πληροφορίες που συγκέντρωσαν (φωτογραφίες-κείμενα) τις αποθήκευ­ αν με τη βοήθεια των εκπαιδευτικών στους τρεις φακέλους που είχαν δημι­ ουργηθεί από πριν σε κάθε υπολογιστή για αυτό (Πινακοθήκη Χανίων – Ναυ­ τικό Μουσείο – Άλλος χώρος). Είχαν επίσης την ευκαιρία να επιλέξουν από κοινού κάποιες πληροφορίες σε φωτογραφίες ή κείμενα για να τα παρουσι­ άσουν στην ολομέλεια. Βασική πάντως υποχρέωση της ομάδας αυτής ήταν να ενημερώσει την τάξη για το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων, όπως αυ­ τοί είχαν εντέλει διαμορφωθεί, και να προσφέρουν υποστήριξη σε λιγότερο έμπειρους με την τεχνολογία συμμαθητές τους που επιθυμούσαν να έχουν πρόσβαση στο ψηφιακό αυτό υλικό. 5η δραστηριότητα: Δημιουργία πολυτροπικών κειμένων (αφισών) Στόχος: Να μεταδώσομε στους άλλους (γονείς και επισκέπτες του νηπιαγω­ γείου) τις πληροφορίες που πήραμε σχετικά με το πού μπορούμε να δούμε πίνακες ζωγραφικής στα Χανιά. Διαχείριση της τάξης: Αρχικά ζευγάρια. Στη συνέχεια δύο μεγαλύτερες ομάδες (των 6 ατόμων) σε κάθε νηπιαγωγείο. Διαδικασία: Το θέμα που τέθηκε στα παιδιά ήταν: Με ποιο τρόπο νομίζετε ότι μπορούμε να ενημερώσουμε τους γονείς ή και κάποιους άλλους για όσα μάθαμε για τους χώρους Τέχνης που υπάρχουν στα Χανιά; • Συζητείστε το με ένα φίλο σας. 209 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Συμφωνήστε σε μια πρόταση. • Πείτε σε όλους μας την πρότασή σας. • Όλοι μαζί θα συζητήσουμε για το ποια από όλες τις προτάσεις μπο­ ρεί να είναι η πιο κατάλληλη για να επιτύχουμε το σκοπό μας, δηλα­ δή να μπορέσουμε να ενημερώσουμε τους άλλους. …η πρόταση που έκανε η ομάδα του Γιάννη και του Αντώνη να φτιάξο­ με δύο αφίσες, μια για το Ναυτικό Μουσείο Κρήτης και μια για τη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, κρίθηκε ως η πιο κατάλληλη με βάση τα επιχειρήματα: • Θα έχουν όλες τις πληροφορίες με λόγια. • Θα έχουν όμως και εικόνες για όσους δεν ξέρουν να διαβάζουν. • Θα τις βάλομε σε τέτοιο μέρος που να τις βλέπουν όλοι. • Έχομε στο νηπιαγωγείο πολλές αφίσες για να δούμε πώς είναι. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε δυο ομάδες ανάλογα με το θέμα της αφίσας (Πι­ νακοθήκη ή Μουσείο) που ήθελαν να εργαστούν, ο μόνος περιορισμός που τέ­ θηκε ήταν οι ομάδες να είναι ισομελείς. Πρώτα, τα παιδιά εργάστηκαν μόνα τους, επιλέγοντας το καθένα τον τρόπο που θα ήθελε να συμβάλλει στη δημι­ ουργία της αφίσας. Στη συνέχεια έφτασε η ώρα της σύνθεσης όσων είχαν πα­ ραχθεί, έχοντας πάντα κατά νου το στόχο για τον οποίο γινόταν η αφίσα. Τα παιδιά εδώ πειραματίστηκαν για το πώς έπρεπε να μπουν όλα αυτά στο μεγά­ λο χαρτί. δημιουργήθηκε η βασική εικόνα. Πάνω και γύρω από αυτήν ολοκλη­ ρώθηκε το εικαστικό μέρος (μεγάλο γράφημα) της αφίσας. Νέο ερώτημα: Είναι αρκετές οι πληροφορίες, που δίνονται στον ενδιαφε­ ρόμενο για το Μουσείο, με τη αφίσα όπως είναι τώρα; Ανατρέχοντας σε άλλες ολοκληρωμένες αφίσες διαπιστώθηκαν τα ση­ μεία που έπρεπε να προστεθούν: το όνομα του Μουσείου, καθώς και το πού ακριβώς αυτό βρίσκεται. Τα στοιχεία αυτά συμπληρώθηκαν και έτσι η αφίσα ολοκληρώθηκε. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για την αφίσα της Δη­ μοτικής Πινακοθήκης Χανίων. Συνοψίζοντας, η δημιουργία των πολυτροπικών κειμένων, των αφισών, αποτέλεσαν τη κορύφωση του εκπαιδευτικού σεναρίου «Ρωτώ, κοιτώ, ψάχνω και μαθαίνω για την πόλη μου: Οι χώροι Τέχνης των Χανίων», που στο πλαίσιό του τα παιδιά, δημιούργησαν, εκφράστηκαν «πολυτροπικά» κοινωνικοποιήθη­ καν και επικοινώνησαν ουσιαστικά μεταξύ τους. Αξιολόγηση Η αξιολόγηση της κατάκτησης των στόχων του σεναρίου ως συνόλου αλλά και των επιμέρους δραστηριοτήτων, καθώς και των γνώσεων των δεξιοτήτων και των στάσεων που απέκτησαν τα παιδιά ήταν σε όλη της την έκταση αυθε­ 210 Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΡΩΤΩ, ΚΟΙΤΩ, ΨΑΧΝΩ ΚΑΙ ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ: ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΕΧΝΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ντική. Επίσης, ήταν διαμορφωτική και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της διδακτικής διαδικασίας. Η οργάνωση και ο σκόπιμος σχεδιασμός των δρα­ στηριοτήτων κατά τρόπο παιδαγωγικά διαφοροποιημένο έδωσε την ευκαιρία στα παιδιά να εργαστούν με το δικό τους ρυθμό στη βάση των κοινωνικο-πο­ λιτισμικών τους εμπειριών, έχοντας έτσι την ευκαιρία να διαπραγματευτούν και να κατασκευάσουν αναπαραστάσεις που είχαν νόημα για αυτά (Corsaro, 2005). Επίσης, εργάστηκαν τόσο συντροφικά, ικανοποιώντας τις δικές τους επικοινωνιακές και συναισθηματικές ανάγκες, όσο και συνεργατικά για την ολοκλήρωση ενός από κοινού επιδιωκόμενου έργου. Όπως αρχικά υποθέσαμε, το σενάριο βοήθησε τα παιδιά να κατακτήσουν στις διάφορες γνωστικές περιοχές αρκετές και ποικίλες γνώσεις και δεξιό­ τητες. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά καλλιέργησαν τις δεξιότητες γλωσσικής επικοινωνίας, έκφρασης και συνεργασίας. Όπως φάνηκε από τις καταγρα­ φές της νηπιαγωγού, κατά το τέλος της ενασχόλησής τους με το συγκεκρι­ μένο θέμα η συμπεριφορά τους είχε αλλάξει. Είχαν μεγαλύτερη υπομονή να ακούσουν τον άλλο, λειτουργούσαν με ομαδικό πνεύμα, ανέπτυσσαν σε ένα βαθμό επιχειρηματικό λόγο, χρησιμοποιούσαν πιο κατάλληλη γλώσσα για να πάρουν και να δώσουν πληροφορίες. Επίσης, το λεξιλόγιο τους είχε εμπλουτι­ στεί, αφού είχαν γνωρίσει καινούργιες λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούσαν σε μεταφορικό και κυριολεκτικό επίπεδο με κάποια άνεση. Να αναγνωρίζουν κά­ ποιες από τις συμβάσεις του γραπτού λόγου (π.χ. η έννοια της λέξης στο κεί­ μενο). Μπορούσαν να αναγνωρίζουν, αλλά και να παράγουν γραπτά μηνύματα με τη χρήση οικείων λέξεων. Σε ό,τι αφορά τη γνωριμία τους με το εγγύς αν­ θρωπογενές περιβάλλον, και την εξοικείωσή τους με βασικές ερευνητικές δι­ αδικασίες, οι ατομικές και ομαδικές τους εργασίες, καθώς και οι καταγραφές σε φωτογραφίες και μαγνητοφωνήσεις, αποκαλύπτουν ότι τα παιδιά ανέπτυ­ ξαν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις στάσεις τους αναφορικά με την ύπαρ­ ξη και τη λειτουργία χώρων Τέχνης στα Χανιά (ποιοι είναι οι πιο γνωστοί, πού ακριβώς βρίσκονται, πότε μπορούν να τους επισκεφτούν). Συμβατότητα του σεναρίου με τις αρχές και τους στόχους των νέων προγραμμάτων σπουδών του Νέου Σχολείου Το παρόν σενάριο βασίστηκε στην αρχή της αμεσότητας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την προσχολική εκπαίδευση, αφού τα μικρά παιδιά είναι καλό να ξεκινούν την διερεύνηση και τη γνώση του κόσμου από το άμεσο κοινωνικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον. Η αξιολόγηση των διδακτικών διαδικασιών και της επίτευξης του προσδοκώμενου αποτελέσματος σε κάθε δραστηριό­ τητα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαιδευτικής-παιδαγωγικής δι­ 211 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ αδικασίας και ήταν τόσο συνεχής (διαμορφωτική) όσο και τελική με την ολο­ κλήρωση του σεναρίου (Μιχαλοπούλου, 2007). Να σημειωθεί ότι πέρα από αυτά, που με βάση το σχεδιασμό του σεναρίου αναμέναμε να καταφέρουν τα παιδιά, υπήρχε πάντα χώρος για την ανάπτυξη απρόβλεπτων γνώσεων, στά­ σεων και δεξιοτήτων τους (Carr, 2001). Με άλλα λόγια, κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή του σεναρίου αντι­ μετωπίσαμε τη διδασκαλία σαν μια επικοινωνιακή διεργασία μεταξύ όλων των συμμετεχόντων η οποία πραγματώθηκε μέσα από διδακτικές καταστά­ σεις επίλυσης προβλημάτων. Η επικοινωνία στην σχολική τάξη δεν εξυπηρε­ τεί τη «μεταφορά» γνώσεων από τον/ την εκπαιδευτικό στο παιδί, αλλά επιτρέ­ πει τη γνωστική επεξεργασία και κατασκευή των εννοιών. Οι προϋπάρχουσες γνώσεις ανασκευάζονται και ανακατασκευάζονται μέσα από τη γνωστική σύ­ γκρουση, το στοχασμό και τη γνωστική αναδιοργάνωση, ενώ η κοινωνική αλ­ ληλεπίδραση αποτελεί μια σημαντική πηγή ευκαιριών μάθησης. Στο κέντρο της διαδικασίας της μάθησης δεν βρίσκεται πλέον το γνωστικό αντικείμενο αλλά η επικοινωνία που εγκαθίσταται ανάμεσα στα υποκείμενα που συμμετέ­ χουν στη διαδικασία της μάθησης. (Clark, 2002).. Το σενάριο ήταν διαθεματικό, καθώς η βασική μεθοδολογική επιλογή ήταν η ολιστική προσέγγιση του υπό μελέτη αντικειμένου και η θεματική συνάφεια των επιμέρους πτυχών του, και όχι η καλλιέργεια αποσπασματικών δεξιοτή­ των από διάφορα γνωστικά αντικείμενα (Θεοφιλίδης, 1997). Σε ότι αφορά τις εγκάρσια συμπεριλαμβανόμενες δράσεις, το σενάριο έδω­ σε την ευκαιρία στα παιδιά να ασχοληθούν με θέματα που αφορούν το άμε­ σο Φυσικό και Ανθρωπογενές περιβάλλον τους. Στο πλαίσιο δε ενός Ανοικτού σχολείου το σενάριο έλαβε υπόψη του και ενέπλεξε ενεργά στην υλοποίησή του όλους όσοι ενδιαφέρονται για την αγωγή των παιδιών. Επιπλέον, στην εφαρμογή του σεναρίου, για ποικίλους λόγους, αξιοποιήθηκαν οι νέες τεχνο­ λογίες, γεγονός που συνάδει με τις αρχές του ψηφιακού σχολείου. Τέλος, στο σενάριο δόθηκε έμφαση στην οργάνωση δραστηριοτήτων που, εκτός των άλλων, θα διευκόλυναν την καλλιέργεια της δημιουργικότητας, την οποία εκλάβαμε όχι ως μια μονοσήμαντη και συγκεκριμένη ικανότητα, αλλά ως μια δέσμη δεξιοτήτων και λειτουργιών, στην ανάπτυξη των οποίων συμ­ βάλλουν διάφοροι και διαφορετικοί παράγοντες. Βιβλιογραφία Carr, M. (2001). Assessment in Early Childhood Settings. London: SAGE Clark, A.-M. (2002). The Project Approach: Three Avenues of Engagement. In D. Rothenberg (Ed.), Issues in Early Childhood Education: curriculum, teacher 212 Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΡΩΤΩ, ΚΟΙΤΩ, ΨΑΧΝΩ ΚΑΙ ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ: ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΕΧΝΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ education, & dissemination of information: Proceedings of the Lilian Katz Symposium, November 5-7, 2000. Eric Clearinghouse on Elementary and Early Childhood Education 225-235. Retrieved July, 13, 2008 from ERIC (FirstSearch- OCLC) database. (Accession NO. ED 470870). Cope & Kalantzis, (2000). Multicultural Education: an equity framework: South Australian Department of Education Curriculum Standards and Accountability Framework (Adelaide, South Australia Department of Education). Corsaro, W. (2005). Τhe sociology of childhood. Thousand Oaks, CA: P.F. Press. Θεοφιλίδης, Χ. (1997). Διαθεµατική προσέγγιση της διδασκαλίας. Αθήνα: Γρηγό­ ρηςKatz, L. (1996). Children as Learners: A Developmental Approach. Keynote Address presented at the Conference on Collaborative Teaching and Learning in the Early Years Curriculum (11th, Melbourne, Victoria, Australia, July 11- 13, 1996). Retrieved July, 13, 2008 from ERIC (FirstSearch-OCLC) database. (Accession No. ED399066). Katz, L., Chard, S. C. (1996). The Contribution of Documentation to the Quality of Early Childhood Education. Retrieved July, 13, 2008 from ERIC (FirstSearch- OCLC) database. (Accession No. ED393608). Κούσουλας, Φ. (2004). Σχεδιασμός και Εφαρμογή Διαθεματικής Διδασκαλίας. Αθή­ να: Ατραπός. Ματσαγγούρας, Η. (2002). Η Διαθεματικότητα στη Σχολική Γνώση: Εννοιοκεντρική Αναπλαισίωση και Σχέδια Εργασίας. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη. Μιχαλοπούλου, Κ. (2007). Η αναστοχαστική διδασκαλία στην Προσχολική Εκπαί­ δευση. Ο.Μ.Ε.Ρ. - Ερευνώντας τον Κόσμο του Παιδιού, 7, 59-69. Abstact This paper consists the designing of a teaching scenario for early childhood, within the criteria of new curriculum. It was prepared as part of the Major Training Program (Meizon Programma Epimorfosis) of the Greek Pedagogical Institute. This scenario entitled: “I ask, I look at, I search and learn about my city: art spaces in Chania” constitutes of activities for the resolution of a particular problem: “where are the spaces with paintings in our city (Chania)?” Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη Σχολική Σύμβουλος Π.Α. 50ης Περιφέρειας Χανιά Τηλ.2821052027, 6974777347 213 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Τα φρούτα τα χρωματίζουμε… Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν Στα πλαίσια της προτεινόμενης διδακτικής παρέμβασης, τα νήπια παρατηρούν και επεξεργάζονται πίνακες ζωγραφικής και έρχονται σ’ επαφή με τις τέχνες και τα εικαστικά. Μέσα από τις διαδικασίες παρατήρησης, περιγραφής, ταξι­ νόμησης με κριτήριο ενός ή περισσοτέρων χαρακτηριστικών, αντιστοίχησης και ταύτισης εικόνων ερευνούν, ερμηνεύουν και επιχειρηματολογούν για τα στοιχεία του κόσμου που τα περιβάλει, εμπλουτίζουν τον προφορικό τους λόγο, μαθαίνουν τα χρώματα και βασικούς κανόνες διατροφής. Το σενάριο αυτό μπορεί να έχει και προεκτάσεις περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Γενικός σκοπός - Στόχοι – Διάρκεια της παρέμβασης Ο γενικός σκοπός της παρέμβασης είναι να αναπτυχθούν ολιστικά τα νήπια (γνωστικά, συναισθηματικά, αισθητικά, στοχαστικά) και να γνωρίσουν τα φρού­ τα και τα χρώματα μέσα από την παρατήρηση και την περιγραφή έργων τέ­ χνης αλλά και βιωματικών δραστηριοτήτων. Επιμέρους στόχοι της παρέμβασης είναι: • Να αναπτύξουν την αυτοεκτίμηση τους μέσω της ελεύθερης έκφρα­ σης, διατύπωσης και υποστήριξης των απόψεων και προτιμήσεών τους. • Να διευρύνουν τις γνώσεις τους για τα φρούτα, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητές τους. • Να αντιλαμβάνονται την αλληλεπίδραση του περιβάλλοντος με τις δραστηριότητες του ανθρώπου. (Παιδί και Περιβάλλον) • Να γνωρίσουν μεγάλους ζωγράφους και τα έργα τους. • Να ενισχυθεί η κριτική και δημιουργική σκέψη τους και να αξιοποιη­ θούν οι εμπειρίες, οι γνώσεις και τα βιώματά τους. (Παιδί και Έκφραση) • Να ψάχνουν, να αναζητούν και να παίρνουν πληροφορίες από διάφο­ ρες πηγές. • Να βελτιώσουν και να εμπλουτίσουν τον προφορικό τους λόγο μέσα από την συμμετοχή τους στην παρατήρηση, την παρουσίαση, τον κα­ ταιγισμό ιδεών και τη συζήτηση. • Να επιχειρηματολογούν, να αιτιολογούν την επιλογή τους και να πε­ ριγράφουν προσωπικές εμπειρίες. (Παιδί και Γλώσσα) 214 Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΙΖΟΥΜΕ… • Να ερμηνεύουν τα στοιχεία του κόσμου που τα περιβάλει μέσα από διαδικασίες παρατήρησης, συλλογής δεδομένων και καταγραφής. • Να οργανώσουν τη γνώση τους μέσα από την ταξινόμηση, να εμπε­ δώσουν τη διαδικασία αυτής και να απεικονίσουν σχέσεις σε πίνακες ταξινόμησης βάση ενός χαρακτηριστικού (χρώματος). • Να αντιστοιχήσουν μέρος της εικόνας στο όλο. (Παιδί και Μαθηματικά) • Να χρησιμοποιήσουν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το διαδίκτυο και ο εκτυπωτής για την αναζήτηση των έργων τέχνης, την αναπαραγωγή τους και τη μετατροπή τους σε puzzle καθώς και για την προετοιμα­ σία του φύλλου εργασίας. (Παιδί και Τεχνολογία) Η προτεινόμενη διάρκεια της διδακτικής παρέμβασης είναι δύο ημέρες και η απασχόληση των παιδιών είναι 90 λεπτά κάθε ημέρα. Επίσης, κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, σε διαφορετικές σχολικές περιόδους, η νη­ πιαγωγός έχει τη δυνατότητα να επανέρχεται στο θέμα, εμπλουτισμένο και προσαρμοσμένο, ανάλογα με τη σχολική περίοδο αναφοράς και των δυνα­ τοτήτων των παιδιών. Αναλυτική περιγραφή της εκπαιδευτικής πρακτικής Α΄ ημέρα: 1η δραστηριότητα: Παρατηρούμε πίνακες ζωγραφικής Περιγραφή: Μερικά παιδιά τις προηγούμενες μέρες είχαν φέρει φρούτα για το δεκατιανό τους και η νηπιαγωγός χρησιμοποίησε αυτή την αφόρμηση για να ξεκινήσει τη συζήτηση με θέμα τα φρούτα. Το πρωί όταν τα παιδιά μπήκαν στην τάξη είδαν στον πίνακα εποπτικού υλικού στη γωνιά της πρωινής συζή­ τησης πέντε πίνακες ζωγραφικής γνωστών ζωγράφων. Άρχισαν να τους πε­ ριεργάζονται. Η νηπιαγωγός τους έδωσε λίγο χρόνο να περιφέρονται και να επεξεργάζονται από κοντά τους πίνακες κι έπειτα τους ζήτησε να κάτσουν όλοι μαζί στην παρεούλα για να συζητήσουν. Ζητάει από τα παιδιά: να περιγράψουν τι είναι αυτό που βλέπουν, ποιος ζωγραφίζει τους πίνακες, ξέρουν το όνομα κάποιου ζωγράφου, πάνω σε τι υλικό (χαρτί, ύφασμα, καμβά), που μπορεί να δει κανείς πίνακες ζωγραφικής, έχουν πάει σε πινακοθήκη ή γκαλερί, τι τους κάνει περισσότερο εντύπωση στους πίνακες που βλέπουν, τι κοινό έχουν οι πίνακες, ποια είναι τα χρώματα που κυριαρχούν, ποια φρούτα βλέπουν, πόσα φρούτα έχει ο κάθε πίνακας, πόσα μήλα, σταφύλια, κυδώνια, ρόδια, πορτοκάλια, είναι ολόκληρα ή κομμέ­ να σε φέτες, τι χρώμα έχει κάθε φρούτο, που είναι τοποθετημένα τα φρούτα 215 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σε κάθε πίνακα, ποιο από τα φρούτα που βλέπουν τους αρέσει περισσότερο, αν είναι τα φρούτα υγιεινά για τη διατροφή μας και πόσο συχνά πρέπει να τα τρώμε, τι άλλο βλέπουν στους πίνακες εκτός από φρούτα, τι χρώμα έχουν αυτά, τι κάνει η γυναίκα στον πίνακα. Η νηπιαγωγός καταγράφει τις απαντή­ σεις των παιδιών σ’ ένα μεγάλο χαρτόνι. Στόχος: Τα παιδιά να έρθουν σ’ επαφή με εικαστικά έργα τέχνης, να γνω­ ρίσουν μεγάλους ζωγράφους και τα έργα τους, να κινητοποιηθεί η περιέρ­ γεια και το ενδιαφέρον τους, να ενισχυθεί η παρατηρητικότητα τους, να περι­ γράψουν τα έργα ζωγραφικής και να εμπλουτιστεί ο προφορικός τους λόγος, να καλλιεργηθεί η αισθητική τους, να αξιοποιηθούν οι εμπειρίες, οι γνώσεις και τα βιώματα τους. Διάρκεια: 30-40 λεπτά Τεχνική: Εκπαίδευση μέσα από τις Τέχνες, οπτική παρατήρηση, ερωτήσεις κι απαντήσεις, καταιγισμός ιδεών, συζήτηση, καταγραφή. Υλικά: Πίνακες ζωγραφικής: Ροδάκινα και σταφύλια του A. Renoir, Αρμο­ νία στο κόκκινο του H. Matisse, Λουλούδια και φρούτα του C. Monet, Φρού­ τα στο μπωλ πάνω σε κόκκινο τραπεζομάντιλο του F. Snyders, και Κανάτα και πιάτο με φρούτα του P. Cézanne, χαρτόνια και μαρκαδόροι για την καταγρα­ φή των παρατηρήσεων και των απαντήσεων των παιδιών. 2η Δραστηριότητα: Παζλ με τους πίνακες Περιγραφή: Η νηπιαγωγός έχει ετοιμάσει τον κάθε πίνακα και σε μορφή πάζλ. Επίσης έχει απομονώσει από κάθε πίνακα ένα φρούτο (π.χ. από τον πίνακα ‘Ροδάκινα και σταφύλια του Renoir έχει απομονώσει τα σταφύλια) και τα έχει τυπώσει σε μικρά χαρτάκια, τα οποία έχει διπλώσει και έχει βάλει σε ένα κου­ τί. Ζητάει από τα παιδιά να τραβήξουν κλήρο από το κουτί αλλά να μην το δεί­ ξουν στους συμμαθητές τους. Κάθε φρούτο είναι σε 4 ή 5 αντίτυπα έτσι ώστε να σχηματιστούν ομάδες των 4 ή 5 παιδιών, ανάλογα με τον αριθμό των παι­ διών της τάξης. Έχοντας τα χαρτάκια με το φρούτο που έχουν τραβήξει στα χέ­ ρια τους η νηπιαγωγός τους ζητάει να ψάξουν, όσο θα παίζει η μουσική, και να βρουν άλλο ένα παιδί που έχει το ίδιο φρούτο και να πιαστούν χεράκια. Αφού σχηματιστούν τα ζευγαράκια ξαναπαίζει τη μουσική και τους ζητάει να βρει το κάθε ζευγαράκι το άλλο ζευγάρι που έχει το ίδιο φρούτο. Αφού σχηματιστεί και η τετράδα, ή η πεντάδα ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, θα ανακοινώ­ σουν το φρούτο που απεικονίζεται στο χαρτάκι τους, θα δώσουν ένα όνομα στην ομαδούλα τους και θα βρουν σε ποιον πίνακα αντιστοιχεί ψάχνοντας να βρουν το φρούτο που έχει απομονωθεί από κάθε πίνακα. Η νηπιαγωγός τους δίνει το κουτάκι με τα 16-20 κομμάτια παζλ και η κάθε ομάδα κάθεται σ’ ένα τραπέζι για να συνθέσει τον πίνακα. Στόχος: Να φτιάξουν τα παιδιά τις ομάδες τους με ένα δημιουργικό και 216 Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΙΖΟΥΜΕ… ευχάριστο τρόπο, να κατανοήσουν την αξία της ομαδικής εργασίας για την επίτευξη ενός κοινού στόχου, να αντιστοιχίσουν μέρος της εικόνας στο όλο, να οξύνουν την παρατηρητικότητα τους, να διασκεδάσουν παίζοντας ένα επι­ τραπέζιο παιχνίδι, να παίξουν αρμονικά. Διάρκεια: 25-30 λεπτά Τεχνική: Ομαδοσυνεργατικότητα, καλλιέργεια δημιουργικής έκφρασης, επιτραπέζιο παιχνίδι, ομαδική εργασία. Υλικά: Χαρτάκια-κλήροι, οι πίνακες σε μορφή παζλ, cd player και cd με απαλή μουσική. Προέκταση: Η κάθε ομάδα μπορεί να συνθέσει όλους τους πίνακες εναλ- λάσσοντας το υλικό τους. Β΄ ημέρα: 1η Δραστηριότητα: Μάντεψε το φρούτο … Περιγραφή: Η νηπιαγωγός έχει ζητήσει από τα παιδιά στο τέλος της προη­ γούμενης μέρας να σκεφτούν και να επιλέξουν, χωρίς να το πουν στους συμ­ μαθητές τους, για την επόμενη μέρα, το φρούτο που τους αρέσει περισσό­ τερο, να συγκεντρώσουν πληροφορίες με τη βοήθεια των γονέων τους και να το περιγράψουν στην τάξη. Το κάθε παιδί θα περιγράψει το φρούτο που έχει επιλέξει, και έχει φέρει μαζί του, παρουσιάζοντας τις πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει (τι χρώμα έχει, τι γεύση έχει, τι σχήμα έχει, ποια εποχή το τρώμε, προέρχονται από δέ­ ντρα ή από φυτά) και αφού ολοκληρώσει να ρωτήσει τους συμμαθητές του ‘Ποιο είναι αυτό το φρούτο?’. Αν δεν το βρουν θα πρέπει να κάνουν ερωτήσεις στο παιδί μέχρι να το βρουν. Η νηπιαγωγός καταγράφει τις παρουσιάσεις των παιδιών σε ένα μεγάλο χαρτόνι και αφού τελειώσουν όλες οι παρουσιάσεις θα συζητήσουν και θα αναστοχαστούν για τα αποτελέσματα που έχουν κα­ ταγραφεί (πόσα και ποια φρούτα παρουσιάστηκαν, ποια φρούτα έχουν κοινά χαρακτηριστικά ως προς το χρώμα, το σχήμα, τη γεύση, την εποχή που πα­ ράγονται και αν προέρχονται από δέντρα ή φυτά). Στόχος: Να καλλιεργήσουν τις δεξιότητες επικοινωνίας και συγκέντρωσης πληροφο­ριών, να εκφραστούν γλωσσικά, να αναπτύξουν τις αισθήσεις τους, να εμπεδώσουν τη διαδικασία της ταξινόμησης, να προσεγγίσουν τον κόσμο των αριθμών και της μαθηματικής σκέψης. Διάρκεια: 25-30 λεπτά Τεχνική: Συλλογή πληροφοριών, εμπλοκή γονέων, ερωτήσεις κι απαντή­ σεις, συζήτηση, καταγραφή. Υλικά: Φρούτα που θα φέρουν τα παιδιά, χαρτόνι και μαρκαδόροι 217 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 2η Δραστηριότητα: Χρωματίζω τα φρούτα Περιγραφή: Η νηπιαγωγός δίνει στα παιδιά ένα φύλλο εργασίας ταξινόμησης βάση ενός χαρακτηριστικού, του χρώματος, και τα παιδιά πρέπει να χρωμα­ τίσουν σε κάθε σειρά το φρούτο που αντιστοιχεί στο χρώμα (π.χ. κόκκινο - μήλο, φράουλα) Στόχος: Να εμπεδώσουν τα χρώματα και την έννοια της αντιστοίχησης. Δραστηριότητα αξιολόγησης. Διάρκεια: 10-15 λεπτά Τεχνική: Μορφή αξιολόγησης, ατομική εργασία Υλικά: Φύλλα εργασίας, μαρκαδόροι Φύλλα Εργασίας Πίνακες γνωστών ζωγράφων με θέμα τα «Φρούτα»     Πίνακας 1: Ροδάκινα και σταφύλια του A. Renoir     Πίνακας 2: Αρμονία στο κόκκινο του H. Matisse 218 Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΙΖΟΥΜΕ…       Πίνακας 3: Λουλούδια και φρούτα του C. Monet                                                     Πίνακας 4: Φρούτα στο µπωλ πάνω σε κόκκινο τραπεζοµάντιλο του F. Snyders       Πίνακας   4: Φρούτα στο μπωλ πάνω σε κόκκινο τραπεζομάντιλο του F. Snyders                                                     Πίνακας 5: Κανάτα και πιάτο µε φρούτα του P. Cézanne     Πίνακας 5: Κανάτα και πιάτο με φρούτα του P. Cézanne Σχήµα 1: Τα χαρτάκια κλήροι που θα χρησιµοποιηθούν για να η Σχήμαδηµιουργηθούν οι κλήροι 1: Τα χαρτάκια οµάδες που στη 2θαδραστηριότητα χρησιμοποιηθούν   για να δημιουργηθούν οι ομάδες στη 2η δραστηριότητα 219 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Χρωμάτισε ό,τι έχει Χρωµάτισε το το ό,τι έχει ίδιο χρώμα ίδιο μετη χρώµα µε τηφατσούλα φατσούλα της σειράς της κάθε κάθε σειράς Κόκκινο Κίτρινο Πράσινο Σχήµα 2: Φύλλο εργασίας Σχήμα 2: Φύλλο εργασίας Υλικοτεχνική Υλικοτεχνική υποδοµή υποδομή Η βασική υλικοτεχνική υποδοµή της διδακτικής πρακτικής αποτελείται από πίνακες γνωστών ζωγράφων, χαρτόνι και µαρκαδόροι, χαρτάκια-κλήροι, οι πίνακες Η βασική σε µορφή παζλ, υλικοτεχνική cd playerτης υποδομή και cd µε απαλή µουσική, διδακτικής φρούτα πρακτικής που θα αποτελείται από φέρουν τα παιδιά. πίνακες γνωστών ζωγράφων, χαρτόνι και μαρκαδόροι, χαρτάκια-κλήροι, Επίσης, µέσω διαφόρων επιλεγµένων ιστοσελίδων όπως: www.google.com, οι πίνακες σε μορφή παζλ, cd player και cd με απαλή μουσική, φρούτα http://www.abcgallery.com και http://www.easy-jigsaw-maker.com µπορεί που θα φέρουννατααναζητηθεί παιδιά. υλικό κυρίως για τους πίνακες έργων τέχνης και για τη µετατροπή Επίσης, μέσω τους σε puzzle,επιλεγμένων διαφόρων καθώς και για τις εικόνες του φύλλου ιστοσελίδων όπως:εργασίας. www.google.com, http://www.abcgallery.com και http://www.easy-jigsaw-maker.com μπορεί να αναζητηθεί υλικό κυρίως για τους πίνακες έργων τέχνης και για τη μετατρο­ πή τους σε puzzle, καθώς και για τις εικόνες του φύλλου εργασίας. Αξιολόγηση της Διδακτικής Πρακτικής Το φύλλο εργασίας με τα χρώματα και τα φρούτα αποτελεί μέρος της δια­ μορφωτικής αξιολόγησης. Στο τέλος της δεύτερης μέρας κι αφού ολοκλη­ ρωθούν οι δραστηριότητες η νηπιαγωγός συγκεντρώνει τα παιδιά στην πα­ 220 Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΙΖΟΥΜΕ… ρεούλα και ακολουθεί μια εποικοδομητική συζήτηση προκειμένου να ελέγξει: αν επιτεύχθηκαν οι επιμέρους στόχοι, αν ενισχύθηκαν οι ικανότητες των παι­ διών για κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, επικοινωνία και συνεργατικότητα, τι εμπέδωσαν και σε ποιο βαθμό, τι τους άρεσε (εποπτικό υλικό, δραστηρι­ ότητες, παιχνίδια) και ποια δραστηριότητα ευχαριστήθηκαν περισσότερο, τι θα ήθελαν να είχαν κάνει διαφορετικά, υπάρχει κάτι που δεν τους άρεσε κα­ θόλου. Η νηπιαγωγός ενθαρρύνει και δίνει την ευκαιρία σε όλα τα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να μιλήσουν για τις εντυπώσεις τους. Παράλληλα, η ίδια η νηπιαγωγός, αναστοχαζόμενη, εντοπίζει θέματα και καταστάσεις, τα οποία χρήζουν υποστήριξης και προσοχής, όσον αφορά τον τρόπο εργασίας των παιδιών, ατομικά αλλά και σε ομάδες και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Συμβατότητα με τις αρχές και τους στόχους των νέων προγραμμάτων σπουδών του Νέου Σχολείου Στην επεξεργασία του θέματος και στις δραστηριότητες λαμβάνονται υπόψη οι βασικές παιδαγωγικές αρχές του Νέου Σχολείου, όπως: δημιουργικότητα, διαφοροποιημένη μάθηση, συντροφικότητα και συνεργατική δράση, διεπιστη­ μονικότητα, κινητοποίηση της προσωπικότητας του παιδιού και αμεσότητα, καθώς και οι στόχοι του Νέου Σχολείου όπως: επικοινωνία και συνεργασία στο πλαίσιο ελεύθερων και οργανωμένων δραστηριοτήτων, γνώση του ευρύ­ τερου περιβάλλοντος και της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με αυτό, γενι­ κή διεύρυνση των γνώσεων για τους φυτικούς οργανισμούς (δέντρα, φυτά, φρούτα), εξερεύνηση χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων υλικών του φυσικού κό­ σμου (χρώμα, γεύση), εισαγωγή στον επιστημονικό τρόπο έρευνας των φυ­ σικών επιστημών (παρατήρηση, καταγραφή και ερμηνεία των δεδομένων). Βιβλιογραφία Ζαραμπούκα, Σοφία (1982). Παιδικός Οδηγός για Γνωριμία με τη ζωγραφική, Αθή­ να: Διάγραμμα. Ναούμ, Έλλη, & Παπαμιχαήλ, Γιούλη (2006). Θεματικές Προσεγγίσεις, Σχέδια Ερ- γασίας για το Νηπιαγωγείο, (Τεύχος 2, Φθινόπωρο), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Κάντζου, Νίκη (2005). Καθημερινές διαθεματικές δραστηριότητες για το Νηπιαγω- γείο, (Τόμος Α, Φθινόπωρο – Χειμώνας), Αθήνα: Δίπτυχο. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2011). Βασικό Επιμορφωτικό Υλικό, (Τόμος Α΄ -Γενικό Μέρος), Αθήνα: Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης. 221 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2011). Βασικό Επιμορφωτικό Υλικό, (Τόμος Β΄ - Ειδικό Μέρος,) ΠΕ60 Νηπιαγωγοί, Αθήνα: Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2011). Βασικό Επιμορφωτικό Υλικό, (Τόμος Β΄) Ειδικό Μέρος, Αξιοποίηση των τεχνών στην Εκπαίδευση, Αθήνα: Μείζον Πρόγραμ­ μα Επιμόρφωσης. Ιστοσελίδες http://www.google.com http://www.abcgallery.com, http://www.easy-jigsaw-maker.com Summary The children observe and elaborate on the paintings of famous artists and come in contact with the arts and visual arts. Through the processes of observation, description, classification on the basis of one or more characteristics, and matching pictures they investigate, interpret and argue about the details of the surrounding world, while enriching their spoken discourse, learning colours and the basic rules of nutrition. The general goal is to develop holistically (cognitive, emotional, aesthetic, stochastic) and know the fruits and colours through the observation and description of art and experiential activities. The activities include discussion at the plenary session, solving jigsaw puzzles of the paintings, bringing their favourite fruit from home and asking their classmates to guess ‘which fruit’ they have just described and filling in an evaluation sheet of colours and fruits. This scenario may also be extended to environmental education. Μερβάς Μοντίρ-Μαάνιαν Νηπιαγωγός Λέσβου 15, 11147 Γαλάτσι Τηλ. 210-2932638, 693-2277939

[email protected]

222 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ Κύκλοι, τρίγωνα, γραμμές κάνουν τούμπες και στροφές Σοφία Τούλη «Ωραίο είναι εκείνο που είναι εσωτερικά ωραίο» (W. Kandinsky) Στην παρούσα εργασία παρουσιάζουμε ένα σχέδιο διδασκαλίας που εκπονήθη­ κε στα πλαίσια του Μείζονος Προγράμματος Επιμόρφωσης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Το γνωστικό αντικείμενο της διδακτικής παρέμβασης είναι η τέχνη στο νηπιαγωγείο και η ιδιαίτερη περιοχή είναι τα χρώματα, τα σχήματα και οι γραμμές. Μέσα από τις προτεινόμενες δραστηριότητες τα παιδιά παρατηρούν, αναλύουν τα έργα του ζωγράφου χρησιμοποιώντας προηγούμενες γνώσεις τους, τη φαντασία τους και τα συναισθήματά τους. Με τον τρόπο αυτό εμπλέ­ κονται στη διαδικασία της δημιουργίας μέσα από την εργασία σε ομάδες κατα­ κτώντας δεξιότητες συνεργασίας, αποδοχής και συνεισφοράς στο κοινό έργο. Το σχέδιο προϋποθέτει τα παιδιά να έχουν γνωρίσει τα χρώματα, τα σχή­ ματα και τις γραμμές και αποτελεί ένα από τους τρόπους αξιολόγησης των γνώσεών τους. Τα παιδιά επιχειρείται να γνωρίσουν έναν από τους σημαντι­ κούς ζωγράφους του εικοστού αιώνα τον Wassily Kandinsky (1866-1944). O Kandinsky ήταν Ρώσος ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα και ένας από τους πρωτοπόρους της αποκαλούμενης αφηρημένης τέχνης. Επιλέξαμε τον Kandinsky γιατί οι πίνακές του είναι εξαιρετικοί για να αφή­ νεις τη φαντασία σου να ταξιδεύει και αποτελούν είδος ζωγραφικής που δε θα διστάσουν οι μικροί μαθητές να μιμηθούν με όπλο την παιδική τους αφέ­ λεια και δημιουργικότητα. Επίσης, αποτελούν ένα διασκεδαστικό τρόπο να επαναλάβουμε όσα έχουμε μάθει και να τα χρησιμοποιήσουμε σε νέα βάση. Εικόνα 1: Wassily Kandinsky 223 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Σκοπός - Στόχοι - Διάρκεια της παρέμβασης Ο γενικότερος σκοπός της διδακτικής παρέμβασης είναι να μάθουν τα παιδιά να παρατηρούν ένα έργο τέχνης χρησιμοποιώντας πρότερες γνώσεις και να μπορούν να εκφράζονται δημιουργικά. Οι επιμέρους στόχοι συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία. Με την παρούσα διδακτική παρέμβαση τα νήπια ασκούνται: • Να παρατηρούν και να περιγράφουν έργα τέχνης. • Να εξηγούν τις επιλογές τους. • Να γράφουν το όνομά τους (Γλώσσα) • Να αναγνωρίζουν και να ονομάζουν σχήματα και γραμμές. • Να ταξινομούν με βάση το σχήμα. • Να σημειώνουν τα στοιχεία ενός έργου τέχνης με συμβολικό τρόπο. (Μαθηματικά) • Να αναπτύξουν ικανότητες συνεργασίας δουλεύοντας σε μικρές ομά­ δες. • Να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους παρουσιάζοντας και συζητώντας τις απόψεις τους. • Να σέβονται την άποψη και την εργασία του άλλου. • Να συνειδητοποιήσουν τη μοναδικότητά τους αλλά και να εντοπίσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές με τους άλλους. • Να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. • Να αναγνωρίζουν χρώματα. (Περιβάλλον) • Να γνωρίζουν έργα μεγάλων ζωγράφων. • Να πειραματίζονται με διάφορα υλικά και χρώματα για να ζωγραφίζουν. • Να σχεδιάζουν διάφορα είδη γραμμών και περιγραμμάτων και να συν­ θέτουν διάφορα σχήματα και μορφές. • Να χρησιμοποιούν στένσιλ ή πατρόν. • Να κόβουν υλικά και να κάνουν καρτεπικολλήσεις. (Εικαστικά) • Να ανταποκρίνονται με την κίνηση σε ένα ερέθισμα μουσικό. • Να συνεργάζονται και να εκτελούν με ασφαλή τρόπο ρυθμικές κινή­ σεις σε ζευγάρια και ομάδες των τεσσάρων ατόμων. (Φυσική Αγωγή) 224 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ • Να παίζουν με εργαλεία σχεδίασης tuxpaint. • Να επιλέγουν με το ποντίκι διάφορα αντικείμενα (χρώματα, σχήμα­ τα, γραμμές). • Να τοποθετούν το δείκτη του ποντικιού σε συγκεκριμένη θέση και να γράφουν το όνομά τους χρησιμοποιώντας κεφαλαία γράμματα από το πληκτρολόγιο. • Να μάθουν να αποθηκεύουν τα έργα τους. • Να χρησιμοποιούν τον εκτυπωτή. (Τεχνολογία) Αναλυτική περιγραφή της εκπαιδευτικής πρακτικής Α΄ ημέρα 1η Δραστηριότητα: «Γνωρίζοντας τον Kadinsky» Διάρκεια: 20΄ Τεχνική: Παρατήρηση έργου τέχνης στην ολομέλεια. Ερωτηματική διδασκα­ λία και δυνατότητα στους μαθητές να δραστηριοποιηθούν και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαδικασία της διδασκαλίας. Περιγραφή: Η νηπιαγωγός για να κεντρίσει το ενδιαφέρον των παιδιών τους αναφέρει ότι έχει φέρει να τους δείξει κάτι που της αρέσει πολύ και παρου­ σιάζει σε αφίσα ή στον υπολογιστή έναν πίνακα του Kadinsky λέγοντάς τους ότι είναι ο αγαπημένος της καλλιτέχνης. Δίνει πληροφορίες για τον καλλιτέ­ χνη δείχνοντας την φωτογραφία του και διάφορα απλά βιογραφικά στοιχεία (που γεννήθηκε, που έζησε και τι είδος ζωγραφικής υπηρετούσε). Εικόνα 2: Transverse line (1923) by W. Kandinsky 225 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Με ερωτήσεις όπως οι παρακάτω τα νήπια παρατηρούν και επεξεργάζο­ νται τον πίνακα του Kadinsky (εικόνα 2): • Τι βλέπετε στον πίνακα; • Πώς ζωγραφίζει ο καλλιτέχνης (χρώματα, σχήματα, γραμμές); • Πόσα διαφορετικά χρώματα μπορείτε να βρείτε; (τα παιδιά σηκώνο­ νται δείχνουν και ονομάζουν τα χρώματα) • Πόσες γραμμές βλέπετε; (κάνουν με το δάχτυλο τη διαδρομή της γραμμής και προσπαθούν να την περιγράψουν); • Ποια σχήματα βλέπετε και που; • Τι αισθάνεστε όταν βλέπετε αυτόν τον πίνακα και γιατί (χρώματα και συναισθήματα); • Βλέποντας τον πίνακα νομίζετε ότι τα αντικείμενα κινούνται ή όχι και γιατί (κίνηση μέσα από τις γραμμές); • Σας αρέσει ή όχι και γιατί; • Τι τίτλο θα δίνατε στον πίνακα; Η νηπιαγωγός καταγράφει τις απαντήσεις των παιδιών σε ένα χαρτί Α3. Χρησιμοποιώντας πίνακα καταγραφής όπως ο πίνακας 1 στα φύλλα εργα­ σίας του παραρτήματος. Στόχος: Να γνωρίσουν τα παιδιά ένα έργο τέχνης συγκεκριμένης τεχνο­ τροπίας, να το παρατηρήσουν και να το περιγράψουν χρησιμοποιώντας πρό­ τερες γνώσεις τους. Υλικά: Αφίσα ή πρόγραμμα προβολής εικόνων στον υπολογιστή, ένα χαρ­ τί Α3, μαρκαδόρους 2η Δραστηριότητα: «Μικροί εκτιμητές τέχνης» Διάρκεια:20΄ Τεχνική: Ατομική παρατήρηση έργου τέχνης. Ατομική εργασία σε φύλλο εργασίας. Περιγραφή: Η νηπιαγωγός λέει στα παιδιά ότι τους πίνακες του κάθε καλ­ λιτέχνη κάποιοι ειδικοί οι «εκτιμητές τέχνης» τους μελετούν και βγάζουν απο­ φάσεις για το πόσο σπουδαίοι είναι. Στη συνέχεια τους προτείνει: θέλετε να γίνετε εκτιμητές τέχνης σε ένα άλλο έργο του Kadinsky; Τα νήπια κάθονται στα τραπεζάκια (ανά 4) και η νηπιαγω­ γός παρουσιάζει ένα έργο του Kadinsky σε έγχρωμη φωτοτυπία Α3 διαφο­ ρετικό από το αρχικό. 226 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ Εικόνα 3: Composition VIII (1923) by W. Kandinsky Στη συνέχεια, δίνει σε κάθε νήπιο τον πίνακα που χρησιμοποίησε κι εκεί­ νη (πίνακας 1) στην παρουσίαση σε Α4 και τα παιδιά καλούνται να επεξεργα­ στούν τον καινούργιο πίνακα ζωγραφικής και να καταγράψουν ότι ανακαλύ­ ψουν. Μπορεί η νηπιαγωγός κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας να βάλει να ακούγεται απαλή κλασσική μουσική... όπως έκανε ο Kadinsky όταν ζωγράφιζε. Στόχοι: (α) Να σημειώνουν τα στοιχεία ενός έργου τέχνης με συμβολικό τρόπο, (β) Η ατομική αξιολόγηση του κάθε παιδιού σε ότι έχει κατακτήσει για τις γραμμές-σχήματα-χρώματα. Υλικά: Έγχρωμη φωτοτυπία, μαρκαδόρους, φύλλα εργασίας, κλασσική μουσική 3η Δραστηριότητα: «Ανακοίνωση αποτελεσμάτων» Διάρκεια: 20΄ Τεχνική: Διαλογική διδασκαλία. Περιγραφή: Όταν τα παιδιά τελειώσουν με την «εκτίμηση» των έργων μα­ ζεύονται στην παρεούλα(σε κύκλο) για να ανακοινώσουν τα πορίσματά τους. Το έργο του Kadinsky μπαίνει σε ένα καβαλέτο και σε σημείο του κύκλου που να το βλέπουν όλοι. Ένα παιδί σηκώνεται στέκεται δίπλα στον πίνακα και ανα­ λαμβάνει να ανακοινώσει ποια χρώματα ανακάλυψε στον καινούργιο πίνακα με τη βοήθεια του χαρτιού του αλλά δείχνοντας και στον πίνακα όσα ισχυρί­ ζεται, τα υπόλοιπα παιδιά συμμετέχουν συμφωνώντας, διαφωνώντας ή και συ­ μπληρώνοντας με βάση όσα έχουν καταγράψει στα χαρτιά τους. Το ίδιο γίνε­ ται και για τις υπόλοιπες στήλες του φύλλου εργασίας, μόνο που κάθε φορά ανακοινώνει και διαφορετικό παιδί τα «πορίσματά» του. Ο ρόλος της νηπια­ γωγού είναι να συντονίζει τη συζήτηση. 227 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Στόχοι: (α) Να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους παρουσιάζοντας και συζητώντας τις απόψεις τους, (β) να σέβονται την άποψη και την εργασία του άλλου και να αποδέχονται την καλοπροαίρετη κριτική. Υλικά: Καβαλέτο Β΄ ημέρα 1η Δραστηριότητα: «Η παρέλαση των σχημάτων» Διάρκεια: 10΄ Τεχνική: Προβολή εικόνων Περιγραφή: Με αφορμή το καβαλέτο με το έργο του Kadinsky συζητάμε με τα νήπια τι μάθαμε τη χθεσινή ημέρα για τον καλλιτέχνη και το έργο του. Η νηπιαγωγός ανακοινώνει στα παιδιά ότι βρήκε ωραίες εικόνες που δείχνουν κι άλλους πίνακες του καλλιτέχνη καθώς και φωτογραφία του. Κάθονται όλοι μαζί και βλέπουν στον υπολογιστή τις εικόνες που έχει φτιάξει σε ταινία με τη χρήση του movie maker των Windows. Επίσης, παρουσιάζει δύο διασκεδαστικά βίντεο με έργα του Kadinsky για να διασκεδάσουν και να παρατηρήσουν (1ο Animated Art Wassily Kandinsky- παρατηρούν την πορεία των στοιχείων που κινούνται, 2ο Musicolor Kandinsky- διασκεδαστικό βίντεο που συνδέει τη ζωγραφική με τη μουσική όπως υποστή­ ριζε και ο ίδιος ο Kadinsky) - Σας άρεσαν τα έργα του; - Τι παρατηρήσατε; (ζωγραφική με σχήματα, γραμμές και χρώματα παντού) Στη συνέχεια προτείνει να ακούσουν το επόμενο τραγούδι: «Κύκλοι, τρίγωνα, γραμμές κάνουν τούμπες και στροφές» Η νηπιαγωγός τραγουδάει και αναπαριστά με τα χέρια της τα λόγια. Ται­ ριάζει με τους πίνακες του Kadinsky; Θέλετε να το ξαναπούμε; - Τι λέτε μπορείτε κι εσείς να ζωγραφίσετε σαν τον Kadinsky; - Θα θέλατε να δοκιμάσετε σε ομάδες, να συνεργαστείτε για να φτιάξετε έργα ζωγραφικής που να μοιάζουν με τα έργα του Kadinsky; Στόχοι: Να αποκτήσουν τα παιδιά περισσότερες εμπειρίες από το έργο του καλλιτέχνη και να κεντριστεί το ενδιαφέρον τους για να δημιουργήσουν τα δικά τους έργα. Υλικά: Windows movie maker, ή μικρά βίντεο που μπορούν να αναζητηθούν στο YouTube και τα οποία μπορούν να ανακτηθούν ελεύθερα με το πρόγραμ­ μα «YouTube downloader». Στη συγκεκριμένη διδακτική παρέμβαση έχει υλο­ ποιηθεί το σχετικό βίντεο από τη δημιουργό του σεναρίου για να περιλαμβά­ 228 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ νει την εικόνα του καλλιτέχνη καθώς και οι πίνακες που θα δουν τα παιδιά να μην τα αποθαρρύνουν αργότερα να ασχοληθούν με τη ζωγραφική. 2η Δραστηριότητα: «Δημιουργία ομάδων» Διάρκεια: 20΄ Τεχνική: Δυαδική εργασία, εργασία σε μικρές ομάδες (4-5 μέλη) Περιγραφή: Η νηπιαγωγός τραγουδάει με τη συνοδεία του ντεφιού ένα παιχνιδοτρά­ γουδο: «Ταπ-ταπ Ομπελίντα» Ταπ- ταπ Ομπελίντα (δις) Ταπ-ταπ Ομπελίντα κι έλα να χορέψεις Βρες ζευγάρι Ομπελίντα (δις) Βρες ζευγάρι Ομπελίντα κι έλα να χορέψεις Το ένα χέρι Ομπελίντα (δις) Το ένα χέρι Ομπελίντα κι έλα να χορέψεις Το άλλο χέρι Ομπελίντα (δις) Το άλλο χέρι Ομπελίντα κι έλα να χορέψεις Τα δυό χέρια, με τη μύτη, με την πλάτη….κλπ. που υποδεικνύει στα παιδιά πως θα κινηθούν-χορέψουν σε ζευγάρια Έτσι τα παιδιά χωρίζονται σε ζευγάρια διασκεδάζοντας και έρχονται συ­ ναισθηματικά πιο κοντά. Όταν σταματήσει το παιχνιδοτράγουδο η εντολή που δίνει είναι: «Καθίστε ο ένας απέναντι από τον άλλο και συζητήστε τι χρώματα, σχήματα, και γραμ­ μές είναι τα αγαπημένα σας και θα θέλατε να έχει η ζωγραφιά σας». Αφού τελειώσουν σηκώνονται και βρίσκουν ένα άλλο ζευγαράκι χρησιμο­ ποιώντας πάλι την Ομπελίντα μόνο που Ομπελίντα τώρα είναι το κάθε ζευ­ γαράκι: Ταπ- ταπ Ομπελίντα (δις) Ταπ-ταπ Ομπελίντα κι έλα να χορέψεις Βρες ζευγάρι Ομπελίντα (δις) Βρες ζευγάρι Ομπελίντα κι έλα να χορέψεις. Φτιάξε κύκλο Ομπελίντα (δις) Φτιάξε κύκλο Ομπελίντα στάσου να σε δούμε. Φτιάξε τετράγωνο Ομπελίντα (δις) Φτιάξε τετράγωνο Ομπελίντα στάσου να σε δούμε Έτσι τα ζευγαράκια έχουν γίνει μικρές ομάδες των τεσσάρων παιδιών. Η κάθε ομάδα κάθεται σε ένα μικρό κύκλο (η χρήση ενός στεφανιού γυ­ μναστικής βοηθάει πολύ στην οριοθέτηση του χώρου) Η εντολή που δίνει η νηπιαγωγός είναι: 229 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ «Ανταλλάξτε τις προτιμήσεις σας και δώστε ένα όνομα στην ομάδα σας». Ανταλλάσσουν τις προτιμήσεις τους και σε ένα πίνακα (Πίνακας 2 - φύλ­ λα εργασίας) που θα μοιράσει η νηπιαγωγός στην ομάδα θα καταγραφούν τα τελικά στοιχεία που θα έχει το έργο τους. Τα παιδιά γράφουν το όνομά τους πάνω στο χαρτί, η νηπιαγωγός γράφει το όνομα της ομάδας τους και μα­ζεύει τα χαρτιά. Στη συνέχεια, παρουσιάζει στα παιδιά τα υλικά από τα οποία μπορούν να διαλέξουν για να φτιάξουν το έργο τους (χαρτόνια κανσόν σε λευκό χρώμα, χαρτιά γλασσέ σε διάφορα χρώματα, κομμένα κομματάκια από χρωματισμένα φίλτρα καφέ, μαρκαδόρους, ξυλομπογιές, κηρομπογιές, σύρμα πίπας, στέν­ σιλ σχημάτων, πατρόν σχημάτων, κόλλες, ψαλίδια) Τα πατρόν για τα σχήματα όμως είναι μπερδεμένα η κάθε ομάδα αναλαμβάνει να βάλει σε καλαθάκι και κάποιο από τα σχήματα. Η κάθε τετράδα αποφασίζει τα υλικά που θα χρησιμοποιήσει και το χώρο για να εργαστεί. Στόχοι: (α) Να φτιάξουν ομάδες εργασίας, να συνεργαστούν με κάποιον που εμπι­ στεύονται, (β) να οργανώσουν τον τρόπο που θα δουλέψουν, (γ) να ταξινομούν με βάση το σχήμα, (δ) να ανταποκρίνονται με την κίνηση σε ένα ερέθισμα μουσικό, (ε) να συνεργάζονται και να εκτελούν με ασφαλή τρόπο ρυθμικές κινή­ σεις σε ομάδες, (στ) να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν με συμβολικό τρόπο το πλά­ νο εργασίας τους. Υλικά: Χαρτιά Α4, ντέφι, στεφάνια, χαρτόνια κανσόν σε λευκό χρώμα, χαρ­ τιά γλασσέ σε διάφορα χρώματα, κομμένα κομματάκια από χρωματισμένα φίλ­ τρα καφέ, μαρκαδόρους, ξυλομπογιές, κηρομπογιές, τέμπερες, σύρμα πίπας, στένσιλ σχημάτων, πατρόν σχημάτων, κόλλες, ψαλίδια. 3η Δραστηριότητα: «Καλλιτέχνες εν δράσει» Διάρκεια: 30΄ Τεχνική: Εργασία σε ομάδες Περιγραφή: Οι ομάδες μαζεύουν τα υλικά τους στήνουν το «εργαστήρι ζωγραφικής» τους, συζητάνε τι θα κάνει ο καθένας και συνεργάζονται για να δημιουργή­ σουν ένα έργο σαν του Kadinsky. Η νηπιαγωγός γυρνάει από ομάδα σε ομά­ δα, παρατηρεί ή βοηθάει όπου χρειαστεί. Όταν τελειώσουν «υπογράφουν» το έργο τους γράφοντας το όνομά τους με κεφαλαία γράμματα έχοντας βοη­θό την καρτέλα με το όνομα που βρίσκεται στο συρτάρι τους 230 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ Στόχοι: (α) Να πειραματίζονται με διάφορα υλικά και χρώματα για να ζωγραφί­ ζουν, να κόβουν και να κολλούν (β) Να σχεδιάζουν διάφορα είδη γραμμών και περιγραμμάτων και να συν­ θέτουν διάφορα σχήματα και μορφές, (γ) Να χρησιμοποιούν στένσιλ ή πατρόν, (δ) Να αναπτύξουν ικανότητες συνεργασίας δουλεύοντας σε μικρές ομά­ δες, (ε) Να σέβονται την άποψη και την εργασία του άλλου Υλικά: Χαρτόνια κανσόν σε διάφορα χρώματα, χαρτιά γλασσέ σε διάφορα χρώματα, μαρκαδόρους, ξυλομπογιές, κηρομπογιές, τέμπερες, σύρμα πίπας, στένσιλ σχημάτων, πατρόν σχημάτων, κόλλες, ψαλίδια, δοχεία με νερό, νάι­ λον για να στρώσουν στο πάτωμα αν χρειαστεί. Προέκταση του σχεδίου διδασκαλίας – Επιπρόσθετη δραστηριότητα Δραστηριότητα: «Ζωγραφίζω στον υπολογιστή» Διάρκεια: 10΄ανά δυάδα (την ώρα των ελεύθερων δραστηριοτήτων) Τεχνική: Αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία. Εργασία σε δυάδες. Περιγραφή: Η νηπιαγωγός παρουσιάζει στα νήπια το πρόγραμμα ελεύθε­ ρης ζωγραφικής TUXPAINT. Τους δείχνει πως μπορούν να ζωγραφίσουν με χρώματα σχήματα και γραμμές. Τα νήπια ανά δύο την ώρα των ελεύθερων δραστηριοτήτων και για 10΄ λεπτά το κάθε ζευγάρι πειραματίζονται, συνερ­ γάζονται και φτιάχνουν μια σύνθεση. Την αποθηκεύουν αν δεν είναι σίγου­ ροι ότι τελειώσανε και μπορούν να επανέλθουν για να συμπληρώσουν κάποια στοιχεία. Όταν ολοκληρώσουν το έργο τους γράφουν με τη βοήθεια καρτέ­ λας το όνομά τους με κεφαλαία γράμματα και το εκτυπώνουν. Η γραφή του ονόματος είναι έξω από τον χρόνο των 10΄. Σημείωση: Η τελευταία δραστηριότητα αυτή μπορεί να υλοποιηθεί από την πρώτη ημέρα ή στο τέλος της δεύτερης ημέρας ή και την τρίτη ημέρα, εξαρτά­ ται από τις διαθέσεις των παιδιών και την εξοικείωσή τους με τους υπολογιστές. Στόχοι: (α) Να παίζουν με εργαλεία σχεδίασης tuxpaint (β) Να επιλέγουν με το ποντίκι διάφορα αντικείμενα (χρώματα, σχήματα, γραμμές) (γ) Να τοποθετούν το δείκτη του ποντικιού σε συγκεκριμένη θέση και να γράφουν το όνομά τους χρησιμοποιώντας κεφαλαία γράμματα από το πληκτρολόγιο δ)Να μάθουν να αποθηκεύουν τα έργα τους ε) Να χρησιμο­ ποιούν τον εκτυπωτή 231 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Υλικά: Υπολογιστής, εκτυπωτής, μελάνια για τον εκτυπωτή, χαρτιά Α4, πρό­ γραμμα ελεύθερης ζωγραφικής Tuxpaint Αξιολόγηση της διδακτικής πρακτικής Η αξιολόγηση στο συγκεκριμένο σχέδιο διδασκαλίας περιλαμβάνει: (α) Την αξιολόγηση από τη νηπιαγωγό των βασικών γνώσεων των παιδιών μέσα από τα φύλλα εργασίας και από τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα καθώς και την αξιολόγηση του σχεδίου διδασκαλίας μέσα από σημειώσεις της και την παρατήρηση εντοπίζοντας αδυναμίες που μπορεί να χρειάζονται κάποια τροποποίηση ή ιδιαίτερη υποστήριξη από εκείνη. (β) Την αξιολόγηση του προγράμματος από τα παιδιά που μπορεί να γί­ νεται με συζήτηση κατά τη διάρκεια της υλοποίησης των δράσεων αλλά και στο τέλος του σχεδίου διδασκαλίας όπου αναφέρουν τι μάθανε (γνώσεις ή τρόπος δουλειάς), τι τους άρεσε, τι τα προβλημάτισε και τα δυσκόλευσε κα­ θώς και τι άλλο θα μπορούσαν ή θα ήθελαν να υλοποιήσουν. Συμβατότητα με τις αρχές και τους στόχους των Νέων Προγραμμάτων σπουδών του Νέου Σχολείου Η διδακτική παρέμβαση βασίζεται στις παρακάτω παιδαγωγικές αρχές και τους στόχους των Νέων Προγραμμάτων σπουδών του Νέου Σχολείου: • Αρχή της δημιουργικότητας: Τα νήπια καλούνται να οργανώσουν και να στήσουν το «εργαστήρι ζωγραφικής» και να δημιουργήσουν ελεύ­ θερα τις συνθέσεις τους. • Αρχή της συντροφικότητας και της συνεργατικής δράσης: Δυαδική εργασία, εργασία σε μικρές ομάδες. • Αρχή της διαφοροποιημένης μάθησης: Στο συγκεκριμένο σχέδιο δι­ δασκαλίας το κάθε νήπιο συμμετέχει στον κοινό σκοπό με βάση τις ικανότητες και τις ιδιαιτερότητες του. • Αρχή της διεπιστημονικότητας: Πέρα από τους εικαστικούς στόχους με το συγκεκριμένο σχέδιο διδασκαλίας εξυπηρετούνται και στόχοι στα μαθηματικά, τη γλώσσα, την τεχνολογία και στο ανθρωπογενές περιβάλλον. • Αρχή της κινητοποίησης της προσωπικότητας του παιδιού συνολι­ κά: Υπάρχει όσο το δυνατό περισσότερη ισορροπία στην καλλιέργεια των νοητικών, των συναισθηματικών και των ψυχοκινητικών δεξιοτή­ των των παιδιών. 232 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ Βιβλιογραφία Dufy, Bernadette (2003). Υποστηρίζοντας τη δημιουργικότητα και τη φαντασία στην προσχολική ηλικία, (μετφρ. Αθηνά Βεργιοπούλου), Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (επιμ.) (2011). Βασικό επιμορφωτικό υλικό: Τόμος A΄: γε- νικό μέρος. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (επιμ.) (2011). Βασικό επιμορφωτικό υλικό: Τόμος Β΄: Π.Ε. 60 Νηπιαγωγοί. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (επιμ.) (2011). Θέματα αξιοποίησης της ομάδας στη σχο- λική τάξη. Ιστοσελίδες http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=515 http://www.richardtaylor.co.uk/kandinsky/ http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE% B9_%CE%9A%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CF%83%CE% BA%CE%B9 Μουσείο τέχνης Σάντα Μπάρμπαρα http://www.sbmuseart.org/uploadedfiles/ Making%20Shapes%20Dance-final.pdf Ελληνική εικαστική εκπαιδευτική ιστοσελίδα με θέμα: «Σημείο, γραμμή, επίπεδο» http://konstartistic.com/PointLineShape/planelearning.html Abstract This paper presents a plan for kindergarten teaching prepared as part of the Major Training Program (Meizon Programma Epimorfosis) of the Pedagogical Institute. Specifically, children become more aware of one of the most important painters of the twentieth century Wassily Kandinsky. Through the proposed activities of observation and analysis of his work using previous knowledge, using their imagination and emotions. Through this way children get involved in the process of “creation” through group working. Furthermore children gain the skills of cooperation, acceptance and contribution to the joint project. Τούλη Σοφία Νηπιαγωγός - Προϊσταμένη στο 12ο Νηπιαγωγείο Γαλατσίου Σταυροπούλου 37 Τ.Κ. 11252 Αθήνα Τηλ. 210 8641306 / 6982178058, fax: 210 2933645

[email protected]

233 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Φύλλα Εργασίας 234 Σοφία Τούλη ΚΥΚΛΟΙ, ΤΡΙΓΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΦΕΣ Πίνακας 1: Φύλλο καταγραφής Πίνακας 2: Φύλλο καταγραφής 235 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ποιοτική Εκπαίδευση ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ Ενηλίκων και Διά Βίου Μάθηση Ο νέος ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων στο πεδίο της διά βίου μάθησης. Διασφάλιση ποιότητας στην εκπαίδευση ενηλίκων Ιωάννα Δέδε Εισαγωγή Την παρούσα περίοδο οι διεθνείς εξελίξεις στον οικονομικό, τεχνολογικό, κοινω­ νικό και πολιτισμικό τομέα, καθιστούν την εκπαίδευση και την κατάρτιση συνεκτι­ κά στοιχεία και βάσεις όχι μόνο για την κοινωνική, αλλά και την επαγγελματική ανάπτυξη του ατόμου. Τα ενήλικα άτομα κρίνεται απαραίτητο να εξοπλίζονται με ένα εύρος γνώσεων, αλλά και να καλλιεργούν δεξιότητες, συμπεριφορές και αξίες, οι οποίες να είναι άμεσα προσαρμόσιμες στις συντελούμενες αλλαγές. Στις δύσκολες μέρες που διανύουμε, η εθνική στρατηγική στα πεδία τόσο της τυπικής όσο και της μη τυπικής εκπαίδευσης1, χρειάζεται να ανταποκρι­ θεί στις προκλήσεις των νέων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δε­ δομένων, τα οποία συνίστανται στην οικονομική ύφεση, την πολυπολιτισμι­ κότητα της κοινωνίας, την ογκώδη αύξηση της κοινωνικής δικτύωσης και της ψηφιακής πληροφορίας και ταυτόχρονα την ταχύτατη απαξίωση της γνώσης. Η παρούσα ανακοίνωση έχει στόχο να σκιαγραφήσει τα νέα οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά δεδομένα που διαμορφώνονται στη χώρα μας και να διερευνήσει το ρόλο του Εκπαιδευτή Ενηλίκων ο οποίος καλείται να ανταπο­ κριθεί στις απαιτήσεις της μη τυπικής εκπαίδευσης που παρέχεται σε οργα­ νωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος 1. Στο Νόμο 3879/2010 «Ανάπτυξη της ΔΒΜ και άλλες διατάξεις» ορίζεται ως μη τυπική εκπαίδευση η εκπαίδευση που παρέχεται σε οργανωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση πιστοποιητικών αναγνωρισμένων σε εθνικό επίπεδο. Περιλαμβάνει την αρχική επαγγελματική κατάρτιση, τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων. 236 Ιωάννα Δέδε Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ και περιλαμβάνει την αρχική και τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση καθώς και τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων. Τα νέα οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά δεδομένα Τα νέα οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά δεδομένα που διαμορφώνονται στη χώρα μας και καθορίζουν τις πολιτικές της μη τυπικής εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης και των ανθρώπινων πόρων συνίστανται στα εξής: • Στο γεγονός ότι το εγχείρημα διαμόρφωσης μιας ενιαίας και ομογε­ νοποιημένης αγοράς εργασίας εντός της Ε.Ε. δείχνει να δυσχεραίνε­ ται καθοριστικά από τις εθνικές θεσμικές, κανονιστικές, οικονομικές και πολιτικές ασυμμετρίες, καθώς και τις περιφερειακές, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Έτσι η εθνική στρατηγική για τη Διά Βίου Μάθηση στη χώρα μας και η αρχιτεκτονική του εθνικού συστήμα­ τος πιστοποίησης γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων (προσόντων) του ανθρώπινου δυναμικού καλούνται να αντιμετωπίσουν τις εν λόγω ασυμμετρίες και να συμβάλλουν έμπρακτα στην ενδυνάμωση της απα­ σχολησιμότητας, καθώς και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής2. • Στην αναγκαιότητα της επικαιροποίησης των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας συμπεριλαμ­ βανομένων των Εκπαιδευτών Ενηλίκων σε ένα περιβάλλον που χαρα­ κτηρίζεται από βαθιά οικονομική κρίση, η οποία αντανακλάται, μεταξύ άλλων, στους υψηλούς δείκτες ανεργίας. Γενικότερα ο ρόλος των εκ­ παιδευτών ενηλίκων, καθώς και η πιστοποίηση της προηγούμενης μά­ θησης (prior learning), θεωρούνται βασικά ζητήματα σε διάφορα κείμε­ να αποτύπωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η εκπαιδευτική επάρκεια των εκπαιδευτών ενηλίκων θεωρείται ως βασική προϋπόθεση για την ποιότητα της παροχής εκπαίδευσης στους ενήλικες. Ωστόσο οι πρω­ τοβουλίες που έχουν αναληφθεί για τη βελτίωση της επαγγελματικής κατάστασης του εκπαιδευτικού προσωπικού στην Ελλάδα έχουν κατά κύριο λόγο επικεντρωθεί σε εκπαιδευτικούς της τυπικής εκπαίδευσης και όχι σε εκπαιδευτές της μη τυπικής εκπαίδευσης, με εξαίρεση την εκπαίδευση 10.480 ατόμων βάσει πιστοποιημένου προγράμματος εκ­ παίδευσης Εκπαιδευτών και την πιστοποίηση από το Ε.ΚΕ.ΠΙΣ. 8.312 2. Καραντινός Δ. (επιμ.), Δέδε Ι., Αθανασούλη Α., Μαυρή Δ., (2010). Πιστοποίηση Γνώσεων, Δεξιοτήτων και Ικανοτήτων: Υπάρχουσα Κατάσταση και Προοπτικές, σ. 59, αδημοσίευτη. 237 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαιδευτών Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης. Η εν λόγω εκπαίδευση καθώς και η πιστοποίηση υλοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2003 έως 31.12.20073. • Στην αλλαγή του ρόλου του εκπαιδευτή στην επιχείρηση. Στη σύγχρο­ νη επιχείρηση, που λειτουργεί ως «μανθάνων οργανισμός», δεν συντε­ λείται μια κλασική εκπαιδευτική διαδικασία στην οποία οι εργαζόμενοι είναι αποδέκτες τυποποιημένων πληροφοριών, αλλά οι χώροι της ερ­ γασίας γίνονται χώροι μάθησης. Ο εκπαιδευτής καλείται να εγκαταλεί­ ψει τον παραδοσιακό ρόλο του δασκάλου και να ενστερνιστεί το ρόλο του εμψυχωτή της μαθησιακής διαδικασίας των εργαζομένων. Δεν έχει τελικά νόημα η εκπαίδευση στην εργασία, εάν δεν μάθει ο εργαζόμε­ νος πώς να μαθαίνει σ΄ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο εργασιακό περι­ βάλλον, όπου η εξειδίκευση δεν αρκεί, αλλά επικρατεί η ευελιξία και η πολυειδίκευση4. Ωστόσο στην περίπτωση της Ελλάδας τα δομικά χα­ ρακτηριστικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν την πλει­ ονότητα των επιχειρήσεων, δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη οργανωμένων μαθησιακών διαδικασιών και είτε οι ίδιοι οι επιχειρηματίες είτε συγκε­ κριμένοι εργαζόμενοι καλούνται να εκπαιδεύσουν το προσωπικό της επιχείρησης χωρίς να διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες του σύγχρονου ενδοεπιχειρησιακού εκπαιδευτή. Έτσι οι επιχειρήσεις αυτές οδηγούνται μοιραία σε προσανατολισμούς περιο­ ρισμένης εμβέλειας, χαμηλής εξειδίκευσης και ελάχιστης καινοτομίας. • Στη μεταστροφή σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καθορίζεται από τις «εκροές», δηλαδή τα άμεσα αποτελέσματα της μαθησιακής δρα­ στηριότητας που είναι οι γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες που απο­ κτά το άτομο και επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στο σχεδιασμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. • Στην αναγκαιότητα της ενοποίησης των λειτουργούντων μητρώων Εκπαιδευτών Ενηλίκων στη χώρα μας τα οποία χαρακτηρίζονται από έντονη διαφοροποίηση σε βασικά σημεία5 3. Δέδε Ι. (2011). Έκθεση. Σύστημα Πιστοποίησης και Μητρώο Εκπαιδευτών Ενηλίκων ΕΚΕΠΙΣ κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο (Γ΄ΚΠΣ). Ενιαίο Σύστημα εκπαιδευτικής επάρκειας των Εκπαιδευτών Ενηλίκων Διά Βίου Μάθησης και το Ενιαίο Μητρώο Εκπαιδευτών Ενηλίκων Διά Βίου Μάθησης ΕΚΕΠΙΣ – Δ΄ Προγραμματική Περίοδος (ΕΣΠΑ 2007-2013), αδημοσίευτη. 4. Cedefop (2010). Professional development opportunities for in-company trainers. A compilation of good practices. Luxembourg: Publications Office of the European Union 5. Θ. Καραλής (επιστημονική επιμέλεια), Ι. Δέδε, Ι. Δελημάρης, Κ. Παπαευσταθίου, Σ. Παπαϊωάννου (2010). Ενιαίο Σύστημα Πιστοποίησης Εκπαιδευτικής Επάρκειας Εκπαιδευτών Ενηλίκων στο πεδίο της Διά Βίου Μάθησης, αδημοσίευτη. 238 Ιωάννα Δέδε Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ • ως προς το πλαίσιο κοινωνικής διαβούλευσης. • ως προς τις προϋποθέσεις, τους όρους και τα κριτήρια ένταξης στα διάφορα μητρώα, • ως προς την υποχρέωση εκπαίδευσης και πιστοποίησης, • ως προς τις διαδικασίες ανανέωσης της πιστοποίησης, • ως προς τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εκπαιδευτών, • ως προς την εσωτερική κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτών, • ως προς τον τρόπο λειτουργίας και το βαθμό ωριμότητας των διαφό­ ρων μητρώων, • ως προς το περιεχόμενο του φακέλου υποψηφιότητας που καταθέ­ τουν οι εκπαιδευτές, • ως προς τα συστήματα ηλεκτρονικής διαχείρισης των μητρώων εκ­ παιδευτών, καθώς και • ως προς το βαθμό χρηστικότητας και την εμβέλειά τους. Τα παραπάνω δεδομένα υπαγορεύουν την ανάπτυξη και εφαρμογή ενός ενιαίου και καινοτόμου συστήματος πιστοποίησης των προσόντων του αν­ θρώπινου δυναμικού, συμπεριλαμβανομένων των Εκπαιδευτών Ενηλίκων, στο σύνολο της Διά Βίου Μάθησης, μέσω διαφανούς και αξιόπιστης διαδικασί­ ας αξιολόγησης, επικύρωσης και πιστοποίησης καθώς και την επιχειρησιακή εφαρμογή ενός Ενιαίου Μητρώου από το οποίο θα αντλούνται εκπαιδευτές με πιστοποιημένη εκπαιδευτική επάρκεια για όλες τις δομές που συγκροτούν το Εθνικό Δίκτυο Δομών Διά Βίου Μάθησης, συμβάλλοντας στην εξοικονό­ μηση πολύτιμων πόρων, την πάταξη της γραφειοκρατίας και την εξυπηρέτη­ ση των ενδιαφερομένων (πολιτών, επιχειρήσεων, συνεργαζόμενων φορέων). Ο ρόλος του Εκπαιδευτή Ενηλίκων στο πεδίο της Διά Βίου Μάθησης Με δεδομένους τους στόχους που θέτει το Εθνικό Πρόγραμμα Διά Βίου Μά­ θησης6, ήτοι • την απόκτηση κοινωνικής και προσωπικής επάρκειας των ωφελουμέ­ νων να αντιμετωπίσουν τη σημερινή αξιακή, οικονομική, κοινωνική, θε­ σμική, πολιτική και περιβαλλοντική κρίση, • τη βελτίωση των δεξιοτήτων όσων συμμετέχουν σε αυτήν και την αντι­ στοιχία των δεξιοτήτων τους με τις προσφερόμενες θέσεις απασχό­ λησης, • θα πρέπει ο Εκπαιδευτής Ενηλίκων που δραστηριοποιείται στο πεδίο 6. Το «Εθνικό Πρόγραμμα Διά Βίου Μάθησης» μπορεί να αναζητηθεί στην ιστοσελίδα: http://www.minedu.gov.gr 239 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ της Διά Βίου Μάθησης να διαθέτει την ανάλογη επάρκεια σε γνωστικό επίπεδο και την ετοιμότητα, ώστε να μπορεί να μετουσιώσει τις γνώ­ σεις και τις εμπειρίες του στην εφαρμοσμένη εκπαιδευτική διαδικα­ σία και να επιτύχει την επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη των εκπαιδευομένων. Η διάκριση των εννοιών «επάρκεια» και «ετοιμότητα»7 κρίνεται αναγκαία, τη στιγμή που η ετοιμότητα, ως ευρύτερη έννοια, είναι αποτέλεσμα της επάρ­κειας. Το έργο το οποίο καλείται να επιτελέσει ο Εκπαιδευτής Ενηλίκων στη σύγχρονη εποχή είναι ιδιαίτερα απαιτητικό. Πέραν της θεωρητικής, επιστημονικής, ερευ­ νητικής επάρκειάς του ο Εκπαιδευτής Ενηλίκων, για να είναι «επαγγελματικά έτοιμος»,θα πρέπει να μπορεί να μετατρέψει τη θεωρητική του κατάρτιση σε αποτελεσματική εκπαιδευτική πράξη και συμπεριφορά, σε ένα περιβάλλον που κυριαρχείται από την πολλαπλότητα της ψηφιακής πληροφορίας και της κοινω­ νικής δικτύωσης και χαρακτηρίζεται από κοινωνική και πολιτισμική ποικιλότητα. Ως ετοιμότητα λοιπόν, νοείται η ικανότητα ενός ατόμου (Handlungs­ kompetenz)8 να δρα με κατάλληλο και ορθολογικό τρόπο σε επαγγελματι­ κές, κοινωνικές και προσωπικές καταστάσεις, έχοντας συναίσθηση της προ­ σωπικής και κοινωνικής του ευθύνης. Ως ετοιµότητα λοιπόν, νοείται η ικανότητα ενός ατόµου Η ετοιμότητα προϋποθέτει τεχνική, μεθοδολογική, κοινωνική και προσω­ (Handlungskompetenz)8 να δρα µε κατάλληλο και ορθολογικό τρόπο σε επαγγελµατικές, κοινωνικές και προσωπικές καταστάσεις, έχοντας συναίσθηση της προσωπικής και κοινωνικής του ευθύνης. πική επάρκεια. Η ετοιµότητα προϋποθέτει τεχνική, µεθοδολογική, κοινωνική και προσωπική επάρκεια. μεθοδολογική  επάρκεια   τεχνική  επάρκεια     εκπαιδευτική   ετοιμότητα   κοινωνική  επάρκεια   προσωπική  επάρκεια                                                                                                                             Ως τεχνική επάρκεια9 νοείται η ικανότητα ενός ατόμου (Fachkompetenz) 8 Ο   ορισμός   αυτός   αποτυπώθηκε   στο   πλαίσιο   της   Μόνιμης   Διάσκεψης   των   Γερμανών     Υπουργών   Παιδείας  και  Πολιτισμού  στις  5  Φεβρουαρίου  1999.     να επιτελεί αυτοδύναμα και υπεύθυνα τις κύριες και επιμέρους λειτουργίες 7. Γεωργογιάννης, Π. (2004). Διαπολιτισμική επάρκεια και ετοιμότητα των 6 εκπαιδευτικών. Στο: Π. Γεωργογιάννης (επιμ.), Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Άρτα, 50. 8. Ο ορισμός αυτός αποτυπώθηκε στο πλαίσιο της Μόνιμης Διάσκεψης των Γερμανών Υπουργών Παιδείας και Πολιτισμού στις 5 Φεβρουαρίου 1999. 9. Kösel, Edmund (2007). Modellierung von Lernwelten, Band III: Die Entwicklung postmoderner Lernkulturen. Ein Pladoyer für einen Umbau der Schule, Bahlingen. Preissing, Christa et al (2004). Berliner Bildungsprogramm für die Bildung, Erziehung und Betreuung von Kindern in Tageseinrichtungen bis zu ihrem Schuleintritt, Berlin. 240 Ιωάννα Δέδε Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ενός επαγγέλματος σύμφωνα με επιστημονικά αποδεκτές προδιαγραφές. Οι απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες βασίζονται στην εκπαίδευση, την εμπειρία, την κατανόηση τεχνικά εξειδικευμένων ζητημάτων και συστημι­ κών σχέσεων καθώς και στην ικανότητα επίλυσης προβλημάτων με αποτελε­ σματικό τρόπο. Προϋπόθεση για την απόκτηση της τεχνικής επάρκειας είναι συνήθως η κατάλληλη εκπαίδευση. Ως μεθοδολογική επάρκεια10 νοείται η ικανότητα ενός ατόμου (Methodenkompetenz) να εφαρμόζει μεθόδους μάθησης και εργασίας, ιδίως για την αυτοδύναμη διαχείριση μεγάλης ροής πληροφοριών και πολυσύνθετων προβλημάτων σε διαφορετικές περιοχές της γνώσης και της πραγματικότητας. Ως κοινωνική επάρκεια11 νοείται το σύνολο των προσωπικών ικανοτήτων (Sozialkompetenz) που συμβάλλουν στη διασύνδεση ατομικών και ομαδικών στόχων, στάσεων και αξιών και είναι χρήσιμες και αναγκαίες για τις κοινωνι­ κές διαδραστικές διεργασίες. Ως προσωπική επάρκεια12 νοείται η ικανότητα ενός ατόμου (Persönlichkeits- kompeten) να αποσαφηνίσει, να στοχαστεί κριτικά και να κρίνει τις ευκαι­ ρίες ανάπτυξης, τις απαιτήσεις και τους περιορισμούς που παρουσιάζονται στην εργασία, στο εκπαιδευτικό ίδρυμα, στην οικογένεια και στη δημόσια ζωή, ώστε να αναπτύξει τις δεξιότητές του, να καταστρώσει και να εφαρμό­ σει σχεδιασμό ζωής. Ενδεικτικά αναφέρονται τα παρακάτω συστατικά στοιχεία της τεχνικής, με­ θοδολογικής, κοινωνικής και προσωπικής επάρκειας του Εκπαιδευτή Ενηλίκων. 10. Hartmut von Hentig (2004). Einführung in den Bildungsplan, Baden-Würt­ temberg. Thomas Krüger, Siegfried Schiele u.a. (2006). Methodentraining I für den Politikunterricht, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung. 11. Hinsch, R. & Pfingsten, U. (2007). Das Gruppentraining sozialer Kompeten­ zen (GSK). Grundlagen, Durchführung, Materialien. 5. Auflage. Weinheim. Hinsch, R. & Wittmann, S. (2003). Soziale Kompetenz kann man lernen. Weinheim: PVU. Arnold, R. (1997). Von der Weiterbildung zur Kompetenzentwicklung: Neue Denk­ modelle und Gestaltungsansätze in einem in sich verändernden Handlungsfeld. In: Kompetenzentwicklung, Arbeitsgemeinschaft Qualifikations – Entwicklungs–Man­ agement. Waxmann, Berlin. Sarges, W. (2006). Competencies statt Anforderungen – nur alter Wein in neuen Schläuchen? In: H.-C. Riekhof (Hrsg.), Strategien der Per­ sonalentwicklung (6. Aufl.; S. 133-148). Wiesbaden: Gabler. 12. Heinrich Roth (1971). Pädagogische Anthropologie. Hannover. Helga Schachinger (2005): Das Selbst, die Selbsterkenntnis und das Gefühl für den ei­ genen Wert. 241 242 Τεχνική επάρκεια Μεθοδολογική επάρκεια Κοινωνική επάρκεια Προσωπική επάρκεια Αποδεδειγμένη γνώση και εμπειρία Μετουσίωση της εξειδικευμένης γνώσης στα γνωστικά αντικείμενα και της επαγγελματικής εμπειρίας στην Κοινωνική ευθύνη Αυτογνωσία των προγραμμάτων εκπαίδευσης εφαρμοσμένη εκπαιδευτική διαδικασία. Γνώση θεωριών μάθησης Επικοινωνιακές δεξιότητες (παρακίνηση, Χάραξη και εφαρμογή των βέλτιστων στρα- Συμμετοχή σε καινοτομικές δράσεις εμψύχωση των εκπαιδευομένων, τηγικών μάθησης για κάθε περίπτωση διαχείριση κρίσεων). Εφαρμογή εκπαιδευτικών μεθόδων και τε- χνικών που συμβάλλουν στην ενδυνάμωση Γνώση εκπαιδευτικών μεθόδων Δεξιότητες που σχετίζονται με της μαθησιακής κουλτούρας και της συμ- Συνεργατικότητα και τεχνικών την οργάνωση και την αποτελεσματικότητα μετοχικότητας μέσα από τη συγκρότηση κριτικής συνείδησης. Μεταλαμπάδευση γνώσης, στάσεων Δεξιότητες που σχετίζονται με την τήρηση Γνώση εκπαιδευτικών μέσων Κατάλληλη χρήση εκπαιδευτικών μέσων και αξιών στην ομάδα του κώδικα συμπεριφοράς και αξιών Χρήση Τεχνολογιών της Πληροφορίας και Δεξιότητες παρουσίασης Γνώση Η/Υ Υποστήριξη κοινωνικής δικτύωσης της Επικοινωνίας Ενεργή στάση απέναντι στα πράγματα. Ευαισθησία που σχετίζεται με την ισότητα Γνώση της ομάδας των εκπαιδευομένων Διάγνωση εκπαιδευτικών αναγκών Ανάληψη πρωτοβουλιών και τη διαφορετικότητα για το καλό της ομάδας. ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Γνώση διαφόρων μορφών πολιτιστικής Αξιοποίηση διαφόρων μορφών πολιτιστικής Προώθηση διαφόρων μορφών πολιτιστικής Δεξιότητες προσωπικής ανάπτυξης έκφρασης έκφρασης στην εκπαιδευτική διαδικασία έκφρασης και διαπολιτιστική κατανόηση Θεωρητική κατάρτιση και εμπειρία σχετικά Άσκηση συμβουλευτικής καθοδήγησης Συναισθηματική νοημοσύνη με τη συμβουλευτική καθοδήγηση Τεχνική επάρκεια Μεθοδολογική επάρκεια Κοινωνική επάρκεια Προσωπική επάρκεια Τεχνική επάρκεια Μεθοδολογική επάρκεια Κοινωνική επάρκεια Προσωπική επάρκεια Σχεδιασμός εκπαιδευτικών ενοτήτων / Γνώση κριτηρίων, προτύπων, πλαισίων δι- Σχεδιασμός και ανάπτυξη εκπαιδευτικού ασφάλισης ποιότητας στην εκπαίδευση υλικού σύμφωνα με κριτήρια, πρότυπα και Ικανότητα μάθησης ενηλίκων πλαίσια διασφάλισης ποιότητας στην εκ- παίδευση ενηλίκων Γνώση υποστηρικτικού υλικού Επιλογή και χρήση υποστηρικτικού υλικού Δημιουργικότητα για την εκπαίδευση Διαχείριση εκπαιδευτικής διαδικασίας (Δυ- Γνώση θεωριών δυναμικής της ομάδας Αντοχή στο στρες ναμική της ομάδας) Γνώση του κανονιστικού πλαισίου που διέ- Τοποθέτηση του συγκεκριμένου εκπαι- πει την επαγγελματική εκπαίδευση και κα- δευτικού προγράμματος στο κανονιστι- Κριτική σκέψη τάρτιση στην Ελλάδα κό πλαίσιο Τοποθέτηση του συγκεκριμένου εκπαιδευ- Γνώση των προτεραιοτήτων της ευρωπα- τικού προγράμματος σε σχέση με τις προ- Ευελιξία ϊκής στρατηγικής για τη Διά Βίου Μάθηση τεραιότητες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη Διά Βίου Μάθηση Εφαρμογή κριτηρίων ποιότητας και συγκε- κριμένων πρακτικών παρακολούθησης, ελέγχου και αξιολόγησης με διαδικασίες Γνώση συστημάτων αξιολόγησης διαφανείς και επιστημονικά αποδεκτές Αυτοπεποίθηση και πιστοποίησης που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα σύγκρι- σης του αποτελέσματος του εκπαιδευτι- κού έργου Γνώση των συστημικών σχέσεων μετα- ξύ των εμπλεκομένων μερών στην εκπαι- Διαχείριση των εμπλεκομένων μερών Σχέση με το ρίσκο δευτική στην εκπαιδευτική διαδικασία διαδικασία ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ Ιωάννα Δέδε 243 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Συνοπτικά η τεχνική επάρκεια θα μπορούσε να εκφρασθεί με το ρήμα γνω­ ρίζω, η μεθοδολογική με το ρήμα μπορώ, η κοινωνική με το ρήμα έχω κοινω­ νική ευθύνη και η προσωπική με το ρήμα στοχάζομαι κριτικά, με την έννοια του ότι αποδίδω νόημα στην εμπειρία, δημιουργώ νέα γνώση και αναλαμβά­ νω δράση που θα επιφέρει την ανάπτυξη και την αλλαγή τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο13. Τα τελευταία χρόνια οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες που αφορούν τους ενήλικους αυξάνονται και ο ρόλος του εκπαιδευτή μεταλλάσσεται συνεχώς και γίνεται πιο σύνθετος. Βάσει των προγνώσεων για τη χώρα μας, που αφορούν στην προσφορά και ζήτηση θέ­σεων εργασίας για τη δεκαετία 2010-2020, φαίνεται ότι θα υπάρ­ ξει αυξημένη ζήτηση σε τεχνικά επαγγέλματα.14 Συνεπώς, τα προγράμματα σπουδών που αφορούν τεχνικά επαγγέλματα και βασίζονται σε πιστοποιημένα επαγγελματικά περιγράμματα θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν αρχές σχεδια­ σμού, οι οποίες διευκολύνουν τη νοητική κατασκευή της γνώσης σε πραγμα­ τικές καταστάσεις. Οι εκπαιδευτές της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να διαθέτουν τεχνική, μεθοδολογική, κοινωνική και προσωπική επάρκεια καθώς και οριζόντιες δεξιότητες για την προστασία του περιβάλλοντος, την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας, ώστε να κατα­ στήσουν τους εκπαιδευόμενους ικανούς να πετύχουν σε ένα εργασιακό πε­ ριβάλλον που χαρακτηρίζεται από ποικιλία, ανταγωνισμό, πρακτικές διαχείρι­ σης κινδύνου, προσφορά υψηλής ποιότητας υπηρεσιών και ομαδική εργασία. Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Ενηλίκων Μία από τις προτεραιότητες της εθνικής στρατηγικής στο πεδίο της διά βίου μάθησης είναι η ανάπτυξη των συστημάτων αξιολόγησης, επικύρωσης, πιστο­ ποίησης και αναγνώρισης των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων των πο­ λιτών, ανεξάρτητα από τον τρόπο, το χρόνο και το πλαίσιο απόκτησής τους (τυπικό, μη τυπικό, άτυπο μαθησιακό περιβάλλον). Η αρχιτεκτονική του νέου συστήματος πιστοποίησης της εκπαιδευτικής 13. Βεργίδης Δ., Κόκκος Α. (επιμέλεια), 2010. Εκπαίδευση Ενηλίκων. Διεθνείς προσεγγίσεις και ελληνικές διαδρομές, Αθήνα, Μεταίχμιο. Ζαρίφης Γ., (επιμέλεια), Παρθένη Γ., Δολιώτη Α., Κιουπέλογλου Ν., Στρίκου Α., Μωυσιάδης Λ., Κανέλλου Α., 2009. Ο κριτικός στοχασμός στην μάθηση και εκπαίδευση ενηλίκων. Θεωρητι­ κές προσεγγίσεις και πρακτικές προεκτάσεις, Αθήνα, Παπαζήσης. 14. Cedefop, 2009. Future skill supply in Europe Medium-term forecast up to 2020: synthesis report. Luxembourg: Office for Official Publications of the Europe­ an Communities. 244 Ιωάννα Δέδε Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ επάρκειας των Εκπαιδευτών Ενηλίκων15 που σχεδίασε και καλείται να εφαρ­ μόσει ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.) συνάδει απόλυτα με την ευρωπαϊκή στρα­ τηγική για την εκπαίδευση και κατάρτιση16 καθώς και με τις αρχές και κατευ­ θύνσεις του ευρωπαϊκού17 και του εθνικού πλαισίου για τη Διασφάλιση της Ποιότητας.18 Συγκεκριμένα ακολουθείται η παρακάτω ροή ενεργειών: 1. Επικαιροποιείται το Επαγγελματικό Περίγραμμα του Εκπαιδευτή Ενη­ λίκων, αποτυπώνονται οι νέες διευρυμένες κύριες επαγγελματικές λει­ τουργίες του Εκπαιδευτή Ενηλίκων και καθορίζονται σε αντιστοιχία με τις επιμέρους επαγγελματικές λειτουργίες, οι απαιτούμενες γνώ­ σεις, δεξιότητες και ικανότητες καθώς και η αξιολόγησή τους με τη χρήση σύγχρονων μεθόδων αυθεντικής αξιολόγησης, πέραν των γρα­ πτών εξετάσεων, δεδομένου ότι πολλά από τα πιο σημαντικά στοιχεία της επαγγελματικής τους προσωπικότητας δεν γίνονται αντιληπτά με απαντήσεις σε θέματα γραπτών εξετάσεων ή με τη συγγραφή κειμέ­ νων και μόνον 2. Αναπτύσσεται σπονδυλωτό πλαίσιο προγράμματος (core curriculum) εκπαίδευσης εκπαιδευτών στο οποίο βασίζονται τα προγράμματα εκ­ παίδευσης εκπαιδευτών που εκπονούνται από πιστοποιημένους πα­ ρόχους διά βίου μάθησης. 3. Τα προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτών πιστοποιούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. 4. Καταρτίζονται οι εκπαιδευτές των εκπαιδευτών και οι Αξιολογητές που καλούνται να αξιολογήσουν την εκπαιδευτική επάρκεια των υποψηφί­ ων προς πιστοποίηση. 5. Σχεδιάζεται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. και τίθεται σε δημόσια διαβούλευση το κανονιστικό πλαίσιο με το οποίο θα καθορίζονται οι όροι αναγνώρι­ 15. Δέδε, Ι. (2010). Η πιστοποίηση της εκπαιδευτικής επάρκειας των Εκπαιδευτών Ενηλίκων στο πεδίο της Διά Βίου Μάθησης: Μία ευκαιρία εν μέσω κρίσης. Στο Καταρτίζειν, τεύχος 29, σελ. 8-9. 16. Συμπεράσματα του συμβουλίου της 12ης Μαΐου 2009 σχετικά με ένα στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης («ΕΚ 2020»), (2009/C 119/02): http://eur-lex.europa.eu/LexUriS­ erv/LexUriServ.do?uri=OJ:C:2009:119:0002:0010:EL:PDF 17. Recommendation of the European Parliament and of the Council of 18 June 2009 on the establishment of a European Quality Assurance Reference Framework for Vocational Education and Training (2009/C 155/01). 18. Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (2011). π3 – Εθνικό Πλαίσιο για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στη Διά Βίου Μάθηση - ποιότητα - πάντα – παντού, Αθήνα. http://www.gsae.edu.gr/images/stories/plaisio.pdf 245 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σης της εκπαιδευτικής επάρκειας, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία πιστοποίησής της, καθώς και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες για την αναγνώριση και πιστοποίηση της εκπαιδευτικής επάρκειας δεν απαι­ τείται η τήρηση της διαδικασίας αυτής. 6. Θεσμοθετείται το σύστημα πιστοποίησης της εκπαιδευτικής επάρ­κειας των Εκπαιδευτών ΔΒΜ Ενηλίκων. 7. Οργανώνεται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. η εφαρμογή του συστήματος πι­ στοποίησης της εκπαιδευτικής επάρκειας των υποψηφίων προς πιστο­ ποίηση Εκπαιδευτών, επικυρώνονται τα αποτελέσματα της αξιολόγη­ σης των απαιτούμενων (βάσει του εκάστοτε ισχύοντος πιστοποιημένου Επαγγελματικού Περιγράμματος) γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτή­ των των υποψηφίων και απονέμεται η πιστοποίηση στους επιτυχόντες. 8. Εντάσσονται στο ενιαίο Μητρώο Εκπαιδευτών ΔΒΜ Ενηλίκων όσοι δι­ αθέτουν πιστοποιημένη εκπαιδευτική επάρκεια. 9. Δημιουργείται Ψηφιακό Χαρτοφυλάκιο Προσόντων (e-portfolio) για κάθε Εκπαιδευτή με πιστοποιημένη εκπαιδευτική επάρκεια και δια­ σφαλίζεται η διαφάνεια των προσόντων του, τα οποία θα είναι προ­ σβάσιμα από τους δυνητικούς εργοδότες 10. Αξιολογείται η εφαρμογή του συστήματος πιστοποίησης της εκπαι­ δευτικής επάρ­κειας των υποψηφίων προς πιστοποίηση Εκπαιδευτών και ανατροφοδοτείται ο σχεδιασμός του. Η τήρηση αρχών και η εφαρμογή δεικτών ποιότητας στο νέο Σύστημα Πι­ στοποίησης της εκπαιδευτικής επάρκειας των Εκπαιδευτών Ενηλίκων ΔΒΜ συνδέεται άμεσα τόσο με οφέλη που αποκομίζουν οι συμμετέχοντες σε αυτό όσο και με πλεονεκτήματα που αποκτά συνολικά το Σύστημα της Εκπαίδευ­ σης Ενηλίκων στη χώρα. Το Σύστημα Πιστοποίησης της εκπαιδευτικής επάρκειας των Εκπαιδευ­ τών Ενηλίκων ΔΒΜ, ως ένα ολοκληρωμένο και ενιαίο πλαίσιο αρχών και δια­ δικασιών, αποτελεί καλή πρακτική για την εφαρμογή του εθνικού συστήμα­ τος πιστοποίησης προσόντων στο πεδίο της μη τυπικής εκπαίδευσης και της άτυπης μάθησης. Βιβλιογραφία Βεργίδης Δ., Κόκκος Α. (επιμ.), (2010). Εκπαίδευση Ενηλίκων. Διεθνείς προσεγγί- σεις και ελληνικές διαδρομές, Αθήνα: Μεταίχμιο. Γεωργογιάννης, Π. (2004). Διαπολιτισμική επάρκεια και ετοιμότητα των εκπαιδευ­ τικών. Στο: Π. Γεωργογιάννης (επιμ.) Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, 1ο Πανελλή­ νιο Συνέδριο, Άρτα, σ. 50. 246 Ιωάννα Δέδε Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ Δέδε Ι. (2010). «Η πιστοποίηση της εκπαιδευτικής επάρκειας των Εκπαιδευτών Ενηλίκων στο πεδίο της Διά Βίου Μάθησης: Μία ευκαιρία εν μέσω κρίσης». Καταρτίζειν, τ. 29. Δέδε Ι. (2011). Έκθεση. Σύστημα Πιστοποίησης και Μητρώο Εκπαιδευτών Ενηλί­ κων ΕΚΕΠΙΣ κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο (Γ΄ΚΠΣ). Ενιαίο Σύστημα εκπαιδευτικής επάρκειας των Εκπαιδευτών Ενηλίκων Διά Βίου Μά­ θησης και το Ενιαίο Μητρώο Εκπαιδευτών Ενηλίκων Διά Βίου Μάθησης ΕΚΕ­ ΠΙΣ – Δ΄ Προγραμματική Περίοδος (ΕΣΠΑ 2007-2013), αδημοσίευτη. Ζαρίφης Γ., (επιμ.), Παρθένη Γ., Δολιώτη Α., Κιουπέλογλου Ν., Στρίκου Α., Μωυ­ σιάδης Λ., Κανέλλου Α., (2009). Ο κριτικός στοχασμός στην μάθηση και εκπαί- δευση ενηλίκων. Θεωρητικές προσεγγίσεις και πρακτικές προεκτάσεις, Αθή­ να: Παπαζήσης. Καραλής Θ. (επιμ.), Βαρβιτσιώτη E., Γεώργα A., Δέδε I., Θεοδωρουλάκης M., Κα­ ραλής Θ. (2009). Το πεδίο της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης στο πλαίσιο της ΔΒΜ στην Ελλάδα. Εθνική Ερευνητική Έκθεση. Αθήνα: Στο πλαί­ σιο του έργου «Δράσεις αμοιβαίας μάθησης για την αύξηση της επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο» που συγχρηματοδοτήθηκε από το κοινοτικό πρό­ γραμμα PROGRESS. Καραλής Θ. (επιμ.), Δέδε Ι., Δελημάρης Ι., Παπαευσταθίου Κ., Παπαϊωάννου Σ. (2010). Ενιαίο Σύστημα Πιστοποίησης Εκπαιδευτικής Επάρκειας Εκπαιδευτών Ενηλίκων στο πεδίο της Διά Βίου Μάθησης, αδημοσίευτη. Καραντινός Δ. (επιμ.), Δέδε Ι., Αθανασούλη Α., Μαυρή Δ., (2010). Πιστοποίηση Γνώσεων, Δεξιοτήτων και Ικανοτήτων: Υπάρχουσα Κατάσταση και Προοπτικές, σ. 59 (αδημοσίευτη). Arnold, Rolf. (1997). Von der Weiterbildung zur Kompetenzentwicklung: Neue Denkmodelle und Gestaltungsansätze in einem in sich verändernden Handlungsfeld. In:Kompetenzentwicklung, Arbeitsgemeinschaft Qualifikations – Entwicklungs–Management. Cedefop, (2009). Future skill supply in Europe Medium-term forecast up to 2020: synthesis report. Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities. Cedefop (2010). Professional development opportunities for in-company trainers. A compilation of good practices. Luxembourg: Publications Office of the European Union Hartmut von Hentig (2004). Einführung in den Bildungsplan, Baden-Württemberg. Heinrich Roth (1971). Pädagogische Anthropologie. Hannover Helga Schachinger (2005). Das Selbst, die Selbsterkenntnis und das Gefühl für den eigenen Wert. Hinsch, Rodiger. & Pfingsten, Urlich. (2007). Das Gruppentraining sozialer Kompetenzen (GSK). Grundlagen, Durchführung, Materialien. 5. Auflage. Weinheim. 247 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Hinsch, Rodiger. & Wittmann, Simone. (2003). Soziale Kompetenz kann man lernen. Weinheim: PVU. Kamp, Di. (1996). The excellent trainer: putting neuro‐linguistic programming to work.‐ Hampshire: Gower. Kösel, Edmund (2007). Modellierung von Lernwelten, Band III: Die Entwicklung postmoderner Lernkulturen. Ein Pladoyer für einen Umbau der Schule, Bahlingen. Nuissl, Eckhart., Lattke, Susanne., (coord.), (2008), Qualifying Adult Learning professionals in Europe, W. Bertelsmann Verlag, Bielefeld Preissing, Christa et al (2004). Berliner Bildungsprogramm für die Bildung, Erziehung und Betreuung von Kindern in Tageseinrichtungen bis zu ihrem Schuleintritt, Berlin. Recommendation of the European Parliament and of the Council of 18 June 2009 on the establishment of a European Quality Assurance Reference Framework for Vocational Education and Training (2009/C 155/01). Thomas Krüger, Siegfried Schiele u.a. (2006). Methodentraining I für den Politikunterricht, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung. Waxmann, Berlin. Sarges, W. (2006). Competencies statt Anforderungen – nur alter Wein in neuen Schläuchen? In H.-C. Riekhof (Hrsg.), Strategien der Personalentwicklung (6. Aufl.; S. 133-148). Wiesbaden: Gabler. Ιστοσελίδες Το Εθνικό Πρόγραμμα Διά Βίου Μάθησης μπορεί να αναζητηθεί στην ιστοσελί­ δα: http://www.minedu.gov.gr Ο Νόμος 3879/2010 «Ανάπτυξη της ΔΒΜ και άλλες διατάξεις» μπορεί να ανα­ ζητηθεί στην ιστοσελίδα: http://www.uoa.gr/fileadmin/user_upload/PDF-files/ EKPAIDEFSI/ N.3879_2010.pdf Συμπεράσματα του συμβουλίου της 12ης Μαΐου 2009 σχετικά με ένα στρατηγι­ κό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης («ΕΚ 2020»), (2009/C 119/02) μπορούν να αναζητηθούν στην ιστοσελίδα: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:C:200 9:119:0002:0010:EL:PDF Το π3 –Εθνικό Πλαίσιο για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στη Διά Βίου Μάθηση - ποιότητα - πάντα – παντού, Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρη­ σκευμάτων (2011) μπορεί να αναζητηθεί στην ιστοσελίδα: http://www.gsae. edu.gr/images/stories/plaisio.pdf 248 Ιωάννα Δέδε Ο ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ Abstract In the following paper we will make an attempt to delineate the new facts with regard to the social, educational as well as institutional developments concerning the adult trainer’s role in Greece. Our data show that there is a plethora of Adult Trainers Registries which are characterized by a lot of diversities in their basic parts. We also discuss the elements that constitute the technical, methodological, social and personal competence of the trainer’s for adults profile and the need for political action for facilitating his professional development in accordance with his new and highly demanding role. The new system for the Accreditation of the pedagogical competence of LLL Trainers for Adults is aligned with the European strategy for education and training, as well as the principles and guidelines of the National Framework for Quality Assurance in LLL. Δρ. Ιωάννα Δέδε Διευθύντρια / Διεύθυνση Πιστοποίησης Προσόντων του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.) Λεωφόρος Εθνικής Αντιστάσεως 41, 14234 Νέα Ιωνία Τηλ.: 210 2709149, Fax: 210 2777432

[email protected]

249 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Σχεδιασμός αξιολόγησης του προγράμματος του σχολείου 2ης ευκαιρίας Αλίκη Καζταρίδου Περίληψη Το σχολείο 2ης ευκαιρίας (Σ.Δ.Ε) αποτελεί ένα καινοτόμο θεσμό που μπορεί πολλά να προσφέρει στην ανάπτυξη του θεσμού της δια βίου εκπαίδευσης. Με την επέκτασή του σχεδόν σε όλη την Ελλάδα προσφέρεται η δυνατότητα σε πολλούς ενήλικες, που δεν ολοκλήρωσαν τις γυμνασιακές τους σπουδές, να αντιμετωπίσουν φαινόμενα ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού. Προ­ κειμένου ο θεσμός αυτός να αναπτυχθεί και να βελτιωθεί, απαιτείται διαρκής και συστηματική αξιολόγηση της λειτουργίας του. Στο παραπάνω πλαίσιο εντάσσεται η παρούσα εργασία, η οποία προτείνει ένα σχέδιο αξιολόγησης. Έτσι στις ενότητες που ακολουθούν περιγράφονται αρχικά τα βασικότερα χαρακτηριστικά, οι σκοποί και οι στόχοι του σχολείου 2ης ευκαιρίας, τα οποία οριοθετούν και το αξιολογικό πλαίσιο. Ακολούθως προσδιορίζεται ο τύπος και το μοντέλο αξιολόγησης, οι στόχοι και τα στάδιά της, τα αντικείμενα-οι άξονες και τα κριτήρια αξιολόγησης, τα μεθοδολογικά της εργαλεία και οι αποδέκτες της αξιολογικής έκθεσης. Ακόμη ανιχνεύονται πιθανά προβλήματα που θα παρουσιαστούν στην αξιολογική διαδικασία και προτείνονται κάποιοι τρόποι για την αντιμετώπισή τους. Χαρακτηριστικά του σχολείου 2ης ευκαιρίας Σκοπός των σχολείων 2ης ευκαιρίας είναι η προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη των εκπαιδευόμενων, καθώς επίσης και η αύξηση των δυνατοτήτων απασχόλη­ σής τους. Απευθύνονται σε πολίτες 18 ετών και πάνω οι οποίοι δεν έχουν ολο­ κληρώσει την υποχρεωτική κατώτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­ σης και η συνολική διάρκεια του προγράμματος είναι 2 εκπαιδευτικά έτη. Μετά την επιτυχή αποφοίτηση παρέχεται τίτλος ισότιμος του Γυμνασίου. Ειδικότερα, επιδιώκεται η επανασύνδεση των εκπαιδευόμενων με την εκπαίδευση και τα συ­ στήματα κατάρτισης, η ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους για την απόκτηση γνώ­ σεων, ικανοτήτων και στάσεων που θα τους βοηθήσουν να ενταχθούν κοινωνι­ κά, να εργαστούν και να ανελιχθούν (http://www.ideke.edu.gr, Βεργίδης 1985). 250 Αλίκη Καζταρίδου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ 2ης ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ Στα σχολεία αυτά εφαρμόζονται οι βασικές αρχές της εκπαίδευσης ενη­ λίκων. Οι παιδαγωγικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται εστιάζουν στις ατομικές ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητες των εκπαιδευομένων. Έμφαση δίνεται στην απόκτηση βασικών δεξιοτήτων (ανάγνωση, γραφή, μα­ θηματικός λογισμός) αλλά και νέων δεξιοτήτων που απαιτούνται σήμερα (χρή­ ση ξένης γλώσσας και νέων τεχνολογιών). Επιδιώκεται ακόμη η ανάπτυξη κοι­ νωνικών δεξιοτήτων (ομαδική εργασία, επικοινωνία), η διαμόρφωση θετικών στάσεων ως ενεργοί πολίτες στο πλαίσιο της τοπικής και ευρύτερης κοινωνίας και επίσης η προετοιμασία για την επαγγελματική ζωή. Τα Σ.Δ.Ε. αποδίδουν μεγάλη σημασία στην ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευομένων. Αυτή εξα­ σφαλίζεται με διδακτικές μεθόδους όπως είναι η βιωματική μάθηση, ο ελεύ­ θερος διάλογος, η συνεργατική διδασκαλία, η διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, ο κριτικός στοχασμός κ.λπ. Με τον τρόπο αυτό το σχολείο ευελπι­ στεί να μετατραπεί από τόπος μετάδοσης της γνώσης σε τόπο παραγωγής της γνώσης(Rogers1998: 92, Κόκκος 1998,:23, Κόκκος & Λιοναράκης 1999). Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων το πρόγραμμα σπουδών και τα εκπαιδευτικά μέσα που χρησιμοποιούνται είναι ανοικτά και ευέλικτα, ώστε να υποστηρίζεται η προσπάθεια του κάθε εκπαιδευόμενου. Έτσι αξιοποιείται η συνεργασία με όλους τους σχετικούς κοινωνικούς φορείς (χώροι εργασί­ ας, μόρφωσης, κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων), από τους οποίους μπορεί να αντληθεί γνώση, εμπειρία. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι συμμετοχικός, ερευνητικός. Δεν περιορί­ ζεται μόνο στο διδακτικό έργο αλλά σε συνεργασία με τους επιστημονικούς συμβούλους διαμορφώνει το πρόγραμμα σπουδών λαμβάνοντας υπόψη τις μορφωτικές ανάγκες, τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντα των εκπαιδευο­ μένων και αξιοποιώντας τις προϋπάρχουσες γνώσεις και την εμπειρία τους (Courau, S 2000, Κόκκος στο http://www.adulteduc.gr.). Η διδασκαλία, στο πλαίσιο της απελευθερωτικής δύναμης της μάθησης θεωρείται πράξη επικοινωνίας και όχι προσπάθεια για επίτευξη προκαθορι­ σμένων στόχων (Freire, 1985, σ.99). Γι’ αυτό και η αξιολόγηση δεν ελέγχει το βαθμό επιτυχίας κάποιων προκαθορισμένων στόχων, είναι περισσότερο ποι­ οτική - περιγραφική που απεικονίζει τις διαδικασίες συλλογής οργάνωσης και κριτικής επεξεργασίας των δεδομένων, μέσω των οποίων οι εκπαιδευόμενοι αναπτύσσουν γνωστικές δομές. Οι εκπαιδευόμενοι υποστηρίζονται από ειδικές συμβουλευτικές υπηρε­σίες (σύμβουλο σταδιοδρομίας, ψυχολόγο στο χώρο του σχολείου) για να αντιμε­ τωπιστούν οι ανάγκες των εκπαιδευομένων στο σύνολό τους και να εξασφα­ λιστεί ένα ασφαλές, υποστηρικτικό και δημιουργικό περιβάλλον, το οποίο ευ­ νοεί τη μάθηση και την ανάπτυξη προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων. 251 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Σκοπός και στόχοι της αξιολόγησης Η αξιολόγηση του παραπάνω προγράμματος έχει ως σκοπό μέσα από τη συ­ στηματική συλλογή, καταγραφή και ανάλυση στοιχείων να οδηγηθεί στη δια­ τύπωση τεκμηριωμένων συμπερασμάτων, σχετικά με την αξία του προγράμ­ ματος, και τη μετέπειτα πορεία του. Οι ειδικότεροι στόχοι της αξιολόγησης αφορούν στα παρακάτω σημεία: • Τη διατύπωση συμπερασμάτων σχετικά με την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, (αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και των συνε­ πειών τους). • Τον προσδιορισμό των βασικών δραστηριοτήτων και των χαρακτηρι­ στικών του προγράμματος που συνέβαλαν θετικά ή αρνητικά στην επί­ τευξη των στόχων του προγράμματος. • Τη σύγκριση των αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης αξιολόγησης με τα αποτελέσματα αξιολόγησης άλλων αντίστοιχων προγραμμάτων εκ­ παίδευσης ενηλίκων. • Τη διατύπωση τεκμηριωμένων προτάσεων με στόχο την αξιοποίησή τους από το φορέα που υλοποιεί και χρηματοδοτεί το πρόγραμμα αλλά και από τους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία (εκπαιδευ­ όμενους, διδακτικό και υποστηρικτικό προσωπικό) σχετικά με την πα­ ραπέρα πορεία (συνέχιση, διακοπή ή βελτίωση του προγράμματος). Το σχολείο 2ης ευκαιρίας όπως κα τα άλλα σχολεία λειτουργούν στο πλαί­ σιο του συγκεντρωτισμού της εκπαιδευτικής πολιτικής, χωρίς τη δυνατότητα πολλών επιλογών και πρωτοβουλιών. Έτσι η συγκεκριμένη αξιολόγηση, διερευ­ νώντας το βαθμό επίτευξης στόχων προκαθορισμένων από την κορυφή της ιε­ ραρχίας του εκπαιδευτικού συστήματος, έχει ως σκοπό τη διατύπωση αξιολο­ γικών κρίσεων και προτάσεων για την αξιοποίησή τους στη λήψη αποφάσεων για την παραπέρα πορεία του θεσμού αυτού. Στο πλαίσιο αυτό ενδείκνυται ως καταλληλότερη μορφή αξιολόγησης η απολογιστική (τελική), η οποία γίνεται στο τέλος της διαδικασίας εφαρμογής του προγράμματος (Χασάπης, 2000). Ως προς το φορέα αξιολόγησης σύμφωνα και με το νομοσχέδιο της δια βίου εκπαίδευσης είναι σημαντικό η αξιολόγηση να γίνει με συνδυασμό εξω­ τερικού- εσωτερικού αξιολογητή. Με την εξωτερική αξιολόγηση διασφαλίζε­ ται η αντικειμενική, κριτική προσέγγιση και με την εσωτερική (από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση και εμπειρία της πραγματικότητάς τους) μπορεί να προαχθεί η συνει­ δητοποίηση και η αυτογνωσία εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων. Με βάση τα παραπάνω ως μοντέλο αξιολόγησης επιλέγεται το Context (πλαίσιο) Input (εί­ σοδος) Process (διαδικασία) Product (αποτέλεσμα) (CIPP) (Βεργίδης & Κα­ ραλής 1999:141-144). 252 Αλίκη Καζταρίδου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ 2ης ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ Το μοντέλο αξιολόγησης CIPP Η αξιολόγηση του προγράμματος θα βασιστεί στην εφαρμογή του μοντέλου CIPP με τις κατάλληλες προσαρμογές προκειμένου να ανταποκριθεί στο γε­ νικότερο πλαίσιο υλοποίησης του συγκεκριμένου προγράμματος. Τα αρχικά CIPP παραπέμπουν στις τέσσερις επιμέρους διαστάσεις του μοντέλου και συ­ γκεκριμένα: στην αξιολόγηση πλαισίου (Context evaluation), στην αξιολόγηση εισόδου (Input evaluation), στην αξιολόγηση διαδικασίας (Process evaluation) και στην αξιολόγηση αποτελέσματος (Product evaluation). Η διάσταση που προσιδιάζει περισσότερο στην παρούσα αξιολόγηση είναι η αξιολόγηση απο­ τελέσματος (Stufflebeam, 1984, Βεργίδης, & Καραλής 1999). Αξιολόγηση Αποτελέσματος Η διάσταση αυτή της αξιολόγησης CIPP, επιδιώκει να εκτιμήσει τα αποτελέ­ σματα άμεσα ή αναμενόμενα που είχε η εφαρμογή του προγράμματος του σχολείου 2ης ευκαιρίας. Ταυτόχρονα επιδιώκει τη συσχέτιση των αποτελε­ σμάτων αυτών με τους αρχικούς στόχους, το πλαίσιο, την είσοδο και τη δι­ αδικασία του προγράμματος. Έτσι αποσκοπεί στην καταγραφή και ανάλυση τόσο των θετικών όσο και των και αρνητικών πλευρών που παρατηρήθηκαν κατά την υλοποίηση του προγράμματος και ταυτόχρονα στη συσχέτιση των αποτελεσμάτων του με τα αποτελέσματα άλλων αντίστοιχων προγραμμάτων. Η αξιολόγηση αποτελέσματος ολοκληρώνεται με τη διατύπωση προτάσεων με στόχο τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διακοπή ή τη συνέχιση του προ­ γράμματος και με ποιον τρόπο. Τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα από το σχολείο 2ης ευκαιρίας, όπως ανα­ φέρθηκε στην αρχή της εργασίας, συνδέονται με την απόκτηση γνώσεων, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και τη διαμόρφωση στάσεων από μια ομάδα ατόμων οι οποίοι δεν έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική κατώτερη βαθμίδα της δευ­ τεροβάθμιας εκπαίδευσης με απώτερο στόχο την ανάπτυξη της αυτοεκτίμη­ σής τους και τη βελτίωση της επαγγελματικής και κοινωνικής τους θέσης. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό θα κριθεί η αποτελεσματικότητα του σχολεί­ ου 2ης ευκαιρίας εστιάζοντας στα παρακάτω σημεία: οι εκπαιδευόμενοι στο σχολείο αυτό απέκτησαν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις στάσεις που κα­ θορίστηκαν από τους στόχους του προγράμματος ; Και ακόμη, η συμμετοχή των εκπαιδευομένων στο πρόγραμμα συνέβαλε στην αλλαγή της συμπεριφοράς τους ώστε να βελτιωθεί η επαγγελματική και κοινωνική τους θέση; 253 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Περιεχόμενο των σταδίων αξιολόγησης Προκειμένου η αξιολόγηση του σχολείου 2ης ευκαιρίας να οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη πρόταση που θα αξιοποιηθεί αποτελεσματικά από τους εμπλε­ κόμενους στο πρόγραμμα αυτό, είναι σημαντικό η διαδικασία αξιολόγησης να συμπεριλάβει τις παρακάτω δραστηριότητες: Να προσδιοριστούν και να αναλυθούν βασικά σημεία της οργάνωσης και λειτουργίας του συγκεκριμέ­ νου σχολείου τα οποία συνδέονται με την όλη φιλοσοφία και τους σκοπούς που υπηρετεί. Απαιτείται επομένως να αναλυθούν και να συσχετιστούν μετα­ ξύ τους οι στόχοι του προγράμματος και το συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο υλοποιήθηκαν, η επιλογή των αντικειμένων-αξόνων και κριτηρίων αξι­ ολόγησης, η επιλογή κατάλληλων μεθόδων και τεχνικών για τη συλλογή και την ανάλυση των στοιχείων και τη διατύπωση συμπερασμάτων, ο καθορισμός ακριβούς χρονοδιαγράμματος για τις παραπάνω λειτουργίες, η κατανομή του προϋπολογισμού για τις ανάγκες της αξιολόγησης, η επιλογή των αποδεκτών της αξιολογικής έκθεσης, η συγγραφή αξιολογικής έκθεσης και η κοινοποίη­ ση των αποτελεσμάτων στους αποδέκτες. Αντικείμενα-άξονες και κριτήρια ανάλυσης Με βάση τα παραπάνω είναι σημαντικό να συλλεχθούν και να αναλυθούν με συστηματικό τρόπο όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούν στα άμεσα απο­ τελέσματα που επέφερε η συμμετοχή των εκπαιδευομένων στο πρόγραμμα δηλαδή στις γνώσεις, δεξιότητες, και στάσεις αλλά και στα έμμεσα που αφο­ ρούν στη βελτίωση της επαγγελματικής και κοινωνικής τους θέσης ως απο­ τέλεσμα της αλλαγής της συμπεριφοράς τους. Η αναζήτηση των στοιχείων αυτών συνδέεται άμεσα με βασικές δραστηρι­ ότητες, δομές και χαρακτηριστικά του σχολείου 2ης ευκαιρίας που επιδρούν στην ποιότητα της εκπαίδευσης και της αλλαγής της συμπεριφοράς των εκ­ παιδευομένων. Αποτελούν ουσιαστικά τα αντικείμενα που πρέπει να αξιολο­ γηθούν στο πλαίσιο της αξιολόγησης αποτελέσματος και είναι πάρα πολλά. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα σημαντικότερα: • Οργανωτική και διοικητική υποστήριξη • Κτηριακή & υλικοτεχνική υποδομή • Οργάνωση και λειτουργία • Εκπαιδευόμενοι • Εκπαιδευτές • Εκπαιδευτικό υλικό • Προϋπολογισμός 254 Αλίκη Καζταρίδου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ 2ης ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ • Διαδικασία επιλογής εκπαιδευομένων και εκπαιδευτών • Προγράμματα σπουδών • Διάρθρωση ωρολογίου. προγράμματος • Εφαρμογή προγράμματος • Διαδικασία πιστοποίησης Ενδεικτικά, καθορίζουμε για ορισμένα από τα παραπάνω αντικείμενα αξι­ ολόγησης τους επιμέρους άξονες και τα κριτήρια βάση των οποίων θα γίνει η αξιολόγηση. Ενδεικτικοί άξονες και κριτήρια για εκπαιδευτές 1.Προετοιμασία μαθήματος • Ποιότητα προετοιμασίας • Ποιότητα και ποικιλία ερωτήσεων, ασκήσεων και εργασιών • Ποιότητα οδηγιών και υποδείξεων • Προετοιμασία εκπαιδευτικού υλικού • Σωστή οργάνωση και κατανομή του χρόνου για κάλυψη επιμέρους θε­ ματικών ενοτήτων • Τήρηση ωραρίου διδασκαλίας 2. Γνώση του αντικειμένου • Επιστημονική γνώση / κατοχή του γνωστικού αντικείμενου • Συνάφεια εξειδίκευσης με διδασκόμενο αντικείμενο • Παρουσίαση καινοτόμων γνώσεων 3. Διδακτική μεθοδολογία • Χρήση τεχνικών για ενεργοποίηση των εκπαιδευομένων • Ενσωμάτωση ιδεών εκπαιδευομένων στο πρόγραμμα εκπαίδευσης • Αξιοποίηση των εμπειριών και δεξιοτήτων των εκπαιδευομένων • Ενθάρρυνση ενεργητικής συμμετοχής εκπαιδευομένων • Καταλληλότητα μεθόδων διδασκαλίας, καινοτομία εκπαιδευτικών με­ θόδων και τεχνικών • Κοινοποίηση στόχων διδασκαλίας σε εκπαιδευόμενους • Παροχή ανατροφοδότησης • Παροχή κινήτρων 4. Σχέσεις με εκπαιδευόμενους • Δημοκρατικότητα • Φιλικότητα • Καθοδήγηση • Εμψύχωση • Επικοινωνία • Διαλεκτικότητα • Διαθεσιμότητα 255 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Συνεργασία 5. Συνεργασία με προσωπικό • Σχέσεις με άλλους εκπαιδευτές • Βαθμός συνεργασίας με άλλους εκπαιδευτές • Επικοινωνία • Διαλλακτικότητα 6. Χρήση υλικών, μέσων, εργαστηρίων • Αξιοποίηση ποικιλίας εποπτικών μέσων • Συχνότητα χρήσης • Καταλληλότητα χρήσης 7. Άλλα στοιχεία • Παιδαγωγική κατάρτιση • Ετοιμότητα συμμετοχής στο πρόγραμμα, αντίληψη των νέων συνθηκών • Συνέπεια / υπευθυνότητα • Μεταδοτικότητα • Δεξιότητες επικοινωνίας • Ετοιμότητα και ικανότητα προσαρμογής στις ανάγκες και ιδιαιτερό­ τητες του προγράμματος • Ευελιξία στην αντιμετώπιση διάφορων καταστάσεων Ενδεικτικοί άξονες και κριτήρια για εκπαιδευόμενους 1. Συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία • Προθυμία για να εκφράσει απόψεις, να υποβάλει ερωτήσεις • Προθυμία να ακούσει • Ανάληψη πρωτοβουλιών • Συμβολή σε ομαδικές συζητήσεις • Ανταπόκριση σε οδηγίες, συμβουλές, κριτική • Συμμετοχή-Παρουσία στο πρόγραμμα 2. Σχέσεις με άλλους εκπαιδευόμενους • Δεξιότητες επικοινωνίας • Βαθμός συνεργασίας με άλλους εκπαιδευόμενους • Αποδοχή-Ανεκτικότητα • Έκφραση συναισθημάτων-προβληματισμών • Καλόπιστη διάθεση • Επίλυση προβλημάτων • Επιδίωξη κοινών στόχων 3. Σχέσεις με εκπαιδευτές • Συνεργασία • Επικοινωνία • Αλληλοεκτίμηση 256 Αλίκη Καζταρίδου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ 2ης ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ • Διαπραγμάτευση 4. Άλλα στοιχεία • Ετοιμότητα συμμετοχής στο πρόγραμμα, αντίληψη των νέων συνθηκών • Ετοιμότητα και ικανότητα προσαρμογής στις ανάγκες και ιδιαιτερό­ τητες του προγράμματος • Συνέπεια / υπευθυνότητα • Ικανότητα οργάνωσης • Ικανότητα απόκτησης γνώσεων-δεξιοτήτων • Επίδοση σε ασκήσεις, εργασίες, τεστ • Ενδιαφέρον-Αφοσίωση σε στόχους 5. Προετοιμασία • Επιμέλεια στις εργασίες στο μέτρο των δυνατοτήτων • Προγραμματισμός και οργάνωση των εργασιών • Χρόνος προετοιμασίας Μεθοδολογικά εργαλεία Ο τρόπος συλλογής των στοιχείων είναι καλό να γίνει σε πολλαπλά επίπεδα και με διαφορετικές τεχνικές (ερωτηματολόγια, συνεντεύξεις κ.λπ) για να διασφα­ λιστεί η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων και των συμπερασμάτων της έρευνας. Έτσι π.χ για την αξιολόγηση των εκπαιδευτών θεωρούμε χρήσιμη τη διαμόρ­ φωση ερωτηματολογίου το οποίο μπορεί να μας δώσει πολλές πληροφορίες από μεγάλο δείγμα γρήγορα και εύκολα. Οι ερωτήσεις μπορούν να είναι κλει­ στές και ανοιχτές, ώστε να συγκεντρωθούν και ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία, που θα αφορούν τους άξονες και τα κριτήρια που αναφέρθηκαν προηγουμέ­ νως. Το ερωτηματολόγιο θα συμπληρωθεί από εκπαιδευτές διαφορετικών πε­ ριοχών, ώστε να συσχετιστούν μεταξύ τους τα στοιχεία, όπως αναφέρεται και στους στόχους της αξιολόγησης και ακόμη από τους εκπαιδευόμενους, με τις σχετικές τροποποιήσεις. Ταυτόχρονα μπορούν να γίνουν και συνεντεύξεις με τους εκπαιδευτές και τους εκπαιδευόμενους για τη συλλογή και ποιοτικών στοι­ χείων, ώστε η προσέγγιση να είναι πολυμεθοδολογική και να διασφαλιστεί η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων (Βεργίδης& Καραλής, 1999). Αποδέκτες της αξιολογικής έκθεσης Οι αποδέκτες της αξιολογικής έκθεσης, οι οποίοι μπορούν να αξιοποιήσουν τις προτάσεις της είναι: • Το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ι.Δ.ΕΚ.Ε.) 257 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Η Γενική Γραμματεία Δια Βίου μάθησης (Γ.Γ.Δ.Β.Μ) • Το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης & Θρησκευμάτων (ΥΠ.Ε.Π.Θ.) • Οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα (εκπαιδευτές, εκπαιδευόμενοι, υπο­ στηρικτικό προσωπικό) • Επιχειρηματικοί και κοινωνικοί φορείς Προβλήματα αξιολόγησης – Τρόποι αντιμετώπισης Κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν κάποια προβλήματα. Ως περισσότερο αναμενόμενα πιθανολογούμε τα παρακάτω: Το σχολείο 2ης ευκαιρίας είναι ένας καινοτόμος θεσμός για την ελληνική εκ­ παιδευτική πραγματικότητα με στόχους ριζικά διαφορετικούς από τα τυπικά σχολεία αλλά και από διάφορα προγράμματα κατάρτισης. Δεν υπάρχει επο­ μένως εμπειρία ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης ούτε υπάρχουν αξιολο­ γικά στοιχεία προηγούμενων χρόνων με τα οποία θα μπορούσαν να συγκρι­ θούν τα αποτελέσματα της παρούσας αξιολόγησης, ώστε οι προτάσεις που θα διαμορφωθούν να είναι αρκετά ολοκληρωμένες και να φανούν χρήσιμες. Η αδυναμία αυτή μπορεί να περιοριστεί μόνο με έναν πολύ προσεκτικό και καλό σχεδιασμό της όλης διαδικασίας λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους στό­ χους του προγράμματος όσο και τις δυνατότητες που παρέχει το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αυτοί υλοποιούνται. Επίλογος Η έλλειψη εμπειρίας σε αξιολογικές διαδικασίες για την εκπαιδευτική πραγ­ ματικότητα στην Ελλάδα γενικά και ειδικότερα για το συγκεκριμένο σχολείο υπογραμμίζουν τις δυσκολίες της παρούσας εργασίας. Χρειάζεται όμως όλοι οι εμπλεκόμενοι με την Εκπαίδευση Ενηλίκων φορείς και πρόσωπα, να ασχο­ ληθούν συστηματικά και σοβαρά με το θεσμό αυτό, επομένως και με την αξιο­ λόγησή του, ώστε να διασφαλιστεί μελλοντικά η ανάπτυξη και η βελτίωσή του. Βιβιογραφία Βεργίδης, Δ., (1985). Υποεκπαίδευση: Κοινωνικές, Πολιτικές, και Πολιτισμικές Δια­ στάσεις. Αθήνα: Ύψιλον. 258 Αλίκη Καζταρίδου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ 2ης ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ Βεργίδης, Δ. & Καραλής, Θ. (1999). Αξιολόγηση προγραμμάτων Εκπαίδευσης Ενη­ λίκων. Στο Κόκκος Α, (επιμ.), Εκπαίδευση ενηλίκων-τ. Γ΄,Σχεδιασμός, Οργάνω- ση και Αξιολόγηση Προγραμμάτων. Πάτρα: ΕΑΠ. Courau, S (2000). Τα βασικά «Εργαλεία» του Εκπαιδευτή Ενηλίκων. Αθήνα:Μεταίχμιο. Freire P., (1985). Η κριτική συνειδητοποίηση, στον τόμο Για μια απελευθερωτική αγωγή. Αθήνα: εκδ. Κέντρο Μελετών και Αυτομόρφωσης. Κόκκος, Α. (1998). Αρχές Μάθησης Ενηλίκων. Στο Κόκκος, Α., & Λιοναράκης, Α., & Ματραλής, Χ. (επιμ.), Ανοικτή και εξ αποστάσεως Εκπαίδευση, τ. Β΄:Σχέσεις Διδασκόντων διδασκομένων. Πάτρα:Ε.Α.Π Κόκκος, Α. & Λιοναράκης, Α. (1999).Πώς μαθαίνουν οι Ενήλικοι. Στο Κόκκος Α, (επιμ.), Εκπαίδευση ενηλίκων τ. Α΄:Το πεδίο, οι αρχές μάθησης, οι συντελε- στές. Πάτρα:Ε.Α.Π. Rogers, Α,(1998). Η Eκπαίδευση Ενηλίκων, Αθήνα: Μεταίχμιο. Stufflebeam, D.L. (1984). The CIPP model for program evaluation. Στο Madaus, G.F., Scriven, M., & Stufflebean, D.L. (επιμ.), Evaluation models: Viewpoints on educational and human services evaluation. Boston: Kluwer- Nijhoff. Χασάπης, Δ. (2000).Σχεδιασμός, Οργάνωση, εφαρμογή και αξιολόγηση προγραμ­ μάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Μεθοδολογικές αρχές και κριτικής ποιό­ τητας. Αθήνα: Μεταίχμιο. Πηγές στο διαδίκτυο http://www.ideke.edu.gr: Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων http://www.adulteduc.gr: Κόκκος,Α., Εκπαίδευση Εκπαιδευτών από απόσταση Abstract An evaluation plan of the School of Second Chance which constitutes an innovative institution that can offer a lot in the development of lifelong learning is suggested in the present paper. In this context, the basic characteristics as well as the goals and targets which delimit the evaluation frame are described. What is determined next is the type and model of evaluation, its goals and targets, the objects and the evaluation criteria, the methodological tools and the recipients of the evaluation report. Finally, problems that may occur during the evaluation plan are detected and ways to solve them are suggested. Αλίκη Καζταρίδου Σχολική Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λεωφόρος Κύκνων 22, 52100 Καστοριά Τηλέφωνο: 2467025262, 6973830595 , Fax: 2467055264

[email protected]

259 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ο Ρόλος της Δια Βίου Μάθησης ως Παράγοντα Κοινωνικής Ένταξης ή Αποκλεισμού Ζωή Αρβανιτίδου, Διονύσης Γουβιάς Εισαγωγή Οι σύγχρονες μεταβιομηχανικές κοινωνίες εξελίσσονται με ταχείς ρυθμούς, γεγονός που συντελεί στη ρευστότητα των κοινωνικών ρόλων αλλά και την αποσταθεροποίηση των κοινωνικών σταθερών. Η σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους από την παραγωγή υλικών αγαθών στον τριτογενή τομέα και τις υπηρεσίες δεν οδηγεί απλώς στην αποϋλοποίηση της οικονομίας, αλλά φέρνει σε πρώτο πλάνο τη γνώση που σταδιακά ανάγεται σε βασική παραγω­ γική δύναμη, με τη βοήθεια της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η σχέση της γνώ­ σης με την παραγωγή παύει να κινείται στο επίπεδο της πρακτικής τεχνογνω­ σίας και η γνώση ανάγεται σε βασικό παραγωγικό συντελεστή, επηρεάζοντας άμεσα τους παραδοσιακούς συντελεστές και αποτελώντας στο εξής βασική πηγή καινοτομίας (Hargreaves, 2007). Η οικονομία «παγκοσμιοποιείται», το έθνος-κράτος παύει να αποτελεί κυ­ ρίαρχο μοντέλο πολιτικής οργάνωσης, οι εργασιακές σχέσεις ελαστικοποι­ ούνται και το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται (Πεχλιβανίδης, 2007). Η εγγυ­ ημένη δια βίου εργασία, ουσιαστικό στοιχείο ένταξης των ατόμων, δίνει τη θέση της σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης προκαλώντας συχνά δυσκολί­ ες στα άτομα να ακολουθήσουν τους ρυθμούς μεταβολής της (Tuomi, 2007). Η ετοιμότητα για συνεχή μάθηση προβάλλεται στον άνθρωπο ως μία ισόβια διαδικασία και αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, επειδή η ταχύτητα που παρουσιάζονται οι αλλαγές, στην δομή και λειτουργία της κοινωνίας, είναι τόσο μεγάλη, ώστε τα μέλη της είναι υποχρεωμένα να μαθαίνουν σ’ όλη τη διάρκεια του βίου τους, προκειμένου να μείνουν ενεργά μέλη και να μην οδη­ γηθούν σε κοινωνικό αποκλεισμό. Η εκπαίδευση είναι βασικός παράγοντας προετοιμασίας τους για να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές και απαιτείται από τα άτομα να συνεχίζουν να μαθαίνουν διαρκώς για να μην αποξενωθούν από τις εξελίξεις (Jarvis, 2004). Η Διά Βίου Μάθηση (στο εξής ΔΒΜ) προβάλλει ως απάντηση στην αντιμετώ­ πιση τέτοιων προκλήσεων στις σύγχρονες κοινωνίες (Μπαλάσκας, 1989). Στην έκθεση του ΟΟΣΑ το 1996, με τίτλο «Δια βίου εκπαίδευση για όλους» προβάλ­ λεται η σημασία της ΔΒΜ για την προσωπική ανάπτυξη του ατόμου και η συμ­ 260 Ζωή Αρβανιτίδου, Διονύσης Γουβιάς Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ Ή ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ βολή της στην προώθηση των δημοκρατικών παραδόσεων και στην αντιμετώ­ πιση των κινδύνων που αναδύονται για την κοινωνική συνοχή (Schuetze, 2006). Ορισμοί της Διά Βίου Μάθησης Για τη Δ.Β.Μ. έχουν χρησιμοποιηθεί από το 1960 έως σήμερα διάφορες, σχε­ δόν ταυτόσημες εκφράσεις. Η Διαρκής Εκπαίδευση (Continuing Education), αρχικός όρος του 1970, της ΟΥΝΕΣΚΟ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, εν­ νοεί την διεύρυνση της εκπαίδευσης, όπου η μη τυπική εκπαίδευση, όπως η βραχυχρόνια κατάρτιση και η αυτομάθηση, παίζει σημαντικό ρόλο, μέσα στην «κοινωνία της μάθησης». Τελικά η Δια Βίου Εκπαίδευση είναι ένα οργανωτικό σύστημα, που καλύπτει όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα. Η Επαναλαμβανομένη Εκπαίδευση (Recurrent Education, όρος του Ο.Ο.Σ.Α. (O.E.C.D.) που ορίστηκε ως η εκπαιδευτική στρατηγική για όλη τη μεταδευ­ τεροβάθμια ή την μετά βασική εκπαίδευση, που κατανέμει την εκπαίδευση σε όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, εναλλάσσοντας την με άλλες δρα­ στηριότητες, όπως η εργασία, ο ελεύθερος χρόνος και η περίοδος συνταξιο­ δότησης (Hake, 1999). Από το 2007 τα ευρωπαϊκά προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης συγχωνεύτηκαν στο πρόγραμμα Δ.Β.Μ. με τίτλο L.L.P. (Life Long Learning Program) (2007 – 2013) που καλύπτει από την παιδική ηλικία μέχρι τα γηρα­ τειά και αναφέρεται σε γενική, επαγγελματική εκπαίδευση και άτυπη εκμά­ θηση με σκοπό την βελτίωση γνώσεων και δεξιοτήτων μέσα από προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές ή εργασιακές προοπτικές (Lasonen, 2009). Στο κείμενο που ακολουθεί θα χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι οι όροι Δ.Β.Μ., Δ.Β.Ε., διαρ­κής εκπαίδευση και κατάρτιση, επαναλαμβανόμενη εκπαί- δευση και κατάρτιση, συνεχιζόμενη εκπαίδευση ενηλίκων και μεταδευτερο- βάθμια Εκπαίδευση, παρά τις κάποιες μικρές εννοιολογικές διαφορές τους. Τι είναι και πως λειτουργεί ο κοινωνικός αποκλεισμός Ο «κοινωνικός αποκλεισμός» εκφράζει την έλλειψη δυνατότητας να συμμετέ­ χει κάποιος στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή, δηλαδή αφορά τις σχέσεις ατόμου και κοινωνίας και τις δυναμικές μεταβολές της (Klasen, 1999, Sen, 1999). Η πρώτη χρήση του όρου σε κείμενο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Ε.Ο.Κ.) απαντάται το 1989, έτος υιοθέτησης του Κοινωνικού Χάρτη. Έκτοτε παρατη­ ρείται η ολοένα αυξανόμενη χρήση του. Σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε. 261 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους διάφορες νέες και πολυδιάστατες μορ­ φές αποστέρησης (άσκηση κοινωνικών δικαιωμάτων) πλάι στις παλιές (ερ­ γασία, στέγη μόρφωση), γεγονός που δημιουργούσε μια σειρά ζητημάτων, όπως η αδυναμία των ατόμων να συμμετέχουν στις κοινωνικές πρακτικές και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Έτσι υιοθετήθηκε από τα κοινοτικά κείμενα ο όρος του κοινωνικού αποκλεισμού και συνδέθηκε με τον προβληματισμό για τα εμπόδια στην επίτευξη του στόχου της οικονομικής και κοινωνικής συνο­ χής, όπως και με τις ενδεχόμενες απειλές για την πολιτική σταθερότητα της Ευρώπης (Καβουνίδη, 1996). Σύμφωνα με τις έως τώρα θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις, ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός» συμπεριλαμβάνει την ένδεια, την ανεργία, την χα­ μηλή εκπαιδευτική στάθμη του ατόμου, τα εμπόδια πρόσβασης σε οικονομι­ κές (π.χ. τράπεζες) και κοινωνικές υπηρεσίες (υγείας, εκπαίδευσης, κοινωνι­ κής προστασίας), τα εμπόδια συμμετοχής σε πολιτικές οργανώσεις, καθώς και τα εμπόδια στην ευκαιρία ελεύθερης έκφρασης και στην λήψη αποφάσε­ ων (David, 2003. Hayes, Griffiths & Ogunleye, 2008. Oxoby, 2009). H μέτρηση του κοινωνικού αποκλεισμού γίνεται με τη βοήθεια όλων αυ­ τών των παραμέτρων. Ένα κοινωνικά αποκλεισμένο άτομο στερείται, αλλά δεν είναι απαραίτητα εισοδηματικά πτωχό (Tache & Szeles, 2008). Είναι ση­ μαντικό να τονιστεί ότι ενώ η ένδεια μπορεί να είναι αποτέλεσμα του κοινω­ νικού αποκλεισμού, αυτός δεν είναι απλά ένδεια. Μπορεί να είναι και η από­ συρση από την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή (ενδεχομένως λόγω ανερ­γίας) ή και η εγκατάλειψη επικρατούντων κοινωνικών κανόνων (Oxoby, 2009. Pierson, 2001). Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Πορτογαλία και η Ελλάδα, έχουν τον υψηλό­ τερο βαθμό κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ οι σκανδιναβικές χώρες, Ολλανδία και Δανία, τον χαμηλότερο (Oxoby, 2009). Ο Ρόλος της Δια Βίου Μάθησης στην Κοινωνική Ένταξη Είναι κυρίαρχη η άποψη ότι η έλλειψη εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι ση­ μαντική αιτία του κοινωνικού αποκλεισμού. Η δημόσια παροχή εκπαίδευσης (κάθε μορφής) μειώνει τις κοινωνικές αποστάσεις δημιουργώντας κοινή ταυ­ τότητα μεταξύ των ατόμων και αυξάνει την κοινωνική ένταξη (Oxoby, 2009). Τα εκπαιδευτικά σχέδια για την Δ.Β.Μ. έχουν δύο μορφές. Πρώτον ως μέ­ τρα κατά του κοινωνικού αποκλεισμού που στοχεύουν στο οικονομικό του σκέλος, κυρίως ως ανάπτυξη γνώσεων και δεξιοτήτων για εξεύρεση εργα­ σίας και δεύτερον, μέτρα που στοχεύουν στο κοινωνικό πολιτισμικό σκέλος, δηλαδή ένταξη στην κοινωνία (Κόκκος, 2002). 262 Ζωή Αρβανιτίδου, Διονύσης Γουβιάς Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ Ή ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ Περί το 1995 η κατεύθυνση στη Δ.Β.Μ. άλλαξε, καθώς σταμάτησε η απο­ κλειστική ταύτιση της με την ειδικευμένη κατάρτιση, με στόχο την αγορά ερ­ γασίας και διευρύνθηκε προσπαθώντας να δώσει γενικότερες κοινωνικές δε­ ξιότητες, όπως το να θέτει κανείς στόχους, να βρίσκει εναλλακτικές λύσεις, να επικοινωνεί, να συνεργάζεται και το κυριότερο «να μαθαίνει κανείς πώς να μαθαίνει», που βοηθάει να προσαρμόζεται στις αλλαγές (Reding, 2002). Κριτική των Πρακτικών Προσφοράς της Δια Βίου Μάθησης Έλλειψη Κινήτρων Δια Βίου Μάθησης Ενώ τα υπομνήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Δ.Β.Μ., διακηρύσσουν ότι σκοπός της είναι η άρση του κινδύνου κοινωνικού αποκλεισμού δεν δίδο­ νται κίνητρα στους εργαζομένους για μάθηση. Αντιθέτως τους αναγκάζουν να καλύψουν εξ ιδίων το κόστος της, να μαθαίνουν μόνο για να διατηρήσουν τη θέση εργασίας τους, ενώ δεν τους επιβραβεύουν οικονομικά για τις νέες γνώσεις τους ή με καλύτερη θέση εργασίας (Γουβιάς, 2002). Πρακτικές Επιβολής της Δια Βίου Μάθησης Ο αρχικός τρόπος προώθησης της Δ.Β.Μ. ήταν ο οικονομικός εξαναγκασμός, με τον ισχυρισμό ότι βελτιώνοντας τις δεξιότητές του, ειδικά τις τεχνολογι­ κές, ο απασχολήσιμος βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά του, με αποτέλεσμα να βρει καλύτερη θέση εργασίας, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα και της επιχείρησης αλλά και της χώρας του (Field, 2006. Selwyn & Gorard, 2003). Επόμενο στάδιο ήταν ο τεχνολογικός εξαναγκασμός, καθώς προβάλλο­ νταν ως προφανής η τεχνολογική αιτιοκρατία, δηλαδή ότι η τεχνολογία είναι η κύρια δύναμη που καθορίζει την φύση της κοινωνίας και επομένως είναι αναγκαία η τεχνοφιλία. Αυτός ο εξαναγκασμός υποστηρίχτηκε από την εκτε­ ταμένη χρήση των Τ.Π.Ε., υπολογιστών και διαδικτύου και την εξ’ αποστάσε­ ως εκπαίδευση μέσω Τ.Π.Ε. (Selwyn & Gorard, 2003). Υπάρχουν όμως πολλά εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο που δεν έχουν καμία δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές τις τεχνολογίες (ψηφιακό χάσμα) και επο­ μένως ούτε δυνατότητα τέτοιου είδους Δ.Β.Μ. (UNDP, 2011). Τελευταία προβάλλεται η Δ.Β.Μ. σαν ατομική ευθύνη των εργαζομένων (ηθικοποίηση της αναγκαιότητας της Δ.Β.Μ.), υπονοώντας ότι οι μη συμμε­ τέχοντες δεν ενδιαφέρονται για την καλυτέρευση της θέση τους. Γίνεται με αυτό τον τρόπο προσπάθεια να εξωθηθεί ο απασχολήσιμος να αγοράσει επι­ μόρφωση – κατάρτιση, από τους λογής ιδιώτες «επιμορφωτές» που την πω­ λούν στην αγορά, δεδομένου ότι τα κράτη, όλο και λιγότερο παρέχουν δωρε­ άν τέτοιου είδους υπηρεσίες μέσα στην γενικότερη «προσπάθεια περιστολής 263 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ δαπανών». Ακόμη και οι κρατικοί φορείς παροχής Δ.Β.Μ. στην Ελλάδα, πα­ ρέχουν με αμοιβή την εκπαίδευση όπως το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.) και προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης κάποιων πανεπιστημίων ή ΤΕΙ. Έτσι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που δεν έχουν την δυνατότητα αγοράς αυτού του αγαθού θα παραμείνουν κοινωνικά απο­ κλεισμένα. Με την έννοια της ατομικής ευθύνης για Δ.Β.Μ. γίνεται προσπά­ θεια να αναγκαστούν οι άνθρωποι να ασπαστούν την αντίληψη, ότι το κρά­ τος και οι εργοδότες δεν έχουν ευθύνη για τέτοιες παροχές (Γουβιάς, 2002). Οι Τρόποι Εφαρμογής της Δια Βίου Μάθησης ως Παράγοντες Κοινωνικού Αποκλεισμού των Ευπαθών Κοινωνικών Στρωμάτων Μεταβίβαση τις Διαχείρισης της Δια Βίου Μάθησης στις Αγορές Η εκπαίδευση δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Αυτή έχει την δύναμη είτε να απελευ­ θερώσει ή να καταπιέσει τα άτομα (Magro, 2009). Ενώ η κοινή λογική δείχνει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα η Δ.Β.Μ. αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους μηχανισμούς κοινωνικής ανακατανομής και κοινωνικής δι­ καιοσύνης που ένα κράτος κοινωνικής πρόνοιας συνεπάγεται, ή «κοινωνικά ευαίσθητη» Ευρώπη προσπαθεί να θέσει την εκπαίδευση και πολύ περισσό­ τερο την Δ.Β.Μ. εκτός του δημοσίου τομέα («περιστολή δαπανών») (Griffin, 2000). Οι κυβερνήσεις μειώνουν τις κοινωνικές παροχές και τις αντικαθιστούν με τις ιδιωτικές αγορές με συνέπεια να εξαφανίζονται οι ίσες ευκαιρίες για τους κοινωνικά αποκλεισμένους. Υπάρχει σαφής τάση για σταθερή μείωση της κοινωνικής υποχρέωσης για εκπαίδευση ενηλίκων και ταχεία ανάπτυξη των σειρών προγραμμάτων που προσφέρονται μέσω των αγορών (Brandsma, 2005). Ενώ δηλαδή σε επίπεδο διακυρήξεων (Λευκοί Βίβλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης) τονίζεται η ανάγκη της Δ.Β.Μ. για την παροχή ίσων ευκαιριών, αυτό δεν συνοδεύεται από την δημόσια παροχή της. Οι εκθέσεις των διεθνών ορ­ γανισμών για το Ευρωπαϊκό έτος Δ.Β.Μ., 1996, απεικόνισαν αυτή την ανάγκη, αλλά αποσιώπησαν ότι τα δημόσια εκπαιδευτικά συστήματα είναι κάτω από απειλή, κατηγορώντας τα μάλιστα ότι ήταν ανίκανα ή ακατάλληλα να προ­ σφέρουν τα είδη εκμάθησης για τις ανάγκες που προκύπτουν στην μεταμο­ ντέρνα εποχή. Φυσικά αυτό είναι μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου «μεταρρύθ­ μισης» του ίδιου του κράτους κοινωνικής πρόνοιας. Οι εφαρμοζόμενες στην πράξη πολιτικές Δ.Β.Μ. εμπλέκονται βαθιά στη μοίρα του κράτους κοινωνι­ κής πρόνοιας και επηρεάζουν άμεσα τον κοινωνικό αποκλεισμό των κατώτε­ ρων οικονομικών στρωμάτων (Griffin, 2000. Hayes, Griffiths & Ogunleye, 2008). 264 Ζωή Αρβανιτίδου, Διονύσης Γουβιάς Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ Ή ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ Άστοχη Κατανομή Κονδυλίων Αλλά και όπου οι πόροι διατίθενται (όπως τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένω­ σης) υπάρχει θέμα σωστής κατανομής τους καθώς οι προτεραιότητες, οι ανά­ γκες και οι προηγούμενες δεξιότητες των δυνητικών χρηστών της Δ.Β.Μ., δεν ερευνήθηκαν πριν από την ανάπτυξη των προγραμμάτων και των προϊόντων, που υποτίθεται ότι στόχευαν να τους ωφελήσουν (David, 2003). Απλώς υπε­ τέθη ότι αυτό που προσφέρεται είναι αυτό που απαιτείται. Αυτό απεικονίζει την κυριαρχία των προμηθευτών προγραμμάτων στην διατύπωση προσφο­ ράς χρηματοδότησης. Οι ανάγκες των επιμορφουμένων καθοριστήκαν από την άποψη του τι μπορούν να προσφέρουν οι προμηθευτές προγραμμάτων Δ.Β.Μ.. Ο κοινωνικός αποκλεισμός ήταν εκ των προτέρων ενσωματωμένος στην προσπάθεια να ανασχεθεί (Hayes, Griffiths & Ogunleye, 2008). Η Δ.Β.Μ. είναι μία «επιχείρηση» όπου διακινούνται πάρα πολλά χρήμα­ τα. Το κόστος επαγγελματικής κατάρτισης στις Η.Π.Α. το 1981, ήταν ίσο με το κόστος λειτουργίας της ανώτατης εκπαίδευσης. Φυσικό είναι να προσελ­ κύσει πολλούς που επιθυμούν έστω και μικρό μερίδιο από τα χρήματα αυτά (Jarvis, 2004). Επειδή τέτοιες σειρές μαθημάτων Δ.Β.Μ. χρηματοδοτούνται συνήθως από τους ίδιους του εργαζόμενους και όχι από τον εργοδότη ή το κράτος, αυτή η εκπαίδευση δεν έχει την απελευθερωτική επίδραση που αναμένεται. Απλώς είναι εμπορική αναδημιουργία της εκπαίδευσης με συνέπειες στην ελευθε­ ρία, καθώς η εκπαίδευση γίνεται υποχρεωτική και εκείνοι που δεν είναι ικανοί ή δεν θέλουν να προσαρμοστούν απορρίπτονται από την αγορά εργασίας. Τα μειονεκτούντα κοινωνικά στρώματα θα παραμείνουν αποκλεισμένα, ειδικά οι άνθρωποι που δεν μπορούν να είναι αρκετά ευπροσάρμοστοι, οι φτωχοί, οι μακροχρόνια άνεργοι, ή οι άνθρωποι που έμειναν μακροχρόνια ανεκπαίδευ­ τοι. Το τελευταίο ίχνος ελευθερίας, να επιλέξουν την αποχή από Δ.Β.Μ., κάτω από αυτές τις συνθήκες εξαφανίζεται, αφού οι συνέπειες της επιλογής είναι η ριζική μείωση των ευκαιριών για ζωή (Hake, 1999. Sarikakis & Terzis, 2000). Ο ταξικός αλλά και με διακρίσεις κοινωνικού φύλου χαρακτήρας της Δ.Β.Μ., αποτυπώνεται σε πρόσφατη (2001) έρευνα του O.O.Σ.Α., που έδειξε ότι συ­ νήθως άνδρες, μεταξύ 25–50 ετών, απολαμβάνουν τις καλύτερες ευκαιρίες στην μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση και ακόμη ότι αυτές αυξάνονται όσο καλύτερη είναι η οικονομική τους θέση (Reding, 2002). Συμπεράσματα Όσο οι γνώσεις των ανθρώπων ξεπερνιούνται, αυτοί χρειάζονται νέα γνώση, αν θέλουν να εξακολουθούν να έχουν αρμονική επαφή με τον πολιτισμό τους, 265 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ειδικά στις κοινωνίες που βασίζονται στην τεχνολογία, όπου είναι ευκολότε­ ρο να αποξενωθούν τα άτομα που «μένουν πίσω». Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι η άρνηση εκ μέρους των κυριάρχων κοι­ νωνικών ομάδων, του δικαιώματος των πιο αδύναμων ομάδων ή ατόμων, να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες, κοινωνική ασφάλιση, μόρφωση, εργασία και πληροφορίες, που συνεπάγεται μαρασμό και μειωμένο αυτό σεβασμό για τους τελευταίους. Η Δ.Β.Μ. θεωρήθηκε ως απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, καθώς η δημό­ σια παροχή της, μειώνει τις κοινωνικές αποστάσεις. Αλλά η εφαρμογή της στην πράξη ανετέθη σε ιδιώτες επιχειρηματίες της εκπαίδευσης, με αποτέ­ λεσμα να αναιρεθεί ο αρχικός θεωρητικός στόχος της. Εκείνοι που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά την επιμόρφωση τους, ή δεν θέλουν να προσαρμοστούν, είτε καταδικάζονται σε μακροχρόνια ανερ­ γία, ή σε εργασίες που δεν προσφέρουν αξιόλογη αμοιβή, παρά το εξαντλη­ τικό ωράριο και το επισφαλές μέλλον. Έτσι η Δ.Β.Μ. συντελεί στην διεύρυνση του κοινωνικού χάσματος, διαιωνίζοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό μεγάλου μεριδίου του πληθυσμού. Βιβλιογραφία Brandsma, Jittie (2005). Social exclusion and equality in education. The European Commission. Crowther, Jim, & Sutherland, Peter (2005). Lifelong Learning: Concepts and Contexts. New York: Routledge. Γουβίας, Διονύσης (2002). «Δια Βίου Μάθηση; Ευχαριστώ, Δεν Θα Πάρω!» - Η Ση­ μασία της Δημιουργίας «Ζήτησης» για Εκπαίδευση Ενηλίκων με Χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορικής και Επικοινωνιών, Εισήγηση στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας με τίτλο «Κοινωνιολογία: Μάθημα Ελευθερίας». Θεσ­ σαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Γουβιάς, Διονύσης (2002). Η Προώθηση της ‘Κατάρτισης’ Έναντι της Δημόσιας Εκπαίδευσης και ο Ρόλος του Κράτους στην Ελλάδα του 21ου Αιώνα», Η Προ­ ώθηση της Κατάρτισης, Κοινωνιόγραμμα, τ. 57. Field, John (2006). Lifelong Learning and the New Educational Order. London: Trentham Books Ltd. Griffin, Colin (2000). Lifelong Learning: Policy, Strategy and Culture, International Journal of Lifelong Education, vol. 18 (5). Hayes Terese, Griffiths Chris & Ogunleye, James (2008). Lifelong learning for all? Policies, barriers and practical reality for a socially excluded group. International Journal of Lifelong Learning, 27(6), 625 – 640. Hake, Barry (1999). Lifelong Learning Policies in the European Union: Developments 266 Ζωή Αρβανιτίδου, Διονύσης Γουβιάς Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ Ή ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ and Issues, Compare: A Journal of Comparative and International Education, vol. 29 (1), 53 – 69. Hargreaves, Andy (2007). Sustainable Leadership and Development in Education: Creating the future, conserving the Past. European Journal of Education, Vol. 42 (2), pp. 223 – 233. Jarvis, Peter (2004). Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Κατάρτιση: Θεωρία και Πράξη. Αθήνα: Μεταίχμιο. Καβουνίδη, Τζένη (1996). Κοινωνικός αποκλεισμός: Έννοια, κοινοτικές πρωτο­ βουλίες, ελληνική εμπειρία και διλήμματα πολιτικής. Στο ΕΚΚΕ, Διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα, Έκθεση για το Ευρωπαϊκό Κοινοτι­ κό Ταμείο, Τόμος Α’, Αθήνα: ΕΚΚΕ, σσ.47-79. Klasen, S. (1995). Social exclusion, children and education: conceptual and measurement issues. Background paper for OECD. Κόκκος, Αλέξης (2002). Η Εκπαίδευση Ενηλίκων στην Ευρώπη και στην Ελλάδα: Προσδιορισμός του Πεδίου, Τάσεις, Πολιτικές, Διεθνής Συνδιάσκεψη για την Εκπαίδευση Ενηλίκων, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αθήνα: Μεταίχμιο. Lasonen, Johanna (2009).European Action Programmes for Lifelong Learning. In Rupert Maclean and David Wilson (Eds.), International handbook of education for the changing world of work: Bridging academic and vocational education (pp. 583-595). Dordrecht: UNESCO-UNEVOC and Springer. Magro, Karen (2009). Transformative Learning Theory and TVET. In Rupert Maclean and David Wilson (Eds.), International handbook of education for the changing world of work: Bridging academic and vocational education (pp. 661-677). Dordrecht: UNESCO-UNEVOC and Springer. Μπαλάσκας, Κώστας (1989). Κοινωνική θεώρηση της παιδείας. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη. Oxoby, Robert (2009). Understanding Social Inclusion, Social Cohesion and Social Capital, International Journal of Social Economics, vol. 36 (12), 1133 – 1152. Πεχλιβανίδης, Τάσος (2007). «Μεταβιομηχανική κοινωνία, Μεταφορντισμός, Με­ ταμοντερνισμός. Μετάλλαξη ή Μεταμόρφωση;» Θέσεις. Διαθέσιμο στο: http:// www.theseis.com/76-/theseis/t78/t78f/metabiomixaniki.htm. Pierson, John (2002). Tackling Social Exclusion. United States: Routledge. Reding, Viviane (2002). Lifelong Learning in Europe, 11th German Adult Education Conference, Adult Education and Development. German: Adult Education Development Cooperation. Sahlberg, Pasi (2009). Creativity and innovation through lifelong learning, Journal of Educational Change, vol. 1 (1), 53 – 60. Sarikakis, Katharine & Terzis, George (2000). Pleonastic exclusion in the European Information Society, Telematics and Informatics, vol 17 (1), 105 – 128. Schuetze, Hans (2006). International concepts and agendas of lifelong learning. A journal of comparative education, Vol. 36 (3), 289 – 306. Selwyn, Νeil & Gorard, Stephen (2003). Exploring the “new” imperatives of 267 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ technology - based lifelong learning, Research in Post-Compulsory Education, vol. 8 (1), 73 – 92. Sen, Amartya (1999). Development as freedom. New York: Knopf. Raileanu Szeles, Monica & Tache, Ileana (2008). The Forms and Determinants of Social Exclusion in the European Union: The Case of Luxemburg, International Advances in Economic Research, vol. 14 (4), 369 – 380. Tuomi, Ikka (2007). Learning in the Age of Networked Intelligence. European Journal of Education, Vol. 42 (2), 235 – 254. UNDP. (2011). Human Development Report 2011. New York: United Nations Development Programme. Abstract Lifelong learning is necessary in today’s Information Society and “learning society” because of the rapid social and technological changes. Lifelong learning can enhance the chances for smoother integration of individuals into society. In practice however, it’s implementation, with the management of programs’ performed by the private market and not by the state as it should be, might direct the effort against its initial purpose. With the cost of available programs of Lifelong learning be deterring for the economically weaker creates exclusions from this training, thus excluding people from jobs and perpetuating social exclusion. This paper clarifies certain notions and examines the role of Lifelong Learning as a hope and prospect of social integration of citizens. It also shows how the application of Lifelong Learning reproduces social exclusion of vulnerable groups. Keywords: Lifelong Learning, Continuing Education, Social Inclusion, Social Exclusion Αρβανιτίδου Ζωή Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΤΕΠΑΕΣ), Πανεπιστήμιο Αιγαίου Λεωφόρος Δημοκρατίας 1, 85100 Ρόδος Τηλ: 6972479364

[email protected]

268 Ζωή Αρβανιτίδου, Διονύσης Γουβιάς Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ Ή ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ Διονύσης Γουβιάς Επίκουρος Καθηγητής Εκπαιδευτικής Πολιτικής Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΤΕΠΑΕΣ), Πανεπιστήμιο Αιγαίου Λεωφόρος Δημοκρατίας 1, 85100 Ρόδος Τηλ.: (22410) 99147, Φαξ: (22410) 27785

[email protected]

269 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Σημαντικοί παράγοντες σχεδιασμού, υλοποίησης και αξιολόγησης προγραμμάτων επιμόρφωσης ενηλίκων: εμπειρική έρευνα με τη μέθοδο «Δελφών» Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής Εισαγωγή Η επιμόρφωση αποτελεί την σημαντικότερη επένδυση που μπορούν να πραγ­ ματοποιήσουν οι οργανισμοί για την ανάπτυξη του γνωστικού κεφαλαίου τους. Ποιοι είναι όμως οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν και καθορίζουν την ποιότητα και, ταυτόχρονα, την αποτελεσματικότητα της επιμόρφωσης; Στό­ χος της συγκεκριμένης εργασίας είναι η ανάδειξη και παρουσίαση των κρί- σιμων παραγόντων που συνδέονται με τον αποτελεσματικό σχεδιασμό, υλο­ ποίηση και αξιολόγηση προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων στην ελληνική πραγματικότητα. Μεθοδολογία της έρευνας Για τον εντοπισμό των σημαντικών παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότη­ τα προγραμμάτων επιμόρφωσης υιοθετήθηκε η εφαρμογή της μεθόδου των Δελφών (Delphi method/technique). Η συγκεκριμένη μέθοδος, μέσω ενός κα­ τάλληλου πρωτοκόλλου διαδικασιών στις οποίες συμμετέχει μία ομάδα ειδι­ κών, επιτρέπει την προσέγγιση πολύπλοκων προβλημάτων ή θεμάτων και εκτι­ μήσεων για το μέλλον (Linstone and Turoff, 1975: 3). Στην παρούσα έρευνα, η εφαρμογή της μεθόδου των Δελφών έγινε σύμφωνα με τη μεθοδολογική πρό­ ταση των Delbeck et al. (1975: 86-105) ακολουθώντας τα επόμενα βήματα: Επιλογή της ομάδας των ειδικών. Σχετικά με το μέγεθος της ομάδας των ειδικών που συμμετέχουν σε μία έρευνα με τη μέθοδο των Δελφών, οι από­ ψεις των ερευνητών ποικίλουν. Σε διάφορες έρευνες που έχουν γίνει, όπως αναφέρουν οι Thangaratinam and Redman (2005: 120), το μέγεθος της ομά­ δας κυμαίνεται από 4 μέχρι και 3.000 άτομα. Στην παρούσα έρευνα αρχικά συγκροτήθηκε μία ομάδα που απαρτίζονταν από δώδεκα (12) ειδικούς. Τε­ λικά, μετά από την άρνηση δύο ατόμων να συμμετέχουν, η οριστική ομάδα που αποτέλεσε τη βάση της έρευνας είχε μέγεθος δέκα (10) ατόμων. Η επι­ λογή των ειδικών που συμμετείχαν στην έρευνα έγινε με βασικά κριτήρια τις 270 Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ, ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ “ΔΕΛΦΩΝ” ειδικές γνώσεις και την επαγγελματική εμπειρία τους στην επιμόρφωση ενη­ λίκων. Οι ειδικοί που επιλέχθηκαν ήταν όλοι Έλληνες, τέσσερις (4) γυναίκες και έξι (6) άνδρες, με εύρος ηλικιών 36-55 χρόνια, διευθυντικά στελέχη εκ­ παιδευτικών οργανισμών ή σύμβουλοι με ειδικότερη εμπειρία στο σχεδιασμό, υλοποίηση και αξιολόγηση προγραμμάτων επιμόρφωσης καθώς επίσης και διδακτική εμπειρία από δέκα μέχρι είκοσι και πλέον χρόνια. Ανάπτυξη του αρχικού ερωτηματολογίου. Ο σχεδιασμός του αρχικού ερω­ τηματολογίου είναι καθοριστικός για την επιτυχή υλοποίηση μίας έρευνας με τη μέθοδο των Δελφών και πρέπει να διασφαλίζει την κατανόηση, από μέρους των ειδικών, των στόχων της διενεργούμενης έρευνας και των βασικών ερω­ τημάτων που εξετάζει (Delbecq et al., 1975: 86). Στην παρούσα έρευνα, το πρώτο ερωτηματολόγιο είχε τη μορφή μίας δομημένης συνέντευξης. Όλες οι ερωτήσεις ήταν ανοικτές, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους συμμετέχοντες ειδικούς να εκφράσουν αυθόρμητα και ελεύθερα τις απόψεις τους. Διανομή ερωτηματολογίου και λήψη των απαντήσεων. Τα μέλη της ομάδας των ειδικών απάντησαν στις ερωτήσεις ο καθένας ξεχωριστά, συμμετέχοντας σε μία προσωπική συνέντευξη με δομημένο ερωτηματολόγιο. Η συνέντευξη μαγνητοφωνήθηκε, με τη συναίνεση των συμμετεχόντων, για την αξιόπιστη επεξεργασία και ανάλυση των αποτελεσμάτων στη συνέχεια. Ανάλυση αποτελεσμάτων πρώτης συνεδρίας. Οι απαντήσεις που δόθηκαν από την ομάδα των ειδικών απομαγνητοφωνήθηκαν και έλαβαν τη μορφή ενός γραπτού κειμένου (65 σελίδες, 18.400 λέξεις). Το κείμενο της κάθε συνέντευ­ ξης αναλύθηκε ξεχωριστά με τη μέθοδο ανάλυσης κειμένου (content analysis). Σχεδιασμός και διανομή δεύτερου ερωτηματολογίου και λήψη απαντή­σεων. Εφόσον αξιολογήθηκαν και αναλύθηκαν τα αποτελέσματα της πρώτης συ­ νεδρίας, τα οποία ανέδειξαν τους βασικούς άξονες θεμάτων στα οποία δι­ απιστώθηκε σύγκλιση των απόψεων των ειδικών, η έρευνα προχώρησε στο σχεδιασμό του δεύτερου ερωτηματολογίου. Η μορφή του δεύτερου ερωτη­ ματολογίου εμπεριείχε μία εμπεριστατωμένη εισαγωγή στην οποία παρου­ σιάζονταν συνοπτικά τα αποτελέσματα από την πρώτη συνεδρία και μία σει­ ρά από ερωτήσεις κλειστού τύπου. Η διαμόρφωση των κλειστών ερωτήσεων βασίστηκε στις απόψεις των ειδικών, όπως εκφράστηκαν στο προηγούμενο στάδιο και αποσκοπούσε στη διερεύνηση, με ποσοτικό τρόπο αυτή τη φορά, του βαθμού σύγκλισης των απόψεών τους, με έμφαση στις περιοχές εκείνες που ενδιέφεραν περισσότερο την συγκεκριμένη έρευνα. Ανάλυση δεύτερου ερωτηματολογίου και επεξεργασία αποτελεσμάτων. Η επεξεργασία των απαντήσεων του δεύτερου ερωτηματολογίου έγινε με εν­ δεδειγμένες για την περίπτωση τεχνικές περιγραφικής και επαγωγικής στατι­ στικής ανάλυσης, όπου ελέγχθηκε κυρίως ο βαθμός σύγκλισης των απόψεων των ειδικών. Σ’ αυτή τη φάση της έρευνας προέκυψε μία ιεράρχηση μετα­ 271 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ξύ των σημαντικών παραγόντων και αναδείχθηκαν σαφώς κάποιες ομάδες κριτηρίων οι οποίες αξιολογήθηκαν ως εξαιρετικής σημασίας από το σύνο­ λο των συμμετεχόντων. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι απόψεις των ειδι­ κών μπορούσαν να συγκλίνουν ακόμη περισσότερο, αποφασίστηκε η έρευ­ να να συνεχιστεί με την οργάνωση και μίας τρίτης συνεδρίας. Αποστολή και ανάλυση τρίτου ερωτηματολογίου. Η αποστολή του τρί­ του ερωτηματολογίου έγινε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για την άμεση συ­ μπλήρωσή του από τους συμμετέχοντες. Στην ομάδα των ειδικών δόθηκε για συμπλήρωση το ίδιο ερωτηματολόγιο που είχε συμπληρωθεί στην προη­ γούμενη φάση, ώστε η τελική αξιολόγηση να λάβει υπόψη της το συνολικό αποτέλεσμα της γνώμης των ειδικών όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την εξέλιξη της έρευνας. Αποτελέσματα Στη συνέχεια περιγράφονται ξεχωριστά τα αποτελέσματα από τη διεξαγωγή των τριών συνεδριών της έρευνας: Ανάλυση των απαντήσεων της 1ης πρώτης συνεδρίας: Στον πίνακα 1 συνοψίζονται τα αποτελέσματα της ανάλυσης περιεχομένου των κειμένων των συνεντεύξεων με τους ειδικούς με βάση το 1ο ερωτηματο­ λόγιο, όπου κωδικοποιούνται οι κατηγορίες και υποκατηγορίες που εντοπί­ στηκαν στα κείμενα και το πλήθος των αντίστοιχων αναφορών της σημασιο­ λογικής, θεματικής ανάλυσης. Πίνακας 1. Κωδικοποίηση κατηγοριών και υποκατηγοριών ανάλυσης περιεχομένου (εντός αγκυλών παρουσιάζεται το πλήθος των αντίστοιχων αναφορών από τους συμμετέχοντες) Ι. Δυνάμεις που δημιουργούν νέες ανάγκες για επιμόρφωση Μικρο-περιβαλλοντικοί παράγοντες (τοπικοί) Αλλαγές στην αγορά εργασίας Μακρο-περιβαλλοντικοί παράγοντες (διεθνείς) (τι ζητούν οι εργοδότες) [7] Παγκοσμιοποίηση-Διεθνοποίηση αγορών [10] Αλλαγές στη δομή και τα μέσα της εργασίας Εξελίξεις και πρόοδος στις επιστήμες και την τεχνολογία [7] (εύρος αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των στε- Μετανάστευση και αύξηση της κινητικότητας [7] λεχών, αυξημένη χρήση νέων τεχνολογιών) [6] Όξυνση των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων [4] Ανάγκη για διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και απασχολησιμότητας των στελεχών [5] 272 Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ, ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ “ΔΕΛΦΩΝ” ΙΙ. Νέες ανάγκες για επιμόρφωση Οριζόντιες ικανότητες Νέες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας Στρατηγικές ικανότητες (ψηφιακός γραμματισμός) [9] Επικαιροποίηση γνώσεων και δεξιοτήτων [7] Επικοινωνία σε διεθνή περιβάλλοντα και ξένες γλώσσες Νέες μέθοδοι και τεχνικές διοίκησης των δη- –Διαχείριση πολυπολιτισμικότητας [8] μόσιων οργανισμών [6] Διαχείριση της καθημερινότητας (κοινωνικές σχέσεις, Προσωπική ανάπτυξη και διαχείριση καριέ- οικογένεια, διαχείριση χρόνου και άγχους) [5] ρας [4] Ορθολογική διαχείριση φυσικών πόρων, προστασία του Δημιουργικότητα και καινοτομία [3] περιβάλλοντος, «πράσινη» παραγωγή και κατανάλωση [4] ΙΙΙ. Κίνητρα για επενδύσεις στην επιμόρφωση των στελεχών Βελτίωση της επίδοσης με ποιοτικά ή και ποσοτικά κριτήρια [8] Βελτίωση της κοινωνικής εικόνας του οργανισμού [7] Ενδυνάμωση οργανωσιακής κουλτούρας και βελτίωση των εργασιακών σχέσεων [6] Αναγνώριση της κοινωνικής ευθύνης των οργανισμών [6] Ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης έναντι άλλων δημόσιων οργανισμών για την άντληση πόρων ή εξουσιών [2] Αποκρατικοποιήσεις και ιδιωτικοποίηση, ενόψει της αναδιοργάνωσης των δημόσιων οργανισμών [1] IV. Κίνητρα για συμμετοχή σε προγράμματα επιμόρφωσης Ως στελέχη και εργαζόμενοι Επαγγελματική ανέλιξη και καριέρα [10] Ως άτομα και πολίτες Διατήρηση ή/και ανάπτυξη ανταγωνιστικών Προσωπική ολοκλήρωση (αυτοπραγμάτωση) [10] πλεονεκτημάτων στο αντικείμενο και τη θέση Ικανοποίηση από την εργασία [5] εργασίας και, επίσης, πιστοποίηση προσόντων [9] Κοινωνική καταξίωση [4] Αυξημένες οικονομικές απολαβές [6] Ανάπτυξη ανθρωπίνων σχέσεων [3] Ανάπτυξη δημοσίων σχέσεων (επέκταση δικτύου επαφών) [2] V. Χαρακτηριστικά ενός «ποιοτικού» προγράμματος επιμόρφωσης Σχεδίαση περιεχομένου Εκτίμηση αναγκών επιμόρφωσης Οργάνωση υλοποίησης και σύνδεση με τα ενδιαφέροντα του Αρτιότητα σχεδιασμού, οργάνωσης Εκπαιδευτική προσέγγιση εκπαιδευομένου [8] και υλοποίησης [8] Μαθητοκεντρισμός [5] Σύνδεση με τους στρατηγικούς Κατάλληλη επιλογή και προετοιμασία Κατάλληλη επιλογή στόχους του οργανισμού εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων [4] των εκπαιδευτικών μεθόδων των εκπαιδευομένων [6] Κατάλληλος σχεδιασμός και τεχνικών [4] Προσδιορισμός εκπαιδευτικών και υλοποίηση της αξιολόγησης Εφαρμογή των αρχών στόχων [5] και ανατροφοδότηση [4] εκπαίδευσης ενηλίκων [3] Περιεχόμενο που προάγει τις γνώ- Ποιότητα διδακτικών μέσων σεις και δεξιότητες που ακολουθούν και υλικών [3] την επικαιρότητα και τις εξελίξεις στην επιστήμη [2] 273 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ VI. Αξιολόγηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης Είδη αξιολόγησης Τεχνικές αξιολόγησης Εσωτερική αξιολόγηση (συνεχής- δυναμική) Ερωτηματολόγια αξιολόγησης των επιμέρους διαστάσεων [10] της επιμορφωτικής δραστηριότητας (οργάνωση, περιεχόμενο, Εξωτερική αξιολόγηση (από ανεξάρτητο εκπαιδευτές, εκπαιδευτικό υλικό και μέσα, κ.λπ.) [8] αξιολογητή) [4] Εκθέσεις αυτο-αξιολόγησης [3] Από τις καταγραφές των θεματικών αναφορών και του πλήθους τους στα κείμενα των συνεντεύξεων, όπως παρουσιάστηκαν στον παραπάνω πίνακα, εξάγονται τα επόμενα συμπεράσματα: • Αναφορικά με τις «δυνάμεις» που δημιουργούν νέες ανάγκες για την επιμόρφωση των στελεχών, σύμφωνα με τις απαντήσεις των ειδικών, δημιουργήθηκαν δύο ευρείες κατηγορίες παραγόντων. Η πρώτη αφο­ ρά μακρο-περιβαλλοντικούς παράγοντες που προέρχονται από αλλα­ γές που συμβαίνουν στο διεθνές περιβάλλον. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά παράγοντες σχετικούς με το τοπικό περιβάλλον εργασίας και δραστηριοποίησης των στελεχών. • Οι νέες ανάγκες για επιμόρφωση των στελεχών, σύμφωνα με τις από­ ψεις των ειδικών, μπορούν να διαχωριστούν σε δύο ομάδες ικανοτή­ των (οριζόντιες και στρατηγικές). Η πρώτη ομάδα αφορά ικανότητες οι οποίες απορρέουν από αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον και η ανά­ πτυξή τους είναι σημαντική για όλα τα στελέχη ανεξάρτητα από το αντικείμενο της εργασίας τους και την οργανωτική μονάδα στην οποία ανήκουν. Η δεύτερη ομάδα ικανοτήτων που οι ειδικοί συμφωνούν ότι θα πρέπει να αναπτύξουν τα σύγχρονα στελέχη, αποτελεί «απάντηση» στις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα τοπικά και αφορούν στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων των οργανισμών αλλά και των στελεχών τους. • Αναφορικά με τα κίνητρα για την επένδυση στην εκπαίδευση του αν­ θρώπινου δυναμικού, οι ειδικοί καταγράφουν μία σειρά από σημαντι­ κά κίνητρα για τους οργανισμούς όπως η βελτίωση της επίδοσης, η ενδυνάμωση της οργανωσιακής κουλτούρας και η βελτίωση του κλί­ ματος συνεργασίας για την επίτευξη κοινών στόχων, η βελτίωση της δημόσιας εικόνας και η εταιρική κοινωνική ευθύνη. • Αναφορικά με τα κίνητρα επιμόρφωσης, οι ειδικοί που συμμετείχαν στην έρευνα ξεχωρίζουν δύο ευρείες κατηγορίες κινήτρων. Η πρώτη αφορά τα άτομα και τον κοινωνικό τους ρόλο (προσωπική ολοκλήρω­ ση, αίσθημα ικανοποίησης και χαράς, κοινωνική καταξίωση και καλ­ λιέργεια ανθρωπίνων σχέσεων), ενώ η δεύτερη αφορά την επαγγελ­ ματική τους εξέλιξη (καριέρα, ανάπτυξη και πιστοποίηση προσόντων, 274 Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ, ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ “ΔΕΛΦΩΝ” μεγαλύτερες οικονομικές απολαβές, επέκταση δικτύου επαφών). • Τα χαρακτηριστικά ενός «ποιοτικού» προγράμματος εκπαίδευσης ενη­ λίκων, σύμφωνα με τους ειδικούς, αφορούν τρεις επιμέρους διαστά­ σεις των προγραμμάτων επιμόρφωσης. Για την πρώτη διάσταση, την εκπαιδευτική προσέγγιση, οι ειδικοί εντοπίζουν τρεις σημαντικούς πα­ ράγοντες (την υιοθέτηση της μαθητοκεντρικής προσέγγισης, την κα­ τάλληλη επιλογή των εκπαιδευτικών μεθόδων και τεχνικών και, τέλος, την εφαρμογή των αρχών εκπαίδευσης ενηλίκων). Η δεύτερη διάσταση συνδέεται με τη σχεδίαση του περιεχομένου και περιλαμβάνει παράγο­ ντες σχετικούς με τη διερεύνηση των αναγκών των εκπαιδευομένων, την κατάλληλη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών στόχων, τη σύνδεση των περιεχομένων με τους επιδιωκόμενους στόχους του οργανισμού και την επιλογή και πληρότητα των περιεχομένων. Τέλος, η τρίτη διά­ σταση αναφέρεται στην οργάνωση της υλοποίησης, με προεξέχοντες παράγοντες την αρτιότητα σχεδιασμού και οργάνωσης, την κατάλλη­ λη επιλογή και προετοιμασία των εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων, την ποιότητα των διδακτικών μέσων και υλικών και, ακόμη, την κατάλ­ ληλη διαδικασία αξιολόγησης και ανατροφοδότησης. • Τέλος, σύμφωνα με τις απόψεις των ειδικών, η αξιολόγηση των προ­ γραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων μπορεί να γίνει με εσωτερική ή/και εξωτερική αξιολόγηση, ενώ ως ιδιαίτερα κατάλληλες τεχνικές αξιολό­ γησης αναφέρονται τα ερωτηματολόγια και οι εκθέσεις αυτοαξιολό­ γησης των εκπαιδευομένων. Ανάλυση των απαντήσεων του 2ου σταδίου: Το αποτέλεσμα της ανάλυσης των συνεντεύξεων της πρώτης συνεδρίας μάς έδωσε πληροφορίες για το εύρος των σημαντικών παραγόντων και τη σχε­ τική σημασία τους, όπως προέκυψε από το πλήθος των αναφορών. Τα στοι­ χεία αυτά όμως δεν ήταν επαρκή για μία ιεράρχηση της σημασίας τού κάθε παράγοντα και των παραγόντων μεταξύ τους. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο της δεύτερης συνεδρίας, αποφασίστηκε το ερωτηματολόγιο που θα χρησι­ μοποιηθεί να περιέχει μόνο ερωτήσεις «κλειστού» τύπου. Από τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων και την στατιστική επεξεργα­ σία των απαντήσεων (Πίνακας 2) διαπιστώθηκε ότι υπάρχει, σε μεγάλο βαθ­ μό, ομοφωνία μεταξύ των ειδικών στις εκτιμήσεις τους για τη σημασία μίας σειράς παραγόντων που αφορούν τον αποτελεσματικό σχεδιασμό, την υλο­ ποίηση και την αξιολόγηση προγραμμάτων επιμόρφωσης του δημόσιου το­ μέα. Οι τυπικές αποκλίσεις είχαν επίσης μικρή τιμή στην πλειονότητα των πε­ ριπτώσεων, δείχνοντας σύγκλιση γύρω από τη μέση τιμή. 275 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ανάλυση των απαντήσεων του τελικού σταδίου της έρευνας Στην τρίτη συνεδρία οι ειδικοί συμπλήρωσαν το ίδιο ερωτηματολόγιο, μόνο που αυτή τη φορά τους γνωστοποιήθηκε ο μέσος όρος των απαντήσεων που δόθηκαν στην προηγούμενη συνεδρία, όπως και στην έρευνα των Urioste- Stone et al. 2006. Με τον τρόπο αυτό οι ειδικοί έλαβαν υπόψη τους τη συνο­ λική εκτίμηση της ομάδας που συμμετείχε στην έρευνα. Προκειμένου να επιβεβαιωθεί η σύγκλιση στις απαντήσεις των ειδικών κατά τη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης συνεδρίας αναφορικά με τους κρίσιμους παράγοντες, ανελήφθησαν μία σειρά από στατιστικές αναλύσεις οι τιμές των οποίων παρουσιάζονται στον Πίνακα 2 και ερμηνεύονται στη συνέχεια. Πίνακας 2. Κρίσιμοι παράγοντες που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της 2ης και 3ης συνεδρίας (5: πολύ σημαντικός, 1:ελάχιστα σημαντικός) 2η συνεδρία 3η συνεδρία Test Wilcoxon μέσος μέσος τυπική Περιγραφή παράγοντα τυπική (παρατηρούμενο επίπεδο όρος/ όρος/ απόκλι- απόκλιση σημαντικότητας) σειρά σειρά ση Αντικείμενα για εκπαίδευση-επιμόρφωση Προσωπική ανάπτυξη και δια- 4,30 /5 0,483 4,30 /2 0,483 1,000 χείριση καριέρας Νέες τεχνολογίες πληροφορι- κής και επικοινωνίας (ψηφια- 4,80 /1 0,422 4,80 /1 0,422 1,000 κός γραμματισμός) Επικαιροποίηση γνώσεων και 4,70 /2 0,483 4,80 /1 0,422 0,317 δεξιοτήτων Επικοινωνία σε διεθνή περι- βάλλοντα και ξένες γλώσσες 4,30 /5 0,483 4,30 /2 0,483 1,000 – Διαχείριση πολυπολιτισμι- κότητας Νέες μέθοδοι και τεχνικές δι- 4,30 /5 0,823 4,20 /3 0,632 0,564 οίκησης οργανισμών Ορθολογική διαχείριση φυσι- κών πόρων, προστασία του 4,60 /3 0,516 4,30 /2 0,483 0,083 περιβάλλοντος και «πράσινη» παραγωγή και κατανάλωση Δημιουργικότητα και ανάπτυ- 3,80 /6 0,422 3,80 /4 0,422 1,000 ξη καινοτομιών Διαχείριση της καθημερινό- 4,40 /4 0,516 4,20 /3 0,422 0,157 τητας Κίνητρα για την πραγματοποίηση «επενδύσεων» στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού 276 Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ, ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ “ΔΕΛΦΩΝ” 2η συνεδρία 3η συνεδρία Test Wilcoxon μέσος μέσος τυπική Περιγραφή παράγοντα τυπική (παρατηρούμενο επίπεδο όρος/ όρος/ απόκλι- απόκλιση σημαντικότητας) σειρά σειρά ση Βελτίωση της επίδοσης και της ανταγωνιστικότητας του οργα- 5,0 /1 0,0 5,0 /1 0,0 1,000 νισμού Ενδυνάμωση της οργανωσια- κής κουλτούρας, βελτίωση των 4,70 /2 0,483 4,80 /2 0,422 0,317 εργασιακών σχέσεων Βελτίωση της δημόσιας εικό- νας του οργανισμού και ανα- 4,30 /3 0,483 4,20 /3 0,422 0,317 γνώριση κοινωνικής υπευθυ- νότητας Κίνητρα για την πραγματοποίηση «επενδύσεων» στην εκπαίδευση από τους εργαζομένους Προσωπική ολοκλήρωση και 5,0 /1 0,0 5,0 /1 0,0 1,000 αυτοπραγμάτωση Επαγγελματική ανέλιξη και κα- 5,0 /1 0,0 5,0 /1 0,0 1,000 ριέρα Ικανοποίηση από την εργασία 4,6 /3 0,516 4,7 /2 0,483 0,564 Διατήρηση ανταγωνιστικότη- τας, απασχολησιμότητας και 4,9 /2 0,316 5,0 /1 0,0 0,317 πιστοποίηση προσόντων Κοινωνική καταξίωση 4,2 /5 0,422 4,10 /3 0,316 0,564 Οικονομική ενίσχυση. 2,7 /6 0,483 2,60 /4 0,516 0,564 Ανάπτυξη ανθρωπίνων σχέ- 4,3 /4 0,483 4,10 /3 0,316 0,157 σεων Σημαντικές αρχές για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και υλοποίηση προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων Εκτίμηση αναγκών επιμόρφω- 4,90 /1 0,316 5,0 /1 0,0 0,317 σης Αρτιότητα σχεδιασμού, οργά- 4,30 νωσης και υλοποίησης της επι- 4,30 /4 0,483 0,483 1,000 /5 μόρφωσης Προσδιορισμός των εκπαιδευ- 4,90 4,80 /2 0,422 0,316 0,317 τικών στόχων /2 Επιλογή εκπαιδευτικών μεθό- 4,70 4,60 /3 0,516 0,483 0,564 δων και τεχνικών /4 Επιλογή και προετοιμασία εκ- 4,90 παιδευτών και εκπαιδευομέ- 4,90 /1 0,316 0,316 1,000 /2 νων Σχεδιασμός και υλοποίηση της 4,80 διαδικασίας της αξιολόγησης 4,80 /2 0,422 0,422 1,000 /3 και επαναπληροφόρηση 277 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 2η συνεδρία 3η συνεδρία Test Wilcoxon μέσος μέσος τυπική Περιγραφή παράγοντα τυπική (παρατηρούμενο επίπεδο όρος/ όρος/ απόκλι- απόκλιση σημαντικότητας) σειρά σειρά ση Υιοθέτηση μαθητοκεντρικής 4,80 4,80 /2 0,422 0,422 1,000 προσέγγισης /3 Εφαρμογή αρχών εκπαίδευσης 4,80 4,80 /2 0,422 0,422 1,000 ενηλίκων /3 Ποιότητα διδακτικών μέσων 4,10 4,30 /4 0,483 0,316 0,157 και υλικών /6 Καταλληλότητα τεχνικών αξιολόγησης προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων Ερωτηματολόγια αξιολόγησης των επιμέρους διαστάσεων της 4.80 /1 0,422 4,90/1 0,316 0,317 εκπαίδευσης 2,70 Τεστ με «χαρτί και μολύβι» 2,70 /4 0,483 0,483 1,000 /4 Ομαδικές ή ατομικές εργασί- 4,60 4,30 /2 0,483 0,516 0,083 ες (projects) /2 3,50 Τεστ αυτο-αξιολόγησης 3,60 /3 0,516 0,527 0,564 /3 Από τα στατιστικά του παραπάνω πίνακα διαπιστώνεται ότι ο υψηλός βαθ­ μός ομοφωνίας που υπήρξε στη δεύτερη συνεδρία, διατηρείται και στην τρί­ τη και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις έχουμε ακόμη μεγαλύτερη σύγκλιση, καθώς σχεδόν στο σύνολο των παραγόντων που εξετάζονται παρατηρείται μείωση της τυπικής απόκλισης. Εκτός από την ιεράρχηση των παραγόντων κατά σειρά σημαντικότητας, πραγματοποιήθηκε ακόμη ένας μη παραμετρικός έλεγχος με το τεστ Wilcoxon, για τη διαπίστωση της διατήρησης της ομοφωνίας στην ομάδα των ειδικών από τη δεύτερη, στη τρίτη συνεδρία και η οποία επιβεβαιώθηκε για το θεω­ ρητικό επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ίσο με 5%. Κωδικοποίηση και συζήτηση των ευρημάτων Από την συνολική ανάλυση των ευρημάτων της έρευνας διακρίνονται 4 κατηγο­ ρίες παραγόντων οι οποίοι φαίνεται να επηρεάζουν την ποιότητα και την απο­ τελεσματικότητα σχεδιασμού και υλοποίησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Από τα ευρήματα της 1ης συνεδρίας προκύπτουν δύο παράγοντες: 278 Χρήστος Μπιμπίτσος, Δημήτριος Τσελεμπής ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ, ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ “ΔΕΛΦΩΝ” • Κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες οι οποίοι αφορούν αλλαγές στο ευ­ ρύτερο περιβάλλον των οργανισμών και δημιουργούν νέες ανάγκες για επιμόρφωση των στελεχών τους. • Ενδοεπιχειρησιακοί παράγοντες, οι οποίοι αφορούν την ανάπτυξη ικα­ νοτήτων των δημόσιων οργανισμών και στελεχών για την επίτευξη των ειδικότερων στρατηγικών τους στόχων, συμπεριλαμβανομένης και της αυξημένης κοινωνικής ευθύνης. Από τα ευρήματα της 2ης και 3ης συνεδρίας οι παράγοντες που προκύ­ πτουν είναι: • Εκπαιδευτικοί, οι οποίοι αφορούν την υιοθέτηση και ένταξη των αρ­ χών και θεωριών της εκπαίδευσης ενηλίκων στο σχεδιασμό και υλο­ ποίηση της επιμόρφωσης. Και • Τεχνικοί, οι οποίοι αφορούν την τεχνική αρτιότητα του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της αξιολόγησης της επιμόρφωσης. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τον αποτε­ λεσματικό σχεδιασμό, υλοποίηση και αξιολόγηση ποιοτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης, ενώ ένα κατάλληλο πλαίσιο για την κεφαλαιοποίηση, διάχυση και ανάπτυξη του γνωστικού κεφαλαίου των στελεχών είναι αυτό του οργανι­ σμού μάθησης (P. Senge, 1990). Βιβλιογραφία Delbecq, Andre, Ven, Andrew Van de. and Gustafson, David (1975). Group Techniques for Program Planning: a guide to nominal group and Delphi processes. Glenview: Scott, Foresman and Company. Field, Andy (2005). Discovering Statistics Using SPSS (Second Edition). London: Sage publications. Listone, Harold and Turoff, Μurray (eds.) (1975). The Delphi Method: Techniques and Applications. Upper Saddle River: Addison-Wesley. Senge, Peter (1990). The Fifth Discipline: The Art and Practice of the Learning Organization. New York: Doubleday. Thangaratinam, S. and Redman, C. (2005). “The Delphi technique”, The Obstetrician & Gynaecologist, Vol. 7, pp. 120-125. Urioste-Stone, S. De, McLaughlin, W. J. and Sanyal, N. (2006). “Using the Delphi technique to identify topics for a protected area co-management capacity building programme”, International Journal of Rural Management, Vol. 2, No. 2, pp. 191-211. 279 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Summary The paper examines the critical factors that influence the effective planning, implementation and evaluation of adult educational programs. The critical factors identified through an empirical study based on Delphi Method. The findings could be used by organizations of public or private sector in the frame of their human resources education and development strategy. Δρ. Χρήστος Μπιμπίτσος Επιστημονικός συνεργάτης ΑΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας, Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας, Πατρ. Γρηγορίου Ε΄ 12, 58 200 Έδεσσα, τηλ.: 23813-51205, 6944-252208, fax: 23810-25 875,

[email protected]

Δημήτρης Τσελεμπής Υποψήφιος διδάκτορας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργαστηριακός συνεργάτης Αλεξάνδρειου ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης, Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης & Διοίκησης Αγροτικών Επιχειρήσεων, ΣΤΕΓ, Ν. Φωκά 19, 582 00 Έδεσσα, τηλ. 23810-28836, 66977-604759,

[email protected]

280 Κωνσταντίνα Καλογεράκου “Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ” ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ 4ο Συμπόσιο: «Παραδοσιακό» Μάθημα σε «Νέο» Σχολείο; Δεδομένα, προοπτικές, προσδοκίες για το μάθημα ΤΕΤΑΡΤΗ ΖΩΝΗ των αρχαίων ελληνικών στη Β/ βάθμια εκπαίδευση (Συμπόσιο αφιερωμένο στη θέση του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών στη Β/βάθμια εκπαίδευση) «Η χαμένη θεατρικότητα» της Ελένης του Ευριπίδη. Μία προσπάθεια ανάδειξης των θεατρικών στοιχείων του έργου στη σχολική τάξη. Πρόεδρος Συμποσίου Μαρία-Ζωή Φουντοπούλου Κωνσταντίνα Καλογεράκου Εισαγωγή Όπως δηλώνεται με σαφήνεια στη σκοποθεσία των Δ.Ε.Π.Π.Σ. και Α.Π.Σ με τη διδασκαλία της δραματικής ποίησης επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, «οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα μέσω μιας «θεατρικής ανάγνωσης» του κειμένου να κατανοήσουν τις διαφορές της δραματικής ποίησης από τα άλλα είδη του λό­ γου, τις ιδιαιτερότητες του θεατρικού έργου, καθώς και τις δυνατότητες δια­ φορετικών σκηνικών ερμηνειών και παραστάσεων του ίδιου έργου» (ΥΠ.Ε.Π.Θ, 2002). Το δράμα, ως ιδιαίτερο κειμενικό είδος, το οποίο συνδυάζει τις τέχνες του λόγου, της μουσικής, της όρχησης, της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας αποτελεί τμήμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά τα κείμενά του συ­ 281 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ντέθηκαν όχι για να απαγγελθούν, αλλά για να δραματοποιηθούν και το γεγο­ νός αυτό δε θα πρέπει να παραγνωρίζεται στην εκπαιδευτική πράξη. «Κατά συ­ νέπεια η ολοκλήρωση κι εκπλήρωση του ρόλου του αδυνατεί να νοηθεί έξω από τη θεατρική παράσταση η οποία το καταξιώνει» (Γραμματάς, 1990: 120-121). Στη σχολική πραγματικότητα ωστόσο, συχνά η διδακτική του δράματος αποσυνδέεται από τη διδακτική του θεάτρου ενώ «έχει για πολλά χρόνια αυ­ το-εγκλωβιστεί στην καταγραφή και μελέτη κυρίως των γραμματικών και συ­ ντακτικών φαινομένων της γλώσσας, εάν πρόκειται για τη διδασκαλία πρω­ τότυπης μορφής κειμένων, και στη σύγχυση με το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εάν πρόκειται για τη διδασκαλία της μεταφρασμένης μορφής των κειμένων» (Φουντοπούλου, 2006). Κι όμως, η «η τέχνη του θεάτρου δεν ολοκληρώνεται με τη συγγραφή ή έστω με την ανάγνωση ενός θεατρικού έρ­ γου, αλλά μόνο με την παράσταση – ακριβώς όπως και η μουσική τέχνη δεν απολήγει στην παρτιτούρα, αλλά στην εκτέλεση» (Κακριδής: 2000: 11). Ένα τέτοιου είδους κείμενο επομένως, δε μπορεί να διδαχθεί με τους συνήθεις όρους της φιλολογικής πρακτικής και απαιτεί μια διδακτική προσέγγιση που να δίνει έμφαση στη θεατρική διάστασή του. Προς την κατεύθυνση αυτή, μιας περισσότερο θεατρικής προσέγγισης του κειμένου, συνηγορούν και τα νέα σχολικά βιβλία για τη διδασκαλία της δραματικής ποίησης στην Γ΄ Γυμνασίου (Ελένη Ευριπίδη). Όσον αφορά το βιβλίο του μαθητή οι στίχοι κάθε διδακτικής ενότητας περιβάλλονται με εν­ δεικτικές κατευθύνσεις για την επεξεργασία τους οι οποίες περιλαμβάνουν θέματα εμβάθυνσης σχετικά με την ποιητική τεχνική, τη δραματουργική λει­ τουργία, την κριτική και συναισθηματική εμπλοκή του μαθητή αλλά και δια­ θεματικές εργασίες που αναδεικνύουν τη δραματικότητα του κειμένου. Στο τμήμα που επιγράφεται «Ας γίνουμε θεατές», και το οποίο αποτελεί σταθε­ ρό δομικό στοιχείο των διδακτικών ενοτήτων καταλαμβάνοντας κάθε φορά το ανώτερο τμήμα των δεξιών σελίδων, οι μαθητές παρακινούνται να αντιμε­ τωπίσουν το κείμενο και ως παράσταση, διερευνώντας τα στοιχεία που του προσδίδουν θεατρικότητα και επεξεργαζόμενοι με διάφορους τρόπους την ολοκλήρωσή του στη σκηνή. Εντοπισμός της αφετηρίας-προβληματικής κατάστασης Κατά τη διάρκεια της πρακτικής άσκησής μας στα πλαίσια μεταπτυχιακής εκπαίδευσης στο Λεόντειο Γυμνάσιο Πατησίων, που είχαμε την τιμή να μας φιλοξενήσει το σχολικό έτος 2010-2011, μας δόθηκε η δυνατότητα κριτικής παρατήρησης μιας σχολικής τάξης αλλά και η διεξαγωγή έρευνας-δράσης με διδακτικές παρεμβάσεις τόσο από την καθηγήτρια του τμήματος, όσο και 282 Κωνσταντίνα Καλογεράκου “Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ” ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ από την τριμελή ομάδα των μεταπτυχιακών φοιτητριών στην οποία συμμετεί­ χαμε. Διαπιστώσαμε έτσι, την ανάγκη πραγματοποίησης έρευνας-δράσης σε μια τάξη της Γ΄ Γυμνασίου, με σκοπό την ανάδειξη της χαμένης θεατρικότη­ τας των δραματικών κειμένων και τη σύνδεση της διδασκαλίας της «Ελένης» του Ευριπίδη με τη βιωματική μάθηση. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη θεω­ ρία των Πολλαπλών Τύπων Νοημοσύνης του Gardner, σύμφωνα με την οποία η κανονιστική λειτουργία του σχολείου που στόχευε στην ανάπτυξη της «μο­ νολιθικής» νοημοσύνης κρίνεται πλέον παρωχημένη (Gardner, 1993), θεωρή­ σαμε πως η δραματική τέχνη, με την ποικιλία των δραστηριοτήτων της και τη δυνατότητα «πολλαπλών αναπαραστάσεων» που παρέχει, ενδείκνυται για την καλλιέργεια των διαφορετικών Τύπων Νοημοσύνης των μαθητών που στην εκ­ παιδευτική πρακτική συνήθως τίθενται στο περιθώριο. Επιλογή ερευνητικής μεθόδου Η μεθοδολογία της έρευνας-δράσης επιλέχθηκε με το σκεπτικό ότι αποτε­ λεί μια εναλλακτική ερευνητική μέθοδο με συμμετοχικό-συνεργατικό χαρα­ κτήρα, η οποία διενεργείται από ανθρώπους που δραστηριοποιούνται σε ένα χώρο και στοχεύει στην εξεύρεση λύσεων σε πραγματικά προβλήματα του χώρου τους (McNiff, 1998). Η συμμετοχή σε μια έρευνα δράσης παρέχει στον εκπαιδευτικό τις ευκαιρίες να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες σε σύγχρο­ νες ερευνητικές μεθόδους, να κατανοήσει βαθύτερα τις κοινωνικές και εκπαι­ δευτικές πρακτικές και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές πραγματοποιούνται (Oja & Pine, 1989: 96-115), αλλά και να συνειδητοποιήσει τη δυνατότητα που έχει να προκαλέσει μικρές ή μεγάλες μεταβολές σε αυτό. Σχεδιασμός της έρευνας δράσης Μετά τη διατύπωση του αρχικού σκοπού επιχειρήθηκε ο σχεδιασμός της έρευ­ νας δράσης με βάση το θεωρητικό σχήμα της σπειροειδούς δομής που περι­ λαμβάνει έναν έλικα από κύκλους σχεδιασμού, δράσης, παρατήρησης, στο­ χασμού και στη συνέχεια -αφού κατά κανόνα οι νέες στρατηγικές δράσεις δεν επιλύουν αμέσως το πρόβλημα-, επανασχεδιασμού των στρατηγικών πα­ ρεμβάσεων του εκπαιδευτικού-ερευνητή (Kemmis & McTaggart, 1983: 21-28). Στην έρευνα αυτή το ρόλο του εκπαιδευτικού-ερευνητή ανέλαβαν τρεις μετα­ πτυχιακές φοιτήτριες, μεταξύ των οποίων και η γράφουσα, που, με τη συνερ­ γασία της εκπαιδευτικού του τμήματος, σχεδίασαν και υλοποίησαν διαδοχικά τρεις διδασκαλίες-στρατηγικές παρεμβάσεις. Την απαραίτητη υποστήριξη που 283 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ συνηθίζει να προσφέρει στην έρευνα-δράση ο εξωτερικός σύμβουλος-κριτι­ κός φίλος παρείχε στην περίπτωσή μας η επικεφαλής Καθηγήτρια-Επόπτρια της ομάδας μας. Έτσι, χρησιμοποιήσαμε την «τριγωνοποίηση» των μεθόδων συλλογής δεδομένων (Altrichter & Posch &Somekh, 2001: 173-5), αφού στην έρευνα συγκεντρώθηκαν δεδομένα από τρεις οπτικές γωνίες: αυτή των εκ­ παιδευτικών-ερευνητών (παρατήρηση), αυτή της Επόπτριας-κριτικού φίλου (παρατήρηση) και αυτή των μαθητών (ερωτηματολόγια). Υλοποίηση της διδακτικής παρέμβασης Έχοντας λοιπόν ως στόχο την υλοποίηση μιας διδακτικής παρέμβασης που θα έδινε έμφαση στη θεατρική αγωγή των μαθητών και στην προσωπική και συναισθηματική συμμετοχή τους μέσω πολλαπλών αναπαραστάσεων οργα­ νώσαμε την πρώτη φάση της έρευνας δράσης με ένα σχέδιο μαθήματος που υλοποιήθηκε ως εξής: Το κείμενο που μελετήθηκε κάλυπτε τους στίχους της επιπαρόδου και της 1ης σκηνής του Β΄ επεισοδίου (στ.575-658). Στη διάθεσή μας είχαμε το χρόνο ενός διδακτικού δίωρου, ενώ για τη διδασκαλία μας χρησιμοποιήσαμε τα υλι­ κά-μέσα: σχολικό εγχειρίδιο, διαδραστικό πίνακα, παρουσίαση power point, φύλλα εργασίας, και φύλλα αξιολόγησης του μαθήματος-ερωτηματολόγια. Ως σκοπούς και στόχους της διδασκαλίας θέσαμε τους εξής: ΣΚΟΠΟΙ: Οι μαθητές: • να βιώσουν τη σκηνή της μερικής αναγνώρισης • να ασκηθούν σε θέματα και τεχνικές της δραματικής ποίησης του Ευ­ ριπίδη (επιπάροδος, επιβράδυνση, μερική αναγνώριση, τραγική ειρω­ νία, αντίθεση είναι-φαίνεσθαι, αντιπολεμικό μήνυμα) • να ασκηθούν στη δραματική και σκηνοθετική αναπαράσταση του κει­ μένου ΣΤΟΧΟΙ: Οι μαθητές: • να αναγνωρίζουν τη «μερική αναγνώριση» ως στοιχείο τεχνικής που εντάσσεται στον παραδοσιακό αφηγηματικό τύπο της αναγνώρισης και εξυπηρετεί τη δραματική οικονομία • να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία εκείνα που βοηθούν ή εμποδίζουν την αναγνώριση των δύο συζύγων • να επιχειρηματολογούν για την επιλογή του Ευριπίδη να χρησιμοποι­ ήσει την τεχνική της επιβράδυνσης • να εντοπίζουν τα σημεία εκείνα του κειμένου που δηλώνουν την αντί­ θεση του πραγματικού και του φαινομενικού συσχετίζοντάς τη με στοι­ χεία τραγικής ειρωνείας και να αναφέρουν τομείς της σύγχρονης ζωής 284 Κωνσταντίνα Καλογεράκου “Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ” ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ στους οποίους έχουν παρατηρήσει την αντίθεση αυτή • να εντοπίζουν τις νύξεις του Ευριπίδη για τη ματαιότητα του πολέ­ μου και να επιχειρηματολογούν για τη διαχρονικότητα του αντιπολε­ μικού του μηνύματος. • να καταγράψουν τις σκηνοθετικές οδηγίες που απαιτούνται για την δραματοποίηση της σκηνής (σκίτσο ή λόγος). • να καταγράψουν τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της Ελένης • να δραματοποιήσουν τη σκηνή αξιοποιώντας τις σκηνοθετικές οδηγί­ ες που κατέγραψαν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διδασκαλίας φροντίσαμε οι μαθητές να μπορούν να σημειώνουν τα κυριότερα σημεία και να πραγματοποιούν δραστηριότητες σε φύλλα εργασίας που τους δια­νεμήθηκαν. Παράλληλα, τη δομή των φύλ­ λων εργασίας ακολουθούσε η προβολή power- point που χρησιμοποιήσαμε ως βάση στο διαδραστικό πίνακα, ώστε να αποτυπώνουμε σε αυτόν ενδει­ κτικές απαντήσεις των μαθητών ή να υλοποιούνται σε αυτόν συγκεκριμένες δραστηριότητες με τρόπο ορατό από το σύνολο της τάξης. Τέλος, επιλέξα­ με την τμηματική ανάγνωση και επεξεργασία των στίχων σε πρώτο στάδιο και την επαναφορά στο «όλο» με τις τελευταίες δραστηριότητες του σχεδίου. Στο στάδιο της αφόρμησης, χρησιμοποιήσαμε την τεχνική της σύνδεσης με τα προηγούμενη γνώση, ενώ προκειμένου να διερευνήσουμε τον ορίζο­ ντα προσδοκιών των μαθητών τους θέσαμε την ερώτηση «Τι περιμένετε να ακολουθήσει στο β΄ επεισόδιο;» από την οποία λάβαμε μια ποικιλία απαντή­ σεων και προσδοκιών. Προχωρήσαμε στην ανάγνωση του πρώτου τμήματος στίχων (576-601), αφού πρώτα δώσαμε στους μαθητές την αναγνωστική οδηγία να βρουν ποιοι εισέρχονται στη σκηνή και ποια νέα μας φέρνει ο καθένας. Οι μαθητές, μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, επισήμαναν την είσοδο του Χορού και στη συνέχεια της Ελένης στη σκηνή, ενώ με κατευθυντήριες ερωτήσεις απέδωσαν με επιτυχία τη σημασία των όρων «πάροδος» και «επιπάροδος». Ζητώντας από τους μαθητές να συνδέσουν την περιγραφή του χορού για το Μενέλαο με ένα άλλο επικό πρόσωπο λάβαμε την αναμενόμενη ανταπόκριση. Οι μαθητές εύ­ κολα παραλλήλισαν την περιγραφή του κειμένου (παραδέρνει στο πέλαγος- δεν έφτασε ποτέ στην πατρίδα) με το νόστο του Οδυσσέα, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ρωτήσουμε ποια σκηνή ακολουθούσε στην Οδύσσεια τις συναντή- σεις του Οδυσσέα με τους δικούς του ανθρώπους. Οι μαθητές έδωσαν τεκμη­ ριωμένες απαντήσεις για τη σκηνή του αναγνωρισμού, ως παραδοσιακό αφη­ γηματικό τύπο και ανακάλεσαν στη μνήμη τους πληροφορίες σχετικά με τα στάδια του αναγνωρισμού, τα είδη (ολική-μερική) και τα απαραίτητα για την επίτευξή του σημάδια, με αναφορές σε ομηρικά παραδείγματα. Στο σημείο αυτό ακολούθησε η ανάγνωση των στίχων 602—620. Αφού οι 285 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μαθητές επεσήμαναν πως στην περίπτωσή μας η αναγνώριση δεν επιτυγχά­ νεται, συμπλήρωσαν στα φύλλα εργασίας τους τα στοιχεία εκείνα που απο­ τελούν τραγική ειρωνεία. Μέσα από διάλογο, αναδείχθηκαν και καταγράφη­ καν τα εξής στοιχεία: Τραγική ειρωνεία Στ.600-1: Η Ελένη αναρωτιέται πότε θα δει το Μενέλαο που είναι παρών -Είναι παρών αλλά δε φαίνεται 605-606,616:Δεν τον αναγνωρίζει -Η όψη του μοιάζει με ζητιάνου ενώ είναι βασιλιάς 611-4:Η Ελένη πιστεύει ότι ο Μενέλαος θα την παραδώσει στο Θεοκλύμενο για γάμο, ενώ είναι ο τελευταί- ος που το επιθυμεί -Βλέπει τον υπερασπιστή της ως εχθρό Μετά από ανάγνωση και του τρίτου τμήματος στίχων (621-658) καλέσα­ με τους μαθητές να αντιπαραβάλουν τα στοιχεία που διευκολύνουν την ανα- γνώριση των δύο συζύγων και τα καταγράψαμε στον πίνακα, ενώ παράλλη­ λα οι μαθητές τα συμπλήρωναν στο αντίστοιχο πεδίο του φύλλου εργασίας τους. Όταν ο πίνακας πήρε την παρακάτω μορφή καλέσαμε τους μαθητές να τον παρατηρήσουν: Ελένη Μενέλαος + - + - Λόγια Θεονόης Λόγια Γερόντισσας Βλέπει Μενέλαο Βλέπει Ελένη Ο Μενέλαος αποκαλύπτει την ταυτότητά του Η Ελένη αποκαλύπτει την ταυτότητά της Με έκπληξη, και κάποιοι μαθητές με ενθουσιασμό, παρατήρησαν πως τα στοιχεία που διευκολύνουν τους δύο ήρωες να αναγνωρίσουν το/τη σύζυγό τους είναι πανομοιότυπα. Στο σημείο αυτό και με δεδομένο ότι η αναγνώριση έγινε μόνο από την Ελένη, καλέσαμε τους μαθητές να σκεφτούν και να κατα- γράψουν τα στοιχεία εκείνα που στην πραγματικότητα εμπόδιζαν την αναγνώ- ριση, τα οποία στην περίπτωση του Μενελάου φαίνεται πως έδρασαν κατα­ λυτικά. Έτσι, με κατευθυνόμενο διάλογο καταφέραμε να εκμαιεύσουμε τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να συμπληρωθεί και ο υπόλοιπος πίνακας: Ελένη Μενέλαος + - + - Ενδυμασία/εμφάνιση Λόγια Θεονόης Λόγια Γερόντισσας Είδωλο Ελένης Μενέλαου Βλέπει Μενέλαο Φόβος για Θεοκλύμενο Βλέπει Ελένη Μόχθοι της Τροίας 286 Κωνσταντίνα Καλογεράκου “Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ” ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ Ελένη Μενέλαος + - + - Ο Μενέλαος αποκαλύπτει Η Ελένη αποκαλύπτει την ταυτότητά του την ταυτότητά της Τα σημεία στα οποία δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν τα δύο στοιχεία που εμποδίζουν το Μενέλαο να αναγνωρίσει την Ελένη. Τι είναι λοιπόν πραγματικά αυτό που εμποδίζει το Μενέλαο να αναγνωρί- σει την Ελένη; Α) Το είδωλο Οι μαθητές επεσήμαναν πως η αναγνώριση δεν επιτυγχάνεται από το Με­ νέλαο γιατί στο μυαλό του το είναι και το φαίνεσθαι δεν ταυτίζονται. Προε­ κτείναμε την έννοια του «ειδώλου» θέτοντας ερωτήματα που απαιτούσαν δι­ ερευνητική και κριτική σκέψη από τους μαθητές: 1) Με πόσες άλλες λέξεις αποδίδεται η έννοια του ειδώλου, του φαινομενι- κού στο κείμενο; Ενδεικτικές απαντήσεις: φαντάσματα, Εκάτη, θωριά, είδω­ λο, ίσκιος, αιθέρας, όνομα-σώμα 2) Το παιχνίδι του είναι και του φαίνεσθαι παίζεται μέχρι και σήμερα. Μπο- ρείτε να σκεφτείτε περιπτώσεις της σύγχρονης ζωής στις οποίες το φαινομε- νικό επισκιάζει το πραγματικό και οι άνθρωποι μένουν προσκολλημένοι στο φαινομενικό; Οι απαντήσεις των μαθητών προέταξαν τα εξής ζητήματα: τα καθημερινά ψέματα, τα ψέματα των δελτίων ειδήσεων, το ρατσισμό, και τις ψεύτικες υποσχέσεις των πολιτικών. Β) Οι μόχθοι της Τροίας (στ 655) Ποιος φόβος του Μενέλαου κρύβεται πίσω από τα λόγια αυτά; Οι μαθητές απάντησαν πως «ο βαθύτερος φόβος του Μενελάου, με βάση τα λόγια του αυτά, είναι πως ο πόλεμος της Τροίας ήταν μάταιος. Το γεγονός ότι όλη του η ζωή ήταν βασισμένη στον πόλεμο τον μετατρέπει σε φοβισμένο άνθρωπο, αφού καταρρίπτεται το ιδεολογικό οικοδόμημα στο οποίο είχε βασίσει την ύπαρξή του. Πρόκειται για την ευριπίδεια τεχνική της απομυθοποίησης των ηρώων και των καθιερωμένων αξιών. Έτσι, ο Μενέλαος προτιμά να αρνηθεί την πραγματικότητα και να παραμείνει στην πλάνη του» Επιδιώκοντας να στρέψουμε την προσοχή των μαθητών στις τεχνικές που επιλέγει ο ποιητής στην πλοκή του μύθου ρωτήσαμε τους μαθητές: Γιατί επιλέγει ο Ευριπίδης τη μερική αναγνώριση, τη διαφορετική μεθόδευ- ση των αντιδράσεων. Τι επιδιώκει να πετύχει; Οι μαθητές μίλησαν για τους πιθανούς λόγους που ο τραγικός ποιητής επιλέγει στο σημείο αυτό την τεχνική της επιβράδυνσης: • για να εντείνει συναισθήματα θεατών, τους δημιουργεί αγωνία. • γιατί απομυθοποιεί τους ήρωες, επηρεασμένος από τους σοφιστές. 287 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • για λόγους δραματικής οικονομίας, για την πλοκή, αφού έτσι εξυπη­ ρετείται η οικονομία του δράματος • του δίνεται η δυνατότητα να αναδείξει σημαντικά φιλοσοφικά θέμα­ τα (από σκηνής φιλόσοφος) όπως τη διαφορά είναι και φαίνεσθαι, τη ματαιότητα του πολέμου. Με αφορμή την τελευταία απάντηση των μαθητών τους θέσαμε το ανα­ γραφόμενο σε σχετική διαφάνεια ερώτημα: Αν λάβουμε υπόψη πως ο Ευριπίδης μιλά στο ακροατήριο του 412πΧ, που γνωρίζουμε ότι έχει υποστεί τη βαριά ήττα της σικελικής εκστρατείας και όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης «οὐδέν ὅ,τι οὐκ ἀπώλετο και όλίγοι ἀπό πολλῶν ἐπ΄οἴκου ἀπε- νόστησαν» (Θουκυδίδης VII 87) ποια σημασία αποκτά ο στίχος 655; Οι απαντήσεις των μαθητών επεσήμαναν πως ο στίχος χρησιμοποιώντας το παιχνίδι του είναι και του φαίνεσθαι δημιουργεί μια γενικότερη αβεβαιότη­ τα για το τι είναι φαινομενικό και τι πραγματικό σε έναν πόλεμο. Εάν η Ελένη είναι το κατασκεύασμα που φτιάχνουν οι άνθρωποι για να πυρπολήσουν κα­ νένας πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος. Έτσι, και η σικελική εκστρατεία ήταν μία αυταπάτη,αφού ο αθηναϊκός δήμος παρασυρμένος από τους δημαγωγούς πίστεψε σε «ένα πουκάμισο αδειανό» Ο στίχος έχει επομένως διαχρονική αξία, αφού εκφράζει τη ματαιότητα του πολέμου σε κάθε εποχή. Επιστρέφοντας στο σύνολο των στίχων, σε μια συνολική θεώρηση της 1ης σκηνής του 1ου επεισοδίου, ζητήσαμε από τους μαθητές να υλοποιήσουν την προγραμματισμένη από το σχεδιασμό μας δραστηριότητα τέλους, όπως αυτή αναπτύσσεται στο φύλλο εργασίας που τους δόθηκε και η οποία κορυφώνει τη στρατηγική παρέμβαση που σχεδιάσαμε για τους σκοπούς της έρευνας- δράσης, αφού εμπλέκει τους μαθητές σε ένα σύνολο δραστηριοτήτων που αξιοποιούν τη δυνατότητα «πολλαπλών αναπαραστάσεων» του δράματος: Σας αναθέτουν να παρουσιάσετε τη σκηνή αυτή στο θέατρο. Α) Ποιες σκηνοθετικές οδηγίες μπορείτε να αντλήσετε από το κείμε­ νο, με τις ­οποίες θα καθοδηγούσατε τους ηθοποιούς σας να κινηθούν στη σκηνή; Β) Πώς θα αποτυπώνατε την ψυχολογική διακύμανση της Ελένης για να βοηθήσετε την ηθοποιό να αντιληφθεί τη συναισθηματική μεταβολή που θα πρέπει να αποδώσει (σχεδιάγραμμα). Τοποθετήστε τις κουκίδες στο κατάλληλο πεδίο και ενώστε τις. Γ) Πώς θα σχεδιάζατε στην αναπαράσταση του αρχαίου θεάτρου που σας δίνεται τη στάση ή την κίνηση των ηθοποιών και του χορού; Δ) Πώς θα δραματοποιούσατε, ως ηθοποιοί, τη σκηνή αυτή; (λαμβά­ νοντας υπόψη τις σκηνοθετικές οδηγίες των προηγούμενων δραστηριο­ τήτων) 288 Κωνσταντίνα Καλογεράκου “Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ” ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ Αφού δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος προετοιμασίας, με βάση τα στοιχεία Αφού οι που επισήμαναν δόθηκε ο απαραίτητος μαθητές καταγράψαμε χρόνος στονπροετοιµασίας, µε βάση τα πίνακα τις απαραίτητες σκηνο- στοιχεία που επισήµαναν οι µαθητές καταγράψαµε στον πίνακα τις θετικές οδηγίες για τη δραματοποίηση της σκηνής, οι οποίες σχετίζονταν απαραίτητες σκηνοθετικές οδηγίες για τη δραµατοποίηση της σκηνής, οι με κι­ νήσεις οποίες σχετίζονταν µε κινήσεις των ηθοποιών στη σκηνή και τις Α΄). των ηθοποιών στη σκηνή και τις απαραίτητες χειρονομίες (σκέλος Υλοποιώντας το Β΄ σκέλος απαραίτητες χειρονοµίες του φύλλου (σκέλος Α΄). εργασίας, μία μαθήτρια συμπλήρω­ σε τη σχετική διαφάνεια του διαδραστικού πίνακαεργασίας, Υλοποιώντας το Β΄ σκέλος του φύλλου µία µαθήτρια σχηματίζοντας τη γραφική συµπλήρωσε τη σχετική διαφάνεια του διαδραστικού πίνακα παράσταση που αποδίδει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της Ελένης: σχηµατίζοντας τη γραφική παράσταση που αποδίδει τις ψυχολογικές διακυµάνσεις της Ελένης: Συναισθήµατα Στ.601 Στ.602-616 Στ.617-628 Στ.629-653 Στ.656-8 Ελένης Ειδήσεις δεν Αναγνωρίζει Ο Μενέλαος Ο Θεονόης αναγνωρίζει το Μενέλαο δεν την Μενέλαος τον Μενέλαο αναγνωρίζει αποφασίζει να φύγει Χαρά Απογοήτευση Φόβος Απόγνωση Το Γ΄ σκέλος απαιτούσε την εικαστική απεικόνιση της σκηνής πάνω σε προβαλλόµενη στο διαδραστικό πίνακα αναπαράσταση του αρχαίου Το Γ΄ σκέλος απαιτούσε την εικαστική απεικόνιση της σκηνής πάνω σε προ- θεάτρου. Ο µαθητής που υλοποίησε τη δραστηριότητα δεν επιλέχθηκε βαλλόμενη τυχαία. Ηστο διαδραστικό καθηγήτρια του πίνακα τµήµατος αναπαράσταση του αρχαίου µας είχε ενηµερώσει σχετικά θεάτρου. µε την Ο μαθητής που υλοποίησε τη δραστηριότητα δεν επιλέχθηκε καλλιτεχνική φύση του συγκεκριµένου µαθητή, αλλά και τη σχετική τυχαία. Η καθηγή­ τριααδιαφορία του τμήματος του μας είχεφιλολογικά για τα ενημερώσει σχετικά με µαθήµατα. την καλλιτεχνική Έτσι, προσπαθήσαµεφύσηνα του συνδυάσουµεμαθητή, συγκεκριμένου το ευχάριστο αλλά συναίσθηµα και τη σχετική τουαδιαφορία µαθητή γιατουτη για ζωγραφική µε τα φιλολογικά ένα ερέθισµα που σχετίζεται µε τα αρχαία ελληνικά (νόµος μαθήματα. Έτσι, προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε το ευχάριστο συναίσθημα συνάφειας, κλασική µάθηση µε υποκατάσταση), ενισχύοντας έτσι την ενασχόλησή του του μαθητή για τη ζωγραφική με ένα ερέθισμα που σχετίζεται με τα αρχαία µε το συγκεκριµένο, αδιάφορο ως τότε, µάθηµα. ελληνικά (νόμος Σύµφωνασυνάφειας, κλασική µε το Δ΄ σκέλος τηςμάθηση με υποκατάσταση), δραστηριότητας ενισχύοντας τέλους ζητήσαµε από έτσιτους την µαθητές ενασχόλησή του με το συγκεκριμένο, να δραµατοποιήσουν αδιάφοροστις τη σκηνή, βασιζόµενοι ωςσκηνοθετικές τότε, μάθημα. οδηγίες, το με Σύμφωνα ψυχογραφικό το Δ΄ σκέλοςσχεδιάγραµµα της Ελένης και τέλους της δραστηριότητας την απεικόνιση του από ζητήσαμε τουςσκηνικού μαθητές απόνατοδραματοποιήσουν συµµαθητή τους στην προβολήβασιζόμενοι τη σκηνή, του αρχαίου στις θεάτρου. Οι σκηνοθετι­ µαθητές δραµατοποίησαν τη σκηνή, εντάσσοντας πολλά κές οδηγίες, το ψυχογραφικό σχεδιάγραμμα της Ελένης και την απεικόνιση από τα του σκηνικού από το συμμαθητή τους στην προβολή του αρχαίου θεάτρου. Οι μαθητές δραματοποίησαν τη σκηνή, εντάσσοντας πολλά από τα κινησιο­ λογικά στοιχεία που είχαν επισημανθεί στην τάξη και λαμβάνοντας δημιουρ­ γικές πρωτοβουλίες. 289 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Αξιολόγηση της διδακτικής παρέμβασης και αναστοχασμός Για την αξιολόγηση της διδακτικής αυτής παρέμβασης, η οποία αποτέλεσε και το πρώτο τμήμα της έρευνας-δράσης που υλοποίησε η ομάδα μας, χρησιμοποι­ ήθηκαν τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν τόσο από την παρατήρηση των εκ­ παιδευτικών-ερευνητών και της Επόπτριας Καθηγήτριας, όσο από τα ερωτημα­ τολόγια που συμπλήρωσαν οι μαθητές μετά την ολοκλήρωση της διδασκαλίας. Η στατιστική ανάλυση (SPSS) των απαντήσεων των μαθητών παρουσιάζει τη θετική ανταπόκρισή τους στη διδακτική παρέμβαση που επιχειρήθηκε. Συ­ γκεκριμένα, ποσοστό 50% των μαθητών δήλωσαν πως οι δραστηριότητες δρα­ ματοποίησης τους άρεσαν «πάρα πολύ», ενώ ένα άλλο 30% απάντησε στην ίδια ερώτηση «πολύ» ή «αρκετά». Ως προς το βαθμό που το μάθημα κατάφε­ ρε να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητών λάβαμε μια θετική ανταπόκριση, αφού η πλειοψηφία τους το χαρακτήρισε πολύ (35%) ή πάρα πολύ (38%) εν­ διαφέρον και καθόλου (78 %) ή λίγο (18 %) βαρετό. Όσον αφορά το βαθμό πρωτοτυπίας, οι μαθητές φαίνεται να έχουν μια θετική εικόνα για το μάθημα, αφού το χαρακτήρισαν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους αρκετά (30%), πολύ (47%) ή πάρα πολύ (28%) πρωτότυπο. Παράλληλα, μέσα από εύστοχες, κριτικές παρατηρήσεις των εμπλεκόμενων στην έρευνα εκπαιδευτικών τέθηκαν νέα ερωτήματα που ανατροφοδότησαν το σχεδιασμό μας για τη δεύτερη φάση της έρευνας-δράσης, που υλοποιή­ θηκε με διδακτική παρέμβαση από ένα άλλο μέλος της ερευνητικής ομάδας. Χαρακτηριστικά, προέκυψαν προβληματισμοί γύρω από: • τις απαιτήσεις του μαθήματος ως προς την αισθητικό-καλλιτεχνικό κριτήριο • τις δυνατότητες συνεργασίας με εκπαιδευτικούς άλλων ειδικοτήτων (Μουσικής-Καλλιτεχνικών) ή ειδικών (θεατρολόγων) προκειμένου να καλυφθούν οι απαιτήσεις αυτές • πιθανούς τρόπους ένταξης πρωτότυπων και δημιουργικών καλλιτεχνι­ κών δραστηριοτήτων στη διδακτική πράξη • αλλά και την ανάγκη των μαθητών για ενεργό συμμετοχή σε μια βιωμα­ τικού τύπου διδασκαλία της δραματικής ποίησης, στην οποία θα έχουν τη δυνατότητα να αναδείξουν την ευαισθησία, τις δεξιότητες, τις καλ­ λιτεχνικές κλίσεις, το ομαδικό πνεύμα και τη δημιουργικότητά τους. Η ίδια η φύση του αρχαίου δράματος ως «μίμησις πράξεως» αλλά και η επισήμανση στον ορισμό του Αριστοτέλη «δρώντων και οὐ δι΄ ἀπαγγελλίας» καταδεικνύουν την ανάγκη για μια προσέγγιση των δραματικών κειμένων που θα δίνει έμφαση στο ίδιο το όραμα των ποιητών. Όπως αναφέρει ο Τάσος Λι­ γνάδης «ο ποιητής δε φτιάχνει μόνο κείμενο την ώρα που κατασκευάζει [...]. Το όραμά του είναι η παράσταση» (Λιγνάδης, 1988: 24-25). 290 Κωνσταντίνα Καλογεράκου “Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ” ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ Βιβλιογραφία Altrichter, Herbert & Posch, Peter & Somekh, Bridget (2001). Οι εκπαιδευτικοί ερευ- νούν το έργο τους. Μια εισαγωγή στις μεθόδους της έρευνας δράσης / μετ. Μ. Δεληγιάννη, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο. Gardner, Howard (1993). Multiple intelligences: the theory in practice, New York: Basic Books Γραμματάς, Θεόδωρος (1990). Δοκίμια θεατρολογίας, Αθήνα: εκδ. Επικαιρότητα Κακριδής, Φάνης, (2000). «Διδάσκοντας αρχαίο δράμα», στο «Η συνομιλία του νεοελληνικού πολιτισμού με το αρχαίο δράμα», Σεμινάριο, τ. 27, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο Kemmis, Stephen & McTaggart, Robin (1988). The Action Research Planner, Victoria: Deakin University Press, 21-28. Λιγνάδης, Τάσος (1988). Το ζώον και το τέρας. Αθήνα: εκδ. Ηρόδοτος Ματσαγγούρας, Ηλίας (2000). Θεωρία και Πράξη της διδασκαλίας, τ. Β΄, Στρατη- γικές διδασκαλίας. Η κριτική σκέψη στη διδακτική πράξη. Αθήνα: Gutenberg. McNiff, Jean (1988). Action Research: Principles and Practice. London: McMillan. Oja, Sharon Nodie, & Pine, Gerald (1989). Collaborative action research: Teachers’ stages of development and School Contexts. In: Peabody Journal of Education, 64 (2). Τσάφος, Βασίλειος, (2004). Η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας. Αθήνα: Μεταίχμιο. ΥΠΕΠΘ-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2002). Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμ- μάτων Σπουδών, Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών Υποχρεωτικής Εκπαίδευ- σης, Αθήνα. Φουντοπούλου, Μαρία-Ζωή (2006). «Αρχές μάθησης και καλλιέργεια της κριτικής σκέψης: εφαρμογή στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών». Στο: Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης, 3ο Πα- νελλήνιο Συνέδριο με θέμα: «Κριτική, Δημιουργική, Διαλεκτική Σκέψη στην Εκ- παίδευση: Θεωρία και Πράξη». Αθήνα: Ατραπός. Resume Notre étude décrit la première étape d’une recherche-action dans laquelle nous avons participé, en collaboration avec un petit groupe d’enseignants. Notant la nature spéciale de la tragédie comme une sorte de texte qui combine plusieurs arts, nous avons essayé en utilisant la recherche-action comme exemple méthodologique d’intervenir dans une classe de 3ème école d’enseignement afin de souligner la dimension théâtrale de «Helene» d’Euripide et faire participer les élèves à des activités qui profitent de la nature dramatique du texte. La tâche 291 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ veut contribuer à l’enseignement alternatif de recherche en éducation projet tire parti des propositions pédagogiques modernes et la recherche empirique qui offre la possibilité de trouver des solutions aux problèmes réels. Κωνσταντίνα Καλογεράκου Φιλόλογος, Μs Μεθοδολογίας της Διδασκαλίας Φειδίου 11, Χολαργός, Τ.Κ. 15571 Τηλ.: 6974434901

[email protected]

292 Eλευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΡΑΣΗΣ (PROJECT) ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ Η εφαρμογή των σχεδίων δράσης (project) στην Οδύσσεια του Ομήρου: θεωρία και πράξη Ελευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου Εισαγωγή Κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, 2011 – 2012, αναλάβαμε ως ομάδα του Π.Μ.Σ ΘΕ.Π.Α.Ε.Ε τη μελέτη, οργάνωση και εφαρμογή καινοτόμων εκπαιδευτικών πρακτικών στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών, σε τάξεις της Λεοντείου Σχο­ λής Πατησίων. Η προσπάθεια αυτή είναι το επιστέγασμα της επιθυμίας, τόσο των καθηγητών μας όσο και δική μας, να περάσουμε από τη θεωρία στην προ­ σπάθεια για πράξη, να συγχρονιστούμε με το επιστημονικό παράδειγμα της εποχής για τη παιδαγωγική, τη διδακτική και την όλη μαθησιακή διαδικασία. Ορισμένα είδη γνώσης προέρχονται από την πρακτική και άλλα είναι απο­ τελέσματα νεφελωδών συζητήσεων. Στόχος μας είναι η θεωρία και η πρακτική να ενοποιηθούν ως αντικείμενα προβληματισμού, ανοικτές σε διαλεκτική ανα­ δόμηση μέσα από το στοχασμό και την αναθεώ­ρηση. (Carr & Kemmis, 2002) Η ομάδα μας ασχολήθηκε μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να ασχολείται με το project – ερευνητική εργασία – σχέδιο δράσης στη διδασκαλία των αρ­ χαίων ελληνικών από μετάφραση για την Α΄ τάξη του Γυμνασίου. Οι μαθητές, λοιπόν, θα ασχοληθούν με το έπος του Ομήρου δουλεύοντας ομαδοσυνερ­ γατικά, ερευνητικά και συστηματικά. Η ερευνητική εργασία στηρίζεται σε τρεις παιδαγωγικές αρχές1 οι οποίες όταν εφαρμόζονται αλλάζουν τους διδακτικούς ρόλους των εκπαιδευτικών, τους μαθησιακούς ρόλους των μαθητών, καθιερώνουν νέες εκπαιδευτικές πρακτικές διερεύνησης και συνεργασίας και δημιουργούν μια νέα εκπαιδευ­ τική κουλτούρα που ενθαρρύνει την πρωτοβουλία, την επιλογή, τον πειραμα­ τισμό και την ατομική και ομαδική ευθύνη. Όταν η ερευνητική εργασία, μά­ λιστα, απορρέει από την ομαδική συνεργασία των μαθητών μετατοπίζεται η μαθησιακή διαδικασία από τη δασκαλο-μαθητική επικοινωνία στη δια-μαθη­ τική συνεργασία, με τον εκπαιδευτικό να καθοδηγεί και να στηρίζει αυτή τη συνεργασία. (Ματσαγγούρας, 2011). Η έρευνά μας πραγματοποιείται σε δύο τμήματα του Λεοντείου Γυμνα­σίου Πατησίων και εξελίχθηκε μέχρι σήμερα ως ακολούθως: 1. Αρχή διερευνητικής προσέγγισης της μάθησης, Αρχή διεπιστημονικής εργασίας εκπαιδευτικών, Αρχή ομαδικής συνεργασίας μαθητών 293 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΜΗΜΑ Α1 Το τμήμα με το οποίο συνεργαστήκαμε ήταν το Α1 του σχολείου. Μετά τη γνω­ ριμία μου με την τάξη και την εξοικείωσή της με την παρουσία μου φρόντισα να ξεκινήσει το σχέδιο δράσης/ η ερευνητική εργασία. Σύμφωνα με την πρώ­ τη φάση χρειάζεται η ομάδα, δηλαδή οι μαθητές, να ενημερωθούν για το τι είναι αυτό με το οποίο πρόκειται να ασχοληθούν και έτσι να επιλέξουν, μέσα από το διάλογο και τη διερευνητική συζήτηση, το θέμα. Στις 23 Νοεμβρίου αξιοποίησα για αυτό το λόγο ολόκληρη τη δεύτερη διδακτική ώρα. Στην προσπάθειά μου να συντονίσω τη συζήτηση ξεκίνησα να εκμαιεύω ανταποκρίσεις που αφορούν το τι τους ενδιαφέρει μέχρι στιγμής στο ομηρι­ κό έργο, έτσι ώστε να προϊδεαστούν για την επιλογή του θέματος της εργα­ σίας τους. Θεωρώ πως είναι σημαντικό να αναφέρω ότι οι μαθητές έδειξαν ζήλο για θέματα που δεν περίμενα να τους έχουν προβληματίσει, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Για παράδειγμα, μια ομάδα μαθητών διατύπωσε πως θα ήθελε να μάθει περισσότερα για το τι ήταν δίκαιο εκείνη την εποχή. Ρωτώντας τους για ποια εποχή αναφέρονται (συγγραφής ή εξέλιξης των γεγονότων του έργου) υπο­ γράμμισα τη λέξη δίκαιο, που είχα καταγράψει στον πίνακα, και με κατευθυ­ νόμενο διάλογο, χωρίς να προδώσω τίποτα, καταλήξαμε να συζητούμε για το εθιμικό δίκαιο και το σήμερα. Ενώ κάποιοι άλλοι μαθητές διατύπωσαν πως θα ήθελαν να ασχοληθούν με παραμύθια και διηγήσεις και έτσι αφεθήκαμε σε γλωσσικά ανοίγματα, όπως οι ετυμολογίες κοιμίζω-καταπραΰνω και πα­ ραμυθούμαι-παρηγορώ. Ολοκληρώνοντας την πρώτη αυτή διδακτική ώρα ζήτησα από τους μαθη­ τές να καταγράψουν σε ένα χαρτί τέσσερις συμμαθητές τους με τους ­οποίους προτιμούν να είναι στην ίδια ομάδα και το θέμα με το οποίο οι ίδιοι θα ήθε­ λαν να ασχοληθούν. Στον πίνακα υπήρχαν ήδη κάποιες ιδέες με θέματα, όπως τα είχαν διατυπώσει οι μαθητές. Στόχος μου ήταν να λάβω σοβαρά υπόψη τις προτιμήσεις των μαθητών για τη σύσταση των ομάδων και να αφήσω την πλειο­ψηφία να επιλέξει το θέμα της ερευνητικής εργασίας. Στις 30 Νοεμβρίου την τέταρτη διδακτική ώρα συζήτησα με τη συνάδελ­ φο, ανάδοχό μου, καθηγήτρια του τμήματος και εξαιρετική συνεργάτιδα κ. Κουτρέτση για το πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις ανταποκρίσεις των μα­ θητών έτσι ώστε να ανατεθούν τα θέματα εργασιών για το σχέδιο δράσης. Αποδελτιώνοντας τις προτιμήσεις των μαθητών παρατήρησα πως οι περισσό­ τεροι επιθυμούσαν να ασχοληθούν με τα πρόσωπα και τα τέρατα (παραθέτω τις εκφράσεις κατά τον τρόπο των μαθητών) που συναντά ο Οδυσσέας, με το που περιπλανάται και τι περνά μέχρι να επιστρέψει στην πολυπόθητη πατρί­ δα. Έτσι, συνοψίζοντας κατέληξα πως τους ενδιαφέρει το ταξίδι του ήρωα. 294 Eλευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΡΑΣΗΣ (PROJECT) ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθώ στις αντιδράσεις και τον ενθουσι­ ασμό των μαθητών. Όταν θίχτηκε ως θέμα οι σταθμοί και οι περιπέτειες του Οδυσσέα έδειξαν να ενδιαφέρονται να μάθουν και να ασχοληθούν με αυτό. Ακόμα και στο διάλλειμα με ρωτούσαν για το πώς είναι τα τέρατα τα οποία συναντά (αν οι Σειρήνες ήταν γοργόνες) και για το αν αυτά τον εμποδίζουν να φθάσει πίσω στο παλάτι και την οικογένειά του. Το θέμα είχε βρεθεί, το ίδιο και οι ομάδες με κριτήριο σύστασής τους την προτίμηση των μαθητών. Το τελευταίο χρειαζόταν να διευθετηθεί. Για το λόγο αυτό αξιοποίησα τη συμβουλή της κ. Κουτρέτση για ανάμειξη των με­ λών με βάση το φύλο και την επίδοση. Έτσι, στις ήδη υπάρχουσες σχεδια­ σμένες ομάδες «μετακινήσαμε» ορισμένους μαθητές και καταλήξαμε σε πέ­ ντε πενταμελείς ομάδες και μία εξαμελή. Κίνηση η οποία δεν ήταν αυθαίρετη αλλά έγινε πάντα με τη συνεργασία της τάξης. Στις 5 Δεκεμβρίου έγινε η συζήτηση κατά την οποία ανακοινώθη­ κε το θέμα που είχε επιλέξει η πλειοψηφία της τάξης και οι ομάδες. Την ίδια ημέρα μοιράστηκε σε όλους τους μαθητές ένα χαρτί όπου είχα θίξει τη ση­ μασία της συν – εργασίας και είχα ξεκινήσει να αναθέτω εργασία στις ομά­ δες: Να διαλέξουν όνομα και να επιμεληθούν την κατανομή των ρόλων με­ ταξύ τους (συντονιστής, γραμματέας, υπεύθυνος συνεργασίας, υπεύθυνος επικοινωνίας και υπεύθυνος ψηφιοποίησης υλικού). Η ερευνητική εργασία θα εκπονηθεί από τις ομάδες από τις οποίες θα υπάρξουν οι γεωγράφοι, που θα ασχοληθούν με τη χαρτογράφηση του ταξι­ διού του Οδυσσέα καθώς θα εντοπίζουν που είναι οι σταθμοί σήμερα και τι θα μπορούσε να δει σήμερα ο ήρωας εκεί. Οι φιλόλογοι θα μελετήσουν τον τρόπο συγγραφής των ημερολογιακών καταγραφών κι έτσι από τρεις διαφο­ ρετικές μεταφράσεις του έπους θα κληθούν να κρατήσουν το ημερολόγιο του Οδυσσέα. Οι φιλόσοφοι θα εντοπίσουν τα πρόσωπα που συναντά ανά τους σταθμούς ο ήρωας, θα τα σχολιάσουν και θα προσπαθήσουν να κάνουν ανα­ γωγή στο σήμερα. Οι άνθρωποι της 7ης τέχνης θα απομονώσουν σκηνοθετι­ κά και σκηνογραφικά στοιχεία και θα οργανώσουν μια παράσταση για κάποιο σταθμό (οι υπόλοιπες ομάδες μπορούν να μαντέψουν ποιόν σταθμό διαδρα­ ματίζει η ομάδα). Οι καλλιτέχνες για κάθε σταθμό θα αναζητούν στην τέχνη υλικό ή θα δημιουργούν τέχνη οι ίδιοι (ποίηση, τραγούδι, ζωγραφική κ.ά.). Τέλος, οι ερευνητές / ντεντέκτιβ θα αναζητούν βοηθούς και αντίμαχους στο νόστο του Οδυσσέα. Μέχρι ώρας η κάθε ομάδα έχει αναλάβει το ρόλο της, είτε επιλέγοντας η ίδια είτε με κλήρωση σε δύο περιπτώσεις. Μετά την ολοκλήρωση των περι­ ληπτικών αναδιηγήσεων των ραψωδιών β, γ, δ οι ομάδες έχουν κληθεί να ξε­ κινήσουν την εργασία τους για τους δύο πρώτους σταθμούς. Είχε προγραμ­ ματισθεί ως αφόρμηση και έναρξη της εργασίας να προβληθεί κάποιο βίντεο 295 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ με τους σταθμούς του Οδυσσέα από το εκπαιδευτικό λογισμικό των ομηρι­ κών επών. Λόγω τεχνικών προβλημάτων όμως οι μαθητές ξεκίνησαν να μελε­ τούν έστω τον τρόπο εργασίας τους και θα παρακολουθήσουν την προβολή του βίντεο εν πορεία. Για την ενίσχυση των πρακτικών ομαδικότητας και αισθήματος προσω­ πικής ευθύνης μετά τις δύο πρώτες εβδομάδες λειτουργίας της ομάδας, κάθε μέλος θα κληθεί να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα για να προβλη­ ματισθούν για την προσωπική συμβολή τους στο κοινό έργο της ομάδας, να συνειδητοποιήσουν εγκαίρως προβλήματα συμμετοχής, συνεργασίας, λει­ τουργικότητας και αποτελεσματικότητας. Αυτά τα ερωτηματολόγια λειτουρ­ γικότητας της ομάδας και των μελών επιθυμώ να τα εντάξω στο φάκελο εργα­ σίας της κάθε ομάδας. Σε αυτόν, μάλιστα, θα προσπαθήσω να καταχωρήσω και το προσωπικό ημερολόγιο έναρξης και ολοκλήρωσης δράσεων του κάθε μαθητή. Σε αυτό θα μπορούν να σημειώνουν πληροφοριακά στοιχεία για τις δράσεις τους αλλά και σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις, συναισθήματα, προ­ τάσεις, κρίσεις και βιώματα (Ματσαγγούρας, 2011). Ως αποτέλεσμα και προϊόν αυτής της ερευνητικής εργασίας επιθυμούμε μία δίωρη παρουσίαση των αποτελεσμάτων από τις ομάδες. Μπορούν να ξε­ κινήσουν από τους Κίκονες και να καταλήξουν στο νησί των Φαιάκων, παρου­ σιάζοντας για κάθε σταθμό η κάθε ομάδα την εργασία της. Φανταστείτε ενώ οι φιλόλογοι απαγγέλουν το ημερολόγιο του Οδυσσέα, οι καλλιτέχνες να δεί­ χνουν διάφορα έργα ζωγραφικής και ενώ οι ηθοποιοί αναπαριστούν κάποιον σταθμό να ακούγετε το τραγούδι των καλλιτεχνών ταυτόχρονα… Οι μαθητές είναι εξοικειωμένοι με την ομαδοσυνεργατική μέθοδο διδα­ σκαλίας κι έτσι η προοπτική εργασίας σε ομάδες δεν τους ξενίζει. Θα δου­ λεύουν από το σπίτι, θα επικοινωνούν οι υπεύθυνοι επικοινωνίας μαζί μου μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, θα είμαι παρούσα στην τάξη καθημε­ ρινά και αρκετά συχνά θα εργαζόμαστε ανά δεκάλεπτα στη σχολική αίθου­ σα (καθώς οι μαθητές είναι δύσκολο να συναντούν τις ομάδες εκτός σχολεί­ ου και σχολικού ωραρίου). Η εκπαιδευτική σημαντικότητα των ερευνητικών εργασιών τεκμηριώνεται από τη σχετική βιβλιογραφία που επισημαίνει ότι η σκέψη, η δημιουργικότη­ τα και η πρωτοβουλία ενεργοποιούνται μέσω της άμεσης εμπλοκής των παι­ διών που ασκούνται στον τρόπο σκέψης και στην επιστημονική μέθοδο των επιμέρους ειδικοτήτων (Ματσαγγούρας, 2011). Για το λόγο αυτό στοχεύω να προαχθεί η συλλογικότητα και η συνεργασία, να αναπτυχθεί η κριτική και αυ­ τοκριτική σκέψη και η πράξη να καθορίσει την αξία της θεωρίας. Η κάθε ομάδα θα ερευνήσει και θα ασχοληθεί με το ομηρικό έπος από τη δική της σκοπιά έτσι ώστε ο ρόλος μου να περιοριστεί στην ενίσχυση της αλ­ ληλεξάρτησης εντός της συνεργαζόμενης ομάδας, στη διασφάλιση του μαθη­ 296 Eλευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΡΑΣΗΣ (PROJECT) ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ τικού ενδιαφέροντος, στη διαμόρφωση του πλαισίου όρων και υποχρεώσεων των μελών της ομάδας και στην ενίσχυση των πρακτικών της ομαδικότητας και του αισθήματος της προσωπικής ευθύνης. Μέχρι ώρας νιώθω πως οι μαθητές αυτενεργούν, είναι έτοιμοι να δώσουν δημιουργικές διεξόδους στα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές τους και ικανο­ ποιούνται από τη συνάντηση και τη συνεργασία με τον «άλλο», συμμαθητή και συμμαθήτρια, μαθαίνοντας έτσι στα πρώτα βήματα της Δευτεροβάθμιας Εκ­ παίδευσης τον αλληλοσεβασμό και την αλληλοκατανόηση. Νιώθω, όμως, πως κι εγώ αναδεικνύομαι σε αυτοδιαχειριζόμενη εκπαιδευτικό που αξιοποιώ όλα τα θετικά στοιχεία που διακρίνουν τη διδακτική μου φυσιογνωμία και προκύ­ πτουν από την ιδιαίτερη κατάρτισή μου. ΤΜΗΜΑ Α2 Το τμήμα το οποίο επέλεξε η ερευνήτρια για τη διεξαγωγή του project ήταν το Α2 του προαναφερθέντος σχολείου και το μάθημα η Ομήρου Οδύσσεια. Επιδίωξη μας ήταν η δημιουργία αφενός μεικτών ομάδων με ανομοιογέ­ νεια ως προς την επίδοση και το φύλο, αφετέρου ομάδων με κοινά ενδιαφέρο­ ντα, τα μέλη των οποίων να έχουν μεταξύ τους φιλικές η’ τουλάχιστον σχέσεις συμπάθειας. Για το λόγο αυτό, κατασκευάσαμε και διανείμαμε στους μαθη­ τές ερωτηματολόγιο προς συμπλήρωση, η επεξεργασία των απαντή­σεων του οποίου θα μας επέτρεπε να συγκροτήσουμε τις παραπάνω ομάδες. Η συμπλή­ ρωση του ερωτηματολογίου έγινε από τους μαθητές στο σπίτι. Οι ερωτήσεις που συμπεριλάβαμε στο ερωτηματολόγιο ήταν οι εξής: • Έχοντας διατρέξει την Οδύσσεια μέχρι τη ραψωδία που βρισκόμαστε σήμερα και γνωρίζοντας – ενδεχομένως – την εξέλιξη και κάποιες από τις επόμενες σκηνές του έπους, 1. Τι σου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση (θετική ή αρνητική) στο έργο του Ομήρου; 2. Τι θα ήθελες να διερευνήσεις περαιτέρω και γιατί (μπορείς να αναφέ­ ρεις περισσότερα από ένα θέματα προς διερεύνηση). 3. Με τι σου αρέσει να ασχολείσαι τον ελεύθερο σου χρόνο; 4. Αν έπρεπε να διαλέξεις από τα παρακάτω επαγγέλματα, ποια τρία θα διάλεγες; Βάλε έναν αριθμό από το 1 ως το 3 (1 για την πρώτη, 2 για τη δεύτερη και 3 για την Τρίτη προτίμησή σου) μπροστά από τις επι­ λογές σου. Ψυχολόγος Κοινωνιολόγος 297 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Φιλόλογος Ζωγράφος Ηθοποιός Σεναριογράφος Ποιητής Μουσικός Τεχνικός Η/Υ Δημοσιογράφος 5. Με ποιους από τους συμμαθητές σου θα ήθελες να είσαι στην ίδια ομάδα κατά τη διάρκεια της ερευνητικής εργασίας (ανάφερε το ονο­ ματεπώνυμό τους). Τα προτεινόμενα θέματα των σχεδίων δράσης, όπως προέκυψαν από την επεξεργασία των απαντήσεων των μαθητών ήταν: Ο υλικός πολιτισμός στην Οδύσσεια, οι αναγνωρισμοί στην Οδύσσεια, οι θεοί στην Οδύσσεια, μορφές κοινωνικής οργάνωσης και πολιτικής διαστρωμάτωσης στην Οδύσσεια, αφη­ γηματικές τεχνικές – αφηγηματικοί και εκφραστικοί τρόποι, αξίες της ομηρι­ κής κοινωνίας, ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της Οδύσσειας, αναχρονισμοί στην Οδύσσεια, το ταξίδι και οι περιπέτειες του Οδυσσέα, Κοινωνικοί και πο­ λιτικοί θεσμοί – ήθη και έθιμα. Από τα παραπάνω θέματα οι 29 από τους 31 μαθητές ψήφισαν υπέρ της ενασχόλησης με τους αναγνωρισμούς στην Οδύσσεια. Οι μαθητές θα εργάζονταν με τον παρακάτω τρόπο: ανάλογα με την ομά­ δα στην οποία εργάζονταν, όλοι οι μαθητές θα μελετούσαν τον εκάστοτε ανα­ γνωρισμό, τη χρονική περίοδο κατά την οποία γινόταν η διδακτική του προ­ σέγγιση στη σχολική τάξη. Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής φάσης του project και ενώ είχαν προηγηθεί οι παραπάνω ενέργειες, βρισκόμενοι σε μια διαρκή κατάσταση στοχασμού και αναστοχασμού – η οποία πιστεύουμε ότι θα πρέπει να χαρακτηρίζει οποιαδήποτε προσπάθεια διεξαγωγής project - συνει­ δητοποιήσαμε ότι το συγκεκριμένο θέμα θα ήταν από δύσκολο έως αδύνατο – από άποψης διαθέσιμου διδακτικού χρόνου – να το προσεγγίσουμε με τον τρόπο που είχαμε προγραμματίσει καθώς, η καθηγήτρια του τμήματος βρι­ σκόταν στην 5η διδακτική ενότητα και ο πρώτος αναγνωρισμός εμφανίζεται στην 19η. Στη σχεδόν δίμηνη διάρκεια του project δεν θα μπορούσαμε να προ­ σεγγίσουμε στη σχολική τάξη όλους τους αναγνωρισμούς που εμφανίζονται στην Ομήρου Οδύσσεια και η προσωπική αναζήτηση και επεξεργασία τους από τους μαθητές στο σπίτι – που εντασσόταν στον αρχικό μας προγραμμα­ τισμό – θα τους στερούσε κάτι από τη «μαγεία» του ομηρικού κειμένου, απο­ καλύπτοντας τους τη συνέχεια του έπους. Σε συνεννόηση με την υπεύθυνη της ομάδας, κα Μαρία – Ζωή Φουντοπούλου, και ύστερα από μια γρήγορη 298 Eλευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΡΑΣΗΣ (PROJECT) ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ προσπέλαση των υπολοίπων προτεινόμενων θεμάτων αποφασίσαμε να επα­ ναπροσδιορίσουμε το θέμα του project και να αντικαταστήσουμε το αρχικό «Οι αναγνωρίσιμοι στην Οδύσσεια» με το εξής: «Η παρομοίωση και το επίθε­ το στην Ομήρου Οδύσσεια». Η οργάνωση της δουλειάς ακολούθησε την εξής πορεία στη συνέχεια: Υλικό προς παρουσίαση για την Τετάρτη 14/12/2011 (ως εισαγωγή): Λογισμι­ κό Ομηρικών Επών Για την παρομοίωση: Λογοτεχνική Ανάλυση→ Ομηρική παρομοίωση→ Πληροφορίες (εξηγούμε στους μαθητές τη δομή της ομηρικής παρομοίωσης, το κοινό σημείο των συ­ γκρινόμενων όρων και τον χώρο άντλησης της θεματικής τους) → Δραστη­ ριότητες → Η δομή της Ομηρικής παρομοίωσης (κάνουμε τη δραστηριότη­ τα μέσα στην τάξη). Για το επίθετο: Ανθρωπομορφισμός, ο ρόλος των θεών → Δραστηριότητες → Χαρακτηρι­ σμοί ομηρικών θεών (γίνεται η δραστηριότητα μες στην τάξη και τους επιση­ μαίνουμε ότι τα επίθετα που πρέπει να εντοπίσουν θα αναφέρονται όχι μόνο στους θεούς που συναντάμε στην Οδύσσεια αλλά και στους ανθρώπους). Οι μαθητές προτείνεται να εργαστούν με τις παρομοιώσεις και τα περι­ γραφικά – χαρακτηριστικά επίθετα που θα εντοπίσουν στις ραψωδίες που έχουμε ήδη διατρέξει (περιληπτικές και μη) και προχωρώντας σε μια νέα ρα­ ψωδία να εντοπίζουν και να καταγράφουν μια νέα παρομοίωση – επίθετο. Για το λόγο αυτό, αποφασίσαμε να τους δώσουμε τη μετάφραση του Μαρωνίτη (για να είναι του ίδιου ύφους με το σχολικό βιβλίο) για τις ραψωδίες που πα­ ρουσιάζονται περιληπτικά και κατά τη διάρκεια του project να τους παρου­ σιάζουμε και κάποιες άλλες μεταφράσεις για να προχωρούν σε συγκρίσεις. Το σχέδιο δράσης βασίζεται στην αξιοποίηση έξι ομάδων, τις οποίες και διατηρήσαμε με βάση όσα εξαρχής προγραμματίσαμε. Οι ομάδες, ακολού­ θως έλαβαν τις ακόλουθες κατευθύνσεις: Για την παρομοίωση: Όλες οι ομάδες που θα ασχοληθούν με την παρο­ μοίωση θα αναλάβουν, σε πρώτο στάδιο, να εργαστούν με τις ομηρικές πα­ ρομοιώσεις που θα τους έχουμε δώσει (από τις ραψωδίες που δεν θα προ­ λάβουμε να διατρέξουμε μέχρι το τέλος του project), να διακρίνουν τους δυο συγκρινόμενους όρους, το κοινό τους σημείο και το χώρο άντλησης της θε­ ματικής τους και να τα παρουσιάσουν σχεδιαγραμματικά σε ένα χαρτόνι με το χρώμα της ομάδας τους. Ομάδα 1. Ασχολείται με την παρομοίωση. Είναι οι Σεναριογράφοι και ανα­ 299 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λαμβάνουν να αντικαταστήσουν στο ομηρικό κείμενο τις ομηρικές παρομοι­ ώσεις με δικές τους, ακολουθώντας το ομηρικό πρότυπο (αναφορικό – δει­ κτικό μέρος κλπ.). Στο τέλος καλούνται να σχηματίσουν και μια παρομοίωση που να απεικονίζει ακριβώς την εμπειρία τους από την όλη εργασία. Ομάδα 2. Ασχολείται με την παρομοίωση. Είναι οι Ζωγράφοι και αναλαμ­ βάνουν να επιλέξουν κάποιες (η’ όλες τις παρομοιώσεις που θα συναντήσουν) από το ομηρικό κείμενο και να ζωγραφίσουν κάτι εμπνεόμενοι από αυτές. Επι­ πλέον, να εντοπίσουν και μια σχετική φωτογραφία που εικονοποιεί το αναφο­ ρικό μέρος και μια χαρακτηριστική φράση για κάθε παρομοίωση. Ομάδα 3. Ασχολείται με την παρομοίωση. Είναι οι Ηθοποιοί – Σκηνοθέτες και αναλαμβάνουν να απαγγείλουν δημοτικά τραγούδια, αποσπάσματα από τη δραματική ποίηση και κείμενα από τη Νεότερη ελληνική λογοτεχνία που εμπεριέχουν παρομοιώσεις. Ομάδα 4. Ασχολείται με την παρομοίωση. Είναι οι Ψυχολόγοι – Ντέτεκτιβς και αναλαμβάνουν να διερευνήσουν το περικείμενο και τα συμφραζόμενα για να διαπιστώσουν γιατί επιλέγει στα συγκεκριμένα σημεία ο ποιητής να χρη­ σιμοποιήσει παρομοιώσεις. Για το επίθετο: Όλες οι ομάδες που θα ασχοληθούν με το επίθετο θα αναλάβουν να εντοπίσουν όλα τα επίθετα που αναφέρονται στους θεούς και στους ανθρώπους που έχουμε συναντήσει μέχρι στιγμής στις ραψωδίες που έχουμε διατρέξει (και στη συνέχεια σε αυτές που θα διατρέξουμε), να δια­ κρίνουν τα χαρακτηριστικά από τα περιγραφικά επίθετα και να τα καταγρά­ ψουν σε στήλες (μαζί με το πρόσωπο που προσδιορίζουν) σε χαρτόνι με το χρώμα της ομάδας τους. Ομάδα 5. Ασχολείται με το επίθετο. Στην ομάδα αυτή οι μαθητές αναλαμ­ βάνουν να εντοπίσουν την ετυμολογία (στην Αρχαία και Νέα Ελληνική) όλων των επιθέτων (χαρακτηριστικών και περιγραφικών) που αποδίδονται στους θε­ ούς που εμφανίζονται στην Οδύσσεια και να τα αντικαταστήσουν με άλλα συ­ νώνυμα (θα δουλέψουν πολύ με λεξικό, με παράλληλες μεταφράσεις – πως αποδίδεται στη Νέα Ελληνική το κάθε επίθετο και ποια απόδοση προτιμούν οι ίδιοι – και με το αρχαίο κείμενο). Ομάδα 6. Ασχολείται με το επίθετο. Στην ομάδα αυτή οι μαθητές αναλαμ­ βάνουν να εντοπίσουν την ετυμολογία (στην Αρχαία και Νέα Ελληνική) όλων των επιθέτων (χαρακτηριστικών και περιγραφικών) που αποδίδονται στους ανθρώπους που εμφανίζονται στην Οδύσσεια και να τα αντικαταστήσουν με άλλα συνώνυμα (θα δουλέψουν πολύ με λεξικό, με παράλληλες μεταφράσεις – πως αποδίδεται στη Νέα Ελληνική το κάθε επίθετο και ποια απόδοση προ­ τιμούν οι ίδιοι – και με το αρχαίο κείμενο). Οι ομάδες 5 και 6 μπορούν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα των ομαδι­ κών τους εργασιών με όποιον καλλιτεχνικό τρόπο αυτές επιθυμούν (ενδεχο­ 300 Eλευθερία Γκανά, Άννα Δασκάλου Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΡΑΣΗΣ (PROJECT) ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ μένως απαγγέλλοντας ένα ποίημα το οποίο να περιέχει επίθετα που θα έχουν εντοπίσει, ζωγραφίζοντας την «καλλιπλόκαμη» θεά ή ψυχογραφώντας την προσωπικότητα του «πολυμήχανου» Οδυσσέα κλπ.). Μετά την παρουσίαση του εισαγωγικού υλικού μες στην τάξη και αμέσως μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων οι ομάδες ανέλαβαν να μας ενημερώ­ σουν για όλες τις παρομοιώσεις (όσες ομάδες ασχολούνται με τις παρομοιώ­ σεις) και για όλα τα επίθετα (όσες ομάδες ασχολούνται με τα επίθετα) που θα έχουν καταγράψει (στα πολύχρωμα χαρτόνια τους), αφού προηγουμένως έχουν επεξεργαστεί: • τις παρομοιώσεις που περιλαμβάνονται στις ραψωδίες που δεν θα προ­ λάβουμε να προσεγγίσουμε μες στην τάξη μέχρι το τέλος του project, • όλα ή ορισμένα από τα επίθετα που έχουμε μέχρι στιγμής συναντήσει να αποδίδονται σε θεούς κι ανθρώπους, ώστε να αποφύγουμε την άνι­ ση κατανομή εργασιών και να απαλλάξουμε από επιπλέον φόρτο ερ­ γασίας της ομάδες που ασχολούνται με τα επίθετα, • τις μεταφράσεις από τις ραψωδίες που στο βιβλίο παρουσιάζονται περιληπτικά. Βιβλιογραφία Ματσαγγούρας, Ηλίας (2011). Οδηγός για την Καινοτομία των Ερευνητικών Ερ­ γασιών στο Λύκειο. Carr, Wilfred & Kemmis, Stephen (2002). Για μια κριτική και εκπαιδευτική θεωρία. Αθήνα: Κώδικας. Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης & Θρησκευμάτων. Το Νέο Σχολείο – Πρώ­ τα ο Μαθητής. http://www.ypepth.gr/docs/neo_sxoleio_brochure_100305.pdf 301 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Summary As part of our practical exercise in the postgraduate program  “Theory, Practice and Evaluation of Educational Work” and in cooperation with a teacher of Leonteio School of Patision, we undertook to run a project for the course of “The teaching of ancient Greek literature”. In cooperation with students of first class of high school and their teacher we decided that the subject of our projects would be “The Similitude and the Adjective in Homer’s Odyssey” ant “Odyssey’s Trip” and it would be carried out in the homonym  lesson (Homer’s Odyssey). Students work in 6 groups throughout the certain period of the project, having taken specific roles and work. At the end of the project the groups of students will present the results of their work to a workshop that it will be held in their school. Ελευθερία Γκανά Φιλόλογος – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο πρόγραμμα ΘΕΠΑΕΕ Λουτρά Ωραίας Ελένης, Οικισμός SIEMENS 412 T.K. 20100 Τηλ.: 6947979156

[email protected]

Άννα Δασκάλου Φιλόλογος – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο πρόγραμμα ΘΕΠΑΕΕ Εκαταίου 31, Νέος Κόσμος, Τ.Κ. 11743 Τηλ.: 6940518652

[email protected]

302 Εύη Παπαντωνίου, Μαρίνα Στάθη Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ Η δημιουργική χρήση των στοχευμένων ερωτημάτων στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση στην Α΄ Γυμνασίου Εύη Παπαντωνίου, Μαρίνα Στάθη Τα στοχευμένα ερωτήματα και η αξιοποίησή τους: 1η περίπτωση Είναι γεγονός ότι η φυσιογνωμία των νέων απαιτήσεων στην ελληνική εκπαί­ δευση χαρακτηρίζεται από τη μετανεωτερικότητα, την επανεξέταση δηλαδή όλου του αξιακού συστήματος στα πλαίσια της δυτικής κοινωνίας στην οποία ανήκει η χώρα μας. Αυτό ωστόσο δεν αγγίζει τις βασικές αρχές του περιεχο­ μένου της γνώσης, παρά μόνο αλλάζει η φυσιογνωμία της, εφόσον προβάλ­ λεται ως αβέβαιη και ασαφής, δεκτική συμπλήρωσης αλλά και προσαρμο­ γής στις ανθρώπινες ανάγκες, πρόσφορη ανακάλυψης και ανασχηματισμού. Παράλληλα, τροποποιείται και η θεώρηση της χρηστικότητάς της καθώς η γνώση δεν αποτελεί πλέον αυτοσκοπό. Είναι μόνο ένα μέσο για τον άνθρω­ πο προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικής αλληλεπίδρασής του με το περιβάλλον και μέσω αυτής, της συλλογικής αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων και της από κοινού ανταπόκρισης στις νέες απαιτήσεις: κοινω­ νικές, πολιτισμικές, οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές, επιστημονικές και άλ­ λες (Φουντοπούλου, 2010:32). Το θεωρητικό πλαίσιο έκφρασης της μετανεωτερικής εποχής αντανακλά­ ται σε ένα σύνολο προσεγγίσεων, τεχνικών και δράσεων, οι οποίες υιοθετού­ νται και εφαρμόζονται σήμερα στη σχολική τάξη. Ιδιαίτερης βαρύτητας στοι­ χείο αυτής της φιλοσοφίας είναι η δημιουργική παρουσία του μαθητή στην προσπάθεια προσέγγισης της γνώσης. Προς την ίδια κατεύθυνση συγκλίνουν και οι αναθεωρημένοι ρόλοι του εκπαιδευτικού και του μαθητή, οι οποίοι συ­ νεργάζονται αρμονικά, ο πρώτος ως σκηνοθέτης των διαδικασιών μάθησης και διδασκαλίας και ο δεύτερος έχοντας αναλάβει τον ρόλο του ερευνητή- επιστήμονα. Θεωρώ πως είναι άξιο παρατήρησης στη νέα πραγματικότητα πώς και σε ποιό βαθμό προσαρμόζεται ένα παραδοσιακού χαρακτήρα μάθημα, όπως αυτό των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση. Αναμφίβολα, ο νεωτερισμός και ο μετανεωτερισμός ενός μαθήματος αφορά τα κύρια δομικά του στοιχεία, δη­ λαδή τους σκοπούς και τους στόχους της διδασκαλίας, τη διδακτέα ύλη, τη μεθοδολογία της διδασκαλίας και την αξιολόγηση του μαθητή και του διδα­ 303 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κτικού έργου. Στην προκειμένη περίπτωση που αντικείμενο μελέτης μας είναι το ομηρικό έπος της Οδύσσειας, οι στόχοι του Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισί­ ου Προγράμματος Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) του μαθήματος υποδεικνύουν την κα­ τανόηση εκ μέρους των μαθητών της αφοσίωσης του Οδυσσέα στο νόστο και της αξίας του αγώνα του ανθρώπου για την επίτευξη των στόχων του, τον ανθρωπομορφισμό των θεών και το μύθο στην ποιητική του μετάπλαση. Επι­ πλέον επιδιώκεται οι μαθητές να εκτιμήσουν τα ομηρικά έπη ως λογοτεχνικά κείμενα στα οποία αποτυπώνεται ένας ολόκληρος κόσμος με τον πολιτισμό, τις αξίες και την κοινωνική και πολιτική του οργάνωση. Το δε Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών (ΑΠΣ) του μαθήματος των Αρχαί­ ων Ελληνικών από μετάφραση φαίνεται αρκετά γενικόλογο και αφηρημέ­ νο(Φουντοπούλου,2010:57) αφού θέτει ενδεικτικά ως σκοπούς α) να γνωρί­ σουν οι μαθητές την πνευματική δημιουργία των Αρχαίων Ελλήνων μέσα από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, β) να πληροφορηθούν,να κα­ τανοήσουν και να ερμηνεύσουν τη δράση, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων του αρχαίου κόσμου σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο γ) να δοκιμάσουν την αισθητική απόλαυση από την ανακάλυψη και εκτίμηση της λογοτεχνικής αξίας των έργων των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων κατά τη διδασκαλία τόσο από το πρωτότυπο, όσο και από ποιοτικές μεταφράσεις. Η ίδια η φύση του μαθήματος της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από μετάφραση συμπεριλαμβανομένης και της διδακτέας ύλης προδίδει κάτι πα­ ραδοσιακό, ένα πολιτιστικό προϊόν, αφού εμπεριέχει τις αρχαίες ελληνικές ιδέες, τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και πολιτισμό ενώ την ίδια στιγμή εκφράζε­ ται με τη μητρική μας γλώσσα, τη Νεοελληνική Δημοτική. Αυτή η διφυής ταυ­ τότητα του μαθήματος παραπέμπει στην ανάγκη εξερεύνησης και προσδιο­ ρισμού της σχέσης του με τα αρχαία Ελληνικά από το πρωτότυπο και με τη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Η μεθοδολογία λοιπόν, αυτού του μαθήματος συν­ δέεται άρρηκτα με τη μέθοδο διδασκαλίας των δυο παραπάνω μαθημάτων. Για να βαδίσουμε, όμως, προς μια πιο σύγχρονη διδακτική μεθοδολογία η θεωρητική θεμελίωση της Κριτικής Παιδαγωγικής θέτει τις καταλληλότερες βάσεις και οι μέθοδοι της εμπλουτισμένης διδασκαλίας συμβάλλουν στην αρ­ μονικότερη εφαρμογή της. Κατά τη διάρκεια της συμμετοχής μου αυτό το εξάμηνο στη σχολική πραγ­ ματικότητα της Λεοντείου Σχολής έχω τη δυνατότητα να παρακολουθώ κα­ θημερινά μεταξύ των άλλων και ένα τμήμα της Α’ Γυμνασίου, το Α4 συγκε­ κριμένα σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα. Αντικείμενο μελέτης μου είναι «η χρήση των στοχευμένων ερωτημάτων για την ανάπτυξη του κριτικού πνεύμα­ τος και της δημιουργικής σκέψης των μαθητών ή ακόμα και η απουσία τους» στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση, δηλαδή στο Ομηρικό Έπος της Οδύσσειας. 304 Εύη Παπαντωνίου, Μαρίνα Στάθη Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ Πρόκειται για ένα τμήμα μέτριας επίδοσης σε αυτό το μάθημα καθώς ο Μέσος Όρος του για το Α’ εξάμηνο ήταν 14. Η φιλόλογος του τμήματος συ­ νηθίζει να κάνει ανάγνωση του συνόλου του κειμένου χωρίς να δίνει κάποια αναγνωστική οδηγία στα παιδιά, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές η τάξη να ‘χάνεται’ και να δυσανασχετεί. Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνω­ σης ζητείται η περίληψη του αποσπάσματος από τους μαθητές. Στη συνέχεια δίνονται συμπληρωματικές/διευκρινιστικές πληροφορίες στα παιδιά για ση­ μεία του μαθήματος που μάλλον δεν έγιναν κατανοητά, χωρίς όμως να εξη­ γείται η λειτουργικότητά τους μέσα στο κείμενο. Ένα παράδειγμα σχετικά με τα προαναφερόμενα είναι η διδασκαλία των στίχων 174-360 της Ραψωδίας Α, τους οποίους η φιλόλογος διαβάζει στα παιδιά χωρίς να δώσει αναγνωστική οδηγία. Είναι βέβαιο ότι ένα σύνολο 180 στίχων τα παιδιά δεν μπορούν να παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον εάν δεν έχουν κάποιο στόχο, κάποιο αντικείμενο μελέτης. Ενώ λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, ένας από τους στόχους της διδασκαλίας αυτής της ενότητας θα έπρε­ πε να είναι ο εντοπισμός του δραματικού αφηγηματικού τρόπου της και ως εναλλαγή μετά τον απρόσωπο /αντικειμενικό της προηγούμενης δεν απευθύ­ νεται καμία ερώτηση στα παιδιά για τον αφηγηματικό τρόπο της ενότητας. Θα μπορούσαν να τεθούν τα εξής στοχευμένα ερωτήματα: «Παρατηρείτε ζευ­ γάρια λόγων στην ενότητα; Είναι εκτενή ή σύντομα; Σε τί αναφέρονται κυρί­ ως τα εκτενή και σε τί τα συντομότερα; Γιατί, πιστεύετε, εναλλάσσονται δυο ζεύγη εκτενών με δύο ζεύγη σύντομων λόγων; Τι εξυπηρετεί, τι προσφέρει στο έργο;» Με αυτές τις ερωτήσεις ο διδάσκων θα αναδείξει τον τρόπο γρα­ φής της ενότητας ότι δηλαδή δεν πρόκειται για μια απρόσωπη περιγραφική αφήγηση, αλλά για μια διαλογική/δραματική εξαιτίας των εναλλασσόμενων ζευγαριών λόγων και των περιεχομένων τους. Μαιευτικά, λοιπόν, τα παιδιά θα αντιληφθούν ότι τον λόγο χρήσης των δύο αφηγήσεων μέσα στους διαλό­ γους, καθώς η περιγραφική αναφέρεται κυρίως σε εξωτερικά στοιχεία (χώ­ ρος, δράση) ενώ η δραματική αποκαλύπτει την ψυχική κατάσταση των ηρώ­ ων (σκέψεις, συναισθήματα, κίνητρα). Θεωρώ ότι εάν η Οδύσσεια παρουσιαστεί μόνον ως παραμύθι σίγουρα δεν θα παρουσιαστούν δυσκολίες στα παιδιά. Είναι όμως πρόκληση να γίνει προσπάθεια ανάδειξης και των ιδεών της και της τεχνικής της καθώς πρόκει­ ται για έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο έχει συντεθεί και παρουσιάζεται το πολύμορφο υλικό της. Αντί αυτού η φιλόλογος του τμήματος κατά τη διδασκαλία της ενότητας έκανε ερμηνευτική προσέγγιση και απηύθυνε μόνο ερωτήσεις κατανόησης στα παιδιά συμπληρώνοντας τη διδασκαλία με την ανάγνωση των σχολίων που παραθέτει το σχολικό βιβλίο. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό, αλλά σί­ γουρα είναι ελλιπές. 305 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η χρήση των στοχευμένων ερωτήσεων κατά τη διάρκεια του μαθήματος της Οδύσσειας,εν προκειμένω, μπορεί να έχει διπλή χρησιμότητα, είτε υπο­ δεικνύοντας τον βαθμό κατανόησης του κειμένου από τους μαθητές, είτε μαρτυρώντας την επικοινωνία μεταξύ μαθητή και κειμένου ώστε μέσα από τη διερεύνηση της δομής και της πλοκής του έπους να αναπτύξει το παιδί την κριτική σκέψη αναζητώντας την αλήθεια και τη σκοπιμότητα πίσω από κάθε ήρωα, πίσω από κάθε πράξη. Καθώς η έκταση του έπους είναι μεγάλη και η διδασκαλία του απαιτεί την κατάτμηση των στίχων ανά θεματικές ενότητες προβάλλει αδήριτη η ανάγκη της αναγνωστικής οδηγίας του διδάσκοντα προς τους μαθητές πριν την εξέ­ ταση της κάθε ενότητας. Αυτή η ενέργεια, όμως, πρέπει να αποσκοπεί σε κάτι συγκεκριμένο, ώστε οι μαθητές καθώς διαβάζουν να κατευθύνουν τη σκέψη τους σε αυτό που τους έχει ζητηθεί. Ο εκπαιδευτικός κρίνει σε ποια κατεύθυν­ ση θέλει να προσανατολίζει κάθε φορά τους μαθητές του, καθώς το ζητούμε­ νο μπορεί να αφορά το γραμματειακό είδος, το περιεχόμενο του κειμένου, τη δομή του, τις ενέργειες των προσώπων ή την συγκέντρωση πολιτιστικών στοι­ χείων. Οι ερωτήσεις κλειστού τύπου ή σύντομης ανάπτυξης εξυπηρετούν την κατανόηση του μαθήματος,αλλά δεν συμβάλλουν στην ολόπλευρη και ισόρ­ ροπη ανάπτυξη του μαθητή, ώστε να γίνει άνθρωπος σκεπτόμενος, καλλιερ­ γημένος και συνάμα δημιουργικός(Δ.Ε.Π.Π.Σ.2003:78). Η επισήμανση του τό­ που ή του χρόνου ή μεμονωμένων ενεργειών από τη μεριά των μαθητών δεν είναι αρκετά για την επίτευξη των στόχων του μαθήματος. Ταυτόχρονα, η ερμηνευτική κειμενοκεντρική μέθοδος δίνει έμφαση στις διδακτικές τεχνικές με τις οποίες επιδιώκεται η συμμετοχή του μαθητή κα­ θώς και η συνέρευνα με τα υπόλοιπα μέλη της τάξης. Έτσι ο μαθητής έχει τον πρώτο λόγο, μαθαίνει πώς να εργάζεται και να επιλέγει την έγκυρη πληροφό­ ρηση και κυρίως πώς να κάνει τη δική του ολιστική ανάγνωση αξιοποιώντας δεξιότητες από όλα τα μαθήματα και αφυπνίζοντας κρυμμένες «εν δυνάμει» ικανότητες. Ο μαθητής πρέπει να αισθανθεί, να συγκρίνει, να αντιπαραβάλλει, να εντοπίσει ομοιότητες και διαφορές για να ενεργοποιήσει την κρίση του. Οι στοχευμένες ερωτήσεις πρέπει να έχουν και μαιευτικό χαρακτήρα. Δεν εί­ ναι αρκετό να δίνονται χαρακτηρισμοί στους ήρωες του έπους χωρίς να αι­ τιολογούνται ή να εντοπίζονται σημεία του κειμένου από τα οποία εξάγονται αυτοί. Ο φιλόλογος πρέπει να κατευθύνει τη σκέψη του μαθητή, ώστε ο τε­ λευταίος να μάθει την τεχνική με την οποία ανακαλύπτει/σκάβει το κείμενο. Η προηγούμενη μάθηση πρέπει να αποτελεί τη βάση της νέας με τρόπο κον­ στρουβιστικό. Μόνο έτσι το παιδί εκτός από το έπος το οποίο διδάσκεται θα αναπτύξει τους αισθητήρες του και θα μάθει να αφουγκράζεται το κείμενο. Η παραδοσιακή δασκαλοκεντρική διδασκαλία βάζει τον δάσκαλο/ φιλόλο­ γο να δίνει έτοιμες τις πληροφορίες και οι μαθητές να μην σκέπτονται. Να πα­ 306 Εύη Παπαντωνίου, Μαρίνα Στάθη Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ρακολουθούν την εξέλιξη του ταξιδιού του Οδυσσέα, να ακούν για τις τεχνι­ κές του Ομήρου και να συσσωρεύουν πληροφορίες για πολιτιστικά στοιχεία χωρίς να γνωρίζουν πώς να τα αξιοποιήσουν ή ακόμα και σε τι τους χρησι­ μεύουν. Ο φιλόλογος εκτός από το να κινητοποιεί το ενδιαφέρον των μαθη­ τών πρέπει και να τους αφήνει χρόνο να εκφράζονται. Το στοχευμένο ερώ­ τημα πρέπει να είναι το έναυσμα ενός συλλογισμού, μιας ολοκληρωμένης απάντησης, η οποία προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθότητά της ή η εξοι­ κονόμηση του διδακτικού χρόνου πολλές φορές δίνεται από τον ίδιο τον εκ­ παιδευτικό. Ό, τι μπορούν να πουν οι μαθητές δεν το λέει ο εκπαιδευτικός, ώστε να γίνουν σταδιακά δημιουργικοί αναγνώστες, συνταξιδιώτες, που επι­ κοινωνούν με το ομηρικό κείμενο και τον ομηρικό κόσμο. Ακόμα τα στοχευ­ μένα ερωτήματα μπορούν να αναδεικνύονται και μέσα από τα ατομικά φύλ­ λα εργασίας στα οποία ο κάθε μαθητής αναπτύσσει τη σκέψη του και είναι δυνατόν να ακούγεται μια ποικιλία απόψεων και κρίσεων. Σε αυτή την περί­ πτωση έχει το πλεονέκτημα του χρόνου καθώς μπορεί να διατυπώσει προσε­ κτικά τον συλλογισμό του. Εάν θέλουμε το σημερινό σχολείο να ακολουθήσει τα μετανεωτερικά πρό­ τυπα της εκπαίδευσης θα πρέπει το μεγαλύτερο μέρος του διδακτικού χρό­ νου να αφιερώνεται στο μαθητή ενώ ο εκπαιδευτικός θα είναι επιφορτισμένος με την ευθύνη του εναύσματος της σκέψης του. Τα στοχευμένα ερωτήματα που θα προάγουν την κριτική ικανότητα του μαθητή είναι δυνατόν να προκύ­ ψουν ακόμα και μέσα από την αξιοποίηση των παράλληλων κειμένων. Έτσι, το ερέθισμα θα προέλθει μέσα από μια άλλη οπτική, ενός άλλου δημιουργή­ ματος, ενός άλλου δημιουργού και μέσα από τη διαδικασία της σύγκρισης θα εξαχθούν πολλά όμοια αλλά και αντιθετικά συμπεράσματα. Τέλος, μέσα από τη διαδικασία των παράλληλων κειμένων προεκτείνεται και η αναγνωστι­ κή εμπειρία των παιδιών σε δημιουργική γραφή και στο μέλλον σε δια βίου φιλαναγνωσία. Θεωρώ ότι το σημερινό σχολείο έχει να βαδίσει μακρύ δρόμο ακόμα μέχρι η ζυγαριά του διδακτικού χρόνου να γείρει προς τη μεριά του μαθητή. Η γνω­ στική ανασφάλεια πολλών εκπαιδευτικών, η ελλιπής τους καθημερινή προετοι­ μασία με τη διατύπωση στόχων και το άγχος της διδακτέας ύλης είναι απρο­ σπέλαστα εμπόδια. Η μέθοδος των στοχευμένων ερωτημάτων δεν πρέπει να εξαντλείται στην επιφανειακή κατανόηση του μύθου, αλλά με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού να αποβαίνει λόγος δημιουργικής σκέψης και τρόπος ανάπτυ­ ξης της μαθητικής κρίσης. Ας παραχωρηθεί επιτέλους η θέση του πομπού στα παιδιά εγκαταλείποντας τον φλεγματικό χαρακτήρα του παραδοσιακού δέκτη. 307 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Τα στοχευμένα ερωτήματα και η αξιοποίησή τους: 2η περίπτωση Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να έχει ως βασικό σκοπό να αποκτήσουν οι μαθητές την ικανότητα να σκέπτονται, ώστε να κάνουν υπεύθυνες επιλογές και να παίρνουν ανάλογες αποφάσεις ως πολίτες της κοινωνίας. Συνεπώς, είναι ευθύνη των εκπαιδευτικών η προετοι­ μασία και η κατάρτιση των μελών της κοινωνίας. Ωστόσο, για να μπορέσει να ανταποκριθεί ο εκπαιδευτικός στον παραπάνω στόχο θα πρέπει να διαθέτει και τις κατάλληλες δεξιότητες. Ειδικότερα, μία από τις σημαντικότερες δεξι­ ότητες που είναι αναγκαίο να έχει ο δάσκαλος είναι η τέχνη των ερωτήσεων για τη μεθόδευση της προσφοράς της διδακτικής ύλης (Γιοκαρίνης, 1998:22). Στη συνέχεια, κρίνεται απαραίτητο να επισημάνουμε τη σημασία της δια­ τύπωσης των ερωτήσεων σε διάφορες φάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασί­ ας. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνονται οι μαθητές να εκφράζονται, να διατυπώνουν το περιεχόμενο των γνώσεών τους και να αποκαλύπτουν τι σκέφτονται και τι αισθάνονται. Ταυτόχρονα, ενισχύεται το ενδιαφέρον τους και αναπτύσσεται η γνωστική τους περιέργεια. Ακόμη, ο δάσκαλος με την διατύπωση ερωτή­ σεων ενθαρρύνει τη διάθεση για επίλυση προβλημάτων με το λογισμό και τη διερεύνηση. Παράλληλα, οι μαθητές μπορούν να μαθαίνουν ο ένας από τις εμπειρίες του άλλου. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εξασφάλιση της συμμετοχής του μαθητή στη διαδικασία της μάθησης (Γιοκαρίνης, 1998:23). Ωστόσο, αποτελεί κοινό τόπο ότι η διατύπωση των ερωτήσεων από το δά­ σκαλο πρέπει να υπηρετεί συγκεκριμένους στόχους. Σε αυτό το σημείο βασι­ κή παράμετρο συνιστά η ταξινομία των στόχων του Bloom. Ο Bloom διακρί­ νει τους στόχους σε τρεις κατηγορίες: α. στόχοι γνωστικού τομέα, β. στόχοι συναισθηματικού τομέα, γ. στόχοι ψυχοκινητικού τομέα (Κασσωτάκης Μ. και Φλουρής Γ., 2006). Άρα, το άτομο ως ενιαίο ψυχοσωματικό σύνολο παρουσι­ άζει μια τρισδιάστατη λειτουργικότητα (Γιοκαρίνης, 1998: 235-236). Είναι ευ­ ρέως αποδεκτό το γεγονός ότι το σχολείο δεν έχει σκοπό να μεταδίδει στο μαθητή μόνο γνώσεις και να αναπτύσσει σε αυτόν γνωστικές δεξιότητες. Οφεί­ λει, παράλληλα, να καλλιεργεί το συναισθηματικό του κόσμο, να τον βοηθά να αποκρυσταλλώσει τις αξιολογικές του πεποιθήσεις, να διαμορφώσει τις πρέπουσες στάσεις απέναντι στα διάφορα κοινωνικά και άλλα ζητήματα και να καταλήξει σε μια ολοκληρωμένη «φιλοσοφία ζωής» (Κασσωτάκης Μ. και Φλουρής Γ., 2006: 132-133). Ως επιστέγασμα των παραπάνω διαπιστώσεων προκύπτει η ανάγκη αλληλεπίδρασης των τριών τομέων στη μαθησιακή δια­ δικασία, γεγονός που το σημερινό σχολείο δε δίνει ιδιαίτερη σημασία. Αντί­ θετα, παρατηρούμε φαινόμενα υπερτίμησης του γνωστικού τομέα και υποτί­ μησης του συναισθηματικού και ψυχοκινητικού τομέα στόχων, γεγονός που θα σχολιάσουμε στη συνέχεια. 308 Εύη Παπαντωνίου, Μαρίνα Στάθη Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ Παρατήρηση διδασκαλίας Κατά τη διάρκεια έρευνας δράσης που πραγματοποιείται στα πλαίσια του Π.Μ.Σ «Θεωρία, πράξη και αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου» παρατηρή­ σαμε τη διδασκαλία της Ιλιάδας σε μαθητές της Β΄ Γυμνασίου. Διαπιστώσα­ με ότι ο φιλόλογος δίνει ιδιαίτερη βάση σε ερωτήσεις γνωστικού τομέα πα­ ραβλέποντας τον συναισθηματικό. Για παράδειγμα ζητάει από τους μαθητές να χαρακτηρίσουν τους ήρωες της Ιλιάδας, χωρίς να εστιάζει στην κλιμάκω­ ση και την εναλλαγή των συναισθημάτων των ηρώων. Σε αυτό το σημείο αξί­ ζει να αναφέρουμε ότι ένας από τους στόχους του Αναλυτικού Προγράμμα­ τος Σπουδών των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση για το έπος της Ιλιάδας είναι οι μαθητές να πληροφορηθούν, να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τη δράση, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων του αρχαίου κό­ σμου σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και να συγκρίνουν με αντίστοιχες δικές τους εμπειρίες. Για παράδειγμα, να κατανοήσουν οι μαθητές ότι πίσω από τον Αχιλλέα κρύβεται το αίσθημα της τιμής και της γενναιότητας και πίσω από τον Αγαμέμνονα το αίσθημα της φιλαρχίας και να παρατηρούν την εξέλιξη αυτών των συναισθημάτων κατά την εξέλιξη του έπους. Αντίστοιχα, ο φιλόλογος μπορεί να παρακινήσει τους μαθητές να μπουν στη θέση των δύο ηρώων (έννοια της ενσυναίσθησης- ψυχοκινητικός τομέ­ ας) και να σκεφτούν ή να φανταστούν πώς μπορεί να αντιδράσουν τα πρό­ σωπα στη συνέχεια. Με αυτόν τον τρόπο, οι μαθητές δραστηριοποιούνται και εμπλέκονται συναισθηματικά ως αναγνώστες του κειμένου, χωρίς να παρα­ μένουν αποστασιοποιημένοι παρατηρητές της εξέλιξης του έπους. Επίσης, οι συμπεριφορές των ηρώων αξιοποιούνται όχι ως πρότυπα δράσης αλλά ως πρότυπα παράθεσης μιας αιτιώδους ακολουθίας σκέψεων και συναισθημά­ των, η οποία οδηγεί στην ανθρώπινη έκφραση, που συχνά, μάλιστα, επανα­ λαμβάνεται στην πορεία του χρόνου (Φουντοπούλου, 2010: 146). Επομένως, ο φιλόλογος μπορεί να διατυπώσει στοχευμένες ερωτήσεις προκειμένου οι μαθητές να ερμηνεύσουν τα συναισθήματα και τη δράση των ηρώων. Επιπρόσθετα, παρατηρήσαμε ότι ο φιλόλογος δε δίνει σαφή αναγνω­ στική οδηγία πριν προχωρήσει στην ανάγνωση μεγάλου μέρους στίχων του έπους. Αυτή η πρακτική του φιλολόγου έχει σαν αποτέλεσμα οι μαθητές κατά τη διάρ­κεια της ανάγνωσης να αφαιρούνται, να έχουν διάσπαση προσοχής και να συγκρατούν αποσπασματικές πληροφορίες. Για παράδειγμα στην ρα­ ψωδία Α και συγκεκριμένα στους στίχους 350-431 ο φιλόλογος διαβάζοντας το κομμάτι όπου μιλάει ο Αχιλλέας προς τη μητέρα του μπορεί να δώσει την εξής αναγνωστική οδηγία στους μαθητές: «Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης υπογραμμίστε λέξεις ή φράσεις που δείχνουν τη συναισθηματική κατάσταση του Αχιλλέα». Συνεπώς, με τη βοήθεια της αναγνωστικής οδηγίας αναμένεται 309 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ οι μαθητές να εστιάσουν στην συναισθηματική κατάσταση του Αχιλλέα και να είναι σε θέση να συμμετέχουν όλοι στη συνέχεια του μαθήματος. Βιβλιογραφία Γιοκαρίνης, Κωνσταντίνος (1988). Η τεχνική των ερωτήσεων στη διδακτική πράξη και την αξιολόγηση. Αθήνα: αυτοέκδοση. «Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και Αναλυτι­ κά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) Δημοτικού- Γυμνασίου». Στο: ΦΕΚ 303, 13 Μαρτίου 2003. Κασσωτάκης, Μιχαήλ – Φλουρής, Γεώργιος (2006). Μάθηση και διδασκαλία.Θεω- ρία, πράξη και αξιολόγηση της διδασκαλίας. Αθήνα: αυτοέκδοση. Φουντοπούλου, Μαρία-Ζωή (2010). Το προσδιοριστικό πλαίσιο της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση. Αθήνα: Γρηγόρης. Resume On va présenter une recherche en classe concernant le grec ancien en traduction, et plus précisément à Iliada. Le sujet principal de cette recherche est l’ application des méthodes d’un enseignement enrichissant et le rôle des questions spécialement formées dans le procédé de l ’ apprentissage. Pendant l’enseignement on a observé que le professeur met le point plutôt sur la formation des questions qui se rapportent seulement au domaine des connaissances. Continuant la recherche on va valoriser tout au long de l’enseignement des questions de type émotif et kinesthésique. De plus on va observer et analyser leurs résultats dans la procédé de l’apprentissage. Εύη Παπαντωνίου Φιλόλογος – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο πρόγραμμα ΘΕΠΑΕΕ Ευπόλιδος 12, Κάτω Ηλιούπολη, Τ.Κ. 16341 Τηλ.: 6973519864

[email protected]

Μαρίνα Στάθη Φιλόλογος – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο πρόγραμμα ΘΕΠΑΕΕ Κερασούντος 9-11, Νέα Ιωνία, Τ.Κ. 14233 Τηλ.: 6978946761

[email protected]

310 Δανάη Παναγιώτου ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΟΜΑΔΕΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία: Η εξέλιξη στη μαθησιακή πορεία των μαθητών Α΄ Λυκείου μέσα από την εργασία σε ομάδες στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών Δανάη Παναγιώτου Θεωρητικό πλαίσιο Η διδασκαλία σε ομάδες αποτελεί σημαντική διδακτική πρόταση, που από τα τέλη της δεκαετίας του 20ού αιώνα έχει εξελιχθεί σε διδακτικό κίνημα, το οποίο πήρε τη σημερινή του μορφή έχοντας ως αφετηρία διάφορες θεωρη­ τικές σχολές και ασπάζεται τη θέση ότι εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο είναι η διαδικασία μέσα από την οποία αποκτάται η γνώση. Συγκεκριμένα, η σχολή του Dewey και των άλλων εκπροσώπων της Νέας Αγωγής εφάρμοσαν την ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, γιατί θεωρούσαν ότι προωθεί την κοινω­ νικοποίηση του ατόμου και τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, εξασφαλίζο­ ντας συνθήκες βιωματικής μάθησης (Ματσαγγούρας, 2000). Έπειτα η Κοινω­ νική Ψυχολογία, με πρωτοπόρο τον G. Allport, διαπίστωσε ότι, προκειμένου να ξεπεραστούν οι κοινωνικές προκαταλήψεις απέναντι στη διαφορετικότητα, εί­ ναι απαραίτητο να εξασφαλιστούν συνθήκες φυσικής και ισότιμης επικοινωνί­ ας. Οι εκπρόσωποι των μελετητών της δυναμικής των ομάδων, με πρωτοπόρο τον K. Lewin και σύγχρονους εκπροσώπους τους Johnson και Johnson, ασχο­ λήθηκαν ιδιαίτερα με την πορεία ανάπτυξης της ομάδας, τις δομές της και τη συμπεριφορά της απέναντι στις άλλες ομάδες. Τέλος, η ψυχολογία της γνω­ στικής ανάπτυξης, με κύριους εκπροσώπους το J. Piaget και το L. Vygotsky, ασχολήθηκε με τη φύση της γνώσης και τις συνθήκες και διαδικασίες μάθη­ σης και ανάπτυξης. Τα σύγχρονα Αναλυτικά Προγράμματα, καθώς και το Διαθεματικό Πλαί­ σιο Προγράμματος Σπουδών προτείνουν την εργασία σε ομάδες στη σχολι­ κή τάξη, η οποία φαίνεται να μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα σχεδόν τα μαθή­ ματα. Αυτή η διδακτική μέθοδος αναπτύσσει την κοινωνική ζωή στην τάξη, ενώ παράλληλα δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να απαλλαγούν από το φόβο του λάθους και να οδηγηθούν σε βελτιωμένες συμπεριφορές και προ­ σπάθειες (Piaget, 2000). Κατά την ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, η τάξη χωρίζεται σε μικρές ομά­ δες (συνήθως 2 - 6 ατόμων) και οι μαθητές μαθαίνουν μέσα από την αλλη­ 311 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λεπίδραση και την αλληλεξάρτηση να λύνουν προβλήματα και να επιτυγχά­ νουν κοινούς σκοπούς. Η επίτευξη του κοινού σκοπού νοείται ως αποτέλεσμα της αμοιβαίας βοήθειας, ενίσχυσης, ενθάρρυνσης, προσφοράς και ανταλλα­ γής γνώσεων, καθώς και την κατανόηση του γεγονότος ότι είναι απαραίτητη η συμβολή κάθε μέλους. Οι μαθητές σταδιακά κατακτούν τις βασικές κοινω­ νικές δεξιότητες, καθώς και την αίσθηση προσωπικής ευθύνης για το ομαδι­ κό αποτέλεσμα, προϋποθέσεις απαραίτητες για τη συνεργασία τους. Μεγά­ λη σημασία έχει ο σωστός καταμερισμός των εργασιών, ώστε κάθε μέλος να αναλάβει τη διεκπεραίωση ενός μέρους της ομαδικής εργασίας και στη συ­ νέχεια όλοι μαζί να οδηγηθούν στη σύνθεση του όλου μέσα από συζήτηση (Χαραλάμπους, 1999). Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι πρόκειται για μια κοινωνική μορφή οργά­ νωσης της τάξης, όπου οι μαθητές εργάζονται σε μικρές ομάδες προκειμέ­ νου να επιτύχουν ένα κοινό στόχο. Τα οφέλη μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ποικίλα και μπορούν να εντοπιστούν στον κοινωνικό, το διανοητικό, το συναι­ σθηματικό και τον ψυχοκινητικό τομέα. Συγκεκριμένα, οι μαθητές ασκούνται στην ανάληψη πρωτοβουλιών, στον προγραμματισμό δραστηριοτήτων και στην αποδοτική συνεργασία, ενώ παράλληλα μαθαίνουν να σέβονται τα δικαιώματα των άλλων και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους (κοινωνικός τομέας) (Holf, 1993 και Meyer, 1987). Επιπλέον, μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν άμεσα και αποτελεσματικά δυσκολίες και προβλήματα, να αυτενεργούν, να πειραματίζονται, να ασκούν κριτική και γενικότερα να εξελίσσουν τις διανοη­ τικές τους ικανότητες (Ευαγγελόπουλος, 2001 και Χαραλάμπους - Γεωργάς, 1995). Όσον αφορά στο συναισθηματικό τομέα μαθαίνουν να εργάζονται με υπευθυνότητα, να αλληλοβοηθούνται, να ανταλλάσσουν απόψεις, να σέβο­ νται τη γνώμη του άλλου και να αναγνωρίζουν τα λάθη τους (Ματσαγγούρας, 2000). Τέλος, τους δίνεται η δυνατότητα να ξεφύγουν από τη συμβατική μορ­ φή της τάξης που τους καθηλώνει στη μετωπική διάταξη των θρανίων, να εκ­ φραστούν με περισσότερο αυθορμητισμό και να αναπτύξουν νέες δεξιότητες. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων συνεργασίας θεωρείται βασική επιδίωξη του σύγ­ χρονου σχολείου και ταυτίζεται με την κοινωνικοποίηση του ατόμου και την ανάπτυξή του ως ολοκληρωμένου και αυτόνομου προσώπου. Η ανάπτυξη τέτοιων δεξιοτήτων θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς σύμφωνα με τους εκπροσώπους του ομαδοσυνεργατικού κινήματος, πολλά από τα προβλήμα­ τα του σύγχρονου κόσμου οφείλονται στο γεγονός ότι μεγάλος αριθμός των μελών της κοινωνίας μας δεν έχει αναπτύξει επαρκώς κοινωνικές δεξιότητες. Επίσης, από τη στιγμή που το σύγχρονο σχολείο επιδιώκει την εισαγωγή και­ νοτόμων προγραμμάτων που εμπλέκουν περισσότερο το μαθητή στη μαθησι­ ακή διαδικασία και βασίζονται στην ενεργό εμπλοκή του, η στροφή προς την αξιοποίηση ομαδοσυνεργατικών μεθόδων διδασκαλίας θεωρείται αναγκαία. 312 Δανάη Παναγιώτου ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΟΜΑΔΕΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ Για να μπορέσει να επιτευχθεί με επιτυχία και αποτελεσματικότητα η ερ­ γασία σε ομάδες μέσα στην τάξη υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις σχετικά με την αίθουσα διδασκαλίας, τα εποπτικά υλικά του σχολείου και τους συμ­ μετέχοντες στη διαδικασία. Συνιστάται λοιπόν η τάξη να είναι ευρύχωρη και να υπάρχει η δυνατότητα μετακίνησης των θρανίων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία των ομάδων, αλλά και η άμεση οπτι­ κή επαφή με τον πίνακα. Απαραίτητη επίσης είναι η ύπαρξη βιβλιοθήκης στο σχολείο, όπου θα μπορούν οι μαθητές να έχουν πρόσβαση για να ανατρέξουν σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, χάρτες και άλλες πηγές. Ιδιαίτερα χρήσιμη μπο­ ρεί να φανεί και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, μηχανών προβολής και οπτικοακουστικών μέσων, που με τη σωστή χρήση τους από το διδάσκοντα συμβάλλουν στη αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας. Τέλος, το σημαντικό­ τερο ίσως όλων είναι να γνωρίζει καλά ο δάσκαλος τους μαθητές, αλλά και τη συγκεκριμένη μέθοδο ώστε να είναι σε θέση να διαμορφώσει τη διαδικασία ανάλογα με τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντά τους, αλλά και να προβλέ­ ψει τυχόν προβλήματα. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να ξεκινήσει η εφαρμο­ γή της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας από την αρχή της χρονιάς. Αντιθέ­ τως κρίνεται σκόπιμο να εξοικειωθούν σταδιακά οι μαθητές σε αυτήν, ώστε να είναι αποδοτικότερη και η μεταξύ τους συνεργασία, αλλά και με το δάσκαλο. Ένα από τα δυσκολότερα σημεία της εργασίας με ομάδες είναι η σύστα­ ση των ομάδων. Υπάρχει γενικότερη συμφωνία ανάμεσα στους ειδικούς και τους ερευνητές ότι πρέπει να γίνει προσεκτικός χωρισμός, ώστε αυτές να εί­ ναι μικτές ως προς όλα τους τα χαρακτηριστικά (φύλο, νοημοσύνη, επίδο­ ση, ενδιαφέροντα, συμπάθεια), ενώ συχνά προτείνεται η συμπλήρωση ειδι­ κών κοινωνιομετρικών τεστ από τους μαθητές που βοηθούν στον καλύτερο χωρισμό τους. Αξίζει βέβαια εδώ να σημειωθεί πως δεν είναι απαραίτητο η πρώτη σύσταση των ομάδων να γίνει με την παρέμβαση του δασκάλου, αλλά να αποφασίσουν οι ίδιοι οι μαθητές και στη συνέχεια να επέμβει και ο εκπαι­ δευτικός. Όσον αφορά στο μέγεθος των ομάδων, αποδοτικότερες θεωρού­ νται αυτές που δεν ξεπερνούν τα έξι άτομα, ώστε να είναι δυνατή η ανταλλα­ γή απόψεων, αλλά και να μη μονοπωλείται η συζήτηση. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η ομαδοσυνεργατική διδασκα­ λία απαιτεί εξαιρετική οργάνωση και μεθοδικότητα από μέρους του διδάσκο­ ντος, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως είναι μια άκαμπτη και τυποποιημένη διαδικασία. Συνεπώς ο εκπαιδευτικός είναι αυτός που οφείλει να προγραμμα­ τίζει τις δραστηριότητες των ομάδων, να βοηθά στην επιλογή των θεμάτων ή να τα βρίσκει ο ίδιος, να βοηθά στη διανομή των ρόλων μέσα στις ομάδες, να συντονίζει τις δραστηριότητές τους και να τις επιβλέπει διακριτικά, να συ­ ντονίζει τη συζήτηση κατά την παρουσίαση των εργασιών και να αξιολογεί το μαθησιακό αποτέλεσμα και τη συνεργασία (Καρυώτης, 2009). 313 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εφαρμογή στη σχολική τάξη Η παρούσα ερευνητική δραστηριότητα έλαβε χώρα σε μαθητές της Α΄ Λυκεί­ ου του Λεοντείου Λυκείου Πατησίων και συγκεκριμένα στο μάθημα της Αρ­ χαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας. Το τμήμα αποτελείται από 29 μαθητές που στην πλειονότητα ήταν μαζί από το Γυμνάσιο ή ακόμα και το Δημοτικό. Το επίπεδο της τάξης είναι σε γενικές γραμμές καλό και οι μαθη­ τές είναι πρόθυμοι για συνεργασία και συμμετοχή κατά τη διάρκεια του μα­ θήματος. Κάποια από τα παιδιά είχαν εργαστεί σε ομάδες και σε προηγού­ μενες τάξεις, όχι όμως συστηματικά. Η πρώτη προσπάθεια χωρισμού σε ομάδες έγινε με ανάθεση απλής δρα­ στηριότητας, έτσι ώστε να εισαχθούν οι μαθητές ομαλά στην πρώτη ομαδική προσπάθεια. Η τάξη χωρίστηκε σε 5 ομάδες των 6 (ή 5) ατόμων και μοιράστη­ κε στην καθεμία από ένα σταυρόλεξο. Δεν έγινε κάποια προσπάθεια να επέμ­ βουμε στη σύσταση των ομάδων, τέθηκε μόνο ο όρος να αποτελούνται οπωσ­ δήποτε από τουλάχιστον δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Αυτό έγινε και για να είναι μικτές οι ομάδες όσον αφορά στο φύλο, αλλά και για να χωριστούν οι «άτακτοι» μαθητές, χωρίς να συνειδητοποιήσουν ότι χωρίζονται για αυτό το λόγο. Το σταυρόλεξο περιελάμβανε παρατηρήσεις ερμηνευτικού χαρακτήρα, γραμματικές, συντακτικές, λεξιλογικές και ετυμολογικές από την παράγραφο που διδάχθηκαν (Ξενοφώντος Ἑλληνικά, Βιβλίο 2, Κεφάλαιο 2, § 1-2). Όσο οι μαθητές δούλευαν στην επίλυση του σταυρόλεξου, η διδάσκουσα πλησίαζε την κάθε ομάδα ξεχωριστά για να δώσει διευκρινίσεις και να επιλύσει τυχόν απορίες που προέκυπταν. Στη συνέχεια οι ομάδες διάβασαν τις απαντήσεις τους, οι οποίες παρουσιάζονταν παράλληλα στο διαδραστικό πίνακα σε πα­ ρουσίαση του PowerPoint. Στο τέλος αυτής της διδακτικής ώρας δόθηκαν στους μαθητές ερωτημα­ τολόγια, τα οποία έπρεπε να συμπληρώσουν ανώνυμα, σχετικά με την πρώ­ τη τους εντύπωση όσον αφορά στην ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. Από τις απαντήσεις τους προέκυψε ότι: • Οι περισσότεροι μαθητές είχαν δουλέψει λίγες φορές και στο παρελ­ θόν σε ομάδες. • Η συνεργασία με τους συμμαθητές τους κρίθηκε από καλή έως άριστη. • Δε θεώρησαν ότι ήταν μια δύσκολη διαδικασία. • Οι περισσότεροι έκριναν ότι ήταν μια διαδικασία που έκανε το μάθη­ μα πιο ευχάριστο. • Έκριναν ως θετικά στοιχεία της διδασκαλίας: τη συνεργασία με τους συμμαθητές, τη χρήση του διαδραστικού πίνακα, το σταυρόλεξο, τη συμπλήρωση φυλλαδίου με σχεδιαγραμματική απεικόνιση του κειμέ­ νου (έλαβε χώρα πριν το χωρισμό σε ομάδες), το διάλογο και τον εν­ 314 Δανάη Παναγιώτου ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΟΜΑΔΕΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ θουσιασμό της καθηγήτριας. • Έκριναν ως αρνητικά στοιχεία της διδασκαλίας: τη δυσκολία να κατα­ νοήσουν τη μετάφραση του κειμένου. • Θεώρησαν ότι η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία μπορεί να συμβάλ­ λει: στη συνεργασία και την αύξηση της συμμετοχής, στο να γίνει το μάθημα πιο ευχάριστο, στην αλληλοβοήθεια, στην ανταλλαγή από­ ψεων, στο να μαθαίνουν από τα δικά τους λάθη και τα λάθη των άλ­ λων, στην επαφή με τα άλλα μέλη της τάξης, στην καλύτερη κατανό­ ηση του μαθήματος. Η επόμενη διδασκαλία επικεντρώθηκε σε επιφανειακή συντακτική και γραμ­ ματική προσέγγιση του κειμένου και οι ομάδες εργάστηκαν προκειμένου να συμπληρώσουν οι ομάδες ένα φύλλο εργασίας που περιείχε μια ενδεικτι­ κή απόδοση του αρχαίου κειμένου στη νέα ελληνική, με κενά, καθώς και ένα τίτλο στην κάθε παράγραφο. Στην παρουσίαση των απαντήσεων οι μαθητές αντιλήφθηκαν τις διαφορετικές δυνατές μεταφράσεις ενός αρχαίου τύπου στη νέα ελληνική. Η επόμενη δραστηριότητα κατά την οποία η τάξη χωρίστηκε σε ομάδες ήταν και η πιο δημιουργική. Το κεντρικό θέμα ήταν η άφιξη της Παράλου στο λιμάνι του Πειραιά, μετά την ήττα στους Αιγός ποταμούς (Ξενοφώντος Ἑλλη­ νικά, Βιβλίο 2, Κεφάλαιο 2, § 3). Αφού δόθηκε έμφαση στους τύπους με τους οποίους ο Ξενοφών παρουσιάζει τη συναισθηματική κατάσταση των Αθηναί­ ων, οι ομάδες ανέλαβαν από μία διαφορετική εργασία. Μία ομάδα δημιούρ­ γησε ένα διάλογο των μελών του πληρώματος της Παράλου τη στιγμή που ξεκινά το ταξίδι και μία άλλη τη στιγμή που φτάνει στο λιμάνι, η τρίτη και τέ­ ταρτη ένα άρθρο και μια ομιλία σε τηλεοπτική εκπομπή σχετικά με την κατα­ στροφή στους Αιγός ποταμούς και την αντίδραση των Αθηναίων όταν έμα­ θαν τα νέα και η πέμπτη την ομιλία ενός ρήτορα στην εκκλησία του δήμου. Οι ομάδες εκδήλωσαν έντονο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό και παρουσί­ ασαν τις εργασίες τους την επόμενη μέρα και στο διδακτικό χρόνο που απέ­ μεινε πραγματοποιήθηκε παιχνίδι γνώσεων ανάμεσα στις ομάδες, με ερωτή­ σεις από τα διδαχθέντα των προηγούμενων ημερών. Στη διάρκεια της εβδομάδας που η τάξη δούλεψε συστηματικά σε ομά­ δες, παρατηρήθηκε από συναδέλφους η δραστηριότητα της κάθε ομάδας και ο βαθμός στον οποίο επιτεύχθηκε η συνεργασία. Οι συνάδελφοι συμπλήρω­ ναν φύλλα παρατήρησης με στοιχεία που αφορούσαν: • στο είδος της εργασίας που ανατέθηκε στους μαθητές. • στη διάρκεια που οι μαθητές παρέμειναν χωρισμένοι σε ομάδες. • στη διάταξη των θρανίων μέσα στην τάξη. • τη σύσταση των ομάδων. • στους ρόλους που ανέλαβαν οι μαθητές μέσα στις ομάδες. 315 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • στις κινήσεις του κάθε μαθητή (αναζήτηση βοήθειας από τον καθηγη­ τή, συζήτηση για επίλυση της άσκησης, συζήτηση για άσχετα θέματα, βαθμός συμμετοχής, βαθμός συνεργασίας με τα υπόλοιπα μέλη κ.λπ). Από τη διαδικασία της παρατήρησης προέκυψαν τα παρακάτω πορίσματα σχετικά με την εφαρμογή της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας: • Μεγάλη σημασία έχει η διαρρύθμιση του χώρου: πρέπει να εξυπηρε­ τεί τη συνεργασία των μαθητών, να επιτρέπει τις κινήσεις του δασκά­ λου ανάμεσα στα θρανία και να εξασφαλίζει σε όλους τους μαθητές οπτική επαφή με τον πίνακα. • Οι «άτακτοι» μαθητές καλό είναι να μη βρίσκονται στην ίδια ομάδα και, αν αυτό είναι δυνατό, να υπάρχει και απόσταση μεταξύ τους, ώστε να αποφευχθεί η μετατροπή των ομάδων σε ανούσιο παιχνίδι. • Θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι ομάδες να είναι μικτές ως προς την επίδοση, για να αποφευχθεί συσσώρευση των καλών, που θα οδηγήσει σε υπερκάλυψη των αδύναμων, αλλά και το αντίθετο που μπορεί να δυσχεράνει τη συνεργασία και να μειώσει την αυτοπεποί­ θησή τους. • Καλό είναι να μοιράζεται ένα φύλλο εργασίας σε κάθε ομάδα για να δουλεύουν οι μαθητές συνεργατικά και όχι σε υποομάδες. • Κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα πρέπει όλοι οι μαθητές να είναι απασχολημένοι με κάτι, για να προσέχουν την ομάδα που ανα­ κοινώνει (π.χ.: να τους ζητείται να αξιολογούν την εργασία των άλλων και να κάνουν τις δικές τους παρατηρήσεις). • Θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια ώστε η σύνταξη της ομαδικής ερ­ γασίας και η παρουσίαση των αποτελεσμάτων να γίνονται την ίδια δι­ δακτική ώρα, γιατί χάνεται ο ενθουσιασμός των μαθητών. Τέλος, αξίζει να τονιστεί η σημασία της παρατήρησης από συναδέλφους, καθώς και η συμπλήρωση ερωτηματολογίων από τους μαθητές, που μπορούν να εντοπίσουν τα σημεία που δεν κατανόησε η τάξη και να συμβάλουν στον αναστοχασμό του εκπαιδευτικού για τη βελτίωση της διδακτικής πράξης. Η ερευνητική διαδικασία θα συνεχιστεί στο πλαίσιο που προαναφέρθη­ κε και θα διερευνηθούν η περαιτέρω εξέλιξη των μαθητών, οι αντιδράσεις τους, καθώς και όποια άλλη πτυχή της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας κρι­ θεί απαραίτητο. Βιβλιογραφία Γρηγοριάδης, Θεόδωρος. Δημιουργία, δομή και χαρακτηριστικά της συνεργατι- κής ομάδας. Στο: http://dipe.ima.sch.gr/grss3/keimena.htm 316 Δανάη Παναγιώτου ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΟΜΑΔΕΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ Ευαγγελόπουλος, Σ. (2001). «Θέματα Παιδαγωγικής Ψυχολογίας: Ομάδα και δυ­ ναμική της. Παρατήρηση, Κοινωνιομετρική μέθοδος». Στο: Επιθεώρηση Συμ- βουλευτικής και Προσανατολισμού (56-57). Καρυώτης, Θεόδωρος (2009). «Η διδασκαλία με ομάδες εργασίας». Στο: Επιστη- μονικό Βήμα (10). Ματσαγγούρας, Ηλίας. «Η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία: «Γιατί», «Πώς», «Πότε» και «για Ποιους». Στο: Η εφαρμογή της ομαδοκεντρικής διδασκαλίας- τάσεις και εφαρμογές, Θεσσαλονίκη 8-9 Δεκεμβρίου 2000. Ματσαγγούρας, Ηλίας (2000). Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία και Μάθηση, Αθή­ να: Γρηγόρης. Τριλιανός, Αθανάσιος (1998). Προσέγγιση στη μέθοδο διδασκαλίας με ομάδες μα- θητών, Αθήνα. Χαραλάμπους, Ν. & Γεώργας, Δημήτριος (1995). «Συνεργατική μάθηση, σχολική ικανότητα και επίδοση». Στο: Ψυχολογία (2). Χαραλάμπους, Νεόφυτος (1999). Αποτελεσματική μάθηση στις τάξεις μικτής ικα- νότητας. Κύπρος: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Piaget, Jean (2000). Περί Παιδαγωγικής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Summary The present research activity took place in a class of 1st grade high school- students on the subject of Ancient Greek Language and Literature. Pupils have never worked systematically in groups; therefore the gradual introduction to work in groups, by starting from simple activities and moving toward to more compound, was considered as a necessity. Students occasionally had to answer questionnaires focused on the teaching methods which had preceded. Moreover, the degree of achieving cooperation and the functioning of the groups were being recorded by observers, during the lesson. The above procedure has resulted in findings concerning the way in which collaborative teaching can be applied in classroom, in order to contribute to the effectiveness of teaching and learning. Δανάη Παναγιώτου Φιλόλογος – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο πρόγραμμα ΘΕΠΑΕΕ Μάρκου Μπότσαρη 32-34, Πεύκη, Τ.Κ. 15121 Τηλ.: 6973008819

[email protected]

317 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Συγκριτική μελέτη των αντιδράσεων μαθητών της Α΄ Γυμνασίου σε διδασκαλίες, όπου δεν αξιοποιούνται οι ΤΠΕ, και σε διδασκαλίες με τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων Αγγελική Μάρκογλου Θεωρητικό πλαίσιο Η αλματώδης ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών έχει επιφέρει μεγάλες αλλα­ γές σε πολλούς τομείς και δραστηριότητες. Το σχολείο οφείλει να συμβαδί­ ζει με αυτές τις αλλαγές και να αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες προς όφελος της μαθησιακής κοινότητας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι πρώτα εμείς οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που διδάσκουμε και επικοινωνούμε με τους άλλους. Έρευνες έχουν δείξει ότι μέσω της χρήσης τεχνολογικών εργαλείων μπο­ ρούν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για μια αποτελεσματική δι­ δασκαλία, οι οποίες συνοψίζονται ως εξής: • μετάβαση από τη διάλεξη, σε μορφές διδασκαλίας που επικεντρώνο­ νται σε αναζήτηση και διαμεσολάβηση, • μετάβαση από μια σχολική τάξη που «αδιαφορεί», σε μια τάξη που κι­ νητοποιείται μέσα από την ενεργητική συμμετοχή, την επικοινωνία με τους άλλους και τις αυθεντικές δραστηριότητες, • μετάβαση από τη «γνωστική» αξιολόγηση, σε μια διαμορφωτική αξιο­ λόγηση που βασίζεται στις διαδικασίες και στα παραγόμενα πρότυπα, • μετάβαση από μια ανταγωνιστική τάξη, σε μια συνεργατική κοινότη­ τα μάθησης, • μετάβαση από τη μετωπική διδασκαλία, στη διδασκαλία σε ομάδες, • μετάβαση από ένα σύστημα στο οποίο όλοι οι μαθητές μαθαίνουν τα ίδια πράγματα, σε ένα σύστημα όπου κάθε μαθητής ενδεχομένως μα­ θαίνει διαφορετικά (εξατομικευμένη μάθηση). Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τεχνολογία προωθεί την ευρετική – ανακαλυπτική μάθηση “discovery learning” κατά τον Bruner, η οποία σχετίζε­ ται με πολύπλοκες γνωστικές διαδικασίες πρόσκτησης, επεξεργασίας και κω­ δικοποίησης των πληροφοριών. Οι μαθητές διατυπώνουν υποθέσεις, κάνουν συσχετισμούς, οδηγούνται σε συμπεράσματα και οικοδομούν τη γνώση μό­ νοι τους (οικοδόμηση της γνώσης κατά τον Piaget) (Μπασέτας, 2002). Η μά­ 318 Αγγελική Μάρκογλου ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ, ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΠΕ, ΚΑΙ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ θηση συνίσταται στην οργάνωση των εσωτερικών αντιλήψεων και εμπειριών του ατόμου μέσα από διαδικασίες ενεργητικής μάθησης. Τις τελευταίες δεκαετίες καταβάλλονται προσπάθειες αλλαγής των εκπαι­ δευτικών συστημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, ούτως ώστε το σχολείο να αντε­ πεξέλθει στις ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις και ανάγκες. Οι επικρατούσες τάσεις που συναντώνται στο κοινωνικό περιβάλλον τείνουν να επηρεάζουν το εκπαιδευτικό σύστημα, διαχέοντας τις κοινωνικές απαιτήσεις στο επίπεδο της εκπαιδευτικής πολιτικής και παιδαγωγικής πρακτικής μετέπειτα. Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται η εισαγωγή των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στο χώρο της εκπαίδευσης στο πλαίσιο μετάβασης από τη «Βι­ ομηχανική Κοινωνία» στην «Κοινωνία της Πληροφορίας» (Voogt & Pelgrum, 2005). Σε παγκόσμιο επίπεδο η εισαγωγή τους στην εκπαίδευση πραγματο­ ποιήθηκε τη δεκαετία του ’80 με κύριο τεχνολογικό μέσο τον ηλεκτρονικό υπο­ λογιστή (Plomp et al., 1996: 9-10). Τα τελευταία χρόνια, η χρήση τεχνολογικών εργαλείων στην εκπαίδευση έχει γνωρίσει μια πρωτοφανή ανάπτυξη. Οι σύγχρονοι μέθοδοι διδασκαλίας διακρίνονται από τους παλαιότερους κυρίως εξ αιτίας της φύσης του περι­ βάλλοντος διεπαφής του (user interface), του συνόλου δηλαδή των διαύλων επικοινωνίας μεταξύ χρήστη και πληροφορικού συστήματος. Κατά τη «σύγχρονη» διδακτική διαδικασία ο εκπαιδευτικός μετακινείται από τον παραδοσιακό ρόλο της αυθεντίας που του επιβάλλει το δασκαλο­ κεντρικό μοντέλο διδασκαλίας στο ρόλο του μεσολαβητή-διευκολυντή της γνώσης. Κύρια μέριμνά του είναι να διαμορφώσει συνθήκες αυθεντικής επι­ κοινωνίας και συνεργατικής μάθησης. Ορίζει το πλαίσιο της επικοινωνίας, πα­ ρουσιάζει αναλυτικά τους στόχους της διδασκαλίας του και τα αναμενόμενα μαθησιακά αποτελέσματα, περιγράφει το τελικό προϊόν της δραστηριότητας, συν-διαμορφώνει με τους μαθητές τα κριτήρια αξιολόγησής του, καθορίζει τις ομάδες εργασίας, οργανώνει τη μαθησιακή διαδικασία εποικοδομιστικά: οι μαθητές οικοδομούν τη γνώση μέσα από την ανακάλυψη, τη συνεργασία, την καταγραφή και τα κατάλληλα δομημένα φύλλα εργασίας. Παρεμβαίνει για να διευκρινίσει, να συντονίσει, να άρει εμπόδια στη διαπροσωπική επικοινω­ νία, να ενθαρρύνει, να διευκολύνει στη χρήση της υπολογιστικής τεχνολογί­ ας. Επίσης, αξιοποιεί τις δυνατότητες που του παρέχει το Διαδίκτυο για την επιλογή του κατάλληλου δικτυακού τόπου. Οι μαθητές έρχονται σε επαφή με ένα περιβάλλον μάθησης το οποίο υποκρύπτει τις ιδέες-έννοιες που πρέπει να οικοδομηθούν. Και αυτές στηρίζονται πάνω στις προγενέστερες γνώσεις του παιδιού, οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γνώσεις τόσο χειρι­ σμού του υπολογιστή, όσο και σχετικές με το γνωστικό αντικείμενο. O μαθητής μεταβάλλεται μέσα από τις διαδικασίες της ανακάλυψης, σε ένα γνήσιο δημιουργό. Επιπλέον, με το να πληροφορείται αμέσως τα αποτε­ 319 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λέσματα των προσπαθειών του, λαμβάνει την απαραίτητη επανατροφοδότη­ ση για να συνεχίσει ενισχυμένος την προσπάθεια του. Έτσι, αποκτά αυτενέρ­ γεια και απαγκιστρώνεται από την απόλυτη εξάρτηση του εκπαιδευτικού και συμμετέχει ενεργά στη μάθηση, αφού την κατευθύνει ο ίδιος. Για να το πε­ τύχει αυτό, απαιτείται μεγάλη συγκέντρωση της προσοχής του, πράγμα που δεν είναι απαραίτητο στην παραδοσιακή διδασκαλία. Με τον τρόπο αυτό, επι­ τυγχάνεται εξατομίκευση της διδασκαλίας, αφού κάθε μαθητής, ή κάθε ομά­ δα, εργάζεται σύμφωνα με το δικό του ρυθμό μάθησης, με αποτέλεσμα να αφομοιώνει καλύτερα. Οι νέες τεχνολογίες (ΝΤ) εμφανίζονται στην εκπαίδευση ως ένα καινοτό­ μο μέσο. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους όπως η ταχύτητα μετάδοσης των δεδομένων, η δυνατότητα αναπαράστασης της δομής της γνώσης, η αναπα­ ράσταση και μετατροπή της πληροφορίας σε διαφορετικές μορφές δημιουρ­ γούν ένα καινούργιο πλαίσιο που δίνει δυνατότητες για: • Επικοινωνία ιδεών και πληροφορίας • Διαχείριση πληροφορίας • Μοντελοποίηση • Μέτρηση και έλεγχο • Αλληλεπίδραση • Οικοδόμηση της γνώσης • Δημοσιοποίηση εργασιών και ιδεών • Ενεργή συμμετοχή • Συνεργατική μάθηση Οι δυνατότητες των εργαλείων ΝΤ δημιουργούν προϋποθέσεις για το σχε­ διασμό νέου τύπου μαθησιακών δραστηριοτήτων που βασίζονται στην αυθε­ ντικότητα του υλικού, στην καλλιέργεια διαδικασιών έρευνας, στη διαθεμα­ τικότητα και στο διασχολικό διάλογο (Κυνηγός, Χ. & Δημαράκη, Ευ.: 2002). Ο διαδραστικός πίνακας: ένα νέο εργαλείο των ΤΠΕ Ο διαδραστικός πίνακας είναι μια οθόνη ευαίσθητη στην αφή, που δου­λεύει σε συνεργασία με έναν υπολογιστή και έναν βιντεοπροβολέα, παρουσιάζο­ ντας την πληροφορία που εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή. Μοιά­ ζει πολύ με τον παραδοσιακό μαυροπίνακα και χρησιμοποιείται ανάλογα. Ο υπολογιστής που συνδέεται στο διαδραστικό πίνακα, ελέγχεται με το άγγιγ­ μα απευθείας ή με ειδική πένα. Οι εντολές μεταδίδονται στον υπολογιστή αντί να χρησιμοποιείται ποντίκι. Οι περισσότεροι διαδραστικοί πίνακες, συν­ δέονται απλά σε μία θύρα USB του υπολογιστή ή ακόμα και με ασύρματη τε­ χνολογία Bluetooth. Αρκετοί χρειάζονται έναν LCD προβολέα για την προβο­ 320 Αγγελική Μάρκογλου ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ, ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΠΕ, ΚΑΙ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ λή της οθόνης του υπολογιστή στην οθόνη τους, αλλά κάποια μοντέλα έχουν ενσωματωμένο προβολέα πίσω από την οθόνη. Οι εκπαιδευτικοί ήταν οι πρώτοι που αναγνώρισαν τις δυνατότητες του δια­ δραστικού πίνακα ως εργαλείου που βελτιώνει τα μαθησιακά αποτελέσματα και διευκολύνει την προετοιμασία του μαθήματος. Σταδιακά, ο διαδραστικός πίνακας εισήχθηκε στην Εκπαίδευση με πρωτοπόρους το Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία) και τις Η.Π.Α.. Η χρή­ ση του συνοδεύτηκε από εκτενείς έρευνες για την αποτελεσματικότητά του και πολλοί ερευνητές όπως οι Beeland, Cunningham, Latham, Pugh, Carter, Bush, Cooper, Richardson, Cogill και άλλοι, ασχολήθηκαν την τελευταία πε­ νταετία με μελέτες χρήσης του στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαί­ δευση, καθώς και σε τάξεις μαθητών με ειδικές ανάγκες. Οι διαδραστικοί πίνακες αποτελούν έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο διά­ δρασης με ψηφιακό υλικό και πολυμέσα σε ένα περιβάλλον εκπαίδευσης με πολλά άτομα. Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες στο διαδραστικό πίνακα πε­ ριλαμβάνουν διαμόρφωση κειμένου και εικόνων, δημιουργία, εκτύπωση και αποθήκευση σημειώσεων για διαμοιρασμό στους μαθητές, έντυπα ή ηλεκτρο­ νικά σε κοινό αποθηκευτικό χώρο στον υπολογιστή ή μέσω ηλεκτρονικού τα­ χυδρομείου. Δίνεται η δυνατότητα προβολής ιστοσελίδων και βίντεο από το Διαδίκτυο, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα για Προβολές και Προγράμ­ ματα καθώς ο διαδραστικός πίνακας είναι ιδανικός για επίδειξη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παράδειγμα για να δείξει στους μαθητές πώς θα χρησι­ μοποιήσουν μια εφαρμογή - επίδειξη ενός εκπαιδευτικού λογισμικού, για να παρουσιαστεί η δουλειά ενός μαθητή σε όλη την τάξη, να δείξει βίντεο που εξηγούν δύσκολες έννοιες,, για να βοηθήσει οπτικούς μαθητές ή μαθητές με ειδικές ανάγκες, για να δημιουργήσει σημειώσεις, σχήματα, χάρτες και να τα αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση. Οι διαδραστικοί πίνακες παρουσιάζουν κάθε εκπαιδευτική πηγή με ένα ιδιαί­ τερα ελκυστικό τρόπο και κάνουν την εκπαίδευση πιο διασκεδαστική, τόσο για τους εκπαιδευόμενους όσο και για τους εκπαιδευτές, με χρήση περισσό­ τερων και μεγαλύτερης ποικιλίας μέσων εκπαίδευσης. Επίσης, είναι κατάλ­ ληλοι για τις ανάγκες μικρών και μεγάλων σε πλήθος τάξεων. Παράλληλα εν­ θαρρύνουν την κριτική σκέψη. Οι διαδραστικοί πίνακες μπορούν να επηρεάσουν τις εκπαιδευτικές δρα­ στηριότητες με διάφορους τρόπους, όπως με το να κρατούν αμείωτη την προ­ σοχή των μαθητών στο μάθημα, να τους δίνουν κίνητρα και να προωθούν τον ενθουσιασμό για μάθηση, ενώ ταυτόχρονα να τους δίνουν και περισσότερες ευκαιρίες για συμμετοχή, συνεργασία και ανάπτυξη προσωπικών και κοινω­ νικών δεξιοτήτων. Οι διαδραστικοί πίνακες υποστηρίζουν και χρησιμοποιού­ νται σε πολλά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, ενώ δεν είναι αναγκαία η χρήση 321 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ πληκτρολογίου, πράγμα που διευκολύνει την πρόσβαση ειδικότερα για παι­ διά, μεγαλύτερους σε ηλικία και άτομα με ειδικές ανάγκες. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι σημειώσεις που γίνονται κατά τη διάρκεια του μαθήματος μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στις επαναλήψεις που κά­ νουν οι μαθητές, και να οδηγήσουν σε καλύτερα αποτελέσματα την παρα­ κολούθηση των μαθητών (Cogill, 2003). Εκτός των θετικών επιδράσεων στην εκπαίδευση, οι έρευνες έδειξαν ότι η σχεδίαση του μαθήματος πάνω στο δι­ αδραστικό πίνακα μπορεί να βοηθήσει τους εκπαιδευτικούς να κατευθύνουν την προετοιμασία τους, να γίνουν πιο ικανοί στις νέες τεχνολογίες και να αυ­ ξήσουν την παραγωγικότητα τους. Τέλος, παρέχεται η δυνατότητα να διδά­ ξουν και από απόσταση. Η έρευνά μας Στη συγκεκριμένη έρευνα θα συγκρίνουμε τις αντιδράσεις1 και θα καταγρά­ ψουμε τις απόψεις των μαθητών της Α΄ Γυμνασίου στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στα πλαίσια παραδοσιακών διδασκαλιών (χω­ ρίς τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων) και διδασκαλιών με τη χρήση τεχνο­ λογικών εργαλείων2. Πιο συγκεκριμένα, σε πρώτο στάδιο θα καταγραφούν μέσω εντύπων πα­ ρατήρησης3 οι αντιδράσεις των μαθητών στα πλαίσια διδασκαλιών χωρίς τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων. Σε δεύτερο στάδιο, θα καταγραφούν οι αντι­ δράσεις των ίδιων μαθητών στο ίδιο γνωστικό αντικείμενο στα πλαίσια διδα­ σκαλιών με τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων. Εν συνεχεία, θα καταγραφούν οι απόψεις των μαθητών αναφορικά με τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών με και χωρίς τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων. Στο τελικό στάδιο της έρευ­ νας θα συγκριθούν τα έντυπα παρατήρησης των δύο διαφορετικών μεθόδων διδασκαλίας (με και χωρίς τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων), καθώς και θα 1. Με τον όρο αντιδράσεις εννοούμε το γενικό πλαίσιο της συμπεριφοράς των μαθητών, δηλαδή το ενδιαφέρον που δείχνουν, την προσήλωση τους, την προσοχή τους, τη συμμετοχή τους, το πόσες φορές σήκωσαν το χέρι τους, πόσες φορές μίλησαν με τον διπλανό τους, αν συνομιλούν για το μάθημα, αν συνομιλούν για άσχετα θέματα, αν ο μαθητής δείχνει να βαριέται, αν ο μαθητής δείχνει ενθουσιασμό κτλ. 2. Με τον όρο τεχνολογικά εργαλεία εννοείται η χρήση του διαδραστικού πίνακα, του λογισμικού comics (αν είναι εφικτό), της Προβολής Παρουσίασης, των λεγόμενων mind maps (τα οποία θα χρησιμοποιηθούν αν το επιτρέπει η Ενότητα, η οποία θα διδαχθεί) κτλ. 3. Τα έντυπα παρατήρησης έχουν κατασκευαστεί ειδικά για τη συγκεκριμένη έρευνα από τον ίδιο τον ερευνητή και οι παρατηρήσεις θα γίνονται ανά 10λεπτά. 322 Αγγελική Μάρκογλου ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ, ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΠΕ, ΚΑΙ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ αναλυθούν τα ερωτηματολόγια που θα δοθούν στους μαθητές μετά το πέρας των διδασκαλιών. Τέλος, θα είμαστε σε θέση να βγάλουμε ασφαλή συμπερά­ σματα για το πώς αντιδρούν και ποια είναι η άποψη των συγκεκριμένων μα­ θητών της Α΄ γυμνασίου στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτό­ τυπο με και χωρίς τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων. Τα βήματα της έρευνάς μας, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι τα εξής: 1) Παρατηρούνται οι αντιδράσεις των μαθητών στο μάθημα των Αρχαί­ ων Ελληνικών, το οποίο διδάσκεται χωρίς τη χρήση τεχνολογικών μέσων, για όλον τον Ιανουάριο. 2) Παρατηρούνται οι αντιδράσεις των μαθητών του ίδιου τμήματος στο ίδιο μάθημα στις διδασκαλίες που θα κάνει ο ερευνητής με τη χρήση τεχνο­ λογικών εργαλείων. 3) Δίνονται ερωτηματολόγια στα οποία οι μαθητές καλούνται να πουν την άποψή τους για το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών με και χωρίς τη χρήση τε­ χνολογικών εργαλείων. 4) Γίνεται σύγκριση των εντύπων παρατήρησης μεταξύ των διδασκαλιών χωρίς τεχνολογικά μέσα και των διδασκαλιών με τεχνολογικά μέσα. 5) Αναλύονται τα ερωτηματολόγια των μαθητών. 6) Συγγραφή των τελικών αποτελεσμάτων. Βιβλιογραφία Κυνηγός, Χρόνης & Δημαράκη, Ευαγγελία (2002). Νοητικά εργαλεία και πληροφο- ριακά μέσα: Παιδαγωγική αξιοποίηση της Σύγχρονης Τεχνολογίας για τη μετε- ξέλιξη της εκπαιδευτικής πρακτικής. Αθήνα: Καστανιώτη. Mπασέτας, Κωνσταντίνος (2002). Ψυχολογία της μάθησης. Αθήνα: Ατραπός. Τζιμογιάννης, Αθανάσιος (2001). «Οι ΤΠΕ στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: Πραγ- ματικότητα και προοπτικές». Στο: 1o Συνέδριο για την αξιοποίηση των ΤΠΕ στη Διδακτική πράξη. Εκπαιδευτικό λογισμικό και διαδίκτυο, Σύρος 11, 12, 13 Μα- ΐου 2001. Plomp, Τjeerd, Nieveen, Nienke & Pelgrum, Ηans. (1996). Curricular aspects of computers in education. Cross national policies and practices on computers in education. The Netherlands: Kluver Academic Publishers. Voogt, Jοke, & Pelgrum, Hans. (2005). ICT and curriculum change. Human Technology. 323 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Summary In this study we will compare the reactions and record the views of pupils of the first junior high school on the subject of Ancient Greek (from the original text) when teaching using traditional methods (without the use of technological tools) and teaching using technological tools. More specifically, the reactions of students in courses with and without the use of technological tools will be recorded through observation forms and they will be recorded through a questionnaire. Subsequently, we will compare the forms of observation of the two different teaching methods (with and without the use of technological tools). After that, the questionnaires answered by the students will be analyzed. Finally, we will be able to draw reliable conclusions about how pupils react and what are their views A school in the course of Ancient Greek (from the original text) with and without the use of technological tools. Αγγελική Μάρκογλου Φιλόλογος – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο πρόγραμμα ΘΕΠΑΕΕ Αθανασίου Διάκου 12, Ζωγράφος Αττικής, Τ.Κ.: 15772 Τηλ.: 6942956508

[email protected]

324 Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Ζωγόπουλος ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ VROOM-YETTON ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ Ποιοτική ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ Σχολική Ηγεσία Μέθοδοι εφαρμογής του μοντέλου Vroom-Yetton και κριτήρια αποτελεσματικότητας στον παράγοντα Σχολική Ηγεσία και Ποιότητα Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Αθ. Ζωγόπουλος Εισαγωγή Τις τελευταίες δεκαετίες οι εξελίξεις στην οικονομία (ανάδειξη των προτύπων της αγοράς) επηρέασαν το χώρο της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να γίνεται συχνά λόγος, μεταξύ άλλων, για διαρκώς ανανεούμενη εργασιακή ειδίκευση, δια βίου εκπαίδευση κ.ά. Αλλά και στη διοίκησή της, η εκπαίδευση, δείχνει να έχει εξίσου επηρεαστεί από τις αλλαγές του οικονομικού της περιβάλλο­ ντος. Στο πλαίσιο αυτό, το τελευταίο διάστημα, μεγάλος αριθμός χωρών έχει εφαρμόσει τη διαχειριστική αυτοτέλεια των σχολικών τους μονάδων, χωρίς μάλιστα την απόλυτη εξάρτησή τους από το κράτος (Φασούλης, 2010). Επι­ πρόσθετα, οι χώρες αυτές, έχουν υιοθετήσει τις αρχές της διοίκησης ολικής ποιότητας (total quality management), η οποία δίνει έμφαση στους αποδέκτες του μορφωτικού αποτελέσματος, δηλαδή στο μαθητή, στους γονείς, στην κοι­ νωνία και στην αγορά, με την ίδια λογική που οι οργανισμοί και οι επιχειρή­ σεις δίνουν έμφαση στους αποδέκτες των αγαθών και των υπηρεσιών τους. Σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση των αρχών της διοίκησης ολικής ποιότη­ τας στην εκπαίδευση έχει ο διευθυντής της σχολικής μονάδας, ο οποίος κα­ λείται πλέον, ανάμεσα σε άλλα, να διαμορφώσει όραμα, να θέτει επικαιροποι­ ημένους στόχους που να μπορεί να τους μεταδώσει στο σύνολο των μελών του έμψυχου δυναμικού του σχολείου του και με τη γενικότερη συμπεριφο­ ρά του να δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για παρακίνησή τους. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως η ποιοτική σχολική ηγεσία παύει να είναι ατομική, χαρισματική, και γίνεται περισσότερο συλλογική, συμμετοχική και υποστηρικτική, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη του τόσο τις ανάγκες του σχολείου όσο και του προσωπικού του (Σαΐτης, 2008). Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να αξιοποιήσει το μοντέλο των Vroom- 325 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Yetton προκειμένου να προσδιορίσει το στυλ ηγεσίας που πρέπει να έχει ο δι­ ευθυντής-ηγέτης στη διοίκηση μιας σχολικής μονάδας, η οποία δίνει έμφαση στην ποιότητα των αποτελεσμάτων. Επιπρόσθετα, σκοπός της εργασίας είναι να προσδιορίσει τα κριτήρια για τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικότερης άσκησης του ηγετικού ρόλου του διευθυντή – ηγέτη της σχολικής μονάδας. Ηγεσία και Διεύθυνση Η έννοια της ηγεσίας κατέχει κυρίαρχη θέση στη θεωρία της Διοικητικής Επι­ στήμης και στην καθημερινή λειτουργία των σύγχρονων οργανισμών. Αν αξιο­ ποιήσουμε και συνθέσουμε τους ορισμούς που συναντάμε στη βιβλιογραφία, μπορούμε να ορίσουμε την ηγεσία ως μια διαδικασία επηρεασμού της σκέ­ ψης, των συναισθημάτων, των στάσεων και των συμπεριφορών μιας μικρής ή μεγάλης τυπικής ή άτυπης ομάδας ανθρώπων από ένα άτομο (ηγέτης), µε τέτοιο τρόπο ώστε πρόθυμα και εθελοντικά, µε την σωστή συνεργασία, να δί­ νουν τον καλύτερό τους εαυτό για να υλοποιήσουν αποτελεσματικούς στό­ χους που απορρέουν από την αποστολή της ομάδας και τη φιλοδοξία της για πρόοδο ή ένα καλύτερο μέλλον (Μπουραντάς, 2005). Σχετικά µε τη φύση της ηγετικής ικανότητας, οι απόψεις των επιστημόνων διαφέρουν. Από την µία πλευρά υποστηρίζεται πως υπάρχουν άτομα που η φύση τους προίκισε µε ηγετικές ικανότητες, και άρα η «ηγεσία δεν διδάσκε­ ται» (Mullins, 1994), ενώ από την άλλη υποστηρίζεται πως η ηγετική ικανότη­ τα είναι επίκτητη και μπορεί να διδαχτεί, δηλαδή ο ηγέτης δεν γεννιέται, αλλά γίνεται (Σκουλάς, 1983, Σαΐτης, 2008). Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «διευθυντής» (manager) και «ηγέτης» (leader), από την αναδίφηση της σχετικής βιβλιογραφίας συμπεραί­ νουμε πως ο «διευθυντής» είναι συνήθως ένα μορφωμένο και επιδέξιο άτο­ μο το οποίο εργάζεται σκληρά και είναι πλήρως ενημερωμένο σε θέματα που αφορούν τη διοίκηση και την επιστήμη του. Σέβεται το σύστημα και τηρεί τους νόμους και την πολιτική του υπουργείου. Δεν επιτρέπει τα λάθη και εί­ ναι αυστηρός με τον εαυτό του αλλά και µε τους άλλους (Πασιαρδής, 2004). Αντίθετα, ο «ηγέτης» είναι οραματιστής και ενθαρρύνει τις καινοτομίες και τις πρωτοβουλίες. Τον χαρακτηρίζει η απλότητα, είναι ανθρώπινος, ανα­ γνωρίζει τα λάθη του, εν μέρει είναι απρόβλεπτος και χρησιμοποιεί τη θετική ενίσχυση ως κίνητρο για εργασία. Εκτιμά και σέβεται το προσωπικό του και προσπαθεί να το ικανοποιήσει µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ενεργεί ως συνεργάτης και συμπαραστάτης. Συνηθίζει να κοινοποιεί τα προβλήματα που υπάρχουν στα υπόλοιπα µέλη της σχολικής μονάδας του και αναζητά λύσεις από κοινού (Πασιαρδής, 2004). 326 Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Ζωγόπουλος ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ VROOM-YETTON ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ Μέθοδοι και Στυλ Ηγεσίας Υπάρχουν διάφορα προτεινόμενα και εφαρμοζόμενα στυλ ηγεσίας όπως για παράδειγμα το ανθρωποκεντρικό, το εργασιοκεντρικό κ.ά., που σχετίζονται με την προσωπικότητα, τη μόρφωση, την εμπειρία, τον χαρακτήρα και τους εκάστοτε παράγοντες της κατάστασης, δηλαδή την τεχνολογία του οργανι­ σμού, τη δομή του, τα συστήματα και τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται. Οι Vroom και Yetton, προσδιορίζουν πέντε κύρια στυλ λήψης αποφάσεων ή διαφορετικά, πέντε στυλ ηγεσίας (Χυτήρης, 2001): • Δύο αυταρχικού τύπου (τα Α1 και Α2). • Δύο συμβουλευτικού τύπου (τα Σ1 και Σ2). • Ένα ομαδικού τύπου (Ο). Στο Α1 στυλ ο ηγέτης αποφασίζει μόνος του, χωρίς να ζητά ή να επιδιώ­ κει κάποια βοήθεια από τα μέλη της ομάδας, με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του εκείνη τη στιγμή. Στο Α2 στυλ ο ηγέτης αποφασίζει μόνος του, αφού πάρει τις αναγκαίες πληροφορίες από τους υφιστάμενους – συ­ νεργάτες του. Στο Σ1 στυλ ο ηγέτης παίρνει την απόφαση, αφού συμβουλευ­ θεί και πάρει ιδέες, γνώμες, προτάσεις από τους υφισταμένους-συνεργάτες του, σε ατομικό επίπεδο. Στο Σ2 στυλ το πρόβλημα τίθεται στην ομάδα. Συλ­ λέγονται οι αναγκαίες πληροφορίες, ακούγονται οι απόψεις και οι προτάσεις όλων και στη συνέχεια ο ηγέτης αποφασίζει. Στο Ο στυλ το πρόβλημα έρχε­ ται στην ομάδα. Ο ηγέτης ενεργεί ως επικεφαλής της ομάδας χωρίς να την επηρεάζει και η τελική απόφαση λαμβάνεται από κοινού. Για το ποιο και πότε είναι κατάλληλο καθένα από τα προηγούμενα στυλ ηγεσίας που αναφέραμε χρειάζεται να γίνει από τον ηγέτη μια σειρά διαγνω­ στικών ερωτήσεων, οι οποίες είναι: Α. Έχει σημασία ποια απόφαση θα ληφθεί; Υπάρχουν αποφάσεις που εί­ ναι ποιοτικά καλύτερες από τη συγκεκριμένη; Β. Υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για να ληφθεί μια ορθή απόφαση; Γ. Γνωρίζω ακριβώς τι πληροφορίες χρειάζονται; Οι υφιστάμενοι - συνερ­ γάτες μου έχουν αρκετές πληροφορίες για το πρόβλημα; Δ. Είναι κρίσιμο σημείο, για να υλοποιηθεί η απόφαση, η αποδοχή της από τους υφισταμένους - συνεργάτες; Ε. Αν έπαιρνα την απόφαση μόνος μου, είναι σίγουρο ότι θα την αποδέ­ χονταν; Ζ. Μπορώ να εμπιστευθώ τους άλλους ότι θα βασίσουν την απόφαση τους σε υπολογισμούς - εκτιμήσεις και στοιχεία που θα είναι συνεπείς με τους στό­ χους της επιχείρησης; 327 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η. Είναι πιθανή μια σύγκρουση μεταξύ των υφισταμένων μου, όσον αφο­ ρά το ποια απόφαση θα ληφθεί; Η εφαρμογή αυτών των ερωτήσεων-κριτηρίων, οδηγεί στη δημιουργία ενός δέντρου λήψης αποφάσεων, όπως εμφανίζεται στο παρακάτω σχήμα, όπου προτείνεται σε κάθε «κόμβο» του δέντρου και το κατάλληλο, κάθε φορά στυλ ηγεσίας. Σχήμα 1. Το Υπόδειγμα Vroom-Yetton Μορφές - Στυλ Άσκησης της Σχολικής Ηγεσίας Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία οι βασικές μορφές άσκησης ηγεσίας οι οποί­ ες προκύπτουν και μπορούν να εφαρμοστούν στο χώρο της εκπαίδευσης, εί­ ναι η αυταρχική, η δημοκρατική ή συμμετοχική και η χαλαρή ή εξουσιοδοτι­ κή ηγεσία (Ζαβλανός, 1998). Στην αυταρχική ηγεσία, ο διευθυντής-ηγέτης της σχολικής μονάδας αντλεί δύναμη από τη θέση την οποία κατέχει, είναι υπερσυγκεντρωτικός, διαδραμα­ τίζει καθοριστικό ρόλο όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων καθώς και τις ενέρ­ γειες των υφισταμένων του, από τους οποίους απαιτεί πλήρη υπακοή στις δια­ταγές του οι οποίες βασίζονται σε κυρώσεις. Στη δημοκρατική ή συμμετοχική ηγεσία, οι διευθυντές-ηγέτες οδηγούνται σε αποφάσεις ύστερα από συζητήσεις με τους υφισταμένους τους των οποί­ ων λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις απόψεις και τις προτάσεις τους και ενθαρ­ ρύνοντας σε κάθε περίπτωση τη συμμετοχή τους. Στη χαλαρή ή εξουσιοδοτική ηγεσία, ο ρόλος του διευθυντή-ηγέτη εμφα­ νίζεται πολύ περιορισμένος, δίνοντας στους συνεργάτες του μεγάλο βαθμό 328 Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Ζωγόπουλος ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ VROOM-YETTON ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ελευθερίας. Μεταφέρει σχεδόν όλη την εξουσία και τον έλεγχο στους υφι­ σταμένους του, και λειτουργεί ως χορηγός πληροφοριών προς την ομάδα των συνεργατών του. Καθεμία από τις προαναφερόμενες μεθόδους διοίκησης, παρουσιάζει ταυ­ τόχρονα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Διάφοροι παράγοντες διαμορφώ­ νουν την εκάστοτε απόφαση του ηγέτη σχετικά με το ποια μορφή ηγεσίας θα ακολουθήσει ως γενικότερο τρόπο συμπεριφοράς με συνέπεια να μην υπάρ­ χουν σταθεροί κανόνες διοίκησης που να μπορούν να εφαρμοστούν αποτελε­ σματικά σε όλες τις περιπτώσεις άσκησης της διοικητικής εξουσίας. Η υιοθέτηση κάποιου από τους προαναφερόμενους τρόπους ηγεσίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό ακόμη από την προσωπικότητα του ηγέτη, την ωριμότητα και τις προσωπικές διαθέσεις των υφισταμένων του και από το γε­ νικότερο κλίμα που επικρατεί στη σχολική μονάδα (Σαΐτης, 2008). Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές πως το μοντέλο των Vroom και Yetton δύναται υπό τις κατάλληλες κάθε φορά προϋποθέσεις να εφαρμοστεί στη σχολική ηγεσία. Άλλα μοντέλα ηγεσίας είναι η συναλλακτική (transformational) και η μετασχη­ ματιστική (transactional) (Ράπτης & Βιτσιλάκη, 2007). Στη συναλλακτική ηγεσία ο ηγέτης επηρεάζει τους υφισταμένους του µέσω μιας συναλλαγής προκειμέ­ νου να επιτευχθούν οι στόχοι που θέτει ο ίδιος για την αποτελεσματικότητα της σχολικής μονάδας. Ο διευθυντής-ηγέτης συμμετέχει λειτουργώντας παράλλη­ λα και ως διαμεσολαβητής. Γνωρίζοντας τις ανάγκες του προσωπικού του προ­ σπαθεί να τους ικανοποιήσει, σε αντάλλαγμα πάντα της εργασιακής τους απο­ δοτικότητας, εστιάζοντας όμως τις προσπάθειές του περισσότερο στις δομές και τους σκοπούς της σχολικής μονάδας (Leithwood & Jantzi, 1997). Στη μετα­ σχηματιστική ηγεσία συνεργάζονται οι διοικούντες και οι εκπαιδευτικοί έτσι ώστε να προωθούν ο ένας τον άλλον σε υψηλότερα επίπεδα αφοσίωσης, δημιουρ­ γίας κινήτρων και ηθικότητας. Με αυτό τον τρόπο οι δύο ομάδες ενοποιού­νται με βάση τον κοινό στόχο (Ράπτης & Βιτσιλάκη, 2007). Κριτήρια αποτελεσματικότητας της σχολικής ηγεσίας Ο διευθυντής μιας σύγχρονης σχολικής μονάδας αναλαμβάνει πληθώρα κα­ θηκόντων που η πραγματοποίησή τους εξαρτάται από το βαθμό της διοικη­ τικής εμπειρίας του και το επιστημονικό υπόβαθρο που διαθέτει σε θέματα οργάνωσης και διοίκησης της εκπαίδευσης. Όμως, δεν έχει καθιερωθεί ένα σύστημα εκπαίδευσης διευθυντικών στελεχών, ώστε οι διευθυντές των σχο­ λείων να έχουν την κατάλληλη κατάρτιση σε θέματα της σύγχρονης διοίκη­ σης. Τα διευθυντικά στελέχη υποχρεώνονται να διαθέτουν αρκετό χρόνο για 329 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ τη διεκπεραίωση διοικητικών θεμάτων και να τηρούν τις βασικές αρχές διοί­ κησης, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο αντιμετώπισης του ανθρώ­ πινου παράγοντα και στην ανάπτυξη καλών διαπροσωπικών σχέσεων μέσα στο σχολείο, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική συνεργασία των αν­ θρώπων που ηγούνται των άλλων και το κατάλληλο εκείνο παιδαγωγικό πε­ ριβάλλον που είναι απαραίτητο για να διατηρείται η συνοχή μεταξύ των με­ λών που απαρτίζουν μια σχολική μονάδα. (Κωτσίκης, 2003). Όπως προκύπτει από τη σχετική βιβλιογραφία, τα κριτήρια που διαμορ­ φώνουν τον παράγοντα «ποιοτική σχολική ηγεσία», είναι δυναμικά (Κουτού­ ζης, 1999). Ορισμένα όμως από αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν περισσό­ τερο το διευθυντή-ηγέτη μιας σχολικής μονάδας, η οποία λειτουργεί με τις αρχές της διοίκησης ολικής ποιότητας, στο να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα για την παρακίνηση του έμψυχου δυναμικού του σχολείου του και να βελτιώσει τις διαπροσωπικές σχέσεις των μελών του. Συγκεκριμένα αυτά εί­ ναι (Ζωγόπουλος, 2011): Αποτελεσματικότητα-ευελιξία Όταν σε μια σχολική μονάδα ο ηγέτης είναι συμμετοχικός και όχι απλά διεκ­ παιρεωτικός, σέβεται όλους τους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικα­ σία ενθαρρύνοντας τις πρωτοβουλίες τους, τότε το σχολικό κλίμα είναι ανοι­ κτό ευέλικτο και δημιουργικό και τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα είναι υψηλά (McBeath, 2005). Αυτό ακόμη σχετίζεται και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την προσωπικότητα του καθενός ηγέτη (αυτοπεποίθηση, νο­ οτροπία, αποφασιστικότητα). Στην προσπάθειά τους όμως να υλοποιήσουν τα παραπάνω οι διευθυντές σχολικών μονάδων, παρόμοια με τα άλλα ηγετι­ κά στελέχη της εκπαίδευσης (Διευθυντές Εκπαίδευσης, Σχολικούς Συμβού­ λους), έρχονται αντιμέτωποι με την ανάγκη τήρησης του θεσμικού πλαισίου και την εφαρμογή των κατευθύνσεων που τους παρέχονται από την κεντρική εξουσία. Γα το λόγο αυτό, η αλλαγή της οργάνωσης μιας σχολικής μονάδας που δίνει έμφαση στη διοίκηση ποιότητας, θα μπορούσε να επιτευχτεί με την ανάπτυξη ποικίλων μορφών ηγεσίας που να συνδυάζουν τόσο τη διασφάλιση και την «ενδυνάμωση» της δημιουργικότητας του ανθρώπινου δυναμικού της σε μια ποιοτικά αναβαθμισμένη και παιδαγωγικά ολοκληρωμένη εκπαίδευση, όσο και την υπηρεσιακή ανάγκη τήρησης των προβλεπόμενων διαδικασιών. Ενδυνάμωση Επειδή στην εποχή μας, τα στελέχη της εκπαίδευσης καλούνται να διαδρα­ ματίσουν έναν περισσότερο σύνθετο και πολύπλοκο ρόλο θα πρέπει να τους παρέχεται η κατάλληλη κατάρτιση ώστε να μπορέσουν να προσφέρουν ποι­ οτικά ανώτερη και αποτελεσματικότερη εκπαίδευση. 330 Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Ζωγόπουλος ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ VROOM-YETTON ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ Η ποιοτική διοίκηση απαιτεί στελέχη που να διαθέτουν χαρακτηριστικά κα­ λού manager και εκπαιδευτή, με ιδιαίτερη έμφαση στη συνέπεια, την ενεργη­ τικότητα, την υπευθυνότητα, την πρωτοβουλία, τη διαλλακτικότητα και εφο­ διασμένα με υπομονή, επιμονή και θέληση. Βασική παραδοχή της αποτελεσματικότερης εκπαιδευτικής διοίκησης εί­ ναι η ιδέα της «ενδυνάμωσης» του έργου της. Η «ενδυνάμωση» του εκπαιδευ­ τικού αποτελέσματος ως ανθρωποκεντρική πολιτική έχει δύο σκέλη: το ένα αποτελεί η δυνατότητα αξιοποίησης του ανθρώπινου εκπαιδευτικού δυναμι­ κού, ώστε με την κατάλληλη παρακίνηση να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αναβάθμιση του εκπαιδευτικού αποτελέσματος, και το άλλο χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια για τη διέγερση της φαντασίας και την ανταμοιβή της δημιουργικής σκέψης και προσπάθειας. (Hackman & Lawler, 1977). Αξιοκρατική επιλογή Σημαντικά είναι τα θέματα που έχουν σχέση με την επιλογή των στελεχών της εκπαίδευσης, η οποία θα πρέπει να είναι σταθερή όσον αφορά τα κριτή­ ρια και τις διαδικασίες. Οι συνεχείς αλλαγές προκαλούν αστάθεια, ανασφά­ λεια, ακύρωση δημιουργικών επιλογών και πρωτοβουλιών. Η αξιοκρατική επι­ λογή βοηθά τα στελέχη των εκπαιδευτικών οργανισμών να δημιουργήσουν στρατηγικό όραμα και να συντηρήσουν κλίμα ενδυνάμωσης, καινοτομίας και βελτίωσης όλων των πόρων του οργανισμού, θέτοντας υψηλές προσδοκίες, καταδεικνύοντας προσωπική αφοσίωση στην επίτευξη των ποιοτικών εκπαι­ δευτικών υπηρεσιών (Ζωγόπουλος, 2011). Ποιοτικά χαρακτηριστικά Ένα ηγετικό στέλεχος θα πρέπει να διαθέτει και ορισμένα ποιοτικά χαρακτη­ ριστικά και αρετές προκειμένου να διαμορφώνει και να αναδεικνύει οράμα­ τα και συλλογικούς στόχους, να εφαρμόζει σύγχρονες φιλοσοφίες διοίκησης εστιασμένες στο μαθητή, να συμβάλλει θετικά στη δημιουργία και διατήρηση ενός καλού εργασιακού κλίματος, να συντονίζει τις εργασίες, να είναι συμμε­ τοχικός και ευέλικτος, να ενθαρρύνει πρωτοβουλίες και να δέχεται νέες προ­ τάσεις και ιδέες, να διευκολύνει το έργο των υφισταμένων του αλλά και των συνεργατών του, να εκφράζει και να προωθεί αξίες όπως ισοτιμία, συνεργα­ σία, κοινή δέσμευση και απόδοση λόγου, να διευρύνει επικοινωνίες και συ­ νεργασίες με το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον της σχολικής μονάδας. Ενίσχυση του ρόλου Αρκετοί ερευνητές διερωτώνται με ποιο τρόπο μπορεί να διαπιστωθεί ότι η σχολική ηγεσία συμβάλλει ουσιαστικά σε μία μετρήσιμη διαφορά όσον αφο­ ρά την ποιότητα των παρεχομένων εκπαιδευτικών υπηρεσιών, καθώς υποστη­ 331 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρίζουν ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν παρέχεται η δυνατότητα στην ηγεσία κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού να αναλάβει πρωτοβουλίες αφού ειδικοί κα­ νονισμοί από τα σχετικά υπουργεία και από άλλους αρμόδιους φορείς συχνά περιορίζουν τους ηγέτες να έχουν τον πλήρη έλεγχο για τη βελτίωση της ποιό­ τητας των υπηρεσιών που προσφέρουν (Hanushek, 1998). Επομένως, υπάρχει ανάγκη για επαναπροσδιορισμό αλλά και ενίσχυση του ρόλου της ηγεσίας. Συμπεράσματα-Προτάσεις Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας ασκεί δύσκολο έργο γιατί καλείται να ενεργοποιήσει και να καθοδηγήσει το ανθρώπινο δυναμικό, προκειμένου να συμβάλει αποτελεσματικά στην πραγμάτωση των σκοπών του σχολείου. Η διοι­κητική εποπτεία συνδέεται με την εναρμόνιση της δράσης της με το κοι­ νωνικό περιβάλλον, την αποδοχή των γνωστικών μεταβολών και την πραγμα­ τοποίηση των στόχων της εκπαίδευσης. Η επίτευξη των σκοπών και των στόχων της ποιοτικής διοίκησης απαι­ τεί προσπάθειες, προγράμματα, συντονισμό δράσεων και κυρίως ένα όραμα κοινό που θα μοιράζονται ο διευθυντής του σχολείου και οι εκπαιδευτικοί. Η δια­μόρφωση του κοινού αυτού οράματος δίνει στη σχολική μονάδα μια αί­ σθηση κατεύθυνσης προς την οποία θα κινηθεί. Στον τομέα αυτό σημαντικό ρόλο παίζει η προσωπικότητα του διευθυντή – ηγέτη του σχολείου που με τη δυναμική αφοσίωσή του καθοδηγεί τον επιτυχή μετασχηματισμό του οράμα­ τος σε πραγματικότητα. Στο ευρύτερο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διοίκησης, εντός του οποίου ασκεί τα καθήκοντά του ο διευθυντής-ηγέτης της σχολικής μονάδας που δίνει έμ­ φαση στην ποιοτική ηγεσία, προτείνεται η δημιουργία ενός περισσότερο ευ­ έλικτου και λειτουργικού συστήματος εποπτείας-καθοδήγησης των σχολικών μονάδων καθώς και της οργάνωσης-διοίκησής τους. Επιπρόσθετα αναγκαία κρίνεται και η αξιοκρατική ανάδειξη των διευθυντών των σχολικών μονάδων βάση θεσπισμένων κριτηρίων επιλογής όπως επίσης και η εξειδικευμένη και συνεχής επιμόρφωσή τους. Απαιτείται επίσης καθολική συνεργασία και επικοι­ νωνία τους με το προσωπικό της αρμοδιότητάς τους τόσο για την ευρυθμία όλων των λειτουργιών της εκπαιδευτικής διαδικασίας της σχολικής τους μο­ νάδας, όσο και για να είναι το σχολείο δημοκρατικό και ανοικτό στην κοινωνία. 332 Γεώργιος Μπαραλής, Ευστάθιος Ζωγόπουλος ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ VROOM-YETTON ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ Βιβλιογραφία Ζαβλανός, Μ. (1998). Μάνατζµεντ, Αθήνα. Έλλην. Ζωγόπουλος, Ε. (2011). Ανάλυση Παραγόντων και Κριτηρίων και Υλοποίηση Μο- ντέλου Βελτίωσης Ολικής Ποιότητας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα, Αυτοέκδοση. Κουτούζης, Μ. (1999) Γενικές Αρχές Μάνατζμεντ, Πάτρα. Εκδόσεις ΕΑΠ, Κωτσίκης, Β. (2003). Εκπαιδευτική Διοίκηση & Πολιτική. Αθήνα. Έλλην. Μπουραντάς, Δ. (2005). Ηγεσία. Αθήνα. Κριτική. Πασιαρδής, Π. (2004). Εκπαιδευτική Ηγεσία. Αθήνα. Μεταίχμιο. Ράπτης Ν. & Βιτσιλάκη, Χ. (2007). Ηγεσία και Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων. Θεσσαλονίκη. Αφοί Κυριακίδη. Σαΐτης, Χ. (2008). Οργάνωση & Διοίκηση της Εκπαίδευσης. Αθήνα. Αυτοέκδοση. Σκουλάς, Ν. (1983). Η Ανθρώπινη Διοίκηση. Αθήνα. Φασούλης, Κ. (2010). Η ποιότητα στον ευρωπαϊκό χώρο της ανώτατης εκπαίδευ- σης. Αθήνα. Ατραπός. Χυτήρης, Λ.Σ. (2001). Διοίκηση Ανθρώπινων Πόρων. Αθήνα. Interbooks. Hackman, R. & Lawler, E. (1977). Perspectives on behavior in organizations. McGraw-Hill, New York. Hanushek, E. (1998). The Evidence on Class Size. Rochester, NY: University of Rochester. W. Allen Wallis. Institute of Political Economy. Leithwood, K. & Jantzi, D. (1997). Explaining Variation in Teachers’ Perception of Principals’ Leadership: A replication. Journal of Educational Administration, 35, 312–331. McBeath, J. (2005). Leadership as Distributed: A matter of practice. School Leadership and Management, 25 (4), 349-366. Mullins, L. (1994). Management and Organizational Behavior. Pitmans Publishing, London. 333 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract In organizations, the leadership is the one that will determine what means quality through the daily practice aimed at customer’s satisfaction and by increasing the value of human resources. In educational organizations the effective leadership constitutes one of the most important factors. In the present article we will attempt to analyze the most important dynamic criteria of factor “Leadership” for the improvement of educational process, based on the theory model of Vroom – Yetton. Ευστάθιος Αθ. Ζωγόπουλος Δρ. Μηχανικός Ε.Μ.Π – Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ12.04 Μεγ. Σπηλαίου 25-27, Τ.Κ 11522, Αθήνα Τηλέφωνο: 6932928885

[email protected]

Γεώργιος Μπαραλής Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ιπποκράτους, 20 Αθήνα Τηλέφωνο:2103688493

[email protected]

334 Αικατερίνη Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος Ο “ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ” ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Ο «Μετασχηματιστικός» Ηγέτης στην Εκπαίδευση Αικατερίνη Κ. Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος Εισαγωγή Η ηγεσία αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές διαδικασίες της διοίκησης αν­ θρώπινων πόρων. Όπως τόνισε ο Κάντας (2008: 175-179) το φαινόμενο της ηγεσίας είναι κατεξοχήν ομαδικό φαινόμενο, που αναφέρεται στις διαδικασίες επιρροής και αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Σύμφω­ να με τη Μπελεγρή-Ρομπόλη (2002: 179), «η ηγεσία είναι μια διαδικασία, κατά την οποία ένα άτομο επηρεάζει άλλα άτομα (ή ομάδες ατόμων) και λαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, ώστε να υποκινήσει και να οδηγήσει μεμονω­ μένα τα άτομα ή την ομάδα στην επίτευξη κάποιων στόχων». Σε κάθε μικρή ή μεγάλη, τυπική ή άτυπη κοινωνική οργάνωση είναι γεγονός πως οι επιτυχίες, αποτυχίες, η συμπεριφορά, η λειτουργία, η ανάπτυξη της όπως και η αποτε­ λεσματικότητα των διοικητικών στελεχών της είναι εξαρτώμενη από τον τρό­ πο με τον οποίο τα διοικητικά στελέχη ηγούνται καθώς και από την ικανότητά τους να δημιουργούν ευμενείς όρους ηγεσίας. Σύμφωνα με το Rost (1993) «η ουσία της ηγεσίας δεν είναι ο ηγέτης, αλλά η σχέση του με αυτούς που τον ακολουθούν» (αναφέρεται στο Curtis, 1998). Αναμφίβολα σε κάθε περίοδο της ιστορίας οι μεγάλοι ηγέτες ξεχώριζαν, κατοχύρωναν τη θέση τους, δημιουρ­ γούσαν μια ασφάλεια, σιγουριά απέναντι σε οτιδήποτε αβέβαιο και αυτό δι­ ότι συμπαρέσυραν και συνεχίζουν να συμπαρασύρουν συναισθηματικά τους συνεργάτες τους, ελέγχοντας ακόμη και τα συναισθήματα τους (Goleman, Boyatzis & McKee 2002: 24-34). Η ηγεσία για πολλά χρόνια έχει αποτελέσει θέμα μελέτης για πολλούς ερευ­ νητές. Πολλές προσπάθειες έγιναν με σκοπό τη μελέτη των διαφορετικών χαρα­ κτηριστικών της συμπεριφοράς των ηγετών ως προς την ομάδα (e.g., Goleman, 1995, Lewin, Lippitt & White, 1939). Πολλές διαφορετικές θεωρίες διατυπώθηκαν, οι περισσότερες από αυτές μπορούν να ομαδοποιηθούν σε έναν από τους παρα­ κάτω τύπους: 1. Παραδοσιακές Θεωρίες Ηγεσίας κατά τις οποίες οι ερευνητές επικεντρώνονται στις καθολικές ιδιότητες των ηγετών πριν εξετάσουν σχετικούς παράγοντες, μετριάζοντας έτσι, την αποτελεσματικότητα της ηγεσίας. Περιλαμ­ βάνουν α) θεωρίες που επικεντρώνονται κυρίως στα ατομικά χαρακτηριστικά ενός ηγέτη (Trait-based Theories), β) θεωρίες που μελετούν τη συμπεριφορά (Behavioral Theories) και γ) θεωρίες που δίνουν έμφαση στις συνθήκες του πε­ ριβάλλοντος (Contingency Theories). 2. Σύγχρονες Θεωρίες Ηγεσίας οι οποίες 335 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ αναφέρονται στα συναισθήματα, στη διαμόρφωση και προώθηση ενός οράμα­ τος και στη στήριξη των αντιλήψεων των υφισταμένων (Κάντας, 2008: 175-179) και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται: α) Διαπραγματευτική Ηγεσία (Transactional leadership), β) Στρατηγική Ηγεσία (Strategic Leadership), γ) Εκπαιδευτική Ηγε­ σία (Educative leadership), δ) Οργανωσιακή Ηγεσία (Organizational leadership), ε) Μετασχηματιστική Ηγεσία (Transformational Leadership) (Tng, 2009), στ) Νε­ οσύστατη Ηγεσία (Emergent leadership), ζ) Περίπλοκη ηγεσία, η) Κατανεμημέ­ νη Ηγεσία (Distributed leadership) (Lulee, 2011). Κάθε θεωρία ηγεσίας έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Έρευνες έδειξαν πως εκτός από την οργανωσιακή αφοσίωση, την αντιλαμ­ βανόμενη οργανωσιακή υποστήριξη και το επίπεδο της εκπαίδευσης, ένας άλ­ λος παράγοντας που επηρεάζει την επαγγελματική ικανοποίηση είναι η ηγεσία (Freund, 2005, Loke, 2001, Yoon & Thye, 2002) (ανακλήθηκε από Mahmoud, 2008). Ο Chelladurai (2006) ανέφερε ότι μια αποτελεσματική ηγεσία βοηθά τους εργαζόμενους να κατανοήσουν τους ρόλους τους στο χώρο εργασίας βελτιώνοντας την απόδοσή τους. Ακόμη, συμβάλλει στην αύξηση της παρα­ κίνησης, της προσωπικής ανάπτυξης, της απόδοσης και της επαγγελματικής ικανοποίησης. Άλλες έρευνες καθιέρωσαν την ιδέα ότι η επαγγελματική ικα­ νοποίηση των υπαλλήλων σε διαφορετικούς οργανισμούς επηρεάζεται σημα­ ντικά από τα διαφορετικά ηγετικά στυλ. Ο Smith (1983) και η ομάδα του σε μελέτες που έκαναν σε υπαλλήλους τραπεζών βρήκαν πως η ηγετική συμπε­ ριφορά συμβάλει καθοριστικά στην επαγγελματική ικανοποίηση (ανακλήθη­ κε από Nguni, 2006). Επιπρόσθετα, έρευνες σε σχολεία έδειξαν ότι η υψηλή αυτο-αποτελεσματικότητα σχετίζεται άμεσα με την ηγετική συμπεριφορά δι­ ευθυντών οι οποίοι δημιουργούν κίνητρα, όραμα και δίνουν τη δυνατότητα στους καθηγητές για ευελιξία μέσα στην τάξη (Hipp & Bredeson, 1995, Lee, Dedrick & Smith, 1991). Τέλος, τα αποτελέσματα έρευνας των Nir και Kranot (2006) στο Ισραήλ δείχνουν ότι η σχέση μεταξύ της ηγεσίας ενός σχολείου και της αυτο-αποτελεσματικότητας των καθηγητών επηρεάζεται από την επαγ­ γελματική ικανοποίηση των καθηγητών. Μετασχηματιστική Ηγεσία Τις τελευταίες δυο δεκαετίες, στο χώρο της ηγεσίας έχει κυριαρχήσει η θεω­ ρία της «μετασχηματιστικής» ηγεσίας. Ένας «μετασχηματιστικός» ηγέτης μπο­ ρεί να είναι ο γονιός, ο προπονητής, ένας θρησκευτικός ηγέτης, ο επιχειρη­ ματίας μετασχηματίζοντας και προκαλώντας κάθε φορά την οικογένεια, την ομάδα, τους θρησκευτικούς οπαδούς, τους υφισταμένους και τους φίλους (Johannsen, 2010). Ειδικότερα η έννοια της «μετασχηματιστικής» ηγεσίας 336 Αικατερίνη Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος Ο “ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ” ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (Transformational leadership) ορίστηκε αρχικά από τον Βass (1985) ο οποίος υποστήριξε ότι στη «μετασχηματιστική» ηγεσία ο ηγέτης επηρεάζει τους οπα­ δούς, οι οποίοι προορίζονται να εμπιστευθούν, να θαυμάσουν και να σεβα­ στούν τον ηγέτη (Changingminds.org(α)) καθώς επίσης τόνισε ότι η μετασχη­ ματιστική ηγεσία έχει τρία χαρακτηριστικά: α) το διαπραγματευτικό στοιχείο, β) την εξατομικευμένη φροντίδα και γ) τα διανοητικά ερεθίσματα. Σύμφωνα με τον Burns (1978) στη «μετασχηματιστική» ηγεσία οι ηγέτες και οι οπαδοί συμ­ μετέχουν σε μια αμοιβαία διαδικασία «υψώνοντας ο ένας τον άλλο σε υψηλό­ τερα επίπεδα ηθικής και κινήτρου» (Changingmind.org(β)). Επιπλέον, ο ηγέ­ της εμπιστεύεται τους υφισταμένους-συνεργάτες του και αναδιαμορφώνει το χώρο εργασίας σε ένα χώρο όπου μπορείς να δημιουργήσεις και να πετύχεις υψηλές επιδόσεις (Κυριατζάκου, 2009). Οι Kouzes και Posner (2002), υποστή­ ριξαν πως στη «μετασχηματιστική» Ηγεσία όλοι –ηγέτης, υφιστάμενοι, συνερ­ γάτες – συμμετέχουν ενεργά στη τελική απόφαση. Κατά καιρούς έχουν δημιουργηθεί ποικίλα εργαλεία-ερωτηματολόγια μέ­ τρησης της «μετασχηματιστικής» ηγεσίας. Οι Bass και Avolio (1990) δημι­ ούργησαν το Ερωτηματολόγιο Πολυπαραγοντικής Ηγεσίας (The Multifactor Leadership Questionnaire-MLQ) το οποίο έχει μεταφραστεί σε αρκετά πολ­ λές γλώσσες, και το οποίο διακρίνεται σε δύο εκδόσεις. Η πρώτη έκδο­ ση αναφέρεται στους ίδιους τους ηγέτες και η δέυτερη στους υφισταμέ­ νους. Οι παράγοντες στους οποίους έχει διαχωριστεί το ερωτηματολόγιο είναι: εξειδανικευμένη επίδραση (idealised influence), εμπνευσμένο κίνητρο (inspirational motivation), πνευματική διέγερση (intellectual stimulation), εξατο­ μικευμένη αντιμετώπιση (individualized consideration), διαχείριση με εξαίρεση (management-by-exception), ενδεχόμενη ανταμοιβή (contingent reward) και πολιτική μη επέμβασης (laissez-faire) (Transormational Leadership, 2007). Την ίδια εποχή οι Podsakoff, MacKenzie, Moorman και Felter (1990) δημιούργησαν τον Κατάλογο «Mετασχηματιστικής» Ηγετικής Συμπεριφοράς (Transformational Leadership Behavior Inventory-TLI) στο οποίο οι διαστάσεις-παράγοντες κα­ τηγοριοποιήθηκαν στο βασικό τμήμα της «μετασχηματιστικής» συμπεριφο­ ράς (transformational leadership behavior), στην εξατομικευμένη αντιμετώ­ πιση (individualized consideration), στην πνευματική διέγερση (intellectual stimulation) και στις υψηλές προσδοκίες για την εκτέλεση του έργου (high expectations for performance) (Bass & Riggio, 2006). Η ανάγκη για τη μέ­ τρηση της «μετασχηματιστικής» ηγεσίας στηριζόμενη αποκλειστικά στα χα­ ρακτηριστικά και στην κουλτούρα της Μεγάλης Βρετανίας οδήγησε τους Alimo-Metcalfe και Alban-Metcalfe (2001) στη δημιουργία του Ερωτηματολο­ γίο «μετασχηματιστικής» ηγεσίας (Transformational Leadership Questionnaire- TLQ). Οι Kouzes και Posner (2002) κατόπιν απογραφής της συμπεριφοράς και των ενεργειών χιλιάδων υποδειγματικών ηγετικών συμπεριφορών δημιούργη­ 337 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σαν ένα εργαλείο-ερωτηματολόγιο μέτρησης της «μετασχηματιστικής» ηγε­ σίας το οποίο ονομάζεται Κατάλογος Πρακτικών Ηγεσίας (KΠΗ) (Leadership Inventory Practices, LPI). Οι πέντε διαφορετικές περιοχές των πρακτικών Ηγε­ σίας οι οποίες προέκυψαν είναι οι εξής: Διαμόρφωση σχεδίου (model the way), Έμπνευση κοινού οράματος (inspire a shared vision), Πρόκληση καινοτομι­ ών (challenge the process), Ενεργοποίηση Συνεργατών (enable others to act), Ψυχική ενθάρρυνση (encourage the heart). Έρευνες «Μετασχηματιστικής» ηγεσίας στην εκπαίδευση Στη σύγχρονη βιβλιογραφία παρατηρείται πως μεγαλύτερη αναφορά γίνε­ ται σε σχολικούς Διευθυντές σε αντίθεση με τη μελέτη του ηγετικού ρόλου των καθηγητών (Tng, 2009). Έρευνες έδειξαν ότι πίσω από αποτελεσματικά σχολεία κρύβεται μια αποτελεσματική ηγεσία (Rosenbach & Taylor, 1998). Η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού, «μετασχηματιστικού» σχολικού διευθυντή είναι απαραίτητη λόγω των συνεχών εκπαιδευτικών μεταρυθμίσεων και της επιθυμίας για την ύπαρξη ενός λειτουργικού σχολείου. Υποστηρίζεται ότι το κοινό σημείο αποτελεσματικών σχολείων με υψηλή απόδοση είναι η ποιότη­ τα της Ηγεσίας, ένας υπεύθυνος διευθυντής με όραμα και λιγότερη δογμα­ τική συμπεριφορά (Bossert, 1985, HMI Inspectorate of Schools, 1977, Major, 1988 αναφέρεται στο Κατσαρός, 2006). Έρευνα σε σχολεία του Χονγκ Κονγκ τόνισε ότι για την αντιμετώπιση των ποικίλων προκλήσεων που αντιμετωπί­ ζει το εκπαιδευτικό τους σύστημα είναι απαραίτητος ο «μετασχηματιστικός» ηγέτης ο οποίος θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις εκπαιδευτικές αλλα­ γές (Cheng, 1997). Οι «μετασχηματιστικοί» ηγέτες σε ένα σχολείο βοηθούν να λυθούν αποτελεσματικά τα προβλήματα των καθηγητών μέσω της συνεργα­ σίας και ενθαρρύνουν την αμφισβήτηση των υπάρχουσων πρακτικών και πο­ λιτικών ενισχύοντας νέες καινοτόμους μεθόδους (Liontos,1992, Stone,1992). Χρησιμοποιώντας το ερωτηματολόγιο Leadership Practises Inventory (LPI) (Kouzes & Posner, 2002) σε διευθυντές σχολείων της πολιτείας Connecticut αποδείχθηκε ότι ο «μετασχηματιστικός» ηγέτης έχει την ικανότητα να δια­ μορφώνει το κοινωνικό προφίλ των σχολείων τους (Alger, 2008). Επιπρόσθε­ τα, έρευνες του Leithwood (1992) απέδειξαν ότι η εμψύχωση του προσωπι­ κού ενός σχολείου από ένα «μετασχηματιστικό» διευθυντή είναι απαραίτητη για μια καλύτερη διδασκαλία. Στο No Child Left Behind Act (Dantley, 2004) προσπάθησαν επιτυχώς να υποστηρίξουν ότι η εφαρμογή της «μετασχηματι­ στικής» ηγεσίας είναι απαραίτητη εαν θέλουμε να βελτιώσουμε την ποιότητα της συστηματικής γνώσης μαθητών σε φτωχά αστικά σχολεία. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, έρευνες σε ελληνικά σχολεία έδειξαν ότι ο διευθυντής δεν 338 Αικατερίνη Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος Ο “ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ” ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ είναι αποτελεσματικός, δεν διαθέτει γνώσεις σε θέματα διοίκησης και ηγε­ σίας, η επικοινωνία του με εξωτερικούς παράγοντες του σχολείου όπως είναι οι γονείς είναι ανύπαρκτη περιορίζοντας τις συναλλαγές του με το εσωτερι­ κό σχολικό περιβάλλον καταλήγοντας να είναι ένα απλό εκτελεστικό όργανο των κρατικών εντολών (Kavouri, 1996: 313-322, Σαϊτης, Τσιαμάση & Χατζή, 1997: 75, Τύπας, 1999: 286-297, Χατζηπαναγιώτου, 2001: 150). Τέλος, πέ­ ντε αστικά σχολεία στην Κύπρο μας αποδεικνύουν πως οι κατάλληλοι ηγέτες μπορούν να οδηγήσουν σε αποτελεσματικά, πετυχημένα σχολεία. Το μυστι­ κό είναι ξεκάθαροι στόχοι, όραμα, μεγάλη έμφαση στη προώθηση της διδα­ σκαλίας, φωτεινά παραδείγματα και συνεχή επικοινωνία με τους μαθητές και τους γονείς, χαρακτηριστικά που συνθέτουν έναν «μετασχηματιστικό» ηγέτη (Pashiardis, Savvides, Lytra & Angelidou, 2011). Αξιόπιστες μελέτες σε σχολεία έδειξαν μεγάλη συσχέτιση μεταξύ της «με­ τασχηματιστικής» ηγεσίας διευθυντών και της επαγγελματικής ικανοποίησης καθηγητών. Μελέτη στην Νιγηρία με συμμετέχοντες 518 διευθυντές και 48 καθηγητές έδειξε πως η επαγγελματική ικανοποίηση των καθηγητών επηρεά­ ζεται σημαντικά από τα προσόντα των σχολικών διευθυντών που ακολουθούν «μετασχηματιστική» ηγετική συμπεριφορά (Ejimofor, 2007). O Bogler (1999, 2001) κατόπιν μελετών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επαγγελματική ικα­ νοποίηση καθηγητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης επη­ ρεάζεται άμεσα και θετικά από την «μετασχηματιστική» ηγετική συμπεριφο­ ρά των διευθυντών τους όταν αυτοί αντιληφθούν έναν ηγέτη με όραμα για το μέλλον και ο οποίος επιοινωνεί με μεγάλη ευκολία. Η αυτο-αποτελεσματικότητα των καθηγητών έχει συνδεθεί άμεσα με την ηγετική συμπεριφορά των διοικητικών στελεχών ενός σχολείου. Μελέτη της Lewandowski (2005) χρησιμοποιώντας το Teachers’ Sense of Efficacy Scale (TSES) (Tschannen-Moran & Woolfolk Hoy, 2001) έλεγξε τη σχέση μεταξύ της αυτο-αποτελεσματικότητας των καθηγητών και την επιρροή της «μετα­ σχηματιστικής» ηγεσίας των διευθυντών. Η συγκεκριμένη έρευνα παρουσία­ σε ότι οι καθηγητές είτε με υψηλή είτε με χαμηλή αυτο-αποτελεσματικότητα επιθυμούν τη συνεχή υποστήριξη και ενθάρρυνση των διευθυντών τους όσον αφορά τη συνεχή εκπαίδευση τους είτε αυτή γίνεται μέσα στο σπίτι είτε σε εξωτερικό χώρο (Lewandowski, 2005). Έρευνα της Al-khalaileh (2008) απέ­ δειξε την ισχυρή σχέση μεταξύ της αυτο-αποτελεσματικότητας των καθηγη­ τών και της «μετασχηματιστικής» ηγετικής συμπεριφοράς των διευθυντών σε δημόσια σχολεία της Zarqa Governoraτε. Οι μετρήσεις της ηγετικής συμπε­ ριφοράς των Διευθυντών έγιναν με το ερωτηματολόγιο Leadership Practices Inventory (LPI) (Kouzes & Posner, 2002). 339 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Συμπέρασμα Συνοψίζοντας τα παραπάνω, ο «μετασχηματιστικός» ηγέτης βοηθά αποτελε­ σματικά στην επίλυση προβλημάτων που αντιμετωπίζει ένα σχολείο, ενθαρρύ­ νει την χρησιμοποίηση νέων και καινοτόμων μεθόδων, εμψυχώνει το προσω­ πικό, δημιουργεί όραμα και κοινούς στόχους οδηγώντας σε μια επιτυχημένη και αποτελεσματική εκπαίδευση. Ένας «μετασχηματιστικός» ηγέτης επηρεά­ ζει θετικά την επαγγελματική ικανοποίηση των καθηγητών ακόμα και εκείνων οι οποίοι παρουσιάζουν χαμηλή αυτο-αποτελεσματικότητα. Τέλος, είναι ση­ μαντικό να τονιστεί πως η εκπαίδευση των διοικητικών στελεχών στην εκαί­ δευση είναι καθοριστικός παράγοντας εαν επιθυμούμε μια ποιοτική ηγεσία στα σχολεία μας. Βιβλιογραφία Alger, Gary (2008). “Transformational Leadership Practices of Teacher Leaders”. In: Academic leadership Live, 9 (2). Alimo-Metcalfe, Beverley & Alban-Metcalfe, Robert (2001). “The development of a New Transformational Leadership Questionnaire”.In: Journal of Occupational and Organizational Psychology, 74 (1), 1-27. Al-khalaileh, Huda (2008). “Self-efficacy of teachers in Zarqa Covernorate and its Relation to the Principals’ Leadership Practices”. Ανάκτηση 11/03/2011, από The Leadership Challenge Research: http://media.wiley.com/assets/1546/95/Alkhalailehabstract101408.pdf Bass, Bernard (1985). Leadership and Performance. N.Y: Free Press. Bass, Bernard & Avolio, Bruce (1990). “The implications of transactional and transformational leadership for individual, team, and organizational development”. Στο: Woodman, Richard & Pasmore, William Research in Organizational Change and Development. Greenwich: JAI Press. Bass, Bernard & Riggio, Ronald (2006). Transformational Leadership. Mahmah, New Jersey: Lawrence Erlbaum Associates (LEA). Bogler, Ronit (1999). “Reassering the bahaviors of principals as a Multiple-Factor in teachers’ job satisfaction”. In: Annual Meeting of the American Educational Reasearch Foundation. Montreal Quebec, Canada: ERIC Document Reproduction No EP 432800. Bogler, Ronit (2001). “The influence of leadership style on teacher job satisfaction”. In: Educational Administration Quarterly. 37(5), 662-683. Bossert, Steven (1985). “Effective elementary schools”. Στο: Kyle, Regina(editor), Reaching for Excellence: An Effective Schools Sourcebook. Washington D.C: U.S. Government Printing Office. 340 Αικατερίνη Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος Ο “ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ” ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Burns, James (1978). Leadership. New York: Harper & Row. Changingminds.org(α) (2002-2010). “Bass’ Transformational Leadership Theory”. Ανάκτηση 28/08/2010, από Changingminds.org: http://changingminds.org/disciplines/leadership/theories/bass_transformational. htm Changingminds.org(β) (2002-2010). “Burns’ Transformational Leadership Theory”. Ανάκτηση 28/08/2010, από Changingminds.org: http://changingminds.org/disciplines/leadership/theories/burns_transformational.htm Cheng, Yin Cheong (1997). The transformational leadership for School Effectiveness and Development in the New Century. The paper presented at the International Symposium of Quality Training of Primary and Secondary principals toward the 21st Century. Hong Kong: The Hong Kong Institute of education. Chelladurai, Packianathan (20062). Human Resource management in Sport and Recreation. USA: Human Kinetics. Curtis, Brungardt (1998). The New Face of Leadership: Implications for Higher Education. Fort Hays State University. Dantley, Jackson (2004). “Leaving No Child behind in Science Education”. In: Black Issues in Higher Education, 21 (8), 120. Ejimofor, Francis (2007). Principals’ transformatioanl leadership skills and their teachers’ job satisfaction in Nigeria, Διδακτορική Διατριβή. Nigeria: Cleveland state university. Freund, Alexandra (2005). “Commitment and job satisfaction as predictors of turnover intentions among welfare workers”. In: Administration in Social Work, 29(2), 5-21. Goleman, Daniel (1995). Emotional Intelligence. NY: Bantman Books. Goleman, Daniel, Boyatzis, Richard & McKee, Annie (2002). Ο Νέος Ηγέτης- Η δύ- ναμη της συναισθηματικής νοημοσύνης στη διοίκηση οργανισμών. Αθήνα: Ελ­ ληνικά Γράμματα. Hipp, Kristine & Bredeson, Paul (1995). “Exploring connections between teacher efficacy and principals’ leadership behaviors”. In: Journal of School Leadership, 5 (2), 136-150. HMI Inspectorate of Schools (1977). Ten Good Schools: A secondary School Enquiry. London: Department of Education and Science. Johannsen, Murray (2010). “A Short Primer To Transformational Leadership”. Ανά­ κτηση 08/10/2011, από Legacee: http://www.legacee.com/Info/Leadership/LeaderResources.html Kavouri, Panagiota (1996). Innovations in Curriculum and administration school climate and other factors in Greek primary schools: their relationship and impact on studets’ outcomes. Cardif: Μη δημοσιευμένη Διδακτορική Διατριβή, University of Wales College of Cardif. Kouzes, James & Posner, Barry (20023). Leadership Challenge. San Francisco: Jossey-Bass. 341 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Lee, Valerie, Dedrick, Robert & Smith, Julia (1991). “The effect of the social organization of schools on teachers’ efficacy and satisfaction”. In: Sociology of Education, 64 (3), 190-208. Leithwood, Kenneth (1992). Fostering organizational learning: A study of British Columbia’s intermediate developmental site initiatives. Vicoria: BC: Ministry of education. Lewandowski, Karen (2005). A study of the relationship of teachers’ self-efficacy and the impact of leadership and professional development. Dissertetion for the Degree Doctor of Education. Pennsylvania: Indiana University,. Lewin, Kurt, Lippitt, Ronald &White, Ralph (1939). “Patterns of aggressive behavior in experimentally created “social climates””. In: Journal of Social Psychology, 10, 271-299. Liontos, Balster (1992). “Transformational Leadership”. In: ERIC Digest, Number 72. ERIC. Loke, Chiok Foong (2001). “Leadership behaviors: effects on job satisfaction, productivity and organizational commitment”. In: Journal of Nursing Management, 9 (4), 191-204. Lulee, Su-Tuan (2011). “Transformational Leadership: Leadership for Education”. Ανάκτηση 30/10/2011, από EDUCAUSE: http://www.educause.edu/blog/susanlulee/TransformationalLeadershipLe ad/225662 Mahmoud, AL-Hussami (2008). “A Study of Nurses’ Job Satisfaction: The Relationship to Organizational Commitment, Perceived Organizational Support, Transactional Leadership, Transformational Leadership, and Level of Education”.In: European Journal of Scientific Research, 22, 286-295. Major, Karl (1988). Dogmatism, visionary leadership and effectiveness of secondary principals. California: Unpublished doctoral dissertation, University of La Verne. Nguni, Crispin (2006). Transformational leadership in Tanzanian education, Διδα­ κτορική Διατριβή. Tanzania: Radbound University Nijmegen. Nir, Adam & Kranot, Nati (2006). “School Principal’s Leadership Style and Teachers’ Self-Efficacy”. In: ERIC- Planning and Changing, 37 (3 & 4), 205-218. Pashiardis, Petros, Savvides, Vassos, Lytra, Eleni, & Angelidou, Kakla (2011). “Successful School Leadership in Rural Contexts: The case of Cyprus”. In: Educational Management Administration & Leadership (SAGE), 39 (5), 536-553. Rosenbach, William & Taylor, Robert (2006). Contemporary Issues in Leadership. Colorado: Westview Press. Rost, Joseph (1993). “Leadership Development in the New Millennium”.In: The Journal of Leadership Studies, 1 (1), 91-110. Smith, Patricia, Kendall, Lorne & Hullin, Charles (1969). The measurement of satisfaction in work and retirement. Chicago: Rand McNally. Stone, Paula (1992). Transformational leadership in principals:An analysis of the multifactor leadership questionnaire results. Professional Leadership 342 Αικατερίνη Γκόλια, Αθανάσιος Κουστέλιος Ο “ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ” ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Development. Minnesota: Monograph Series, 2, 1-28. Tng, Cheong Sing (2009). “An educational Leadership Framework Based on Traditional and Contemporary Leadership Theories”. In: E-leader Kuala Lumpur. Malaysia. Transformational leadership (2007). The Transformational Leadership report. Ανά­ κτηση 24/11/2011, από Transformational Leadership: http://www.transformationalleadership.net/products/TransformationalLeadership Report.pdf Tschannen-Moran, Megan & Woolfolk Hoy, Anita (2001). “Teacher efficacy: Capturing an elusive construct”.In: Teaching and Teacher Education,17 (7), 783-805. Yoon, Jeongkoo & Thye, Shane (2002). “A dual process model of organizational commitment: job satisfaction and organizational support”. In: Work and Occupations: An International Sociological Journal, 29 (1), 97-124. Κάντας, Αριστοτέλης (200814). “Χαρισματική, Διαπραγματευτική και Μετασχημα­ τιστική Ηγεσία”. Στο: Κάντας, Αριστοτέλης Οργανωτική-Βιομηχανική Ψυχολο- γία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Κατσαρός, Ιωάννης (2006). Σχολική Μονάδα και Τοπική Αυτοδιοίκηση:Ένα νέο πλαίσιο δράσης για το Διευθυντή - Σύγχρονο ηγέτη. Αθήνα: Διδακτορική Δια­ τριβή, Πάντειο πανεπιστήμιο. Κυριατζάκου, Κωνσταντίνα (2009). Το μοντέλο ηγεσίας που συναντάται στους δι- ευθυντές σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Θεσσαλονίκη: Πα­ νεπιστήμιο Μακεδονίας-Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών. Μπελεγρή-Ρομπόλη, Αθηνά-Ανδριάνα, Παπαδά, Μαρία & Μιχαηλίδης, Παναγιώτης (2001). Εισαγωγή Στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων. Αθήνα: Ε.Μ.Π. Σαϊτης, Χρίστος, Τσιαμάση, Φωτεινή & Χατζή, Μαρία (1997). Ο διευθυντής του σχο- λείου: μάνατζερ-ηγέτης ή παραδοσιακός γραφειοκράτης. Αθήνα: Νέα Παιδεία. Σαϊτης, Χρίστος (2008). Ο Διευθυντής στο δημόσιο σχολείο. Αθήνα: Παιδαγωγι­ κό Ινστιτούτο. Τύπας, Γεώργιος (1999). Η εφαρμογή των σύγχρονων μεθόδων management στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση για την άσκηση αποτελεσματικότερης εκπαιδευτικής πολιτικής. Αθήνα: Διδακτορική Διατριβή: Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης Παντεί­ ου Πανεπιστημίου Αθηνών. Χατζηπαναγιώτου, Παρασκευή (2001). Η διοίκηση του σχολείου και η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Θεσσαλονίκη: Δι­ δακτορική Διατριβή. Τμήμα ΦΠΨ Αριστοτελείου Παν. Θεσ/κης. 343 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract This report begins by presenting a definition and different kinds of leadership. Then the report goes on to focus on the transformational leadership. It is argued that a transformational leader inspires a shared vision, models the way, challenges the process, enables others to act and encourages the heart (Kouzes & Posner, 2002). During decades multiple questionnaires developed to measure the transformational leadership. In particular, emphasis is put on researches in transformational leadership in education. Investigating literature reveals that transformational leader can lead to a successful and effective education. Also, teachers’ job satisfaction and self-efficacy is affected positive from a transformational leader. Γκόλια Κ. Αικατερίνη Υποψήφια Διδάκτωρ Ίδρυμα & Τμήμα: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Ελ.Βενιζέλου 72, Καρδίτσα Τ.Κ.:43100 Τηλ.: 2441025648 κινητό: 6976502042

[email protected]

,

[email protected]

Κουστέλιος Αθανάσιος Καθηγητής Οργάνωσης - Διοίκησης Αθλητισμού και Αναψυχής Ίδρυμα & Τμήμα: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Καρυές Τ.Κ.:42100 Τηλ.: 24310-47006 fax: 24310-47042 & 24310-47062

[email protected]

344 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Ο συνεργατικός και μετασχηματιστικός χαρακτήρας της Εκπαιδευτικής Ηγεσίας στα Ολιγοθέσια Σχολεία Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Εισαγωγή Το σύγχρονο σχολείο λειτουργεί σε μια πραγματικότητα στην οποία κυριαρ­ χούν η πολυπολιτισμικότητα, οι εναλλακτικές μορφές πληροφόρησης, η πα­ γκοσμιοποίηση και η εξατομίκευση των τύπων μάθησης. Η ευθύνη για την βα­ σική και δια βίου εκπαίδευση των «πολιτών» μετατοπίζεται από την κεντρική εξουσία στο επίπεδο της σχολικής μονάδας, ενώ η «αξία» και η αποτελεσμα­ τικότητά της συχνά υπολογίζονται με βάση επιτεύγματα που ανταποκρίνονται στην «περιρρέουσα» κοινωνική ηθική. Στις σύγχρονες συνθήκες, για τον Day το σύγχρονο σχολείο θα πρέπει (2003: 416-423): • Να βοηθά τα άτομα να επιτύχουν τους στόχους τους • Να θεμελιώνει μια ευρεία βάση γνώσεων • Να αποτελεί μέρος τη κοινωνίας, να μην βρίσκεται στο περιθώριό της Τα ολιγοθέσια σχολεία, ένας θεσμός 175 ετών, προέκυψαν από την ανά­ γκη εφαρμογής ενός ιδιότυπου εκπαιδευτικού μοντέλου, υπό την επίδρα­ ση γεωγραφικών, κοινωνικών και ιστορικών παραγόντων. Έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης συζήτησης σε διεθνές (Howley & Howley, 2006) αλλά και εθνικό επίπεδο (Τρίγκα & συν. 2007) (Μπρούζος, 2002) (Φύκαρης, 2001) (Πα­ πασταμάτης 1998) (Τριλιανός 1997). Η σύγχρονη, ωστόσο, αντίληψη για την Ποιότητα στην εκπαίδευση, εστιάζει στην αξιοποίησή τους μέσα από ένα πρί­ σμα διερεύνησης αναγκών και επιλογής κατάλληλων τεχνικών, ως υποβοή­ θηση του έργου τους. Θεωρητικό Πλαίσιο Ποιότητα στην Εκπαίδευση και Αποτελεσματική Ηγεσία Η απόδοση ποιοτικών χαρακτηριστικών στο εκπαιδευτικό έργο συνδέεται με διαφορετικές ανά χώρα προτεραιότητες και ιδεολογικές παραδοχές και έχει σχέση με τη γνωστική, τη πνευματική και την ψυχοκινητική δυναμική των ατό­ μων μιας κοινωνίας, τον τρόπο διαχείρισης των δυνατοτήτων τους και τις επι­ λογές στην υλοποίηση των αποφάσεων (World Bank, 2007: 43-45). 345 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Σε αυτή την προοπτική, η Αποτελεσματική Ηγεσία1 έχει συνδεθεί άρρη­ κτα με τη βελτίωση της Ποιότητας στις σχολικές μονάδες, ως βασικός παρά­ γοντας διαμόρφωσης της εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής τους, μέσω της υποκίνησης, της στήριξης των ατόμων, της καλλιέργειας συνεργατικού κλίματος και του «ανοίγματος» της μονάδας προς την κοινότητα ενώ αποδί­ δεται μεγάλη σημασία στον ρόλο της Επικοινωνίας και της Λήψης Αποφάσε­ ων στη μονάδα, όπως και στην υιοθέτηση μιας κοινής φιλοσοφίας ανάπτυ­ ξης (ΥΠΕΠΘ-ΠΙ, 2008). Σύμφωνα με τις διάφορες προσεγγίσεις για την Ηγεσία, γνωρίσματα της προδιάθεσης του Ηγέτη θεωρούνται η αυτοπεποίθηση, η ψυχραιμία, η συ­ ναισθηματική ωριμότητα, η ακεραιότητα και η εξωστρέφεια, οι δεξιότητες σε επίπεδο γνώσεων, διαπροσωπικών δεξιοτήτων και αντίληψης (Hoy & Miskel, 2008: 424). Η Ηγετική συμπεριφορά έχει αναλυθεί ως προς την ικανότητα του ατόμου να διαθέτει ευελιξία και να προσαρμόζεται διαρκώς στις συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπικότητα των υφισταμένων, τις προσδοκίες τους, την ικανότητα των ομάδων να αντιμετωπίζουν και να λύνουν προβλή­ ματα και τη διάθεσή τους να αποδέχονται κάποια υπευθυνότητα (Κουτού­ ζης, 1999: 150-156). Το περιβάλλον ανάπτυξης της Ηγεσίας στα Μικρά Σχολεία Οι παράγοντες που επιδρούν στη διαμόρφωση του φαινομένου της Εκπαι­ δευτικής Ηγεσίας στα μικρά σχολεία, έχουν άμεση σχέση με: • Τη Χωροθέτηση των Μικρών Σχολείων • Το «Μέγεθος» του ανθρώπινου δυναμικού τους • Την Οργανωσιακή Κουλτούρα • Το είδος της Επικοινωνίας • Τη φύση της διαδικασίας Λήψης Αποφάσεων Η Χωροθέτηση βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με κοινωνικοπολιτισμικές αλλαγές στη σύνθεση της κοινότητας και των μαθητών, τις πρακτικές δυσκο­ λίες για την εξασφάλιση του εκπαιδευτικού αγαθού, καθώς και την άμεση «έκ­ θεση» των εκπαιδευτικών στις επιπτώσεις άσκησης του έργου τους (Bush & Middlewood 2006: 48). Παράλληλα, ο παράγοντας Μέγεθος των μικρών σχολείων, σε σχέση με τα πολυθέσια, συντελεί στην καλλιέργεια στενών σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών, επηρεάζει τον χαρακτήρα διοίκησής τους, τις διδακτικές και παι­ 1. Με τον όρο «Ηγεσία» εννοούμε τη διαδικασία επηρεασμού των πράξεων, της συμπεριφοράς μιας μικρής ή μεγάλης, τυπικής ή άτυπης ομάδας ανθρώπων από ένα άτομο (ηγέτη) με τέτοιο τρόπο, ώστε εθελοντικά, πρόθυμα και με την κατάλληλη συνεργασία να προσπαθούν να υλοποιήσουν στόχους που απορρέουν από την αποστολή της ομάδας (Μπουραντάς, 2005). 346 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ δαγωγικές επιλογές, και αναπόφευκτα διαμορφώνει την ποιότητα της εκπαί­ δευσης και τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα (Darling-Hammond et al., 2007: 34). Η σύγχρονη θεώρηση των σχολικών μονάδων ως Ανοικτών Συστημάτων (Hoy & Miskel, 2008: 18-20) προσδιορίζει την Κουλτούρα ως άυλο σύνολο κοι­ νών αξιών και συνεργατικής δράσης, ενώ οι Σχέσεις Εξουσίας αναλύονται ως μορφές προσδιορισμού της λειτουργίας του συνόλου των δομών (Μακρυδη­ μήτρης, 2004: 257). Σημαντική θέση στην κατανόηση του περιβάλλοντος ανάπτυξης της Ηγε­ σίας στα μικρά σχολεία, έχει η διερεύνηση των ανθρώπινων σχέσεων και των αλληλεπιδράσεων που δημιουργούνται. Η Ηγεσία αναπτύσσεται στα πλαίσια της Συναισθηματικής πραγματικότητας μιας μικρής Ομάδας, που διαμορφώνει την Ταυτότητα και καθορίζει την αποτελεσματικότητά της (Goleman, Boyatzis & McKee, 2002: 198). Ο βαθμός ενεργοποίησης της Ψυχολογίας της Ομά­ δας και ικανοποίησης των ατόμων, όταν ικανοποιούνται τα «εσωτερικότερα» κίνητρα - αλληλεγγύη, κοινωνική ασφάλεια και κοινές αξίες, είναι αυτός που διασφαλίζει το επίπεδο της Συνεργασίας Δέσμευσης στα μικρά σχολεία, εξα­ σφαλίζοντας τη μέγιστη συνεργατική δράση της Ομάδας (Ντίλιου, 2010: 85). Η ποιότητα της Επικοινωνίας στο σχολικό περιβάλλον έχει σχέση με τους διαύλους επικοινωνίας, τη φύση των μηνυμάτων, το είδος των σχέσεων των ατόμων και την κοινωνική και επαγγελματική αντίληψή τους (Κουτούζης, 1999: 234). Στο ολιγοθέσιο σχολείο σημαντικός παράγοντας αναδεικνύεται η χρή­ ση της «Ανεπίσημης» Επικοινωνίας από τον Διευθυντή της σχολικής μονάδας, δηλαδή η χρήση των άτυπων δικτύων με συνεχή ανατροφοδότηση και αμεσό­ τητα που υποβοηθά τη λήψη αποφάσεων, που ενισχύει τη συνοχή των ενερ­ γειών, αναδεικνύει τις δυνατότητες όλων των ατόμων και παρακινεί τα άτομα σε κοινή δράση (Barnard, 1968: 120). Αυτό το είδος επικοινωνίας τροφοδοτεί και το αντίστοιχο πρότυπο Λήψης Αποφάσεων που συνάδει με τη λειτουργία των ολιγοθέσιων, δίνει έμφαση στις ανθρώπινες αξίες, την ανθρώπινη λογικότητα, την υιοθέτηση «βελτιωτικών» κριτηρίων λήψης απόφασης και την απουσία δύσκαμπτων διοικητικών δομών (Μακρυδημήτρης, 2004: 360). «Συμμετοχική» - «Μετασχηματιστική» Ηγεσία στα μικρά σχολεία • Τα χαρακτηριστικά της οργανωσιακής συμπεριφοράς και το είδος των «εξουσιαστικών» σχέσεων που διαμορφώνονται στα μικρά σχολεία εκφρά­ ζει το είδος της ηγετικής συμπεριφοράς που ο House2 ονομάζει Shared Leadership, σύμφωνα με το οποίο το άτομο: • Κατέχει αυτή τη θέση βάσει νόμου 2. Η αναφορά στο: Hoy & Miskel, 2008: 142 347 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Διευκολύνει την αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων • Τα καθήκοντά του είναι αλληλοεξαρτώμενα με των συναδέλφων του Ενθαρρύνει την ανάληψη ευθύνης συνεργατικού χαρακτήρα, που εμπλέ­ κει τους εκπαιδευτικούς σε δράσεις παρόμοιες με τις δικές του Καλλιεργεί αίσθηση συνοχής στην ομάδα Αυτό το είδος ηγετικής συμπεριφοράς κινείται στα πλαίσια του Συνερ­ γατικού / Συμμετοχικού (Collegial) μοντέλου διοίκησης (Bush, 1995: 52), το οποίο προϋποθέτει ένα περιορισμένο μέγεθος Συλλόγων ώστε να διασφαλί­ ζεται ο αποτελεσματικός διάλογος και η καθολική συμμετοχή, έναν κοινό κώ­ δικα ηθικής και μια Κουλτούρα αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης μεταξύ εκπαι­ δευτικών και μαθητών. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζει η Υποκίνηση, και συγκεκριμένα η «διαγνω­ στική» ικανότητα του ηγέτη, δηλαδή η αποτελεσματική διάγνωση της ανάγκης υποκίνησης των ατόμων για την επίτευξη στόχων ή αλλαγών (Κουτούζης, 1999: 190). Η εμπνευσμένη υποκίνηση είναι η βάση της ιδεαλιστικής επίδρασης του ηγέτη στα άτομα και το υπόβαθρο ανάπτυξης του Μετασχηματιστικού χαρα­ κτήρα της Ηγεσίας (Transformational Leadership) όπου η αλληλεπίδραση ηγέ­ τη και εκπαιδευτικών προχωράει ενσυνείδητα πέρα από τη διασφάλιση υπο­ σχέσεων ή την παροχή αμοιβών (Hoy & Miskel, 2008: 445) και καταλήγει στη διαμόρφωση κοινά αποδεκτών νορμών συμπεριφοράς και αντίληψης (κουλ­ τούρας) μέσα στη σχολική μονάδα. Από αυτή την άποψη, η μετασχηματιστική ηγεσία έχει ως βαθύτερο στό­ χο, όχι την προβολή ενός ατόμου, της προσωπικότητας και των ικανοτήτων του, αλλά την «έκθεση» των ιδιοτήτων του ηγέτη στις εσωτερικές διεργασί­ ες της ομάδας, ως κίνητρο ομαδικής ενεργοποίησης της συναισθηματικής της πραγματικότητας, και με αυτή την έννοια, είναι απολύτως συμβατή με το πνεύμα του Συνεργατικού μοντέλου διοίκησης και τη φιλοσοφία της λειτουρ­ γίας των μικρών εκπαιδευτικών οργανώσεων. Η Έρευνα Υπόθεση Η Υπόθεση Εργασίας ήταν ότι στο ολιγοθέσιο σχολείο, η εμπλοκή του ανθρώ­ πινου δυναμικού σε δράση, σε συνάρτηση με τις ιδιότυπες διδακτικές εφαρ­ μογές και την επίδραση της τοπικής κοινωνίας, διαμορφώνουν μια Κουλτού­ ρα η οποία προϋποθέτει συλλογικότερες και συμμετοχικότερες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, στηρίζεται σε ένα «οριζόντιο» Επικοινωνιακό πλαίσιο και μετασχηματίζει τις εξουσιαστικές σχέσεις, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του Ηγέτη σε αυτά. 348 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Μεθοδολογία Η έρευνα που διενεργήθηκε αφορούσε αρχικά στη διερεύνηση της λήψης συλ­ λογικών εκπαιδευτικών αποφάσεων, εστιάζοντας, στη συνέχεια, στην εξέλιξη του φαινομένου της Εκπαιδευτικής Ηγεσίας και τον ρόλο του Ηγέτη. Η ερευ­ νητική προσπάθεια έκανε χρήση μεικτών τεχνικών (Mertens, 2005: 168) για την ολική κατανόηση ενός ομοιογενούς συστήματος («Μελέτη Περίπτωσης») (Yin, 2003: 25). Ως μεθοδολογικές τεχνικές, χρησιμοποιήθηκαν το Ερωτημα­ τολόγιο (με ερωτήσεις «κλειστού» και «ανοικτού» τύπου) και οι ημι-δομημέ­ νες Συνεντεύξεις με Διευθυντές και εκπαιδευτικούς των σχολείων για τη δια­ σφάλιση εσωτερικής εγκυρότητας και εγκυρότητας περιεχομένου. Δείγμα της Έρευνας Δείγμα αποτέλεσαν τα 26 3/θέσια και 4/θέσια δημοτικά σχολεία του Νομού Ευβοίας και οι 105 εκπαιδευτικοί τους. Η αντιπροσωπευτικότητα και η Ομοιο­ γένεια εξασφαλίστηκαν με δειγματοληπτική στρατηγική «χιονοστιβάδας» και κατόπιν της πλήρους συναίνεσης των δασκάλων. Επιστράφηκαν 103 ερωτημα­ τολόγια πλήρως συμπληρωμένα (98,1%) και διενεργήθηκαν 15 συνεντεύξεις. Απόκτηση – Ανάλυση Δεδομένων Στην έρευνα επιχειρήθηκε ο συνδυασμός δύο θεματικών περιοχών αποτίμη­ σης του εκπαιδευτικού έργου (ΥΠΕΠΘ 2000, Β: 1-8), αυτού της Διαχείρισης και αξιοποίησης πόρων (Δείκτης 1.3: «Οργανωτικό πλαίσιο») και αυτού των Ενδοσχολικών σχέσεων (Δείκτης 2.2: «Σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών»). Η επεξεργασία των δεδομένων (ποιοτικών και ποσοτικών) ανέδειξε τις ακό­ λουθες Θεματικές Κατηγορίες για την Ηγεσία: • Η φύση της διαφορετικότητας των Διευθυντών των μικρών σχολείων • Χαρακτηριστικά του Διευθυντή ως Εκπαιδευτικού Ηγέτη • Ο βαθμός επίδρασης του Διευθυντή στην Σχολική Κουλτούρα • Ο βαθμός αλληλεξάρτησης Διευθυντή – Συλλόγου Διδασκόντων • Ο βαθμός συμμετοχικότητας των εκπαιδευτικών στη διαμόρφωση της κουλτούρας και ο βαθμός ευθύνης τους • Ο βαθμός αποτελεσματικότητας του διοικητικού μοντέλου της μικρής «Ομάδας» για την επίτευξη των στόχων του ολιγοθέσιου σχολείου Αποτελέσματα Θ. Κ.: η Φύση της διαφορετικότητας των Διευθυντών Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν σε ποσοστό 78,6% ότι ο ρόλος αυτός διαμορφώνε­ ται διαφορετικά από ό,τι στα πολυθέσια σχολεία με ισχυρά ποσοστά σε όλες 349 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ τις θέσεις εργασίας των εκπαιδευτικών (Πίνακας 1), και η διαφορετικότητα αυτή, όπως ανέδειξε η Ανάλυση Περιεχομένου των Συνεντεύξεων (Γράφη­ μα 1), οφείλεται στο γεγονός ότι δουλεύουν στα πλαίσια μιας μικρής ομάδας (26,2%) καθώς και στην πλήρη εμπλοκή τους στο εκπαιδευτικό έργο (36,9%) και τον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο, με αποτέλεσμα την οικειοθελή εμπλο­ κή όλων στην εκπαιδευτική διοίκηση. Πίνακας 1 Διευθυντής Εκπαιδευτικός Εκ/κός Ολοήμ. Σύνολο Ν%% Ν%% N%% N%% Ναι 19 24.1 79.2 45 57 75 15 19 88.2 79 100 78.2 Όχι 5 22.7 20.8 15 68.2 25 2 9.1 11.8 22 100 21.8 Σύνολο 24 23.8 100 60 59.4 100 17 16.8 100 101 100 Δεν απάντησαν 2 x2= 1.3 - DF = 2 - P < 0,05 Γράφημα 1   Θ. Κ.: Χαρακτηριστικά του Διευθυντή ως Εκπαιδευτικού Ηγέτη Οι εκπαιδευτικοί ήταν μοιρασμένοι ως προς τη θεώρηση του διευθυντή ως «ηγέτη». Στις συνεντεύξεις τονίστηκε ότι τα στοιχεία της προσωπικότητας που μπορούν να τους χαρακτηρίσουν ηγέτες είναι ο συνδυασμός τόλμης, αποφα- σιστικότητας στην ανάληψη πρωτοβουλιών και η εμφύσηση οράματος. Επί­ σης σημαντικό είναι να διαθέτουν επικοινωνιακές δεξιότητες, συνεργατικό­ τητα, να είναι δίκαιοι και δημοκρατικοί. 350 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Πίνακας 2 Διευθυντής Εκπαιδευτικός Εκ/κός Ολοήμ. Σύνολο Ν%% Ν%% N%% N%% Ναι 12 27.9 50 22 51.2 36.7 9 20.9 52.9 43 100 42.6 Όχι 12 20.7 50 38 65.5 63.3 8 13.8 47.1 58 100 57.4 Σύνολο 24 23.8 100 60 59.4 100 17 16.8 100 101 100 Δεν απάντησαν 2 x2= 2.1 - DF = 2 - P < 0,05 Θ. Κ.: Ο βαθμός επίδρασης του Διευθυντή στη σχολική Κουλτούρα Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι η επίδραση του Διευθυντή είναι από «αρκετά» (41,7%) έως «πολύ μεγάλη» (58,3%), ενώ σε αυτό συμφωνούν και οι ίδιοι οι Διευθυντές (Πίνακας 3). Πίνακας 3 Διευθυντής Εκπαιδευτικός Εκ/κός Ολοήμ. Σύνολο Ν%% Ν%% N%% N%% Αρκετά 6 14.3 25 27 64.3 45 9 21.4 52.9 42 100 41.6 Πάρα 18 30.5 75 33 55.9 55 8 13.6 47.1 59 100 58.4 πολύ Σύνολο 24 23.8 100 60 59.4 100 17 16.8 100 101 100 Δεν απάντησαν 2 x2= 3.9 - DF = 2 - P < 0,05 Στο ζήτημα της επίδρασης των αποφάσεων του Διευθυντή στις σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών, οι εκπαιδευτικοί ήταν σχετικά αποστασιοποιημέ­ νοι, ενώ οι Διευθυντές θεωρούν ότι η επίδραση αυτή μπορεί να είναι πολύ με­ γάλη (Πίνακας 4). 351 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 4 Διευθυντής Εκπαιδευτικός Εκ/κός Ολοήμ. Σύνολο Ν%% Ν%% N%% N%% Μέτριο - - - 2 66.7 3.3 1 33.3 5.9 3 100 3 Αρκετά 14 20.9 58.3 43 64.2 71.7 10 14.9 58.8 67 100 66.3 Πάρα 10 32.3 41.7 15 48.4 25 6 19.4 35.3 31 100 30.7 πολύ Σύνολο 24 23.8 100 60 59.4 100 17 16.8 100 101 100 Δεν απάντησαν 2 x2= 3.5 - DF = 4 - P < 0,05 Θ. Κ.: Βαθμός αλληλεξάρτησης Διευθυντή - Συλλόγου Οι εκπαιδευτικοί στο σύνολό τους θεωρούν αυτήν την εξάρτηση αρκετά ισχυ­ ρή (50,5%, 49,5%) και οι συνεντεύξεις έδειξαν ότι η στήριξη του Διευθυντή από τον Σύλλογο είναι απαραίτητη προϋπόθεση.   Γράφημα 2 352 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Θ. Κ.: Βαθμός συμμετοχικότητας των εκπαιδευτικών στη διαμόρφωση της κουλ- τούρας του σχολείου και ευθύνης τους Η αλληλεπίδραση των εκπαιδευτικών μεταξύ τους στο ολιγοθέσιο σχολείο φαίνεται ότι είναι αρκετά έντονη (Πίνακας 5) και ανάλογος είναι και ο βαθμός ευθύνης τους στη μονάδα, ιδιαίτερα των νέων εκπαιδευτικών και όσων κατέ­ χουν διευθυντικές θέσεις (Πίνακας 6). Πίνακας 5 Διευθυντής Εκπαιδευτικός Εκ/κός Ολοήμ. Σύνολο Ν%% Ν%% N%% N%% Μέτριο 1 10 4.2 7 70 11.7 2 20 11.8 10 100 9.9 Αρκετά 14 26.9 58.3 32 61.5 53.3 6 11.5 35.3 52 100 51.5 Πάρα 9 23.1 37.5 21 53.8 35 9 23.1 52.9 39 100 38.6 πολύ Σύνολο 24 23.8 100 60 59.4 100 17 16.8 100 101 100 Δεν απάντησαν 2 x2= 3.2 - DF = 4 - P < 0,05 Πίνακας 6 Έως 10 έτη 11 έως 20 21 και άνω Σύνολο Ν%% Ν%% N%% N%% Μέτριο 8 61.5 13.8 3 23.1 12.5 2 15.4 20 13 100 14.1 Αρκετά 42 71.2 72.4 11 18.6 45.8 6 10.2 60 59 100 64.1 Πάρα 8 40 13.8 10 50 41.7 2 10 20 20 100 21.7 πολύ Σύνολο 58 63 100 24 26.1 100 10 10.9 100 92 100 Δεν απάντησαν 11 x2= 8.2 - DF = 4 - P < 0,05 353 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Θ. Κ.: Ο βαθμός αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού μοντέλου της μικρής «Ομάδας» για την επίτευξη των στόχων του Ολιγοθέσιου Η πλειονότητα των εκπαιδευτικών θεωρούν αρκετά (51,5%) έως πάρα πολύ αποτελεσματικό το μοντέλο αυτό (40,8%) για την ενίσχυση του ρόλου των μονάδων τους (Γράφημα 3).   Γράφημα 3 Συζήτηση - Συμπεράσματα Σε μια εποχή έντονων αντιπαραθέσεων για τη θεώρηση του ρόλου του εκπαι­ δευτικού συστήματος, τα Ολιγοθέσια Σχολεία επενδύουν στη συστράτευση των μελών τους στο σκοπό της καλλιέργειας της ευελιξίας και της μοναδι­ κότητας, της συνύπαρξης και της ανάπτυξης, των ιδιοτήτων που βοηθούν τα άτομα να μην καταλήγουν ανεπιτήδευτα, άχρωμα και επιφανειακά. Συνιστούν «θερμοκοιτίδες» κοινωνικής και επαγγελματικής ενσωμάτωσης για σημαντικό μέρος του μαθητικού και του εκπαιδευτικού δυναμικού με στόχο τη διατήρη­ ση της εκπαιδευτικής και κοινωνικής οντότητας που ονομάζεται σχολείο και κυρίως τον εκμηδενισμό της μαθητικής διαρροής. Κινητήριος μοχλός πίσω από τη συνολική παρουσία των σχολείων αυτών εί­ ναι οι Σύλλογοι των εκπαιδευτικών που τα στελεχώνουν. Οι επιλογές των ατό­ μων αυτών έχουν άμεση σχέση με το είδος και το μέγεθος της ευθύνης που επωμίζονται καθημερινά, σε μια προσπάθεια συνδυασμού στοιχείων εκσυγ­ 354 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ χρονισμού και εκπαιδευτικής αποκέντρωσης, αποτελώντας πεδίο εφαρμογής αρχών διαλεκτικής στην επικοινωνία και αμεσότητας στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο ρόλος του Διευθυντή στα μικρά σχολεία είναι δύσκολο να απομονωθεί από αυτόν των υπολοίπων συναδέλφων, τόσο σε εκπαιδευτικό, όσο και σε διοι­ κητικό επίπεδο. Πρόκειται για μια Ηγεσία Κουλτούρας3 (‘Cultural Leadership’), όπου μεγαλύτερη αξία έχει ο άνθρωπος με τις αδυναμίες αλλά και τις ατομι­ κές του δυνατότητες. Ο Ηγέτης αξιοποιεί την ανεπίσημη επικοινωνία, εμπλέ­ κεται στην δυναμική διερεύνηση των αναγκών του σχολείου, συμβάλλει στην ενεργοποίηση της συναισθηματικής πραγματικότητας της ομάδας και ουσι­ αστικά περνάει από το όραμα στη δράση. Περίληψη - Summary By appreciating the importance of societal culture, Small Schools oppose their entity to that of large educational institutions, by illuminating the key features of the lateral and participative model. Resilience, flexibility, collegiality and the development of vision and ethos, are all characteristics envisaged in the leadership responsibilities undertaken. The present paper, by making use of both qualitative and quantitative data, aims at delving into the parameters of Educational Leadership in the schools of Evia. Leading and managing people, colleagues, pupils, parents, local authorities, in such schools is a striving route towards autonomy by encouraging both staff and the organization to engage in the process and become a learning community. Βιβλιογραφία Κουτούζης, Μανώλης (1999). Γενικές αρχές Μάνατζμεντ. Πάτρα: εκδ. ΕΑΠ. Μακρυδημήτρης, Αντώνης (2004). Προσεγγίσεις στη θεωρία των οργανώσεων. Αθήνα: εκδ. Καστανιώτη. Μπουραντάς, Δημήτρης (2005). Ηγεσία. Αθήνα: εκδ. Κριτική. Μπρούζος, Ανδρέας (2002). Μικρά σχολεία – Μεγάλες Προσδοκίες: Απόψεις για την αποτελεσματικότητα των ολιγοθέσιων σχολείων. Αθήνα: εκδ. Τυπωθήτω- Γ.Δαρδανός. Ντίλιου, Ευφροσύνη (2010). Εκπαιδευτική Ηγεσία και Λήψη Αποφάσεων στα Ολι- γοθέσια σχολεία του νομού Ευβοίας. Βιβλιοθήκη Ε.Α.Π. Παπασταμάτης, Αδαμάντιος (1998). Τα ολιγοθέσια σχολεία της ελληνικής υπαί- 3. Sergiovanni: Η αναφορά στο: Beare, Caldwell & Millikan, 1993: 151 355 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θρου. Κατάργηση ή αναδιοργάνωση; Αθήνα: εκδ. Μ.Π. Γρηγόρης. Τρίγκα, Δήμητρα, Κουτούζης, Μανώλης, Μήτρου-Παπαδάκη, Ευαγγελία, Στά­ μου, Παγώνα (2007). «Η λειτουργία των Ολιγοθέσιων σχολείων στο κατώφλι του 21ου αιώνα: Η πραγματικότητα, τα ζητήματα και οι προοπτικές». Πανελ- λήνιο Εκπαιδευτικό Συνέδριο «Η Ποιότητα του Εκπαιδευτικού Έργου: από την Αποτύπωση του Συστήματος στο Σχεδιασμό Παρεμβάσεων». Αθήνα: εκδ. ΚΕΕ. Φύκαρης, Ιωάννης (2002). Τα ολιγοθέσια δημοτικά σχολεία στην ελληνική εκπαίδευ- ση. Θεωρητική και εμπειρική προσέγγιση. Θεσσαλονίκη: εκδ. Αφοί Κυριακίδη. Τριλιανός, Αθανάσιος (1997). «Τα μικρά δημοτικά σχολεία της επαρχιακής Ελλά­ δας – Διατήρηση ή Συγχώνευσή τους σε Επαρχιακά Κέντρα; Ένα συνεχόμε­ νο δίλημμα». Στο: Πρακτικά 11ου Πανελ. Συνεδρίου Δασκάλων – Νηπιαγωγών. Λάρνακα: εκδ. ΠΟΕΔ-ΔΟΕ. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2008). Η Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Έρευνα για την Αξιολόγηση Ποιοτικών χαρακτηριστι- κών του Συστήματος Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Αθήνα. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2000). Οδηγός Αποτίμησης και Σχεδιασμού του Εκπαιδευτικού Έργου στη σχολική μο- νάδα για τη Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αθήνα. Barnard, Chester (19683) The Functions of the Executive. Harvard University Press (30th anniversary edition). Beare, Hedley, Caldwell, Brian, Millikan, Ross (1993). “Leadership”. Στο: Preedy, Margaret Managing the Effective School. Paul Chapman Publishing. Bush, Tony (1995). Theories of Educational Management. Paul Chapman Publishing. Sage Bush, Tony, Middlewood, David (2005). Leading and Managing people in Education. Paul Chapman Publishers. Darling-Hammond, Linda, Ross, Peter, Milliken, Michael (2007). “High school size, organization and content: What matters for Student Success?”. In: Brookings Papers on Education Policy (163-203). Day, Chris 2003. Η Εξέλιξη των εκπαιδευτικών (Μετάφραση: Ανθή Βακάκη. Τυ­ πωθήτω: Γ Δαρδανός. Κόκκος Α. (2005). Εκπαίδευση Ενηλίκων. Ανιχνεύοντας το πεδίο. Αθήνα: Μεταίχμιο. Goleman, Daniel (199842). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη / μετ. Άννα Παπασταύ­ ρου. Αθήνα: εκδ. Ελληνικά Γράμματα. Goleman, Daniel, Boyatzis, Richard, McKee, Annie (20026). Ο Νέος Ηγέτης / μετ. Χρύσα Ξενάκη, Μπελίκα Κουμπαρέλλη. Αθήνα: εκδ. Ελληνικά Γράμματα. Howley, Aimee, Howley, Craig (2006). “Small Schools and the Pressure to Consolidate” In: Education Policy Analysis Archives, (14), 10. Διαθέσιμο στο: http://www.epaa.asu.edu/epaa/v14n10 Hoy, Wayne, Miskel, Cecil (2008). Educational Administration: Theory Research and Practice. Lane Akers Ink. New York. 356 Έφη Ντίλιου, Μανώλης Κουτούζης Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Mertens, Donna (20052). Research and Evaluation in Education and Psychology. Sage. World Bank (2007). EFA Global Monitoring Report 2007. Education Quality and Economic Growth. Διαθέσιμο στο: http://worldbank.org Yin, Robert (20033). Case Study Research.. Sage Publications. Ντίλιου Ευφροσύνη Εκπαιδευτικός, M.Ed Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Αθανασίου Κυριακού 15, 34500, Αλιβέρι Ευβοίας. Επικοινωνία: 22230-22246, 693-8232698

[email protected]

Κουτούζης Εμμανουήλ Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, 3ης Σεπτεμβρίου 36, 10432, Αθήνα. Επικοινωνία: 210-5218708

[email protected]

357 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Αξιολόγηση, Πιστοποίηση ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Οι έννοιες της αξιολόγησης, πιστοποίησης και διασφάλισης ποιότητας στην εκπαίδευση ενηλίκων και διά βίου μάθηση Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά Εισαγωγή Η παρούσα εργασία θα μπορούσε να θεωρηθεί συνέχεια εκείνης για την αξιο­ λόγηση και την ποιότητα στην εκπαίδευση των ενηλίκων (Σαμαράς & Σαμα­ ρά, 2010). Περιλαμβάνει εν συντομία τις βασικές έννοιες της ποιότητας, της διασφάλισης της ποιότητας, της αξιολόγησης και της πιστοποίησης με έμφα­ ση στην εκπαίδευση ενηλίκων και τη δια βίου μάθηση. Είναι ένα πλαίσιο περι­ γραφής βασικών εννοιών και μια μικρή καταγραφή κριτικής αποτίμησης των εισηγητών επί των θεμάτων αυτών. Το άτομο όλες τις εποχές αναζήτησε την δική του ατομική «θέση» αλλά και τη συνολική ως ομάδα, κοινότητα ή έθνος ανάμεσα στις τάσεις που δημιουρ­ γούνται από τις αιώνια αντίθετες έννοιες, ώστε να δώσει το δικό του νόημα καλού στην ύπαρξη, το δικό του ιδιαίτερο μέτρο, αλλά και να διαφυλάξει την ίδια την απειροσύνη τους (Στεφάνου, 2000). Ο νους του ανθρώπου ασχολεί­ ται με το να επιδιώκει συγκεκριμένη οριοθέτηση μιας δράσης, ενός φαινο­ μένου ή μιας κατάστασης. Οριοθέτηση που θα μπορούσε να συνοψισθεί σε ιδιότητες που ανέκαθεν συγκροτούν το καλό και οι οποίες συνυφαίνουν την συνύπαρξη των δύο αντίθετων πόλων. Έτσι ως ιδιότητες του καλού έχουμε: το δίκαιο, την αλήθεια, την χρησιμότητα, τον σεβασμό, την συμπάθεια, την επικοινωνία. Οι ιδιότητες αυτές του καλού νοούνται ανάμεσα σε δύο πόλους αντίθετων εννοιολογικών κατευθύνσεων: το δίκαιο ανάμεσα στους πόλους του νόμου και της ελευθερίας, η αλήθεια ανάμεσα στην γνώση και το άγνω­ στο, η χρησιμότητα ανάμεσα στην αναγκαιότητα και την ανεξαρτησία, ο σε­ βασμός ανάμεσα στην κίνηση προς περιφέρεια ενός άγνωστου κύκλου και στην κίνηση προς το κέντρο, η συμπάθεια ανάμεσα στην λήψη ως επικοινω­ 358 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ νία και στην εκπομπή και τέλος η επικοινωνία ανάμεσα στην έκφραση λόγου και στο ανέκφραστο (Στεφάνου, 2000). Η πραγματοποίηση των παραπάνω εννοιών στον εαυτό μας και στο περι­ βάλλον μας, δηλαδή η εννοιολογική οριοθέτηση των άπειρων αυτών εννοιών με την διάνοιά μας, την συναισθηματική μας αντίληψη και την βιωματική μας γνώση, θα δώσει υπόσταση στις έννοιες της αρμονίας, της ακρίβειας και του κάλλους του σύμπαντος και της δημιουργίας στην οποία ο άνθρωπος συμμε­ τέχει ενεργά ως ένας εκ των συντελεστών τους. Έννοιες όπως η ποιότητα, η διασφάλιση της ποιότητας, η αξιολόγηση, η πιστοποίηση, η δια βίου μάθηση είναι σχετικά νέες στο εκπαιδευτικό μας λε­ ξιλόγιο. Μια αναζήτηση της προέλευσής τους σε άλλους κοινωνικούς χώρους και μια μικρή παρακολούθηση της διαδρομής τους θα αποτελούσε ασφαλώς μια πολύ καλή αφετηρία στην προσπάθεια τεκμηρίωσης των γραφομένων. Ποιότητα Σε άλλες εποχές ο σκοπός και οι προθέσεις εκείνου που «ρωτούσε για την ποιό­τητα» ήταν εντελώς προσωπικές και το ενδιαφέρον του ήταν αρκετά εντο­ πισµένο και σαφές. Στην εποχή μας, όπου όλοι ρωτούµε και µιλούµε για την ποιότητα και τη βελτίωσή της, θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουµε τι ακρι­ βώς εννοούµε ως ποιότητα και πώς µπορούµε να την προσεγγίσουµε και να τη διασφαλίσουµε (Καγκαράκης, 2003). Υπήρχε η αντίληψη ότι ποιοτικό είναι αυτό που γίνεται µε µεράκι, έµπνευ­ ση, ταλέντο, μαστοριά και ευσυνειδησία, δίνοντας συγχρόνως ένα αίσθηµα περηφάνιας και ικανοποίησης σε εκείνον που κατασκεύασε ένα προϊόν ή προσέφερε µια υπηρεσία ποιότητας. Αντίστοιχα, κάθε καταναλωτής ενός προϊόντος και κάθε χρήστης µιας υπηρεσίας είχε το δικαίωµα να έχει δια­ φορετικά προσωπικά κριτήρια για να αξιολογήσει και να εκτιµήσει την ποιό­ τητα του προϊόντος που καταναλώνει ή της υπηρεσίας που του παρέχεται (Καγκαράκης, 2003). Από την εποχή της έντονης οικονοµικής ανάπτυξης (βιοµηχανική επανά­ σταση του 19ου αιώνα) άρχισε να διαµορφώνεται µια εντελώς διαφορετική εικόνα στη σχέση παραγωγή–ποιότητα–κατανάλωση, κυρίως στα βιοµηχα­ νικά προϊόντα µαζικής παραγωγής, ως συνέπεια της επικρατήσασας νοο­ τροπίας και της πλήρους διάρρηξης των όποιων σχέσεων σύµπνοιας και αλ­ ληλοεκτίµησης µεταξύ των ιδιοκτητών και των εργαζοµένων στις µεγάλες βιοµηχανικές µονάδες. Ο καταναλωτής του µαζικού προϊόντος έχασε τη δυ­ νατότητα παρέµβασης στην ποιότητά του, η οποία ουσιαστικά καθοριζόταν πλέον µε κριτήρια της διοίκησης της επιχείρησης. Συγχρόνως, η µέριµνα για 359 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ την εξασφάλιση της ποιότητας του προϊόντος έπαψε να αποτελεί πρωτοβου­ λία και ευθύνη του τεχνίτη και πέρασε στην αποκλειστική αρµοδιότητα αρχι­ κά του επόπτη και αργότερα του επιθεωρητή της επιχείρησης. Είναι µάλιστα ενδεικτική η άποψη που προβάλλεται από τους θεωρητικούς της διοίκησης των επιχειρήσεων, ότι «το ποιοτικό αποτέλεσµα δεν µπορεί να είναι τυχαίο, αλλά προκύπτει από τον συνδυασµό του σχεδιασµού, του ελέγχου και της βελ- τίωσης» (Juran, 1998, Καγκαράκης, 2002, 2003). Στη σηµερινή παγκοσµιοποιηµένη ανοικτή ανταγωνιστική αγορά, η αξιολό­ γηση της ποιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών, θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειµενικά και κατά το δυνατό µετρήσιµα κριτήρια. Άλλωστε, η ποσοτική αποτίµηση της ποιότητας ανοίγει συγχρόνως τον δρόµο για τη βελτίωσή της, αφού «ό,τι είναι µετρήσιµο µπορεί και να βελτιωθεί». Εποµένως, στις σηµερινές συνθήκες θα πρέπει αναγκαστικά να παραµερίσουµε τα σχετικά µε το µερά­ κι και το δικαίωµα στην υποκειµενικότητα. «Η αποτίµηση της ποιότητας ενός προϊόντος ή µιας υπηρεσίας δεν µπορεί παρά να εκφράζεται από τον βαθµό στον οποίο ικανοποιεί τις γενικότερες απαιτήσεις του καταναλωτή ή του χρή­ στη, αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος» (Καγκαράκης, 2002). Η Ποιότητα, ως έννοια, προσεγγίζεται συχνά µε τρόπο αποσπασµατικό και µε µονόπλευρα κριτήρια. Όπως για την Ανάπτυξη, έτσι και για την Ποιότητα έχουν κατά καιρούς προταθεί διάφοροι ορισµοί, ανάλογα µε τα ενδιαφέρο­ ντα ή τις γενικότερες θέσεις εκείνων που τους διατύπωσαν. Υπάρχουν περί­ πλοκοι ορισµοί ή άλλοι απλοϊκοί, όπως «ποιότητα είναι η καταλληλότητα για χρήση» ή «η συµµόρφωση προς απαιτήσεις» ή «κάθε δραστηριότητα που έχει ως αποτέλεσµα την ικανοποίηση του πελάτη». Από µια άλλη σκοπιά, η ποιό­ τητα πρέπει να προσδιορίζεται από το βαθµό της κοινωνικής υπευθυνότητας του παραγωγού ενός προϊόντος ή του παρόχου µιας υπηρεσίας (McCloskey et al., 1993). Μια περιγραφή της Ποιότητας, η οποία δεν θα απείχε πολύ από τους ορισµούς που επικρατούν στη βιβλιογραφία αλλά συγχρόνως θα είχε και ευρύτητα, ώστε να περιέχει τα βασικά στοιχεία, που θα αναζητούσε ο πο­ λίτης θα ήταν: «Η ποιότητα ενός προϊόντος, µιας υπηρεσίας, ενός συστήµατος ή µιας διαδικασίας εκφράζεται από το βαθµό στον οποίο τα χαρακτηριστικά τους ικανοποιούν τις διατυπωµένες απαιτήσεις ή τις προσδοκίες του κατανα- λωτή, του χρήστη ή άλλων ενδιαφεροµένων» (Καγκαράκης, 2003). Στην παραπάνω περιγραφή, η λέξη-κλειδί που αποκαλύπτει τις διαστά­ σεις της έννοιας της Ποιότητας είναι οι «προσδοκίες». ∆είχνει ότι η ευθύνη του παραγωγού ενός προϊόντος ή του παρόχου µιας υπηρεσίας ή ολόκλη­ ρης της κοινωνίας, γενικότερα, που επιδιώκει την Ποιότητα, δεν περιορίζεται στην ικανοποίηση των αποτυπωµένων αναγκών του πολίτη αλλά επεκτείνεται στην αναζήτηση και στην αντιµετώπιση όλων των ενδεχόµενων παραµέτρων που διαµορφώνουν ένα ποιοτικό περιβάλλον. Παραµέτρων που δύσκολα πε­ 360 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ ριγράφονται ή ποσοτικοποιούνται, όπως η ανθρώπινη συµπεριφορά, οι ευαι­ σθησίες, η αξιοπρέπεια, ο σεβασµός, η αισθητική. Διασφάλιση της ποιότητας Στον κόσµο των επιχειρήσεων, στόχος είναι η επίτευξη της «διασφάλισης της ποιότητας», η οποία περιλαµβάνει το σύνολο των προγραµµατισµένων και συ­ στηµατικών διαδικασιών, που είναι αναγκαίες για να αναπτυχθεί επαρκής εµπι­ στοσύνη, ότι ένα προϊόν ή µια υπηρεσία θα ικανοποιεί δεδοµένες απαιτήσεις ποιότητας. Η κατάκτηση του στόχου αυτού επιδιώκεται µε την εφαρµογή των αρχών της ∆ιοίκησης Ολικής Ποιότητας (Total Quality Management–TQM). Με πρώτη διδάξασα την Ιαπωνία, το σύστηµα TQM αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1960 και ενίσχυσε ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα πολλών επιχειρήσεων της χώρας αυτής στην παγκόσµια αγορά. Ο όρος «Ολική» υποδηλώνει ότι η επιδί­ ωξη για τη διασφάλιση της ποιότητας βασίζεται στην καθολική συµµετοχή του προσωπικού (µε αντίστοιχη αναγνώριση και ανταµοιβή των προσπαθειών του) και στο σύνολο των δράσεων της επιχείρησης (Σπανός, 1993). Παρατηρούµε, δηλαδή, ότι µε την ενεργό συµβολή του προσωπικού στην προσπάθεια για την ποιότητα, επανερχόµαστε κατά κάποιο τρόπο σε µια νοοτροπία, βαθύτερα αν­ θρώπινου χαρακτήρα, ανάλογη µε εκείνη της εποχής πριν από τη βιοµηχανική επανάσταση. Επίσης, επισηµαίνεται ότι η «∆ιοίκηση» δεν ταυτίζεται απλώς µε τα πρόσωπα που κατέχουν ηγετικές θέσεις στην επιχείρηση αλλά αφορά στις συ­ στηµατικές ενέργειες και διαδικασίες, που οδηγούν στην κατάκτηση των προ­ καθορισµένων ποιοτικών στόχων (Cartin, 1993). Ένα ερώτηµα, που συνδέεται µε την επιδίωξη της Ποιότητας, αφορά στο κόστος που συνεπάγεται η ποιοτική αναβάθµιση των προϊόντων και των υπη­ ρεσιών και στο ποιους θα µπορεί να επιβαρύνει τελικά το πρόσθετο αυτό κό­ στος, µέσα στα πιεστικά περιθώρια της ανταγωνιστικής αγοράς. Ως απάντηση, υποστηρίζεται από τους «γκουρού» της Ποιότητας ότι, στη µικροοικονοµική κλίµακα των επιχειρήσεων, µε σωστή διαχείριση, το κόστος για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών µπορεί να αντισταθµίζεται από τα συνεπαγόµενα άµεσα και έµµεσα θετικά αποτελέσµατα (Arnold, 1995). Η ποιότητα στην εκπαίδευση ενηλίκων Η διασφάλιση της διαρκούς βελτίωσης της ποιότητας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στόχους κάθε σύγχρονου συστήματος δια βίου μάθησης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν αναπτυ­ 361 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χθεί συστήματα διασφάλισης ποιότητας, που αξιολογούν και αναθεωρούν την εκπαιδευτική διαδικασία, κυρίως στο διεθνή και ευρωπαϊκό χώρο. Στην Ελλάδα η αξιολόγηση και η διασφάλιση ποιότητας είναι σε πρωταρ­ χικά στάδια, τόσο στην τυπική όσο και στη μη τυπική ή/και άτυπη εκπαίδευ­ ση. Καταγράφεται ένας έντονος και διαρκής προβληματισμός ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς μετόχους για την σκοπιμότητα, το περιεχόμενο, τις διαδικα­ σίες, τους αρμόδιους φορείς και τα κριτήρια αξιολόγησης. Επίσης, παρατη­ ρείται έλλειψη κουλτούρας (παιδείας) σχετικά με την διασφάλιση ποιότητας από τις ίδιες τις μονάδες εκπαίδευσης, ενώ η έννοια της «αυτοαξιολόγησης» αμφισβητείται ως δομικό σημείο αναθεώρησης και βελτίωσης του εκπαιδευ­ τικού προγραμματισμού. Στην από το 2008 έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου με θέμα «Εκπαί­ δευση και Ποιότητα στο Ελληνικό Σχολείο» στο άρθρο του Δ. Βλάχου με θέμα «Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και οι σύγχρονες απαιτήσεις για την εκπαίδευ­ ση» (Βλάχος, 2008:20) αναφέρονται ως παράμετροι ποιότητας της εκπαίδευ­ σης: το διοικητικό πλαίσιο, το παιδαγωγικό πλαίσιο, η υλικοτεχνική υποδομή και οι μηχανισμοί υποστήριξης και ανατροφοδότησης, καθώς και η εξάρτησή τους από τους οικονομικούς πόρους και την κοινωνική αποδοχή. Η αλληλε­ πίδραση όλων μεταξύ τους (παραμέτρων και παραγόντων) αποτελεί το κλει­ δί για την κατανόηση της πολυπλοκότητας του θέματος. Η ΓΓΔΒΜ του ΥΠΠΔΒΜΘ τα τελευταία χρόνια έκανε κάποια βήματα προς την κατεύθυνση της συγκρότησης δημόσιου συστήματος δια βίου εκπαίδευ­ σης και επιμόρφωσης των ενηλίκων, που να καλύπτει τις ανάγκες των πολι­ τών σε όλη τη χώρα. Βασική επιδίωξή της ήταν η αποτελεσματικότερη αξιο­ ποίηση των ανθρώπινων και των οικονομικών πόρων και η διαρκής βελτίωση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών. Συνακόλουθα, πολιτική της προτεραιότητα αποτελούσε ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός εθνικού συ­ στήματος διασφάλισης και διαρκούς βελτίωσης της ποιότητας. Οι δείκτες ποιότητας που προτάθηκαν αντλήθηκαν από το Κοινό Ευρω­ παϊκό Πλαίσιο για την Εκπαίδευση Ενηλίκων1. Παράλληλα, έγινε προσπάθεια περαιτέρω εξειδίκευσης ενός εθνικού συστήματος δεικτών ποιότητας για το σύστημα εκπαίδευσης ενηλίκων συνολικά2. Πιο συγκεκριμένα, οι γενικές κα­ 1. European Commission, June 2006, The Common European Adult Learning Framework. 2. Η κάθε δομή και αυτόνομο πρόγραμμα της ΓΓΔΒΜ προτείνει συγκεκριμένα κριτήρια ποιότητας, μέσω ενός δικτύου θεώρησης και συζήτησης των αποτε­ λεσμάτων των εσωτερικών αξιολογήσεων, αρχικά ανά περιφέρεια και στη συνέχεια σε εθνικό επίπεδο. Τα εθνικά κριτήρια ποιότητας αφομοιώνονται στη συνέχεια από τις δομές και τα προγράμματα ως υποδειγματικά κριτήρια και ενσωματώνονται σταδιακά στους ετήσιους στόχους της κάθε μονάδας εκπαίδευσης. 362 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ τηγορίες δεικτών ποιότητας των δομών και των αυτόνομων προγραμμάτων που προτείνονται αφορούν στη: • Δυνατότητα πρόσβασης ομάδων πληθυσμού στην εκπαίδευση ενη­ λίκων • Δυνατότητα συμμετοχής στην εκπαίδευση ενηλίκων • Διαχείριση οικονομικών πόρων • Διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού • Αξιοποίηση Νέων Τεχνολογιών από τις μονάδες εκπαίδευσης ενηλίκων • Παροχή υπηρεσιών Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού στις μονά­ δες εκπαίδευσης ενηλίκων • Συνεργασία των μονάδων εκπαίδευσης ενηλίκων με τους φορείς της αυτοδιοίκησης και τους άλλους κοινωνικούς φορείς • Πιστοποίηση των εκπαιδευομένων στις μονάδες εκπαίδευσης των ενηλίκων • Εφαρμογή συστήματος διασφάλισης ποιότητας από τις μονάδες δια βίου εκπαίδευσης των ενηλίκων Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση Η αξιολόγηση της εκπαίδευσης μπορεί να οριστεί ως η διεργασία εκείνη κατά την οποία διερευνάται η «αξία» ενός εκπαιδευτικού αντικειμένου και συλλέγο­ νται πληροφορίες με βάση τις οποίες θα παρθούν σημαντικές αποφάσεις ανα­ φορικά με το συνολικότερο εκπαιδευτικό πρόγραμμα (Bramley, 2003). Η αξι­ ολόγηση έχει, επίσης, οριστεί ως μια διαδικασία σύγκρισης. Συγκρίνουμε το αποτέλεσμα με το στόχο, την αρχική κατάσταση με την τελική. «Αξιολογούμε» σημαίνει κάνουμε μια εκτίμηση, στηριζόμενοι σε κάποιο μέτρο ή σε κάποια πλη­ ροφορία και αναφερόμενοι σε κάποια κριτήρια. (Noyé & Pivetau, 1999). Η έν­ νοια της αξιολόγησης έχει συσχετιστεί και με άλλες έννοιες ή και διαδικασίες, όπως π.χ. «εκτίμηση», «μέτρηση», «βαθμολόγηση», «εξέταση», «τεστ», «δοκι­ μασία». Ωστόσο, όλα αυτά είναι επιμέρους διαστάσεις που εμπίπτουν στο πε­ δίο των διερευνήσεων αναφορικά με την αξιολόγηση (Μαυρογιώργος, 2006). Τα τελευταία χρόνια και κυρίως την τελευταία δεκαετία διάφοροι υπερε­ θνικοί οργανισμοί δραστηριοποιούνται στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών. Έτσι έχουμε οργανισμούς (ΟΟΣΑ, Διεθνής Τράπε­ ζα κλπ) και συστήματα αξιολόγησης (PISA, TIMMS, PIRLS κλπ) που αποκτούν διεθνή φήμη και εξαπλώνονται με ραγδαίους ρυθμούς, ακόμα και μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών (Kijima, 2010). Στον διαγωνισμό PISA μετείχαν 43 χώρες το 2000 και αυξήθηκαν σε 65 το 2009. Στις αναπτυσσόμενες χώρες έχουν συμπεράνει ότι τα οφέλη για τις συμμετέχουσες χώρες είναι σαφώς 363 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μεγαλύτερα από τις μη συμμετέχουσες (Kamens & Benavot, 2011). Άλλα το­ πικού ή Εθνικού χαρακτήρα συστήματα αξιολόγησης έχουμε στην Αφρική (SACMEC), τη Λατινική Αμερική (SERCE / PERCE), τις Γαλλόφωνες αποικί­ ες / χώρες (PASEC). Μερικά από τα κεντρικά ερωτήματα, που αφορούν στην αξιολόγηση των ενηλίκων, είναι να μελετηθούν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να αξι­ ολογούμε (γιατί;) και οι τεχνικές και τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιη­ θούν (πώς;), προκειμένου να αξιολογήσουμε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, την επίτευξη των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων του, αλλά και στοιχεία όπως το έργο του εκπαιδευτή, το εκπαιδευτικό υλικό, τις υποδομές κ.τλ. (τι;). Έμ­ φαση, επίσης, θα πρέπει δοθεί στο πότε (σε ποιες φάσεις του προγράμματος) μπορεί να εφαρμοστεί η αξιολόγηση καθώς και στη σημασία της αυτοαξιολό­ γησης του εκπαιδευτή και του εκπαιδευομένου για την επιτυχημένη εφαρμο­ γή του ρόλου τους και τη διαρκή αυτοβελτίωσή τους. Το ερώτημα για μας εί­ ναι: πώς ποσοτικοποιούμε ποιοτικά χαρακτηριστικά και πόσο αντικειμενικός είναι ο τρόπος της αξιολόγησης αυτής; Διεθνή δεδομένα για την αξιολόγηση ενηλίκων Οι Διακηρύξεις της Μπολώνια (1999) και της Λισαβόνας (2000) θέτουν ως κυ­ ρίαρχο στόχο τη δημιουργία ενός συστήματος διασφάλισης ποιότητας της εκπαίδευσης και της δια βίου μάθησης με συγκρίσιμες μεθόδους και κριτή­ ρια (benchmarks) για όλα τα κράτη μέλη. Απώτερος στόχος είναι (προδια­ γράφεται ως τέτοιος) η παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Η ευρωπαϊ­ κή εμπειρία στην εκπαίδευση ενηλίκων είναι πράγματι πολυδιάστατη, με την ύπαρξη πληθώρας συστημάτων και φορέων υλοποίησης. Πρόσφατη, σχετικά, μελέτη3 κατάδειξε την μεγάλη ετερογένεια που παρατηρείται στην οργάνω­ ση και υλοποίηση προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων, από τις νότιες/ νο­ τιοανατολικές χώρες της Ευρώπης (Πορτογαλία, Μάλτα, Ελλάδα) και τα νε­ οενταγμένα κράτη-μέλη της κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων έως τις πιο αναπτυγμένες βόρειες ευρωπαϊκές χώρες4. Επίσης, παρατηρείται μεγά­ 3. European Adult Education Association, 2006, Adult Education Trends andI­ issues in Europe, EAC/43/05. 4. Η Δανία, η Ολλανδία, η Ιρλανδία, η Αγγλία και οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν την ισχυρότερη παράδοση, φιλοσοφία στο χώρο της δια βίου μάθησης, ενώ υπάρ­ χει και συστηματική αναγνώριση και πιστοποίηση των μαθησιακών αποτελεσμά­ των. Συνολικά οι βόρειες και δυτικές ευρωπαϊκές χώρες έχουν καλύτερο βαθμό οργάνωσης, ενώ στις νότιες και ανατολικές παρατηρείται μια πανσπερμία ασύνδε­ των οργανισμών που προσφέρουν εκπαιδευτικά προγράμματα, κυρίως στο χώρο 364 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ λη ανομοιομορφία ως προς τις μεθόδους και τις μορφές εκπαίδευσης (π.χ. υπάρχουν προγράμματα λαϊκής επιμόρφωσης, επαγγελματικής κατάρτισης, κτλ.) και ως προς την εφαρμογή συστηματικών πολιτικών5. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν υπάρχει ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα εκπαίδευσης ενηλί­ κων, αλλά πολλά. Ωστόσο, η ύπαρξη πολυμορφίας δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη αρνητικό σημείο, αλλά καταδεικνύει το διαφορετικό επίπεδο ανταπόκρισης στις εθνικές, πολιτισμικές, οικονομικές, τεχνολογικές και κοινωνικές ιδιαιτε­ ρότητες της κάθε χώρας. Αποτελεί δε, (ή θα μπορούσε να αποτελεί) ένα δυ­ ναμικό χαρακτηριστικό εξέλιξης της ευρωπαϊκής κοινότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για ευρωπαϊκή διαβούλευση σε θέματα ποι­ ότητας στη δια βίου μάθηση είναι επιτακτική ως προς την αποσαφήνιση όρων και τη συστηματοποίηση κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών. Αυτή είναι μια δυναμι­ κή διαδικασία με έντονες διαφορές, ως προς την κατεύθυνση που θα πάρει η εκπαίδευση ενηλίκων και ως προς την κατοχύρωσή της σε σχέση με τα άλλα συστήματα εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα οξύς προβληματισμός και αντιπαράθεση παρατηρείται στον καθορισμό και στο περιεχόμενο τόσο των εννοιών εκπαί- δευση ενηλίκων και δια βίου μάθηση6 όσο και των κριτηρίων αναγνώρισης και πιστοποίησης της άτυπης και μη τυπικής εκπαίδευσης και κυρίως της μάθη­ σης που συντελείται στο χώρο δουλειάς (work-based ή workplace learning). Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται κατανοητό το νόημα και ο σκοπός της δια βίου μάθησης αποτελεί ένα ακόμη σημείο τριβής και αντιπαράθεσης. Η τάση να συνδέεται η δια βίου μάθηση με τους κανόνες της παγκόσμιας αγοράς ερ­ γασίας θεωρείται από πολλούς εκπαιδευτικούς κύκλους ότι έρχεται σε αντίθε­ ση με τον κοινωνικό χαρακτήρα της. Αυτή η αντιπαράθεση έχει τις ρίζες της στην παλιά διαμάχη ανάμεσα στον ακαδημαϊκό και τον επαγγελματικό προ­ σανατολισμό της εκπαίδευσης ή αλλιώς ανάμεσα στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Η διχοτόμηση αυτή δεν είναι χρήσιμη στον ορι­ δουλειάς ή σε διάφορα κοινωνικά πλαίσια και τα οποία δεν είναι ενταγμένα σε συ­ γκεκριμένες δομές εκπαίδευσης. 5. Σε όλη την Ευρώπη παρατηρείται αποσπασματικότητα ως προς το νομοθετικό πλαίσιο που απαιτείται για την καθιέρωση διακριτών συστημάτων εκπαίδευσης ενηλίκων. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί η Αγγλία, η οποία συντονίζει όλα τα συστήματα εκπαίδευσης μέσω του αντίστοιχου Υπουργείου Παιδείας, αλλά και οι Σκανδιναβικές χώρες που συντονίζουν τις διάφορες μορφές δια βίου μάθησης. Γενικά, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν περιορίσει το ρόλο τους σε τρεις σημαντικούς τομείς α) στην επιχορήγηση ανεξάρτητων φορέων δια βίου μάθησης, β) στη νομική κατοχύρωση της εκπαίδευσης ενηλίκων και γ) στην ενθάρρυνση συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων φορέων. 6. Η δια βίου μάθηση είναι ένας γενικότερος όρος που συμπεριλαμβάνει όλες τις μορφές εκπαίδευσης (σχολείο, επαγγελματική κατάρτιση, πανεπιστημιακή εκπαίδευση και εκπαίδευση ενηλίκων, βλ. και Ν. 3879/2010). 365 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σμό της δια βίου μάθησης αφού η σύγχρονη πραγματικότητα καλεί για ένα συγκερασμό και των δύο, που θα αξιοποιεί δυναμικά τόσο τις κοινωνικές αξί­ ες και ανάγκες για μια καλύτερη κοινωνία όσο και τις οικονομικές παγκόσμι­ ες εξελίξεις. Η οικονομική διάσταση δηλαδή, δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά ταυτόχρονα η δια βίου μάθηση είναι σημαντική για την οικοδόμηση δημοκρα­ τικών κοινωνιών, μέσα από την ενεργή κοινωνική συμμετοχή και την προσω­ πική ολοκλήρωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται, τα τελευταία χρόνια, στη διαδικασία δια­ μόρφωσης ενός ευρωπαϊκού πλαισίου δια βίου μάθησης7 που διαπραγματεύ­ εται τόσο τις αρχές της εκπαίδευσης ενηλίκων όσο και τις προκλήσεις ορι­ οθέτησής της. Ιδιαίτερα μετά το 2000 στους κύκλους της ΕΕ η εκπαίδευση ενηλίκων καταδεικνύεται ως ο τέταρτος διακριτός πυλώνας εκπαίδευσης σε ένα εθνικό σύστημα που έχει ως στόχο τη βελτίωση των κοινωνικών (ενεργή συμμετοχή του πολίτη, ισονομία, κτλ.) και οικονομικών παραμέτρων (ευκαιρίες για εργασία, διασφάλιση εργασίας, βιοτικό επίπεδο, κτλ.) της ζωής ενός εργα­ ζόμενου. Η ΕΕ προωθεί ένα κοινό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο (European Social Model) που είναι αφενός αποδοτικό διασφαλίζοντας την «απασχολη­ σιμότητα» και αφετέρου υποστηρίζει την κοινωνική ισονομία8. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή προοπτική σχετικά με τη διασφάλιση ποιότητας αναγνωρίζει την πολυμορφία των διαφορετικών συστημάτων/ πρακτικών και συντείνει στη δι­ αμόρφωση πλαισίου κοινών αρχών και προδιαγραφών. Τα ευρωπαϊκά μοντέ­ λα διασφάλισης ποιότητας εφαρμόζονται σε τρία επίπεδα: Α) σε επίπεδο διοίκησης/ οργανισμού που περιλαμβάνει συστήματα διαχεί­ ρισης ποιότητας (ολικής, ISO, EFQM) με έμφαση στις διοικητικές διαδικασίες και όχι στα αποτελέσματα ποιότητας. Β) σε επίπεδο εκπαιδευόμενου με έμφαση στην αξιολόγηση και καταχώ­ ρηση μαθησιακών αποτελεσμάτων μέσα από πλαίσια ικανοτήτων. Γ) σε επίπεδο συστήματος με έμφαση στη θέσπιση κανονισμών και νό­ μων που κατοχυρώνουν συστήματα αξιολόγησης της ποιότητας στις μονά­ δες δια βίου μάθησης. Τέλος, η συστηματοποίηση μοντέλων διασφάλισης ποιότητας στα προ­ γράμματα της δια βίου μάθησης μέσα από διαδικασίες εθνικής ή ευρωπαϊκής 7. Σημαντικά κείμενα που προωθούν και οριοθετούν την δια βίου μάθηση εί­ ναι το The Memorandum of Lifelong Learning (2000) και το Communication from the Commission-Making a European Area of Lifelong Learning a Reality (Novem­ ber 2001). 8. Σε αυτό το σημείο παρατηρείται μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, καθώς μόνο οι βόρειες σκανδιναβικές χώρες έχουν εξασφαλίσει ισονομία και αποδοτικότητα (με υψηλό δείκτη απασχόλησης και χαμηλό δείκτη φτώχειας). 366 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ διαβούλευσης είναι σημαντική πρόκληση για την Ευρώπη του 21ου αιώνα. Τα κράτη-μέλη οφείλουν να συνδέουν τα εθνικά συστήματα εκπαίδευσής τους με το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων και το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Διασφάλι- σης Ποιότητας (Common Quality Assurance Framework). Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλίζεται η οριζόντια εκπαιδευτική κινητικότητα μεταξύ των διαφόρων τομέων ενός εκπαιδευτικού συστήματος σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Πιστοποίηση της ποιότητας της εκπαίδευσης Η διαδικασία της πιστοποίησης περιλαμβάνει 3 στάδια: • Αξιολόγηση: δηλ. την εκτίμηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων ενός ατόμου με βάση προκαθορισμένα κριτήρια. • Επικύρωση: δηλ. την επιβεβαίωση ότι τα μαθησιακά αποτελέσματα έχουν αξιολογηθεί με βάση προκαθορισμένα κριτήρια και είναι συμ­ βατά με πρότυπα επικύρωσης. • Αναγνώριση: την απόδοση επίσημης υπόστασης στα μαθησιακά απο­ τελέσματα μέσω της απονομής επαγγελματικού προσόντος (πτυχίου, διπλώματος, πιστοποιητικού κλπ) (CEDEFOP, 2008). Για να κατανοήσουμε την σημερινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας σε θέματα πιστοποίησης θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε στο σύστημα EQF (European Qualifications Framework). Το σύστημα EQF εί­ ναι ένας ευρωπαϊκός πίνακας μετάφρασης των επαγγελματικών προσόντων. Είναι ένα εργαλείο ταξινόμησης των πτυχίων, διπλωμάτων κλπ. Ένα εργαλείο διευκόλυνσης της δια βίου μάθησης. Ένας τρόπος ενίσχυσης της κινητικότη­ τας (Ζαχείλας, 2009). Η «καρδιά» του EQF είναι τα 8 σκαλοπάτια που βασίζο­ νται στα μαθησιακά αποτελέσματα (γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες). Οι περιγραφικοί αυτοί δείκτες του EQF επιτρέπουν την αντιστοίχιση κάθε μορ­ φής μάθησης, συσχετίζουν συστήματα / πλαίσια / επίπεδα, έχουν μια γενική μορφή και δεν αποτελούν γενικευμένα πρότυπα για τα εθνικά πλαίσια (Ζα­ χείλας, 2009). Η ανάπτυξη του EQF άρχισε το 2004, το 2010 ήταν η χρονιά της αντιστοί­ χισης των εθνικών επιπέδων με το EQF και το 2012 θα υπάρξει αναφορά του επιπέδου EQF στα πτυχία, διπλώματα. Από τις 32 ευρωπαϊκές χώρες η Ελλά­ δα, η Νορβηγία και η FYROM έχουν κάνει μέχρι σήμερα την μικρότερη πρόοδο. Στο σύστημα EQF, τα μαθησιακά αποτελέσματα χρησιμοποιούνται ως βάση ταξινόμησης και περιγραφής των επιπέδων. Βασική προϋπόθεση εφαρμογής είναι η διασφάλιση ποιότητας. Στις περισσότερες χώρες η εφαρμογή του EQF συνδέεται με την πιστοποίηση της μη τυπικής και άτυπης μάθησης. Πολλές 367 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χώρες ήδη χρησιμοποιούν την δομή των 8 επιπέδων και έχουν δημιουργήσει πρότυπα (standards) για τα εθνικά επαγγελματικά προσόντα. Συμπεράσματα Η πολυπαραµετρική συνάρτηση του ορισμού της ποιότητας και της αξιολόγη­ σης της ποιότητας στην εκπαίδευση και δη σε εκείνη των ενηλίκων αναµένε­ ται και είναι εξαιρετικά περίπλοκη. Η εκάστοτε προσπάθεια ποσοτικοποίη­σής της χρησιµοποιείται στα κείμενα και σε κάποιες πιλοτικές εφαρμογές µόνο για λόγους σαφήνειας της παρουσίασης ή της διαδικασίας εφαρμογής. Στην πραγµατικότητα, υπάρχει έντονη αλληλεξάρτηση µεταξύ των διαφόρων µε­ ταβλητών (Τάσιος, 2003). Η αντιπαράθεση ανάµεσα στους ποσοτικοποιήσιµους στόχους και στις ποι­ οτικές παραµέτρους δεν µπορεί να υπάρξει ως αντικείµενο λογικής τοµής. Το πολιτικό πρόβληµα σε κάθε περίπτωση είναι και παραµένει αξιακό. Το ερώτηµα ποιά εκπαίδευση πρέπει να υπάρξει για να επιτευχθούν οι ποιοτικοί στόχοι είναι αναπάντητο, όπως απάντηση δεν χωρά εύκολα και στο ερώτηµα πώς συνδυάζεται η αξιολόγηση µε τις άλλες κοινωνικές ή ηθικές αξίες. Πρό­ κειται για την αντινοµία της µη αναγωγής της ποσότητας στην ποιότητα και αντίστροφα. Οι αξιακές προδιαγραφές παραµένουν νοηµατικά ασύµπτωτες και ασύµβατες. Το µετρήσιµο έναντι του µη µετρήσιµου (Τσουκαλάς, 2003). Το εγχείρημα της αποτίμησης της ποιότητας στην εκπαίδευση αναδει­ κνύεται ως εξόχως δύσκολο. Μπορεί να οδηγήσει σε αποπομπή από το σχο­ λείο αδύνατων μαθητών χαμηλού κοινωνικοοικονομικού υποβάθρου (Noden, 2000), ή διαχωρισμό των μαθητών ανάλογα με τις επιδόσεις τους (Boaler, 1997), επικέντρωση στους καλούς μαθητές (Gillborn & Youdell, 1999), ακόμη και σε αγωνιώδη προσπάθεια δημοσίευσης ψευδών / υπερβολικών στοιχείων για τις επιδόσεις των σχολείων (Ball, 1997). 368 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ Βιβλιογραφία Arnold, K. L. & Holler, M. (1995). Quality Assurance, Glencoe, N. York. Ball, Stephen (1997). Good school / bad school: paradox and fabrication. British Journal of Sociology of Education, 18(3), 317-336. Βλάχος, Δημήτρης (2008). Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και οι σύγχρονες απαιτή­ σεις από την εκπαίδευση. Έρευνα του Π.Ι. Boaler, Jo (1997). Setting, social class and survival of the quickest. British Education Research Journal, 23(5), 575-595. Bramley, Peter (2003). Evaluating Training, From Personal Insight to Organisational Performance, Λονδίνο: CIPD. Cartin, Thomas J. (1993). Principles and Practices of TQM. ASQC Quality Press, Milwaukee. Δαγκλής, Ιωάννης (2008). Η έρευνα για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήμα­ τος πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έρευνα του Π.Ι. European Adult Education Association, (2006). Adult Education Trends and Iissues in Europe, EAC/43/05. European Commission, (2006). The Common European Adult Learning Framework. Gillborn, D. & Youdell, D. (1999). Rationing Education: policy, practice, reform and equity, Buckingham, Open University Press. Juran, Joseph (1988). Juran on Planning for Quality. The Free Press, N. York. Ζαχείλας, Λουκάς (2009). Πλαίσια επαγγελματικών προσόντων: καταλύτες για τη δια βίου μάθηση. Το νέο Ευρωπαϊκό περιβάλλον εκπαίδευσης και κατάρτισης. Διήμερη συνάντηση εργασίας του ΤΕΕ «Πιστοποίηση Επαγγελματικής Επάρ­ κειας για την άσκηση Τεχνικών Επαγγελμάτων και Εξειδικεύσεων» Noyé, Didier & Piveteau, Jacques (1999). Πρακτικός Οδηγός του Εκπαιδευτή. Αθή­ να: Μεταίχμιο. Καγκαράκης, Κων/νος (2002). Η συμβολή της διαπίστευσης στη στήριξη της πι­ στοποιημένης ποιότητας. Εφημερίδα Ημερησία: Ειδική έκδοση Πιστοποίηση Ποιότητας. Καγκαράκης, Κων/νος (2003). «Προς µια Ανάπτυξη µε πυξίδα την Ποιότητα», άρ­ θρο στο site http://www.survey.ntua.gr/environ/keimena/kagarakis.pdf Kamens, David & Benavot, Aaron (2011). National, regional and international learning assessments: trends among developing countries, 1960-2009. Globalisation, Societies and Education, 9:2, 285-300. Kijima, Rie (2010). Why participate? Cross-national assessments and foreign aid to education. International Perceptions on Education and Society, 13, 35-61. Μαυρογιώργος, Γεώργιος (2006). Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου. Πρό­ γραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών, τόμος ΙΙΙ, Αθήνα: ΕΚΕΠΙΣ. McCloskey, Deirdre et al. (1993). Exploring the Green Sell, in D. Smith (ed.) Business and the Environment, Paul Chapman, London. 369 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Noden, Philip (2000). Rediscovering the impact of marketisation: dimensions of social segregation in England’s secondary schools, 1994-99. British Journal of Sociology of Education, 21(3), 371-390. Σαμαράς, Βασίλης (2008). Έκθεση (αυτο)αξιολόγησης ΣΔΕ Άσσου-Λεχαίου. ΙΔΕΚΕ. Σαμαράς, Βασίλης & Σαμαρά, Αναστασία-Θεοδώρα (2010). Αξιολόγηση και ποιό­ τητα στην εκπαίδευση ενηλίκων: μελέτη περίπτωσης, ένα πιλοτικό πρόγραμ­ μα αξιολόγησης στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, ΠΕΕ- 7ο Πανελλήνιο Συνέ­ δριο Παιδαγωγικής Εταιρίας Ελλάδος, 19-21 Νοεμβρίου, Ρέθυμνο. Σπανός, Α. (1993). Ολική Ποιότητα, Γαλαίος-Βιβλιοθήκη, Αθήνα. Saito, Mioko & Capelle, Frank van (2010). Monitoring the quality of education: Exploration of concept, methodology and the link between research and policy. International Perceptions on Education and Society, 13, 3-34. Στεφάνου, Ιωσήφ (2000). Η φυσιογνωμία της ελληνικής πόλης. ΕΜΠ-ΥΠΕΧΩΔΕ. Τάσιος, Θεοδόσιος (2003). «Σχεδιασµός και Τεχνολογία: Προβλήµατα Αξιολο­γίας της Ανάπτυξης», άρθρο στο site http://www.survey.ntua.gr/environ/keimena/tasios.pdf Τσουκαλάς, Κων/νος (2003). «Για την Ανάπτυξη», άρθρο στο site http://www.survey.ntua.gr/environ/keimena/tsoukalas.pdf Summary An aim of this article is to argue that the conceptualization and methodology for measuring the quality of education is a necessary, but not sufficient, condition for establishing a link between research and policy to improve the quality of education (Saito & Capelle). Learning and training professionals have always recognised the need to evaluate the effectiveness of learning and training interventions. Most traditional approaches to training evaluation have advocated a series of levels through which an assessment is made of the effects of individual learning and training activities that include: • learners’ reactions to the learning experience • the learning achievements of participants • changes in job behaviour • the organisation effect of specific learning interventions. Although evaluation is a fundamental part of the work of learning and training professionals, it presents many challenges. The development of learning capabilities has become a key feature of people development strategies in many organisations. Executive decision-makers are becoming aware that 370 Βασίλης Σαμαράς, Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ intellectual and knowledge assets form a large part of the intangible value of their organisation. Δρ. Βασίλης Χρ. Σαμαράς Διπλ. Μηχ/γος-Ηλεκ/γος Μηχ/κός – ΕΜΠ ΜΔΕ ‘Περιβάλλον και Ανάπτυξη’ - ΕΜΠ Διδάκτωρ Μηχ/κός Τμ. Μηχ/γων και Αεροναυπηγών Μηχ/κών Πανεπ. Πατρών Διευθυντής 1ου Γενικού Λυκείου Κορίνθου Κάτω Άσσος Κορινθίας, ΤΚ 20006, Τηλ. 27410-87678, Φαξ. 27410-88645 Κινητό: 697-6674882,

[email protected]

Αναστασία-Θεοδώρα Σαμαρά Πτυχιούχος Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Πατρών Μεταπτυχ. Φοιτήτρια Τμ. Κοινων. & Εκπαιδ. Πολιτικής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου 1ο Δ.Σ. Αγ. Θεοδώρων Κορινθίας Κάτω Άσσος Κορινθίας, ΤΚ 20006, Τηλ. 27410-87678, Φαξ. 27410-88645 Κινητό: 697-7444189,

[email protected]

371 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Το e-portfolio, εναλλακτική πρόταση δυναμικής -ευέλικτης και ποιοτικής αξιολόγησης. Μελέτη Περίπτωση στην Π.Ε. Βασιλική Αποστολοπούλου Περίληψη Η παρούσα έρευνα στοχεύει στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο τα ψηφια­ κά χαρτοφυλάκια (e- portfolios) μπορούν να αξιοποιηθούν στο «Ψηφιακό Σχο­ λείο», το οποίο αποτελεί βασικό συστατικό του οράματος του «Νέου Σχολεί­ ου» στην Ελληνική Εκπαίδευση, ως μία νέα αξιόπιστη μέθοδο αξιολόγησης των επιδόσεων και των δυνατοτήτων των μαθητών. Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα έρευνα αναλύεται μια μελέτη περίπτωσης στην οποία τα ψηφιακά χαρτοφυλάκια, στηριζόμενα στην θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης (Multiple Intelligences- MI), χρησιμοποιούνται ως ένα επιτυχημένο εργαλείο όπου με τρόπο οργανωμένο παρουσιάζουν την πρόοδο, την εξέλιξη, τις ιδιαίτερες δε­ ξιότητες και τις ικανότητες των μαθητών. Επίσης αξιοποιούνται και στην αξιο­ λόγηση του περιεχομένου και των εκπαιδευτικών στρατηγικών διδασκαλίας. Λέξεις κλειδιά: Ψηφιακό χαρτοφυλάκιο, αξιολόγηση, θεωρία της πολλα­ πλής νοημοσύνης Εισαγωγή Το Εκπαιδευτικό πλαίσιο όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα με το όραμα του «Νέου Σχολείου», βασικό συστατικό του οποίου αποτελεί το «Ψηφιακό Σχο­ λείο» με την εφαρμογή των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών, τα οποία υλοποιού­ νται πιλοτικά σε 188 σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, προωθεί τη διαφοροποιημένη διδασκαλία σε επίπεδο διδακτι­ κού σχεδιασμού και εκπαιδευτικής πράξης. Οι εκπαιδευτικοί,οι οποίοι εφαρ­ μόζουν τη διαφοροποιημένη διδασκαλία ενισχύουν και αξιολογούν τις δυνα­ τότητες και ικανότητες των μαθητών στοχεύοντας στην αποτελεσματικοτέρη μάθηση (Stefanakis 2011). Η είσοδος δε των Νέων Τεχνολογίων στην Εκπαί­ δευση ως βασικό εργαλείο αποτελεσματικότερης επίτευξης των σκοπών και στόχων των Νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων, οδηγεί,μεταξύ άλλων, στην 372 Βασιλική Αποστολοπούλου ΤΟ e-PORTOFOLIO, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ-ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ Π.Ε. αυτονομία του μαθητή, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση στρατηγι­ κών μέσω της «γνωστικής μαθητείας». Οι μαθητές καθοδηγούνται και υπο­ στηρίζονται από τους εκπαιδευτικούς να αναπτύξουν, να καλλιεργήσουν και να χρησιμοποιήσουν γνωστικά εργαλεία, στρατηγικές και δεξιότητες για την οικοδόμηση και την εφαρμογή της νέας γνώσης στην επίλυση προβλημάτων οδηγούμενοι σταδιακά στην αυτορρυθμιζόμενη μάθηση. Τα νέα δυναμικά, πολυμεσικά,αλληλεπιδραστικά και διαδικτυακά εργαλεία της Νέας Τεχνο­ λογίας, ενταγμένα σε κατάλληλο παιδαγωγικό πλαίσιο, ευνοούν την ενεργό δραστηριοποίηση των μαθητών, την κριτική επεξεργασία δεδόμενων του μα­ θησιακού τους έργου, τη δημιουργία μαθησιακού περιβάλλοντος πλούσιου σε επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις μέσα στην τάξη, και, γενικά, την ενίσχυ­ ση των κινήτρων μάθησης. Στα Νέα Προγράμματα Σπουδών παρέχεται η δυνατότητα στους εκπαι­ δευτικούς και μαθητές να συνδιαμορφώνουν και να συνδημιουργούν στόχους και περιεχόμενο ανάλογα με τα ενδιαφέροντα, τις δυνατότητες και την ιδιαι­ τερότητα του μαθητικού δυναμικού της τάξης αξιοποιώντας και την θεω­ρία της πολλαπλής νοημοσύνης με την υλοποίηση κατάλληλων δραστηριότητων. Με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο μετασχηματίζεται το πλαίσιο διδασκα­ λίας και μάθησης, ενθαρρύνεται η ενεργητική και αυτορρυθμιζόμενη μάθη­ ση, προωθείται η ομαδική εργασία, συνδιαμορφώνεται portfolio δραστηριοτή­ των εκπαιδευτικού και μαθητών, εντάσσεται η αξιολόγηση στην εκπαιδευτική πράξη και πραγματοποιείται με την ενεργητική συμμετοχή και των μαθητών. Το εκπαιδευτικο-κοινωνικό γίγνεσθαι διαμορφώνει κατάλληλες συνθήκες επι­ μόρφωσης εκπαιδευτικών για την αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών και την ενεργητική συμμετοχή των μαθητών με απώτερο στόχο τον αναστοχασμό, την ανατροφοδότηση, την καλλιέργεια μεταγνωστικών δεξιοτήτων και την εν­ δυνάμωση της ολόπλευρης ανάπτυξης τόσο των εκπαιδευτικών, όσο και των εκπαιδευόμενων (Λουκέρης, Μαντάς, & Μέλλα, 2010). H αξιολόγηση των μαθητών είναι αναπόσπαστο μέρος της διδακτικής δια­ δικασίας και οφείλει να συνδυάζει ποικίλες μορφές και τεχνικές για να επιτύ­ χει αφενός έγκυρη, αξιόπιστη, αντικειμενική και ποιοτική αποτίμηση των γνώ­ σεων, της κριτικής ικανότητας και των δεξιοτήτων των μαθητών και αφετέρου να συμβάλει στην αυτογνωσία και στην αντικειμενική πληροφόρησή τους για το επίπεδο μάθησης και τις ικανότητές τους (Κουλουμπαρίτση & Ματσαγγούρα, 2004). Ο φάκελος εργασιών μαθητή «portfolio» κατέχει σημαντική θέση στις τεχνικές αξιολόγησης και θεωρείται ως μία από τις βασικότερες μεθόδους ποιοτικής και αυθεντικής αξιολόγησης. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, ο ίδιος ο μαθητής, σε συνεργασία με τον εκπαιδευτικό, συλλέγει με κριτικό τρόπο ενδεικτικά δείγματα της δουλειάς του από ένα ή περισσότερα μαθήματα, τα αναλύει ο ίδιος και τα παρουσιάζει για αξιολόγηση και γενικότερη συζήτηση 373 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στην τάξη. Ο ατομικός φάκελος του μαθητή είναι ένας προσωπικός φάκελος που τον τηρεί και τον ενημερώνει ο ίδιος ο μαθητής (Ανδρεαδάκης, 2005β, Γεωργούσης, 1988). Αποτελεί βασική τεχνική αυτοαξιολόγησης του μαθητή. Μέσα σε αυτόν τοποθετούνται όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που αντα­ νακλούν στην προσπάθεια που κατέβαλε, κατά τα διάφορα στάδια της μαθη­ σής του, όπως τις εργασίες που πραγματοποίησε, τις πρωτοβουλίες που ανέ­ πτυξε, καταλόγους με βιβλία που έχει διαβάσει, σημειώσεις του, ζωγραφιές, φωτογραφίες (Δημητρόπουλος, 2003). Θεωρείται πως η επιμελής τήρηση του φακέλου μπορεί να αποδειχθεί ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια του μαθητή, με τη βοήθεια του οποίου διαπιστώνεται η πρόοδος του. Ο μαθητής μέσα από συζήτηση με το δάσκαλο του είναι σε θέση να εντοπίζει τα κενά και τις αδυ­ ναμίες του, αλλά και να ανακαλύπτει τη χαρά της μάθησης μέσα από τις επι­ τυχίες του. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό της ενεργούς συμμετοχής δασκάλου- μα­ θητή και της αμφίδρομης επικοινωνίας ανάμεσα τους, η αξιολόγηση ξεφεύγει από τα παραδοσιακά στεγανά της εξέτασης και μετατρέπεται σε μια ευχά­ ριστη, συνεργατική διαδικασία καλλιέργειας δεξιοτήτων και γνώσεων σε ένα πλαίσιο συνεργασίας και σχετικής ισοτιμίας. Ο φάκελος δίνει, επίσης, τη δυ­ νατότητα στον εκπαιδευτικό να διαγνώσει τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία των μαθητών, να καλλιεργήσει τις δεξιότητες τους, να προσδιορίσει τις στά­ σεις τους και να επιδιώξει την τροποποίησή τους, να τεκμηριώσει με αξιοπι­ στία την πρόοδο των μαθητών σε μια γνωστική περιοχή, να ενθαρρύνει τους μαθητές να συμμετέχουν και να αναλαμβάνουν περισσότερη ευθύνη για την προσωπική τους μάθηση (Ανδρεαδάκης, 2006, Αρβανίτης, 2007). Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την εφαρμογή της αξιολόγησης βάσει φακέλου είναι πολλά: Ο φάκελος δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να είναι αξιολογητές του εαυτού τους, να εντοπίσουν τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες τους, να συνεργάζονται στενότερα με τον εκπαιδευτικό, αλλά και τους συμμαθητές τους. Ο φάκελος επίσης αποτελεί αξιόλογη πηγή πλη­ ροφοριών για τους γονείς, το διδάσκοντα τους μαθητές και βοηθάει, ώστε να επαναπροσδιορίζονται στόχοι, στάσεις και διδακτικές προσεγγίσεις που πρέ­ πει να ακολουθηθούν (Ανδρεαδάκης, 2006). Αναπτύσσεται η κριτική και δημι­ ουργική σκέψη του μαθητή που μαθαίνει πώς να μαθαίνει, κεντρίζεται το ενδι­ αφέρον για διερεύνηση, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ασκείται στην εξεύρεση λύσεων. Οι μαθητές σταδιακά οργανώνουν με τον καλύτερο τρόπο την εργα­ σία τους, αυτορρυθμίζουν τη συμπερίφορά τους, εντοπίζουν τα σημεία που πρέπει να βελτιωθούν και βάζουν στόχους (Stefanakis, 2011), έχοντας επίγνω­ ση της μαθησιακής τους πορείας και αποκτούν εσωτερικά κίνητρα μάθησης (Τσίνας, 2006).Το «portfolio» λοιπόν, είναι κυρίως εργαλείο αυτο- και ετερο- αξιολόγησης του μαθητή. Σε αυτό περιέχονται όχι μόνο τα έργα, αλλά και οι στοχασμοί του μαθητή, του δασκάλου και κάθε άλλου κριτή. 374 Βασιλική Αποστολοπούλου ΤΟ e-PORTOFOLIO, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ-ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ Π.Ε. Μια πρόκληση επομένως, που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί εκπαιδευτικοί στο «νέο σχολείο» είναι ότι ο παραδοσιακός τρόπος αξιολόγησης των μαθη­ τών, όπως είναι, για παράδειγμα τα διαγωνίσματα, περιορίζει τις δυνατότητές τους για αναστοχασμό και επανατροφοδότηση των στόχων της διδακτικής δια­δικασίας, καταλήγει να έχει ποινικό χαρακτήρα και δημιουργεί συνθήκες αξιολογικής- εν τέλει και κοινωνικής- ιεράρχησης των μαθητών με περιορι­ σμένα αξιολογικά κριτήρια. Ως εκ τούτου, οι εκπαιδευτικοί σκόπιμο είναι να προσανατολίζονται σε μια εναλλακτική μέθοδο αξιολόγησης της προό­δου των μαθητών τους και αναγνώρισης των τύπων της νοημοσύνης τους, με στόχο να διαφοροποιούν και να προσαρμόζουν την διδασκαλία ανάλογα με το επί­ πεδο των μαθητών (Stefanakis 2011). Κατάλληλη μέθοδος θεωρείται το ψη­ φιακό χαρτοφυλάκιο (e- portfolio),εφ’ όσον η είσοδος των Νέων Τεχνολογιών στην εκπαίδευση διευκολύνει την εφαρμογή του. Το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο, είναι μια συλλογή της δουλειάς των μαθητών και αποτελεί απόδειξη των προ­ σπαθειών και των επιτευγμάτων τους σε συγκεκριμένους τομείς. Οι μαθητές συλλέγουν και οργανώνουν τα πιο σημαντικά, κατά τη γνώμη τους, δείγμα­ τα της δουλειάς τους, μέσα στην τάξη τα οποία αντιπροσωπεύουν καλύτερα τις ικανότητές τους,από μαθήματα όπως η έκθεση, η λογοτεχνία, τα μαθη­ ματικά, η φυσική και οι κοινωνικές επιστήμες. Αναστοχάζονται και καταγρά­ φουν σε φύλλο εργασίας γιατί επέλεξαν τη συγκεκριμένη εργασία,τι δείχνει για τον εαυτό τους, τι έμαθαν από αυτήν και έτσι γίνονται φανερά τα δυνατά τους σημεία,, τα ταλέντα τους.. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, το ψηφια­κό χαρ­ τοφυλάκιο έχει χρησιμοποιηθεί από εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας έως και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όπου και έχουν αλλάξει τον τρόπο αξιο­ λόγησης (Φωτιάδου, 2001). Σύμφωνα με τον Barrett (2000), οι φάσεις του σχεδιασμού του ψηφιακού χαρτοφυλακίου συμβάλλουν στην επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και στη δια βίου μάθηση των μαθητών. Επί προ­ σθέτως, οι μαθητές επωφελούνται αναπτύσσοντας επίγνωση της εμπλεκόμε­ νης διαδικασίας αξιοποιώντας τα ποικίλα δυναμικά, αλληλεπιδραστικά, πο­ λυαναπαραστατικά, διαχειριστικά και διαδικτυακά εργαλεία του υπολογιστή για να περιγράψουν την δική τους παρατήρηση, να αναλύσουν τις πληροφο­ ρίες, να συνεγαστούν και να αναστοχαστούν. Όλα αυτά βοηθούν στο “να μά­ θουν τον εαυτό τους” αναπτύσσοντας πολυμεσικές και τεχνολογικές δεξιό­ τητες (Barret, 2000, Λουκέρης,, Μαντάς,. & Μέλλα, 2010). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σχεδιασμού του ψηφιακού χαρτοφυλακίου, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν και να αλληλεπιδρά­ σουν, επομένως είναι ευκολότερο για τους εκπαιδευτικούς να αναγνωρίσουν τα είδη νοημοσύνης των μαθητών και να μπορέσουν να ενισχύσουν τα ταλέ­ ντα και τις ικανότητές τους. Επιπλέον, το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο παρέχει στους εκπαιδευτικούς την 375 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν τη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης (Multiple Intelligences MI) ως ένα διδακτικό/ μαθησιακό πλαίσιο, γιατί τους βοηθάει να αναγνωρίσουν τις δυνατότητες των μαθητών και τον τρόπο μάθησής τους (Gardner,1993). Έτσι, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να κάνουν αλλαγές στο πρό­ γραμμα σπουδών με βάση τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Το ψηφιακό χαρ­ τοφυλάκιο αποτελεί εξέλιξη του «portfolio» και μπορεί να αποτελέσει έναν κατάλληλο και δυναμικό εναλλακτικό τρόπο σε αντίθεση με τα τυπικά- παρα­ δοσιακά μέσα αξιολόγησης, γιατί κάνει ορατά τα δυνατά σημεία του παιδιού και την εξελιξη του και επιτρέπει στον μαθητή να έχει περισσότερη επίγνωση και υπευθυνότητα στη μάθηση του. Βιβλιογραφική ανασκόπηση Η αξιολόγηση των ψηφιακών χαρτοφυλακίων των μαθητών αποτελεί την πιο κατάλληλη μέθοδο αξιολόγησης της επίδοσής τους. Για πάνω από 20 χρόνια το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο προσαρμόσθηκε επιτυχημένα σε όλα τα μαθήματα από τους εκπαιδευτικούς και ακόμα έχει αποτελέσει μια έμπνευση για σχολική μεταρρύθμιση (Niguidula, 1997, Αρβανίτης, 2007). Επίσης, το ψηφιακό χαρτο­ φυλάκιο διαθέτει κρίσιμο ρόλο στην αξιολόγηση γιατί δεν βοηθάει μόνο τους εκπαιδευτικούς να προσδιορίσουν τις επιδόσεις των μαθητών, αλλά επιπλέον βοηθάει στην παροχή νέων ευκαιριών στους μαθητές για να εκφραστούν και να αναγνωρίσουν πώς οι ικανότητές τους έχουν αναπτυχθεί μέσα στον χρό­ νο. Βασική προϋπόθεση βέβαια για την καινοτόμο και δημιουργική εφαρμο­ γή της μεθόδου αυτής είναι η προσπάθεια μετασχηματισμού των παιδαγω­ γικών γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών των εκπαιδευτικών, ώστε να μην καταλήξει σε μία ακόμη μορφή παραδοσιακής αξιολόγησης, αλλά να αποτε­ λέσει ευκαιρία και αφορμή για συνεχιζόμενη ανάπτυξη τόσο της ίδιας τους της επαγγελματικής εμπειρίας, όσο και της ολόπλευρης ανάπτυξης των μα­ θητών. Επί προσθέτως, το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο επικοινωνίας για τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, διότι εκθέτει στοιχεία της διαδικασίας σκέψης και της προόδου των μαθητών (Niguidula, 2005). Επιπλέον, το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο των μαθητών πρέπει να ενσωμα­ τωθεί σε κάποιο πλαίσιο με συγκεκριμένα πρότυπα, γιατί “ένα χαρτοφυλάκιο χωρίς πρότυπα είναι απλώς μια πολυμεσική παρουσίαση ή ένα φανταχτερό ηλεκτρονικό βιογραφικό ή ένα λεύκωμα ” (Barrett, 2001). Επομένως, τα σχο­ λεία έχουν ανάγκη να προσδιορίσουν τον πρωταρχικό σκοπό του ψηφιακού χαρτοφυλακίου και στη συνέχεια οι μαθητές να αποφασίσουν ποιο δείγμα εγ­ γράφου θα χρησιμοποιήσουν και πώς αυτό πληροί συγκεκριμένα πρότυπα. Η έρευνα των Chambers και Wickersham (2007) συμπεραίνει ότι η αυ­ 376 Βασιλική Αποστολοπούλου ΤΟ e-PORTOFOLIO, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ-ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ Π.Ε. τογνωσία (self-knowledge) και οι τεχνολογικές και οργανωτικές δεξιότητες (technological & organizational skills) αναπτύσσονται μέσω της χρήσης των ψηφιακών χαρτοφυλακίων. Το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο αποτελεί τον κατάλλη­ λο τρόπο εύρεσης του είδους νοημοσύνης των μαθητών, τόσο από τους εκπαι­ δευτικούς όσο και από τους ίδιους τους μαθητές. Έτσι, προσφέρεται η δυνατό­ τητα στους εκπαιδευτικούς να σχεδιάσουν συγκεκριμένα μαθήματα βασισμένα στην θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του (Gardner,1993). Για παράδειγμα, ένα δάσκαλος μπορεί να καταλήξει από τα έργα τέχνης ενός μαθητή, όπου βρίσκονται σε ένα ψηφιακό χαρτοφυλάκιο, ότι ο μαθητής κατέχει σωματική-κιναισθητική νοημοσύνη. Δηλαδή, ανήκει στα άτομα που χρησιμο­ποιούν τις κινήσεις του σώματος του με έναν εξειδικευμένο τρόπο, για την αυτο-έκφραση (self-expression) ή για την επίτευξη ενός στόχου. Με αυτή την γνώση ο δάσκαλος μπορεί να προσαρμόσει το πρόγραμμα σπου­ δών ώστε να είναι πιο προσιτό σε μαθητές με σωματική - κιναισθητική νοημο­ σύνη. Στηριζόμενος σε αυτή την ιδέα, ο Griss (1994) παρείχε μια μονάδα στο Underground Railroad για την συμμετοχή μαθητών με σωματική - κιναισθητι­ κή νοημοσύνη, ο οποίοι μπορεί να έχουν προβλήματα εστίασης στο παραδο­ σιακό τρόπο διδα­σκαλίας. Σε άλλη έρευνα με τα ψηφιακά χαρτοφυλάκια όπου αναπτύσσει πολλαπλή νοη­μοσύνη (Stefanakis, 2002), αναφέρεται ότι “Ο στό­ χος είναι να κατασκευα­στεί προσεκτικά ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολό­ γησης, με μια συλλογή αξιολο­γήσεων που επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να χρησιμοποιήσουν τα συγκεκριμένα δεδομένα για την βελτίωση της μάθη­ σης και διδασκαλίας των μαθητών” (σ. 137). Επομένως, τα ψηφιακά χαρτοφυ­ λάκια προσφέρουν μια σημαντική εικόνα βαθιάς μάθησης και προσφοράς για το σχολείο όπου με την αξιολόγησή τους προσδιορίζουν εάν οι μαθητές πετυ­ χαίνουν τους στόχους τους. Επίσης, ένας από τους σκοπούς που υπηρετούν τα ψηφιακά χαρτοφυλάκια είναι ο προσδιορισμός του τύπου του μαθητή σύμ­ φωνα με την θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του (Gardner 1983).Ετσι ώστε να αξιολογηθεί αναλόγως. Συνοψίζοντας, παραθέτουμε ενδεικτικά μερικά από τα πλεονεκτήματα του «e-portfolio»:. (Stefanakis, 2011). • Επιτρέπει εύκολα την επικοινωνία με το μαθητή. • Κάνει τη μάθηση ορατή. • Βοηθάει να γνωρίσουμε καλύτερα και σε βάθος το μαθητή. • Δίνει την δυνατότητα ανάδειξης κάποιων ταλέντων ή κλίσεων • Δείχνει με αξιόπιστο τρόπο την εξέλιξη του μαθητή σε βάθος • χρόνου • Δίνει την ευκαιρία στο δάσκαλο να διαφοροποιήσει τη δουλειά του κά­ νοντας τη διδασκαλία πιο προσωπική • Αξιολογεί όχι μόνο το μαθητή αλλά και τον Εκπαιδευτικό. 377 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ερευνητικό ερώτημα Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να χρησιμοποιήσουν το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο ως εργαλείο ποιοτικής αξιολόγησης της επίδοσης των μαθητών, ανάδειξης των ιδιαίτερων δυνατοτήτων τους και ενίσχυσης των αναστοχαστικών δεξιοτήτων; Σχεδιασμός και μεθοδολογία Η μελέτη περίπτωσης εφαρμόστηκε σε ένα Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο του νομού Αττικής και συγκεκριμένα σε μια μαθήτρια της Τρίτης τάξης.Το (e- portfolios) υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Σχ. Έτους 2010- 2011 και απο­ τελεί πιλοτική εφαρμογή. Η οργάνωσή του κατανεμήθηκε και στα τρία τρίμηνα δίνοντας τη δυνατότητα παρακολούθησης της σταδιακής εξέλιξης και βελ­ τίωσης της μαθήτριας με επανατροφοδοτικές παρεμβάσεις. Η επιλογή των δραστηριοτήτων έγινε από την ίδια την μαθήτρια με την διακριτική καθοδήγη­ ση μου σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητές της. Οι δραστηρι­ ότητες,τις οποίες επέλεξε, ήταν από τα γνωστικά αντικείμενα του γλωσσικού μαθήματος, της Μελέτης Περιβάλλοντος και των Μαθηματικών. Στο φάκελό της επέλεξε για το γλωσσικό μάθημα δείγματα ελεύθερης έκφρασης με θέ­ ματα που αφορούν τον εαυτό της,παρουσίαση λογοτεχνικού βιβλίου που επε­ ξεργάστηκε μέσα στην τάξη καθώς και τον αναστοχασμό πάνω στις εργασίες που ασχολήθηκε. Επίσης επέλεξε εργασίες από τα μαθηματικά και από άλλες δραστηριότητες γενικού ενδιαφέροντος που της άρεσαν ιδιαίτερα. Κατά τη διάρκεια της παρατήρησης του ψηφιακού χαρτοφυλακίου πα­ ρατηρήθηκε ότι περιγράφει την οικογένειά της, τον δάσκαλό της και αρκε­ τές φορές τους συμμαθητές της. Για παράδειγμα, τις αρέσουν οι εκδρομές με την οικογένειά της και ο δάσκαλός της αποτελεί ένα σημαντικό πρόσωπο για εκείνη. Χαρακτηριστικές ήταν οι ζωγραφιές που συνόδευαν τις εργασίες και έδειχναν την ιδιαίτερη κλίση της στη χωρική νοημοσύνη. Η ύπαρξη μαθη­ ματικών γραφημάτων με τα οποία απεικόνιζε τα αποτελέσματα έρευνας που διενεργήθηκε στην τάξη καθώς και τα προβλήματα που επέλεγε να εικονο­ γραφεί έδειχναν αναπτυγμένη επίσης τη χωρική και τη λογικομαθηματική νο­ ημοσύνη. Από τον αναστοχασμό της φάνηκε ότι έχει επίγνωση για τις αδυνα­ μίες της στην ορθογραφία,στη γραμματική και συνειδητοποιεί ποιες μπορεί να βελτιώσει. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που της έθεσα: γιατί επέλεξε αυτή την ερ­ γασία; τι έμαθε από τη συγκεκριμένη εργασία; τι θα μπορούσε να βελτιώ­ σει;,περιστρέφονταν κυρίως σε οφέλη που είχε ως άτομο, αλλά και στη βελτί­ 378 Βασιλική Αποστολοπούλου ΤΟ e-PORTOFOLIO, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ-ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ Π.Ε. ωση των σχέσεων με τους άλλους καθώς και στην καλλιέργεια επικοινωνιακών δεξιοτήτων όπως είναι: η ενεργητική ακρόαση, η ενσυναίσθηση,η βελτίωση της στην ομιλία, η αφήγηση και η συνεργασία. Δήλωσε επίσης ότι η όλη δι­ αδικασία τη βοήθησε να εκφράζει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της,να διατυπώνει τις δυσκολίες και να χαίρεται με τις επιτυχίες της. Έμαθε να αναστοχάζεται, να αντιμετωπίζει καταστάσεις της καθημερινότητας. Από τον αναστοχασμό το δικό μου και της μαθήτριας εντοπίστηκαν στοιχεία επα­ ναπροσδιορισμού των μαθησιακών στόχων με την εφαρμογή διαφοροποιη­ μένης διδασκαλίας με στόχο την βελτίωση των αδυναμιών. Στο ψηφιακό χαρτοφυλάκιο η μαθήτρια χρησιμοποιεί εκτός από το πλήθος των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο γλωσσικό μάθημα και διάφορα είδη διατάξεων και περίτεχνες εικόνες σχετικές με το περιεχόμενό του χαρτο­ φυλακίου, καθώς και διάφορες απεικονίσεις ποικίλου περιεχομένου έτσι κα­ τανοούμε περισσότερο ορισμένες πτυχές της δημιουργικότητάς της και αντι­ λαμβανόμαστε το ενδιαφέρον της για καλλιτεχνική έκφραση. Αποτελέσματα Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την ανάλυση του ψηφιακού χαρτοφυ­ λακίου της μαθήτριας είναι τα εξής: Η μαθήτρια παρουσιάζει δείγματα ανάπτυξης σε πέντε είδη νοημοσύνης, στην διαπροσωπική (interpersonal), στην ενδοπροσωπική (intrapersonal), στην χωρική (visual - spatial),στη γλωσσική (liguisths) και στη λογικομαθηματική (logical-mathematical). Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι ενδείξεις που εμφανίστηκαν στο ψηφιακό χαρτοφυλάκιο της. Πίνακας 1: Αποτελέσματα παρατηρήσεων Προφίλ πολλαπλής νοημοσύνης No Μαρτυρία της μαθήτριας 1. Μου αρέσει να πηγαίνω ψώνια με την οικογένειά μου και τους φί- λους μου (προσωπικά δεδομένα) 2. Πηγαίνω πολλές εκδρομές με τους συμμαθητές μου (έκθεση) 3. Θέλω η οικογένειά μου και ο δάσκαλος να επικοινωνούν και να 1 Διαπροσωπική (interpersonal) μου δίνουν περισσότερες ευκαιρίες να εκφράζω τις σκέψεις μου (αναστοχασμός). 4. Θέλω να με αγαπούν οι φίλοι μου. (φύλλο εργασίας -έκθεση) 5. Η γνώμη της δασκάλας μου είναι σημαντική για μένα. (φύλλο ερ- γασίας –προσωπικό ημερολόγιο) 379 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Προφίλ πολλαπλής νοημοσύνης No Μαρτυρία της μαθήτριας 1. Θα μπορούσα να βελτιώσω την ορθογραφία μου στα σημεία στίξης και στις καταλήξεις των ρημάτων(αναστοχασμός) 2 Ενδοπροσωπική (intrapersonal) 2. Μου αρέσει να γράφω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου στο ημερολόγιο μου (αναστοχασμός) 1. Χρήση διαφόρων ειδών διατάξεων, γραφημάτων πινάκων. 2. Σε κάθε κομμάτι του έργου έχει επεξεργαστεί εικόνες που σχε- 3 Χωρική (visual - spatial) τίζονται με το περιεχόμενο. 3. Εικονογραφημένα προβλήματα 1. Κείμενα όπου αφηγείται γεγονότα και ιστορίες από το λογοτε- χνικό βιβλίο. 4 Γλωσσική(linguistic) 2. Διηγήσεις φανταστικών ιστοριών 3. Πλήθος δημιουργικών δραστηριοτήτων 4. Έκφραση παρουσίαση και ανάλυση του λογοτεχνικού βιβλίου. 1.Χρησιμοποίηση γραφημάτων για την αξιοποίηση των δεδομένων έρευνας, που πραγματοποιήθηκε στην τάξη, στο μάθημα των μα- Λογικομαθηματική 5 θηματικών. (logical-mathematical) 2.Απεικονίσεις και εικονογραφήσεις για την επίλυση μαθηματικών προβλημάτων. Περιορισμοί της έρευνας Τα αποτελέσματα του ψηφιακού χαρτοφυλακίου της μαθήτριας, τα οποία καθόριζαν και τους τύπους νοημοσύνης, δόθηκαν και σε συναδέλφους του σχολείου ώστε να διαπιστώσω το βαθμό ταύτισής των απόψεων τους με την δική μου εκτίμηση σχετικά με τους επικρατέστερους τύπους νοημοσύνης που χαρακτήριζαν τη μαθήτρια. Διαπιστώθηκε συμφωνία απόψεων στο ότι η μαθήτρια εμφάνισε δείγματα περισσότερης ανάπτυξης στη γλωσσική, στη λογικομαθηματική, στη χωρικο-αισθητική, στη διαπροσωπική και στην ενδο­ προσωπική νοημοσύνη. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίστηκε η αντικειμενικότη­ τα των αποτελεσμάτων της έρευνας, περιορίζοντας την υποκειμενικότητα,η οποία ίσως τα χαρακτήριζε αν στηρίζονταν μόνο στην προσωπική μου ανά­ λυση. Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι εάν είχε πραγματοποιηθεί παρατή­ ρηση της επίδοσης της μαθήτριας, σε βάθος χρόνου, ενδεχομένως να είχαν βρεθεί περισσότερα είδη νοημοσύνης. Επίσης, εάν το ψηφιακό χαρτοφυλά­ κιο της μαθήτριας περιείχε περισσότερα δείγματα,από εργασίες εκπαιδευτι­ κών και άλλων ειδικοτήτων, τα αποτελέσματα ίσως θα μπορούσαν να χαρα­ κτηριστούν πιο ολοκληρωμένα και με μεγαλύτερη ακρίβεια. 380 Βασιλική Αποστολοπούλου ΤΟ e-PORTOFOLIO, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ-ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ Π.Ε. Συμπεράσματα Η εφαρμογή του ψηφιακού χαρτοφυλακίου ως μια νέα μέθοδος αξιολόγησης καθιστά ικανούς τους μαθητές να αναπτύξουν ένα ολοκληρωμένο προφίλ για την πρόοδό τους στην μάθηση. Με το ψηφιακό χαρτοφυλάκιο, οι μαθητές όχι μόνο έχουν την ευκαιρία να εκθέσουν τις σκέψεις τους, αλλά και να προβάλουν την ανάπτυξη και την εξέ­ λιξη τους μέσα στον χρόνο. Επιπλέον, οι μαθητές έχουν περισσότερη επίγνω­ ση των πολλαπλών όψεων της ατομικής τους νοημοσύνης. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αξιοποιήσουν την αυξημένη κατανόησή τους σχετικά με τα δείγματα πολλαπλής νοημοσύνης που καθρεφτίζονται στα έργα των μαθητών, καθώς και στις αναστοχαστικές σκέψεις και στις συζητήσεις τους για την όλη εμπειρία, ώστε να ενισχύσουν τα ταλέντα και τις ικανότητές τους και να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους. Τα ψηφιακά χαρτοφυλάκια ανοίγουν νέους ορίζοντες στους εκπαιδευτικούς για την ανίχνευση των ειδών νοημοσύνης των μαθητών και ως εκ τούτου την επίτευξη μεγαλύτερης κατανόησης των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων των μα­ θητών. Επί πλέον, συμβάλλουν στην αναβάθμιση της παιδαγωγικής σχέσης με­ ταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών και στην ανάπτυξη της υπευθυνότητάς τους. Το e- portfolio είναι ένα εργαλείο στα χέρια του εκπαιδευτικού που προσφέρει ένα αξιόπιστο εναλλακτικό τρόπο της εικόνας του μαθητή και μπορεί να μετα­ φερθεί εύκολα μέσα στο χρόνο και να αναδείξει την εξέλιξη του διαχρονικά για όλη του τη σχολική ζωή. Σημαντική προϋπόθεση για την επιτυχή αξιοποίηση του εργαλείου αυτού είναι να έχει επανεκπαιδευτεί ο εκπαιδευτικός στην άσκη­ ση του νέου του ρόλου.Για τον λόγο αυτό ο εκπαιδευτικός έχει ανάγκη οργα­ νωμένης, συνεχιζόμενης κατάρτισης και συμβουλευτικής υποστήριξης για την επίτευξη του δύσκολου και διαρκώς εξελισσόμενου δημιουργικού του έργου. Βιβλιογραφία Barrett, Ηelen (2000). Electronic PortfoIios = Multimedia Development + Portfolio Development The Electronic Portfolio Development Process. Retrieved Αpril 30, 2008, from http://www.electronicportfolios.org/portfolios/EPDevProcess.html Barrett, Ηelen (2001). Electronic teaching Portfolios. Retrieved Αpril 30, 2008, from http://www.electronicportfolios.org/portfolios/site99.html Chambers, Sharon & Wickersham, Leah (2007). The Electronic Portfolio Journey: Α Year Later. Education, 127 (3), 351-60. Gardner, Howard.. 1993. Multiple Intelligences: The Theory in Practice. New York: Basic Books. 381 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Gardner, Howard. 1983,1983 Frames of Mind: The Theory of Multiple Intelligences. New York: Basic Books. Griss, Susan (1994). Creative movement: a language for learning. In: Education Leadership, 51, 78-80. Niguidula, David (1997). Picturing Performance with Digital Portfolios. In: Educational Leadership, 55 (3), 26-29. Niguidula, David (2005). Documenting Learning with Digital Portfolios. In: Educational Leadership, 58 (6), 10-13. Stefanakis, Εvangeline (2002). Multiple Intelligences and Portfolios. Portsmouth: Heinemann. Stefanakis, Εvangeline (2011). Differentiated assessment: How to Assess the Learn- ing Potential of Every Student CO­PY­­RIGHT 2011 BY John Willey &Sons, Inc. Reproduced by permission of Jossey-Bass, an Imprint ofWiley.www.wiley.com Ανδρεαδάκης, Νικόλαος. (2005β). Αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών [πανε­ πιστημιακές σημειώσεις]. Πανεπιστήμιο Κρήτης, Π.Τ.Δ.Ε., Ακαδημαϊκό έτος 2005-2006. Ρέθυμνο. Ανδρεαδάκης, Νικόλαος (2006). Η Αξιολόγηση βάσει φακέλου [πανεπιστημιακές σημειώσεις]. Πανεπιστήμιο Κρήτης, Π.Τ.Δ.Ε., Ακαδημαϊκό έτος 2005-2006. Ρέθυμνο. Αρβανίτης, Νικόλαος (2007). Ο φάκελος υλικού (portfolio) ως μέσο εναλλακτι­ κής και αυθεντικής παιδαγωγικής αξιολόγησης του μαθητή. Στο: Επιστημονι- κό Bήμα, 6, Mάρτιος 2007. Γεωργούσης, Παναγιώτης (1988). Η αξιολόγηση των μαθητών με βάση το φάκε- λο υλικού. Αθήνα: Δελφοί. Δημητρόπουλος, Ευστάθιος (2003). Εκπαιδευτική αξιολόγηση – μέρος δεύτερο: η αξιολόγηση του μαθητή. (7 η έκδ.). Αθήνα: Γρηγόρης. Κουλουμπαρίτση, Αλέξανδρα. & Ματσαγγούρας, Ηλίας (2004). Φάκελος εργα­ σιών του μαθητή (portfolio assessment): H αυθεντική αξιολόγηση στη δια­ θεματική διδασκαλία. Στο Αγγελίδης, Παναγιώτης & Μαυροειδής, Γεώργιος (επιμ.), Εκπαιδευτικές Καινοτομίες Για το Σχολείο του Μέλλοντος. Αθήνα: Τυ­ πωθήτω (Τόμος Α΄ 55-830). Λουκέρης, Διονύσης, Μαντάς, Παναγιώτης, Μέλλα, Αλεξάνδρα (2010). Το χαρτο­ φυλάκιο επιδόσεων και δραστηριοτήτων του μαθητή (portfolio) ως εναλλακτι­ κός τρόπος αξιολόγησής του. Στο: Μέντορας, Τεύχος 12, σελ. 77-86. Φωτιάδου, Τερέζα (2001). Το Portfolio ως μέσον ανάπτυξης δεξιοτήτων των μα­ θητών: Μια πρόταση. Στο: Επιθεώρηση εκπαιδευτικών θεμάτων, 5, 128-138. 382 Βασιλική Αποστολοπούλου ΤΟ e-PORTOFOLIO, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ-ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ Π.Ε. Abstract This paper explores how e-portfolios can be a successful tool to collect, organize and present information and digital artifacts that demonstrates development or evidences learning outcomes, skills, competencies, and progression of students. More specifically this study presents a case study in which e- portfolios used as a new reliable method for assessing the performance and abilities of students. Moreover, the evaluation method based on the theory of Multiple Intelligence (MI). Βασιλική Αποστολοπούλου Εκπαιδευτικός Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών Π.Τ.Δ.Ε, Τμήμα Ειδικής Αγωγής και Ψυχολογίας. Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης Ιπποκράτους 15-Κηφισιά 145-63 Τηλ. Κιν. 6944660218

[email protected]

383 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η αξιολόγηση ως παράγοντας διασφάλισης ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης στη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Μία μελέτη περίπτωσης Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Εισαγωγή Η άρρηκτη σχέση ανάμεσα στην εκάστοτε μορφή κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και στην παιδεία αλλά και ο προβληματισμός ειδικότερα για την αξιο­λόγηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης των νέων, για το πώς και τι πρέπει να διδάσκονται, είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα που έχει απασχολήσει ποικιλοτρόπως την κοινωνία ήδη από την εποχή της αρχαιότητας με αναφο­ ρές σε αυτήν του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, όπως και πληθώρα σύγχρο­ νων συγγραφέων. Αυτό που αξίζει κυρίως να επισημανθεί είναι ότι η εκπαί­ δευση ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, την εκπαιδευτική διαδικασία, την δυναμική και την ποιότητα, είναι αναγκαίο να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες της εποχής της, δηλ. στα νέα κοινωνικά, οικονομικά, πνευ­ ματικά δεδομένα και τις σύγχρονες απαιτήσεις. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται, προ­ φανώς, ένα διαρκή επαναπροσδιορισμό και αξιολόγηση τόσο του γενικότερου οράματός της όσο και των επιμέρους στόχων με τους οποίους θα το επιτύχει. Για το λόγο αυτό τα τελευταία 30 χρόνια έχουν γίνει πολλές προσπάθειες με στόχο την αξιολόγηση και τη διασφάλιση της ποιότητας στην εκπαίδευση. (Rolff, H.-G, (1995): 22) Αυτή η επιδίωξη της ποιότητας στηρίζεται, κατά τη δι­ εθνή πρακτική, σε δύο βασικούς πυλώνες: τη σχολική ανάπτυξη (διάγραμμα 1) και την αξιολόγηση. (Rolff, H.-G 2002: 39-41.) Οι επιμέρους φάσεις μπορούν να αποδοθούν σχηματικά ως ένας κύκλος του οποίου κομβικά σημεία είναι τα εξής: Αξιολόγηση- Ανάλυση- Προτεραιό­ τητες- Στόχοι- Σχεδιασμός- Εφαρμογή – Αξιολόγηση. (διάγραμμα2) (Buchren C, 2008: 16). Εκπαιδευτικός Σχεδιασμός και κοινό όραμα Τόσο το όραμα ενός σχολείου όσο και ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός για την υλοποίησή του πρέπει να συμφωνηθούν, ει δυνατόν, από το σύνολο των εκ­ παιδευτικών που υπηρετούν σε αυτό αλλά και να έχουν γίνει κατανοητά και 384 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ αποδεκτά και από τους γονείς και από τους μαθητές. (Rolff, H.-G, 2003: 3) Αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση οποιουδήποτε σχολικού οράματος είναι η διάγνωση των δυνατών και αδύνατων σημείων του σχολεί­ ου εκ μέρους όλων όσοι εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία (διεύθυν­ ση, διδάσκοντες, μαθητές, διοικητικοί υπάλληλοι, γονείς) και η αποσαφήνιση τους. Η σημασία του προσδιορισμού ενός σχολικού οράματος είναι καθοριστι­ κή τόσο για την ίδια την οργάνωση του σχολείου, όσον αφορά στο διδακτικό προσωπικό, τη μαθησιακή διαδικασία όσο και στην προοπτική ανάπτυξής του. Δημιουργία νέας κουλτούρας αξιολόγησης στην εκπαιδευτική κοινότητα Ο όρος «αξιολόγηση» στις μέρες μας αποτελεί έναν terminus technicus της εκπαιδευτικής δια­δικασίας, ο οποίος σε μια πρώτη προσέγγιση φαίνεται να δημιουργεί κατεξοχήν αρνητικούς συνειρμούς. Όχι αδικαιολόγητα, έχει συ­ σχετιστεί, μέσα από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του, περισσότερο με την προσπάθεια για ιδεολογική ποδηγέτηση του εκπαιδευτικού παρά με την προ­ σπάθεια για την ουσιαστική βελτίωση τόσο του ίδιου όσο και για τη συνολικό­ τερη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου. Ωστόσο, ο φόβος, έως και η απόρρι­ ψη κάθε απόπειρας αξιολόγησης στον χώρο της εκπαίδευσης δεν αφορμάται ενδεχομένως μόνον από τον παραπάνω λόγο. Καθώς η εκπαίδευση συνιστά θεμελιώδη θεσμό της κοινωνίας, είναι προ­ φανές ότι η δυσπιστία και η καχυποψία που αποτελούν τις πρώτες, σχεδόν αντανακλαστικές αντιδράσεις με τις οποίες αντιμετωπίζεται η αξιολόγησή της, απηχούν σε ένα βαθμό τη γενικότερη απροθυμία της ίδιας της ελληνικής κοι­ νωνίας να την αποδεχθεί στις περισσότερες εκφάνσεις του συλλογικού βίου. Ως εκ τούτου, φαίνεται πως ίδιον της νεοελληνικής νοοτροπίας αποτελεί η αντίληψη ότι κανείς δεν μπορεί να αξιολογήσει και κατ’ επέκταση να κρίνει κανέναν. Το γεγονός αυτό δεν απέχει πολύ από τον παραλογισμό να θεωρή­ σουμε τους εαυτούς μας υπεράνω κριτικής και ως εκ τούτου αλάνθαστους, κάτι που συνιστά, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικό δείγμα της ελληνικής κοι­ νωνικής παθογένειας. Η αξιολόγηση προϋποθέτει κριτική εκ μέρους ενός κριτή προς έναν κρινό­ μενο, βάσει ορισμένων καθορισμένων και γενικά αποδεκτών αρχών που απο­ σκοπούν ή πρέπει να αποσκοπούν στον εντοπισμό αδυναμιών, στη παροχή κινήτρων στον κρινόμενο προκειμένου να βελτιωθεί και, εφόσον αυτό επιτευ­ χθεί, στην τελική επιβράβευσή του. Μέσα στη γενικότερη κρίση της ελληνικής κοινωνίας, κρίση πρωτίστως αξιακή, είναι προφανές ότι οι συνιστώσες μιας οιασδήποτε διαδικασίας αξιολόγησης (κριτές, αρχές, κίνητρα, στόχοι αξιολό­ γησης) τίθενται υπό αμφισβήτηση και απορρίπτονται, καθώς συνήθως συν­ 385 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ δέονται με ιδιοτελή κίνητρα, ή στην καλύτερη περίπτωση, θεωρείται ότι απο­ σκοπούν στην a priori απόρριψη ή στην «εκδίκηση» του εκάστοτε κρινόμενου. Αξιολόγηση στην πράξη Η διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης σε ένα σχολείο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν νοείται χωρίς την αξιολόγηση του. Στόχος της αξιολόγησης είναι να συμβάλλει στη διεύρυνση της γνώσης για το επιτελού­ μενο σε κάθε εκπαιδευτική μονάδα εκπαιδευτικό έργο. Να προωθεί διαδικα­ σίες ανάπτυξης των εκπαιδευτικών μονάδων και να ενθαρρύνει τις πρωτοβου­ λίες τόσο σε επίπεδο μονάδας όσο και σε επίπεδο τοπικό – περιφερειακό. Να υποστηρίζει τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων. Να λειτουργεί ως μοχλός βελ­ τίωσης ή αλλαγής των εκπαιδευτικών πρακτικών. (Holtappels /Boss W 2008: 63) Μία από της μορφές αξιολόγησης έχει δύο συνιστώσες: μια εσωτερική και μια εξωτερική. Στην εσωτερική αξιολόγηση κάθε σχολείο καθορίζει μόνο του τη μέθοδο που θα ακολουθήσει και αυτοαξιολογείται μέσω επιλεγμένων κριτηρίων με σκοπό να βελτιώσει και να εξελίξει τις πρακτικές του.(Müller S 2002: 48-50), Συνήθως αυτό το είδος αξιολόγησης διενεργείται με τη συμπλήρωση ερω­ τηματολογίων (on line) από τους καθηγητές, τους διευθυντές, το μη διδακτι­ κό προσωπικό και από τους μαθητές και τους γονείς τάξεων του δημοτικού, του γυμνασίου και του λυκείου και αποτυπώνει την κατάσταση που επικρατεί σε όλες τις περιοχές της σχολικής ζωής όπως η διδασκαλία και η μάθηση ή το σχολικό κλίμα και ο πολιτισμός, η διοίκηση και η διαχείριση της σχολικής πραγματικότητας, η επαγγελματική κατάρτιση των διδασκόντων, τα αποτε­ λέσματα και οι επιτυχίες, οι στόχοι και η στρατηγική (Wegmann 2006: 85). Τα αποτελέσματα της αυτοαξιολόγησης, τα θετικά σημεία αλλά και αυτά που δύναται να βελτιωθούν, γίνονται γνωστά στα μέλη της σχολικής κοινότητας και μόνο σε αυτά. Η γνωστοποίησή τους οδηγεί στη συνέχεια στη δημιουργία ομάδων εργασίας -όπως αυτές περιγράφονται στον κύκλο διαχείρισης- για τα σημεία εκείνα που επιδέχονται βελτίωση και, τέλος, θα προταθούν δράσεις στην ολομέλεια του σχολείου. «Η φιλική κριτική» (Peer Review). Στο πλαίσιο αυτής εκπαιδευτικοί από γειτονικά σχολεία, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί σε θέματα αξιολόγησης, επι­ σκέπτονται το σχολείο και καλοπροαίρετα, με κριτικό πνεύμα, δίνουν κρίσι­ μα στοιχεία ανατροφοδότησης (Feedback).(Rolff H-G 2001: 8) Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, με την προϋπόθεση ότι οι Peers μελετούν, χρησιμοποιούν και συμπληρώνουν τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της αυτοαξιολό­ γησης, που πάντα προηγείται. (Buhren C /Düring,K 2008: 63) 386 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ Στην εξωτερική αξιολόγηση έχουν καθοριστεί τα κριτήρια αξιολόγησης από εξωτερική πηγή και η αξιολόγηση διενεργείται από ειδικά εκπαιδευμένους εξωτερικούς αξιολογητές, από ένα κεντρικό σώμα αξιολογητών (Lohmman A 2006: 134-138). Οι αξιολογητές είναι αναγκαίο να διαθέτουν γνώσεις πάνω σε επίκαιρα θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής, και μεθοδολογίας, επικοινωνια­ κές ικανότητες, πνεύμα συνεργασίας και διακριτικότητα. Επιπροσθέτως, απα­ ραίτητη κρίνεται και η ειδική εκπαίδευση καθώς και η συνεχής επιμόρφωσή τους. (Rolff H-G 2001: 9-10) Η εξωτερική αξιολόγηση θεωρείται απαραίτητη, διότι κάθε σχολείο (όπως και κάθε άλλο θεσμικό όργανο), είναι πιθανόν να επιδιώκει να καλύψει τυχόν αδυναμίες του ακόμη και να αποσιωπήσει δυσάρεστες καταστάσεις. Επι­ πλέον, είναι σαφές ότι κάθε σχολείο πρέπει να εκτιμηθεί σε σύγκριση με τα άλλα. Ως εκ τούτου, η εξωτερική αξιολόγηση είναι αναγκαία, γιατί αποτυπώ­ νει την σχολική πραγματικότητα και αποτελεί, κατά συνέπεια, τη βάση για τη διασφάλιση της ποιότητας. Πρέπει, βέβαια, να τονιστεί ότι η εσωτερική και η εξωτερική αξιολόγηση είναι, κατά κάποιο τρόπο, οι δυο όψεις του ίδιου νο­ μίσματος και για αυτό θα είναι πιο αποτελεσματικό αν η μια ακολουθεί ή να εναλλάσσεται με την άλλη. Ποιοτικά δεδομένα και αρχές της εξωτερικής αξιολόγησης Είναι σημαντικό να είναι καθορισμένα τα ποιοτικά δεδομένα και οι αρχές που διέπουν τη διαδικασία της εξωτερικής αξιολόγησης, ώστε να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα των αποτελεσμάτων, τα οποία θα γίνουν αποδεκτά από τη σχολική κοινότητα και θα δώσουν ερεθίσματα για τη μελλοντική εξέλιξη του κάθε σχολείου. Ενδεικτικά αναφέρονται: • Η εξωτερική αξιολόγηση δε βασίζεται σε υποκειμενικές απόψεις ούτε καθρεφτίζει την προσωπική άποψη του κάθε αξιολογητή. • Βασίζεται σε στοιχεία και όχι σε υποθέσεις και χρησιμοποιεί δοκιμα­ σμένες μεθόδους: τυποποιημένα γραπτά ερωτηματολόγια, ανάλυση εγγράφων, τυποποιημένες παρακολουθήσεις διδακτικών ωρών και ποιοτικές συνεντεύξεις. • Όλες οι ομάδες (καθηγητές, μη διδακτικό προσωπικό, μαθητές, γο­ νείς) που αποτελούν τη σχολική κοινότητα ενημερώνονται με διαφά­ νεια για τις μεθόδους και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται. • Οι αξιολογητές κοινοποιούν τα αποτελέσματά τους και προτείνουν πεδία δράσης. • Η εξωτερική αξιολόγηση διέπεται από διαφάνεια, σεβασμό προς τους αξιολογούμενους και φιλικά κριτικό πνεύμα. 387 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Δεν αξιολογούνται μεμονωμένα άτομα – κάθε κρίση αφορά τη σχο­ λική μονάδα. Τι αξιολογείται; Πλαίσιο ποιότητας Όλες οι ομάδες της σχολικής κοινότητας πρέπει να γνωρίζουν τους τομείς και τα κριτήρια αξιολόγησης, όπως τα παρουσιάζει ο πίνακας αξιολόγησης (εσωτερικής και εξωτερικής) Το πλαίσιο αυτό αναφέρεται στους τομείς της εκπαίδευσης, του προσωπικού και της οργάνωσης και αποτελείται από 6 πε­ ριοχές, για καθεμία από τις οποίες, όπως φαίνεται, υπάρχουν συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, ενώ σε κάθε χαρακτηριστικό αντιστοιχούν κριτήρια, δείκτες και τρόποι ελέγχου τους. (πίνακας 1) 1 Πώς διεξάγεται η εξωτερική αξιολόγηση; Η εξωτερική αξιολόγηση χρειάζεται μια προσεκτική προετοιμασία και ορ­ γάνωση. Πριν την άφιξη των αξιολογητών (περίπου 12 εβδομάδες) • Όλοι οι φορείς ενημερώνονται για τη διαδικασία με απόλυτη διαφάνεια • Οι διάφοροι φορείς επιλέγουν τους εκπροσώπους τους που θα συνα­ ντηθούν με τους αξιολογητές • Η Διεύθυνση στέλνει στους αξιολογητές όλα τα απαραίτητα έγγρα­ φα και στοιχεία. • Διεξαγωγή της διαδικασίας • Παρουσίαση των αξιολογητών στη σχολική κοινότητα • Επιθεώρηση του κτιρίου και των προαυλίων • Παρακολούθηση διδακτικών ωρών • Συνεντεύξεις με τη Διεύθυνση και με εκπροσώπους των καθηγητών, των μαθητών, των γονέων, του μη διδακτικού προσωπικού. Τι παρακολουθούν οι αξιολογητές σε μία διδακτική ώρα. 1. Η αποτελεσματική διαχείριση της τάξης 2. Η ατμόσφαιρα του μαθήματος 1. Zentralstelle für das Auslandsschulwesen, 2006,Qualitätsrahmen des Bun­ des und der Länder Köln. Στο http:// www.auslandsschulwesen.de 388 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ 3. Παροχή κινήτρων 4. Δομή και σαφήνεια 5. Προσανατολισμός στόχων 6. Ατομική στήριξη / Μέτρα προώθησης 7. Αυτόνομη μάθηση 8. Διαφορετικοί τρόποι διδασκαλίας 9. Εξασφάλιση της επιτυχίας της μάθησης Ανακοίνωση των αποτελεσμάτων Στο τέλος της αξιολόγησης γίνεται μια σύντομη γενική παρουσίαση σε όλη τη σχολική κοινότητα και ακολουθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα η συνολική έκθεση των αξιολογητών. Η Διεύθυνση μπορεί να στείλει τα σχόλια της για την έκθεση στους αξι­ ολογητές και εκείνοι αποφασίζουν αν θα τα λάβουν υπόψη τους. Η σχολική κοινότητα ενημερώνεται και αποφασίζει για τα εσωτερικά μέτρα που θα λά­ βει για την εξέλιξη και βελτίωση της σχολικής μονάδας. Η αξιολόγηση στην Γερμανική Σχολή Αθηνών. Μία μελέτη περίπτωσης Η Γερμανική Σχολή Αθηνών (ΓΣΑ) είναι ένα από τα 135 γερμανικά σχολεία του εξωτερικού. Αποτελείται από δύο τμήματα (ξεχωριστά σχολεία): το ελληνικό τμήμα με γυμνάσιο και λύκειο και Έλληνες μαθητές που επιλέγονται μετά από εξετάσεις στην γερμανική γλώσσα στην έκτη δημοτικού. Ακολουθεί κυρίως το Ελληνικό αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά τα θετικά μαθήματα διδάσκονται στα γερ­ μανικά, οι μαθητές έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν το ελληνικό αλλά και το γερμανικό απολυτήριο. Το Γερμανικό τμήμα που αποτελείται από νηπιαγω­ γείο, δημοτικό, και γυμνάσιο (μέχρι την ελληνική τρίτη λυκείου), οι μαθητές είναι κυρίως γερμανοί, ή παιδιά μεικτών γάμων. Ακολουθεί το γερμανικό εκπαιδευτι­ κό σύστημα και οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν το γερμανικό απολυτήριο. Στην ΓΣΑ εργάζονται 104 εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων που μπορούμε να τους διακρίνουμε σε 24 γερμανούς μετακλητούς με μέγιστη θητεία 6-8 χρό­ νια, σε 36 Έλληνες και 44 γερμανόφωνους (Γερμανούς, Αυστριακούς, Ελβε­ τούς) μόνιμους εκπαιδευτικούς. Στο σχολείο φοιτούν περίπου 1000 μαθητές. Η ΓΣΑ από το 2006 έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα παιδαγωγικής διαχεί­ ρισης ποιότητας (PQM) του Γερμανικού κράτους (Key H 2007: 21).Στα πλαί­ σια αυτού του προγράμματος ακολουθήθηκε ο πενταετής κύκλος αξιολόγη­ σης με τρία στάδια. 389 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πρώτο στάδιο αξιολόγησης: Το 2006 έγινε αυτοαξιολόγηση με online ερω­ τηματολόγια τα οποία συντάχθηκαν από το Ινστιτούτο Bertelsmann με βάση το παιδαγωγικό πλαίσιο ποιότητας (πίνακας 1). Σε αυτήν συμμετείχαν πάνω από το 80% των μαθητών και γονέων των τάξεων 3ης δημοτικού 2ης γυμνα­ σίου και 2ης λυκείου και πάνω από το 90% των εκπαιδευτικών, της διεύθυν­ σης και του εξωδιδακτικού προσωπικού. Το δεύτερο στάδιο αξιολόγησης, η φιλική αξιολόγηση, όπως ονομάζεται, πραγματοποιήθηκε μετά από τρία χρόνια, από 20.11 έως 23.11 του 2009. Μια τριμελής επιτροπή από την Γερμανική Σχολή Κωνσταντινούπολης επισκέφθη­ κε την ΓΣΑ και για τρείς ημέρες παρακολούθησε μαθήματα και πήρε συνε­ ντεύξεις από όλα τα μέλη της σχολικής κοινότητας και συνέταξε μία αναφο­ ρά με τα θετικά σημεία αλλά και αυτά που κατά την γνώμη τους χρειάζονταν βελτίωση. Ήταν μια πρόβα ενόψει της εξωτερικής αξιολόγησης. Τρίτο στάδιο αξιολόγησης: Από 19 Φεβρουαρίου έως 25 Φεβρουαρίου 2011 διενεργήθηκε στην ΓΣΑ η προγραμματισμένη ομοσπονδιακή αξιολόγη­ ση (επιθεώρηση BLI) από τρείς αξιολογητές. Οι οποίοι προέρχονταν από τρείς διαφορετικούς εκπαιδευτικούς οργανισμούς. Τον επικεφαλής της κεντρικής υπηρεσίας των γερμανικών σχολών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ZfA), τον εκ­ πρόσωπο του υπουργείου παιδείας του ομόσπονδου κρατιδίου της Κάτω Σα­ ξωνίας και την εκπρόσωπο του Ομοσπονδιακού συμβουλίου για την σχολική εργασία στο εξωτερικό (BLASchA). Και οι τρείς αυτοί είχαν μεγάλη εμπειρία σε σχολικές επιθεωρήσεις. Σημειώνεται ότι από την προηγούμενη χρονιά η ΓΣΑ γνώριζε τον ακριβή χρόνο της εξωτερικής αξιολόγησης και είχαν αποσταλεί τα σχολικά έγγρα­ φα και αρχεία που ζητήθηκαν, για ανάλυση των δεδομένων. Κέντρο της αξιολόγησης αποτέλεσε η παρακολούθηση 61 μαθημάτων. 59 από τα 89 μέλη του διδακτικού προσωπικού δέχτηκαν τους αξιολογητές ως παρατηρητές στην τάξη τους. Οι αξιολογητές φρόντισαν ιδιαιτέρως να απο­ κτήσουν μια εικόνα της παιδαγωγικής εργασίας σε όλες τις ηλικιακές κατη­ γορίες και σε όλα τα μαθήματα. Οι εκπαιδευτικοί γνώριζαν εκ των προτέρων το έντυπο παρατηρήσεων των μαθημάτων (Έντυπο 1)2 και είχαν προετοιμα­ στεί κατάλληλα. Οι επιθεωρητές αξιολόγησαν την ΓΣΑ με βάση 15 ποιοτικές παραμέτρους που αποτελούνται συνολικά από 72 κριτήρια ποιότητας. Ο αξιολογητής κατά την διάρκεια της αξιολόγησης, δηλαδή κατά την διάρκεια της παρατήρησης των μαθημάτων, των συνεντεύξεων ή κατά την ανάλυση των δεδομένων ση­ μειώνει ++ αν το κριτήριο που εξετάζει ισχύει σε μεγάλο βαθμό, + αν το κρι­ 2. Zentralstelle für das Auslandsschulwesen, 2006,Qualitätsrahmen des Bun­ des und der Länder Köln. Στο http:// www.auslandsschulwesen.de 390 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ τήριο απλώς ισχύει, − αν το κριτήριο δεν ισχύει, και 0 αν δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση του συγκεκριμένου κριτηρίου. Η τελική βαθμολογία των παραμέ­ τρων προκύπτει σε συνάρτηση με την βαθμολογία των κριτηρίων ποιότητας, στην κλίμακα 1-4, ως εξής: Μία παράμετρος αξιολογείται με βαθμό «1» (χα­ μηλός βαθμός) όταν δεν υπάρχει κανένα κριτήριο ποιότητας στο πεδίο +, με βαθμό «2» (αρκετά χαμηλός βαθμός) όταν λιγότερο από 50% των κριτηρίων ποιότητας είναι στο πεδίο +, με βαθμό 3 όταν τουλάχιστον το 50% των κριτη­ ρίων ποιότητας είναι στο πεδίο + και με 4 όταν όλα τα κριτήρια είναι στο πε­ δίο +, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα τέταρτο στο πεδίο ++. Τα συνολικά αποτελέσματα της Γερμανικής Σχολής Αθηνών στις 15 παρα­ μέτρους φαίνονται στον πίνακα 2. Αποτελέσματα της αξιολόγησης στην ΓΣΑ Από την αξιολόγηση αναγνωρίστηκε ότι τα μαθήματα είναι σωστά δομημένα και προσανατολισμένα προς την απόκτηση δεξιοτήτων από τους μαθητές. Οι επιδόσεις τους στις απολυτήριες εξετάσεις είναι πολύ καλές και το σχολικό περιβάλλον είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ευχάριστο. Η αξιολόγηση της ομοσπονδιακής επιτροπής υπέδειξε επίσης με ρεαλι­ στικό τρόπο και πλευρές της σχολικής ανάπτυξης οι οποίες θα επιδέχονταν βελτίωση: Τέτοιες είναι, π.χ., η περαιτέρω ποιοτική εξέλιξη των μαθησιακών και διδακτικών διαδικασιών, βάσει μιας βελτιωμένης αντιμετώπισης των δι­ αφορετικών μαθησιακών προϋποθέσεων, η στοχευμένη περαιτέρω εξέλιξη της ικανότητας χρήσης της γερμανικής γλώσσας και μια ισχυρότερη παρώ­ θηση της αυτόνομης δράσης των μαθητριών και μαθητών. Τα παρακάτω δια­ γράμματα δίνουν ενδεικτικά τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης σε τρείς τομείς: α) Το μάθημα είναι προσανατολισμένο προς την απόκτηση δεξιοτήτων. β) Οι μαθητές συμμετέχουν ενεργά στο μάθημα. γ) Η μαθησιακή προσφορά στην τάξη προωθεί τις διαμορφωτικές δεξιό­ τητες των μαθητών στο πλαίσιο αυτόνομης δράσης (Διαγράμματα 4,5,6) Έτσι έγινε γνωστό ότι αναμφίβολα διαθέτει μια καλή ποιότητα μαθήματος από πολλές απόψεις από την άλλη γνωρίζει επίσης πως υπάρχουν και ορισμέ­ νες περιοχές ως προς τις οποίες θα χρειαζόταν ακόμη δουλειά. Έτσι η ΓΣΑ είναι σε θέση να διακρίνει πιο καθαρά σε ποια κατεύθυνση πρέπει να συνε­ χίσει να οικοδομεί. Η ομάδα των επιθεωρητών εργάστηκε με επαγγελματικό τρόπο και έκρινε αμερόληπτα. Η προεργασία που προηγήθηκε, της αξιολό­ 391 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γησης η ίδια η αξιολόγηση και τα αποτελέσματά της αποτελούν μια επιτυχία της Γερμανικής Σχολής Αθηνών. Συμπεράσματα Ένα μείζον, λοιπόν, ζήτημα είναι να εξεταστούν οι όροι, οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο σύστημα αξι­ ολόγησης, εν προκειμένω εκπαιδευτικής, και οι στόχοι τους οποίους επιζητά να επιτύχει, ούτως ώστε να πείσει για την αγνότητα των προθέσεών του και να τύχει ευνοϊκότερης αντιμετώπισης. Από την άλλη, και αυτή η ίδια η ριζική αλλαγή νοοτροπίας, η θετικότερη δηλ. αντιμετώπιση της αξιολόγησης εν γέ­ νει από το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, είναι ζήτημα παιδείας, απαλλα­ γής από προκαταλήψεις και στερεότυπα του παρελθόντος, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η παιδευτική και επωφελής για την κοινωνία διάστασή της. Καθώς η σχέση δημοκρατίας και παιδείας είναι αμφίδρομη, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς είναι δυνατόν να υπάρχει δημοκρατία που αυτοαξι­ ολογείται και λειτουργεί ορθά χωρίς η ίδια η παιδεία της να διαθέτει ένα δικό της σύστημα αξιολόγησης. Για να επιστρέψουμε, λοιπόν, στα καθ’ ημάς, όπως καμία δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αξιοκρατία που βασίζεται στην αντικειμενική αξιολόγηση και στον έλεγχο της αξίας ή της απαξίας αρχόντων και αρχομένων έτσι και κανένα σχολικό όραμα και κανένας εκπαιδευτικός σχε­ διασμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη με επιτυχία, αν δεν αναπτυχθεί μια κουλτούρα αξιολόγησης και ανατροφοδότησης (Feedback), κυρίως μετα­ ξύ όλων των μελών της σχολικής κοινότητας.(Fullan, M./Hill, P 2006: 82-87) Αν θέλουμε, λοιπόν, να βελτιώσουμε την ποιότητα της διδασκαλίας μας, θα πρέπει να επιδιώκουμε την ανατροφοδότηση μας από τους μαθητές και να ακούμε προσεκτικά τη γνώμη τρίτων σχετικά με την ποιότητα του μαθή­ ματός μας. Η τάξη μας πρέπει να είναι ανοικτή σε επισκέψεις από τους συ­ ναδέλφους εκπαιδευτικούς, από τον διευθυντή ή από κάποιον εξωτερικό αξιολογητή. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε την πραγματικότητα και να λάβουμε τις κατάλληλες αποφάσεις και τα απαραίτη­ τα μέτρα, για να γίνουμε καλύτεροι. Είναι αναγκαίο να αναπτυχθούν διαδικα­ σίες εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία προγραμμάτων επίσκεψης στην τάξη μεταξύ συναδέλφων ή με την δημιουργία ομάδων εργασίας (ανά μάθημα, ανά τάξη, ανά σχολείο). Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μό­ νοι μας στο σχολείο και να εμπεδώσουμε την πρόταση: Όχι εγώ και η τάξη μου αλλά εμείς και το σχολείο. 392 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ Bιβλιογραφία Buchen Herbert,/Horster, Leonhard,/Rolff, Hans-Günte (Hrsg.), (2006), Schulinspektion und Schulentwicklung. Berlin: Raabe. Buhren Claus /Düring,Katrin (2008),Critical Friends- Schulentwicklung mit kritischen Freunden. München: Oldenbourg. Burkard, Christian./Eikenbusch, Georg, (2000), Praxishandbuch Evaluation in der Schule. Berlin: Scriptor European Foundation for Quality Management, (1999),Excellence bewerten. Eine praktische Anleitung zur Selbstbewertung. Brüssel Europäische Kommission – Generaldirektion Bildung und Kultur (Hg.), (2000),Bericht über die Qualität der schulischen Bildung in Europa. Sechzehn Qualitätsindikatoren. Brüssel. Fullan, Michael, (1993), Change forces, The school as a learning organization. London: Falmer Press. Fullan, Michael./Hill, Peter. (2006), Breakthrough. London: Sage. Tim KEY (2007), School Inspection in England: Evaluation, Accountability and Quality Development, in: Wolfgang BÖTTCHER / Hans-Georg KOTTHOFF (Hg.): Schulinspektion: Evaluation, Rechenschaftslegung und Qualitätsentwicklung, Münster S. 21 – 32 Κöller, Olaf (1998), Zielorientierung und schulisches Lernen. Münster: Waxmann. Müller Sabine, (2002), Schulinterne Evaluation. Dortmund: (IFS-Verlag). Rolff Hans-Günter, (2001),Pädagogisches Qualitäts-Management (PQM). Skizze einer Gesamtübersicht, Dortmund (IFS-Verlag). Rolff Hans-Günter, (2002), Qualität sichern und entwickeln. Pädagogik 6, 39-41. Rolff Hans-Günter, (2007),Studien zu einer Theorie der Schulentwicklung. Weinheim/ Basel (Beltz), σελ 183-194 Rolff Hans-Günter (2005). Selbstständige Schule. Begründung und Konkretisierung, in: Herbert Buchen / Leonhard Horster / Hans-Günter Rolff (Hg.): Schulen auf dem Weg zur Selbstständigkeit, Stuttgart, S. 9 – 21 Rolff Hans-Günter (2006) PQM – Ein Gesamtsystem des Pädagogischen Qualitätsmanagements, in: Deutsche Lehrer im Ausland, Nr. 2, S. 87 – 96 Rolff Hans-Günter (2006). Unterrichtsentwicklung als Schulentwicklung, in: Wilfried Bos /Heinz Günter Holtappels / Hermann Pfeiffer / Hans-Günter Rolff / Renate Schulz-Zander (Hg.) Jahrbuch der Schulentwicklung. Daten, Beispiele und Perspektiven (Band 14), Weinheim und München S. 221 – 245 Zentralstelle für das Auslandsschulwesen, 2006,Qualitätsrahmen des Bundes und der Länder Köln. Στο http:// www.auslandsschulwesen.de Διαγράμματα Rolff, H.-G, (1995), Steuerung, Entwicklung und Qualitätssicherung von Schulen durch Evaluation, In Rolff, H.-G. (Hrsg.s): Zukunftsfelder von Schulforschung. Weinheim:DSV σελ 22 393 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Buhren, C, (2007),Selbstevaluation in Schule und Unterricht. Neuwied: Luchterhand σελ 121 Rolff, H.-G, (2003),Schulentwicklung und Unterrichtsqualität Stuttgart Journal Schulentwicklung, Bd.4, H.3, σελ 3 Zentralstelle für das Auslandsschulwesen, (2006), Qualitätsrahmen des Bundes und der Länder Köln. Περίληψη Qualitätsentwicklung verläuft am effektivsten entlang der drei Treiber, Qualitätssicherung setzt Evaluation voraus. Evaluation meint einen Prozess des systematischen Sammelns und Analysierens von Daten/Informationen mit dem Ziel, an Kriterien/Zielen orientierte Bewertungsurteile zu ermöglichen, die begründet und nachvollziehbar sind. Evaluation meint datengestützte, kriterienorientierte Bewertung und enthält häufig Verbesserungsvorschläge. Evaluation im Rahmen von Qualitätsmanagement besteht aus einem interner und externer Evaluation, wobei ein Zusammenspiel angestrebt wird. Hier wird die Anwendung der Evaluation an der Deutschen Schule Athen präsentiert. Τόλιας Βασίλης, Μed, Διευθυντής Λυκείου της Γερμανικής Σχολής Αθηνών Δημοκρίτου & Ζηρίδη 15123 Μαρούσι 210 6199267

[email protected]

Νίκος Αλεξόπουλος Med Εκπαιδευτικός Π.Ε.

[email protected]

394 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ Νίκος Αλεξόπουλος ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Med ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΠ.Ε. Εκπαιδευτικός ΣΧΟΛΗEmail: ΑΘΗΝΩΝ

[email protected]

Διάγραμμα  1:  Οι  τρείς  παράγοντες  ώθησης  της  ποιότητας          Διάγραμμα    2    Κύκλος  βελτίωσης  της  ποιότητας   42 395 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ Πίνακας  1:  Παιδαγωγικό  πλαίσιο  ποιότητας     396 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ Επιθεώρηση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής των Γερμανικών Σχολείων του Εξωτερικού Επεξήγηση: Το παρόν έντυπο παρατηρήσεων μαθημάτων αποτελεί βάση εργασίας για τους σχολικούς επιθεωρητές. Περιγράφει διεθνώς αναγνωρισμένα χαρακτηριστικά της καλής διδασκαλίας. Στόχος του εντύπου είναι επίσης η δημιουργία ενός πρόσφορου εδάφους στα σχολεία του εξωτερικού για μια συζήτηση σχετικά με την «καλή διδασκαλία» καθώς και η στήριξη και εξασφάλιση της εξέλιξης της διδασκαλίας ως πυρή- να της ποιοτικής ανάπτυξης του σχολείου. Το έντυπο παρατηρήσεων μαθημάτων βασίζεται στο ποιοτικό πλαίσιο για γερμανικά σχολεία του εξω- τερικού. Έντυπο παρατηρήσεων μαθημάτων Ημερομηνία: Τάξη: Χρόνος: Αξιολόγηση: ++ ισχύει σε μεγάλο βαθμό + ισχύει Μάθημα: Αίθουσα: - δεν ισχύει 0 χωρίς αξιολόγηση ADLK BPLK (αποσπασμένο από την υπηρεσία του στη Γερμανία διδακτικό προσωπικό) OLK (τοπικό διδακτικό προσωπικό) (γερμανόγλωσσο) OLK (τοπικό διδακτικό προσωπικό) (γλώσσα της χώρας) Παράμετρος 4 Προσέγγιση διδασκαλίας: στόχοι, περιεχόμενα, μέθοδοι 4.1 Το μάθημα προσανατολίζεται στην απόκτηση δεξιοτήτων Το μάθημα στοχεύει στη σαφή διεύρυνση γνώσεων. Το μάθημα διδάσκει γενικές και ειδικές στρατηγικές μάθησης. Το μάθημα κάνει χρήση μορφών μάθησης με παραδείγματα 4.2 Διαφορετικές μορφές μάθησης και εργασίας εντάσσονται συνεκτικά στη μαθησιακή διαδικασία. Υπάρχει αποτελεσματική εναλλαγή μεταξύ των φάσεων της μετάδοσης και της πρόσληψης (διδασκα- λία και μάθηση). Ειδικές μορφές μάθησης δοκιμάζονται στην πράξη στα πλαίσια της αυτόνομης εργασίας (π.χ. μορφές ανοιχτής μάθησης, μορφές συνεργατικής μάθησης). Το υλικό που χρησιμοποιείται στα πλαίσια της αυτόνομης μάθησης περιλαμβάνει κατανοητές οδηγίες καθώς και παραδείγματα και υποδειγματικές λύσεις για αυτοέλεγχο. 4.3 Στο μάθημα λαμβάνονται υπόψη διαφορετικές προϋποθέσεις μάθησης στον ενδεδειγμένο βαθμό. Στη διδασκαλία υπάρχει διαφοροποίηση ανάλογα με το επίπεδο των απαιτήσεων και τους ρυθμούς μά- θησης. Στη διδασκαλία λαμβάνονται υπόψη διαφορετικές στρατηγικές μάθησης / γλωσσικές προϋποθέσεις. 397 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Παράμετρος 6 Ενίσχυση της προσωπικότητας των μαθητών 6.1 Οι μαθητές συμμετέχουν ενεργά στο μάθημα Οι μαθητές συνεισφέρουν στη μαθησιακή διαδικασία. Οι μαθητές εργάζονται συγκεντρωμένα, επικεντρώνοντας την προσοχή τους στις ασκήσεις. Διαπιστώνεται διάδραση μεταξύ των μαθητών σχετική με το μάθημα. 6.2 Οι μαθητές χρησιμοποιούν στο μάθημα εποπτικά μέσα / εξοπλισμό με ενδεδειγμένο τρόπο Οι μαθητές χρησιμοποιούν εποπτικά μέσα/ εξοπλισμό ως πηγές πληροφόρησης (αναζήτησης πληροφο- ριών) με ενδεδειγμένο τρόπο. Οι μαθητές χρησιμοποιούν εποπτικά μέσα/ εξοπλισμό για να επεξεργαστούν τα μαθησιακά περιεχόμε- να (επεξεργασία πληροφοριών). Οι μαθητές χρησιμοποιούν εποπτικά μέσα/ εξοπλισμό με τρόπο λειτουργικό για την παρουσίαση των μα- θησιακών αποτελεσμάτων (παρουσίαση πληροφοριών). 6.3 Το σχολείο υποστηρίζει την κοινωνική μάθηση με διδακτικές και μαθησιακές ρυθμίσεις Ο εκπαιδευτικός χρησιμοποιεί μορφές συζήτησης που να παρακινούν τη συμμετοχή των μαθητών και φροντίζει ώστε οι μαθητές να επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι μαθητές χρησιμοποιούν μεθόδους συνεργατικής μάθησης (π.χ. εταιρική και ομαδική εργασία). Σε ενδεδειγμένες ασκήσεις ορισμένοι μαθητές λειτουργούν ως βοηθοί/ειδικοί για μεμονωμένους μα- θητές ή και ομάδες. 6.4 Στο μάθημα επικρατεί ένα καλό παιδαγωγικό κλίμα Ο εκπαιδευτικός και οι μαθητές αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με αμοιβαίο σεβασμό. Το κλίμα στην τάξη είναι απαλλαγμένο από φόβο και διαπνέεται από πνεύμα εμπιστοσύνης. Οι μαθητές και ο εκπαιδευτικός δείχνουν ενδιαφέρον για το μάθημα / «χαίρονται το μάθημα». 6.5 Το μαθησιακό περιβάλλον υποστηρίζει μορφές διδασκαλίας που εστιάζουν στη δραστηριοποίη- ση των μαθητών Οι θέσεις των μαθητών στην αίθουσα διδασκαλίας είναι προσαρμοσμένες στην κοινωνική μορφή της δι- δασκαλίας. Στο μαθησιακό περιβάλλον διατίθενται στους μαθητές υλικά και βοηθήματα, τα οποία οι μαθητές μπο- ρούν να χρησιμοποιήσουν με δική τους πρωτοβουλία. 398 Βασίλης Τόλιας, Νικόλαος Αλεξόπουλος Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΘΗΝΩΝ Πίνακας  2:  Συνοπτικά  αποτελέσματα  επιθεώρησης  ΓΣΑ   46 399 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Διάγραμμα  4:     Διάγραμμα 4: Το μάθημα είναι προσανατολισμένο Διάγρα προς την απόκτηση Το  μάθημα   δεξιοτήτων. είναι  προσανατολισμένο   Οι  μαθητές  συμμετέχου  προς  την  απόκτηση  δεξιοτήτων.       Διάγραμμα  4:     Διάγραμμα  5:     Το  μάθημα  είναι  προσανατολισμένο   μμα  4:     Οι  μαθητές  συμμετέχουν  ενεργά  στο  μάθημα.   Διάγραμμα 5: Οι μαθητές συμμετέχουν Διάγραμμα  ενεργά 5:     στο μάθημα.  προς  την  απόκτηση  δεξιοτήτων.     θημα  είναι  προσανατολισμένο   Οι  μαθητές  συμμετέχουν  ενεργά  στο  μάθημα.     Διάγραμμα   6:   Η   μαθησιακή   προσφορά   στην   τάξη   προωθεί   τις   δια ην  απόκτηση  δεξιοτήτων.     δεξιότητες  των  μαθητών  στο  πλαίσιο  αυτόνομης  δράσης.         Διάγραμμα 6: Η μαθησιακή προσφορά στην τάξη προωθεί 4 τις διαμορφωτικές Διάγραμμα   6:  δεξιότητες τωνπροσφορά   Η   μαθησιακή   μαθητών στο στην  πλαίσιο αυτόνομης τάξη   προωθεί   δράσης. τις   διαμορφωτικές   δεξιότητες  των  μαθητών  στο  πλαίσιο  αυτόνομης  δράσης.   Διάγραμμα   6:   Η   μαθησιακή       προσφορά   στην   τάξη   προωθεί   τις   διαμορφωτικές   400 δεξιότητες  των  μαθητών  στο  πλαίσιο  αυτόνομης  δράσης.           Νίκος Βιταντζάκης ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Ποιότητα στην Εκπαίδευση: ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ Εννοιολογικές, Ιδεολογικές και Παιδαγωγικές Διαστάσεις Αναζητώντας τους προσανατολισμούς της Ποιότητας στην Εκπαίδευση. Ένα οδοιπορικό από την Τριτοβάθμια έως την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Νίκος Β. Βιταντζάκης Ο χώρος της Παιδείας υπήρξε διαχρονικά, χώρος άσκησης διαφορετικών εκ­ παιδευτικών πολιτικών, πολλαπλών πειραματισμών, αντιπαραθέσεων και συ­ γκρούσεων. Κάθε κυβέρνηση αλλά και κάθε πολιτικός που ανέλαβε την ηγε­ σία του Υπουργείου Παιδείας στη χώρα μας, επιχείρησε αλλαγές στο όνομα της βελτίωσης της Ποιότητας της Παιδείας και της εκπαιδευτικής διαδικα­σίας. Συχνά, οι αλλαγές αυτές δεν ολοκληρώθηκαν ή καταργήθηκαν από τους δια­ δόχους τους, ή/και απαξιώθηκαν στην εφαρμογή τους από την εκπαιδευτική κοινότητα ή από κοινωνικές ομάδες (Μπουζάκης, 2000). Στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε χώρα, γίνονται προσπάθειες από τους αρ­ μόδιους και υπεύθυνους για να διερευνηθούν τα χαρακτηριστικά της Ποιότη­ τας στην Εκπαίδευση (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, 2008), ώστε το Εκπαιδευτικό Σύστημα μέσα από δομημένα προγράμματα, να ικανοποιήσει τις ανάγκες των εκπαιδευομένων, ανεξάρτητα με το αν αυτοί είναι παιδιά, έφηβοι ή ενήλικες. Σήμερα, χώρες, οργανισμοί, επιχειρήσεις, ηγέτες, άνθρωποι, μέλλον και αποτελέσματα, αποτελούν πλέγμα πολυπλοκότητας και αντιφατικότητας, που οφείλει να αντιμετωπισθεί από τους υπεύθυνους, με μια αποδεδειγμέ­ νη δυναμική ικανότητας επιτυχίας, με ευαισθησία προς τους ανθρώπους και με ακεραιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η Ποιότητα στην Εκπαίδευση, αναζητεί τους προσανα­ τολισμούς της, σε όλα τα επίπεδα των εκπαιδευτικών συστημάτων, σε κάθε ιδιαίτερο περιβάλλον. Μέσα από ένα οδοιπορικό εικοσαετίας, διερευνώνται οι προσεγγίσεις της Ποιότητας, στις τρεις βαθμίδες του ελληνικού εκπαιδευτι­ 401 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κού συστήματος και επιχειρείται να προσδιορισθούν οι νέοι προσανατολισμοί της, στο σύγχρονο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Αναζητώντας τους προσανατολισμούς της Ποιότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (1993-2003). Ερευνώντας, από το 1993 έως το 2003, την ύλη μαθημάτων, προπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών, σε 237 Σχολές 19 Πανεπιστημίων και σε 172 Σχο­ λές 27 ΤΕΙ της χώρας μας, των οποίων οι απόφοιτοι στελεχώνουν θέσεις ευ­ θύνης Επιχειρήσεων και Οργανισμών, διαπιστώσαμε ότι, η έννοια της Ποιό­ τητας δεν προσεγγίζεται ως παράμετρος της προσωπικής βελτίωσης και των ατομικών χαρακτηριστικών των εκπαιδευομένων – μελλοντικών επιχειρησια­ κών στελεχών. Συγκεκριμένα, η ύλη των μαθημάτων που διδάσκονται ως Έλεγχος Ποι­ ότητας, Διασφάλιση Ποιότητας ή Διοίκηση Ολικής Ποιότητας, σε 31 Σχολές Α.Ε.Ι. και σε 40 Σχολές Τ.Ε.Ι., δίνει μόνο επαγγελματικά εργαλεία στους φοι­ τητές των 20-25 ετών, προκειμένου να γίνουν επαγγελματίες στους χώρους που θα εργαστούν μελλοντικά, αλλά δεν διαμορφώνει ούτε καλλιεργεί χαρα­ κτήρες με συμπεριφορές και νοοτροπίες Ποιότητας. Οι διδάσκοντες, ερωτηθέντες θεωρούν, πως αυτά διαμορφώνονται σε πολύ μικρότερες ηλικίες, από το περιβάλλον των οικογενειών και των γονέων και στη συνέχεια από τα πρώτα στάδια εκπαίδευσης των παιδιών. Επίσης, στο μάθημα της Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων ή Διοίκησης Προ­ σωπικού, περιλαμβάνονται ενότητες προγραμματισμού Ανθρώπινου Δυναμι­ κού, ηγεσίας, διοίκησης ομάδων, συστημάτων επιλογής, πρόσληψης, εκπαί­ δευσης, εξέλιξης, αξιολόγησης της απόδοσης, αμοιβών και κινήτρων, αλλά δεν περιλαμβάνεται ως αυτούσια ενότητα η Προσωπική Ποιότητα των στελε­ χών και η βελτίωση της. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όλοι σχεδόν οι τελειόφοιτοι των Τμημάτων Α.Ε.Ι.- Τ.Ε.Ι., Διοίκησης Επιχειρήσεων, Οικονομίας και Πολυτεχνικών Σχολών, γνωρί­ ζουν για τον Juran, τον Deming, τον Taguchi κ.τ.λ. αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν για τη συμβολή του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Σωκράτη, του Ηρόδοτου, του Περικλή, στην Ποιότητα και ειδικά στην Προσωπική Ποιότητα (Βιταντζά­ κης, 2010:497). Και αυτά συμβαίνουν, όταν ο Juran στο βιβλίο του με τον τίτλο «A Ηistory of Μanaging for Quality: The evolution Trends, and Future Directions of Managing for Quality» (Juran, 1995), που θεωρείται θεμελιώδες στο τέλος της καριέ­ ρας του, υιοθέτησε την εικόνα του Παρθενώνα ως το πλέον αντιπροσωπευ­ τικό εξώφυλλο, ενώ σύγχρονοι γκουρού του Management και της Ποιότητας 402 Νίκος Βιταντζάκης ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ αναφέρονται στον Αριστοτέλη, στον Πλάτωνα, στον Σωκράτη (βλ.και Ματσαγ­ γούρας, 2006:461), στον Ηρόδοτο, στον Χρυσού Αιώνα του Περικλέους και διεθνείς επιχειρήσεις θέτουν τα αποφθέγματά τους ως όραμα τους και εφαρ­ μόζουν τις μεθόδους τους. Προκειμένου οι απόφοιτοι, να επιμορφωθούν σχετικά με τη βελτίωση της Προσωπικής Ποιότητας, πρέπει να παρακολουθήσουν εξειδικευμένα μετα­ πτυχιακά προγράμματα ή επαγγελματικά σεμινάρια, ή να μελετήσουν εξειδι­ κευμένα βιβλία. Κατά συνέπεια, η αντιμετώπιση του προβλήματος της βελτίωσης της Προ­ σωπικής Ποιότητας των νέων μας, θα πρέπει να γίνεται σταδιακά από τις ρίζες και τις πηγές του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος και όχι από την κορυφή του. Αναζητώντας τους προσανατολισμούς της Ποιότητας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (1995-2002). Με βάση τα ερέθισμα της έρευνας για την Ποιότητα στην Τριτοβάθμια Εκπαί­ δευση, αναζητήθηκε το αν υπάρχει ή αν διδάσκεται η Ποιότητα (με την έν­ νοια της καλλιέργειας νοοτροπίας και συμπεριφοράς) μέσω των διαδικασιών που τηρούνται στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και με βάση τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν εκείνη την εποχή. Η ποιοτική έρευνα, που διεξήχθη πιλοτικά το 1996 και επαναλήφθηκε το 2000-2001 στα Δημόσια και Ιδιωτικά Γυμνάσια και Λύκεια του Λεκανοπεδίου Αττικής, με ερωτηματολόγια ημιδομημένων συνεντεύξεων, σε 4 ομάδες των 5 εκπαιδευτικών (εκ των οποίων ο ένας σε κάθε ομάδα ήταν Διευθυντής), έδει­ ξε ότι, η εκάστοτε κεντρικά ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική, που σχεδιάζει και αποφασίζει την οργάνωση των σχολικών προγραμμάτων, χωρίς την ενερ­ γό συμμετοχή των εκπαιδευτικών (Ματθαίου, 1997:125), υπό την πίεση των συνεχών μεταβολών για την επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών, δίνει έμφαση στην εισαγωγή εφαρμοσμένων κυρίως μαθημάτων, παραλείπο­ ντας την εισαγωγή μαθημάτων ηθικής ανάπτυξης που καλλιεργούν χαρακτή­ ρες με νοοτροπίες και συμπεριφορές Ποιότητας στους μαθητές (Ματσαγ­ γούρας, 2006:441-454). Κατά συνέπεια η καλλιέργεια αυτής της Ποιότητας «αφήνεται κυρίως στην καλή θέληση των διδασκόντων καθηγητών». Αναζητώντας την Ποιότητα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (1997-2006). Η εννεαετής εμπεριστατωμένη έρευνα και μελέτη που αξιολόγησε τις εμπει­ ρίες, τις απόψεις και προτάσεις 255 εν ενεργεία Διευθυντών και Εκπαιδευτι­ 403 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κών, από 108 Δημόσια και 13 Ιδιωτικά Δημοτικά Σχολεία του Λεκανοπεδίου Αττικής, διεξήχθη σε δύο διαδοχικά επίπεδα, πιλοτικά το 1997-1998 και ουσι­ αστικά το 2002-2003, μέσω αυτοσυμπληρούμενων ερωτηματολογίων. Η έρευνα έδειξε1 ότι δεν υπάρχει τίποτα θεσμοθετημένο στις διαδικασίες και στα προγράμματα σπουδών, που να καλλιεργεί άμεσα στους μαθητές της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, χαρακτήρες με συμπεριφορές και νοοτροπίες Ποιότητας, αλλά αντιθέτως η καλλιέργεια της «αφήνεται κυρίως στην καλή θέληση των διδασκόντων δασκάλων». Βασικά συμπεράσματα της έρευνας ήταν: 1. Δεν υπάρχει ένας κοινός προσανατολισμός στη Διδασκαλική Κοινότητα αναφορικά με το πως οριοθετείται ή προσδιορίζεται η έννοια της Ποι­ ότητας στην Εκπαίδευση. Υπήρξε πλουραλισμός ορισμών και ερμηνει­ ών του όρου της Ποιότητας και επισημάνθηκαν διαφορετικές προτε­ ραιότητες βασικών στοιχείων Ποιότητας (Σχήματα 1 & 2)2. 2. Επισημάνθηκε αδυναμία των προγραμμάτων σπουδών να εστιάσουν σε θέματα Ποιότητας και θεωρήθηκε ως ανεπαρκής η ισχύουσα δομή προφορικών εξετάσεων και τεστ. 3. Υποδείχθηκε ότι ο χαρακτήρας/προσανατολισμός της εκπαίδευσης πρέπει να είναι μαθητοκεντρικός και ότι ο ρόλος του Δασκάλου πρέ­ πει να είναι συμβουλευτικός και να διέπεται από αξίες αλληλοσεβα­ σμού, συνεργασίας, επικοινωνίας, εμπιστοσύνης και φιλίας. 4. Επισημάνθηκε ότι η δημιουργική εργασία μέσα στην τάξη βελτιώνει τη συμπεριφορά και εξευγενίζει τα συναισθήματα των μαθητών. 5. Αναδείχθηκε η σημαντικότητα του ρόλου των γονέων και κηδεμόνων και επισημάνθηκαν οι τρόποι κρατικής παρέμβασης. 6. Προσδιορίστηκαν οι προβληματισμοί σε ότι αφορά στους μαθητές από πληθυσμιακές μειονότητες. 7. Εντοπίστηκαν διαφορές μεταξύ Δημοσίων και Ιδιωτικών Σχολείων, κα­ θώς επίσης και σημαντικές διαφορές μεταξύ Σχολείων που ανήκουν σε διαφορετικές Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης (Αθηνών, Πειραιώς, Ανατολικής Αττικής, Δυτικής Αττικής). 1. Αναλυτικά τα συμπεράσματα της έρευνας, στο: Βιταντζάκης Β.Νίκος (2006).Η Ποιότητα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα:Interbooks. 2. Πηγή: Βιταντζάκης Β.Ν. (2006), ό.α., σ.29,31. 404 Νίκος Βιταντζάκης ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Σχήμα 1: Ορισμός Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.   Σχήμα 2: Βασικά Στοιχεία Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Τα βασικότερα συμπεράσματα της μελέτης ήταν: • Προσδιορίστηκε ότι οι βασικοί και επιμέρους παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η βελτίωση της Ποιότητας του Εκπαιδευτικού Συ­ στήματος σε κάθε ιδιαίτερο περιβάλλον, είναι οι εκπαιδευόμενοι, οι γονείς και η οικογένεια, οι εκπαιδευτικοί, τα προγράμματα σπουδών, η Διοίκηση/Διεύθυνση και το προσωπικό των Σχολικών Μονάδων, η αί­ 405 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θουσα διδασκαλίας και η κτιριακή υποδομή, η υλικοτεχνική υποδομή, οι διαδικα­σίες, το περιβάλλον και η Κοινωνία (Σχήμα 3) 3.   Σχήμα 3: Αέναος κύκλος των παραγόντων που προσδιορίζουν την Ποιότητα του Εκπαιδευτικού Συστήματος σε κάθε ιδιαίτερο περιβάλλον. • Διαπιστώθηκε ότι για να καλλιεργήσουμε χαρακτήρες με νοοτροπίες Ποιότητας, οι προσπάθειές μας πρέπει να ξεκινούν σταδιακά από τις νηπιακές ηλικίες των παιδιών (με τη φροντίδα γονέων, δασκάλων και κοινωνίας) και να συνεχίζονται διαχρονικά, προγραμματισμένα και συ­ νεχώς μέχρι την κορυφή του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος. • Επισημάνθηκε ότι οι δάσκαλοι επωμίζονται το ιδιαίτερα δύσκολο έργο, να προσπαθήσουν μέσω των εκάστοτε προγραμμάτων σπουδών και των όποιων συνθηκών εργασίας, να καλλιεργήσουν με τη διδασκαλία τους και την υποδειγματική συμπεριφορά τους, χαρακτήρες εκπαι­ δευομένων με νοοτροπίες Ποιότητας. • Διαφάνηκε ότι η πραγματική βελτίωση της Ποιότητας της Εκπαίδευ­ σης, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της δέσμευσης των εκπαιδευτι­ κών για κοινή προσπάθεια και της υποστήριξής τους από τους γονείς και τους όποιους συνεργάτες κάθε Σχολικής Μονάδας. 3. Πηγή: Βιταντζάκης Β.Ν. (2006), ό.α., σ.124. 406 Νίκος Βιταντζάκης ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ • Συνάγεται ότι η Ποιότητα στη μάθηση ως μια δυναμικά εξελισσόμενη έννοια και η εισαγωγή των αρχών της Ποιότητας στην Παιδεία και στο Εκπαιδευτικό μας Σύστημα, διευκολύνουν στη διεργασία της μάθησης από μια πιο ουσιαστική σκοπιά, που δεν αντικαθιστά τις ήδη εφαρμο­ σμένες πρακτικές. Αντίθετα, τις προσεγγίζει με έναν πιο συστηματι­ κό τρόπο ώστε να βελτιώνει σημαντικά και ουσιαστικά την Προσωπι­ κή Ποιότητα των εκπαιδευομένων. Αναζητώντας την Ποιότητα στον επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο (1992-2012): Η ανάδειξη της αναγκαιότητας για «να καλλιεργήσουμε χαρακτήρες με νοοτροπίες και συμπεριφορές Ποιότητας». Οι καταρρεύσεις επιχειρησιακών κολοσσών (ENRON, WORLDCOM, κ.τ.λ.) δεν έγιναν επειδή ως εταιρίες, δεν είχαν επενδύσει σε επιχειρησιακά συστή­ ματα και διαδικασίες που να διασφαλίζουν υψηλή παραγωγικότητα και απο­ δοτικότητα. Αντιθέτως είχαν πολλά τέτοια συστήματα, αλλά με τη βοήθεια της δημι­ ουργικής λογιστικής και ενός ερμαφρόδιτου ρόλου εταιριών παροχής συμ­ βουλευτικών υπηρεσιών, παρουσίαζαν στους μετόχους τους και στο ευρύ κοινό, μια πολύ καλή «εικονική πραγματικότητα». Όμως δεν είχαν επενδύσει καθόλου, ή είχαν επενδύσει λανθασμένα σε κάτι πολύ βασικό: στην Προσω­ πική Ποιότητα, στην Αξιοπιστία και στην Αφοσίωση των υψηλόβαθμων και κα­ λοπληρωμένων στελεχών τους (Vitantzakis, 2003). Οι εργαζόμενοι συμμετέχουν στις διαδικασίες ενεργά ή παθητικά. Τις κα­ τανοούν ο καθένας με το δικό του τρόπο ανάλογα με τη θέση ευθύνης τους στην ιεραρχία ή τις προσωπικές τους επιδιώξεις και όχι πάντοτε σύμφωνα με τα αποτελέσματα που επιδιώκει να πετύχει ο οργανισμός για την επιβίωσή του. Τα Συστήματα Ελέγχου Ποιότητας, Διασφάλισης Ποιότητας-ISO, κ.τ.λ. εφαρμόζουν διαδικασίες και διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα και την Ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών των οργανισμών, αλλά δεν μπορούν να τους διασφαλίσουν από τον τρόπο σκέψης και τις τάσεις διαστροφής των αν­ θρώπων, που εργάζονται σε αυτούς χωρίς αφοσίωση. Οργανισμοί που δίνουν έμφαση, μόνο στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην Ποιότητα των προϊόντων τους, χωρίς να δίνουν αντίστοιχη σημασία στην προσωπική Ποιότητα των στελεχών τους, μπορεί να πετυχαίνουν θετι­ κά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά η έλλειψη αφοσίωσης και αξιοπιστίας των στελεχών τους, μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή. Το γεγονός της επιτήρησης των δημοσιονομικών της χώρας μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ανέδειξε έντονα την 407 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ πληροφόρηση για τη μη τήρηση θεσμοθετημένων διαδικασιών και νόμων, σε πλήθος περιπτώσεων από τον εθνικό και διεθνή χώρο. Αναδεικνύεται λοιπόν, στον επαγγελματικό, κοινωνικό και πολιτικό χώρο, η έλλειψη χαρακτήρων με συμπεριφορές και νοοτροπίες Ποιότητας και η ανα­ γκαιότητα ύπαρξης τους. Αναζητώντας τους προσανατολισμούς της Ποιότητας στην Εκπαίδευση, στο νέο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον (2008 – 2012). Το 2010 και 2011, η ηγεσία του Υπουργείο Παιδείας διά βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, κοινοποίησε το όραμά της για το «Νέο Σχολείο» και το «Νέο Λύκειο», με ένα σύνολο από καινοτομίες και με το σύνθημα «Πρώτα ο Μαθη­ τής», προχώρησε σε δημόσια διαβούλευση και σε νομοθετικές ρυθμίσεις για την αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών, την καθιέρωση κανόνων αξι­ ολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση κ.τ.λ. (www.minedu.gov.gr και www.opengov.gr). Οι περισσότερες από τις αλλαγές που επικαλείται το Υπουργείο, επιδιώ­ κουν την καθυστερημένη -όπως αναφέρεται- εναρμόνιση του ελληνικού σχο­ λείου με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και τη μετεξέλιξή του από παραδοσιακό σε ένα ψηφιακό σχολείο του μέλλοντος, με τους προβληματισμούς που αναδύ­ ονται παγκοσμίως. Η κεντρικά ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική, ως τεχνοκρατικό δημιούρ­ γημα, που προσπαθεί να καλύψει εθνικά, απρόσωπα και γενικά, τις περισσό­ τερες των περιπτώσεων χωρίς διακρίσεις, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων, να καλύψει τις ιδιαιτερότητες κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού που λειτουργεί σε διαφορετική τοπική κοινωνία. Κατά συνέπεια, ο διευθυντής και οι εκπαιδευτικοί κάθε εκπαιδευτικής μο­ νάδας, επιφορτίζονται να μετασχηματίσουν ουσιαστικά το πλαίσιο αρχών της νέας κεντρικής εκπαιδευτικής πολιτικής σε πρόγραμμα δράσης και να απο­ φασίσουν τον τρόπο υλοποίησής του, μέσα στο συγκεκριμένο χρόνο, με συ­ γκεκριμένους πόρους και μέσα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της μικροκοινωνίας που λειτουργούν (Μαυρογιώργος, 2008:146). Το προτεινόμενο άνοιγμα του Σχολείου στην κοινωνία, απαιτεί αποφάσεις για νέο τρόπο διοίκησης των σχολικών μονάδων. Οι διευθυντές ως ηγέτες (Everard & Morris, 1999:269-270) καλούνται να δημιουργήσουν αναπτυξιακή κουλτούρα και κατάλληλο περιβάλλον για αλλαγές μαζί με τους εκπαιδευτι­ κούς, αναδεικνύοντας την κοινωνική λειτουργία του σχολείου τους, ως φο­ ρέα εκσυγχρονισμού της κοινωνίας και στο πλαίσιο της σχετικής αυτονομίας τους (Μαυρογιώργος, 2008:155) να σχεδιάσουν εσωτερική εκπαιδευτική πο­ 408 Νίκος Βιταντζάκης ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ λιτική και να την εφαρμόσουν με τρόπο που να εξυπηρετεί τους σκοπούς και τους στόχους ύπαρξης και αποτελεσματικής λειτουργίας της μονάδας τους. Επισημαίνεται ότι οι πρόσφατες εκπαιδευτικές αλλαγές επιχειρούνται μέσα σε κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό πλαίσιο, υπό το καθεστώς της επιτήρησης των δημοσιονομικών της χώρας μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διε­ θνές Νομισματικό Ταμείο. Οι συνθήκες επιβίωσης έχουν αλλάξει και μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αντιμετωπίζει έντονες ανάγκες εξάλειψης πρωτογενών προβλημάτων, που αποτελούν τη βάση της ιεραρχίας των αναγκών του Maslow (φυσικές, ασφα­ λείας και κοινωνικές ανάγκες), που επιδρούν αρνητικά στην Ποιότητα Ζωής και κατά συνέπεια στην επιθυμητή βελτίωση της Ποιότητας, σε όλες τις βαθ­ μίδες του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος (Ματθαίου, 2002:43-44). Ενδεικτικά και μόνον αναφέρονται προβλήματα που δημιουργούν έντονα πλήγματα στην έννοια της Ποιότητας και στους αναζητούμενους προσανα­ τολισμούς της στην Εκπαίδευση: • έλλειψη θέρμανσης-πετρελαίου σε σχολικά κτήρια, • λιποθυμίες, υγεία και υγιεινή, • έναρξη σίτισης πλήθους μαθητών από την πολιτεία, • υψηλά ποσοστά ανεργίας σε όλες τις ηλικίες, • εξαναγκασμός νέων αποφοίτων με εξειδικευμένες γνώσεις, να αναζη­ τούν εργασία σε χώρες του εξωτερικού, • σίτιση και κάλυψη αναγκών οικογενειών από την εκκλησία, • κ.τ.λ. Το πλήγμα που έχει υποστεί το μοντέλο του κοινωνικού ιστού που αναπτύ­ ξαμε και βιώσαμε τα τελευταία χρόνια, δημιουργεί φαινόμενα ανάδρομης εξέ­ λιξης – παλινδρόμησης, επιστροφής στην οικογενειακή ασπίδα (πυρήνα της κοινωνίας μας), που έχοντας όμως πρόβλημα, δεν μπορεί να αντέξει το ειδι­ κό βάρος της Ποιότητας στην Εκπαίδευση. Επανεξετάζοντας τους παράγοντες που προσδιορίζουν την Ποιότητα του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος (Σχήμα 3), υπό το πρίσμα του σύγχρονου κοι­ νωνικού, οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, διαπιστώνουμε ότι: 1. ο παράγοντας της κοινωνίας που έχει υποστεί το πλήγμα της ρήξης του κοινωνικού ιστού, επιδρά άμεσα στους παράγοντες της οικογέ­ νειας και των εκπαιδευομένων, επηρεάζοντας αρνητικά την αέναη λει­ τουργία του κύκλου, 2. οι εκπαιδευτικοί, η διοίκηση-διεύθυνση και το προσωπικό των εκπαι­ δευτικών μονάδων, αδιακρίτως των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν από τις επιταγές του σύγχρονου περιβάλλοντος και των όποιων συνθη­ κών αυτές προκαλούν, καλούνται, στα πλαίσια της σχετικής αυτονομί­ 409 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ας τους, να προστατεύσουν τους εκπαιδευόμενους και την Ποιότητα της Παιδείας/Εκπαίδευσης που θα τους παρέχουν, μέσω των Προ­ γραμμάτων Σπουδών. Ειδικότερα οι εκπαιδευτικοί, καλούνται να υπερ­ βούν τους εαυτούς τους, εντός και εκτός των αιθουσών διδασκαλίας. 3. Η κτιριακή και η υλικοτεχνική υποδομή καθώς και οι διαδικασίες, απο­ τελούν παράγοντες που συμβάλουν επικουρικά στην ομαλή αέναη λει­ τουργία του κύκλου. Συμπεράσματα, προτάσεις, προοπτικές. Το οδοιπορικό μας για τη διερεύνηση των προσανατολισμών της Ποιότητας στην Εκπαίδευση, μας οδήγησε σε συμπεράσματα που μπορούν να αποτελέ­ σουν τον οδηγό για την αναζήτηση των νέων προσανατολισμών της στο σύγ­ χρονο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Απαιτείται να στρέψουμε την προσοχή μας στην Εκπαίδευση για Ποιότητα στους ανθρώπους, στο έμψυχο υλικό των Οργανισμών. Να ενδυναμώσουμε τις σχέσεις Ποιότητας επικοινωνίας και συνεργασίας σχολικών μονάδων, γο­ νέων, εκπαιδευτικών, μαθητών και μελών κοινωνίας και να αναπτύξουμε αντί­ στοιχα εκπαιδευτικά προγράμματα (δουλεύοντας μαζί). • Να μάθουμε τους νέους να απαιτούν Ποιότητα και να καλλιεργήσουμε τους χαρακτήρες τους με νοοτροπίες και συμπεριφορές Ποιότητας. • Να δημιουργήσουμε μαθητές, γονείς, πολίτες, στελέχη και ηγέτες, που ατομικά και ομαδικά σε καθημερινή πρακτική (Vitantzakis, 2003): • Να σέβονται, να τηρούν και να προβάλουν την κοινωνική ηθική, • Να παρακινούν, να εμψυχώνουν και να παρέχουν στους συνεργάτες τους τη χαρά της δημιουργίας, • Να προκαλούν τη μέθεξη για γνώση και διαρκή μάθηση και βελτίωση, • Να εξασφαλίζουν την αξιοπρέπεια, την αξιοπιστία και την εργασια­ κή ειρήνη, • Να αναπτύσσουν την εθελοντική συνεισφορά, την ευγενή άμιλλα και όχι τον ανταγωνισμό ή την αντιπαράθεση, • Να αποκαθιστούν την κοινωνική συνοχή, τη δικαιοσύνη και να εξασφα­ λίζουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη. 410 Νίκος Βιταντζάκης ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Βιβλιογραφία Βιταντζάκης, Β.Νίκος (2006). Η Ποιότητα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Αθή­ να: εκδ.Interbooks. Βιταντζάκης, Β. Νίκος (2010). «Ποιότητα Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού ή Αν­ θρώπινο Δυναμικό Ποιότητας;». Στο: Βιταντζάκης, Β. Νίκος. Διοικητική Δεοντο- λογία και Πρακτική: 111 Περιπτώσεις για μελέτη Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών. Αθήνα: εκδ.Έλλην/Ίων. Everard, B. Kenneth & Morris, Geoffrey (1999). Αποτελεσματική Εκπαιδευτική Διοί- κηση /μετ. Δημήτρης Κίκιζας. Πάτρα: εκδ.Ε.Α.Π. Juran, M. Joseph (1995). A Ηistory of Μanaging for Quality: The evolution Trends, and Future Directions of Managing for Quality. Milwaukee, Wisconsin 53202: εκδ.ASQC, Quality Press. Ματθαίου, Δημήτρης (1997). «Η ιδεολογία του Ελληνικού Σχολείου και η Συνθε­ τική Δημιουργική Εργασία: Σχέση ασύμβατη ή διαλεκτική; Μια συγκριτική θε­ ώρηση». Στο: Νέα Παιδεία, 81, 121-131. Ματθαίου, Δημήτρης (2002). «Νέες ορίζουσες και ορισμοί του εκπαιδευτικού έρ­ γου στην εποχή της ύστερης νεωτεριστικότητας: Η προβληματική της εκπαι­ δευτικής πολιτικής σε αναψηλάφηση». Στο: Η Εκπαίδευση απέναντι στις προ- κλήσεις του 21ου αιώνα. Νέες ορίζουσες και προοπτικές. Αθήνα: εκδ.Α.Α.Λιβάνη. Ματσαγγούρας, Ηλίας (2006). Η Σχολική Τάξη. Αθήνα: εκδ.Γρηγόρη. Μαυρογιώργος, Γιώργος (20082). «Η Εκπαιδευτική Μονάδα ως φορέας διαμόρφω­ σης και άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής». Στο: Αθανασούλα-Ρέππα Α., Δακο­ πούλου Α., Κουτούζης Μ., Μαυρογιώργος Γ., Χαλκιώτης Γ. Διοίκηση Εκπαιδευ- τικών Μονάδων: Τόμος Α, Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική. Πάτρα: εκδ.Ε.Α.Π. Μπουζάκης, Σήφης (2000). Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (1974 – 2000) σε Ευρωπαϊκό Πλαίσιο: Συγκλίσεις, Αποκλίσεις, Προοπτικές. Διαθέσιμο στο: www.alba.edu.gr/uploads/Bouzakis.pdf Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2008): Η Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Έρευνα για την αξι- ολόγηση ποιοτικών χαρακτηριστικών του συστήματος πρωτοβάθμιας και δευ- τεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αθήνα: εκδ. Π.Ι./ΥΠ.Ε.Π.Θ. Εκπαίδευση και Ποιότητα στο Ελληνικό Σχολείο: Εισηγήσεις διημερίδων. Αθήνα: εκδ.Π.Ι./ Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ.ΙΙ, Γ΄ Κ.Π.Σ. Vitantzakis, B. Nicolas (2003). Manager la Qualité : Le profil du Leader Qualité et l’amélioration de la Qualité sur les lieux de travail. Journée Luxembourgeoise de la Qualité. Grand-Duché de Luxembourg : Centre de Recherche Public Henri Tudor. Υπουργείο Παιδείας διά βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων: (2010), Νέο Σχολείο: Πρώτα ο Μαθητής. Διαθέσιμο στο: http://www.minedu.gov. gr/apo-to-simera-sto-neo-sxoleio-me-prota-ton-mathiti.html. 411 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ (2011). Έκθεση Δημόσιας Διαβούλευσης: «Πρώτα ο Μαθητής» – «Πρώτα η Σχο- λική Μονάδα», Νέα Διοίκηση για το Νέο Σχολείο. Διαθέσιμο στο: http://www. opengov.gr/ypepth/?p=854. (2011). Η πρόταση για το Νέο Λύκειο. Διαθέσιμο στο: (www.minedu.gov.gr/ publications/docs2011/to_neo_lykeio_110330.doc). Brief Summary In our days, nations, organizations, corporations, leaders, people, future and results, comprise a complex and controversial grid which should be encountered from the responsible ones, with a proven success of dynamic capacity, with sensitivity towards people, but also with integrity. In this context, Quality in Education, seeks its’ orientations at all levels of education systems in any specific environment. Through a twenty years journey, the quality approach in all three stages of the Greek educational system is investigated and new directions in the contemporary social, economic and political environment are sought to be identified. Νίκος Β. Βιταντζάκης Μέλος Σ.Ε.Π. του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οργανισμών Ελευθερίου Βενιζέλου 19 Νέο Φάληρο, 185.47 Πειραιάς Τηλέφ: 210 4829200

[email protected]

412 Σοφία Νικολιδάκη Η “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ” ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Η “φιλοσοφία για παιδιά” ως μορφή ποιοτικής εκπαίδευσης Σοφία Νικολιδάκη Είναι δύσκολο να δoθεί ένας αντικειμενικός ορισμός της ποιοτικής εκπαίδευ­ σης διότι η έννοια της ποιότητας είναι “ολισθηρή” (Harvey & Green,1993) και κατανοείται διαφορετικά ανάλογα με τις οικονομικές, πολιτισμικές, εκπαιδευ­ τικές και αξιακές συνθήκες κάθε κοινωνίας (Bamisaye, 1983). Ενστικτωδώς η ποιότητα αναγνωρίζεται ως το καλύτερο δυνατό, το ιδανικό, το εξαιρετικό, αυτό που οπωσδήποτε θα αναγνωριστεί ως ποιότητα όταν κάποιος το συνα­ ντήσει (Pirsig,1974). Πώς ορίζεται όμως το ιδανίκο ή το εξαιρετικό; Μπορεί ο όρος ποιότητα να αναλυθεί σε επιμέρους συστατικά-δείκτες; Συ­ χνά η ποιότητα στην εκπαίδευση καθόριζεται από δείκτες όπως: α) το υπόβα­ θρο των μαθητών, β) το μαθησιακό περιβάλλον (υλικοτεχνική υποδομή αλλά και ανθρώπινο δυναμικό), γ) το διδακτικό περιεχόμενο και τα αναλυτικά προ­ γράμματα, δ) τις μεθόδους διδασκαλίας και διαδικασίες μάθησης, ε) την εκ­ παίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδιευτικών στ) τα αποτελέσματα που προ­ κύπτουν (ωφέλη προς τους μαθητές) (Κουζάλης,2005). Ωστόσο, οι δείκτες αυτοί παρουσιάζονται ως μια πιθανή “συνταγή” της ποιοτικής εκπαίδευσης και όχι ως οι αντικειμενικοί δείκτες ποιότητας. Η όποια προσπάθεια διάκρι­ σης των δεικτών της ποιοτικής εκπαίδευσης σε ποσοτικοποιήσιμους όπως π.χ. η αναλογία εκπαιδευτικών –μαθητών, μαθητών-αιθουσών και μη ποσοτι­ κοποιήσιμους όπως π.χ το παιδαγωγικό κλίμα ασφάλειας και αποδοχής των μαθητών (Bamisaiye, 1983; Wertfein et al,2009) δεν οδηγεί στην κατοχύρωση αντικειμενικών κριτήριων ποιότητας (π.χ. ποιος καθορίζει ποια είναι η ιδανική αναλογία εκπαιδευτικών-μαθητών για μια ποιοτική εκπαίδευση;). Δεν μένει λοιπόν παρά να αναγνωριστεί η υποκειμενικότητα του όρου ποι­ ότητας αντί να επιχειρείται η καθιέρωση αντικειμενικών και καθολικών κριτη­ ρίων ποιότητας. Για κάποιες κοινωνίες ποιοτική εκπαίδευση είναι εκείνη που συνδέεται με τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και την διατήρηση της ιδιαί­ τερης κουλτούρας ως στοιχείο της μοναδικής ταυτότητάς της ενώ παράλ­ ληλα κρατά ανοιχτά τα μάτια προς τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο και προσπαθεί να βρει τρόπους συνύπαρξής τους (Louisy,2004). Η ποιότητα σε αυτή την περίπτωση είναι μια μορφή εμπλουτισμένης γνώσης που προκύπτει από την ανταλλαγή εμπειριών και διαφορετικών τρόπων κατανόησης του κό­ σμου, η οποία οδηγεί σε αποδοχή και εκτίμηση των διαφορετικών πολιτισμών και συμμετοχή του ενός στον άλλο (Armstrong,2001). Η ποιοτική εκπαίδευση 413 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ εμποδίζει τη μαθητική διαρροή, παρέχει ερεθίσματα στους μαθητές και καλ­ λιεργεί βασικές δεξιότητές τους (Omotayo et al,2008). Η ποιοτική εκπαίδευ­ ση είναι δημοκρατική αναγνωρίζοντας το δικαίωμα όλων των ατόμων σε αυτή. Αυτή τη διευρυμένη και ανοιχτή έννοια της ποιότητας υιοθετώ, για να εξη­ γήσω στη συνέχεια, πώς η “φιλοσοφία για παιδιά” συμβάλλει σε μια ποιοτι­ κή εκπαίδευση. Επιπλέον, θα εξετάσω κατά πόσο η “φιλοσοφία για παιδιά” πληροί τους διάφορους δείκτες ποιότητας που έχουν προταθεί παραπάνω. Τι είναι η “φιλοσοφία για παιδιά”; Η “φιλοσοφία για παιδιά” (philosophy for children - P4C) παρουσιάστηκε ως μια μορφή εφαρμοσμένης φιλοσοφίας στην εκπαίδευση από τον αμερικάνο φι­ λόσοφο Matthew Lipman στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Κατά τον Lipman, η φιλοσοφία είναι ένα κατάλληλο εργαλείο ενθάρρυνσης της περιέργειας των παιδιών, η οποία συχνά εκδηλώνεται μέσα από τη διατύπωση ερωτήσεων και μέσα από την ανάπτυξη των ανώτερων γνωστικών δεξιοτήτων τους (higher order thinking) όπως η κριτική, δημιουργική και ενσυναισθητική τους σκέψη (critical, creative & caring thinking). (Lipman,2003). Προκειμένου τόσο οι μα­ θητές όσο και οι δάσκαλοι να εξοικειωθούν με τη φιλοσοφία, ο Lipman απέ­ φυγε την προώθηση φιλοσοφικών κειμένων, αντιθέτως, εμπνεόμενος από τους Πλατωνικούς διαλόγους, παρήγαγε μια σειρά από νουβέλες για μαθη­ τές ηλικίας 4-13 ετών. Οι νουβέλες αυτές περιγράφουν την καθημερινή ζωή μιας ομάδας παιδιών (αντίστοιχης ηλικίας των αναγνωστών) μαζί με τις σκέ­ ψεις τους και τα ερωτήματά τους που είναι κυρίως φιλοσοφικά1. O Lipman (2003) εμπνεόμενος από τους πραγματιστές φιλόσοφους, Charles Pierce και John Dewey, εισήγαγε την ιδέα της κοινότητας έρευνας (‘community of enquiry’) ως το φυσικό περιβάλλον στο οποίο τα παιδιά μετατρέπονται από παθητικοί μαθητές σε ενεργούς και συνεργατικούς ερευνητές, οι οποίοι κατα­ σκευάζουν τη γνώση και αποδεικνύουν την αλήθεια αυτής της γνώσης μέσω της αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ τους για το τι είναι αληθινό και τι όχι, έστω κι αν αυτό έχει μόνο προσωρινή ισχύ. Ο δάσκαλος σε αυτή την κοινότητα έρευνας δεν είναι ο κάτοχος και μεταλαμπαδευτής της γνώσης στους μαθητές, αντιθέ­ τως είναι εκείνος που διευκολύνει το φιλοσοφικό διάλογο μεταξύ των παιδιών με το να κάνει ανοιχτές ερωτήσεις, να ζητά διευκρινίσεις και να δημιουργεί ένα υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον (Lipman,1988 Sharp & Splitter,1995). 1. Ο Lipman συνόδευσε τις νουβέλες με εγχειρίδια, τα οποία εξηγούν στους εκπαιδευτικούς πώς να εντοπίσουν και να επεξεργαστούν στην τάξη με τους μαθητές διάφορες φιλοσοφικές έννοιες. 414 Σοφία Νικολιδάκη Η “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ” ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Η “φιλοσοφία για παιδιά” του Lipman έχει διευρυνθεί και περιλαμβάνει μια ευρεία ποικιλία διαφορετικών μεθόδων ή τρόπων του φιλοσοφείν με τα παιδιά καθώς και ερεθισμάτων πέρα των ιστοριών του Lipman, όπως είναι τα παιδι­ κά βιβλία και τα έργα τέχνης (Murris,1992; Sprod,1993). Υπάρχει επίσης μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη φιλοσοφία που γίνεται για τα παιδιά στη φιλοσοφία με τα παιδιά. Η πρόθεση με υπογραμμίζει τον επικοινωνιακό χαρακτήρα της φιλοσοφίας, ο οποίος προϋποθέτει ότι τα παιδιά είναι εξίσου ικανά για τη παραγωγή φιλοσοφίας αντί για απλή “κατανάλωση” της φιλοσο­ φίας που έχει ήδη ετοιμαστεί για αυτά από τους ενήλικους. Η “φιλοσοφία για παιδιά” εμπλέκει δυο διαφορετικές έννοιες, τη φιλο­ σοφία και το παιδί και τα λογικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι: α) αν τα παιδιά είναι ικανά να φιλοσοφήσουν και β) αν η “φιλοσοφία για παιδιά” εί­ ναι αληθινή φιλοσοφία. Τα κυριότερα επιχειρήματα εναντίον της φιλοσοφί­ ας για παιδιά εστιάζονται: α) στην κατανόηση της φιλοσοφίας ως ένα σύνο­ λο φιλοσοφικής γνώσης και ακαδημαϊκής δραστηριότητας, η οποία είναι είτε ακατάλληλη είτε μη προσβάσιμη για τα παιδιά, (Kitchener,1990; White,1992; Wilson,1992, Fox,2001) και β) στις γνωστικές αδυναμίες της παιδικής σκέ­ ψης, όπως η αδυναμία για αφηρημένη σκέψη κατά τον Piaget ή στις μειωμέ­ νες εμπειρίες τους οι οποίες στερούν από το παιδί την ικανότητα να φιλοσο­ φήσει (White,1992). Ωστόσο, υπάρχει αρκετή επιχειρηματολογία υπέρ της ικανότητας των παιδιών για φιλοσοφείν είτε σε επίπεδο εμπειρικής έρευνας (Topping & Trickey,2007; Daniel et al,2002) είτε σε επίπεδο θεωρητικού στο­ χασμού (Bruner,1983; Egan,1988). Επιπλέον, η επιχειρηματολογία υπέρ της φιλοσοφίας για παιδιά, η οποία ωστόσο δε χρησιμοποιεί τυπική ορολογία, υπογραμμίζει σημεία όπως: α) τα ωφέλη του φιλοσοφείν στον τρόπο σκέψης των παιδιών (Lipman et al,1980; Lipman,2003; Costello,1995; Fisher,2003), β) η δραστηριότητα ανάλυσης φιλοσοφικών εννοιών δεν αποτελεί μονοπώλιο των ενηλίκων (Lipman, 2003; Splitter & Sharp, 1995), γ) η δημιουργική σκέ­ ψη των παιδιών μπορεί να εμπλουτίσει την ίδια τη φιλοσοφική δραστηριότη­ τα (Murris, 2000; Haynes, 2008). Η ενασχόληση της φιλοσοφίας για παιδιά με έννοιες συνηθισμένες, κεντρι­ κές και αμφιλεγόμενες καθώς και η διαλογική-ερευνητική μέθοδος που ακο­ λουθεί, καθιστούν τη “φιλοσοφία για παιδιά” πραγματική μορφή φιλοσοφίας (Splitter & Ann Sharp,1995). Η φιλοσοφία στο χώρο του σχολείου μπορεί να περιγραφεί με πέντε λέξεις κλειδιά: στόχος, περιεχόμενα, μέθοδοι, μαθησια­ κή κουλτούρα και εκπαιδευτικοί (Golding, 2006). Αναλύοντας τις παραπάνω λέξεις, στόχος της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τα παιδιά να καταλάβουν καλύτερα το κόσμο που τα περιβάλλει και να επιλύσουν προβλήματα της κα­ θημερινή ζωής τους. Το περιεχόμενο της φιλοσοφίας συνίσταται σε έννοιες αμφίσημες που επιδέχονται πολλών ερμηνειών και συνδέονται άμεσα με τη 415 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ καθημερινότητα των παιδιών. Οι μέθοδοι αναφέρονται στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων των παιδιών για λογική επιχειρηματολογία, διατύπωση ερωτήσε­ ων, στοχαστική και ερευνητική διάθεση. Η μαθησιακή κουλτούρα αφορά στη δυνατότητα δημιουργίας μιας φιλοσοφικής ερευνητικής κοινότητας. Τέλος ο εκπαιδευτικός είναι εκείνος που θα επιτρέψει στη “φιλοσοφία για παιδιά” να λάβει χώρα παίζοντας κυρίως ρόλο συντονιστικό της συζήτησης των παιδιών. Μπορεί η “φιλοσοφία για παιδιά” να αποτελέσει μορφή ποιοτικής εκπαίδευσης; Α) Η “φιλοσοφία για παιδιά” στοχεύει στη δημιουργία όχι απαραίτητα μελλο­ ντικών φιλοσόφων αλλά κριτικά, δημιουργικά και ενσυναισθητικά σκεπτόμε­ νων ατόμων που μπορούν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Με τον όρο κριτι­ κή σκέψη εννοούμε την ικανότητα των παιδιών για επιχειρηματολογία μέσα από τον έλεγχο υποθέσεων, την εφαρμογή των κανόνων λογικής για την κρί­ ση των συλλογισμών τους, την περαιτέρω λογική διερεύνηση ενός ζητήματος, την αξιολόγηση της πορείας της σκέψης τους, την επιλογή μεταξύ διαφορε­ τικών εναλλακτικών. Τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι η φιλοσοφία είναι ένα ερ­ γαλείο λογικού ελέγχου των συλλογισμών τους, ο οποίος λαμβάνει χώρα με εργαλείο τη γλώσσα. Η “φιλοσοφία για παιδιά” αποτελεί επίσης μια γλωσσι­ κή δραστηριότητα που βοηθά τα παιδιά να μάθουν να χειρίζονται σωστά τη γλώσσα (σύνταξη και λεξιλόγιο) ώστε να εκφράσουν αυτό που σκέφτονται (Wittgenstein,P.I. 241). Αναπτύσσοντας τα παιδιά την κριτική τους σκέψη απο­ φεύγουν τόσο τον δογματισμό όσο και τον σχετικισμό και γίνονται υπεύθυνα των σκέψεών τους (Golding,2009). Με τον όρο δημιουργική σκέψη εννοούμε την ικανότητα των παιδιών να επινοούν νέες λύσεις ή να συνδυάζουν με τρόπο πρωτότυπο και αποτελε­ σματικό υπάρχουσες ιδέες οι οποίες ανοίγουν νέες πορείες στη σκέψη. Τα παιδιά δεν έχουν όρια στο να ανοίγουν το μυαλό τους στις νέες ιδέες με την προϋπόθεση ότι οι ενήλικοι δεν τα μπλοκάρουν (Larosa & Betmann,2000). Η φιλοσοφία προϋποθέτει μια στάση ανοιχτότητας του μυαλού, δημιουργικής σκέψης ‘thinking outside of the box’, πείραματισμού με τις νέες ιδέες και υπο­ θέσεις (Haynes,2008; Fisher,2003; Murris & Haynes,2000b). Τα παιδιά παίζουν με τις ιδέες τους, τις ελέγχουν και τις επαναλαμβάνουν εφόσον έχουν εφαρ­ μογή στη ζωή τους (Murris & Haynes, 2000a). Με τον όρο ενσυναισθητική σκέψη εννοούμε την ικανότητα των παιδιών να σέβονται και να αποδέχονται την διαφορετικότητα και ποικιλότητα των ιδεών που άλλα άτομα έχουν και να τεκμηριώνουν τις απόψεις τους με τρόπο πει­ στικό που όμως δε θίγει την προσωπικότητα των άλλων. Μέσα από την προ­ 416 Σοφία Νικολιδάκη Η “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ” ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ σεκτική ακρόαση των απόψεων των άλλων και τον διάλογο, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις συνεργασίας μεταξύ των ατόμων και η εύρεση νέων λύ­σεων με αμοιβαία αποδοχή. Η δημιουργία ώριμων σκεπτόμενων ατόμων αποτελεί κριτήριο της ποιοτι­ κής εκπαίδευσης το οποίο η “φιλοσοφία για παιδιά” φαίνεται να πληροί επαρ­ κώς μέσα από τα διαφορετικά είδη σκέψης που αναπτύσσει. Προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι, έπισης, τα παιδιά να αποκτήσουν μια θετική αυ­ τοεικόνα που τους επιτρέπει να είναι αυτόνομα, να παίρνουν πρωτοβουλίες και να τις εκπληρούν χωρίς την ανασφάλεια μιας πιθανής αποτυχίας (Erikson, 1959). Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μέσω της φιλοσοφίας και τα παιδιά μπορούν να αναστοχαστούν τις ιδέες τους, να αυτοδιορθωθούν, να νιώσουν εμπιστο­ σύνη για τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση να μπορέσουν να συνυπάρξουν και να συσκεφτούν κριτικά και δημιουργικά. Τα παραπάνω είδη σκέψης που καλλιεργεί η “φιλοσοφία για παιδιά”, όχι απομονωμένα αλλά αλληλοεμπλεκόμενα, βοηθούν τα παιδιά ώστε να σκέφτο­ νται τόσο ατομικά, αναστοχαζόμενα τις ιδέες τους (think for themselves), όσο και συλλογικά, λαμβάνοντας υπόψη ο ένας τον άλλο και αλληλοσυμπληρώ­ νοντας τις ιδέες τους (thinking together) (Splitter & Sharp,1995; Cam,1995). Αντίστοιχα, η ποιοτική εκπαίδευση προσβλέπει όχι μόνο στην ικανότητα των παιδιών να προσλαμβάνουν πληροφορίες αλλά και στις ικανότητές τους να τις κρίνουν με επιχειρήματα και να τις εκφράζουν γλωσσικά (Zholcov,2010). Β) Η “φιλοσοφία για παιδιά” εμπλέκει τους εκπαιδευτικούς σε μια διαδι­ κασία αυτοβελτίωσης και αυτομόρφωσης προκειμένου να συμμετάσχουν και να υποκινήσουν τις φιλοσοφικές αναζητήσεις των παιδιών. Η ενασχόληση των εκπαιδευτικών με το φιλοσοφείν ανοίγει τους πνευματικούς τους ορίζοντες και επιτρέπει μια πιο ευρεία κατανοήση του αντικειμένου τους. Η αυτοβελτίωση των εκπαιδευτικών ανοίγει το δρόμο, συχνά μέσω μίμησης, στην αυτοβελτίω­ ση των μαθητών και στην απόκτηση μια στάση ανεκτικότητας και ανοιχτότητας προς τις ιδέες των άλλων ακόμη και αν αυτές δε συμφωνούν πλήρως με τις δι­ κές τους (Nikolidaki, 2010;2011). Ένας εκπαιδευτικός που μαθαίνει να ακούει τα παιδιά ωφελείται πολλαπλά και ωφελεί και τους μαθητές του. Συγκεκριμένα ο εκπαιδευτικός με φιλοσοφικές αναζητήσεις: α) κατανοεί καλύτερα τον τρόπο σκέψης των παιδιών και τις λογικές παραδοχές των συλλογισμών τους, β) συ­ χνά ανακαλύπτει εναλλακτικούς τρόπους σκέψεως, γ) επιτρέπει την καλλιέργεια διερευνητικής συμπεριφοράς στα παιδιά. Εκπαιδευτικοί με ανοιχτά μυαλά και κριτική σκέψη συμβάλλουν σε μια ποιοτική εκπαίδευση, η οποία αυτοανατρο­ φοδοτείται, συνεπώς συμβάλλει στη δημιουργία παιδιών με ανοιχτά μυαλά, τα οποία μεγαλώνοντας θα αποτελέσουν πρότυπο για τις επόμενές τους γενιές. Γ) Η “φιλοσοφία για παιδιά” εφαρμόζει μεθόδους που ανεβάζουν την ποι­ ότητα στην εκπαίδευση. Η φιλοσοφία ως διαλογική διαδικασία, επιτρέπει στα 417 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ παιδιά αλλά και στους εκπαιδευτικούς να: α) σέβονται τον εκάστοτε ομιλη­ τή, β) ακούν προσεκτικά τι έχει ειπωθεί ώστε να είναι σε θέση να συμφωνή­ σουν, να διαφωνήσουν ή να συμπληρώσουν και να “χτίσουν” πάνω στις ήδη υπάρχουσες ιδέες, παραθέτοντας λογικά επιχειρήματα, γ) αναγνωρίζουν την αξία της σιωπής ως σημάδι σκέψης και αναστοχασμού πριν κάποιος μιλήσει, δ) ελέγχουν τους συλλογισμούς τους θέτοντας κριτήρια, ε) αυτοδιορθώνο­ νται και να παραδέχονται σφάλματα στους συλλογισμούς τους. Επιπλέον, το φιλοσοφείν ως τρόπος ερευνητικής αναζήτησης βοηθά τα παιδιά να κατα­ νοήσουν ότι η γνώση δεν είναι κάτι στατικό και προκαθορισμένο από κάποια “αυθεντία” αλλά προϊόν αμοιβαίας συμφωνίας των ερευνητών που ανα πάσα στιγμή μπορεί να μεταβληθεί ή να αναιρεθεί με τη συγκέντρωση και κριτική επεξεργασία νέων πληροφοριών. Δ) Η “φιλοσοφία για παιδιά” ιδωμένη ως τρόπος ζωής ξεφεύγει από τα όρια ενός ακόμη “διδακτικού αντικειμένου” των αναλυτικών προγραμμάτων, ή μιας εναλλακτικής μεθοδολογικής προσέγγισης των άλλων σχολικών αντι­ κειμένων και αποτελεί τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των παιδιών εντός και εκτός σχολείου. Η δημιουργία μαθητών που σκέφτονται κριτικά όχι μόνο όσο είναι στο σχολείο αλλά και έξω από αυτό, χρησιμοποιώντας το φιλοσο­ φείν για να επιλύσουν τα προβλήματα της ζωής τους και να αναζητήσουν το νόημα των όσων κάνουν, είναι χαρακτηριστικό όχι μόνο μιας ποιοτικής εκπαί­ δευσης αλλά και μιας ποιοτικής ζωής και κοινωνίας. Ε) Από πρακτικής απόψης, η “φιλοσοφία για παιδιά” δεν απαιτεί ιδιαίτερες σχολικές υποδομές. Αρκεί κάποιο ερέθισμα, το οποίο μπορεί να είναι μια ερώ­ τηση και το μυαλό των μαθητών2. Η “φιλοσοφία για παιδιά” μπορεί, επομένως, να θέσει τις βάσεις για μια ποιοτική εκπαίδευση ακόμη και σε σχολεία με σο­ βαρές ελλείψεις στον εξοπλισμό τους. Αυτό ωστόσο που απαιτεί είναι ένα υπο­ στηρικτικό ενθαρρυντικό περιβάλλον στο οποίο οι μαθητές θα νιώσουν εμπι­ στοσύνη, ασφάλεια και αποδοχή ώστε να εκφράσουν τις ιδέες τους. Για να συμβεί αυτό οι ενήλικοι πρέπει να “κάνουν χώρο” στη σκέψη των παιδιών, να την αφήσουν να εκφραστεί και να την επιδοκιμάσουν. Ρόλος των ενήλικων εί­ ναι να αναγνωρίσουν τα ψήγματα φιλοσοφικής σκέψης των παιδιών και να τα ενθαρρύνουν προσφέροντάς τους περισσότερα ερεθίσματα ή αξιοποιώντας τα ήδη υπάρχοντα. Στ) Παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά, κριτήριο ποιοτικής εκπαίδευσης θα μπορούσε να θεωρηθεί ο κριτικός αναστοχασμός των ίδιων των περιεχομέ­ νων και μεθόδων της. Ακόμη και η πλήρης αναίρεση της “ποιοτικής εκπαίδευ­ 2. Συχνά, επίσης, ένα μέσο καταγραφής των ιδεών των παιδιών (π.χ. μαγνητοφώνηση ή καταγραφή σημειώσεων στον πίνακα) ευνοεί την ευκολότερη παρακολούθηση των συλλογισμών των παιδιών. 418 Σοφία Νικολιδάκη Η “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ” ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ σης” ή αντικατάστασή της από άλλες μορφές “ποιοτικότερης” εκπαίδευσης είναι προϊόν ποιότητας που θεμελιώνει το δρόμο προς το καινούργιο και την πρόοδο. Η “φιλοσοφία για παιδιά” είναι ένας χώρος που επιτρέπει τον ανα­ στοχασμό των ίδιων των μεθόδων της. Επίλογος Στο παρόν άρθρο προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω υπέρ της φιλοσοφίας για παιδιά ως μια εφαρμογή της φιλοσοφίας στην εκπαίδευση που μπορεί να συμβάλλει κατά πολύ στην ποιότητα της. Η έκφραση του Michel Montaigne, “ένα καλοσχηματισμένο μυαλό είναι προτιμότερο από ένα παραγεμισμένο μυαλό” περιγράφει τον κοινό στόχο “φιλοσοφίας για παιδιά” και ποιοτικής εκπαίδευσης. Βιβλιογραφία Armstrong, D. (2001). “Developing the Potential for Distance Learning Modalities for Teacher Education”, in: A. C. Armstrong (Ed.) Rethinking teacher professionalism in the Caribbean context. Conference Proceedings, University of Shefreld, 8-9 January. Bamisaiye, E. (1983). E. “Qualitative primary and secondary education in Nigeria implications for implementation”, Ilorin Journal of Education, 3, pp.15-22. Bruner, J. (1983). Child’s talk. Learning to use language. London: W.W. Norton and Company. Cam, P. (1995). Thinking together: philosophical inquiry for the classroom. Sydney: Hale & Iremonger/PETA Costello, P. (1995). “Education, citizenship and critical thinking”. Early Child Development and Care, 107, pp.105-114. Daniel, M., Splitter, L., Slade, C., Lafortune, L., Pallascio, R. and Mongeau, P. (2002). “Are the philosophical exchanges of pupils aged 10 to 12 relativist or inter-subjective?” Thinking, 10(2), pp. 1-19. Egan, K. (1988). Primary understanding: education in early childhood. London: Routledge. Erikson, E. (1959). Identity and the life cycle. New York: International Universities Press. Fisher, R. (2003). Teaching thinking: philosophical enquiry in the classroom. 2nd edn. London: Continuum. Fox, R. (2001). “Can children be philosophical?” Teaching Thinking. Theory and practice: children’s philosophy, 4, pp. 46- 49. 419 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Golding, C. (2006). “What is philosophy in schools?” Critical and Creative Thinking, 14(1), pp. 1-19. Golding, C. (2009). “Epistemic positions and philosophy for children”. Farhang, 22 Harvey, L. & Green, D. (1993). “Defining quality”, Assessment & Evaluation in Higher Education, 18, pp. 9–34. Haynes, J. (2008). Children as philosophers: learning through enquiry and dialogue in the primary classroom. 2nd edn. London: Routledge. Κουζάλης, Α. (2005). Ποιοτική Εκπαίδευση. Κλείσιμο εργασιών στο ΙΕ΄ Εκπαιδευ­ τικό Συνέδριο Δ/ντών Δημοτικής Kitchener, R. (1990). “Do children think philosophically?” Metaphilosophy, 21(4), pp. 427-428. Lipman, M. (1988). Philosophy goes to school. Philadelphia: Temple University Press. Lipman, M. (2003). Thinking in education. 2nd edn. Cambridge: Cambridge University Press. Lipman, M., Sharp, A.M. and Oscanyon, F. (1980) (eds.) Philosophy in the classroom. Philadelphia: PA Temple University Press. Larosa, C. and Bettmann, E. (2000). The anti-defamation league’s hate hurts, London: Scholoastic. Louisy, P. (2004). “Whose context for what quality? Informing education strategies for the Caribbean”, Compare: A Journal of Comparative Education, 34(3), pp.285-292. Murris, K. (1992). Teaching philosophy with picture-books. London: Infonet. Murris, K. (2000). Can children do philosophy? Journal of Philosophy of Education, 34(2), pp. 261-279. Murris, K. and Haynes, J. (2000). Storywise: thinking through stories. Newport, Pembs: Dialogue Works Nikolidaki, S. (2010). “I think, therefore I participate: using a picture-book in a philosophical inquiry with children and adults”, Enhancing Research – Teaching Links in Higher Education, n.3, (ed.S. Haslett and H. Rowlands). Newport: CELT, University of Wales, Newport. Nikolidaki, S. (2011). The role of stimuli in doing philosophy with children and adults. Ph.D. Dissertation, Newport: University of Wales, Newport. Omotayo, M., Ihebereme, C., Maduewesi, B. (2008). “Management of Universal Basic Education Scheme (U.B.E.) for qualitative education in Nigeria”, Education, 129 (2), pp. 308-314. Pirsig, M. (1974), Zen and the art of motorcycle maintenance. New York: Bantam Books. Splitter L., and Sharp, A.M. (1995). Teaching for better thinking: the classroom community of inquiry. Melbourne, Vic.: ACER. Sprod, T. (1993). Books into ideas. Melbourne: Hawker Brownlow Education Topping, K.J. and Trickey, S. (2007). “Collaborative philosophical inquiry for schoolchildren: cognitive gains at 2-year follow-up”. British Journal of Educational Psychology, 77(4), pp. 787-796. 420 Σοφία Νικολιδάκη Η “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ” ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ White, J. (1992). “The roots of philosophy”, in Griffiths, A.P. ed. The impulse to philosophise. Cambridge: Cambridge University Press. Wertfein, M., Spies- Kofler, A., Becker-Stoll, F. (2009). “Quality curriculum for under- threes: the impact of structural standards”, Early Years: Journal of International Research & Development, 29(1), pp.19-31. Wilson, J. (1992). “Philosophy for children: A note of warning”. Thinking, 10(1), pp. 17-18. Wittgenstein, L. (1958). Philosophical Investigations. 2nd edn. Oxford: Blackwell. Zholkov, S. (2010). “The quality of Education is the quality of Society: What to teach and how”, Russian Education & Society, 52(5), pp.42-54. Abstract This paper puts forward that philosophy for children, an application of philosophy in the classroom, could be viewed as a form of qualitative education. It is argued that philosophy for children and qualitative education share same aims in terms of enabling children’s developing higher order thinking skills, broadening children’s and teachers’ mind and making use of methods such as dialogue and inquiry. Σοφία Νικολιδάκη Εκπαιδευτικός/Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Ουαλίας, Newport Καλομενοπούλου 1 /74100 Ρέθυμνο Τηλ. 2831052676

[email protected]

421 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ποιοτική ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ Σχολική Ηγεσία Η οργανωσιακή μάθηση ως ζητούμενο ποιότητας στην εκπαίδευση: η περίπτωση της Διεύθυνσης Προσωπικού Α/θμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας Δούκας Τριαντάφυλλος Η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει τα αποτελέσματα έρευνας του γράφο­ ντος σχετικά με την οργανωσιακή μάθηση (organization learning) στο -τότε- Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Ε.Π.Θ) και ειδικότερα στη Διεύθυνση Προσωπικού Α/θμιας Εκπαίδευσης της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης1. Την οργανωσιακή γνώση και μάθηση, ως κύριο συστατικό υπόστρωμα της ποιοτικής εξέλιξης μιας οργά­ νωσης. Την ποιότητα ενός υπουργείου το οποίο έχει ως κατεξοχήν αρμοδιό­ τητά του την προαγωγή της γνώσης και της μάθησης όλης της κοινωνίας. Τη μάθηση και την ποιότητα όχι εντός μιας εκπαιδευτικής μονάδας, αλλά εντός του οργανισμού ο οποίος έχει σχέση με τη στρατηγική και το όραμα για την παιδεία όλης της ελληνικής κοινωνίας. Τα θεωρητικά δεδομένα Καταρχήν, υιοθετήθηκε ο όρος οργανωσιακή μάθηση (organization learning) αντί του παράλληλου επιστημονικού όρου οργάνωση που μαθαίνει (learning organization) γιατί στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ένας ιδιαίτερος τύπος 1. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2003 όταν ο γράφοντας έκανε στην εξεταζόμενη Διεύθυνση την πρακτική του εξάσκηση κατά τη φοίτησή του στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Από τότε μέχρι σήμερα δεν παρατηρήθηκε αναδιάρθρωση των οργανικών μονάδων του υπουργείου. Αν συγκρίνει κανείς το τότε οργανόγραμμά του με το σημερινό δεν θα παρατηρήσει μεγάλες αλλαγές. Έτσι, τα όποια συμπεράσματα της έρευνας έχουν προεκτάσεις και στο σήμερα, παρότι καθίσταται πλέον σαφές ότι η δημόσια διοίκηση της χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται σε θεμέλια άλλων εποχών. 422 Δούκας Τριαντάφυλλος Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ οργάνωσης (Μιχαλόπουλος, 2007: 327), ο οποίος βέβαια πόρρω απέχει από τα δεδομένα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και της εμπεριέχουσας σε αυτήν διοικητικής κουλτούρας. Αντίθετα η οργανωσιακή μάθηση έχει έναν δι­ αρκώς προσαρμοστικό χαρακτήρα ως προς τους στόχους που τίθενται, συν­ δέεται με την οργανωσιακή αλλαγή και τη συνεχή προσαρμογή της διοίκη­ σης προς τους επιδιωκόμενους στόχους (management by adaptation)2. Και βέβαια, κατά την πορεία της οργανωσιακής μάθησης οι οργανώσεις μαθαί­ νουν διαμέσου της δράσης των ατόμων τα οποία τις συγκροτούν και δραστη­ ριοποιούνται εντός αυτών. Σύμφωνα με την οργανωσιακή μάθηση, η μάθηση σε έναν οργανισμό πρέ­ πει να εξελίσσεται και ταυτόχρονα να παραμένει συνεχώς εντός της. Η μάθη­ ση αυτή πρέπει να αφορά στο αξιακό σύστημα, στις αξιωματικές υποθέσεις της ίδιας της οργάνωσης. Δεν πρέπει να είναι επιφανειακή, αλλά αντίθετα δι­ αρθρωτική γνώση και μάθηση. Να είναι, όπως λέγεται στη διοικητική επιστή­ μη, διπλού βρόχου (double loop) και όχι μονού (single loop) (Argyris & Schӧn, 1996: 20-21). Να είναι μάθηση του πως να μαθαίνει ένας οργανισμός (Morgan, 2000: 117)3. Μέσω αυτού του τύπου μάθησης μια οργάνωση μπορεί να προ­ σαρμοστεί καλύτερα στις ανάγκες και τις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής και μπορεί να αντεπεξέλθει καλύτερα στις δυσκο­λίες της4. Επιπλέον, τα τε­ λευταία χρόνια οι δημόσιες υπηρεσίες επιχειρούν να γίνουν οργανώσεις όπου εντός τους μετριούνται αποτελέσματα. Έτσι η διοίκηση μπορεί να γίνει στρα­ τηγικού προσανατολισμού διαμέσου της καθιέρωσης στόχων (management by objectives). Σε αυτό το πλαίσιο, η οργανωσιακή μάθηση αποτελεί την «κύ­ ρια υπόθεση θεμελίωσης της διοίκησης των αποτελεσμάτων» (Μιχαλόπου­ λος, 2007: 325)5. 2. Σύμφωνα με μια άλλη -παράλληλη- θεώρηση η οργανωσιακή μάθηση αναφέρεται κυρίως στο “πως” (how) επιτυγχάνεται και αποκτάται η μάθηση και με ποιους τρόπους και διαδικασίες δημιουργείται και χρησιμοποιείται η γνώση, ενώ η οργάνωση μάθησης επικεντρώνεται στο “τι” (what) και περιγράφει συστήματα, αρχές και χαρακτηριστικά οργανισμών που μαθαίνουν και παράγουν γνώση ως συλλογικές οντότητες. Δηλαδή η οργανωσιακή μάθηση είναι απλώς ένα στοιχείο μιας οργάνωσης μάθησης (Κουκάκης, 2003: 8) 3. Ο Gareth Morgan στο κλασικό αυτό έργο του στο χώρο της διοικητικής επιστήμης φαίνεται να χρησιμοποιεί εναλλακτικά τους όρους «οργανωσιακή μάθηση» και «οργάνωση που μαθαίνει». 4. Σε μια εποχή όπου η δημόσια διοίκηση πρέπει να εντάξει -και αναπόφευκτα εντάσσει- στοιχεία από το μοντέλο της αγοράς προκειμένου να πετύχει την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της λογοδοσίας (accountability), των ρίσκων και της αβεβαιότητας. Στις απαιτήσεις της εποχής της αναστοχαστικής νεοτερικότητας, σύμφωνα με τον ορισμό του Anthony Giddens (Giddens, 2002). 5. Βέβαια το ζήτημα δεν είναι η μέτρηση των αποτελεσμάτων αλλά η ποιοτική τους αξιοποίηση. Η μέτρηση των αποτελεσμάτων δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά 423 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Από όλα τα παραπάνω, και με βάση τη σχετική βιβλιογραφία, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την οργανωσιακή μάθηση είναι τα παρακάτω: α) ο προσανατολισμός της οργάνωσης προς τη μέτρηση των αποτελεσμά­ των και η ποιοτική τους αξιοποίηση μέσα από τη σύσταση ειδικών μονάδων που συλλέγουν και διαχέουν εντός της οργάνωσης τα δεδομένα των μετρήσεων, β) η συνεπαγόμενη από τα παραπάνω τήρηση αρχείων για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων, η οποία λειτουργεί και ως πηγή άντλησης δεδομένων για την ίδια την οργάνωση και τη μάθηση εντός αυτής, γ) η τάση για συνεχή βελτίωση ως μέρος της γενικότερης οργανωσιακής κουλτούρας, έτσι ώστε τα αποτελέσματα των μετρήσεων να εντάσσονται στην καθημερινή λειτουργία της οργάνωσης και να γίνονται κατανοητά από τα μέλη της οργάνωσης, δ) η προσήλωση των μελών της οργάνωσης προς το στόχο και ο επαγγελ­ ματισμός τους- ο εξοπλισμός τους με την κατάλληλη γνώση και η ισχυροποί­ ηση της βούλησης για επαγγελματισμό, ε) η ενδυνάμωση των διοικητικών στελεχών επί διοικητικών και οργανω­ σιακών ζητημάτων, στ) το κοινό όραμα και αποστολή της οργάνωσης (vision and mission) και η ενεργοποίηση ως προς αυτή την κατεύθυνση των μελών της, ζ) η λήψη στα υπόψη των ενδιαφερόντων και των αιτημάτων του κοινού- αποδεκτών, το οποίο αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της διοίκησης ολικής ποιότητας (total quality management), η) last but not the least, η απομάθηση προηγούμενων ανεπιθύμητων συ­ μπεριφορών. Η έρευνα Η έρευνα αρθρώθηκε σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο έγινε μια γενική καταγραφή των κύριων χαρακτηριστικών του εμπεριέχοντος φορέα- Υπουρ­ γείου. Στη συνέχεια -στο δεύτερο επίπεδο- πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με το προσωπικό της Διεύθυνσης, προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητό το πραγματικό πλαίσιο λειτουργίας της υπηρεσίας. Έτσι, στο πρώτο επίπεδο συγκεντρώθηκαν στατιστικά στοιχεία συνολικά για το Υπουργείο τα οποία μας παραχωρήθηκαν από τη Διεύθυνση Προσω­ πικού6. Ως προς το Υπουργείο συνολικά έγινε: μέσο. Το ζήτημα δεν είναι να θέσεις στόχους, αλλά να βρεις τα μέσα υλοποίησης των στόχων αυτών. 6. Σε αυτό το σημείο πρέπει να ευχαριστήσουμε τον τότε Διευθυντή Προσωπικού 424 Δούκας Τριαντάφυλλος Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ α) ταξινόμηση των υπηρεσιακών μονάδων του σε επίπεδο διεύθυνσης σε παραγωγικές (line), βοηθητικές (auxiliary) και σχεδιαστικές (staff) μονάδες7 και β) ταξινόμηση του υπηρετούντος προσωπικού του (αριθμός υπαλλήλων κατά κατηγορία, ειδικότητα και τύπο εργασιακής σχέσης) ανά μονάδα. Με αυτές τις δύο ταξινομήσεις θα φανεί ο στρατηγικός προσανατολισμός, το profile, του υπουργείου ως οργάνωσης που μαθαίνει. Ως προς τo πρώτο, από τα δύο παραπάνω στοιχεία, βρέθηκε ότι στο υπουρ­ γείο υπερισχύουν αριθμητικά, ως προς το ποσοστό του υπηρετούντος προ­ σωπικού, οι άμεσα παραγωγικές υπηρεσιακές μονάδες (line) με 60% και ακο­ λουθούν οι βοηθητικές (auxiliary) με 25% και οι σχεδιαστικές (staff) με 15%. Το ποσοστό των υπηρετούντων στις βοηθητικές υπηρεσιακές μονάδες (auxiliary) κρίνεται, στην εποχή της πληροφορικής αρκετά υψηλό και δεν θα πρέπει, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης των διοικητικών δομών της χώρας, να υπερβαίνει το 10% του ποσοστού του συνολικού προσωπικού. Το υψηλό αυτό ποσοστό έχει να κάνει σαφώς με τις παθογένειες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με την κακώς εννοούμενη γραφειοκρατία εντός της και σίγουρα δεν αποτελεί κάτι ιδιαίτερο στον εξεταζόμενο εδώ φορέα. Χαρακτηριστικά, στη Διεύθυνση Διοικητικού –της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήρι­ ξης (βλ. Πίνακα 1)– των κεντρικών υπηρεσιών του υπουργείου απασχολείται το 13% του προσωπικού του υπουργείου και εντός αυτής υπερισχύει συντρι­ πτικά το προσωπικό κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης -Διοικητικού8. Ως προς το δεύτερο στοιχείο, στο υπουργείο υπερισχύουν οι αποσπασμέ­ νοι-έκτακτοι υπάλληλοι σε σχέση με τους μόνιμους (βλ. Πίνακα 2). Οι αποσπα­ σμένοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι εκπαιδευτικοί, καλύπτουν μό­ νιμες υπηρεσιακές ανάγκες του Υπουργείου και συσσωρεύονται κατά κανόνα σε επιλεγμένες υπηρεσιακές μονάδες, όπως π.χ. στους Ενιαίους Διοικητικούς Τομείς, μάλλον λόγω των αρμοδιοτήτων που αυτές ασκούν9. Το πολύ μεγά­ του Υπουργείου κύριο Εμμανουήλ Βολακάκη για την απρόσκοπτη παραχώρηση των στοιχείων αυτών. 7. Βοηθητικές (auxiliary) υπηρεσιακές μονάδες είναι αυτές των οποίων οι εκροές δεν διαχέονται εκτός οργάνωσης αλλά στοχεύουν στη διευκόλυνση- υποστήριξη άλλων υπηρεσιών του εμπεριέχοντα φορέα (π.χ. Διεύθυνση Διοικητικού, πρωτόκολλο). Παραγωγικές (line) υπηρεσιακές μονάδες είναι αυτές οι οποίες των οποίων οι εκροές διαχέονται έξω από την ίδια την οργάνωση, άρα είναι συνδεδεμένες με την αποστολή της υπηρεσίας συνολικά. Άρα παράγουν αξία χρήσης για τον φορέα. Οι σχεδιαστικές (staff) έχουν να κάνουν με τον σχεδιασμό και τη στρατηγική της υπηρεσιακής μονάδας προς όφελος του εμπεριέχοντος φορέα. 8. Στο υπουργείο συνολικά το προσωπικό κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι αριθμητικά υποδεέστερο σε σχέση με το αντίστοιχο κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. 9. Σε αυτές τις υπηρεσιακές μονάδες προβλέπεται –και εφαρμόζεται– η 425 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λο ποσοστό αποσπασμένων υπαλλήλων στο υπουργείο όμως δεν συνάδει με το επαγγελματισμό και τη θεσμική συνέχεια η οποία πρέπει να χαρακτηρίζει το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης της χώρας, πόσο μάλλον στις κεντρι­ κές κρατικές υπηρεσίες αυτής. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι στον μεταπο­ λιτευτικό οργανισμό του Υπουργείου, ο οποίος ισχύει ακόμη, δεν προβλέφθη­ κε ακριβής αριθμός για την κατανομή του προσωπικού του Υπουργείου στα επιμέρους Τμήματα. Ούτε και παρουσιάζονται με ακρίβεια και αναλυτικά τα απαιτούμενα προσόντα για το προσωπικό αυτό. Υπάρχουν μόνο κάποιες γε­ νικές κατηγοριοποιήσεις ανά Διευθύνσεις10. Αυτά τα δεδομένα φανερώνουν έλλειψη της βασικής αρχής της περιγραφής θέσης για κάθε περίπτωση υπαλ­ λήλου στο Υπουργείο (job description). Στο δεύτερο –και κύριο– επίπεδο, η έρευνα στηρίχτηκε σε προσωπικές συνεντεύξεις, με κατευθυνόμενες ερωτήσεις, του γράφοντος με το προσω­ πικό και τους προϊστάμενους των υπηρεσιακών μονάδων του Υπουργείου11 καθώς και επιτόπια έρευνα του γράφοντος. Σκοπός των συνεντεύξεων αυ­ τών ήταν η ανίχνευση των απόψεων και των διαθέσεων του προσωπικού της Διεύθυνσης απέναντι στα επιμέρους πορίσματα της οργανωσιακής μάθη­ σης. Επιπλέον έγινε προσπάθεια να αποτυπωθεί το σημείο στο οποίο βρί­ σκεται η οργάνωση ως προς τον ιδεατό στόχο- πρότυπο, μιας οργάνωσης που μαθαίνει. Ειδικότερα κατά την επιτόπια έρευνα στη Διεύθυνση Προσωπικού Α/θμιας εκπαίδευσης του υπουργείου μέσα από συνέντευξη με το προσωπικό έγιναν οι παρακάτω ερωτήσεις, προκειμένου να αναζητηθούν στοιχεία σχετικά με την οργανωσιακή γνώση και μάθηση: α) Ποια είναι τα βασικά αντικείμενα της εργασίας σας; (οι αρμοδιότητές σας) β) Τα αντικείμενα της εργασίας σας τα θεωρείται τυποποιημένα ή αντίθε­ τα παρουσιάζουν μεγάλη διαφοροποίηση και γιατί; γ) Ποιες βασικές διατάξεις εφαρμόζονται; (νόμοι, προεδρικά διατάγμα­ τα, εγκύκλιοι κτλ) δ) Υπάρχουν τυποποιημένα έγγραφα (φόρμες) που χρησιμοποιούνται και σε ποια μορφή(έντυπη ή ηλεκτρονική); Αν ναι σε ποιες διαδικασίες βοηθούν; ε) Πόσες και ποιες εργασίες γίνονται μηχανογραφικά; στ) Ποιες πληροφορίες διατηρούνται στο αρχείο; Οι πληροφορίες οι ­οποίες στελέχωση και των προϊσταμένων υπηρεσιακών θέσεων και από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς. 10. Σχετικά βλ. Π.Δ. 147/ 1976 «Περί του οργανισμού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» (Φ.Ε.Κ 56, τχ. Α΄). 11. Από την πλευρά του προσωπικού υπήρξε διάθεση συνεργασίας, χωρίς όμως να απουσιάζουν και περιπτώσεις άρνησης συμμετοχής στην έρευνα με επίκληση το φόρτο εργασίας των συγκεκριμένων υπαλλήλων. 426 Δούκας Τριαντάφυλλος Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ διατηρούνται χρησιμοποιούνται κατόπιν για την εξαγωγή συγκεντρωτικών στοιχείων ή γενικότερων συμπερασμάτων; ζ) Πιστεύετε πως η εργασία σας μπορεί να μετρηθεί ή να τυποποιηθεί; Αν ναι πώς; Χρησιμοποιούνται δείκτες εντός της υπηρεσίας σας προκειμένου να μετρηθούν αποτελέσματα; η) Υποβάλατε προτάσεις ως προς την απλούστευση των διαδικασιών κατά την εργασία σας στο προϊστάμενό σας προσωπικό του Υπουργείου; Αν ναι για ποιο ζήτημα; θ) Υπάρχει ιδιαίτερος προγραμματισμός εντός της Διεύθυνσης ή των επι­ μέρους τμημάτων της; ι) Πήρατε μέρος σε συσκέψεις; Αν ναι τι σύνθεση είχαν αυτές; ια) Λάβατε μέρος τον τελευταίο καιρό σε ενδοϋπηρεσιακό σεμινάριο; Αν ναι τι θέμα είχε; Η Διεύθυνση, ως προς τις αρμοδιότητές της, μπορεί να χαρακτηριστεί κυρί­ ως παραγωγική (line), αφού τα τέσσερα από τα πέντε τμήματά της (Διορισμών, Προαγωγών προσωπικού εκπαίδευσης, Μεταθέσεων-Αποσπάσεων προσωπι­ κού, Πειθαρχικών υποθέσεων εκπαιδευτικών) έχουν παραγωγικές αρμοδιότη­ τες -εκτός από τη γραμματεία του Κ.Υ.Σ.Π.Ε, η οποία ασκεί βοηθητικές αρμο­ διότητες (auxiliary). Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μέρος από το προσωπικό των τμημάτων δεν ασκεί βοηθητικές, εντός των λειτουργικών αναγκών καθε­ νός. Σχεδιαστικές αρμοδιότητες (staff) ασκεί και μεταβιβάζει προς την πολι­ τική ηγεσία κατά βάση μόνο ο Διευθυντής, κυρίως μέσω των συσκέψεων που πραγματοποιούνται για τον προγραμματισμό των αναγκών του Υπουργείου12. Στη Διεύθυνση υπερισχύει το πανεπιστημιακής εκπαίδευσης προσωπικό. Επίσης οι μόνιμοι υπερισχύουν των αποσπασμένων (είκοσι τρεις μόνιμοι σε σύγκριση με δέκα αποσπασμένους) κάτι που διαφοροποιεί τη Διεύθυνση από τη συνολική εικόνα του υπουργείου. Η αποστολή της Διεύθυνσης θα μπορούσε να ειπωθεί ότι καταγράφεται ευ­ κρινώς στο οργανόγραμμα του τμήματος και αποτελεί διακριτό κομμάτι ενταγ­ μένο στην ευρύτερη διοικητική αρμοδιότητα του υπουργείου. Δραστηριότη­ τες και αρμοδιότητες της Διεύθυνσης δε συμπλέκονται με αντίστοιχες άλλων υπηρεσιακών μονάδων. Επιπλέον, η αποστολή της Διεύθυνσης δεν εντάσσε­ ται σε κάποιον ευρύτερο στρατηγικό προγραμματισμό, παρά μόνο αποτελεί άθροισμα της αποστολής των επιμέρους τμημάτων της, όπως προκύπτει και από το οργανόγραμμα του υπουργείου και την ιστοσελίδα του13. Η δραστη­ ριότητα των τμημάτων της Διεύθυνσης εντάσσεται στον ευρύτερο προγραμ­ 12. Σύμφωνα με τη συνέντευξη που παραχώρησε για τις ανάγκες της εργασίας. Στις συσκέψεις αυτές οι προϊστάμενοι των τμημάτων έχουν δευτερεύοντα ρόλο ως προς τις σχεδιαστικές αρμοδιότητες όπως προέκυψε πάλι από τις συνεντεύξεις. 13. Βλ. www.ypepth.gr. 427 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ματισμό του υπουργείου ως προς τις υπηρεσιακές ανάγκες του υπουργείου κατά τη στελέχωση των σχολικών μονάδων της χώρας. Κατά τον προγραμ­ ματισμό οι υφιστάμενες υπηρεσιακές μονάδες έχουν δευτερεύοντα ρόλο ως προς αυτόν, μιας και ο προγραμματισμός κατευθύνεται κυρίως καθοδικά. Οι δραστηριότητες των υφιστάμενων υπηρεσιακών μονάδων δεν είναι σχεδια­ στικές, αλλά απλώς εκτελεστικές-διεκπεραιωτικές των αποφάσεων που λαμ­ βάνονται σε υψηλότερα υπηρεσιακά κλιμάκια. Έχουμε να κάνουμε με top- down κατεύθυνση του προγραμματισμού των υπηρεσιακών ενεργειών εντός του υπουργείου παρά με κατεύθυνση bottom-up. Το προσωπικό των τμημάτων γενικά μπορεί να ειπωθεί πως ασκεί σχετικά τυποποιημένες εργασίες. Αυτό βέβαια είναι κάτι που ποικίλει από εργασία σε εργασία και από υπάλληλο σε υπάλληλο, όπως παρουσιάστηκε πιο πάνω. Με­ ταξύ των υπαλλήλων τα αντικείμενα είναι διακριτά, χωρίς όμως να αποφεύ­ γονται οι επικαλύψεις. Οι εργασίες που δραστηριοποιείται το προσωπικό εί­ ναι εκτελεστικές και όχι σχεδιαστικές. Οι ενέργειες των τμημάτων δεν καταγράφονται πουθενά -ούτε για το σύ­ νολο της διεύθυνσης αλλά ούτε για τα επιμέρους τμήματα- σε κάποιο κείμε­ νο, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι τυποποιημένες (π.χ η διαδικασία επιλογής των σχολικών συμβούλων ή των διορισμών). Αυτό το γεγονός σί­ γουρα αποτελεί μια έλλειψη και απαιτείται σαφώς η άμεση καταγραφή τους. Δείκτες δε χρησιμοποιούνται πουθενά εντός της διεύθυνσης για την κατα­ γραφή και βελτιστοποίηση των επιδόσεων της. Το ίδιο το προσωπικό της δι­ εύθυνσης δεν πιστεύει στη μέτρηση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων. Δεν το θεωρεί διακριτό κομμάτι της αποστολής της διεύθυνσης. Χαρακτηριστικά, προϊσταμένη τμήματος της Διεύθυνσης ανέφερε ότι το αντικείμενο της εργα­ σίας της «ούτε μετριέται, ούτε τυποποιείται». Λίγο καλύτερη άποψη ως προς το στοιχείο αυτό είχαν τρία μέλη του προσωπικού, τα οποία ασκούσαν αρμο­ διότητες σχετικές με την πληροφορική, χωρίς όμως να μπορούν να περιγρά­ ψουν επαρκώς πως θα μπορούσε να γίνει η μέτρηση και αξιοποίηση των απο­ τελεσμάτων αυτών. Το στοιχείο αυτό είναι ανασχετικό για όποιες προσπάθειες στη χρήση και αξιοποίηση δεικτών, μιας και για να έχει τύχη η όποια αλλαγή χρειάζεται, ως αναγκαία -αν και όχι επαρκή- προϋπόθεση, την ενεργή υποστή­ ριξη από τα άμεσα εμπλεκόμενα μέλη (Μπουραντάς, 2011: 44-45, 242-245). Αρχεία με στοιχεία των επιμέρους θεμάτων της διεύθυνσης τηρούνται για νόμιμες υπηρεσιακές χρήσεις (για τεκμηρίωση προκειμένου να συνταχθούν νέα έγγραφα, για απάντηση σε ερωτήματα πολιτών, για τεκμηρίωση θέσεων και προτάσεων από την πλευρά των προϊστάμενων αρχών, για εύρεση και δια­ σταύρωση στοιχείων πάνω σε ερωτήσεις κοινοβουλευτικού ελέγχου, για απα­ ντήσεις στο Συνήγορο του Πολίτη κ.τ.λ). Επίσης αρχεία με στοιχεία συσσω­ ρεύονται στις αποθήκες του υπουργείου στο Μοσχάτο, τα οποία βέβαια δεν 428 Δούκας Τριαντάφυλλος Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ προορίζονται για καμιά χρήση, ούτε καν για αρχειακή έρευνα από τον ερευ­ νητή του μέλλοντος. Είναι φανερό ότι δεν τηρούνται και δεν ενημερώνονται αρχεία για τη χρησιμοποίηση με κάποιο σκοπό που σχετίζεται με τη στρατη­ γική, το όραμα και τον προγραμματισμό της διεύθυνσης. Λαμβάνονται μόνο υπόψη κάποια αριθμητικά δεδομένα προκειμένου να γίνει εισήγηση από το προϊστάμενο προσωπικό της διεύθυνσης προς την πολιτική ηγεσία ως προς τον προγραμματισμό της εκπαίδευσης. Υπάρχει επίσης ηλεκτρονικό αρχείο των υπηρετούντων εκπαιδευτικών σε δίκτυο το οποίο είναι για κοινή χρήση μεταξύ Τμημάτων της Διεύθυνσης (Μεταθέσεων, Διορισμών και προαγωγών), χωρίς όμως να γίνεται και η δέουσα χρήση του. Υπάρχουν τυποποιημένα έγγραφα και αρκετές ενέργειες γίνονται μηχα­ νογραφικά από το προσωπικό, το οποίο όμως δεν έχει στην πλειοψηφία του άμεση γνώση και ειδίκευση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές14. Τέλος γίνονται ενδοϋπηρεσιακά σεμινάρια στα οποία συμμετέχει το προ­ σωπικό της διεύθυνσης. Αυτά αφορούν τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, το δημόσιο management και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Τα πρώτα είναι ολιγόωρα (είκοσι ωρών συνολικά) και εμφανίζουν περιοδικότητα ενός εξαμή­ νου, στα οποία το προσωπικό κατανέμεται με βάση τις υπάρχουσες γνώσεις του. Τα σεμινάρια εκμάθησης ξένων γλωσσών γίνονται κάθε χρόνο από εκπαι­ δευτικούς αποσπασμένους στο υπουργείο, αλλά η συμμετοχή του προσωπι­ κού της διεύθυνσης σε αυτά, και λόγω του περιοδικού φόρτου εργασίας των τμημάτων, είναι χαμηλή και μη συνεχής. Τέλος οι προϊστάμενοι των τμημά­ των –τέσσερις από τους πέντε– παρακολούθησαν την τελευταία διετία σεμι­ νάρια δημόσιου management, βραχείας διάρκειας, οργανωμένα κατά κανόνα από το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και όχι από το ίδιο το Υπουργείο. Συμπεράσματα Από την παραπάνω έρευνα προκύπτει ότι η εξετασθείσα Διεύθυνση του Υπουρ­ γείου δεν μπορεί σαφώς να ενταχθεί στις οργανώσεις που μαθαίνουν μιας και δεν έχει σχέση με την οργανω­σιακή γνώση και τη διαχείρισή της. Δεν υπάρχει χρήση δεικτών και αρχείων, τυποποιημένες δια­δικασίες διαχείρισης της γνώ­ σης –διοικητική μνήμη δηλαδή– δεν υπάρχει διάλογος bottom- up, ούτε επαρ­ 14. Από στοιχεία αδημοσίευτης ακόμη έρευνας σχετικά με τις επιχειρησιακές δράσεις στην ελληνική δημόσια διοίκηση, που εκπονήθηκε στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης υπό την επίβλεψη του καθηγητή κ. Ιωάννη Χάλαρη, το προσωπικό του Υπ.Ε.Π.Θ βρίσκεται στην τελευταία θέση ως προς τη γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών σε σχέση με τα άλλα υπουργεία της χώρας, με ποσοστό γνώσης αυτών μόλις 8% μεταξύ του προσωπικού του. 429 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κής επιμόρφωση του προσωπικού της, αλλά και ούτε πίστη στην οργανωσιακή μάθηση. Τέλος σε επίπεδο Υπουργείου υπάρχει κακή σχέση βοηθητικών/ πα­ ραγωγικών υπηρεσιακών μονάδων, μιας και οι πρώτες καλύπτουν το 25% το προσωπικού εντός του και το προσωπικό στην πλειοψηφία του δεν έχει τα χα­ ρακτηριστικά επαγγελματισμού τα οποία πρέπει να το διακρίνουν. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡ ΕΣ ΙΩΝ ΥΠ .Ε.Π.Θ ΚΑΤΑ ΔΙΕ ΥΘΥΝΣΕΙΣ Ομογενών και Α νεξάρτητες Δ ιαπ ολιτισμικής Δ ιευθύνσεις,Τμήματα και Πανεπ ιστημιακής Εκπ αίδευσης Εκπ αίδευσης Γραφεία Δ ιεθνών Εκπ αιδευτικών 10% 5% 3% Σπ ουδών, Επ ιμόρφωσης Σχέσεων και Καινοτομιών 8% 9% Θρησκευμάτων 2% Προγραμματισμού 7% Δ ιοίκησης Α /θμιας και Σπ ουδών Α /θμιας και Β/θμιας Εκπ αίδευσης Β/θμιας Εκπ αίδευσης 12% 7% Τριτοβάθμιας Τεχνολογικής Εκπ αίδευσης Επ οπ τικών μέσων 2% Δ ιδασκαλίας και Α ρχείων 3% Θεμάτων Ευρωπ αϊκής Έ νωσης και Κ.Π.Σ Δ ιοικητικής και Οικονομικής 7% υπ οστήριξης 25% Πίνακας 1. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΠ.Ε.Π.Θ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ/ ΕΝΙΑΙΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΙΜΟΙ ΕΚΤΑΚΤΟΙ Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης 49 28 21 Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης 33 9 24 Σπουδών, Επιμόρφωσης και Καινοτομιών 92 4 88 Θρησκευμάτων 25 13 12 Διοίκησης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης 120 43 77 Διοικητικής και Οικονομικής υποστήριξης 263 195 68 Θεμάτων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κ.Π.Σ 68 52 16 Εποπτικών μέσων Διδασκαλίας και Αρχείων 29 13 16 Τριτοβάθμιας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 25 11 14 Σπουδών Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης 70 4 66 Προγραμματισμού 67 48 19 Διεθνών Εκπαιδευτικών Σχέσεων 78 65 13 Ανεξάρτητες Διευθύνσεις,Τμήματα και Γραφεία 99 52 47 Προσωπικό Υπουργού, Υφυπουργών, Γεν. Γραμμ. κτλ. 115 115 ΣΥΝΟΛΟ 1133 537 596 Πίνακας 2. 430 Δούκας Τριαντάφυλλος Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Βιβλιογραφία Argyris, Chris & Schӧn, Donald (1996). Organizational learning: a theory of action perspective. Reading Mass: εκδ. Addison- Wesley Giddens, Anthony (2002). Κοινωνιολογία / μετ. Δημήτρης Τσαούσης. Αθήνα: εκδ. Gutenberg Κουκάκης, Χρήστος (2003). Οργανωσιακή μάθηση και ποιότητα στους δημόσιους οργανισμούς (φορέας έρευνας:Υπουργείο Εσωτερικών). Αθήνα: Ε.Σ.Δ.Δ- ΙΔ΄ εκπαιδευτική σειρά (ανέκδοτη εργασία) Μιχαλόπουλος, Νίκος (2007). Η δημόσια διοίκηση στην εποχή των αποτελεσμά­ των. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση Morgan, Gareth (2000). Οι όψεις της οργάνωσης. Εισαγωγή στις θεωρίες οργά­ νωσης και διοίκησης / μετ. Μαρία Γιαμαλίδου. Αθήνα: εκδ. Καστανιώτη Μπουραντάς, Δημήτρης (2011). Το γράμμα της ελπίδας. Αθήνα: εκδ. Λιβάνη Π.Δ. 147/ 1976 «Περί του οργανισμού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» (Φ.Ε.Κ 56, τχ. Α΄). This announcement aims to present the results of a research conducted by the author regarding the organization learning in the Ministry of Education and Religious affairs and more specifically in the Directorate of Personnel of Primary education. Through on the spot research, interviews took place between the author and the personnel of the above Directorate and were also collected statistical elements for all personnel of the Ministry of Education and Religious affairs. This announcement also present the weaknesses of the Ministry concerning its need of organizational knowledge. In addition it proposes measures of improvement to the Directorate of Personnel of Primary education as well as to the rest of the Ministry. Δούκας Τριαντάφυλλος, Διδάκτορας Πανεπιστημίου Πατρών Απόφοιτος Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, Αριστοτέλους 20- Ελληνικό, Τ.Κ. 16777 τηλ. 2109617717,

[email protected]

. 431 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μια a la carte προσέγγιση της σχολικής ηγεσίας Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου Αφετηρία του προβληματισμού της συγκεκριμένης εργασίας είναι η διαπί­ στωση ότι παρά την ύπαρξη ενός γραφειοκρατικού συγκεντρωτικού μοντέλου οργάνωσης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, υφίσταται θεσμοθε­ τημένο από το 2002 ένα συμμετοχικό - δημοκρατικό σύστημα διοίκησης στο επίπεδο της σχολικής μονάδας, με κυρίαρχο συλλογικό όργανο τον Σύλλο­ γο Διδασκόντων. H παρούσα διερεύνηση αποπειράθηκε να αποτυπώσει την πραγματική και υποκειμενικά αντιλαμβανόμενη εμπλοκή των εκπαιδευτικών στο καθημερινό “διαδικαστικό” πεδίο (Παπαναούμ, 1995: 42) μέσω της ενερ­ γητικής συμμετοχής τους στις συνεδριάσεις του Συλλόγου Διδασκόντων και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων εκ μέρους του συγκεκριμένου οργάνου. Έτσι, η προσπάθεια στόχευσε στην καταγραφή του τρόπου με τον οποίο αυτή αποτυπώνεται, δηλαδή με τον λόγο στις συνεδριάσεις του Συλλόγου Δι­ δασκόντων και τη λήψη αποφάσεων από αυτό το συλλογικό όργανο, την προ­ σωπική εκτίμηση της επάρκειας γνώσεων για τα θέματα που συζητούνται, την άποψή τους για τα όρια αρμοδιοτήτων του Συλλόγου Διδασκόντων, την αποτί­ μηση της συμβολής τους στη λήψη αποφάσεων και την επαγγελματική αφοσί­ ωση σε συνάρτηση με αντιλήψεις σχετικά με αυταρχικές ιδέες και πρακτικές, που ενδεχομένως επηρεάζουν τη συμμετοχή τους σε θέματα άσκησης εξου­ σίας. Ταυτόχρονα, διερευνήθηκε αν υπάρχει διαφοροποίηση στη στάση των εκπαιδευτικών για τα προαναφερθέντα με βάση τον τύπο της σχολικής μονά­ δας στην οποία υπηρετούν, τις τυχόν πρόσθετες σπουδές που έχουν πραγ­ ματοποιήσει, τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας και τον χρόνο υπηρεσίας που έχουν στη σχολική μονάδα κατά τη χρονική περίοδο της έρευνας. Με λίγα λό­ για, επιχειρήθηκε να αποτυπωθεί η συνευθύνη και η δημοκρατική συλλογική δράση των εκπαιδευτικών στη διοίκηση του σχολείου. Η έρευνά μας αφορά την περιοχή της περιφέρειας Αττικής στην οποία υπηρετούν περίπου 28.000 εκπαιδευτικοί στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαί­ δευση (Γυμνάσια, Γενικά Λύκεια, ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ). Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 35% περίπου του συνόλου των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στα σχο­ λεία της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο σύνολο της χώρας (ΕΛ. ΣΤΑΤ., 2008). Στην περίπτωση της απλής τυχαίας δειγματοληψίας που ακολουθήσαμε και για ένα μέγεθος πληθυσμού 600, το οποίο και αντιστοιχεί στον πληθυσμό των εκπαιδευτικών των 17 σχολικών μονάδων από τις οποίες συλλέξαμε ερω­ 432 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ τηματολόγια, οι Krejcie και Morgan (1970, όπ. αναφ. στο Cohen κ. συν., 2008) έχουν προτείνει έναν πίνακα καθορισμού μεγέθους ενός τυχαίου δείγματος που στην περίπτωσή μας αντιστοιχεί σ’ ένα μέγεθος δείγματος 234, ώστε να διασφαλίζεται μια ακριβής αποτίμηση. Συνολικά διακινήσαμε 350 ερωτηματολόγια (Μάιος 2011- Ιούνιος 2011), επιστράφηκαν 282, δηλαδή ποσοστό 80%, από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν τα 274 στην έρευνά μας, γιατί τα υπόλοιπα είχαν ατελώς συμπληρωθεί, και τα οποία αντιστοιχούν, σε ένα πληθυσμό 1000. Με άλλα λόγια, το δείγμα εί­ ναι αντιπροσωπευτικό για τον πληθυσμό των 600 εκπαιδευτικών που υπη­ ρετούν στα 17 σχολεία της έρευνάς μας. Πιο συγκεκριμένα, το δείγμα μας αποτέλεσαν σχολικές μονάδες από 9 Γυμνάσια, 5 Γενικά Λύκεια, 2 Επαγγελ­ ματικά Λύκεια και 1 Επαγγελματική Σχολή, είναι δε αντιπροσωπευτικό της αναλογίας σχολικών μονάδων στην Αττική (ΕΛ.ΣΤΑΤ., 2008). Οι δε περιοχές έδρας των σχολικών μονάδων είναι το Κέντρο της Αθήνας, Ψυχικό, Γαλάτσι, Ν. Ιωνία, Μενίδι, Ίλιον, Αγ. Ανάργυροι, Περιστέρι, Αιγάλεω, Χαϊδάρι, Νίκαια και Πειραιάς-κέντρο. Σε κάθε σχολείο επιδιώξαμε τουλάχιστον το 30% των εκπαιδευτικών να συμ­ μετέχει και τελικά πετύχαμε να έχουμε έναν μέσο όρο της τάξεως του 47%. Δίνονται στη συνέχεια πίνακες των δημογραφικών χαρακτηριστικών του δείγματος. Πίνακας 1. Κατανομή συχνότητας του φύλου για τα 274 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Φύλο Απόλυτη Σχετική Άνδρες 120 43,8 Γυναίκες 154 56,2 Σύνολο 274 100,0 Πίνακας 2. Κατανομή συχνότητας της ηλικίας για τα 273 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Ηλικία (έτη) Απόλυτη Σχετική Έως 30 9 3,3 31 – 44 72 26,4 45 και άνω 192 70,3 Σύνολο 273 100,0 433 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 3. Κατανομή συχνότητας των βασικών επαγγελματικών σπουδών για τα 271 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Βασικές επαγγελματικές σπουδές Απόλυτη Σχετική Τριτοβάθμια ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ Εκπαίδευση 220 81,2 ΑΣΕΤΕΜ/ΣΕΛΕΤΕ-ΑΣΠΑΙΤΕ 27 10,0 Τριτοβάθμια ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ Εκπαίδευση 24 8,9 Σύνολο 271 100,0 Πίνακας 4. Κατανομή συχνότητας των μεταπτυχιακών ή άλλων σπουδών για τα 140 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Μεταπτυχιακές ή άλλες σπουδές Απόλυτη Σχετική Όχι 55 39,3 Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης Ναι 85 60,7 Σύνολο 140 100,0 Όχι 110 78,6 Διδακτορικό Δίπλωμα Ναι 30 21,4 Σύνολο 140 100,0 Όχι 93 66,4 Δεύτερο Πτυχίο Ναι 47 33,6 Σύνολο 140 100,0 Πίνακας 5. Κατανομή συχνότητας του τύπου μονάδας υπηρεσίας για τα 274 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Τύπος μονάδας υπηρεσίας Απόλυτη Σχετική Γυμνάσιο 119 43,4 Γενικό Λύκειο 78 28,5 ΕΠΑΛ 66 24,1 ΕΠΑΣ 11 4,0 Σύνολο 274 100,0 434 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Πίνακας 6. Κατανομή συχνότητας της θέσης υπηρεσίας για τα 274 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Θέση υπηρεσίας Απόλυτη Σχετική Διευθυντής 11 4,0 Υποδιευθυντής 6 2,2 Εκπαιδευτικός 257 93,8 Σύνολο 274 100,0 Πίνακας 7. Περιγραφικά χαρακτηριστικά των ετών υπηρεσίας και του μεγέθους της μονάδας υπηρεσίας για τα 274 άτομα της έρευνας. Περιγραφικά χαρακτηριστικά Ελάχιστη τιμή Μέγιστη τιμή Μέσος όρος Τυπική απόκλιση Έτη υπηρεσίας (συνολικά) 1 33 19 8 Έτη υπηρεσίας 1 30 8 8 (στην παρούσα μονάδα) Μέγεθος μονάδας υπηρεσίας 21 60 38 10 Από την έρευνα προέκυψε ότι στο 75% των σχολικών μονάδων του δείγ­ ματος ο Σύλλογος Διδασκόντων ασκεί στην πράξη την αρμοδιότητα τού να αποφασίζει για την πλειοψηφία των θεμάτων που τον απασχολούν, αν και ο μέσος όρος των θεμάτων στα οποία λαμβάνει απόφαση ο Σύλλογος είναι 10,2 επί συνόλου 22 θεμάτων, δηλαδή στο 46,4%. Την ίδια στιγμή, εξακολουθεί να υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 23%, στις οποίες την πλειο­ ψηφία των αποφάσεων έλαβε ο Διευθυντής. Το 51% των εκπαιδευτικών δη­ λώνει ότι συμμετέχει ενεργά στις περισσότερες συνεδριάσεις, ενώ σημαντι­ κά μεγάλο ποσοστό (42,4%) τις περισσότερες φορές δεν συμμετέχει και ο μέσος όρος των θεμάτων στα οποία παίρνουν το λόγο στη συνεδρίαση του Συλλόγου, για να συμβάλουν στην λήψη απόφασης, είναι 8,3 επί συνόλου 22 θεμάτων, ήτοι μόλις στο 37%. Μάλιστα όσοι αποτιμούν ως θετική τη συμβο­ λή τους στη λήψη αποφάσεων του Συλλόγου Διδασκόντων, θεωρούν ταυτό­ χρονα ότι έχουν και ευρείες αρμοδιότητες ως μέλη του για αποφάσεις επί των διαφόρων ζητημάτων. Συμβαίνει, επίσης, και το ακριβώς αντίθετο, δηλα­ δή όσοι θεωρούν ότι έχουν περιορισμένη δυνατότητα αποφάσεων είναι και αυτοί που εκτιμούν τη δική τους συμβολή ως αδύναμη. 435 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Αν και το ποσοστό των εκπαιδευτικών (2,6%) που δηλώνει αρνητικό στις δι­ οικητικές αρμοδιότητες του Συλλόγου Διδασκόντων είναι πολύ μικρό, εν τού­ τοις μόνο το 49,4% υποστηρίζει την αυτοτελή διοικητική οντότητα του Συλλό­ γου Διδασκόντων και το 48% θεωρεί ότι πρέπει να είναι μέρος ενός διοικητικού σχήματος μαζί με τον Διευθυντή. Την πλειοψηφία μάλιστα συγκεντρώνει η άποψη για την επιλογή του Διευθυντή από τον Σύλλογο Διδασκόντων με πο­ σοστό 56,2%. Τα προηγούμενα ευρήματα είναι ανάλογα άλλων ερευνών στη χώρα μας (Ανδρέου, 2001). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα της στατιστι­ κά σημαντικής συσχέτισης μεταξύ του βαθμού δημοκρατικής λειτουργίας του Συλλόγου Διδασκόντων και της άποψης για τη διοικητική αρμοδιότητά του. Σύμφωνα με αυτό, όσοι Σύλλογοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό δημοκρατικής λειτουργίας, δηλαδή η πλειοψηφία των αποφάσεων λαμβάνεται από τον Σύλ­ λογο Διδασκόντων, οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι ο Σύλλογος πρέπει να είναι αυτοτελές διοικητικό όργανο. Μόνο το 46,9% γνωρίζει καλά ή πολύ καλά την εκπαιδευτική νομοθεσία. Ακόμη οι εκπαιδευτικοί του δείγματος θεωρούν ότι στα παιδαγωγικά ζητήματα έχουν ευρύτερη δυνατότητα αποφάσεων σε αντί­ θεση με τα θέματα συντήρησης, εξοπλισμού και δαπανών της σχολικής μο­ νάδας. Επίσης, στο μέσο της κλίμακας Likert, που κυμάνθηκε από το “πολύ σημαντική” μέχρι και το “ασήμαντη”, καταγράφεται η αντίληψή τους για τον βαθμό της προσωπικής συμβολής τους στη λήψη των αποφάσεων. Από την καταγραφή των απαντήσεων φαίνεται ότι κατά τι περισσότεροι από τους μι­ σούς εκπαιδευτικούς του δείγματος (53,3%) δηλώνουν αντίθετοι σε αυταρχι­ κές ιδέες και πρακτικές, ενώ το 38,3% εμφανίζεται ανεκτικό σε αυτές. Κατα­ γράφεται δε υψηλό ποσοστό επαγγελματικής αφοσίωσης και δέσμευσης στο εκπαιδευτικό λειτούργημα. Ενδιαφέρουσα ακόμη καταγραφή είναι και το πο­ σοστό των εκπαιδευτικών (14%) που ενώ γνωρίζει σε βάθος το προς συζήτη­ ση θέμα, στο Σύλλογο Διδασκόντων επιλέγει να μη λαμβάνει τον λόγο, όπως και το ποσοστό του 25% των εκπαιδευτικών που θεωρεί ότι οι πολλές από­ ψεις που εκφράζονται στον Σύλλογο Διδασκόντων καθώς και οι ομαδοποιή­ σεις των εκπαιδευτικών αποτελούν εμπόδιο στη συμμετοχή τους σε αυτόν. Τα προηγούμενα αποτελέσματα δεν επηρεάζονται από τον τύπο σχολεί­ ου στον οποίο υπηρετούν οι εκπαιδευτικοί καθώς επίσης καταγράφεται ένας βαθμός διαδικαστικής διοικητικής ομογενοποίησης που δεν επηρεάζεται από δημογραφικά χαρακτηριστικά. Δεν επηρεάζονται, επίσης, από τα χρόνια υπη­ ρεσίας είτε τα συνολικά είτε στη συγκεκριμένη σχολική μονάδα καθώς και από τις πρόσθετες σπουδές που έχουν οι εκπαιδευτικοί. Παρά ταύτα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ακόλουθες συσχετισεις: Η πρώτη, αν και ασθενής, συσχέτιση είναι μεταξύ των χρόνων συνολικής υπηρεσίας και της αποτίμησης της συμβολής τους στη λήψη των αποφάσεων και πιο συγκεκριμένα, όσο περισσότερα χρόνια υπηρεσίας έχουν τόσο περισ­ 436 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ σότερο θετική εκτίμηση έχουν για τη συμβολή τους στη λήψη των αποφάσεων. Η δεύτερη στατιστικά σημαντική συσχέτιση είναι μεταξύ των πρόσθετων σπουδών και του βαθμού ενεργητικής συμμετοχής, όπου και καταγράφεται το γεγονός ότι όσοι έχουν πρόσθετες σπουδές λαμβάνουν τον λόγο περισ­ σότερες φορές από όσους δεν έχουν κατά τις συνεδριάσεις του Συλλόγου Διδασκόντων. Τέλος, η τρίτη, αλλά όμως ιδιαίτερα ασθενής συσχέτιση, είναι μεταξύ των συνολικών χρόνων υπηρεσίας και του βαθμού συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Συλλόγου Διδασκόντων. Από τα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας καταγράφεται η επίδραση ιδεών που διαμορφώνουν χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Για παρά­ δειγμα, ο βαθμός ανοχής του εκπαιδευτικού σε αυταρχικές πρακτικές επη­ ρεάζει τη στάση του έναντι της συμμετοχής ή μη στις διαδικασίες διοίκησης της σχολικής μονάδας μέσω του Συλλόγου Διδασκόντων. Έτσι, όσο μικρότε­ ρη είναι η ανοχή του, τόσο μεγαλύτερη απαίτηση εκφράζει για συμμετοχικές διαδικασίες διοίκησης, όπως το αίτημα της σύγκλησης του Συλλόγου Διδα­ σκόντων ή της επιλογής του Διευθυντή από τον Σύλλογο Διδασκόντων. Ακόμη, όσο πιο ανεκτικός σε αυταρχικές πρακτικές εμφανίζεται ο εκπαιδευτικός, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ως εμπόδιο της συμμετοχής του τον πλουραλι­ σμό των απόψεων και την εμφάνιση ομάδων εκπαιδευτικών μέσα στον Σύλλο­ γο ή δεν επιθυμεί να έχει διοικητικές αρμοδιότητες ο Σύλλογος Διδασκόντων. Στη συνέχεια δίνονται με διαγραμματικό τρόπο τα αποτελέσματα της έρευ­ νάς μας. Πίνακας 8. Κατανομή συχνότητας του βαθμού συμμετοχής στις συνεδριάσεις του συλλόγου διδασκόντων την τρέχουσα σχολική χρονιά για τα 271 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Βαθμός συμμετοχής στις συνεδριάσεις του συλλόγου διδασκόντων Απόλυτη Σχετική Ίσες φορές συμμετείχε ή δεν συμμετείχε 18 6,6 Τις περισσότερες φορές συμμετείχε 138 50,9 Τις περισσότερες φορές δεν συμμετείχε 115 42,4 Σύνολο 271 100,0 437 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Γράφημα 1. Βαθμός συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Σ.Δ. Πίνακας 9. Κατανομή συχνότητας του βαθμού δημοκρατικής λειτουργίας του συλλόγου διδασκόντων την τρέχουσα σχολική χρονιά για τα 272 άτομα της έρευνας. Βαθμός δημοκρατικής λειτουργίας Συχνότητα του συλλόγου διδασκόντων Απόλυτη Σχετική Ίσες φορές η απόφαση πάρθηκε από τον διευθυντή 16 5,9 ή ήταν αποτέλεσμα ψηφοφορίας Τις περισσότερες φορές η απόφαση ήταν αποτέλεσμα 197 72,4 ψηφοφορίας Τις περισσότερες φορές η απόφαση ελήφθη από τον διευθυντή 59 21,7 Σύνολο 272 100,0 Γράφημα 2. Βαθμός δημοκρατικής λειτουργίας του Σ.Δ. 438 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Γράφημα 3. Οι λόγοι για τους οποίους λαμβάνουν τον λόγο στο Σ.Δ. Πίνακας 10. Κατανομή συχνότητας του τι θεωρούν ότι πρέπει να είναι ο σύλλογος διδασκόντων τα 269 άτομα της έρευνας. Συχνότητα Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να είναι: Απόλυτη Σχετική Αυτοτελές διοικητικό όργανο 133 49,4 Μέρος διοικητικού σχήματος 129 48,0 Χωρίς καμία διοικητική ευθύνη 7 2,6 Σύνολο 269 100,0 Πίνακας 11. Περιγραφικά χαρακτηριστικά της δυνατότητας που έχουν ως μέλος του Συλλόγου των Διδασκόντων για τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με κάθε έναν από ορισμένους τομείς δραστηριοτήτων αλλά και συνολικά για τα 274 άτομα της έρευνας. Δυνατότητα για τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με Περιγραφικά χαρακτηριστικά κάθε έναν από τους ακόλουθους τομείς Ν Μέσος όρος Τυπική απόκλιση Για το διδακτικό έργο στο σύνολό του 271 2,7 1,2 (1 – 5) Για το παιδαγωγικό και πολιτιστικό έργο (1 – 5) 271 2,5 1,1 Για θέματα προγραμματισμού και λειτουργίας 268 3,0 1,3 της Σχολικής μονάδας (1 – 5) Για θέματα καταμερισμού αρμοδιοτήτων (1 – 5) 268 3,0 1,3 439 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Δυνατότητα για τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με Περιγραφικά χαρακτηριστικά κάθε έναν από τους ακόλουθους τομείς Ν Μέσος όρος Τυπική απόκλιση Για θέματα εξοπλισμού, συντήρησης και δαπανών 271 3,8 1,3 της σχολικής μονάδας (1 – 5) Για θέματα συνεργασίας με άλλους φορείς της 269 3,3 1,3 σχολικής κοινότητας (1 – 5) Για θέματα υγιεινής και ασφάλειας (1 – 5) 271 3,0 1,2 Συνολικά για όλα τα θέματα (1 – 5) 264 3,0 0,9 Πίνακας 12. Κατανομή συχνότητας του θέματος που θεωρούν ότι παρεμποδίζει πρωτίστως τη συμμετοχή τους στο σύλλογο διδασκόντων τα 267 άτομα της έρευνας. Θέμα που θεωρείτε ότι παρεμποδίζει πρωτίστως τη συμ- Συχνότητα μετοχή σας στο Σύλλογο Διδασκόντων Απόλυτη Σχετική Η συζήτηση θεμάτων χωρίς κατάλληλη προεργασία 118 44,2 Η συζήτηση θεμάτων εκτός των αυστηρά εκπαιδευτικών 17 6,4 (διδασκαλία, επίδοση/προβλήματα μαθητών) Οι ομαδοποιήσεις των συναδέλφων και οι πολλές από- 67 25,1 ψεις που εκφράζονται Η μεγάλη διάρκεια των συνεδριάσεων 37 13,9 Η μη συχνή σύγκλιση συνεδριάσεων 28 10,5 Σύνολο 267 100,0 Πίνακας 13. Περιγραφικά χαρακτηριστικά της αξιολόγησης της σημαντικότητας της συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων του συλλόγου διδασκόντων, της επαγγελματικής αφοσίωσης στη διδασκαλία και της ανεκτικότητας σε αυταρχικές ιδέες για τα 274 άτομα της έρευνας. Περιγραφικά χαρακτηριστικά Ελάχιστη Τυπική Μέγιστη τιμή Μέσος όρος τιμή απόκλιση Σημαντικότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων 1 5 2,7 1,2 του συλλόγου διδασκόντων (1 – 5) Επαγγελματική αφοσίωση (48 - 72) 54 72 66,6 4,6 Ανεκτικότητα σε αυταρχικές ιδέες (14 – 28) 14 28 20,2 3,0 440 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Γράφημα 6. Ανεκτικότητα στον αυταρχισμό Γράφημα 4. Σημαντικότητα συμβολής (αυτοεκτίμηση) στη λήψη των αποφάσεων του Σ.Δ. 441 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Γράφημα 5. Επαγγελματική αφομίωση Πίνακας 14. Κατανομή συχνότητας του τύπου της προσωπικότητας για τα 274 άτομα της έρευνας όσον αφορά στην ανεκτικότητα σε αυταρχικές ιδέες. Συχνότητα Προσωπικότητα σε σχέση με τον αυταρχισμό Απόλυτη Σχετική Ούτε ανεκτική ούτε μη ανεκτική 23 8,4 Μη ανεκτική 146 53,3 Ανεκτική 105 38,3 Σύνολο 274 100,0 Πίνακας 15. Κατανομή συχνότητας των 274 ατόμων της έρευνας ως προς το κατά πόσο συμφωνούν με την άποψη «Ο διευθυντής να επιλέγεται από το σύλλογο των διδασκόντων». Συχνότητα Ο διευθυντής να επιλέγεται από το σύλλογο των διδασκόντων Απόλυτη Σχετική Δεν απαντώ/Δε γνωρίζω 18 6,6 Διαφωνώ απόλυτα 28 10,2 Διαφωνώ 74 27,0 Συμφωνώ 111 40,5 Συμφωνώ απόλυτα 43 15,7 Σύνολο 274 100,0 442 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Πίνακας 16. Κατανομή συχνότητας των 273 ατόμων της έρευνας ως προς το κατά πόσο καλά γνωρίζουν την Εκπαιδευτική νομοθεσία που αναφέρεται ειδικά στη σχολική μονάδα. Πόσο καλά γνωρίζετε την Εκπαιδευτική νομοθεσία Συχνότητα που αναφέρεται ειδικά στη σχολική μονάδα Απόλυτη Σχετική Δεν απαντώ/Δε γνωρίζω 6 2,2 Καθόλου 8 2,9 Λίγο 131 48,0 Καλά 108 39,6 Πολύ καλά 20 7,3 Σύνολο 273 100,0 Συμπεράσματα Η επαγγελματική αφοσίωση των εκπαιδευτικών του δείγματος, παρότι υψη­ λή, δεν φαίνεται να σχετίζεται με τις πλευρές του επαγγέλματος που συνε­ ξετάσαμε. Αντίθετα φαίνεται να ανταποκρίνεται περισσότερο σε μια ατομική ιεράρχηση - κωδικοποίηση του επαγγελματικού προφίλ του εκπαιδευτικού, στο οποίο και δηλώνουν αφοσιωμένοι. Έτσι, προκύπτει η ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης σχετικά με τις πλευρές του εκπαιδευτικού λειτουργήματος στις οποίες εστιάζεται η επαγγελματική αφοσίωση εκ μέρους των εκπαιδευτικών× ένα συμπέρασμα, που είναι συμβατό με την απαίτηση στη σύγχρονη εποχή οι εκπαιδευτικοί να έχουν μια συνολική άποψη για το επάγγελμά τους, το σχολείο και τη δομή του (Fullan & Hargreaves, 1992: 84). Η καταγραφή ότι η ενεργητική συμμετοχή στη δημοκρατική συλλογική διοί­ κηση δεν σχετίζεται με τον βαθμό επαγγελματικής αφοσίωσης καθώς και η δια­ πίστωση, συμβατή με άλλες έρευνες (Ανδρέου, 2001× Χατζηπαναγιώτου, 2003), ότι οι εκπαιδευτικοί του δείγματός μας θεωρούν περισσότερο ευρεία τη δυνα­ τότητα λήψης αποφάσεων επί εκπαιδευτικών θεμάτων, καθώς επίσης και ένας “πραγματισμός” (σκοπιμότητα, υπολογισμός) που καταγράφεται για το πότε λαμβάνουν τον λόγο στη συνεδρίαση του Συλλόγου Διδασκόντων, αναδεικνύουν ενδεχομένως μια αντίληψη για το θέμα της σχολικής διοίκησης ως εξωτερικού στοιχείου του εκπαιδευτικού λειτουργήματος, καθοριζόμενης από υποκειμενικά - “ωφελιμιστικά” κριτήρια. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο αν συνεκτιμηθεί και η επίδραση που έχει στη συμμετοχή και η στάση τους έναντι αυταρχικών ιδεών και πρακτικών. Όμως, από την άλλη πλευρά, καταγράφεται ως αποτέλεσμα και της προσωπικής βιωματικής εμπειρίας των εκπαιδευτικών ότι όπου ο Σύλλογος Διδασκόντων μπορεί και λειτουργεί ικανοποιητικά δημο­ 443 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κρατικά -υψηλός βαθμός δημοκρατικής λειτουργίας- τότε και η άποψή τους για αυξημένες αρμοδιότητες του Συλλόγου Διδασκόντων υπερισχύει. Ένα ακόμη συμπέρασμα, το οποίο ταυτίζεται και με ευρήματα άλλων ερευ­ νών (Χατζηπαναγιώτου, 2003: 110-111), είναι ότι οι εκπαιδευτικοί στο σύνολό τους δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει τις δυνατότητες που τους δί­ νει η νομοθεσία, με δεδομένο το καταγραφέν από την έρευνα στοιχείο ότι οι μισοί εκπαιδευτικοί του δείγματος γνωρίζουν λίγο ή καθόλου την εκπαιδευ­ τική νομοθεσία. Η σημαντική αναλογία των εκπαιδευτικών (1 στους 4) που καταγράφεται στη συγκεκριμένη έρευνα ότι εμποδίζεται στη συμμετοχή του λόγω των πολ­ λών απόψεων ή ομαδοποιήσεων στον Σύλλογο Διδασκόντων, ουσιαστικά αμ­ φισβητεί ευθέως την ιδέα του «δημόσιου χώρου» και την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος μεταξύ ομάδων εκπαιδευτικών αλλά και το βασικό στοιχείο της δημοκρατικής συμμετοχικής λειτουρ­γίας, που είναι ο διάλογος και οι διαφορετικές απόψεις (Schutz, 2001× Woods, 2005: 88× Fielding, 2009). Από τα ευρήματα διακρίνεται, επίσης, η απουσία του εγγενούς επιχειρή­ ματος υπέρ της δημοκρατικής διοίκησης (Woods, 2005), δηλαδή δεν φαίνε­ ται οι δημοκρατικές συνήθειες, σκέψεις και δράσεις να είναι δομικό στοιχείο τού όλου συγκείμενου της σχολικής πραγματικότητας και των ίδιων των εκ­ παιδευτικών ξεχωριστά, ενώ προκύπτει η απουσία μιας συνεκτικής και συ­ μπεριληπτικής δημοκρατικής συναίνεσης (Hargreaves & Fink, 2008). Αντίθε­ τα αναδεικνύεται μια διάσταση αντιμετώπισης που θυμίζει επιλογή a la carte των αρμοδιοτήτων του Συλλόγου Διδασκόντων εκ μέρους των εκπαιδευτικών, επειδή κανείς μέχρι σήμερα -και παρά το συγκεντρωτικό και γραφειοκρατι­ κό εκπαιδευτικό σύστημά μας- δεν τους επεσήμανε την table d’ hôte διάστα­ σή του σχετικά με τη διοίκηση της σχολικής μονάδας. Με αυτό τον τρόπο η διαμορφωθείσα κατάσταση, με βάση τα ευρήματα, δεν συνιστά ουσιαστικά την πλήρη ανάληψη αλλά περισσότερο εκχώρηση μέρους της ευθύνης διοί­ κησης της σχολικής μονάδας από την πλευρά των εκπαιδευτικών ή ενδεχο­ μένως συνιστά μια κατάσταση ισορροπίας, έναν ιδιότυπο «ιστορικό συμβιβα­ σμό» στο θέμα της «εξουσίας» στη σχολική μονάδα. 444 Θεόδωρος Οτζάκογλου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου ΜΙΑ A LA CARTE ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Βιβλιογραφία Ανδρέου, Αποστόλης, Γεωργιάδης, Νικόλαος & Παπαδόπουλος, Λάζαρος (2001). «Στάσεις και απόψεις των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για το Σύλλογο Διδασκόντων» [Ηλεκτρονική εκδοχή]. Περιοδικό ΙΝΕ/ΓΣΕΕ/ ΑΔΕΔΥ Ενημέρωση, 68. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.inegsee.gr/ enimerwsi-68.htm (19/9/2010). ΕΛ.ΣΤΑΤ. (2008). Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.statistics.gr/portal/ page/portal/ESYE Παπαναούμ, Ζωή. (1995). Η διεύθυνση του σχολείου. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. Χατζηπαναγιώτου, Παρασκευή (2003). Η διοίκηση του σχολείου και η συμμετο- χή των εκπαιδευτικών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Cohen, Louis, Manion, Lawrence & Morrison, Keith (2008). Μεθοδολογία εκπαιδευ- τικής έρευνας. (μτφρ. Κυρανάκης, Στ., Μαυράκη, Μ., Μητσοπούλου, Χ., Μπιθα­ ρά, Π. & Φιλοπούλου, Μ). Αθήνα: Μεταίχμιο. Fielding, Michael (2009). “Public Space and Educational Leadership: Reclaiming and Renewing Our Radical Traditions”. Educational Administration & Leadership, 37(4), 497-521. Fullan, Michael & Hargreaves, Andy (1992). Η εξέλιξη των εκπαιδευτικών (μτφρ. Π. Χατζηπαντελή). Αθήνα: Πατάκη. Hargreaves, Andy & Fink, Dean (2008). “Distributed Leadership: democracy or delivery?” Journal of Educational Administration, 46(2), 229-240. Schutz, Aaron (2001). “John Dewey’s Conundrum: Can Democratic Schools Empower?” Teachers College Record, 103(3), 267-302. Woods, A. Philip. (2005). Democratic Leadership in Education. London: Paul Chapman Abstract The present study examines to what extent this specific policy is embodied in teachers’ every day practice within the school. A research survey with the completion of a questionnaire by school teachers of secondary education has been contacted. The sample was constituted by 274 teachers from 17 schools of Attika district. The research was focused on the energetic teacher participation in decision making during teachers’ council meetings. More specifically, it records whether teachers take the speech, whether decision making of teacher’s council results from a discussion and voting procedure, how they perceive the boundaries of teachers’ council authority in decision making different fields, how they estimate their own 445 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ contribution to the decision making process, their professional commitment, their beliefs concerning the authoritarian practices of the power as well as the research of the all above interactions. As a result the democratic participative school management model is not a well founded and assimilated culture during their everyday school reality. Θεόδωρος Οτζάκογλου, εκπαιδευτικός ΠΕ 19/20 υποδιευθυντής Βαρβακείου Γυμνασίου Ορφανίδου 23, Αθήνα 11142 210-2932063 Γιώργος Παπακωνσταντίνου επίκουρος καθηγητής ΕΚΠΑ Φιλοσοφική Σχολή Αχιλλέως 4Α, Γαλάτσι 11146 210-2915521

[email protected]

446 Λαμπρίνα Γιώτη ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ Το επιστημονικό και επαγγελματικό προφίλ των Σχολικών Συμβούλων Δημοτικής Εκπαίδευσης ως ποιοτικό διακύβευμα Λαμπρίνα Γιώτη Εισαγωγή Το σημαίνον «ποιότητα», αν και φέρει μία θετική συναισθηματική φόρτιση, συνδέεται σαφώς με το συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο αναφο­ ράς, εντός του οποίου νοηματοδοτείται κάθε φορά. Ως θεσμικός λόγος, εμ­ φανίζεται με την ανάδυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών των δεκεατιών ’80 και ΄90, οι οποίες επιχειρούν τη μεταφορά του οικονομικού παραδείγματος στο χώρο της εκπαίδευσης και ασκούνται κυρίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊ­ κής Ένωσης και Διεθνών Οργανισμών. Συναρτάται με μία αλυσίδα ομόλο­ γων σημαινόντων όπως, «λογοδοσία», «εκσυγχρονισμός», «αποδοτικότητα», «ανταγωνιστικότητα», καθώς και με «τεχνολογίες επιτήρησης» του εκπαιδευ­ τικού έργου, και γενικότερα «αξιολόγησης» των προσφερόμενων υπηρεσιών και προϊόντων της εκπαίδευσης, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται, ωστόσο, η αξιολόγηση των πολιτικών περί ποιότητας. Η χρήση της έννοιας, ουσιαστι­ κά, συμβάλλει στη νομιμοποίηση του επιστημονισμού και του τεχνοκρατικού ελέγχου της εκπαίδευσης (Νούτσος, 2010; Πασιάς, 2007). Στην πιο πρόσφατη ρητορική τους, οι πολιτικές της ποιότητας μετατοπί­ ζουν την έμφαση σε πιο συμμετοχικές και συλλογικές διαδικασίες που αμ­ βλύνουν τον από πάνω προς τα κάτω κρατικό έλεγχο και εστιάζουν στην επαγγελματική ανάπτυξη του σχολείου που αρθρώνεται σε: επαγγελματι­ κές κουλτούρες, συνεργασίες εντός σχολείου, ενδοσχολική επιμόρφωση (σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια), ενεργή εμπλοκή των εκπαιδευτικών με ερευνητικά και αναπτυξιακά προγράμματα. Κρίσιμη παράμετρος για την επίτευξή τους θεω­ρούνται και οι φορείς εποπτείας των εκπαιδευτικών, οι οποίοι εμπλέκονται ενεργά στα προαναφερόμενα (TNTEE, 2000:52-56; Κασ­ σωτάκης, 2006:220-1). Στη χώρα μας οι Σχολικοί Σύμβουλοι επιτελούν το έργο της εποπτείας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ έχουν την ευθύνη της επιστημονικής και παιδαγω­ γικής καθοδήγησης των εκπαιδευτικών αναλαμβάνοντας μία σειρά από λει­ τουργίες που εμπίπτουν στη λογική των πολιτικών της ποιότητας που προα­ ναφέρθηκαν (ΦΕΚ 1340/16-10-2002). Σημαντικό κριτήριο ποιότητας του έργου 447 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ εποπτείας του θεσμού είναι, μεταξύ άλλων, τα «προσόντα» των Σχολικών Συμ­ βούλων που επιλέγονται. Βασική παραδοχή, ωστόσο, της μελέτης μας αποτελεί το γεγονός ότι η έννοια της ποιότητας, ως μία ιδεολογικοπολιτική κατασκευή, θα αποτυπώνει και θα προσδιορίζεται κάθε φορά με όρους της δεδομένης ιστορικής, κοινω­ νικής και εκπαιδευτικής συγκυρίας εντός της οποίας διαμορφώνεται. Το δια­ κύβευμα της ποιότητας του έργου εποπτείας, αλλά και της λειτουργίας του ίδιου του θεσμού, στοιχειοθετείται, επομένως, ως συνισταμένη της δυναμι­ κής των συγκρούσεων, των αποκρυσταλλώσεων και των συσχετισμών δυνά­ μεων που επικρατούν σε κάθε περίοδο και καθορίζουν τα κριτήρια συμμε­ τοχής, αλλά και τα αποτελέσματα, στις διαδικασίες επιλογής των Σχολικών Συμβούλων. Στην έρευνά μας, θα εστιάσουμε στην αποτύπωση του επιστη­ μονικού και επαγγελματικού προφίλ των Σχολικών Συμβούλων που τοποθε­ τήθηκαν στη θέση ύστερα από τις επιλογές στελεχών που διενεργήθηκαν το 2003, με βάση το ΠΔ 25/2002 και σε συναφείς μελέτες και έρευνες που δια­ φωτίζουν την κατανόησή του. Προβληματική της έρευνας Ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου καθιερώθηκε στη χώρα μας με το νόμο 1304/82 στο πλαίσιο των γενικότερων επιχειρούμενων αλλαγών στο σύστη­ μα διοίκησης και εποπτείας της εκπαίδευσης. Ο προγενέστερος επιθεωρη­ τισμός συνδεόταν με τον αυταρχικό κρατικό και διοικητικό έλεγχο που συ­ νεπαγόταν αναγκαστική επιβολή κυρώσεων, ενώ σκοπός της νέας θέσμισης ήταν η προώθηση του εκδημοκρατισμού της σχολικής εκπαίδευσης (Κασσω­ τάκης, 2006:222-3; Νούτσος, 2011). Αν και ο θεσμός αποτέλεσε μία σημαντι­ κή ποιοτική τομή στο εκπαιδευτικό σύστημα, αντίληψη, η οποία ενισχύθηκε από τη θεώρησή του ως ενσάρκωση αιτήματος των εκπαιδευτικών, γρήγορα αμφισβητήθηκαν τα αποτελέσματά του, ως προς τον αρχικό σκοπό της δη­ μιουργίας του. Η εξάρτησή του από τις κομματικές και συνδικαλιστές γρα­ φειοκρατίες, καθώς και μία σειρά άλλοι παράγοντες, όπως: απουσία σύνδε­ σης της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης με τα παιδαγωγικά τμήματα, ανυπαρξία ουσιαστικής συνεργασίας εκπαιδευτικών και σχολικών συμβούλων, μηδαμινή συμμετοχή των εκπαιδευτικών στον εκπαιδευτικό σχε­ διασμό, ανεπαρκής στήριξη καινοτομιών στην τάξη, υποχρηματοδότηση ή/ και ετερο-χρηματοδότηση επιμορφωτικών προγραμμάτων και απουσία συ­ στηματικής και κριτικής αποτίμησης του θεσμού, υπονόμευσαν καθοριστικά το κύρος και τη λειτουργία του. Ορισμένοι συγγραφείς επισημαίνουν, ως μία σημαντική παράμετρο για την έκπτωση της λειτουργίας του θεσμού, την πα­ 448 Λαμπρίνα Γιώτη ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ντελή έλλειψη προαπαιτούμενων, για το προφίλ της θέσης, προσόντων, τα οποία εκ των υστέρων και κατά περίπτωση λαμβάνονται υπόψη στις διαδικα­ σίες επιλογής (Mαυρογιώργος, 1987 & 1988; Μπάκας, 2007; Μυλωνά, & άλ. 2007; Σαλτερής, 2005; ΠΕΣΣ, 2008). Η ασκούμενη στο θεσμό κριτική από κοινού με την επικρατούσα αντίληψη για τον αναξιοκρατικό χαρακτήρα της επιλογής και η αμφισβήτηση της επι­ στημονικής επαρκείας των ΣΣ διαμορφώνουν ένα κλίμα δυσπιστίας και απα­ ξίωσης του ρόλου του ΣΣ στα μάτια των εκπαιδευτικών όπως καταδεικνύουν ερευνητικά δεδομένα (Παπαβασιλείου-Πυργιωτάκη, 2008; Κόπτσης, 2006). Επιπρόσθετα, διαπιστώνεται και σοβαρό έλλειμμα εμπειρικών ερευνών που θα διαφώτιζαν το ρόλο του ΣΣ και τη γενικότερη λειτουργία του θεσμού.1 Γνω­ ρίζουμε το νομικό καθεστώς και τα κριτήρια που μοριοδοτούνται δεν γνωρί­ ζουμε, όμως, ποιο είναι το προφίλ και τα προσόντα όσων ΣΣ τελικά επιλέγο­ νται2, με εξαίρεση την έμφυλη σύνθεση του σώματος. Μεθοδολογία και ευρήματα της έρευνας Η διεξαγωγή της έρευνας πραγματοποιήθηκε το 2006, στους Σχολικούς Συμ­ βούλους Δημοτικής Εκπαίδευσης με θητεία την τετραετία 2003-2007. Ο συ­ νολικός πληθυσμός των ΣΣ, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΠΘ ήταν 280 άτομα, αλλά το έτος διεξαγωγής της έρευνας οι υπηρετούντες ΣΣ ήταν 247.3 Από αυτούς συμμετείχαν στην έρευνα οι 179 ποσοστό 72,46%. Το εργαλείο συλλογής δεδομένων ήταν ανώνυμο ερωτηματολόγιο. Για την επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων αξιοποιήθηκε το πρόγραμμα στατι­ στικής επεξεργασίας SPSS 13. Τα αποτελέσματα των περιγραφικών στατιστι­ κών αξιολογήθηκαν με μια σειρά εργαλεία, όπως: μέσοι όροι (Μ.Ο), τυπικές αποκλίσεις (τ.α), διασταυρώσεις (crosstabs), καθώς και μέσω του στατιστι­ κού ελέγχου χ2. Ως επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε το p=0,01. Τα ερευνητικά ευρήματα προέκυψαν από την επεξεργασία των δημογρα­ φικών στοιχείων των ΣΣ: φύλο, σπουδές, διδακτική εμπειρία σε προγράμματα 1. Οι φάκελοι των υποψηφίων Σχολικών Συμβούλων κατατίθενται στο υπουρ­ γείο, στους οποίους δεν έχουν πρόσβαση ερευνητικοί φορείς, ούτε παρέχονται συγκεντρωτικά στοιχεία ανά τομέα μοριοδότησης. 2. Το 2011 ήταν η πρώτη φορά που α) δημοσιοποιήθηκαν τα μόρια κατά κατηγορία των υποψηφίων για τις επιλογές Σχολικών Συμβούλων και β) εξετάστηκαν στη συνέντευξη σε μία μελέτη περίπτωσης που επέλεξαν με τυχαίο τρόπο από μία κοινή βάση δεδομένων. 3. Οι θέσεις μειώθηκαν κατά 33 (11,8%) για λόγους συνταξιοδότησης, θανάτου, άδειας (εκπαιδευτικής, λοχείας, ασθένειας) ή απόσπασης στο εξωτερικό. 449 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ εκπαίδευσης ή/και επιμόρφωσης δασκάλων σε διαφορετικά θεσμικά πλαίσια (ΠΕΚ, Εξομοίωση, Διδασκαλείο, Σεμινάρια, κ.ά.) και διδακτική εμπειρία σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ, αλλά και από τις στατιστικά σημαντικές σχέσεις μεταξύ τους. Από το σύνολο του δείγματος της έρευνας δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο, στο σύνολό του ή σε μέρη του, ποσοστό που κυμαίνεται από 3,7% ως και 9,4%. Πίνακας 1. Tο φύλο, η ηλικία και τα έτη υπηρεσίας των 179 Σχολικών Συμβούλων της έρευνας Συχνότητα Ποσοστό Ν % Άντρες 129 72,1% Φύλο Γυναίκες 45 25,1 % έως 45 έτη 38 21,2 Ηλικία 46-50 έτη 32 17,9 51-55 έτη 35 19,6 56 έτη και άνω 65 36,3 έως 10 έτη 1 ,6 11-15 έτη 0 0 16-20 έτη 20 11,2 Έτη υπηρεσίας στην εκπαίδευση 21-25 έτη 35 19,6 26-30 έτη 46 25,7 31-35 έτη 55 30,7 36 έτη και άνω 11 6,1 έως 3 έτη 66 36,9 3.1-6 έτη 33 18,4 Έτη υπηρεσίας 6.1- 9 έτη 47 26,3 ως Σχολικός Σύμβουλος 9.1-12 έτη 6 3,4 12.1-15 έτη 10 5,6 15.1 έτη και άνω 5 2,8 Οι σημαντικότερες διαπιστώσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά του επι­ στημονικού και επαγγελματικού προφίλ των ΣΣ της έρευνας, που υπηρετού­ σαν κατά την περίοδο 2003-2007, αποτυπώνονται ως εξής: • Οι άντρες ΣΣ είναι περίπου τριπλάσιοι από τις γυναίκες συναδέλφους τους (2,9:1). Αναλογία λίγο μικρότερη από τα ποσοστά της έμφυλης σύνθεσης του συνόλου των ΣΣ που είναι 77,33% άντρες και 22,67% 450 Λαμπρίνα Γιώτη ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ γυναίκες (3,4:1). Φαίνεται ότι στην έρευνα ανταποκρίθηκε αναλογικά μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών ΣΣ. • Το 39% είναι έως 50 ετών και το 56% από 51 ετών και πάνω. • Σχεδόν τα 2/3 (62,5%) έχουν περισσότερα από 25 χρόνια εκπαιδευτι­ κής προϋπηρεσίας. • Η προϋπηρεσία τους ως ΣΣ κυμαίνεται, για τη συντριπτική πλειοψη­ φία (87%), από 3 ως 9 χρόνια. Πίνακας 2. Οι σπουδές των 179 Σχολικών Συμβούλων της έρευνας Τίτλος σπουδών Ποσοστό % Εξομοίωση 48,6 ΠΤΔΕ Καν. φοίτηση 4,5 Σπουδές ΣΕΛΔΕ 11,7 Διδασκαλείο 64,8 ΑΕΙ 65,4 Μάστερ 37,4 Διδακτορικό 29,1 Οι μισοί σχεδόν από τους ΣΣ της έρευνας (53%) έχουν πτυχίο ΠΤΔΕ, πε­ ρίπου τα 2/3 (65,4%) έχουν άλλο πτυχίο ΑΕΙ και σπουδές στην μετεκπαίδευ­ ση (64,8%) και σχεδόν το 1/3 μεταπτυχιακές σπουδές Μάστερ (37,4%) και Δι­ δακτορικό (29,1%). Λίγο παραπάνω από τα 3/4 (77,7%) έχει διδακτική εμπειρία σε σεμινάρια που διενεργούνται από το ΥΠΕΠΘ και τους φορείς εποπτείας του, καθώς και σε επιμορφωτικά προγράμματα των ΠΕΚ. Κάτι περισσότερο από το 1/4 (27,4%) έχει διδακτική εμπειρία σε ΑΕΙ, κυρίως, στα πλαίσια των μεταπτυχι­ ακών τους σπουδών ή υπό το καθεστώς της απόσπασης σε κάποιο τμήμα, ή με ΠΔ 407/80 (7% αυτών). Μικρό είναι το ποσοστό όσων έχουν φοιτήσει σε ΣΕΛΔΕ (12%) και όσων έχουν διδάξει σε πρόγραμμα Εξομοίωσης (12%) και σε μετεκπαίδευση (14%). Οι συσχετίσεις μεταξύ των ευρημάτων συνθέτουν τρεις ευρείες ομάδες δεδομένων, που διαμορφώνουν τα αντίστοιχα προφίλ επιστημονικής και επαγ­ γελματικής φυσιογνωμίας των ΣΣ. 451 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 3. Η διδακτική εμπειρία από διαφορετικά εκπαιδευτικά πλαίσια των 179 Σχολικών Συμβούλων της έρευνας Ποσοστό % όχι 3,9% Διδακτική Εμπειρία σε δασκάλους ναι 87,7% ΠΕΚ 77,7% Επιμορφωτικό πλαίσιο Σεμινάρια 77,7% Εξομοίωση 12,3% Διδασκαλείο 14% όχι 63,7% Διδακτική Εμπειρία σε ΑΕΙ ναι 27,4% α) Η πρώτη ομάδα δημιουργείται από ευρήματα για την έμφυλη σύνθεση του σώματος των ΣΣ ως ακολούθως: Οι άντρες ΣΣ στην πλειοψηφία τους έχουν ηλικία άνω των 56 ετών, πάνω από 25 χρόνια εκπαιδευτική προϋπηρεσία και από 6 έως και πάνω από 15 χρόνια υπηρεσίας στη θέση. Οι σπουδές τους είναι κυρίως Διδασκαλείο και άλλο πτυχίο ΑΕΙ, ενώ η διδακτική τους εμπειρία αφορά κατεξοχήν σεμινάρια και επιμορφώσεις στα ΠΕΚ. Οι γυναίκες ΣΣ, είναι στην πλειονότητά τους νε­ ότερες σε ηλικία (έως 45 ετών), έχουν προϋπηρεσία στην εκπαίδευση από 15 έως 25 χρόνια, ενώ στη θέση της ΣΣ μέχρι 3 έτη. Έχουν μεταπτυχιακές σπουδές επιπέδου Μάστερ και Διδακτορικού και αντλούν τη διδακτική τους εμπειρία κυρίως από τη συμμετοχή τους στα προγράμματα εξομοίωσης και στη μετεκπαίδευση. β) Η δεύτερη προσδιορίζεται από όλα τα χαρακτηριστικά που οργανώνο­ νται γύρω από τον άξονα της ηλικιακής σύνθεσης του πληθυσμού ως εξής: Η πλειοψηφία των νεότερων ΣΣ που είναι έως 45 ετών συγκεντρώνουν υψηλότερου επιπέδου επιστημονικά προσόντα (όπως, πτυχίο ΠΤΔΕ, σπου­ δές Μάστερ και Διδακτορικού) και έχουν διδακτική εμπειρία σε εξομοίωση, μετεκπαίδευση και ΑΕΙ. Αντίθετα, όσοι είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, δηλαδή πάνω από 56 ετών, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία όσων έχουν φοι­ τήσει σε Διδασκαλείο, ενώ παράλληλα στελεχώνουν περισσότερο ως επι­ μορφωτές τα ΠΕΚ και τα σεμινάρια που διενεργούνται από το ΥΠΕΠΘ ή φο­ ρείς εποπτείας του (ΠΙ). Τέλος, η πλειοψηφία όσων έχουν διδακτική εμπειρία στην μετεκπαίδευση κυμαίνεται μεταξύ 46 και 55 ετών. γ) Η τρίτη ομάδα προκύπτει από τη συσχέτιση επιστημονικών προσόντων και διδακτικής εμπειρίας των ΣΣ: 452 Λαμπρίνα Γιώτη ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ Όσοι φοίτησαν στις ΣΕΛΔΕ έχουν και πτυχίο ΠΤΔΕ, ενώ όσοι έχουν με­ ταπτυχιακό τίτλο σπουδών Μάστερ δεν έχουν φοιτήσει στη ΣΕΛΔΕ και όσοι έχουν αποκτήσει Διδακτορικό δεν έχουν φοιτήσει σε Διδασκαλείο. Ερμηνεία-Συζήτηση Η ανάλυση και επεξεργασία των ευρημάτων οδήγησε σε μία σειρά διαπιστώ­ σεις, που θα επιχειρήσουμε να σχολιάσουμε με βάση τις τρεις επιμέρους κα­ τηγορίες οργάνωσης τους, που προαναφέραμε και στη συνέχεια, θα συνοψί­ σουμε τη γενικότερη εικόνα που σκιαγραφείται σχετικά με το επιστημονικό και επαγγελματικό προφίλ των ΣΣ που υπηρετούσαν την περίοδο 2003-7. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, στους νεότερους σε ηλικία και τις γυναίκες ΣΣ, μία συσσώρευση υψηλών επιστημονικών προσόντων και διδακτικής εμπειρί­ ας σε τομείς που συνδέονται με το ακαδημαϊκό πλαίσιο. Η απόκτηση αυτών των προσόντων, φαίνεται να λειτουργεί αντισταθμιστικά απέναντι σε παρα­ μέτρους που σχετίζονται με την αρχαιότητα, ή την πρότερη εμπειρία σε θέ­ σεις εποπτείας και καθοδήγησης, αλλά και διδακτικής εμπειρίας σε ΣΕΛΔΕ, Διδασκαλείο, ΠΕΚ που αποτελούν τους κατεξοχήν τομείς άντλησης υψηλής μοριοδότησης τόσο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, όσο και για την πλειο­ ψηφία των αντρών ΣΣ. Τα παραπάνω ευρήματα αναιρούν το επιχείρημα που αναφέρεται σε σχετικό άρθρο των Κανταρτζή & Ανθόπουλου (2006), ότι στους αξιολογικούς πίνακες οι γυναίκες παίρνουν μόρια κυρίως λόγω αρχαιότητας. Όπως επιβεβαιώνεται από έρευνες, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στις θέσεις στελεχών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, αν και αποτελούν την πλειοψηφία στο σύνολο των δασκάλων. Πέρα από τα κοινωνικά στερεότυπα που συνδέουν την επιδίωξη καριέρας και την αναζήτηση υψηλότερων εισοδημάτων με το αντρικό φύλο, ο κρατικός πα­ ρεμβατισμός αποτέλεσε ένα πρόσθετο εμπόδιο στην κατάληψη θέσεων κύ­ ρους και εξουσίας από τις γυναίκες διαμορφώνοντας ιστορικά ένα κλίμα που συνέδεε την επιδίωξη καριέρας με το αντρικό φύλο (Στραβάνου, στο Κανταρ­ τζή & Αθανασόπουλος, 2006). Παρατηρείται, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια με­ γαλύτερη κινητικότητα και σταθερή αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών σε θέσεις στελεχών της εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα στις επιλογές Σχολικών Συμβούλων δημοτικής εκπαίδευσης, η συμμετοχή των γυναικών το 1994-5 ανερχόταν μόλις στο 2,7%, στις κρίσεις του 1998 σε 10,7% και το 2003 σε 22,7% (Κανταράκη & αλ. 2008:27, 29-30; Τάκη, 2006). Ένας σημαντικός λόγος για την αύξηση των ποσοστών συμμετοχής, εν­ δεχομένως, να είναι η άμβλυνση των παραδοσιακών ρόλων και αντιλήψεων των φύλων. Ένας άλλος, είναι η προσφορά προγραμμάτων μεταπτυχιακών 453 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σπουδών (Π.Μ.Σ.) σε πανεπιστημιακά τμήματα της χώρας από το 1992 και η διεύρυνση του θεσμού της μετεκπαίδευσης που δημιούργησαν προϋποθέ­ σεις διευκόλυνσης της πρόσβασης των γυναικών σ΄ αυτά με συνέπεια την αύξηση των τυπικών για τις θέσεις προσόντων. Επιπρόσθετα, η κινητικότητα αυτή, ενδέχεται να επηρεάζεται και από πολιτικές επιλογές περί ποσοστώσεων που τίθενται από πλευράς ΕΕ (Κανταρτζή & Ανθόπουλος, 2006; Τάκη, 2008). Η διεύρυνση και μαζικοποίηση της μετεκπαίδευσης και των Π.Μ.Σ. αιτιο­ λογεί παράλληλα, γιατί οι νεότεροι σε ηλικία ΣΣ, που έχουν σπουδές Μάστερ, δεν έχουν κάνει ΣΕΛΔΕ, εφόσον οι τελευταίες καταργήθηκαν το 1985. Δεν αι­ τιολογεί, όμως, γιατί όσοι έχουν αποκτήσει Διδακτορικό δεν έχουν κάνει με­ τεκπαίδευση. Η αντίστροφη αυτή σχέση, ίσως να αιτιολογείται από το γενι­ κότερο προσανατολισμό που κάποιος ακολουθεί σχετικά με τις σπουδές του. Έτσι, ενδεχομένως, όποιος έχει επιλέξει μία ακαδημαϊκή-ερευνητική κατεύ­ θυνση σπουδών να μη θεωρεί σημαντική την πιο εμπειρική, συνήθως, κατεύ­ θυνση που χαρακτηρίζει τις σπουδές μετεκπαίδευσης. Αιτιολογεί, τέλος, τη συνάφεια και τη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ των επιμέρους τίτλων σπου­ δών στο δείγμα4. Τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνουν, ακόμη, τη διδακτική στελέχω­ ση των βασικότερων θεσμών επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών που εποπτεύ­ ονται από το ΥΠΕΠΘ από τους ΣΣ, όπως επισημαίνεται άλλωστε και στη σχε­ τική βιβλιογραφία (Μαυρογιώργος, 1987 & 1989). Η τόσο μεγάλη συμμετοχή τους σε επιμορφωτικά προγράμματα –ιδιαίτερα των ΠΕΚ- πιθανόν τεκμηριώ­ νεται από το γεγονός ότι τους επιφέρει ένα συμπληρωματικό εισόδημα, ενώ ταυτόχρονα μοριοδοτείται για τις διαδικασίες επιλογής, ως ειδική κατηγορία προϋπηρεσίας παρέχοντας, επιπλέον, αξία συμβολικού κύρους. Συνεπώς, η επαγγελματική και επιστημονική συγκρότηση του προφίλ των Σχολικών Συμβούλων αποτυπώνει την ιστορική εξέλιξη των πολιτικών επιλο­ γών και της σχετικής νομοθεσίας που αφορούν στους βασικούς θεσμούς εκ­ παίδευσης/μετεκπαίδευσης/μεταπτυχιακών σπουδών των εκπαιδευτικών. Οι κυριότερες είναι η δημιουργία των Παιδαγωγικών Τμημάτων (1985) και η συνα­ κόλουθη, αν και αρκετά μεταγενέστερη, ένταξη του θεσμού της μετεκπαίδευ­ σης σ΄ αυτά (1995) και η προσφορά Π.Μ.Σ. (1992) από όλα τα πανεπιστήμια της επικράτειας, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη δυνατότητα πραγματο­ ποίησης ανώτατων ακαδημαϊκών σπουδών (Αντωνίου, 2009). Σημαντική ήταν η συνεισφορά και των προγραμμάτων ακαδημαϊκής και επαγγελματικής ανα­ βάθμισης των εκπαιδευτικών της Α΄θμιας εκπαίδευσης με διετείς σπουδές (εξομοίωση). Ως συνέπεια των παραπάνω, παρατηρείται σημαντική κινητικό­ τητα και αύξηση του ποσοστού των Σχολικών Συμβούλων με πτυχίο ΠΤΔΕ, 4. Βλέπε στο ίδιο ενότητα 3 το β) σελ. 5 454 Λαμπρίνα Γιώτη ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ σπουδές στη μετεκπαίδευση όσο και μεταπτυχιακές σπουδές, καθώς και του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών και των νεότερων σε ηλικία εκπαιδευτι­ κών στο θεσμό των ΣΣ. Παράλληλα, η επιστημονική και επαγγελματική συγκρότηση των Σχολικών Συμβούλων, αντανακλά, εύλογα, και την εξέλιξη των θεσμικά προσδιορισμέ­ νων βασικών προσόντων, με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις για την επιλογή στελεχών εκπαίδευσης. Οι επιλογές των ΣΣ από το Ν. 1966/91 και ύστερα φαίνεται να συρρικνώνουν διαδοχικά (ΠΔ 398/95 και ΠΔ 25/2002) όλο και περισσότερο τα αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια (μεταπτυχια­ κές σπουδές, ερευνητική εμπειρία και διδακτική εμπειρία σε ακαδημαϊκό πλαί­ σιο) προς όφελος των υπηρεσιακών και υποκειμενικών κριτηρίων (συνέντευ­ ξη), παρότι με τις επιλογές του 2003 επιλέχθηκαν ένας σημαντικός αριθμός νέων επιστημόνων. Η αποδυνάμωση της μοριοδότησης των μεταπτυχιακών σπουδών5, η εξίσωση μετεκπαίδευσης και μάστερ, με την ταυτόχρονη πριμο­ δότηση της αρχαιότητας και της εμπειρίας σε καθοδηγητικό έργο, έχουν ως σημαντικότερη συνέπεια περισσότεροι από τα 2/3 των ΣΣ που επιλέχθηκαν να θεμελιώνουν την επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση που ασκούν κυ­ ρίως σε μία εμπειρική βάση. Συνάμα, η νομοθεσία στερεί το δικαίωμα πραγ­ ματοποίησης μεταπτυχιακών σπουδών, σε όσους υπερβαίνουν το 50ο έτος της ηλικίας τους (Ν. 2817/2000), μ’ αποτέλεσμα το 88% των ΣΣ της κατηγο­ ρίας αυτής να καθηλώνεται στο επίπεδο των σπουδών που είχαν κάνει κατά το παρελθόν6, οι οποίες χαρακτηριζόταν από συντηρητικούς σκοπούς, πε­ ριεχόμενα που καλλιεργούσαν τον εγκυκλοπαιδισμό, το δασκαλοκεντρισμό, την αυθεντία (Ανθογαλίδου, 2001; Γρόλλιος, 2007). Επιπρόσθετα, έχουν ενοχοποιηθεί και οι διαδικασίες επιμόρφωσης των στελεχών που θα διασφάλιζαν τη στοιχειώδη διοικητική-εποπτική ετοιμότητα των ΣΣ7 (Γεωργογιάννης, 2005; Αθανασούλα-Ρέππα, 2001;), 5. Σε περίπτωση ύπαρξης δύο μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών στο ίδιο επιστημονικό πεδίο μοριοδοτείται μόνον ο ένας (ο ανώτερος). 6. Το 56% των ΣΣ της έρευνας έχει ηλικία πάνω από τα 50 και από αυτούς το 22% έχει μάστερ και το 21% διδακτορικό. 7. Η επιμόρφωση των Στελεχών της Πρωτ/θμιας Εκπ/σης ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη έως το 1996, αφότου και ξεκίνησε μία προσπάθεια, αφενός εμπλουτισμού του μαθήματος της διοίκησης σε προπτυχιακό επίπεδο αφετέρου, η οργάνωση σπουδών στο αντικείμενο της εκπαιδευτικής διοίκησης σε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα (ΕΑΠ & ΠΤΔΕ Πάτρας) (Αθανασούλα-Ρέππα, 2001). 455 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Αντί επιλόγου Το επιστημονικό και επαγγελματικό προφίλ των ΣΣ καταδεικνύει τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την εκπαιδευτική πολιτική της τελευταίας εικοσαετίας. Κα­ ταδεικνύει, την προχειρότητα, την ανορθολογικότητα και την αποσπασματικό­ τητα του σχεδιασμού μίας εκπαιδευτικής πολιτικής που στην καλύτερη των πε­ ριπτώσεων επιζητά μία γρήγορη νομιμοποίηση, ανταποκρινόμενη στις πιέσεις των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό της, παράγοντας αμφί­ βολα πολιτικά και εκπαιδευτικά αποτελέσματα, ακόμη και με όρους της κυρί­ αρχης ρητορικής περί «ποιότητας». Απόρροια αυτής της πολιτικής, αποτελεί και η αμφισβήτηση του επιστημονικού κύρους και της επαγγελματικής επάρ­ κειας των ΣΣ. Το ποιοτικό διακύβευμα έγκειται, τελικά, στη δυνατότητα θεωρητικής και πρακτικής αμφισβήτησης από τους ΣΣ της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτι­ κής και μέσω αυτής της λειτουργίας της εκπαίδευσης, ως μηχανισμού επι­ βολής συγκεκριμένων επιλογών των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων (Μαυρο­ γιώργος, 1987 & 1989). Βιβλιογραφία Αθανασούλα-Ρέππα, Αναστασία (2001). «Κατάρτιση και Επιμόρφωση των στελε­ χών της εκπαίδευσης στο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστημα». Στο: Ανδρέου, Αποστόλης Οργάνωση και διοίκηση σχολικών μονάδων. Αθήνα:ΟΙΕΛΕ, Ινστι­ τούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Ανθογαλίδου, Θεοπούλα (2001). «Από τον πολυμορφικό στο συλλογικό δά­ σκαλο του κυβερνοχώρου». Το εικονικό σχολείο, 2, 2-3, http://web.auth.gr/ virtualschool/2.2-3/Praxis/AnthogalidouEducationInNewAge.html. Αντωνίου, Χρήστος (χ.χ). «Εκπαιδευτική πολιτική και εξέλιξη του πανεπιστημιακού θεσμού στην Ελλάδα (1836-1982)». http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/ synedria /synedrio4/praktika1/Antoniou.htm, 17.5.09. Buchberger, Friedrich & al. (2000). Green paper on teacher education in Europe: high quality teacher education for high quality education and training. Umea, Sweden:Thematic Network on Teacher Education in Europe (TNTEE), http:// tntee.umu.se/publications/greenpaper.html Γεωργογιάννης, Παντελής (2005). «Κριτήρια επιλογής και πιστοποίηση διοικητικής επάρκειας και διοικητικής ετοιμότητας για υποψήφιους εκπαιδευτικούς διευθυ­ ντών σχολικών μονάδων, στελεχών εκπαίδευσης και σχολικών συμβούλων – η πρότασή μας». Στο: Γεωργογιάννης, Παντελής Διοίκηση Α/βά­θμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης. Τόμος ΙΙ (33-45). http://www.kedek.inpatra.gr/demo2.doc, 27.12.08. 456 Λαμπρίνα Γιώτη ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΩΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ Γρόλλιος, Γιώργος (2007). «Σκοποί και Προγράμματα Σπουδών των Διδασκαλείων Δημοτικής Εκπαίδευσης». Στο:Καψάλης, Γεώργιος & Κατσίκης, Απόστολος Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και οι προκλήσεις της εποχής μας (422-429). Ιωάννινα. Κανταράκη Μαρούλα, & άλ. (2008). Κατά φύλο Επαγγελματικός Διαχωρισμός (Κά- θετος και Οριζόντιος):Διακρίσεις και Ανισότητες κατά των Γυναικών στην Εκ- παίδευση. Αθήνα: ΚΕΘΙ Κανταρτζή, Ευαγγελία & Ανθόπουλος, Κωνσταντίνος (2006). «Η συμμετοχή των δύο φύλων στη στελέχωση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης». Επιθεώρηση Εκ- παιδευτικών Θεμάτων, 11, 5-19. Κασσωτάκης, Μιχάλης (2006). Παιδαγωγικά και Εκπαιδευτικά Ρεύματα από το 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Αθήνα. Κόπτσης, Αλέξανδρος (2006). «Έρευνα για το βαθμό αποδοχής των Σχολικών Συμβούλων από τους δασκάλους». Στο:Γεωργογιάννης, Παντελής Διοίκηση της Εκπαίδευσης. Άρτα. http://www.inpatras.com/praktika/. Mαυρογιώργος, Γιώργος (1989). «Επιμόρφωση: Σχεδίασμα Γ’ για «ελεύθερους πολιορκημένους» εκπαιδευτικούς...». Σύγχρονη Εκπαίδευση, 45, 19-28. ________(1988). «Τεκμήριο για τις υποτιθέμενες διαπραγματεύσεις: H περίπτωση των σχολικών συμβούλων». Σύγχρονη Εκπαίδευση, 43, 28-33. ________(1987). «Σχολικοί Σύμβουλοι: Η πολιτική του YΠEΠΘ, η (αντί)-σταση των εκπαιδευτικών και ο «εγκιβωτισμός» ενός θεσμού». Σύγχρονη Εκπαίδευ- ση, 32, 16-18. Μπάκας, Θωμάς (2007). «Το περιφερειακό επίπεδο διοίκησης της εκπαίδευσης. Αδυναμίες-ελλείψεις-προοπτικές». Στο:Καψάλης, Γεώργιος & Κατσίκης, Από­ στολος Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και οι προκλήσεις της εποχής μας (49- 54). Ιωάννινα. Μυλωνά, Ζαφειρούλα, & άλ. (2007). «Στελέχη Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Σχέ­ σεις – Προβλήματα – Προοπτικές». Στο:Καψάλης, Γεώργιος & Κατσίκης, Από­ στολος Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και οι προκλήσεις της εποχής μας (54-62). Ιωάννινα. Νούτσος, Χαράλαμπος, (2010). Το έμφυλο αξίωμα του επιθεωρητή http://edu.pep. uoi.gr/cnoutsos/, 8-9-2010. Νούτσος, Χαράλαμπος, (2009). Η ιδεολογία της αξιολόγησης στην εκπαίδευση. http://edu.pep.uoi.gr/cnoutsos/, 20-3-2009. Πανελλήνια Ένωση Σχολικών Συμβούλων (ΠΕΣΣ) (2005). Ανοιχτή επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας Κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη. http://www.pess.gr/docs/2005- 11-16_VD_SxedioNomoyPESS.doc, 04-12-2008. Παπαβασιλείου-Πυργιωτάκη, Χρυσή (2008). «Από τον επιθεωρητή στο Σχολικό Σύμβουλο». Διδακτορική Διατριβή, Ρόδος. Πασιάς, Γιώργος (2007). «Το διακύβευμα της ‘ποιότητας’ στην εκπαιδευτική πολι­ τική της ΕΕ. Πολιτικές σύγκλισης, συστήματα αποτίμησης και τεχνολογίες επι­ τήρησης». Στο:ΚΕΕ Η Ποιότητα του Εκπαιδευτικού Έργου:από την Αποτύπωση του Συστήματος στο Σχεδιασμό Παρεμβά­σεων (30-39). Αθήνα. 457 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΠΔ 25/2002 ΠΔ 398/95 Σαλτερής, Νικόλαος (2005). «Η αναγκαία μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος και ο ρόλος, η θέση και προοπτικές του Σχολικού Συμβούλου σ’ αυτό». http://www.pess.gr/docs, 3-3-2009. Τάκη, Παρασκευή (2008). Έμφυλη απουσία. Θεσσαλονίκη:Επίκεντρο. ΦΕΚ 1340/16-10-2002, Άρθρο 8: 17886. Φ.Ε.Κ. 20 τ. Α/7-2-2002 ΦΕΚ 147/τ. Α - Ν. 1966/91 Abstract In this paper a part of a research data is presented which was conducted in 2006 and depicts the scientific and professional profile of Greek Elementary Education School Counselors/Supervisors. A questionnaire was administered to the whole population of School Counselors/Supervisors in service during the period 2003-2007 (247 persons); the response percentage was 72,46% (Ν=179). Statistic process, analysis and interpretation of the findings indicate that sex, age, studies (academic profile), teaching and professional experience of School Counselors/Supervisors are significant factors in the historically and institutionally contextualized shaping of basic qualifications. Consequently, the quality of their scientific and professional task is socially and politically founded according to the operation function of the educational institution. Λαμπρίνα Γιώτη Εκπαιδευτικός, Διδάκτορας Επιστημών Αγωγής 28ης Οκτωβρίου 35 – 15772 Ζωγράφου τηλ: 2107488423 & 6936600067 φαξ: 2107488423

[email protected]

458 Μύρια Πιερίδου ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΠΑΡΟΧΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ή ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ; Ισότητα Εκπαιδευτικών ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ Ευκαιριών (Παιδιά, Γυναίκες, Μειονότητες) Ειδικές Μονάδες στα Γενικά Δημοτικά Σχολεία της Κύπρου: παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης ή τρόπος αποκλεισμού; Μύρια Πιερίδου Μετά από χρόνια περιθωριοποίηση των παιδιών με αναπηρία σε ιδρύματα και ειδικά σχολεία, η Νομοθεσία του 1999 θεσμοθέτησε την ένταξή τους στα γενικά δημόσια σχολεία της Κύπρου. Μια από τις πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας αφορά την εγκαθίδρυση ειδικών μονάδων στα γενικά δημοτικά σχολεία, όπου παιδιά που κατηγοριοποιούνται ως ‘παιδιά με ειδικές ανάγκες’ λαμβάνουν ατομική υποστήριξη και διδασκαλία (Phtiaka, 2006). Αν και η δη­ μιουργία ειδικών μονάδων στα γενικά σχολεία της Κύπρου αποτελεί συνήθη πρακτική για την εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία, εντούτοις υποδεικνύ­ ει τον τρόπο με τον οποίο οι ενταξιακές πολιτικές προωθούν διαχωριστικές πρακτικές (Allan, 2010, Slee and Allan, 2001). Η παρούσα μελέτη προβαίνει σε μια κριτική ανάλυση της νομοθεσίας του 1999 και της εφαρμογής της, χρησιμοποιώντας δεδομένα από ημι-δομημένες συνεντεύξεις και μη συμμετοχική παρατήρηση σε αστικό δημοτικό σχολείο, που χρησιμοποιήθηκε ως μελέτη περίπτωσης. Η ανάλυση των αποτελεσμά­ των υποδεικνύει διαφορές ανάμεσα στις απόψεις των συμμετεχόντων ανα­ φορικά με την αυτόνομη λειτουργία των ειδικών μονάδων και την ανάπτυξη ατομικών προγραμμάτων εκπαίδευσης για τα παιδιά με αναπηρία, θέτοντας ερωτήματα για την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης σε αυτά. Εισαγωγή Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, έχει γίνει μια παγκόσμια προσπά­ θεια ώστε να ξεπεραστούν οι παράγοντες που εμποδίζουν την ίση συμμετο­ 459 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χή των ατόμων με αναπηρίες, ενηλίκων και μη, στην κοινωνική ζωή γενικότε­ ρα, και στην εκπαίδευση ειδικότερα. Αυτή η προσπάθεια εμφανίστηκε μετά από την αναγνώριση του διαχρονικού αποκλεισμού των ατόμων με αναπηρίες από τις συνήθεις κοινωνικές δραστηριότητες στην κοινότητά τους και είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ενός νέου συστήματος αξιών που να εκτιμά τη δια­ φορετικότητα και να απαιτεί ίση πρόσβαση και συμμετοχή για όλους (Barton, 2001). Έμφαση δίνεται λοιπόν στη δημιουργία πολιτικών και πρακτικών που να ανταποκρίνονται στη διαφορετικότητα και στην ισότητα (Booth, Ainscow, Dyson, 1998), μέσα από μια διαδικασία αναδόμησης της κουλτούρας στο επί­ πεδο των παιδιών, εκπαιδευτικών, και του γενικού κοινού (Armstrong, 2003). Στον τομέα της εκπαίδευσης, τα άτομα με αναπηρίες έχουν παραδοσιακά περιθωριοποιηθεί από τα γενικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, καθώς τοποθε­ τούνταν σε ειδικά σχολεία ή ιδρύματα. Η κατάσταση αυτή έχει αντιμετωπι­ στεί με πληθώρα ενταξιακών πολιτικών παγκοσμίως, χωρίς να αποτρέπεται ωστόσο η επανάληψη άδικων μέτρων που περιθωριοποιούν τα παιδιά με ανα­ πηρία (Allan, 2010). Αυτό μπορεί να θεωρηθεί και ως αποτέλεσμα της σύγ­ χυσης των όρων ένταξη και ενιαία εκπαίδευση, που αν και χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι ή και ταυτόσημοι, εντούτοις ορίζουν διαφορετικά την πρόσβα­ ση και την ποιότητα εκπαίδευσης για τα παιδιά. Η ένταξη αφορά ουσιαστικά τη μετακίνηση των παιδιών από τα ειδικά στα γενικά σχολεία, και την εκπαί­ δευσή τους με εξειδικευμένο προσωπικό, ικανό να ανταποκριθεί στις ατομι­ κές τους ανάγκες. Η ενιαία εκπαίδευση από την άλλη πλευρά δεν επικεντρώ­ νεται στις έννοιες του ομαλού και ανώμαλου, ικανού και ανίκανου, αλλά δίνει έμφαση στην ικανότητα της κοινωνίας για αποδοχή της διαφορετικότητας και στην καλύτερη οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων στους τομείς του αναλυτικού προγράμματος και παιδαγωγικής. Στόχος της ενιαίας εκπαίδευ­ σης είναι ουσιαστικά η πρόσβαση στην εκπαίδευση για όλο το μαθητικό πλη­ θυσμό (Slee, 2004). Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η Κύπρος θεσμοθέτησε την ένταξη με τη Νομοθεσία του 1999 (113(Ι)/99), σύμφωνα με την οποία όλα τα παιδιά με ανα­ πηρίες έχουν το δικαίωμα να ενταχθούν στα γενικά σχολεία. Μια από τις πρό­ νοιες της νομοθεσίας αφορά την εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία σε ει­ δικές μονάδες, γνωστές και ως τμήματα ένταξης, που λειτουργούν σε γενικά δημοτικά σχολεία. Τα παιδιά εκπαιδεύονται εκεί, παράλληλα με την ένταξή τους σε ορισμένα μαθήματα στις γενικές τάξεις. Η εκπαίδευση που λαμβάνει χώρα στην ειδική μονάδα γίνεται μέσω της ατομικής διδασκαλίας ή διδασκα­ λίας σε μικρές ομάδες με βάση τα ατομικά προγράμματα εκπαίδευσης των παιδιών, καταρτισμένα από την ειδική δασκάλα. Παρόλο που οι ειδικές μονάδες στα γενικά σχολεία αποτελούν την πιο δια­ δεδομένη πρακτική για την εκπαίδευση των παιδιών που κατηγοριοποιούνται 460 Μύρια Πιερίδου ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΠΑΡΟΧΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ή ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ; να έχουν ‘ειδικές ανάγκες’, δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο η ενιαία εκπαί­ δευση συχνά συνδέεται με την ανάπτυξη ειδικών τμημάτων στα γενικά σχολεία (Zoniou-Sideri and Vlachou, 2006). Πέρα από αυτό, επιτρέπουν στο γενικό σχο­ λείο να παραμείνει αναλλοίωτο στους τομείς της κουλτούρας και της παιδα­ γωγικής, καθώς η ύπαρξη των ειδικών μονάδων, σημαίνει και διαιώνιση διαδι­ κασιών και κριτηρίων που απομακρύνουν τα παιδιά από τις ‘κανονικές τάξεις’ (Vislie, 2003). Εξαιτίας αυτής της προβληματικής πολιτικής και πρακτικής, η παρούσα έρευνα προσανατολίζεται στην κριτική εξέταση της λειτουργίας των ειδικών μονάδων. Τα κύρια ερευνητικά αποτελέσματα αφορούν την αυτόνομη λειτουργία τους και την ανάπτυξη των ατομικών προγραμμάτων εκπαίδευσης για τα παιδιά με αναπηρίες. Μεθοδολογία Αυτή η μελέτη πραγματοποιήθηκε με τη χρήση τριών μεθόδων ποιοτικής έρευ­ νας: την κριτική ανάλυση της νομοθεσίας του 1999, τρεις μήνες μη συμμετο­ χικής παρατήρησης επτά παιδιών που εκπαιδεύονταν στην ειδική μονάδα και εντάσσονταν στις γενικές τάξεις με ή χωρίς συνοδό, και ημι-δομημένες συ­ νεντεύξεις με ειδικές και γενικές δασκάλες, συνοδούς, το διευθυντή του σχο­ λείου, και τους γονείς των παιδιών με αναπηρία. Τα δεδομένα συλλέγονταν σε φύλλα παρατήρησης, ενώ η πλειονότητα των συνεντεύξεων, είκοσι από τις είκοσι τρεις, μαγνητοφωνήθηκε με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων. Η παρατήρηση και οι συνεντεύξεις αποτέλεσαν κεντρικό σημείο της πρα­ κτικής έρευνας, καθώς εξασφάλισαν προσωπική και άμεση επαφή με τους συμμετέχοντες στο δικό τους χώρο, ενισχύοντας έτσι τις καλές σχέσεις με­ ταξύ των ιδίων και της ερευνήτριας. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ ερευ­ νήτριας και συμμετεχόντων, σε συνδυασμό με τη μεγάλη διάρκεια της έρευ­ νας, ενίσχυσε την εις βάθος ανάλυση της λειτουργίας των ειδικών μονάδων, σε επίπεδο πολιτικής και πρακτικής, καθώς παρατηρήθηκαν και περιγρά­ φθηκαν οι κοινωνικές και εκπαιδευτικές διαδικασίες στο συγκεκριμένο σχο­ λείο, ενώ παράλληλα εξετάζονταν και οι σχέσεις των συμμετεχόντων (Cohen, Manion, Morrison, 2007). Αποτελέσματα Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν διαφωνίες ανάμεσα στις απόψεις των συμ­ μετεχόντων αναφορικά με τη λειτουργία της ειδικής μονάδας και την ανάπτυ­ ξη ατομικών προγραμμάτων εκπαίδευσης για τα παιδιά με αναπηρίες. Παρου­ 461 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σιάζονται πλαισιωμένα από αποσπάσματα των συμμετεχόντων και στοιχεία της παρατήρησης, συνδυασμένα με το θεωρητικό πλαίσιο. Αυτόνομη λειτουργία της Ειδικής Μονάδας Κατά τη διάρκεια της μη συμμετοχικής παρατήρησης στο συγκεκριμένο γε­ νικό σχολείο, διαπιστώθηκε ότι η ειδική μονάδα λειτουργούσε αυτόνομα στο σχολικό χώρο. Αυτό συνέβαινε λόγω της ανεξαρτησίας της ειδικής μονάδας σε θέματα διαχείρισης του κονδυλίου της από το Υπουργείο Παιδείας και Οι­ κονομικών, των ατομικών προγραμμάτων εκπαίδευσης των παιδιών και της έλλειψης αξιολόγησής της από τη διεύθυνση του σχολείου. Ο διευθυντής του σχολείου δήλωσε ότι η ειδική μονάδα είναι ενταγμένη στο σχολικό πλαίσιο και δε θα έπρεπε να λειτουργεί περισσότερο αυτόνομα από μια γενική τάξη. Παρά αυτή την αρχική δήλωση, ο διευθυντής υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, καθώς δήλωσε ότι οι ειδικές δα­ σκάλες έπρεπε να παίρνουν μόνες τους τις αποφάσεις όχι μόνο για τα ατομικά προγράμματα των παιδιών με αναπηρία, αλλά και για τις δραστηριότητες και εκδρομές που πραγματοποιούν μαζί τους. Αναφορικά με την οικονομική ανε- ξαρτησία της ειδικής μονάδας, ο ίδιος δε θεωρούσε απαραίτητο να εμπλέκε­ ται στη διαχείριση του κονδυλίου, ενώ δεν ήταν καν ενήμερος για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούσαν το κονδύλι οι ειδικές δασκάλες. Ως εκ τούτου, οι ειδι­ κές δασκάλες ήταν γενικά ευχαριστημένες από τη στάση του διευθυντή, αλλά οι γενικές δασκάλες εξέφρασαν, στην πλειονότητά τους, την αντίδρασή τους. Η αντίδραση των τελευταίων οφειλόταν στην άποψη του διευθυντή ότι είχε ευ­ θύνη μόνο για την παροχή κινήτρων στις ειδικές δασκάλες, ενώ δεν ήταν υπεύ­ θυνος για την αξιολόγηση του έργου τους. Ο ίδιος δήλωσε: «Επίσης η αξιολόγηση δεν παίζει ρόλο με τη μονάδα. Δεν μπορεί να φύγει ή να μείνει η μονάδα. Δεν έχει κάποιο ρόλο άλλο ο διευθυντής. Όμως μπο­ ρεί να δώσει και κίνητρα…» Οι γενικές δασκάλες αναγνώριζαν την αυτονομία της ειδικής μονάδας, και διαφωνούσαν με την υφιστάμενη λειτουργία της. Οι πλείστες θεωρούσαν ότι ευθύνη για την υπάρχουσα κατάσταση έφερε ο διευθυντής, καθώς ενίσχυε και υποστήριζε την αυτονομία της ειδικής μονάδας. Άλλες δύο γενικές δα­ σκάλες εξάλλου θεωρούσαν ότι η αυτονομία της ειδικής μονάδας έδινε στις ειδικές δασκάλες υπερβολικές ελευθερίες στο σχολικό περιβάλλον, επιτρέ­ ποντάς τους να πράττουν όπως θέλουν, χωρίς να τους γίνεται οποιοσδήπο­ τε έλεγχος ή αξιολόγηση, κάτι που υποστηρίζεται και από τα δεδομένα της παρατήρησης. Ακολουθούν τα χαρακτηριστικά λόγια μιας γενικής δασκάλας: «Ό,τι θέλουν κάνουν μέσα στο σχολείο. Δε δίνουν λογαριασμό, δεν υπάρ­ 462 Μύρια Πιερίδου ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΠΑΡΟΧΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ή ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ; χει έλεγχος! Λειτουργούν μόνες τους. Δεν γνωρίζουμε τι διδάσκουν, πώς το διδάσκουν, τίποτα…» Ενώ οι γενικές δασκάλες διαφωνούσαν με την ανεξάρτητη λειτουργία της ειδικής μονάδας, οι ειδικές δασκάλες δήλωναν ευχαριστημένες με την ισχύ­ ουσα πρακτική. Μια ειδική δασκάλα ανέφερε ότι η αυτονομία της ειδικής μο­ νάδας οφείλεται στην οικονομική ανεξαρτησία της ειδικής μονάδας από το υπόλοιπο σχολείο, εφόσον μπορεί να πραγματοποιεί ξεχωριστές δραστηριό­ τητες και εκδρομές. Πέρα από αυτό, η ειδική δασκάλα ανέφερε ότι ο διευθυ­ ντής και οι γενικές δασκάλες είχαν άγνοια για θέματα ‘ειδικής εκπαίδευσης’, καθιστώντας έτσι τον εαυτό της ‘ειδήμονα’ για θέματα εκπαίδευσης παιδιών με ‘ειδικές ανάγκες’. Η θέση των ειδικών δασκάλων ότι κατείχαν έγκυρη γνώ­ ση σε θέματα αναπηρίας, σε σχέση με τις ανεπαρκείς γνώσεις των υπολοίπων δασκάλων και γονέων (Ware, 1994) λειτουργούσε ως εμπόδιο στην ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας για την υλοποίηση προγραμμάτων ένταξης. Ουσιαστι­ κά, οι ειδικές δασκάλες συμπέραναν ότι η λειτουργία των ειδικών μονάδων και η ένταξη των παιδιών με αναπηρία αποφασιζόταν αποκλειστικά από τις ίδιες. Συγγραφή Ατομικών Προγραμμάτων Εκπαίδευσης Η νομοθεσία του 1999 προωθεί τη μαθητοκεντρική μέθοδο διδασκαλίας σε σχέση με την εκπαίδευση παιδιών με αναπηρία, καθώς αναφέρει ότι το εκπαι­ δευτικό πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες των μαθητών και στα εξατομικευμένα προγράμ­ ματά τους (Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, 1999). Ως αποτέλεσμα, η δι­ δασκαλία στην ειδική μονάδα γίνεται ατομικά ή σε μικρές ομάδες (Messiou, 2008), ενώ οι ειδικές δασκάλες μπορούν να διδάσκουν ανάλογα με τις ανά­ γκες του/της κάθε μαθητή/τριας (Phtiaka, 2006). Παρόλο που αυτή η πρα­ κτική είναι ευρέως εφαρμοσμένη στα γενικά δημοτικά σχολεία της Κύπρου, εντούτοις δεν υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική για τον αριθμό ή το περιεχόμενο των μαθημάτων που διδάσκονται στα παιδιά στις ειδικές μονάδες. Η ενιαία εκπαίδευση ωστόσο, σύμφωνα και με τη Vislie (2003), δεν εστιάζει στις ανά­ γκες ενός μόνο παιδιού, για τις ανάγκες του οποίου το αναλυτικό πρόγραμμα θα πρέπει να τροποποιηθεί. Η Vislie (2003) αναφέρει ότι τέτοιες προσπάθειες αφορούν την απορρόφηση των παιδιών, που κατηγοριοποιούνται ως παιδιά ‘με ειδικές ανάγκες’, σε άκαμπτα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Αναφορικά με τη συγγραφή των ατομικών προγραμμάτων των παιδιών, η νομοθεσία δηλώνει ότι υπεύθυνη είναι μια συνδετική λειτουργός, που αποτε­ λεί μέρος του μόνιμου εξειδικευμένου προσωπικού του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, μέσα από την αποτελεσματική συνεργασία γονέων, ειδικών, 463 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γενικών δασκάλων και διευθυντή. Στο συγκεκριμένο σχολείο ωστόσο, η συν­ δετική λειτουργός και οι γονείς δεν είχαν εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία, κα­ θώς οι ειδικές δασκάλες θεωρούσαν ότι αυτό ήταν αποκλειστική τους ευθύνη. Ο διευθυντής του σχολείου ήταν σύμφωνος με την υφιστάμενη πρακτική, καθώς δήλωσε ότι εμπιστευόταν τις ειδικές δασκάλες γιατί ζουν με τα παιδιά και τα γνωρίζουν πολύ καλά. Αν και ανέφερε ότι επιθυμούσε να υπάρχει συ­ νεργασία μεταξύ εδικών και γενικών δασκάλων, εντούτοις θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι υποχρεωτικό. Η πλειονότητα των γενικών δασκάλων ωστόσο δήλωσε ότι θα ήθελε να λαμβάνει μέρος στη διαδικασία ανάπτυξης των ατο­ μικών προγραμμάτων εκπαίδευσης, αν και κάτι τέτοιο δεν τους ζητήθηκε από τις ειδικές δασκάλες. Οι γενικές δασκάλες θεωρούσαν ότι η συνεργασία θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την εκπαιδευτική πορεία των παιδιών με αναπηρία, καθώς θα εντάσσονταν, όχι μόνο σε δευτερεύοντα μαθήματα, που ήταν η ισχύουσα πρακτική, αλλά και σε κύρια. Πέρα από αυτό, η υποδιευθύ­ ντρια του σχολείου, στην τάξη της οποίας εντάσσονταν δύο παιδιά στο μά­ θημα της βιβλιοθήκης και της τέχνης, δήλωσε ότι τα παιδιά μπορούν να επω­ φελούνται από τη δυναμική της τάξης, η σημασία της οποίας δε θα έπρεπε να αμελείται από τις ειδικές δασκάλες. Οι ειδικές δασκάλες ωστόσο δε φάνηκαν να λαμβάνουν υπόψη τις παραμέ­ τρους που έθιγαν οι γενικές δασκάλες. Κατά τη συγγραφή των ατομικών προ­ γραμμάτων εκπαίδευσης δεν ακολουθούσαν το γενικό αναλυτικό πρόγραμμα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, κα­ θώς υιοθετούσαν ένα ατομικό μοντέλο για τον ορισμό της αναπηρίας (Oliver, 1990). Ως εκ τούτου, όριζαν τα παιδιά σύμφωνα με τις ανάγκες και τα μειονε­ κτήματά τους, και θεωρούσαν ότι έπρεπε να τους παρέχουν συγκεκριμένες μορφές υποστήριξης στην ειδική μονάδα (Booth et al, 1998). Πέρα από αυτό, οι ειδικές δασκάλες δε θεωρούσαν απαραίτητη τη συνεργασία τους με τις γενικές δασκάλες, αλλά ούτε και μεταξύ τους! Οι ειδικές δασκάλες εξάλλου δήλωσαν ότι τα ατομικά προγράμματα εκπαίδευσης δεν έχουν σχέση με τις περιόδους ένταξης ή της λογοθεραπείας, καθώς οι στόχοι αφορούν πράγμα­ τα που γίνονται μόνο μέσα στην ειδική μονάδα. Θεωρούσαν έτσι ως λιγότερο σημαντικές τις περιόδους ένταξης για την ανάπτυξη των παιδιών με αναπηρία, ενώ δε συνεργάζονταν ούτε και με τη λογοθεραπεύτρια, αν και είχαν κοινούς στόχους και αλληλένδετες δραστηριότητες. Αν και η λογοθεραπεύτρια δή­ λωσε ότι θα ήθελε να συνεργαζόταν με την ειδική δασκάλα, η τελευταία ανέ­ φερε ότι είναι αρκετά έμπειρη για να παίρνει αποφάσεις μόνη της και δε θεω­ ρούσε απαραίτητο να υπάρχει συνέχεια στόχων μεταξύ των μαθημάτων τους. Εναλλακτικά, ο Ainscow (1997) δήλωσε ότι η συνεργασία στο σχολικό πε­ ριβάλλον μπορεί να διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την εφαρμογή προγραμμά­ των ένταξης παιδιών με αναπηρία, εφόσον θα υπάρχουν κοινά στοιχεία στο 464 Μύρια Πιερίδου ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΠΑΡΟΧΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ή ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ; επίπεδο των στόχων και των δραστηριοτήτων. Έρευνες εξάλλου από τους Angelides και Michailidou (2007) και Πιερίδου (2010) στο κυπριακό πλαίσιο, διαπιστώνουν ότι η απουσία περιόδων συντονισμού που να διασφαλίζει συ­ νεργασία μεταξύ ειδικών και γενικών εκπαιδευτικών στα σχολεία αποτελεί ση­ μαντικό εμπόδιο στην επιτυχημένη ένταξη των παιδιών. Συμπεράσματα Συνοπτικά, ενώ η νομοθεσία του 1999 διακηρύττει την ένταξη των παιδιών με αναπηρία και την παροχή ίσων ευκαιριών μάθησης, οι πρακτικές που εφαρ­ μόζει βασίζονται στο ιατρικό μοντέλο αναπηρίας, λόγω της υπερβολικής έμ­ φασης σε εξειδικευμένο προσωπικό και παροχή ατομικής υποστήριξης, και εν τέλει προωθούν το διαχωρισμό των παιδιών με και χωρίς αναπηρία. Τα αποτε­ λέσματα της παρούσας έρευνας υποδεικνύουν ότι η ειδική μονάδα λειτουρ­ γεί ως παράγοντας περιθωριοποίησης των παιδιών με αναπηρίες που τοποθε­ τούνται εκεί, καθώς νομιμοποιείται ο διαχωρισμός τους από τα παιδιά χωρίς αναπηρία, ενώ παράλληλα διαφοροποιούνται τα γενικά και ειδικά εκπαιδευτι­ κά περιβάλλοντα και οι γενικοί και ειδικοί εκπαιδευτικοί (Angelides, Stylianou, Gibbs, 2006). Η ύπαρξη και μόνο, εξάλλου, ειδικών μονάδων στα γενικά σχο­ λεία αντιτίθεται στις αρχές της ενιαίας εκπαίδευσης, σύμφωνα με την οποία τα παιδιά ανήκουν εκεί που βρίσκονται οι συνομήλικοι τους (Phtiaka, 2007). Περαιτέρω, η Armstrong (2003) δηλώνει ότι τα ειδικά εκπαιδευτικά πλαίσια διατηρούν τον κοινωνικό μύθο ότι τα παιδιά με αναπηρία ανήκουν εκτός των γενικών τάξεων, κάτι που έχει σημαντικές συνέπειες στην ανάπτυξη στερεο­ τύπων για την αναπηρία και στον ορισμό του διαφορετικού. Συμπερασματικά, η αυτόνομη λειτουργία των ειδικών μονάδων στο σχο­ λικό περιβάλλον και η επιμονή των ειδικών δασκάλων για αποκλειστική συγ­ γραφή των ατομικών προγραμμάτων εκπαίδευσης, οδηγούσε και στην κα­ τηγοριοποίηση και περιθωριοποίηση των παιδιών με αναπηρία. Η παραμονή των παιδιών στην ειδική μονάδα για μεγάλα χρονικά διαστήματα μείωνε τις ευκαιρίες μάθησης σε ενταξιακά πλαίσια, ενώ παράλληλα περιόριζε τις επα­ φές τους με παιδιά χωρίς αναπηρία και τις γενικές δασκάλες. Ως εκ τούτου, οι τελευταίες μετάθεταν την ευθύνη εκπαίδευσης των παιδιών στην ειδική μο­ νάδα και το προσωπικό της, ενώ τα παιδιά απομονώνονταν κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, εκδρομών και περιόδων ένταξης. Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι θα πρέπει να προωθηθούν συστηματικές αλλαγές στο κυπριακό εκπαιδευ­ τικό σύστημα που να στοχεύουν στη βελτίωση της νομοθεσίας, τη διαφορο­ ποίηση του αναλυτικού προγράμματος και την παροχή ίσων ευκαιριών μάθη­ σης και συμμετοχής. 465 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Πιερίδου, Μ (2010) Οι επιπτώσεις των ειδικών μονάδων στην ένταξη παιδιών με αναπηρίες: Μία μελέτη περίπτωσης στην Κύπρο, Πρακτικά του 11ου Παγκύ­ πριου Συνεδρίου Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου Διαχείριση Εκπαιδευτι- κής Αλλαγής: Έρευνα, Πολιτική, Πράξη, Πανεπιστήμιο Κύπρου 4-5 Ιουνίου, 2010 (CD) Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (1999) Ο Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παι­ διών με Ειδικές Ανάγκες Νόμος Slee, R. (2004) Ενταξιακή εκπαίδευση και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Νέα Επο­ χή, στο Ζώνιου-Σιδέρη, Α, Σπανδάγου, Η. Εκπαίδευση και Τύφλωση, Σύγχρονες Τάσεις και Προοπτικές, Ελληνική Γράμματα Ainscow, M. (1997) Towards inclusive schooling, British Journal of Special Education, 24:1, 3-6 Allan, J. (2010) Rethinking Inclusive Education, The Philosophers of Difference in Practice, Springer Angelides, P. & Michailidou, A. (2007) Exploring the Role of ‘Special Units’ in Cyprus Schools: A Case Study. International Journal of Special Education, 22:2, 86-94 Angelides, P., Stylianou, T., Gibbs, P., (2006) Preparing teachers for inclusive education in Cyprus. Teaching and Teacher Education, 22:4, 513-522 Armstrong, F. (2003) Inclusive Education: Cross-Cultural Perspectives, Spaced Out: Policy, Difference and the Challenge of Inclusive Education. Kluwer Academic Publishers Barton, L. (2001) Disability, politics and the struggle for change, Publications: David Fulton Booth, T., Ainscow, M., Dyson, A. (1998) Understanding inclusion and exclusion in the English competitive education system, International Journal of Inclusive Education, 1:4, 337-355 Cohen, L., Manion, L., Morrison, K. (2007) Research Methods in Education. Firth edition, London: Routledge-Falmer. Messiou, K. (2008) Encouraging children to think in more inclusive ways inclusive ways. British Journal of Special Education, 35:1, 26-32 Oliver, M. (1990) The politics of disablement, Critical Texts in Social Work and the Welfare State. Macmillan Phtiaka, H. (2007) Educating the Other: A Journey in Cyprus Time and Space, in Barton, L., Armstrong, F., (eds), Policy, Experience and Change: Cross Cultural Reflections on Inclusive Education, Springer Phtiaka, H. (2006) From separation to integration: parental assessment of State intervention. International Studies in Sociology of Education, 16:3, 175-189 Slee, R., Allan, J. (2001) Excluding the included: a reconsideration of inclusive education, International Studies in Sociology of Education, 11:2, 173-192 Vislie, L. (2003) From integration to inclusion: focusing global trends and changes in 466 Μύρια Πιερίδου ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΠΑΡΟΧΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ή ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ; the western European societies, European Journal of Special Needs Education, 18(1), 17–35. Ware, L. (1994) Contextual Barriers to Collaboration. Journal of Educational and Psychological Consultation, 5(4) 339-357 Zoniou-Sideri, A., Vlachou, A. (2006) Greek teachers’ belief systems about disability and inclusive education, International Journal of Inclusive Education, 10:4, 379- 394 Περίληψη Cyprus legislated inclusion of children with disabilities with the 1999 Law, according to which all children have the right to attend mainstream schools. One of its main provisions refers to the establishment of special units in mainstream primary schools, where children designated as having special needs receive individual support and tutoring (Phtiaka, 2006). Even though the existence of special units is a usual practice for the education of children with disabilities, it demonstrates the way in which inclusive policies often apply exclusive provisions (Allan, 2010, Slee and Allan, 2001). The present study critically examines the functioning of a special unit, using data from semi-structured interviews and non-participant observation in a mainstream elementary school in Cyprus. The analysis of the research findings indicates differences amongst the participants’ views regarding the autonomous functioning of the special unit and the development of children’s individual education programme. Μύρια Πιερίδου, Υποψήφια Διδάκτορας Κοινωνιολογίας, Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κύπρου Αγίου Δημητρίου 6Α, Ακάκι 2720, Λευκωσία, Κύπρος Τηλέφωνο: 00357-99970231

[email protected]

467 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η αναπηρία όπως προβάλλεται στα έργα της Μαρίας Πυλιώτου Κατερίνα Μπεκιαράκη Εισαγωγή Οι τρόποι παρουσίασης των ατόμων με αναπηρία στη λογοτεχνία κατά κανόνα αντανακλούν την κοινωνική στάση της εποχής, απέναντι σε αυτούς. Στο Ομηρι­ κό έπος «Ιλιάδα» ο θεός της φωτιάς, Ήφαιστος αποτελεί αντικείμενο κοροϊδί­ ας και λοιδορίας σε συμπόσιο των θεών στον Όλυμπο, καθώς παρουσιάζεται ως κουτσός οινοχόος στην Α ραψωδία στους στίχους 599-600(Kirk, 2003:17). Ο χορός, στο έργο του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος» τραγουδά, θρηνώ­ ντας για το κακό που έτυχε στον Οιδίποδα στο στίχο 1367: «κρείσσων γαρ ησθα μηκέτ’ ών ή ζών τυφλός»(καλύτερα νεκρός παρά τυφλός να είσαι),(Οιδίπους Τύραννος,1992). Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα προβάλλεται η απαξίωση προς τους ανάπηρους, σε ένα διάλογο του Σωκράτη με το Γλαύκωνα «…τα παιδιά των κατώτερης ποιότητας ανθρώπων καθώς και κάθε ανάπηρο παιδί που θα γεννηθεί από τους άλλους θα το κρύψουν, όπως είναι σωστό, σε τόπο μυστι­ κό, μακριά από κάθε μάτι …»(Ζώνιου –Σιδέρη, 2009:11). Ο ζητιάνος στο ομότιτλο έργο (1896) του Ανδρέα Καρκαβίτσα είναι ένας από τους χαρακτηριστικούς ήρωες με αναπηρία στην Ελληνική Λογοτεχνική πραγματικότητα του 19ου αιώνα. Σκιαγραφείται το πρόσωπο του αγύρτη, που ο ίδιος προκαλεί την αναπηρία του και την εκμεταλλεύεται για λόγους βιοπο­ ριστικούς. «Αν ήταν και μερικά γεννημένα σακάτικα και εκείνα δεν έμεναν άερ­ γα» (Καρκαβίτσας,1989:64). Από την αρχαιότητα μέχρι ακόμα και τη δεκαετία του ΄30 χρησιμοποιού­ νταν για τους ανάπηρους ο όρος «σακάτης». Αυτός ο χαρακτηρισμός εμπερι­ είχε τόσο το σωματικό μειονέκτημα όσο και την απορριπτική στάση της κοινω­ νίας απέναντι στους ανάπηρους (Ζώνιου –Σιδέρη, 2009:28). Ακόμα, η παγίωση της αντίληψης που θέλει τον άνθρωπο με αναπηρία εξ’ ορι­ σμού δυστυχισμένο, απεικονίζεται στο διήγημα «Θάνατος του παλληκαριού» του Κωστή Παλαμά(1891). Ο ήρωας αγανακτισμένος λέει: «Θα σάξει το πόδι μου ή δεν τη θέλω τη ζωή. Σημειωμένο εμένα δε θα με κράζουνε»(Παλαμάς,1891: 28). Περνώντας στη ξένη λογοτεχνία θα παρατηρήσουμε την ίδια αρνητική ει­ κόνα για τους αναπήρους. Ο ήρωας Κουασιμόδος στο έργο του Β. Ουγκώ «Η Παναγία των Παρισίων» περιγράφεται ως καμπούρης, άσχημος, φτωχός, πα­ 468 Κατερίνα Μπεκιαράκη Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΟΠΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΥΛΙΩΤΟΥ ραμορφωμένος και θύμα βίας, δημιουργώντας συναισθήματα οίκτου και απο­ στροφής. Σύμφωνα με τους Davidson, Woodill, Bredberg (1994), στη λογοτε­ χνία της Βρετανίας τον 19ο αιώνα κυριαρχεί μια θεολογική και απλοϊκή θεώρηση της αναπηρίας με κύριο τρόπο αντιμετώπισης τη συμπόνια. Βλέπουμε από τα παραπάνω ότι μέσα από τη Λογοτεχνία αναπαράγεται ο στιγματισμός της προσωπικότητας του ατόμου με αναπηρία και εντείνονται δι­ αχρονικά στερεότυπα μέσα από διάφορους λογοτεχνικούς χαρακτήρες με ανα­ πηρία. Η Λογοτεχνία έχει σημαντικό μέρος ευθύνης για τέτοιου είδους παγιω­ μένες αντιλήψεις και «έχει τώρα, στον 21ο αιώνα, ευθύνη να ξεριζώσει αυτές τις προκαταλήψεις»(Φτιάκα, 2001). Η Κύπρια πολυβραβευμένη συγγραφέας, Μαρία Πυλιώτου παρουσιάζει στο έργο της «Λεώ­νη», που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1999, την αναπη­ ρία από μια σύγχρονη οπτική, η οποία προβάλλει τον άνθρωπο με αναπηρία, να διεκδικεί μια κοινωνική παρουσία, απαλλαγμένη από τα μέχρι τώρα στε­ ρεότυπα. Η συγγραφέας απορρίπτει τη μιζέρια στη ζωή και προτείνει διεξό­ δους στα συναισθηματικά και σωματικά αδιέξοδα, καθώς και δρόμους για την κατανόηση καταστάσεων, που ο καθένας μπορεί να συναντήσει στο μέλλον. Το κίνητρο για να συγγράψει το έργο, όπως μου εξομολογήθηκε στη συ­ νέντευξη, ήταν δύο περιπτώσεις φιλικών και αγαπημένων της προσώπων, που η περίπτωσή τους την συγκίνησαν πολύ. Η Ντίνα Κατσούρη, Κύπρια ποιήτρια έχει περίπου 35 χρόνια σκλήρυνση κατά πλάκας. Η Τατιάνα Τσερνισόβα ήταν Καθηγήτρια Πανεπιστημίου στο Κίεβο. Εμφανίστηκε στη ζωή της η σκλήρυνση κατά πλάκας. Πέθανε εγκαταλελειμμένη, χωρίς καμία φροντίδα. Δεν της είχε παρασχεθεί ούτε αναπηρικό καροτσάκι. Στόχος της συγγραφέας ήταν γράφο­ ντας το βιβλίο, να περάσει το μήνυμα στα παιδιά ότι, εάν σε κάποιο φίλο τους, είτε σε κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο, είτε στα ίδια συμβεί κάτι δε χάθη­ κε και ο κόσμος αλλά ότι υπάρχουν δυνάμεις μέσα τους για να προχωρούν. Μεθοδολογία Σκοπός της μελέτης του λογοτεχνικού αυτού κειμένου είναι να εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο η Πυλιώτου χειρίζεται το θέμα της αναπηρίας. Επίσης, επι­ διώκω να αναλύσω το κλίμα που επικρατεί την εποχή, που διαδραματίζονται τα γεγονότα της υπόθεσης του έργου στην Κύπρο, σχετικά με τα παιδιά με ανα­ πηρία. Επιπλέον, θα εστιάσω στον τρόπο αντίδρασης των ίδιων των αναπή­ ρων απέναντι στην αναπηρία τους, καθώς και στην κοινωνική και επαγγελματι­ κή τους αποκατάσταση. Αρωγός για αυτές τις διερευνήσεις αποτελεί η κριτική θεωρία(critical theory), που μέσω της ανάλυσης περιεχομένου επιτρέπεται να εξεταστεί και να ερμηνευτεί το έργο στην ολότητα του (Κυριαζή, 2002:284). 469 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Περίληψη της υπόθεσης του έργου Η ιστορία του έργου κινείται στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η Λεώνη είναι το μοναχοπαίδι μιας πλούσιας οικογένειας. Τα παιδικά της χρόνια είναι τραυματι­ κά, μεγαλώνει σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον, που υπάρχει έλλειμμα αγάπης και κατανόησης. Όταν ήταν δέκα χρονών οι γονείς της χώρισαν. Στο γυμνάσιο γνωρίζει το Βασίλη και άλλα παιδιά. Στη Β’ τάξη ο Βασίλης, ο συμμαθητής της Λεώνης εγκαταλείπει το σχολείο. Κάποια μέρα ο Γυμνασιάρχης κάνει παρατή­ ρηση στη Λεώνη, επειδή συνάντησε τον «περιθωριακό» Βασίλη στο σχολείο. Στη Γ’ τάξη εκδηλώνεται η αρρώστια της Λεώνης, σκλήρυνση κατά πλάκας. Περι­ γράφεται με ευκρίνεια η μετάβαση της Λεώνης από το στάδιο της απελπισίας, του φόβου, που φτάνει σε σημείο να θέλει να πεθαίνει, στο στάδιο της αποδο­ χής της αναπηρίας και της αισιόδοξης ματιάς της ζωής. Το έργο τελειώνει με τη Λεώνη να αναλαμβάνει ταμίας στο μαγαζί, που έχουν δημιουργήσει οι φίλοι της. Η ηρωίδα, ερωτευμένη και αισιόδοξη αρραβωνιάζεται τον Δημήτρη, τον φυσιοθεραπευτή της. Αποτελέσματα Α. Ο κοινωνικός αποκλεισμός στο σχολείο της Λεώνης. Ο φίλος της, ο Βασίλης στις αρχές της Β ΄ τάξης εγκαταλείπει το σχολείο και γίνεται υπάλληλος σε γκαράζ. Η περίπτωση του μας παραπέμπει στην τακτι­ κή του εκπαιδευτικού συστήματος που αξιολογεί, επιλέγει και κατανέμει τους μαθητές στην κοινωνική ιεραρχία με βάση κοινωνικά κριτήρια και θέτει φραγ­ μούς στην κοινωνική τους ανέλιξη. Το παράδειγμα της φυγής του Βασίλη από το σχολείο, που «φυλακίζει διακόσια παιδιά»(Πυλιώτου,1999: 25), δείχνει την έκταση του προβλήματος στο εκπαιδευτικό σύστημα. Τα σχολεία φυλακίζουν τους μαθητές, όταν είναι «θλιβερά μέρη χωρίς πνευματικότητα, που πνίγουν τα παιδιά και σκοτώνουν τη δημιουργικότητα, τη χαρά»(Μπουσκάλια,1988). Ο πατέρας του Βασίλη είναι αγρότης. Το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον του Βασίλη τον αγκυλώνει στη χαμηλή κοινωνική τάξη. Η αδυναμία της οικογένειας να υποβοηθήσει την ανάπτυξη των παιδιών και η έλλειψη πολιτιστικού περιβάλλοντος, καταλλήλου να εμπνεύσει κίνη­ τρα για επιτυχία και πρόοδο, καταδικάζουν τελικά τα μέλη της στο ίδιο χα­ μηλό κοινωνικό στρώμα από το οποίο προέρχονται(Πυργιωτάκης, 2006:161). Αξίζει να διευκρινίσουμε ότι για τη χαμηλή κοινωνική θέση των ατόμων δεν ευθύνεται το ίδιο το άτομο και η οικογένεια του αλλά το κοινωνικό σύστημα. Όπως, διευκρινίζει η Τζάνη: «Η σχολική επιτυχία είναι φαινόμενο, που συνδέεται άμεσα με την κοινωνικο-οικονομική προέλευση του μαθητή» (Τζάνη,1988:51). 470 Κατερίνα Μπεκιαράκη Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΟΠΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΥΛΙΩΤΟΥ Στον εκπαιδευτικό αποκλεισμό του Βασίλη συνέβαλε και το σχολείο. Σή­ μερα αυτός ο εκπαιδευτικός αποκλεισμός είναι περίτεχνα συγκαλυμμένος και η ευθύνη βαραίνει το εκπαιδευτικό σύστημα και κατ’ επέκταση τις εκά­ στοτε Κυβερνήσεις. Πρόκειται για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που υποθάλπει το σχολικό απο­ κλεισμό, την ανισότητα και την αποτυχία όχι μόνο για τα παιδιά με ειδικές εκ­ παιδευτικές ανάγκες, αλλά για κάθε μαθητή που αποκλίνει από τους κανόνες του συστήματος(Ζώνιου –Σιδέρη, 2009:22). Ο Βασίλης φορά σχισμένο τζίν, έχει σκουλαρίκι στο αυτί και γι’αυτό αυτό­ ματα λαμβάνει την ταμπέλα του περιθωριακού. Αλλά το πιο τραγικό από όλα είναι, όταν άνθρωποι που υπηρετούν το εκπαιδευτικό σύστημα και θεωρούνται παιδαγωγοί έχουν την «παιδεία» του Γυμνασιάρχη στο σχολείο του. Ο ίδιος επιπλήττει τη Λεώνη και προβαίνει σε υποδείξεις: «Τί γυρεύει τώρα και τί θέ­ λει εδώ; Τς Τς Τς… Αυτός ο αλήτης δεν είναι της κοινωνικής σου τάξης» (Πυ­ λιώτου,1999: 34).Τέτοιες στάσεις όχι μόνο δε συμβάλλουν στην κατεύθυνση της ενιαίας εκπαίδευσης, αλλά αντίθετα επιτείνουν το πρόβλημα του διαχωρι­ σμού και οδηγούν στο φαύλο κύκλο της ετικετοποίησης και του στιγματισμού. Τί ουσιαστική παιδεία θα δώσουν τέτοιοι εμπλεκόμενοι, αφού τίποτα δεν έχουν να προσφέρουν στους μαθητές; Ο Διευθυντής έχει παντελή έλλειψη ενσυναίσθησης, αγάπης και υπομονής προς τους μαθητές του. Οι γονείς και οι δάσκαλοι πρέπει να εξαλείψουν τον παραλογισμό που είναι τόσο ύπουλα κρυμμένος μέσα στην καθημερινή τους ομιλία. Τα λόγια τους επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση και την αυταξία του παιδιού (Μπουσκάλια, 1988:178). Β. Η εμπειρία της επίκτητης αναπηρίας της Λεώνης. Σε λίγους μήνες θα φοιτήσει στην Α’ τάξη του Λυκείου. Ξαφνικά παρουσιά­ ζεται η σκλήρυνση κατά πλάκας. Ένα βράδυ, η Λεώνη βρίσκεται στο νοσο­ κομείο και διαπιστώνει ότι δεν κινούνται τα πόδια της. Η αναπηρία στη ζωή της, ήταν για εκείνη ένα σημείο καμπής. Την εμπειρία του δυστυχήματος ως σημείο καμπής στη ζωή τους εξήγησαν ότι βίωσαν και οι Κύπριοι συμμετέχο­ ντες με επίκτητη αναπηρία στην έρευνα που πραγματοποίησε η Συμεωνίδου στον Κυπριακό χώρο(Συμεωνίδου, 2005). Η Λεώνη πότε απογοητεύεται, πότε ελπίζει. Με τη σκέψη ότι θα κινηθεί με αναπηρικό καροτσάκι, λιποθυμά. Αλλά αργότερα παίρνει η ίδια το καροτσάκι και με χιούμορ λέει: «Το άρμα» μου! Είμαι ο Φαέθοντας! Κι είμαι στο… χρυσό μου άρμα»(Πυλιώτου,1999:79)! Έτσι, λοιπόν η έφηβη απομακρύνει το φόβο, που ένιωθε και αντιμετωπίζει αισιόδοξα τη ζωή. Γ. Η στάση των γονιών της μετά την αναπηρία της Λεώνης. Με την αρρώστια της Λεώνης, οι γονείς νιώθουν ένοχοι, φοβισμένοι αλλά όχι 471 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ απογοητευμένοι. Η αρρώστια της Λεώνης φέρνει πάλι κοντά τους γονείς της. Αλλά αυτή τη φορά οι σχέσεις τους επαναπροσδιορίζονται, τους ενώνει η αγά­ πη και ο κοινός αγώνας για την υγεία του παιδιού τους. Οι γονείς δεν απογο­ ητεύονται, δε δέχονται μοιρολατρικά την τύχη τους. Έτσι, αναδεικνύεται ο καταλυτικός ρόλος της οικογένειας σε αυτή τη στιγμή της ζωής της Λεώνης, για την αντιμετώπιση της αναπηρίας. Οι εσωτερικές δυνάμεις δεν επαρκούν, χρειάζεται στήριξη. Δέχεται τη στήριξη από την οικογένεια, από τους φίλους και από το περιβάλλον γενικότερα. Δ. Η παρέμβαση των ειδικών. Στο Νοσοκομείο δε θέλει να έχει καμία απολύτως ανάμειξη με το ψυχολόγο, που της εξηγεί ότι βρίσκεται κοντά της για να τη βοηθήσει. Μα η Λεώνη απα­ ντά αρνητικά «Μα δε ζήτησα κάτι τέτοιο! Ούτε και θέλω»(Πυλιώτου,1999:67- 68)!Αυτή η άρνηση της Λεώνης αποτελεί μια άρνηση στο ιατρικό μοντέλο, στο οποίο στηρίζονται οι ειδικοί για να αποδυναμώσουν τα άτομα με αναπη­ ρία, παρά να βοηθήσουν να ανεξαρτητοποιηθούν! Ακολουθεί η ανακοίνωση ενός γιατρού στην έφηβη Λεώνη ότι έχει σκλήρυνση κατά πλάκας. Ο γιατρός της εξηγεί τί είναι η σκλήρυνση κατά πλάκας και απευθύνεται στην έφηβη με ιατρικούς όρους, λες και κάνει διάλεξη σε φοιτητές ιατρικής. Είναι το σημείο που ενισχύεται η θεωρία της προσωπικής τραγωδίας. Στο διάλογο με τη Λεώνη, ο γιατρός λέει: «Μπορείς να τα κάνεις όλα! Εί­ ναι απίστευτο, αλλά θα μπορέσεις! Θα το δεις! Είσαι δυνατή, Λεώνη και θα μπορέσεις»(Πυλιώτου,1999: 102)!Εδώ ο ειδικός δεν έχει τα γνωρίσματα που αναφέρει ο Oliver(1996:36):«Οι γιατροί έχοντας τη δύναμη του ειδικού αποφα­ σίζουν για τις ζωές των ανάπηρων ατόμων!»Ο γιατρός της Λεώνης δεν απο­ φασίζει εδώ για το τί μπορεί και το τί δε μπορεί να κάνει η Λεώνη. Δε θεωρεί ο γιατρός ότι η αρρώστια θα είναι το εμπόδιο να πραγματοποιήσει ο,τι επι­ θυμεί η Λεώνη! Όπως τονίζει η Lynne, (Morris,1989:71) οι ανάπηροι μπορούν να κάνουν τα πάντα και δε διαφέρουν από τους μη ανάπηρους. «Εμείς δε θέ­ λουμε να θεωρούμαστε γενναίοι ήρωες!» Ε. Σχολικός αποκλεισμός και αναπηρία. H Λεώνη αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο, γιατί το κτίριο δεν είναι προ­ σβάσιμο. Τονίζεται λοιπόν η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος, που εμποδίζει την ένταξη των μαθητών με αναπηρία και οδηγεί στον αποκλεισμό τους. Το σχολείο δεν είναι αρωγός στην ένταξη αλλά αντίθετα δέσμιο στη δι­ αχωριστική πολιτική. Το ερώτημα που τίθεται στο κοινωνικό μοντέλο είναι: Τί μπορεί η κοινωνία να κάνει προκειμένου να αντιμετωπίσει τα εμπόδια, που η ίδια υψώνει προς τα ανάπηρα άτομα; Σε καμία περίπτωση δε διερωτάται: Τί μπορούν ή τί δε μπορούν να κάνουν τα ανάπηρα άτομα; 472 Κατερίνα Μπεκιαράκη Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΟΠΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΥΛΙΩΤΟΥ Μέσα από την περίπτωση της Λεώνης αντανακλά το έλλειμμα του εκπαι­ δευτικού συστήματος, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κάθε μαθητή ξεχωριστά και στους στόχους της ενιαίας εκπαίδευσης. O Barton δί­ νοντας τον ορισμό της ενιαίας εκπαίδευσης αναφέρει: Η ενιαία εκπαίδευση σχετίζεται με την απάντηση στη διαφορετικότητα! Έχει να κάνει με το άκουσμα μη γνώριμων φωνών, με το ανοικτό μυαλό, με την ενδυνάμωση όλων των μελών και με τον εορτασμό της διαφορετικότη­ τας, με αξιοπρεπή τρόπο. Με αυτή την προσέγγιση, ο σκοπός δεν είναι να αφήσουμε κανένα μαθητή εκτός σχολείου. Η εμπειρία της ενιαίας πολιτικής σχετίζεται με το να μαθαίνουμε να ζούμε ο ένας με τον άλλο. Αυτό ενισχύει το ερώτημα για το τί σχολεία θέλουμε (Barton, 1997). ΣΤ. Επαγγελματική αποκατάσταση και προσωπικές σχέσεις. Η Λεώνη πηγαίνει για πρώτη φορά, στο στέκι της παρέας της, ύστερα από δύο χρόνια, μετά το συμβάν της αναπηρίας. Η παρέα της την υποδέχεται με αγάπη. Αναλαμβάνει δουλειά εκεί. Έχει περάσει στο στάδιο της αποδοχής της αναπηρίας της.«Η ζωή μου, μου ανήκει. Και είμαι σε θέση να την οδηγώ όπου η ίδια θέλω! Ακόμα και μ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι»(Πυλιώτου,1999: 120).Έχει πάρει τη ζωή στα χέρια της, δε «λιποτακτεί» και δε δειλιάζει: «Η ζωή, Όλγα μου, δε χάθηκε επειδή έχασα τα δυό μου πόδια. Ίσα ίσα τώρα είναι που νιώθω ότι ζω! ΖΩ» (Πυλιώτου,1999:121)!Σκέφτεται να ξεκινήσει τις σπουδές της. Ένα βράδυ στο στέκι ανακοινώνει τον αρραβώνα της με το Δημήτρη, το φυσιοθεραπευτή της. Στο σημείο αυτό δεν προβάλλεται η θέση της «διπλής» καταπίεσης (double oppression) της γυναίκας, που συνδέεται με τη δυσκο­ λία για δημιουργία σχέσης και σύναψης γάμου. Συμπεράσματα Η Πυλιώτου μέσα από τα έργα της δείχνει τον τρόπο αντιμετώπισης της ανα­ πηρίας στο σημερινό Κυπριακό χώρο. Αυτό το λογοτεχνικό έργο αγγίζει με ευ­ αισθησία τα θέματα της αναπηρίας. Επίσης, διαμορφώνεται μέσα από το έργο στάσεις δεκτικότητας και αποδοχής στους αναγνώστες του βιβλίου. Η θέαση της αναπηρίας στο έργο διαφέρει από εκείνη, που επικρατούσε στα έργα του παρελθόντος και δεν αντιμετωπίζεται ως προσωπική τραγωδία. Το άτομο με αναπηρία δεν είναι έρμαιο στα χέρια των επαϊόντων και δεν αποφασίζουν ερή­ μην του για τη μελλοντική εκπαιδευτική, επαγγελματική, κοινωνική του πορεία. Η Λεώνη δεν αντιμετωπίζεται ως «θύμα», που χρίζει ειδικής φροντίδας. Ούτε παρουσιάζεται ως μια γυναίκα παθητική, αδρανής, αμέτοχη και άσχημη. Η ανα­ πηρία δεν περιορίζει και δεν καθορίζει a priori τις δυνατότητες και τις επιθυ­ 473 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μίες του ανάπηρου ατόμου.H αναπηρία δεν στέκεται εμπόδιο στο να υλοποι­ ήσει τα σχέδια της. Αντίθετα, έχει υψηλές προσδοκίες για την πορεία της ζωής της. Εμπόδιο υπήρξε για εκείνη ο σχολικός αποκλεισμός για τον οποίο ευθύνονται οι κοι­ νωνικοπολιτικοί παράγοντες. Στους ίδιους παράγοντες οφείλεται και ο εκπαι­ δευτικός αποκλεισμός του Βασίλη, του φίλου της Λεώνης. Εδώ η Πυλιώτου τονίζει το έλλειμμα που υπάρχει στην εκπαιδευτική πολιτική. Το έργο αυτό μέσω της περιγραφής του βιώματος της αναπηρίας πέτυχε αυτό που αναφέ­ ρει η ανάπηρη ακτιβίστρια Morris: Εμείς χρειάζεται να βρούμε τρόπο να κά­ νουμε την εμπειρία(της αναπηρίας) ορατή, μοιράζοντας την με άτομα με ή χωρίς αναπηρία με τρόπο που-ενώ δίνουμε έμφαση στις δυσκολίες της ζωή μας- δε θα επιδρούν αρνητικά στην επιθυμία μας να διεκδικούμε την αξία μας ως άνθρωποι(Thomas, 1999). Δηλαδή στο έργο περιγράφονται οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η Λεώνη στη ζωή της με την εμφάνιση της αναπηρίας(impairment), χωρίς όμως να θί­ γεται ούτε στιγμή η αξιοπρέπεια της. Όπως τονίζει η Φτιάκα: η δική μας πα­ ράδοση είναι βεβαρυμμένη με ένα Καιάδα τον οποίο πρέπει να εξορκίσου­ με γιατί δεν ταιριάζει στην αρχαιότερη δημοκρατία του κόσμου. Η ζωή είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα για όλους και η ποιοτική ζωή είναι βασικό δημο­ κρατικό δικαίωμα. Η αρχαιότερη Δημοκρατία του κόσμου οφείλει να αποκα­ ταστήσει και μέσω της λογοτεχνίας μια μερίδα ανθρώπων που έχει πολύ αδι­ κηθεί: τα ανάπηρα άτομα (2001). Συνειδητοποιούμε λοιπόν το χρέος της λογοτεχνίας, που οφείλει να αλλά­ ξει πλεύση και να πάψει να μεταφέρει αρνητικά μηνύματα για τους ανάπη­ ρους. Γι’ αυτό επιβάλλεται η κάθαρση, η απαλλαγή της λογοτεχνίας από τις προκαταλήψεις που στιγματίζουν τα ανάπηρα άτομα. Σ’ αυτόν τον αγώνα για την αποδοχή και το σεβασμό κάθε είδους αναπηρίας και για την ισότιμη θέση του ανάπηρου ατόμου μπορεί να συμβάλλει και η λογοτεχνία, η οποία καλλιεργεί στάσεις, μεταβιβάζει αξίες και πρότυπα συμπεριφοράς στους αναγνώστες της. Εν κατακλείδι, εκείνο που απαιτείται είναι η ευρεία υιοθέ­ τηση της κοινωνίας ότι οποιαδήποτε διαφορά είναι αποδεκτή και μια «διαρ­ κής αναζήτηση εύρεσης καλύτερων τρόπων διαχείρισης της διαφορετικό­ τητας» (Barton, 2008). Βιβλιογραφία Ζώνιου –Σιδέρη, Αθηνά(200912). Οι ανάπηροι και η εκπαίδευσή τους: Μια ψυχο- παιδαγωγική προσέγγιση της ένταξης. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Καρκαβίτσας Ανδρέας (1989). Ο Ζητιάνος. Αθήνα: Νεφέλη 474 Κατερίνα Μπεκιαράκη Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΟΠΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΥΛΙΩΤΟΥ Κυριαζή, Νότα (20025).Η κοινωνιολογική έρευνα: Κριτική επισκόπηση των μεθό- δων και των τεχνικών. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Μπουσκάλια, Λέο (1988). Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις, Αθήνα: Γλάρος. Παλαμάς, Κωστής(χ,χ). Θάνατος παλληκαριού και άλλα διηγήματα. Αθήνα: Βιβλιο­ πωλείον της «Εστίας». Πυλιώτου, Μαρία(2009). Λεώνη. Αθήνα: Πατάκης. Πυργιωτάκης, Ιωάννης (2006). Κοινωνικοποίηση και εκπαιδευτική ανισότητα. Αθή­ να: Γρηγόρη. Σοφοκλής,(1992). Οιδίπους Τύραννος/μετ. Κώστας Τοπούζης. Αθήνα: εκδ. Επι­ καιρότητα 0.Ε. Συμεωνίδου, Σιμώνη (2005).“Τι σημαίνει να είσαι ανάπηρος στην Κύπρο; Ερμη­ νεύοντας τις ιστορίες ζωής των ανάπηρων ακτιβιστών”. Στα: Πρακτικά του ­Διεθνούς Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Η αρχή της μη διάκρισης και των ίσων ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρία: στρατηγική, προτεραιότητες και ο ρόλος των οργανώσεων ατόμων με αναπηρία. Λευκωσία: Γιαλλούρης & co. Τζάνη, Μαρία (1988). Σχολική επιτυχία. Αθήνα: Γρηγόρης. Φτιάκα, Ελένη(2001). “Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο χαζός του χωριού... ή Λο­ γοτεχνία και Νοητική Καθυστέρηση”. Στο:ΑΝΕΥ,1,64-68. Barton, Len (1997). “Inclusive education: romantic, subversive or realistic”? In: International Journal of Inclusive education,1 (3), 231-242. Barton, Len (2008). “Εκπαίδευση και Αγώνας για Αλλαγή: Η αναγκαιότητα μιας κριτικής πολιτικής της ελπίδας”. Στο: Φτιάκα, Ελένη, Περάστε για έναν καφέ: Σχέσεις οικογένειας και σχολείου στην κόψη της διαφορετικότητας. Αθήνα: Ταξιδευτής. Davidson, Iain, Woodill, Gary, Bredberg, Elizabeth (1994).“Images of Disability in 19th Century British Children’s Literature”. In: Disability & Society, 9(1), 33-46. Kirk, Geoffrey, Stephen (2003). Ομήρου Ιλιάδα, Κείμενο και ερμηνευτικό υπόμνη- μα. Τομ. Α, Ραψ.Α-Δ./μετ.Τσιριγκάκης Ηλίας, Α. Θεσσαλονίκη: University Studio Press A.E. Morris, Jenny (1989).Able Lives–Women’s Experience of Paralysis. London: The Women’s Press Ltd. Oliver, Michael (1996). Understanding Disability: From Theory to Practice. Hamphire: Palgrave. Oliver, Michael (2009). Αναπηρία και Πολιτική/μετ. Γιώτα, Καραγιάννη. Αθήνα: Επί­ κεντρο. Thomas, Carol (1999). Female Forms: Experiencing and Understanding Disability. Buckingham: Open University Press. 475 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract This study aims to assess the portrayal of disability within literature, and highlights the responsibility of contemporary literature to generate positive attitude of disability. In the past, disabled people were present in the literature as inexorably trapped in their disability, as pathetic, pitiable, and incapable of participating, and objects of ridicule. The content analysis undertaken in the present study was based on the book ‘Leoni’. Maria Piliotou, the Cypriot multiawarded author wrote this book in 1999.The main conclusion of the analysis is that the portrayal of disability in ‘Leoni’ subverts the negative stereotypes and encourages readers to view disabled person as valued and active member of the community and as multi-dimensional character who are not defined solely by his disability. Κατερίνα Μπεκιαράκη Φιλόλογος Θράκη 2,1055, Λευκωσία, Κύπρος 97632592

[email protected]

. 476 Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΝΤΡΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Η αναπηρία στην Κυπριακή Λογοτεχνία: Το έργο της Άντρης Πολυδώρου Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή Εισαγωγή Αναντίλεκτα στην εποχή μας τα μέσα μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ) αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής μας ζωής. Σύμφωνα με την βιβλιο­ γραφία, οι τρόποι παρουσίασης ατόμων με αναπηρία στη λογοτεχνία, κατά κανόνα αντανακλούν την κοινωνική στάση της εποχής απέναντι τους και δεν την παράγουν πρωτογενώς. Με άλλα λόγια ο δέκτης δεν είναι tabula rasa, μια λευκή κόλλα χαρτί πάνω στην οποία τα ΜΜΕ μπορούν να καταγράψουν ή να «αποτυπώσουν» τις οποιεσδήποτε στάσεις, πεποιθήσεις ή αξίες. Όπως αναφέρει ο Klapper (1960:81) τα μέσα κατά κανόνα συμβάλλουν και ενισχύ­ ουν προϋπάρχουσες αλλά δεν γεννούν ή εγκαινιά­ζουν νέες στάσεις ή τρό­ πους συμπεριφοράς (Σεραφετινίδου, 1999). Η ένταξη ανάπηρων ατόμων μέσα στα λογοτεχνικά έργα, που χρονολογι­ κά ανάγεται στην αρχαιότητα, δεν είχε πάντοτε θετική επίδραση, περισσότε­ ρο μάλλον αρνητική, αφού πολλές φορές αναπαρήγαγε λανθασμένες στά­ σεις και προκαταλήψεις. Σύμφωνα με την Φτιάκα (2001), η λογοτεχνία θέριεψε τις προκαταλήψεις μας. Ζωγράφισε με τα μελανότερα χρώματα ότι διέφερε από το συνηθισμένο στο σώμα και το μυαλό, από την αρχαιότητα-βλέπε Οι­ δίποδα του Σοφοκλή-μέχρι το εικοστό αιώνα-βλέπε ζητιάνο του Καρκαβίτσα. Επιπλέον, η λογοτεχνία μπορεί να μας δώσει με ακρίβεια στοιχεία για την αναπηρία ανάλογα με την ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρεται (Φτιάκα, 2011). Η τέχνη, όπως αναφέρει ο Shucking, θεωρείται ως «ένα είδος σεισμο­ γράφου» της εποχής της, όχι μόνο με την έννοια του «αντικατοπτρισμού» αλλά και από το γεγονός ότι ο λογοτέχνης είναι γέννημα και θρέμμα της εποχής του. Στην καλύτερη περίπτωση, ο συγγραφέας γίνεται ο εκφραστής του «αντι­ κειμενικού πνεύματος» της εποχής του (Escarpit,1972). Επομένως, το προ­ σφορότερο πεδίο έρευνας, για το διαχρονικό τρόπο δημόσιας παρουσίασης των αναπήρων, βρίσκεται στη λογοτεχνία. Η ανάλυση του περιεχομένου που παράγουν τα ΜΜΕ είναι αποκαλυπτική όχι μόνο για το κοινωνικό τους ρόλο αλλά και την επίδραση τους στο κοινό. 477 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μεθοδολογία Σκοπός της παρούσας μελέτης, είναι μέσα από την ανάλυση του περιεχομέ­ νου και της σύγκρισης δυο μυθιστορημάτων, από την λογοτεχνική παραγωγή της Κύπριας συγγραφέως, Άντρης Πολυδώρου (Χαιρετίσματα της Βροχής και Μεσημβρινή Παράσταση) να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίστα­ ται το πορτρέτο της αναπηρίας. Επίσης, να εντοπιστούν κοινές συνισταμένες στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα της αναπη­ρίας και σε σχέση με την πολιτισμική διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας στην οποία αναφέρεται, δηλαδή, τη θρησκεία, τη γλώσσα και διάλεκτο, τα ήθη και έθιμα, τους κοινωνικούς κανόνες. Για τη μελέτη του θέματος χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της ανάλυσης πε­ ριεχομένου (Κυριαζή, 1999). Επιπλέον, η έρευνα εστιάστηκε και στην κατα­ νόηση, τη διαδικασία ανάδυσης και τη λειτουργία της «κοινωνικής» αναπα­ ράστασης, αφού η έννοια της, είναι κεντρική στην εξήγηση της ψυχικής και κοινωνικής λειτουργίας, την ατομική και συλλογική δράση, στις σχέσεις του ατόμου με το περιβάλλον του (Παπαστάμου, Μαντόγλου, 1995). Η συλλογή δεδομένων υπό τη μορφή συνέντευξης της συγγραφέως ακολουθήθηκε το πρότυπο της ημιδομημένης συνέντευξης. Η επιλογή του ατόμου για τη διε­ ξαγωγή των συνεντεύξεων στηρίχθηκε καταρχήν στην ιδιότητα που έχει ως συγγραφέας και έπειτα στον βαθμό πραγμάτευσης της αναπηρίας στα έργα της. Επιπλέον, παράγοντας που λήφθηκε υπόψη ήταν και το γεγονός πως τα έργα της έχουν γίνει best seller και αρκετά από αυτά έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση κατά τα τελευταία χρόνια, πράγμα που συνεπακόλουθα αυξάνει την επίδραση τους στο κοινό. Επίσης, μελετήθηκε βιβλιογραφία σχετική με την λογοτεχνία και την αναπηρία, η οποία ενίσχυσε τις θέσεις της συγγραφέ­ ως και τα αποτελέσματα της δικής μας ανάλυσης. Αποτελέσματα έρευνας Κεφάλαιο 1: Συνθήκες Ιδρυματοποίησης. Το ζήτημα της ιδρυματοποίησης και ο τρόπος αντιμετώπισης του ανάπηρου ατόμου, τόσο από τον οικογενειακό όσο και από τον κοινωνικό περίγυρο, απο­ τελεί κεντρικό άξονα και στα δυο έργα της Πολυδώρου. Ο Περικλής, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος «Μεσημβρινή Παρά­ σταση» μετά την διάγνωση της ασθένειας του στην ηλικία των πέντε χρόνων διακόπτει την φοίτηση του από το σχολείο και βρίσκεται σε πλήρη απομόνω­ ση. Παρουσιάζεται ως ένα πλήρως εξαρτημένο και παθητικό άτομο, που τυγ­ χάνει φροντίδας από τους γύρω του. Σκιαγραφείται ακριβώς στον χαρακτήρα 478 Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΝΤΡΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ του, μια “υπονοούμενη θεωρία”, αυτή της «προσωπικής τραγωδίας» (Oliver, 2009). Κατά τη θεωρία αυτή, οι ανάπηροι θεωρούνται ως θύματα μιας τραγι­ κής κατάστασης και δέχονται ειδική μεταχείριση στην καθημερινότητά τους. Ωστόσο και στα «Χαιρετίσματα της βροχής», η Τάτη ζει σε συνθήκες ιδρυ­ ματοποίησης και διαχωρισμού πριν γίνει δεχτή στο σπίτι του λόφου για να ερ­ γαστεί λόγω του σημαδεμένου της προσώπου από κάψιμο. Είναι απομονωμένη και ζει τις περισσότερες ώρες κλεισμένη στην κάμαρα της. Νιώθει φυλακι­ σμένη και ορισμένες φορές νιώθει πως θέλει να πεθάνει. Η μητέρα της Τάτη, θεωρεί και αυτή «πως θα ήταν προτιμότερο να είχε πεθάνει τότε, παρά να ζει στιγματισμένη και απομονωμένη» (Χαιρετίσματα της Βροχής: 23). Εκτός από αυτά, τόσο στην περίπτωση της Τάτη, όσο και του Περικλή, η ύπαρξη ανάπηρου μέλους στους κόλπους της οικογένειας προκαλεί ντροπή. Όπως σημειώνει η Φτιάκα (2000), η ντροπή για μια κατάσταση που θεωρείται ότι απέχει πολύ από το «κανονικό» είναι ένα σημαντικό στοιχείο που ωθεί στην απόκρυψη παιδιών, αντί να προβληματίζει για την εκπαίδευση τους. Ως απόρροια των κοινωνικών στερεοτύπων, ο κοινωνικός και ο οικογενει­ ακός περίγυρος υιοθετεί μια άκαμπτα αρνητική στάση απέναντι στους ανά­ πηρους συνανθρώπους του. Τόσο η Τάτη, όσο και ο Κόκος, στο έργο της Πολυδώρου «Χαιρετίσματα της βροχής», ουδετεροποιούνται, χάνουν δηλα­ δή μέρος της ταυτότητας τους, αφού τα ονόματα τους αντικαθιστούνται από τον κοινωνικό περίγυρο, με επίθετα ή φράσεις που δηλώνουν υποτίμηση. Ο Κόκος (άτομο με νοητική αναπηρία) γίνεται «το Κοκούι», η «μασκώτα του χω­ ριού», «ο καταραμένος», «ο τρισκατάρατος», «ο σατανάς», «ο πελλός του χω­ ριού», ενώ η Τάτη χαρακτηρίζεται ως «η καμένη» και «άρρωστη». Ακόμα, στο μυθιστόρημα Μεσημβρινή Παράσταση, ο ίδιος ο Περικλής αποκαλεί τον εαυ­ τό του «σακάτη». Σύμφωνα με τον Γκοργκόλη (2006) το στίγμα συνδέεται με ποιοτικά χαρακτηριστικά του ατόμου, που το υποβαθμίζουν στα μάτια των άλλων, ενώ συγχρόνως επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το άτο­ μο βλέπει τον εαυτό του. Κεφάλαιο 2: Εργασιακή απασχόληση. Ένα άλλο μοτίβο που εντοπίζεται στην παρουσίαση των ανάπηρων χαρα­ κτήρων στο έργο της Πολυδώρου είναι η εργοδότηση τους σε χαμηλού κύ­ ρους και χαμηλών απολαβών επαγγέλματα (Ψάλιου, Φτιάκα, 2010). Η Τάτη προσλαμβάνεται, αρχικά, μετά από τα φιλάνθρωπα αισθήματα της Δέσποι­ νας, ως υπηρέτρια του σπιτιού. Επίσης, ο Κόκος μετά από προτροπή του Νι­ κηφόρου, γίνεται εργάτης και ασχολείται με την εκτροφή των ζωών στο σπί­ τι των Λιρέων. Σύμφωνα με το υλιστικό μοντέλο κατανόησης της αναπηρίας του Finkelstein (1980), στην αγροτική κοινωνία, η πλειοψηφία των αναπήρων δεν αποκλείονται από τη συμμετοχή τους στη παραγωγή. Αντίθετα, χαρακτη­ 479 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ριστικό των βιομηχανικών κοινωνιών είναι η περιθωριοποίηση των ανάπηρων ατόμων, οι οποίες θεωρούν τα ανάπηρα άτομα μη παραγωγικές μονάδες και το απο­κλείουν από την αγορά εργασίας. Κεφάλαιο 3: Αναζήτηση αιτιών. Στα έργα της Πολυδώρου καταγράφονται εξηγήσεις, που ομολογούν πως η αναπηρία δεν αντιμετωπίστηκε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και οι εξηγήσεις που δίνονται για την εμφάνισή της ποικίλουν. Συγκεκριμένα, στη Μεσημβρινή Παράσταση, στην περίπτωση του Περι­ κλή, ως αιτία της επίκτητης αναπηρίας του, θεωρήθηκε κάποια σοβαρή ασθέ­ νεια (μυϊκή δυστροφία), που εκδηλώθηκε σε μία ορισμένη χρονική στιγμή της ζωής του. Η μεταβολή της κατάστασης ενός ατόμου από αυτή του αρτιμε­ λούς σε αυτή του ανάπηρου εκλαμβάνεται από το περιβάλλον κοινωνικό πλαί­ σιο ως ποινή επιβληθείσα από το Θεό για τις αμαρτωλές πράξεις και συμπε­ ριφορές του ατόμου. «Αμαρτία; Άρχισε να τσιρίζει. Αμαρτία είναι ο Περικλής μου; Πήγαινε να του πεις πως είναι αμαρτία να παραπονιέται πως ποτέ του δεν είχε ότι όλα τα παιδιά του κόσμου» (Μεσηβρινή Παράσταση, εσώφυλλο). Επίσης, ως υπαίτιοι της αναπηρικής κατάστασης του γεννηθέντος παι­ διού κρίνονται και οι δύο γονείς λόγω αμαρτωλής ζωής, την οποία διάγουν. «έλα μαμά, δεν γίνεται να πιστεύεις πως ο Θεός τιμωρά τα παιδιά του, γιατί δεν πιστεύουν οι γονείς τους. Τι είναι ο Θεός, άνθρωπος και μάλιστα κακός;» (Μεσηβρινή Παράσταση: 563). Σύμφωνα με την βιβλιογραφία, ο άνθρωπος, σύμφωνα με όλες τις χριστια­ νικές θρησκείες και την ορθοδοξία, είναι δημιούργημα του Θεού και είναι δε­ δομένος, ίδιος και αμετάβλητος, «αμαρτωλός», για όλες τις ιστορικές περιό­ δους και για όλες τις κοινωνίες της ανθρωπότητας, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τη σύγχρονη Ευρώπη (Παπαρίζος, 2001). Πράγματι και σε μία άλλη αρ­ χαία παράδοση και κουλτούρα, αυτή της Μεσοποταμίας, η αναπηρία συνδέε­ ται με την αμαρτία. Οι ανάρμοστες πράξεις των ανθρώπων οδηγούν στη γέν­ νηση ανάπηρων και άρρωστων παιδιών, πράγμα που συνιστά μορφή τιμωρίας ή/και αποδοκιμασίας των Θεών (Stiker, 1999). Επίσης, μέσω ένα περιστατικού ενός φιλικού ζευγαριού των ηρώων που εξετάζουμε, φαίνεται η αιτία να αποδίδεται στη μητέρα, «της άνοιξε την καρδιά της η Αρετή της Αιμιλίας. Της μίλησε για τον Χρίστο και τη συμπεριφορά του […] Λίγο έλειψε να την δείρει όταν πήγαν στο σπίτι, της έβαλε τις φωνές ότι αυτή έφταιγε για την αρρώ­ στια των παιδιών τους και πως ήταν ανίκανη να κάνει ένα γερό παιδί». 480 Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΝΤΡΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Κεφάλαιο 4: Το ζήτημα της Θείας Δίκης. Όπως αναφέρει ο Δώρος Πολυδώρου (2008), σύζυγος της συγγραφέως, το όλο Έργο θέτει ερωτήματα, προβληματίζει. Τα γιατί διαδέχονταν το ένα το άλλο, η Θεία Δίκη στέκεται από πάνω σαν Δαμόκλειος Σπάθη. Επίσης τίθε­ νται ερωτήματα όπως αναφέρει, Είναι ή δεν είναι επί γης τιμωρία; Είναι ή δεν είναι για την Αιμιλία το τέλος της θείας προστασίας; Όσον αφορά το ζήτημα της Θείας Δίκης η συγγραφέας απαντά ότι, «Δεν μπορώ να σου πω αν το τέλος των μυθιστορημάτων μου είναι Θεια Δίκη. Απλά προβληματίζω. Αφήνω τον αναγνώστη να κρίνει. Από τη μια πλευρά είναι αυτό που πιστεύει ο περισσότερος κόσμος και εί­ μαι υποχρεωμένη να το σημειώσω. Από την άλλη, νομίζω ότι έχω προ­ τάσεις, οι οποίες το αμφισβητούν». Κεφάλαιο 5: Το ζήτημα του θανάτου. Η λογοτεχνική αναπαράσταση του θανάτου συνιστά έναν τρόπο αντιμετώπι­ σης της ανθρώπινης θνησιμότητας και, παρά τον επίμονο αγώνα του ανθρώ­ που για άρνηση του θανάτου, η λογοτεχνία εκφράζει ποικιλοτρόπως την αν­ θρώπινη αγωνία για την κατανόηση του. Όπως υποστηρίζει ο Garret, «κάθε αναπαράσταση του θανάτου, μολονότι φαίνεται πως είναι αδύνατη, ταυτό­ χρονα αποδεικνύεται απολύτως αναγκαία» (Garret, 1993: 51). Στα Χαιρετίσματα της Βροχής, η Τάτη αρνούμενη να δεχτεί άλλο την υπο­ τιμητική και γεμάτη οίκτο αντιμετώπιση που δέχεται από τον περίγυρο, ακό­ μα και από την ίδια την οικογένεια της, θέλει να δώσει τέλος στη ζωή της. Τα λόγια της μητέρας της, καταδεικνύουν τα πιο πάνω, «Ακόμα και οι αδερφές της δεν τη φωνάζουν με το όνομα της, καμέ­ νη την ανεβάζουν καμένη την κατεβάζουν. Χθες την βρήκα κλαμένη και να μου λέει πως θέλει να πεθάνει. Δεν αντέχει να ξέρει πως θα περάσει τη ζωή της φυλακισμένη, μέχρι να γεράσει και να πεθάνει» (Χαιρετίσμα­ τα της Βροχής, 23). Ενώ το ζήτημα του θανάτου στη Μεσημβρινή Παράσταση παίρνει άλλες διαστάσεις. Ο Περικλής, όταν καταλαβαίνει ότι σε όλη του τη ζωή ζούσε σε ψεύτικο και προστατευμένο κόσμο και ότι οι γονείς του, του απέκρυπταν την αλήθεια για την πορεία και την κατάληξη της ασθένειας του, αφού δεν βρί­ σκει άλλο νόημα στη ζωή, θέλει να πεθάνει αφού δεν θέλει να μείνει για μια ζωή καθηλωμένος στην αναπηρική καρέκλα και να βλέπει τα μέρη του σώμα­ τος του να παραλύουν, να μην μπορεί να παντρευτεί, να εργαστεί να ζήσει μια ζωή όπως οι υπόλοιποι. Ο Περικλής αφού δεν μπορεί να δώσει από μόνος τέρμα στη ζωή του, ζητά βοήθεια από την μητέρα του η οποία τελικά αποφασίζει να το κάνει. «Να σου πω τι θα μου αγοράσεις και να μου το δώσεις να το πιώ […] 481 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γλύτωσε με να με βοηθήσεις να τελειώσω με αυτή τη ζωή» (Μεσημβρι­ νή Παράσταση: 600-601). Όπως επισημαίνεται από την Σταύρου (2001), ο έφηβος που ετοιμάζεται να ζήσει τα πάντα στη ζωή του, που φαντάζεται ότι θα κατακτήσει τον κόσμο, και αντί «να κερδίσει τα πάντα» πρέπει να δεχτεί ότι θα χάσει τα πάντα. Το παιδί αντιμέτωπο με την αρρώστια, την νοσηλεία, τις θεραπευτικές τεχνικές που ασκούνται πάνω του, το άγχος και το φόβο που αναδύεται μέσα του, συ­ χνά εκδηλώνει παλινδρομήσεις στη συμπεριφορά του. Συμπεράσματα Μέσα από την ανάλυση που προηγήθηκε εξάγεται το συμπέρασμα ότι το συγ­ γραφικό έργο της Πολυδώρου έχει διττό ρόλο. Από τη μια, μέσα από τα μυ­ θιστορήματα της αναπαράγεται η εικόνα του ανάπηρου που επικρατούσε με την εποχή εκείνη αλλά και τον τρόπο που αντιμετωπιζόταν οποιοδήποτε άτο­ μο διέφερε από το σύνηθες στην κυπριακή κοινωνία την δεκαετία του 50 (Χαι­ ρετίσματα της Βροχής) και τη δεκαετία του 70 (Μεσημβρινή Παράσταση). Από την άλλη, όμως, φέρνει τον αναγνώστη ενώπιον της ίδιας του της κοινωνίας, το ρόλο του περίγυρου και τις επιδράσεις που έχει, στο ρόλο της Εκκλησίας και της Θρησκείας γενικότερα. Επιπλέον, αναδεικνύεται η ακραία μορφή της επι­ βολής των κοινωνικών κανόνων και η εξουσία που έχουν στα άτομα που απο­ τελούν το κοινωνικό σύνολο. Πράγματι λοιπόν, επιβεβαιώνεται μέσα από την ανάλυση του έργου της Πολυδώρου η θέση του Hall (1990) ότι ένα μεγάλο μέ­ ρος της λογοτεχνίας είναι σαφές πώς αποβλέπει στην επιβολή κοινωνικών κα­ νόνων αλλά και άσκησης κοινωνικής κριτικής. Η σκιαγράφηση των ηρώων που διέφεραν από το σύνηθες αλλά, και του περιβάλλοντος, τη σχέση με την Θρησκεία, την Εκκλησία, καταδεικνύει τον τρόπο που όλα αυτά συνιστούν το - κοινωνικό - σύστημα αξίων, τους κοινω­ νικούς κανόνες και με ποιο τρόπο καταλήγουν να εξουσιάζουν το άτομο με αποτέλεσμα οι ήρωες να οδηγούνται σε ακραίες πράξεις. Σύμφωνα με τον Φωτίου (1990) είναι γεγονός ότι, η κοινωνία για να λειτουργήσει χρειάζεται κανόνες που να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των μελών της. Το ενδιαφέρον της όμως συχνά εξαντλείται στην εξωτερική τήρηση αυτών των κανόνων, αυ­ τού του νομικού πλαισίου. Επιπρόσθετα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η κοινωνία δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα με κάθε λογής διαφορές. Οι άνθρωποι με ιδιαιτερότητες μπορούν συνή­ θως να δώσουν ένα κατάλογο χιλιάδων λεκτικών και μη λεκτικών περιπτώσε­ ων στις οποίες η κοινωνία αποκαλύπτει έλλειψη ευαισθησίας και γνώσης, την απόρριψη και την προκατάληψη απέναντι τους. Τα κοινωνικά αυτά αισθήμα­ 482 Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΝΤΡΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ τα επηρεάζουν την οικογένεια και τη σχέση της με το παιδί με ιδιαιτερότητα (Μπουσκάλια,1993). Όπως φαίνεται και από την ανάλυση των αποτελεσμά­ των η οικογένεια έχει να αντιμετωπίσει και τις εξωτερικές πιέσεις, όπως είδα­ με γίνεται υπαινιγμός για την ευθύνη της μητέρας, των ίδιων των γονιών ακό­ μα και να εκλαμβάνεται και ως τιμωρία από το Θεό για τις «αμαρτίες» τους. Παράλληλα, μέσα από το συγγραφικό έργο της Πολυδώρου αναπαράγε­ ται η στερεότυπη άποψη που θέλει τα ανάπηρα άτομα να είναι θύματα, να βρίσκονται αντιμέτωποι με την υποτίμηση, τον οίκτο και την προκατάληψη. Με τον τρόπο αυτό, οι πραγματικές κοινωνικές διακρίσεις οδηγούν σε γλωσ­ σικούς τίτλους που τις νομιμοποιούν. Κατά συνέπεια η γλωσσική και κοινωνι­ κή αλλαγή πηγαίνουν χέρι χέρι (Χαλκιά, 2003). Κατά συνέπεια, θα λέγαμε ότι τα μηνύματα που προβάλλονται από την λο­ γοτεχνία, δεν παρουσιάζουν μόνο αλλά και κατασκευάζουν την πραγματικότη­ τα. Στην προσπάθεια τους να παρουσιάσουν την πραγματικότητα, αυτό που καταφέρνουν είναι να διαιωνίζουν τα στερεότυπα μέσω της κυρίαρχης ανα­ παράστασης για τα άτομα με αναπηρία. Επίλογος Ανακεφαλαιώνοντας τις πιο πάνω σκέψεις και απόψεις καταλήγουμε στο συ­ μπέρασμα ότι οι σχετικές με την αναπηρία προκαταλήψεις και στερεότυπα έχουν βαθιές ρίζες. Αυτές απέχουν πολύ από μια σύγχρονη οπτική που προ­ βάλλει τον άνθρωπο με αναπηρία να διεκδικεί μια κοινωνική παρουσία απαλ­ λαγμένη από στερεότυπα. Σύμφωνα με την Φτιάκα (2001), η λογοτεχνία έχει τώρα, στον εικοστό-πρώ­ το αιώνα, ευθύνη να ξεριζώσει αυτές τις προκαταλήψεις και να αποκαταστή­ σει στα μάτια μας τα άτομα με αναπηρία όπως είναι: άνθρωποι σαν κι εμάς. Επίσης, η συμπερίληψη ποιοτικών λογοτεχνικών κειμένων που να αγγίζουν με ευαισθησία το θέμα της αναπηρίας στη λογοτεχνία, γενικά αλλά και στον υπο­ χρεωτικό κορμό της εκπαίδευσης ιδιαίτερα, είναι βασική μας υποχρέωση και στρατηγική για να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε στάσεις δεκτικότητας και αποδοχής στους αυριανούς πολίτες. Αυτό που χρειαζόμαστε, είναι λογοτεχνία που να μην παρουσιάζει τους ανάπηρους σε κατάσταση ελεημοσύνης και εξάρτησης αλλά να τους τοποθε­ τεί σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, και να δημιουργεί ευκαιρίες για αποδοχή της διαφορετικότητας. Όπως αναφέρει ο Andrews (1998), η χρήση λογοτεχνίας που αφορά την αναπηρία είναι δυνατό να φανεί αποτελεσματική στην προ­ ώθηση της κατανόησης και της αποδοχής των ατόμων με αναπηρία και μπο­ ρούν να βοηθήσουν στη δημιουργία θετικών στάσεων. 483 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Γκοργκόλης, Συμεών (2006). Αναπηρία και Λαϊκός Πολιτισμός, Πρακτικά 1ου Διε- θνούς Συνεδρίου Λαϊκός Πολιτισμός και Εκπαίδευση, 29 Σεπτεμβρίου - 1 Οκτω- βρίου 2006, Θεσσαλία-Βόλος. Κυριαζή, Νότα (1999). Η Κοινωνιολογική έρευνα, Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα. Μπουσκάλια, Λέο (1993). Άτομα με Ειδικές Ανάγκες και οι γονείς τους/μετ. Γιώρ­ γος Δίπλας. Αθήνα: Γλάρος. Παπαρίζος, Αντώνης (2001). Θεός, Εξουσία και Θρησκευτική Συνείδηση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Παπαστάμου, Στάμος, Μαντόγλου, Άννα (1995). Σύγχρονες Έρευνες στην Κοινω- νική Ψυχολογία, Κοινωνικές Αναπαραστάσεις, Αθήνα: Οδυσσέας. Πολυδώρου, Άντρη (2008). Μεσημβρινή Παράσταση. Λευκωσία: Πολυδώρου. Πολυδώρου, Άντρη (2008). Χαιρετίσματα της Βροχής. Λευκωσία: Επιφανίου. Πολυδώρου, Δώρος (2008). Πρόλογος στο Πολυδώρου, Α (2008). Μεσημβρινή Παράσταση. Λευκωσία: Πολυδώρου. Σεραφετινίδου, Μελίνα (1999). Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Αθήνα: Gutenberg. Σταύρου, Ελένη (2001). Το παιδί και ο Θάνατος στο Τσιάντης, Γιάννης, Ξυπολυ­ τά-Ζαχαριάδη, Ασημίνα (2001). Ψυχοσωματικά Προβλήματα των Παιδιών. Αθή­ να: Καστανιώτη. Φτιάκα, Ελένη (2000). Από πού ερχόμαστε και που πάμε; Κυπριακή Πολιτεία και Ειδική Εκπαίδευση στο Φτιάκα, Ελένη (επιμ.) (2007). Ειδική και Ενιαία Εκπαί- δευση στην Κύπρο, Αθήνα: Ταξιδευτής. Φτιάκα, Ελένη (2001). Ομιλία κατά την τελετή βράβευσης των νικητών του Διαγω­ νισμού Διηγήματος, Επιτροπή Προστασίας Ατόμων με Νοητική Καθυστέρηση. Φτιάκα, Ελένη (2011). Η αναπηρία στη Λογοτεχνία, Καθηγητές στον αέρα, UCY VOICE 8/2/2011, Ραδιοφωνική Εκπομπή. Φτιάκα, Ελένη (επιμ.) (2007). Ειδική και Ενιαία Εκπαίδευση στην Κύπρο, Αθήνα: Τα­ ξιδευτής. Φτιάκα, Ελένη (επιμ.) (2008). Περάστε για έναν καφέ: Σχέσεις οικογένειας και σχο- λείου στην κόψη της διαφορετικότητας, Αθήνα: Ταξιδευτής. Φωτίου, Σταύρος (1990). Αλλοτρίωση και Αυτογνωσία, Αθήνα: Σηματώρος. Χαλκιά, Αλεξάνδρα (2003). Διάλεξη στα πλάισια του μαθήματος «Κοινωνικές Ανα­ παραστάσεις του Φύλου και ΜΜΕ», Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειον Πανεπι­ στήμιο, Αθήνα. Ψάλιου, Πόπη, Φτιάκα, Ελένη (2010). Η αναπηρία στο έργο της Αλκυόνης Παπα­ δάκη, Πρακτικά 11ου Συνεδρίου Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου. Andrews, Sharon E (1998). Using inclusion literature to promote positive attitudes toward disabilities, Journal of Adolescent & Adult Literacy, 41 (6), 420-427. Escarpit, Robert (1972). Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας/ μετ. Δ.Π Ποταμιανού. Αθήνα: Εκδόσεις Ζαχαροπούλου. 484 Ελπίδα Χρίστου, Αθανασία Πογιατζή Η ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΝΤΡΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Finkelstein, Victor (1980). Attitudes and Disabled People: Issues for discussion. New York: Word Rehabilitation Fund. Garrett, Stewart (1993). A Valediction for Bidding Mourning: Death and the Narratee in Bronte’s Villette, στο Bronfen Elizabeth, Webster Goodwin Sarah (eds), Death and Representation, ό.π. Hall, John (1990). H Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας /μετ. Τσαούση, Μ. Αθήνα: Gutenberg. Oliver, Mike (2009). Αναπηρία και Πολιτική, (επιμ. Γ. Καραγιάννη). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο. Stiker, Henri-Jacques (1999). Α history of disability, USA: University of Michigan Press. Περίληψη The purpose of this assignment is through the analyze of the context and comparison of the two novels of Cypriot author Andry’s Polydorou to examine the way and the manner which is described the portrait of disability. Moreover to investigate how the author approaches the subject of disability in relevance to nowadays multicultural society which she refers too. More specifically, in the aspect of religious, language, dialect, customs, traditions and moral rules. The study includes the books “Xairetismata tis Vroxis” and “Mesimvrini Parastasi”. In addition relevant bibliography was taken into consideration by reading literature and disability books and an interview was taken by the author. Ελπίδα Χρίστου Κοινωνιολόγος Γεωργίου Αναγνωστοπούλου 17, 2047, Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος. Τηλ. Επικοινωνίας: +357 99071565

[email protected]

Αθανασία Πογιατζή Εκπαιδευτικός Δημοτικής Εκπαίδευσης Αγίου Κωσταντίνου 27, 2334, Λακατάμια, Λευκωσία, Κύπρος. Tηλ. Επικοινωνίας: +357 96393969

[email protected]

485 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ποιοτική ΠΕΜΠΤΗ ΖΩΝΗ Σχολική Ηγεσία Ποιότητα στη Σχολική Ηγεσία – Ανάπτυξη Διαδικτυακής Πλατφόρμας Ενημέρωσης έπειτα από Διεξαγωγή Διάγνωσης Γνώσης Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη Εισαγωγή Η υπόθεση ότι η αύξηση της αξίας ενός οργανισμού εξαρτάται από το διανο­ ητικό του κεφάλαιο συναντάται σήμερα τόσο στο ερευνητικό πεδίο όσο και στο πεδίο της διοίκησης. Το κύριο στρατηγικό σημείο για τους σύγχρονους οργανισμούς είναι η επένδυση στην καινοτομία μέσω της δημιουργίας νέας γνώσης και της επίδειξης μοναδικότητας στην ανάπτυξη καινοτόμων δράσε­ ων. Έχει υποστηριχτεί ότι αν υπάρξει αποδοτική διαχείριση γνώσης, οι ορ­ γανισμοί μπορούν να στηριχτούν σ’ αυτήν, για να δημιουργήσουν νέα γνώ­ ση και καινοτομία. Ενσαρκώσεις της διαχείρισης γνώσης στους οργανισμούς εστιάζουν κυ­ ρίως στη χρήση της πληροφορίας και των Τεχνολογιών Επικοινωνίας, προ­ κειμένου να δομήσουν και να αποθηκεύσουν τη γνώση (Skyrme, 1998). Σύμ­ φωνα με τον Ackerman (1996), οι τεχνολογίες επικοινωνιών επιτρέπουν την αυτοματοποίηση των οργανωσιακών συστημάτων μνήμης: 1) με την δυνατό­ τητα ανάκτησης καταγεγραμμένης γνώσης και 2) καθιστώντας προσβάσιμη την γνώση από τα άτομα. Μεθοδολογικές διάγνωσης γνώσης Το εργαλείο της διάγνωσης γνώσης παρέχει τη δυνατότητα: να καταλάβου­ με τις διαδικασίες γνώσης, να επιτύχουμε τους στόχους γνώσης του οργανι­ σμού (Lauer and Tanniru, 2001) και αποτελεί κρίσιμο μέρος μιας μεθοδολογί­ ας διαχείρισης γνώσης (Liebowitz, 1999). Η διάγνωση γνώσης ορίζεται ως ένα εργαλείο που παρουσιάζει πιθανούς τύπους αποθήκευσης γνώσης (Liebowitz 486 Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΓΝΩΣΗΣ 2000). Ο S Capshaw πιστεύει ότι η διάγνωση γνώσης πρέπει να παρέχει τις ακόλουθες εξόδους (Capshaw 1999): • αξιολόγηση του επιπέδου χρήσης και διαμοιρασμού της γνώσης, • παρουσίαση της τάση που έχει η διαχείριση γνώσης μέσα στον ορ­ γανισμό, • προσδιορισμό και ανάλυση των ευκαιριών διαχείρισης γνώσης, • απομόνωση πιθανών προβληματικών περιοχών και • εκτίμηση της αντιληπτής αξίας της γνώσης μέσα στον οργανισμό. Μια διάγνωση γνώσης είναι ικανή να περιγράψει: Ακόμη μπορεί να υποδείξει ποιες αλλαγές απαιτούνται: Τι κατέχει ο οργανισμός, Στην οργανωσιακή και προσωπική συμπεριφορά, Ποιος το κατέχει και Στις διαδικασίες του οργανισμού και Πως ρέει (ή δεν ρέει) μέσα στον οργανισμό. Στις τεχνολογίες, Διάγνωση γνώσης στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί Ως αντικείμενο της διάγνωση γνώσης στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμα­ ρί, επιλέχθηκε το τμήμα εκείνο της γνώσης του οργανισμού που σχετίζεται με την αξιολόγηση των μαθητών. Ακολουθώντας το μοντέλο του S Capshaw (1999) απαντήσαμε στα ερωτήματα: Τι κατέχει ο οργανισμός Αρχικά προσδιορίστηκε το που βρίσκεται η γνώση μέσα στον οργανισμό. Στοι­ χεία σχετικά με την αξιολόγηση των μαθητών αποθηκεύονται στα εξής μέσα: 1. Προσωπικό Βαθμολόγιο Καθηγητή: περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με τα παρακάτω κριτήρια αξιολόγησης των μαθητών: • Τη συμμετοχή τους στη διδακτική μαθησιακή διαδικασία • Την επιμέλεια και το ενδιαφέρον τους για το μάθημα • Την επίδοση τους στις γραπτές δοκιμασίες • Τις εργασίες που εκτελούν οι μαθητές στο σπίτι ή στο σχολείο • Το φάκελο των επιδόσεων και δραστηριοτήτων τους 2. Αρχείο Γραμματείας με: • Αξιοσημείωτες συμπεριφορές μαθητών εκτός πλαισίου λειτουργίας • Συμμετοχές μαθητών σε διαγωνισμούς, συνέδρια και εκδηλώσεις • Διακρίσεις μαθητών σε διαγωνισμούς και συνέδρια • Καρτέλα Μαθητή 3. Αρχείο Σ-ΥΠ: Φάκελος μαθητή 4. Αρχείο Διευθυντή με: • Ανακοινώσεις 487 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Εισηγήσεις Συναντήσεων Ενημέρωσης και Διαλόγου με Γονείς • Επιστολές Ποιος το κατέχει Γραμματεία, Καθηγητές, ΣΥΠ, Διεύθυνση Πώς ρέει (ή δεν ρέει) μέσα στον οργανισμό Οι ροές που καταγράφηκαν και παρατίθενται αναλυτικά στο παράρτημα Α Πί­ νακας 1, αφορούν τα στοιχεία αξιολόγησης των μαθητών και αναπτύσσονται ανάμεσα σε γραμματεία, καθηγητές, γονείς και κηδεμόνες και τη διεύθυνση. Απομόνωση προβληματικών περιοχών Προβληματικές περιοχές που θα πρέπει να επισημανθούν και αφορούν την ροή της γνώσης από τους καθηγητές, ΣΥΠ, διεύθυνση και γραμματεία προς τους γονείς και κηδεμόνες, προκύπτουν από τη δυσκολία να βρεθεί κοινός χρόνος συνάντησης, καθώς τα ωράρια εργασίας των γονέων και κηδεμόνων είναι εκτεταμένα, πολλές φορές σε όλο το εύρος της ημέρας. Ακόμη ο χρό­ νος που διαθέτουν οι γονείς και οι κηδεμόνες πολλές φορές, δεν επιτρέπει τη μετακίνησή τους στο χώρο του σχολείου έτσι ώστε να συναντηθούν κατ’ ιδί­ αν με τους καθηγητές. Πόσο μάλλον όταν η συνάντηση αυτή συχνά προϋπο­ θέτει και χρόνο αναμονής, καθώς ο κάθε καθηγητής δέχεται μεγάλο αριθμό γονέων σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, περίπου 45 λεπτών. Εκ των πραγμάτων η ροή της γνώσης προς τους γονείς γίνεται ασυνεχώς και πολλές φορές ελλιπώς λόγω των προαναφερθέντων προβλημάτων. Όσον αφορά τη ροή της γνώσης από τους εκπαιδευτικούς προς τους συ­ ναδέλφους εκπαιδευτικούς και ΣΥΠ διαπιστώνεται απαίτηση πολλών κοινών ωρών των εκπαιδευτικών εκτός αιθούσης. Απαίτηση η οποία καθίσταται σχε­ δόν αδύνατον να ικανοποιηθεί δεδομένου του μεγάλου πλήθους των εκπαι­ δευτικών αλλά και της διαμόρφωσης ωρολογίου προγράμματος που λαμβά­ νει υπόψη του εξαιρετικά πολλές άλλες παραμέτρους. Ακόμη τόσο η διεύθυνση όσο και οι ΣΥΠ ενημερώνονται μέσω εκθέσεων – αναφορών σχετικά με την αξιολόγηση κάθε μαθητή. Η σύνταξη των εκθέσε­ ων-αναφορών αποτελεί μία εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία καθώς απαιτεί τη συλλογή όλων των στοιχείων αξιολόγησης για κάθε μαθητή από κάθε κα­ θηγητή και στη συνέχεια την επεξεργασία τους. Υπόδειξη απαιτούμενης αλλαγής Οι παραπάνω δυσκολίες υπέδειξαν ότι απαιτείται αλλαγή και με τη σύμφωνη γνώμη του συλλόγου καθηγητών προχωρήσαμε στην ανάπτυξη μιας διαδικτυ­ ακής εφαρμογής με στόχο την επίλυση των προβλημάτων που ήδη ετέθησαν. 488 Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΓΝΩΣΗΣ Διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης - Παρουσίαση της εφαρμογής Η μόνη τεχνολογική απαίτηση για χρήση της εφαρμογής είναι η ύπαρξη σύν­ δεσης στο διαδίκτυο και η ύπαρξη ενός φυλλομετρητή. Στην εφαρμογή έχουν πρόσβαση τέσσερις διαφορετικές ομάδες χρηστών, με διαφορετικά δικαιώ­ ματα η καθεμία. Ακόμη για κάθε ομάδα χρηστών η διεπαφή της εφαρμογής διαφοροποιείται. Οι ομάδες χρηστών παρατίθενται παρακάτω: • Γονείς/Κηδεμόνες • Καθηγητές • Διεύθυνση • Σ-ΥΠ (Σύμβουλος-Υπεύθυνος Τμήματος) H διαδικτυακή εφαρμογή που αναπτύχθηκε παρέχει τις εξής υπηρεσίες σε κάθε ομάδα χρηστών αντίστοιχα: • Ενημέρωση Γονέων και Κηδεμόνων • Οργάνωση στοιχείων αξιολόγησης των μαθητών • Ενημέρωση Διεύθυνσης • Ενημέρωση Σ-ΥΠ Ενημέρωση γονέων και κηδεμόνων Η διαδικτυακή εφαρμογή καλύπτει όλα τα θέματα ασφαλείας και προστασί­ ας των προσωπικών δεδομένων των χρηστών γι’ αυτό και απαιτεί τη χρήση κωδικών. Οι κωδικοί είναι μοναδικοί για κάθε μαθητή/τρια και παραλαμβάνο­ νται από τον γονέα ή κηδεμόνα μετά την υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης με την οποία δηλώνει ότι επιθυμεί να ενημερώνεται και μέσω της εφαρμογής από το σχολείο. Σε περίπτωση διαρροής ή απώλειας του κωδικού εισόδου στο σύστημα, οι γονείς μπορούν να απευθύνονται στο σχολείο για αντικατά­ σταση του κωδικού. Δίνεται η δυνατότητα στους γονείς και κηδεμόνες με χρήση του μοναδι­ κού κωδικού τους, να συνδέονται στο σύστημα, στην καρτέλα του αντίστοι­ χου μαθητή/τριας. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να παρακολουθούν άμεσα στοιχεία της επίδοσης του/της, όπως η βαθμολογία του/της σε ολιγόλεπτες γραπτές εξετάσεις και σε ωριαία διαγωνίσματα καθώς και σχόλια σχετικά με τη συμμετοχή, διαγωγή του/της. Ακόμη μπορούν να ενημερωθούν σχετικά με την ημερομηνία διεξαγωγής των ολιγόλεπτων γραπτών εξετάσεων και των ωριαίων διαγωνισμάτων καθώς και για τους μέσους όρους βαθμολογίας του τμήματος για κάθε γραπτή εξέταση. Ακόμη παρέχεται η δυνατότητα εκτύπω­ σης των σχετικών πληροφοριών από το σύστημα. Οργάνωση στοιχείων αξιολόγησης των μαθητών Η εφαρμογή δίνει τη δυνατότητα στους καθηγητές της σχολικής μονάδας να 489 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ οργανώσουν τα στοιχεία αξιολόγησης των μαθητών τους. Έτσι συνδεόμενοι στο σύστημα μπορούν να αποθηκεύσουν πληροφορίες σχετικά με τις βαθ­ μολογίες των μαθητών τους, την επίδοση, τη συμμετοχή τους και τη διαγωγή τους. Ενώ μπορούν να έχουν στοιχεία για το μέσο όρο του τμήματος σε κάθε γραπτή εξέταση καθώς και για το μέσο όρο των βαθμολογιών κάθε μαθητή. Σχήμα 1: Καρτέλα οργάνωσης στοιχείων αξιολόγησης των μαθητών – Διαδικτυακή Πλατφόρμα Ενημέρωσης Ελληνογαλλική Σχολή καλαμαρί. Ενημέρωση διεύθυνσης Η διεύθυνση μέσω της εφαρμογής έχει τη δυνατότητα να ενημερώνεται οποια­ δήποτε χρονική στιγμή και άμεσα για την επίδοση και τη διαγωγή οποιουδή­ ποτε μαθητή φοιτά στη σχολική μονάδα καθώς και για την επίδοση σε κάθε μάθημα, το μ.ο. των επιδόσεων σε κάθε μάθημα. Επίσης μπορεί να έχει εικό­ να για τις επιδόσεις του τμήματος (μ.ο. του κάθε τμήματος σε κάθε μάθημα, αριθμός γραπτών εξετάσεων, συχνότητα εξέτασης κλπ) Ενημέρωση Σ-ΥΠ Ο υπεύθυνος τμήματος συνδεόμενος στην εφαρμογή έχει τη δυνατότητα να ενημερώνεται οποιαδήποτε χρονική στιγμή και άμεσα για την επίδοση και τη διαγωγή των μαθητών του τμήματός του καθώς και το μ.ο. των επιδόσεων κάθε μαθητή σε κάθε μάθημα. Επίσης μπορεί να έχει εικόνα για τις επιδόσεις του τμήματος (μ.ο. του τμήματος σε κάθε μάθημα, αριθμός γραπτών εξετά­ σεων, συχνότητα εξέτασης κλπ) 490 Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΓΝΩΣΗΣ Σχήμα 2: Καρτέλα ενημέρωσης Σ-ΥΠ – Διαδικτυακή Πλατφόρμα Ενημέρωσης Ελληνογαλλική Σχολή καλαμαρί. Συμβολή στη λειτουργία της σχολικής τάξης/μονάδας Ευκολία εφαρμογής στο σχολείο Η διαμόρφωση θετικού κλίματος στις σχέσεις της σχολικής κοινότητας και στις σχέσεις με τους γονείς αποτελεί προϋπόθεση της καλής λειτουργίας της εφαρμογής. Ταυτόχρονα η αποδοχή της εφαρμογής διευκόλυνε την κατάρ­ γηση όλων των στεγανών στη διεξαγωγή του διαλόγου μεταξύ γονέων, μα­ θητών και καθηγητών. Έχει γίνει μέρος της κουλτούρας των μαθητών να ενη­ μερώνουν οι ίδιοι τους γονείς τους για τα αποτελέσματά τους στις γραπτές εξετάσεις, αλλά και μέσα από μία διαδικασία αυτοκριτικής να εκθέτουν την όποια εικόνα έχουν σχηματίσει οι ίδιοι για την επίδοση τους. Αναζητούν μαζί τους όπως και με τους καθηγητές τις αιτίες μειωμένης απόδοσης και διερευ­ νούν μαζί τους τρόπους βελτίωσης. Οι σχέσεις γονέων, καθηγητών βελτιώ­ θηκαν σημαντικά καθώς καλύφθηκαν τυχόν κενά ενημέρωσης, η οποία λόγω έλλειψης χρόνου ήταν αποσπασματική και κατά συνέπεια αναποτελεσματική. Διεύρυνση της εφαρμογής και σε άλλους τομείς/αντικείμενα της σχολικής μονάδας Η εφαρμογή διευρύνθηκε έτσι ώστε εκτός από τις αξιολογικές κρίσεις των εκπαιδευτικών για κάθε μαθητή, να περιλαμβάνει επιπλέον: • Τις διακρίσεις/βραβεύεις κάθε μαθητή • Τις συμμετοχές του σε εκδηλώσεις/προγράμματα, συνέδρια και δια­ γωνισμούς • Επιμέρους στοιχεία του φακέλου μαθητή. 491 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Προϋποθέσεις για την καλύτερη ανάπτυξη της εφαρμογής στο σχολείο • Η επιθυμία και διάθεση για συμμετοχή του Συλλόγου στην εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και τη συνεχή προσαρμογή στις νέες συνθή­ κες. Αυτό δε σημαίνει ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν το ίδιο επίπεδο γνώσης όσον αφορά στη χρήση των τεχνολογικών εργαλεί­ ων. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση είναι η εξοικείωση με τα τεχνολογι­ κά εργαλεία και η στήριξη για την κατάλληλη εφαρμογή τους από τη Διεύθυνση και τους Συμβούλους - Υπεύθυνους τμημάτων (top-down vs bottom-up direction). • Ωριμότητα και κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ των μελών του Συλλό­ γου. Μία από της σημαντικότερες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της παρούσας δράσης σε μία σχολική μονάδα είναι η καθολική αποδοχή της αναγκαιότητας ύπαρξης μιας δομής οριζόντιας και κάθετης πλη­ ροφόρησης. Η ορθή λειτουργία της διαδικτυακής πλατφόρμας ενη­ μέρωσης βασίζεται στην άμεση ενημέρωση των στοιχείων του, από το σύνολο των εκπαιδευτικών για κάθε μάθημα που διδάσκουν. • Η διαμόρφωση κοινής λογικής μεταξύ των συναδέλφων σχετικά με την «ποιότητα» και την «ποσότητα» των αξιολογικών κρίσεων. • Η παροχή από τη σχολική μονάδα υποστήριξης του συστήματος. Για την επιτυχή εφαρμογή του συστήματος απαιτείται η παρουσίαση του συστήματος στο Συλλόγου Καθηγητών, τη Διεύθυνση και τους Γονείς και Κηδεμόνες. Εκτός όμως από την παρουσίαση του συστήματος, απαιτείται και η συνεχής υποστήριξη των χρηστών, η παροχή βοήθει­ ας σε αυτούς καθώς και η συνεχής τεχνική υποστήριξη του συστή­ ματος για επίλυση τυχόν τεχνικών προβλημάτων που είναι πιθανό να εμφανιστούν. • Η καλλιέργεια εμπιστοσύνης μεταξύ σχολικής μονάδας και Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων που οδηγεί στην συμμετοχή σχεδόν του συνό­ λου των μαθητών στη διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης. • Αναγκαιότητα συνεργασίας μεταξύ των τριών μερών, μαθητών, κα­ θηγητών, γονέων Συμπεράσματα και αποτελέσματα Η διαδικτυακή εφαρμογή που παρουσιάστηκε παραπάνω αποτέλεσε εξαιρε­ τικά σημαντική αλλαγή σε μία από τις κύριες διαδικασίες του οργανισμού, της ενημέρωσης των διαφόρων μελών που εμπλέκονται στη σχολική μονά­ δα. Ταυτόχρονα όμως με την αλλαγή αυτή συντελέστηκε μία ακόμη αλλαγή, αυτή της οργανωτικής και προσωπικής συμπεριφοράς των εμπλεκομένων. Η 492 Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΓΝΩΣΗΣ χρήση της διαδικτυακής εφαρμογής προϋποθέτει έναν σύλλογο ώριμο και συνειδητοποιημένο ως προς τη χρήση της, αφού απαιτείται συνεχή ενημέ­ ρωση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στην εφαρμογή έτσι, ώστε η γνώ­ ση που θα ρέει μέσα στον οργανισμό να μην είναι παρωχημένη. Σημαντικός παράγοντας της ορθής χρήσης είναι το υψηλό επίπεδο κουλτούρας συνερ­ γασίας των μελών του συλλόγου, που εξασφαλίζει κοινή αντίληψη για τις με­ θόδους αξιολόγησης, συχνότητες γραπτών εξετάσεων, αντιστοιχίες αξιολο­ γικών κρίσεων και βαθμολογίας. Η εφαρμογή συνετέλεσε αποτελεσματικά στην παράκαμψη των δυσκο­λιών που είχαν παρατηρηθεί αναφορικά με τη ροή της γνώσης μέσα στην σχολική μονάδα. Με την χρήση της εφαρμογής η ενημέρωση από τους καθηγητές, τους ΣΥΠ και τη διεύθυνση προς του γονείς και κηδεμόνες μετατράπηκε από ασυνεχή σε συνεχή και άμεση διαδικασία. Η ροή της γνώσης από τους καθηγητές προς τους υπόλοιπους καθηγη­ τές, τους ΣΥΠ και τη διεύθυνση διευκολύνθηκε καθώς πλέον δεν απαιτείται μεγάλος αριθμός κοινών ωρών εκτός αιθούσης και η ενημέρωση γίνεται άμε­ σα και οποιαδήποτε στιγμή μέσω του Διαδικτύου. Οι ενημερωτικές εκθέσεις - αναφορές των καθηγητών και των ΣΥΠ προς τη διεύθυνση αντικαταστάθη­ καν από αυτοματοποιημένες εκθέσεις, μειώνοντας σχεδόν στο ελάχιστο το χρόνο επεξεργασίας των στοιχείων αξιολόγησης του κάθε μαθητή από τους ΣΥΠ. Ο χρόνος που εξοικονομήθηκε χρησιμοποιήθηκε για την πιο ουσιαστι­ κή βελτίωση της Εκπαιδευτικής Διαδικασίας. Οι ροές γνώσεις μετά την εφαρμογή της διαδικτυακής εφαρμογής παρου­ σιάζονται αναλυτικά στο παράρτημα Α Πίνακας 2. Βιβλιογραφία Ackerman, M.S. (1996). Definitional and contextual issues in organizational and group memories, Information Technology and People, 9, 1,pp. 10-24 Caspaw, S. (1999).N.(3/2/2009) Whaddya know: find out with a knowledge audit the first step towards knowledge management. http://www.aiim.org/inform/jyuly99/ p16.html Hildlebrand C (1995). Information Mapping: Guiding Principles. CIO, July 1995. Laure T. W. and Tanniru M. (2001). Knowledge Management Audit – methodology and Case Study, Australian Journal of Information Systems (Special Issue on Knowledge Management): pp. 23-41 Liebowitz, J. (ed) (1999). The Knowledge Management Handbook, CRC Press, Boca Raton, FL. Liebowitz J. Rubenstein – Montano B., McCaw D, Buchwalter J., Browning C. (2000). 493 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ The knowledge audit. Knowledge and Process Management, 7(1): pp. 3-10 National Electronic Library Health (2001). N.(4/11/2009) Conducting a knowledge audit. http://nelh.nhs.uk/knowledge_management/km2/audit_toolkit.asp Nonaka I. and Takeuchi H. (1995). The Knowledge – Creating Company. How Japanese Companies Create the Dynamics of Innovation. Oxford University Press, New York. Polanyi M. (1996). The tacit dimension. Doubleday. Garden City, N.Y. Skyrme D. (1998). Knowledge Management Solutions Stevens L. (2000). Knowing what your company knows. Knowledge Management Magazine, 21 November 2000 The Delphi Group (1999). Why do a knowledge audit?. Knowledge Management, December 2000 Vail E. (1999). Mapping organizational knowledge. Knowledge Management Review, May/June 1999 494 Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α Απο - Προς Περιεχόμενο Μέσο Πότε Μία διδακτική ώρα • Στοιχεία του την εβδομάδα (εντός Καθηγητής → Γονείς/ προσωπικού Ενημερωτική Συνάντηση σχολικού ωραρίου), Δύο Κηδεμόνες: Βαθμολογίου του φορές σε κάθε τρίμηνο/ Καθηγητή τετράμηνο • Στοιχεία του προσωπικού Καθηγητής → 3 καθορισμένες φορές το Βαθμολογίου του Ενημερωτικές Εκθέσεις - Καθηγητές, Σ-ΥΠ, χρόνο αλλά και εκτάκτως καθηγητή για κάθε Ηλεκτρονικά Διεύθυνση όποτε χρειαστεί μαθητή και σε κάθε μάθημα 3 καθορισμένες φορές το Σ-ΥΠ → Καθηγητές, Στοιχεία του φακέλου Ενημερωτικές Εκθέσεις - χρόνο αλλά και εκτάκτως Διεύθυνση κάθε μαθητή Ηλεκτρονικά όποτε χρειαστεί Εκθέσεις πορείας Ενημερωτικές εκθέσεις - Α. 3 φορές το χρόνο και Σ-ΥΠ → Διεύθυνση μαθητών & τμήματος Ηλεκτρονικά Β. Όποτε χρειαστεί • Απουσίες πρώτων ωρών • Απουσίες ημέρας • Αξιοσημείωτες συμπεριφορές εκτός πλαισίου λειτουργίας Δευτέρα έως Γραμματεία → Σ-ΥΠ και • Συμμετοχές μαθητών Ηλεκτρονικό Αρχείο Παρασκευή: Διεύθυνση σε διαγωνισμούς και Γραμματείας 08.00 - 17.00 και συνέδρια εκδηλώσεις Σάββατο: 08.00 -14.00 • Διακρίσεις μαθητών σε διαγωνισμούς και συνέδρια • Στοιχεία Καρτέλας Μαθητή Γραμματεία → Γονείς ή Έλεγχοι - Απολυτήρια Ενημερωτική Συνάντηση Δύο φορές το χρόνο Ενήλικες Μαθητές Διεύθυνση Γονείς Ενημέρωση - Διάλογος Τηλέφωνο – Ταχυδρομείο Ενημέρωση - Διάλογος e-mail Οποτεδήποτε Α. Τακτικά μία φορά την εβδομάδα πρωί και 6 φορές το χρόνο Ενημέρωση - Διάλογος Συνάντηση απόγευμα Β. Εκτάκτως μετά από συνεννόηση Πίνακας 1: Αναλυτικός πίνακας ροών γνώσης στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί 495 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Από - Προς Περιεχόμενο Μέσο Πότε Βαθμολόγιο: Ημερομηνία και βαθμός κάθε γραπτής Καθηγητές → Γονείς και Οποιαδήποτε στιγμή - εξέτασης + Μ.Ο. για Μέσω Διαδικτύου Κηδεμόνες: άμεσα κάθε γραπτή εξέταση + Σχόλια Καθηγητές → Βαθμοί του τμήματός Οποιαδήποτε στιγμή - Καθηγητές, Σ-ΥΠ, τους σε κάθε μάθημα για Μέσω Διαδικτύου άμεσα Διεύθυνση κάθε μαθητή Σ-ΥΠ → Καθηγητές, Στοιχεία του Φακέλου Οποιαδήποτε στιγμή - Μέσω Διαδικτύου Διεύθυνση κάθε μαθητή άμεσα Πίνακας 2: Αναλυτικός πίνακας ροών γνώσης στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί μετά την χρήση του Διαδικτυακού Βαθμολογίου Περίληψη Un diagnostic des connaissances réussi peut définir les avantages intellectuels qui rajoutent de la valeur à l’Etablissement scolaire. Le diagnostic des connaissances non seulement aide à repérer le savoir dans l’Etablissement mais il peut aussi fonctionner comme indicateur de la meilleure voie vers l’amélioration. Le diagnostic des connaissances qui a été appliqué au collège et au lycée de l’Ecole Gréco-française Kalamari a présenté des faiblesses et des problèmes, liés à l’information tant interne (entre les professeurs et la direction) qu’externe (entre les professeurs et les parents ou entre les parents et la direction), relatives aux éléments de l’évaluation des élèves. Nous croyons que ces faiblesses, si elles ne concernent pas la totalité des écoles grecques, concernent au moins la plus grande partie des écoles du primaire et du secondaire en Grèce. Ayant comme objectif de contourner les difficultés telles qu’elles étaient mentionnées par le diagnostic des connaissances qui a été appliqué, on a proposé et finalement développé une application via internet d’un Bulletin de notes et d’un Dossier de l’élève électroniques. Cette application via internet, fournit une série de possibilités aux professeurs, Conseillers et Responsables des classes, direction et parents, pour une information plus complète et immédiate, concernant l’évaluation des élèves. En même temps elle donne la possibilité d’élargir la base du dialogue, de renforcer sa qualité et de le mettre en valeur au niveau administratif. De cette façon, des aspects importants du fonctionnement des écoles sont assurés. • Qualité et quantité des éléments d’évaluation utilisés par les professeurs. 496 Σπύρος Μπαλτογιάννης, Χριστίνα Τίκβα, Ζωή Μαλαθούνη ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΓΝΩΣΗΣ • Résultats d’évaluation dans des secteurs importants, à tout moment. • Assurer l’intervention immédiate en cas de besoin. • Mobilisation de tous les intéressés. MOTS CLES: Bulletin de notes via internet, Dossier de l’élève, Τ.Π.Ε (Technologies des informations à l’Education) et gestion de l’unité scolaire, diagnostic des connaissances dans l’unité scolaire. Σπύρος Μπαλτογιάννης Διευθυντής Λυκείου, Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί,

[email protected]

Χριστίνα Τίκβα Καθηγήτρια Πληροφορικής, Ελληνογαλλική Σοχλή Καλαμαρί,

[email protected]

,

[email protected]

Ζωή Μαλαθούνη Διευθύντρια Γυμνασίου, Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί,

[email protected]

Τηλ: 2310472115 Γεωργικής Σχολής 44 Τ.Κ 55102 Πυλαία, Θεσσαλονίκη 497 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ο ρόλος του διευθυντή της εκπαιδευτικής μονάδας στην αξιολόγησή της Σπύρος Καρούμπαλης Περίληψη Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση είναι ένα θέμα που απασχολεί ιδιαίτερα και με ξεχωριστό τρόπο την παγκόσμια εκπαιδευτική κοινότητα τα τελευταία 20 χρόνια τουλάχιστον. Οι πολιτισμικές διαφορές, η απαίτηση για ποιότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες και ταυτόχρονα ελέγχου του εκπαιδευτικού έργου έχει οδηγήσει στη δημιουργία ανόμοιων συστημάτων αξιολόγησης σε παγκό­ σμιο επίπεδο. Στην παρούσα εργασία εξετάζονται καταρχήν οι γενικοί πα­ ράγοντες που καθορίζουν την υλοποίηση της αξιολόγησης σε κάθε εκπαι­ δευτικό σύστημα. Στη συνέχεια αναλύονται οι σκοποί της αξιολόγησης και αναδεικνύεται ο ρόλος του διευθυντή, ενώ ακολουθεί ο τρόπος και τα εργα­ λεία που χρησιμοποιούνται στο διεθνή χώρο. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο αναλύονται οι ικανότητες του αξιολογητή και η εργασία κλείνει με την εξα­ γωγή συμπερασμάτων. Το γενικό θεωρητικό πλαίσιο της αξιολόγησης Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι ένα φαινόμενο που η βαθύτερη κα­ τανόησή του απαιτεί την αναγνώριση των στοιχείων που την καθορίζουν. Τα στοιχεία είναι: • Ποιος αξιολογείται: Η αξιολόγηση αφορά κυρίως το έργο των εκπαι­ δευτικών σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού συστήματος. • Από ποιον: Αυτό το θέμα δεν αφορά μόνο την επιλογή του τρόπου αξι­ ολόγησης, αλλά και την εκπαίδευση όλων των εμπλεκομένων (αξιο­ λογητών και αξιολογούμενων) στη διαδικασία για τον τρόπο υλοποί­ ησής της. • Τι αξιολογείται: Το έργο στην τάξη είναι το ουσιαστικότερο θέμα της αξιολόγησης, το οποίο μπορεί να χωριστεί σε τομείς όπως ο σχεδια­ σμός και η προετοιμασία μαθημάτων. • Με ποιον τρόπο: Οι παρατηρήσεις στην τάξη, οι συνεντεύξεις και η 498 Σπύρος Καρούμπαλης Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ εξέταση του εκπαιδευτικού χαρτοφύλακα είναι κάποιοι από τους τρό­ πους αξιολόγησης. • Για ποιο σκοπό: Οι στόχοι που τίθενται είναι η αναβάθμιση της ποιό­ τητας των παρεχόμενων υπηρεσιών στην εκπαίδευση, αλλά και η σύν­ δεση της απόδοσης του εκπαιδευτικού με ποινές και επιβραβεύσεις. • Με ποιους: Η αναγνώριση των παραγόντων που εμπλέκονται στη διαδι­ κασία της αξιολόγησης (εκπαιδευτικοί, διευθυντές, σωματεία, υπουρ­ γείο, γονείς, μαθητές κλπ.) και η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων τους είναι ίσως το σημαντικότερο και δυσκολότερο κομμάτι της διαδικασίας. • Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα – θέματα καθορίζει και την ιδιο­ συγκρασία της αξιολόγησης σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα, αφού σε κάθε περίπτωση ιστορικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και πολιτισμικοί λόγοι μορφοποιούν το σύστημα. Σκοποί, υπεύθυνοι και διασύνδεση των στοιχείων της αξιολόγησης Σκοποί της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Κύριος σκοπός κάθε εκπαιδευτικής αξιολόγησης είναι η ανατροφοδότηση με κατάλληλες πληροφορίες των τελικών δημιουργών και εκφραστών της εκπαι­ δευτικής πολιτικής που είναι οι δάσκαλοι και οι διευθυντές. Οι προτάσεις για συστήματα ενίσχυσης και υποβοήθησης του εκπαιδευτικού έργου, η επαγ­ γελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και τελικά η διαμόρφωση μιας κεντρι­ κής εκπαιδευτικής πολιτικής που προτείνεται από τη βάση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι ο γενικότερος σκοπός της διαδικασίας που λέγεται αξιολό­ γηση στην εκπαίδευση. Η αξιολόγηση μπορεί να είναι είτε διαμορφωτική του εκπαιδευτικού έργου είτε αξιολόγηση της απόδοσης του εκπαιδευτικού. Η διαμορφωτική αναγνω­ ρίζει τους τομείς στους οποίους ο εκπαιδευτικός (αλλά και ολόκληρη η σχο­ λική μονάδα) χρειάζεται να προχωρήσει σε συγκεκριμένα βήματα και αλλα­ γές για να προωθήσει την ανάπτυξη του εκπαιδευτικού έργου. Χωρίς αυτήν η απάθεια, η ρουτίνα και η ανούσια επανάληψη κυριαρχεί στη σχολική και την επαγγελματική ζωή των εκπαιδευτικών με μείωση της ποιότητας του προσφε­ ρόμενου εκπαιδευτικού έργου (Stronge & Tucker 2003: 30-39). Στο ίδιο απο­ τέλεσμα οδηγεί και η αοριστία των κριτηρίων της αξιολόγησης που με τη σει­ ρά της οδηγεί στην απαξίωσή της και την καχυποψία (Danielson & McGreal 2000: 55-87). Ο διευθυντής παίζει ουσιαστικό ρόλο στη σύνδεση των παιδα­ γωγικών στόχων που θέτει το σχολείο και στην επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών μέσα από την διαμορφωτική αξιολόγηση που κάνει. Έτσι το σχολείο είναι αποτελεσματικό όταν έχει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας στη 499 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θέση στόχων, αλλά και αξιοσημείωτες πηγές σε υλικό και επιμορφωμένους εκπαιδευτικούς (Pont & Nusche & Moorman 2008). Η αξιολόγηση της απόδοσης του εκπαιδευτικού σχετίζεται άμεσα και κα­ θοριστικά με την επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού, με επιβραβεύ­ σεις αλλά και ποινές για αυτούς που δεν αποδίδουν. Αν και σε κάθε χώρα το πλαίσιο των συνεπειών αλλάζει μπορούμε να διακρίνουμε κάποια κοινά στοι­ χεία, όπως: α) Η πληρωμή των εκπαιδευτικών δεν συνδέεται άμεσα με την αξι­ ολόγησή τους, αν και υπάρχουν μελέτες που προτείνουν το αντίθετο (Storey 2000: 509-523, Ballou 2001: 51-61, Ballou & Podgursky 2001: 16-25). β) Η αξι­ ολόγηση είναι ανάλογη με την επαγγελματική ανέλιξη του εκπαιδευτικού και την έμμεση διασύνδεση με τις χρηματικές απολαβές του (TDA, 2007b). γ) Οι αποφάσεις για την απόλυση του εκπαιδευτικού παίρνονται με βάση αυτές τις αξιολογήσεις στο τέλος μιας περιόδου επιτήρησης πριν την αναγκαστική έξο­ δο από την υπηρεσία. δ) Στην αξιολόγηση στηρίζονται οι αμοιβές και οι ποι­ νές προς τους εκπαιδευτικούς. Πάντως σε κάθε χώρα το σύστημα της διασύν­ δεσης της αξιολόγησης με τις παραπάνω συνέπειες διαφέρει, αλλά υπάρχει συμφωνία στις διεθνείς έρευνες ότι ο κακός σχεδιασμός τέτοιων προγραμ­ μάτων οδηγεί σε κακή απόδοση του συστήματος (Harvey-Beavis 2003). Ο ρό­ λος του εκπαιδευμένου διευθυντή - αξιολογητή στη λήψη δίκαιων, αξιόπιστων και αιτιολογημένων αποφάσεων είναι καθοριστικός στην επιτυχία ή την απο­ τυχία της αξιολόγησης (Peterson 2000: 339-351). Οι υπεύθυνοι της αξιολόγησης. Αν και υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία διεθνώς, οι υπεύθυνοι της αξιολόγη­ σης στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα είναι τα διευθυντικά στελέχη που βρίσκονται έξω από το σχολείο, οι εξωτερικοί αξιολογητές, ο διευθυντής και οι εκπαιδευτικοί. Όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα έχουν μια κεντρική εξου­ σία που καθορίζει τα κριτήρια, τους στόχους, τα εργαλεία και τον τρόπο που πραγματοποιείται η αξιολόγηση. Η διαφορά τους βρίσκεται στο ποσοστό αυτονομίας που αφήνουν στις εκπαιδευτικές μονάδες. Το σώμα των επιθεω­ ρητών, που μπορεί να είναι υπάλληλοι του ίδιου του υπουργείου ή εταιρείες αξιολόγησης είναι επίσης μια πρακτική «εξωτερικής» αξιολόγησης, που στό­ χο έχει κυρίως την ανατροφοδότηση του σχολείου με στοιχεία της αποτελε­ σματικότητάς του. Στο επίπεδο του σχολείου και σε κάποια εκπαιδευτικά συστήματα, οι εμπει­ ρότεροι εκπαιδευτικοί κρίνουν συναδέλφους άλλου σχολείου στα πλαίσια κυ­ ρίως της διαμορφωτικής αξιολόγησης. Στις περιπτώσεις που η αξιολόγηση αφορά και την απόδοσή τους (summative evaluation), προκύπτουν συχνά νο­ μικές διαμάχες, αφού οι εκπαιδευτικοί – κριτές δεν είναι εκπαιδευμένοι αξιο­ λογητές, αλλά κρίνουν κάποιον με τις ίδιες ικανότητες (Kauchak et al. 1985: 500 Σπύρος Καρούμπαλης Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ 32-37). Ο ρόλος του διευθυντή είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας της εσωτερικής αξιολόγησης του σχολείου αλλά εξαρτάται από τον τρόπο επι­ λογής του, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τη διαδικασία της αξιολόγησης και τη φύση της ίδιας της αξιολόγησης. Έτσι υπάρχουν συστήματα όπου ο διευ­ θυντής, χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις και την υπευθυνότητα, διεκπεραιώ­ νει τυπικές αξιολογήσεις, που εξελίσσονται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες ρουτίνας και σε πολλές περιπτώσεις οι διευθυντές αντιγράφουν κάθε χρόνο τις περσινές αξιολογήσεις τους (Danielson & McGreal 2000: 17-68). Υπάρχουν όμως και συστήματα, όπως αυτό της Φινλανδίας, όπου ο διευθυντής έχει την πλήρη ευθύνη και τη γνώση για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Η αξιο­ λόγηση γίνεται πάνω στη βάση των στόχων που θέτει ο κάθε εκπαιδευτικός στην αρχή της σχολικής χρονιάς και στην υλοποίησή τους (UNESCO 2004). Τελικά όμως η επιτυχία του συστήματος της αξιολόγησης στην εκπαίδευση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο διευθυντή του σχολείου, αλλά είναι μια πο­ λυπαραγοντική υπόθεση η οποία συναρθρώνει τους ίδιους τους εκπαιδευτι­ κούς με τα τελικά αποτελέσματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως είναι η απόδοση των μαθητών του σχολείου. Η διασύνδεση των στοιχείων της αξιολόγησης. Ο διευθυντής του σχολείου αξιολογώντας ατομικά τους εκπαιδευτικούς απο­ σκοπεί καταρχήν στην ένταξη του εκπαιδευτικού στους στόχους και τα προ­ γράμματα του σχολείου. Επίσης ο διευθυντής αξιολογεί τη συνεργασία με τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς της μονάδας και τον ίδιο το διευθυντή, την επικοινωνία με την τοπική κοινότητα και τέλος την επαγγελματική ανάπτυξη του ίδιου του εκπαιδευτικού. Η επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών επιτυγχάνεται όταν το σχολείο γίνεται ένας χώρος όπου οι εκπαιδευτικοί μα­ θαίνουν ομαδοσυνεργατικά εκπονώντας και δουλεύοντας σε κοινά εκπαιδευ­ τικά προγράμματα. Τέλος η σύνδεση της απόδοσης του εκπαιδευτικού με την απόδοση των μαθητών του - αν και αποτελεί βασικό στοιχείο της αξιολό­ γησής του σε κάποια εκπαιδευτικά συστήματα - υπάρχει σοβαρή ερευνητική εμπειρία που αποδεικνύει την αποτυχία του στοιχείου αυτού ως αξιολογικού μέτρου (Isoré 2009: 2-49). Διαδικασία και εργαλεία αξιολόγησης Η διαδικασία της αξιολόγησης στηρίζεται σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πάνω στο τι εννοείται «καλό» για την εκπαίδευση και πάνω στο οποίο αξιολογείται ο εκπαιδευτικός και η σχολική μονάδα. Χωρίς αυτά η έννοια και η πράξη της αξιολόγησης καταλήγει μια γραφειοκρατική ρουτίνα. Το ίδιο συμβαίνει όταν 501 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ οι διοικητικές αρμοδιότητες/υπευθυνότητες και η πολιτική εξουσία βρίσκο­ νται στα χέρια μιας γραφειοκρατικής μειοψηφίας. Έτσι, σε αποκεντρωμένα εκπαιδευτικά συστήματα, η αυτονομία της σχολικής μονάδας και η αυτοαξι­ ολόγησή της λειτουργεί θετικά στην αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ στα συγκεντρωτικά συστήματα (όπως η Ελλάδα) η επίδρα­ ση της αυτοαξιολόγησης στη διαμόρφωση ποιοτικής εκπαίδευσης είναι μη­ δαμινή (OECD 2009). Η διαδικασία της αξιολόγησης Η διαδικασία της αξιολόγησης στηρίζεται σε τρεις άξονες: τα πρότυπα, τους τομείς και τα κριτήρια της αξιολόγησης. Τα πρότυπα είναι η εικόνα του «κα­ λού» εκπαιδευτικού. Περιλαμβάνουν τις ικανότητες (γνωστικές και συναισθη­ ματικές) χάρις στις οποίες θεωρείται ότι αποδίδει με επάρκεια στο έργο του, στις ειδικές συνθήκες της δουλειάς και στους ειδικούς στόχους και τα πλάνα που θέτει η σχολική μονάδα. Η ύπαρξη σαφώς καθορισμένων προτύπων κάνει το σύστημα αξιολόγησης δίκαιο και αξιόπιστο (Shinkfield & Stufflebeam1994: 81-153). Οι τομείς αξιολόγησης είναι οι όψεις της εργασίας των εκπαιδευτικών που αξιολογούνται και σύμφωνα με την Danielson (2007: 43-92) είναι τέσσε­ ρεις: α) ο σχεδιασμός και η προετοιμασία του παιδαγωγικού έργου από τον εκπαιδευτικό, β) η δημιουργία κουλτούρας μάθησης στην τάξη, γ) η γνώση του αντικειμένου και η επικοινωνία στην τάξη και δ) ο επαγγελματισμός που επιδεικνύει ο εκπαιδευτικός και η επικοινωνία του με τους γονείς. Τέλος, τα κριτήρια είναι το επίπεδο απόδοσης του εκπαιδευτικού στους τομείς της αξι­ ολόγησης. Όταν βέβαια όλες οι αξιολογήσεις στα παραπάνω είναι θετικές, η διαδικασία της αξιολόγησης ακυρώνεται και είναι απόδειξη ότι οι εκπαιδευτι­ κοί δεν την επιθυμούν (OECD 2009). Τα εργαλεία της αξιολόγησης Τα εργαλεία της αξιολόγησης είναι στην πραγματικότητα η προσπάθεια συ­ στηματοποίησης και επεξεργασίας των πληροφοριών που συλλέγονται με σκοπό την αξιολόγηση. Αυτά είναι: Α) Οι παρατηρήσεις στην τάξη. Είναι η περισσότερο διαδεδομένη τεχνική αξιολόγησης στις δυτικές χώρες (Shinkfield & Stufflebeam 1994: 97-109 ˙ Muijs 2006: 53-74). Β) Η συνέντευξη. Ο εκπαιδευτικός θέτει στόχους στην αρχή και δίνει συνέντευξη στο τέλος της σχολικής χρονιάς σχετικά με την επιτυχία ή την αποτυχία του (Peterson & Peterson 2006: 38 - 47 ˙ OECD 2009). Γ) Η αυ­ τοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού. Δ) Το χαρτοφυλάκιο του εκπαιδευτικού. Περιλαμβάνει στοιχεία που αποδεικνύουν την ικανότητά του να σχεδιάζει και να υλοποιεί μαθησιακά περιβάλλοντα (Tucker & Stronge & Gareis 2002: 572 - 602). Ε) Φόρμες αξιολόγησης. Συμπληρώνονται από τον εκπαιδευτικό, αφο­ 502 Σπύρος Καρούμπαλης Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ρούν την εργασία του εκπαιδευτικού στην τάξη και είναι στατιστικά επεξερ­ γάσιμες, όπως το FPMS (Peterson & Kromrey & Micerri & Smit 1986: 309-314). Δ) Η απόδοση των μαθητών. Λόγω της μεγάλης ανομοιογένειας στο κοινωνι­ κοοικονομικό στάτους και της κουλτούρας του μαθητή που παίζει αποφασι­ στικό ρόλο στην απόδοσή του, το εργαλείο αυτό έχει αμφισβητηθεί σοβαρά (Kupermintz 2003: 287 - 289 ˙ Isoré 2009: 10-25). Ε) Οι απόψεις των γονέ­ ων που έχουν επεξεργαστεί στατιστικά είναι ένα εργαλείο που σπάνια χρη­ σιμοποιείται και αφορά κυρίως τη συνολική εικόνα του σχολείου και όχι ατο­ μικά τους εκπαιδευτικούς. Κανένα όμως από τα εργαλεία δεν μπορεί από μόνο του να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και της σχολικής μονάδας, αλλά όλα τα παραπάνω χρησιμοποιούνται σε διάφορους συνδυασμούς από τους αξιολογητές (Shulman 1988: 36-39 ˙ Schwab 1991 ˙ Milanowski & Kimball 2003). Οι αξιολογητές και οι ικανότητές τους Η διαδικασία της αξιολόγησης αποδεικνύεται ένας περίπλοκος παράγοντας που με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι λειτουργεί ανασταλτικά στην όλη δια­ δικασία, μιας και ο διευθυντής – αξιολογητής πρέπει να διερευνήσει αρκετά στοιχεία για κάθε εκπαιδευτικό. Όμως η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δεν αποτυχαίνει από αυτό το λόγο, αλλά από την απουσία συνεργασίας και επι­ κοινωνίας διευθυντών και αξιολογούμενων εκπαιδευτικών και από την απαξί­ ωση και την καχυποψία των εμπλεκομένων στη διαδικασία της αξιολόγησης (Stronge & Tucker 2003: 67-77). Η αξιολόγηση λοιπόν απαιτεί εκπαιδευμέ­ νους αξιολογητές που θα μπορούν να αντιστρέφουν το κλίμα δίνοντας έμ­ φαση όχι στην καταγραφή των αρνητικών χαρακτηριστικών των εκπαιδευ­ τικών, αλλά στην αποτελεσματικότητα της σχολικής μονάδας μέσα από τη θέση κοινών στόχων. Οι εκπαιδευτικοί που μπορεί να ασκήσουν έργο αξιολόγησης μπορεί να είναι εκπαιδευτικοί του σχολείου που πρόκειται να αξιολογηθεί, διευθυντές άλλων σχολείων που μπορεί να λειτουργήσουν σαν επιθεωρητές και τέλος οι διευθυντές του ίδιου του σχολείου που αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς του σχολείου τους. Οι ερευνητές προτείνουν ως προϋπόθεση επιτυχίας να γίνε­ ται η αξιολόγηση από πολλά πρόσωπα ώστε να συνδυάζονται διαφορετικές οπτικές γωνίες (Peterson 2000: 309-314 ˙ Danielson & McGreal 2000). Μάλι­ στα κάποιοι προτείνουν να γίνεται η διαμορφωτική (formative) και η αξιολόγη­ ση της απόδοσης (summative) από διαφορετικούς αξιολογητές, αφού πρόκει­ ται για δύο διαφορετικές καταστάσεις και ρόλους (Popham 1988: 269 - 263). Τέλος αξιολογητές μπορούν να γίνουν και έμπειροι και καταξιωμένοι δάσκα­ 503 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ λοι, παίρνοντας κάποια bonus. Το βάρος όμως της αξιολόγησης στα περισ­ σότερα εκπαιδευτικά συστήματα πέφτει στις πλάτες των διευθυντών (Sirotnik & Clark 1988:660 – 664 ˙ Duke 1995). Η ανάπτυξη ικανοτήτων αξιολόγησης. Η ανάπτυξη ικανοτήτων αξιολόγησης σε εξειδικευμένο προσωπικό είναι μια πολιτική που δεν της έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία αν και είναι βασική προ­ ϋπόθεση υλοποίησης της αξιολόγησης στην εκπαίδευση. Η ανάπτυξη τέτοιων προγραμμάτων είναι αφενός χρονοβόρα και αφετέρου απαιτεί τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων στη διαδικασία. Σημαντικός χρόνος πρέπει να αφιε­ ρωθεί για να κατανοήσουν οι εκπαιδευτικοί την αξιολόγηση, να υπάρξει συναί­ νεση σχετικά με τα πρότυπα του νέου σχολείου και την ανάπτυξη ικανοτήτων αξιολόγησης στους αξιολογητές (Avalos & Assael 2006: 254-266 ˙ OECD 2009). Οι ικανότητες των διευθυντών - αξιολογητών θα πρέπει απαραίτητα να πε­ ριλαμβάνουν τα εξής χαρακτηριστικά: • Προϋπηρεσία στην εκπαίδευση. • Γνώση των θεωριών αξιολόγησης στην εκπαίδευση και των μεθοδο­ λογιών τους. • Γνώση της ποιότητας στην εκπαίδευση. • Εξοικείωση με το ρόλο της ποιότητας της διδασκαλίας στην αποτελε­ σματικότητα του σχολείου και την επαγγελματική ανάπτυξη. • Ικανότητα στην ανάπτυξη αξιόπιστων εργαλείων μέτρησης της αξιο­ λόγησης. • Συνειδητοποίηση των ψυχολογικών φάσεων της αξιολόγησης. • Ανάπτυξη επικοινωνιακών ικανοτήτων που σχετίζονται με την αξιολό­ γηση. Με δεδομένη την ανάληψη του περισσότερου έργου της αξιολόγησης από τους διευθυντές, η εκπαίδευσή τους στα παραπάνω κρίνεται απαραίτη­ τη. Έτσι τα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να επικεντρώνονται στη δια­ χείριση ανθρώπινων πόρων και τη διασφάλιση ποιότητας στο σχολείο, που περιλαμβάνει και την αυτό – αξιολόγηση (Zimpher 1988: 53-60). Η θέση στό­ χων στο σχολείο και η διαδικασία υλοποίησής τους καθώς και η ανάπτυξη δι­ δακτικών εργαλείων είναι κάποιες από τις προσπάθειες που θα αξιολογήσει ο διευθυντής – αξιολογητής (Shinkfield 1994: 251 - 266). Όμως οι εκπαιδευ­ τικοί θα πρέπει πριν από όλα να έχουν σαφή εικόνα για το σκοπό και τη δια­ δικασία της αξιολόγησης. Το ρόλο του προπονητή των εκπαιδευτικών στην εποχή του σχολείου της αξιολόγησης αναλαμβάνει και πάλι ο διευθυντής γε­ γονός, που αναδεικνύει τη συγκεκριμένη θέση σαν τον κυριότερο παράγοντα υλοποίησης της προσπάθειας (O’brien & Draper 1999: 109 — 122). 504 Σπύρος Καρούμπαλης Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Συμπεράσματα Εισάγοντας την αξιολόγηση στην εκπαίδευση η πολιτική ηγεσία κάθε κράτους θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα υλοποιηθεί. Οι απόψεις όλων των εμπλεκομένων μετρούν αποφασιστικά στην επιτυχία του συστήματος αξιολόγησης το οποίο θα πρέπει να είναι ανοιχτό σε συνεχείς αλ­ λαγές τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της εφαρμογής του. Στην περίπτωση του ελληνικού συγκεντρωτικού εκπαιδευτικού συστήμα­ τος, πρέπει να επισημάνουμε ότι μόλις τώρα αρχίζει η προσπάθεια αποκέντρω­ σης και εισαγωγής της αξιολόγησης της εκπαιδευτικής μονάδας σαν δείκτη της ποιότητάς ­ του. Αυτοί που θα σηκώσουν όλο το βάρος της αξιολόγησης εί­ ναι οι εκπαιδευτικοί, γεγονός που έχει καταγραφεί σε οποιοδήποτε χώρα έχει εφαρμοστεί η αξιολόγηση. Αυτοί θα κληθούν να προτείνουν το σχολείο που προτιμούν, θα θέσουν τους στόχους της εκπαίδευσης που πιστεύουν ότι χρει­ άζονται οι μαθητές τους και αυριανοί πολίτες και θα προσπαθήσουν να τους υλοποιήσουν με τα όποια υλικοτεχνικά μέσα θα τους παρασχεθούν. Ταυτόχρο­ να θα αξιολογούνται για την καθημερινή απόδοσή τους, για τον τρόπο που δι­ δάσκουν και συμπεριφέρονται στους μαθητές και στους γονείς. Το βάρος της αξιολόγησης θα μοιραστεί ο διευθυντής του σχολείου, ο οποίος θα πρέπει να έχει τις κατάλληλες γνώσεις και τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει σε μια δί­ καιη και αξιόπιστη αξιολόγηση του εκπαιδευτικού. Οι διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι καμιά προσπάθεια αξιολόγησης δεν έχει καρποφορήσει αν δεν έχει γίνει σαφής και ξεκάθαρη η όλη διαδικασία στο νομικό πλαίσιο. Οι ασαφείς και «κλειστές» αξιολογήσεις, οι αξιολογήσεις δη­ λαδή που δεν είναι ανοιχτές στην κριτική από τη μεριά του αξιολογούμενου εκπαιδευτικού έχουν οδηγηθεί σε αποτυχία που οφείλεται στο κλίμα ανασφά­ λειας και καχυποψίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε αξιολογητή και αξιολο­ γούμενο. Το ότι ο διευθυντής είναι μέλος της σχολικής κοινότητας και μάλιστα είναι αυτός που προσπαθεί να υλοποιήσει τις απαιτήσεις των εκπαιδευτικών σε υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εκπαίδευση, δεν τον φέρνει αυτόματα κοντά στον αξιολογούμενο εκπαιδευτικό. Είναι σίγουρα θετικό ότι ένα σχολικό κλί­ μα συνεργασίας βοηθά προς την αποδοχή της αξιολόγησης, αλλά σίγουρα δεν είναι το κλειδί στην αποδοχή της. Αυτό που προτείνεται από όλους ως αποτελεσματικό μέτρο είναι η εκπαίδευση: Εκπαίδευση των διευθυντών στην αξιόπιστη αξιο­λόγηση και εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στη διαδικασία της αξιολόγησης. 505 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Avalos Βeatrice. and Assael Jenny. (2006) Moving from resistance to agreement: The case of the Chilean teacher performance evaluation. International Journal of Educational Research, Volume 45, Issues 4-5, (pp. 254-266) Ballou Dale (2001) Pay for performance in public and private schools. Economics of Education Review. Volume 20, Issue 1, (pp. 51-61). Ballou Dale and Podgursky Michael. (2001) Teacher compensation: The case for market-based pay. Education Matters Vol. 1, No. 1, (pp. 16–25). Danielson Charlotte. (2007). Enhancing Professional Practice: A Framework for Teaching. Alexandria: Association for Supervision and Curriculum Development. Castro Ramos. (2009), Teacher Evaluation in Portugal: Country Background Report for OECD, Ministry of Education, Lisbon. Διαθέσιμο στο: www.oecd. org/edu/teacherevaluationportugal Danielson Charlotte & McGreal Thomas (2000) Teacher Evaluation to Enhance Professional Practice. Association for Supervision and Curriculum Development. Priceton: Alexandria. Duke Daniel. (1995) Speculations on the Future of Teacher Evaluation and Educational Accountability. In Duke D. (Ed.) Teacher Evaluation Policy. New York: State University of New York. Harvey-Beavis, Owen. (2003), “Performance-Based Rewards for Teachers: A Literature Review”, paper distributed at the third workshop of participating countries on OECD Activity “Attracting, Developing and Retaining Effective Teachers”, 4-5 June, Athens, Greece. Διαθέσιμο στο www.oecd.org/edu/ teacherpolicy Isoré Marlene. (2009). Teacher Evaluation: Current Practices in OECD Countries and a Literature Review, OECD Education Working Papers, No. 23, OECD Publishing. Kauchak et al. (1985) An Interview Study of Teachers’ Attitudes Toward Teacher Evaluation Practices. Journal of Research and Development in Education, Vol. 19, No 1, (pp. 32-37) Kupermintz Haggai. (2003) Teacher Effects and Teacher Effectiveness: A Validity Investigation of the Tennessee Value Added Assessment System. Educational Evaluation and Policy Analysis. Vol. 25, No. 3, (pp. 287 - 289). Muijs Daniel. (2006) Measuring teacher effectiveness: Some methodological reflections, Educational Research and Evaluation, Vol. 12, No. 1,(pp. 53 — 74). Milanowski Antony& Kimball Steven (2003), The Framework-Based Teacher Performance Assessment Systems in Cincinatti and Washoe, CPRE Working Paper Series TC-03-07. O’brien Jim & Draper Janet (1999) Developing Effective School Leaders? Initial Views of the Scottish Qualification for Headship (SQH), Professional Development in Education, Vol. 27, No. 1, (pp. 109 — 122). 506 Σπύρος Καρούμπαλης Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ OECD (2009) Review on Evaluation and Assessment Frameworks for Improving School Outcomes, Teacher Evaluation: A Conceptual Framework and examples of Country Practices, Διαθέσιμο στο: http://www.oecd.org/document/24/0,334 3,en_2649_39263231_44567960_1_1_1_1,00.html Peterson Kenneth. (2000) Teacher Evaluation: A Comprehensive Guide to new Directions and Practices. London: Sage Publications. Peterson Kenneth & Peterson Catherine. (2006). Effective Teacher Evaluation: A Guide for Principals. New York: Aspen Publications. Peterson D. et al (1986) Evaluation of a teacher’s classroom performance using the Florida performance measurement system. Teaching and Teacher Education, Volume 2, Issue 4, (pp. 309-314) Pont Beatrice & Nusche Deborah & Moorman Hunter (2008), Improving School Leadership, Volume 1: Policy and Practice, OECD, Paris. Popham J. (1988). The dysfunctional marriage of formative and summative teacher evaluation. Journal of Personnel Evaluation in Education, Vol. 1, No 3, (pp. 269 - 263). Rewards and Incentives Group (2009), Teachers’ and Head teachers’ Performance Management: Guidance. Διαθέσιμο στο: www.teachernet.gov.uk/management/ payandperformance/performancemanagement Santiago et al. (2009), Teacher Evaluation in Portugal: OECD Review, OECD, Paris. Δι­ αθέσιμο στο: www.oecd.org/edu/teacherevaluationportugal School teachers’ pay and conditions document (2009), Pay Documents. Διαθέσιμο στο: http://www.teachernet.gov.uk/management/payandperformance/pay/News/ UNESCO 2004, The Development of Education, National Report of Finland, Διαθέσι­ μο στο: http://www.ibe.unesco.org/International/ICE47/English/Natreps/reports/ finland.pdf Schwab Richard (1991) Research – Based Teacher Evaluation. Journal of Personnel Evaluation of Education (Special Issue). Massachusetts: Kluwer Academic Publishers. Shinkfield Antony (1994) Principal and peer evaluation of teachers for professional development Journal of Personnel Evaluation in Education, Vol 8, No. 6, (pp.251 - 266) Shinkfield Antony & Stufflebeam D. (2007). Evaluation. Theory, Models and Applications. San Francisco: Jossey-Bass Publications. Shulman Lee (1988). A union of insufficiencies: Strategies for teacher assessment in a period of educational reform. Educational Leadership, (pp. 36-39). Sirotnik Keneth & Clark Richard (1988) School-Centered Decision Making and Renewal. The Phi Delta Kappan, Vol. 69, No. 9, (pp. 660-664). Storey Anne (2000) A Leap of Faith? Performance Pay for Teachers, Journal of Education Policy, Vol. 15, No 5, (pp. 509-523). Stronge James. and Tucker Pamela (2003) Handbook on Teacher Evaluation: Assessing and Improving Performance. New York: Eye on Education. TDA (Training and Development Agency for Schools, 2007b), Professional Standards for Teachers, The Training and Development Agency for Teachers: London, www. tda.gov.uk/upload/resources/pdf/s/standards_a4.pdf 507 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Tucker Pamela & Stronge James & Gareis Christofer (2002) Handbook of Teachers Portfolio for Evaluation and Professional Development. New York: Eye On Education. Zimpher Nancy (1988). A design for the professional development of teacher leaders. Journal of Teacher Education, Vol. 39, No 1, (pp. 53-60). Σπύρος Καρούμπαλης Δ/ντης Δημοτικού Σχολείου, Μεταπτυχιακό στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης 508 Παναγιώτα Φραγκουλίδου ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Εισαγωγή καινοτομιών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ο ρόλος της Ποιοτικής Σχολικής Ηγεσίας Παναγιώτα Φραγκουλίδου Εισαγωγή Το ζήτημα της ποιότητας εγγράφεται κυρίως στο δημόσιο λόγο για την εκ­ παίδευση τις τελευταίες δεκαετίες, άλλοτε ως μέρος του εγχειρήματος της ποσοτικής διερεύνησης της εκπαίδευσης και άλλοτε ως βασικό κριτήριο της αξιολόγησής της. Πρόσφατα, η εφαρμογή νέων πρακτικών στην εκπαίδευ­ ση, αναφορικά με την εκπαιδευτική διαδικασία και μάθηση (αναλυτικό πρό­ γραμμα, νέες μέθοδοι διδασκαλίας, καλλιέργεια δεξιοτήτων, κ.ά), τη χρήση εκπαιδευτικού υλικού (χρήση πολυμέσων, εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπο­ λογιστών, κ.ά) αλλά και τη διοίκηση (αντιμετώπιση των προβλημάτων, επικοι­ νωνία με τους γονείς, εισαγωγή νέων μοντέλων διοίκησης εκπαιδευτικών μο­ νάδων, κ.ά) ανέδειξε ζητήματα ποιότητας. Η τεχνολογική πρόοδος, η παγκοσμιοποίηση, η αναγνώριση της πολιτισμι­ κής ετερότητας για τη μείωση των διακρίσεων και των κοινωνικών ανισοτή­ των συνετέλεσαν καθοριστικά στο σχεδιασμό και την υλοποίηση καινοτόμων δράσεων στις εκπαιδευτικές μονάδες ανεξάρτητα από τους σκοπούς και τις προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής του εκάστοτε συστήματος διοί­ κησής τους. Οι καινοτομίες στην εκπαίδευση αποσκοπούν στην αλλαγή των διαδικασιών μάθησης και την καλλιέργεια δεξιοτήτων, ενώ συμβάλλουν ταυ­ τόχρονα και στη διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης γνώσης. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η προσέγγιση της έννοιας της και­ νοτομίας στα συστήματα διοίκησης εκπαιδευτικών μονάδων και η διασφάλι­ ση της ποιότητας στη Σχολική Ηγεσία σχετικά με την εισαγωγή καινοτόμων δραστηριοτήτων στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έννοια και περιεχόμενο της εκπαιδευτικής καινοτομίας Η F. Cros (2002) επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Καινοτομιών από το 1995, υποστηρίζει ότι είναι δύσκολο να δοθεί ακριβής ορισμός της και­ νοτομίας στην εκπαίδευση για το λόγο ότι: α) η καινοτομία είναι κάτι καινούρ­ γιο, που αποκτά το νόημα και τη σημασία της στο πλαίσιο της λειτουργίας 509 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ και των συνθηκών του εκπαιδευτικού οργανισμού, άρα δεν είναι αξιολογήσι­ μο μέγεθος, β) η καινοτομία αποτελεί προϊόν, το οποίο από τη μια μεριά μπο­ ρεί να αποτελεί συστατικό στοιχείο της καινοτομίας στην εκπαίδευση, αλλά από την άλλη σε καμία περίπτωση δεν την καθορίζει. Εξάλλου, η χρήση ενός νέου προϊόντος μέσα σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο εκπαίδευσης, ισχυρίζεται η Cros, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση καινοτομία, γ) η καινοτομία ως αλ­ λαγή, είναι εκούσια, σκόπιμη, συνειδητή και αποφασιστική, δ) ως στοχοθε­ σία θα πρέπει να ειδωθεί με βάση το κριτήριο συγκεκριμένων αξιών, όμως εί­ ναι δυνατόν να υπάρξουν ακόμη και «οπισθοδρομικές καινοτομίες», ε) ενώ, τέλος, ως διαδικασία, πολλές φορές ταυτίζεται με την έννοια του σχεδίου ή προγράμματος (project), όμως τονίζει ότι η καινοτομία είναι ευρύτερη έννοια. Τα παραπάνω καταδεικνύουν την ποικιλία των βασικών συνιστωσών βάσει των οποίων μπορεί να μελετηθεί η καινοτομία στην εκπαίδευση. Η εκπαιδευτική καινοτομία εστιάζεται, σύμφωνα με τον Fullan (1991), σε ενέργειες που εμπεριέχουν και προωθούν νέες αντιλήψεις για την εκπαίδευση στη χρήση νέων διδακτικών μέσων, στην εφαρμογή νέων διδακτικών προσεγ­ γίσεων και στην αλλαγή αρχών και πεποιθήσεων. Ο όρος αναφέρεται (Δακο­ πούλου, 2008:172) και σε μια δραστική μεταρρύθμιση και θεωρείται συνώνυ­ μος του όρου «νεωτερισμός», με την έννοια ότι η καινοτομία προϋποθέτει μια ενέργεια, μια παρέμβαση, ένα πρόγραμμα ή μια δραστηριότητα που εφαρ­ μόζεται για πρώτη φορά σε ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο, ενώ ορί­ ζεται (Κουλουμπαρίτση, 2006) και ως κάθε νέα ιδέα, φιλοσοφία ή μέθοδο, η οποία εισηγείται την αλλαγή σε στάσεις και πρακτικές στην εφαρμογή του επίσημου και του κρυφού αναλυτικού προγράμματος. Η έννοια της καινοτομίας και η συνεχής εμφάνιση καινοτομικών προ­ σπαθειών στο εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να ενταχθεί, όπως επιση­ μαίνει ο Παπακωνσταντίνου (2008:233), στη λογική της «λειτουργίας της αγοράς του ανταγωνισμού και της αναζήτησης της αποτελεσματικότητας». Από την πλευρά της οικονομίας της εκπαίδευσης, σύμφωνα με την ίδια άπο­ ψη, οι καινοτομίες αναφέρονται στη σχέση με την ανάπτυξη και εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευ­ τικού συστήματος. Συστήματα διοίκησης και εισαγωγή καινοτομιών σε εκπαιδευτικές μονάδες Ο τρόπος που κατανέμεται η εξουσία καθώς και ο καθορισμός της περιοχής ευθύνης, τόσο στην ιεραρχία, όσο και χωροταξικά, σηματοδοτούν την συγκέ­ ντρωση ή αποκέντρωση της δομής της εκπαίδευσης, στην οποία αντανακλά­ 510 Παναγιώτα Φραγκουλίδου ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ται το ιδεολογικό πλαίσιο της εκάστοτε εξουσίας καθώς και οι κοινωνικο-οι­ κονομικές και πολιτισμικές επικρατούσες συνθήκες. Στα συγκεντρωτικά συστήματα διοίκησης, παρατηρείται μια οργανωμένη και αυστηρή ιεραρχική γραφειοκρατική οργάνωση όπου η λειτουργία του συ­ στήματος εξασφαλίζεται από την κορυφή της ιεραρχίας, ενώ οι περιφερεια­ κές και τοπικές αρχές εκτελούν εντολές της κεντρικής διοίκησης μέσω νόμων και οδηγιών (Παπακωνσταντίνου, 1994:126-189). Σε αυτά τα συστήματα διοί­ κησης οι καινοτομίες εκπορεύονται από την κορυφή της πυραμίδας και είτε εναρμονίζονται οι στόχοι τους με αυτούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σχε­ διάζονται αυτόνομα και εφαρμόζονται αυτούσια από τις εκπαιδευτικές μονά­ δες στο όνομα της ενιαίας δράσης. Η διοίκηση των εκπαιδευτικών μονάδων στην περίπτωση ενός συγκεντρωτικού συστήματος έχει έναν απλό διαχειρι­ στικό/διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Με τον όρο «αποσυγκέντρωση» ορίζεται (Ανδρέου, 1999:169-170) η μετα­ φορά στα περιφερειακά όργανα καθοριστικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες ασκού­ νται κάτω από την εποπτεία ή καθοδήγηση των κεντρικών πολιτικών και διοικη­ τικών μηχανισμών. Σε ένα αποσυγκεντρωμένο σύστημα γίνεται παραχώρηση μέρους της εξουσίας, στη λήψη απόφασης από όργανα τοπικά ή περιφερει­ ακά, τα οποία εντάσσονται στην ιεραρχική δομή της κεντρικής διοίκησης. Η διάκριση δηλαδή μεταξύ συγκεντρωτικού και αποσυγκεντρωτικού συστήμα­ τος βασίζεται στον εθνικό ή τοπικό χαρακτήρα των αρμοδιοτήτων και στο βαθ­ μό εξάρτησης από την κεντρική διοίκηση. Σε αυτά τα συστήματα η στρατη­ γική για την εισαγωγή καινοτομιών στις εκπαιδευτικές μονάδες εκπορεύεται μεν από την κορυφή της ιεραρχίας, αλλά οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί διαθέ­ τοντας μια σχετική αυτοτέλεια έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιήσουν το περιεχόμενο των καινοτομικών ¨ενεργειών¨ και να το προσαρμόσουν στα ιδι­ αίτερα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού οργανισμού καθώς και τις τοπικές ανάγκες, ενώ παράλληλα δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής των τοπικών φο­ ρέων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση καινοτόμων δράσεων. Στα «αποκεντρωμένα» συστήματα διοίκησης εκπαιδευτικών μονάδων γίνε­ ται «απόδοση» των εξουσιών στα διάφορα επίπεδα της περιφέρειας, η οποία τους νομιμοποιεί να ασκούν την εξουσία στην περιφέρεια, χωρίς να είναι απα­ ραίτητη η έγκριση των κεντρικών αρχών και υπηρεσιών (Παπακωνσταντίνου, 1994:126-189). Σε αυτά τα συστήματα η κεντρική διοίκηση χαράσσει την εκ­ παιδευτική πολιτική και ασκεί τον έλεγχο, το σύστημα χαρακτηρίζεται από μια ιεραρχία, αλλά οι αποφάσεις παίρνονται σε επίπεδο τοπικό και περιφέρειας για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, οι διευθυντές των εκπαιδευτικών μο­ νάδων είναι οι πραγματικοί οργανωτές, Στα αποκεντρωμένα συστήματα διοί­ κησης ευδοκιμούν οι βασικές προϋποθέσεις για το σχεδιασμό και την εισαγω­ γή καινοτομιών σε επίπεδο εκπαιδευτικών μονάδων, δεδομένου ότι διαθέτουν 511 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μεγάλη αυτονομία. Οι πολιτικές αποκέντρωσης και η αντίστοιχη παραχώρηση αυτοτέλειας στις σχολικές μονάδες φαίνεται να έχουν πολλαπλασιάσει την ει­ σαγωγή στρατηγικών καινοτομιών στο εκπαιδευτικό σύστημα. Βέβαια, η συμ­ μετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση του περιεχομένου της εκπαίδευσης και στη λήψη των αποφάσεων για εκπαιδευτική πολιτική, όπου δοκιμάσθηκε, περιορίστηκε σε έναν εκτελεστικό, διαχειριστικό και επικουρι­ κό ρόλο και δεν μπόρεσε να άρει τις ανισότητες και τους διαχωρισμούς των μαθητών με βάση την κοινωνικοοικονομική τους διαστρωμάτωση, παρά τις διακηρύξεις για ισότητα ευκαιριών πρόσβασης και τελικά η πολιτική αυτή, σε μεγάλο βαθμό κυρίως φιλελεύθερη, συντήρησε το συγκεντρωτικό χαρακτή­ ρα των εκπαιδευτικών συστημάτων σχετικά με τη λήψη απόφασης και προώ­ θησε αποκεντρωμένες πολιτικές αναζητώντας κοινωνικοοικονομική νομιμο­ ποίηση (Κατσαρός, 2008:88-158). Οι εκπαιδευτικές καινοτομίες σήμερα διακρίνονται σε: α) Αυτές που σχε­ διάζονται και υλοποιούνται με την ευθύνη και την πρωτοβουλία της ίδιας της εκπαιδευτικής μονάδας, στις οποίες παράλληλα επιτρέπεται η εφαρμογή και η διαχείριση ενός συστήματος ποιότητας. β) Αυτές που ο σχεδιασμός τους οφείλεται σε ανώτερα όργανα του εκπαιδευτικού συστήματος ή εξωτερικών- συνεργαζόμενων φορέων με τις εκπαιδευτικές μονάδες, στις οποίες η «ποιό­ τητα» εκπορεύεται από την κορυφή της πυραμίδας ενώ σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται «ολική», γιατί εκλείπει βασικά το στοιχείο της πλήρους συμ­ μετοχής των συντελεστών της σχολικής μονάδας. Oι εκπαιδευτικές καινοτο­ μίες, ανεξάρτητα από το σύστημα εκπαιδευτικής διοίκησης, συμβάλουν στην προσαρμογή των εκπαιδευτικών οργανισμών στο ευρύτερο «περιβάλλον». Η διάσταση της ποιότητας στην εκπαίδευση, στην καινοτομία και στη Σχολική Ηγεσία «Η ποιότητα εύκολα διακρίνεται, δύσκολα ορίζεται και είναι αδύνατο να με- τρηθεί» (Βλάχος, 2007). Η δυσκολία του ορισμού της έγκειται σύμφωνα με το Ματθαίου (2007) στο γεγονός ότι αυτή μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλονται οι σκοποί, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις της εκπαίδευσης στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων και επειδή η ποιότητα χαρακτηρίζεται και εξαρτάται από μεγάλο πλήθος παραγόντων και συντελεστών. Επιπλέον, η έννοια της ποιό­ τητας είναι περίπλοκη επισημαίνουν οι Ehlers & Pawloski (2003) και αυτό οφεί­ λεται στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνεται αντιληπτή, στις διαφορετικές προοπτικές που έχουν οι εμπλεκόμενοι για την ποιότητα και τα δια­φορετικά επίπεδα στα οποία μπορεί να ζητηθεί η ποιότητα. Η πολυπλοκό­ τητα αυτή εκπορεύεται από το γεγονός ότι οι αρχές/αξίες των συστημάτων 512 Παναγιώτα Φραγκουλίδου ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ διασφάλισης ποιότητας προέρχονται από δυο διαφορετικά μοντέλα αξιακών συστημάτων, τον επιχειρηματικό και αυτόν των δημοσίων υπηρεσιών (Parker, 2004), όπου στον πρώτο η εκπαίδευση είναι «προϊόν», ενώ στο δεύτερο «δη­ μόσιο αγαθό». Αναγνωρίζεται δηλαδή μια διαφορετική ιδεολογική διάσταση ανάμεσα στα δύο μοντέλα η οποία αντανακλάται στην έννοια της ποιότητας στην εκπαίδευση. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, η ποιότητα άρχισε να προσανατολίζεται στον «πελάτη», και στην ικανοποίηση των προσδοκιών του, ενώ αρχίζει να ορίζεται ως εκπλήρωση ή υπέρβαση των προσδοκιών του πε­ λάτη (Everard & Morris, 1999). Η ποιότητα, εν γένει, είναι μία ιδιαίτερα πολύ­ πλοκη έννοια, κατά συνέπεια είναι αδύνατο να ορισθεί πλήρως από μία και μόνη σκοπιά (π.χ. αυτή του πελάτη) στα πλαίσια του εκπαιδευτικού συστή­ ματος. Ούτε είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν στον ευαίσθητο τομέα της παι­ δείας συστήματα ποιότητας, κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται σε μια οποιαδήποτε επιχείρηση που προσφέρει στην αγορά οποιοδήποτε προϊόν (Βαρουφάκης, 1998:32). Αναφορικά με το ζήτημα της ποιότητας στην εισαγωγή καινοτομιών στην εκπαίδευση, ανεξάρτητα από το σύστημα διοίκησης που αυτές εκπορεύο­ νται, πρέπει να επισημάνουμε ότι σχετίζονται κυρίως με την ποιότητα των μέ­ σων (πχ. έντυπο υλικό, τεχνικά και εποπτικά μέσα, υποδομές, κλπ.) που θα υποστηρίξουν την όποια καινοτομία, την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού που εμπλέκεται στη εισαγωγή της καινοτομίας (καθηγητές, μαθητές, διοίκη­ ση εκπαιδευτικής μονάδας, στελέχη της εκπαίδευσης, κ.ά), και την ποιότητα των διαδικασιών βάσει των οποίων θα εκπονηθεί μια καινοτόμα δραστηριό­ τητα, για παράδειγμα ένα Πρόγραμμα Αγωγής Σταδιοδρομίας στο Γυμνάσιο. Πως λοιπόν δύναται να συνδεθεί η έννοια της ποιότητας με τη Σχολική Ηγε­ σία στα πλαίσια ενός συστήματος διοίκησης της ποιότητας, χωρίς να γίνει σε βάρος των ανθρώπινων σχέσεων και των στόχων της εκάστοτε εκπαιδευτι­ κής μονάδας; Πως θα διαχειρισθεί η σχολική ηγεσία με όρους ποιότητας την εισαγωγή καινοτόμων δραστηριοτήτων στο σχολικό περιβάλλον; Μπορούμε να δώσουμε ένα παράδειγμα στην παρούσα εισήγηση αναφερόμενοι στο σύ­ στημα Διοίκησης Ολικής Ποιότητας, στη φιλοσοφία και το σύνολο αρχών δη­ λαδή που αποτελούν τη βάση της συνεχούς βελτίωσης, η οποία περιλαμβά­ νει την εφαρμογή ποιοτικών μεθόδων με τη χρησιμοποίηση και αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού, με σκοπό τις αποτελεσματικότερες και ποιοτικό­ τερες παρεχόμενες υπηρεσίες (Ζαβλανός, 2003). Στηριζόμενοι στις βασικές αρχές της ολικής ποιότητας (Ζαβλανός, 1998:398), μπορούμε να σχεδιάσου­ με την εισαγωγή ενός καινοτόμου Προγράμματος, π.χ Αγωγής Σταδιοδρο­ μίας, ως εξής: • Εστίαση στις ανάγκες του πελάτη: που σημαίνει ότι η σχολική ηγε­ σία θα πρέπει να εκπληρώσει ή να υπερβεί τις προσδοκίες του πελά­ 513 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ τη, δηλαδή του μαθητή, των γονέων του μαθητή, των επιχειρήσεων που θα στηριχθούν στην εκπαίδευση του μαθητή, αλλά και της κοι­ νωνίας γενικότερα. • Συνεχής βελτίωση των διαδικασιών: δηλαδή διαρκής βελτίωση του «προϊόντος», δηλαδή του καινοτόμου Προγράμματος, καθώς οι ανά­ γκες και οι προσδοκίες των πελατών μεταβάλλονται διαρκώς. Εδώ η βελτίωση της ποιότητας επιτυγχάνεται με την πρόληψη λαθών παρά με την επίβλεψη και τη διόρθωση. Τα λάθη θεωρούνται αφορμή για βελ­ τίωση, όχι για κριτική ή αξιολόγηση. Σε ένα σύστημα Δ.Ο.Π όλοι είναι υπεύθυνοι για την πρόληψη και την επίλυση των προβλημάτων. Ο συ­ νηθέστερος τρόπος συνεχούς βελτίωσης είναι ο κύκλος του Deming (1982:174) με τις τέσσερις φάσεις: Σχεδιασμός, Έργο, Έλεγχος και Δράση (PCDA). Πρώτα προγραμματίζω μια αλλαγή για βελτίωση της δραστηριότητας, έπειτα εκτελώ τη δοκιμή στην προτεινόμενη αλλαγή, μετά παίρνω την ανατροφοδότηση και κατόπιν ενεργώ ανάλογα με τα αποτελέσματά της. Στην ποιοτική βελτίωση των διαδικασιών συμβάλ­ λει η καταγραφή και χρήση όλων των Διαδικασιών, Οδηγιών και των ειδικά σχεδιασμένων Εντύπων. • Πλήρης συμμετοχή: όλοι μέσα στη σχολική μονάδα πρέπει να συμ­ μετέχουν στη διαδικασία της ποιότητας και όλοι πρέπει να εκπληρώ­ νουν τους στόχους της εκπαιδευτικής μονάδας για να υλοποιηθεί και ο τελικός σκοπός της εκπαιδευτικής μονάδας. Η εισαγωγή ενός και­ νοτόμου Προγράμματος συνιστά μέρος του τελικού σκοπού της εκ­ παιδευτικής μονάδας. Εδώ η ποιότητα μπορεί να διασφαλισθεί μέσα από τους «κύκλους ποιότητας», τη συμμετοχή και συνεργασία όλων των ομάδων αναφοράς σε επίπεδο σχολικής κοινότητας. Οι συντελε­ στές αυτοί συμβάλλουν στη δημιουργία θετικού κλίματος και βελτιώ­ νουν τις συνθήκες λήψης αποφάσεων για την εισαγωγή καινοτομιών, αυξάνονται οι προσδοκίες και μειώνονται οι φόβοι (Κωτούλα, 1996), ενώ ενισχύεται η εμπιστοσύνη και η υποστήριξη. • Η ηγεσία συνιστά μια δυναμική διαδικασία που διαφοροποιείται ανάλο­ γα με τις συνθήκες που επικρατούν στην εκπαιδευτική μονάδα. Η Ποι­ οτική Σχολική Ηγεσία διαφαίνεται από το αν υιοθετεί την «ολική ποιό­ τητα» και αυτό γίνεται αντιληπτό αν αναζητήσουμε τις βασικές αρχές (Σπανός, 1998) αυτής μέσα στη σχολική κοινότητα και ιδιαίτερα όταν εισάγει καινοτόμα Προγράμματα, δηλαδή: • Την ύπαρξη οράματος, αποστολής και πολιτικής ποιότητας: την ανα­ γνώριση σε αυτές τις αρχές της αναγκαιότητας της εισαγωγής και­ νοτόμων προγραμμάτων • Τη δέσμευση της ηγεσίας: η εφαρμογή μιας καινοτομίας χρειάζεται 514 Παναγιώτα Φραγκουλίδου ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ τη συνεχή υποστήριξη όλων των μελών της εκπαιδευτικής μονάδας. Ο ρόλος της ηγεσίας είναι να δημιουργεί και να συντηρεί τα οράμα­ τα και να επιλύει τα καθημερινά προβλήματα της ποιότητας χρησιμο­ ποιώντας τα κατάλληλα «Εργαλεία», όχι όμως σε βάρος των ανθρώ­ πινων σχέσεων. • Την ικανοποίηση του πελάτη οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και προμη­ θευτές: η ικανοποίηση του πελάτη είναι η κινητήρια δύναμη για να πραγματοποιηθεί η μεγάλη αλλαγή στην εκπαιδευτική μονάδα, μέ­ νει να ορίσουμε ποιος είναι ο πελάτης όταν εισάγουμε τις καινοτομί­ ες στη σχολική κοινότητα. • Τα βήματα προς την ολική ποιότητα σχετικά με την εισαγωγή καινοτό­ μων Δραστηριοτήτων και Προγραμμάτων στην εκπαίδευση συνοπτι­ κά θα μπορούσαν να είναι: • Κατανόηση των αρχών της Ολικής Ποιότητας από την ηγεσία και τους εκπαιδευτικούς • Καταγραφή της παρούσας κατάστασης της σχολικής μονάδας • Όραμα και πολιτική ποιότητας από την ηγεσία και δέσμευση σε αυτή • Αποδοχή-δέσμευση των εκπαιδευτικών • Υποδομή για την ποιότητα • Προγραμματισμός ενεργειών • Ομαδική εργασία • Έλεγχος προόδου/ διαδικασιών Καταλήγοντας, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η Δ.Ο.Π σε καμία περίπτω­ ση δε θα πρέπει να γίνεται άκριτα αποδεκτή από τη σχολική ηγεσία. Είναι δυ­ νατή μόνο όταν έχει γίνει αποδεκτή από όλα τα μέλη του οργανισμού και όταν υπάρχει δέσμευση απ΄όλους τους εμπλεκόμενους φορείς σχετικά με την ει­ σαγωγή καινοτομιών στη σχολική μονάδα. Τέλος, ένα θέμα που σχετίζεται με την ποιότητα άμεσα, ιδιαίτερα στα αποσυγκεντρωμένα και αποκεντρωμέ­ να συστήματα διοίκησης εκπαιδευτικών μονάδων, είναι αυτό της διαχείρισης των οικονομικών πόρων, που αποτελεί μεγάλη πρόκληση, αλλά και εμπόδιο για τους ηγέτες των εκπαιδευτικών μονάδων. Τελικές επισημάνσεις Η οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι αποτέλεσμα πολιτικής επι­ λογής, στηρίζεται σε συγκεκριμένες αξίες και έχει συγκεκριμένη ιδεολογία που καθορίζεται και από την επίδραση που ασκούν οι ομάδες πίεσης με την απαίτηση της κοινωνικής μεταβολής. Σε οποιοδήποτε σύστημα διοίκησης εκ­ 515 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ παιδευτικών μονάδων βασικό ρόλο για την εφαρμογή των καινοτομιών, εκτός από τους εκπαιδευτικούς, έχει και η διοίκηση, η οποία μπορεί να «μετασχη- ματίσει ένα σχολείο με ένα μέσο εκπαιδευτικό προσωπικό, είναι όμως αμφίβο- λο το κατά πόσο ένα ενθουσιώδες εκπαιδευτικό προσωπικό έχει τη δυνατότη- τα να αλλάξει ένα σχολείο, χωρίς την ύπαρξη ενεργητικής διοίκησης» (Galton, 1983, όπου αναφορά στο Δακοπούλου, 2008:181), να ανατρέψει την κουλ­ τούρα της εκπαιδευτικής μονάδας διαμορφώνοντας θετικό κλίμα συνεργα­ σίας, να παρακινεί το προσωπικό, να είναι ευέλικτη, να προσαρμόζεται ανά­ λογα με τις καταστάσεις, να χρησιμοποιεί κατάλληλες τεχνικές υποκίνησης, να εξασφαλίζει τη συνεργασία όλων των φορέων μέσω αποτελεσματικής επι­ κοινωνίας, να διαχειρίζεται τις συγκρούσεις και τις ομάδες με αποτελεσματι­ κό τρόπο, να καταρτά στοιχειώδη προγραμματισμό και να κάνει ανατροφο­ δότηση, προκειμένου να είναι ικανή να πετύχει μια καινοτομία. Όσο περισσότερο οι διευθυντές των σχολικών μονάδων αποκτούν εμπει­ ρία στη λήψη απόφασης και προωθούν τη συμμετοχή, όσο αναπτύσσεται και βελτιώνεται η πολιτική εκπαίδευσης και επιμόρφωσής τους, όσο καλλιεργούν και εξασκούν τις ικανότητες και δεξιότητες τους, τόσο περισσότερο μπορούν να διασφαλίσουν την ποιότητα στη σχολική κοινότητα και την επιτυχή εισα­ γωγή μιας καινοτομίας, στα πλαίσια της σχετικής αυτονομίας της εκπαιδευ­ τικής μονάδας. Το σύστημα διοίκησης στο οποίο υπάγεται η εκπαιδευτική μονάδα είναι ικανός, όχι όμως και ο μόνος αναγκαίος παράγοντας εισαγω­ γής και υλοποίησης ποιοτικών καινοτόμων δράσεων. Σε μια στρατηγική και­ νοτομιών στην εκπαίδευση ο ποιοτικός ηγέτης σχολικής μονάδας παραμένει «διευκολυντής», ενώ κύριος παράγοντας εισαγωγής της καινοτομίας είναι ο εκπαιδευτικός, γιατί αυτός είναι ο μόνος γνώστης των ιδιαίτερων χαρακτηρι­ στικών της μαθητικής ομάδας. Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε την αναγκαιότητα περαιτέρω διερεύνησης της έννοιας της ποιότητας γενικά στη σχολική κοινότητα, αλλά και ειδικότερα στην εισαγωγή καινοτόμων Προγραμμάτων και δραστηριοτήτων. Βιβλιογραφία Ανδρέου, Αποστόλης (1999). Θέματα Οργάνωσης και Διοίκησης της Εκπαίδευ- σης και της Σχολικής Μονάδας, «Νέα Σύνορα» Εκδοτικός Οργανισμός Λιβά­ νη, σ. 169-170. Βαρουφάκης, Γιάννης (1998). Η Διδασκαλία της Ποιότητας – Η πιστοποίηση της Εκπαίδευσης–Ο Εφιάλτης της τυποποιημένης μόρφωσης, Τόμος εισηγή­σεων: Quality Forum 1998 –Ο δρόμος προς την Επιχειρηματική Τελειοποίηση, Αθή­ να: ECO-Q. 516 Παναγιώτα Φραγκουλίδου ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Βλάχος, Δημήτριος, Δαγκλής Ιωάννης, Βαβουράκη, Αγάπη (2007). Διερεύνηση της ποιότητας της εκπαίδευσης: Βασικές αρχές και σχεδιασμός της έρευνας. Επιθεώ­ρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων,13, 5-9. Cros, Francoise (2002). Εντοπισμός και αξιολόγηση των καινοτομιών στην εκπαί­ δευση και την κατάρτιση, Στο Γ., Μπαγάκης (επιμ), Ο εκπαιδευτικός ως ερευ- νητής, Αθήνα: Μεταίχμιο. Δακοπούλου, Αθανασία (2008). Εκπαιδευτική αλλαγή-Μεταρρύθμιση-Καινοτομία. Στο: Αθανασούλα–Ρέππα Α., Δακοπούλου Α., Κουτούζης Μ., Μαυρογιώργος Γ., και Χαλκιώτης Δ., Διοίκηση ΕκπαιδευτικώνΜονάδων, Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική. (Τόμος Α΄), Πάτρα: Ε.Α.Π. Deming, Edwards (1982). Quality Productivity and Competitive Possitio, MIT Center of Advance Engineering Study, Cambridge, M.A. Ehlers, U. & Pawlowski, J. (2003). E-Learning Quality: A Decision Support Model for European Quality Approaches. In: E-Learning for internationalmarkets. Bertelsmann. Bielefeld. Διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http://www.eqo.info/index. cfm [Ανάκτηση στις 10-10-2005]. Everard, Bertie & Morris, Geoffrey (1999). Αποτελεσματική Εκπαιδευτική Διοίκη- ση, Πάτρα: ΕΑΠ. Fullan, Μichael (1991). The New Meaning of Educational Change. London: Cassell. Κατσαρός, Ιωάννης (2008). Αποκέντρωση και αποσυγκέντρωση: κριτική θεώρηση του γενικού πλαισίου και των σχετικών τάσεων στο χώρο της εκπαίδευσης, Επι­ στημονικό Βήμα, Τεύχος: 9, σ. 88-158. Κουλουμπαρίτση, Αλεξάνδρα (2006). Εκπαιδευτική «αλλαγή και συνέχεια»: Νο­ μοθετική επιταγή ή θεσμοθετημένη επιλογή; Στο: Μπαγάκης Γ., (επιμ) Εκπαι- δευτικές Αλλαγές, η παρέμβαση του Εκπαιδευτικού και του Σχολείου, Αθήνα: Μεταίχμιο. Κωτούλα, Μαρία (1996). «Η προβληματική των εκπαιδευτικών καινοτομιών», Εκ- παιδευτική Κοινότητα, 38, 33-37. Ματθαίου, Δημήτρης (2007). Ποιότητα στην εκπαίδευση. Ιδεολογικές ορίζουσες, εννοιολογήσεις και πολιτικές-Μια συγκριτική θεώρηση. Επιθεώρηση Εκπαιδευ- τικών Θεμάτων,13, 10-32. Παπακωνσταντίνου, Γιώργος (2008). Εισαγωγή καινοτομιών στην εκπαιδευτική μο- νάδα: ο ρόλος του διευθυντή. Στο: Ένταξη Παιδιών Παλιννοστούντων και Αλ­ λοδαπών στο Σχολείο: Οδηγός Επιμόρφωσης, Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και Αγωγή, Θεσσαλονίκη. Παπακωνσταντίνου, Γιώργος (1994). Οργάνωση και Διοίκηση του Εκπαιδευτικού Συστήματος. Στο:Ανδρέου, Α., Παπακωνσταντίνου Γ., Εξουσία και οργάνωση– διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος, Νέα Σύνορα Α.Α Λιβάνη, σ. 126-189. Parker, N. K. The Quality Dilemma in Online Education. In Anderson, Terry D., Elloumi, F. (Eds.), Theory and Practice of Online Learning, 385–421. Athabasca, Canada: Athabasca University. Διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http://cde.athabascau. ca/online_book/contents.html [Ανάκτηση στις 08.11.2007]. 517 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Σπανός, Αντώνης (1998). Ολική Ποιότητα. Εκδόσεις Βιβλιοθήκη. Σπυροπούλου, Δήμητρα, Βαβουράκη, Αγάπη, Κούτρα, Χρυσούλα, Λουκά, Ελένη και Μπούρας, Σαράντος (2007). Καινοτόμα προγράμματα στην εκπαίδευση. Στο: Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, 13, 69-83. Περίληψη Introducing innovation into education with a view to enhancing effectiveness is conditioned by the degree of quality characterising school means, resources and procedures. Quality in innovation implementation may be achieved by the school leadership through applying Total Quality Management (TQM) within a relatively autonomous educational unit. Furthermore, to ensure Total quality within a school unit, all parties involved must agree to it and must be committed to implementing it. Παναγιώτα Φραγκουλίδου Κοινωνιολόγος, εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, MSc Οργάνωση και Διοίκηση Υπηρεσιών Υγείας, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ε.Α.Π.: «Σπουδές στην Εκπαίδευση» Δρίσκου 2, ΤΚ 16344, Ηλιούπολη Τηλ., 210-9761896 & 6972936791

[email protected]

518 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Δ΄ Μέντωρ και Τηλέμαχος: η επιμόρφωση των (νεοδιοριζόμενων) εκπαιδευτικών με μικροδιδασκαλία Ιωάννης Ε. Βρεττός Ο τίτλος ενέχει μια ασάφεια και ένα σφάλμα: Ο Μέντωρ πιστός φίλος του Οδυσσέα, σύμβουλος του Τηλέμαχου, γιου του Οδυσσέα, και υποστηρικτής του στη διαμάχη του με τους μνηστήρες. Σε αυτόν ο Οδυσσέας, αποπλέων για την Τροία, εμπιστεύτηκε τον οίκο του. Ετυμολογικώς ανάγεται στο ρήμα. μένω (υπομένω, καρτερώ, μένω εν τη τάξει, δεν τρέπομαι σε φυγή). Παίρνο­ ντας τη μορφή του Μέντορα συνέπλευσεν η Αθηνά με τον Τηλέμαχο στην Πύλο. Αυτό σημαίνει ότι ο Μέντωρ ενσωματώνει και το θεϊκό στοιχείο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο μέντορας θα απαιτεί τυφλή υπακοή από τον νέο εκ­ παιδευτικό ούτε ότι ο νέος εκπαιδευτικός θα βλέπει τον μέντορα σαν θεό και θα περιμένει και θαύματα αυτόν, αν ο ίδιος δεν δραστηριοποιηθεί. Ο μέντορας συμπαραστάτης του Νεοδιοριζόμενου ή του Νεοδιόριστου εκ­ παιδευτικού; Αν επιλέξει κανείς το «Νεοδιοριζόμενος», τότε μάλλον είναι ξε­ κάθαρο ότι θεωρεί δεδομένη την αξιολόγηση του νέου εκπαιδευτικού, προ­ φανώς από τον μέντορα. Διευκρινίζουμε ότι ασφαλώς θα γίνεται αξιολόγηση αλλά στο πλαίσιο της συμβουλευτικής καθοδήγησης και της επικοινωνίας με­ ταξύ τους και όχι αξιολόγηση η οποία θα έχει επιπτώσεις στο βαθμολόγιο και στο μισθολόγιο του νέου εκπαιδευτικού. Γιατί; Γιατί ο μέντορας από το ένα μέρος θα συμβουλεύει και θα συνεργάζεται και από το άλλο θα καθορίζει την επαγγελματική εξέλιξη, και όχι μόνον, του νέου εκπαιδευτικού. Στο πρόσω­ πο λοιπόν του μέντορα θα έχουμε σύγκρουση ρόλων. Λέγεται συνήθως ότι μια τέτοια αξιολόγηση είναι απαραίτητη, αλλά θα πρέπει να γίνεται μόνο σε συνθήκες και καταστάσεις αξιολογήσιμες, δηλ. σε αυτές στις οποίες θα είναι σαφές και ξεκάθαρο το αποτέλεσμα της αξιολόγησης, ώστε να μη βλάπτεται η σχέση εμπιστοσύνης μέντορα και νέου εκπαιδευτικού. Κάτι τέτοιο απαιτεί ωστόσο μιαν ωριμότητα την οποία ίσως να είχε ο Μέντωρ μόνον ως Αθηνά, και ασφαλώς όχι ο Τηλέμαχος. Και εγώ δεν θα την είχα. 519 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εισαγωγή Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια μια επιμορφωτική πλημμυρίδα έχει κα­ τακλύσει τόσο την Πρωτοβάθμια όσο και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μετά από μια άνυδρη σχεδόν περίοδο. Άλλα επιμορφωτικά προγράμματα πνέουν τα λοίσθια, ενώ νέα εκκολάπτονται. Στα πρώτα συγκαταλέγεται το μείζον πρό­ γραμμα επιμόρφωσης, το οποίο εξέπνευσε, ενώ στα δεύτερα ο υπό διαμόρ­ φωση θεσμός του μέντορα, ο οποίος προβλέπεται να αναλάβει την επιμόρφω­ ση των νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών, η οποία μέχρι τώρα προσφερόταν ως εισαγωγική επιμόρφωση από τα Περιφερειακά Εκπαιδευτικά Κέντρα (ΠΕΚ). Σε όλα αυτά τα προγράμματα αναζητείται μια ενιαία και μεθοδευμένη επιμόρ­ φωση, η οποία θα εξασφαλίζει την ουσιαστική σύζευξη θεωρίας και πράξης. Αυτός ο επιμορφωτικός οίστρος δεν πρέπει να δημιουργήσει την εσφαλ­ μένη εντύπωση ότι η Πρακτική Άσκηση, η οποία προσφέρεται κυρίως από τα Παιδαγωγικά Τμήματα Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΠΤΔΕ) και τους Τομείς Παι­ δαγωγικής των Φιλοσοφικών Σχολών και αναλαμβάνεται από έμπειρους συνα­ δέλφους, είναι άχρηστη ή αναποτελεσματική με τις δεδομένες προϋποθέσεις εφαρμογής της. Η πραγματοποίηση της Πρακτικής Άσκησης αναδεικνύεται σε τιτάνιο έργο, μα και σισύφειο καταδίκη, αν υπολογίσει κανείς τον μεγάλο αριθμό των συμμετεχόντων φοιτητών σε πολλά ΑΕΙ και του ολίγιστου αριθ­ μού μελών ΔΕΠ που την υλοποιούν. Η κατάσταση δυσχεραίνεται σε βάρος της γενικότερης αποτελεσματικότητας της πρακτικής άσκησης, αν λάβει κα­ νείς υπόψη του ότι αυτή προσφέρεται ασυντόνιστα από τα διάφορα ΑΕΙ, κα­ θώς άλλα δίνουν μεγαλύτερη και άλλα μικρότερη βαρύτητα σε αυτήν. Μά­ λιστα η μεθόδευση και οι πρακτικές ποικίλλουν, χωρίς καν μιαν ενιαία βάση, ενώ η ανάλυση διδασκαλιών και η πραγματοποίηση διάφορων στρατηγικών και τεχνικών άσκησης, όπως οι μικροδιδασκαλίες και τα μικρομαθήματα, είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη λόγω των συνθηκών που σχετίζονται τόσο με το πρόγραμμα όσο και στις περισσότερες περιπτώσεις με τον μεγάλο αριθ­ μό των φοιτητών. Σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στην εισαγωγική επιμόρφωση οποιασδήποτε μορφής, δεν πρέπει αυτή να είναι τυποποιημένη και επαναλαμβανόμενη, αλλά να αναθεωρείται και να αναμορφώνεται όχι μόνον ως προς τα επιστημονικά δεδομένα αλλά και με κριτήριο τις ‘επαγγελματικές’ προϋποθέσεις των νεο­ διόριστων εκπαιδευτικών. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσφέρεται το ίδιο πρόγραμμα επιμόρφωσης σε εκπαιδευτικούς οι οποίοι αποφοίτησαν τα προηγούμενα μόλις έτη και σε αυτούς οι οποίοι δεν θυμούνται καν ή έχουν μια συγκεχυμένη εικόνα και αμυδρά γνώση ή ανάμνηση αυτών τα οποία απε­ τέλεσαν αντικείμενο διδασκαλίας στο αμφιθέατρο. Εάν έχει παρεμβληθεί με­ γάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της αποφοίτησης και του διορισμού, επόμε­ 520 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ νο είναι να θεωρείται αναγκαία η ευρύτερη θεωρητική ενημέρωση, καθώς θα απουσιάζει ο κώδικας επικοινωνίας μεταξύ επιμορφωτή και επιμορφουμένων. Η παρούσα εισήγηση θα περιορισθεί σε προτάσεις για την ποιοτική ανα­ βάθμιση της επιμόρφωσης του νεοδιοριζόμενου, και όχι μόνον, εκπαιδευτικού με την αξιοποίηση της μικροδιδασκαλίας και των μικρομαθημάτων στο πλαί­ σιο του (σπεύδουμε να τον θεωρήσουμε πραγματικότητα) νεότευκτου για τα ελληνικά δεδομένα θεσμού του μέντορα. Μικροδιδασκαλία και Μικρομαθήματα: προς απάλειψη μιας σύγχυσης Η μικροδιδασκαλία είναι μια προσομοιωτική τεχνική η οποία έχει ως κύριο σκο­ πό της την άσκηση διδακτικών δεξιοτήτων και προβλέπει για την επίτευξη αυ­ τού του σκοπού τη βιντεολήψη και τη βιντεοσκόπηση της διδασκαλίας. Σύμ­ φωνα με τη φιλοσοφία αυτής της τεχνικής η διδασκαλία είναι ένα σύνθετο και πολύπλοκο φαινόμενο, το οποίο δεν είναι εύκολο να αντιμετωπισθεί ως ‘όλο’, αλλά θα πρέπει να αναλυθεί σε επιμέρους διδακτικές δεξιότητες. Πρόκειται για μορφές συμπεριφοράς του εκπαιδευτικού, για δραστηριότητες τις οποίες πρέπει να μάθει να τις ελέγχει και να τις εφαρμόζει με ορθό τρόπο στην κατάλ­ ληλη περίσταση (Αχ. Καψάλης & Ι. Βρεττός, 2010, 25). Με άλλα λόγια ο εκπαι­ δευτικός μπορεί μέσω της μικροδιδασκαλίας να συνειδητοποιήσει επιτυχέστε­ ρα τα προβλήματα κατά τη διδασκαλία του και να ελέγξει και τροποποιήσει τη συμπεριφορά του. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια μηχα­ νιστική διαδικασία άσκησης αποκλειστικά διδακτικών δεξιοτήτων, καθώς καλ­ λιεργούνται όχι μόνον κοινωνικές αλλά και δεξιότητες συναισθηματικής νοη­ μοσύνης. Ασφαλώς βασική προϋπόθεση και αφετηρία είναι ο στοχασμός πάνω στην ασκούμενη κάθε φορά διδακτική δεξιότητα και ο κριτικός αναστοχασμός σχετικά με τη συμβολή της στη διαμόρφωση και βελτίωση της συμπεριφοράς τόσο του εκπαιδευτικού όσο και του μαθητή. Με άλλα λόγια ο ασκούμενος εκ­ παιδευτικός αναστοχάζεται σχετικά με τον ρόλο και την αποστολή του και συ­ νειδητοποιεί εμπράκτως κατά τη διάρκεια της άσκησης αλλά και σε μεταγνω­ στικό στάδιο ποια ήταν τα κενά και ποιες οι ελλείψεις του αναφορικά με τις υπό άσκηση διδακτικές δεξιότητες και με ποιο τρόπο μπορούν να καλυφθούν. Το πρώτο συνθετικό της ‘μικρο-διδασκαλίας’ δικαιολογείται από: • τον μικρό αριθμό των συμμετεχόντων μαθητών, (φοιτητών, υποψή­ φιων και επιμορφούμενων εκπαιδευτικών, εκπαιδευομένων και εκπαι­ δευτών), • τον περιορισμένο χρόνο διδασκαλίας, • το μικρής έκτασης περιεχόμενο διδασκαλίας και τους περιορισμένου αριθμού στόχους, 521 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • την άσκηση μιας κάθε φορά διδακτικής δεξιότητας. Οι φάσεις του μαθήματος της μικροδιδασκαλίας, όπως την εφαρμόσαμε με τον καθηγητή Αχιλλέα Καψάλη στον Τομέα Παιδαγωγικής της Φιλοσοφι­ κής Σχολής του ΑΠΘ και όπως αυτή εφαρμόζεται στο ΠΤΔΕ του Πανεπιστη­ μίου Αθηνών από τον υποφαινόμενο, κατά κανόνα περιλαμβάνουν: 1. Στοχαστική προσέγγιση του ρόλου και της αποστολής του ‘καλού’ εκ­ παιδευτικού από τους (υποψήφιους) εκπαιδευτικούς, οι οποίοι και δι­ ατυπώνουν γραπτώς τις σχετικές αντιλήψεις τους. Γίνεται προσπά­ θεια να εντοπισθούν οι πηγές αυτών των αντιλήψεων (προηγούμενες εμπειρίες και βιώματα, ανάκληση γνώσεων κλπ). Οι αντιλήψεις αυτές θα τεθούν στην ομάδα και θα αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης μέσω βιωματικής προσέγγισης. 2. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία όλη η ομάδα καταλήγει σε συγκεκρι­ μένες δεξιότητες, οι οποίες εξασφαλίζουν κατά το δυνατόν την επιτυ­ χή ανάληψη του συγκεκριμένου ρόλου και την ευόδωση της αποστο­ λής. Ακολουθεί καταγραφή των διδακτικών δεξιοτήτων. 3. Άσκηση στην Παρατήρηση και ανάλυση της συμπεριφοράς του εκπαι­ δευτικού αναφορικά με τις συγκεκριμένες δεξιότητες. 4. Θεωρητική ενημέρωση σχετικά με τη διδακτική δεξιότητα, η οποία θα αποτελέσει αντικείμενο άσκησης, ώστε ο (υποψήφιος) εκπαιδευτικός να έχει μιαν κατά το δυνατόν σαφή εικόνα των εμπειρικών δεδομένων, τα οποία αναφέρονται σε αυτήν. 5. Μικροδιδασκαλία από τον συντονιστή (επίδειξη). Οι (υποψήφιοι) εκ­ παιδευτικοί θα διαπιστώσουν ότι η θεωρητική ενημέρωση δεν είναι επαρκής, καθώς και ο ίδιος ο συντονιστής, ο οποίος παρουσίασε το θεωρητικό πλαίσιο της διδακτικής δεξιότητας, υποπίπτει σε σφάλμα­ τα. Επιλέγονται τυχαία 10 περίπου (υποψήφιοι) εκπαιδευτικοί, οι οποί­ οι αποτελούν την ‘τάξη’ της μικροδιδασκαλίας και στις δύο προσπά­ θειες. Οι υπόλοιποι λειτουργούν ως παρατηρητές σε όλες τις φάσεις εκτός από αυτές των δύο προσπαθειών μικροδιδασκαλίας, κατά τις οποίες συμμετέχουν ως ‘μαθητές’ αποκλειστικά αυτοί οι οποίοι ανή­ κουν στην τάξη της μικροδιδασκαλίας. 6. Πρώτη προσπάθεια: Μικροδιδασκαλία από (υποψήφιο) εκπαιδευτικό. Διδασκαλία μιας μικρής ενότητας, η οποία καλύπτει 10 λεπτά περίπου σε μικρή ομάδα 5-10 (υποψηφίων) εκπαιδευτικών-«μαθητών». Προβλέ­ πεται βιντεολήψη. 7. Βιντεοσκόπηση και Παρατήρηση - σχολιασμός-αξιολόγηση-επανατρο- φοδότηση από τον επόπτη, τον διδάσκοντα (υποψήφιο) εκπαιδευτικό (αυτοπαρατήρηση και αυτοαξιολόγηση) και την ομάδα. Συμπληρώνε­ 522 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ται το Φύλλο Παρατήρησης προς το τέλος της βιντεοσκόπησης, αλλά και καταγράφονται και μελετώνται τα σχόλια και η εμπειρία (αναστο­ χασμός). 8. Δεύτερη προσπάθεια: Μικροδιδασκαλία από τον ίδιο υποψήφιο στην ίδια ομάδα «μαθητών». Βιντεολήψη. 9. Βιντεοσκόπηση, παρατήρηση-σχολιασμός-αξιολόγηση-επανατροφο­ δότηση- αναστοχασμός, όπως και μετά την πρώτη προσπάθεια. 10. Είναι δυνατόν να επαναληφθούν και άλλες προσπάθειες μέχρι την τε­ λειοποίηση της εκτέλεσης. Σημείωση: Επαναλαμβάνεται η άσκηση της ίδιας διδακτικής δεξιότητας από άλλους (υποψηφίους) εκπαιδευτικούς και ακολουθεί η άσκηση άλλων δι­ δακτικών δεξιοτήτων. 11. Μικροδιδασκαλία με την άσκηση μιας δέσμης διδακτικών δεξιοτήτων από αυτές οι οποίες απετέλεσαν το αντικείμενο άσκησης στις προη­ γούμενες φάσεις. Προϊόντος δηλαδή του χρόνου η άσκηση δεν επικε­ ντρώνεται σε μια μόνο διδακτική δεξιότητα, αλλά περιλαμβάνει όλες αυτές (κατά το δυνατόν) οι οποίες προηγήθηκαν. Με αυτόν τον τρό­ πο η μικροδιδασκαλία προσεγγίζει την κανονική διδασκαλία τουλάχι­ στον ως προς τις μορφές συμπεριφοράς οι οποίες απετέλεσαν αντι­ κείμενο άσκησης. Σταδιακά δηλαδή η μικροδιδασκαλία διευρύνεται και βαίνει προς μιαν ολιστική εμπειρία. 12. Οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί επανέρχονται στις αντιλήψεις για τον ρόλο και την αποστολή του εκπαιδευτικού, τις οποίες κατέθεσαν κατά την πρώτη φάση του μαθήματος. Καταγράφουν τώρα τα ερωτήματα που τους γεννήθηκαν μέσω της άσκησης, τις αμφισβητήσεις που προκλή­ θηκαν αλλά και την τυχόν μετακίνηση, μετατόπιση ή αλλαγή των αρ­ χικών αντιλήψεών τους. Η προαναφερθείσα συνάρτηση και σύζευξη των διδακτικών δεξιοτήτων υπηρετεί μια συγκεκριμένη λογική, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει οι ασυ­ ντόνιστες μεταξύ τους διδακτικές δεξιότητες να ενταχθούν σε γενικότερα πλαί­ σια, ώστε να είναι δυνατή η αναζητούμενη ενιαία θεωρία. Μάλιστα η επανα­ τροφοδότηση συνδυάζεται με τον αναστοχασμό, δηλαδή τη διαδικασία κατά την οποία ο εκπαιδευτικός επεξεργάζεται την εμπειρία του, καθώς αυτή ευ­ ρίσκεται εν εξελίξει, ή εκ των υστέρων (A. Mergler & D.J. Tangen, 2010, 199). Αυτή η επανατροφοδότηση και η στηριζόμενη σε αυτήν αναστοχαστική εμπει­ ρία θα πρέπει, όπως αποδεικνύεται από έρευνες, να καταγράφονται(να σημει­ ώνονται γραπτώς) από τον εκπαιδευτικό (Μ. Καλαϊτζοπούλου, 2001, 25). Για 523 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ αυτόν τον αναστοχασμό σημαντική είναι η συμβολή της μικροδιδασκαλίας, ώστε η μομφή που της καταμαρτυρείται, ότι δηλαδή είναι μια μηχανιστική δι­ αδικασία, καταρρίπτεται. Κατακερματίζει το πολύπλοκο φαινόμενο της διδα­ σκαλίας, ώστε να το προσπελάσει και να το αναλύσει σε βάθος. Εξάλλου διά­ φορα προγράμματα μικροδιδασκαλίας απομακρύνονται άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο από τη φιλοσοφία των διδακτικών δεξιοτήτων και μετακι­ νούνται προς την άσκηση διδακτικών ικανοτήτων και την άσκηση της συμπε­ ριφοράς του εκπαιδευτικού. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια το αρχικό πλαίσιο των ασκήσεων μικροδιδασκαλίας, κινούμενο στο ίδιο μήκος κύματος, διευ­ ρύνεται τόσο με δραματοποιημένες παρουσιάσεις, ώστε ο εκπαιδευτικός στο όνομα του ‘γνώθι σαυτόν’ να αντιπαρατεθεί με τον εαυτό του, όσο και με την παιδαγωγική, δηλαδή όχι αποκλειστικά διδακτική, προσέγγιση του μαθητή. Ασφαλώς η τεχνική της μικροδιδασκαλίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρακτική άσκηση στο σύνολό της, αποτελεί ωστόσο έναν πολύ σημαντι­ κό και ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι προς την κανονική διδασκαλία. Είθισται οποιαδήποτε διδασκαλία η οποία συνοδεύεται από βιντεολήψη και βιντεοσκόπηση να βαπτίζεται μικροδιδασκαλία, παρόλο που είναι μια κα­ νονική διδασκαλία ή μια ‘διδασκαλία σε σμίκρυνση’. Ασφαλώς κατά τη βιντε­ οσκόπηση αναλύεται η συμπεριφορά εκπαιδευτικού και μαθητών. Είναι ωστό­ σο αδύνατος ο ενδελεχής σχολιασμός μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς, μια και η διδασκαλία συναπαρτίζεται από πληθώρα μορφών συμπεριφοράς και επομένως λόγω της πολυπλοκότητάς της δεν προσφέρεται για έναν τέ­ τοιο σχολιασμό. Αντίθετα η μικροδιδασκαλία, επιμερίζοντας τη διδασκαλία σε επιμέρους μορφές συμπεριφοράς και αντίστοιχες δεξιότητες, ενδείκνυ­ ται για επιμελή και προσεγμένη ανάλυση της υπό άσκηση διδακτικής δεξιό­ τητας και συμπεριφοράς. Συνήθως η μικροδιδασκαλία συγχέεται με τις μικροτάξεις και τα μικρομα­ θήματα, τα οποία αποτελούν ωστόσο ένα μεταγενέστερο στάδιο, μια μετεξέ­ λιξη της μικροδιδασκαλίας. Στα μικρομαθήματα (mini-lessons): 1. δεν προβλέπεται επανάληψη της διδασκαλίας, εκτελείται δηλαδή άπαξ, 2. η διδασκαλία διαρκεί από λίγα λεπτά μέχρι 40 λεπτά, πρόκειται δηλα­ δή ακόμα και για τη διδασκαλία μιας ευρύτερης διδακτικής ενότητας, 3. συμμετέχει μια μικρή ομάδα ή και όλη η τάξη, 4. δεν επιμερίζεται η διδασκαλία σε επιμέρους δεξιότητες, είναι δηλαδή μια κανονική διδασκαλία. Αποστολή των μικρομαθημάτων είναι όχι η άσκηση επιμέρους διδακτικών δεξιοτήτων αλλά η παρουσίαση μιας μορφής εργασίας ή ενός μοντέλου δι­ δασκαλίας, η αποκωδικοποίηση μιας εικόνας, η εφαρμογή της διεπιστημο­ 524 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ νικότητας, η διαφοροποίηση της διδασκαλίας, η αξιοποίηση των ΤΠΕ κλπ. Επικεντρώνεται δηλαδή σε μια γενικότερη προσέγγιση και ‘μέθοδο’, η οποία καλύπτει μέχρι και ολόκληρη τη διδακτική ώρα. Σκοπός της είναι η εκτέλε­ ση και η παρατήρηση μιας συγκεκριμένης προσέγγισης και ακόμη η ανάλυ­ ση της επικοινωνίας εκπαιδευτικού και μαθητών. Έτσι και αλλιώς λοιπόν απο­ τελεί μιαν κανονική διδασκαλία, αφού δεν εστιάζει σε συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς και διδακτικές δεξιότητες, όπως το επιχειρεί η μικροδιδασκα­ λία. Τα μικρομαθήματα πλησιάζουν πολύ ή και ταυτίζονται με την κανονική δι­ δασκαλία, καθώς δεν απομακρύνονται από την πολυπλοκότητά της ούτε την αντιμετωπίζουν, ιδιαίτερα μάλιστα όταν περιορίζονται στην ‘παρουσίαση’ μορ­ φών διδασκαλίας. Ασφαλώς κατά την εκτέλεση των μικρομαθημάτων πρέπει να τηρηθούν οι αρχές και οι κανόνες των διδακτικών δεξιοτήτων, η άσκηση των οποίων πρέπει να προηγηθεί. Ο μέντορας και η ομάδα της μικροδιδασκαλίας Όπως φημολογείται, η εισαγωγική επιμόρφωση των νεοδιοριζόμενων εκ­ παιδευτικών, όπως αυτή πραγματοποιείται μέχρι σήμερα, θα αλλάξει άρδην μορφή και σχήμα. Το Υπουργείο Παιδείας στις 29 Νοεμβρίου 2010 έθεσε προς «δημόσια διαβούλευση» τον θεσμό του Μέντορα για την υποστήριξη του νεοδιοριζόμενου Τηλέμαχου στα άξενα ύδατα της σχολικής πραγματι­ κότητας. Σημειωτέον ότι ο συγκεκριμένος θεσμός έχει μια μακρά παράδο­ ση και επιτυχημένη θητεία σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα (Α. Edwards, 1998, 47, Fr. Hass et al., 2008, 27). Σε αυτά τα εκπαιδευτικά συστήματα ο νεοδιόριστος εκπαιδευτικός αναλαμβάνεται από τον μέντορα για δύο περί­ που χρόνια. Δεν έχει δική του τάξη, αλλά διδάσκει στη τάξη του μέντορα σε συνεργασία μαζί του. Στη δική μας περίπτωση δεν θα πρόκειται προφανώς για έναν ασκούμενο νεοδιοριζόμενο αλλά για ένα μάχιμο εκπαιδευτικό, ο οποίος θα έχει τη δική του τάξη. Αυτή η διαφαινόμενη πραγματικότητα δια­ φοροποιείται από τα ήδη γνωστά σχήματα εφαρμογής του θεσμού σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα. Θα πρέπει με αυτόν τον θεσμό να εξασφαλίζεται: • Η σύνδεση πανεπιστημιακής κατάρτισης και σχολικής πράξης με ανα­ τροφοδοτική πρόθεση. Στο πλαίσιο αυτής της ανατροφοδότησης θα διερευνώνται και θα συζητούνται οι ποικίλες σχολικές και διδακτικές εμπειρίες με αφετηρία τις πανεπιστημιακές-θεω­ρητικές γνώσεις. • Η ομαλή είσοδος και ένταξη του νέου εκπαιδευτικού στη σχολική και διδακτική πραγματικότητα και στο επαγγελματικό πεδίο. Πρόκειται για ‘δοκιμασία’ του νέου εκπαιδευτικού σε παραδειγματικές καταστάσεις 525 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ και ελεγχόμενες διδακτικές συνθήκες αλλά και του μέντορα, ο οποίος αναβαπτίζεται στη θεωρία, ανανεώνει το παιδαγωγικό-διδακτικό του ρεπερτόριο και ‘ξαναμαθαίνει’. • Η παρατήρηση και ανάλυση της συμπεριφοράς με ερευνητική προ­ σέγγιση και η άσκηση διδακτικών δεξιοτήτων. • Η προώθηση του επαγγελματικού διαλόγου μεταξύ μεντόρων και εκ­ παιδευτικών και η εναλλαγή ρόλων μέσα στην ομάδα, η οποία μεταξύ άλλων θα αναπτύξει την ενσυναίσθηση και θα διαμορφώσει τις προϋ­ ποθέσεις για συνεργασία με άλλους εκπαιδευτικούς. • Η ανάπτυξη κριτικού αναστοχασμού, ο οποίος δεν επιτυγχάνεται τόσο με την αυτοπαρατήρηση όσο με την ετεροπαρατήρηση. Το πρότυ­ πο-μοντέλο δεν λειτουργεί δηλαδή για την επίδειξη έτοιμων μορφών συμπεριφοράς, όπως συμβαίνει συνήθως στο πλαίσιο της παραδο­ σιακής άσκησης, αλλά προωθεί τον κριτικό αναστοχασμό, τη δημι­ ουργική ανάπτυξη και λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού. Τι γίνεται σήμερα; Όπως αναφέραμε, ελάχιστα Τμήματα προσφέρουν μικροδιδασκαλία, ενώ σε άλλα οι φοιτητές εισέρχονται κατευθείαν στην πρακτική άσκηση σε κανονικές συνθήκες διδασκαλίας στο σχολείο. Μετά τη μικροδιδασκαλία τι;; Ακολουθεί η εισαγωγική επιμόρφωση στα ΠΕΚ, στην οποία προβάλλεται η μικροδιδα­ σκαλία. Στην πραγματικότητα, αν γίνεται, δεν πρόκειται για μικροδιδασκα­ λία αλλά πρόκειται κατά κανόνα για κανονική διδασκαλία απλώς μικρότερης χρονικής διάρκειας. Η μικροδιδασκαλία αναδύεται στο Μαράσλειο Διδασκα­ λείο και μετά εξαφανίζεται από τον ορίζοντα. Φαίνεται ότι τουλάχιστον κατ’ όνομα, δηλ. παρά την άστοχη χρήση του όρου, γίνεται προσπάθεια ανάδει­ ξης της τεχνικής. Ποια είναι τα πρόσωπα που θα αγωνισθούν στο σχολείο; Μέντορας, νεο­ διοριζόμενος εκπαιδευτικός, εκπαιδευτικοί του σχολείου, Σχολικός Σύμβου­ λος, Διευθυντής του Σχολείου. Μια πρώτη σκέψη θα ήταν αυτά τα πρόσωπα να αποτελέσουν μια συμπαγή ομάδα, η οποία θα ασκείται με μικροδιδασκα­ λία και μικρομαθήματα στο Εργαστήριο του σχολείου στο πλαίσιο μιας ενδο­ σχολικής επιμόρφωσης. Τα αποτελέσματα της άσκησης θα μεταφέρονται και θα ενσωματώνονται κατ’ αρχήν στη διδασκαλία του νεοδιόριστου εκπαιδευ­ τικού. Αν δεν έχουμε ψευδαισθήσεις, αυτό το αιθεροβάμον σχήμα δεν μπο­ ρεί να λειτουργήσει εύκολα, γιατί απαιτείται επιπλέον χρόνος και πρόσθετη απασχόληση, και επομένως πολιτική βούληση και συμφωνία εκπαιδευτικών και πολιτείας για την υλοποίησή του. 526 Εισηγητής ΤΙΤΛΟΣ Τι μπορεί να γίνει; Μεταφορά της μικροδιδασκαλίας μέσα στην τάξη σε πραγματικές συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας. Τώρα θα είναι κατ’ ευφημισμόν μικροδιδα­ σκαλία, δηλαδή δεν θα τηρούνται αυστηρά οι αρχές της, πράγμα που είναι εξάλλου από τα πράγματα αδύνατον. Η πρώτη προσπάθεια άσκησης συμπε­ ριφοράς του νεοδιοριζόμενου εκπαιδευτικού θα γίνεται την μια ημέρα, η δεύ­ τερη προσπάθεια την άλλη ημέρα κ.ο.κ. Μια άλλη απόκλιση: δεν θα βιντεο­ σκοπείται. Σημαντικός εδώ είναι ο αναστοχασμός, ο οποίος θα στηρίζεται στις παρατηρήσεις του μέντορα και στον τρόπο που βιώνει ο εκπαιδευτικός την όλη διαδικασία. Αυτόν τον τρόπο με τον οποίο βιώνει ο νεοδιόριστος εκπαι­ δευτικός τη διδασκαλία του θα τον διατυπώνει γραπτώς με τη μορφή αυτο­ αξιολόγησης. Θα ακολουθεί συζήτηση με τον μέντορα. Ο σχεδιασμός και η ανατροφοδοτική συζήτηση θα γίνονται στο Εργαστήριο ίσως σε κενές ώρες. Ο μέντορας επιβάλλεται να έχει μειωμένο ωράριο. Ο Σχολικός Σύμβουλος θα έχει συνεργασία με τον μέντορα και τον νεοδιόριστο εκπαιδευτικό και θα μπαίνει περιοδικά στην τάξη για να παρατηρεί τη διδασκαλία και τη συμπε­ ριφορά του νεοδιόριστου εκπαιδευτικού, ώστε να διαπιστώνεται η ταύτιση ή και η απόκλιση των παρατηρήσεών του από αυτές του μέντορα. Αυτό εί­ ναι άκρως επιβεβλημένο, καθώς δεν αφήνει εκτεθειμένο τον νεοδιόριστο εκ­ παιδευτικό στις όποιες μεροληπτικές παρατηρήσεις του ενός παρατηρητή. Ασφαλώς ο μέντορας αλλά και ο σχολικός σύμβουλος, όπως και οποιοσδή­ ποτε εκπαιδευτικός ή εκπαιδευτής θα πρέπει να έχει ασκηθεί στην Παρατή­ ρηση πριν παρατηρήσει. Πέρα από αυτήν την αξιοποίηση της μικροδιδασκαλίας θα μπορούν να σχε­ διάζονται καινοτόμες προσεγγίσεις στο Εργαστήριο με τη μορφή μικρομαθη­ μάτων με τη συμμετοχή Σχολικού Συμβούλου Μέντορα, Διευθυντή, νεοδιό­ ριστου εκπαιδευτικού και όλων των εκπαιδευτικών του σχολείου, και αυτών των ειδικοτήτων, της ειδικής αγωγής, της αγγλικής, του γυμναστή, μουσικού κλπ. Περιοδικά θα διδάσκει στην τάξη ένας από αυτήν την ομάδα την καινο­ τόμο προσέγγιση ίσως μια φορά τον μήνα. Ο νεοδιόριστος εκπαιδευτικός θα επιλέγει σε συνεργασία με τον μέντορα από αυτά τα οποία επεξεργάσθηκε η ομάδα αυτά που μπορούν να εφαρμοσθούν στην τάξη του. Τι άλλο θα κάνει ο σχολικός σύμβουλος; Θα συγκεντρώνει τους μέντορες και τους διευθυντές της περιοχής του καθώς και τους νεοδιόριστους εκπαι­ δευτικούς και θα καταστρώνουν σχέδιο δράσης Απαιτείται καλός προγραμ­ ματισμός, βραχυπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος. Τι διδασκαλίες θα γίνουν, με ποιο σκοπό, ποιες δεξιότητες και ικανότητες αναμένεται να αναπτύξει ο νεοδιόριστος εκπαιδευτικός; Τι άλλο θα κάνει ο διευθυντής; Θα εξασφαλίζει το καλό κλίμα στο σχολείο και στις σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών. 527 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Το σχολείο θα πρέπει να διαθέτει μιαν αίθουσα-Εργαστήριο, στην οποία θα σχεδιάζονται η παρατήρηση και ανάλυση της διδασκαλίας, η οργάνωση και η μεθόδευσή της κλπ. και ακόμα θα είναι χώρος αναστοχασμού και διαλόγου. Ασφαλώς ο μέντορας χρειάζεται σχετική επιμόρφωση, ώστε να ανταπο­ κριθεί στο έργο του. Αυτήν την επιμόρφωση θα μπορούσαν να την αναλά­ βουν τα Διδασκαλεία, τα οποία σημειωτέον κινδυνεύουν να περιέλθουν σε αφάνεια. Για την ευόδωση του θεσμού είναι απαραίτητη τόσο η συνεργασία του με τον σχολικό σύμβουλο, ο οποίος θα πρέπει να είναι η αφετηρία και η βάση οποιασδήποτε επιμορφωτικής προσπάθειας, όσο και με τον διευθυ­ ντή του σχολείου, ο οποίος θα είναι ο συμπαραστάτης του μέσα στο σχολείο (Α.Williams & St. Prestage, 2002, 35). Στο πλαίσιο της επιμόρφωσής του θα πρέπει να ασκηθεί ανάλογα, διαφορετικά θα αναδειχθούν δυσλειτουργίες και προβλήματα κατά την καθημερινή και στενή συνεργασία του με τους (νεοδιο­ ριζόμενους) εκπαιδευτικούς. Ασφαλώς θα πρέπει να αντιμετωπισθούν διάφορα προβλήματα. Πριν καν σχεδιασθεί ο νέος θεσμός, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη διαμάχη και τις αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις για επίμαχα θέματα. Σε αυτά συγκα­ ταλέγονται τα κριτήρια επιλογής του μέντορα, το ενδεχομένως μειωμένο ωρά­ ριο, η αξιολόγηση του νέου εκπαιδευτικού, το βαθμολόγιο και μισθολόγιο κλπ. Ο μέντορας, όπως εξάλλου κάθε εκπαιδευτικός και εκπαιδευτής, πρέπει να: • διακρίνεται από ενσυναίσθηση, • διαθέτει επιστημονική κατάρτιση και εμβάθυνση σε θέματα διδασκα­ λίας, την οποία έχει αποκομίσει και κερδίσει από τις σπουδές του, την πείρα και την έρευνα. Η ενσυναίσθηση από μόνη της δεν αρκεί. • έχει αποκτήσει και να χειρίζεται κοινωνικές δεξιότητες για καλές δι­ απροσωπικές σχέσεις. Εξ άλλου αυτό είναι και ένα στοιχείο της επι­ στημονικής του εμβρίθειας. Τι σημαίνει αυτό;: να δείχνει ενδιαφέρον, να μπορεί να ακούει και να σιωπά, να αναστοχάζεται, να δίνει συμ­ βουλές και επανατροφοδότηση κλπ. (K.-H. Arnold et al., 2011, 151, Ul. Handke, 2004, 60). Εκ των πραγμάτων πρέπει να έχει μειωμένο ωράριο, καθώς θα είναι ανά­ γκη να συνεργάζεται με τους (νεοδιοριζόμενους) εκπαιδευτικούς, τον σχο­ λικό σύμβουλο και τον διευθυντή και εκτός ωραρίου εντός του σχολείου και εκτός αυτού, με αποτέλεσμα οι ώρες απασχόλησής του να είναι έτσι κι αλ­ λιώς περισσότερες. Ο μέντορας σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα αποτελεί τίτλο τιμής στον χώρο του σχολείου στο οποίο υπηρετεί και χαίρει της ανα­ γνώρισης και της εκτίμησης των συναδέλφων του προσφέροντας την πρό­ σθετη βοήθειά του συνήθως αμισθί. Είναι βέβαιο ότι αν η επιμορφωτική προσπάθεια λειτουργήσει ασυντόνι­ 528 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ στα και περιορισθεί μόνον στις κενές ώρες στη διάρκεια της ημέρας με παρα­ τήρηση του εκπαιδευτικού-προτύπου, θα εκφυλισθεί σε στείρα καθοδήγηση χωρίς ενιαίο σχεδιασμό και επανατροφοδοτική λειτουργία. Το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα θα προκύψει αν μέντορας και νεοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός δεν έχουν διαρκή ή έστω συχνή επαφή και επικοινωνία με μια συγκεκριμένη τάξη. Αν ο μέντορας ‘επισκέπτεται’ την τάξη του νεοδιοριζόμενου ή ο δεύτε­ ρος την τάξη του πρώτου περιστασιακά, χωρίς πρόγραμμα και συντονισμό, τότε διακυβεύεται η όλη προσπάθεια. Με μια τέτοια ρύθμιση υπονοείται ότι ο μέντορας είναι η αδιαμφισβήτητη αυθεντία και ως τέτοια αντιμετωπίζει τον νέο εκπαιδευτικό. Ο νεοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός δεν είναι ωστόσο μια ανε­ πεξέργαστη και αδούλευτη ύλη, την οποία καλείται να διαπλάσει ο μέντορας, αποτελώντας για αυτόν το αψεγάδιαστο ‘μοντέλο’. Αντιθέτως ο νεοδιοριζό­ μενος εκπαιδευτικός κατέχει γνώσεις, και μάλιστα σε επιστημονικό επίπεδο ίσως να πλεονεκτεί σε σύγκριση με τον μέντορά του. Από την επικοινωνία και τη σχέση τους ωφελούνται και οι δύο, καθώς ο εκπαιδευτικός δοκιμάζεται στην πράξη, ενώ ο μέντορας αναβαπτίζεται στη θεωρία. Όπως τουλάχιστον εξαγγέλθηκε, ο μέντορας θα εποπτεύει μόνον τους νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς. Θα πρέπει ωστόσο, τουλάχιστον σε εθελο­ ντική βάση, να μην αποκλείει τους ήδη υπηρετούντας. Η επιλογή ασφαλώς θα δημιουργήσει προστριβές μεταξύ μεντόρων και εκπαιδευτικών στον χώρο του σχολείου, καθώς οι πρώτοι προφανώς θα αμείβονται περισσότερο ή θα έχουν μειωμένο ωράριο και επιπροσθέτως θα θεωρούνται ‘ικανότεροι’ λόγω της επιλογής τους. Εξάλλου η διαμόρφωση των κριτηρίων επιλογής είναι προ­ βληματική, καθώς ούτε οι σπουδές και δημοσιεύσεις ούτε η εμπειρία και οι επιμορφώσεις μπορούν να εξασφαλίσουν μια στέρεη βάση ερήμην των επικοι­ νωνιακών δεξιοτήτων και της διάθεσης των νέων μεντόρων να υπηρετήσουν τον θεσμό. Αν ως μέντορες αναλάμβαναν σε εθελοντική βάση, δηλαδή χωρίς διαδικασία επιλογής, έμπειροι εκπαιδευτικοί και συνεργάζονταν με δύο νεο­ διόριστους εκπαιδευτικούς, τότε θα λειτουργούσαν όλοι επιμορφωτικά, πά­ ντοτε με τη στήριξη του σχολικού συμβούλου, ο οποίος θα εξασφάλιζε την επιστημονική επάρκεια σχετικά με νέα Αναλυτικά Προγράμματα και Σχολικά Εγχειρίδια, με νέες μορφές εργασίας κλπ. Σε μια τέτοια σύνθεση οι νεοδιόρι­ στοι θα προσκόμιζαν τις νέες ιδέες από τις πανεπιστημιακές τους σπουδές, ενώ οι ‘μέντορες’ όχι μόνο θα πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια με την εμπειρία τους, αλλά και θα αναβαπτίζονταν οι ίδιοι στις νέες ιδέες. Αν υπάρχει μεγάλη προσφορά υποψηφίων μεντόρων, τότε θα μπορούν να παραχωρούν τη θέση τους μετά ένα χρόνο σε άλλους. Σε ό,τι αφορά τον διευθυντή του σχολείου, αυτός θα ρυθμίζει και θα οργανώνει αυτές τις μικρές επιμορφωτικές ομάδες του σχολείου του, ενώ ο σύμβουλος θα τις εποπτεύει επιστημονικώς με τη βοήθεια του διευθυντή. Αν ο θεσμός του μέντορα δεν θα αναφέρεται απο­ 529 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κλειστικά σε νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς, τότε θα μπορούσαν όλοι οι εκ­ παιδευτικοί να διαμορφώσουν ομάδες και να εναλλάσσονται στον ρόλο του μέντορα-επόπτη και των παρατηρούμενων εκπαιδευτικών. Σε μια τέτοια πε­ ρίπτωση θα εξασφαλιζόταν καλύτερα η συνεργασία και η αλληλοστήριξη και θα προωθείτο ο επαγγελματικός διάλογος. Μια ίσως καλή λύση θα ήταν το ίδιο το σχολείο να προτείνει ως μέντορα έναν εκπαιδευτικό γενικής αποδοχής, δηλαδή από τα σπλάχνα του, όχι τόσο, όπως αναφέραμε, λόγω της εμπειρίας του όσο λόγω των κοινωνικών του δε­ ξιοτήτων και της διάθεσής του να αναβαπτίζεται στην επιστημονική θεωρία και έρευνα. Αν η επιλογή των μεντόρων ακολουθήσει την πρακτική της επι­ λογής των σχολικών συμβούλων, πιστεύουμε ότι ο θεσμός δεν θα λειτουργή­ σει ομαλά. Και αυτό, γιατί ο σχολικός σύμβουλος επισκέπτεται πολλά σχολεία και κατά κανόνα δεν διδάσκει στα σχολεία που εποπτεύει και δεν ζυμώνεται με την καθημερινότητα του κάθε σχολείου. Αντίθετα ο μέντορας θα διδάσκει καθημερινά στο σχολείο ερχόμενος σε επικοινωνία με τους συναδέλφους του. Θα πρέπει λοιπόν η συναισθηματική αποδοχή του να είναι κατά το δυ­ νατόν δεδομένη. Αναζητείται λοιπόν για την επιλογή των μεντόρων μια λύση που θα εξασφαλίζει την επαφή με τη σχολική πραγματικότητα αλλά συγχρό­ νως και την απομάκρυνση από αυτήν, ώστε να μη δηλητηριασθεί το σχολικό κλίμα, δηλαδή μια λύση μέσα και έξω από το σχολείο. Κατά τη γνώμη μας τα Πανεπιστήμια και συγκεκριμένα οι διδάσκοντες σε αυτά οι οποίοι έχουν μια καλή επαφή με τη σχολική πραγματικότητα, π.χ. οι διδάσκοντες το μάθημα της Διδακτικής Μεθοδολογίας και της Πρακτικής Άσκησης, θα μπορούσαν να αναλάβουν αποκλειστικά αυτό το έργο με την εκτέλεση μικρομαθημάτων. Ασφαλώς τα μικρομαθήματα δεν θα τα αναλάβει μόνον ο μέντορας αλλά ο νεοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός, ώστε να διαπιστωθεί όχι μόνον τι γνωρίζει ο μέντορας, πράγμα που ίσως είναι το έλασσον, αλλά πώς συμβουλεύει. Ένας αλαζονικός και υπερόπτης, φιλόνικος και εριστικός μέντορας, όπως εξάλλου και οποιοσδήποτε εκπαιδευτής και εκπαιδευτικός οποιασδήποτε βαθμίδας θα υπηρετήσει την εκπαίδευση παραιτούμενος από αυτήν. Το λάθος που συ­ νήθως γίνεται είναι να ελέγχονται η επιστημονική –διδακτική κατάρτιση ερή­ μην των κοινωνικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Αυτοί οι άνθρωποι θα εί­ ναι σύμβουλοι ανθρώπων, δεν θα χειρίζονται μηχανές. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ελεγχθεί και η συμβουλευτική τους δεινότητα αλλά και η διάθεσή τους για συνεργασία και υπηρέτηση ομαδικού πνεύματος. Η εποπτεία και συνεργασία δύο νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών από τον μέντορα, αποτελεί μια δαπανηρή αλλά αποτελεσματική λύση. Βέβαια οι μέ­ ντορες και οι νεοδιοριζόμενοι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να συνεργάζονται και μεταξύ τους αποτελώντας μιαν ομάδα, η οποία θα συναποφασίζει και θα συ­ μπράττει. Για να είναι αποτελεσματική η επιμόρφωση, θα πρέπει τόσο ολό­ 530 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ κληρη αυτή η ομάδα όσο και οι υποομάδες με τον μέντορα και τους εκπαι­ δευτικούς του να συναντώνται στο σχολείο και να σχεδιάζουν τις ενέργειές τους και να τις αξιολογούν, ανατροφοδοτώντας και επαναπροσδιορίζοντας τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της διδασκαλίας τους. Τα ΠΕΚ δεν πρέπει να παραγκωνισθούν, ούτε ο μέντορας να μείνει παρο­ πλισμένος και αβοήθητος στον χώρο του σχολείου. Αυτό ισχύει και για τον σχολικό σύμβουλο αλλά και τον διευθυντή του σχολείου. Θα μπορούσαν δη­ λαδή τα ΠΕΚ να εξακολουθήσουν να προσφέρουν εισαγωγική επιμόρφωση με διαφορετικό τώρα πρόγραμμα και να λειτουργήσουν ως γέφυρα του νεο­ διόριστου εκπαιδευτικού από το πανεπιστήμιο στη σχολική αίθουσα και στον μέντορα, όπως ήδη αναφέραμε στην αρχή της εισήγησής μας. Συγκεκριμένα μετά μια σύντομη θεωρητική ενημέρωση θα ακολουθεί άσκηση στην παρα­ τήρηση, ασκήσεις μικροδιδασκαλίας και αναστοχασμός, μελέτη περιπτώσε­ ων, μικρομαθήματα με διάφορες μορφές εργασίας κλπ. Με την κατάργηση των ΠΕΚ ελλοχεύει ο κίνδυνος να μείνει μετέωρος ο μέντορας στον χώρο του σχολείου και μαζί με αυτόν και ο (νεοδιόριστος) εκπαιδευτικός, καθώς θα έχει διαρραγεί το επιμορφωτικό δίκτυο. Εξάλλου η μετεκπαίδευση στα Διδασκα­ λεία πνέει και αυτή τα λοίσθια, μια πραγματικότητα που προοιωνίζεται κακή έκβαση των επιμορφωτικών προσπαθειών γενικότερα. Συμπεράσματα-Πρόταση Ο θεσμός του μέντορα αποτελεί μιαν καλή ευκαιρία για να εγκαινιασθεί ένας απροκατάληπτος επαγγελματικός διάλογος, ο οποίος από μόνος του μπορεί να λειτουργήσει επιμορφωτικά. Μάλιστα θα πρέπει να διευρυνθεί και να συ­ μπεριλάβει μαζί με τους νεοδιόριστους και όλους τους εκπαιδευτικούς, προ­ ωθώντας την ενδοσχολική επιμόρφωση. Τόσο αυτή η συγκεκριμένη όσο και οποιασδήποτε μορφής επιμόρφωση δεν πρέπει να εφαρμόζεται ερήμην της παρεχόμενης εκπαίδευσης στους υποψήφιους εκπαιδευτικούς στα Παιδα­ γωγικά Τμήματα και στις καθηγητικές σχολές τουλάχιστον αναφορικά με την πρακτική άσκηση. Με άλλα λόγια Πανεπιστήμια, Διδασκαλεία, ΠΕΚ, σχολικός σύμβουλος, διευθυντής του σχολείου και μέντορας δεν πρέπει να λειτουρ­ γούν αποσπασματικά και ασυντόνιστα. Ο μέντορας, ασφαλώς μαζί με το σχο­ λικό σύμβουλο, είναι το πρόσωπο-κλειδί για τη σύνδεση θεωρίας και πράξης Η πρακτική άσκηση στο Πανεπιστήμιο με αιχμή του δόρατος τη μικροδι­ δασκαλία και τα μικρομαθήματα θα πρέπει να εκβάλει στο επιμορφωτικό δί­ κτυο και να συνεχίζεται στο σχολείο. Η μικροδιδασκαλία, η οποία απουσιάζει από τους Οδηγούς Σπουδών των περισσότερων Σχολών και Τμημάτων εκπαί­ δευσης εκπαιδευτικών, αναλύοντας το σύνθετο φαινόμενο της διδασκαλίας 531 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ βοηθά τόσο τον ασκούμενο εκπαιδευτικό όσο και όλα τα μέλη της ομάδας μι­ κροδιδασκαλίας στον κριτικό αναστοχασμό με αφορμή τις επιλογές κατά τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της διδασκαλίας. Η μεγάλη προσφορά της πέ­ ραν των άλλων είναι και η συνεργασία την οποία από τη φύσης της επιβάλ­ λει. Δυστυχώς σύμφωνα με τον κανόνα, δεν έχουμε μάθει να συνεργαζόμαστε όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στο πανεπιστήμιο. Πόσοι πανεπιστημιακοί συ­ νεργάζονται μεταξύ τους, πόσοι σχολικοί σύμβουλοι, πόσοι διευθυντές ακό­ μα και παρακείμενων σχολείων, πόσοι εκπαιδευτικοί; Η ομάδα, συγκεκριμέ­ να της μικροδιδασκαλίας, αρχής γενομένης από το πανεπιστήμιο, μπορεί να απαλείψει τις προκαταλήψεις και να δρομολογήσει την ‘παθημάτων κάθαρσιν’. Στον χώρο του σχολείου η ομάδα της μικροδιδασκαλίας, αποτελούμενη από τον μέντορα και τους (νεοδιοριζόμενους) εκπαιδευτικούς και πλαισιωμέ­ νη από τον σχολικό σύμβουλο και τον διευθυντή του σχολείου, θα εξασφαλί­ σει την με μικρά βήματα προσέγγιση του πολύπλοκου και πολύπλευρου έργου του εκπαιδευτικού. Η συγκεκριμένη ομάδα σε κάθε σχολείο θα προσφέρει με την εναλλαγή των ρόλων διδάσκοντος και διδασκομένων και μιαν πρόσθετη δυνατότητα: να συζητηθούν θέματα και προβλήματα αγωγής και διδασκαλί­ ας από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Στο πλαίσιο της δυναμικής της ομάδας κάθε μέλος της θα έρχεται σε γόνιμη αντιπαράθεση όχι μόνο με τα άλλα μέλη αλλά και με τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να συνειδητοποιεί τη συμπεριφο­ ρά του και αναλόγως να την τροποποιεί και να την μεταβάλλει. Ο παραγκωνι­ σμένος σχολικός σύμβουλος θα αναλάβει ενεργό επιμορφωτικό ρόλο, καθώς θα επιβλέπει και θα εποπτεύει, ενώ ο διευθυντής θα συντονίζει λειτουργώ­ ντας ως συνδετικός κρίκος μεταξύ μέντορα και σχολικού συμβούλου και θα αποτελεί το συναισθηματικό βαρόμετρο μέσα στο σχολείο. Λυδία λίθος για την επιτυχία του θεσμού είναι πέρα από τα κίνητρα η συ­ ναισθηματική σχέση και η εμπιστοσύνη μεταξύ μεντόρων και εκπαιδευτικών.. Ο Μέντωρ καλείται λοιπόν κατά την εποπτεία του νεοδιοριζόμενου Τηλέμα­ χου να μεταμορφωθεί όχι σε Αθηνά αλλά σε πατέρα-Οδυσσέα, ο οποίος τώρα δεν θα μάχεται ‘τñλε’ αλλά δίπλα του. Βιβλιογραφία Arnold, K.-H., Hascher, T., Messner, R., Niggli, A., Patry, J-L. & Rahm, S. (2011). Empowerment durch Schulpraktika. Bad Heilbrunn, Klinkhardt Edwards, A.(1998). Mentoring Student Teachers in Primary Schools: assisting student teachers to become learners. In: European Journal of Teacher Education, 21,1, 47-62 Flagmeyer, D., Dietze-Muennich, U. & Strietzel, A. (2002). Schule als Studienfeld. 532 Ιωάννης Βρεττός ΜΕΝΤΩΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ (ΝΕΟΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ Die ersten schulpraktischen Studien vorberereiten. Leipziger Universitaetsverlag Handke, Ul. (2004). Der Mutmacher. Ratgeber fuer den Berufseinstieg. Berlin, Cornelsen Scriptor Haß, Fr., Oettler, J. & Thomale, R. (2008). Lehrerausbildung in der Schule. Stuttgart, Klett Καλαϊτζοπούλου, Μ. (2001). Ο εκπαιδευτικός ως στοχαζόμενος επαγγελματίας. Αθήνα, τυπωθήτω Καψάλης, Αχ. & Βρεττός, Ι. (2010). Μικροδιδασκαλία και άσκηση διδακτικών δεξι- οτήτων. Β΄ έκδοση. Αθήνα Kilic, A. (2010). Learner-centered Microteaching in Teacher Education. In: International Journal of Instruction, 3, 1, 77-100 Kliebisch, U. & Meloefski, R. (2006). Lehrer Sein. Paedagogik fuer die Praxis. Baltmannsweiler, Schneider Verlag Mergler, A. & Tangen, D. J. (2010). Using microteaching to enhance teacher efficacy in pre-service teachers. In: Teaching Education, 21, 2, 199-210 Williams, A. & Prestage, St. (2002). The Induction Tutor: mentor, manager or both? In: Mentoring & Tutoring, 10,1, 35-46 Ιωάννης Βρεττός Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Ιπποκράτους 20, 10680 Αθήνα

[email protected]

533 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαιδευτική ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ Πολιτική και Ποιότητα στην Εκπαίδευση Για μια ποιοτική εκπαίδευση εκπαιδευτικών: Λόγοι και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης Εισαγωγή: Η έμφαση στην ποιότητα των εκπαιδευτικών στο σύγχρονο εκπαιδευτικό λόγο Σε πρόσφατη έρευνα με τίτλο «Πώς τα συστήματα με τις καλύτερες επιδό­ σεις στον κόσμο έφτασαν στην κορυφή» (McKinsey&Co, 2007), οι ερευνητές της McKinsey & Company1, αναλύοντας τα ποσοτικά δεδομένα των διαγωνι­ σμών PISA σε συνάρτηση με ποιοτικά δεδομένα των εκπαιδευτικών συστημά­ των των χωρών που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα, προέβαλαν τη θέση ότι «η ποιότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποι­ ότητα των εκπαιδευτικών του» και παρατηρούσαν: «Τα εκπαιδευτικά συστήματα με τις καλύτερες επιδόσεις προσελκύουν σε σταθερή βάση περισσότερο ικανούς ανθρώπους στο εκπαιδευτικό επάγγελμα, πράγμα που οδηγεί σε καλύτερα μαθητικά αποτελέσματα. Αυτό το καταφέρ­ νουν κάνοντας την εισαγωγή στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών εξαιρετικά επιλεκτική, αναπτύσσοντας αποτελεσματικές διαδικασίες για την επιλογή των κατάλληλων υποψηφίων και πληρώνοντας καλούς (αλλά όχι εξαιρετικούς) ει­ σαγωγικούς μισθούς. Κάνοντας σωστά αυτά τα ουσιώδη ανεβάζουν το status του επαγγέλματος, διευκολύνοντας την προσέλκυση ακόμη καλύτερων υπο­ ψηφίων» (McKinsey & Co, 2007: 16) 1. Η εταιρεία McKinsey&Company δραστηριοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο στους τομείς των συμβούλων επιχειρήσεων και του ανθρώπινου δυναμικού, συνεργαζόμενη με κυβερνήσεις και μεγάλους οργανισμούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (βλ. σχετικά http://www.mckinsey.com/About_us). Στον τομέα της εκπαίδευσης δρα ως οργανισμός παροχής υπηρεσιών διαχείρισης, κυρίως στον Αγγλοσαξονικό χώρο, αλλά και ως φορέας επιχειρησιακής έρευνας για την εκπαίδευση. 534 Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά της σημασίας που αποδίδεται στο εκπαιδευ­ τικό επάγγελμα για την επίτευξη των στόχων των εκπαιδευτικών συστημάτων, ιδιαίτερα σήμερα, που η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδης παρά­ γοντας της οικονομικής ανάπτυξης και της βελτίωσης της διεθνούς ανταγω­ νιστικότητας των χωρών, στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας οικονομίας της γνώ­ σης (βλ. π.χ. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, 2000, Sahlberg&Oldroyd, 2010). Σε αυτό το πλαίσιο είναι επόμενο να αυξάνονται συνεχώς οι απαιτήσεις από τα προ­ γράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών, στην κατεύθυνση της κατάρτισης ενός εκπαιδευτικού δυναμικού το οποίο θα είναι σε θέση να υλοποιήσει τους εκ­ παιδευτικούς στόχους του σχολείου σε ένα περιβάλλον που θεωρεί ότι η εκ­ παίδευση μπορεί να αποτελέσει «πανάκεια» για μια σειρά από οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ένα από τα κύρια ζητήματα αναφο­ ρικά με την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών σε ολόκληρο τον κόσμο αφορού­ σε την αναβάθμισή της ώστε να υλοποιείται από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, αντίστοιχα κυρίαρχα ζητή­ ματα αποτελούν, αφενός η περαιτέρω αύξηση του επιπέδου σπουδών (π.χ. στο επίπεδο του πρώτου μεταπτυχιακού κύκλου σπουδών) για την πρόσβαση στο εκπαιδευτικό επάγγελμα, και αφετέρου η υποχώρηση του «εμπροσθοβα­ ρούς» μοντέλου εκπαίδευσης εκπαιδευτικών με την ένταξη της αρχικής κα­ τάρτισης σε ένα επαγγελματικό/ μαθησιακό συνεχές, το οποίο ξεκινά από τις διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων εκπαιδευτικών, περιλαμβάνει τις βασι­ κές σπουδές τους και την περίοδο μύησής τους στο εκπαιδευτικό επάγγελμα και συνεχίζεται με τη δια βίου επαγγελματική τους ανάπτυξη (OECD, 2005, Buchberger et al, 2000). Στο περιορισμένο πλαίσιο αυτής της εισήγησης θα εξεταστούν οι λόγοι και οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκφράζουν τις παραπάνω τά­ σεις, στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας «ποιοτικής» εκπαίδευσης εκ­ παιδευτικών στην Ευρώπη. Λόγος και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών Η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών αποτέλεσε ένα από τα ζητήματα με τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση ασχολήθηκε συστηματικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οι αντιλήψεις της Ένωσης ως προς τη σημασία της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, αλλά και ως προς το δικό της ρόλο σ’ αυτό το ζήτημα, γί­ νονται ιδιαίτερα εμφανείς σε μια σειρά κοινοτικών κειμένων, τα σημαντικότε­ ρα από τα οποία είναι, πρώτον, το «Πράσινο Βιβλίο για την Ευρωπαϊκή Διάστα­ 535 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ση στην Εκπαίδευση» που κυκλοφόρησε το 1993, δεύτερον, το «Λεπτομερές πρόγραμμα των επακολουθών εργασιών σχετικά με τους στόχους των συ­ στημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ευρώπη» που υιοθετήθηκε το 2002 και αποτέλεσε τη βάση πολλών από τις εκπαιδευτικές παρεμβάσεις της Ένωσης μέχρι το 20102, και, τρίτον, τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων που ασχολήθηκαν με την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών κατά την τελευταία δεκαετία. Στο «Πράσινο Βιβλίο», που κυκλοφόρησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή λίγο μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δινόταν έμφαση στο ρόλο της εκπαίδευσης εκπαιδευτικών (α) για την «προαγωγή της παιδα­ γωγικής καινοτομίας και την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής διάστασης στη διδα­ σκαλία», με την έννοια «της μάθησης για τις διάφορες πλευρές της Ευρώπης του σήμερα και την κατασκευή της για το αύριο», (β) για την ανάπτυξη «πο­ λυγλωσσικών και πολυπολιτισμικών» ικανοτήτων και της χρήσης της «κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς» (CEC, 1993: 9-10). Σε αυτό το πλαίσιο «οι εκπαι­ δευτικοί και οι εκπαιδευτές πρέπει να παίζουν σημαντικό ρόλο στον προσδιο­ ρισμό και την εισαγωγή των νέων τομέων στη διδασκαλία», τόσο στο περιεχό­ μενο όσο και στην πρακτική εφαρμογή τους (CEC, 1993: 9) και προτεινόταν η συνεργατική ανάπτυξη μαθησιακών υλικών για τη γλωσσική διδασκαλία, συ­ στημάτων πολυμέσων για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, καινοτομικών δι­ δακτικών προσεγγίσεων και η ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών. Ο ρό­ λος της Κοινότητας αφορούσε στη διευκόλυνση της διεθνούς συνεργασίας, της κινητικότητας και των ανταλλαγών μεταξύ των ιδρυμάτων εκπαίδευσης εκπαιδευτικών, μέσα από τη δημιουργία συμπράξεων και δικτύων και την αξι­ οποίηση πιλοτικών δράσεων, αποβλέποντας στη δημιουργία «προστιθέμε­ νης αξίας» (CEC, 1993: 5) για τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης (CEC, 1993: 13). Χαρακτηριστικό των τότε αντιλήψεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν ότι το «Πράσινο Βιβλίο» δεν επιχειρούσε να προσδιορίσει περισσότερο τα χαρα­ κτηριστικά μιας «ποιοτικής» εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών και άφηνε έξω από τη συζήτηση το κατά πόσο οι εθνικές πολιτικές των κρατών μελών συ­ νέβαλαν στη διαμόρφωση εκπαιδευτικών που θα μπορούσαν να ανταποκρι­ θούν στους ρόλους που περιέγραφε, ή, ακόμη περισσότερο, να εργαστούν σε μια άλλη χώρα της Ένωσης. Το «Λεπτομερές πρόγραμμα των επακολουθών εργασιών σχετικά με τους στόχους των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ευρώπη» (Ευρω­ 2. Για μια συνολικότερη διαπραγμάτευση της αλλαγής της προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εκπαίδευση βλ. ενδεικτικά Ertl, 2006, Pasias & Rous­ sakis, 2009. 536 Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ παϊκό Συμβούλιο, 2002), το οποίο αποτέλεσε τη θεσμική βάση του Προγράμμα­ τος «Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010», για την επίτευξη των στόχων της «Στρα­ τηγική της Λισαβόνας» για την εκπαίδευση βρισκόταν σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Στο πλαίσιο του «Στρατηγικού Στόχου 1» εντάχθηκε η «βελτίω­ ση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών», και τέθηκαν τέσσερα «κύρια ζητήματα» που πρέπει να αντιμετωπιστούν από τα εκ­ παιδευτικά συστήματα των κρατών μελών: • Να προσδιοριστούν οι δεξιότητες που θα πρέπει να διαθέτουν οι εκ­ παιδευτικοί και οι εκπαιδευτές βάσει των μεταβαλλόμενων ρόλων τους στο πλαίσιο της κοινωνίας της γνώσης. • Να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επαρκή υποστήριξής τους ώστε να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κοινωνίας της γνώσης, μεταξύ άλλων μέσω της αρχικής κατάρτισης και της συνεχούς επιμόρ­ φωσης στην προοπτική της δια βίου μάθησης. • Να εξασφαλιστεί η επάρκεια ατόμων τα οποία θα ασχοληθούν επαγ­ γελματικά με τη διδασκαλία, καθιστώντας ελκυστικότερο το επάγγελ­ μα του εκπαιδευτικού. • Να ενισχυθεί η προσέλκυση ατόμων που έχουν επαγγελματική πείρα σε άλλους τομείς, ώστε να εργασθούν ως εκπαιδευτικοί. Ταυτόχρονα προτείνονταν ενδεικτικά τρεις δείκτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μέτρηση της προόδου στην επίτευξη του «στρατη­ γικού στόχου»: • Έλλειψη/πλεόνασμα προσοντούχων εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών στην αγορά εργασίας. • Εξέλιξη του αριθμού των αιτούντων για προγράμματα επιμόρφωσης (εκπαιδευτικοί και εκπαιδευτές). • Ποσοστό εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών που ακολουθούν συνεχή επαγγελματική επιμόρφωση. Είναι φανερό ότι τα ζητήματα που έθετε ο «στρατηγικός στόχος 1.1» του «Λεπτομερούς προγράμματος» αντιπροσώπευαν μια αντίληψη για την εκπαί­ δευση των εκπαιδευτικών διαφορετική από αυτήν που εμφάνιζε η Ένωση πριν το 2000. Θα μπορούσε κανείς να τη συνοψίσει στη θέση ότι, «[οι] προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει το επάγγελμα του εκπαιδευτι­ κού είναι, κατ’ ουσίαν, κοινές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι δυ­ νατόν να επιτευχθούν εν προκειμένω μια κοινή ανάλυση των ζητημάτων και μια κοινή θεώρηση των ειδών δεξιοτήτων που απαιτούνται για τους εκπαιδευ­ τικούς» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2007: 12). Η αντίληψη αυτή, η οποία εμφορείται και στο ανανεωμένο «στρατηγικό πλαίσιο» της Ένωσης για την εκπαίδευση και την κατάρτιση ως το 2020 (Ευ­ ρωπαϊκό Συμβούλιο, 2009: 3-4) έχει τα εξής χαρακτηριστικά: 537 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Εδράζεται στην παραδοχή ότι είναι απαραίτητη η ανάληψη συγκεκρι­ μένων πρωτοβουλιών από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για τον εκ­ συγχρονισμό των Ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστημάτων, άρα και της εκπαίδευσης εκπαιδευτικών. • Συνδέει ευθέως «την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων» που αποφασίστη­ καν στο πλαίσιο της Στρατηγικής της Λισαβόνας, με «τα κίνητρα και την ποιότητα της κατάρτισης των εργαζομένων στον τομέα της εκπαί­ δευσης και της κατάρτισης» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2003: 16), αποδί­ δοντας έτσι κεντρικό ρόλο στην εκπαίδευση (αλλά και την επαγγελ­ ματική ανάπτυξη) των εκπαιδευτικών. • Εντάσσει την εκπαίδευση εκπαιδευτικών σε ένα συνολικότερο πλαί­ σιο Ευρωπαϊκών πολιτικών προς την κοινωνία και την οικονομία της γνώσης, όπως είναι η πολιτική ανταγωνισμού (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, 2009: 3) η κοινωνική πολιτική, οι πολιτικές καινοτομίας, έρευνας και επιχειρηματικότητας, και οι πρωτοβουλίες διευκόλυνσης την κινητικό­ τητας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2007: 3-4). • Επιδιώκει τη στενή παρακολούθηση και τον έλεγχο της πορείας των διαδικασιών υλοποίησης των κοινών αποφάσεων μέσω της εγκαθίδρυ­ σης ενός συστήματος δεικτών και κριτηρίων αποδοτικότητας, ενισχύ­ οντας την τεχνοκρατική αντιμετώπιση των ζητημάτων της εκπαίδευ­ σης των εκπαιδευτικών. • Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη συνακόλουθη ένταξη του εκπαι­ δευτικού επαγγέλματος στα «νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλμα­ τα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αναγνώριση των αναγκαίων, για την άσκησή του, «επαγγελματικών προσόντων» σύμφωνα με την Οδη­ γία 2005/36/ΕΚ, επαναπροσδιορίζοντας την αρχική εκπαίδευση, την πιστοποίηση και τελικά την απασχόληση των εκπαιδευτικών σε Ευρω­ παϊκό (κι όχι μόνο εθνικό πλέον) επίπεδο. Συνολικά πρόκειται για μια αρκετά «πραγματιστική» προσέγγιση της εκ­ παίδευσης των εκπαιδευτικών με αυξημένο το ρόλο των Κοινοτικών θεσμι­ κών οργάνων, σε σύγκριση με την περισσότερο «ιδεαλιστική» λογική της «μη- εμπλοκής» με τις εθνικές πολιτικές που επικρατούσε στην Ένωση μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Οι κύριες θέσεις της Ένωσης για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών θε­ ωρούμε ότι εκφράζονται στο κείμενο που παρουσίασε το 2005 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τίτλο «Κοινές Ευρωπαϊκές Αρχές για τα Προσόντα και τις Ικανό­ τητες των Εκπαιδευτικών» (European Commission, 2005). Σύμφωνα με αυτό, το εκπαιδευτικό επάγγελμα στην Ευρώπη διέπεται από τέσσερις κοινές Ευ­ ρωπαϊκές αρχές: 538 Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Είναι «επάγγελμα υψηλών προσόντων» Παρά τις επιμέρους διαφορές και τις διαφορετικές παραδόσεις στην εκπαί­ δευση των εκπαιδευτικών (βλ. π.χ. Buchberger et al, 2000: 11-16), η Επιτροπή τονίζει ότι για την επίτευξη υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης θα πρέπει οι εκ­ παιδευτικοί όλων των βαθμίδων να είναι απόφοιτοι τουλάχιστον του πρώτου (προπτυχιακού) κύκλου σπουδών από αναγνωρισμένα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό αποτελεί πλέον κοινή πρακτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση3 ιδιαίτερα μέσω της ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευ­ σης. Επιπλέον, αυξάνονται οι περιπτώσεις που για την είσοδο στο εκπαιδευτι­ κό επάγγελμα, ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, απαιτείται αναγνω­ ρισμένος τίτλος δευτέρου (μεταπτυχιακού) κύκλου σπουδών4. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει την ανάπτυξη προγραμμάτων που αφορούν τους εκπαι­ δευτικούς στο δεύτερο και τον τρίτο κύκλο σπουδών ως μέσο βελτίωσης της «ποιότητας» και του «επαγγελματισμού» τους (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2007: 16). Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο να αποτελέσει η εισαγω­ γή στα προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών και η επιδίωξη εκπαιδευ­ τικής καριέρας, επιλογή των κορυφαίων αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκ­ παίδευσης, των άριστων πτυχιούχων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά και επιτυχημένων επαγγελματιών από άλλους κλάδους. Η ανάπτυξη εναλλακτικών τρόπων πρόσβασης στο εκπαιδευτικό επάγγελμα (για παράδειγμα μέσω προ­ γραμμάτων που διεξάγονται κατά μεγάλο μέρος σε σχολεία υπό την εποπτεία των πανεπιστημιακών τμημάτων που έχουν την ευθύνη πιστοποίησής τους) η οποία παρατηρείται σε αρκετές χώρες (π.χ. στη Μεγάλη Βρετανία (Αγγλία), την Ολλανδία και τη Σουηδία) στοχεύει ακριβώς στην προσέλκυση ατόμων από τις δύο τελευταίες κατηγορίες (Eurydice, 2004: 12-18). Στο κείμενο των «κοινών αρχών» τονίζεται ο διαθεματικός χαρακτήρας των προγραμμάτων εκπαίδευσης εκπαιδευτικών και υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να παρέχουν (α) ευρεία γνώση του διδακτικού αντικειμένου, (β) καλή γνώση της παιδαγωγικής, (γ) τις δεξιότητες και ικανότητες που χρειάζονται για την καθοδήγηση και την υποστήριξη των μαθητευομένων και (δ) κατανό­ ηση της κοινωνικής και πολιτισμικής διάστασης της εκπαίδευσης (European 3. Υπάρχουν ελάχιστες εξαιρέσεις όπου τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που διαθέτουν προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών δεν είναι πανεπιστημιακού επιπέδου π.χ. τα Hogescholen που λειτουργούν στη Φλαμανδική κοινότητα του Βελγίου. 4. Σε Έκθεση της Θεματικής Ομάδας Εργασίας για την «Επαγγελματική Ανάπτυξη Εκπαιδευτικών» αναφέρεται ότι η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου είναι απαραίτητο προσόν για να δουλέψει κανείς ως εκπαιδευτικός «στο 38% τον χωρών [που συμμετέχουν στη Διαδικασία της Μπολόνια] για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, στο 62% για την κατώτερη δευτεροβάθμια και στο 79% για την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση» (TWG, 2010: 8) 539 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Commission, 2005: 2). Επισημαίνεται επίσης η ανάγκη αφενός να έχουν ερευ­ νητική και εμπειρική βάση και αφετέρου να προβλέπουν την πρακτική άσκη­ ση των φοιτητών σε συνεργαζόμενα σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σημαντικός θεωρείται επίσης ο ρόλος των εκπαιδευτών των εκπαιδευτι­ κών, τόσο των διδασκόντων στα ιδρύματα αρχικής κατάρτισης όσο και των μεντόρων που πιθανόν χρησιμοποιούνται στην πρακτική άσκηση και τη μύη­ ση, για την ανάπτυξη των γνώσεων, των ικανοτήτων, των νοοτροπιών αλλά και του επαγγελματισμού (Snoek et al, 2010: 35) των μελλοντικών εκπαιδευτικών. Είναι «επάγγελμα δια βίου μάθησης» Όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2009, «κανένας κύκλος σπουδών αρχικής εκπαίδευσης εκπαιδευ­ τικών, όσο και αν είναι εξαιρετικής ποιότητας, δεν μπορεί να εφοδιάσει τους εκπαιδευτικούς με όλες τις ικανότητες που θα χρειασθούν κατά τη σταδιο­ δρομία τους» (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, 2009: 7). Αναδεικνύεται συνεπώς η ση­ μασία της Συνεχούς Επαγγελματικής Ανάπτυξης, η οποία, όπως παρατηρούν οι Buchberger κ.ά., ουσιαστικά ξεκινά από τη διαδικασία επιλογής για την αρ­ χική κατάρτιση και έχει ως βασικές συνιστώσες, πέρα από την εκπαίδευση εκπαιδευτικών την περίοδο μύησης/ εισόδου στο επάγγελμα (induction) και την περαιτέρω εκπαίδευση μέσω της οποίας οι εκπαιδευτικοί αποκτούν επι­ πρόσθετα προσόντα, πιστοποιητικά ή πτυχία σχετικά με το επάγγελμά τους (πχ. πτυχία εκπαιδευτικής διοίκησης για τους διευθυντές των σχολείων, πι­ στοποιητικά γνώσης και χρήσης στην εκπαίδευση των νέων τεχνολογιών κλπ). (Buchberger et al, 2000: 4). Η Επιτροπή προτείνει στα κείμενά της ένα μοντέλο ενδοϋπηρεσιακής επι­ μόρφωσης και επαγγελματικής εξέλιξης που καλύπτει όλη τη σταδιοδρομία των εκπαιδευτικών, και περιλαμβάνει: • Τη συμμετοχή σε προγράμματα εισαγωγικής κατάρτισης κατά τα πρώ­ τα τρία χρόνια άσκησης του επαγγέλματος. • Την πρόσβαση σε συγκροτημένες οδηγίες και καθοδήγηση από πε­ πειραμένους αρμόδιους επαγγελματίες σε όλη τη διάρκεια της επαγ­ γελματικής σταδιοδρομίας. • Τη συμμετοχή σε ετήσιες συζητήσεις σχετικά με τις ανάγκες τους σε θέματα κατάρτισης και ανάπτυξης, στο πλαίσιο του ευρύτερου προ­ γράμματος ανάπτυξης της υπηρεσίας ή του ιδρύματος στο οποίο ερ­ γάζονται (ό.π., 2007: 13-14). Πέρα από την ενδοϋπηρεσιακή επιμόρφωση, η Επιτροπή προβάλλει ένα πλαίσιο αυτόνομης διά βίου μάθησης για τους εκπαιδευτικούς το οποίο προ­ βλέπει ότι αφενός οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να αναστοχάζονται και να αξιολογούν συνεχώς τις δικές τους ανάγκες επιμόρφωσης και από την άλλη 540 Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ οι αρμόδιοι εθνικοί και Ευρωπαϊκοί φορείς θα πρέπει να εξασφαλίσουν τα κί­ νητρα, τους πόρους και τα συστήματα υποστήριξης που απαιτούνται για την συνεχή επαγγελματική ανάπτυξή τους. Καθιστά έτσι σε μεγάλο βαθμό υπεύ­ θυνους τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς για τη δια βίου επαγγελματική ανά­ πτυξή τους, αντιμετωπίζοντάς τους ως επιστήμονες - επαγγελματίες που αντι­ λαμβάνονται την σημασία της ανανέωσης των γνώσεων και των ικανοτήτων τους, επισημαίνει όμως ταυτόχρονα την ευθύνη των ιδρυμάτων στα οποία εργάζονται για τη διατήρηση της υψηλής στάθμης του δυναμικού τους. Ταυ­ τόχρονα, ο περιορισμός των κρατικών πόρων που διατίθενται για την εκπαί­ δευση κάνει πολύ δύσκολη την εφαρμογή ενός δημόσια χρηματοδοτούμενου συνεκτικού και συστηματικού προγράμματος συνεχούς επαγγελματικής ανά­ πτυξης, ενώ θα πρέπει κανείς να προβληματιστεί για το τί θα πρέπει να περι­ λαμβάνει τέτοιο πρόγραμμα ώστε να βελτιώνει ουσιαστικά την ποιότητα των εκπαιδευτικών και συνακόλουθα να συμβάλλει στην αναβάθμιση της ποιότη­ τας της διδασκαλίας και της μάθησης. Είναι «επάγγελμα που χαρακτηρίζεται από κινητικότητα» Η κινητικότητα εμφανίζεται ως «κεντρική συνιστώσα» των προγραμμάτων αρ­ χικής εκπαίδευσης και ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης. Η συμμετοχή σε Ευ­ ρωπαϊκά προγράμματα κατά την αρχική τους κατάρτιση και την επαγγελματι­ κή τους θητεία, αλλά και η επιδίωξη των εκπαιδευτικών να εργαστούν σε μια χώρα μέλος διαφορετική από αυτή της καταγωγής τους αποτελούν, σύμφω­ να με την Επιτροπή ενέργειες που θα πρέπει να υποστηριχθούν. Με τον τρό­ πο αυτό θα μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπιστούν και ανισορροπίες μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης των εκπαιδευτικών στον Ευρωπαϊ­ κό χώρο (Eurydice, 2004: 41), αν και νεότερες μελέτες δείχνουν ότι θα είναι πολύ μικρότερες από αυτές που είχαν υπολογιστεί στις αρχές της δεκαετί­ ας του 2000 (Fredriksson, 2007: 716). Η υψηλής ποιότητας αρχική κατάρτι­ ση που θα συμβάλλει στη διαμόρφωση υψηλής στάθμης επαγγελματιών, και η αμοιβαία αναγνώριση των προσόντων των εκπαιδευτικών, είτε μέσα από το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων είτε μέσα από τη διαδικασία των «νομικά κα­ τοχυρωμένων επαγγελμάτων» μπορεί να συμβάλλουν σημαντικά στη βελτί­ ωση της κινητικότητας των εκπαιδευτικών. Ταυτόχρονα, παράγοντες όπως π.χ. η γλώσσα, το είδος του προγράμματος σπουδών, το σύστημα πρόσλη­ ψης, ο μισθός, το επαγγελματικό status σε μια χώρα μπορούν να έχουν θε­ τικό ή αρνητικό αντίκτυπο στις ροές των σπουδαστών ή των εκπαιδευτικών (βλ. και Eurydice, 2004). Είναι «επάγγελμα που βασίζεται στη σύμπραξη» Στα κείμενα της Επιτροπής διαπιστώνεται ότι, οι εκπαιδευτικοί, για να είναι ικα­ 541 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νοί να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις του επαγγέλματός τους θα πρέπει: • Να εργάζονται μαζί με άλλους / να συνεργάζονται. • Να εργάζονται με τη γνώση, την τεχνολογία και την πληροφορία. • Να εργάζονται μαζί με την κοινωνία και μέσα σ’ αυτήν, συμβάλλοντας ιδιαίτερα στη διασφάλιση της ποιότητας της εργασίας τους. Η «αρχή της σύμπραξης» εμφανίζεται ως ουσιαστική συνιστώσα του εκπαι­ δευτικού επαγγέλματος, εντός και εκτός του σχολείου, για την αρχική εκπαί­ δευση και την επαγγελματική ανάπτυξη. Πέρα από την ανάγκη συνεργασίας εντός του σχολικού περιβάλλοντος μεταξύ των εκπαιδευτικών, οι συμπρά­ ξεις μεταξύ ιδρυμάτων αρχικής εκπαίδευσης, σχολείων και φορέων επιμόρ­ φωσης, αλλά και η συνεργασία των εκπαιδευτικών με τις υπόλοιπες ομάδες που έχουν συμφέροντα στην εκπαιδευτική διαδικασία, προβάλλονται ως απα­ ραίτητες για την επίτευξη των στόχων που τέθηκαν από τις τρεις προηγού­ μενες «κοινές αρχές». Ο ρόλος τους είναι επίσης καταλυτικός για την πραγ­ ματοποίηση της πρακτικής άσκησης και την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας σε ένα ευρύτερο φάσμα φορέων παροχής εκπαίδευσης Συμπερασματικά σχόλια Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να διακρίνει κανείς μερικές σημαντικές δια­ στάσεις του πλαισίου αρχικής εκπαίδευσης, σταδιοδρομίας, επαγγελματικής ανάπτυξης, θέσης και θεσμικής ταυτότητας των εκπαιδευτικών στην Ευρώ­ πη, που διαμορφώνουν οι «κοινές αρχές» και τα κοινοτικά κείμενα που ακο­ λούθησαν τη δημοσιοποίησή τους: Ενδεικτικά, πρώτον, ο προσδιορισμός του εκπαιδευτικού επαγγέλματος ως «επαγγέλματος υψηλών προσόντων» αποδυναμώνει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι η συμπληρωματική εκπαιδευτική «κατάρτιση» ανθρώπων με επιστημονική εξειδίκευση σε ένα αντικείμενο διδασκαλίας, που θα μπορού­ σε να γίνει και εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης5, μπορεί να αντικαταστήσει 5. Βλ., για παράδειγμα, τη συζήτηση που γινόταν τη δεκαετία του 1970 για την ικανότητα των πανεπιστημίων να εκπαιδεύουν εκπαιδευτικούς, τους προβλη­ ματισμούς του Levine (2006) για το αν είναι προτιμότερο οι εκπαιδευτικοί να εκ­ παιδεύονται ως επαγγελματίες ή ως τεχνίτες της διδασκαλίας, και τις εξαγγελί­ ες που περιλαμβάνονται στο Λευκό Βιβλίο με τίτλο “The importance of teaching” που κυκλοφόρησε η Βρετανική κυβέρνηση το Νοέμβριο 2010, όπου υποστηρίζε­ ται η ενίσχυση της πρόσβασης στο εκπαιδευτικό επάγγελμα μέσω προγραμμά­ των κατάρτισης και ταυτόχρονης απασχόλησης (employment-based routes) με επίκεντρο τα σχολεία (Department for Education, 2010). Είναι χαρακτηριστικό ότι το Λευκό Βιβλίο χρησιμοποιεί τη λέξη «κατάρτιση» και όχι «εκπαίδευση» για την προετοιμασία των νέων εκπαιδευτικών. 542 Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ έναν ευρύτερο κύκλο εκπαιδευτικών σπουδών: Ούτε η καλή γνώση του αντι­ κειμένου ούτε η κατάρτιση εμπειροτεχνιτών της διδασκαλίας, αρκούν για την επίτευξη εκπαίδευσης υψηλής ποιότητας. Η ανάγκη γεφύρωσης του «χάσμα­ τος» μεταξύ θεωρίας και πράξης με ενίσχυση της πρακτικής άσκησης και την ανάπτυξη προσεγγίσεων που δίνουν αυξημένο ρόλο στα σχολεία, που επίσης προβάλλεται, μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως αντιφατική με την προη­ γούμενη διαπίστωση. Όμως, στο πλαίσιο των αρχών η πρακτική άσκηση δεν αποτελεί παρά μια μόνο συνιστώσα των προγραμμάτων σπουδών, ενώ η ανά­ πτυξη εναλλακτικών τρόπων πρόσβασης στο εκπαιδευτικό επάγγελμα δεν επι­ διώκεται να γίνει κανόνας αλλά δικλείδα ασφαλείας για την περίπτωση ελλεί­ ψεων στο ανθρώπινο δυναμικό. Δεύτερον, ο κεντρικός ρόλος που δίνεται στην κινητικότητα τη συνεργα­ σία και την Ευρωπαϊκή διάσταση εν γένει στις σπουδές και την απασχόληση των εκπαιδευτικών είναι ενδεικτικός του επαναπροσδιορισμού που υφίσταται ένα παραδοσιακά «εθνικό» επάγγελμα στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο αλλά και της σημασίας που αποδίδεται από την Ένωση στην «ήπιες» (soft) πολιτικές προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Ταυτόχρονα δείχνει πόσο ξεπερασμένη από τις εξελίξεις είναι η συζήτηση περί «εναρμόνισης»: Οι «κοινές αρχές» δεν φαίνε­ ται να επιδιώκουν την επικράτηση ενός Ευρωπαϊκού «προτύπου» στην εκπαί­ δευση εκπαιδευτικών αλλά την εργαλειακή συμβατότητα των προσόντων στο πλαίσιο ενός Ευρωπαϊκού Εκπαιδευτικού χώρου. Βιβλιογραφικές αναφορές Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2001). Έκθεση της Επιτροπής - Οι συγκεκριμένοι μελ­ λοντικοί στόχοι των εκπαιδευτικών συστημάτων. COM/2001/0059 τελικό, Βρυξέλλες 31/1/2001. (Διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http://eur-lex.europa.eu/ LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2001:0059:FIN:EL:PDF, προσπελάστη­ κε στις 12/7/2010). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2003). Ανακοίνωση της Επιτροπής: «Εκπαίδευση & Κατάρ­ τιση 2010»: Επείγουσα ανάγκη μεταρρυθμίσεων για να επιτύχει η στρατηγι­ κή της Λισσαβόνας (Σχέδιο κοινής ενδιάμεσης έκθεσης σχετικά με την εφαρ­ μογή του λεπτομερούς προγράμματος των επακόλουθων εργασιών σχετικά με τους στόχους των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ευρώ­ πη). CΟΜ (2003) 685 τελικό, Βρυξέλες 11.11.03. (Διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0685:FIN: EL:PDF, προσπελάστηκε στις 15/7/2010) Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2007). Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκ­ παιδευτικών. COM(2007) 392 τελικό, Βρυξέλλες 3.8.2007. (Διαθέσιμο στο δια­ 543 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ δίκτυο: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2007:039 2:FIN:EL:PDF, προσπελάστηκε στις 12/7/2010). Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2000). Συμπεράσματα της Προεδρίας – Ευρωπαϊκό Συμ­ βούλιο της Λισαβόνας 23 και 24 Μαρτίου 2000. (Διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http:// www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_data/docs/pressdata /el/ec/00100-r1. gr0.htm, προσπελάστηκε στις 15/7/2010). Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2002). Λεπτομερές πρόγραμμα των επακολουθών ερ­ γασιών σχετικά με τους στόχους των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτι­ σης στην Ευρώπη. Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, C142/01, 14.06.2002. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2009). Συμπεράσματα του συμβουλίου της 12ης Μαΐου 2009 σχετικά με ένα στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης («ΕΚ 2020»). Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C 119/02, 28.5.2009. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2009α). Συμπεράσματα του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρί­ ου 2009 για την επαγγελματική εξέλιξη των εκπαιδευτικών και των διευθυντών σχολείων. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C 302/6, 12.12.2009. Buchberger, Frederick, Campos, Bartolo P., Kallos, Daniel, Stephenson, John (Eds.) (2000) Green Paper on Teacher Education in Europe. Thematic Network on Teacher Education, Umea University, Sweden. Commission of the European Communities - CEC (1993). Green Paper on the European Dimension of Education. COM(93) 457 final, 29 September 1993. Brussels: OFOP. Ertl, H. (2006). European Union policies in education and training: The Lisbon agenda as a turning point? Comparative Education, 42(1), 5–27. European Commission (2005) Common European Principles for Teacher Competences and Qualifications. Brussels: European Commission (διαθέσι­ μο στο διαδίκτυο: http://ec.europa.eu/education/policies/2010/ doc/principles_ en.pdf, προσπελάστηκε στις 5/10/2010) European Commission (2007) Improving the Quality of Teacher Education. Brussels: European Commission. Eurydice (2004). Key Topics in Education in Europe. Volume 3: The Teaching Profession in Europe: Profile, Trends und Concerns. Report IV: Keeping Teaching Attractive for the 21st Century – General Lower Secondary Education. Brussels: Eurydice European Unit. Levine, A. (2006). Educating school teachers. Washington, DC: The Education Schools Project. McKinsey & Company (2007). How the world’s best performing school systems come out on top. McKinsey and Co. (Διαθέσιμο στο διαδίκτυο, http://www. mckinsey.com/clientservice/socialsector/resources/pdf/Worlds_School_ systems_final.pdf, προσπελάστηκε στις 12/7/2011) OECD (2005). Teachers Matter: Attracting, Developing and Retaining Effective Teachers. Paris: OECD. 544 Εμμανουήλ Φυριππής, Ιωάννης Ρουσσάκης ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Pasias, G., Roussakis, Y. (2009). Towards the European Panopticon: EU Discourses and Policies in Education and Training 1992-2007’. In Cowen R., Kazamias, A. M. (eds.) International Handbook of Comparative Education, pp. 479–495. Dordrecht: Springer Publishers. Sahlberg, Pasi, Oldroyd, David (2010). Pedagogy for Economic Competitiveness and Sustainable Development. European Journal of Education, Special Issue: Human and Social Capital Development for Innovation and Change, 45(2), 280–299,  Snoek, M., Swennen A., van der Klink, M. (2010). The Teacher Educator: A Neglected Factor in the Contemporary Debate on Teacher Education. In Hudson, B., Zgaga P., Åstrand, B. (eds) Advancing Quality Cultures for Teacher Education in Europe: Tensions and Opportunities, pp. 33-48. Umeå: Umeå School of Education, Umeå University, Sweden. Abstract Towards a quality teacher education: Discourses and policies of the European Union In the first decade of this Century, European Union (EU) has renewed its interest in teacher education, considering it a crucial factor for economic growth and enhanced competitiveness in a global knowledge economy. This paper reviews and discusses the discourses and policies of the EU for teacher education and training, based on the “Common European Principles for Teachers’ Competences and Qualifications” put forward by the European Commission, published in 2005, namely that the teaching profession in Europe should be (a) a well-qualified profession, (b) a profession placed within the context of lifelong learning, (c) a mobile profession and, (d) a profession based on partnerships. Εμμανουήλ Φυριππής Αναπληρωτής Καθηγητής Π.Τ.Δ.Ε./Ε.Κ.Π.Α., Ιπποκράτους 33, 106 80 Αθήνα, τηλ. 2103688455, e-mail:

[email protected]

Ιωάννης Ρουσσάκης Διδάσκων (Π.Δ.407/80) Π.Τ.Δ.Ε./Ε.Κ.Π.Α., Σκουασίου 19, 16341, τηλ.2109968147,

[email protected]

545 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η ίδρυση της πρώτης έδρας Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως παράγοντας βελτίωσης της ποιότητας της «γυμνασιακής παιδείας» Λαμπρινή Σκούρα Εισαγωγή Η ίδρυση της πρώτης έδρας Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών απο­ τελεί ένα θέμα ιδιαίτερα σημαντικό και ενδιαφέρον για την ιστορία της νεο­ ελληνικής εκπαίδευσης αλλά και την αναγνώριση της αξίας της παιδαγωγι­ κής ως επιστήμης, που συμβάλλει καθοριστικά στην αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού έργου. Την ανάγκη ίδρυσης έδρας Παιδαγωγικής, με στόχο τη βελτίωση της μόρφωσης των εκπαιδευτικών της μέσης εκπαίδευσης, είχε επισημάνει ο διευθυντής της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης φιλόλογος - παι­ δαγωγός Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος από το 1873, εντοπίζοντας κενά στην εκπαίδευσή τους, στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών σπουδών, σε τρεις βασι­ κούς τομείς: τη φιλοσοφία, ψυχολογία και την παιδαγωγική. Αναφέρει χαρα­ κτηριστικά: «ο διδάσκαλος λοιπόν πλην της επιστήμης και των γνώσεων, ας επαγγέλλεται, ανάγκη να ήνε κάτοχος και της παιδαγωγικής τέχνης θεωρία τε και πράξει […] ο δε των σχολείων και γυμνασίων, πλην άλλων ειδικών μα­ θημάτων ης ησπάτο επιστήμης ακροώμενος μάλα συντόνως και ψυχολογίαν και όλην φιλοσοφίαν και παιδαγωγίαν δε, ης ανάγκη εις το μέλλον να νομο­ θετηθή έδρα» (Ξανθόπουλος: 125). Το αίτημα για ίδρυση έδρας παιδαγωγικής επανέφερε το 1891 ο παιδαγω­ γός Π. Π. Οικονόμου, πρώην διευθυντής του Διδασκαλείου Θεσσαλίας (1882- 1885) και μετέπειτα του Διδασκαλείου Αθηνών (1898-1900). Την ίδια χρονιά ο υπουργός Αχ. Γερωκοστόπουλος, στο πλαίσιο των προσπαθειών του για αναδιοργάνωση και κατάρτιση «οριστικού διοργανισμού» του Πανεπιστημί­ ου ζήτησε από τις Σχολές να προσδιορίσουν τις έδρες εκείνες που θεωρού­ σαν αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία τους. Το θέμα απασχόλησε τη Φι­ λοσοφική εκτενέστατα σε δύο συνεδρίες πλην όμως στις προτεινόμενες για ίδρυση έδρες δεν θα συμπεριληφθεί και αυτή της Παιδαγωγικής1. Έτσι, με το 1. ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Φιλοσοφικής Σχολής, συνεδρία 16/10 και 1/11/1891, σ. 147-154 και 163-167, αντίστοιχα. Ας σημειωθεί, ότι οι καθηγητές Ι. Πανταζίδης και Χρ. Παπαδόπουλος, που δίδασκαν παιδαγωγικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο από το 1876 και το 1879, αντίστοιχα, πρότειναν, ο μεν πρώτος και δεύτερη έδρα 546 Λαμπρινή Σκούρα Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ “ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” νόμο ΒΡΠ /1893 «Περί των εδρών και των μαθημάτων του Εθνικού Πανεπιστη­ μίου» που ψηφίζεται ένα χρόνο αργότερα, από την κυβέρνηση Τρικούπη και ύστερα από εκτενείς συζητήσεις στη Βουλή, στις 24 συνολικά έδρες που δό­ θηκαν στη Φιλοσοφική Σχολή (φιλολογικό: 15, μαθηματικό: 3 φυσικό: 6) δεν περιλαμβάνεται και έδρα Παιδαγωγικής. Ο Π. Οικονόμου άσκησε έντονη κρι­ τική για την παράλειψη αυτή2 ενώ ο Δημ. Ζαγγογιάννης, διευθυντής τότε του Διδασκαλείου Θεσσαλίας, επισήμανε: «Δεν ήτο δυνατόν να ελαττωθώσι κατά μίαν αι έδραι ιστορίας, και να οριστεί μία και της παιδαγωγικής, ής ο καθη­ γητής να διδάσκη παιδαγωγικήν ψυχολογίαν, γενικήν παιδαγωγικήν και διδα­ κτικήν και ιστορίαν της παιδαγωγίας; Δεν πιστεύομεν δ’ ότι luxus διά το ημέ­ τερον Πανεπιστήμιον θα θεωρηθή η απαίτησις ημών αύτη, αφού luxus δεν εθεωρήθη ο καθορισμός πέντε της ιστορίας εδρών, όν αριθμόν δεν πιστεύο­ μεν ουδέ το του Βερολίνου Πανεπιστήμιον να έχη» (Ζαγγογιάννης 1895: 20). Ο ίδιος θεωρούσε ότι η ίδρυση «ειδικής έδρας Παιδαγωγικής» θα συνέβαλε καθοριστικά στην παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών της μέσης εκ­ παίδευσης, βασικής προϋπόθεσης για την αναμόρφωση του ελληνικού εκπαι­ δευτικού συστήματος (Στον ίδιο, σ. 22 – 23). Το αίτημα αυτό θα ικανοποιηθεί, έξι χρόνια μετά, από την πρώτη κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη. Στην εργασία επιχειρείται, μέσα από πρωτογενείς πηγές3 - και όσο αυτό είναι δυνατόν στα στενά χρονικά πλαίσια αυτής της εισήγησης - η παρουσί­ αση και κριτική προσέγγιση των λόγων ίδρυσης, πλήρωσης και κατάργησης, από την ίδια κυβέρνηση, της έδρας της «Γυμνασιακής Παιδαγωγικής και Με­ θοδολογίας», κατά τον ακριβή τίτλο της πρώτης πανεπιστημιακής παιδαγω­ γικής έδρας στην Ελλάδα. Η ίδρυση, πλήρωση και κατάργηση της έδρας Ο πρώτος υπουργός παιδείας της προαναφερθείσας κυβέρνησης ΑΘ. Ευτα­ ξίας, ένα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, θα προχωρήσει στην Φιλοσοφίας, ο δε δεύτερος 4 έδρες Φιλοσοφίας, από τις οποίες μία έδρα για τη διδασκαλία της Παιδαγωγικής. 2. Π. Οικονόμου, «Νέα Νομοσχέδια Εκπαιδευτικά», περ. Εκπαίδευσις, 21, 30/12/1892, σ. 161-164. 3. Κυρίως αντλούμε το υλικό από το ιστορικό αρχείο του ΕΚΠΑ και την «απολογία» (124 σελίδες) του πρώτου καθηγητή Παιδαγωγικής Δημ. Ζαγγογιάννη που αναγκάστηκε να γράψει και να δημοσιεύσει «γερμανιστί και ελληνιστί», μετά την απόλυσή του, προκειμένου να προστατεύσει, όπως γράφει, «το πολυτιμότατον των επί της γης αγαθών», την τιμή του, την οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του και καλλιέργησε ο ίδιος και προήγαγε κατά το δυνατόν «δι’ ατρύτων κόπων εν τε τη ημεδαπή και εν τη αλλοδαπή» (Ζαγγογιάννης 1901: 12). 547 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ υλοποίηση των προγραμματικών δηλώσεων του κόμματός του, ιδρύοντας την πρώτη έδρα Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο. Ειδικότερα, επικαλούμενος: α) την κακή κατάσταση της «γυμνασιακής παιδείας» της χώρας, την οποία απο­ δίδει στην έλλειψη «της καταλλήλου διδακτικής μεθόδου» των λειτουργών της μέσης εκπαίδευσης β) τις εξελίξεις σε άλλα προηγμένα κράτη ως προς το ζήτημα αυτό και γ) τη γνώμη που είχε εκφέρει, ένα χρόνο πριν, το Φιλο­ λογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής για ίδρυση έδρας παιδαγωγικής, με έγγραφό του της 8ης Μαΐου 1899, θα ζητήσει από τον Πρύτανη, να κληθεί «τάχιστα» η Φιλοσοφική Σχολή προκειμένου να υποδείξει τον κατάλληλο να καταλάβει την έδρα της «γυμνασιακής παιδαγωγικής και μεθοδολογίας». Το πλήρες κείμενο του υπουργικού εγγράφου έχει ως εξής: «Προς την Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου Ότι τα της μέσης ή γυμνασιακής ημών παιδείας νοσούσι, τούτο μάλι- στα πάντων γινώσκει η Φιλοσοφική Σχολή του ημετέρου Πανεπιστημίου η αυτή δ’ ωσαύτως γινώσκει και το κυριώτατον του κακού αίτιον. Οι καθηγηταί της Φιλοσοφικής Σχολής, επιθεωρήσαντες τα γυμνάσια του κράτους ημών, εν τοις οικείοις αυτών εκθέσεσιν απεφήναντο ότι το κυριώτατον του κακού περί ου νυν λέγομεν, αίτιον είνε η παρά τοις λειτουργοίς της μέσης εκπαι- δεύσεως έλλειψις της καταλλήλου διδακτικής μεθόδου. Ούτω δ’ αποφηνά- μενοι οι κ.κ. καθηγηταί όλως του ορθού έτυχον, ως δεικνύει η ιστορία της γυμνασιακής παιδείας εν άλλοις έθνεσι μάλλον ημών προηγμένοις4 και τα εν τούτοις νυν γινόμενα δια τη βαθμίδα ταύτην της εγκυκλίου παιδείας. Εν τοις έθνεσι ταύτοις κατενοήθει ότι τα πλημμελώς έχοντα εν τη γυμνασιακή παιδεία πρέπει να αποδοθώσι κυρίως εις την έλλειψιν επαρκούς παιδαγω­ γικής μορφώσεως παρά τοις εν τοις γυμνασίοις διδασκάλοις, δι’ ο πυρε- τώδης δύναται τις να είπη, γίνεται νυν εκεί φροντίς περί τελειοτέρου τού- των καταρτισμού από παιδαγωγικής και διδακτικής απόψεως. Τούτων ούτως εχόντων, πρέπει και ημείς νυν κατά τον αυτόν τρόπον να φροντίσωμεν να άρωμεν το κύριον αίτιον της νοσηράς καταστάσεως, της παρ’ ημίν γυμνασιακής παιδείας, να φροντίσωμεν δηλαδή και ημείς περί 4. Ας σημειωθεί ότι συζητήσεις και προβληματισμοί για την παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών της μέσης Εκπαίδευσης εμφανίζονται στις χώρες της Ευρώπης, από τη δεκαετία του 1860-1870. Ωστόσο, σημαντικά βήματα σημειώνονται κατά τη δεκαετία του 1880 που ιδρύονται έδρες Παιδαγωγικής στη Βέρνη (1870), τη Σορβόννη (1883) και τη Γενεύη (1890). Στη Γερμανία μολονότι από το 1808 καλείται ο J.F. Herbart να διαδεχθεί τον I. Kant στην έδρα της Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής, από τη δεκαετία του 1880 και εξής εισάγονται οι διδακτικές αρχές του πρώτου στη Μέση Εκπαίδευση της χώρας (Φούκας: 290). 548 Λαμπρινή Σκούρα Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ “ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” τελειοτέρου παιδαγωγικού καταρτισμού των λειτουργών ταύτης. Τούτο δε δυνατόν είνε μόνον δια της πληρώσεως της έδρας ειδικού καθηγητού της γυμνασιακής παιδαγωγικής και μεθοδολογίας. Η γνώμη δ’ ημών αύτη, κα- θώς πληροφορούμεθα, συμπίπτει προς την γνώμην ήν το φιλολογικόν τμή- μα της Φιλοσοφικής Σχολής εξήνεγκε κατά την συνεδρία της 8ης Μαΐου του παρελθόντος έτους. Νυν ημείς επιθυμούντες τάχιστα να πληρώσωμεν την έδραν ταύτην, καθόσον μάλιστα κατά τας μετ’ ολίγον αρχομένας σχο- λικάς διακοπάς θα άρξωνται αι παιδαγωγικαί ασκήσεις των νυν λειτουργών της μέσης εκπαιδεύσεως, παρακαλούμεν υμάς κ. Πρύτανι, όπως τάχιστα δια του οικείου κοσμήτορος κληθεί εις συνεδρίαν η Φιλοσοφική Σχολή, ίνα υποδείξη τον κατάλληλον να καταλάβη την έδραν της γυμνασιακής παιδα- γωγικής και μεθοδολο­γίας. Ο υπουργός Αθ. Ευταξίας»5. Η Σχολή, ανταποκρινόμενη στην επιθυμία του υπουργού συνήλθε αμέ­ σως σε συνεδρία (12/5/1899), μετά δε από μακρά συζήτηση, αποφάσισε την αναβολή του ζητήματος, προκειμένου ο ειδικός καθηγητής αλλά και τα λοι­ πά μέλη της Σχολής να μελετήσουν τα έργα των υποψηφίων. Δώδεκα μέρες μετά κλήθηκε εκ νέου σε συνεδρία (24 Μαΐου 1899), από τον κοσμήτορα Α. Δαμβέργη, με αποκλειστικό θέμα την πλήρωση της προαναφερθείσας έδρας. Υποψήφιοι ήταν μόνον δύο, οι Δ. Ζαγγογιάννης και Π. Οικονόμου6. Ο εισηγη­ τής καθηγητής Ι. Πανταζίδης, αναλύοντας το έργο των υποψηφίων, εξέφρα­ σε την άποψη ότι κανένας από τους δύο υποψήφιους δεν ήταν «ώριμος» και «κατάλληλος» να καταλάβει τη συγκεκριμένη έδρα. Ειδικότερα, για τον Ζαγ­ γογιάννη ανέφερε ότι, ενώ ήταν γνώστης της «εν Γερμανία παιδαγωγικής κινή­ σεως», γνώριζε και είχε αναγνώσει πολλά πράγματα, ήταν φιλολογικώς αρκε­ τά μορφωμένος, δεν θα μπορούσε, κατά την άποψή του, να «χρησιμοποιηθεί παρ’ ημίν», διότι το παιδαγωγικό σύστημα, το οποίο στη Γερμανία λειτουρ­ γούσε θαυμάσια «εν Ελλάδι ήθελε αποδειχθή ανωφελές». Το σημαντικότερο για τον Πανταζίδη ήταν ότι ο Ζαγγογιάννης δεν είχε καταφέρει να αποδείξει μέχρι τότε ότι γνώριζε «τί εκ των εκεί ευδοκιμούντων» μπορούσε να εφαρ­ μοσθεί στην Ελλάδα. Την άποψη δε αυτή φαίνεται πως στήριζε στο γεγονός ότι ο Ζαγγογιάννης ως υφηγητής της Σχολής από το 1896 δεν είχε αξιοποιή­ σει τις γνώσεις του σε επίπεδο πανεπιστημιακό7. Επίσης, ο Πανταζίδης ήταν 5. ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Φιλοσοφικής Σχολής, συνεδρία 12/5/1899, σ. 115-116. 6. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται και τρίτος υποψήφιος, ο Χαρίσιος Παπαμάρκου, το οποίο όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Πανταζίδης μάλιστα εξέφρασε τη λύπη του, που ο Παπαμάρκου δε δέχτηκε να υποβάλει υποψηφιότητα, γιατί τον θεωρούσε συγκριτικά ως καλλίτερο υποψήφιο (Στα ίδια, συνεδρία 24/5/1899, σ. 121). 7. Ο Ζαγγογιάννης δεν πρέπει να δίδαξε ως υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή 549 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κατά του διορισμού του Ζαγγογιάννη ως καθηγητού, και λόγω της γλώσσας που χρησιμοποιούσε (ιδιαίτερα της γλώσσας των βιβλίων του), την οποία χαρα­ κτήρισε ως «ακατανόητον» και «κακόζηλον, ούτε αρχαϊζουσα, ούτε η συνήθως γραφομένη». Ο έτερος των ειδικών καθηγητής Χρ. Παπαδόπουλος, αναγνώ­ ρισε και αυτός την αδυναμία του Ζαγγογιάννη να εφαρμόσει, γενόμενος υφη­ γητής, «και πρακτικώς τις γνώσεις του»8. Υπο­στήριξε όμως ότι, μετά τις πολύ καλές σπουδές του στη Γερμανία, έγραψε βιβλία «ακριβέστατα», με τα οποία απέδειξε ότι είναι κάτοχος της παιδαγωγικής επιστήμης και μάλιστα της γυ­ μνασιακής και ότι δεν είχε μεν την ικανότητα για τη θέση του καθηγητή, διότι του έλλειπε η εμπειρία, αλλά πίστευε ότι και αυτήν θα την αποκτούσε. Θετική ήταν και η θέση του γλωσσολόγου καθηγητή Γ. Χατζιδάκι, ο οποίος υποστήριξε ότι και οι δύο υποψήφιοι είχαν τα προσόντα να καταλάβουν την υπό πλήρωση έδρα, αλλά ο Ζαγγογιάννης, ο οποίος ήταν γνώστης όχι μόνον της γυμνασια­ κής αλλά και της γενικής παιδαγωγικής, υπερτερούσε «ως προς τα φιλολογι­ κά», το οποίο κατά την άποψή του ήταν «σπουδαιό­τατο». Άξιον αναφοράς είναι ότι, κατά τη διαδικασία της κρίσης υποστηρίχτηκε ότι ο καθηγητής της γυμνα­ σιακής παιδαγωγικής θα έπρεπε να έχει και γνώσεις μαθηματικών και φυσικής, αντικείμενα στα οποία ο Ζαγγογιάννης θα ήταν ανεπαρκής. Το θέμα αυτό, κατά τον Χατζιδάκι, μπορούσε να αντιμετωπισθεί με το να παρίσταται κατά τις υπο­ δειγματικές διδασκαλίες των μαθημάτων αυτών ένας μαθηματικός ή ένας φυ­ σικός που θα έστελνε το υπουργείο. Ως προς τη θέση αυτή που ήθελε τον κα­ θηγητή της παιδαγωγικής «πανεπιστήμονα» δεν φαίνεται να δόθηκε συνέχεια9. Η συζήτηση όμως επεκτάθηκε πέραν από την ικανότητα των υποψηφίων και στο αντικείμενο της υπό πλήρωση έδρας, το οποίο ήταν περιορισμένο σε σχέση με αυτό που είχε αποφασίσει το Φιλολογικό Τμήμα10, τη γνώμη του οποίου είχε επικαλεστεί ο υπουργός στο έγγραφό του. Με δεδομένο λοιπόν ότι το «ερώτημα» του υπουργείου ήταν διαφοροποιημένο ως προς την προα­ ναφερθείσα απόφαση και ότι η Σχολή είχε ανάγκη για καθηγητή γενικής παι­ δαγωγικής, διατυπώθηκαν δύο προτάσεις: Η μία ήταν να αναβληθεί η εκλο­ γή και να υποδειχθεί στο υπουργείο η ανάγκη για πλήρωση έδρας γενικής παιδαγωγικής και η άλλη να επιλέξει η σχολή εκ των δύο υποψηφίων τον κα­ (Φούκας 2005: 192). Άλλωστε, κατά το χρονικό διάστημα 1897-1899 υπηρετούσε ως τμηματάρχης στο υπουργείο παιδείας και είχε αναλάβει την εισήγηση για τη μεταρρύθμιση της Μ.Ε. 8. Στα ίδια, σ. 121. 9. ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Φιλοσοφικής Σχολής, συνεδρία 24/5/1899, σ. 122. 10. Από έρευνα που κάναμε στο ΙΑΕΚΠΑ δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε την απόφαση αυτή του Φιλολογικού Τμήματος. Από το πρακτικό όμως της εκλογής προκύπτει, ότι η απόφαση αυτή αφορούσε την ίδρυση έδρας «περί παιδαγωγικής εν γένει» και όχι «γυμνασιακής παιδαγωγικής» που ήταν μέρος της πρώτης (ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Φιλοσοφικής Σχολής, συνεδρία 24/5/1899, σ. 123). 550 Λαμπρινή Σκούρα Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ “ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” ταλληλότερο, να καταστεί όμως σαφές στο υπουργείο ότι ο καθηγητής της γυμνασιακής παιδαγωγικής και μεθοδολογίας θα έπρεπε να διδάξει και γε­ νική παιδαγωγική, δεδομένου ότι η πρώτη δεν ήταν δυνατόν να διαχωριστεί από τη δεύτερη. Μετά από συζήτηση απορρίφθηκε η πρόταση της αναβολής, ακολούθησε δε μυστική ψηφοφορία, σύμφωνα με την οποία εκλέχτηκε, κατά πλειοψηφία, τακτικός καθηγητής της έδρας της Γυμνασιακής Παιδαγωγικής και Μεθοδολογίας ο Δ. Ζαγγογιάννης11. Η πλήρωση της έδρας απασχόλησε και τον αθηναϊκό τύπο. Η εφημερί­ δα «Καιροί» (12/5 και 26/5/1899), απήγγειλε δριμύ κατηγορητήριο κατά του Ζαγγογιάννη, χαρακτηρίζοντας τη θέση «φωτογραφική» και αποδίδοντας την προαναφερθείσα πρόταση της Φιλοσοφικής Σχολής σε «υπουργοφοβία». Πιο ήπια ήταν η θέση της εφημερίδας «Ακρόπολις» (16/5/1899), η οποία ανέφε­ ρε και τρίτο υποψήφιο τον Χαρίσιο Παπαμάρκου, ο οποίος όμως τελικά δεν υπέβαλε υποψηφιότητα (βλ. παραπομπή 6). Στις 7 Ιουνίου 1899 δημοσιεύεται ο διορισμός του Ζαγγογιάννη στην Εφη­ μερίδα της Κυβερνήσεως και στις 9 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ο νεοεκλεγείς καθηγητής παραδίδει το πρώτο του μάθημα στους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Αφού περιγράψει την προηγούμενη κατάσταση σχετικά με τη διδασκαλία της γυμνασιακής παιδαγωγικής τόσο στην Ευρώπη όσο και την Ελλάδα, θα προσδιορίσει το περιεχόμενο της έδρας, στο πνεύμα της προη­ γούμενης απόφασης της Φιλοσοφικής Σχολής: «Ο ειδικός καθηγητής της Γυ- μνασιακής Παιδαγωγικής ανάγκη να διδάσκη πρώτον ιστορίαν της παιδαγωγι- κής, είτα γενικήν παιδαγωγικήν, ήτοι γενική διδακτικήν και εν τέλει […] καλόν είνε να διδάσκη, […] και παιδαγωγικήν ψυχολογίαν». Συνδέοντας δε τη θεωρη­ τική διδασκαλία με την εκπαιδευτική πράξη ιδρύεται με πρότασή το «Παιδα- γωγικό Φροντιστήριο», για τον καταρτισμό των φοιτητών όλων των τμημάτων της Φιλοσοφικής (φιλολογικό, μαθηματικό και φυσικό) που είχαν την πρόθε­ ση να υπηρετήσουν στη μέση εκπαίδευση. Στο Φροντιστήριο αυτό είχαν γί­ νει από τον ίδιο το Ζαγγογιάννη, όπως αναφέρει στο από 24/1/1901 έγγραφό του προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, υποδειγματικές διδασκαλίες δια­ φόρων μαθημάτων σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου για την καλλίτερη κατα­ νόηση των φοιτητών της γενικής διδακτικής12. Όμως, πριν προλάβει ο Ζαγγο­ γιάννης να οργανώσει τα της διδασκαλίας των μαθημάτων του, θα αρχίσει η αποδυνάμωση του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου (Ζαγγογιάννης 1901:114) ενώ στις 31/7/1901 θα του κοινοποιηθεί η απόλυση από τη θέση του, με διάταγ­ 11. Το ακριβές αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν: Από τους 20 ψηφίσαντες, 15 ψήφους έλαβε ο Ζαγγογιάννης, 2 ψήφους ο Οικονόμου ενώ υπήρξαν και 3 ψήφοι λευκές (ΙΑΕΚΠΑ, Πρακτικά Φιλοσοφικής Σχολής, συνεδρία 24/5/1899, σ. 124). 12. ΙΑΕΚΠΑ, Τα κατά την πρυτανείαν Αλκιβιάδου Κρασσά, πρυτανεύοντος κατά το ακαδημαϊκό έτος 1899-1900, Εν Αθήναις 1901: 129. 551 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μα που είχε υπογράψει ο διάδοχος του Ευταξία, υπουργός Σπυρίδων Στάης. Με την απόλυση Ζαγγογιάννη, και μάλιστα κατά τρόπο «σκανδαλώδη», ανα­ κόπτεται η προσπάθεια που είχε αρχίσει για την επιστημονικότερη θεωρητι­ κή και πρακτική παιδαγωγική κατάρτιση των μελλοντικών εκπαιδευτικών και κατ’ επέκταση για βελτίωση της πάσχουσας μέσης εκπαίδευσης. Ο Ζαγγογι­ άννης θα θεωρήσει την απόλυσή του ως «καίριον τραύμα» κατά της μέσης εκ­ παίδευσης, η ανύψωση της οποίας αποτέλεσε γι αυτόν το κύριο μέλημά του, όπως προκύπτει και από το έργο του13, στο οποίο είχε αφιερώσει, όπως γρά­ φει, «τον βίον του ολόκληρον» (Ζαγγογιάννης: 116- 117). Ο πρύτανης Κων­ σταντίνος Μουτσόπουλος στα πεπραγμένα του ακαδ. έτους 1900-1901, θα θεωρήσει ως απώλεια την απομάκρυνση από την καθηγεσία του Ζαγγογιάν­ νη ενώ θα χαρακτηρίσει ως επιμελή και ευδόκιμη τη διδασκαλία του και ως «χρησιμώτατον» το μάθημα της γυμνασιακής παιδαγωγικής για «τους μέλλο­ ντας καθηγητάς και διδασκάλους του κράτους»14. Ερμηνεία – Αποτίμηση Απ’ όσα αναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι η ίδρυση καθώς και η πλήρω­ ση της πρώτης έδρας Παιδαγωγικής υπαγορεύθηκε από την ανάγκη βελτίω­ σης της γυμνασιακής παιδείας, κατά το πρότυπο άλλων προηγμένων κρατών και κυρίως της Γερμανίας. Επίσης, αποτελεί πρωτοβουλία του υπουργού Αθ. Ευταξία, ο οποίος από το 1893, κατά το διάστημα της πρώτης υπουργίας του, είχε θέσει ως στόχο την κάλυψη της ανάγκης αυτής με την παιδαγωγική (θεω­ρητική και πρακτική) μόρφωση των λειτουργών της (Σκούρα 2011: 66- 67). Στο στόχο του αυτό βρήκε συνοδοιπόρο, συνεργάτη και «φίλο» τον Δη­ μήτριο Ζαγγογιάννη, τον οποίον γνώρισε και εξετίμησε, όπως ο ίδιος αναφέ­ ρει, μέσα από τις «περισπούδαστες πραγματείες του περί εκπαιδεύσεως»15, 13. Βλ. το έργο του στο: Ζαγγογιάννης 1901: 89-90. 14. ΙΑΕΚΠΑ, Τα κατά την πρυτανείαν Κωνσταντίνου Μουτσοπούλου, πρυ­ τανεύοντος κατά το ακαδημαϊκό έτος 1900-1901, Εν Αθήναις 1902: 31-32. Ο πρύτανης αναφέρθηκε και στην άλλη μεγάλη απώλεια του «διαπρεπούς των ελληνικών γραμμάτων» Ι. Πανταζίδη, που είχε φύγει από τη ζωή στην αρχή του ίδιου ακαδημαϊκού έτους, μετά από εικοσιπενταετή πανεπιστημιακή διδασκαλία. 15. «Μέχρι της εποχής εκείνης, καθ ην τον διώρισα (στο Διδασκαλείο Λαρίσης το 1893), μοι ήτο εντελώς άγνωστος, τον διώρισα δε, διότι είχον αναγνώσει τας περισπουδάστους πραγματείας αυτού περί εκπαιδεύσεως, και είδον ότι είναι ο μόνος, ο οποίος παρακολουθεί την εκπαιδευτικήν κίνησιν και εν Γαλλία και εν Γερμανία, και ο οποίος υπέδειξε μέχρι τούδε τας καταλληλοτέρας μεταρρυθμίσεις διά πραγματειών, αι οποίαι ηδύναντο να τιμήσωσιν αυτόν και εν Ευρώπη» (Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, συνεδρίαση 29, 29/2/1896, σ. 529). 552 Λαμπρινή Σκούρα Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ “ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” γι’ αυτό και τον αξιοποίησε πρώτα στο Διδασκαλείο Θεσσαλίας (1893), στη συνέχεια στο υπουργείο ως τμηματάρχη Μ.Ε. (1897) και τέλος στο Πανεπι­ στήμιο (1899). Ας σημειωθεί ότι τον προαναφερθέντα στόχο προσπάθησε να διασφαλίσει ο Ευταξίας και με το νομοσχέδιο «Περί Οργανισμού του Εθνι­ κού Πανεπιστη­μίου», που κατέθεσε στη Βουλή τον Ιούλιο του 1899, δηλαδή ένα περίπου μήνα μετά το διορισμό του Ζαγγογιάννη. Με αυτό προβλέπεται η ίδρυση μιας τακτικής έδρας παιδαγωγικής με ευρύτερο περιεχόμενο, «Η της Παιδαγωγικής καθόλου και ιδία η της Γυμνασιακής Παιδαγωγικής και Με- θοδολογίας» (άρθρο 19), και μιας επικουρικής έδρας με τίτλο «η της παιδα- γωγικής καθόλου» (άρθρο 20). Η πρόταξη του όρου «η της Παιδαγωγικής», μολονότι ως «πρώτιστος σκοπός» της παραπάνω έδρας αναφέρεται «η παι­ δαγωγική μόρφωσις των μελλόντων λειτουργών της μέσης εκπαιδεύσεως», αποδίδεται στο γεγονός ότι η γυμνασιακή παιδαγωγική και μεθοδολογία προ­ ϋποθέτει «αναγκαίως την καθόλου Παιδαγωγικήν». Φαίνεται δηλαδή εδώ ότι ο υπουργός, ο ­οποίος φέρεται να είναι και ο αποκλειστικός συντάκτης του νομοσχεδίου (Ζαγγο­γιάννης 1901: 113), έλαβε υπόψη του τις θέσεις της Φι­ λοσοφικής Σχολής, οι οποίες αναφέρθηκαν. Το παραπάνω νομοσχέδιο τελι­ κά δεν θα ψηφιστεί ενώ η παραίτηση του Ευταξία, τον Μάρτιο του 1900, θα αποτελέσει την αρχή της αντίστροφης μέτρησης στη σταδιακή πορεία και προσπάθεια για αυτονόμηση της παιδαγωγικής και θα οδηγήσει τελικά στην απόλυση του Ζαγγογιάννη από την προαναφερθείσα έδρα. Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι γιατί ο Στάης από «επαινέτης» με­ τατράπηκε σε «κατήγορο» του Ζαγγογιάννη, φθάνοντας μάλιστα και στην απόλυσή του. Από τη συνοδευτική αιτιολογική έκθεση του σχετικού διατάγ­ ματος, προκύπτει, ότι αιτία για την απόλυση του Ζαγγογιάννη ήταν η δημοσί­ ευση επιστημονικής εργασίας του σε γερμανικό περιοδικό, η οποία κρίθηκε «επιλήψιμη» για την ελληνική εκπαίδευση16. Ωστόσο, ο ίδιος ο Ζαγγογιάν­ νης δεν θεωρεί το κείμενο της παραπάνω εργασίας ως καθοριστικό λόγο για την απόλυσή του αλλά ως «αφορμή»17, όπως επίσης ως αφορμή θεωρεί, και «τους ενδοιασμούς» που είχε εκφράσει για την νομιμότητα και σκοπιμότητα 16. Βλ. το πλήρες κείμενο της έκθεσης Στάη, συνοδευτικής του διατάγματος απόλυσης στο: Ζαγγογιάννης 1901: 17-29. 17. Ας σημειωθεί, ότι και ο διευθυντής του Διδασκαλείου Αθηνών Χαρ. Παπαμάρκου είχε δημοσιεύσει παρόμοιες κρίσεις για τη δημοτική εκπαίδευση το 1901 στο ίδιο γερμανικό περιοδικό, πλην όμως, όπως αναφέρει ο Ζαγγογιάννης, «δεν εστιγματίσθη δι’ υπουργικού λιβέλλου, ουδ’ απελύθη εκ της θέσεώς του», όπως εκείνος, εφαρμόζοντας έτσι το υπουργείο «δύο μέτρα και σταθμά δύο». Ο ίδιος αναφέρει και την περίπτωση του Γ. Σωτηριάδη, πρώην γυμνασιάρχη, ο οποίος το 1897 είχε δημοσιεύσει «γερμανιστί» ανάλογη πραγματεία για τη μέση εκπαίδευση, όμως δύο χρόνια μετά το υπουργείο τον διόρισε μόνιμο έφορο αρχαιοτήτων (Στον ίδιο: 62, 64). 553 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ διεξαγωγής των παιδαγωγικών ασκήσεων των πτυχιούχων του Πανεπιστη­μίου σχολαρχών και ελληνοδιδασκάλων που πραγματοποιήθηκαν, κατά τις θερι­ νές διακοπές του 1900 και επαναλήφθηκαν το 1901 (Ζαγγογιάννης 1901: 82, 102,103). Ως «κυρία αιτία» της απόλυσής του θεωρεί την «υπονόμευση»18 που είχε γίνει εις βάρος του και κυρίως τις προσωπικές αντιθέσεις μεταξύ Ευτα­ ξία και Στάη, οι οποίες είχαν πυροδοτηθεί μετά την οξεία κριτική που άσκη­ σε ο πρώτος στα νομοσχέδια του δεύτερου (1900), κριτική που ανάγκασε τον πρωθυπουργό να μην επιτρέψει τη συζήτησή τους στη Βουλή19. Άλλωστε, ή θέση του Στάη για την έδρα της Παιδαγωγικής είχε διαφανεί πολύ νωρίτερα, από το Νοέμβριο του 1900, με την κατάθεση του νομοσχεδίου «περί του Δι­ δασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως», με το οποίο ουσιαστικά η προαναφερ­ θείσα έδρα καθίσταται «περιττή» (άρθρο 3). Το ενδιαφέρον όμως είναι, ότι η πρώτη έδρα Παιδαγωγικής καταργήθηκε, μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυ­ ση της, από την ίδια κυβέρνηση, την πρώτη κυβέρνηση Θεοτόκη. Η αντίφα­ ση αυτή, πέραν από τις προσωπικές συγκρούσεις Ευταξία - Στάη, οι οποίες ανέτρεχαν και στο παρελθόν20, πρέπει να αποδοθεί στη διαφορετική πολιτι­ κή που ακολουθούσαν οι παραπάνω υπουργοί στο ζήτημα της παιδαγωγικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών και τη βελτίωση της μέσης εκπαίδευσης γενι­ κότερα, αφού ο πρώτος θεωρούσε ότι το πρόβλημα μπορούσε να λυθεί μόνο μέσα από τη λειτουργία ειδικής πανεπιστημιακής έδρας ενώ ο δεύτερος εκτός Πανεπιστημίου, από το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης21. Οι πρωτοβουλίες δε των δύο υπουργών και ιδιαίτερα του πρώτου είναι προφανές ότι συνδέο­ νταν άμεσα και με το πρόσωπο, που θα ερχόταν να υλοποιήσει τις συγκεκρι­ μένες επιλογές. Επίσης, η πολιτική του τελευταίου δεν ήταν άσχετη και με τον επιδιωκόμενο ιδεολογικό έλεγχο των εκπαιδευτικών της μέσης εκπαίδευ­ σης από την κεντρική εξουσία. Από τα προαναφερθέντα, αλλά και από τη θέση της Φιλοσοφικής Σχολής, κατά την περίοδο που θα ακολουθήσει, προκύπτει το συμπέρασμα ότι το αί­ 18. Ο Ζαγγογιάννης αναφέρει, ότι ο Στάης δεν ήταν ο «αυτουργός αλλά το ασυνείδητο όργανο, όλης αυτής της σκευωρίας». Αποδίδει δε την υπονόμευσή του στον τότε γενικό γραμματέα του υπουργείου Μ. Λάππα (Στον ίδιο: 43, 83, 94, 101, 113). 19. Ο ίδιος ο Ζαγγογιάννης αναφέρει ότι θεωρήθηκε ως «υποβολέας» των γραφέντων υπό του Ευταξία, ο «κακός δαίμων» του υπουργείου και επομένως έπρεπε να υποστεί «τα επιχείρια την κακίας του» (Στον ίδιο 1901: 111). 20. Ο Στάης είχε έρθει σε γιγαντιαία διαμάχη με τον Ευταξία το 1893, ασκώντας κριτική για την πολιτική που είχε ακολουθήσει ο Ευταξίας στο θέμα των εξετάσεων και των μεταβολών των εκπαιδευτικών λειτουργών (Εφημερίς Συζητήσεων Βουλής, Συνεδρίαση 33, 10/12/1893: 465-468). 21. Για την ίδρυση και την εξέλιξη του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαίδευσης Βλ. Σκούρα 2011: 71 – 76. 554 Λαμπρινή Σκούρα Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ “ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” τημα για αυτονόμηση της Παιδαγωγικής, το οποίο συνδέθηκε με τη βελτίω­ ση της ποιότητας της μέσης εκπαίδευσης, δεν είχε ακόμη ωριμάσει ενώ κυρι­ αρχούσε η άποψη που την ήθελε θεραπαινίδα της Φιλοσοφίας. Ας σημειωθεί, ότι δέκα χρόνια μετά, όταν η Φιλοσοφική Σχολή θα κληθεί από το υπουργείο, να εκφέρει γνώμη για τις «τακτικές έδρες της Σχολής»� δεν θα συμπεριλάβει μεταξύ αυτών και έδρα Παιδαγωγικής, παρά την αντίθετη γνώμη του τότε κο­ σμήτορα Σ. Βάση, αλλά θα περιορισθεί στη διατύπωση (κατά πλειοψηφία), «ο κατέχων μια από τις τρεις έδρες της Φιλοσοφίας να διδάσκει και την παιδα- γωγικήν»�. Το υπουργείο θα ορίσει τελικά τη μία από τις προτεινόμενες τρεις φιλοσοφικές έδρες ως έδρα «Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής». Ωστόσο, θα περάσουν άλλα δέκα χρόνια για να μετονομασθεί η παραπάνω έδρα, σε κα­ θαρώς «Παιδαγωγική», μετά από πρόταση του ισχυρού τότε κατόχου της Ν. Εξαρχόπουλου και την ομόφωνη αποδοχή της από την Πανεπιστημιακή Σύ­ γκλητο22, η οποία σύμφωνα με τον Οργανισμό του Πανεπιστημίου (1922, άρ­ θρο 401) είχε δικαίωμα πρότασης στο υπουργείο, για το είδος των τακτικών και εκτάκτων εδρών. Αρχειακές πηγές Α. Νόμοι-Διατάγματα-Νομοσχέδια-Εισηγητικές Εκθέσεις-Πρακτικά και Εφημερίδες Συζητήσεων Βουλής. Β. Ιστορικό Αρχείο Εθνικού και Καποδιστιακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΙΑΕΚΠΑ): - Πρακτικά Συνεδριάσεων Φιλοσοφικής Σχολής: 1885-1896, 1896-1904, 1904 -1914, 1918-1922, τόμοι 7, 8, 9 και 12, αντίστοιχα. - Πρακτικά Συγκλήτου: 1922 – 1923. - Τα κατά την πρυτανείαν Αλκιβιάδου Κρασσά, πρυτανεύοντος κατά το ακαδημαϊκό έτος 1899-1900, Εν Αθήναις 1901. - Τα κατά την πρυτανείαν Κωνσταντίνου Μουτσοπούλου, πρυτανεύοντος κατά το ακα­ δημαϊκό έτος 1900-1901, Εν Αθήναις 1902. Γ. Εφημερίδες Ακρόπολις, Καιροί. 22. Στο ίδιο, Πρακτικά Πανεπιστημιακής Συγκλήτου, συνεδρία 3/22-9-1922: 49, 51. Ο Εξαρχόπουλος, αιτιολογώντας την πρότασή του, ανέφερε: «Η ονομασία της έ­δρας Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής εδικαιολογείτο ένεκα της στενής σχέσεως, ήτις υφίστατο μεταξύ των δύο τούτων επιστημών και ένεκα του θεωρητικού δογματικού τρόπου, καθ’ όν επί μακρόν εκαλλιεργείτο η παιδαγωγική (η οποία) απέβη κατά το πλείστον επιστήμη θετική. Η πρακτική και το πείραμα είναι αι μέθοδοι, δι ών ερευνά τα προβλήματα της. Ως εκ τούτου δε καίτοι εν πολλοίς σημείοις συνδέεται προς την φιλοσοφίαν, εν τούτοις είναι σήμερον αυθύπαρκτος επιστήμη και ως τοιαύτη πρέπει ιδιαιτέρως να θεραπεύεται». 555 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Αντωνίου, Χρ. (2011). «Η παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών της δευτερο­ βάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα (1899-1997)», Στο: Σ. Μπουζάκης (επιμ.) Πανόραμα Ιστορίας της Εκπαίδευσης, Όψεις και Απόψεις, τόμ. Β΄, Νεοελληνι- κή Εκπαίδευση 1821- 2010, Gutenberg, Αθήνα, 851-870. Eυταξίας Αθ. (1899). Μεταρρύθμισις και ανόρθωσις, Αθήναι, Εκ του τυπογραφεί­ ου Π.Δ. Σακελαρίου. Eυταξίας Αθ. (1900). Τα νομοσχέδια του υπουργείου της παιδείας, Αθήναι, Εκ του τυπογραφείου Π.Δ. Σακελαρίου. Ζαγγογιάννης, Δ. (1895). Η Μεταρρύθμισις των γυμνασίων εν Γερμανία και τα εκ ταύτης δι’ ημάς διδάγματα. Παιδαγωγική Πραγματεία, εν Αθήναις: Τυπογρα­ φείον Ανέστη Κωνσταντινίδου. Ζαγγογιάννης, Δ. (1901). Λόγοι απολύσεως από της εν τω Πανεπιστημίω καθηγε- σίας, εν Αθήναις Εκ των καταστημάτων Ακροπόλεως. Κατερέλου-Ζαπανιώτη, Α. (1990). «Ζαγγογιάννης Δημήτριος (1860-1904)», Παι- δαγωγική και Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, Ελληνικά Γράμματα, τόμ. 4, 2217-2218. Κατερέλου-Ζαπανιώτη, Α. (1990). Ζαγγογιάννης Δημήτριος (1860-1904): η συμ- βολή του στη Νεοελληνική Παιδαγωγική, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΦΠΨ Πανεπιστημίου Αθηνών. Μπίκος, Κ. (1998). «Η εξέλιξη της Παιδαγωγικής Επιστήμης και ο ρόλος της στην εκπαίδευση των Ελλήνων εκπαιδευτικών», Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 27/1998, 71-95. Μπουζάκης, Σ. (2006). Η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση στην Ελλάδα, τόμ Α΄, Αθή­ να: Gutenberg. Ξανθόπουλος, Κ. (1873). Πρώτη και Μέση Εκπαίδευση και περί ανατροφής των κορασίων, Αθήνα. Πανταζίδης, Ι. (1889). Γυμνασιακή Παιδαγωγική, εν Αθήναις. Παπαδόπουλος Α.Α. «Ξανθόπουλος Κωνσταντίνος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλο­ παίδεια Δρανδάκη, τόμ. ΙΗ΄: 881-882. Παπακωνσταντίνου, Π. (1989). «Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η παιδαγωγική κα­ τάρτιση τον εκπαιδευτικών της Μέσης Εκπαίδευσης (1880 -1970)», Στο: Πρα­ κτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, τόμ. Β΄, Αθήνα: Ι.Α.Ε.Ν., 445-460. Reble Albert (1990) Χατζηστεφανίδης, Θ.- Χατζηστεφανίδη Σ. (μετφρ). Ιστορία της Παιδαγωγικής, Αθήνα:Δημ. Παπαδήμας Σιμενή Π. (2008). Μεταρρύθμιση και αντίδραση: Το πανεπιστήμιο Αθηνών απέναντι στις εκπαιδευτικές αλλαγές (1899 - 1926), Αθήνα: Gutenberg. Σκούρα, Λ. (2011), «Η παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών της δευτερο­ βάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Μια ιστορική αναδρομή», Στο: Ματθαίου 556 Λαμπρινή Σκούρα Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ “ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” Δημήτριος (επιμ.) Η βασική επαγγελματική κατάρτιση των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Κριτική και συγκριτική θεώρηση, Αθήνα: διά­ δραση, 64-91. Τζάρτζανος Αχ. «Ζαγγογιάννης Δημήτριος Κωνσταντίνου (1860-1904)», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, τόμ. ΙΑ΄, 613. Τζήκας Χρ. (2006). Απόπειρες μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης: η πε­ ρίπτωση των νομοσχεδίων του Α. Eυταξία (1899), Πρακτικά 4ου Επιστημονι­ κού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης με διεθνή συμμετοχή, Εργαστήριο Ιστορικού Αρχείου Νεοελληνικής και Διεθνούς Εκπαίδευσης Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπι­ στημίου Πατρών, (http:www.eriande.elemedu.upatras.gr). Φούκας, Β. (2005). Η παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών του Μέσης Εκ- παίδευσης στην Ελλάδα (1837- 1910). Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης. Abstract This essay attempts to present and to make a critical approach, through primary sources, to the unknown aspects concerning the background and the reasons of the institution, to the filling and abolition of the first Chair of Pedagogic at the University of Athens, the enactment of which aimed to improve the bad condition secondary education was. However, the brief function of this Chair (1899-1901) does not allow us to draw definitive conclusions in connection with its contribution to the realization of the above-mentioned target. In any case, the abolition of the Chair stopped the attempt to train scientifically-theoretically and practically-the future teachers in pedagogic and, by extension, to improve the suffering secondary education. Στην εργασία επιχειρείται η παρουσίαση και κριτική προσέγγιση, μέσα από πρωτογενείς πηγές, άγνωστων πτυχών για το ιστορικό και τους λόγους ίδρυ­ σης, πλήρωσης και κατάργησης της πρώτης έδρας παιδαγωγικής στο Πανεπι­ στήμιο Αθηνών, η θεσμοθέτηση της οποίας στόχευε στη βελτίωση της κακής κατάστασης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο, η σύντομη λειτουρ­ γία της έδρας αυτής (1899-1901) δεν μας επιτρέπει την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων ως προς την συμβολή της στην υλοποίηση του προαναφερ­ θέντος στόχου. Οπωσδήποτε όμως η κατάργησή της ανέκοψε την προσπά­ θεια για την επιστημονική θεωρητική και πρακτική παιδαγωγική κατάρτιση των μελλοντικών εκπαιδευτικών και κατ’ επέκταση τη βελτίωση της πάσχου­ σας μέσης εκπαίδευσης. 557 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαιδευτική Πολιτική Γ. Παπανδρέου: Η διάσταση της ποιότητας της εκπαίδευσης στη μεταρρύθμιση του 1964 Ευαγγελία Καλεράντε Εκπαιδευτικές προτάσεις και ποιοτική εκπαίδευση Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 19641 είναι μία τομή για τη γενικότερη ανά­ πτυξη της χώρας που συνδέεται με το αίτημα της αναβάθμισης, της εξέλιξης και της ανάπτυξης πέρα και από τα όρια του έθνους-κράτους. Το θέμα της ποιότητας της εκπαίδευσης ερευνάται επιστημονικά2, εντάσ­ σεται στους γενικούς στόχους της μεταρρύθμισης, και εκφράζεται κυρίως με την έννοια της εξέλιξης που εννοιολογεί τη διαδικασία των αλλαγών που πρέπει να συντελεστούν σε όλους τους τομείς της διοίκησης, ώστε ομαλά η χώρα να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο προσαρμογών που ακολουθούν και άλλες χώρες, στο πλαίσιο της συνύπαρξής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα, η κυβέρνηση Παπανδρέου υποβάλλει στη Βουλή τρία νομοσχέ­ δια: α. Το 1964 το νομοσχέδιο «Περί Οργανώσεως και Διοικήσεως της Γενικής (Στοιχειώδους και Μέσης) εκπαιδεύσεως» (Ν.Δ. 4379)3, β. Το Μάιο του 1965 τα νομοσχέδια, «Περί Τεχνικής Εκπαιδεύσεως» και «Περί Ιδρύσεως Πανεπιστημί­ ων». Στην εισηγητική έκθεση του Ν.Δ. 4379, δίνεται έμφαση στη σύνδεση ποιό­ τητας της εκπαίδευσης με τον ουμανισμό και τη δημοκρατία. Ίσως, είναι η πρώ­ τη φορά που σε μία εισηγητική έκθεση αναλύεται με πολιτικούς όρους, ότι το κράτος είναι υπεύθυνο να διαμορφώνει δομές, ως λειτουργικές προϋποθέσεις της εφαρμογής των αρχών της δωρεάν και υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Μέχρι το 1964 το ζήτημα της δωρεάν και υποχρεωτικής εκπαίδευσης επαναλαμβα­ 1. Βλ. (Ενδεικτικά) Για μια γενικότερη προσέγγιση της μεταρρύθμισης του 1964: (Γέρου,1963; Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου,2007; Καζαμίας,1986; Μπουζάκης,1999; Ξωχέλης,1982; Τερζής,1985; Δημαράς,1982). 2. Βλ. (Ενδεικτικά) Την έρευνα της Ι. Λαμπίρη –Δημάκη (2003) για την ανισότητα πρόσβασης στην Ανώτατη εκπαίδευση πριν τη δωρεάν παιδεία (1964). Την ίδια περίοδο πραγματοποιείται και η έρευνα της Μ. Ηλιού (1984) για τη διαρροή των μαθητών στη Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση. Οι δύο έρευνες θα πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της δράσης του Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών Αθηνών (ΚΚΕΑ),το σημερινό ΕΚΚΕ 3. Ν.Δ.4379/24/10/1964, «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής (Στοιχειώδους και Μέσης εκπαιδεύσεως)», ΦΕΚ 182. 558 Ευαγγελία Καλεράντε ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 1964 νόταν, χωρίς όμως να δίνεται έμφαση στις προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν στην εφαρμογή αυτού του μέτρου4.Αυτή την περίοδο το ζήτημα της δωρεάν και υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όχι μόνο ενισχύεται στη Στοιχειώδη εκπαίδευ­ ση, αλλά επεκτείνεται και στις άλλες βαθμίδες, καθώς εκτιμάται ότι η προτεινό­ μενη εκπαιδευτική πολιτική θα αυξήσει τον αριθμό των μαθητών-φοιτητών από τα κατώτερα στρώματα, που πρέπει να ενισχυθούν οικονομικά. Η αύξηση των ετών υποχρεωτικής φοίτησης με την προοπτική σταδια­ κά να θεσμοθετηθεί η εννεαετής φοίτηση σχετίζεται ευρύτερα με την ανα­ γνώριση της παιδικής ηλικίας και του δικαιώματος της εκπαίδευσης των παι­ διών, που θα πρέπει να τύχουν προσοχής και φροντίδας σε ένα σχολείο που θα τους σέβεται ως προσωπικότητες. Ειδικότερα, προβάλλει ως ισχυρό κοι­ νωνικό δικαίωμα την ανάγκη να φοιτήσουν τα παιδιά περισσότερα χρόνια, σε καλά οργανωμένα και εκσυγχρονισμένα σχολεία. Σε σχολεία που θα πρυτα­ νεύει ο σεβασμός της ατομικής προσωπικότητας κάθε παιδιού και η παιδαγω­ γικά ευμέθοδη βοήθεια να αναπτύξει τις ψυχοφυσικές του δυνάμεις, να μετά­ σχει ενεργητικά στη μαθησιακή διαδικασία, να κατακτήσει τις αναλογούσες στο εκάστοτε ηλικιακό του επίπεδο γνώσεις και δεξιότητες, με απώτερο στό­ χο να διαμορφώσει μια καλλιεργημένη προσωπικότητα και να προσανατολι­ στεί προς μια επαγγελματική κατεύθυνση σύμφωνη με την ατομικότητά του. Με βάση τις παραπάνω αρχές διαμορφώνονται τα αναλυτικά προγράμμα­ τα5 και τα βιβλία6, ώστε να εναρμονισθούν με την υιοθέτηση της γλώσσας του λαού ως γλώσσα της εκπαίδευσης7 και ταυτόχρονα να τροποποιηθεί το περιεχόμενο, ώστε να ενταχθούν νέα γνωστικά πεδία που εκφράζουν σύγχρο­ νες παιδαγωγικές και επιστημονικές αρχές. 4. Πρβλ. Σύμφωνα με την απογραφή του 1951, οι αναλφάβητοι στις αγροτικές και ημι-αγροτικές περιοχές, ήταν 33%, το 1/3 δηλαδή του αγροτικού πληθυσμού (στις γυναίκες τα αντίστοιχα ποσοστά ξεπερνούν το 55%).Από τα παιδιά που φοιτούν μόνο στο Δημοτικό (95%), το 40% παίρνει απολυτήριο και το 60% εγκαταλείπει την εκπαίδευση σε αρχικές τάξεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 15% των παιδιών σχολικής ηλικίας δεν φοιτά καθόλου στο σχολείο. (Κοσπεντάρης, 1966: 150-170). Το 1963 έχει ήδη ο Ο.Ο.Σ.Α. συντάξει έκθεση για το θέμα του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα και προτάσεις για την αντιμετώπισή του. Ταυτόχρονα, αντίστοιχες παρατηρήσεις διατυπώνονται και από την UNESCO (Καλεράντε, 2006: 22-25). 5. Πρβλ. Την ενδιαφέρουσα εργασία για τα αναλυτικά προγράμματα της Α΄ και Β΄ τάξης του Δημοτικού, όπου προβλεπόταν και πειραματική εφαρμογή (Xάρης,1995:139-153). Ανάλογη εργασία θα πραγματοποιηθεί αργότερα το 1974- 1976 (Καλεράντε&Χάρης,2011). 6. Βλ.(Ενδεικτικά) Τα βιβλία που εκδόθηκαν άμεσα ήταν τα μεταφρασμένα βιβλία των Αρχαίων Ελληνικών, των Φυσικομαθηματικών(κυρίως μεταφράσεις γαλλικών βιβλίων) και βιβλία Ιστορίας για το Γυμνάσιο και το Λύκειο (Χάρης,194). 7. Είχε ήδη εγκριθεί η σχολική χρήση της Γραμματικής της Δημοτικής Γλώσσας του Μ. Τριανταφυλλίδη. 559 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Είναι σημαντικό ότι στις εισηγητικές εκθέσεις καθορίζεται το ιδεολογικό πλαίσιο, αλλά και οι ιδιαίτεροι εκπαιδευτικοί στόχοι, προκειμένου να σχηματο­ ποιηθεί ένα μοντέλο εκπαίδευσης που να εκφράζει το αίτημα της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και της οικονομικής ανασυγκρότησης. Η ίδρυση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου8- ως επιτελικού οργάνου διαμόρφωσης εκ­ παιδευτικής πολιτικής και παιδαγωγικής έρευνας, με εκπαιδευτικούς που θα πλαισιώσουν το έργο της κυβέρνησης σε αντικατάσταση του ΑΕΣ, που λει­ τουργούσε ως διοικητικό και εποπτικό όργανο- εκφράζει το νέο «παράδειγ­ μα» της δόμησης εκπαίδευσης με την αξιοποίηση εκπαιδευτικών με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα, αποκτημένα με ανώτερες μεταπτυχιακές σπουδές και σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Στο ευρύτερο πρόγραμμα αναβάθμισης της εκπαίδευσης διαμορφώνονται προγράμματα παιδείας και για τους εκπαιδευτικούς9 τόσο με την τριετή φοί­ τησή τους στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες, όσο και με τη μετεκπαίδευσή τους στο Π.Ι, ενώ ταυτόχρονα εισάγονται ειδικοί τύποι εκπαίδευσης και κατάρτι­ σης εκπαιδευτικών. Παράλληλα ενισχύονται τα σεμιναριακά και μεταπτυχιακά προγράμματα στο πλαίσιο του ΙΚΥ, τόσο για τη γενική, όσο και για την επαγ­ γελματική εκπαίδευση10.Όπως αναφέρεται, στην εισηγητική έκθεση για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, η έμφαση δίνεται στον καταρτισμέ­ νο, ειδικευμένο τεχνίτη (Παπανούτσος, 1965:349-360) με το αντίστοιχο επί­ πεδο γνώσεων,11 που θα του επιτρέπει να είναι αποδοτικός ως εργαζόμενος 8. Για το ρόλο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Βλ.(Ενδεικτικά) Τις απόψεις ορισμένων μελών (Ένωση Φίλων του Πνευματικού Κέντρου «Γεώργιος Πα­παν­­ δρέου»,1995), τη λειτουργική σύνδεση διανοούμενων εκπαίδευσης (Καλε­ ράντε,2005:389-404) και γενικότερα για τη δομή και το έργο (Ιμβριώτη,1982:316-320). 9. Στόχος της εκπαίδευσης του δασκάλου ήταν να δοθεί «έμφαση στην αρτιότερη ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση αλλά και στις ανθρωπιστικές μαθήσεις, για να διαμορφώνει ο δάσκαλος ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ώστε τόσο στην εκπαιδευτική πράξη όσο και στη συμπεριφορά του,γενικότερα, να ακτινοβολεί μορφωτική καλλιέργεια, αγάπη στο παιδί, ανθρωπιά και ορθοφροσύνη» (Χά­ ρης,2011:192). 10. Πρβλ. Παράλληλα με το πρόγραμμα για την επαγγελματική εκπαίδευση διαμορφώνεται και το σχέδιο προγράμματος 3/τους κατάρτισης εκπαιδευτικού προσωπικού για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση δασκάλων, σε Τεχνολογικά Ιδρύματα του Ισραήλ και τεχνολόγων, στα Παιδαγωγικά.. Ήταν φιλόδοξο πρόγραμμα του Υφυπουργού Λ. Ακρίτα. Έγινε μάλιστα και διαγωνισμός του ΙΚΥ για επιλογή 300 δασκάλων, για το σκοπό αυτό. Με τον πρόωρο θάνατο του Ακρίτα και την κυβερνητική μεταβολή, τη γνωστή ως «αποστασία» του Ιουλίου 1965, τα προγράμματα αυτά σταμάτησαν (Χάρης, 2011:195). 11. (Ενδεικτικά) Προβλέπεται στο τριετές Τεχνικό Γυμνάσιο, που είναι ισότιμο με το Γενικό, να διδάσκονται τα ίδια μαθήματα και προσθήκη θεωρητικών και πρακτικών τεχνικών μαθημάτων(Μπουζάκης,1999). 560 Ευαγγελία Καλεράντε ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 1964 αλλά ταυτόχρονα να ενσωματώνεται σε μια δυναμική δημοκρατική κοινωνία πολιτών. Είναι εμφανές ότι προτείνεται ένα σχέδιο τεχνικής και επαγγελμα­ τικής εκπαίδευσης που εντάσσεται στο εκπαιδευτικό σύστημα, ως παράλλη­ λη εναλλακτική εκπαιδευτική πρόταση ισότιμη προς τη γενική εκπαίδευση. Είναι σημαντικό ότι αυτή την περίοδο δίνεται έμφαση και στο ζήτημα των στελεχών εκπαίδευσης. Η πρόθεση για αξιοποίηση των «ειδικών» ήδη φάνη­ κε με τα άτομα που στελέχωσαν το Π.Ι. αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το στόχο της κυβέρνησης, η επένδυση για την εκπαίδευση να συμβαδίσει με τα πρόσω­ πα αυξημένων ουσιαστικών προσόντων που θα πλαισιώσουν τα κέντρα εφαρ­ μογής εκπαιδευτικής πολιτικής. Ανάλογη διαδικασία θα επιλεγεί για την αξι­ ολόγηση των υποψήφιων επιθεωρητών με κριτήρια που δίνουν έμφαση στην επιστημονική επάρκεια και κατάρτιση. Ειδικότερα, προκηρύχτηκε επιλογή 200 περίπου επιθεωρητών της Δημοτικής και γενικών επιθεωρητών της Δημοτι­ κής και Μέσης εκπαίδευσης. Η διαδικασία της επιλογής ολοκληρώθηκε στο πλαίσιο του Π.Ι., με αυστηρά αντικειμενικά επιστημονικά κριτήρια αξιολογώ­ ντας και την παιδαγωγική προσωπικότητα και το ήθος. Οι σχετικοί πίνακες, ωστόσο, δυστυχώς, αδρανοποιήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και τε­ λικά δεν κυρώθηκαν από την «Ιουλιανή κυβέρνηση» Νόβα (καλοκαίρι 1965), γιατί δεν τόλμησε να αντιδράσει στην αντίθεση της τότε αντιπολίτευσης της ΕΡΕ12 (Χάρης, 2011:190-194). Έστω και αν η διαδικασία δεν τελεσφόρησε, φάνηκε ίσως για πρώτη φορά ότι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ποιοτικής ανα­ βάθμισης της παιδείας μπορεί να εφαρμοστεί,αν επιλεγούν εκπαιδευτικά κρι­ τήρια αξιολόγησης των εκπαιδευτικών φορέων και οργανωθούν οι δομές με ορθολογικά κριτήρια απόδοσης. Αν και θα μπορούσε να καταγραφεί η εκπαιδευτική πολιτική του 1964, ως μια ακόμη μεταρρύθμιση που δεν ολοκληρώθηκε, εν τούτοις διατηρήθη­ 12. Πρβλ. Ο πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Ι. Κακριδής, με υπόμνημά του στον Υπουργό Παιδείας Στ. Αλαμανή (Νοέμβριος 1966), διαμαρτυρήθηκε για τη ματαίωση αυτής της επιλογής και ζήτησε την άδεια του Υπουργού να κάμει ανακοίνωση στον Τύπο. Η Διδασκαλική Ομοσπονδία με υπόμνημά της, το οποίο έδωσε για δημοσίευση και στον Τύπο (7/ 11/ 1966), διαμαρτυρήθηκε για τη ματαίωση της επιλογής των επιθεωρητών. Την επόμενη χρονιά, μόλις τρεις μέρες πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ο Υπουργός Παιδείας Γρηγ. Κασιμάτης (υπηρεσιακή κυβέρνηση Κανελλοπούλου της ΕΡΕ), με επείγουσα τηλεγραφική διαταγή (53528 /18 /4 /1967) καλούσε δια των επιθεωρητών ορισμένους δασκάλους να προσέλθουν στις 24 /4 / 1967 για συνέντευξη στο Συμβούλιο Επιλογής Επιθεωρητών. Δημόσια προκήρυξη επιλογής δεν είχε γίνει. Με τη μεσολάβηση του πραξικοπήματος κι αυτή η ιδιότυπη επιλογή δεν ολοκληρώθηκε. Έτσι, η Χούντα βρήκε κενές περίπου 200 θέσεις επιθεωρητών και γενικών επιθεωρητών και τις κάλυψε με εκπαιδευτικούς της επιλογής της. 561 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κε ως «παράδειγμα» πολιτικής που έθεσε ως προτεραιότητα την οργάνωση αποτελεσματικής παιδείας, ως προϋπόθεση ανανέωσης και ανθρωπισμού, πέρα από τις παλαιοκομματικές εκδοχές πολιτικής που διαμόρφωναν και την εκπαιδευτική πολιτική. Τα νεωτερικά προτάγματα της ποιότητας στην εκπαί­ δευση εναρμονίσθηκαν με «την ελπίδα ότι η κεντρώα κυβέρνηση θα εκσυγ­ χρονίσει και θα εκδημοκρατίσει τη δημόσια εκπαίδευση και θα φιλελευθερο­ ποιήσει το πολίτευμα (Σβορώνος,1972:149). Εννοιολογικό πλαίσιο συγκρότησης της εκπαιδευτικής πολιτικής του 1964 Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου συμπίπτει χρονικά με τα αιτήματα σε παγκόσμιο επίπεδο για παροχή δικαιωμάτων σε ευρύτερες ομάδες πληθυσμού. Οι απο­ λήξεις κινηματικών δράσεων σχηματοποιούν διακηρύξεις δικαιωμάτων στις οποίες περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην εκπαίδευση (Τilly, 2007: 156-193). Η κυβέρνηση Παπανδρέου στους στόχους της για τη διαμόρφωση ενός λει­ τουργικού εκπαιδευτικού συστήματος φαίνεται να ενσωματώνει και τις γενι­ κότερες διεθνοποιημένες αρχές για αναδιανομή δικαιωμάτων, μέσω της άμ­ βλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Το θέμα της εκπαίδευσης εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο προνοιακής πολιτικής, όπου η έννοια του ουμανισμού εναρμονίζεται με αρχές σοσιαλισμού που ενσωματώνονται στις εκπαιδευτι­ κές αρχές και θέσεις των διανοούμενων που θα πλαισιώσουν τις ομάδες ερ­ γασίας στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στα αντίστοιχα επιτελικά όργανα του Υπουργείου Παιδείας. Την περίοδο που εξετάζουμε ο Παπανδρέου εκφράζει τα αιτήματα των νέων κοινωνικών στρωμάτων που θεωρούν την εκπαίδευση επένδυση για την πραγμάτωση ευρύτερων οικονομικών και κοινωνικών στόχων. Η εκλογική πλει­ οψηφία του κυβερνώντος κόμματος δημιουργεί την πεποίθηση στην εκπαιδευ­ τική κοινότητα ότι ίσως για πρώτη φορά η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μπο­ ρεί να πραγματοποιηθεί και οι συνθήκες είναι ώριμες για ριζικές αλλαγές σε όλες τις βαθμίδες. Το σχέδιο παιδείας περιλαμβάνει ένα μοντέλο εκπαίδευ­ σης που χαρακτηρίζεται από τη σπειροειδή σύνδεση των γνωστικών ενοτή­ των, την αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών δομών και την αντίληψη ότι ο μα­ θητής είναι κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο. Αν κάτι ξεκαθαρίζεται αυτή την περίοδο είναι ότι δεν θα έχουμε απλά μια ρεφορμιστική παρέμβαση αλλά μία μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης η οποία θα λαμβάνει υπόψη της τις δομικές συνιστώσες της ελληνικής κοινωνίας13, τις 13. Βλ.(Ενδεικτικά) «[…] Όλοι μας έχουμε νιώσει την ανάγκη να ανανεώσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα για να μπορέσει να εκπληρώσει γονιμότερα τους δύο 562 Ευαγγελία Καλεράντε ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 1964 λειτουργικές εθνικές αρχές, αλλά και το αίτημα του εκσυγχρονισμού, όπως αυτό εκφράζεται μέσα και από την επικείμενη ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ14 (Χαρίτος, 1981; Langrod, 1965). Όπως γίνεται κατανοητό, το αίτημα της ποιό­ τητας στην εκπαίδευση συνδέεται με το αίτημα της ανάπτυξης της προσωπι­ κότητας του μαθητή – ατόμου, την ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά και τη δια­ τήρηση της εθνικής ταυτότητας. Οι παρατηρήσεις αυτές σχηματοποιούν ένα μοντέλο εκπαίδευσης πολυλειτουργικό που συμπεριλαμβάνει ως έν­νοιες: α. εκπαιδευόμενους ως άτομα, β. έθνος-κράτος και γ. ευρωπαϊκή - διεθνή συνύ­ παρξη15. Επομένως, οι εκπαιδευτικοί ευρύτεροι μετασχηματισμοί συνδέονται με πολύπλευρες αλληλεξαρτήσεις, όπου τελικά ο εκπαιδευόμενος θα πρέπει να οδηγείται, μέσω της «χρήσιμης γνώσης», σε έναν εσωτερικό προσδιορι­ σμό της ταυτότητάς του στα νέα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και πολι­ τικά περιβάλλοντα που διαμορφώνονται. Η ποιότητα στην εκπαίδευση απασχολεί την κυβέρνηση16 και θεωρεί ότι εξασφαλίζεται με την ψήφιση των εκπαιδευτικών μέτρων που χαρακτηρίζουν την πολιτική της. Ειδικότερα, αναφέρεται στην υποχρεωτική φοίτηση μέχρι το 15ο έτος, στην αναγνώριση της δημοτικής, ως «γλώσσης ισοτίμου», στη δημιουργία του νέου Γυμνασίου, «του κατ’ εξοχήν σχολείου της Δημοκρα­ τίας», στο Ακαδημαϊκό απολυτήριο, στην τριετή μεταγυμνασιακή μόρφωση των λειτουργών της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως και στο Παιδαγωγικό Ινστι­ τούτο, «ως το ανώτατον όργανον ερεύνης των εκπαιδευτικών ζητημάτων της χώρας και μετεκπαιδεύσεως των διδακτικών στελεχών […]». Εκτιμά ότι τα μέ­ τρα θα συμβάλλουν, ως «απαρχή και εγγύησις μιας γενικότερης αναπλάσε­ ως όχι μόνο εκπαιδευτικής αλλά και κοινωνικής της χώρας». Το θέμα της επένδυσης στην εκπαίδευση εκφράζεται και με την αύξηση του προϋπολογισμού για την παιδεία17, ώστε να στηριχθεί έμπρακτα το πρό­ βασικούς του στόχους: α.να μπορεί να μορφώση τους νέους, για να γίνουν καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες πολίτες και β.να τους κάνει ικανούς να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου κόσμου […]» Πρώτο Έγγραφο του Ι. Κακριδή προς τους «Εκπαιδευτικούς λειτουργούς της Γενικής Εκπαιδεύσεως» 25 Φεβρουαρίου 1965. Αρχείο Κ.Χάρη. 14. Στις 9 Δεκεμβρίου 1961 υπογράφτηκε η συμφωνία Ελλάδος –ΕΟΚ. Βλ. Για ειδικότερα σχόλια στο: (Αρχείο Καραμανλή,2005:104-113). 15. Πρβλ. Την περίοδο αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση Εκπαιδευτικών (Ε.Ε.D.E.), καλεί τους εκπαιδευτικούς να «σκεφτούν το λειτούργημά τους, να σκεφτούν το σχολείο στη σημερινή εποχή» στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προσανατολισμού (Δελτίον Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως, 1963: 15). 16. Βλ.(Ενδεικτικά) Έγγραφο «Προς τας εκπαιδευτικάς Αρχάς» 3-10-1964. Υπογράφεται από τον Υφυπουργό Λ. Ακρίτα. Αρχείο Κ. Χάρη. 17. Πρβλ. Ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Παιδείας το 1965 αυξάνεται κατά 39,4% σε σχέση με το 1964.Οικονομική Έκθεση Υπουργείου Παιδείας,1964,1965. 563 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γραμμα της υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας, με την κατάργηση των διδά­ κτρων, εξέταστρων και εκπαιδευτικών τελών. Παράλληλα το κράτος αναλαμ­ βάνει τη σίτιση και τη μετακίνηση των μαθητών. Πρόκειται για την υιοθέτηση υποστηρικτικών δομών, προνοιακού τύπου, προκειμένου τα παιδιά των κα­ τώτερων κοινωνικών στρωμάτων να μορφωθούν. Ταυτόχρονα δίνεται έμφα­ ση και στην οικονομική ενίσχυση του διδακτικού προσωπικού18.Tο ζήτημα της δημοτικής γλώσσας ως γλωσσικού κώδικα (Bουγιούκας, 1965; Τερζής, 1985; Τουλούπης, 1985; Τριλιανός, 1987) στην εκπαίδευση σχηματοποιεί τα αιτή­ ματα προηγούμενων προοδευτικών διανοούμενων για τη γλώσσα του λαού και τη δόμηση ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα λειτουργεί προς όφε­ λος του κοινωνικού συνόλου. H γλώσσα του λαού θεωρείται ότι ως γλώσσα της εκπαίδευσης μπορεί να λειτουργήσει και ως γλώσσα της επιστήμης. Πα­ ρατηρούμε ότι αξιοποιούνται συνδυαστικά σύγχρονες θεωρίες για το ρόλο του σχολείου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή19 και για την επένδυση σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», όπου εκτιμάται ότι εκπαιδευόμενοι και εκπαιδευτικοί λειτουργοί θα μεγιστοποιήσουν το όφελος για το κοινωνικό σύ­ νολο στο πλαίσιο που με τους όρους του Bell (1999: 25-40) διαμορφώνεται η «κοινωνία της γνώσης». Βιβλιογραφία Βουγιούκας, Αριστείδης (1965). «Δημοτικό σχολείο και μητρική γλώσσα» (Ραδι­ οφωνική ομιλία 12-8-65). Στο: Δελτίον του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, έτος Α΄, αρ. 5-6 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), 18-20. Βell, Danniel(1999), The coming of post industrial society. A venture in social forecasting, N.Y: Basic Books. Bruner, Jerome. (1960). The process of education.USA: Harvard University Press. Chomsky, Noam. (1959). Κριτική του βιβλίου «Λεκτική Συμπεριφορά» του Skinner. Αθήνα. Γεδεών, Σοφία (1965). «Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο» (Ραδιοφωνική Ομιλία 17-6- 65). Στο: Δελτίον του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, έτος Α΄, αρ. 3-4 (Σεπτέμβρι­ 18. Εκτός από τις αυξήσεις που δόθηκαν στους δημοσίους υπαλλήλους, προβλέπεται ειδική αύξηση για τους εκπαιδευτικούς, μέσω επιδομάτων που αντιστοιχούν σε πραγματική αύξηση που κυμαίνεται από 30% μέχρι 45%. Χα­ ρα­κτηριστικά είναι τα αντίστοιχα δημοσιεύματα στο Διδασκαλικό Βήμα. Βλ. φ. 531/24-1-1963, σ.1-2, φ. 543/30-5-64,σ.12,572/20-8-1965, σ.2, φ. 560/10.2.1965, σ.9. φ.538/30-3-64, σ.8 και 547/1-9-1964, σ.10. 19. Την περίοδο που εξετάζουμε οι διανοούμενοι στην Ελλάδα μελετούσαν: (Ενδεικτικά)(Bruner,1960),Chomsky,1959),(Vigotsky,1962),(Skiner,1957) και(Miller, Galanter, & Pribram,1960). 564 Ευαγγελία Καλεράντε ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 1964 ος- Οκτώβριος), 5-6. Γέρου, Θεόφραστος (1963). «Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση». Στο: περ. Παιδαγωγική και Ψυχολογική Επιθεώρησις, έτος Α΄, τχ.5, (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), Αθήνα. Γιωτοπούλου –Σισιλιάνου, Ελλη(2007).Τα αυτονόητα και ανεπίτευκτα. Αθήνα: Κέ­ δρος. Δημαράς, Αλέξης (1982). Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε. Αθήνα: Ερμής. Ένωση Φιλολόγων Πνευματικού Ιδρύματος «Γεωργίου Παπανδρέου» (1995). Εκπαι­ δευτική Μεταρρύθμιση 1964: Τριάντα Χρόνια Μετά». Πάτρα: Αχαϊκές Εκδόσεις. Ηλιού Μαρία (1984). «Προβλήματα σχολικής φοίτησης: Αναλφαβητισμός και διαρ- ροή των μαθητών» Αθήνα:Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών Ιμβριώτη, Ρόζα (1982). «Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο: Οι σκοποί και το έργο του». Στο: Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: συζητήσεις – κρίσεις – απόψεις, Αθήνα: Προ­ οδευτική Πορεία, 316-320. Καζαμίας, Ανδρέας (1986). «Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις 1957-1977. Μύθοι και πραγματικότητες». Στο: Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (Προ- σπάθειες, αδιέξοδα, προοπτικές), Πρακτικά, Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης. Κακριδής, Ιωάννης (1965). «Παράδοση ελληνική». Στο: Δελτίον του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, έτος Α΄, αρ. 5-6, (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), 1-5. Καλεράντε Ευαγγελία (2005). «Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, η νεωτερική πρότα­ ση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Τα αιτήματα των «κλειστών» ομαδοποιή­ σεων σε ένα «ανοιχτό» σύστημα παιδείας», (επιμ. Aλ. Ρήγος, Σ. Σεφεριάδης, Ευ. Χατζηβασιλείου). Στο: Η σύντομη δεκαετία του ΄60, Ελληνική Εταιρία Πο­ λιτικής Επιστήμης, Αθήνα: Καστανιώτης, 389 – 404. - (2006). Η πολιτική της δικτατορίας του 1967 και το πρόβλημα του αναλφαβητι- σμού. Αθήνα: Σίσυφος. -………..& Χάρης, Κώστας (2011), Εκπαιδευτική Πολιτική 1974-1976: Η δημοτική γλώσσα στα αναλυτικά προγράμματα της Α΄ και Β΄ Δημοτικού, 1976-2011:35 χρόνια από τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, Εργαστήριο Γλώσσας και Προγραμμάτων Γλωσσικής Διδασκαλίας Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας κ.α. Κοσπεντάρης, Γιάννης (1966). «Για μια συγχρονισμένη εθνική παιδεία». Στο: Εκ- παιδευτική Μεταρρύθμιση, Αθήνα: Ε.Δ.Α. Λαμπίρη-Δημάκη, Ιωάννα (2003). Κοινωνικές Επιστήμες και πρωτοπορία στην Ελ- λάδα (1950-1967),Αθήνα: ΕΚΚΕ. Langrod, John (1965).Reorganization de la function politique en Greece, Paris:OCGE. Miller, George., Galanter, Eugene, & Pribram, Karl. (1960). Plans and the structure of behavior. New York: Holt, Reinhart and Winston. Μαραγκουδάκης, Γεώργιος & Μπενέκος, Αντώνης (1963). «Η έννοια της δομής στη σύγχρονη εκπαίδευση». Στο: περ. Παιδαγωγική και Ψυχολογική Επιθεώ- ρησις, τχ. 5. σελ. 22-34. Μπουζάκης, Σήφης (1999). Γεώργιος Α. Παπανδρέου (1888-1968). Ο πολιτικός της παιδείας. Τομ. Β΄, Αθήνα: Gutenberg. Ξηροτύρης, Ηλίας (1964). «Η υποχρεωτική εκπαίδευση και η επέκτασή της». Στο: 565 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ περ. Παιδαγωγικά Θέματα, έτος Β΄, (Ιανουάριος- Μάρτιος), 1-17. Ξωχέλλης, Παναγώτης. (1982). «Διαδικασίες εκπαιδευτικής μεταρρύθμι­ σης:Απόψεις». Στο: περ. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τχ. 6. σελ 15-28. Παπανούτσος, Ευάγγελος (1982). «Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964». Στο: Απομνημονεύματα, Αθήνα: Φιλιππότης. (1965) Αγώνες και αγωνία για την παιδεία, Αθήνα. Σβορώνος, Νικόλαος.(1972). Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αθή­ να:Θεμέλιο. Τερζής, Νικόλαος. (1985). «Το αίτημα του Δημοτικισμού για την Εκπαιδευτική Με­ ταρρύθμιση: Μια κοινωνιολογική προσέγγιση». Στο περ. Παιδαγωγική Επιθε- ώρηση, τχ. 3, σελ 27-36. Tilly,Charles (2007). Κοινωνικά κινήματα 1768-2004, μετ. Τσακίρης Αθανάσιος, Αθήνα: Σαββάλας. Τουλούπης, Φάνης (1985). Για τη δημοκρατία στη Δημοτική Εκπαίδευση, Αθήνα. Τριλιανός, Αθανάσιος. (1987).Νεοελληνική Εκπαίδευση. Ένας συνεχής αγώνας για ίσες ευκαιρίες σε μια παιδεία που θα προετοιμάζει για τη ζωή. Αθήνα. Vygotsky, Lev Semenovich (1962). Thought and language (E. Hanfmann & G. Vakar, Eds. & Trans.). Cambridge, MA: MIT Pressuage. Χάρης, Κώστας (2011). Από το οδοιπορικό ενός δασκάλου. Αθήνα: Γαβριηλίδης. - (1995). «Το επιτελικό επιστημονικό όργανο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1964» στο: Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση 1964:Τριάντα Χρόνια Μετά. Πά­ τρα: Αχαϊκές Εκδόσεις Χαρίτος, Σπύρος (1981). Ελλάδα –ΕΟΚ, από τη σύνδεση στην ένταξη, Αθήνα: Πα­ παζήσης. Περίληψη Στην εργασία μας εξετάζουμε την εκπαιδευτική πολιτική του 1964,ως πρότα­ ση παιδείας που συνδυάζει το ιδεολόγημα της κοινωνικής ισότητας, της οικο­ νομικής ανασυγκρότησης και της δυναμικής ένταξης στην ΕΟΚ. Εξετάζονται τα στοιχεία της μεταρρύθμισης που διαμορφώνουν την ποιότητα της εκπαί­ δευσης και διαφοροποιούν την πολιτική αυτή της περιόδου από τις προη­ γούμενες αποσπασματικές ή ατελείς απόπειρες αλλαγής των εκπαιδευτικών στόχων. Ειδικότερα, αναλύονται οι δομικές συνιστώσες της μεταρρύθμισης, ως πολιτικές προβολές των ευρύτερων ανακατατάξεων και αιτημάτων, όπως διαμορφώνονται μετά τις κινηματικές δράσεις, όπου αναδεικνύεται μια πολι­ τική των δικαιωμάτων στην οποία εντάσσεται και το δικαίωμα σε μια μορφή ποιοτικής εκπαίδευσης. 566 Ευαγγελία Καλεράντε ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 1964 Summary In our work, we study the 1964 educational policy as an education proposal which combines the social equality, economic reconstruction and EU powerful incorporation ideology. The reform elements formulating quality in education and differentiating the policy of this period far off the former fragmentary or incomplete attempts to change the educational aims are examined. In particular, the reform constructing components are analyzed as political projections of the broader re-classifications and requests, as they are formulated after the movements in which a privilege policy is pushed forward to incorporate the privilege to qualitative education. Καλεράντε Ευαγγελία Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας, Θράκης 4 Λυκόβρυση,14123, 210-2815553

[email protected]

567 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η επαγγελματική ανάπτυξη και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στα πλαίσια μιας ποιοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής Μαρία-Ελένη Σάχου Εισαγωγή Στην εποχή μας, όπου η επιστημονική πρόοδος είναι ραγδαία, η επαγγελ­ ματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Αφ’ ενός οι νέες τεχνολογίες που εισάγονται στην εκπαίδευση και οι νέες αντιλήψεις που διαμορφώνονται και αφ’ ετέρου η απόσταση ανάμεσα στον χρόνο αποφοίτη­ σης των εκπαιδευτικών από τις σχολές και τον χρόνο διορισμού τους καθι­ στούν την επαγγελματική ανάπτυξη επιβεβλημένη για την παροχή μιας ποιο­ τικής εκπαίδευσης. Το παλαιό πρότυπο του παντογνώστη εκπαιδευτικού με το έμφυτο παιδαγωγικό ταλέντο θεωρείται πλέον παρωχημένος τρόπος αντι­ μετώπισης του εκπαιδευτικού έργου, αφού ο σύγχρονος επιστημονικός προ­ βληματισμός επιβάλλει τη θεώρηση του εκπαιδευτικού ως επαγγελματία, που κατέχει ή πρέπει να κατέχει εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις και άρτια ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση. Θεσμός στρατηγικής σημασίας και αναπόσπαστο μέρος μιας συνεχούς και διαρκούς επαγγελματικής και προσωπικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών αποτελεί η επιμόρφωση. Η επιμόρφωση συντελείται σε άμεση συνάρτηση με τον εκσυγχρονισμό και τη συνολική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού συστήμα­ τος και συνδέεται στενά με την εξέλιξη κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών συνθηκών και όρων που προσδιορίζουν συνολικά ένα εκ­ παιδευτικό σύστημα σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή (Μαυρογιώργος, 1999). Στην παρούσα ανακοίνωση τονίζεται η ανάγκη της επαγγελματικής ανά­ πτυξης του εκπαιδευτικού, καθώς και η συμβολή της επιμόρφωσής του στη διαδικασία αυτή. Επίσης, εξετάζεται ο τρόπος ενσωμάτωσης των νέων εκ­ παιδευτικών στην σχολική μονάδα και η ενδοσχολική επιμόρφωσή τους, γε­ γονός απαραίτητο για την άσκηση μιας ποιοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Η επαγγελματική εξέλιξη και ανάπτυξη του εκπαιδευτικού Οι περισσότεροι ορισμοί της επαγγελματικής ανάπτυξης θεωρούν ως βασι­ 568 Μαρία-Ελένη Σάχου Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ κούς στόχους της την απόκτηση ή τη διεύρυνση των γνώσεων γύρω από ένα θέμα ή την απόκτηση δεξιοτήτων γύρω από τη διδασκαλία. Η επαγγελματι­ κή ανάπτυξη του εκπαιδευτικού, ωστόσο, είναι μια διαδικασία εξαιρετικά πο­ λύπλοκη. Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας οι εκπαιδευτικοί αποκτούν και αναπτύσσουν κριτικά τη γνώση, τις δεξιότητες και τη συναισθηματική νοη­ μοσύνη που είναι απαραίτητες για μια υπεύθυνη επαγγελματική σκέψη, για το σχεδιασμό και την πρακτική άσκηση με τα παιδιά και τους συναδέλφους σε κάθε στάδιο της επαγγελματικής τους ζωής (Δημητρόπουλος, 2002). Οι Fullan & Hargreaves (1995) υποστηρίζουν ότι η επαγγελματική ανάπτυξη πε­ ριλαμβάνει την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων σε καινούρια θέματα, τη συμπλήρωση γνώσεων που έχουν αποκτηθεί από παλιά, την προώθηση της διδακτικής ικανότητας, την ανάπτυξη της ικανότητας συνεργασίας και τη βα­ θύτερη συνειδητοποίηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Σύμφωνα μά­ λιστα με τον Μαυρογιώργο (1999), η επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευ­ τικού ταυτίζεται εν μέρει ή συνολικά, με τη βελτίωση του εκπαιδευτικού στην άσκηση του επαγγέλματός του και με την επιθυμία του να κάνει καλύτερα και πιο αποτελεσματικά τη δουλειά του. Ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα επαγγελματικής ανάπτυξης και εξέλιξης των εκπαιδευτικών προϋποθέτει υποδομές και μηχανισμούς, όπως οι ακό­ λουθοι: • Μηχανισμοί και διαδικασίες συλλογής υλικού, γνώσης σχετικά με τις επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού συ­ στήματος. • Μηχανισμοί λήψης αποφάσεων σχετικά με τις κατευθύνσεις, τις θεμα­ τικές των προγραμμάτων, τον ετήσιο προγραμματισμό, την ιεράρχη­ ση των προτεραιοτήτων, την κατανομή τους σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, τις διαδικασίες πιστοποίησης φορέων, προγραμ­ μάτων κ.ά. • Φορείς και ιδρύματα υλοποίησης και εκτέλεσης αυτών των προγραμ­ μάτων (Μαυρογιώργος, 1999). Ως κίνητρο για την επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού μπορεί να θεωρηθεί η στοχοθεσία του για την κάλυψη της ανάγκης για αυτοπραγμάτω­ ση, η οποία βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας της ιεράρχησης των ανα­ γκών, σύμφωνα με τον Maslow. Η ανάγκη αυτή αναφέρεται στην ενεργοποίηση των ικανοτήτων και δυνατοτήτων του ανθρώπου προκειμένου να πραγματο­ ποιήσει τις φιλοδοξίες του (Κουτούζης, 1999). Η κατάκτηση των στόχων που ο ίδιος ο εκπαιδευτικός θέτει, του προσδίδει ικανοποίηση, χαρά, υψηλή αυ­ τοεκτίμηση και όρεξη για δουλειά, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει ποιότητα στην άσκηση του εκπαιδευτικού έργου. Επιπλέον, η επαγγελματική ανάπτυξη επηρεάζεται από την εκπαιδευτι­ 569 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κή διάσταση του σχολείου και τον τρόπο θεσμοθέτησης οργάνων του. Έτσι, στην επαγγελματική ανάπτυξη συμβάλλουν οι εξής μηχανισμοί που προσδι­ ορίζουν την εκπαιδευτική πολιτική μιας σχολικής μονάδας: Υποδοχή, αρχική στήριξη και ένταξη των εκπαιδευτικών: Η υποδοχή περι­ λαμβάνει κυρίως την ενημέρωση και τη διαδικασία προσανατολισμού, που στοχεύει στο: α) να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες στο νέο εκπαιδευτι­ κό, β) να τον φέρει σε επαφή με το άλλο εκπαιδευτικό προσωπικό, γ) να του δώσει την κατάλληλη υποστήριξη και βοήθεια, δ) να του καλλιεργήσει το συ­ ναίσθημα ότι ανήκει στην ευρύτερη ομάδα, ε) να αποδείξει ότι η παρουσία του εκτιμάται, στ) να ενισχύσει και να επιβεβαιώσει τις απαιτήσεις που έχει ο οργανισμός από αυτόν, ζ) να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα του. Στην υπο­ δοχή συμμετέχει ο διευθυντής ή και ο ιδιοκτήτης του εκπαιδευτικού ιδρύμα­ τος καθώς και τα άτομα που θα συνεργάζονται πιο στενά με τον διδάσκοντα (Ανθοπούλου, 1999). Συμβουλευτική στήριξη και παρακίνηση των εκπαιδευτικών: στόχος της συμ­ βουλευτικής στήριξης είναι να βοηθήσει το άτομο: α) να γνωρίσει και να απο­ δεχτεί τον εαυτό του, να εντοπίσει και να κατανοήσει τα προσωπικά του χαρα­ κτηριστικά, β) να αξιοποιήσει το δυναμικό του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, γ) να προσαρμοστεί σωστά στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, δ) να αναπτυχθεί προσωπικά, κοινωνικά και επαγγελματικά, ε) να προχωρή­ σει σε συνετές και ελεύθερες επιλογές εκπαιδευτικών εμπειριών και επαγγελ­ ματικών κατευθύνσεων, στ) να εξελίσσεται σωστά και να αντιμετωπίζει με επι­ τυχία τα όποια εμπόδια συναντά κατά την πορεία του στα στάδια ανάπτυξής του (Δημητρόπουλος, 1999). Στην υποστήριξη και παρακίνηση σημαντικό ρόλο παίζουν εκτός από το σύμβουλο, οι συνάδελφοι του εκπαιδευτικού αλλά και ο διευθυντής, που αναλαμβάνουν να βοηθήσουν στη θετική προσαρμογή του νέου εκπαιδευτικού με το να: α) τον πληροφορούν για τους βασικούς στόχους και κανόνες του ιδρύματος, β) τον προσανατολίζουν σχετικά με την κοινότητα των σπουδαστών και το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό, γ) κατανοούν τις ικα­ νότητες και τα βασικά στοιχεία της προσωπικότητας του νέου διδάσκοντα, να ακούν τα προβλήματα και τις ανησυχίες του και είναι πρόθυμοι να του τονώ­ σουν το ηθικό και να το στηρίξουν συναδελφικά, δ) διαμορφώνουν θετικό κλί­ μα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ποιότητα των αποτελεσμάτων και τη συνοχή των σχέσεων εντός της εκπαιδευτικής μονάδας (Κατσουλάκης, 1999). Αξιολόγηση εκπαιδευτικών: Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού δίνει στον εκπαιδευτικό και στον διευθυντή του σχολείου την ευκαιρία να συναντηθούν για να κάνουν απολογισμό των ατομικών επιδόσεων του εργαζόμενου. Η συ­ νάντηση αυτή έχει ως βασικούς στόχους τη βελτίωση της απόδοσης του εκ­ παιδευτικού, τη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων του και την προώ­θηση της καριέρας του (Everard & Morris, 1999). 570 Μαρία-Ελένη Σάχου Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Η επιμόρφωση Εκτός όμως από τους μηχανισμούς υποδοχής και στήριξης ενός εκπαιδευ­ τικού εντός της σχολικής μονάδας σημαντικό ρόλο για την επαγγελματική ανάπτυξη παίζει και η επιμόρφωση. Ως επιμόρφωση ορίζεται «το σύνολο των μέτρων και των δραστηριοτήτων που υιοθετούνται και εφαρμόζονται με σκο­ πό τη βελτίωση και παραπέρα ανάπτυξη των ακαδημαϊκών ή πρακτικών και προσωπικών ή επαγγελματικών γνώσεων, δεξιοτήτων, ικανοτήτων και ενδια­ φερόντων των εκπαιδευτικών κατά τη διάρκεια της θητείας τους» (Μαυρο­ γιώργος, 1996: 86). Πρόκειται για μια διαδικασία πρόκλησης, ενίσχυσης, υπο­ στήριξης και προσφοράς ευκαιριών στους εκπαιδευτικούς για επαγγελματική ανάπτυξη αλλά και για προσφορά ποιοτικού έργου. Είναι κυρίως συνάρτηση των διαπιστωμένων αναγκών των ίδιων των εκπαιδευτικών, που προσδιορίζο­ νται από την προϋπάρχουσα βασική εκπαίδευση, από την εργασία τους και από το εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο εργάζονται (Μαυρογιώργος, 1999). Γι’ αυτό, η επιμόρφωση προϋποθέτει το σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, την ανάπτυξη και την καθιέρωση φορέων και πλέγματος πολλαπλών επιμορ­ φωτικών δραστηριοτήτων, ώστε να είναι δυνατή η κάλυψη των αναγκών του εκ­ παιδευτικού, που ανάγονται τόσο στην προσωπική και επαγγελματική ανάπτυ­ ξη του εκπαιδευτικού όσο και στην ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι είναι απαραίτητη η ύπαρξη συγκεκριμένης επιμορφωτικής πο­ λιτικής, η οποία, στο πλαίσιο της ευρύτερης εκπαιδευτικής πολιτικής, προωθεί την ακαδημαϊκή, επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού. Η ενδοσχολική επιμόρφωση Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών μπορεί να είναι εξωσχολική ή ενδοσχολική. Η εξωσχολική επιμόρφωση είναι η πιο παλιά μορφή επιμόρφωσης, η οποία συνήθως έχει τον χαρακτήρα ειδικών επιμορφωτικών προγραμμάτων, ταχύρ­ ρυθμων μέσων ή μεγαλύτερης διάρκειας, τα οποία προσφέρονται εντός της σχολικής μονάδας. Αντίθετα, η ενδοσχολική μορφή επιμόρφωσης, που υλο­ ποιείται εντός του σχολικού χώρου, είναι αποτελεσματικότερη και πιο έγκυρη, γιατί εξασφαλίζει περισσότερες προϋποθέσεις για την αντιστοιχία ανάμεσα στις ανάγκες των εκπαιδευτικών και το πρόγραμμα, για τη σύνδεση θεωρίας και πράξης, για τη δημιουργία νοοτροπίας και καινοτομίας στο σχολείο, συ­ νεργασίας και ερευνητικής δράσης. Επιπλέον, η ενδοσχολική επιμόρφωση προσφέρεται ιδιαίτερα για την ανάδειξη του συλλόγου των διδασκόντων σε πυρήνα επιμόρφωσης, την αντιμετώπιση ιδιαίτερων παιδαγωγικών και διδακτι­ κών ζητημάτων της σχολικής μονάδας αλλά και την κριτική υποδοχή και ενσω­ 571 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ μάτωση εκπαιδευτικών μέτρων που θεσμοθετούνται. (Μαυρογιώργος, 1999). Η ενδοσχολική επιμόρφωση είναι δυνατό να οργανώνεται (Μαυρογιώρ­ γος, 1999): • στην αρχή του σχολικού έτους, οπότε είναι δυνατό να συνδυάζεται με διαδικασίες προκαταρκτικής αξιολόγησης, • στη διάρκεια του σχολικού έτους, σε συνδυασμό με διαδικασίες δια­ μορφωτικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, • στο τέλος του σχολικού έτους, σε συνδυασμό με διαδικασίες αθροι­ στικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Όποτε, όμως, κι αν συμβαίνει και όποια μορφή κι αν έχει η ενδοσχολική επιμόρφωση αποβλέπει στην ανάπτυξη της σχολικής μονάδας και συνδέεται με την τάση για ενίσχυση της αυτονομίας της. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή εφαρμογή της θεωρούνται: • η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και πόρων στα σχολεία και • η εισαγωγή συμμετοχικών διαδικασιών διοίκησης στο πλαίσιο της απο­ κέντρωσης των εκπαιδευτικών συστημάτων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ανάπτυξης, η σχολική μονάδα έχει δυνατότητες να διαμορφώνει «εσωτερική πολιτική» (Μαυρογιώργος, 1999) και επομένως να παρέχει ποιοτική εκπαίδευση. Το κάθε σχολείο με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη μπορεί να επισημάνει και να αναλύσει τις επιμορφωτικές ανάγκες και τα ενδιαφέροντα μέσα από διαδικασίες αυτοπροσδιορισμού και αυτορρύθ­ μισης σε συνάρτηση με τους στόχους και τις προτεραιότητές του, αποβλέ­ ποντας στην ενίσχυση της αυτονομίας της σχολικής μονάδας, καθώς και της ποιότητας των υπηρε­σιών εκπαίδευσης που παρέχει. Με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται ευκολότερα η απαραίτητη αντιστοιχία αναγκών και επιμόρφωσης, που με τη σειρά της διευκολύνει τη μεταφορά και την εφαρμογή νέων και σύγχρονων προσεγγίσεων στη σχολική τάξη. Έτσι, η σχολική κοινότητα μετατρέπεται σε μονάδα μάθησης, όπου συνεργατικά επι­ σημαίνονται και αντιμετωπίζονται με συγκεκριμένους τρόπους τα προβλήμα­ τα τόσο του σχολείου όσο και του κάθε εκπαιδευτικού χωριστά. Η επιμόρφωση των νεοδιοριζόμενων Οι νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί συνήθως τοποθετούνται σε σχολεία απομακρυ­ σμένα από τα αστικά κέντρα. Για να ανταπεξέλθουν στα καθήκοντά τους αυ­ τοπειραματίζονται, καθώς δεν υπάρχει επίσημο πρόγραμμα υποδοχής. Στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν εκπαιδευτικές και διδακτικές καινοτομίες στο σχολείο αντιμετωπίζουν την καχυποψία, την αμφισβήτηση και την άρνη­ ση των παλαιοτέρων. 572 Μαρία-Ελένη Σάχου Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Η υποδοχή του νέου εκπαιδευτικού αποτελεί πρώτιστο μέλημα της εκπαι­ δευτικής κοινότητας, γιατί στοχεύει στη διευκόλυνση της ένταξής του στο σχολικό χώρο. Η πολιτική υποδοχής στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς ξε­ κινάει λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ανάγκες του νεοεισερχόμενου στο επάγγελ­ μα. Αυτές οι ανάγκες είναι: η καθοδήγηση για τον τρόπο διδασκαλίας, η συμ­ βουλευτική αξιολόγηση της διδασκαλίας, η συναδελφικότητα, ο καθορισμός και η επίτευξη των στόχων, η επιμόρφωση. Έρευνες, όπως αυτή των Sackhs & Brady 1985 και Lortie 1975, έχουν δείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών επιθυμούν ηθική υποστήριξη, καθοδήγηση και αξιολόγηση της πορείας τους από κάποιον σύμβουλο, ενώ άλλες ανάγκες εστιάζονται σε θέματα πειθαρχίας, προγραμ­ ματισμού ύλης, σχεδιασμού μαθήματος. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι νεοδιο­ ριζόμενοι αποφεύγουν να ζητούν τη βοήθεια των συναδέλφων τους από το φόβο μήπως φανερώσουν τις αδυναμίες τους. Οι ανωτέρω μελέτες έδειξαν ότι οι πρωτοδιοριζόμενοι πάνω από όλα επιθυμούν να αποκτήσουν επαγγελ­ ματική αυτονομία και ισότητα με τους συναδέλφους τους (Μαυρογιώργος, 1999). Αυτά τα προβλήματα και τα παιδαγωγικά και διδακτικά ζητήματα που ανακύπτουν, μπορούν να αντιμετωπισθούν με την ενδοσχολική επιμόρφωση. Είναι φανερό πως για να είναι αποτελεσματική η ενδοσχολική επιμόρφω­ ση προϋποθέτει: • την ύπαρξη ή τη διαμόρφωση ανοιχτής κριτικής ατμόσφαιρας, • την ενεργό συμμετοχή των ίδιων των εκπαιδευτικών, • την προώθηση κουλτούρας αλληλεγγύης, συνεργασίας και συλλογι­ κής παρέμβασης στο σχολείο (Μαυρογιώργος, 1999). Η επιμόρφωση των νεοδιοριζομένων μπορεί να λειτουργήσει ως διαδικα­ σία παροχής των απαραίτητων ψυχοκοινωνικών μέσων για την επιβίωσή τους και ως διαδικασία προσέγγισης των διδακτικών και άλλων καθηκόντων όχι ως απλών πρακτικών προβλημάτων, αλλά ως ευρύτερων κοινωνικο-πολιτικών και παιδαγωγικών θεμάτων. Βασικός της στόχος είναι η παροχή οποιασδήποτε βοήθειας και υποστή­ ριξης στο νέο εκπαιδευτικό με σεμινάρια, συζητήσεις, παρακολούθηση διδα­ σκαλιών, παρατήρηση στην τάξη και στενή συνεργασία με έμπιστους συνα­ δέλφους, με τον σχολικό σύμβουλο και με το διευθυντή, για να μπορέσει να διαμορφώσει προσωπικούς τρόπους προσέγγισης των σχολικών προβλημά­ των. Όλα αυτά επιτυγχάνονται όχι με την ανάθεση δύσκολων τάξεων, πολ­ λών μαθημάτων και με την ευθύνη των πιο ανεπιθύμητων σχολικών δραστη­ ριοτήτων, αλλά με τη μείωση του ωραρίου του νεοδιοριζόμενου, για να έχει τη δυνατότητα να αφιερώνει χρόνο στον προβληματισμό και τις απαιτήσεις της ενσωμάτωσής του (Μαυρογιώργος, 1996). Οι δυνατότητες για ακαδημαϊκή ή πρακτική, προσωπική ή επαγγελματική 573 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ εξέλιξη του εκπαιδευτικού στο σχολείο μέσα από διαδικασίες στενής συνερ­ γασίας και αλληλοϋποστήριξης είναι μεγάλες. Μια τέτοια μορφή επιμόρφω­ σης μπορεί να λειτουργήσει με συστηματική οργάνωση συζητήσεων και δι­ αλόγου, εισηγήσεων από τα μέλη του διδακτικού προσωπικού, αλλά και από άλλους ειδικούς, με την οργάνωση σεμιναρίων, παρακολούθηση διδασκαλι­ ών, παρατήρηση στην τάξη και με αποκλειστική πρωτοβουλία των μελών του διδακτικού προσωπικού του σχολείου. Επίλογος Η επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών αποτελεί μια διαδικασία σύν­ θετη και πολύπλοκη, καθώς ξεκινά από τα πρώτα χρόνια των σπουδών τους και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους σταδιοδρομί­ ας. Στην ανάπτυξη του εκπαιδευτικού συμβάλλει η εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική του σχολείου, η οποία διαμορφώνει το κλίμα μέσα στο οποίο δρα και ασκεί το διδακτικό του έργο ο εκπαιδευτικός. Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η επιμορφωτική πολιτική στα πλαίσια της σχο­ λικής μονάδας που ενισχύει τις προϋπάρχουσες ακαδημαϊκές και επαγγελ­ ματικές γνώσεις του εκπαιδευτικού και του προτείνει καλύτερους τρόπους άσκησης του έργου του και αντιμετώπισης των προβλημάτων του. Η ευελιξία και η δυνατότητα της σχολικής μονάδας να διοργανώνει ενδοσχολική επιμόρ­ φωση οδηγεί στον αυτοπροσανατολισμό και την αυτορρύθμισή της, καθιστώ­ ντας την έναν χώρο διαρκούς βελτίωσης και ανάπτυξης, όπου η επιμόρφω­ ση, η συμβουλευτική στήριξη και η παρακίνηση του προσωπικού αποτελούν βασικές και διαρκείς λειτουργίες (Μαυρογιώργος, 1999). Βιβλιογραφία Ανθοπούλου, Σεβαστή-Σοφία (1999). «Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού». Στο: Αθανασούλα-Ρέππα, Αναστασία, Ανθοπούλου, Σεβαστή-Σοφία, Κατσουλάκης, Στυλιανός, Μαυρογιώργος, Γιώργος, Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, τομ. Β΄. Πάτρα: ΕΑΠ. Δημητρόπουλος, Ευστάθιος (1999). Συμβουλευτική Προσανατολισμός, τομ. Β΄. Αθήνα: Γρηγόρης. Δημητρόπουλος, Ευστάθιος (2002). Εκπαιδευτική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού έργου. Αθήνα: Γρηγόρης. Εverard, Kenneth Boothby & Morris, Geoffrey (1999). Αποτελεσματική Εκπαιδευτι- κή Διοίκηση, μετάφραση Δημήτρης Κίκιζας. Πάτρα: ΕΑΠ. 574 Μαρία-Ελένη Σάχου Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Fullan, Michael & Hargreaves, Andy (1995). Η εξέλιξη των εκπαιδευτικών, μετά­ φραση Παναγιώτα Χατζηπαντελή. Αθήνα: Πατάκη. Κατσουλάκης, Στυλιανός (1999). «Η ένταξη των νέων εκπαιδευτικών». Στο: Αθα­ νασούλα-Ρέππα, Αναστασία, Ανθοπούλου, Σεβαστή-Σοφία, Κατσουλάκης, Στυ­ λιανός, Μαυρογιώργος, Γιώργος Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, τομ. Β΄. Πάτρα: ΕΑΠ. Κουτούζης, Μανώλης (1999). Γενικές Αρχές Μάνατζμεντ. Πάτρα: ΕΑΠ. Lortie, Dan C. (1975). School teacher: A sociological study, Chicago: University of Chicago Press. Μαυρογιώργος, Γιώργος (1996). «Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών: Οι μορφές της και το κοινωνικοπολιτικό της πλαίσιο». Στο: Γκότοβος, Αθανάσιος, Mαυρογιώργος, Γιώργος, Παπακωνσταντίνου, Παναγιώτης (1996). Κριτική Παιδαγωγική και Εκ- παιδευτική Πράξη. Αθήνα: Guntenberg. Μαυρογιώργος, Γιώργος (1999). «Επιμόρφωση εκπαιδευτικών και επιμορφωτική πολιτική στην Ελλάδα». Στο: Αθανασούλα-Ρέππα, Αναστασία, Ανθοπούλου, Σεβαστή Σοφία, Κατσουλάκης, Στυλιανός, Μαυρογιώργος, Γιώργος Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, τομ. Β΄. Πάτρα: ΕΑΠ. Sacks, Susan Riemer & Brady, Patricia (1985). «Who Teaches the City’s Children. A Study of New York City First Year Teachers». Paper presented at the annual meeting of the American Educational Research Association, Chicago. Summary Teachers’ professional development begins at the first year of their studies and continues during their whole life. The school policy contributes to the teacher’s development, since it defines the situation in which the teachers work. The education policy is considered particularly important, since it enhances teach er’s existing academic and professional knowledge and suggests better ways to work and deal with problems. This announcement reflects the need for the teacher’s professional development and the contribution of training to this process. Μαρία-Ελένη Σάχου Δασκάλα-Μεταπτυχιακή φοιτήτρια ΑΠΘ, Ι. Καρτάλη 31,Βόλος, τ.κ. 38221, τηλ. 6973621478, fax.2421037561,

[email protected]

575 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ Ποιοτική Διδασκαλία To κλίμα της σχολικής τάξης ως παράγοντας ποιότητας και αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας: Αλληλεπiδραση δασκάλου-μαθητή Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου Ποιότητα και αποτελεσματικότητα στην εκπαίδευση Η έννοια της «ποιότητας στην εκπαίδευση» βρίσκεται σε δυναμική μορφή, εί­ ναι δηλαδή σε εξέλιξη, στέκεται διαλεκτικά και βρίσκεται σε άμεση αλληλε­ πίδραση με την κοινωνία στην οποία αυτή διαμορφώνεται και τελικά με την κοινωνία την οποία διαμορφώνει. Διερευνώντας την «ποιότητα στην εκπαίδευση» φαίνεται να διαμορφώνε­ ται σε αυτή μια σειρά παραμέτρων οι οποίες πρέπει να προωθούν τους σκο­ πούς του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνουν: • το διοικητικό πλαίσιο (νομοθεσία, υπηρεσίες, εκπαιδευτικοί) • το παιδαγωγικό πλαίσιο (αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών, διδακτικές μέθοδοι, διδακτικό υλικό) • την υλικοτεχνική υποδομή (κτήρια, εργαστήρια, βιβλιοθήκες, εποπτικό υλικό) (Βλάχος κ.ά., 2007) Ο Τριλιανός (2009) θεωρεί την «ποιοτική εκπαίδευση» αρωγό για τη βελ­ τίωση της ανθρώπινης ζωής. Στα επιχειρήματά του περιλαμβάνονται οι δύο εξής καίριες θέσεις: - Με την «ποιότητα στην εκπαίδευση» η μάθηση ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις της εποχής. - Η «ποιότητα στην εκπαίδευση» εξασφαλίζει την επιτυχία στη μάθηση και την προαγωγή όλων ανεξαιρέτως των μαθητών. Η παγκόσμια κοινότητα δέχεται κύμα αλλαγών και αυτό είναι κάτι που αναμ­ φίβολα δεν αφήνει ανέπαφη την εκπαίδευση σε διεθνή κλίμακα. Οι απαιτήσεις της εποχής μάς προσπερνούν και η εκπαίδευση αποτελεί «το μήλο της έριδας». Όροι όπως «αποτελεσματικότητα», «ποιότητα», «διασφάλιση της ποιότη­ τας», «αξιολόγηση» είναι όροι που πέρασαν και στο πεδίο της εκπαίδευσης∙ 576 Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΑΣΚΑΛΟΥ-ΜΑΘΗΤΗ τη δεκαετία του΄90 στην Ε.Ε. και μια εικοσαετία νωρίτερα σε μεμονωμένα κρά­ τη όπως Η.Π.Α και Μ.Βρετανία. Ήταν στη Λισαβόνα στη Σύνοδο του Ευρωπα­ ϊκού Συμβουλίου, όταν η Ε.Ε. έθετε ως στόχο «να γίνει η ανταγωνιστικότερη… οικονομία της γνώσης…με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας…» (European Council, 2000) για να υποβάλει έπειτα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκ­ θεση με 16 δείκτες ποιότητας στην εκπαίδευση (European Comission, 2000) που αφορούν 4 θεματικούς άξονες: α) επιδόσεις, β) επιτυχία – μετάβαση, γ) παρακολούθηση σχολικής εκπαίδευσης, δ) πόροι και δομές. Λίγο αργότερα στη Στοκχόλμη (2001) εγκρίνονται οι μελλοντικοί στόχοι των συστημάτων εκπαίδευσης όπως εκτέθηκαν από το Συμβούλιο Παιδείας της Ε.Ε. Εκεί αναφέρονται διεξοδικά οι στόχοι του Προγράμματος Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010. Το Πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει 3 βασικούς στρατη­ γικούς στόχους που υποδιαιρούνται σε επιμέρους. Παραθέτουμε συνοπτικά: 1. Βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ε.Ε., μέσω της: - βελτίωσης της εκπαίδευσης εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών - ανάπτυξης δεξιοτήτων για την κοινωνία της γνώσης - εξασφάλισης της πρόσβασης στις Τεχνολογίες πληροφορίας και επικοι­ νωνιών για όλους - αύξησης της προσέλευσης στις τεχνολογικές και επιστημονικές σπουδές - βέλτιστης χρήσης των πόρων 2. Διευκόλυνση της πρόσβασης όλων στη δια βίου εκπαίδευση και κατάρ­ τιση 3. Συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης ανοιχτά στην κοινωνία και στον κόσμο μέσω της: - βελτίωσης της διδασκαλίας ξένων γλωσσών - ανάπτυξης επιχειρηματικού πνεύματος - ενίσχυσης της ευρωπαϊκής συνεργασίας (Βαβουράκη κ.ά., 2007) Είναι ολοφάνερο πως η ποιότητα στην εκπαίδευση βρίσκεται στο προ­ σκήνιο. Υπάρχει, ωστόσο, η αίσθηση πως αυτή δεν αποτελεί κάτι το νέο μια και ανέκαθεν η εκπαίδευση –εξ ορισμού– επιδίωκε την καλή μάθηση, το καλό σχολείο, με διαφορετικά, όπως είναι αναμενόμενο, κάθε φορά κριτήρια. Η καινοτομία, ωστόσο, τώρα, είναι πως συγκροτούνται συγκεκριμένα κριτήρια «ποιότητας» και εργαλεία μέτρησής της. Βασικό τέτοιο κριτήριο είναι ο παρά­ γοντας «σχολικό κλίμα», ο οποίος και αποτελεί βασικό θέμα της μελέτης μας. 577 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Το σχολικό κλίμα ως η συνισταμένη ποιοτικών χαρακτηριστικών εντός του σχολείου Το «σχολικό κλίμα» («school climate») αναφέρεται στην ποιότητα και το χαρα­ κτήρα της σχολικής ζωής. Αντανακλά σχολικές νόρμες, εκπαιδευτικούς στό­ χους, αξίες, διαπροσωπικές σχέσεις, μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης και οργανωτικές δομές. Το «σχολικό κλίμα» συχνά συνδέεται με τη «σχολική κουλτούρα» («school culture»), η οποία περιγράφεται από τους S. Sarason, R. Barth και C. Wagner ως ο τρόπος βάσει του οποίου τα σχολεία ενεργούν. Σχετικοί είναι οι όροι «υποστηρικτικά μαθησιακά περιβάλλοντα» («supportive learning environments») και «συνθήκες μάθησης» («conditions for learning») (στο Cohen & Elias, 2011:1). Οι παιδαγωγοί υπογραμμίζουν τη σημασία του ως βασικού παράγοντα της μαθησιακής και προσωπικής ανάπτυξης του ατόμου (Μπαμπάλης, 2009: 38∙ Πασιαρδής, 2006: 25). Παρ’ όλα αυτά πολλά σχολεία ακόμη και σήμερα εστιά­ ζουν στη σχολική επίδοση θεωρώντας τη ως αυταξία παραμελώντας τον παρά­ γοντα του σχολικού κλίματος∙ είναι όμως αυτό το οποίο προωθεί τη διάπλαση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων γι’ αυτό και οι ειδικοί στο πλαίσιο του σχο­ λικού κλίματος υιοθετούν στρατηγικές που ενισχύουν ανάμεσα σε άλλες, την κοινωνική, συναισθηματική και διανοητική διάσταση της μάθησης. Το «κλίμα» ως χαρακτηριστικό του εκάστοτε οργανισμού ορίζεται ως: «το σύνολο εκείνων των χαρακτηριστικών βάσει των οποίων διαφοροποιείται ο ένας οργανισμός από τον άλλο και τα οποία επηρεάζουν τη συμπεριφορά όσων δρουν μέσα στον οργανισμό» (Gilmer, 1966:57 στο Okafor, 2009:7), ενώ οι Hoy, Tarter & Kottkamp (1991) σημειώνουν με σαφήνεια πως το «κλίμα» είναι για τον οργανισμό ό,τι η προσωπικότητα για το άτομο (στο Okafor, 2009: 7). Περισσότερος επεξηγηματικός ο Anderson (1982) αναφέρει πως το σχο­ λικό κλίμα συνίσταται από παράγοντες που αφορούν: την οικολογία (φυσι­ κές-υλικές πτυχές), τον περίγυρο (σύσταση πληθυσμού του σχολείου), το κοινωνικό σύστημα (σχέσεις μεταξύ των ατόμων) και τον πολιτισμό (αξίες) (στο Μπαμπάλης, 2009: 39-40), ενώ οι Beare, Coldwell, Millikan (1989:172) υπογραμμίζουν το διαχωρισμό των ορατών (προγράμματα, σκοποί, δομή) και των αόρατων στοιχείων (αξίες, φιλοσοφίες, ιδεολογίες) των σχετικών με το σχολικό κλίμα. Σύμφωνα με τον Freiberg (1999:39-40) - στον οποίο και βασίζεται η μελέ­ τη αυτή - ένας επιτυχημένος ορισμός του σχολικού κλίματος πρέπει να περι­ λαμβάνει τις παρακάτω διαστάσεις: κτηριακό περιβάλλον, το σχέδιο/πλάνο του σχολείου για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας, τη συμπεριφορά των εκπαιδευτικών και το σύστημα του σχολείου. Ο Πασιαρδής (2006:25-26) συνδέει και αυτός την αποτελεσματικότητα του 578 Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΑΣΚΑΛΟΥ-ΜΑΘΗΤΗ σχολείου με το σχολικό κλίμα το οποίο ορίζει ως «το σύνολο των δυναμικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ψυχολογικών, ακαδημαϊκών και φυσικών δια­ στάσεων του σχολικού περιβάλλοντος». Σχολικό κλίμα και σχολική αποτελεσματικότητα Σύμφωνα με τον Freiberg (1999:30) καταλυτική είναι η επίδραση - επί των μα­ θησιακών αποτελεσμάτων - παραγόντων που χαρακτηρίζονται ως αποτελεσμα­ τικοί και που αφορούν τη σχολική τάξη (classroom effectiveness factors). Αυ­ τοί κατηγοριοποιούνται βάσει τριών εννοιών-κλειδιών: της ποιότητας (quality), του χρόνου (time) και της ευκαιρίας στη μάθηση (opportunity): Ποιότητα: • κανόνες σχετικοί με τη δομή της τάξης • σύστημα αξιολόγησης • πολιτική επίβλεψης Χρόνος: • σχέδιο κατανομής του χρόνου Ευκαιρία: • curriculum • εφαρμογή Οι προαναφερθέντες, ωστόσο, παράγοντες δε δύνανται να ερμηνεύσουν και να καθορίσουν όλα τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Το σχολείο δεν απο­ τελεί απλά ένα σύνολο παραγόντων. Η εκπαιδευτική διαδικασία είναι πολυ­ διάστατη και χρειάζεται προσοχή μια και αν αποτύχουμε να εφοδιάσουμε τη νόηση με τις δεξιότητες που απαιτούνται σε έναν κόσμο πολιτισμού, θα δι­ ατρέχουμε τον κίνδυνο να προκαλέσουμε στους μαθητές αδιαφορία, ανευ­ θυνότητα και τελικά αποξένωση υπονομεύοντας τον ίδιο τον πολιτισμό μας (Bruner, 2007:117). Πρέπει, λοιπόν, - στο βαθμό που δεχόμαστε πως υπάρχουν ορισμένα με­ τρήσιμα κριτήρια - να υπάρχει τουλάχιστον μία ακόμη ομάδα παραγόντων η οποία θα ασκεί επιπλέον επιρροή στα αποτελέσματα της μαθησιακής διαδικα­ σίας. Εδώ, το τοπίο συμπληρώνουν οι παράγοντες που συνθέτουν το σχολικό κλίμα. Προκύπτουν, έτσι, οι ακόλουθες ομάδες παραγόντων (Freiberg, 1999:34): Σχολείο • φυσικό περιβάλλον του σχολείου (υποδομή, διάδρομοι, αυλή, προ­ αύλια) • κοινωνικό σύστημα (αλληλεπιδράσεις μεταξύ του εκπαιδευτικού προ­ σωπικού, κανόνες και συμφωνίες που αφορούν τη συμπεριφορά του 579 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ενός προς τον άλλο και προς τους μαθητές, σχέσεις σχολείου με υπη­ ρεσίες π.χ. ειδική αγωγή και βέβαια σχέσεις σχολείου και οικογένει­ ας, οι οποίες όταν υπάρχουν, διασφαλίζουν στο μαθητή πολλά οφέ­ λη (Olsen & Fuller, 2008: 129). • οργανωμένο σχολικό περιβάλλον • προσδοκίες για τη συμπεριφορά του εκπαιδευτικού και τα μαθητικά αποτελέσματα Σχολική τάξη • φυσικό περιβάλλον σχολικής τάξης (π.χ. μέγεθος) • κοινωνικό σύστημα (αλληλεπιδράσεις) • λειτουργικότητα σχολικής τάξης • προσδοκίες των εκπαιδευτικών προς τους μαθητές Κρίνεται, λοιπόν, αναγκαία η παρουσία και των δύο τύπων παραγόντων καθώς και η εφαρμογή τους εντός της εκπαιδευτικής μονάδας. Θα ήταν πα­ ράλειψη να μην επισημανθεί πως τα αποτελεσματικά σχολεία και τα λεγόμε­ να μη αποτελεσματικά παρουσιάζουν διαφορές όσον αφορά το σχολικό κλί­ μα που τα διαπερνά και τα πλαισιώνει (Teddlie & Reynolds, 2000:147-148). Μέθοδος Αντικείμενο και Σκοπός της έρευνας Στην παρούσα έρευνα μελετάται η ποιότητα του σχολικού κλίματος ως παρά­ γοντα αποτελεσματικότητας της σχολικής τάξης. Βασικός σκοπός της έρευ­ νας είναι η προώθηση της ποιότητας στην εκπαίδευση καθώς και η βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έχοντας υπόψη τις φωνές των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτήν, τους δασκάλους και τους μαθητές του δημοτικού σχο­ λείου. Ειδικότερα, οι επιμέρους στόχοι σχετίζονται με: α) την ανάδειξη της σπουδαιότητας της αλληλεπίδρασης εκπαιδευτικού- μαθητή, στο πλαίσιο του σχολικού κλίματος, κατά τη μαθησιακή διαδικασία. β) τον εντοπισμό εκείνων των παραγόντων που διαμορφώνουν θετικό κλί­ μα στο ελληνικό δημοτικό σχολείο: κατά πόσο οι παράγοντες αυτοί διαμορ­ φώνουν και διαμορφώνονται από την αλληλεπίδραση δασκάλου-μαθητή γ) την αποτύπωση της πραγματικότητας που υφίσταται στα Δημοτικά σχο­ λεία της Ελλάδας σχετικά με την επίδραση του σχολικού κλίματος στο μαθη­ τή και στο δάσκαλο. Συμμετέχοντες Στην έρευνα συμμετείχαν εξακόσιοι δεκατρείς (613) μαθητές της Ε’ και Στ’ τάξης δημοτικών σχολείων των Νομών Αττικής και Χαλκίδας, εκ των οποίων 580 Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΑΣΚΑΛΟΥ-ΜΑΘΗΤΗ τριακόσιοι είκοσι έξι 326 είναι αγόρια (ποσοστό 53.2%) και διακόσια ογδόντα εφτά (287) είναι κορίτσια (ποσοστό 46.8 %). Η ηλικία των μαθητών κυμαινόταν μεταξύ δέκα (10) και δεκαέξι (16) ετών (Μ = 11.78, SD = 0.78). διακόσιοι ενε­ νήντα πέντε (295) μαθητές ανήκαν στην Ε’ τάξη του δημοτικού σχολείου και τριακόσιοι δεκαοχτώ (318) στην Στ’ τάξη του δημοτικού σχολείου. Αναφορι­ κά με την εθνικότητα των μαθητών που έλαβαν μέρος στην παρούσα έρευνα, πεντακόσιοι τριάντα έξι (536) ποσοστό 88.6 % ήταν γηγενείς και εβδομήντα εφτά (77) ποσοστό 11.4 ήταν αλλοδαποί. Τριάντα τρεις δάσκαλοι (9 άντρες και 25 γυναίκες) συμμετείχαν στην παρούσα έρευνα. Η διδακτική τους εμπει­ ρία κυμαινόταν από 5 έως 32 χρόνια (Μ=17.91, SD=7.78). Μέσα συλλογής δεδομένων Κλίμακα Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη (Classroom Life Measure). Χρησιμοποιήθηκε η ελληνική εκδοχή του Classroom Life Measure (Κλίμακα Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη). Το πρωτότυπο CLM είναι ένα ερω­ τηματολόγιο αυτό-αναφορών που αποτελείται από 90 ερωτήσεις, όπως ανα­ πτύχθηκαν από τους Johnson & Johnson (1983) για την αξιολόγηση της ζωής των μαθητών στη σχολική τάξη, όπως αυτή βιώνεται μέσα από τα μαθήματά τους. Οι Μπαμπάλης, Γαλανάκη, και Σταύρου (2007) και ο Μπαμπάλης, (2009) μέσα από έρευνες χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της διερευνητικής παραγο­ ντικής ανάλυσης υποστήριξαν την ύπαρξη αποδεκτής παραγοντικής δομής για την Κλίμακα Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη. Επιπρόσθετα, η ελλη­ νική εκδοχή διακρινόταν από αποδεκτή εσωτερική συνέπεια και εγκυρότητα περιεχομένου (Μπαμπάλης, 2009). Η Κλίμακα Μέτρησης της Ζωής στη Σχο­ λική Τάξη (Johnson & Johnson, 1983; Johnson, Johnson, & Anderson, 1983) αποτελείται από δεκαεφτά (17) παράγοντες. Για τους σκοπούς της παρού­ σας μελέτης, χρησιμοποιήθηκαν τέσσερις (4) από τους δεκαεφτά παράγο­ ντες και συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: (1) εκπαιδευτική υποστήριξη δασκάλου, (2) προσωπική υποστήριξη δασκάλου, (3) εκπαιδευτική υποστήριξη συμμαθη­ τών, (4) προσωπική υποστήριξη συμμαθητών. Οι απαντήσεις των μαθητών δί­ νονται με βάση μια πεντάβαθμη κλίμακα τύπου Likert, η οποία κυμαίνεται από το «Δεν ισχύει» (1) μέχρι το «Ισχύει πάντα» (5). Ο παράγοντας εκπαιδευτική υποστήριξη δασκάλου αποτελείται από τέσσε­ ρα (4) ερωτήματα και αναφέρεται στην αντίληψη του μαθητή ότι ο δάσκαλος ενδιαφέρεται εάν και κατά πόσο οι μαθητές μαθαίνουν καθώς και στην αντί­ ληψη ότι έχει την πρόθεση να βοηθήσει τους μαθητές να μάθουν. Ο παρά­ γοντας προσωπική υποστήριξη δασκάλου αποτελείται από τέσσερα (4) ερω­ τήματα και αναφέρεται στην αντίληψη του μαθητή ότι ο δάσκαλος νοιάζεται για τους μαθητές. Ο παράγοντας εκπαιδευτική υποστήριξη συμμαθητών απο­ τελείται από τέσσερα (4) ερωτήματα και αναφέρεται στην αντίληψη των μα­ 581 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θητών ότι οι συμμαθητές τους ενδιαφέρονται για το πόσο μαθαίνει κανείς και επιθυμούν να βοηθήσουν τους συμμαθητές τους να μαθαίνουν. Τέλος, ο παράγοντας προσωπική υποστήριξη συμμαθητών αποτελείται από πέντε (5) ερωτήματα που αφορούν την άποψη που έχει κάθε μαθητής όσον αφο­ ρά την εκτίμηση και το ενδιαφέρον που τρέφουν προς το πρόσωπό του οι υπόλοιποι συμμαθητές του. Λίστα για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολικής Τάξης και του Σχο­ λικού Κλίματος. Η Λίστα για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολικής Τά­ ξης και του Σχολικού Κλίματος (Checklist for the Assessment of the Quality of Classroom and School Climate) αποτελείται από τέσσερις (4) διαστάσεις (Creemers & Reezigt, 2005). Η πρώτη διάσταση αναφέρεται στο σχολικό πλά­ νο για αποτελεσματικότητα, η δεύτερη αναφέρεται στο φυσικό περιβάλλον, η τρίτη αφορά τη συμπεριφορά του δασκάλου και η τελευταία αναφέρεται στο σχολικό σύστημα. Για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας, εξετάστη­ κε μία διάσταση, το σχολικό πλάνο για αποτελεσματικότητα. Οι υποκλίμακες του σχολικού πλάνου για αποτελεσματικότητα ήταν: (1) γνωστικά μαθησιακά αποτελέσματα, (2) συναισθηματικά μαθησιακά αποτελέσματα. Δημογραφικά στοιχεία. Κατασκευάστηκε ένα ερωτηματολόγιο για την απόκτηση δημογραφικών πληροφοριών, όπως το φύλο, η τάξη και η ηλικία των μαθητών. Διαδικασία συλλογής δεδομένων Οι μαθητές επιλέχθηκαν από διάφορα ελληνικά σχολεία ύστερα από επικοι­ νωνία με τους εκπαιδευτικούς και επισκέψεις στα σχολεία. Ενημερώθηκαν για τους σκοπούς της έρευνας, την αξιολόγηση και τη διαδικασία συλλογής των δεδομένων. Οι μαθητές συμπλήρωσαν τις διαστάσεις της Κλίμακας Μέτρη­ σης της Ζωής στη Σχολική Τάξη και το ερωτηματολόγιο με τις δημογραφι­ κές πληροφορίες στην τάξη τους, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Η διάρ­ κεια συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου ήταν περίπου σαράντα (40) λεπτά. Οι δάσκαλοι συμπλήρωσαν τη Λίστα για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολικής Τάξης και του Σχολικού Κλίματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν οι δάσκαλοι των μαθητών που έλαβαν μέρος σε αυτήν. Δόθηκαν όλες οι απαραίτητες οδηγίες σε δα­ σκάλους και μαθητές κατά τη διάρκεια της συμπλήρωσης του ερωτηματο­ λογίου. Η συνολική διάρκεια συλλογής των πληροφοριών ήταν τρεις μήνες. Στατιστική Ανάλυση Για τον έλεγχο της αξιοπιστίας των ερωτηματολογίων χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής Cronbach a (Cronbach, 1951) για την εξέταση της εσωτερικής συνέπειας των παραγόντων της Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη και της Λίστας για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολικής Τάξης 582 Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΑΣΚΑΛΟΥ-ΜΑΘΗΤΗ και του Σχολικού Κλίματος. Για την εξέταση των σχέσεων μεταξύ των μετα­ βλητών, χρησιμοποιήθηκε η ανάλυση συσχέτισης του Pearson r (Tabachnick & Fidell, 2006). Αποτελέσματα • Ανάλυση αξιοπιστίας. Ο Cronbach a των παραγόντων της Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη κυμαίνεται μεταξύ.48 και.77. Οι παράγοντες της Λίστας για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολι­ κής Τάξης και του Σχολικού Κλίματος είναι.68. • Ανάλυση συσχέτισης. Σημαντικές αλληλοσυσχετίσεις βρέθηκαν μετα­ ξύ των παραγόντων Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη (Πίνακας 1). Οι παράγοντες των υποκλιμάκων της Κλίμακας Μέτρη­ σης της Ζωής στη Σχολική Τάξη έδειξαν χαμηλές με μέτριες αλληλο­ συσχετίσεις αξιών, εκτεινόμενες από.24 μέχρι.61. Πίνακας 1. Αλληλοσυσχετίσεις (Pearson r) μεταξύ των παραγόντων της Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη. 1. 2. 3. 4. .7 8. 9. 10. Εκπ/κή υποστήριξη 1. 1.00 .59*** .29*** .32*** .31*** .28*** .02 .02 δασκάλου Προσ/κή υποστήριξη 2. 1.00 .24*** .34*** .33*** .18*** .05 .02 δασκάλου Εκπ/κή υποστήριξη 3. 1.00 .61*** .40*** .17*** -.04 .05 συμμαθητών Προσ/κή υποστήριξη 4. 1.00 .59*** .30*** -.09 -.06 συμ/τών *p<.05, **p<.01, ***p<.001 Θετικές συσχετίσεις εμφανίσθηκαν επίσης μεταξύ των υποκλιμάκων του σχολικού πλάνου για αποτελεσματικότητα (γνωστικά μαθησιακά αποτελέσμα­ τα, συναισθηματικά μαθησιακά αποτελέσματα) και αυτών της Κλίμακας Μέ­ τρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη (Πίνακας 2). 583 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 2. Συσχετίσεις μεταξύ των παραγόντων της Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη και της Λίστας για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολικής Τάξης και του Σχολικού Κλίματος. Σχολικό Πλάνο Γνωστικά Συναισθηματικά για την Αποτελεσματικότητα αποτελέσματα αποτελέσματα Εκπαιδευτική υποστήριξη δασκάλου .38* .32* Προσωπική υποστήριξη δασκάλου .33* .31* Εκπαιδευτική υποστήριξη συμμαθητών .38* .32* Προσωπική υποστήριξη συμμαθητών .37* .22* * p<.05 Συζήτηση Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν την ύπαρξη στατιστικά σημαντικών συσχετίσεων μεταξύ των παραγόντων της Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη, δείχνοντας ότι το σχολικό κλίμα συνιστά μια πολυδιάστατη έν­ νοια. Ειδικότερα, υψηλή θετική συσχέτιση εμφανίσθηκε μεταξύ των παραγό­ ντων εκπαιδευτική υποστήριξη δασκάλου και προσωπική υποστήριξη δασκάλου, όπως επίσης μεταξύ των παραγόντων εκπαιδευτική υποστήριξη συμμαθητών και προσωπική υποστήριξη συμμαθητών δείχνοντας ότι οι μαθητές οι οποί­ οι αισθάνονται ότι λαμβάνουν ακαδημαϊκή υποστήριξη από το δάσκαλο και τους συμμαθητές τους, παράλληλα αισθάνονται ότι λαμβάνουν και προσωπι­ κή υποστήριξη από το δάσκαλο και τους συμμαθητές τους. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι πιθανόν οι μαθητές ταυτίζουν σε σημαντικό βαθμό την προσωπική με την εκπαιδευτική υποστήριξη τόσο του εκπαιδευτικού, όσο και του συμμα­ θητή τους. Από την άλλη πλευρά, οι συσχετίσεις των παραγόντων εκπαιδευ- τική υποστήριξη δασκάλου και προσωπική υποστήριξη δασκάλου με τους πα­ ράγοντες εκπαιδευτική υποστήριξη συμμαθητών και προσωπική υποστήριξη συμμαθητών δείχνουν ότι όταν ο δάσκαλος παρέχει υποστήριξη προς το μα­ θητή, αυτό οδηγεί και τους μαθητές στην παροχή υποστήριξης, είτε προσω­ πικής, είτε εκπαιδευτικής προς τους συμμαθητές τους. Οι Lehr & Christenson (2002), μέσα από τη δική τους έρευνα, κατέληξαν επίσης στην υψηλή θετική συσχέτιση ανάμεσα στο θετικό σχολικό κλίμα και στη βελτιωμένη μαθησιακή συμπεριφορά και γνωστική επίτευξη. Οι συσχετίσεις μεταξύ της Κλίμακας Μέτρησης της Ζωής στη Σχολική Τάξη και της Λίστας για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Σχολικής Τάξης και του 584 Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΑΣΚΑΛΟΥ-ΜΑΘΗΤΗ Σχολικού Κλίματος υποστήριξαν την ύπαρξη στατιστικά σημαντικών συσχετί­ σεων. Πιο συγκεκριμένα, στην εμφάνιση υψηλότερων τιμών στα γνωστικά και συναισθηματικά μαθησιακά αποτελέσματα συμβάλλει τόσο η συμπεριφορά του δασκάλου, όσο και των συμμαθητών. Μάλιστα, φαίνεται ότι η εκπαιδευ­ τική και η προσωπική υποστήριξη του δασκάλου και των συμμαθητών οδηγεί σε καλύτερο σχολικό πλάνο για την αποτελεσματικότητα. Επίσης, η επίτευξη συναισθηματικών μαθησιακών αποτελεσμάτων συνδυάζεται σε υψηλό βαθμό με την εμφάνιση γνωστικών μαθησιακών αποτελεσμάτων. Το σχολικό κλίμα αποτελεί μια σύνθεση· πρόκειται για μια σύνθεση φω­ νών, αξιών και συναισθημάτων τα οποία βρίσκονται σε συσχέτιση με τη μά­ θηση, τη δημιουργικότητα και την αυτοεκτίμηση του μαθητή. Βασικά πρόσω­ πα αυτής της σύνθεσης είναι ο δάσκαλος και ο μαθητής. Δεν είναι λίγες, στον διεθνή χώρο, οι έρευνες που έχουν ως αντικείμενο μελέτης τους τη σημασία του σχολικού κλίματος κατά την εκπαιδευτική διαδικασία υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα της σχέσης δασκάλου – μαθητή (Freiberg, 1999· Pederson et al., 1978‧ Wubbels & Levy, 1993). Δάσκαλοι και μαθητές, όπως προέκυψε, πιστεύουν πως μια θετική μεταξύ τους αλληλεπίδραση αποτελεί ένα από τα βασικότερα κριτήρια χαρακτηρισμού του κλίματος της σχολικής τάξης ως θε­ τικού, άποψη με ιδιαίτερη βαρύτητα αφού αντιπροσωπεύει τις φωνές των άμε­ σα εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική διαδικασία προσώπων. Με την παρού­ σα έρευνα έγινε μια απόπειρα αποτύπωσης της τρέχουσας πραγματικότητας όπως αυτή περιγράφτηκε από δασκάλους και μαθητές του ελληνικού δημοτι­ κού σχολείου, τα πολύτιμα, για τα ελληνικά δεδομένα, ευρήματα της οποίας έχουμε την πεποίθηση πως θα υπογραμμίσουν τον παράγοντα του κλίματος της σχολικής τάξης ως βασικότατου κριτηρίου για μια ποιοτική και αποτελε­ σματικότερη εκπαιδευτική διαδικασία και θα κεντρίσουν την προσοχή όλων όσοι εμπλέκονται στην εκπαίδευση κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η έννοια του κλί­ ματος της σχολικής τάξης να θεωρείται άρρηκτα συνδεδεμένη με ό, τι καλεί­ ται ποιότητα και αποτελεσματικότητα στην εκπαίδευση. Βιβλιογραφία Βαβουράκη, Αγ., Ζουγανέλη, Αικ., Σοφού, Ευστρ., Κούτρα, Χρ. (2007). Ευρωπαϊκές θέσεις για την ποιότητα στην εκπαίδευση. Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, 13. Βλάχος, Δ., Δαγκλής, Ι., Βαβουράκη, Αγ. (2007). Διερεύνηση της ποιότητας της εκπαίδευσης: Βασικές αρχές και σχεδιασμός της έρευνας. Επιθεώρηση Εκ- παιδευτικών Θεμάτων, 13. Bruner, J. (2007). Ο πολιτισμός της εκπαίδευσης/μτφρ. Άννα Βουγιούκα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 585 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Cohen, J. & Elias, M. (2011). School Climate. Building Safe, Supportive and Engaging Classrooms & Schools. NY: Dude Publishing. Commision of the European Communities (2008). An updated strategic framework for European cooperation in education and training. Brussels: Ν.P. European Commision (2000). European Report on the quality of School Education – Sixteen Quality Indicators. Brussels. European Council (2000). Presidency Conclusions. Lisbon. Freiberg, H. J. (1999). School Climate. Measuring, Improving and Sustaining Healthy Learning Environments. London and New York: Routledge, Taylor & Francis Group. Ζαβλανός, Μ. (2003). Η ολική ποιότητα στην εκπαίδευση. Αθήνα: Σταμούλη. Καρατζιά-Σταυλιώτη, Ε. & Λαμπρόπουλος, Χ. (2006). Αξιολόγηση, Αποτελεσματι- κότητα και Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg. Μπαμπάλης, Θ. (2009). Η ζωή στη σχολική τάξη. Αθήνα: Ατραπός. Μπαμπάλης, Θ., Γαλανάκη, Ε. & Σταύρου, Ν. (2007). «Η ζωή στη σχολική τάξη: Σύνδεσμοι μεταξύ υποστήριξης, συνεργασίας και σχολικής αυτοεκτίμησης», Επιστήμες Αγωγής, 2, 35-50. Okafor, P. (2009). School climate, pupil control ideology, and effectiveness. Exploring the means and end of schools’ survival, development, and growth. Germany: Lap Lambert Academic Publishing. Olsen, G. & Fuller, M. (2008³). Home-School Relations. Working Successfully with Parents and Families. USA: Pearson. Allyn and Bacon. Πασιαρδής, Π. & Πασιαρδή Γ. (2006). Αποτελεσματικά σχολεία. Πραγματικότητα ή ουτοπία. Αθήνα: Τυπωθήτω ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ. Pederson, E., Fauchter, T.A. & Eaton, W.W. (1978). A new perspective on the effects of first grade teachers on children’s subsequent adult status. Harvard Educational Review, 48, 1-31. Teddlie, C. & Reynolds, D. (2000). The International Handbook of School Effectiveness Research. London and New York: Routledge, Taylor & Francis Group. Τριλιανός, Αθ. (2009). Η ποιότητα της διδασκαλίας στην εκπαίδευση της μετανε­ ωτερικής εποχής. Στο: Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Συνέδριο του Πανεπιστημί- ου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου 2009. Λευκωσία. Wubbels, T. & Levy, J. (1993). Do you know what you look like? Interpersonal relationships in education. Washington, DC: Falmer. Περίληψη Pedagogic and educational circles nowadays consider the school climate to be the soul and essence of school, which is conducive to students and teachers feeling endless love for their school, wanting to be on its grounds on a daily 586 Θωμάς Μπαμπάλης, Χριστίνα Κουτούβελα, Κωνσταντίνα Τσώλη, Νικόλαος Αλεξόπουλος, Νεκτάριος Σταύρου ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΑΣΚΑΛΟΥ-ΜΑΘΗΤΗ basis. The school’s climate is also related to its quality, helping the affected individuals feel personal value, dignity, importance and the feeling they belong to something beyond themselves. The objective of this research is to promote the quality of education as well as improve the educational mission based on the views of the people involved: teachers and students of Primary Education. The research focuses on the relationship of both sides, contemplating the child’s success and the forming of abilities on their behalf: attitudes and skills through the prism of the child’s relationship with the teacher. Θωμάς Μπαμπάλης Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών (Π.Τ.Δ.Ε) Ιπποκράτους 20, Αθήνα, 10680 210-3688463, Fax: 210-3688464

[email protected]

Χριστίνα Κουτούβελα Υποψήφια διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών (Π.Τ.Δ.Ε.) Παντοκράτορος 3, Περιστέρι, 12131 210-5764938/6974-612-116

[email protected]

Κωνσταντίνα Τσώλη Υποψήφια διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών (Π.Τ.Δ.Ε.), Υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Ιωνιδών 116, Πειραιάς, 18537 210-4515012/6972-093-782

[email protected]

Νικόλαος Αλεξόπουλος Εκπαιδευτικός Π.Ε. MEd Τερψιθέας 70, Αγ. Παρασκευή, 15341 6937-186-526

[email protected]

Νεκτάριος Σταύρου Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών (ΤΕΦΑΑ) Εθνικής Αντιστάσεως 41, Δάφνη, 17237 210-7276054

[email protected]

587 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η εφαρμογή της Ευέλικτης Ζώνης (Ε.Ζ.) σε ολιγοθέσια σχολεία Χρίστος Πατσάλης, Καλλιόπη Παπουτσάκη, Άννα Ζουγανέλη Περίληψη Με βάση την ανάγκη ενός διαρκούς εκσυγχρονισμού και αναζήτησης ποιότη­ τας στην εκπαίδευση καθιερώθηκε το πρόγραμμα της Ευέλικτη Ζώνης διαθε­ ματικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων στα δημοτικά σχολεία της χώρας. Η εφαρμογή του όμως στην πράξη δεν συνοδεύτηκε από διενέργεια σχετι­ κής έρευνας σε όλους τους τύπους των σχολείων. Προκειμένου να αποτυπώ­ σουμε το τι συμβαίνει στο πεδίο των ολιγοθέσιων σχολείων, διαθέτοντας ήδη ερευνητικά αποτελέσματα από πολυθέσια, διεξαγάγαμε έρευνα στον αντίστοι­ χο πληθυσμό, τα αποτελέσματα της οποίας έδειξαν διαφοροποιήσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών των δύο τύπων σχολείων. Εισαγωγή Η Ευέλικτη ζώνη διαθεματικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων έχει αρχίσει να εφαρμόζεται στα δημοτικά σχολεία της χώρας από το σχολικό έτος 2002- 2003, αφού προηγήθηκαν διαδικασίες πιλοτικής εφαρμογής της και αξιολό­ γησης των αποτελεσμάτων από το Μάιο του 2001. Αποτελεί καινοτόμο διδα­ κτική παρέμβαση που εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου εκπαιδευτικού σχεδιασμού (Αλαχιώτης, 2002, Κουλουμπαρίτση, 2002, Ματσαγγούρας, 2002). Το πρόγραμμα αυτό δεν προτείνεται ως πανάκεια για την αντιμετώπιση κάθε εκπαιδευτικού ζητήματος αλλά φιλοδοξεί να δώσει πειστική απάντηση σε ορι­ σμένα προβλήματα ενώ προσδοκάται να καλλιεργήσει μια άλλη αντίληψη για την κατάκτηση της γνώσης. Αποτελεί «όχημα» προοριζόμενο να οδηγήσει στην ουσιαστικοποίηση της διαθεματικής προσέγγισης της γνώσης (Πατσάλης & Πα­ πουτσάκη, 2008), στην προώθηση της ανάπτυξης των σχεδίων εργασίας, στην εφαρμογή της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας, στην ενίσχυση της δημιουργι­ κής – διερευνητικής μάθησης και της κριτικής σκέψης (Πατσάλης, 2008), στην ανάπτυξη αναλυτικής και πρακτικής νοημοσύνης και στη συναισθηματική ανά­ πτυξη (Κουλουμπαρίτση, 2002). Θεωρείται μοντέλο αναμόρφωσης του σχολεί­ ου, το οποίο ανταποκρίνεται στο σύγχρονο εκπαιδευτικό αίτημα. 588 Χρίστος Πατσάλης, Καλλιόπη Παπουτσάκη, Άννα Ζουγανέλη Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΖΩΝΗΣ (Ε.Ζ.) ΣΕ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Παρόλη όμως τη θεωρητικά τεκμηριωμένη χρησιμότητα και την ψυχο­ παιδαγωγική αξία του, το πρόγραμμα δεν έτυχε της δέουσας ανταπόκρισης από τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμέ­ να έρευνες έχουν δείξει ότι η πλειονότητα δάσκαλων/λισσών των πολυθέ­ σιων σχο­λείων, δεν το εφαρμόζουν σύμφωνα με τις οδηγίες του αναλυτικού προγράμματος αλλά «χρησιμοποιούν, και «αξιοποιούν» το διατιθέμενο από το ωρολόγιο πρόγραμμα χρόνο της Ε.Ζ., για τις διδακτικές ανάγκες «βασικών μαθημάτων», όπως γλώσσα και μαθηματικά (Πολυζώης, Παλαπάνη, 2007, Πα­ τσάλη & Παπουτσάκη, 2008). Σκοπός και στόχοι της έρευνας Οι συναφείς έρευνες που έχουν γίνει και αφορούν στην Ευέλικτη Ζώνη ανα­ φέρονται μόνον σε πολυθέσια αστικά σχολεία, γι΄ αυτό, θεωρήσαμε σκόπιμο στο όνομα της σπουδαιότητας του προγράμματος να πλουτίσουμε περαιτέ­ ρω τα ερευνητικά στοιχεία με αποτελέσματα από ολιγοθέσια σχολεία ημια­ στικής και αγροτικής πληθυσμιακής σύνθεσης, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 40% του γενικού συνόλου των σχολείων της χώρας. Προς τούτο, επελέγη ως πληθυσμός της έρευνας, με σκοπό τη διερεύνηση του τρόπου εφαρμο­ γής της Ε.Ζ., το εκπαιδευτικό προσωπικό δημοτικών σχολείων της 4ης εκπαι­ δευτικής περιφέρειας Νομού Ευβοίας, όπου είχαμε εύκολη πρόσβαση, στην οποία λειτουργούν, κύρια, ολιγοθέσια σχολεία (μονοθέσια, διθέσια, τριθέσια). Ειδικότερα, η παρούσα μελέτη διερευνά εάν οι εκπαιδευτικοί εκπληρώ­ νουν γνωστικούς, συναισθηματικούς, ψυχοκινητικούς και κοινωνικούς στό­ χους σύμφωνα με τον τρόπο που αυτοί προσεγγίζουν και επεξεργάζονται τα θέματα της Ε.Ζ.. Τα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν, εν προκειμένω, προς διερεύνη­ ση ήταν τα εξής: Α) ποιος είναι ο τρόπος προσέγγισης των θεμάτων της Ε.Ζ.; Β) ποιοι είναι οι επιδιωκόμενοι στόχοι; Γ) πώς αξιολογείται η κατάκτηση των επιδιωκόμενων στόχων; Δ) ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί κατά την εφαρμο­ γή του προγράμματος ; Ε) ποιους τρόπους χρησιμοποιούν αυτοί για την αντιμετώπιση των προ­ βλημάτων; 589 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μεθοδολογία έρευνας - όργανο μέτρησης H έρευνα διεξήχθη το σχολικό έτος 2009-2010 με τη μέθοδο του ερωτηματο­ λογίου, το περιεχόμενο των ερωτημάτων του οποίου αναφερόταν: α) στα δημογραφικά στοιχεία των εκπαιδευτικών, β) στον τρόπο εφαρμογής της Ε.Ζ από τους δασκάλους: είδη των θεματι­ κών πεδίων, που επιλέγονται, τρόποι προσέγγισής τους, επιδιωκόμενοι στό­ χοι του Αναλυτικού Προγράμματος, τρόπος αξιολόγησής, γ) στα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της, δ) στους τρόπους αντιμετώπισης των ζητημάτων αυτών και ε) στις προτάσεις που κάνουν οι εκπαιδευτικοί για την αποτελεσματική εφαρμογή της. Το εργαλείο της έρευνας, που ήταν αυτοσχέδιο, αξιολογήθηκε πιλοτικά ως προς την εγκυρότητα περιεχομένου του (content validity). Ενώ στη συνέ­ χεια ελέγχθηκε και ως προς την «εσωτερικής συνεπείας» αξιοπιστία (internal consistency). Τα αποτελέσματα και στις δύο δοκιμασίες ήταν ικανοποιητικά, αφού σε ότι αφορά: 1ο/ στην εγκυρότητα, βελτιώθηκαν ζητήματα προσθήκης κατηγοριών απόκρισης, που θα έπρεπε επιπλέον να κωδικοποιηθούν στο ερω­ τηματολόγιο, έτσι ώστε, με αυτόν τον τρόπο, να αποκτήσει το περιεχόμενο που περιλάμβανε όλες τις πτυχές του χαρακτηριστικού που αντιπροσωπεύ­ ει (Κυριαζή, 2002), και 2ο/ στην αξιοπιστία, η τιμή του συντελεστή Cronbach alpha ήταν στο επίπεδο του 0.89. Δημογραφικά στοιχεία Στην έρευνα έλαβαν μέρος 100 δάσκαλοι από τους οποίους 40 (40%) ήταν άνδρες και 60 (60%) γυναίκες,. Το 47 (47%) είχε διδακτική εμπειρία από 1-10 έτη, 23 (23%) από 11-20 και 27 (27%) από 21 και άνω. Όσον αφορά στην επι­ μόρφωση, 9% κατέχουν άλλο πτυχίο, 3% μεταπτυχιακές σπουδές και 23% επι­ μόρφωση στην Ε.Ζ. Ένας αριθμός 20 εκπαιδευτικών δεν έχει εφαρμόσει το πρόγραμμα της Ε.Ζ., ενώ την περίοδο που έγινε η έρευνα το 55% το εφάρμο­ ζαν. Επίσης το 29% του δείγματος ανέφερε ότι δεν εφάρμοζε το πρόγραμμα. Εφαρμογή της Ε.Ζ. Κατά τη χρονιά, που έλαβε χώρα η έρευνα, οι 55 (55%) από τους 100 εκπαι­ δευτικούς, που πήραν μέρος σε αυτή, εφάρμοζαν το πρόγραμμα της Ε.Ζ, ενώ οι 29 (29%) δεν το εφάρμοζαν. Ως λόγοι, της μη εφαρμογής ανέφεραν οι 16 590 Χρίστος Πατσάλης, Καλλιόπη Παπουτσάκη, Άννα Ζουγανέλη Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΖΩΝΗΣ (Ε.Ζ.) ΣΕ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ (16%) εκπαιδευτικοί, την έλλειψη χρόνου, ο 1 (1%) εκπαιδευτικός, την έλλει­ ψη εκπαιδευτικού υλικού, οι 12 (12%) την απασχόλησή τους κατά αποκλει­ στικότητα στο Ολοήμερο Σχολείο. Το 16% του δείγματος δεν απάντησε στην αντίστοιχη ερώτηση. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική δι­ αφορά μεταξύ της μεταβλητής: «εφαρμογή της Ε.Ζ» και των μεταβλητών «έτη υπηρεσίας» (F=2,6, p=0,09), «σπουδές» (F=2,054, p=0,135) και «επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στην Ε.Ζ.» (F=0,928, p=0,44) και των μεταβλητών «εφαρ­ μογή της Ε.Ζ» και του «φύλου» (t=1,052,df=82, p=0,296). Τρόπος εφαρμογής του προγράμματος από τους εκπαιδευτικούς των ολιγοθέσιων σχολείων Ο τρόπος της εφαρμογής της Ε.Ζ από τους δασκάλους, αναφέρεται στη μέ­ θοδο επιλογής των θεματικών πεδίων, στους τρόπους προσέγγισής τους, στους επιδιωκόμενους στόχους του Αναλυτικού Προγράμματος, στον τρό­ πο αξιολόγησής της. Επιλογή των θεματικών πεδίων Τα θέματα της Ε.Ζ.φαίνεται να επιλέγονται από την πλειοψηφία των εκπαιδευτι­ κών, τις περισσότερες φορές, αφού ληφθούν υπόψη τα ενδιαφέροντα των μα­ θητών (57%) και από κοινού με τους μαθητές του (66,7%). Αρκετές φορές επι­ λέγονται από τα προτεινόμενα θέματα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (73,9%) και από το Πολυθεματικό βιβλίο «Βλέπω το σημερινό κόσμο» (59,8%). Τρόποι προσέγγισης των θεματικών πεδίων - Καλλιέργεια γνωστικών δεξιοτήτων - Αξιολόγηση Όπως φαίνεται από την ανάλυση η πλειονότητα των εκπαιδευτικών επιλέγει θέματα, που διευρύνουν τις γνώσεις των μαθητών και η προσέγγισή τους γί­ νεται με σύγχρονες διδακτικές μεθόδους: ομαδοσυνεργατική, διαθεματική, αποκαλυπτική, βιωματική, εκπόνηση σχεδίων εργασίας. Η αξιολόγηση των εργασιών των μαθητών γίνεται από τους ίδιους τους μαθητές ατομικά ή συλ­ λογικά και όχι από τους εκπαιδευτικούς. 591 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 1. Απαντήσεις των εκπαιδευτικών σε ότι αφορά στον τρόπο επιλογής των θεμάτων της Ε.Ζ. από τους εκπαιδευτικούς και στον τρόπο εφαρμογής και αξιολόγησής της Απόλυτες Σχετικές Απαντήσεις των εκπαιδευτικών Συχνότητες Συχνότητες % Επιλογή θεμάτων που διευρύνουν τις γνώσεις των μαθητών 73 73 Εφαρμογή της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας 67 67 Καθοδήγηση μαθητών για τη διερεύνηση των θεμάτων 65 65 Εφαρμογή της διαθεματικής μεθόδου 62 62 Εφαρμογή της ανακαλυπτικής μεθόδου 52 52 Εφαρμογή της βιωματικής μεθόδου 51 51 Εκπόνηση σχεδίων εργασίας 46 46 Συλλογική αξιολόγηση 70 70 Αυτοαξιολόγηση των μαθητών 51 51 Στατιστικά σημαντική διαφορά δεν προέκυψε μεταξύ των ανωτέρω μετα­ βλητών και των δημογραφικών στοιχείων: φύλο, έτη υπηρεσίας και σπουδές. Διαφορά προέκυψε μόνο μεταξύ των μεταβλητών «έτη υπηρεσίας» και «χρή­ ση της μεθόδου αυτοαξιολόγησης των μαθητών» (F=4,372, p=0,015). Οι εκ­ παιδευτικοί που χρησιμοποιούν περισσότερο την αυτοαξιολόγηση είναι αυ­ τοί που έχουν πάνω από 10 έτη υπηρεσίας. Καλλιέργεια συναισθηματικών δεξιοτήτων Οι εκπαιδευτικοί πέρα από την επιδίωξη της καλλιέργειας γνωστικών δεξιο­ τήτων, κατά την επεξεργασία των θεμάτων, επιδιώκουν και την καλλιέργεια συναισθηματικών δεξιοτήτων, όπως την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων, την καλ­ λιέργεια της αυτοεκτίμησης των μαθητών, την καλλιέργεια θετικών στάσε­ ων και συμπεριφορών, την προαγωγή ηθικών αξιών και τη μείωση επιθετικών μορφών συμπεριφοράς Πίνακας 2. Απαντήσεις των εκπαιδευτικών σε ερωτήσεις που σχετίζονται με την καλλιέργεια των συναισθηματικών δεξιοτήτων των μαθητών Απόλυτες Σχετικές Απαντήσεις των εκπαιδευτικών συχνότητες Συχνότητες % Ανάπτυξη φιλικών σχέσεων 81 81 592 Χρίστος Πατσάλης, Καλλιόπη Παπουτσάκη, Άννα Ζουγανέλη Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΖΩΝΗΣ (Ε.Ζ.) ΣΕ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Απόλυτες Σχετικές Απαντήσεις των εκπαιδευτικών συχνότητες Συχνότητες % Καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης των μαθητών 80 80 Καλλιέργεια θετικών στάσεων και συμπεριφορών 78 78 Προαγωγή ηθικών αξιών 76 76 Μείωση επιθετικών μορφών συμπεριφοράς 75 75 Στατιστική σημαντική διαφορά δεν αναδεικνύεται μεταξύ των μεταβλητών «καλλιέργεια συναισθηματικών δεξιοτήτων» και των δημογραφικών παραγό­ ντων, φύλο, διδακτικά έτη και σπουδές. Καλλιέργεια ψυχοκινητικών και κοινωνικών δεξιοτήτων Η επιδίωξη καλλιέργειας ψυχοκινητικών και κοινωνικών δεξιοτήτων αποτελούν στόχους της ΕΖ. σύμφωνα με το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών. Πίνακας 3. Απαντήσεις των εκπαιδευτικών σε ερωτήσεις που σχετίζονται με την καλλιέργεια των ψυχοκινητικών και κοινωνικών δεξιοτήτων Απόλυτες Σχετικές Απαντήσεις των εκπαιδευτικών συχνότητες Συχνότητες % Δημιουργία συνθηκών επικοινωνίας μεταξύ των μαθητών 79 79 Δημιουργία συνθηκών διαλόγου μεταξύ των μαθητών 78 78 Καλλιέργεια θετικών στάσεων και συμπεριφορών 78 78 Προαγωγή ηθικών αξιών 76 76 Μείωση αρνητικών συμπεριφορών 75 75 Ανάπτυξη δραστηριοτήτων που στόχο έχουν 42 42 το οπτικοκινητικό συντονισμό Ανάπτυξη δραστηριοτήτων που στόχο έχουν 35 35 το νευρομυικό συντονισμό Ανάπτυξη λεπτής κινητικότητας 36 36 Στατιστικά σημαντική διαφορά δεν φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των μετα­ βλητών «καλλιέργεια ψυχοκινητικών και κοινωνικών δεξιοτήτων» και των δη­ μογραφικών παραγόντων, φύλο, διδακτικά έτη και σπουδές. Στατιστική ση­ μαντικότητα εντοπίστηκε μεταξύ των μεταβλητών «δημιουργία συνθηκών διαλόγου» και «φύλο» (t=2,117, p=0,37). Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί δημιουρ­ γούν συνθήκες διαλόγου περισσότερο σε σχέση με τους άνδρες εκπαιδευτι­ κούς. Ενώ οι άνδρες εκπαιδευτικοί φαίνεται να καλλιεργούν περισσότερο τη λεπτή κινητικότητα σε σχέση με τις γυναίκες, αφού υπάρχει στατιστικά ση­ μαντική διαφορά μεταξύ των μεταβλητών «Ανάπτυξη λεπτής κινητικότητας» και «φύλο» (t=2,120, p=0,37). 593 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Δυσκολίες κατά την εφαρμογή του προγράμματος - Προτάσεις Η πλειοψηφία των υποκειμένων της έρευνας αποδίδει τη μη εφαρμογή του προγράμματος στην ύπαρξη μεγάλης ποσότητας ύλης, που θα πρέπει να δι­ εκπεραιωθεί, οπότε και χρησιμοποιεί το διαθέσιμο για την Ε.Ζ. χρόνο προς «κάλυψη» της ύλης άλλων μαθημάτων (65%). Ως επιπλέον εμπόδια αναφέ­ ρονται οι δυσκολίες πρόσβασης στις πληροφορίες (47%), η έλλειψη υλικοτε­ χνικής υποδομής (44%) και η αδυναμία εξεύρεσης οικονομικών πόρων, που απαιτούνται για την εφαρμογή του προγράμματος (40%). Οι εκπαιδευτικοί που εφαρμόζουν το πρόγραμμα προτρέπουν τους συνά­ δελφους τους, να ανατρέχουν στα εγχειρίδια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, τα οποία περιέχουν προτεινόμενα θέματα για την Ε.Ζ... Επίσης, για την καλύτερη εφαρμογή προτείνονται τα παρακάτω: α) οικο­ νομική ενίσχυση από το Υπουργείο για την αγορά υλικών που χρησιμοποι­ ούνται από τους μαθητές κατά τη διάρκεια εκπόνησης των θεμάτων, β) μεί­ ωση της διδακτέας ύλης, κυρίως των διδακτικών αντικειμένων της γλώσσας και των μαθηματικών γ) δημιουργία κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής στα σχολεία (βιβλιοθήκες, internet, κ.ά) δ) περισσότερη καθοδήγηση και οργάνω­ ση σεμιναρίων πρακτικού χαρακτήρα, από το Σχολικό Σύμβουλο και τέλος, ε) ένα μικρό ποσοστό (2%) πρότεινε να καταργηθεί η Ε.Ζ. γιατί επιβαρύνει το ωρολόγιο πρόγραμμα Συζήτηση - Συμπεράσματα Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης, οι εκπαιδευτικοί των ολιγοθέσιων σχολείων, ανεξαρτήτως φύλου, ετών υπηρεσίας και επι­ μόρφωσης, εφαρμόζουν το πρόγραμμα της ΕΖ. αναλογικά σε μεγαλύτερο ποσοστό από εκείνους των πολυθέσιων σχολείων, σύμφωνα με τα ευρήματα σχετικής έρευνας, που αναφέρονται στον υπό σύγκριση πληθυσμό (Πατσά­ λης, Παπουτσάκη, 2009). Ο λόγος της μη εφαρμογής, όπως υποστηρίζουν αυτοί, που δεν την εφαρμόζουν, είναι κύρια η έλλειψη χρόνου για τη διαπε­ ραίωση της ύλης των μαθημάτων Γλώσσα και Μαθηματικά. Ο τρόπος προ­ σέγγισης των θεμάτων φαίνεται να συντελεί στην καλλιέργεια της γνωστικής, συναισθηματικής και κοινωνικής διάστασης της προσωπικότητας των μαθη­ τών. Αποτελούν, όμως, μειοψηφία οι εκπαιδευτικοί, κυρίως άνδρες, που επι­ διώκουν την καλλιέργεια ψυχοκινητικών δεξιοτήτων των μαθητών μέσα από την εφαρμογή της Ε.Ζ. Αναφορικά με τις μεθόδους, φαίνεται οι εκπαιδευτικοί να χρησιμοποιούν σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις: ομαδοσυνεργατική, διαθεματική, αποκα­ λυπτική, βιωματική, εκπόνηση σχεδίων εργασίας, ενώ η αξιολόγηση των εργα­ 594 Χρίστος Πατσάλης, Καλλιόπη Παπουτσάκη, Άννα Ζουγανέλη Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΥΕΛΙΚΤΗΣ ΖΩΝΗΣ (Ε.Ζ.) ΣΕ ΟΛΙΓΟΘΕΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ σιών γίνεται από τους ίδιους τους μαθητές ατομικά ή συλλογικά και όχι από τους εκπαιδευτικούς. Επιπλέον, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ευοδώνονται οι στόχου του Αναλυτικού Προγράμματος ως προς την ανάπτυξη συναισθη­ ματικών δεξιοτήτων αφού οι εν λόγω εκπαιδευτικοί επιδιώκουν την ανάπτυ­ ξη φιλικών σχέσεων, την καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης των μαθητών, την καλλιέργεια θετικών στάσεων και συμπεριφορών, την προαγωγή ηθικών αξι­ ών και τη μείωση επιθετικών μορφών συμπεριφοράς. Δημιουργούνται συν­ θήκες διαλόγου, αναλογικά περισσότερο από δασκάλες από ότι από άνδρες εκπαιδευτικούς και αναπτύσσεται η επικοινωνία των μαθητών μέσα από την προσέγγιση των θεμάτων. Το γεγονός ότι πολύ μικρό είναι το ποσοστό των εκπαιδευτικών, που κά­ νει λόγο για κατάργησή του προγράμματος, σε συνδυασμό με το μη ανυπέρ­ βλητο των αναφερόμενων ως «εμποδίων» εφαρμογής του και την καθιέρωση των νέων προγραμμάτων σπουδών, στα οποία η Ε.Ζ. υποστηρίζεται ποικιλό­ τροπα, δημιουργούν αισιόδοξη προοπτική. Βιβλιογραφία Αλαχιώτης, Σ. (2002). Η Ευέλικτη Ζώνη του σχολείου. Επιθεώρηση Εκπαιδευτι- κών Θεμάτων, 6, 5-14. Αλαχιώτης Σ. Για ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Η διαθεματικότητα και η Ευέλικτη Ζώνη αλλάζουν την παιδεία και αναβαθμίζουν την ποιότητα της εκ­ παίδευσης, www. pi-schools.gr. Cohen, L. Manion, L,.(1994). Μεθοδολογία εκπαιδευτικής έρευνας. Αθήνα: Με­ ταίχμιο. Κυριαζή, Ν.,(2002). Η κοινωνιολογική έρευνα. Κριτική επισκόπηση των μεθόδων και των τεχνικών. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Κουλουμπαρίτση, Α. (2002). Η Ευέλικτη Ζώνη αλλάζει το σχολείο: Μια μελέτη πε­ ρίπτωσης μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες και αμοιβαίες δεσμεύσεις. Επι- θεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, 6, 57-79. Ματσαγούρας, Η. (2002). Η Ευέλικτη Ζώνη Διαθεματικών Προσεγγίσεων: μια εκ­ παιδευτική καινοτομία που αλλάζει το σχολείο. Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θε- μάτων, 6, 15-30. Πατσάλης, Χ. (2008). Ευέλικτη Ζώνη διαθετικών και δημιουργικών δραστηριοτή- των, μια καινοτομία υπό αμφισβήτηση; Ανακοίνωση στο 9ο Συνέδριο της Μο­ νάδας Μεθοδολογίας και Προγραμμάτων, Εκπαίδευσης ΤΕΑΠΗ Πανεπιστημί­ ου Πατρών, Αθήνα: 18-19 Ιανουαρίου 2 008. Πατσάλης, Χ. & Παπουτσάκη, Κ. (2008). Ευέλικτη Ζώνη, θεωρία και πράξη, στα Πρακτικά του 6ου Πανελληνίου Συνεδρίου Ελληνική της Παιδαγωγικής Εται­ ρείας Ελλάδος, τ. Α΄5-7 Δεκεμβρίου, 971-979. 595 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Π.Ι. (2002). Αξιολόγηση του Καινοτόμου Πιλοτικού Προγράμματος της Ε.Ζ. στα σχολεία της υποχρεω­τικής εκπαίδευσης www.pi-schools.gr. Πολυζώης, Λ. & Παλαπάνη, Δ. (2007). Η Ευέλικτη Ζώνη. Διδασκαλικό Βήμα, τ.1143, 34-35. Υ.Π.Ε.Π.Θ. (2003). Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών ΦΕΚ 303, τ. Β΄, 13-3-2003. Δρ. Χρίστος Πατσάλης Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ70 Θερμοπύλων 17 / 15127 Μελίσσια Αττικής Τηλέφωνο: 210 /8031233 - 6938 702747

[email protected]

Δρ. Καλλιόπη Παπουτσάκη Ειδική Παιδαγωγός Κυδαθηναίων 53 / 16314 Ηλιούπολη Αττικής Τηλέφωνο: 210 /9960372 - 6977963155

[email protected]

Άννα Ζουγανέλη M.E. Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ70 Ροστοβίου 35, ΤΚ 11526, Ερυθρος Σταυρός, Αθήνα Τηλ: 210-6915959-6947265306

[email protected]

  596 Φωτεινή Εγγλέζου ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Ποιοτική διδασκαλία της επιχειρηματολογίας στο δημοτικό σχολείο: ερευνητικά δεδομένα και προτάσεις Φωτεινή Εγγλέζου Η επιχειρηματολογία ως γνωστικό αντικείμενο σχετίζεται με την επίλυση μη­ -δομημένων προβλημάτων (ill-structured problems) της καθημερινής ζωής. Η επίλυση βασίζεται σε υποκειμενικές, ατομικές επιλογές βασισμένες σε προ­ ϋπάρχουσες γνώσεις, πεποιθήσεις και στάσεις. Πρό-κειται για σύνθετη δια­ δικασία «ρητορικής φύσης». Προϋποθέτει: α) τη δικαιολόγηση επιλογών με επιχειρήματα και β) την ανασκευή είτε περιορισμών που ανακύπτουν κατά την επίλυση είτε υπαρκτών, προγενέστερων λύσεων, όχι πλέον αποδεκτών (Voss, 2005:323). Οδηγεί τους μαθητές στην αποτελεσματικότερη ερμηνεία και κα­ τανόηση της μαθησιακής διαδικασίας αλλά και της ζωής (Fisher, 2005²:153- 4, 209). Συνεπάγεται ενεργοποίηση ιδεών, καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, δυνατότητα ποιοτικής αξιολόγησης των παρεχόμενων επιχειρημάτων (Εnnis, 1992:75-6). Άρα, η διδασκαλία της επιχειρηματολογίας συνδέεται αυτόματα με βασικές παραδοχές της κριτικής σκέψης και διδασκαλίας (Τριλιανός, 1997). Ως διακριτό κειμενικό είδος (Werlich, 1976:39) η επιχειρηματολογία απο­ τελεί έκφανση του κατευθυντικού λόγου. Οριοθετείται βάσει της γλωσσικής πράξης της πειθούς (Αdam, 1999:61) και «προάγει την αποδοχή ή την αξιολό­ γηση συγκεκριμένων πεποιθήσεων ή ιδεών ως αληθινών έναντι ψεύτικων, ως θετικών έναντι αρνητικών» (De Beaugrande & Dressler, 1981:184). Η ένταξή της στο ΔΕΠΠΣ (2003) και στο Π.Σ. του Νέου Σχολείου (2011) συνάδει με τον κειμενοκεντρικό και κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό διδασκαλίας του γλωσ­ σικού μαθήματος και με την καλλιέργεια του γραμματισμού, ενώ ταυτόχρονα σηματοδοτεί τη ρήξη με μακρόχρονες, μονοδιάστατες διδακτικές πρακτικές. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία χαρακτηρίζεται ως «μία από τις πιο δύσκο­ λες μορφές λόγου» (ΥΠ.Ε.Π.Θ., 2007:36, Knudson, 1992:3). Οι απόψεις για «πλημμελή» ενασχόληση με το είδος, με αρνητικές συνέπειες για τους μαθητές (Costello, 1997:38), γεννούν έντονο προβληματισμό σχετικά με την αποτελεσμα­ τική διδασκαλία του. Υπογραμμίζεται, επομένως, η ανάγκη διεξαγωγής ερευ­ νών οι οποίες θα θέσουν τα εχέγγυα για την επίτευξη του παραπάνω στόχου. Υποβοηθητική προς αυτήν την κατεύθυνση κρίνεται η διδασκαλία του ρη­ τορικού επιχειρήματος, η οποία εμπερικλείει με σαφήνεια τη στενή σχέση επι­ χειρηματολογίας, ρητορικής και διαλεκτικής (Perelman & Olbrechts-Tyteca, 597 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 1969:7, Aριστοτέλης, 1992:1354a, 43, Schmetz, 2000:7). Το ρητορικό επιχεί­ ρημα προϋποθέτει το σχηματισμό σε συγκεκριμένο περικείμενο (context) ή περίσταση (situation) χάρη στη διάδραση ομιλητή και ακροατηρίου (Bitzer, 1968:5, McCabe, 1994:155, Tindale, 1999:11, Andrews, 1995:30) για την επί­ τευξη επικοινωνιακών στόχων (Habermas, 1998:5) όπως της πειθούς (Simons, 1976:21, Perloff, 2003²:11). Επιπλέον, απαιτεί την άσκηση διαλογικών πρακτι­ κών οι οποίες συνάδουν με τη δια-λογική φύση του (Tindale, 2004: 89). Μέσα από αυτό το πρίσμα η παραγωγή προφορικών και γραπτών επιχειρηματολογι­ κών κειμένων αντανακλά συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτιστικές ανάγκες, αξίες και σημασίες των χρηστών-μαθητών, οι οποίοι δρουν ως «κοινωνικοί διαμορ­ φωτές» (Κress, 1993:23). Ταυτόχρονα, η διαλογική φύση του ρητορικού επι­ χειρήματος, ως διπολική θεώρηση κάθε θέματος (Billig, 1993:49), συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη σκέψη και τη δυνατότητα ενδυνάμωσής της (Kuhn, 1991:12-3). Tέλος, η διδασκαλία του ρητορικού επιχειρήματος ενδυναμώνει τη θέση της ρητορικής παιδαγωγικής στην εκπαίδευση. Πραγματώνει το αίτημα ‘γεφυρώματος’ προφορικού και γραπτού λόγου (Οng,2002¹º:8) ενώ ταυτόχρο­ να, ενσωματώνει την ανάπτυξη πολλαπλών επικοινωνιακών ικανοτήτων, όπως της ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης και γραφής (Lunsford et al., 2009:xxv). Η Έρευνα Μελέτη περίπτωσης, με παρέμβαση στην πειραματική ομάδα (Ε΄1), διάρκειας 90 διδακτικών ωρών. Πληθυσμός: 25 εντεκάχρονοι μαθητές Ε΄ τάξης δημόσιου δημοτικού σχο­ λείου αστικής περιοχής της Αθήνας. Πειραματική (Ε΄1) και ομάδα ελέγχου (Ε΄2) προέρχονταν από ομοιογενές μεσοαστικό κοινωνικό περιβάλλον. Σκοπός: O εμπλουτισμός της δομής των μαθητικών επιχειρηματολογι­ κών κειμένων με την ένταξη αντεπιχειρημάτων και επιχειρημάτων ανασκευής. Η παρέμβαση: Άξονας οργάνωσης του προγράμματος παρέμβασης υπήρ­ ξε η δημιουργία του κοινωνικού περικειμένου, το οποίο λειτούργησε ως Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης (Vygotsky, 1986:xxxv). Εδώ, οι μαθητές δόμησαν, ως αποτέλεσμα κοινωνικής πρακτικής (Bourdieu, 1977:20) και συνεργατικής διά­ δρασης, τη μάθηση της επιχειρηματολογίας (Vanderburgh, 2006:375) σε προ­ φορικό και γραπτό επίπεδο (Mitchell, 2004:56, Voss et al., 1995:174). Η δα­ σκάλα-ερευνήτρια ως «συμμετοχική παρατηρήτρια» παρενέβαινε, σύμφωνα με την αρχή της «φθίνουσας καθοδήγησης» (Pea, 2004:431), προκειμένου να διασφαλιστούν οι επιθυμητές γλωσσικές και επιχειρηματολογικές δεξιότητες. Προφορικός και γραπτός λόγος αποτέλεσαν ένα «συνεχές γλωσσικής ποικιλί­ ας» (Cook-Gumperz, 2008:21), αναγκαίο για τη διαδραστική δόμηση του γραμ­ 598 Φωτεινή Εγγλέζου ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ματισμού και της δημιουργίας νοημάτων (Kostouli, 2005:5-7, Street, 1995³:99). Ως καθοδηγητικά, διαμεσολαβητικά μεθοδολογικά ‘εργαλεία’ (Vygotsky, 1978:86) χρησιμοποιήθηκαν η μοντελοποίηση της δομής επιχειρήματος και επιχειρηματολογικού κειμένου, η χρήση αραχνοδιαγραμμάτων και κειμένων (λογοτεχνικών και αυθεντικών). Ωστόσο, κυρίαρχο εργαλείο υπήρξε η ρητο­ ρική χάρη στη διττή λειτουργία της: α) ως τέχνη αποτελεσματικής χρήσης της γλώσσας και β) ως διπολική θεώρηση κάθε θέματος. Πεδίο εφαρμογής της ρητορικής αποτέλεσαν ποικίλα γλωσσικά παιχνίδια, δραματοποιήσεις, υποδύσεις ρόλων και μαθητικές διαλογικές δια-δράσεις, όπως η διεξαγωγή φιλοσοφικού διαλόγου και δημόσιας αντιλογίας (debate). Την προφορική παραγωγή επιχειρηματολογίας ή κριτικής αντιπαράθεσης επι­ χειρημάτων ακολουθούσε η συγγραφή απλούστερων ή συνθετότερων κειμέ­ νων σε ατομικό ή συνεργατικό επίπεδο (Kroll, 1984:181). Οι μαθητές πραγματεύτηκαν και παρήγαγαν ποικίλα υπο-είδη (sub-genres) επιχειρηματολογικού λόγου: διαφημίσεις, διαλόγους, προτρεπτικά κείμε­ να, απολογητικά γράμματα, πολιτικό και διαφημιστικό λόγο, πρωτογενείς μορφές δοκιμίου. Την παρουσίαση των κειμένων στην τάξη ακολουθούσε η ανάλυση και αξιολόγηση από τους συμμαθητές με αποτέλεσμα τη δημιουρ­ γία του πλαισίου επαναξιολόγησης προσωπικών συγγραφικών στρατηγικών (Braaksma et al., 2004:4). Ο επιστημικός χαρακτήρας της ρητορικής (Kinneavy, 1992:80) αναδείχθη­ κε με τη διαπραγμάτευση επιχειρημάτων σε ποικίλα θέματα κοινωνικού ενδι­ αφέροντος, τα οποία προέβαλλαν την ποικιλία των επιχειρηματολογικών λει­ τουργιών: πειθώ, κάθαρση, διασκέδαση, υπεράσπιση, επίθεση, δημιουργία και επίλυση διαφορών (Andrews, 2009). Η σταδιακή μετάβαση από την επιχειρη­ ματολογία για θέματα του άμεσου οικογενειακού, φιλικού, σχολικού περιβάλ­ λοντος σε μελλοντικές, πιθανές ευχάριστες ή δυσάρεστες καταστάσεις της ζωής ή σε θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος (απαγόρευση του καπνίσμα­ τος) υπήρξε υποβοηθητική. Απελευθερώνοντας τη μαθητική φαντασία (σύ­ γκρουση ψυγείου και σόμπας) ή βοηθώντας στην εμπέδωση προγενέστερων γνώσεων (αντιλογίες μεταξύ μυθολογικών ηρώων και θεών), η επιχειρηματο­ λογία αποτέλεσε χρήσιμη πρακτική στη διαμόρφωση υπεύθυνων, μελλοντι­ κών πολιτών (οικολογικά και πολιτικά επιχειρήματα των μαθητικών εκλογών) (Mason & Washington, 1992:4). Πηγές δεδομένων και ανάλυσης: Η ποιοτική ανάλυση της μαθητικής επι­ χειρηματολογίας βασίστηκε στην απομαγνητοφώνηση και ανάλυση ατομικών ή συνεργατικών προφορικών και γραπτών κειμένων. Με το τρισδιάστατο μο­ ντέλο κριτικής ανάλυσης του Fairclough εξετάστηκαν γραμματική, λεξιλόγιο και κειμενική οργάνωση όπως και αλληλεπίδραση κει-μένου-περικειμένου καθώς και η εκδήλωση τoυ «είδους». (Fairclough, 1995:188-9). Η ποσοτική 599 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ανάλυση ενός επιχειρηματολογικού γράμματος πριν και μετά την παρέμβα­ ση στην πειραματική ομάδα και η σύγκρισή του με αντίστοιχα κείμενα της ομάδας ελέγχου έγινε με όρους περιγραφικής και συμπερασματικής στατι­ στικής (Gillham, 2000:80, 86). Ποιοτικά αποτελέσματα: Πολλαπλά οφέλη επήλθαν σε επίπεδο ‘λέξης’ και ‘λόγου’ των μαθητών με τη χρήση γλωσσικών παιχνιδιών. Αρχικά, παρα­ τηρήθηκε εσωτερίκευση της βασικής δομής του επιχειρήματος, ως αιτιολο­ γημένη σύνδεση μιας θέσης και ενός τουλάχιστον υποστηρικτικού λόγου και εξοικείωση στη χρήση επιχειρηματολογικών δεικτών (πιστεύω ότι…, κατά την άποψή μου…), οι οποίοι τόνιζαν την προσωπική δέσμευση και εμπλοκή του ομιλητή. Τα επιχειρήματα καθίσταντο μέσο έκφρασης πρωτογενών αξιολο­ γικών ισχυρισμών είτε τοποθετήσεων σε θέματα πρακτικής ή, σπανιότερα, σε πραγματικά γεγονότα. Το παιχνίδι της ‘σκυταλοδρομίας των επιχειρημάτων’ άσκησε τους μαθη­ τές όχι μόνο στην ars inveniendi και γένεση (genesis) επιχειρημάτων (Ong, 2004:264) αλλά και στην ανάδειξη των πολλαπλών, εναλλακτικών γλωσσικών δυνατοτήτων υποστήριξης μιας θέσης μέσω αναλογιών, υποθέσεων, αντιθέ­ σεων, συγκρίσεων (Corbett & Connors, 1999). Επίσης, αναδείχθηκε η αξία της οργανωμένης διάταξης των επιχειρημάτων στο λόγο χάρη στη χρήση συνδε­ τικών δεικτών (επιπλέον…, ένας ακόμη λόγος…) ανάμεσά τους. Σταδιακά, παιχνίδια όπως ‘η κολοκυθιά’ ή ‘οι κουμπαράδες των επιχειρημά­ των’ οδήγησαν τους μαθητές από την αιτιολόγηση μιας θέσης στην παραγω­ γή αντεπιχειρημάτων και, επακόλουθα, στη διαπραγμάτευση με την αντίθετη άποψη (Crasnich & Lumbelli, 2004²:182). Η εξάσκηση στη χρήση αντιθετικών (σε αντίθεση με σένα…, ίσα-ίσα…) και παραχωρητικών συνδετικών δεικτών (παρόλα αυτά…, αν και…) υπογράμμιζε την ύπαρξη μιας ενδιαφέρουσας και γόνιμης διαφωνίας σε κάθε θέμα (Hughes & Laver, 2004:92). H μεταφορά των αντιπαραθέσεων σε επίπεδο δυαδικών, διαλογικών γλωσσι­ κών παιχνιδιών και υποδύσεων ρόλων (π.χ. Διαφωνώντας με τους γονείς, Τίνος το επιχείρημα ζυγίζει περισσότερο; κ.ά.) καλλιέργησε όχι μόνο τις διαλογικές αλλά, κυρίως, τις δεξιότητες κριτικής ακρόασης και αξιολόγησης της επιχειρη­ ματολογίας σε πλαίσιο ευγενικής ανταλλαγής απόψεων. Με κριτική διαίσθηση οι μαθητές αναζητούσαν καθαρότητα, ορθότητα, λογική, ευρύτητα, συνάφεια και ακρίβεια (Paul & Elder, 1999:10-1) στην προσφερόμενη επιχειρηματολογία. Ανάλογα με το περικείμενο των διαλογικών αντιπαραθέσεων, λογική και φαντασία επιστρατεύονταν για την «εύρεση» κατάλληλων επιχειρημάτων που θα έπειθαν για την ισχύ των προτεινόμενων ισχυρισμών. Επίσης, αναδείχθηκε η σημασία παροχής ποικίλων αποδείξεων (μαρτυρίες, παραδείγματα, παροιμίες, στατιστικά δεδομένα) στην ενδυνάμωση των προτεινόμενων επιχειρημάτων. Κυρίως, όμως, οι μαθητές ασκήθηκαν στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και 600 Φωτεινή Εγγλέζου ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ στη συνειδητοποίηση της «ετερότητας» (Holquist, 1990:18, Farrell, 1991:198). H επιχειρηματολογία προσαρμοζόταν στις ανάγκες και χαρακτήρες των ρό­ λων (Snider & Schnurer, 2002:69-70), η ρητορική εναλλασσόταν ανάλογα με το ακροατήριο ή τον επικοι-νωνιακό στόχο της περίστασης. Στο τέλος της παρέμβασης η επιχειρηματολογία αναπτύχθηκε σε συνθε­ τότερο διαλογικό πλαίσιο. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων κατά τη διεξαγωγή φι­ λοσοφικού διαλόγου για την αλήθεια υπογράμμισε την «πρακτική της ηθικής αναζήτησης» (Lipman et al., 1985:24), ενώ η διεξαγωγή τεσσάρων δημόσιων διαλόγων ενθάρρυνε τη μετάδοση κοινών εμπειριών και σημασιοδοτημένων κοινωνικών αναπαραστάσεων μεταξύ των μαθητών. Αποτέλεσμα της παρέμβασης ήταν η ‘κοινωνικοποίηση’ της γραφής (Shor,1987:5) και η συμβολική επανεμφάνιση εσωτερικευμένων συζητήσεων οι οποίες συνέθεταν τη σκέψη των μαθητών (Bruffee, 1984:641-2, McCarthey & McMahon, 1992:18). H ρητορική της γραφής προσαρμοζόταν στην περί­ σταση και στον αποδέκτη. Για παράδειγμα, οι στρατηγικές πει-θούς των προ­ τρεπτικών κειμένων διαφοροποιούνταν από τις απολογητικές στρατηγικές μέσω των παρεχόμενων επιχειρημάτων. Από υφολογική άποψη παρατηρήθη­ κε συχνότερη εμφάνιση του σχήματος αντίθεσης και των ρητορικών ερωτή­ σεων (Roberts & Kreuz, 1994, Goatly, 2000). Η χρήση κοινών ρητορικών τό­ πων (Kienpointner, 1997) διευκόλυνε την γραπτή παραγωγή επιχειρημάτων. Eπίσης, η εκτενέστερη χρήση συνδετικών δεικτών συνέβαλε στη συνεκτικό­ τερη κειμενική οργάνωση (Akiguet & Piolat, 1996:267) και στην απόδοση των «παρασταστικών σχέσεων» της δικαιο-λόγησης, αντίθεσης και παραχώρησης (Mann & Thompson, 1988:257). Τέλος, στην πληρέστερη ατομική και κοινωνι­ κή συνειδητοποίηση των μαθητών μέσω της διαπραγμάτευσης προσωπικών απόψεων (Golder, 1992) συνεισέφερε η εκτενέστερη χρήση υποκειμενικών επιστημικών δεικτών τροπικότητας (Lyons, 1977:797, 799). Ποσοτικά αποτελέσματα: Βασικά κριτήρια ανάλυσης των μαθητικών κειμέ­ νων προελέγχου και μετελέγχου με το λογισμικό πρόγραμμα SPSS (Στατιστι­ κό Πακέτο Κοινωνικών Επιστημών) αποτέλεσαν: 1) η επίγνωση του κειμενικού επιχειρηματολογικού σχήματος (εξαρτημένη μεταβλητή). Βαθμολογήθηκε βάσει της παρουσίας των ακόλουθων δομικών συ-στατικών: α) τοποθέτηση, β) στήριξη τοποθέτησης με επιχειρήματα, γ) αντεπιχειρήματα υποστηρικτι­ κά της αντίθετης άποψης, δ) επιχειρήματα ανασκευής προτεινόμενων αντε­ πιχειρημάτων, ε) τελικό συμπέρασμα. Τα παραπάνω δομικά στοιχεία βαθμο­ λογούνταν με μία θετική μονάδα (0-1), εφόσον εμφανίζονταν τουλάχιστον μία φορά. Η κλίμακα αξιολόγησης κυμάνθηκε από το 0 ως το 5. 2) Ο αριθμός των παραχθέντων αντεπιχειρημάτων και επιχειρημάτων ανασκευής (εξαρτημένη μεταβλητή) πριν και μετά την παρέμβαση (ανεξάρτητη μεταβλητή) (Verma & Mallick, 2004:201). 601 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ο έλεγχος Paired Sample T-Test χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση των αποτελεσμάτων που παρατηρήθηκαν στην πειραματική ομάδα πριν και μετά την παρέμβαση. Ο έλεγχος Independent Samples T-Test συνέβαλε στη σύ­ γκριση μέσων όρων των δύο ανεξάρτητων ομάδων (πειραματικής και ομάδας ελέγχου) (Voelkl & Gerber, 1999:139). H παρέμβαση στην πειραματική ομάδα φαίνεται ότι επέφερε σημαντική βελτίωση (p=,000<0,005 - Πίνακας 2) στην επίγνωση του κειμενικού επιχει­ ρηματολογικού σχήματος βάσει της στατιστικής σύγκρισης του αρχικού (3,20) και τελικού μέσου όρου (4,56 - Πίνακας 1). Mean N Std. Deviation Std. Error Mean Pair ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟ- 3,2000 25 1,47196 ,29439 1 ΓΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ (PRE-TEST) ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟ- 4,5600 25 1,04403 ,20881 ΓΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ (POST-TEST) Πίν. 1. Αρχικός-Τελικός μέσος όρος επίγνωσης κειμενικού επιχ/κού σχήματος (Πειραματική Ομάδα) Sig. Paired Differences t df (2tailed) Std. Std. 95% Confidence Mean Devia- Error Interval of the tion Mean Difference Lower Upper ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΙ- ΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟ- Pair ΛΟΓΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ -1,36000 1,35031 ,27006 -1,91738 -,80262 -5,036 24 ,000 1 (PRE-TEST VS. POST TEST) Πίν. 2. Αρχικός-τελικός μέσος όρος κειμενικού επιχ/κού σχήματος (Πειρ/κή Ομάδα Μετά την παρέμβαση σημειώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά (p =,000<0,05) στο μέσο όρο επίγνωσης του κειμενικού επιχειρηματολογικού σχήματος (Μ.Ο.:4,45 vs. 2,54-Πίν. 3) της πειραματικής και της ομάδας ελέγ­ χου. Πριν την παρέμβαση οι μέσοι όροι δεν παρουσίαζαν σημαντική διαφορά (Πειρ/κή Ομάδα vs. Oμάδα Ελέγχου: 3,20 vs. 3,65). 602 Φωτεινή Εγγλέζου ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Std. Std. Error N Mean Deviation Mean ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΚΕΙ- Experimental group 25 4,5600 1,04403 ,20881 ΜΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙ- ΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ groups Control group Ε΄2 24 2,5417 1,21509 ,24803 ΣΧΗΜΑΤΟΣ (POST-TEST) Πίν. 3. Τελικός μέσος όρος επίγνωσης κειμενικού επιχ/κού σχήματος (Πειρ/κή Ομάδα vs. Ομάδα Ελέγχου). Στον προέλεγχο η πειραματική ομάδα παρήγαγε λιγότερα αντεπιχειρήμα­ τα (1,04) και επιχειρήματα ανασκευής (,32) από την ομάδα ελέγχου (1,17 και 0,79 αντίστοιχα) χωρίς να εντοπιστεί στατιστική διαφορά. Στον μετέλεγχο η πειραματική ομάδα αύξησε σημαντικά (p= ,000<,05) το μέσο όρο αντεπιχει­ ρημάτων (1,92) έναντι της ομάδας ελέγχου (,33 – Πίνακας 4). Std. Error N Mean Std. Deviation Mean AΡΙΘΜΟΣ Experimental 25 1,92 1,256 ,251 Groups ΑΝΤΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ (POST-TEST) Control group 24 ,33 ,702 ,143 Πίν. 4. Τελικός μέσος όρος αντεπιχειρημάτων (Πειραματική ομάδα vs. Ομάδα Ελέγχου) N Mean Std. Deviation Std. Error Mean ΑΡΙΘΜΟΣ Groups Experimental 25 1,12 ,881 ,176 ΑΝΑΣΚΕΥΩΝ Control group 24 ,42 ,929 ,190 (POST-TEST) Πίν. 5. Τελικός μέσος όρος επιχειρημάτων ανασκευής (Πειραματική ομάδα vs. Ομάδα ελέγχου) Αντίστοιχα, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση (p= ,009<,05) του μέσου όρου επιχειρημάτων ανασκευής της πειραματικής ομάδας (1,12) έναντι της ομάδας ελέγχου (,42 – Πίνακας 5). 603 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Συμπεράσματα Tα παραπάνω αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι η διδασκαλία του επιχειρημα­ τολογικού λόγου είναι εφικτή στο Δημοτικό παρά τις δυσκολίες που συνεπά­ γεται ως εγχείρημα λόγω των γνωστικών, μεταγνωστικών, γλωσσικών και με­ ταγλωσσικών απαιτήσεων που θέτει για τη συγκεκριμένη ηλικία. Αναφέρουμε ενδεικτικά τη συνεχή δυσκολία παραγωγής ανασκευών από την πειραματική ομάδα και κατά τη διάρκεια της παρέμβασης. Συγκεκριμένα, η συντακτική μορφή των ανασκευών δεν συνοδευόταν πάντα από το αντίστοιχο, ορθό ση­ μασιολογικό περιεχόμενο (Gárate & Melero, 2004²:334). Ωστόσο, η έρευνα απέδειξε ότι στην «ενεργά» μαθησιακή τάξη οι γνωστι­ κές και μεταγνωστικές μαθητικές δεξιότητες στην επιχειρηματολογία βελ­ τιώθηκαν σημαντικά (Mason & Santi, 1994:6, 25). Στο πλαίσιο αυτό η διδα­ κτική χρήση της ρητορικής επηρέασε θετικά τις μαθητικές, προφορικές και γραπτές επιχειρηματολογικές επιδόσεις (Kuhn et al. 1997, Gélat, 2003:342, Érard, 1998:46) όσο και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης (Van Den Brink- Budgen:2000³:7). Η συμμετοχή της πειραματικής ομάδας σε συνεργατικές, διαδραστικές μορφές επικοινωνίας μέσω των οποίων συν-δομούνταν η γνώση, πρόσφερε μια πολύτιμη ευκαιρία αποτελεσματικότερης σκέψης και επιχειρηματολογί­ ας. Επιπλέον, αναδείχθηκε ότι η μετατροπή της τάξης σε «ρητορική κοινότη­ τα» μπόρεσε να συμβάλει στην εξοικείωση των μαθητών με ποικίλα υπο-είδη της επιχειρηματολογίας και των λειτουργιών τους (π.χ. πειθώ) (Miller, 1994:69, 73-74) στο κοινωνικό περικείμενο και επακόλουθα στην επέκταση του επιδιω­ κόμενου γραμματισμού. Bιβλιογραφία Adam, Jean Michel (1999). Τα κείμενα: τύποι και πρότυπα: αφήγηση, περιγραφή, επιχειρηματολογία, εξήγηση και διάλογος / μετ. Γιάννης Παρίσης / επιμ. Ερα­ τοσθένης Γ. Καψωμένος. Αθήνα: εκδ. Πατάκη. Akiguet, Sylvie & Piolat, Annie (1996). “Insertion of connectives by 9-to 11-year-old children in an argumentative text”. In: Argumentation, 10(2), 253-270. Andrews, Richard (1995). Teaching and learning argument. London: Cassell. Andrews, Richard (2009). The importance of argument in education. London: Institute of Education, University of London. Aριστοτέλης (1992). Ρητορική / Τόμος 1. Aθήνα: Kάκτος. Billig, Michael (1993). “Psychology, rhetoric and cognition”. Στο Richard H. Roberts & James M. M. Good The Recovery of Rhetoric: Persuasive Discourse and 604 Φωτεινή Εγγλέζου ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Disciplinary in the Human Sciences. Charlottesville: University Press of Virginia. Bitzer, Lloyd F. (1968). “The rhetorical situation”. In: Philosophy and Rhetoric, 1, 1-14. Bourdieu, Pierre (1977). Outline of a theory of practice. Cambridge: The Press Syndicate of the University of Cambridge. Βraaksma, Martine, Rijlaarsdam, Gert, Van Den Bergh, Huub & Van Houtwolterts, Bernadette (2004). “Observational learning and its effects on the orchestration of writing processes”. In: Cognition and Instruction, 22(1), 1-36. Bruffee, Kenneth (1984). “Collaborative learning and the ‘conversation of mankind’”. In: College English, 46(7), 635-652. Cοοk-Gumperz, Jenny (2008). H κοινωνική δόμηση του γραμματισμού / επιμ. Τρι­ ανταφυλλιά Κωστούλη. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο. Corbett, Edward & Connors, Robert (1999). Classical rhetoric for the modern student. Oxford: Oxford University Press. Costello, Patrick J. M. (1997). “Learning to philosophise and to argue : a thinking skills programme for children”. In: Analytic Teaching, 17(1), 48-53. Crasnich, Sergio & Lumbelli, Lucia (2004²). “Improving argumentative writing by fostering argumentative speech”. Στο: Gert Rijlaarsdam, Huub Van der Bergh & Michel Couzijn Studies in Writing, Effective Learning and Teaching of Writing: A Handbbok of Writing in Education. Dordrecht: Kluwer Academic Publishers. De Beaugrande, Robert & Dressler, Wolfang U. (1981). Introduction to text linguistics. London: Longman. Ennis, Robert H. (1992). “Assessing higher order thinking for accountability”. Στο: Τeaching for Thinking. Virginia: National Association of Secondary School Principals. Érard, Serge (1998). “Le débat : un genre de l’oral public pour contribuer à l’ apprentissage de l’ argumentation”, «Argumenter : enjeux et pratiques». In : Le Français Aujourd’hui, 123, 45-52. Fairclough, Norman (1995). Critical discourse analysis: the critical study of language. London: Longman. Farrell, Thomas (1991). “Practicing the arts of rhetoric: tradition and invention”. In: Philosophy and Rhetoric, 24, 183-212. Fisher, Robert (2005²). Teaching children to think. Cheltenham:Nelson Thornes Ltd. Gárate, Milagros & Melero, Angeles (2004²), “Teaching how to write argumentative texts at primary school”. Στο: Gert Rijlaarsdam, Huub Van der Bergh & Michel Couzijn Studies in Writing, Effective Learning and Teaching of Writing: A Handbbok of Writing in Education. Dordrecht: Kluwer Academic Publishers. Gélat, Mona (2003). “Taking others’ perspectives in a peer interactional setting while preparing for a written argument”. In: Language and Education, 17(5), 332-354. Gillham, Bill (2000). Case study: research methods. London: Continuum. Goatly, Andrew (2000). Critical reading and writing: an introductory coursebook. London: Routledge. 605 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Golder, Caroline (1992). “Production of elaborated argumentative discourse: The role of cooperativeness”. In: European Journal of Psychology of Education, VII (1), 49-57. Habermas, Jürgen (1998). On the pragmatics of communication. Massachusetts: Massachusetts Institute of Technology. Holquist, Michael (1990). Dialogism: Bakhtin and his world. London: Routledge. Hughes, William & Lavery, Jonathan (2004). Critical thinking: an introduction to the basic skills. Ontario: Broadview Press. Kienpointner, Manfred (1997). “On the art of finding arguments: what ancient and modern masters of invention have to tell us about the ‘ars inveniendi’”. In: Argumentation, 11, 225-236. Κinneavy, James L. (1992). A rhetoric of doing: essays on written dis-course in honor of James L. Kinneavy. Board of Trustees: Southern Illinois University. Κnudson, Ruth (1992). “An analysis of persuasive discourse: learning how to take a stand”. Paper Presented at the Annual Meeting of the National Reading Conference, (42nd, San Antonio, Texas, 2-5 December 1992). Κostouli, Triantafillia (2005). “Introduction: making social meanings in contexts”. Στο: Writing in Context(s): Textual Practices and Lear-ning Processes in Sociocultural Settings. New York: Springer. Kress, Gunther (1993), “Genre as social process”. Στο: Bill Cope & Mary Kalantzis The Powers of Literacy: A Genre Approach to Teaching Writing. London: The Falmer Press. Kroll, Barry (1984). “Writing for readers: three perspectives on audience”. In: College Composition and Communication, 35, 172-185. Kuhn, Deanna (1991). The skill of argument. Cambridge: Cambridge Uni-versity Press. Kuhn, Deanna, Shaw, Victoria & Felton, Mark (1997). “Effects of dyadic interaction on argumentative reasoning”. In: Cognition and Instruction, 15, 287-315. Lipman, Matthew, Sharp, Ann Margaret & Oscanyan, Frederick S. (1985). Philosophy in the classroom. Philadelphia:Temple University Press. Lundsford, Andrea, Wilson, Kirt & Eberly, Rosa (2009). The sage handbook of rhetorical studies. Thousand Oaks: Sage. Lyons, John (1977). Semantics. Cambridge: Cambridge University Press. Mann, William & Thompson, Sandra (1988). “Rhetorical structure theory: toward a functional theory of text organization”. In: Text, 8, 243-281. Mason, Lucia & Santi, Marina (1994). “Metacognition in constructing shared knowledge at school”. Paper Presented at the Annual Meeting of the American Educational Research Association, (New Orleans, LA, April 4-8). Mason, Jeff & Washington, Peter (1992). The future of thinking: rhetoric and liberal arts teaching. London: Routledge. McCabe, Mary Margaret (1994). “Arguments in context: Aristotle’s defense of rhetoric”. Στο: David J. Furley & Alexander Nehamas Aristotle’s “Rhetoric”: 606 Φωτεινή Εγγλέζου ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Philosophical Essays. Princeton: Princeton University Press. ΜcCarthey, Sarah & McMahon, Susan (1992). “From convention to invention: three approaches to peer interactions during writing”. Στο: Rachel Hertz Lazarowitz & Norman Miller Interaction in Cooperative Groups: The Theoretical Anatomy of Group Learning. Cambridge: Cambridge University Press. Miller, Carolyn (1994). “Rhetorical community: the cultural basis of the genre”. Στο: Aviva Freedman & Peter Medway Genre and the New Rhetoric. Oxon:Taylor & Francis. Μitchell, Candace (2004). Writing and power: a critical introduction to composition studies. London: Paradigm Publishers. Ong, Walter (2002¹º). Orality and literacy: The technologizing of the world. Oxon: Routledge. Ong, Walter (2004). Ramus, method and the decay of dialogue. London: The University of Chicago Press. Paul, Richard & Elder, Linda (1999). The miniature guide to critical thinking: concepts and tools. CA: Foundation for Critical Thinking. Pea, Roy (2004). “The social and technological dimensions of scaffolding and related theoretical concepts for learning, education and human activity”. In: Journal of the Learning Sciences, 13(3), 423-451. Perelman, Chaïm & Olbrechts-Tyteca, Lucie (1969). Τhe new rhetoric: a treatise on argumentation. London: University of Notre Dame Press. Perloff, Richard (2003²). The dynamics of persuasion : communication and attitudes in the 21st century. New Jersey: Lawrence Erlbaum Associates. Roberts, Richard & Kreuz, Roger (1994). “Why do people use figurative language”. In: Psychology and Science, 5 (3), 159-163. Schmetz, Roland (2000), L’ argumentation selon Perelman: pour une raison au coeur de la rhétorique. Namur: Presses Universitaires de Namur. Shor, Ira (1987). Critical thinking and everyday life. London: The University of Chicago Press. Simons, Herbert (1976). Persuasion: understanding, practice and analysis, MA: Addison – Wesley. Snider, Alfred & Schnurer, Maxwell (2002). Many sides: debate across the curriculum. New York: The International Debate Education Association. Street, Brian (1995³). Literacy in theory and practice. Cambridge: Cambridge University Press. Tindale, Christopher (1999). Acts of arguing: a rhetorical model of argument. Albany: State University of New York Press. Tindale, Christopher (2004). Rhetorical argumentation: principles of theory and practice. California: Sage. Tριλιανός, Αθανάσιος (1997). Η κριτική σκέψη και η διδασκαλία της. Αθήνα: Tε­ λέθριον. Van Den Brink-Budgen, Roy (2000³). Critical thinking for students: learn the skills 607 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ of critical assessment and effective arguments. Oxford: HowtoBooks Ltd. Vanderburg, Robert (2006). “Reviewing research on teaching writing based on Vygotsky’s theories: What we can learn”. In: Reading and Writing Quarterly, 22, 375-393. Verma, Gajendra & Mallick, Kanka (2004). Εκπαιδευτική έρευνα:θεω-ρητικές προ­ σεγγίσεις και τεχνικές / επιμ. Αδαμάντιος Παπασταμάτης / μτφ. Έλενα Γρίβα. Αθήνα: Τυπωθήτω. Voelkl, Kristin & Gerber, Susan (1999), Using SPSS for windows: data analysis and graphics. New York: Springer. Voss, James (2005). “Toulmin’s model and the solving of ill-structures problems”. In: Argumentation, 19, 321-329. Voss, James, Wiley, Jennifer & Carretero, Mario (1995). “Acquiring intelle-ctual skills”. In: Annual Review of Psychology, 46, 155-181. Vygotsky, Lev (1978). Mind in the society: the development of higher psychological processes. London: Harvard University Press. Vygotsky, Lev (1981). “The genesis of high order mental functions”. Στο: James W. Wertch The Concept of Activity in Soviet Psychology. New York: Sharpe. Werlich, Egon (1976). A text grammar of English. Heidelberg: Quelle & Meyer. Yπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (2007). Γλώσσα Δ΄ δημοτικού : πετώντας με τις λέξεις / Βιβλίο Δασκάλου. Αθήνα: OEΔΒ. Abstract Teaching argumentation through the curriculum, as solution of ill structured problems in real life, is closely related to the development of criti-cal thinking and literacy. Our intervention case study research was influenced by: a) the social constructivism and the socio-cultural theory of learning of Lev Vygotsky and b) Mediated and Rhetorical Pedagogy. The statistical analysis of data proved a significant augmentation of counter-arguments and rebuttals in the students’ argumentative texts. Oral and written argumentative di-scourse have been considered as a ‘continuum’ of the language use. Φωτεινή Εγγλέζου Διδάκτορας στη Διδακτική Γλώσσας, Δασκάλα- Διευθύντρια στο 2ο Δ. Σ. Αλίμου Iπποκράτους 31 - Ελληνικό - Τ. Κ. 167 77 Τηλ: 210 9941265 (oικία), 210 9913100 (εργασία) 6938 733766 (κινητό)

[email protected]

608 Ευάγγελος Πεπές Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ PROJECT ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Η συμβολή της μεθόδου Project στην κοινωνικοποίηση του μαθητή και η αξία της για τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης Ευάγγελος Πεπές Εννοιολογικές προσεγγίσεις Στη Διακήρυξη της Unicef για την ποιότητα στην εκπαίδευση υπογραμμίζε­ ται ότι Η ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών αποτελεί βασικό ποι­ οτικό χαρακτηριστικό της. Προκρίνονται μάλιστα μαθητοκεντρικά διδακτικά μοντέλα για την περαιτέρω ενίσχυση της θετικής και ουσιαστικής κοινωνικής ένταξης των μαθητών (Unicef, 2000: 5). Στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και δια βίου Μάθηση» του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων η προώθηση της κοινωνικής ενσωμάτωσης αποτελεί τον πρώτο στρατηγικό στόχο του (Δ. Βλάχος, 2008: 10). Επιπλέον, στο πλαίσιο του Ερευνητικού Προγράμματος που υλοποιήθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για τη «Διερεύνηση της Ποιότητας της Εκπαί­ δευσης» κατά το διάστημα 2005-2008 η έννοια της ποιότητας εκλαμβάνεται ως συνάρτηση πολλών μεταβλητών. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση επέχουν «οι αναγκαιότητες που υπαγορεύει η απαίτηση για ομαλή ένταξη των μαθη­ τών στην κοινωνία» (Δ. Βλάχος, 2008: 18). Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά της σημασίας που αποδίδεται στην κοινωνι­ κοποίηση ως παράγοντα βελτίωσης της ποιότητας της εκπαίδευσης. Οι επανειλημμένες προσπάθειες εννοιολογικού προσδιορισμού της κοινω­ νικοποίησης δεν κατέληξαν σε ένα κοινά αποδεκτό ορισμό. Εντούτοις, κοινό τόπο αποτελεί το γεγονός ότι οι επιδράσεις των κληρονομικών καταβολών, της οικογένειας, του στενού περιβάλλοντος, των συνομηλίκων, του σχο­λείου, των διάφορων κοινωνικών θεσμών καθώς και του πολιτισμικού περιβάλλοντος στην κοινωνικοποίηση του ατόμου είναι καθοριστικές. Η βαρύτητα όμως που οι ερευνητές αποδίδουν σε κάθε έναν από τους παραπάνω παράγοντες ποικίλει, με αποτέλεσμα κατά τον L. Hurrelmann, η κοινωνικοποίηση να εξετάζεται άλλοτε εντός του πλαισίου της παιδαγωγικής επιστήμης, άλλοτε με ψυχολογικούς όρους και άλλοτε να λαμβάνει κοινωνιο­ λογική χροιά (C. Wulf, 1977: 540). Κατά την ψυχαναλυτική θεωρία, το Εγώ, αποτελεί μία από τις τρεις δια­ 609 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Ως διαδικασία ανάπτυξης σχέσεων με το περιβάλλον και ρύθμισής τους, περιλαμβάνει στοιχεία, τα οποία θα μπορού­ σαν να συμβάλλουν στην περιγραφή της κοινωνικοποίησης. Η εξέλιξη του Εγώ, σύμφωνα με τη θεωρία του Freud, καθορίζεται από τις κληρονομικές καταβολές και την επίδραση δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων, των ορμών και του συστήματος των κοινωνικών αξιών και κανόνων (Ι. Πυρ­ γιωτάκης, 19982: 16). Η ολοκλήρωση του Εγώ προϋποθέτει την πρόσληψη εμπειριών, που είναι αποτέλεσμα σχέσης του παιδιού με τα «αντικείμενα». Οι σχέσεις αυτές πολλές φορές αποκτούν τον χαρακτήρα της ταύτισης, η οποία αποτελεί σημαντικό­ τατο παράγοντα κοινωνικοποίησης. Το παιδί, μέσω της ταύτισης εσωτερικεύ­ ει τρόπους ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, εμπλουτίζοντας το Εγώ του με βιώματα και συμπεριφορές, οι οποίες δεν υπαγορεύονται από τον εσω­ τερικό του κόσμο, αλλά από το περιβάλλον (K. Mühlbauer, 1985: 31, 32-33). Ο Erikson κάνει το επόμενο βήμα στην έρευνα της διαδικασίας κοινωνικο­ ποίησης του παιδιού, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη της προσωπικότητας είναι, εκτός από διαδικασία ατομικής ωρίμανσης, και κοινωνική διαδικασία αγωγής (K. Mühlbauer, 1985: 43). Εισάγει την έννοια της ταυτότητας και, επισημαίνει τη σημασία των κοινωνικών επιδράσεων και τη θετική συνεισφορά τους στην ολοκλήρωση του Εγώ. Ο ρόλος της αγωγής στην περίπτωση αυτή εντοπίζεται στην υπέρβαση των αντιθέσεων που προκύπτουν από τη συνάντηση της προσωπικής ταυτό­ τητας με τις κοινωνικές επιταγές. Με την εκπαίδευση επιδιώκεται κατά τον Erikson η «ρύθμιση», η εξεύρεση μίας «μέσης κατάστασης» ή η αλληλοσυ­ μπλήρωσή τους. (Η. Ρεράκης, 2010: 41). Εκτός από τη συνάντηση ατομικού και συλλογικού, η διαφοροποίηση, η άρνηση και η αντιπαράθεση αποτελούν δομικά στοιχεία της σύνθεσης του Εγώ. Η ατομική ταυτότητα, τελικά, δεν είναι μόνον ό,τι πιστεύει το αναπτυσ­ σόμενο άτομο για τον εαυτό του, ούτε ό,τι αναμένει από αυτό το άμεσο κοι­ νωνικό του περιβάλλον, αλλά το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης και της σύνθεσης των δύο (K. Mühlbauer, 1985: 54). Ουσιαστικά δηλαδή, ο Erikson αναγνωρίζει στη λειτουργία της κοινωνικοποίησης την ανάπτυξη μίας σχέσης ζωτικής σημασίας ανάμεσα στο Εγώ και το περιβάλλον, για την οικοδόμηση της ατομικής ταυτότητας. Εκπρόσωπος της κοινωνιολογικής προσέγγισης της κοινωνικοποίησης ο Parsons θεωρείται ένας από εκείνους που αξιολογούν το σχολείο ως θεσμό με σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση του ανθρώπου (K. Mühlbauer, 1985: 285-286). Η σχολική τάξη είναι και αυτή ένα κοινωνικό σύστημα, στο οποίο εντάσσεται το άτομο μέσω της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης. Παράλ­ ληλα όμως, η ίδια σχολική τάξη λειτουργεί ως ο χώρος, όπου οι μαθητές θα 610 Ευάγγελος Πεπές Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ PROJECT ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ εφοδιαστούν με την ικανότητα και την ετοιμότητα να αναλάβουν τους μελλο­ ντικούς τους ρόλους εντός των υπολοίπων κοινωνικών συστημάτων. Το σχολείο ως παράγοντας κοινωνικοποίησης κατά τον Parsons, συμβάλλει ουσιαστικά: α) στη σταδιακή αποδέσμευση του παιδιού από της συναισθημα­ τική εξάρτηση από την οικογένειά του, β) στην αποδοχή και τον ενστερνισμό των αρχών και αξιών του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο αναπτύσσεται, γ) στην προετοιμασία ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας και την κατανομή του σ’ αυτή, σύμφωνα με το σύστη­ μα ρόλων των ενηλίκων (K. Mühlbauer, 1985: 289). Από την πλευρά του ο Wurzbacher εισάγει τον όρο «πρόσωπο» στην έρευ­ να της κοινωνικοποίησης. Επιδίωξή του είναι να τονίσει την δυνατότητα του ανθρώπου να παρεμβαίνει και να μεταβάλλει τις εκάστοτε επικρατούσες κοι­ νωνικές συνθήκες. Η έννοια της αλληλεπίδρασης που διατυπώθηκε ήδη από τον Erikson έχει ως απώτατο όριό της το συμβιβασμό περιβάλλοντος και Εγώ. Το πρόσωπο αντίθετα του Wurzbacher παρουσιάζεται ως μία ισάξια αντίθετη δύναμη ή ως ένα ισχυρό αντίβαρο στις επιταγές της συλλογικής ταυτότητας. Η ατομική ταυτότητα στον Erikson είναι πιθανό να διαφοροποιείται από τις επιταγές του άμεσου περιβάλλοντος. Στην περίπτωση αυτή αναζητείται η «μέση οδός». Ο Wurzbacher όμως, εισάγοντας την έννοια του προσώπου, αναδεικνύει τον άν­ θρωπο σε μία ισόρροπα αντίθετη δύναμη, η οποία παρεμβαίνει, αντιτίθεται και διαμορφώνει το εκάστοτε κρατούν σύστημα αρχών και αξιών. Η παθητικό­ τητα της διαδικασίας εσωτερίκευσης που αναφέρει ο Parsons, αντικαθίστα­ ται από την ενεργητικότητα και την αναμορφωτική δύναμη του προσώπου. Ως κοινά στοιχεία στις περισσότερες εννοιολογικές προσεγγίσεις της κοι­ νωνικοποιητικής διαδικασίας εντοπίζονται το άτομο, η κοινωνία και ο πολιτι­ σμός. Στο πλαίσιο αυτό η κοινωνικοποίηση εκλαμβάνεται ως κοινωνική ένταξη. Η ομαλότητα και η αρμονία στην ενταξιακή πορεία του ατόμου προϋποθέ­ τει αναμφισβήτητα τη δημιουργική αφομοίωση των στοιχείων του πολιτισμού της εκάστοτε κοινωνίας και την αποδοχή του αξιακού της συστήματος από το άτομο (Ι. Πυργιωτάκης, 19987: 17-18). Αποτιμώντας από παιδαγωγικής πλευράς τις παραπάνω εννοιολογικές προσεγγίσεις της κοινωνικοποίησης συνάγεται ότι α) Έχει ζωτική σημασία για την προσωπική ολοκλήρωση, β) Προϋποθέτει μια σχέση αλληλεπίδρα­ σης ατόμου και κοινωνίας και γ) Είναι κατεξοχήν προϊόν αγωγής με αποτέλε­ σμα ο ρόλος του σχολείου να είναι ιδιαίτερα σημαντικός (Αναλυτικότερα βλ. Η. Ρεράκης, 2010: 29-46). Μάλιστα, η περαιτέρω έρευνα απέδειξε ότι η επίτευξη του κοινωνικοποιη­ τικού στόχου της εκπαίδευσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις στρατηγι­ κές μάθησης που εφαρμόζονται κατά τη διδακτική διαδικασία. Έτσι, η έρευ­ 611 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ να στράφηκε στην εξεύρεση διδακτικών στρατηγικών που διευκολύνουν την κοινωνικοποιητική διαδικασία. Η μέθοδος Project στο πλαίσιο της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας Εισηγητής της μεθόδου project είναι ο Kilpatrick. Υπήρξε μαθητής Dewey, ενός από τους εκπροσώπους της Νέας Αγωγής που εισηγήθηκαν την ομαδο­ συνεργατική διδασκαλία. Πρόκειται για μία εξειδικευμένη πρόταση ομαδοσυ­ νεργατικής διδασκαλίας με προκαθορισμένη δομή και ενισχυμένο τον ρόλο των μαθητών καθώς και του άμεσου περιβάλλοντός τους. Εξ ορισμού, η μέ­ θοδος project ως ένας τρόπος συμμετοχικής μαθησιακής εμπειρίας, συμβάλ­ λει ουσιαστικά στην κοινωνική ανάπτυξη και ένταξη του παιδιού (Η. Ματσαγ­ γούρας, 2011: 25). Η απόδοση του όρου project στην ελληνική προϋποθέτει την χρήση των όρων βίωμα και επικοινωνία. Ως βιωματική νοείται η διδασκαλία, όταν αφορ­ μάται από προβλήματα, ερωτήματα και εμπειρίες της καθημερινότητας του μαθητή και επικεντρώνεται σε αυτά. Επικοινωνιακή από την άλλη πλευρά χα­ ρακτηρίζεται η διδασκαλία, η οποία δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ομαλή ένταξη των βιωμάτων του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικα­ σία, μέσω ενός πλέγματος διαμαθητικών και διαπροσωπικών σχέσεων μετα­ ξύ εκπαιδευτικού και μαθητή, που χαρακτηρίζονται από ελευθερία έκφρα­ σης, ισοτιμία και σεβασμό στη διαφορετικότητα (Κ. Χρυσαφίδης, 2000: 17). Η μέθοδος project προέκυψε στο πλαίσιο του προβληματισμού μεταξύ των αναπτυξιακών ψυχολόγων σχετικά με τον ατομοκεντρικό ή κοινωνικοκε­ ντρικό χαρακτήρα της μάθησης (Η. Ματσαγγούρας, 2000: 8). Ο Piaget, που θεωρείται ο βασικός εκπρόσωπος της ατομοκεντρικής αντίληψης, υποστη­ ρίζει ότι η ανάπτυξη του ανθρώπου καθορίζεται κυρίως από εγγενείς παρά­ γοντες. Στην αντίπερα όχθη ο Vygotsky αποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο για την ανάπτυξη του παιδιού στο κοινωνικό περιβάλλον. Ο Piaget δεν απορρί­ πτει εντελώς την επίδραση του περιβάλλοντος, αλλά θεωρεί ότι η κίνηση για τη δημιουργία μιας σχέσης γνωριμίας ατόμου και φυσικού ή κοινωνικού περι­ βάλλοντος αφορμάται από το ίδιο το άτομο. Μέσω μιας διαδικασίας συγκρού­ σεων των προσωπικών απόψεων με τις νέες που συναντά, προκύπτει τελικά η γνωριμία, η μάθηση και η ανάπτυξη (Η. Ματσαγγούρας, 2000: 8). Κατά την βιγκοτσκιανή σχολή αντίθετα, οι συλλογικές αντιλήψεις αφομοιώνονται από το παιδί όχι με συγκρούσεις, αλλά μέσω της συνεργασίας. Παρά τη φαινομενική αντίθεση, και οι δύο σχολές αναγνωρίζουν ότι ατο­ μοκεντρική και κοινωνικοκεντρική μάθηση είναι μεγέθη αλληλοσυμπληρού­ μενα και εξίσου αναγκαία για την ανάπτυξη. Η σκέψη ως ανθρώπινη λειτουρ­ 612 Ευάγγελος Πεπές Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ PROJECT ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ γία, γεννιέται από την επικοινωνία με την κάθε μορφής ετερότητα και έπειτα από μία διαδικασία εσωτερίκευσης και αναδιάπλασης κάτω από την επίδρα­ ση προσωπικών πεποιθήσεων, ιδεών και αντιλήψεων, εκδηλώνεται εκ νέου, ως ένα προσωπικό επίτευγμα (Η. Ματσαγγούρας, 2000: 8). Το καινοτόμο στοιχείο στην ερμηνεία της μάθησης που δίνει το κίνημα της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας εντοπίζεται στη δυσδιάστατη προσέγ­ γισή της, σύμφωνα με την οποία η μάθηση εκτός από τη γνώση, δηλαδή, τη συλλογή πληροφοριών, συμπεριλαμβάνει και τη μέθοδο με την οποία αυτή αποκτάται. Διδακτικές μέθοδοι που ενισχύουν την επικοινωνία του σχολείου με το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον, προκαλούν εσωτερικές γνωστικές συγκρούσεις που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την οικοδόμηση του γνω­ στικού ορίζοντα των μαθητών (Η. Ματσαγγούρας, 2000: 9). Για τους ομαδο­ συνεργατικούς επομένως, οι στρατηγικές μετάδοσης της γνώσης και η δια­ δικασία της διδασκαλίας αποκτούν έντονο ενδιαφέρον. Το ομαδοσυνεργατικό κίνημα εμφανίζεται ως απάντηση στις εγγενείς αδυ­ ναμίες που παρουσίαζαν τα μαθητοκεντρικά προγράμματα σπουδών. Η ομα­ δοσυνεργατική διδασκαλία έχει ως κίνητρό της, όχι τον εκπαιδευτικό ή το μαθητή, αλλά τους μαθητές ως οργανωμένη σχολική ομάδα. Ως στόχος των ομαδοσυνεργατικών προγραμμάτων τίθεται αφενός η καλλιέργεια της παρα­ μελημένης κοινωνικής αποστολής του σχολείου και αφετέρου η σύνδεση του σχολείου με την καθημερινότητα, μέσω της προετοιμασίας των μαθητών να ενταχθούν ομαλά ως ενεργοί πολίτες στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικό­ τητα (Η. Ματσαγγούρας, 2000: 10). Σημασία για τους ομαδοσυνεργατικούς έχει, παράλληλα με τον γνωστι­ κό εξοπλισμό του ατόμου, και η ανάπτυξη κοινωνικών ικανοτήτων και δεξιο­ τήτων ((Η. Ματσαγγούρας, 2000: 10). Η οργάνωση της τάξης αποκτά έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η σχέση εκπαιδευτικού-μαθητών έχει διαλεκτική μορφή. Η συμμετοχή των μαθητών είναι απαραίτητη και ουσιαστική. Η συ­ νεργασία αντικαθιστά τον ανταγωνισμό και η γνωριμία με την κάθε μορφής ετερότητα εκτοπίζει κάθε πιθανότητα παραγκωνισμού και περιθωριοποίησης κάποιων μαθητών (Η. Ρεράκης, 2006: 358). Η βιωματική-επικοινωνιακή διδασκαλία μετατοπίζει το επίκεντρο του εν­ διαφέροντος προς τις μεθόδους αναζήτησης και χρήσης της γνώσης. Στο­ χεύει δηλαδή, όχι στον εξοπλισμό του μαθητή με έτοιμες λύσεις για τα πι­ θανά προσωπικά ή κοινωνικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει, αλλά στην ανάπτυξη ικανοτήτων να διαχειρίζεται με επιτυχία κάθε μελλοντική προβλη­ ματική κατάσταση. Στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων το ομαδοσυνεργατικό κίνημα αποδίδει ιδιαίτερη παιδαγωγική αξία στις διαμαθητικές σχέσεις. Για το λόγο αυτό, σε αντίθεση με το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα, τα ομαδοσυ­ 613 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νεργατικά προγράμματα θεμελιώνουν τη διδασκαλία στη βάση των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των μαθητών και εμφανίζονται ως η μέση οδός μεταξύ του δασκαλοκεντρικού και μαθητοκεντρικού συστήματος (Η. Ρερά­ κης, 2006: 12). Επομένως, η ομάδα αντί του ατόμου, η συνεργασία αντί του ανταγωνισμού, η ικανότητα ή δεξιότητα αντί της απλής γνωστικής πληροφορίας, η εμπειρία αντί της απομνημόνευσης είναι τα σημεία στα οποία επικεντρώνουν το ενδι­ αφέρον τους οι εκπρόσωποι της ομαδοσυνεργατικής θεωρίας. Η μέθοδος Project και τα κοινωνικά της χαρακτηριστικά Στη μέθοδο project η διαδικασία της μάθησης έχει μεγαλύτερη αξία από το αποτέλεσμά της αυτό καθαυτό. Αυτό σημαίνει ότι η εμπειρία και το βίωμα που έχουν οι εμπλεκόμενοι στη διδακτική διαδικασία, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και θεωρούνται ως θεμέλια της μόρφωσης (K. Frey, 1986: 18). Η επιτυχία της εφαρμογής της μεθόδου εξαρτάται από το επίπεδο επικοι­ νωνίας των μαθητών μεταξύ τους και με τον εκπαιδευτικό. Η ανάπτυξη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων είναι ζωτικής σημασίας για την περαιτέρω εξέλιξη ενός project. Σε κάθε φάση εξέλιξής του προϋποτίθεται η ενεργός συμμετο­ χή όλων των μελών της ομάδας (Κ. Χρυσαφίδης, 2000: 17), ενώ το παραγό­ μενο ενός project είναι προϊόν αλληλεπίδρασης των μελών της. Τόσο η «αυθεντία» του εκπαιδευτικού όσο και ο «αυταρχισμός της βάσης» δεν έχουν θέση στην επικοινωνιακή διδασκαλία. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι συμβουλευτικός, εφόσον ο ίδιος δεν είναι πηγή πληροφοριών. Από το παρασκήνιο, όπου τον τοποθετεί ο Kilpatrick, παρέχει βοήθεια, μόνον όταν κρίνεται αναγκαίο, συμμετέχοντας ισότιμα στην ομάδα, χωρίς παρεμβατισμό, αλλά με υπομονή και διακριτικότητα (K. Frey, 1986: 57-63). Από τα πρώτα ακόμη βήματα υλοποίησης ενός project οι μαθητές, λόγω του ότι χωρίζονται σε ομάδες, μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν με ομαδικό τρόπο ζητή­ ματα που τους απασχολούν, να αναλαμβάνουν ρόλους μέσα σε συλλογικά όργα­ να που αντιστοιχούν στις ιδιαίτερες ικανότητές τους, αλλά και να αναγνωρίζουν αντίστοιχους ρόλους σε όλα τα μέλη της ομάδας. Έτσι, η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπίζεται ως παράγοντας αποσταθεροποίησης της σχολικής τάξης, αλλά ως απαραίτητο στοιχείο για τη θεμελίωση της ενότητας της ομάδας. Μαθητές με ιδιαίτερες δεξιότητες, διαφορετικά ενδιαφέροντα, ποικίλη πο­ λιτισμική, εθνική ή θρησκευτική προέλευση, δεν περιθωριοποιούνται, ούτε αισθάνονται ξένοι στο σχολικό περιβάλλον. Η ομάδα αποτελεί το πεδίο, το οποίο τους παρέχει χώρο δράσης, και ανάδειξης, καλλιεργώντας παράλληλα το σεβασμό στη διαφορά και συνειδητοποιώντας την αξία της συνεργασίας 614 Ευάγγελος Πεπές Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ PROJECT ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (Η. Ρεράκης, 2007: 313). Εξάλλου, η επιτυχία μίας συλλογικής δράσης εξαρ­ τάται από την ισότιμη παρουσία και συμμετοχή όλων των μελών της ομάδας (Σ. Ζωγράφου, 2008: 69). Αναλυτικότερα, το πρώτο στάδιο ενός project (K. Frey, 2005: 18) περιλαμ­ βάνει την πρωτοβουλία-πρόταση ενός θέματος. Ως θέμα ενός project μπορεί να τεθεί καθετί, που προκαλεί το ενδιαφέρον οποιουδήποτε εμπλεκόμενου, μαθη­ τή, εκπαιδευτικού, γονέα ή εκπροσώπου του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλο­ ντος. Οι ανάγκες, οι προβληματισμοί και τα ενδιαφέροντα των συμμετεχόντων αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο και μπορούν να αναδειχθούν σε θέματα για διε­ ρεύνηση (K. Frey, 2005: 8). Η δυνατότητα που παρέχεται στην τάξη ως ομάδα να διαπραγματευτεί θέματα που απασχολούν το κοινωνικό σύνολο ή το αφο­ ρούν, της δίνει την ευκαιρία να λειτουργεί ως προέκταση του κοινωνικού περι­ βάλλοντος, οικοδομώντας μία οργανική σχέση ανάμεσά τους. Η αδέσμευτη έκβαση της πρωτοβουλίας-πρότασης αποδίδει στην πρώτη φάση της μεθόδου project κατεξοχήν κοινωνικοποιητικό χαρακτήρα. Η επι­ λογή μίας συγκεκριμένης πρότασης για διερεύνηση είναι αποτέλεσμα διαλό­ γου. Κριτήριο επιλογής είναι το κοινό ενδιαφέρον και η συμφωνία για περαι­ τέρω συνεργασία. Με τον τρόπο αυτό η μορφωτική αξία μίας πρωτοβουλίας μετατοπίζεται από το αντικείμενο έρευνας ή προβληματισμού στη στρατηγική που εφαρ­ μόζεται για την υλοποίησή της (K. Frey, 2005: 19-20), στη μαθησιακή δηλαδή διαδικασία, η οποία υλοποιείται με όρους ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας. Με τη μέθοδο project ο μαθητής δε μαθαίνει θεωρητικά, αλλά πειραματί­ ζεται, εφαρμόζοντας στην πράξη αρχές όπως η αλληλοκατανόηση, ο σεβα­ σμός, η συνύπαρξη, η συνεργασία για την επεξεργασία οποιουδήποτε θέμα­ τος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το διδακτικό υλικό από καθαρά θεωρητικό να αποκτά εμπειρικό χαρακτήρα, παραπέμποντας στη διατύπωση των εκπροσώ­ πων της ψυχαναλυτικής θεωρίας, κατά την οποία η εξέλιξη του εγώ είναι κυ­ ρίως συσσώρευση εμπειριών. Η ένταξη του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος στη διδακτική διαδι­ κασία φαίνεται να θεμελιώνεται στην αρχή της ψυχαναλυτικής θεωρίας, σύμ­ φωνα με την οποία η ατομική εξέλιξη προϋποθέτει αλληλεπίδραση με το πε­ ριβάλλον. Ατομική εξέλιξη κατά τον Freud σημαίνει επίγνωση των κοινωνικών συνθηκών και εσωτερίκευση των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς. Η επόμενη φάση της μεθόδου είναι η κριτική ανταλλαγή απόψεων σε σχέ­ ση με την πρωτοβουλία με στόχο τον ενός πρώτου σχεδίου εφαρμογής. Στην φάση αυτή ενισχύεται η κατάθεση της προσωπικής γνώμης του κάθε συμμε­ τέχοντος και η ανταλλαγή ιδεών. Για το λόγο αυτό δημιουργούνται οι κατάλ­ ληλες προϋποθέσεις για ίση συμμετοχή όλων στο διάλογο, ελευθερία στην έκφραση προσωπικής γνώμης και δυνατότητα κατάθεσης σχετικών προσω­ 615 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ πικών εμπειριών. Στην φάση αυτή της διαπραγμάτευσης του θέματος ιδιαί­ τερη αξία αποδίδεται στη διομαδική επικοινωνία ((K. Frey, 2005: 22), από την ποιότητα της οποίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η επίτευξη των διδακτικών στόχων (Η. Ρεράκης, 2006: 322, Α. Καψάλης, 2000: 357). Η δυνατότητα που προσφέρεται στους μαθητές να διατυπώσουν την άπο­ ψή τους, να συμφωνήσουν ή να διαφοροποιηθούν από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, καλλιεργεί την αυτεπίγνωση των μελών της, η οποία αποτελεί βασι­ κή προϋπόθεση για την ομαλή και επιτυχημένη κοινωνικοποίησή τους. Η δι­ αμόρφωση άποψης και η διατύπωσή της στο πλαίσιο της ομάδας συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της ατομικής ταυτότητας, στην οποία αναφέ­ ρεται ο Erikson, ενώ η συμφωνία που τελικά θα πρέπει να επιτευχθεί, αναδει­ κνύει τον εξισορροπητικό ρόλο της αγωγής στην αντιπαράθεση ατομικής και συλλογικής ταυτότητας. Η Τρίτη φάση της μεθόδου είναι η από κοινού διαμόρφωση των πλαισίων δράσης. Εδώ ­πλέον, η πρόταση-ιδέα αρχίζει να αποκτά ρεαλιστικά χαρακτηρι­ στικά. Η συζήτηση που πραγματοποιείται οδηγεί στην ξεκάθαρη διαμόρφωση των δράσεων που θα υλοποιηθούν, στην κατανομή ρόλων και ανάθεση αρμο­ διοτήτων, σύμφωνα με τις εκπεφρασμένες επιθυμίες των συμμετεχόντων σχε­ τικά με τον τομέα δράσης στον οποίο επιθυμούν να εργαστούν και στη δια­ μόρφωση αναλυτικού χρονοδιαγράμματος δράσεων (Η. Ρεράκης, 2006: 25). Η λειτουργία της τάξης εμφανίζει χαρακτηριστικά κοινωνικού συστήμα­ τος κατά την κοινωνιολογική προσέγγιση του Parsons, στο οποίο ο μαθητής καλείται να ενταχθεί και να αναλάβει ρόλους. Η ομαδική δράση της τάξης θα προετοιμάσει το μαθητή για την ανάληψη ρόλων μετέπειτα στο κοινωνικό σύστημα των ενηλίκων. Η ελεύθερη επιλογή ρόλων και πεδίων δράσης από τους μαθητές, τους επιτρέπει να ανακαλύψουν τον κοινωνικό προσανατολι­ σμό της εκπαίδευσης και να εμπλουτίσουν τις κοινωνικές τους εμπειρίες (Η. Ρεράκης, 2007: 94-95). Το πνεύμα συνεννόησης που εδραιώθηκε μεταξύ των μελών κατά την προ­ ηγούμενη φάση καθώς και η αποδοχή της πρωτοβουλίας του ενός από κάθε μέλος ξεχωριστά ως προσωπικό προβληματισμό, έχουν ως αποτέλεσμα την ενεργό συμμετοχή του καθενός ξεχωριστά στην υλοποίηση του προγράμμα­ τος, που αποτελεί και το τέταρτο στάδιο της μεθόδου (Η. Ρεράκης, 2007: 27). Είναι προφανές ότι το στάδιο αυτό απαιτεί υψηλό επίπεδο συνοχής της ομά­ δας για την επίτευξη των τελικών στόχων. Η μάθηση στη συγκεκριμένη φάση συμπεριλαμβάνει και όσα οι μαθητές προσλαμβάνουν εμπειρικά καθώς δραστηριοποιούνται για την υλοποίηση του project. Η σχολική αίθουσα χάνει την αποκλειστικότητά της ως χώρος μάθη­ σης και η δραστηριοποίηση των μαθητών στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλ­ λον καθιστά το σχολείο οργανικό τμήμα της κοινωνίας. 616 Ευάγγελος Πεπές Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ PROJECT ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Στη βιωματική-επικοινωνιακή διδασκαλία η σύνδεση σχολείου και κοινωνι­ κού περιβάλλοντος περιγράφεται ως μία κίνηση αμφίδρομη, κατά την οποία η κοινωνία εισέρχεται στο σχολείο, μέσω των επίκαιρων θεμάτων που την απα­ σχολούν και τα οποία μπορούν να τεθούν ως υπόθεση εργασίας από τα μέλη της ομάδας, στη φάση διατύπωσης πρωτοβουλίας. Το σχολείο από την άλλη πλευρά εξέρχεται στην κοινωνία για να ερευνήσει και να προτείνει λύση στο ζήτημα που αποφάσισε να μελετήσει κατά την φάση υλοποίησης του project. Η βιωματική-επικοινωνιακή διδασκαλία δίνει τη δυνατότητα στο σχολείο να είναι σύγχρονο, ενδιαφέρον και πάντοτε συνδεδεμένο στενά με τον κοινωνι­ κό περίγυρο. Ως τελευταία φάση διεξαγωγής ενός project θεωρείται η αξιολόγηση. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η αξιολόγηση αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό πε­ ριεχόμενο από αυτό που παραδοσιακά έχει, αποδίδοντας σημασία όχι τόσο στο αποτέλεσμα, όσο στην ποιότητα των ενεργειών που οδήγησαν σ’ αυτό (Η. Ρεράκης, 2007: 66). Η μέτρηση της επίδοσης των μαθητών, ως εξωτερίκευ­ ση των όσων έχουν διδαχθεί σημαίνει εφαρμογή στην καθημερινότητά τους όλων των κοινωνικών εμπειριών που απέκτησαν κατά τη διάρκεια υλοποίησης του project. Οι εξετάσεις επιλογής καθώς και η εκτίμηση της σχολικής επί­ δοσης με βάση τη σύγκριση, οι οποίες από παιδαγωγικής πλευράς κρίθηκαν ως κοινωνικά άδικες (Ζ. Παπαναούμ-Τζίκα, 1985: 15, 27), δεν έχουν θέση στη συγκεκριμένη διδακτική στρατηγική. Τελικά, εκείνο που αξιολογείται είναι οι δεξιότητες προσαρμογής των μα­ θητών στο κοινωνικό πλαίσιο της σχολικής τάξης, και κατ’ επέκταση, η δυνα­ τότητα εφαρμογής αυτών των κοινωνικών δεξιοτήτων στο ευρύτερο κοινω­ νικό περιβάλλον τους. Συμπερασματικά, η μέθοδος project συμβάλλει στην ανάπτυξη διαπρο­ σωπικών σχέσεων μεταξύ των μελών της τάξης. Διευρύνει τις παραστάσεις των μαθητών, ευαισθητοποιώντας τα κοινωνικά τους αισθητήρια. Ενεργο­ ποιεί το μαθητή σε συλλογικές δράσεις, προσφέροντας ευκαιρίες ανάδειξης κάθε μορφής ετερότητας. Τέλος, αντικαθιστά την ανταγωνιστική ατμόσφαι­ ρα με τη συνεργασία, καλλιεργώντας πνεύμα αμοιβαιότητας (Ε. Ταρατόρη- Τσαλκατίδου, 2002: 73-83). Η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και η επικοινωνία ως εμπειρία απο­ τελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των επιμέρους φάσεων εξέλιξης ενός project, στο πλαίσιο του οποίου ο αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου, η αυ­ τεπίγνωση και ανάπτυξη της ατομικής ταυτότητας, η επίγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας και η εσωτερίκευση κοινωνικών αξιών και κανόνων καθώς επίσης η ανάληψη συγκεκριμένων ρόλων και η ενεργός δράση στο κοινωνι­ κό περιβάλλον ως βασικές προϋποθέσεις της κοινωνικοποίησης, βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή. 617 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Frey, Karl (1986). Η «Μέθοδος project»: Μια μορφή συλλογικής εργασίας στο σχο- λείο ως θεωρία και πράξη. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Mühlbauer, Reinhold (1985). Κοινωνικοποίηση: Θεωρία και Έρευνα, Σειρά Παιδα­ γωγική και Εκπαίδευση 13. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Unicef (2000). Defining Quality in Education. New York: Unicef. Wulf, Christoph (19773). Wörterbuch der Erziehung. München: Piper. Βλάχος, Δημήτριος (2008). «Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και οι σύγχρονες απαιτή­ σεις από την εκπαίδευση». Στο: Παιδαγωγικό, Ινστιτούτο. Εκπαίδευση και ποι- ότητα στο ελληνικό σχολείο. Εισηγήσεις διημερίδων, ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, Γ΄ΚΠΣ. Αθήνα- Θεσσαλονίκη: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Ζωγράφου, Σωτηρία (2008). Η μέθοδος project και το μάθημα των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Διπλωματική εργασία που υποβλήθηκε στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη. Κογκούλης, Ιωάννης (20042). Η σχολική τάξη ως κοινωνική ομάδα και η ομαδοσυ- νεργατική διδασκαλία και μάθηση. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Ματσαγγούρας, Ηλίας (2000). «Η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία: Γιατί, πως, πότε και για ποιους». Εισήγηση στο διήμερο συμπόσιο Η Εφαρμογή της Ομαδοσυ- νεργατικής Διδασκαλίας, Θεσσαλονίκη: Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδος, Πα­ ράρτημα Μακεδονίας. __________, (2011). Η καινοτομία των ερευνητικών εργασιών στο Νέο Λύκειο. Βιβλίο εκπαιδευτικού. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων. Παπαναούμ-Τζίκα, Ζωή (1985). Η αξιολόγηση της σχολικής επίδοσης: δυνατότη- τες και όρια. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Πυργιωτάκης, Ιωάννης (19987). Κοινωνικοποίηση και εκπαιδευτικές ανισότητες. Σειρά: Επιστήμες αγωγής 2. Αθήνα: Γρηγόρης. Ρεράκης, Ηρακλής (2006). Ο «άλλος» στο ελληνικό σχολείο χριστιανοπαιδαγωγι- κή θεώρηση. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς. __________ (2007). Σύγχρονη διδακτική των θρησκευτικών. Θεσσαλονίκη: εκδ. Πουρναράς. __________ (2010). Κοινωνική ένταξη και θρησκευτική αγωγή του μαθητή στο ελ- ληνικό σχολείο. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς. Ταρατόρη-Τσαλκατίδου, Ελένη (2002). Η μέθοδος project στη θεωρία και στην πράξη. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Χρυσαφίδης, Κώστας (2000). Βιωματική-Επικοινωνιακή Διδασκαλία: Η εισαγωγή της μεθόδου project στο σχολείο, Αθήνα: Gutenberg. 618 Ευάγγελος Πεπές Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ PROJECT ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Summary Because of an increasing quality concern for education, additional attention is being paid to new educational methods with more student-centred vision. This paper examines the social dimention of education and how the teamwork educational methods contribute to the process of student’s socialization. More specifically, this paper reveals how the project based education prepairs students to work in a community, to interact with others and helps them to acquire attitudes, values and appropiate behaviours to perform as functioning members of their society. Ευάγγελος Πεπές, Εκπαιδευτικός PhD Φαιάκων 41-43 Κάτω Τούμπα, Θεσσαλονίκη, Τ.Κ.: 54453 Τηλ. Οικείας/Κινητό 2310 913 971 / 693 8062409

[email protected]

619 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαιδευτικός ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ και Ποιοτική Εκπαίδευση Οι επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Αθηνά Α. Σιπητάνου, Ανδρέας Ε. Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου Αφετηρία και δομή Ο εκπαιδευτικός σήμερα έχει να αντιμετωπίσει από τη μια τις αυξημένες και ταυτόχρονα πιο σύνθετες απαιτήσεις της νέας εκπαιδευτικής πραγματικότη­ τας και από την άλλη να υπερκεράσει κενά και παραλείψεις από την πλευρά της πολιτείας. Μέσα στις πρόσφατα διαμορφωμένες συνθήκες, την εισαγω­ γή νέων αναλυτικών προγραμμάτων, την είσοδο νέων τεχνολογιών στην εκ­ παίδευση, την ανάπτυξη νέων μεθόδων διδασκαλίας, σε συνδυασμό και με τη διαφοροποίηση των αναγκών του σύγχρονου μαθητή αλλά και της κοινω­ νίας, ο ρόλος του εκπαιδευτικού αλλάζει και απαιτεί ιδιαίτερες επαγγελματι­ κές ικανότητες και επικαιροποίηση των γνώσεών του, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή επαγγελματική του ανάπτυξη. Ο εντοπισμός, λοιπόν, των πραγματικών επιμορφωτικών αναγκών των εκπαιδευτικών συντελεί στη δια­ σφάλιση της ποιότητας της επιμορφωτικής διαδικασίας, εξασφαλίζει τη βελ­ τίωση της αποδοτικότητας των επιμορφωτικών προγραμμάτων και αποτρέπει την άσκοπη διασπάθιση των διαθέσιμων οικονομικών πόρων. Εξάλλου, η εκπαίδευση και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών αποτελεί έναν από τους 16 δείκτες ποιότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη σχο­ λική εκπαίδευση (EC, 2000), καθώς και έναν από τους 15 δείκτες ποιότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δια βίου μάθηση (EC, 2002). Η διερεύνηση, λοιπόν, των επιμορφωτικών αναγκών των εκπαιδευτικών πριν από την έναρ­ ξη ενός επιμορφωτικού προγράμματος είναι μια πολύ σημαντική διαδικασία και απαραίτητη για την αποτελεσματικότητά του. Στόχος, λοιπόν, της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση και η ανάδει­ ξη των επιμορφωτικών αναγκών των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκ­ 620 Αθηνά Σιπητάνου, Ανδρέας Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου ΟΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ παίδευσης, στην περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης1, με έμφα­ ση στην έκφραση από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς των επιμορφωτικών αναγκών τους2. Εξάλλου, μια σειρά ερευνών καταλήγει στην κοινή διαπίστωση ότι υπάρ­ χουν γενικά ατέλειες στους θεσμούς επιμόρφωσης, οι οποίες ξεκινούν από τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις επιμόρφωσης και κατα­ λήγουν σε μειωμένη αποτελεσματικότητα των επιμορφωτικών προγραμμά­ των. Τέτοιου είδους συμπεράσματα στηρίζουν την ανάγκη να ληφθούν υπόψη στο ζήτημα της επιμόρφωσης, εξίσου σοβαρά με τους λοιπούς παράγοντες, οι επιλογές και οι προτιμήσεις των εκπαιδευτικών (Ταρατόρη – Τσαλκατίδου 2000, βλ. και Ξωχέλλης 2000, βλ. και Κατσαφούρος 2009). Στόχοι και μεθοδολογία της έρευνας Στη συγκεκριμένη έρευνα χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο ως εργαλείο συλλογής δεδομένων, το οποίο δημιουργήθηκε για τις ανάγκες αντίστοιχης έρευνας3 που διενεργήθηκε στο νομό Πιερίας (Κατσαφούρος, 2009) και βασί­ ζεται σε ανάλογο που είχε καταρτίσει το 2005 από το Παιδαγωγικό Ινστιτού­ το της Κύπρου, για να καλύψει ανάγκες παρόμοιας έρευνας. Αρχικά, το ερωτηματολόγιο δόθηκε πιλοτικά σε αριθμό εκπαιδευτικών του δήμου Δράμας και διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν σ’ αυτό ήταν σαφή και κατανοητά, ενώ το τελικό ερωτηματολόγιο, που ήταν ανώνυ­ μο, περιλάμβανε τρία μέρη. Οι στόχοι της εμπειρικής αυτής έρευνας αφορούν: • εκτός από τα δημογραφικά στοιχεία, την ως τώρα συμμετοχή των εκ­ παιδευτικών σε επιμορφωτικά προγράμματα και το βαθμό ικανοποίη­ σής τους από αυτά, • τόσο τις θεματικές κατευθύνσεις, το περιεχόμενο και τα κίνητρα συμ­ μετοχής στα προγράμματα ενδουπηρεσιακής επιμόρφωσης των εκ­ παιδευτικών όσο και τα χαρακτηριστικά, τους στόχους, τις μορφές, το χώρο, το χρόνο και την αποτελεσματικότητα των επιμορφωτικών προγραμμάτων και • τη διερεύνηση της ποιότητας και της υποχρεωτικότητας της παρεχό­ μενης επιμόρφωσης και της καταλληλότητας των οργανωτικών δομών. 1. Πρόκειται για τους νομούς Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου. 2. Ατομική προσέγγιση (bottom-up) 3. Η έρευνα με πραγματοποιήθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, σε 71 σχολικές μονάδες σε όλη την Κύπρο σε δείγμα 765 εκπαιδευτικών. 621 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Για τις ανάγκες της έρευνας στάλθηκαν 500 ερωτηματολόγια, σε αντιπρο­ σωπευτικό αριθμό σχολικών μονάδων κάθε νομού της περιφέρειας Ανατολι­ κής Μακεδονίας και Θράκης και επιστράφηκαν συμπληρωμένα 223, ποσοστό περίπου 44,6%, που κρίνεται αρκετά ικανοποιητικό. Η διεξαγωγή της έρευνας διήρκησε από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2011 και η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων έγινε και με το πρόγραμ­ μα SPSS, το οποίο στη σημερινή ανακοίνωση δεν περιλαμβάνεται (Σαλπιγ­ γίδης, 2011), αν και ορισμένα στοιχεία και συσχετίσεις αξιοποιούνται, για να φωτίσουν περισσότερο τα αποτελέσματα της έρευνας. Αποτελέσματα της έρευνας Μέρος Α’ • Ως προς το φύλο, η κυριαρχία των γυναικών στο δείγμα είναι σαφής (72,2%), ενώ οι άνδρες μόλις που ξεπερνούν το ένα τέταρτο του συ­ νόλου (27,8%). • Ως προς την ηλικία, η μεγάλη συγκέντρωση εκπαιδευτικών αφορά τις ηλικίες 40 έως 50 ετών, όπου το ποσοστό πλησιάζει το 60%. • Ως προς την ειδικότητα, ένας στους έξι συμμετέχοντες (16,6%), ανή­ κει σε άλλη ειδικότητα από αυτή του δασκάλου, δηλαδή, εκπαιδευτι­ κοί ξένης γλώσσας (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), φυσικής αγωγής, μουσικής και πληροφορικής. • Ως προς τη θέση ευθύνης, ένας στους δέκα εκπαιδευτικούς είναι δι­ ευθυντής –τρια σχολικής μονάδας (9,4%). • Ως προς τη θέση εργασίας, η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων εκπαιδευτικών (περίπου το 90%) είναι μόνιμοι. • Ως προς τα χρόνια συνολικής προϋπηρεσίας, παρατηρούμε ότι ο μέ­ σος χρόνος προϋπηρεσίας των συμμετεχόντων είναι περίπου 14 χρόνια. • Ως προς το επίπεδο σπουδών, οι προερχόμενοι από τα Παιδαγωγι­ κά Τμήματα δάσκαλοι υπερτερούν ελαφρά (52%) σε σχέση μ’ αυτούς που προέρχονται από τις Παιδαγωγικές Ακαδημίες. • Ως προς τις άλλες τους σπουδές, σημειώνεται ότι σημαντικό ποσοστό (περίπου 11%) των εκπαιδευτικών διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο σπου­ δών, ενώ υψηλό είναι και το ποσοστό (περίπου 16%) αυτών που κατέ­ χουν δεύτερο πτυχίο. • Ως προς την πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας, παρατηρούμε ότι οι συμμετέχοντες σε υψηλό ποσοστό, περίπου 60 %, κατέχουν πιστο­ ποιημένα μια ξένη γλώσσα. 622 Αθηνά Σιπητάνου, Ανδρέας Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου ΟΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ • Ως προς την πιστοποίηση στη χρήση Η/Υ, παρατηρείται ότι μεγάλο ποσοστό των εκπαιδευτικών έχει πιστοποίηση στη χρήση υπολογιστή, γεγονός που οφείλεται στα αντίστοιχα επιμορφωτικά προγράμματα, τα οποία πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια. • Ως προς το επιμορφωτικό υπόβαθρο των συμμετεχόντων, προκύπτει ότι κατά το 2010-2011 κυρίαρχη επιλογή ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφω­ σης υπήρξαν τα σεμινάρια των σχολικών συμβούλων (56%), τα οποία παρακολούθησαν περισσότερο οι μεγαλύτεροι ηλικιακά μόνιμοι εκ­ παιδευτικοί, και σχεδόν καθόλου οι αναπληρωτές. Ένας, επίσης, πε­ ρίπου στους τέσσερις εκπαιδευτικούς (26%), παρακολούθησε, επι­ μορφωτικά προγράμματα των ΠΕΚ, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται ότι τα προγράμματα αυτά τα παρακολούθησαν περισσότερο οι αναπλη­ ρωτές και οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, σε αντίθεση με τους μόνιμους που δε συμμετείχαν. Εξάλλου, ένα ποσοστό περίπου 10% των εκπαι­ δευτικών, απόφοιτοι κατά κύριο λόγο του Διδασκαλείου, παρακολού­ θησε επιμορφωτικά προγράμματα σε ΑΕΙ, ενώ ένα 9,4% των εκπαι­ δευτικών παρακολούθησαν προαιρετικά σεμινάρια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Οι υπόλοιπες μέθοδοι ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης, εξ αποστάσεως επιμορφωτικά προγράμματα και συνέδρια ΔΟΕ, συ­ γκεντρώνουν ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά προτίμησης, 5,8% και 3,6% αντίστοιχα. Ωστόσο, ένα ποσοστό 26% των εκπαιδευτικών, δηλώνει ότι, κατά το 2010-11, δεν παρακολούθησε κανενός είδους πρόγραμ­ μα ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης. • Ως προς το βαθμό ικανοποίησης των εκπαιδευτικών από τη συμμε­ τοχή τους σε δραστηριότητες ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης, αυ­ τοί εκφράζονται ιδιαίτερα θετικά για τα επιμορφωτικά προγράμμα­ τα των ΑΕΙ (90,9%), καθώς και για τα εξ αποστάσεως επιμορφωτικά προγράμματα (69,3%). Οι υπόλοιπες μέθοδοι χαρακτηρίζονται μέτρια ικανοποιητικές, στο σύνολό τους, χωρίς όμως να εκδηλώνονται έντο­ να απορριπτικές τάσεις για κάποιες απ’ αυτές. Επίσης, διαπιστώνεται ότι η έλλειψη ικανοποίησης, κυμαίνεται από το 50% των ερωτηθέντων, σχετικά με την ποιότητα των επιμορφωτικών προγραμμάτων των ΠΕΚ μέχρι το 34%, σχετικά με την ποιότητα των σεμιναρίων των σχολικών συμβούλων, τα οποία τις περισσότερες φορές, δεν έχουν να προσφέ­ ρουν κάτι καινούριο στους εκπαιδευτικούς αλλά συνήθως σχεδιάζο­ νται και υλοποιούνται στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που αυτοί έχουν. Εντονότερη αμφισβήτηση, όσον αφορά την ποιότητα των επιμορφω­ τικών προγραμμάτων των ΠΕΚ, εκφράζεται από νεότερους ηλικιακά και με λιγότερα έτη υπηρεσίας εκπαιδευτικούς. 623 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μέρος Β’ • Ως προς τις θεματικές κατευθύνσεις, οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να επι­ λέξουν τέσσερα θέματα, ανάμεσα σε περισσότερα, τα οποία θα τους ενδιέφερε περισσότερο να παρακολουθήσουν και τα οποία αποτυπώ­ νονται στον παρακάτω πίνακα: Πίνακας: Επιλογή θεματικών κατευθύνσεων4 Επιλογή τεσσάρων θεματικών κατευθύνσεων ενδοϋπηρεσιακής Αριθμός επιμόρφωσης, κατά σειρά προτίμησης επιλογών Κίνητρα μαθητών για μάθηση 122 Νέες μέθοδοι και μορφές διδασκαλίας 104 Ποιότητα στην εκπαίδευση 90 Εκπαιδευτικές καινοτομίες και νέα εκπαιδευτικά προγράμματα 88 Χρήση Η/Υ και δεξιότητες πληροφορικής και τεχνολογίας 75 Ανάπτυξη εκπαιδευτικών (τεχνικές επικοινωνίας, 69 ανάπτυξη δημιουργικότητας, συναισθηματική νοημοσύνη) Συνεργατικότητα στην εκπαίδευση 55 Διαπολιτισμική εκπαίδευση 53 Ένταξη παιδιών µε ειδικές ανάγκες 53 Σχολική αποτυχία 49 Διοίκηση και οργάνωση σχολικής μονάδας 31 Συνεργασία µε τους γονείς 31 Ισότητα ευκαιριών 25 Ευρωπαϊκή διάσταση στην εκπαίδευση 22 Εθνική εκπαιδευτική πολιτική 8 • Ως προς τα προτεινόμενα θέματα τα οποία ενδιαφέρουν περισσότερο τους συμμετέχοντες, τα αποτελέσματα παρουσιάζουν πλήρη ταύτιση με τις απαντήσεις της προηγούμενης ερώτησης στις τέσσερις πρώτες επιλογές, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί έχουν θετικές στάσεις απέναντι σε αλλαγές και νέες ιδέες (Περσιάνης, 1991). Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη τους επιλογή, που αφορά τα κί­ νητρα των μαθητών για μάθηση, προσεγγίζει τους στόχους που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του προγράμματος «Εκπαίδευση και 4. Δεδομένης της δυνατότητας πολλαπλών επιλογών εκ μέρους των ερωτηθέντων, στη συγκεκριμένη ερώτηση δεν έχει νόημα το αθροιστικό σύνολο απαντήσεων καθώς και η καταγραφή των σχετικών ποσοστών. 624 Αθηνά Σιπητάνου, Ανδρέας Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου ΟΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Κατάρτιση 2010», να καταστήσει, δηλαδή, τη μάθηση πιο ελκυστική, σε μια προσπάθεια να γίνουν οι μελλοντικοί πολίτες της μέτοχοι στην κοι­ νωνία της γνώσης, με ικανοποιητικό επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων. • Ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου των προγραμμάτων ενδοϋ­ πηρεσιακής επιμόρφωσης, οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να ιεραρχήσουν τα σχετικά κριτήρια. Οι επιλογές τους δείχνουν ότι οι ανάγκες τόσο των σχολικών μονάδων όσο και των ιδίων των εκπαιδευτικών κυριαρχούν, στον ίδιο περίπου βαθμό, ενώ αντίθετα οι εθνικές ανάγκες, χωρίς να παραγκωνίζονται εντελώς, δεν αποτελούν ωστόσο ισχυρό κριτήριο. • Ως προς τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην επιμόρφωση, αυτοί κλήθηκαν να επιλέξουν τους δύο, ανάμεσα σε περισσότερους, ση­ μαντικότερους παράγοντες που την επηρεάζουν, οι οποίοι είναι κατ’ αρχάς η προσωπική ανάγκη για ανάπτυξη (168 επιλογές) και δευ­ τερευόντως η απόκτηση καλύτερων προσόντων (97). Το αποτέλε­ σμα αυτό βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τις βασικές αρχές της δια βίου μάθησης, οι οποίες τονίζουν τη συνεχή προσπάθεια του αν­ θρώπου, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, να αποκτήσει γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες και να ολοκληρώσει την προσωπικότη­ τα και τη φύση του (Καψάλης & Παπασταμάτης, 2002). Άλλωστε, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής πολιτικής για την ανάπτυξη της δια βίου μάθησης, εντάσσεται στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών αλλαγών που επιχειρούνται και απασχο­ λεί διαχρονικά τόσο το επίσημο κράτος (Βεργίδης 2003, Ξωχέλλης 2005) όσο και τους εκπαιδευτικούς φορείς (Βεργίδης 1993). Ακολου­ θούν οι ανάγκες της σχολικής μονάδας στην οποία εργάζονται (73), η ανάγκη για διαφοροποίηση της εργασίας (72) και με πολύ μεγάλη απόσταση η ευκαιρία για καλύτερη αμοιβή (10) καθώς και οι εισηγή­ σεις του Διευθυντή/τριας (5). • Ως προς τα κίνητρα για συμμετοχή σε ενδοϋπηρεσιακά επιμορφωτικά προγράμματα, παρατηρείται ότι επιλέγονται από τους εκπαιδευτικούς, κατά κύριο λόγο, η μείωση του χρόνου διδασκαλίας (66%) και ακολου­ θεί η μισθολογική αύξηση ή η παροχή επιδομάτων (65,9%). Η παροχή υποτροφιών (48,4%) και η σύνδεση της επιμόρφωσης µε το σύστημα προαγωγών (38,8%) συγκεντρώνουν σαφώς χαμηλότερους βαθμούς προτίμησης, χωρίς να παρατηρείται πλήρης απόρριψη κάποιου κινή­ τρου. Η μείωση του χρόνου διδασκαλίας προτιμάται, ως κίνητρο, κυ­ ρίως από μόνιμους εκπαιδευτικούς μεγαλύτερης ηλικίας, με πολλά χρόνια υπηρεσίας, που σπούδασαν σε Παιδαγωγικές Ακαδημίες, σε αντίθεση με τους αποφοίτους των Παιδαγωγικών Τμημάτων των ΑΕΙ. Η προσφορά υποτροφιών και η σύνδεση της επιμόρφωσης με το σύ­ 625 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στημα προαγωγών, ως κίνητρα, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον κυ­ρίως των αναπληρωτών και των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών. • Ως προς τα χαρακτηριστικά ενός επιμορφωτικού προγράμματος, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δήλωσαν ότι το θέμα αποτελεί το σπου­ δαιότερο παράγοντα (183 επιλογές) που επηρεάζει την επιλογή τους, ενώ ακολουθούν ο χώρος και ο χρόνος της επιμόρφωσης (106) κα­ θώς και ο εισηγητής-τρια του θέματος (85), με τελευταία τη διάρκεια των σεμιναρίων (49). • Ως προς τη συστηματική ενδοϋπηρεσιακή επιμόρφωση, είναι φανερή η ανάγκη γι’ αυτήν που εκφράζεται από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκ­ παιδευτικών. Άλλωστε, το ποσοστό αυτών που εκφράζονται αρνητικά δεν ξεπερνάει το 8%, με εξαίρεση την άποψη των εκπαιδευτικών που έχουν περισσότερα από 20 έτη υπηρεσίας, το οποίο φτάνει το 14%. Απαραίτητη κρίνεται, λοιπόν, η παροχή επιμορφωτικών δραστηριοτή­ των σε συστηματική βάση προς όλες τις ηλικιακές ομάδες των εκπαι­ δευτικών. Αυτό που θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει είναι η δια­ φοροποίηση του περιεχομένου των σεμιναρίων ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας των εκπαιδευτικών. Διαπιστώνεται, πάντως, ότι η άποψη για την αναγκαιότητα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών μειώνεται όσο αυ­ ξάνονται τα έτη υπηρεσίας. Είναι φανερό, ότι οι εκπαιδευτικοί συνδέ­ ουν την ανάγκη επιμόρφωσης με την επαγγελματική εμπειρία, εκτιμώ­ ντας ότι αυτή καλύπτει σημαντικό μέρος των επιμορφωτικών αναγκών, ενώ αντίθετα, αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί εκφράζουν εντονότερη ανάγκη. Τέλος, εκπαιδευτικοί οι οποίοι φοίτησαν στο Δι­ δασκαλείο κατά τα τελευταία 20 χρόνια εκτιμούν ότι οι ανάγκες επι­ μόρφωσης είναι πιο επιτακτικές. • Ως προς τους στόχους της ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης, κυριαρ­ χεί η πρακτική εφαρμογή της εκπαιδευτικής θεωρίας (93%), ενώ ακο­ λουθεί, χωρίς σημαντική διαφορά, η βελτίωση της διδακτικής ικανό­ τητας του διδάσκοντα (88%). Αντίθετα, απορριπτική είναι η στάση των εκπαιδευτικών όσον αφορά την ενίσχυση της θεωρητικής τους κατάρ­ τισης (80%). Έχει παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι στην αρχική κατάρτιση των εκπαιδευτικών στις Παιδαγωγικές Σχολές δίνεται ιδιαίτερη έμφα­ ση στις θεωρητικές γνώσεις και όχι τόσο στις δεξιότητες που παράλ­ ληλα πρέπει να αποκτήσουν. Επίσης, πολλές φορές η μεταφορά αυ­ τής της θεωρητικής γνώσης στην πράξη γίνεται ανεπιτυχώς, (Burden, 1990: 311-328) με συνέπεια την αμφισβήτηση, από πλευράς των εκπαι­ δευτικών, των θεωρητικών γνώσεων που τους παρέχονται (Carr, 2004: 13-21). Αυτές οι διαπιστώσεις, σε συνδυασμό και με τις επιλογές των εκπαιδευτικών για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθιστούν επιτα­ 626 Αθηνά Σιπητάνου, Ανδρέας Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου ΟΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ κτική την ανάγκη για σύνδεση των επιμορφωτικών προγραμμάτων με τη βελτίωση της διδακτικής πρακτικής (Mundy & Hustchinson, 1998: 75-82). Εξάλλου, αν το επιμορφωτικό πρόγραμμα παρέχει θεωρητική κατάρτιση και δίνει παράλληλα δυνατότητες για την εφαρμογή γνώ­ σεων και δεξιοτήτων σε πρακτικό επίπεδο τότε οι προοπτικές για την αποτελεσματικότητά του είναι πιο αισιόδοξες. • Ως προς τις μορφές ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης, οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να δηλώσουν τέσσερις προτιμήσεις, μέσα από ένα κατά­ λογο δεκατριών προτεινόμενων μορφών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι δημοφιλέστερες μορφές είναι: τα εργαστήρια (114 επιλογές), η ανταλλαγή εμπειριών (113), η εμπλοκή σε σχολικά προγράμμα­ τα (100), οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και η στήριξη στο διδακτικό έργο (100), και οι σειρές μαθημάτων μικρής διάρκειας (96). Οι εκπαι­ δευτικοί σχετικά έχουν εκφράσει επανειλημμένα την ανάγκη να απο­ κομίζουν πρακτικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της επιμόρφωσης, μέσα από την επαφή με τους εκπαιδευτικούς χώρους, τα παιδιά, τη διδασκαλία, την παρατήρηση και τη συμμετοχή τους σε ποικίλες εκ­ παιδευτικές διαδικασίες (McIntyre, Byrd & Foxx, 1996: 171-193). Οι φορείς, λοιπόν, οι οποίοι αναλαμβάνουν την οργάνωση των επιμορ­ φωτικών προγραμμάτων χρειάζεται να παρέχουν ένα πολυδιάστα­ το σχήμα συνεχιζόμενης επαγγελματικής ανάπτυξης, το οποίο θα περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές και τρόπους μάθησης, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις ατομικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και της κάθε σχολικής μονάδας. • Ως προς τη μορφή επιμόρφωσης που θεωρείται πιο σημαντική απ’ τους συμμετέχοντες εκπαιδευτικούς, τη μεγαλύτερη προτίμηση τη συ­ γκεντρώνουν τα εργαστήρια (20,6%), ακολουθούν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες (16,1%) και η ανταλλαγή εμπειριών (12,6%), ενώ όλες οι υπόλοιπες μορφές συγκεντρώνουν χαμηλές προτιμήσεις (9% - 1,3%). • Ως προς το χώρο επιμόρφωσης, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί (114 επιλογές) δήλωσαν ότι η σχολική μονάδα είναι ο προτιμώμενος. Επί­ σης, σημαντικά ποσοστά συγκέντρωσαν τα κέντρα ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης (84), ενώ σημαντικός αριθμός εκπαιδευτικών (70) δήλω­ σε ότι δεν έχει σημασία ο χώρος παροχής επιμόρφωσης. Το αποτέλε­ σμα αυτό καταδεικνύει την επιθυμία των εκπαιδευτικών να μετατραπεί η σχολική μονάδα σε κέντρο παροχής επιμορφωτικών προγραμμάτων, γεγονός που θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν ο σχετικός προγραμματι­ σμός λειτουργούσε αποκεντρωτικά, είτε σε επίπεδο σχολικής μονάδας είτε σε επίπεδο τοπικών διευθύνσεων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες θα κατέγραφαν τις επιμορφωτικές ανάγκες των σχολικών μο­ 627 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νάδων και θα υλοποιούσαν ανάλογες επιμορφωτικές δράσεις. Η εν­ δοσχολική επιμόρφωση, εξάλλου, δίνει τις προοπτικές για βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ενισχύει το ρόλο του εκπαιδευτικού, ενώ παράλληλα φέρνει κοντά τους ευρύτερους εθνικούς στόχους με τις τοπικές ανάγκες. Η καινοτομική αυτή μορφή επιμόρφωσης απο­ βλέπει επίσης στην ανάπτυξη της σχολικής μονάδας και ενισχύει την αυτονομία της (Ξωχέλλης & Παπαναούμ, 2000). • Ως προς το χρόνο της επιμόρφωσης, ο μεγαλύτερος αριθμός των εκπαιδευτικών επιθυμεί η επιμορφωτική δραστηριότητα να πραγμα­ τοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες του χρόνου, είτε το πρωί (121 επιλογές) είτε το απόγευμα (99), ενώ ένα σημαντικό τμήμα (49) πρό­ τεινε οι δραστηριότητες να γίνονται τα Σαββατοκύριακα. Οι μισοί, δη­ λαδή, δηλώνουν ότι επιθυμούν η επιμορφωτική δραστηριότητα μπο­ ρεί να γίνεται κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, είτε το απόγευμα είτε τα σαββατοκύριακα. • Ως προς την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων επιμόρφωσης, η βελτίωση της πρακτικής στην τάξη (118 επιλογές), η απόκτηση νέων δεξιοτήτων (110) και η βελτίωση των γνώσεων των εκπαιδευτικών (84) θεωρούνται τα σημαντικότερα αποτελέσματα της επιμορφωτικής δρα­ στηριότητας. Παρόμοιο, εξάλλου, συμπέρασμα προέκυψε και από προηγούμενο ερώτημα για τους λόγους συμμετοχής σε επιμορφω­ τικά προγράμματα. Τα δεδομένα αυτά τονίζουν τη σημασία που έχει για τους εκπαιδευτικούς η διάσταση της προσωπικής ανάπτυξης και η σύνδεσή της με την επαγγελματική ανάπτυξη και τη βελτίωση της πρακτικής τους στην τάξη. Οι εκπαιδευτικοί, λοιπόν, μέσα από τη συμ­ μετοχή τους σε επιμορφωτικές δράσεις, επιθυμούν κυρίως να αποκο­ μίσουν πρακτικά οφέλη, τα οποία και θα τους βοηθήσουν να ανταπο­ κριθούν καλύτερα στις απαιτήσεις της δουλειάς τους. Μέρος Γ’ • Ως προς τη διασφάλιση ποιότητας ενός επιμορφωτικού προγράμμα­ τος, προκύπτει ότι όλα τα σχετικά μοντέλα είναι, στον ίδιο περίπου βαθμό, αποδεκτά από τους εκπαιδευτικούς, χωρίς να διακρίνεται κά­ ποια ιδιαίτερη προτίμηση. Διαπιστώνεται επίσης ότι τόσο η πιστοποί­ ηση της ποιότητας των προγραμμάτων επιμόρφωσης από εξωτερικό φορέα (62,8%) όσο και η αξιολόγηση των συμμετεχόντων στα προ­ γράμματα επιμόρφωσης (62,1%) προτιμώνται κυρίως απ’ αυτούς που κατέχουν θέση ευθύνης, διαθέτουν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και 628 Αθηνά Σιπητάνου, Ανδρέας Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου ΟΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ από αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς, σε αντίθεση με όσους μόνιμους, δε διαθέτουν τα παραπάνω προσόντα. Αξιοσημείω­ τη, επομένως, θεωρείται η διαπίστωση ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των εκπαιδευτικών τάσσεται υπέρ της καθιέρωσης μηχανισμών πιστοποί­ ησης της ποιότητας των προγραμμάτων επιμόρφωσης, τόσο με εξω­ τερική όσο και με εσωτερική αξιολόγηση, αποδεικνύοντας ότι η ίδια η ποιότητα μπορεί να αποτελεί το πιο σημαντικό κίνητρο συμμετοχής των εκπαιδευτικών στην επιμόρφωση (Παντελιάδου & Πατσιοδήμου, 2000). • Ως προς τους φορείς οργάνωσης ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης, από τα δεδομένα της έρευνας δεν προκύπτουν σαφείς επιλογές συγκεκρι­ μένου φορέα, είτε πρόκειται για το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (87%), το ΠΤΔΕ (87%) και τους σχολικούς συμβούλους (78,5%) ως φορείς επι­ μόρφωσης, σε σχέση με τα ΠΕΚ (74%) και τη σχολική μονάδα (74,5%). Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των εκπαιδευτικών μέσα από την έρευ­ νά μας, διαπιστώνουμε ότι επιθυμούν τη συνέχιση της παροχής επιμόρ­ φωσης από τους υφιστάμενους φορείς αλλά ταυτόχρονα δηλώνουν την επιθυμία τους για εμπλοκή μιας ποικιλίας παρόχων. Αν συνδυαστεί αυτή η άποψη με την επιθυμία για πραγματοποίηση της επιμόρφωσης μέσα στο σχολείο, συμπεραίνουμε ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς θα έπρεπε να δημιουργούν συμπράξεις με σχολικές μονάδες ή με τοπικές διευθύν­ σεις, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερη σύνδεση των προγραμμάτων επαγ­ γελματικής ανάπτυξης με τις καθημερινές εργασιακές ανάγκες των εκ­ παιδευτικών και των σχολικών μονάδων. • Ως προς το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας της επιμόρφωσης, γίνε­ ται φανερό ότι η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών (90%) επιλέγει την εθελοντική επιμόρφωση. • Ως προς την υποχρεωτική επιμόρφωση, οι απόψεις των εκπαιδευτι­ κών διχάζονται (θετικές στάσεις 43% και αρνητικές 49%). Θετικότερα για την υποχρεωτική επιμόρφωση εκφράζονται εκπαιδευτικοί οι οποί­ οι διαθέτουν δεύτερο πτυχίο ή πιστοποίηση στη χρήση Νέων Τεχνο­ λογιών καθώς και οι άνδρες εκπαιδευτικοί, σε σχέση με τις γυναίκες συναδέλφους τους. Επιλογικά Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι θεσμός στρατηγικής σημασίας τόσο για τη συνεχή επαγγελματική εξέλιξή τους όσο και για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος, δεδομένου ότι δίνει τη δυνατότητα στον εκπαιδευτικό να εμπλουτίσει και να εκσυγχρονίσει τις γνώ­ 629 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σεις του, αλλά και να βελτιώσει τις πρακτικές του με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στις νέες διδακτικές και παιδαγωγικές προκλήσεις, με κύριο σκοπό την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Γενικά, πάντως, η επιμόρφωση από την οπτική της εκπαιδευτικής πολιτι­ κής, μπορεί να αποβλέπει στη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συ­ στήματος, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του, στην ικανοποίηση των αναγκών των εκπαιδευομένων, στη βελτίωση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εκ­ παιδευτικού κόσμου και του συνόλου της κοινωνίας, στη διάχυση των ερευ­ νητικών αποτελεσμάτων και στη σύνδεσή τους με την εκπαιδευτική πράξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι επιδιωκόμενοι αυτοί στόχοι αλληλοκαλύ­ πτονται και συνιστούν τους λόγους προσφοράς επιμόρφωσης. Τα ευρήματα της έρευνάς μας, η οποία διερευνά ένα σημαντικό τομέα της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, αυτόν της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, μπορούν να αξιοποιηθούν για τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο σχεδι­ ασμό και την αξιολόγηση των επιμορφωτικών προγραμμάτων, γεγονός που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, στο πλαίσιο των προσπαθειών που γίνονται για μια ευρύτερη μεταρρύθμιση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Μελλο­ ντικές έρευνες, επίσης, θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα στοιχεία της εν λόγω μελέτης και να διερευνήσουν περαιτέρω το συγκεκριμένο ζήτημα, χρη­ σιμοποιώντας εναλλακτικές προσεγγίσεις και διάφορα ερευνητικά εργαλεία. Βιβλιογραφία Βεργίδης, Δημήτριος (1993). «Νεοφιλελεύθερη Εκπαιδευτική Πολιτική και Επι­ μόρφωση των Εκπαιδευτικών». Στο: Σύγχρονη Εκπαίδευση, τεύχ. 69, 43-49 και τεύχ. 70, 67-73. Βεργίδης, Δημήτριος (2003). Εκπαίδευση ενηλίκων: συμβολή στην εξειδίκευση στε- λεχών και εκπαιδευτών. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2000). Έκθεση για την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευ­ σης: δεκαέξι δείκτες ποιότητας-έκθεση με βάση τις εργασίες της ομάδας ερ­ γασίας «Δείκτες ποιότητας». Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Ευρωπαικό Συμβούλιο (2009). Σύσταση για τη δη­ μιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου αναφοράς για τη διασφάλιση της ποιότητας στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Κατσαφούρος, Κωνσταντίνος (2009). Οι επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτι- κών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης: Μια εμπειρική διερεύνηση στα σχολεία του Νομού Πιερίας, βασισμένη στις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών. Θεσσαλο­ νίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτι­ κής, Μεταπτυχιακή εργασία. 630 Αθηνά Σιπητάνου, Ανδρέας Σαλπιγγίδης, Μαρία Πλατσίδου ΟΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Καψάλης, Αχιλλέας & Παπασταμάτης, Αδαμάντιος (2000). Εκπαίδευση Ενηλίκων Β΄. Διδακτική Ενηλίκων. Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ξωχέλλης, Παναγιώτης & Παπαναούμ-Τζίκα Ζωή (2000). Η Ενδοσχολική Επιμόρ- φωση των εκπαιδευτικών Ελληνικές εμπειρίες 1997-2000 Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Ξωχέλλης, Παναγιώτης (2005). Ο εκπαιδευτικός στο σύγχρονο κόσμο. Αθήνα: Τυ­ πωθήτω Γ. Δαρδανός. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου (2005). Διάγνωση επιμορφωτικών αναγκών των εκπαιδευτικών. Κύπρος. Παρασκευόπουλος Ιωάννης (1974). Στατιστική εφαρμοσμένη εις τας επιστήμας της συμπεριφοράς. Ιωάννινα. Παντελιάδου, Σουζάνα & Πατσιοδήμου, Αντωνία (2000). Στάσεις και απόψεις των εκπαιδευτικών για την Επιμόρφωση στην Ειδική Αγωγή. Θεσσαλονίκη: ΥΠΕΠΘ. Περσιάνης, Παναγιώτης (1991). Μελέτες και δοκίμια για την εκπαίδευση της Κύ- πρου. Λευκωσία: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου. Σαλπιγγίδης, Ανδρέας (2011). Οι επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Μια εμπειρική διερεύνηση στα σχολεία της περι- φέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, βασισμένη στις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών. Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Εκπαιδευτι­ κής και Κοινωνικής Πολιτικής, Μεταπτυχιακή εργασία. Ταρατόρη-Τσαλκατίδου, Ελένη (2000). Η επιμόρφωση από τη σκοπιά των εκπαι- δευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης - Θεωρητική και εμπειρική προσέγ- γιση. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη. Burden, P.R. (1990). “Teacher Development”. In: W.R. Houston (ed). Handbook of Research at Teacher Education. p. 311-328. New York: Mac Millan. Carr, W (2004). “Teacher Education in the 21st century”. In: Basic Training for Teachers of Primary and Secondary Education in Cyprus and in Europe, p. 13- 21. Nicosia: Ekpaideftikos Omilos Kyprou. Eurydice (2003). Key topics in education in Europe. Brussels: European Commission Directorate – General for Education and Culture. Vol.3. De Landsheere G. (1982). Introduction a la Recherche en Education. Paris: Arman Colin-Bourrelier. McIntyre, D.J., Byrd, D.M., & Foxx, S.M. (1996). Field and laboratory experiences. In: J. Sikula (Ed.), Handbook of research on teacher education, p. 171-193. Mac Millan. Mundy, H. & Hutchinson, N. (1998). Using Experience to Prepare Teachers for Inclusive Classrooms: Teacher Education and the Epistemology of Practice. Teacher Education and special Education, 21, p. 75-82. 631 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Abstract The study, carried out to ascertain the training needs of primary school teachers, found teachers expressed that they generally have a moderate level of satisfaction with the content, methods, providers and effectiveness of the training programmes they attended. Nonetheless, the findings of the present study indicate that there is a need for systematic in-service training for all teachers, on interesting thematic units, such as students motivation and learning, new methods and forms of teaching, and educational innovations. In addition, the main aims are the enhancement of teaching ability, as well as the practical implementation of educational theory with a particular emphasis on quality assurance and certification of teacher training programmes. Πλατσίδου Μαρία Αναπληρώτρια καθηγήτρια

[email protected]

Σιπητάνου Α. Αθηνά Επίκουρη καθηγήτρια e-mail:

[email protected]

Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Εγνατία 156, 54006, Θεσσαλονίκη Σαλπιγγίδης Ε. Ανδρέας, ΜΑ, Εκπαιδευτικός

[email protected]

632 Καλλιόπη Βρυνιώτη ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ Απόψεις εκπαιδευτικών προσχολικής εκπαίδευσης αναφορικά με τη μάθηση των παιδιών στο νηπιαγωγείο Καλλιόπη Βρυνιώτη Εισαγωγή Η μάθηση των παιδιών στην προσχολική εκπαίδευση -και ειδικότερα στο νη­ πιαγωγείο- δεν απασχολεί μόνο τους εκπαιδευτικούς της προσχολικής ως πρακτικό ερώτημα, αλλά ως θεωρητικό ερώτημα και τους ερευνητές σε διά­ φο­ρα ερευνητικά πεδία, όπως στο πεδίο του αναλυτικού προγράμ­ματος, της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών και επίσης στο πεδίο της κοινωνικής και εκπαι­δευτικής πολιτικής για την πρώτη παιδική ηλικία. Ιδιαίτερη ώθηση στην προσέγγιση αυτού του ερωτήματος έδωσε η απόφαση των κρατών μελών του ΟΟΣΑ (1996) για την διεξαγωγή της συγκριτικής έρευνας Sta­rting strong (ΟECD 2001) και Starting strong ΙΙ (OECD 2006), η οποία βα­σί­στηκε στην πα­ ραδοχή ότι η προσχολική εκπαί­δευση αποτελεί το θεμέλιο της δια βίου μάθη­ σης (OECD, 2006:3). Ο καθο­ρι­στικός ρόλος των εκπαι­δευτικών της προσχο­ λικής εκπαίδευσης στη διαμόρ­φωση θετικής στάσης των παιδιών της πρώτης παιδικής ηλικίας προς τη δια βίου μάθηση επιση­μαί­νεται σε πολλές μελέτες της τελευταίας δεκαετίας (OECD 2006, Fthenakis 2003). Στο πλαίσιο αυτού του αυξημένου ενδιαφέροντος για την προσχο­λική εκ­ παίδευση εντάσσεται η παρούσα έρευνα, η οποία αποτελεί μέρος μιας ευρύ­ τερης συγκριτικής έρευνας στην οποία συμμετέχουν ερευνητές και ερευνή­ τριες από επτά χώρες (Αυστραλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Εσθο­νία, ΗΠΑ και Σουηδία). Η έρευνα σχε­διά­­στη­κε από μια ομάδα Δανών και Σουηδών ερευ­ νητών-με συντονιστή τον Stig Broström- με στόχο την διερεύ­νηση των απόψε- ων των εκπαιδευτικών προ­­σχολικής εκπαίδευσης αναφορικά με την μάθηση των παιδιών στο νηπια­γωγείο. Στην Ελλάδα η έρευνα διεξή­χθη από την συγ­ γραφέα της παρούσας εργασίας η οποία, περιορίζεται στην παρουσία­ση των απόψεων των Ελληνίδων και Ελλήνων εκπαιδευτικών1. 1. Η παρουσίαση των απόψεων των εκπαιδευτικών όλων των συμμετεχουσών στην έρευνα χωρών έγινε στο 21o συνέδριο της European Early Childhood Ed­ ucation Research Association, Γενεύη 14-17/9/ 2011 και ετοιμάζεται η σχετική δημοσίευση. 633 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Θεωρητικό πλαίσιο Σύμφωνα με τον Dewey (1960) η εμπειρία δομείται και η μάθηση συντε­λείται μέσα από την αλληλεπίδραση του παιδιού με το ανθρωπογενές και το φυσικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια οι εμπειρίες είναι αποτελέσματα δρά­σεων και αλ­ ληλεπιδράσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται με βάση προη­γού­­μενες εμπει­ ρίες και οι οποίες με τη σειρά τους είναι αποτέλεσμα άλ­λων δρά­σεων κοκ., σε μια διαδικασία την οποία ο Dewey (1960) αποκα­λεί «συνέχεια της εμπειρίας». Αντιστοίχως ο Leontiev (1978) δίνει έμφαση στη δράση του ίδιου του μαθητή, στην συμμετοχή και στην αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους. Μέσα από αυτή την διαδικασία τα παιδιά εξοικειώ­νονται με το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, και με αυτό τον τρό­πο μαθαίνουν. O Vygotsky (2000) τονίζει ότι ο μετασχημα­τισμός των εν­νοιών από το εξωτερικό στο εσωτερι­ κό επίπεδο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με κοινωνική αλληλεπίδραση, σε σχέ­ ση με άλλους ανθ­ρώ­πους. Εφό­σον η ανθρώπινη σκέψη παράγεται μέσα από την κοινω­νική αλληλεπί­δραση σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα, ο εκπαιδευτι­ κός οφείλει να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην αλληλεπίδραση μεταξύ εκπαιδευ­ τικού και παιδιού και διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτή η κοινωνική αλλη­ λεπίδρα­ση συντελεί­ται μέσα σε καταστάσεις τις οποίες τα παιδιά μπορούν να νοηματοδοτούν και στις οποίες να είναι δυνατή η ατομική ανάπτυ­ξη. Επίσης η Rogoff (1990, 1993) υποστηρίζει ότι μια μορφή σημαν­τικής αλλη­λεπί­δρασης είναι η «καθοδηγούμενη συμμετοχή», η οποία οδηγεί στην μάθηση και στην ανάπτυξη των παιδιών. Στην καθοδηγούμενη συμμε­τοχή ο ενήλικας και τα παι­ διά μοιράζονται μια δραστηριότητα και έχουν ένα κοινό ρόλο (Rogoff 1993). Ο ενήλικας έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι κάθε παιδί συμμε­τέχει στις κοινές δραστηριότητες και ότι για το καθένα υπάρχουν κατάλ­ληλες μαθησιακές προ­ κλήσεις. Ωστόσο χρειά­ζεται ιδιαίτε­ρη προσοχή με το μέτρο των ευθυνών που ο ενήλικας αναλαμβάνει γιατί στην περίπτωση ανά­λη­ψης πολλών ευθυνών εκ μέρους του μπορεί να παραγκω­νιστούν οι πρω­το­βουλίες, τα κίνητρα και τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Επιγραμμα­τικά, σύμφωνα με τη θέση της Rogoff, ο ενήλικας καθο­δηγεί το παιδί με πυξίδα την οπτική του ίδιου παιδιού. Κατά συνέπεια στόχο της εκπαιδευτικής διαδικασίας πρέπει να αποτελεί η παγίω­ ση μιας αλληλε­πί­δρασης η οποία θα βασίζεται στην αλληλο­συμπλή­ρωση, με άλλα λόγια, στόχο αποτελεί η δια­μόρ­φωση μιας σχέσης η οποία θα χαρακτη­ ρίζεται από διάλογο και διυπο­κειμενικότητα (intersubjectivity) (Wertsch, 1985). Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση ο εκπαιδευτικός προετοιμάζει ένα δια­δρα­ στικό μαθησιακό περι­βάλλον, το οποίο επιτρέπει στα παιδιά να με­ταβούν στην «ζώνη επικείμενης ανάπτυξης» (Vygotsky 2000). Από την επιγραμματική συζήτηση των παιδαγωγικών προσεγγίσεων που προηγήθηκε γίνεται σαφές ότι μεταξύ αυτών υπάρχουν διαφορές ως προς 634 Καλλιόπη Βρυνιώτη ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ τον προσδιορισμό των βασικών παραγόντων της εκπαιδευ­τικής διαδι­κα­σίας και κυρίως ως προς την έμφαση που δίνεται σε αυτούς. Για παρά­δειγμα τέ­ τοιες διαφορές υπάρχουν αναφορικά με το ρόλο του εκπαι­δευ­τικού, το ρόλο του παιχνιδιού, το ρόλο της κάθετης και οριζόντιας αλλη­λε­πί­δρασης (Hartup 2001) κτλ. Δεδο­μένου ότι οι διαφορετικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις αποτυ­πώνονται στα προγράμματα σπουδών των εκπαιδευτικών, η παρούσα εργα­σία διατυ­ πώ­νει την υπόθεση ότι το πρόγραμμα σπουδών2 ασκεί επίδρα­ση στις επιλο­ γές/απόψεις των συμμετεχόντων. Αυτή την υπόθεση υπη­ρε­τεί ο χωρισμός των συμμετεχόντων σε δυο ομάδες, α) απόφοιτοι των σχο­λών νη­πια­­­γωγών και β) απόφοιτοι των πανεπιστημιακών παιδαγω­γικών τμημάτων. Μεθοδολογία Η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών αναφορικά με την μάθηση των παιδιών στο νηπιαγωγείο έγινε με ερωτηματολόγιο, το οποίο κατα­σκευά­ στηκε από την ομάδα των Δανών και Σουηδών ερευνητών. Η συμπ­λή­ρωση του ερωτηματολογίου έγινε το 2010 από Δανούς και Σουηδούς εκπαι­δευτικούς προσχολικής εκπαίδευσης και το 2011 από όλους τους άλλους των υπόλοι­ πων πέντε χωρών. Το ερωτηματολόγιο αποτελείται από τέσσερις κλειστές ερωτήσεις: τι είναι μάθηση; πώς μαθαίνουν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο; πώς αντιλαμβάνεσαι την σπουδαιότητα της συμμετοχής για τη μάθηση των παιδιών στο νηπια­γωγείο; ποιες είναι οι καλύτερες προϋποθέσεις για τη μάθηση των παιδιών στο νηπια- γωγείο; Στην κάθε ερώτηση δόθηκαν από 7 μέχρι 10 δηλώσεις (statements), οι οποίες εκφράζουν εκπαιδευ­τι­­κούς στόχους και παιδαγωγι­κές αρχές που σκι­ αγραφήθηκαν παραπάνω. Οι συμμε­τέχοντες κλήθηκαν να επιλέξουν σε κάθε ερώτηση τέσσερις από αυτές τις δηλώσεις κατά σειρά σπουδαιότητας, βάζο­ ντας αριθμούς από 1 έως 4 στην κάθε μια (1=η πιο ση­μα­ντι­κή, 2=η λιγότερο σημαντική, κοκ.). Στην Ελλάδα η διακίνηση του ερωτηματολογίου, η συμπλή­ ρωση και η επιστροφή του έγινε διαδικτυακά. Το ερωτηματολόγιο αναρτήθη­ κε σε μια ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση κοινοποιήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας Δια βίου Μάθησης και Θρη­σκευ­μάτων σε όλα τα νηπιαγωγεία της χώ­ ρας. Έτσι διασφαλίστηκε η ανω­νυ­μία και δόθηκε η δυνατότητα πρόσβασης στο 2. Εκτός του προγράμματος σπουδών, επίδραση στις επιλογές/απόψεις των εκπαιδευτικών αναμένεται να ασκεί και το αναλυτικό πρόγραμμα που αυτοί καλούνται να εφαρμόσουν (Sofou & Tsafos 2010), αλλά ο έλεγχος αυτής της υπόθεσης είναι πέραν του πλαισίου της παρούσας εργασίας. 635 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ερω­τη­ματολόγιο σε όλο τον πληθυσμό των εκπαιδευτικών της προσχολικής που υπηρετούσε στα δημό­σια και ιδιωτικά νηπιαγωγεία την περίοδο της συλλογής των δεδο­μένων της έρευνας, από 24 Ιανουαρίου μέχρι 20 Φεβ­ρουα­ρίου 2011. Επιπλέον η ερευ­νήτρια ενημέρωσε όλες τις συμβούλους προσχολικής εκπαί­ δευσης για την εν λόγω έρευνα και ιδιαί­τερα για τον τρόπο συμπλή­ρωσης και επιστρο­φής του ερωτηματολο­γίου, με την παρά­κληση να ενημερώσουν και να διευκο­λύνουν τους νηπιαγωγούς της περιφέ­ρειάς τους για αυτό το θέμα. Επέστρεψαν συνολικά, από όλες τις εκπαιδευτικές περιφέρειες της χώρας, 810 ερωτηματολόγια από τα οποία 760 ήταν αξιοποιήσιμα, ποσοστό περίπου 6% του συνολικού πληθυσμού (13.294)3 των υπηρετούντων νηπια­γωγών. Αυτό το δείγμα δεν εγείρει αξιώσεις αντιπροσωπευτικότητας με την αυστηρή στα­ τιστική έννοια του όρου. Ωστόσο επιτεύχθηκε μια ευρεία δια­σπο­ρά των δη­ μογραφικών γνωρισμάτων, όπως παρουσιάζεται στη συνέχεια. Ανάλυση δεδομένων Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με το SPSS 17.0. Το προφίλ των συμμετεχόντων Η πλειονότητα των συμμετεχόντων (57,7) είναι απόφοιτοι πανεπιστη­μιακών παιδαγωγικών τμημάτων, ενώ το (42,3) είναι απόφοιτοι των σχολών νηπια­ γωγών. Αναλυτικότερα ένα ελάχιστο ποσοστό (2,4) αποφοίτησε την πενταε­­ τία 1974–1979, και το υπόλοιπο κατά δεκαετίες έχει ως εξής: το (39,9) την δεκαετία 1980-89, το (30,4), 1990-99 και το (27,3) την δεκαε­τία 2000-2010. Αναφορικά με την εργασιακή εμπειρία -έτη υπηρεσίας- το μεγαλύ­τερο πο­ σοστό των συμμετεχόντων (39,9) έχει εργασιακή εμπειρία από 1-9 έτη, ακολου­ θούν τα εξής ποσοστά (31,9) από 10-19, (24,3) από 20-29, ενώ ένα πολύ μικρό ποσοστό (3,9) έχει εργασιακή εμπειρία από 30-35έτη. Επίσης το μεγαλύτερο ποσοστό των συμμετεχόντων (47,6) είναι ηλικίας 40-49 ετών και ακολουθούν οι ηλικίες 30-39 (28,6), 22-29 (14,7) και 50-57(8,9). Επιπλέον αντιπροσωπεύονται όλα τα γεωγραφικά διαμερί­σματα της χώρας, στο σύνολο των 760 ερωτηματο­λογίων η κατανομή είναι η εξής: Μακεδονία 30,2, Αττική 23,0, λοιπή Στερεά Ελλάδα 18,0, Πελοπόν­νησος 8,5, Κρήτη 5,2, Θεσσαλία 5,0, Νησιά Αιγαίου 4,5, Ήπειρος 3,9, Θράκη 1,2. 3. ΥΠ.Π.ΔΒ.Μ.Θ.: Τμήμα Γ΄ Επιχειρησιακών Ερευνών και Στατιστικής (2008- 2009) 636 Καλλιόπη Βρυνιώτη ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ Αποτελέσματα Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται συνοπτικά σε τέσσερις πίνακες και επι­ση­ μαίνεται ότι μολονότι τα δεδομένα είναι τακτικού επιπέδου υπολογί­στηκε ο μέσος όρος για κάθε δήλωση για να διευκολυνθεί η αναγνώριση της σει­ράς σπουδαιότητας των δηλώσεων. Δεδομένου ότι ο κωδικός «1» αναφέ­ρεται στη σπουδαιότερη επιλογή, όσο χαμηλότερη είναι η τιμή του μέσου όρου, τόσο μεγαλύτερη είναι η σπουδαιότητα της αντίστοιχης δήλωσης. Τι είναι μάθηση; Πιν. 1: Κατανομή των απαντήσεων στις δηλώσεις κατά σειρά ιεράρχησής τους από τους συμμετέχοντες 1η 2η 3η 4η Δηλώσεις Μ.Ο Επιλογή Επιλογή Επιλογή Επιλογή 1.Καταστάσεις που συμβάλλουν στην 40,5 29,3 18,8 11,3 2,0097 κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών 2.Καταστάσεις οι οποίες δημιουργούνται 38,8 26,6 17,9 16,7 2,1255 με πρωτοβουλία των ίδιων των παιδιών 3.Η ώρα ‘του κύκλου’ / ‘της παρεούλας’ 19,0 24,5 28,7 27,8 2,6544 4.Συγκρούσεις στην καθημερινή ζωή, τις οποίες τα παιδιά προσπαθούν να λύσουν 15,2 29,8 27,8 27,3 2,6722 μόνα τους 5.Δημιουργικές δραστηριότητες, π.χ. 23,7 15,7 26,8 33,8 2,7062 ζωγραφική και μουσική 6.Στόχο-κεντρικές δραστηριότητες γραφής 13,5 26,9 26,4 33,2 2,7933 και ανάγνωσης 7.Το ελεύθερο παιχνίδι 11,4 23,8 34,4 30,4 2,8386 8.Το παιχνίδι στο οποίο συμμετέχουν 11,8 22,3 29,1 36,8 2,9091 παιδιά και ενήλικες 1=η πιο σημαντική, 2=η λιγότερο σημαντική, κοκ Στον Πιν. 1 παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τον μέσο όρο των επιλογών της κάθε απάντησης, οι δυο πρώτες δηλώσεις, οι οποίες επιλέγονται ως οι πιο χαρακτηριστικές καταστάσεις μάθησης από την πλειονότητα των συμμε­ τεχόντων, εκφράζουν απόψεις οι οποίες δίνουν έμφαση στην κοινωνική ανά- πτυξη (2,0097) και στην πρωτοβουλία των ίδιων των παιδιών (2,1255). Η αμέ­ σως επόμενη σε μέγεθος ομάδα επιλέγει την τρίτη (2,6544) και την τέταρτη (2,6722) δήλωση ταυτίζοντας τη μάθηση με την ανάπτυξη κοινω­νικών δεξιοτή- των. Μια μικρή ομάδα θεωρεί τις δημιουργικές δραστηριό­τητες (2,7062) ως 637 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χαρακτηριστική περίπτωση μάθησης και μια ακόμη πιο μικρή θεωρεί το παι­ χνίδι (2,8386) (2,9091) όπως και τις στοχοκεντρικές δραστηριότητες γραφής και ανάγνωσης. Από τη διασταύρωση των δη­λώσεων /επιλογών με το έτος αποφοίτησης των συμμετεχόντων προκύπτει ότι αυτές επελέγησαν στο ίδιο ποσοστό περίπου από τους απο­φοίτους της πανεπιστημιακής όσο και από τους μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Φαί­νε­ται ότι το έτος αποφοίτησης δεν ασκεί επίδραση στις επιλογές των υποκειμένων. Πώς μαθαίνουν τα παιδιά; Πίν.2: Κατανομή των απαντήσεων στις δηλώσεις κατά σειρά ιεράρχησής τους από τους συμμετέχοντες 1η 2η 3η 4η Δηλώσεις Μ.Ο επιλογή επιλογή επιλογή επιλογή 1.Συμμετέχοντας στις δραστηριότητες της 40,0 27,7 19,4 12,9 2,0517 καθημερινής ζωής του νηπιαγωγείου 2.Βλέποντας τι κάνουν και τι λένε οι 34,3 30,7 12,4 22,6 2,2336 ενήλικες 3.Όταν oι ενήλικες δημιουργούν μαθησιακές 32,8 26,4 20,9 20,0 2,2810 προκλήσεις για τα παιδιά 4.Παίρνοντας μόνα τους πρωτοβουλία για 24,3 32,7 28,5 14,4 2,3308 δραστηριότητες 5.Βλέποντας τι κάνουν και τι λένε τα άλλα 32,0 16,6 21,3 30,2 2,4970 Παιδιά 6. Παίζοντας με άλλα παιδιά 8,9 22,3 36,8 31,9 2,9174 7.Όταν αφήνονται μόνα τους στην ησυχία 0 33,3 33,3 33,3 3,0000 Τους 8.Όταν οι ενήλικες εξηγούν και δείχνουν 8,4 20,3 27,3 44,1 3,0699 9.Όταν απορροφούνται από κάτι που κάνουν 14,3 11,0 27,5 47,3 3,0769 10.Συμμετέχοντας σε δραστηριότητες μαζί 7,1 15,9 26,0 51,0 3,2095 με τους ενήλικες 1=η πιο σημαντική, 2=η λιγότερο σημαντική, κοκ Στον Πιν. 2 παρατηρούμε ότι για την μεγαλύτερη ομάδα των ερωτώμενων τα παιδιά μαθαίνουν πρώτα απ’ όλα συμμετέχοντας στις καθημερινές δρα­στη­ ριότητες του νηπιαγωγείου (2,0517) και για τη μικρότερη τα παιδιά μα­θαίνουν συμμετέχοντας σε δραστηριότητες μαζί με τους ενήλικες (3,2095). Και ενώ οι ενήλικες ως συμμετέχοντες και ως συμπαίκτες βρίσκονται στην τελευταία θέση, φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι τα παιδιά μαθαίνουν βλέ­ποντας τι κάνουν και τι λένε οι ενήλικες (2,2336). Αποτελεί δηλαδή ο ενήλικας ένα ‘πρό­ 638 Καλλιόπη Βρυνιώτη ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ τυπο μίμησης’ το οποίο προετοιμάζει ένα περιβάλλον μαθη­σιακών προκλήσε­ ων(2,2810) αλλά ο ίδιος ‘δείχνει και εξηγεί’ ελά­χιστα (3,0699). Μέσα σε αυτό το περιβάλλον τα παιδιά μαθαίνουν πρώτα απ΄όλα όταν παίρνουν πρωτοβου­ λία (2,3308) και μετά όταν αλληλεπιδρούν με άλλα παιδιά, είτε παρατηρώντας τα (2,4970) είτε παίζοντας με αυτά (2,9174). Από την διασταύρωση των δηλώ­ σεων με το έτος αποφοίτησης προκύπτει ότι η άποψη μαθαίνω βλέποντας και ακούο­ντας τους ενήλικες εκφράζεται περισσότερο από τους αποφοίτους της μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (46,6%) και λιγότερο από τους της πανε­ πι­στημιακής (24,7%). Αυτή η διαφοροποίηση είναι πιθανόν να οφεί­λεται και στις διαφορετικές θεωρίες μάθησης που επικρατούσαν στα προγράμ­ματα σπουδών των δυο περιόδων, πριν και μετά την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ποιες είναι οι σημαντικότερες προϋποθέσεις για τη μάθηση των παιδιών στο νηπιαγωγείο; Πίν. 3: Κατανομή των απαντήσεων στις δηλώσεις κατά σειρά ιεράρχησής τους από τους συμμετέχοντες 1η 2η 3η 4η Δηλώσεις Μ.Ο Επιλογή Επιλογή Επιλογή Επιλογή 1.Όταν τα παιδιά αισθάνονται ασφάλεια κοντά στους ενήλικες, και ότι αυτοί τα 44,3 20,4 18,8 16,4 2,0736 σέβονται 2.Όταν οι νηπιαγωγοί αλληλεπιδρούν ενεργά 34,2 27,4 23,5 14,9 2,1903 με τα παιδιά και τα υποστηρίζουν 3.Όταν τα παιδιά αντιμετωπίζουν προκλήσεις προσαρμοσμένες στο 28,4 31,6 25,2 14,9 2,2656 επίπεδο ανάπτυξής τους 4.Όταν οι νηπιαγωγοί δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να αισθάνονται 18,7 38,5 23,3 19,5 2,24368 ευχάριστα τα παιδιά 5.Όταν τα παιδιά παίρνουν τα ίδια αποφάσεις χωρίς την παρέμβαση των 13,9 16,9 29,5 39,8 2,9518 ενηλίκων 6.Όταν τα παιδιά αποκτούν πολλές 9,9 17,2 30,3 42,6 3,0567 Εμπειρίες 7.Όταν υπάρχει καλή συνεργασία με 5,6 21,1 29,8 43,6 3,1138 τους γονείς 1=η πιο σημαντική, 2=η λιγότερο σημαντική, κοκ Όπως παρουσιάζεται στον Πίν. 3, οι δυο πρώτες σημαντικότερες προϋπο­ 639 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θέ­­σεις μάθησης επικεντρώνουν στην ασφάλεια, στον σεβασμό (2,0736) κα­ θώς στην ενεργό αλληλεπίδραση και στην υποστήριξη που πρέπει να έχουν τα παιδιά από τους ενήλικες (2,1903). Απόψεις οι οποίες παραπέ­μπουν στον πυρήνα των προσεγγίσεων του κοινωνικού δομισμού και οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με την τρίτη προϋπόθεση που είναι οι αναπτυξιακά κα­ τάλληλες μαθησιακές προκλήσεις (2,2656) που πρέπει να δέχονται τα παιδιά. Ωστόσο τρεις σημαντικοί παράγοντες της μαθησιακής διαδικασίας α) οι αυ­ τόβουλες αποφάσεις των παιδιών (2,9518), β) η από­κτηση εμπειριών (3,0567) και γ) η συνεργασία με τους γονείς (3,1138) κα­τέχουν αντίστοιχα τις τρεις τε­ λευταίες θέσεις. Αυτή η διαπί­στωση πιθανόν να αντανακλά την απουσία των αντίστοιχων θεματικών από τα προγράμ­ματα σπουδών των εκπαιδευτικών-και των δυο τύπων εκπαίδευ­σης- και πιθα­νό­τατα την ελλιπή ανάπτυξή τους στο αναλυτικό πρόγραμμα που καλούνται να εφαρμόσουν. Πώς αντιλαμβάνεσαι την σπουδαιότητα της συμμετοχής για τη μάθηση των παιδιών στο νηπιαγωγείο; Πιν. 4: Κατανομή των απαντήσεων στις δηλώσεις κατά σειρά ιεράρχησής τους από τους συμμετέχοντες Δηλώσεις 1η 2η 3η 4η Μ.Ο Συμμετοχή σημαίνει… επιλογή επιλογή Επιλογή Επιλογή 1.Να είσαι μέλος μιας ομάδας και να 62,8 13,7 10,9 12,6 1,7328 παίρνεις ενεργά μέρος στη δράση της 2.Οι νηπιαγωγοί να δημιουργούν τις καλύτερες προϋποθέσεις προκειμένου 26,6 19,2 26,8 27,4 2,5493 τα παιδιά να κάνουν ανεξάρτητα τις επιλογές τους 3.Να ακούς 10,1 48,3 13,4 28,2 2,5973 4.Να συμμετέχεις ενεργά στις τρέχουσες 40,5 29,3 18,8 11,3 2,6445 Δραστηριότητες 5.Να έχεις επιρροή σε ό, τι συμβαίνει 13,0 27,3 31,7 28,0 2,7453 6.Οι νηπιαγωγοί να ενθαρρύνουν τα παιδιά να παίρνουν τις δικές τους 7,8 27,8 33,3 31,0 2,8752 αποφάσεις 7.Οι νηπιαγωγοί να ακούνε τα παιδιά και να αντιλαμβάνονται τον τρόπο που 11,1 21,1 36,5 31,3 2,8803 αυτά σκέφτονται 1=η πιο σημαντική, 2=η λιγότερο σημαντική, κοκ Στον Πίν. 4 παρατηρούμε ότι η σπουδαιότητα της συμμετοχής όπως εκ­ 640 Καλλιόπη Βρυνιώτη ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ φράζεται από το μέσο όρο (1,7328) ταυτίζεται με την ενεργό δράση και αλ­ ληλεπίδραση στα πλαίσια της ομάδας. Αμέσως μετά η συμμετοχή των παι­ διών συνδέεται στενά με την ετοιμότητα του εκπαιδευτικού να «ακούει», να προσέχει δηλαδή τι λένε τα παιδιά (2,5973) και να δημιουργεί τις κατάλ­ληλες προϋποθέσεις για να κάνουν ανεξάρτητα τις επιλογές τους (2,5493). Ωστόσο καταλαμβάνει την τελευταία θέση (2,8803) η πιο απαιτη­τική εκδο­χή της συμ­ μετοχής, η οποία έχει την έννοια ότι ο εκπαιδευτικός διευκολύ­νει την συμμε­ τοχή, όταν, όχι μόνο απλώς «ακούει» τι λένε τα παιδιά, αλλά όταν προσπαθεί και να αντιληφθεί τον τρόπο που σκέφτονται τα παιδιά. Συμπεράσματα Σύμφωνα με τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, η υπόθεση της εργασίας δεν επαληθεύθηκε. Οι απόψεις των εκπαιδευ­τικών αναφορικά με τη μάθηση των παιδιών στο νηπιαγωγείο δεν διαφορο­ποι­ούνται σε σχέση με τον παρά­ γοντα πανεπιστημιακή ή μη πανεπιστη­μιακή εκπαίδευση. Φαίνεται ότι το πρό­ γραμμα σπουδών ελάχιστα επηρεάζει τις επιλογές των συμμε­τεχόντων και συνακόλουθα την διαμόρφω­­ση των παιδαγωγικών απόψεών τους. Μόνο σε τέσσερις από τις 19 δηλώσεις, παρουσιάζονται στατιστι­κά σημα­ντικές δια­ φορές μεταξύ των δυο ομάδων. Την συγκριτικά υψηλότερη στατιστικά σημα­ ν­τική διαφο­ρά παρουσιάζει η δήλωση ότι τα παιδιά μαθαίνουν «βλέ­ποντας τι κάνουν και τι λένε οι ενήλικες» (Gamma=0.34 p<0.007), η οποία εκφράζει την άποψη των αποφοίτων της μη πανε­πι­στημιακής εκπαί­δευσης. Αντιθέτως η δή­ λωση ότι τα παιδιά μα­θαίνουν «παίζοντας με τα άλλα παι­διά» (Gamma=0.14 p<0.048) καθώς και η δήλωση ότι χαρακτηρι­στική κατά­­­­­στα­ση μάθησης εί­ ναι «οι συγκρούσεις στην καθημερινή ζωή, τις οποίες τα παιδιά προσπαθούν να λύσουν μόνα τους» (Gamma= -0.16 p<0.050), εκφ­ράζουν την άποψη των αποφοίτων της πανεπιστημια­κής εκπαίδευσης. Αναφορικά με την συμμετοχή του ενήλικα στην παιδαγωγική αλλη­λε­πί­ δραση και κοινωνική μάθηση (Γκότοβος 1997) επικρατεί η άποψη ότι ο ενήλι­ κας αποτελεί πρότυπο μίμησης για τα παιδιά χωρίς να είναι συμ­παίκτης τους. Δεν φαίνεται ότι ο ενήλικας παίζει με τα παιδιά ούτε ότι τα «ακούει» με την έν­ νοια ότι προσπαθεί να αντιληφθεί τον τρόπο που σκέφ­τονται. Έμφαση δίνε­ ται μεν στο ρό­λο του εκπαιδευτικού να προετοι­μάζει ένα πλούσιο σε μαθησι­ ακές προκλή­σεις περιβάλλον προκειμέ­νου τα παιδιά να κάνουν ανεξάρτητα τις επιλογές τους, χωρίς ωστόσο η ενθάρ­ρυνση των παιδιών προς αυτή την κατεύθυνση να απο­τελεί ιδιαίτερο μέλημα του εκπαιδευτικού. Φαίνεται ότι οι οπτικές της πλειονότητας των συμμετεχόντων συγ­κλί­νουν- σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό- στην άποψη ότι η κοινωνι­κή αλληλεπίδρα­ 641 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ση, η πρωτοβουλία και η ενεργός συμμετοχή των παιδιών αποτελούν βασικές συνιστώσες της μαθησιακής διαδικασίας, παράλληλα όμως αποκαλύπτεται μια σαφής υποεκτίμηση άλλων βασικών παραμέτρων όπως είναι το παιχνίδι, οι εμπειρίες των παιδιών και οι αυτόβουλες απο­φάσεις τους και επίσης η συ­ νεργασία των γονέων με τους εκπαιδευτικούς. Όπως επισημάνθηκε ήδη, τα συμπεράσματα της παρούσας εργασίας δεν μπορούν να γενικευθούν, βασίζονται όμως σε πρωτογενή δεδομένα τα οποία δείχνουν ότι οι απόψεις των εκπαιδευτικών απηχούν τις σύγχρονες παιδαγω­ γικές προσεγγίσεις μόνο ως προς ορισμένες σημαντικές διαστάσεις της μά­ θησης, ενώ απουσιάζουν από αυτές άλλες εξ ίσου σημαντικές δια­στάσεις. Μια περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, η οποία θα εστίαζε στη σχέση ανάμεσα στις δηλώσεις και στην πρακτική που πράγματι ακολουθούν οι εκπαι­δευ­τικοί, θα μπορούσε να συμβάλει στην παραγωγή νέας γνώσης, αναγ­καίας στην Ελ­ λάδα τόσο για την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών των εκπαιδευ­ τικών, όσο και για την αναθεώρηση του αναλυτικού προγράμματος που αυ­ τοί καλούνται να εφαρμόσουν. Βιβλιογραφία Bruner, Jerome (1985). Vygotsky: A historical and c onceptual perspective. In Wertsch, James. (Ed.) Culture, communication and cognition, Vygotskian perspectives, 21-34. London: Cambridge University Press. Dewey, John (1960). Democracy and education. An introduction to the philosophy of education. New York: MacMillian. Evangelou, Demetra (1996). Culture and the Greek kindergarten curriculum. Early Child Development and Care. 123(1), 31- 46. Fthenakis Wassilios 2003 (Hrsg). Elementarpädagogik nach PISA. Wie aus Kindertagesstätten Bildungseinrichtungen werden können Freiburg-Basel-Wien: Herder Hartup, Willard (1989). Social relationships and their developmental significance. American Psychologist. 44(2), 120-126 Johansson, Eva (2002). Morality in preschool interaction; Teachers’ strategies for working with children’s morality. Early Childhood Development and Care 172 (2), 203-221. Johansson, Inge and Sandberg, Anette (2010). Learning and participation – two interrelated key-concepts in the preschool. European Early Childhood Education Research Journal. 18 (2), 229-242. Leontjev, Alexei (1978). Activity, consciousness, and personality. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall. OECD (2006). Starting Strong II: Early Childhood Education and Care. Paris 642 Καλλιόπη Βρυνιώτη ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ Rogoff, Barbara (1990). Apprenticeship in Thinking. New York: Oxford University Press. Rogoff, Barbara (1993). Children’s Guided Participation and Participatory Appropriation in Sociocultural Activity. In Wozniak Robert and Fischer Kurt (Ed), Development in Context. Acting and Thinking in Specific Environments, 121-153. New Jersey and London: Lawrence Erlbaum Associates, Publishers. Pound Linda (2006) How children learn. From Montessori to Vygotsky. London: Practical Preschool Books Pound Linda (2009) How children learn 3. Contemporary thinking and theorists. London: Practical Preschool Books Sofou, Efstratia & Tsafos, Vassilios. (2010). Preschool teachers’ understandings of the National Preschool Curriculum in Greece. Early Childhood Education Journal, 37(5), 411-420. Vygotsky, Lev Semyonovitch (2000). Νους στην κοινωνία. Επιμ. Βοσνιάδου Στέλ­ λα. Μετ. Μπίμπου Άννα και Βοσνιάδου Στέλλα. Αθήνα: Gutenberg Wertsch, James (1985). Vygotsky and the social formation of the mind. Cambridge and Massachu­setts: Harvard University Press. Γκότοβος, Αθανάσιος (1997). Παιδαγωγική Αλληλεπίδραση. Επικοινωνία και Κοι- νωνική Μάθηση στο Σχολείο. Αθήνα: Gutenberg. Abstract The aim of the present study is to examine preschool teacher’s view on children’s learning in preschool. The study is aimed to answer following questions: What is ‘learning’ and how do children learn? What are the best conditions for children’s learning? What preschool teachers think of participation in relation to children’s learning? The results show that children’s learning is connected to children’s social interaction and development, and that their own initiatives are crucial. However, it seems that four basic factors of the learning process are overestimate. These are children’s play, children’s experiences, children’s own choices and the cooperation with parents. Καλλιόπη Π. Βρυνιώτη Λέκτορας Συγκριτικής Παιδαγωγικής Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών 53 100 Φλώρινα Τηλ. 2385055127 & 6944847467

[email protected]

Οικία: Ίωνος Δραγούμη 8Α, 55236 Πανόραμα Θεσσαλονίκης Τηλ. & Φαξ 2310343355 643 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ποιοτική εκπαίδευση και δάσκαλος με τη «ματιά» των γονέων Λεωνίδας Χ. Μπόμπας Λόγος εισαγωγικός Αν και τα ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα στην εκπαίδευση (ΠΕ) έχουν απασχολήσει ερευνητές και παιδαγωγούς (τουλάχιστον) από τα πρώ­ τα κιόλας χρόνια που θεσμοθετήθηκαν τα εκπαιδευτικά συστήματα με την άν­ θηση της βιομηχανικής επανάστασης, το βέβαιο είναι ότι, στις μέρες μας, οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί ειδικών και μη για την ΠΕ, έχουν ήδη απο­ κτήσει ένα ξεχωριστό status και μια διαρκώς υπογραμμιζόμενη επικαιρότητα διεθνώς. Το συγκεκριμένο μάλιστα momentum αυτής της ιδιαιτέρως επαμ­ φοτερίζουσας και σχετικίζουσας επικαιρότητας, με την ΠΕ στο επίκεντρο έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, τείνει να αποκτήσει σχεδόν ενδη­ μικές διαστάσεις. Η ελληνική, ας πούμε, εκδοχή αυτού του ενδιαφέροντος, εύγλωττα αποτυπώνεται στον πρόλογο του Μλεκάνη (2005: 13): «Σήμερα, το πιο πολυσυζητημένο ίσως στην παιδαγωγική συζήτηση θέμα είναι η αξασφά­ λιση ποιότητας στην εκπαίδευση». Μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικότατες είναι οι σχετικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της UNICEF που για αρκετά χρόνια τώρα ασχολού­ νται με όλες τις βασικές παραμέτρους της ΠΕ: «O κύριος στόχος της παρού­ σας έκθεσης είναι να συμφωνηθεί σειρά δεικτών σε θέματα ποιότητας της σχολικής εκπαίδευσης με σκοπό τη διευκόλυνση της αξιολόγησης των συ­ στημάτων σε εθνικό επίπεδο» (European Commission, 2000). Παρότι το μεγαλύτερο μέρος αυτού του διαρκώς αυξανόμενου ενδιαφέρο­ ντος για όλα τα σχετικά με την ΠΕ φαίνεται να εστιάζεται, κατά μείζονα λόγο, (πρωτίστως) στα πεδία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο σύνολο των ανε­ πτυγμένων χωρών, έχει γίνει ήδη εμφανές πως και οι άλλες δύο εκπαιδευτι­ κές βαθμίδες διεκδικούν το δικό τους μερίδιο. Εντελώς παραδειγματικά από την ελληνική πραγματικότητα, σημειώνεται εδώ η ίδρυση και λειτουργία ει­ δικής «Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας» στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου με στό­ χο «το σχεδιασμό και την ανάπτυξη Ολοκληρωμένου Συστήματος Ποιότητας του Πανεπιστημίου, το οποίο να ανταποκρίνεται στις παρούσες αλλά και μελ­ λοντικές ανάγκες του». 644 Λεωνίδας Μπόμπας ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΕ ΤΗ “ΜΑΤΙΑ” ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ Με θέμα την ποιότητα στην εκπαίδευση Με δεδομένο το δικαιολογημένα αυξανόμενο ενδιαφέρον στα απαιτητικά μο­ νοπάτια της ΠΕ, και με δεδομένο επίσης ότι τα περισσότερα εκπαιδευτικά συ­ στήματα δέχονται έντονη κριτική για τη συνολική τους ‘δουλειά’ και, κυρίως, την αποτελεσματικότητά τους στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, ας μην βιαστεί να νομίσει κανείς ότι υπάρχει ομοφωνία όσον αφορά αυτόν τον ίδιο τον βασικό ορισμό και τη συγκεκριμένη εννοιολογική αποσαφήνιση της ΠΕ. Τουναντίον μάλιστα. Οι παρατιθέμενες βιβλιογραφικές πηγές βρίθουν διαφο­ ρετικών ορισμών και εννοιολογικών προσδιορισμών, με τις σχετικές ερμηνείες για το τί ο καθένας εννοεί και τί προτείνει/επιδιώκει στο πλαίσιο μιας (ζητού­ μενης) ΠΕ, να βρίσκονται –τις περισσότερες φορές– σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Είναι σημαντικό, εξ’ άλλου, να υπενθυμίζεται ότι: «Όταν σκε­ φτόμαστε την ποιότητα στην εκπαίδευση είναι χρήσιμο να κάνουμε το δια­ χωρισμό μεταξύ των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων και στις διαδικασίες που οδηγούν σε αυτά» (EFA, 2005). Διαφωτιστικές και αντιπροσωπευτικές της προεξάρχουσας άποψης «υπέρ» της ΠΕ, είναι οι επίσημες διακηρύξεις και το προτεινόμενο κανονιστικό πλαί­ σιο της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, της UNICEF και άλλων διεθνών οργανισμών. Σε επί­ σημα κείμενα που η ΕΕ έχει δημοσιεύσει ειδικά για την ΠΕ, αφού περιγράφει το γενικότερο πλαίσιο αναφοράς και την άμεση επιτακτικότητα των καιρών για μια ΠΕ σε όλα τα κράτη μέλη, παρουσιάζει έναν κατάλογο με τους (16) δείκτες αποτελεσματικότητας και συγκρισιμότητας, που θα πρέπει να ακο­ λουθείται απαρέγκλιτα από τα εκπαιδευτικά συστήματα. «O κύριος στόχος της παρούσας έκθεσης είναι να συμφωνηθεί σειρά δεικτών σε θέματα ποιό­ τητας της σχολικής εκπαίδευσης με σκοπό τη διευκόλυνση της αξιολόγησης των συστημάτων σε εθνικό επίπεδο». Το επιχείρημα εκείνο που στέκεται επιφυλακτικά έως και αρνητικά στην προωθούμενη σήμερα ΠΕ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι: «ασκήθηκε κριτική στην αναποτελεσματικότητα της προσπάθειας άμβλυνσης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων μέσω των προγραμμάτων αντισταθμιστικής εκπαίδευσης και προ­ τάθηκε να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη των ‘βασικών δεξιοτήτων’ και στην επίτευξη υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών. Η εν λόγω τάση έγινε κυρίαρχη στη δεκαετία του 1980... ο ατομοκεντρικός καταναλωτής παρεμβαίνει με απο­ φασιστικό τρόπο στις ενδοεκπαιδευτικές διαδικασίες, αρθρώνει παιδαγωγικό λόγο και μετατρέπεται σε αποφασιστικό παράγοντα αξιολόγησης της ποιό­ τητας των σχολικών μονάδων» (Δαφέρμος, 2011). Η συνολική αυτή ‘εικόνα’, με το πέρασμα του χρόνου και την ανάλογη αυ­ ξητική τάση του ενδιαφέροντος για τα περί την ΠΕ και στη χώρα μας, έχει ήδη βρει τους αντίστοιχους Έλληνες θιασώτες και πολέμιους. Έτσι, η Δρουσιώτη 645 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ (2010) θέτει ορισμένα κρίσιμα ερωτημάτα για την ΠΕ, αναθερμαίνοντας συ­ χνά τις αντιπαραθέσεις και τις αντικρουόμενες απόψεις των ειδημόνων: «Εί­ ναι η ποιοτική εκπαίδευση η καλύτερη επιλογή στο εκπαιδευτικό σύστημα; Μήπως με την εφαρμογή της παραλείπονται άλλες σημαντικές πτυχές της εκ­ παίδευσης, όπως η μόρφωση και η πνευματική καλλιέργεια, έννοιες που ξε­ φεύγουν από τα στενά όρια της γνώσης; Ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από το όνομα της Ποιότητας;». Ο Τριλιανός (2009), στέκεται ιδιαίτερα στις θετικές πτυχές της ΠΕ και υπο­ γραμμίζει το πόσο σημαντική είναι η ΠΕ, επικροτώντας την εφαρμογή της σε Α/θμια και Β/θμια Εκπαίδευση. Προσθέτει μάλιστα πως η ΠΕ ανταποκρίνε­ ται στις σύγχρονες απαιτήσεις, όπως η παγκοσμιοποίηση και ότι σε γενικές γραμμές η ΠΕ στοχεύει μακροπρόθεσμα στη βελτίωση της ζωής μας. Από την άλλη πλευρά, ο Ματθαίου (2009), αξιοποιώντας μια εκτεταμένη και συ­ στηματική αναδρομή στο παρελθόν, όπου η ποιότητα οριζόταν διαφορετικά, στέκεται επιφυλακτικά έναντι της ΠΕ στη σύγχρονη εκδοχή της: «Η ποιότητα στο παρελθόν σήμαινε την παροχή γνώσεων, την καλλιέργεια αξιών, τη δια­ μόρφωση υψηλού εθνικού φρονήματος, την κοινωνική συναντίληψη και πο­ λιτισμική ομοιογένεια». Οι υπέρμαχοι της ΠΕ αναφέρονται άμεσα στα αποτελεσματικά σχολεία και την αποτελεσματική εκπαίδευση, που, στην όποια της εκδοχή, κυριαρ­ χεί σήμερα στο δημόσιο λόγο γύρω από τα εκπαιδευτικά. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία οι γνωστές πλέον ονοματολογίες effective schools & effective education/learning, απολαμβάνοντας την ένθερμη υποστήριξη και αποδοχή της συγκριτικά μεγαλύτερης μερίδας όλων αυτών που έχουν αποφασιστικό λόγο στη διαμόρφωση εκπαιδευτικών πολιτικών, έχουν καταλάβει τις πιο πε­ ρίοπτες θέσεις και στην επίσημη ελληνική εκπαιδευτική ατζέντα. Η συζήτη­ ση αυτή έχει συμπεριλάβει πολλά στοιχεία από τη λεγόμενη ‘Ολική Ποιότητα’ που τόσο έντονα κυριαρχεί στο χώρο των επιχειρήσεων, με τις απαραίτητες καθέ φορά τροποποιήσεις και προσαρμογές που να ‘ταιριάζουν’ στα εκπαι­ δευτικά πράγματα. «Η έννοια της «Διοίκησης Ολικής Ποιότητας» στην εκπαί­ δευση δανείζεται καταρχήν αρκετά από τα πορίσματα της αντίστοιχης των επιχειρήσεων, τα οποία όμως προσαρμόζει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αρμό­ ζουν και να χαρακτηρίζουν τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.» (.Θεοδώρου, 2011). Η κριτική που ασκείται από αρκετούς παιδαγωγούς αναφορικά με την ΠΕ, την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τα αποτελεσμα­ τικά σχολεία όπως όλα αυτά επιχειρηματολογούνται και προτείνονται από τους διάφορους υποστηρικτές τους, είναι εξαιρετικά έντονη και εμφανέστατα καταγγελτική. Ο κατά την άποψή τους ‘εργαλειακός’ και ‘χρησιμοθηρικός’ χα­ ρακτήρας της εκπαίδευσης του άκρατου ανταγωνισμού και των κανόνων της αγοράς, επικρίνονται αυστηρότατα. «Στο πλαίσιο όλων αυτών των εξελίξεων 646 Λεωνίδας Μπόμπας ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΕ ΤΗ “ΜΑΤΙΑ” ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ εντάσσεται και η ενδιαφέρουσα και αρκετά πλούσια συζήτηση που γίνεται και για τον ευρωπαϊκό ορισμό της ποιότητας στην εκπαίδευση, η οποία συνδέεται με το στρατηγικό στόχο να γίνει η Ένωση η ανταγωνιστικότερη και δυναμικό­ τερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο. Το πρόταγμα για ποιότητα στην εκπαίδευση συνδέεται με μια υφέρπουσα δυσφήμιση, κριτική και καταγγελία του σχολείου, των εκπαιδευτικών και των μαθητών» (Μαυρογιώργος (2007). Καλώντας το δάσκαλο στο εκπαιδευτικό προσκήνιο Ανεξάρτητα από την οπτική και τη συγκεκριμένη ερμηνεία που υιοθετεί κα­ νείς όσον αφορά στα της ΠΕ, όλοι οι μελετητές συμφωνούν στον απολύτως καθοριστικό ρόλο του δασκάλου και στη δική του προσωπική συμβολή στο πλαίσιο μιας ΠΕ, της μιας ή της άλλης εκδοχής και στόχευσης. Σύμφωνα με τη διακήρυξη της Unicef (2000) για την ΠΕ, οι στόχοι αυτοί μπορούν να επι­ τευχθούν μέσα από τη δια βίου εκπαίδευση και στήριξη των εκπαιδευτικών, που όσο ικανότεροι είναι οι εκπαιδευτικοί, τόσο αποδοτικότεροι είναι οι μα­ θητές τους. «Πρώτη προϋπόθεση για την επίτευξη πραγματικά ποιοτικής εκ­ παίδευσης είναι ο πολύμορφα καταρτισμένος και επιμορφωμένος εκπαιδευ­ τικός», υπογραμμίζει με έμφαση μέσα από την ιστοσελίδα της η Ανεξάρτητη Κίνηση Δασκάλων & Νηπιαγωγών. Ενδεικτικό είναι, άλλωστε, και το γεγονός ότι στο πρόγραμμα για την απόκτηση «Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής και Δι­ δακτικής Επάρκειας» του έτους 2011-2012 του Οικονομικού Παν/μίου Αθη­ νών, περιλαμβάνεται ειδική θεματική ενότητα «Ποιότητα στην εκπαίδευση και τη διδασκαλία». Εξετάζοντας το ‘ρόλο κλειδί’ των εκπαιδευτικών στην ΠΕ, μεταξύ πολ­ λών άλλων ερευνητών, ο Fredriksson (2004: 9-11) σημειώνει: «Οι εκπαιδευτι­ κοί μπορούν να βελτιώνουν την ποιότητα στην εκπαίδευση με την ικανότητά τους να αναστοχάζονται γύρω από τη διδασκαλία τους, να εξετάζουν κριτικά τις μεθόδους που χρησιμοποιούν και να αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους διδασκαλίας...επιπροσθέτως, η επαγγελματική ελευθερία του εκπαιδευτικού και η ύπαρξη/λειτουργία ενός επαγγελματικού κώδικα υποχρεώσεων και κα­ θηκόντων, είναι εξαιρετικά σημαντική για την ανάπτυξη μιας ΠΕ». Μια επισή­ μανση που και ο Τριλιανός (2009) υπογραμμίζει: «Οι επαρκώς καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί συμπληρώνουν με τη δουλειά τους το έργο αυτό» (της επίτευ­ ξης των στόχων μιας ΠΕ). Στο πλαίσιο όλων αυτών των αναφορών και επισημάνσεων που προηγή­ θηκαν και με βάση τις σχετικές εννοιολογικές και όποιες άλλες ερμηνείες και παραδοχές σχετικά με την ΠΕ, δεν μπορεί παρά να υπάρχουν κρίσιμα ερω­ τήματα για το ρόλο/συμβολή του δασκάλου, όπως: 647 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Ο μάχιμος δάσκαλος τής σχολικής τάξης, στην αμείλικτη σχολική του καθημερινότητα με τις πολλαπλές απαιτήσεις πανταχόθεν ως οιονεί ζητούμενα και εκκρεμότητες ‘πάνω από το κεφάλι του’, τί ρόλο δια­ δραματίζει σε όλη αυτή την ‘επιχείρηση’ που σχηματικά αποκαλείται στις μέρες μας ΠΕ; • Πώς ‘βλέπει’ και πώς ‘αισθάνεται’ ο ίδιος ο δάσκαλος το ρόλο του αυτό; • Πώς ‘προσλαμβάνουν’ το ρόλο αυτό όλοι οι άλλοι εντός της λεγόμε­ νης εκπαιδευτικής κοινότητας και ποιες είναι οι προσδοκίες όλων αυ­ τών των ‘τρίτων’, σχετικά με το ρόλο και τη συμβολή του δασκάλου στην επίτευξη των στόχων μιας ‘μετρήσιμης’(;) ΠΕ; • Πότε και πώς ‘μπαίνει στο σκηνικό’ αυτό της ΠΕ ο δάσκαλος της σχο­ λικής τάξης; Ορίζει ο ίδιος αυτή του την ‘παρουσία’ στη σημαντικότα­ τη διαδικασία της ΠΕ, ή και εδώ ετεροκαθορίζεται ο δικός του ο ρό­ λος, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες πτυχές τού εκπαιδευτικού/ παιδαγωγικού επαγγέλματος στην καθημερινή σχολική πράξη; Και τέλος, αυτό που είναι και το κεντρικό ερώτημα/θέμα αυτής της διε­ ρευνητικής εργασίας: • Πώς ‘βλέπουν’ το ρόλο/συμβολή του δασκάλου στο όλο ζήτημα της ΠΕ οι γονείς των παιδιών που φοιτούν στο σχολείο; Η παρούσα έρευνα Θεωρώντας ότι οι στάσεις και οι δημόσια εκφρασμένες απόψεις των γονέων σχετικά με πολύ βασικά χαρακτηριστικά του δασκάλου του παιδιού τους δια­ δραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ενγένει εκπαιδευτική διαδικασία και τη δη­ μιουργική συνεργασία οικογένειας-σχολείου, θελήσαμε να διερευνήσουμε ένα μικρό μέρος αυτών των απόψεων στο πλαίσιο του προβληματισμού για τη σύγ­ χρονη εκδοχή της ΠΕ. Έτσι, η παρούσα -μικρής κλίμακας και απολύτως διερευ­ νητική- προσπάθεια που παρουσιάζεται στη συνέχεια ως απτό ερέθισμα περαι­ τέρω αναζητήσεων και διαλόγου, επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στις απόψεις που έχουν οι γονείς όσον αφορά στο ρόλο και τη συμβολή του δα­ σκάλου του παιδιού τους στην επίτευξη των στόχων μιας ΠΕ στις μέρες μας. i) Πληθυσμός – Ερωτηματολόγιο - Διαδικασία Ζητήσαμε από όλους τους γονείς του δημοτικού μας σχολείου (ιδιωτικό δη­ μοτικό στην περιοχή του Αλίμου) μέσω ενός ευσύνοπτου ερωτηματολογίου (δύο ερωτήσεις με «ανοιχτού τύπου» απαντήσεις) που τους μετέφεραν τα παι­ διά τους, να καταγράψουν (όσοι ήθελαν και ανωνύμως) με σχετικά σύντομο τρόπο τις απόψεις τους για: 648 Λεωνίδας Μπόμπας ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΕ ΤΗ “ΜΑΤΙΑ” ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ α) Τί εννοείται και ποια είναι τα χαρακτηριστικά μιας ποιοτικής εκπαίδευ- σης; και β) Ποιος είναι ο ρόλος/συμβολή του δασκάλου της τάξης στο πλαίσιο μιας ποιοτικής εκπαίδευσης; Από το γενικό σύνολο των γονέων των 600 μαθητών (αρκετοί γονείς του σχολείου έχουν παραπάνω από ένα παιδί που παρακολουθεί μαθήματα στο ίδιο σχολείο), μόνο οι 88 γονείς τελικά επέστρεψαν το ερωτημαλόγιο συμπλη­ ρωμένο με τις απόψεις τους στα δύο αυτά ερωτήματα. Κατά τάξη, οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούσαν σε 22 γονείς για την Α’ τάξη, 17 για τη Β’, 15 για τη Γ, 11 για τη Δ’, 12 για την Ε’ και 11 γονείς για την ΣΤ’. Αφού έγινε μια ανάλυση περιεχομένου των 88 απαντήσεων και μια κατά το δυνατό κωδικοποίηση των επιμέρους βασικών σημείων από αυτές τις πε­ ριγραφικές απαντήσεις των γονέων, οι κατά κάποιο σημαντικότερες επιση­ μάνσεις –σε μια ομαδοποιημένη μορφή– από αυτά τα πρωτογενή δεδομένα που αφορούν μόνο στις απόψεις τους για το ρόλο/συμβολή του δασκάλου στην ΠΕ, παρουσιάζονται στη συνέχεια. Οι αντίστοιχες απόψεις των γονέων που αφορούν στα κατά τη γνώμη τους χαρακτηριστικά μιας ΠΕ, δεν εξετάζο­ νται σ’αυτή την παρουσίαση. ii) Αποτελέσματα Επιχειρώντας μια κατηγοριοποίηση όλων των απαντήσεων συνολικά (Ν=88), με το ρόλο/συμβολή του δασκάλου στο επίκεντρο μιας ΠΕ, μπορεί αβίαστα να διακρίνει κανείς τα παρακάτω: Η προσωπικότητα και η διαρκής κατάρτιση/επιμόρφωσή του, ο συμβου­ λευτικός και καθοδηγητικός του χαρακτήρας σε σχέση με τους μαθητές του, ο εντοπισμός και η προσεκτική διαχείριση των κλίσεων και αναγκών των παιδιών, η αγάπη του για τα παιδιά και ο αμοιβαίος σεβασμός μετα­ ξύ τους, η παροχή με τον κατάλληλο τρόπο και μεθοδολογία παιδείας και όχι μόνο εκπαίδευσης και στείρας απομνημόνευσης της διδακτέας ύλης, ο δάσκαλος ‘παράδειγμα προς μίμηση’, διδασκαλία μέσα από το παιχνίδι και βιωματικά προγράμματα, είναι από τις πιο βασικές επισημάνσεις των γονέων σε σχέση με το ρόλο και τη συμβολή του δασκάλου σε οποιαδήπο­ τε αναφορά για ΠΕ. Επιπροσθέτως, γίνεται φανερό από τις απαντήσεις των γονέων πως έχουν και εκφράζουν πολύ συγκεκριμένες απόψεις επί του προκειμένου, αναζητώ­ ντας μάλιστα τρόπους και διαύλους να κοινοποιήσουν ‘προς τα έξω’ αυτές τους τις απόψεις. Ορισμένες αυτούσιες διατυπώσεις που υπογραμμίζονται όλως ιδιαιτέρως από τους γονείς του μικρού αυτού ενδεικτικού δείγματος, σκιαγραφούν με παραστατικότητα το ρόλο –ή καλύτερα, τους πολλαπλούς και εξαιρετικά απαιτητικούς ρόλους από την οπτική των γονέων– που ο δά­ 649 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σκαλος της σχολικής τάξης καλείται να διαδραματίσει καθημερινά και αδιά­ λειπτα, με απώτερη στόχευση μια ΠΕ για όλα τα παιδιά: «Ο δάσκαλος πρέπει να εμπνέει με την συμπεριφορά του και την προσω­ πικότητά του...Να είναι σε επαφή με την πραγματικότητα και να την μεταφέ­ ρει στους μαθητές του με τον κατάλληλο τρόπο φυσικά...Βοηθητικός, συμ­ βουλευτικός, ερευνητικός. Να συνδυάζει ποικιλία ιδιοτήτων: παιδαγωγός, εμψυχωτής, καθοδηγητής, οργανωτής, μεταρρυθμιστής, φίλος.... Να κατα­ λαβαίνει τις συναισθηματικές και εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών... Πέρα από την επιστημονική κατάρτιση πρέπει να υπάρχει ΠΑΘΟΣ και όχι απλό ‘ΒΟ­ ΛΕΜΑ»..... Να αποδέχεται την προσωπικότητα των μαθγτών και να χρησιμο­ ποιεί τις ιδέες τους...Να μπορεί να ‘εκμαιεύσει’ τις ιδιαίτερες δεξιότητες του κάθε παιδιού...Να ανοίγει τους ορίζοντες στη γνώση... Είναι ευέλικτος και ανα­ γνωρίζει ότι πρέπει να προσαρμόζεται στην τάξη όπως και η τάξη σ’ αυτόν.... Να διατηρεί δημιουργικό διάλογο με τους γονείς, μεταφέροντας τις προθέ­ σεις του και τους σχεδιασμούς του.... Ενθαρρύνει ομαδικό πνεύμα και τη συ­ νεργασία μεταξύ μαθητών... Να γνωρίζει άριστα το γνωστικό αντικείμενο που καλείται να διδάξει... Μιλάει λίγο και ακούει πολύ, έχει υπομονή και ενσυναί­ σθηση... Να αγαπά πολύ αυτό που κάνει...Να ξέρει να επιβραβεύει και να τι­ μωρεί ανάλογα με τη περίσταση» Επιλεγόμενα εν συντομία Στη βάση όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω επισκοπώντας τη σχετική βι­ βλιογραφία που αναφέρεται στα της ΠΕ και τις επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ των ένθερμων υποστηρικτών της και εκείνων που στέκονται κριτικά έως και απορριπτικά έναντι της σύγχρονης αυτής τάσης για ΠΕ, οι απόψεις των γονέων του συγκεκριμένου δείγματος δεν φαίνεται να διαφέρουν αισθη­ τά από τις γενικότερα κρατούσες στάσεις και αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν το διδασκαλικό επάγγελμα συνολικά (Μπόμπας, 2010). Είναι σαφές ότι στον ίδιο τον πυρήνα μιας ΠΕ ως στόχευση και ως ζη­ τούμενο τοποθετείται από τους γονείς ο δάσκαλος του παιδιού τους. Ο δά­ σκαλος ο οποίος, επιφορτισμένος με έναν τόσο πολυσύνθετο και εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο σε ένα σχολείο που καθημερινά ‘ακροβατεί’ σε αβεβαιότη­ τες, καλείται και –στην ουσία- εντέλλεται να είναι και να κάνει καθημερινά και αδιάλειπτα ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΑΖΙ, που σίγουρα δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς και ‘ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ’ (π.χ. υλικοτεχνική υποδομή, αναλυτικά προγράμματα και σχολικά εγχειρίδια, συστηματική/διαρκής επιμόρφωση, κοινωνικό status/κύρος του εκπαιδευτι­ κού σήμερα, οικονομικά ζητήματα, κλπ) στην καθημερινή λειτουργία ενός 650 Λεωνίδας Μπόμπας ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΕ ΤΗ “ΜΑΤΙΑ” ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ σχολείου και μιας σχολικής τάξης που ως προβλήματα χρονίζουν στη χώρα μας, τότε και η πορεία του μάχιμου δασκάλου προς την ΠΕ γίνεται εξαιρετι­ κά δύσκολη έως και αμφίβολη. Οι γονείς, όμως, επιμένουν να του ‘χρεώνουν’ και συνάμα να του ‘πιστώνουν’ τον καταλυτικό αυτό ρόλο όταν τους δίνεται η ευκαιρία και η δυνατότητα. Απ’ την άλλη, βεβαίως, μέσα από τις απαντήσεις τους, οι γονείς ‘βλέπουν’ το δάσκαλο ως ‘προέκταση’ του εαυτού τους σε σχέση με το παιδί τους ή ακόμα και ως ‘υποκατάστατο’ δικό τους έναντι του παιδιού τους -πέρα και πα­ ράλληλα με τα αμιγώς διδακτικά του καθήκοντα και υποχρεώσεις στο πλαίσιο μιας ζητούμενης ΠΕ. Το ότι τον ‘βλέπουν’ ως ένα ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΑΛΛΟ ΠΡΟ­ ΣΩΠΟ για τους ίδιους και το παιδί τους, που οφείλει να λειτουργεί ως πρό­ τυπο μίμησης, ως καθοδηγητής, ως σύμβουλος και φίλος, ως μέντορας στο πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού και αγάπης, προσδίδει στο δάσκαλο ‘ένα φόρ­ το’ κολοσσιαίων υποχρεώσεων και ευθυνών. Ταυτόχρονα, όμως, στο δρόμο για μια ποιοτική εκπαίδευση ως διαρκές ζητούμενο στο σημερινό σχολείο, τον περιβάλλει και με μια ευκρινέστατη ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ως επαγγελματία της αγωγής και της εκπαίδευσης, Βιβλιογραφία Βιταντζάκης, Νίκος (2006). Η ποιότητα στηνΑ/θμια εκπαίδευση. Αθήνα: Interbooks. Βλάχος, Δημήτριος (επιμ.) (2008). Εκπαίδευση και ποιότητα στο ελληνικό σχο­ λείο. Αθήνα: Παιδ. Ινστιτούτο. Δαφέρμος Μανόλης (2011). «Μια απόπειρα μεθοδολογικής κριτικής των κοινω­ νιολογικών ερμηνειών της εκπαίδευσης». Στο Blog ‘Φοιτητικό Κίνημα’ (11/04). Δρουσιώτη, Κάλλη (2010). Ποιότητα στην εκπαίδευση: Πανάκεια ή παγίδα; Στην ιστοσελίδα ‘Αντίβαρο’ (21/10) Ζαβλανός, Μύρων (2003). Η ολική ποιότητα στην εκπαίδευση. Αθήνα: Εκδ. Στα­ μούλη Θεόδωρου, Θεόδωρος (2011). Η Διοίκηση Ολικής Ποιότητας (Δ.Ο.Π.) στις επιχει­ ρήσεις και στην εκπαίδευση. Στην ιστοσελίδα Alfavita.gr Ματθαίου, Δημήτρης (2009). Χαμένοι στη μετάφραση. Εννοιολογικές, ιδεολογικές και πολιτικές ερμηνείες της ποιότητας στην εκπαίδευση. Στο: Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Συνέδριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου. Μαυρογιώργος, Γιώργος (2007). «Η συζήτηση για την ποιότητα στην εκπαίδευ­ ση:από τη δυσφήμιση στον ευφημισμό». Εισήγηση στο συνέδριο του ΚΕΕ, με θέμα: Η Ποιότητα του Εκπαιδευτικού Έργου: από την Αποτύπωση του Συστή- ματος στο Σχεδιασμό Παρεμβάσεων, Αθήνα, 15-16 Νοεμβρίου. Μλεκάνης, Μιχάλης (2005). Οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών. Αθήνα: Τυ­ πωθήτω, Γ. Δαρδανός. 651 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Μπόμπας. Λεωνίδας (επιμ.) (2010). Οι κατ’ οίκον εργασίες στο ελληνικό σχολείο σήμερα. Αθήνα: Εκδ. Γρηγόρης. Τριλιανός, Αθανάσιος (2009). Η ποιότητα της διδασκαλίας στην εκπαίδευση της μετανεωτερικής εποχής. Στο: Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Συνέδριο του Πανε­ πιστημίου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου. ΥΠΔΒΘ (2011). «Ορίζοντας την ποιότητα στην εκπαίδευση και στη δια βίου μάθηση». Αθήνα: Ημερίδα, (30/06). EFA (2005). Global Monitor Report. English, F. & J. Hill (1994). Total quality education: Transforming schools into learning places. California: Corwin Press Inc. European Commission (2000). European report on the quality of school education. Sixteen quality indicators. Brussels. Fredriksson, Ulf (2004). “Quality Education: The Key Role of Teachers.” Working Paper No. 14. Brussels: Education International. Leu, E., & A. Price-Rom (2008). “Quality of education and teacher learning: A review of the literature (USAID). Abstract A total of 88 parents of children attending a private elementary school near downtown Athens, who finally completed an especially constructed questionnaire, served as the sample population of this small-scale survey. The two ‘open-ended’ questions of the questionnaire asked the participants to provide a brief description concerning the: a) ‘meaning/characteristics’ of quality education; and b) the role/contribution of teachers vis-à-vis this highly cherished and widely publicized notion of our era. In reading and content analyzing the participants’ answers only to the second question (role/contribution of teachers) for the purpose of this presentation, it became abundantly clear that virtually all parents considered the role of teachers as being absolutely catalytic in pursuing and –eventually- achieving the specific objectives of a quality education. Δρ. Λεωνίδας Χ. Μπόμπας Συγκριτικός της Εκπαίδευσης Δ/ντής Σπουδών «Νέα Εκπαιδευτήρια –Γ. Μαλλιάρα» Ευθυμίου Παπά 24, 17342 Άγιος Δημήτριος Τηλ 210-9951509 (οικία) 210-9816523 (σχολείο) Κιν. 697-4433234, Fax: 210- 9927659

[email protected] [email protected]

652 Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα ΑΥΤΟΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ: ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Αυτοεικόνα και κοινωνική αντίληψη για το έργο των δασκάλων: Απόψεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα Εισαγωγή Σύμφωνα με τον Blase (2009:171-181) οι νέες διδακτικές προσεγγίσεις, καθώς και οι επίκαιρες παιδαγωγικές έννοιες της συνεχούς μάθησης, της ενεργού συμμετοχής και της συνεργασίας, μετασχηματίζουν το σχολείο, επανακαθο­ ρίζουν τη διδασκαλία και προσδίδουν νέο ρόλο στον εκπαιδευτικό. Συνεπώς, ο σύγχρονος εκπαιδευτικός καλείται να ενεργεί ως επαγγελματίας, με επικαι­ ροποιημένες γνώσεις, αξίες και παιδαγωγικές αρχές, ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις του σύγχρονου σχολείου, το οποίο τελικά αποσκοπεί στη βελτίω­ ση της ίδιας της κοινωνίας (Σαλτερής, 2006:290-297). Υπό το παραπάνω πρίσμα οι κοινωνικές απαιτήσεις του 21ου αιώνα εγκαι­ νιάζουν τη μεταμοντέρνα φάση του επαγγελματισμού των εκπαιδευτικών και επιφέρουν αλλαγές στην εκπαίδευση, η οποία πλέον προωθεί νέα χαρακτη­ ριστικά, όπως: • την ανάπτυξη επικοινωνίας και την προώθηση σχέσεων αμοιβαίας αλ­ ληλοκατανόησης και συνεργασίας με γονείς και μαθητές • την ενίσχυση της συνεργασίας των εκπαιδευτικών με συναδέλφους και προϊσταμένους καθώς και την ανταλλαγή ιδεών και τη διάχυση κα­ λών διδακτικών πρακτικών • γενικότερα την ανάπτυξη ποικίλων συλλογικών μορφών συνεργασί­ ας και συμπεριφοράς από τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας που ως επαγγελματίες προβάλλουν τις αξιώσεις, τις ανάγκες τους, «αντι­ δρούν» - αντιτίθενται στην εφαρμογή πολιτικών προτάσεων και πρα­ κτικών, προσπαθώντας να υποστηρίξουν την επαγγελματική τους ταυ­ τότητα (Hargreaves, 2000: 151-182). Επαγγελματική ταυτότητα του εκπαιδευτικού Ο όρος «ταυτότητα του εκπαιδευτικού» δηλώνει μια ολοκληρωμένη, αλλά και δυναμική κατάσταση, που σχηματίζεται μέσα από τη σχέση του ίδιου του εκ­ 653 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ παιδευτικού με την εκπαιδευτική διαδικασία, συστατικά στοιχεία της οποίας αποτελούν τα χαρακτηριστικά της ίδιας της προσωπικότητάς του (υποκειμε­ νικά γνωρίσματα), οι θεσμοί, οι αξίες (προσωπικές, πολιτιστικές) καθώς και οι εμπειρίες του (Kelchterman, 2005:995-1006; Darby, 2008:1160-1172). Σύμ­ φωνα με τον Kelchterman, η επαγγελματική ταυτότητα του εκπαιδευτικού με­ τασχηματίζεται καθ’ όλη την επαγγελματική σταδιοδρομία του και στοχεύει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του έργου του. Μελετητές, όπως οι Beijaard et al. (2000) και ο Darby (2008), επισημαίνουν ότι κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ο εκπαιδευτικός, ανάλογα με τις προσωπικές και επαγγελματικές του αξίες, διαφοροποιεί την ταυτότητα του, προσαρμόζεται σε νέα σύγχρονα δεδομένα και συμβάλλει στη βελτίωση γνω­ στικών και μαθησιακών δεξιοτήτων των μαθητών. Στον καθορισμό του επαγγελματικού προφίλ του εκπαιδευτικού, πέρα από την προσωπικότητα του ίδιου, συμβάλλουν επίσης και άλλα σημαντικά στοι­ χεία όπως: τα επαγγελματικά κίνητρα, η αίσθηση καθήκοντος στις απαιτή­ σεις του επαγγέλματός του, οι μελλοντικές προοπτικές-προσδοκίες του εκ­ παιδευτικού, η σταθερότητα του εργασιακού περιβάλλοντος (Kelchterman, 2005:1160-1172, Darby, 2008: 1160-1172), αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι εκτιμήσεις του ίδιου του κοινωνικού συνόλου για την επαγγελματική του εικόνα (Everton et al., 2007). Στόχοι της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση των απόψεων Ελλήνων εκπαιδευτικών της Α΄/θμιας Εκπαίδευσης σχετικά με: α) την αντίληψη που θεωρούν ότι υπάρχει στην Ελλάδα σχετικά με το επάγ­ γελμα του δασκάλου β) την προσωπική τους αντίληψη για το επάγγελμα που ασκούν. Μεθοδολογία έρευνας Στην παρούσα έρευνα, που πραγματοποιήθηκε το ακαδημαϊκό έτος 2010- 2011, πήραν μέρος 65 σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης εκ των οποίων οι 28 βρίσκονται στις περιοχές Αττικής και Πειραιά- δημόσια και ιδι­ ωτικά Δημοτικά σχολεία σε περιοχές του νομού Αττικής (Αθήνα, Γαλάτσι, Ν. Ιωνία, Ν. Ηράκλειο, Αργυρούπολη), του Πειραιά (Πειραιά, Κορυδαλλός)- και οι 37 προέρχονται από άλλες περιοχές της επικράτειας (αστικές, ημιαστικές) και συγκεκριμένα από Θεσσαλονίκη, Λαμία, Εύβοια, Πάτρα, Καλαμάτα, Σα­ ντορίνη, Μυτιλήνη, Ρόδο καθώς και σχολεία στις Βρυξέλλες (Τμήματα Ελλη­ νικής Γλώσσας «Τ.Ε.Γ.», Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελλών) και άλλων περιοχών του Βελγίου (Λιέγη, Βερβιέ, Γκενγκ, Σαρλερουά, Άντερλεχτ, Αμβέρσα, κ.ά.). Για τη διεξαγωγή της έρευνας χρησιμοποιήθηκε κλειστού τύπου ερωτη­ 654 Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα ΑΥΤΟΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ: ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ματολόγιο, το οποίο στηρίχτηκε στο ανάλογο ερευνητικό εργαλείο της έρευ­ νας των Κrull et al. (2007), της έρευνας των Opdenakker & van Damme (2006) καθώς και της έρευνας των Kock et al. (2005) και συντάχθηκε ύστερα από βι­ βλιογραφική ανασκόπηση και σύμφωνα με τους στόχους της έρευνας. Μέσω ερωτήσεων, οι οποίες αποτυπώθηκαν σύμφωνα με την πενταβάθμια κλίμα­ κα Likert, διερευνήθηκαν: οι απόψεις των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή σε τι βαθμό πιστεύουν οι εκπαιδευτικοί ότι ισχύουν ή τους αντιπροσωπεύουν προτάσεις που αφορούν πτυχές του επαγγέλματός τους. Το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 96,22% (απαντήθηκαν αρτίως 510 από τα 530 που συνολικά διανεμήθηκαν). Ανάλυση δεδομένων Το 67,8% των εκπαιδευτικών ήταν γυναίκες (346) και το 32,2% ήταν άνδρες (164). 40,4% (206 εκπαιδευτικοί) είναι ηλικίας 36-45 ετών, 32,5% (166 εκπαιδευ­ τικοί) είναι ηλικίας 46-55 ετών, 18,2% (93 εκπαιδευτικοί) είναι ηλικίας 26-35 ετών και μόνο το 7% του δείγματος (36 εκπαιδευτικοί) είναι ηλικίας 21-25 ετών. Όσον αφορά τα χρόνια διδακτικής εμπειρίας, το 36,3% (185 εκπαιδευτι­ κοί) έχουν περισσότερα από 20 έτη υπηρεσίας, το 17,8% (91 εκπαιδευτικοί) έχουν 16-20 έτη υπηρεσίας, το 17,6% (90 εκπαιδευτικοί) έχουν 6-10 έτη υπη­ ρεσίας, το 14,5% (74 εκπαιδευτικοί) έχουν 1-5 έτη υπηρεσίας και το 13,7% (70 εκπαιδευτικοί) έχουν 11-15 έτη υπηρεσίας. Το 76,5% (390 εκπαιδευτικοί) των εκπαιδευτικών που συμμετείχαν στην έρευνα, είναι δάσκαλοι/ες, και οι υπόλοιποι είναι εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων (6,9% Ξένων Γλωσσών, 5,9% Γυμναστές, 4,9% Ειδικής Αγωγής, 2%, Μουσι­ κοί, 2,5% Πληροφορικής, 0,8% Εικαστικών και το 0,6% του δείγματος Θεα­ τρικής Αγωγής). Στους παρακάτω πίνακες ακολουθεί ανάλυση των απαντήσεων των εκ­ παιδευτικών (συχνοτήτων, ποσοστιαία) στις ειδικότερες ερωτήσεις του ερω­ τηματολογίου. 655 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 1: Απόψεις εκπαιδευτικών (%) Α΄/θμιας Εκπαίδευσης για την αντίληψη που θεωρούν ότι υπάρχει στην Ελλάδα σχετικά με το επάγγελμα του δασκάλου Πάρα Καθόλου Λίγο Αρκετά Πολύ πολύ Ο εκπ/κός ασκεί το έργο του με συνέπεια 1 5,3 31,8 41,4 19,2 2,4 και υπευθυνότητα Ο εκπ/κός συμβάλλει στη γνωστική κατάρτιση 2 2,0 17,8 47,1 27,8 5,3 μαθητών Ο εκπαιδευτικός ενισχύει την ψυχοσυναισθηματι- 3 3,9 26,3 40,6 23,9 5,3 κή ταυτότητα μαθητών Ο εκπ/κός συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση 4 1,8 18,8 45,1 28,2 6,1 μαθητών Το επάγγελμα του εκπ/κού έχει περισσότερο 5 17,5 40,8 27,1 11,6 3,1 φόρτο εργασίας σε σχέση με το παρελθόν 6 Ο Έλληνας εκπαιδευτικός αμείβεται ικανοποιητικά 7,8 21,2 37,6 24,7 8,6 Δίκαια η μεγαλύτερη περίοδος διακοπών των 7 45,3 35,7 10,2 4,9 3,9 εκπαιδευτικών σε σχέση με άλλα επαγγέλματα Κριτήριο επιλογής του επαγγέλματος του εκπ/κού: 8 13,5 48,0 29,4 7,1 2,0 η αγάπη του για το παιδί Κριτήριο επιλογής του επαγγέλματος του εκπ/κού: 9 2,9 14,7 31,6 35,5 15,3 το μικρό ωράριο εργασίας στο σχολείο Κριτήριο επιλογής του επαγγέλματος του εκπ/κού: 10 1,0 5,7 24,5 40,4 28,4 η γρήγορη επαγγελματική αποκατάσταση Ο «Πίνακας 1» παρουσιάζει κατά πόσο πιστεύουν οι εκπαιδευτικοί της Α/ βάθμιας εκπαίδευσης ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι ισχύουν συγκεκριμέ­ νες προτάσεις που αφορούν ορισμένες πτυχές του επαγγέλματος του εκπαι­ δευτικού της Α/βάθμιας Εκπαίδευσης όπως: η εκτέλεση του διδακτικού έρ­ γου, η συμβολή στη γνωστική, ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του μαθητή, τα κριτήρια επιλογής του επαγγέλματος. Ειδικότερα από τις απαντήσεις των εκπαιδευτικών φαίνεται ότι: • το 37,1% των εκπαιδευτικών δε πιστεύει καθόλου ή πιστεύει λίγο ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι οι εκπαιδευτικοί ασκούν το έργο τους με συνέπεια και υπευθυνότητα, και ότι μόνο το 21,6% αυτών το πιστεύει από πολύ έως και πάρα πολύ. • Το 33,1% των εκπαιδευτικών πιστεύει σε μεγάλο βαθμό (από πολύ έως πάρα πολύ) ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι ο εκπαιδευτικός συμβάλ­ λει στη γνωστική κατάρτιση των μαθητών. • Το 34,3% αυτών πιστεύει σε μεγάλο βαθμό ότι ο μέσος Έλληνας θεω­ ρεί ότι ο εκπαιδευτικός συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση του μαθητή. 656 Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα ΑΥΤΟΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ: ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ • Μόνο το 29,2% των εκπαιδευτικών πιστεύει από πολύ έως πάρα πολύ και αντίστοιχα σχεδόν ίδιο ποσοστό (30,2%) αυτών δεν πιστεύει κα­ θόλου ή πιστεύει λίγο ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι οι εκπαιδευτι­ κοί ενισχύουν την ψυχοσυναισθηματική ταυτότητα των μαθητών τους. Όσον αφορά στις απόψεις του μέσου Έλληνα για συγκεκριμένα χαρακτη­ ριστικά του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού (φόρτος εργασίας, αμοιβή, πε­ ρίοδος διακοπών), οι απαντήσεις των εκπαιδευτικών έδειξαν ότι: • Το 58,3% των εκπαιδευτικών της Α/βάθμιας εκπαίδευσης, δεν πιστεύ­ ει καθόλου ή πιστεύει λίγο ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι οι εκπαι­ δευτικοί έχουν μεγαλύτερο φόρτο εργασίας σε σχέση με παλαιότερα. Επίσης οι απαντήσεις των εκπαιδευτικών έδειξαν ότι: • Μόνο το 33,3% των εκπαιδευτικών πιστεύει σε μεγάλο βαθμό (πολύ έως πάρα πολύ) ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι ο εκπαιδευτικός αμεί­ βεται ικανοποιητικά. • Το 81% των εκπαιδευτικών δεν πιστεύει καθόλου ή πιστεύει λίγο, ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί δίκαια τη μεγαλύτερη περίοδο διακοπών του εκπαιδευτικού σε σχέση με άλλα επαγγέλματα. Όσον αφορά στις απόψεις του μέσου Έλληνα για τα βασικά κριτήρια επι­ λογής του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού (αγάπη για τα παιδιά, μικρό ερ­ γασιακό ωράριο, επαγγελματική αποκατάσταση) από τις απαντήσεις των εκ­ παιδευτικών προέκυψε ότι σε μεγάλο βαθμό (από πολύ έως πάρα πολύ): • Το 68,8% των εκπαιδευτικών πιστεύει ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι οι εκπαιδευτικοί επιλέγουν το επάγγελμά τους με βασικό κριτήριο τη γρήγορη επαγγελματική τους αποκατάσταση, ενώ • Το 61,5% των εκπαιδευτικών δεν πιστεύει καθόλου ή πιστεύει λίγο, ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί ότι οι εκπαιδευτικοί επιλέγουν το επάγγελ­ μα με βασικό κριτήριο την αγάπη τους για το παιδί και επιπρόσθετα • Το 50,8% αυτών πιστεύει επίσης, ότι ο μέσος Έλληνας θεωρεί το μι­ κρό ωράριο εργασίας του εκπαιδευτικού ως βασικό κριτήριο επιλο­ γής του επαγγέλματος. 657 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 2: Απόψεις εκπαιδευτικών (%) Α/βάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με το επάγγελμα του δασκάλου Πάρα Καθόλου Λίγο Αρκετά Πολύ πολύ Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός ασκεί το έργο του 11 0,2 1,8 27,1 46,3 24,7 με συνέπεια και υπευθυνότητα Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός συμβάλλει 12 0,2 2,0 21,4 49,8 26,7 στη γνωστική κατάρτιση μαθητών Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός συμβάλλει 13 0,2 4,9 24,1 41,2 29,6 στην ψυχοσυναισθηματική ταυτότητα μαθητών Ο σύγχρονος εκπ/κός ενισχύει 14 την κοινωνικοποίηση μαθητών 2,9 23,1 32,5 29,2 12,2 (με τη χρήση τεχνολογιών) Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός αμείβεται 15 33,1 44,7 18,4 2,5 1,2 ικανοποιητικά Κριτήριο επιλογής του επαγγέλματος: η γρήγορη 16 3,9 12,7 40,4 30,0 12,9 επαγγελματική αποκατάσταση Κριτήριο επιλογής του επαγγέλματος: 17 1,0 13,7 42,7 32,2 10,4 η αγάπη του για το παιδί Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός θεωρεί δίκαια τη μεγα- 18 λύτερη περίοδος διακοπών σε σχέση με άλλα επαγ- 1,0 3,1 19,2 41,4 35,3 γέλματα λόγω φόρτου εργασίας(σχολείο, σπίτι) Ο «Πίνακας 2» παρουσιάζει τις απόψεις των ίδιων των εκπαιδευτικών σχε­ τικά με διάφορες παραμέτρους που αφορούν στο επάγγελμα του εκπαιδευ­ τικού της Α/βάθμιας εκπαίδευσης όπως: την άσκηση του διδακτικού έργου, τη συμβολή του στη γνωστική, ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του μαθητή, τα γνωρίσματα του επαγγέλματος και τα κριτήρια επιλογής του επαγγέλμα­ τος του εκπαιδευτικού. Όσον αφορά στις απόψεις των εκπαιδευτικών για το εκπαιδευτικό τους έργο, από τις απαντήσεις προέκυψε ότι σε μεγάλο βαθμό (από πολύ έως πάρα πολύ): • Το 76,5% των εκπαιδευτικών πιστεύει ότι συμβάλλει στη γνωστική κα­ τάρτιση των μαθητών τους. • Το 71% αυτών πιστεύει ότι ασκεί το έργο του με συνέπεια και υπευ­ θυνότητα. • Το 70,8% των εκπαιδευτικών πιστεύει ότι συμβάλλει στην ψυχοσυναι­ σθηματική ανάπτυξη των μαθητών τους και επίσης • Το 41,4% πιστεύει ότι η χρήση τεχνολογιών στη διδασκαλία ενισχύει την κοινωνικοποίηση των μαθητών τους. 658 Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα ΑΥΤΟΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ: ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Σχετικά με τις απόψεις των εκπαιδευτικών για συγκεκριμένα χαρακτηρι­ στικά του επαγγέλματός τους, προέκυψε ότι: • το 76,7% των εκπαιδευτικών θεωρεί σε μεγάλο βαθμό (πολύ έως και πάρα πολύ) δίκαια τη μεγαλύτερη περίοδο διακοπών τους (λόγω φόρ- του εργασίας) σε σχέση με άλλα επαγγέλματα • το 77,8% πιστεύει ότι δεν αμείβεται ικανοποιητικά (δεν πιστεύει κα­ θόλου ή πιστεύει λίγο) • το 42,6% πιστεύει σε μεγάλο βαθμό (πολύ έως και πάρα πολύ) ότι επι­ λέγει το επάγγελμα με κριτήριο την αγάπη τους για το παιδί και αντί­ στοιχα ίδιο ποσοστό (42,9%) πιστεύει ότι το επιλέγει λόγω της γρήγο­ ρης επαγγελματικής αποκατάστασης που προσφέρει. Συμπεράσματα Από τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας έγινε φανερό ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θεωρούν σε μεγάλο βαθμό ότι: • συνεισφέρουν εποικοδομητικά στη γνωστική κατάρτιση των μαθητών, • ασκούν με συνέπεια και υπευθυνότητα το έργο τους, • συμβάλλουν ουσιαστικά στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των μα­ θητών • απολαμβάνουν δικαίως ‘επαγγελματικά προνόμια’, λόγω του ιδιαίτε­ ρου φόρτου εργασίας που έχει το επάγγελμά τους. Παρά τη θετική εικόνα όμως, που οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν για το έργο τους, η παρούσα έρευνα δείχνει ότι οι ίδιοι θεωρούν πως η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται δύσπιστη απέναντί τους και αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα αλλά και τα κίνητρά τους. Ειδικότερ οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι η Ελληνική κοινωνία αμφισβητεί τη γνωστική, ψυ­ χοσυναισθηματική και κοινωνική συνεισφορά του δασκάλου και ‘καταδικάζει’ τα επαγγελματικά προνόμια που απολαμβάνει ο δάσκαλος κατά την άσκηση του έργου του (διακοπές, μισθό, ωράριο). Από την παρούσα έρευνα γίνεται φανερή η διάσταση που υπάρχει ανάμε­ σα στην αυτοεικόνα/αυτοεκτίμηση του εκπαιδευτικού και την αντίληψή του για τη στάση της κοινωνίας απέναντι στο έργο του. Η αντίληψή του αυτή εί­ ναι αναμενόμενο ότι επηρεάζει τελικά την ίδια την εικόνα που ο εκπαιδευτικός εκπέμπει ‘προς τα έξω’, δεδομένου ότι η στάση και τα προσωπικά χαρακτη­ ριστικά που αντανακλά ο εκπαιδευτικός στα άλλα άτομα ερμηνεύονται ανά­ λογα με την προσωπική αντίληψη και προδιάθεση των ατόμων αυτών (Hoyle, 2001:139-152, Everton et al., 2007:247-265). Η επιφυλακτικότητα, επομένως, που αναπτύσσει ο εκπαιδευτικός όταν αισθάνεται ότι αμφισβητείται η συνει­ 659 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σφορά του, λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού οδηγεί και την κοινωνία να επιβεβαιώνει τις όποιες επιφυλάξεις έχει για τη συνεισφορά του εκπαιδευτικού. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτεί­ ται ο επαναπροσδιορισμός της επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτι­ κού και η επικαιροποίηση τόσο των παιδαγωγικών του στόχων όσο και των ενδοδομικών στοιχείων της διδασκαλίας του (εκπαιδευτικές τεχνικές, διδακτι­ κά μέσα, εναλλακτικές μορφές αξιολόγησης της επίδοσης των μαθητών αλλά και του ίδιου του εκπαιδευτικού έργου) (Ross & Bruce, 2007). Η προσαρμο­ γή του έργου του εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στις ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας και η στενότερη και διαδραστικότερη επικοινω­ νία των εκπαιδευτικών με την τοπική κοινωνία μέσα στην οποία εντάσσεται η σχολική μονάδα στην οποία υπηρετούν (Sachs, 2000), θα μπορούσαν να απο­ τελέσουν ένα πρώτο βήμα προς τη δημιουργία μιας ενιαίας αντίληψης για το έργο των εκπαιδευτικών, μιας αντίληψης που θα είναι νηφάλια και αντικειμε­ νική και θα αντικατοπτρίζει την πραγματική συνεισφορά των δασκάλων στην ψυχοσυναισθηματική, κοινωνική και γνωστική υποστήριξη των μαθητών τους. Βιβλιογραφία Beijaard, Douwe, Velroop, Νico & Vermunt, Jan. (2000). “Teachers’ perceptions of professional identity: An explanatory study from personal knowledge perspective”. In: Teaching and Teacher Education, 16, (7), 749-764. Blase, Jo (2009). The role of Mentors of pre-service and in-service Teachers. Στο: L. J. Saha, A.G. Dworkin The International Handbook of Research on Teachers and Teaching, 171-181, Norwell, MA: Springer. Darby, Alexa (2008). “Teachers’ emotions in the reconstruction of professional self- understanding”. In: Teaching and Teacher Education, 24, 1160-1172. Everton, Tim, Turner, Penny, Hargreaves, Linda & Pell, Tony (2007). “Public perceptions of the teaching profession”. In: Research Papers in Education, 22, 247-265. Hargreaves, Andy (2000). “Four ages of professionalism and professional learning”. In: Teachers and Teaching: History and Practice, 6 (2), 151-182. Hoyle, Eric (2001). “Teaching prestige, status and esteem”. In: Educational Management and Administration, 29 (2), 139-152. Kelchterman, Geert (2005). “Teachers; emotions in educational reforms: Self understanding, vulnerable commitment and micropolitical literacy”. In: Teaching and Teacher Education, 21, 995-1006. Kock, Adrianus, Sleegers, Peter & Voeten, Marinus (2005). “New learning and choices of secondary school teachers when arranging learning environments”. In: Teaching and Teacher Education, 21, 799-816. 660 Αλεξάνδρα Παππά, Κωνσταντίνα Κουτρούμπα ΑΥΤΟΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ: ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Krull, Edgar, Oras, Kaja & Sisask, Sirje (2007). “Differences in teachers’ comments on classroom events as indicators of their professional development”. In: Teaching and Teacher Education. 23, 1038-1050. Opdenakker, Marie Christine, & Van Damme, Jan (2006). “Teacher characteristics and teaching styles as effectiveness enhancing factors of classroom practice”. In: Teaching and Teacher Education, 22, 1-21. Ross, John & Bruce, Cathy (2007). “Teacher self-assessment: A mechanism for facilitating professional growth”. In: Teaching and Teacher Education, 23, 146-159. Sachs, Judyth (2000). “The activist professional”. In: Journal of Educational Change, 1, 77-95. Σαλτερής, Νικόλαος (2006). Αναστοχαστικός εκπαιδευτικός και αυτογνωσία: παι­ δαγωγικές μόδες ή σταθεροί στόχοι της συνεχούς εκπαίδευσης των εκπαιδευ­ τικών. Στο: Γ. Μπαγάκης (Επιμ.) Εκπαιδευτικές αλλαγές, η παρέμβαση του εκ- παιδευτικού και του σχολείου Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο, 290-297. Abstract The present questionnaire-based research was conducted in 2010-2011 and examines the self-perception of 530 Greek primary education teachers and the social attitudes they receive as regards their profession. The research shows that Greek teachers believe their profession to have a constructive impact on the development of the social, affective and cognitive profile of their students. Despite, however, positive self-perception, Greek primary education teachers believe that Greek society disputes their contribution. The contradiction between self-perception and social perception about teacher profession shakes teachers’ self-confidence, reproducing, this way, social circumspection towards teacher profession. Παππά Αλεξάνδρα Εκπαιδευτικός Α΄/θμιας Εκπαίδευσης, MSc Κρώμνης 31, 11142, Αθήνα 210-2580961, 6938476689

[email protected]

Κωνσταντίνα Κουτρούμπα Επίκουρη Καθηγήτρια Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Οικιακής Οικονομίας και Οικολογίας Ελ. Βενιζέλου, 70, 17671, Καλλιθέα, Αθήνα 210 9549211

[email protected]

661 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαιδευτική Ποιότητα ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ και Μαθησιακά Αποτελέσματα Προτάσεις για την αντιμετώπιση της υποεπίδοσης σε χαρισματικούς μαθητές Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά Χαρισματικότητα Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα δεν υφίσταται ένας ορισμός για την έννοια της χαρισματικότητας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Terman (1925, 1954) ως χαρισματικά χαρακτηρίζονται τα παιδιά εκείνα που εμφανίζουν εξαιρετικές ικανότητες και η εκπαίδευση των οποίων θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από αυτή των συμμαθητών τους (Simonton, 2003: 358-366). Ο ορισμός που έχει διατυπωθεί από τον Renzulli (1986, 1998) και χρησιμοποιείται ευρέως μέχρι σήμερα, αναφέρεται σε νοητικές ικανότητες άνω του μέσου όρου, σε υψηλά επίπεδα εσωτερικών κινήτρων, στοχοπροσήλωσης και δημιουργικότητας. Η αλληλεπίδραση των τριών αυτών γνωρισμάτων καθιστά τα παιδιά αυτά χαρι­ σματικά (Αντωνίου, 2009: 23-25). Σύμφωνα με τον Gagne (1985) χαρισματι­ κότητα είναι η αυθόρμητη έκφραση ορισμένων έμφυτων ικανοτήτων σε νοη­ τικές και δημιουργικές δραστηριότητες (Sousa, 2009: 1). Ακόμη, η χαρισματικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως η ασύγχρονη ανάπτυ­ ξη των γνωστικών και συναισθηματικών ικανοτήτων και εμπειριών του παιδιού (Αντωνίου, 2009: 35-37). Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Νόμο No Child Left Behind Act του 2004 όρισε ως χαρισματικά τα παιδιά που παρου­ σιάζουν υψηλές ικανότητες επίδοσης σε νοητικές, καλλιτεχνικές, ηγετικές ή επιμέρους ακαδημαϊκές περιοχές και χρήζουν υποστήριξης από εξειδικευμέ­ νες υπηρεσίες οι οποίες δεν παρέχονται στο πλαίσιο των κανονικών σχολεί­ ων με σκοπό να αναπτύξουν στο έπακρο τις ικανότητες τους αυτές (Sousa, 2009: 2). Εν γένει, χαρισματικά θεωρούνται τα παιδιά που επιδεικνύουν υψη­ λές νοητικές επιδόσεις σε έναν ή περισσότερους τομείς των ενασχολήσεων τους και για την ικανοποίηση των ειδικών εκπαιδευτικών τους αναγκών απαι­ τείται διαφοροποιημένου χαρακτήρα εκπαίδευση. 662 Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΕ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ Υποεπίδοση Ο όρος υποεπίδοση (underachievement) χρησιμοποιείται όταν οι πραγματι­ κές ικανότητες των παιδιών δεν αντικατοπτρίζονται στις επιδόσεις τους, κατά­ σταση η οποία παρατηρείται τόσο κατά την προσχολική και σχολική περίοδο, όσο και αργότερα στη ζωή του ατόμου (Baslanti & McCoach, 2006: 210-211, Montgomery, 2009a: 3). Σύμφωνα με την Rimm (1997), η υποεπίδοση αντανα­ κλά ακριβώς αυτού του τύπου την ασυμφωνία μεταξύ σχολικής επίδοσης του παιδιού και των πραγματικών του ικανοτήτων. Η επίδοση των μαθητών στο σχο­ λείο καθορίζεται βάσει της βαθμολογίας και των αξιολογήσεων του δασκάλου, ενώ οι ικανότητές τους αξιολογούνται από μετρήσεις νοητικών ικανοτήτων και από σταθμισμένα τεστ επίδοσης (Reis & McCoach, 2000: 153-157, Morisano & Shore, 2010: 249-251). Σε γενικές γραμμές, οι μαθητές που παρουσιάζουν επί­ δοση κάτω των δυνατοτήτων τους είναι ανήσυχοι στην τάξη και δεν είναι σε θέση να παραμείνουν προσηλωμένοι στις εργασίες που τους έχουν ανατεθεί. Τέλος, σημαντικός παράγοντας της χαμηλής σχολικής επίδοσης φαίνεται να είναι τα μειωμένα επίπεδα αυτοεκτίμησης των παιδιών (Baslanti & McCoach, 2006: 210-211, 214, Montgomery, 2009d: 219, Schultz, 2010: 203-205, 210-211). Υποεπίδοση και χαρισματικά παιδιά Η φράση ‘χαρισματικά παιδιά και υποεπίδοση’ μπορεί να ακούγεται αντιφα­ τική, καθώς στο μυαλό των περισσότερων ο όρος χαρισματικότητα είναι συ­ νυφασμένος με υψηλές νοητικές λειτουργίες και επιδόσεις (Vlahovic-Stetic, Vidocic & Arambasic, 1999: 37-40). Κατ’ επέκταση δεν είναι εύκολο να ορι­ σθεί η υποεπίδοση, ιδιαίτερα όταν αφορά χαρισματικούς μαθητές. Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικανικής Επιτροπής για την Αριστεία στην Εκπαίδευση (National Commission on Excellence in Education), ήδη από το 1983 το 50% των χαρισματικών μαθητών παρουσιάζει επίδοση χαμηλότερη των πραγματι­ κών του ικανοτήτων. Η ύπαρξη χαρισματικότητας αφεαυτής δεν εξασφαλίζει ακαδημαϊκή ή καλλιτεχνική επιτυχία και παραγωγικότητα (Rimm, 2003: 424- 425). Είναι γεγονός ότι τα στερεότυπα που έχουν επικρατήσει για τα χαρισμα­ τικά παιδιά, τους δημιουργούν προβλήματα που επιδρούν συχνά στη ψυχο­ σύνθεσή τους καθώς καταβάλλουν έντονες προσπάθειες να ανταπεξέλθουν στα χαρακτηριστικά των στερεοτύπων αυτών όπως και στις προσδοκίες των γονέων ή/και των δασκάλων τους (Freeman, 1991: 21-23). Οι ιδιαίτερα υψηλοί στόχοι που θέτει το περιβάλλον για αυτά τα παιδιά έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία υπερβολικών και μη ρεαλιστικών απαι­ τήσεων από τον εαυτό τους. Έτσι, στις περιπτώσεις εκείνες που δεν επιτυγ­ 663 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χάνουν τους επιδιωκόμενους στόχους, νιώθουν ότι απογοητεύουν όσους πί­ στεψαν στις δυνατότητές τους (Rimm, 2003: 424-425). Ως άμεση επίπτωση αυτού προκύπτει η αποφυγή απαιτητικών εργασιών, γεγονός που οδηγεί σε μεγαλύτερη σχολική αποτυχία. Έχει βρεθεί ότι η υποεπίδοση προκαλεί συ­ γκεκριμένες συμπεριφορές στους χαρισματικούς μαθητές: επιθετική συμπε­ ριφορά, παθητική συμμόρφωση ή απόσυρση (Sousa, 2009: 91-93). Σε πολλές περιπτώσεις προκειμένου να αποφύγουν τη διαφοροποίηση από το σύνολο της τάξης και κατά συνέπεια την απομόνωση, επιλέγουν να μη κάνουν φανε­ ρές τις πραγματικές τους δυνατότητες (Schultz, 2002: 203-204). Επιπροσθέτως, το όλο πλαίσιο του σχολείου, η εκπαίδευση των δασκά­ λων και το πρόγραμμα σπουδών απευθύνονται στους μαθητές γύρω από το μέσο όρο. Οι χαρισματικοί μαθητές στο σημερινό σχολικό σύστημα αισθάνο­ νται πλήξη, με αποτέλεσμα να αντιδρούν και να δημιουργούνται προβλήμα­ τα πειθαρχίας (Kanevsky & Keighley, 2003: 20-21, Αντωνίου, 2009: 173-174). Η υποεπίδοση συνιστά ένα σύνθετο φαινόμενο επηρεαζόμενο από ποικίλους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, τη δυναμική αλληλεπίδραση των κοι­ νωνικών σχέσεων εντός και εκτός σχολείου, αλλά και από τις διδακτικές δια­ δικασίες που χρησιμοποιούνται από τον δάσκαλο στην τάξη. Επίσης, το κλίμα που επικρατεί στην τάξη και η γενικότερη κουλτούρα του σχολείου, συνιστούν σημαντικούς παράγοντες οι οποίοι επιδρούν στην επίδοση ή υποεπίδοση των μαθητών (Montgomery, 2009a: 3-6, 36). Προτάσεις Σύμφωνα με τη Rimm (1995) η εκπαίδευση των χαρισματικών παιδιών για την αντιμετώπιση του φαινομένου της υποεπίδοσης θα πρέπει να βασίζε­ ται αρχικά στην αξιολόγηση των ικανοτήτων αλλά και των αδύνατων εκείνων στοι­χείων που οδηγούν στην υποεπίδοση. Το πρώτο στάδιο αφορά την αξι­ ολόγηση, η οποία βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ δασκάλου, γονέων και σχολικού ψυχολόγου οι οποίοι για να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα θα πρέ­ πει να γνωρίζουν τα χαρακτηριστικά των χαρισματικών παιδιών. Η διαδικασία της αξιολόγησης ξεκινάει με τη χορήγηση ενός ατομικού τεστ ικανοτήτων και εν συνεχεία από ένα ατομικό τεστ επίδοσης. Από το τεστ επίδοσης ο δά­ σκαλος μπορεί να αντλήσει πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του μαθητή, ιδιαίτερα στην ανάγνωση και τα μαθηματικά. Μέρος της αξιολόγησης αποτελεί και η χορήγηση ενός δημιουργικού τεστ, το οποίο παρέχει πληροφορίες όχι μόνο για τις δημιουργικές ικανότητες του μαθη­ τή αλλά και για τα ενδιαφέροντα και την προσωπικότητά του. Τέλος, μια συ­ ζήτηση με τους γονείς συμβάλει σημαντικά στον προσδιορισμό των μορφών 664 Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΕ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ της υποεπίδοσης, δίνοντας την εικόνα του παιδιού στο χώρο του σπιτιού. Το δεύτερο στάδιο της επικοινωνίας, αναφέρεται στη σημασία της συνεργα­ σίας της οικογένειας και του σχολείου για τη βελτίωση της επίδοσης του παι­ διού. Η επικοινωνία αυτή κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική καθώς αποθαρρύνο­ νται οι συμπεριφορές που προκαλούν την υποεπίδοση, τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι, και εδραιώνεται μια κοινή στάση αντιμετώπισης του προβλήματος. Το τρίτο στάδιο αφορά την αλλαγή των προσδοκιών των σημαντικών άλ­ λων. Δεν είναι εύκολο να διαφοροποιηθούν οι προσδοκίες που έχουν τεθεί από γονείς, δασκάλους, φίλους, αδέρφια και το ίδιο το παιδί. Συγκεκριμένες περιγραφές των ιδιαίτερων ικανοτήτων των παιδιών αποτελούν απόδειξη της χαρισματικότητάς τους και συμβάλουν στην μεταστροφή του τρόπου σκέψης των σημαντικών άλλων. Από τη στιγμή που το περιβάλλον του παιδιού πιστεύ­ ει στις ικανότητές του, τότε και το ίδιο το παιδί θα πιστέψει στον εαυτό του. Η αλλαγή των προσδοκιών των σημαντικών άλλων έχει ως αποτέλεσμα την ανά­ πτυξη θετικότερης αυτοεικόνας και κατά συνέπεια τη βελτίωση της επίδοσης. Εν συνεχεία, ακολουθεί ο προσδιορισμός ενός τουλάχιστον προτύπου, το οποίο θα λειτουργήσει παρωθητικά για τα παιδί. Το ρόλο αυτό αναλαμβάνει ένας από τους γονείς, ο δάσκαλος ή κάποιο άλλο πρόσωπο κατάλληλο να αναλάβει αυτό το ρόλο. Στο πέμπτο στάδιο της διαδικασίας ο μαθητής προσπαθεί να διορθώσει τις αδυναμίες του, κάτι βέβαια περισσότερο εύκολο για τους χαρισματικούς μαθητές. Προκειμένου να έχει νόημα το συγκεκριμένο στάδιο, ο εκπαιδευτι­ κός θα πρέπει να ενθαρρύνει το μαθητή να εργάζεται αυτόνομα έτσι ώστε να μπορεί να κατανοεί τη σχέση ανάμεσα στην προσπάθεια που καταβάλει κάθε φορά και τα αποτελέσματά της στη βελτίωση της επίδοσης του. Το τελευταίο στάδιο στο πρόγραμμα παρέμβασης που προτείνει η Rimm (1997) αφορά την τροποποίηση των ενισχυτών στο σπίτι και το σχολείο. Η επι­ κοινωνία των γονιών με το δάσκαλο είναι δυνατόν να συμβάλει στον εντοπι­ σμό των αιτίων τα οποία προκαλούν την υποεπίδοση. Από τη στιγμή που θα προσδιορισθούν οι συμπεριφορές που χρήζουν τροποποίησης τίθενται σημα­ ντικοί μακροπρόθεσμοι αλλά και ορισμένοι βραχυπρόθεσμοι στόχοι, οι οποί­ οι θα ενισχύσουν άμεσα το παιδί με μικρές επιτυχίες τόσο στο χώρο του σπι­ τιού όσο και του σχολείου (Rimm, 2003: 432-440). Η τροποποίηση του προγράμματος σπουδών θα πρέπει να θεωρείται ανα­ γκαία καθώς αποτελεί το μοναδικό ίσως τρόπο να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των χαρισματικών μαθητών στο πλαίσιο της κανονικής τάξης, όπου πραγμα­ τοποιείται η εκπαίδευσή τους. Συγκεκριμένα, η διαφοροποίηση του προγράμ­ ματος σπουδών αναφέρεται σε α) σύνδεση της διδασκαλίας με τα ενδιαφέ­ ροντα των μαθητών, β) στόχους που να υπερβαίνουν τα όρια του μέσου όρου της τάξης και γ) επιλεγμένες στρατηγικές διδασκαλίας οι οποίες να χαρακτη­ 665 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρίζονται από μεγάλο εύρος και πολυπλοκότητα ανταποκρινόμενες προς τις ικανότητες των μαθητών. Επιπλέον, προϋποθέτει αλλαγή του πλαισίου διδασκαλίας, επιτρέποντας στους μαθητές να εργάζονται ανεξάρτητα σε θέματα που οι ίδιοι θα επιλέ­ γουν, να συνεργάζονται με τους συμμαθητές τους, ακόμη και εκτός τάξης προκειμένου να ικανοποιούν τα ενδιαφέροντα τους. Ωστόσο θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι τα χαρισματικά παιδιά, επιδιώκουν να ασχολούνται με εργασίες υψηλών απαιτήσεων με ταχύτερους ρυθμούς έχοντας στη διά­ θεσή τους ποικίλα εργαλεία απαραίτητα για την ικανοποίηση των ενδιαφε­ ρόντων τους. Το αίτημα των χαρισματικών μαθητών για διδασκαλία προσαρ­ μοσμένη στις δικές τους ανάγκες μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ένα ευέλικτο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο θα παρέχει εκπαιδευτικές προκλήσεις για την ιδιαίτερη αυτή κατηγορία μαθητών αντί να προκαλεί πλήξη (Freeman, 1985: 15-18, Reis & McCoach, 2000: 163-166, Kanevsky & Keighley, 2003: 23-25, Montgomery, 2009c: 295-296). Επιπροσθέτως, η Montgomery (2009b: 127-146) προτείνει ένα γνωστικό πρόγραμμα σπουδών το οποίο εμπεριέχει: 1. Ανάπτυξη θετικής γνωστικής παρέμβασης 2. Αμφισβήτηση σε γνωσιακό επίπεδο 3. Σκόπιμη διδασκαλία δεξιοτήτων σκέψης 4. Εξάσκηση δημιουργικότητας 5. Αλληλεπιδραστική διδασκαλία και μάθηση 6. Γνωστικές μεθόδους διδακτικής διαδικασίας. Για την επίτευξη διδασκαλίας προσαρμοσμένης στις ανάγκες των χαρισμα­ τικών παιδιών θα πρέπει πρωτίστως να οργανωθεί η σχολική αίθουσα με τον κατάλληλο τρόπο. Αυτό προϋποθέτει μεγαλύτερη ευελιξία και χώρο στους μα­ θητές ώστε να μπορούν να κινούνται με μεγαλύτερη ελευθερία στην τάξη, να επιλέγουν τον τρόπο που θα εργαστούν (ατομικά ή ομαδικά) και το υλικό που θα χρησιμοποιήσουν. Να παρέχεται δηλαδή στους χαρισματικούς μαθητές η δυνατότητα να αποφασίζουν πότε και πως θα εργαστούν (Reis & McCoach, 2000: 163-167, Kanevsky & Keighley, 2003: 23-25). Στο πλαίσιο της οργάνωσης του χώρου θα μπορούσε να ενταχθεί και η ομαδική εργασία των μαθητών. Οι ομάδες που θα σχηματιστούν μπορούν να είναι ετερογενείς ή ομοιογενείς, ανάλογα με τις δυνατότητες των μελών της κάθε ομάδας (Sousa, 2009: 51-53). Μέσα σε ένα υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον οι χαρισματικοί μαθητές μαθαίνουν να συνεργάζονται με τους συμμαθητές τους, αντί να επιλέγουν να εργάζονται ατομικά (French, Walker & Shore, 2011: 145, 154-156). Πιο συγκεκριμένα, έχουν επισημανθεί τα παρα­ κάτω πέντε είδη ομαδικής εργασίας (Sousa, 2009: 51-53): α) ομάδες εντός της τάξης ανάλογα με τις ικανότητες των μαθητών 666 Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΕ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ β) ομάδες παιδιών με υψηλές ικανότητες (μερικές ώρες εκτός της τάξης) γ) ομάδες παιδιών με παρόμοιες ικανότητες (τις περισσότερες ώρες εκτός τάξης) δ) ομάδες τριών έως πέντε ατόμων με τις ίδιες δυνατότητες εντός της τά­ ξης και ε) ανεξάρτητη εργασία ενός ή δυο μαθητών ή συνεργασία με έναν μέντορα. Ακόμη, κρίνεται απαραίτητη η συστηματική ενημέρωση των δασκάλων των χαρισματικών παιδιών και η υιοθέτηση εξατομικευμένων προγραμμάτων δι­ δασκαλίας καθώς και αναπλαισίωση της διδακτικής διαδικασίας με στόχο τη βελτίωση της επίδοσης. Η διαδικασία εκπαίδευσης χαρισματικών μαθητών θα πρέπει να συνοδεύεται συστηματικά από αξιολόγηση τόσο της διδασκαλίας όσο και των μεθόδων και μέσων που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της (Montgomery, 2009b: 113-118). Μια ακόμα πρόταση για την εκπαίδευση των χαρισματικών μαθητών απο­ τελεί και το προσωρινό περιεκτικό μοντέλο, το οποίο συντίθεται από τέσσε­ ρα στάδια παροχής υπηρεσιών βασισμένα στις ανάγκες των μαθητών (The Levels οf Service (LOS) Model) (Treffinger, Nassab & Selby, 2009: 211-214): 1.Παροχή υπηρεσιών σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές - παρέχονται βασικές δεξιότητες και εργαλεία. 2.Υπηρεσίες σε πολλούς μαθητές, ανάλογα με τη συμμετοχή και τα ενδια­ φέροντα τους - αυτό το στάδιο χαρακτηρίζεται από περιέργεια και εξερεύνηση. 3.Βοηθητικές υπηρεσίες σε μερικούς μαθητές, κάλυψη των αναγκών των παιδιών για εναλλακτικές ευκαιρίες. 4.Παροχή υπηρεσιών σε λίγους μαθητές, ως ανταπόκριση στην ανάγκη για πλήρως εξατομικευμένη διδασκαλία. Για την αποτελεσματικότερη εκπαίδευση των χαρισματικών παιδιών θα μπορούσε να υιοθετηθεί σύστημα διαφοροποίησης του προγράμματος των μαθημάτων ανταποκρινόμενο στα δημιουργικά χαρακτηριστικά των παιδιών καθώς και συστηματική εισαγωγή στην παραγωγική σκέψη και διαχείριση των αλλαγών (Treffinger, Nassab &Selby, 2009: 215-217). Μια εναλλακτική μορφή εκπαίδευσης των χαρισματικών παιδιών, ταχύτατα αναδυόμενη κατά το τελευταίο διάστημα είναι ο φιλοσοφικός διάλογος. Μέσω αυτής της μορφής διδασκαλίας ο μονόλογος του δασκάλου μετασχηματίζε­ ται σε διάλογο, με τους μαθητές να συμμετέχουν ενεργά σε μια συζήτηση με ανοιχτά, μη δομημένα ερωτήματα. Ο ‘καινοτόμος’ αυτός τρόπος διδασκαλίας είναι γνωστός ως Σωκρατικός διάλογος ή μαιευτική και συνιστά μια διαδικασία αποτελούμενη από σειρά ερωτήσεων που σκοπό έχουν να φέρουν τους μαθη­ τές σε θέση ώστε να αμφισβητούν τόσο τα δικά τους ‘πιστεύω’ και αντιλήψεις όσο και των άλλων βέβαια. Κάτι τέτοιο απαιτεί ‘ανοιχτό’ μυαλό, χωρίς προκα­ ταλήψεις και έτοιμες απαντήσεις. Μέσω της μαιευτικής μεθόδου οι μαθητές 667 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ έρχονται σε επαφή με ποικίλες, διαφορετικές και δημιουργικές απόψεις, δια­ θέτοντας με αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα να εξετάσουν μια κατάσταση από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Σε αυτή τη διαδικασία δε νοείται μια μόνο σωστή απάντηση αλλά προωθείται η ελεύθερη έκφραση πρωτότυπων, απρόβλεπτων και δημιουργικών απόψεων (Fisher, 2009: 244-245). Μια παρόμοια εκπαιδευτική διαδικασία είναι η διδασκαλία μέσω του ερευ­ νητικού διαλόγου, η οποία αποτελείται από τα ακόλουθα πέντε στάδια (Fisher, 2009: 245-250): 1.Επικέντρωση στη συζήτηση 2.έρευνα αιτίων 3.σχολιασμός υποθέσεων 4.συγκρίσεις και αντιθέσεις 5.λήψη αποφάσεων και διερεύνηση των επιπτώσεων Μια από τις σημαντικότερες εκπαιδευτικές δράσεις που έχουν ληφθεί διε­ θνώς για την εκπαίδευση των χαρισματικών παιδιών είναι αυτή της επιτάχυν­ σης των μαθημάτων, η οποία αφορά σε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα σπου­ δών, προσαρμοσμένο στις ικανότητες των μαθητών αυτών (Αντωνίου, 2009: 239-241). Η συγκεκριμένη μέθοδος στηρίζεται στην υπόθεση ότι μαθητές της ίδιας ηλικίας βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα μάθησης. Η επιτάχυνση προ­ ϋποθέτει ένα πρόγραμμα μαθημάτων προσαρμοσμένο στις ατομικές διαφο­ ρές των μαθητών (Colangelo and Assouline, 2009: 194-195). Μια πρώτη μορφή επιτάχυνσης μπορεί να είναι η πρώιμη εισαγωγή και αποφοίτηση του παιδιού από το σχολείο και μπορεί να εφαρμοστεί και για τη τριτοβάθμια εκπαίδευση (Αντωνίου, 2009: 240; Colangelo and Assouline, 2009: 199-200). Ακόμη, θα μπορούσε να εφαρμοστεί πρόγραμμα επιτάχυνσης ως προς το περιεχόμενο σε ένα μόνο μάθημα (π.χ. μαθηματικά) και σε αυτή την περίπτωση παρέχεται εμπλουτισμένο πρόγραμμα διδασκαλίας, ενώ ο μαθητής παραμένει στην κα­ νονική τάξη. Σημαντικό επίσης είναι ότι οι χαρισματικοί μαθητές μπορούν να έχουν τη δυνατότητα παρακολούθησης μαθημάτων σε πανεπιστημιακά ιδρύ­ ματα, είτε στην περιοχή που κατοικούν είτε με εξ αποστάσεως εκπαίδευση, παράλληλα με τη φοίτησή τους στο σχολείο (Sousa, 2009: 48-50). Στο γενικότερο πλαίσιο αναζήτησης μιας ιδανικής λύσης για την εκπαίδευ­ ση των χαρισματικών παιδιών έχει προταθεί επίσης η φοίτηση τους σε εξειδι­ κευμένα σχολεία. Ωστόσο, για το συγκεκριμένο είδος εκπαίδευσης, το οποίο έχει θεωρηθεί ότι προωθεί έναν ιδιότυπο «ελιτισμό» και διαμορφώνει στα παι­ διά αυτά μια αίσθηση υπεροχής έναντι των άλλων, αντιπροτάθηκε το «Σχολείο για Όλους». Ένας τύπος σχολείου δηλαδή που εξαιτίας του χαρακτήρα του είναι σε θέση να απευθύνεται και να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες όλων ανεξαιρέτως των μαθητών. Το «Σχολείο για Όλους» αναπτύσσει τόσο τις γνωστικές όσο και τις κοινωνικο-συναισθηματικές ικανότητες του παιδιού, 668 Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΕ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ενθαρρύνει τη συνεργασία και σέβεται τις ανάγκες του κάθε μαθητή. Έτσι, κάθε σχολείο της γειτονιάς είναι δυνατόν να ανταποκριθεί στο πρότυπο του «Σχολείου για Όλους» (Σούλης, 2006: 360-367). Βιβλιογραφικές αναφορές Αντωνίου, Αλέξανδρος-Σταμάτιος (2009). Χαρισματικά και ταλαντούχα παιδιά. Αθή­ να: Ιατρικές Εκδόσεις Π. Χ. Πασχαλίδης. Baslanti, Ugur & McCoach, Betsy (2006). Factors related to the underachievement of university students in Turkey. Roeper Review, 28 (4), 210-215. Colangelo, Nicholas & Assouline, Susan (2009). Acceleration: meeting the academic and social needs of students. Στο Tom Balchin, Barry Hymer & Donna J. Matthews (Eds.), The Routledge International Companion to Gifted Education (pp. 194-202). New York: Routledge. Fisher, Robert (2009). Educating for enquiry: personalizing learning through dialogic teaching. Στο Tom Balchin, Barry Hymer & Donna J. Matthews (Eds.), The Routledge International Companion to Gifted Education (pp. 243-250). New York: Routledge. Freeman, Joan. (1985). The psychology of gifted children. Suffolk: John Wiley and Sons. Freeman, Joan. (1991). Gifted children growing up. London: Cassel Educational Limited. French, Lisa R., Walker, Cheryl L. & Shore, Bruce M. (2011). Do Gifted Students Really Prefer to Work Alone? Roeper Review, 33 (3), 145-159. Gagne, Francoys (1985). Giftedness and talent: Reexamining a reexamination of the definitions. Gifted Child Quarterly, 29, 103-112. Hughes, Jan (2009). Teaching the able child…or teaching the child to be able? Στο Tom Balchin, Barry Hymer & Donna J. Matthews (Eds.), The Routledge International Companion to Gifted Education (pp. 161-168). New York: Routledge. Kanevsky, Lannie & Keighley, Tacey (2003). To produce or not to produce? Understanding boredomand the honor in underachievement. Roeper Review, 26 (1), 20-28. Montgomery, Diane (2009a). Why Do the Gifted and Talented Underachieve? How Can Masked and Hidden Talents Be Revealed? Στο Diane Montgomery (Ed.), Able, Gifted and Talented Underachievers (pp. 3-40). Chichester: John Wiley & Sons. Montgomery, Diane (2009b). Effective Teaching and Learning to Combat Underachievement. Στο Diane Montgomery (Ed.), Able, Gifted and Talented Underachievers (pp. 111-154). Chichester: John Wiley & Sons. Montgomery, Diane (2009c). Gifted and Talented Children with Special Educational 669 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Needs-Underachievement in Dual and Multiple Exceptionality. Στο Diane Montgomery (Ed.), Able, Gifted and Talented Underachievers (pp. 265-301). Chichester: John Wiley & Sons. Montgomery, Diane (2009d). Special educational needs and dual exceptionality. Στο Tom Balchin, Barry Hymer & Donna J. Matthews (Eds.), The Routledge International Companion to Gifted Education (pp. 218-225). New York: Routledge. Morisano, Dominique & Shore, Bruce A. (2010). Can Personal Goal Setting Tap the Potential of the Gifted Underachiever? Roeper Review, 32 (4), 249-258. Reis, Sally M. & McCoach D. Betsy (2000). The Underachievement of Gifted Students: What Do We Know and Where Do We Go? Gifted Child Quarterly, 44, 152-170. Renzulli, Joseph J. (1986). The three-ring conception of giftedness: a developmental model for creative productivity. Στο Robert J. Sternberg, & James E. Davidson (Eds.), Conceptions of giftedness (pp. 53-92). New York: Cambridge University Press. Renzulli, Joseph J. (1998). The three-ring conception of giftedness. Στο Susan M. Baun, Sally M. Reis, & Lori R. Maxfield (Eds.), Nurturing the gifts and talents of primary grade students. Mans Field Center, CT: Creative Learning Press. Rimm, Sylvia B. (2003). Underachievement: A National Epidemic. Στο Nicholas Colangelo & Gary A. Davis (Eds.), Handbook of Gifted Education: 3rd edition (424-443). Boston: A&B. Simonton, Dean K. (2003). When Giftedness Become Genius? And When Not? Στο Nicholas Colangelo & Gary A. Davis (Eds.), Handbook of Gifted Education: 3rd edition (424-443). Boston: A&B. Σούλης, Σπύρος Γ. (2006). Παιδιά και έφηβοι με υψηλή νοητική λειτουργικότητα και η εκπαίδευση τους. Αθήνα: Τυπωθήτω-Δαρδανός. Schultz, Robert Arthur (2002). Illuminating realities: A phenomenological view from two underachieving gifted learners. Roeper Review, 24 (4), 203-212. Sousa, David A. (2009). How the gifted brain learns (2nd ed.). Thousand Oaks, CA: Corwin. Terman, Lewis M. (1925). Mental and physical traits of a thousand gifted children. Standford, CA: Stanford University Press. Terman, Lewis M. (1954). The discovery and encouragement of exceptional talent. American Phycologist, 9, 221-230. Treffinger, Donald, Nassab, Carole A & Selby, Edwin D. (2009). Programming for talent development: expanding horizons for gifted education. Στο Tom Balchin, Barry Hymer & Donna J. Matthews (Eds.), The Routledge International Companion to Gifted Education (pp. 210-217).New York: Routledge. Vlahovic-Stetic, Vesna, Vidocic, Victor V. & Arambasic, Lidija (1999). Motivational characteristics in mathematical achievement: A study of gifted high achieving, gifted underachieving and non-gifted pupils. High Ability Studies, 10, 37-49. 670 Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου, Ειρήνη Ξυπολιτά ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΕ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ Abstract The process of defining underachievement, identifying underachieving gifted students, and explaining the reasons for this underachievement continues to stir controversy among practitioners, researchers, and clinicians. Despite this interest, the underachievement of gifted students remains an enigma. This chapter explores the current policies and practices with regard to defining, identifying, and educating underachieving gifted students. Recommendations are included that would help ensure that students who are gifted and still underachieve receive the intervention needed to help them achieve their full potential. Particular emphasis is given to educational modifications based on individual strengths and interests. Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου Λέκτορας Ψυχολογίας Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών, Τομέας Ειδικής Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, Ιπποκράτους 33, 106 80 Αθήνα, Τηλ.: 210-3688380, Fax: 210-3688381,

[email protected]

,

[email protected]

Ειρήνη Ξυπολιτά Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Ειδικής Αγωγής, Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών,

[email protected]

671 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Το μουσείο ως ενδιάμεσος χώρος εκπαίδευσης για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες Ίριδα Ντάλλα, Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου Στη σύγχρονη εποχή, η ικανοποίηση των μαθησιακών αναγκών των παιδιών καλύπτεται όχι μόνο μέσω της τυπικής διδασκαλίας, αλλά και μέσω της συμ­ μετοχής τους σε οργανωμένες εκπαιδευτικές δραστηριότητες, οι οποίες συμ­ βάλλουν στη προσωπική, κοινωνική και ψυχολογική τους ανάπτυξη (Falk 2004: 82-96. Rickinson, Dillon, Teamey, Morris, Choi, Sanders, & Benefield, 2004: 33-41). Ένας τέτοιος χώρος που επιτρέπει στους μαθητές να εξερευνούν, να αντλούν έμπνευση και να μαθαίνουν είναι το μουσείο, που παραπέμπει στις Μούσες της αρχαιότητας, ως προστάτιδες της τέχνης, της ποίησης, της γνώ­ σης και της μνήμης (Hein, 2000: 203). Το μουσείο, επομένως, σύμφωνα με αυτή την ετυμολογική προσέγγιση, αλλά και τους ορισμούς που διατυπώνο­ νται τόσο από διεθνείς οργανισμούς, όπως το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων όσο και από εθνικούς συνδέσμους εκπροσώπησης μουσείων, όπως ο Σύνδε­ σμος Μουσείων της Βρετανίας, μετακυλύει το ενδιαφέρον του στον άνθρω­ πο, τον επισκέπτη και τη δυνατότητα έμπνευσης, γνώσης και ψυχικής ανάτα­ σης που μπορεί να αποκομίσει από το μουσείο (Museums Association 1998 στο Lang, Reeve & Woollard, 2009: 33). Εν αντιθέσει προς το παραδοσιακό, το μοντέρνο και μεταμοντέρνο μουσείο στρέφουν το ενδιαφέρον τους όχι μόνο στη διατήρηση και έκθεση αντικειμένων, αλλά και στο κοινό. Ο Foucault (1986: 22-27) θεωρεί το μουσείο έναν «έτερον τόπο» ή ετεροτoπία συλλογικής αξίας, ο οποίος σωρεύει στο άπειρο εποχές και χρόνους και είναι ο ίδιος εκτός χρόνου και στο απυρόβλητο του χρόνου. Η ορ­ γάνωσή του κατά τον τρόπο της ατέρμονης και αόριστης σώρευσης του χρό­ νου σε έναν ακίνητο τόπο, καθιστά το μουσείο έναν ενδιάμεσο χώρο επαφής του κοινού με το παρελθόν και προσδιορισμού του μέλλοντος. Ο τόπος του μουσείου περικλείει σημαντικά στοιχεία, σχέσεις και χαρακτηριστικά, τα οποία συνδέουν τον άνθρωπο με σημαντικές περιοχές της ζωής, όπως τον πολιτισμό, τη δημιουργία, την εξέλιξη, κ.ά. Βασικό χαρακτηριστικό του μουσείου είτε ως «έδρα των Μουσών», είτε ως «έτερο τόπο» είναι οι κοινωνικές, πολιτισμικές και εκπαιδευτικές διεργασίες (Van Mensch, 1992: 10-12. Vergo, 1989: 21) που δι­ αμορφώνουν μεταξύ του μουσείου και των επισκεπτών μια διαδραστική σχέση η οποία στη συνέχεια μπορεί να αποτελέσει πηγή διανοητικής, συναισθηματι­ κής, κοινωνικής ανάπτυξης και δημιουργίας (Falk, 2004: 82-96). Κατ’ αυτό τον τρόπο η επίσκεψη στο μουσείο είναι μια διαδικασία η οποία 672 Ίριδα Ντάλλα, Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΩΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ δημιουργεί κίνηση και «γίγνεσθαι» ως διεργασίες μεταβολής και διαμόρφω­ σης νέων ταυτοτήτων και σχέσεων (Deleuze & Guattari, 1987:3-25). Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, το μουσείο μπορεί να θεωρηθεί ένας «έτερος τόπος» που δια­φοροποιεί, ένα ρίζωμα που εξασφαλίζει ταυτόχρονα την πολλαπλότητα και τον κοινωνικό μετασχηματισμό, ανανεώνοντας και επαναπροσδιορίζοντας τη μορφή και τις διαστάσεις (Deleuze & Guattari, 1987: 3-25) του μουσείου. Η ρι­ ζωματική προσέγγιση μετατρέπει τη σύνθετη δομή του μουσείου σε ένα ζω­ ντανό οργανισμό που ανανεώνει συνεχώς την ταυτότητα και το ρόλο του και μέσω του δικού του γίγνεσθαι θέτει τις βάσεις μιας ουσιαστικής σχέσης με το κοινό. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το μουσείο μπορεί να αποτελέσει έναν ανοικτό και δημιουργικό θεσμό που επιτρέπει στον άνθρωπο-επισκέπτη να καταστεί κυρίαρχος της γνώσης, να αναστοχαστεί και να επαναξιολογήσει την πραγμα­ τικότητα, να συνθέσει ιδέες από την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, κ.α. Σε εκείνο που αξίζει να δοθεί έμφαση στο σημείο αυτό είναι η επίδραση που άσκησαν οι μεταμοντέρνες θεωρίες στη σχέση του μουσείου με την κοι­ νωνία, μέσω της μουσειακής εκπαίδευσης ως κεντρικής λειτουργίας (Hooper- Greenhill, 2006: 235-247), η οποία προσδίδει σημασία στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες που απευθύνονται σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, εθνικής καταγωγής ή σωματικών και γνωστικών ικανοτήτων. Σε αντιδιαστολή προς το σχολείο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η τυπική εκπαίδευση, το μουσείο μπορεί να αποτελέσει έναν τόπο άτυπης μάθησης (Falk, 2004: 82- 96) που θα φιλοξενήσει του μαθητές ως ενεργά μέλη και θα τους παρέχει το αντικείμενο για συμμετοχική παρατήρηση. Επιπροσθέτως, το μουσείο λόγω του περιεχομένου του είναι φυσικό να οργανώνει δραστηριότητες, οι οποί­ ες ενισχύουν τις προϋπάρχουσες γνώσεις των μαθητών, αλλά συγχρόνως το έντονο ενδιαφέρον των μαθητών, διεγείρουν τη φυσική περιέργεια και φαντα­ σία και την εξερευνητική τους διάθεση οδηγώντας στην καλύτερη κατανόη­ ση αφηρημένων εννοιών, όπως ο χρόνος, ο τόπος, η αλλαγή, η σχέση αιτίας αποτελέσματος, κ.ά (Bellamy, Burghes & Oppenheim, 2009: 9-21). Είναι κοινώς γνωστό, ότι τα παιδιά δημιουργούν τους δικούς τους τόπους φαντασίας και στο σπίτι, εκεί που τρώνε ή κοιμούνται, και είναι οι χώροι του παιχνιδιού, της φαντασίας και δημιουργικότητας ή της αντίδρασης. Ωστόσο, είναι προφανές, ότι αυτοί οι χώροι βασίζονται στο μονόλογο και δεν περι­ λαμβάνουν την αλληλεπίδραση και τις σύνθετες διεργασίες της κατανόησης, της ενεργοποίησης της σκέψης και της ανάπτυξης της φαντασίας και της δη­ μιουργικότητας (Harris, 1999: 5-8. Hjorth, 2005: 386-398). Από την άλλη πλευ­ ρά, η εμπειρία στο μουσείο αποδεικνύεται ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία, κα­ θώς συνδέεται τόσο με την επιμήκυνση της χρονικής αντίληψης όσο και την ενεργοποίηση των συναισθημάτων των μαθητών, παρέχοντας δυνατότητες ανάπτυξης των ικανοτήτων τους. 673 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ο διευρυμένος εκπαιδευτικός ρόλος των μουσείων εκφράζεται στα προ­ γράμματα προσέγγισης μαθητών με ιδιαίτερες ανάγκες, με στόχο την αντιμε­ τώπιση των επιπτώσεων της σχολικής περιθωριοποίησης και του κοινωνικού αποκλεισμού (Sandell, 2003: 45-62). Η εφαρμογή προγραμμάτων που απευ­ θύνονται σε μαθητές με κάποια μορφή κινητικού προβλήματος και αισθητη­ ριακής βλάβης (άτομα με προβλήματα όρασης ή τυφλά, κωφά ή βαρήκοα), νοητικής υστέρησης και μαθησιακών δυσκολιών είναι δυνατόν να ενισχύουν την αυτοπεποίθηση και ανεξαρτησία τους στις καθημερινές δραστηριότητες ανεξαρτήτως προσωπικών ιδιαιτεροτήτων (Antoniou, Νtalla & Woollard, υπό δημοσίευση). Η αποτελεσματικότητα της μουσειακής εκπαίδευσης για παι­ διά με ειδικές ανάγκες εξαρτάται από το σχεδιασμό και την προσαρμογή υπο­ δομών και υπηρεσιών στις ανάγκες των συγκεκριμένων ομάδων (Woollard, 2004: 105-119), αλλά και από τη συνεργασία ειδικών σχολείων και μουσείου. Στα πλαίσια διερεύνησης καλών πρακτικών σχετικά με την προσέγγιση παιδιών με ιδιαίτερες ανάγκες σε μουσεία του Λονδίνου διενεργήθηκε έρευ­ να με τη χρήση ηλεκτρονικών συνεντεύξεων. Οι συνεντεύξεις περιλάμβαναν ερωτήσεις που στόχο είχαν να εντοπιστούν οι πρακτικές των μουσείων σχε­ τικά με το σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων που απευθύνονται στα παιδιά και τους μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη φυσική, συ­ ναισθηματική και γνωστική τους ανάπτυξη. Οι συνεντεύξεις απευθύνθηκαν στο προσωπικό των μουσείων το οποίο εμπλέκεται με τον εκπαιδευτικό σχε­ διασμό και την υλοποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα αποτελέσματα από συνολικά τέσσερις συνεντεύξεις, οι οποίες καταδεικνύουν πώς το μουσείο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό τόπο επίλυσης προβλημάτων και κοινωνικής ενσωμάτωσης των μαθητών στο σχο­ λείο και την κοινωνία. Για παράδειγμα, η πολιτική του Βρετανικού Μουσείου για τα άτομα με ει­ δικές ανάγκες προβλέπει όχι μόνο ρυθμίσεις πρόσβασης στο φυσικό χώρο του μουσείου, αλλά και ειδικές προδιαγραφές στο σύστημα πληροφόρησης για κάθε επιμέρους κατηγορία ατόμων με ειδικές ανάγκες (British Museum, 2010: 1-26). Για τα τυφλά ή με μειωμένη ορατότητα άτομα διαθέτει συστή­ ματα προσανατολισμού, όπως οδηγούς όδευσης τυφλών, πληροφορίες που είναι και σε γραφή Braille, καθώς και ζωντανές συζητήσεις από εκπαιδευμέ­ νο προσωπικό. H ομάδα Εκπαίδευσης Παιδιών και Νέων του μουσείου συ­ νεργάζεται με τους εκπαιδευτικούς έτσι ώστε να αναπτύξουν προγράμματα τα οποία να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών με ειδικές ανάγκες. Οι εκπαιδευτικοί έχουν τη δυνατότητα να συζητήσουν με τους μαθητές στην τάξη σχετικά με την επιλογή του θέματος. Μέσα από τη συζήτηση, τις από­ ψεις και τις εμπειρίες των μαθητών, οι εκπαιδευτικοί ορίζουν το θέμα, τους στόχους και το περιεχόμενο του προγράμματος. Επιπλέον, το προσωπικό του 674 Ίριδα Ντάλλα, Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΩΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ μουσείου σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και τους συλλόγους ειδι­ κών ομάδων μεριμνά για πρακτικά ζητήματα που αφορούν την ποιότητα πρό­ σβασης στο μουσείο. Από τις συνεντεύξεις προκύπτουν διάφορες πρωτοβουλίες που έχει ανα­ λάβει το μουσείο για την ηλεκτρονική προσβασιμότητα ατόμων με ειδικές ανά­ γκες. Συγκεκριμένα, η βοηθητική τεχνολογία που χρησιμοποιείται περιλαμβά­ νει υλικό ή λογισμικό, όπως: • Μεγέθυνση εικόνας, με μεγεθυντικό φακό με στόχο την ευχερέστερη προβολή εικόνας στην οθόνη • Αφηγητές οθόνης για τη μετατροπή κειμένου σε ομιλία, ιδιαίτερα χρή­ σιμο για άτομα με προβλήματα όρασης • Προγράμματα που περιγράφουν τις πληροφορίες στη γλώσσα Braille ή με συνθετική ομιλία για άτομα με προβλήματα όρασης ή άτομα με δυσκολίες στην ανάγνωση. • Φυλλομετρητές κειμένου, κ.ά. Επίσης, η Ομάδα Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας του Μουσείου του Northampton στην Βρετανία (Πληροφορίες από τον Υπεύθυνο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Northampton Museum, 2010) αναπτύσσει προγράμματα για την υποβόη­ θηση παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες. Μια από τις πιο γνώστες προσέγγισης εκμάθησης για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες στα μουσεία είναι η πολυαισθη­ τηριακή μέθοδος. Το μουσείο περιλαμβάνει στα εκπαιδευτικά του πρόγραμ­ μα συνεδρίες άμεσης επαφής των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες με εκθέ­ ματα του μουσείου με σκοπό την δημιουργία πολυαισθητηριακής εμπειρίας. Για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, δημιούργησε ένα χώρο-θησαυ­ ρό που καλλιεργεί την φαντασία και την περιέργεια στα παιδιά. Ο χώρος-θη­ σαυρός περιλαμβάνει πίνακες ζωγραφικής και διάφορα άλλα αντικείμενα με τα οποία τα παιδιά έρχονται σε άμεση επαφή, έχοντας τη δυνατότητα να συν­ δέσουν το περιεχόμενο του θησαυρού με την ιστορία της περιοχής και του μουσείου. Ο πολυαισθητηριακός χώρος-θησαυρός διαμορφώθηκε σε συνερ­ γασία με σχολεία για παιδιά με ειδικές ανάγκες, αλλά είναι διαθέσιμο και για άλλες ομάδες παιδιών. Το περιεχόμενου του χώρου ανανεώνεται συνεχώς με βάση τις εκθέσεις του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο για Παιδιά Eureka στο Yorkshire, βορειοανατολικά του Λονδίνου, έχει διαμορφώσει ένα γόνιμο διαδραστικό περιβάλλον για γονείς και παιδιά βρεφικής, νηπιακής και σχολικής ηλικίας έως 11 ετών. Με δεδομέ­ νο ότι το παιχνίδι είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη διαδραστικότητα, τα παιδιά συμμετέχουν ενεργά, σωματικά και συναισθηματικά σε ένα περιβάλλον πλού­ σιο σε ερεθίσματα, προκειμένου να γνωρίσουν και να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τον κόσμο, να εκφράσουν συναισθήματα και σκέψεις και να αποκτή­ σουν τα απαραίτητα εφόδια που συμβάλλουν στη γνωστική, συναισθηματική 675 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ και γλωσσική τους ανάπτυξη. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη στή­ ριξη παιδιών με ειδικές ανάγκες. Το πρόγραμμα «Διάλειμμα για Παιχνίδι» απευθυνόμενο στις οικογένειες που έχουν αυτιστικό παιδί προσφέρει ένα περιβάλλον που λαμβάνει υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες του αυτισμού, όπως την αδυναμία διατήρησης του ενδια­ φέροντος, τα προβλήματα ακουστικής επεξεργασίας, τις δυσκολίες επίλυ­ σης προβλημάτων και πρόβλεψης, τις δυσκολίες διαδοχικής απομνημόνευ­ σης ενεργειών, κ.ά. Μέσω της διαδικασίας του κύκλου των φίλων τα παιδιά οργανώνονται σε ομάδες κάτω των 5 ετών και 5 έως 8 ετών. Οι ομαδικές δρα­ στηριότητες δίνουν στα παιδιά τη δυνατότητα να οργανώσουν τη σκέψη τους καλύτερα, να εστιάσουν την προσοχή τους σε θέματα που τους ζητείται να κάνουν, να ολοκληρώσουν τις δραστηριότητες και να βιώσουν το συναίσθη­ μα της επιτυχίας (Break to Play, Project Evaluation, March 2011). Το πρόγραμμα προσφέρει περαιτέρω δυνατότητες στους γονείς να κα­ τανοήσουν καλύτερα το ρόλο του παιχνιδιού στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και ικανοτήτων στα παιδιά με αυτισμό, στη βελτίωση των λεπτών κινητικών δε­ ξιοτήτων (χρήση μικρών αντικειμένων), όπως και στην αύξηση της ικανότη­ τας να εξερευνούν μόνα τους ένα καινούργιο περιβάλλον. Επίσης, οι γονείς παρέχουν πληροφορίες για το ιστορικό του παιδιού, τα παιχνίδια που προ­ τιμάει, και άλλα στοιχεία που είναι χρήσιμα για το σχεδιασμό του προγράμ­ ματος. Στόχος του Μουσείου είναι η συνεργασία με τους γονείς η οποία επι­ τρέπει την διερεύνηση των απόψεων, των αναγκών και των προσδοκιών τους από τα προγράμματα, με σκοπό την ουσιαστική αξιοποίηση των πληροφορι­ ών για τον σχεδιασμό και την οργάνωση νέων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Σημαντικό παράδειγμα ακόμη αποτελεί και το Geffrye Museum στο ανατο­ λικό Λονδίνο, το οποίο οργανώνει προγράμματα που απευθύνονται σε μαθη­ τές με μαθησιακές δυσκολίες, καθώς επίσης και σε μαθητές που εκδηλώνουν συναισθηματικά προβλήματα και προβλήματα συμπεριφοράς. Στόχος τους είναι να έρθουν σε επαφή τα παιδιά με το μουσείο, να εργαστούν σε οµάδες, να έχουν ευκαιρίες να εκφράσουν τη γνώµη τους, αλλά και να προσεγγίσουν ενεργητικά γνωστικά πεδία του αναλυτικού προγράμματος. Η Προϊστάμενος της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας του Μουσείου τονίζει τη σημασία επιμόρφω­ σης του προσωπικού για: (α) την οργάνωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που προσφέρονται στο μαθητικό πληθυσμό, και ειδικότερα στα παιδιά με ει­ δικές ανάγκες, (β) τη συνεργασία με το σχολείο και τους γονείς και (γ) την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Τα παραπάνω παραδείγματα καθιστούν φανερό ότι το μεταμοντέρνο μου­ σείο αποτελεί ανοικτό θεσμό που καλεί το κοινό να προσεγγίσει και να αξιο­ ποιήσει τις συλλογές με βάση τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του. Σημαντική είναι η σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργείται με παιδιά νεαρής 676 Ίριδα Ντάλλα, Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΩΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ηλικίας, το εν δυνάμει ενήλικο κοινό των μουσείων. Επιπλέον, η συμβολή του μουσείου στην ένταξη παιδιών με ειδικές ανάγκες το καθιστά έναν ιδιαίτερο τόπο μάθησης με σημαντικές διαφορές με την παραδοσιακή μάθηση και δι­ δασκαλία στο σχολείο. Τα ψηφιακά διαδραστικά μέσα (ηλεκτρονικοί υπολο­ γιστές, προσομοιώσεις, εικονική πραγματικότητα, κ.ά) με βασικό σκοπό την εφαρμογή πολιτισµικής πληροφορικής προσφέρουν πολύτιμες και ουσιαστι­ κές εμπειρίες στα παιδιά στο σύνολό τους. Ο πολλαπλός ρόλος του μουσείου και η μετατροπή του σε έναν τόπο μά­ θησης δημιουργεί μια δυναμική, σύμφωνα με την οποία η μουσειακή εμπει­ ρία μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για την απελευθέρωση της φαντασίας των παιδιών με ειδικές ανάγκες και για την ανάπτυξη γνωστικών και κοινωνικών δεξιοτήτων. Επιπλέον, μπορεί να συμβάλει στη δυνατότητα ομαλής ενσωμά­ τωσής τους στο κοινωνικό σύνολο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το μουσείο μπορεί να αποτελέσει έναν ενδιάμεσο χώρο του γίγνεσθαι των παιδιών αυτών και κα­ λύτερης επαφής με την εξωτερική πραγματικότητα. Ωστόσο, αυτή η εργασία αποτελεί μια μελέτη περιπτώσεων και στο συγκεκριμένο ζήτημα χρειάζονται συστηματικές ερευνητικές προσπάθειες με τη συνεργασία εκπαιδευτικών, εκ­ προσώπων του μουσείου και της κοινότητας. Βιβλιογραφία Antoniou, Alexander-Stamatios, Ntalla, Irida & Woollard, Vicky (υπό δημοσίευση). “Discussing museum learning opportunities for children with disabilities”. Στο Antoniou, Alexander-Stamatios & Kirkcaldy, Bruce (Eds.), Education, Family and Child Health. Bellamy, Kate., Burghes, Louie., & Oppenheim, Carey (2009). “Learning to live. Museums, young people and education”. Στο Bellamy, Kate & Oppenheim Carey (Eds.), Learning to live. Museums, young people and Education. London: Institute for Public Policy Research and National Museum Directors’ Conference. British Museum (2010). Disability Equality Scheme. Στο: http://www.britishmuseum. org/PDF/disability_equality_scheme.pdf. Deleuze, Gilles., & Guattari, Felix (1987). A thousand plateaus: Capitalism and schizophrenia (B. Massumi, Trans.). Minneapolis: University of Minnesota Press. (Original work published 1980). Falk, John (2004). «The director’s cut: Toward an improved understanding of learning from museums». In: Science Education, 88(1), 82- 96. Foucault, Micheal (1986). “Of other spaces”. In: Diacritics, 16 (1), 22-27. Harris, Ian (1999). “Outdoor education in secondary schools: What future”? In: Horizons, 4, 5-8. Hein, Hilde S (2000). The museum in transition: A philosophical perspective. 677 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Washington and London: Smithsonian Institution Press. Hjorth, Daniel (2005). “Organizational entrepreneurship with de certeau on creating heterotopias (or spaces for play)”. In: Journal of Management Inquiry, 14(4), 386-398. Hooper-Greenhill, Eilean (2006). «The power of museum pedagogy». Στο H. H. Genoways Hugh H Museum’s philosophy for the twenty-first century. Oxford: Altamira Press. Lang, Caroline., Reeve, John., & Woollard, Vicky (2009). The responsive museum: Working with audiences in the twenty-first century. Hampshire, England: Ashgate Publishing Co. Rickinson, Mark., Dillon, Justin., Teamey, Kelly., Morris, Marian., Choi, Mee Young., Sanders, Dawn., & Benefield Pauline (2004). A review of research on outdoor learning. London: National Foundation for Educational Research and King’s College. Sandell, Richard (2003). «Social inclusion, the museum and the dynamics of sectoral change». In: Journal of Museums and Society, 1(1), 45-62. Van Mensch, Peter (1992). “Towards a methodology of museology.” PhD diss., University of Zagreb, In: http://www.muuseum.ee/et/erialane_areng/museoloogiaalane_ki/ingliskeelne_ kirjand/p_van_mensch_towar/ Vergo, Peter (1989). The new museology. London: Reaktion Books Ltd. Woollard, Vicky (2004). “Caring for the visitor”. Στο: ICOM Running a museum: A practical handbook. ICOM: International Council of Museums. Abstract The museum as a transition space for the children with special needs The museum can act as a transition or a ‘third space’, specifically beneficial for the development of the children, different from school and home. This element can be articulated by the notions of heterotopia by Foucault and constant becoming by Deleuze, as they pinpoint the interrelation of the visitor with the multiple roles and spaces of the museum. This presentation discusses examples of museum practices in Great Britain, specifically case studies of museum learning with children with special needs. According to interviews with museum staff, the modern museum is exploring new models to involve and create relations with children with physical and mental differences. Museum can become for this group the space with benefits in their personal and social development. 678 Ίριδα Ντάλλα, Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΩΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ Αλέξανδρος-Σταμάτιος Αντωνίου Λέκτορας Ψυχολογίας Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών, Τομέας Ειδικής Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, Ιπποκράτους 33, 106 80 Αθήνα, Τηλ.: 210-3688380, Fax: 210-3688381,

[email protected]

,

[email protected]

Ίριδα Ντάλλα Υποψ. Διδάκτωρ Πανεπιστήμιου Λονδίνου Flat C, 43-45 Broadway Market London Fields E8 4PH UK 679 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πτώση του ακαδημαϊκού επιπέδου σπουδών: μύθος ή πραγματικότητα; Δέσποινα Ποιμενίδου Η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί διεθνώς μία κυρίαρ­ χη τάση των τελευταίων δεκαετιών, η οποία σημειώθηκε αρχικά στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στις ευρωπαϊκές χώρες και οδήγησε στο μετασχηματισμό των ακαδημαϊκών συστημάτων από ελιτιστικά σε μαζικά. Ο μετασχηματισμός αυ­ τός του Πανεπιστημίου στη μεταβιομηχανική «Κοινωνία της γνώσης» είναι η λογική συνέπεια της αύξησης των γνωστικών απαιτήσεων σε όλους τους το­ μείς και τα επίπεδα (Altbach, 1999: 107-108). Ωστόσο, εκφράζεται διεθνώς προβληματισμός σχετικά με το βαθμό στον οποίο οδήγησε σε πτώση του επι­ πέδου σπουδών, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς η αύξηση των ποσοτικών μεγεθών των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων φαίνεται να προηγείται του αναγκαίου μετασχη­ ματισμού των χαρακτηριστικών τους εν όψει της ανάπτυξης (Trow, 1991: 343). Με τη διευρυμένη πρόσβαση η φοίτηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απο­ τελεί δικαίωμα και στη συνέχεια «υποχρέωση» (Trow, 1991: 313), με την έν­ νοια ότι ο καθένας βλέποντας τους/τις συμμαθητές/τριές του να συνεχίζουν τις σπουδές τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αισθάνεται την κοινωνική πί­ εση ότι θα έπρεπε και αυτός ή αυτή να συνεχίσει, ακόμα και αν δεν ήταν αρ­ χικά ο στόχος του/της1. Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει ομοφωνία όσον αφορά το χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και γενικά τις ακα­ δημαϊκές αξίες, οι οποίες θα πρέπει να τη χαρακτηρίζουν. Ταυτόχρονα, η δι­ αφοροποιημένη κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού –σε συνδυα­ σμό με το μαζικό χαρακτήρα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων– συνεπάγεται διαφορές στο βαθμό αφομοίωσης των απαιτήσεων του επιστημονικού ορθο­ λογισμού, που προϋποθέτει τις ικανότητες ανάλυσης, γενίκευσης, αφαίρεσης, ανίχνευσης αιτιωδών σχέσεων και διατύπωσης ορθολογικών επιχειρημάτων, τα οποία θα στηρίζονται στη μεθοδική αμφισβήτηση θέσεων που θεωρούνται «αυτονόητες και αληθινές». Ως αποτέλεσμα, η απόσταση του επιστημονικού τρόπου σκέψης από τις καθημερινές εμπειρίες τους ενδέχεται να περιορίζει τη δυνατότητα εσωτερίκευσης του επιστημονικού τρόπου εργασίας και να δημιουργεί αρνητικές στάσεις, όπως αδιαφορία, απογοήτευση ή ακόμα και επιθετικότητα, όπως παρατηρήθηκε άλλωστε και κατά τη μετάβαση από την 1. Στην περίπτωση αυτή η φοίτηση χαρακτηρίζεται από τον Trow «ακούσια» (involuntary) (Κελπανίδης, 1991: 102-103). 680 Δέσποινα Ποιμενίδου ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ: ΜΥΘΟΣ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ; ελιτιστική στη μαζική δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Κελπανίδης, 1991: 89-90, 105-107· Altbach, 1999: 121-122). Ο προβληματισμός σχετικά με τις συνέπειες της μετάβασης από το ελιτι­ στικό στο μαζικό Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, όσον αφορά τις γνωστικές προ­ ϋποθέσεις των φοιτητών/τριών και τα επίπεδα των επιδόσεών τους αποτέλε­ σε την αφετηρία της παρούσας έρευνας2. Ο στόχος είναι η διερεύνηση των επιπτώσεων της αυξανόμενης ετερογένειας του φοιτητικού πληθυσμού στην ακαδημαϊκή ικανότητα3 αυτού του νέου φοιτητικού πληθυσμού. Οι προσδοκώ­ μενες επιπτώσεις ερευνήθηκαν με αναφορά στο επιστημονικό πεδίο του ακα­ δημαϊκού γραπτού λόγου. Επομένως, το βασικό ερώτημα που διερευνήθηκε είναι αν επήλθε διαχρονικά πτώση του επιπέδου σπουδών, με βάση την ανά­ λυση και αξιολόγηση του ακαδημαϊκού γραπτού λόγου των φοιτητών/τριών. Όσον αφορά το ερώτημα αυτό, με βάση τις υποθέσεις της έρευνας ανα­ μένεται ότι: • Θα υπάρχει σημαντική διακύμανση με βάση τα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης του ακαδημαϊκού λόγου των φοιτητών/τριών που συνδέ­ ονται με τη μακροδομή του κειμένου, όπως το περιεχόμενο, η οργά­ νωση/δομή του κειμένου και κριτήρια που σχετίζονται με το επιστημο­ νικό πεδίο της Κοινωνιολογίας (κριτική σκέψη κ.ά.). • Θα υπάρχει διαχρονικά ποιοτική διαφοροποίηση του μέσου όρου των επιδόσεων των φοιτητών/τριών αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγη­ σης που πιστοποιούν την ύπαρξη γλωσσικών και εννοιολογικών ικα­ νοτήτων ακαδημαϊκού επιπέδου. • Δεν θα υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση του μέσου όρου των επιδόσεων των φοιτητών/τριών κατά τη διαχρονική συγκριτική αξι­ ολόγηση βασικών δεξιοτήτων που αφορούν τη μικροδομή του κειμέ­ νου (ορθογραφία, σύνταξη, συλλαβισμός). 2. Στη χώρα μας δεν έχουν πραγματοποιηθεί σχετικές διαχρονικές έρευνες, παρά τα ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά αποτυχίας των Ελλήνων μαθητών/τριών τόσο στις εξετάσεις εισαγωγής τους στα ελληνικά πανεπιστήμια (Μπουζάκης, 1999: 148-149, 161) όσο και στις αξιολογήσεις τους σε διεθνείς ανάλογες έρευνες (OECD, PISA). Η έρευνα μάλιστα έχει ήδη επισημάνει την αδυναμία εξαγωγής τεκμηριωμένων συμπερασμάτων σχετικά με την πτώση του γενικού μορφωτικού επιπέδου στην Ελλάδα, καθώς πρόκειται για δεδομένα που «…κανείς ποτέ δεν είχε την πρόνοια να συλλέξει και να τα αξιολογήσει αντικειμενικά» (Πυργιωτάκης, 1992: 197). 3. Ως «ακαδημαϊκή ικανότητα» (academic ability ή –πιο πρόσφατα– academ­ ic literacy) νοείται η κατοχή σύνθετων γλωσσικών και εννοιολογικών (conceptual) ικανοτήτων (ικανότητα κριτικής σκέψης, αφαίρεσης, ανίχνευσης αιτιωδών σχέσεων κ.ά.), οι οποίες επιτρέπουν την ανάλυση, δόμηση και προαγωγή της γνώσης σε ένα συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο (Elander et al., 2006: 85). 681 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Θα υπάρχει μία διαχρονική πτώση του μέσου όρου των ακαδημαϊκών κριτηρίων σπουδών, κατά τη διαχρονική συγκριτική αξιολόγηση των γραπτών κειμένων των φοιτητών/τριών. • Θα υπάρχει μία διαχρονική πτώση του μέσου όρου και των υψηλών επι- δόσεων των φοιτητών/τριών (δηλαδή του υψηλότερου 5%) όσον αφο­ ρά τα συγκεκριμένα σταθερά κριτήρια αξιολόγησης, κατά τη διαχρονι­ κή συγκριτική αξιολόγηση των γραπτών κειμένων τους. Αντικείμενο ανάλυσης αποτέλεσαν οι γραπτές απαντήσεις των φοιτητών/ τριών του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, κατά τη χρονική περίοδο 1990-2010, στις γραπτές εξετάσεις που έδωσαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους για να ολοκληρώσουν τις υπο­ χρεώσεις τους στο μάθημα της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης4. Το σύνολο των γραπτών στην εικοσαετία προσεγγίζει τα 5.000 γραπτά. Από αυτά επελέ- γησαν τα γραπτά συγκεκριμένων ετών που ελήφθησαν ανά τριετία ή τετραετία, συνολικά 1376, τα οποία και αποτέλεσαν το δείγμα της έρευνας. Η επεξεργασία και ανάλυση των γραπτών κειμένων των φοιτητών/τρι­ ών πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της αναλυτικής αξιολόγησης (Gorman, Purves & Degenhart: 1988: 45-46· Αδαλόγλου, 2007: 61). Ως αποτέλεσμα, για την αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκαν αυστηρά καθορισμένα χαρακτηριστικά και κριτήρια επίδοσης, που συμπεριλήφθηκαν στο κατάλληλα διαμορφωμένο για το επιστημονικό πεδίο της Κοινωνιολογίας Όργανο Αξιολόγησης Γραπτού Λό­ γου5. Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε από δύο κατάλληλα εκπαιδευμένους για το σκοπό αυτό αξιολογητές, ενώ τα κριτήρια επίδοσης που συμπεριλή­ φθηκαν στο Όργανο Αξιολόγησης ήταν τα ακόλουθα: Περιεχόμενο: Αξιολογείται το πληροφοριακό περιεχόμενο του κειμένου αναφορικά με ένα συγκεκριμένο ζήτημα, η ορθότητα και η επάρκεια των σχε­ τικών πληροφοριών. Οργάνωση/Δομή: Αξιολογείται η οργάνωση και παρουσίαση των πληρο­ φοριών στις παραγράφους και η διάρθρωση των σκέψεων, δηλαδή η συνε­ κτικότητα (cohesion) –υπάρχει ή όχι λογική αλληλουχία ιδεών– και η συνο­ χή (coherence) του κειμένου –σύνδεση των παραγράφων και των προτάσεων μέσα σε μία παράγραφο. Βασικές δεξιότητες (Mechanics): Αξιολογείται η γενική γλωσσική ικανότη­ 4. Δεδομένου ότι το μάθημα αυτό είναι μάθημα κορμού, οι γραπτές απαντήσεις προέρχονται από το σύνολο των φοιτητών/τριών του Τμήματος. 5. Επειδή ένα αντίστοιχο όργανο για την ελληνική γλώσσα δεν έχει αναπτυχθεί και αξιολογηθεί, ώστε να θεωρείται μεθοδολογικά έγκυρο, ακολουθήθηκε κατά βάση το σύστημα αξιολόγησης που εφαρμόζεται στο Πρόγραμμα Αξιολόγησης Ακαδημαϊκού Γραπτού Λόγου του Πανεπιστημίου George Mason των ΗΠΑ (Writ­ ing Across the Curriculum/Writing in the Disciplines Program). 682 Δέσποινα Ποιμενίδου ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ: ΜΥΘΟΣ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ; τα και η ικανότητα παραγωγής γραπτού λόγου, δηλαδή η γραμματική ορθό­ τητα, η λεξιλογική ακρίβεια και η συντακτική ωριμότητα του κειμένου. Αποδέκτες/Σκοπός/Πλαίσιο: Αξιολογείται: α) η καταλληλότητα του ύφους, β) η αποτελεσματικότητα του κειμένου όσον αφορά το σκοπό παραγωγής του, την παρουσίαση δηλαδή με επιστημονικό τρόπο της θέσης του συγγραφέα και γ) η δυνατότητα έκφρασης σε αφηρημένο εννοιολογικό επίπεδο –ικανότητα χρήσης των κατάλληλων συντακτικών δομών για την πραγμάτευση ενός θέ­ ματος με επιστημονικό τρόπο, καθώς και επιστημονικών και τεχνικών όρων– και ο βαθμός κατανόησης των συμβάσεων που ισχύουν σε ένα συγκεκριμέ­ νο επιστημονικό πεδίο.   Διάγραμμα 1: Διαχρονική μεταβολή του μέσου όρου της βαθμολογίας των γραπτών κειμένων των φοιτητών/τριών (1990-2010). Επιπλέον, υπολογίσθηκαν οι μέσοι όροι της βαθμολογίας των γραπτών κει­ μένων των φοιτητών/τριών για τις περιόδους 1990-2000 και 2001-2010, και συγκρίθηκαν με έλεγχο Τ για ανεξάρτητα δείγματα (Independent Samples T test). Διαπιστώθηκε ότι ο μέσος όρος της βαθμολογίας των φοιτητών/τριών στις γραπτές εξετάσεις κατά τη δεκαετία 2001-2010 είναι σημαντικά χαμηλό­ τερος (p< 0,0001) από τον αντίστοιχο μέσο όρο της δεκαετίας 1990-2000. Ο μέσος όρος της βαθμολογίας των φοιτητών/τριών έχει μειωθεί σχεδόν κατά έναν βαθμό (από 7,59 σε 6,72 για τις περιόδους 1990-2000 και 2001-2010 αντί­ στοιχα), όπως φαίνεται στον Πίνακα 1. 683 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 1: Σύγκριση του μέσου όρου της βαθμολογίας των φοιτητών/τριών στις γραπτές εξετάσεις κατά τις δεκαετίες 1990-2000 και 2001-2010.   Περίοδος N Μέσος Όρος Τυπική Απόκλιση T-test Βαθμολογία γραπτών 1990- 2000 668 7,59 1,662 10,4* εξετάσεων 2001-2010 708 6,72 1,428 *p <0,0001 Δεν είναι όμως μόνο ο γενικός μέσος όρος των γραπτών κειμένων των φοι­ τητών/τριών που παρουσιάζει πτώση, αλλά και οι επιδόσεις τους στα γραπτά κείμενα που παρήχθησαν ως απαντήσεις σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Εν­ δεικτικά παρατίθενται τα σχετικά αποτελέσματα για την ερώτηση που εμφανί­ ζεται στο δείγμα με τη μεγαλύτερη συχνότητα (Ν= 305). Από τη διασταύρω­ ση λοιπόν των μεταβλητών «έτος φοίτησης» και «νόρμες κοινωνικοποίησης», με την οποία μετράται η συνολική βαθμολογία των αξιολογητών για την απά­ ντηση των φοιτητών/τριών στην ερώτηση «Ποιες βασικές νόρμες αφομοιώνο- νται από τους μαθητές στη διαδικασία της σχολικής κοινωνικοποίησης;», προ­ κύπτει μία αρκετά ισχυρή (Pearson r = -0,32) και στατιστικά υψηλά σημαντική σχέση (p< 0,0001). Όσον αφορά τα κριτήρια αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκαν στην πα­ ρούσα έρευνα, ο έλεγχος T έδειξε ότι ο μέσος όρος κάθε κριτηρίου είναι ση­ μαντικά υψηλότερος για τη δεκαετία 1990-2000 σε σχέση με τον αντίστοιχο μέσο όρο για τη δεκαετία 2001-2010 (Πίνακας 2). Σε όλες τις περιπτώσεις η σχέση είναι στατιστικά υψηλά σημαντική (p< 0,0001) και μόνο για το κριτήριο Βασικές Δεξιότητες είναι στατιστικά σημαντική σε επίπεδο p< 0,01. Ένα επίσης σημαντικό εύρημα είναι ότι ο μέσος όρος των επιδόσεων των φοιτητών/τριών σε όλα τα κριτήρια του Οργάνου Αξιολόγησης χαρακτηρίζε­ ται με βάση τις αξιολογήσεις των δύο αξιολογητών και στις δύο δεκαετίες μέ­ τριος, με στατιστικά σημαντική πτωτική τάση. Μόνη εξαίρεση αποτελούν οι επιδόσεις τους στο κριτήριο Βασικές Δεξιότητες κατά τη δεκαετία 1990-2000, που χαρακτηρίζονται οριακά ικανοποιητικές και από τους δύο αξιολογητές6. 6. Αναλυτικότερα, ο μέσος όρος της βαθμολογίας του Α αξιολογητή στο συγκεκριμένο κριτήριο είναι 3,01 και του Β αξιολογητή 3,10. Και οι δύο μέσοι όροι χαρακτηρίζονται ικανοποιητικοί, αφού ξεπερνούν οριακά τη βαθμολογία 3, η οποία αποτελεί για το κριτήριο αυτό ένα ικανοποιητικό σκορ. 684 Δέσποινα Ποιμενίδου ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ: ΜΥΘΟΣ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ; Πίνακας 2: Σύγκριση του μέσου όρου των κριτηρίων του Οργάνου Αξιολόγησης Γραπτού Λόγου κατά τις δεκαετίες 1990-2000 και 2001-2010. Μέσος όρος βαθμολογίας Α και Β αξιολογητή. Κριτήρια επίδοσης Περίοδος N Μέσος Όρος Τυπική Απόκλιση T 1990- 2000 668 4,95 1,45 Περιεχόμενο 8,99** 2001-2010 708 4,28 1,30 1990- 2000 668 2,71 0,51 Δομή 2001-2010 708 2,54 0,50  6,02** 1990- 2000 668 3,06 0,53 Βασικές δεξιότητες  2,99* 2001-2010 708 2,97 0,57 1990- 2000 668 3,86 1,35 Αποδέκτες  6,31** 2001-2010 708 3,42 1,24 1990- 2000 668 4,23 1,35 Κριτική σκέψη 2001-2010 708 3,65 1,25  8,21** *p<0,01 **p<0,0001 Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρά την αρχική προσδοκία ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών στο μέσο όρο των επιδόσεων των φοιτητών/ τριών στο κριτήριο Βασικές Δεξιότητες κατά τη διαχρονική συγκριτική αξιο­ λόγηση των γραπτών κειμένων τους, είναι ένα σημείο που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, καθώς καταγράφηκαν σημαντικά λάθη που καθιστούν προβλη­ ματικό το χαρακτηρισμό τους ως ικανών χρηστών της ελληνικής γλώσσας. Παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα7 ορθογραφικών, γραμματι­ κών, συντακτικών και άλλων λαθών, στα οποία δεν θα αναμενόταν να υποπέ­ σουν φοιτητές/τριες πανεπιστημιακού τμήματος, οι οποίοι φιλοδοξούν στην πλειοψηφία τους να στελεχώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: … βλέπουμε ότι εξαπλώνεται η μόρφωση και γίνεται απαραίτητη πλέον σε όλους ανασχέτος (= ασχέτως, Δ.Π.) την κοινωνική τάξη … (ενν. οι μαθητές, Δ.Π.) … εσωτερικεύουν αξίες και στάσεις ζωής που ίσχυ- αν ανέκαθεν και τις κληροδότησαν (= κληρονόμησαν, Δ.Π.) και από τους γο- νείς τους … … Οι σημαντικότεροι παράγοντες που καθόρισαν αυτή την εξέλιξη ήταν το γεγονός ότι τυπώθηκαν τα πρώτα βιβλία και έτσι οι γλώσσες παγίωσαν (= πα­ γιώθηκαν, Δ.Π.) και δεν γίνονταν αλλαγές στον τρόπο γραφής. … Ο περιορισμένος κώδικας (…) έχει (…) απρόσεχτη σύνταξη και γραμ­ ματικές αφέλειες. 7. Σε κάθε περίπτωση διατηρείται η γραμματική και το συντακτικό της απάντησης του φοιτητή/τριας, ενώ η επισήμανση με έντονα γράμματα είναι της συγγραφέως. 685 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ελλιπείς (= ελλιπώς) καταρτισμένοι, των υπαρχόντων (= υπαρχουσών) κοι- νωνικών δομών, ο διδάσκοντας (= ο διδάσκων), αποκομώ (= αποκομίζω), πα­ ραμερήθηκε (= παραμερίστηκε) υπαίστει (= υπέστη), αναμμενώμενο (= αναμενόμενο), οδήγησαι (= οδή­ γησε), συναίβεναι (= συνέβαινε). Συμπεράσματα – προτάσεις Στην Ελλάδα το ερώτημα αν επήλθε διαχρονικά πτώση του επιπέδου σπου­ δών ή όχι δεν έχει –σε αντίθεση με τη διεθνή πρακτική– αποτελέσει αντικεί­ μενο συστηματικής διερεύνησης· αντίθετα, η συζήτηση για τις χαμηλές επι­ δόσεις των Ελλήνων μαθητών/τριών σε διεθνείς αξιολογήσεις (OECD, PISA) αναλώνεται κάθε φορά από τους αρμόδιους φορείς γύρω από το θέμα της κατάργησης ή όχι της βάσης του «10» για την εισαγωγή στα ελληνικά Πανε­ πιστήμια. Η παρούσα έρευνα φιλοδοξεί να συμβάλει στη σχετική με το ακα­ δημαϊκό επίπεδο σπουδών συζήτηση, αξιοποιώντας αντικειμενικά δεδομένα. Τα δεδομένα αυτά προέκυψαν από τη διαχρονική αξιολόγηση, με βάση συ­ γκεκριμένα σταθερά κριτήρια, των γραπτών κειμένων των φοιτητών/τριών του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, τα οποία παρήχθησαν στο διάστημα μιας εικοσαετίας (1990-2010). Αν και η έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, από τη μέχρι τώρα ανάλυση των δεδομένων προκύπτουν σημαντικές διαπιστώσεις, οι οποίες επιβεβαιώ­ νουν τις σχετικές αρχικές υποθέσεις της έρευνας –με εξαίρεση την υπόθεση 3, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Διαπιστώθηκε δηλαδή στατιστι­ κά σημαντική πτώση στο διάστημα της εικοσαετίας του μέσου όρου των επι­ δόσεων των φοιτητών/τριών τόσο αναφορικά με τη βαθμολογία που συγκέ­ ντρωσαν στις γραπτές εξετάσεις όσο και με βάση τη βαθμολογία τους και στα πέντε κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν από τους δύο αξιολογητές για τη διαχρονική αξιολόγηση των επιδόσεών τους. Οι επιδόσεις των φοιτητών/τρι­ ών σε όλα τα κριτήρια αξιολόγησης –με εξαίρεση το κριτήριο Βασικές Δεξιό­ τητες για τη δεκαετία 1990-2000–, χαρακτηρίζονται μέτριες, ενώ εμφανίζουν στατιστικά σημαντική πτωτική τάση. Όσον αφορά την υπόθεση 3, ενώ αρχικά υπήρχε η προσδοκία ότι δεν θα υπήρχε στατιστικά σημαντική μεταβολή των επιδόσεων των φοιτητών/τριών στο κριτήριο Βασικές Δεξιότητες, διαπιστώ­ θηκε ότι κατά την τελευταία δεκαετία οι φοιτητές/τριες υποπίπτουν σε λάθη που δεν δικαιολογούνται από πτυχιούχους που στοχεύουν στην πλειοψηφία τους να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά στο χώρο της εκπαίδευσης. Η διαπίστωση αυτή χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Προβλέπεται να καταβλη­ 686 Δέσποινα Ποιμενίδου ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ: ΜΥΘΟΣ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ; θεί προσπάθεια κατηγοριοποίησης των λαθών, ώστε να προκύψουν σχετικές δια­πιστώσεις και να προταθούν λύσεις. Στην Ελλάδα, η ραγδαία αύξηση των ποσοτικών μεγεθών της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οδήγησε στη μετάβαση από το ελιτιστικό στο μα­ ζικό Πανεπιστήμιο, χωρίς ωστόσο, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τους ανα­ γκαίους μετασχηματισμούς για την κάλυψη των αναγκών του νέου φοιτητικού πληθυσμού. Καθώς μάλιστα εντείνεται η συζήτηση σχετικά με την περαιτέρω ποσοτική διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, τα πορί­ σματα της παρούσας έρευνας που τεκμηριώνουν σαφώς την πτώση των επι­ δόσεων στη βαθμολογία και στις διαστάσεις του γραπτού λόγου που απο­ τέλεσαν αντικείμενό της, αναμένεται να προβληματίσουν τους υπεύθυνους φορείς και να οδηγήσουν σε περαιτέρω διερεύνηση και σε γόνιμη συζήτηση για την εύρεση ικανοποιητικών λύσεων. Βιβλιογραφία Αδαλόγλου, Κυριακή (2007). Η γραπτή έκφραση των μαθητών. Προτάσεις για την αξιολόγηση και τη βελτίωσή της, Αθήνα: Κέδρος. Κασσωτάκης, Μιχάλης (1992). «Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η εκπαιδευτική κρίση στην Ελλάδα», στο: Ιωάννης Ε. Πυργιωτάκης & Ιωάννης Ν. Κανάκης (επιμ.), Παγκόσμια κρίση στην εκπαίδευση: Μύθος ή πραγματικό- τητα;, Αθήνα: Γρηγόρης, σ. 266-294. Κελπανίδης, Μιχάλης (επιμ.) (1991). Κράτος Πρόνοιας και Εκπαίδευση, Θεσσαλο­ νίκη: Αδελφοί Κυριακίδη. Μπουζάκης, Σήφης (19993). Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1999). Εξαρτημένη ανάπτυξη, Τεκμήρια-Μελέτες Ιστορίας Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, 8, Αθή­ να: Gutenberg. Πυργιωτάκης, Ιωάννης Ε. (1992). «Η ελληνική εκπαιδευτική κρίση: Μύθοι και πραγ­ ματικότητες», στο: Ιωάννης Ε. Πυργιωτάκης & Ιωάννης Ν. Κανάκης (επιμ.), Παγκόσμια κρίση στην εκπαίδευση: Μύθος ή πραγματικότητα;, Αθήνα: Γρη­ γόρης, σ. 177-205. Altbach, Philip G. (1999). “The Logic of Mass Higher Education”. In: Tertiary Education and Management, 5, 107–124. Elander, James, Harrington, Katherine, Norton, Lin, Robinson Hannah & Pete Reddy (2006). “Complex skills and academic writing: a review of evidence about the types of learning required to meet core assessment criteria”. In: Assessment & Evaluation in Higher Education, 31 (1), 71-90. George Mason University. Writing Across the Curriculum Program Website. http://wac.gmu.edu/program/assessing/phase4.html. Gorman, Thomas, Purves, Alan C. & Elaine R. Degenhart (eds.) (1988). The IEA 687 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Study of Written Composition I: The International Writing Tasks and Scoring Scales, Oxford: Pergamon Press. Nightingale, Peggy (1988). “Understanding processes and problems in student writing”. In: Studies in Higher Education, 13 (3), 263-283. Paltridge, Brian (2004). “Academic writing”. In: Language Teaching, 37, 87-105. Thaiss, Chris & Terry M. Zawacki (2006). Engaged Writers and Dynamic Disciplines. Research on the Academic Writing Life, Portsmouth: Boyton/Cook Publishers, Inc. Trow, Martin [1974] (1991). “Problems in the Transition from Elite to Mass Higher Education”. In: Policies for Higher Education, Paris: OECD [Ελληνική μετάφρα­ ση: Μιχάλης Κελπανίδης (επιμ.) (1991), Κράτος Πρόνοιας και Εκπαίδευση, Θεσ­ σαλονίκη: Αδελφοί Κυριακίδη, σ. 307-390]. Wright, Peter (1996). “Mass Higher Education and the search for standards: reflections on some issues emerging from the ‘Graduate Standards Programme’”. In: Higher Education Quarterly, 50 (1), 71-85. Abstract The paper aims at contributing to the discussion about the academic standards which, in the case of Greece, is not yet oriented towards the assessment of written texts produced by Greek University students. The research assesses these students’ exam papers on the subject of Sociology of Education over a 20 year period (1990-2010) and reaches some conclusions concerning the academic standards status in Greece. Greek University students in the 2001- 2010 decade face a considerably bigger number of difficulties than the students in the previous decade not only in the degree of mastering the academic and scientific mode of expression but also in the basic skills criterion. Ποιμενίδου Δέσποινα Υποψήφια Διδάκτορας Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής, ΑΠΘ Δελφών 2Β, Πυλαία 555 35 Θεσσαλονίκη Τηλ.: 30 2310 308 453

[email protected]

688 Τάνια Κολυμπάρη Η ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΩΝ ΠΕΡΙΠΤΙΩΣΕΩΝ H ανατροφοδότηση στην προσχολική εκπαίδευση: μελέτη τριών περιπτώσεων Τάνια Κολυμπάρη Εισαγωγή Η ανατροφοδότηση (feedback) έχει χαρακτηριστεί ως «διδακτική στρατηγική» και μάλιστα μία από τις πιο χρήσιμες ή ισχυρές που έχει στη διάθεσή του ο εκ­ παιδευτικός για να βελτιώσει τη μαθησιακή πορεία των παιδιών (Sadler, 1998˙ Marzano, 2004). Τη σημασία της έφερε στην επιφάνεια η έμφαση των σύγχρο­ νων προσεγγίσεων της διαμορφωτικής αξιολόγησης (formative assessment) που τονίζουν τη σημασία της αυτό-διαχείρισης στη μάθηση. Η αξία της ανα­ τροφοδότησης βρίσκεται στην επίδραση που έχει στα επιτεύγματα των μα­ θητών, στην οικοδόμηση και κατάκτηση της γνώσης καθώς και στις δεξιότη­ τες ή/και στρατηγικές που χρησιμοποιούν (Hattie & Timperley, 2007). Και αυτό γιατί η ανατροφοδότηση που παίρνουν τα παιδιά από τον εκπαιδευτικό δημι­ ουργεί ένα πλαίσιο ικανό να αναγνωρίζουν τα λάθη τους, να προβληματίζο­ νται και να επανεξετάζουν τη διαδικασία που ακολούθησαν (Black & Wiliam, 1998a). Αλλά και γιατί ενισχύει τα κίνητρά τους, την προσπάθεια που καταβάλ­ λουν, ενώ ενεργοποιεί διαδικασίες αυτό-αξιολόγησης. (Tunstall & Gipps, 1996). Καταγραφές στο χώρο της εκπαίδευσης δείχνουν ότι, η ανατροφοδότη­ ση που δίνουν οι εκπαιδευτικοί συχνά περιορίζεται σε επαίνους: «Μπράβο» ή αρνητικά σχόλια: «λάθος» (Black & Wiliam, 1998b). Αντίθετα η ανατροφοδό­ τηση είναι αποτελεσματική όταν οδηγεί και κατευθύνει τον μαθητή, καθιστώ­ ντας τους ικανούς να αναγνωρίσουν τα επόμενα βήματα που πρέπει να κά­ νουν (Hattie & Timperley, 2007). Στον χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης η ανατροφοδότηση που δίνουν οι νηπιαγωγοί συχνά έχει στόχο τη διαχείριση της τάξης και την εξασφάλιση της προσοχής των παιδιών, αντί κάποιο μαθη­ σιακό σκοπό (Tunstall & Gipps, 1996). Ενώ συνηθίζουν να δίνουν ανατροφο­ δότηση για την προσπάθεια που δείχνουν τα παιδιά όταν εμπλέκονται σε μια δραστηριότητα και όχι για τις ικανότητες ή στρατηγικές που χρησιμο­ποιούν. Όπως υποστηρίζουν οι Tunstall & Gipps (1996) η πρακτική αυτή παρόλο που είναι σημαντική και πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στους στόχους του εκ­ παιδευτικού φαίνεται να «αντιστέκεται» στην ανατροφοδότηση που βοηθά­ ει τους μαθητές να επεξεργαστούν την σκέψη και την δράση τους. Με άλλα λόγια, είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά, να ακούσουν από τον εκπαιδευτι­ 689 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ κό ένα σχόλιο για την προσπάθεια που έδειξαν. Είναι όμως εξίσου σημαντικό να ξέρουν που και γιατί τα πήγαν καλά (ή όχι) σε μια δραστηριότητα, ώστε να μπορέσουν να στοχαστούν τη δράση τους, τις στρατηγικές και δεξιότη­ τες που χρησιμοποίησαν. Θεωρώντας λοιπόν την ανατροφοδότηση μια από τις στρατηγικές της δι­ αμορφωτικής αξιολόγησης που υποστηρίζει τη μάθηση των παιδιών, στόχος της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της ανατροφοδότησης που δίνουν οι νηπιαγωγοί του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στα παιδιά προσχο­ λικής ηλικίας και είναι διττός. Αφενός αφορά την καταγραφή των διαφορετι­ κών τύπων που χρησιμοποιούν οι νηπιαγωγοί για να δώσουν ανατροφοδότη­ ση στους μαθητές τους και αφετέρου αν και κατά πόσο η ανατροφοδότηση που δίνουν είναι αποτελεσματική. Τα ερευνητικά ερωτήματα που θέσαμε είναι: • Ποιους τύπους ανατροφοδότησης χρησιμοποιούν οι νηπιαγωγοί στην τάξη τους; • Για ποιους λόγους δίνουν οι νηπιαγωγοί ανατροφοδότηση στα παιδιά προσχολικής ηλικίας; • Είναι αποτελεσματική σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία η ανατρο­ φοδότηση που δίνουν στους μαθητές τους; • Ποιες είναι οι αντιλήψεις των νηπιαγωγών σχετικά με την ανατροφο­ δότηση που δίνουν στην τάξη τους; Μεθοδολογία Στην έρευνα συμμετείχαν 3 νηπιαγωγοί (γυναίκες), δύο ολοήμερων και ενός κλασικού τμήματος που βρίσκονται στο νομό Θεσσαλονίκης. Οι συμμετέχο­ ντες νηπιαγωγοί είχαν μέσο όρο ηλικίας 46 έτη, ενώ η συνολική επαγγελματι­ κή τους εμπειρία κυμαίνεται στα 19 έτη υπηρεσίας. Για να εξασφαλίσουμε την ανωνυμία των συμμετεχόντων χρησιμοποιούμε ψευδώνυμα και έτσι οι τρεις νηπιαγωγοί στην παρούσα έρευνα αναφέρονται ως: νηπιαγωγός Α, Β, και Γ. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν δομημένη παρατήρη­ ση και ατομικές συνεντεύξεις με τις νηπιαγωγούς των τμημάτων. Για την κα­ ταγραφή του πληροφοριακού υλικού χρησιμοποιήθηκε ειδικά σχεδιασμένο φύλλο παρατήρησης (ΦΠ) που επικεντρώθηκε: α) στην παρατήρηση και κα­ ταγραφή της λεκτικής και μη λεκτικής ανατροφοδότησης που δίνουν οι νηπι­ αγωγοί της τάξης προς τα παιδιά κατά τη διάρκεια οργανωμένων δραστηρι­ οτήτων και β) στην καταγραφή των μαθησιακών στόχων και των οδηγιών που δίνουν οι νηπιαγωγοί στα παιδιά σχετικά με τις δραστηριότητες που πρέπει να ολοκληρώσουν. 690 Τάνια Κολυμπάρη Η ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΩΝ ΠΕΡΙΠΤΙΩΣΕΩΝ Οι ατομικές συνεντεύξεις με τις νηπιαγωγούς, ήταν ημι-δομημένες και ζη­ τούσαν από τις εκπαιδευτικούς τόσο την πρακτική τους σε συγκεκριμένες κα­ ταστάσεις (π.χ. «τι σχόλια κάνετε όταν ένα παιδί σας δείχνει την εργασία που έκανε στα πλαίσια μιας δραστηριότητας;»), όσο και την άποψή τους για την ανατροφοδότηση που δίνουν στα παιδιά (π.χ. «τι πιστεύετε ότι κερδίζουν τα παιδιά από τα σχόλια που κάνετε για τις εργασίες τους;»). Η επιλογή της ατο­ μικής συνέντευξης έχει ως σκοπό την ενσωμάτωση των απόψεων τους ως συ­ μπλήρωμα στα ευρήματα της δομημένης παρατήρησης. Η συλλογή δεδομένων έγινε στα Νηπιαγωγεία σε δύο φάσεις. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2011 με την παρατή­ ρηση της σχολικής πράξης και η δεύτερη τον Μάιο του ίδιου έτους με τη δι­ εξαγωγή των ατομικών συνεντεύξεων με τις νηπιαγωγούς. Οι παρατηρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε κάθε τμήμα ξεχωριστά για πέντε συνεχόμενες ημέ­ ρες και συμπεριελάμβαναν την παρατήρηση δύο οργανωμένων δραστηριο­ τήτων του ημερήσιου προγράμματος. Οι ατομικές συνεντεύξεις με τις νηπι­ αγωγούς πραγματοποιήθηκαν σε χώρο των νηπιαγωγείων με μέση διάρκεια τα 20 λεπτά. Κάθε συνέντευξη μαγνητοφωνήθηκε και στη συνέχεια απομα­ γνητοφωνήθηκε και καταγράφηκε λέξη προς λέξη. Για τη επεξεργασία των δεδομένων βασιστήκαμε στη μελέτη μιας χαρα­ κτηριστικής περίπτωσης (case study). Σύμφωνα με τον Yin (1994, στο Robson, 2007, σελ. 212) η μελέτη περίπτωσης είναι «μια στρατηγική διεξαγωγής έρευ- νας που περιλαμβάνει μια εμπειρική διερεύνηση ενός συγκεκριμένου σύγχρο- νου φαινομένου μέσα στο πραγματικό πλαίσιο της ζωής του χρησιμοποιώντας πολλαπλές πηγές απόδειξης». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κάθε νηπιαγωγός μελετήθηκε ως μεμονωμένη περίπτωση και η επεξεργασία των δεδομένων ξεκίνησε με την αναζήτηση και την οργάνωση της λεκτικής και μη λεκτικής ανατροφοδότησης σε κατηγορί­ ες σύμφωνα με την τυπολογία των Tunstall & Gipps, (1996, Πίνακας 1 σελ. 6). Η δυσκολία που αντιμετωπίσαμε κατά την αναζήτηση και οργάνωση των δε­ δομένων αφορούσε κυρίως την ταξινόμηση της λεκτικής ανατροφοδότησης που περιλαμβάνει ερωτήσεις (π.χ. «τι μπορείς να κάνεις για να είναι οι γραμ­ μές που χαράζεις ίσιες;»). Αν και όλες οι ερωτήσεις αυτού του είδους εντά­ χθηκαν σε κατηγορίες και τύπους ανατροφοδότησης θεωρούμε ότι η κατηγο­ ριοποίηση αυτή δεν είναι πάντα «αντικειμενική» καθώς τύποι τέτοιου είδους μπορούν να δεχθούν διάφορες ερμηνείες. Στη συνέχεια, με βάσει το θεωρητικό πλαίσιο και τους στόχους της έρευ­ νας εξετάσαμε το υλικό μας σε δύο άξονες: Ένας άξονας διαπραγματεύεται την ανατροφοδότηση που δίνει κάθε νηπιαγωγός κατά τη διάρκεια των ορ­ γανωμένων δραστηριοτήτων, δηλαδή ποιους τύπους ανατροφοδότησης χρη­ σιμοποιεί στην τάξη της και για ποιους λόγους τους χρησιμοποιεί. Ο δεύτε­ 691 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρος άξονας διαπραγματεύεται το αν και κατά πόσο η ανατροφοδότηση (το περιεχόμενο αυτής) που δίνει στα παιδιά κάθε νηπιαγωγός ανταποκρίνεται στις αρχές και στους κανόνες που διέπουν την αποτελεσματική χρήση της σύμφωνα με την σχετική βιβλιογραφία. Στον δεύτερο άξονα πηγή δεδομένων αποτέλεσε το συνολικό υλικό των φύλλων παρατήρησης που περιελάμβανε εκτός από την ανατροφοδότηση και την καταγραφή των μαθησιακών στόχων και των οδηγιών/διευκρινίσεων που δίνουν οι νηπιαγωγοί στους μαθητές τους για να ολοκληρώσουν μια δραστηριότητα ή εργασία. Για να εξετάσουμε την αποτελεσματικότητα (ή όχι) της ανατροφοδότη­ σης στηριχτήκαμε στην πρόταση των Hattie & Timperley, (2007), σύμφωνα με την οποία η ανατροφοδότηση πρέπει να οργανώνεται με βάση τα τρία παρα­ κάτω ερωτήματα: Προς τα πού κατευθύνομαι; Το ερώτημα αυτό αντικατοπτρίζει την πρακτική του εκπαιδευτικού να «προσδιορίσει τι θα μάθουν» οι μαθητές διατυπώνοντας τους μαθησιακούς στόχους και εξηγώντας με οδηγίες/διευκρινίσεις για τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν σε ένα μαθησιακό έργο. Πως τα πάω; Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στην ανατροφοδότηση που περιλαμβά­ νει πληροφορίες, οι οποίες εξηγούν στα παιδιά σε ποια σημεία τα κατάφε­ ραν ή όχι, τι δεξιότητες ή και ικανότητες έχουν και ποιες στρατηγικές χρησι­ μοποίησαν κατά τη διάρκεια ενός μαθησιακού έργου. Ποια είναι τα επόμενα βήματα που πρέπει να κάνω; Το τρίτο ερώτημα αφορά την ανατροφοδότηση που περιλαμβάνει πληρο­ φορίες, συμβουλές ή και στρατηγικές με σκοπό να γεφυρώσει ο μαθητής την απόσταση ανάμεσα στο μαθησιακό στόχο και στο τρέχον επίπεδο επίδοσης. Επίσης, στην ανάλυση κάθε περίπτωσης συμπεριλάβαμε τις απαντήσεις των νηπιαγωγών από τις συνεντεύξεις, συνδέοντας τις απόψεις των εκπαιδευ­ τικών με τις δράσεις και τα συμβάντα που παρατηρήθηκαν. Αυτή η προσέγ­ γιση μας διευκόλυνε να στοχαστούμε πάνω στη δράση της κάθε νηπιαγωγού και να εξετάσουμε πιο προσεχτικά τους λόγους για τους οποίους δίνουν ανα­ τροφοδότηση στους μαθητές τους ή και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όταν σχολιάζουν τις δράσεις και τις εργασίες των παιδιών. Η επεξεργασία των δεδομένων ολοκληρώθηκε με την μελέτη και των τρι­ ών περιπτώσεων συνολικά. Εξετάσαμε δηλαδή τους τύπους ανατροφοδότη­ σης, τους λόγους για τους οποίους χρησιμοποιούν την ανατροφοδότηση στην τάξη τους και την αποτελεσματική οργάνωση αυτής με σκοπό να σχολιάσου­ με ομοιότητες και διαφορές που πιθανόν έχουν οι τρεις νηπιαγωγοί μεταξύ τους στην ανατροφοδότηση που δίνουν στους μαθητές τους. 692 Τάνια Κολυμπάρη Η ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΩΝ ΠΕΡΙΠΤΙΩΣΕΩΝ Συνεργασία Δ1 Δ2 Ο εκπαιδευτικός εκπαιδευτικού και Κοινή οικοδόμηση Κοινή οικοδόμηση ΤΥΠΟΣ Δ προτείνει στρατηγι- μαθητή για κοινή της πορείας προς της πορείας προς τα κές στον μαθητή. αξιολόγηση την επιτυχία εμπρός της εργασίας Συζήτηση για τα λάθη Χρήση κριτηρίων π.χ. Γ2 Γ1 σε μια εργασία και όχι «Η εργασία σου είναι Προσδιορίζοντας ΤΥΠΟΣ Γ Προσδιορίζοντας τα προσωπικά καλή γιατί κατάφερες συγκεκριμένους την επιτυχία χαρακτηριστικά να….» τρόπους βελτίωσης του μαθητή Β1 «Μπράβο», άγγιγμα, Β2 «περίμενα περισσότε- ΤΥΠΟΣ Β Επιδοκιμασία χαμόγελο Αποδοκιμασία ρα από εσένα» Α1 Αυτοκόλλητα, Α2 Απομάκρυνση ΤΥΠΟΣ Α Επιβράβευση αστεράκια Τιμωρία από την τάξη Αποτελέσματα - Σχολιασμός Και οι τρεις νηπιαγωγοί χρησιμοποιούν με μεγαλύτερη συχνότητα την αξιο­ λογική ανατροφοδότηση με πιο συχνούς τους τύπους της επιδοκιμασίας και της αποδοκιμασίας. Για την επιδοκιμασία ο έπαινος αποτελεί ένα επαναλαμ­ βανόμενο μοτίβο με λέξεις όπως «Μπράβο» και «Ωραία», εικόνα που ενδεχο­ μένως βασίζεται στις αντιλήψεις των ίδιων των νηπιαγωγών που όπως εξη­ γούν επαινούν τους μαθητές τους γιατί: «κάθε παιδί το χρειάζεται αυτό, το έχει ανάγκη για να έχει ασφάλεια», «όταν του πεις και το μπράβο νιώθει ακό- μη καλύτερα», ή γιατί «αισθάνονται περήφανα». Ίσως πάλι είναι αποτέλεσμα της πεποίθησης ότι ο έπαινος διατηρεί το ενδιαφέρον των μαθητών (Black & Wiliam, 1998b) και όπως χαρακτηριστικά το θέτει η μια νηπιαγωγός «με την θετική ενθάρρυνση περισσότερο προχωράνε». Η περιγραφική ανατροφοδότηση χρησιμοποιείται μόνο από τις δύο νηπι­ αγωγούς (Β και Γ) με πιο συχνούς τους τύπους «προσδιορίζοντας την επιτυ- χία» και «προσδιορίζοντας συγκεκριμένους τρόπους βελτίωσης», συνδυάζο­ ντας τον έπαινο (αξιολογική ανατροφοδότηση) με πληροφορίες (περιγραφική ανατροφοδότηση), ώστε να βελτιώσει το παιδί την απόδοσή του: «Μπράβο. Τώρα χρησιμοποίησε πιο λεπτό πινέλο για να απλώσεις το χρώμα» 693 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ως προς τους λόγους που χρησιμοποιούν την ανατροφοδότηση φαίνεται ότι και οι τρεις νηπιαγωγοί επιλέγουν: • την επιδοκιμασία με στόχο την αξιολόγηση της συνολικής δράσης του παιδιού. • την αποδοκιμασία με στόχο την μη αποδεκτή συμπεριφορά των παι­ διών: «Δεν επιτρέπετε αυτή τη στιγμή να μιλάμε» Επιπλέον οι δύο από τις τρεις νηπιαγωγούς (Β και Γ) χρησιμοποιούν: • τον τύπο «προσδιορίζοντας συγκεκριμένους τρόπους βελτίωσης» με στόχο τα λάθη των παιδιών: «Σκέψου ποιο είναι το δεξί σου χέρι. Με ποιο χέρι γράφεις;» • τον τύπο «προσδιορίζοντας την επιτυχία» με στόχο να σχολιάσουν και να επισημάνουν α) τις δεξιότητες ή και ικανότητές των παιδιών: «Μπράβο κόβεις το σχέδιο γύρω- γύρω και αυτό σε βοηθάει να φαίνο- νται ωραία τα σχέδιά σου», β) ως έγκριση για την προσοχή που δεί­ χνουν τα παιδιά σε μια εργασία ή δραστηριότητα: «Χρησιμοποιείς τον πηλό με προσοχή και σου έφτασε. Μπράβο» και γ) τις κοινωνικές δε­ ξιότητες και στάσεις των παιδιών: «συνεργάζεστε αρμονικά και είναι πολύ καλό αυτό». Ως προς τη μη λεκτική συμπεριφορά αυτή δεν παρατηρήθηκε σε καμία των περιπτώσεων ως μεμονωμένη μορφή ανατροφοδότησης. Αντίθετα φά­ νηκε ότι συνοδεύει τα λεκτικά σχόλια θετικού και αρνητικού περιεχομένου με πιο συχνές μορφές το γέλιο, το χαμόγελο, το κούνημα του κεφαλιού και τον υψηλό τόνο φωνής αντίστοιχα, ενισχύοντας ουσιαστικά την προφορική έκ­ φραση του λόγου. Η αποτελεσματική χρήση της ανατροφοδότησης: α) προς τα πού κατευθύνομαι; Μόνο η κ. Γ φαίνεται ότι χρησιμοποιεί μια συστηματικά οργανωμένη πρα­ κτική εξηγώντας τι πρέπει να κάνουν τα παιδιά, ποιος δηλαδή είναι ο μαθησι­ ακός στόχος σε μια δραστηριότητα και πως θα το καταφέρουν. Στην περίπτω­ ση της κ. Β διακρίνεται μια πρόθεση εκ μέρους της νηπιαγωγού «του ορίζω και εξηγώ στα παιδιά» σε κάποιες δραστηριότητες, χωρίς όμως να υπάρχει μια σταθερά οργανωμένη πρακτική. Ωστόσο, η «πρόθεση» αυτή έρχεται σε αντί­ θεση με την άποψη της ίδιας που δηλώνει ότι: «δεν ζητάω κάτι συγκεκριμένο» γιατί πιστεύει ότι τα παιδιά δεν πρέπει να ακολουθούν κάποια συγκεκριμένη οδηγία για να ξεκινήσουν και να ολοκληρώσουν μια εργασία. Αντίστοιχα, η ει­ κόνα της κ. Α φανερώνει μια σαφή δυσκολία να χειριστεί την παραπάνω πρα­ κτική. Αντίθετα, όπως δηλώνει η ίδια: «Αρχικά ξεκαθαρίζω τον γνωστικό στό- χο», γιατί πιστεύει ότι τα παιδιά πρέπει: «να ξέρουν τι θέλουμε να κάνουμε σε αυτήν την εργασία, να είναι ξεκάθαρο να το έχουν καταλάβει […] και το τι πρέ- πει να κάνουν τα παιδιά για να ολοκληρώσουν το έργο ανάλογα με το φύλλο 694 Τάνια Κολυμπάρη Η ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΩΝ ΠΕΡΙΠΤΙΩΣΕΩΝ με το τι ζητάει». Οι αντιφατικές αυτές εικόνες δημιουργούν ερωτηματικά για το αν τελικά οι θεωρητικές αρχές (και γνώσεις) μπορεί να χαθούν στη «μετά­ φραση» από τη θεωρία στην πράξη και ακόμα περισσότερο στη «μετάφρα­ ση» από τη θεωρία στην στάση του εκπαιδευτικού. β) πώς τα πάω; Η κ. Β και η κ. Γ ανατροφοδοτούν τους μαθητές τους με πληροφορίες και σχόλια που περιγράφουν «πως τα πάνε» τα παιδιά σε μια δραστηριότητα ή εργασία, τι δεξιότητες (ή και ικανότητες) έχουν, ποια στρατηγική χρησιμο­ ποίησαν και ποια είναι τα λάθη τους. Αντίθετα, η κ. Α στην ανατροφοδότηση που δίνει στους μαθητές της δείχνει μια σαφή δυσκολία να εφαρμόσει την πρακτική αυτή. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στο σημείο αυτό η αντίληψη της κ. Α έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που φαίνεται να εφαρμόζει στην τάξη της και κατ’ επέκταση την ανατροφοδότηση που δίνει στα παιδιά. Η ίδια εξηγεί ότι: «θα βρω κάτι θετικό να πω και μετά θα προσθέσω αν θεωρήσω ότι κάτι μπορεί να γίνει επιπλέον θα το κατευθύνω το παιδί προς τα εκεί». Αντίθε­ τα όμως τα θετικά σχόλια είναι εμφανώς λιγότερα από τα αρνητικά, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις της επιδοκιμασίας δεν παρατηρήθηκαν σχόλια που να περιλαμβάνουν στοιχεία για το που ή πως τα κατάφεραν τα παιδιά. γ) ποια είναι τα επόμενα βήματα που πρέπει να κάνω; Μόνο η κ. Γ φαίνεται ότι δίνει ανατροφοδότηση στους μαθητές της που πε­ ριλαμβάνει τρόπους ώστε να γεφυρώσουν την απόσταση ανάμεσα στο μαθη­ σιακό στόχο και στο τρέχον επίπεδο επίδοσης, ενώ η κ. Α και η κ. Β φαίνεται ότι δεν δίνουν ανάλογη ανατροφοδότηση. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι για άλλη μια φορά έχουμε μια φανερή απόσταση ανάμεσα στην πρακτική που χρησιμο­ ποιεί η κ. Α για να ενημερώσει τα παιδιά για τα λάθη τους και στην άποψη της για τον τρόπο που χειρίζεται τα λάθη των παιδιών, που όπως χαρακτηριστικά λέει: «Αν δω […] ότι κάποιο παιδάκι δεν έχει κατανοήσει, θα πάω κοντά του θα το ρωτήσω θα τον κάνω να σκεφτεί […] Θα προσπαθήσω να το κάνω να ανα- γνωρίσει, να δει το λάθος του…». Η αντίληψη αυτή δεν παρατηρήθηκε σε κα­ μία από τις δραστηριότητες που πραγματοποίησε η νηπιαγωγός και κατ’ επέ­ κταση σε καμία από τις φορές που δίνει ανατροφοδότηση στους μαθητές της. Μία δυσκολία που παρατηρήθηκε και πρέπει να σημειωθεί είναι ότι παρό­ λο που η κ. Γ και η κ. Β φαίνεται να δίνουν ανατροφοδότηση που στηρίζεται στα ερωτήματα των Hattie & Timperley (2007), ωστόσο δεν εφαρμόζεται για το σύνολο των παιδιών. Με άλλα λόγια, όπως έχει ήδη αναφερθεί τα σχόλια γενικού περιεχομένου με πιο συχνή μορφή τον έπαινο κυριαρχούν στην ανα­ τροφοδότηση που δίνουν και οι δύο νηπιαγωγοί στους μαθητές τους. Η δυ­ σκολία αυτή θα μπορούσε να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους, ωστόσο θα κρατήσουμε τα λόγια των ίδιων των εκπαιδευτικών, που όπως χαρακτηριστι­ κά το θέτει η μία από αυτές: 695 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ «[…] μου βγαίνει πολλές φορές αυθόρμητα το μπράβο και μετά σκέφτομαι και λέω πρέπει να τους πεις τι έχουν κάνει αυτά που έχουν κατακτήσει εννοώ. Πρώτα βγαίνει το μπράβο και μετά το δεύτερο σχόλιο και όχι πάντα μερικές φορές μένει ένα μπράβο, πολύ καλά.» Αν εξετάσουμε τη συνολική εικόνα της ανατροφοδότησης που οργανώνεται με βάση τα τρία ερωτήματα και απομακρύνουμε τα «πιστεύω» και τις αντιλή­ ψεις των νηπιαγωγών φαίνεται ότι έχουμε τρία διαφορετικά διδακτικά σχήμα­ τα με την κ. Γ να βρίσκεται στο ένα άκρο της αποτελεσματικής ανατροφοδό­ τησης, την κ. Α στην αντίθετη πλευρά με φανερές δυσκολίες και ενδιάμεσα την κ. Β που φαίνεται ότι υιοθετεί μια πρακτική που ανταποκρίνεται στην απο­ τελεσματική χρήση της ανατροφοδότησης. Από την άλλη, αν συμπεριλάβου­ με τις αντιλήψεις και τα πιστεύω των νηπιαγωγών οι διδακτικές προσεγγίσεις που εφαρμόζουν στην τάξη τους -με εξαίρεση την κ. Γ- παίρνουν τη μορφή του παράδοξου. Οι αντιφατικές εικόνες ανάμεσα στις απόψεις και στις πρά­ ξεις αναδεικνύει από την μία πλευρά την αναγκαιότητα «μετατροπής» της θε­ ωρίας και της γνώσης σε παραγωγικές πρακτικές μέσα στην τάξη και από την άλλη την «ανάγκη» για βοήθεια και περαιτέρω κατάρτιση στον συγκεκριμένο τομέα. Εξάλλου, όπως διαφορετικά το θέτει ο Black και οι συνεργάτες του (Harrison, Lee, Marshall & Wiliam, 2003), σημαντικές αλλαγές στην εκπαίδευ­ ση μπορούν να επιτευχθούν μόνο σιγά-σιγά, μέσα από προγράμματα επαγ­ γελματικής κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης όταν στηρίζονται στην ήδη υπάρχουσα καλή πρακτική στην τάξη και για να συμπληρώσουμε και εμείς όταν βασίζονται στην ήδη υπάρχουσα καλή γνώση. Βιβλιογραφία Black, Paul & Wiliam, Dylan (1998a). Inside the Black Box: Raising standards through classroom assessment. Phi Delta Kappan. 80 (2), 139-148. Black, Paul & Wiliam, Dylan (1998b). Assessment and Classroom Learning. Assessment in Education: Principles, Policy & Practice. 5 (1), 7-74. Black, Paul, Harrison, Christine, Lee, Clare, Marshall, Bethan & Wiliam, Dylan (2003). Assessment for learning: putting it into practice. Maidenhead: Open University Press. Hattie, John & Timperley, Helen (2007). The power of feedback. Review of Educational Research, 77(1), 81–113. Marzano, Robert (2004). Building background knowledge for academic achievement: Research on what works in schools. Alexandria, VA, Association for Supervision and Curriculum Development. Sadler, Royce (1998). Formative assessment: revisiting the territory, Assessment in Education, 5(1), 77–84. 696 Τάνια Κολυμπάρη Η ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΩΝ ΠΕΡΙΠΤΙΩΣΕΩΝ Tunstall, Pat & Gipps, Caroline (1996). Teacher Feedback to Young Children in Formative Assessment: a Typology. British Educational Research Association. 22 (4), 389-404. Yin, Robert (1994). Case Study Research: Design and Methods, Sage, Thousand Oaks, Καλιφόρνια. Στο: Robson, Colin (2007). Η έρευνα του πραγματικού κό- σμου. Αθήνα. Gutenberg. Summary Feedback is one of the most powerful influences on learning and achievement. Using Tunstall and Gipps (1996) typology, the study presented here examines the types of teacher feedback given to preschool students during lesson. The case study strategy was chosen, which involves classroom observation and individual interviews. Feedback from three teachers was analysed into evaluative and descriptive types. Finally, this study highlights the reasons way the feedback be used and discuss its effectiveness or not in classroom. Τάνια Κολυμπάρη Καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Ι. ΙΕΚ ΔΟΜΗ Χειμάρας 51-53 Τ.Κ 104 44 Αθήνα 2110108035, 6977293533

[email protected]

697 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Αξιολόγηση, Πιστοποίηση ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Αξιολόγηση και Ποιότητα στην Ανώτατη Εκπαίδευση: Το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών Δημήτρης Βεργίδης1, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη Αντί εισαγωγής: ποιότητα και αξιολόγηση στον ελληνικό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης Οι πρόσφατες εξελίξεις στο χώρο της Ελληνικής Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν είναι ξεκομμένες από τις διεθνείς μεταλλαγές. Αντίθετα, αποτελούν κατά τους μελετητές, επιφαινόμενο των εξελίξεων της Eυρωπαϊκής Ανώτατης Εκπαίδευ­ σης (European Higher Educational Area -EHEA) και των συνολικών κοινωνι­ κών οικονομικών επιπτώσεων και αλλαγών σε διεθνές επίπεδο (Keeling 2006, Ball 2007). Συνεπώς κάθε συζήτηση για την ποιότητα και την αξιολόγηση του χώρου αυτού θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και να αξιοποιεί τόσο τις δο­ μικές επιταγές όσο και τις ίδιες τις νοηματοδοτήσεις των δράσεων των συμ­ μετεχόντων συλλογικά ή και ατομικά. Αυτό συνεπάγεται την άρση του δια­ ζεύγματος «αντικειμενισμός – υποκειμενισμός», την σύλληψη δηλαδή της κοινωνικής πραγματικότητας όχι μόνο από την οπτική και διάσταση του αντι­ κειμενισμού των δομών, αλλά και από την οπτική των δρώντων υποκειμένων (Bourdieu1997, Corcuff 2007). Πιο συγκεκριμένα η αναφορά στη δομική αλλαγή με την επιβολή του λόγου της αγοράς στην εκπαίδευση αποτελεί πια κοινό τόπο στη διεθνή βιβλιογρα­ φία (Ball, 2007). Αξιολόγηση, λογοδοσία, διασφάλιση ποιότητας αποτελούν τις λέξεις –κλει­ 1. Η επεξεργασία των δεδομένων έγινε (αλφαβητικά) από τις: Παναγιώτα Βάθη, Παναγιώτα Γκόφα, Μυρτώ Μαρκοπούλου και Ευαγγελία Μωυσίδου. Την τεχνική υποστήριξη παρείχε η κ. Ψαρρά. 698 Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ διά που επιτρέπουν τις νέες σημασιοδοτήσεις. Στα πλαίσια αυτά η ανάπτυξη Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) αποτελεί ένα κρίσιμο ακα­ δημαϊκό πεδίο και προϋποθέτει αφενός υψηλού επιπέδου προπτυχιακές σπου­ δές και αφετέρου τη συνεχή διερεύνηση των χαρακτηριστικών, των προσδο­ κιών και των απόψεων των συμμετεχόντων (διδασκόντων και διδασκόμενων). Πιο συγκεκριμένα, το παρόν κείμενο αφορά σε μια πρώτη διερεύνηση και ανάλυση των απόψεων και κυρίως των κινήτρων που οδήγησαν τους διδάσκο­ ντες και τους διδασκόμενους να συμμετέχουν στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Υιοθετούμε την παραδοχή πως η καταγραφή απόψεων και η διερεύνηση κι­ νήτρων είναι ικανή να μας βοηθήσει στην υπέρβαση του επιπέδου των απλών αποτυπώσεων των απόψεων των συμμετεχόντων με σκοπό την αυτοαξιολόγη­ ση του συγκεκριμένου Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών. Θεωρούμε πως η υπέρβαση αυτή μπορεί να αποτελέσει ικανή συνθήκη ώστε να οδηγη­ θούμε στην κατανόηση των λόγων δράσης των υποκειμένων, αποκαλύπτο­ ντας και εννοιολογώντας ταυτόχρονα τα κρίσιμα σημεία ποιότητας του συ­ γκεκριμένου προγράμματος ως πυρήνα της αξιολόγησής του. Τις συγκεκριμένες μεθοδολογικές επιλογές ενισχύει και η ανάγνωση των σχετικών επιστημονικών κειμένων που επιχειρούν να εννοιολογήσουν την ποι­ ότητα. Η καταρχήν αποδοχή της πολυπλοκότητας στην προσπάθεια προσ­ διορισμού της εννοιολόγησης της ποιότητας, αναδεικνύει και τη δυσκολία ορισμού. Ουσιαστικά οι προσπάθειες εννοιολόγησης και ορισμού της έννοι­ ας καταλήγουν στην αδυναμία καθολικού προσδιορισμού (UNICEF, 2000). Ο κυρίαρχος επιστημονικός λόγος συνδέει την ποιότητα με την αποτελε­ σματικότητα και την αποδοτικότητα. Η οικονομική οπτική έχει εδώ επηρεά­ σει άμεσα το παιδαγωγικό πλαίσιο αναφοράς της ποιότητας, όπως προκύπτει και από κείμενα των διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ, κυρίως στις μελέ­ τες PISA Programme for International Student Assessment (Κaratzia-Stavlioti & Lambropoulos, 2009: 633-652). Στην προσπάθεια αυτή συνεισφέρουν και τα κοινοτικά κείμενα με δεκα­ έξι σημεία ορισμού της ποιότητας στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση (European Commission, 2000). Για την μελέτη της ποιότητας στην ελληνική εκπαίδευση θεωρούμε ιδιαί­ τερα πολύτιμη την κοινωνιολογική οπτική που η μελέτη του Ι. Σολομών προ­ σφέρει (Σολομών, 1999). Θεωρητικές και μεθοδολογικές ορίζουσες: η σύνδεση εργαλειακού και ακαδημαϊκού Η συμμετοχή στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών καθίσταται συμμετο­ 699 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χή σε μια κοινότητα γνώσης ως προαπαιτούμενο παγίωσης της επιστημονι­ κής ταυτότητας των συμμετεχόντων. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρούμε πως το σχήμα ακαδημαϊκό- εργαλειακό αποκτά τη σημασία ερμηνευτικού πλαισίου. Ιδιαιτέρα υπό το θεωρητικό σχήμα του Jürgen Habermas, η σύνδεση εργα­ λειακού και ακαδημαϊκού, είναι δυνατό να αποκτήσει τη δυνατότητα νοημα­ τοδότησης της δράσης των υποκειμένων στο πανεπιστημιακό πλαίσιο (Craib, 2000. Crick & Joldersma, 2007).Η θέαση του Π.Μ.Σ. ως κοινότητας γνώσης και η συμμετοχή σε αυτήν ως διαδικασία σχηματισμού και παγίωσης επαγ­ γελματικής ταυτότητας μας οδηγεί στο συγκεκριμένο θεωρητικό και μεθοδο­ λογικό σχήμα του σύγχρονου Γερμανού διανοητή. Ακολουθώντας την παραπάνω μεθοδολογική αρχή, από τη μια σχεδιάσα­ με ερωτήματα έχοντας στο μυαλό μας την νοηματοδότηση των απόψεων των υποκειμένων που συμμετείχαν στο Π.Μ.Σ. και ως προς τους δύο άξονες: και ως προς τον δομικό αλλά και ως προς το ίδιο το υποκείμενο και τη δράση του. Από την άλλη επιχειρήσαμε τα ερωτήματα να αναφέρονται στα τρία Χα­ μπερμασιανά προτάγματα ως εκφάνσεις της ανθρώπινης κοινωνικής εμπειρί­ ας: την εργασία, την επικοινωνία και την εξουσία. Απώτερος σκοπός της με­ λέτης είναι αυτή η έκθεση σκοπιμότητας πεπραγμένων και αξιολόγησης του προγράμματος να οδηγήσει σε διαδικασίες αναστοχασμού (Λάμνιας, 1996. Andersen, 2000. Edgar, 2006). Έτσι προσδιορίζουμε και το διακύβευμα της αποδοτικότητας, της λειτουρ­ γικότητας και της αποτελεσματικότητας υπό την επικοινωνιακή λογικότητα της δράσης του υποκειμένου. Συνεπώς στη συνέχεια κάθε λόγος περί ποιό­ τητας θα παραπέμπει στους παραπάνω προσδιορισμούς. Οι θεσμικές ορίζουσες: οργάνωση και λειτουργία. Το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης συγκρότησε Επιτροπή Μετα­ πτυχιακών Σπουδών στις επιστήμες της αγωγής ήδη το 1990. Από το 1993 λει­ τούργησε το Π.Μ.Σ. (Υ.Α. Β1/721 ΦΕΚ 785/6-10-1993), μετά από συστηματική προετοιμασία και ανάπτυξη των ερευνητικών δραστηριοτήτων του Τμήματος. Αν και το διετές Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του Πα­ νεπιστημίου Πατρών λειτουργεί από το 1993, είναι η πρώτη φορά που συλ­ λέγονται συστηματικά δεδομένα από την πλευρά όλων των συμμετεχόντων. Στο πλαίσιο του νέου Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών, για την περίοδο 2008-2010 λειτούργησαν οι παρακάτω ειδικεύσεις/κατευθύνσεις: Α. Δια Βίου Εκπαίδευση: Πολιτικές, Επιμόρφωση και Τεχνολογίες Πληρο­ φορίας και Επικοινωνιών Β. Ιστορία Εκπαίδευσης και Μουσειοπαιδαγωγική 700 Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Γ. Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και Διδακτική της Ελληνικής ως Δεύτερης ή Ξένης γλώσσας Δ. Ανάπτυξη και Συμβουλευτική της Σταδιοδρομίας Όπως φαίνεται στο σχετικό πίνακα (1), οι υποψήφιοι ήταν 161, εκ των οποί­ ων 139 γυναίκες (86%). Φοίτησαν και στις τέσσερις ειδικεύσεις/κατευθύνσεις που λειτούργησαν, μετά από εξετάσεις, 48 μεταπτυχιακοί φοιτητές εκ των οποίων οι 41 γυναίκες (83%) Καταγράφοντας τα δεδομένα: μια συνοπτική παρουσίαση Η επίλυση κάθε δυναμικής συνάρτησης, όπως το κοινωνικό φαινόμενο, επι­ χειρείται ήδη από τη δεκαετία του 1970 να προσεγγίζεται συνθετικά, ποσοτι­ κά και ποιοτικά. Με αυτό το σκεπτικό σχεδιάστηκε το εργαλείο και επιλέχθη­ κε το θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης. Συνεπώς στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις απόψεις των συμμετεχόντων (μεταπτυχιακών φοιτητών και των διδασκόντων)2 ποσοτικά και ποιοτικά. Προς το τέλος του τρίτου εξαμήνου των σπουδών τους οι Μεταπτυχιακοί Φοιτητές/τριες κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτηματολόγιο, με πεντάβαθ­ μη κλίμακα για την προετοιμασία, τη μεταδοτικότητα, τη σχέση με τους Μ.Φ., και τις εκπαιδευτικές πρακτικές των διδασκόντων. Από την επεξεργασία των δεδομένων προκύπτει ότι στην ερώτηση σχετικά με την οργάνωση, την λειτουργία και την υλικοτεχνική υποδομή του Π.Μ.Σ., μεγαλύτερη βαθμολογία, σύμφωνα με τις απόψεις των μεταπτυχιακών φοι­ τητών (Μ.Φ.), συγκεντρώνει η συνεργασία με τον υπεύθυνο κάθε κατεύθυν­ σης/ εξειδίκευσης (μέσος όρος 3,8 με τυπική απόκλιση 0,47) ενώ τη μικρότε­ ρη βαθμολογία συγκεντρώνει η επάρκεια μέσων υποστήριξης (μέσος όρος 2,4 με τυπική απόκλιση 1,3). Επίσης, από την επεξεργασία των δεδομένων προκύπτει ότι οι μεταπτυ­ χιακοί φοιτητές αξιολογούν τα κοινά μαθήματα που διδάσκονται ως εξής: • Επίπεδο ενδιαφέροντος ως προς το περιεχόμενο:3,99 (σ=0,47) • Επίπεδο δυσκολίας στην κατανόηση: 2,14 (σ=0,44) • Επίπεδο συνάφειας με την κατεύθυνση/εξειδίκευση: 3,93 (σ=0,28) • Επίπεδο αξιοποίησης συμβατικών και ηλεκτρονικών πηγών της γνώ­ σης: 3,58 (σ=0,84) 2. Για τους διδάσκοντες /διδάσκουσες Ν=11. 701 702 Πίνακας 1. Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών 2008-2010 5 καλώς 22,7% ΤΕΙ 6 27,3% 22 13,7% ΠΤΔΕ 16 λίαν καλώς 72,7% 100,0% ΑΕΙ 16 72,7% 3 18,75% ΠΑΤΡΑΣ Άρρενες 22 100,0% Σύνολο συμμετεχόντων 1 άριστα 4,5% 161 Μ.Π.Σ. 2008-2009 20 καλώς 14,4% 105 λίαν καλώς 75,5% ΤΕΙ 16 11,5% 139 86,3% 100,0% Θήλεις ΠΤΔΕ 14 άριστα 10,1% ΑΕΙ 123 88,5% 47 38,21% ΠΑΤΡΑΣ 100,0% 161 139 100,0% 161 Επιτυχόντες Α γραπτής 87 Άρρενες 10 Θήλεις 77 εξέτασης ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΣΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΑ 11,5% 88,5% Συμμετέχοντες στη Β γραπτή ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ΕΙΣΑΧΘΕΝΤΩΝ ΑΝΑ εξέταση ανά κατεύθυνση ΕΙΣΑΧΘΕΝΤΩΝ AEI TEI ΦΥΛΟ Θήλεις Θήλεις Θήλεις Θήλεις Θήλεις Άρρενες Άρρενες Άρρενες Άρρενες Άρρενες ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΝΟΛΟ Δια Βίου Εκπαίδευση: Πολιτικές, Επιμόρφωση και Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών (Επιστημονικός υπεύθυνος: 5 19 24 3 9 12 2 9 1 0 25,00% 75,00% 100,00% καθηγητής Δημήτριος Βεργίδης) ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ιστορία Εκπαίδευσης και Μουσειοπαιδαγωγική (Επιστημονικός 1 11 12 1 11 12 1 11 0 0 8,33% 91,67% 100,00% υπεύθυνος: καθηγητής Ιωσήφ Μπουζάκης) Ανάπτυξη και Συμβουλευτική της Σταδιοδρομίας( Επιστημονικός 2 31 33 2 10 12 2 10 0 0 16,67% 83,33% 100,00% υπεύθυνος: καθηγητής Σπύρος Κρίβας) Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και Διδακτική της Ελληνικής ως Δεύτερης ή Ξένης Γλώσσας (Επιστημονικός υπεύθυνος: καθηγητής 2 16 18 1 11 12 1 10 0 1 8,33% 91,67% 100,00% Παντελής Γεωργογιάννης) ΣΥΝΟΛΟ 10 77 87 7 41 48 6 40 1 1 95,83% 4,17% Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Πίνακας 2. Απόψεις των Μ.Φ. για τους διδάσκοντες στο ΠΜΣ (σε πεντάβαθμη κλίμακα, 1= πάρα πολύ κακή και 5= πάρα πολύ καλή), 2008-2010 Εκπαιδευτικές Σχέσεις με φοι- Αξιοποίηση νέων πρακτικές στο Προετοιμασία Μεταδοτικότητα τητές τεχνολογιών πλαίσιο της εκπ/ σης ενηλίκων Μ.Ο. 4,21(σ=0,63) 3,94(σ=0,91) 4,06(σ=0,87) 3,8(σ=0,89) 3,71(σ=0,69) Από τον παραπάνω πίνακα προκύπτει ότι ο μέσος όρος της αποτίμησης των διδασκόντων στο ΠΜΣ από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές ως προς την προετοιμασία τους (σε πεντάβαθμη κλίμακα) είναι 4,21 με τυπική απόκλιση 0,63. Παρατηρούμε ότι ο παράγοντας «προετοιμασία» συγκεντρώνει την υψη­ λότερη βαθμολογία και τη μικρότερη τυπική απόκλιση. Ακόμη, οι μεταπτυχιακοί φοιτητές αποτιμούν τη σχέση διδασκόντων-διδα­ σκομένων στο ΠΜΣ, κατά μέσο όρο, με 4,06(σ=0,87), σε πεντάβαθμη κλίμακα. Ο μικρότερος βαθμός είναι 1,2(σ=0,42) και ο μεγαλύτερος είναι 4,9(σ=0,38). Όπως διαπιστώνεται η σχέση των Μ. Φ. με ορισμένους διδάσκοντες είναι πολύ καλή ενώ με άλλους καθόλου καλή. Προσθετικά, οι μεταπτυχιακοί φοιτητές αποτιμούν τους διδάσκοντες στο ΠΜΣ ως προς τις εκπαιδευτικές τους πρα­ κτικές στο πλαίσιο της εκπαίδευσης ενηλίκων με μέσο όρο 3,71(σ=0,69), σε πεντάβαθμη κλίμακα. Ο μικρότερος βαθμός είναι 1,5(σ=0,71) ενώ ο μεγαλύτε­ ρος είναι 4,7(σ=0,5). Μεγάλη απόκλιση διαπιστώνεται ως προς τις απόψεις των Μεταπτυχιακών Φοιτητών για τις εκπαιδευτικές πρακτικές των διδασκόντων. Από την άλλη οι δομικοί περιορισμοί φαίνεται να απασχολούν και τους δι­ δάσκοντες και τις διδάσκουσες του προγράμματος. Έτσι, οι διδάσκοντες/ουσες θεωρούν αρκετά ικανοποιητικό τον υλικοτεχνι­ κό εξοπλισμό για τη διδασκαλία στην αίθουσα, (πίνακας 4), ενώ θεωρούν ότι η υποστηρικτική υποδομή (Βιβλιοθήκη, Εργαστήρια) στο μάθημά τους είναι αρ­ κετά κατάλληλη για την ικανοποίηση των σύγχρονων διδακτικών απαιτήσεων. 703 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ     Επίπεδο     Επίπεδο     Επίπεδο     Επίπεδο     ενδιαφέροντος     δυσκολίας     συνάφειας     αξιοποίησης     ως  προς  το     στην     με  την  κατεύθυνση/   συμβατικών  &   περιεχόμενο   κατανόηση   εξειδίκευση   ηλεκτρο-­‐νικών     πηγών  της   γνώσης   Κοινά  Μαθήματα                Μ.Ο.   3,99   2,14   3,93   3,58   Τυπική  απόκλιση   0,47   0,44   0,28   0,84   Δια  Βίου  Εκπαίδευση:  Πολιτικές,  Επιμόρφωση  και  Τεχνολογίες  Πληροφορίας  και  Επικοινωνιών             Μ.Ο.   4,1   3,2   4,1   3,76   Τυπική  Απόκλιση   0,82   0,31   0,5   0,43   Ιστορία  Εκπαίδευσης  και  Μουσειοπαιδαγωγική             Μ.Ο.   4,72   2,83   4,82   3,95   Τυπική  Απόκλιση   0,32   0,7   0,2   0,3   Διαπολιτισμική  Εκπαίδευση  και  Διδακτική  της  Ελληνικής  ως  Δεύτερης  ή  Ξένης  Γλώσσας     Μ.Ο.   4,34   2,33   4,39   3,58   Τυπική  Απόκλιση   0,13   0,34   0,26   0,31     Ανάπτυξη  της  Συμβουλευτικής  της  Σταδιοδρομίας     Μ.Ο.   4   3,26   3,94   3,54   Τυπική  Απόκλιση   1,3   0,43   1,2   1,08           Από  την  άλλη  οι  δομικοί  περιορισμοί  φαίνεται  να  απασχολούν  και  τους   Πίνακας 3. Απόψεις Μ.Φ. για τα μαθήματα ανά κατεύθυνση (σε πεντάβαθμη κλίμακα, όπου διδάσκοντες   και  1= τις  δπάρα πολύ  τχαμηλό, ιδάσκουσες   5 = πάρα ου  προγράμματος.     πολύ υψηλό) Έτσι,   οι   διδάσκοντες/ουσες   θεωρούν   αρκετά   ικανοποιητικό   τον   υλικοτεχνικό   εξοπλισμό   για   τη   διδασκαλία   στην   αίθουσα,   (πίνακας   4),   ενώ   Πίνακας 4. Απόψεις των διδασκόντων για τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό θεωρούν   ότι   η   υποστηρικτική   υποδομή   (Βιβλιοθήκη,   Εργαστήρια)   στο   μάθημά   των αιθουσών διδασκαλίας) τους  είναι  αρκετά  κατάλληλη  για  την  ικανοποίηση  των  σύγχρονων  διδακτικών   Μέσος Τυπική Ερώτηση απαιτήσεων.   Όρος Απόκλιση Πίνακας  4     Θεωρείτε ικανοποιητικό τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό για τη διδα- Απόψεις   των   διδασκόντων   για   τον   υλικοτεχνικό   εξοπλισμό   των   σκαλία στην αίθουσα; 2,5 0,5 αιθουσών   1=Καθόλου 2=Αρκετά διδασκαλίας)     3=Πολύ 4=ΔΞ/ΔΑ Ερώτηση   Μέσος     Τυπική     Για την κάλυψη των κενών υποδομής οι περισσότεροι Όρος   Απόκλιση  πως υποστηρίζουν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες Θεωρείτε   ικανοποιητικό   σχετικές τον   με την υποστηρικτική 2,5   υποδομή 0,5   του υλικοτεχνικό   εξοπλισμό   για   τη   διδασκαλία   Π.Μ.Σ. όπως: παροχή χρήσιμου προς μελέτη υλικού και παροχή προτεινόμε­ στην  αίθουσα;   νης βιβλιογραφίας, χρήση 1=Καθόλου      2=Αρκετά   προσωπικού      3=Πολύ      4=ΔΞ/ΔΑ   υλικού των διδασκόντων και ενίσχυ­ ση εργαστηρίων. Ακόμη δεν θεωρούν πως πιθανή οικονομική ανταμοιβή τους στο Π.Μ.Σ. θα αποτελούσε επιπλέον πολύ σημαντικό κίνητρο γι’ αυτούς. (Πίνακας 5). 8 704 Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Πίνακας 5. Απόψεις των διδασκόντων για τις αμοιβές τους ως κίνητρα Μέσος Τυπική Ερώτηση Όρος Απόκλιση Θεωρείτε ότι πιθανή αμοιβή για τους διδάσκοντες/ουσες στο ΠΜΣ θα αποτελούσε επιπλέον σημαντικό κίνητρο; 2 0,63 1=Καθόλου σημαντικό 2=Αρκετά σημαντικό 3=Πολύ σημαντικό 4=ΔΞ/ΔΑ Το επόμενο βήμα μας στην καταγραφή των απόψεων και των θέσεων των συμμετεχόντων του διδακτικού προσωπικού αποτελούν οι σχετικές απαντή­ σεις για τον ακαδημαϊκό σχεδιασμό του προγράμματος. Πιο συγκεκριμένα οι διδάσκοντες στο ΠΜΣ θεωρούν ότι ο ακαδημαϊκός σχεδιασμός του ΠΜΣ είναι αρκετά αποτελεσματικός (Πίνακας 6). Πίνακας 6. Απόψεις των διδασκόντων για την αποτελεσματικότητα του ακαδημαϊκού σχεδιασμού του ΠΜΣ Μέσος Τυπική Ερώτηση Όρος Απόκλιση Θεωρείτε ότι ο ακαδημαϊκός σχεδιασμός του ΠΜΣ είναι αποτελεσματικός; 2,63 0,77 1=Καθόλου 2=Αρκετά 3=Πολύ 4=ΔΞ/ΔΑ Αναζητώντας τους λόγους που συνηγορούν στην αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού οι διδάσκοντες/ουσες στο συγκεκριμένο Π.Μ.Σ. θα καταγράψουν το αυστηρό σαφές πλαίσιο (σαφήνεια ακαδημαϊκού και διοικητικού πλαισίου, κριτήρια επιλογής Μεταπτυχιακών Φοιτητών). Αντίθετα, όσον αφορά τους λόγους που συνηγορούν στην αναποτελεσματι­ κότητα του σχεδιασμού του Π.Μ.Σ. οι διδάσκοντες/ουσες αναφέρουν με έντα­ ση την έλλειψη διαθέσιμου χρόνου ως δομικού προσδιορισμού, όπως προ­ βλέπεται από το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Πιο συγκεκριμένα διδάσκων απάντησε: “…η πίεση χρόνου εξαιτίας του νομικού πλαισίου...”. Στον άξονα των προτάσεων βελτίωσης του σχεδιασμού του Π.Μ.Σ. οι δι­ δάσκοντες/ουσες προτείνουν την αύξηση της σύνδεσης με τον κόσμο της ερ­ γασίας –πιο συγκεκριμένα διδάσκων απάντησε: 705 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ “…..διδασκαλία γνώσεων με άμεση διασύνδεση με τον χώρο εργασίας των φοιτητών. Σύνδεση θεωρίας και πράξης. Επιστήμη και πράξη (know how). Όχι μόνο θεωρία και διαλέξεις, training transfer..” Στο τέταρτο άξονα της ενεργής παρέμβασης οι διδάσκοντες/ουσες δηλώ­ νουν πως αναλαμβάνουν σχετικές πρωτοβουλίες, όπως η ενίσχυση της σύν­ δεσης του Π.Μ.Σ. και αγοράς εργασίας. Πιο συγκεκριμένα διδάσκων επιχει­ ρεί μέσα από τη σύζευξη θεωρίας-πράξης -όπως δήλωσε- την σύνδεση του προγράμματος με τον κόσμο της εργασίας: “εργασίες των φοιτητών με τελικό αποτέλεσμα την εκπόνηση case study, ανάλογα με το αντικείμενο δουλειάς κάθε φοιτητή.” Ακόμη, διδάσκοντες και διδάσκουσες αξιολογούν θετικά το κλίμα εργασί­ ας στο Π.Μ.Σ. (μέσος όρος 2,5/ τυπική απόκλιση 0,5- Πίνακας 7). Στον άξονα των προτάσεων βελτίωσης είναι σημαντική η μεγαλύτερη συ­ νεργασία και επικοινωνία με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές/τριες (μέσος όρος 3/ τυπική απόκλιση 0). Ανάλογη είναι η ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία και επικοινωνία με τους άλλους διδάσκοντες/ουσες (μέσος όρος 2,9/ τυπική απόκλιση 0,51), ενώ αρκετά σημαντικά θεωρούνται η μεγαλύτερη συμμετο­ χή στις αποφάσεις. Ακόμη ιδιαίτερα σημαντική είναι και η πρότασή τους για λιγότερη γραφει­ οκρατία.. (μέσος όρος 2,5/ τυπική απόκλιση 0,81). Τέλος, διδάσκοντες και διδάσκουσες αναφέρουν πως στη βελτίωση του κλίματος θα βοηθούσαν η βελτίωση των υποδομών, η ενίσχυση της έρευνας και η διδακτική ενίσχυση των φοιτητών. Πίνακας 7. Απόψεις των διδασκόντων για το κλίμα εργασίας στο ΠΜΣ Μέσος Τυπική Ερώτηση Όρος Απόκλιση Πώς βλέπετε το κλίμα εργασίας στο ΠΜΣ; 2,5 0,5 1=Καθόλου καλό 2=Αρκετά καλό 3=Πολύ καλό 4=ΔΞ/ΔΑ Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που θα το έκαναν καλύτερο (το κλίμα εργασίας στο ΠΜΣ); 1=Καθόλου 2=Αρκετά 3=Πολύ 4=ΔΞ/ΔΑ α. Μεγαλύτερη συνεργασία και επικοινωνία με τους μεταπτυχιακούς 3 0 φοιτητές/τριες β. Μεγαλύτερη συνεργασία και επικοινωνία με τους άλλους 2,9 0,51 διδάσκοντες/ουσες γ. Μεγαλύτερη συμμετοχή στις αποφάσεις 2,3 0,64 δ. Μεγαλύτερη αυτονομία στη δουλειά σας 1,7 0,46 ε. Λιγότερη γραφειοκρατία 2,5 0,81 706 Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Οι περισσότεροι διδάσκοντες/ουσες υποστηρίζουν πως αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες με σκοπό τη βελτίωση του κλίματος του Π.Μ.Σ.. Οι πρωτοβου­ λίες που έχουν αναλάβει οι διδάσκοντες/ουσες είναι η ανάπτυξη συνεργα­σίας με συναδέλφους τους και με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, η ενεργοποίη­ ση φοιτητών ως προς τη συμμετοχή τους στη διδασκαλία, στην ερευνητική δια­δικασία και ως προς τη βιωματική μάθηση, η διαφοροποίηση της διδασκα­ λίας με αλλαγές στον τρόπο και τη μέθοδο διδασκαλίας (στόχοι, αξιολόγηση), η απλοποίηση της μαθησιακής διαδικασίας και η προσαρμογή στις ανάγκες των μεταπτυχιακών φοιτητών, η σύνδεση του ΠΜΣ με εφαρμογή γνώσεων σε εμπειρικό επίπεδο, μέσα από τη μελέτη πραγματικών περιπτώσεων και η έμ­ φαση στην πρακτική άσκηση των μεταπτυχιακών φοιτητών. Χαρακτηριστική είναι η φράση που καταγράφηκε: “….ομαδική προσπάθεια προς την ερευνητική κατεύθυνση σε υψηλότε- ρο βαθμό.” Ως πιθανές πηγές δυσκολιών των διδασκόντων αναδεικνύονται η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ τους αλλά και η αδυναμία στενής συνεργασίας διδασκό­ ντων-μεταπτυχιακών φοιτητών/τριων, οι αυξημένες υποχρεώσεις τους, οι αδυ­ ναμίες των μεταπτυχιακών φοιτητών/τριων που συνδέονται με τις αυξημένες υποχρεώσεις που έχουν, η ασυνέπεια των μεταπτυχιακών φοιτητών ως προς την ανταπόκριση στα καθήκοντά τους και με την ελλιπή γνώση ξένων γλωσ­ σών, τα επιστημονικής φύσεως εμπόδια και τα προβλήματα λειτουρ­γίας του Π.Μ.Σ. σχετικά με τις υποδομές και με τις υποστηρικτικές υπηρεσίες. Τέλος, η συζήτηση για την επικοινωνιακή σχέση των συμμετεχόντων με­ λών του διδακτικού προσωπικού τόσο μεταξύ τους όσο και με τους μεταπτυ­ χιακούς φοιτητές αποτελούν ένα κομβικό σημείο στην ανάλυση των από­ψεων των διδασκόντων/ουσών. Ακόμη, οι διδάσκοντες-διδάσκουσες έδωσαν έμφαση στην αξιοποίηση των διαθέσιμων υποδομών και τέλος ενίσχυσαν την βιωματική μάθηση. Είναι χα­ ρακτηριστικά τα λόγια του συμμετέχοντος/ουσας: “….συζητάμε με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και αποφασίζουμε από κοι- νού τα θέματα εργασιών και την ερευνητική προσέγγιση…”. Σε ό,τι όμως αφορά στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος για την επικοι­ νωνιακή σχέση οι διδάσκοντες/ουσες αναζητούν ανεκπλήρωτα την επικοινω­ νία ως συνεργασία στις μεταξύ τους σχέσεις (Πίνακας 8). 707 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 8. Συνεργασία των διδασκόντων του ΠΜΣ Μέσος Τυπική Ερώτηση Όρος Απόκλιση Συνεργάζεστε με τους συναδέλφους σας στο πλαίσιο του ΠΜΣ; 1,81 0,83 1=Καθόλου 2=Αρκετά 3=Πολύ 4=ΔΞ/ΔΑ Ενώ ανάλογα χαμηλή είναι και η συμμετοχή τους στη σφαίρα της λήψης των αποφάσεων που αφορούν στο Π.Μ.Σ. Για την άμεση βελτίωση της λειτουργίας του Π.Μ.Σ. οι διδάσκοντες/ουσες προτείνουν την αξιοποίηση των αρχών εκπαίδευσης ενηλίκων: “..να δούμε τους μεταπτυχιακούς φοιτητές ως ενηλίκους που ψάχνουν και θέλουν να μάθουν με τη βοήθειά μας και όταν πρόκειται για εκπαιδευτικούς ως ενηλίκους με σημαντικά βιώματα και εμπειρία στην εκπαίδευση….” Τέλος, προτείνουν την οργάνωση επισκέψεων, την ενίσχυση της συμμε­ τοχής των μεταπτυχιακών φοιτητών, την ενίσχυση εργαστηριακής εργασίας, και την ενίσχυση υπηρεσιών υποστήριξής τους.. Συμπερασματικά, οι κυρίαρχοι λόγοι θέσμισης του προγράμματος όπως αυτοί παράγονται από την παρουσίαση των δεδομένων συνίστανται και εμπε­ ριέχουν την επιστημονική ειδίκευση, την ακαδημαϊκή έρευνα, την παραγωγή και διάχυση της γνώσης στη σύνδεσή του με το κοινωνικό. Εδώ ακριβώς συνάπτονται το εργαλειακό (σταδιοδρομία) και το ακαδημα­ ϊκό (έρευνα, παραγωγή και διάχυση γνώσης σε σύνδεση με το κοινωνικό) για τα συμμετέχοντα μέλη του διδακτικού προσωπικού του συγκεκριμένου Με­ ταπτυχιακού Προγράμματος. Συζήτηση αντί συμπεράσματος: από την αυτοαξιολόγηση στον κριτικό αναστοχασμό. Επικεντρώνοντας στα κρίσιμα σημεία όπως αυτά προκύπτουν από την κατα­ γραφή και ανάλυση των απόψεων θα επιλέγαμε να συζητήσουμε το συστατικό στοιχείο του πυρήνα σχηματισμού κάθε κοινότητας παραγωγής της γνώσης- κι όχι μόνο της πανεπιστημιακής -την επικοινωνιακή διάσταση. Η διάσταση αυτή αναδύεται σταθερά στο σύνολο των κατηγοριών απαντήσεων που κα­ ταγράφηκαν, ενώ αποτελεί αφετηρία πρωτοβουλιών και πυρήνα δράσης για τα συμμετέχοντα υποκείμενα. Η αναζήτηση τρόπων ενεργοποίησης της συμμετοχής των μεταπτυχιακών φοιτητών αλλά κυρίως το έλλειμμα συμμετοχής, αλληλόδρασης και επικοινω­ νίας των ίδιων των υποκειμένων είναι έκδηλο. 708 Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Πιο συγκεκριμένα, το αίτημα επικοινωνίας για την επίτευξη του επιθυμη­ τού αναδεικνύει την ουσία της κοινότητας επιβεβαιώνοντας την αρχική μας υπόθεση πως η ίδια η διαδικασία συμμετοχής αποτελεί και το σημαντικότε­ ρο κίνητρό τους. Βέβαια θα πρέπει πάλι να τονίσουμε πως η συσχέτιση των δεδομένων στην ανάλυση των στοιχείων δεν είναι ντετερμινιστική, με σχέσεις ακολου­θίας ή εξάρτησης, αλλά αντιμετωπίζονται ως τα δύο σκέλη μιας σύνθετης και δυνα­ μικής συνάρτησης. Ακολουθώντας το θεωρητικό σχήμα μας ως το τέλος θα μπορούσαμε να εντάξουμε την ερμηνεία μας στη συνολική διάγνωση του Γερμανού διανοητή για τις παθολογίες της δυτικής σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Αφετηρία των ερμηνειών του είναι ο ανολοκλήρωτος μοντερνισμός (Ηabermas, 1971: 444). Είμαστε άλλωστε –αναντίρρητα- σε περίοδο κρίσης, όπου παρατηρείται επέκταση και κυριαρχία των εργαλειακών σκοπιμοτήτων σε βάρος της επι­ κοινωνιακής λογικότητας. Είναι κοινή θέση στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία πως κάθε επιστη­ μονική και ερευνητική διαδικασία όπως και κάθε εκπαιδευτική δράση δεν εί­ ναι διαδικασίες ‘καθαρές’ από τους λόγους δράσης, που κάθε φορά συνδια­ μορφώνονται στο κοινωνικό. Αντίθετα, όπως προκύπτει και από τις απαντήσεις και τις θέσεις που καταγράφηκαν στα πλαίσια της συγκεκριμένης μελέτης, η διατύπωση του σύγχρονου λόγου της κοινωνίας της αγοράς λειτουργεί συν­ διαμορφωτικά στη παγίωση των δομών παραγωγής της σύγχρονης γνώσης. Βέβαια οι πραγματικότητες δεν είναι γραμμικές. Η σύγκρουση είναι πα­ ρούσα και εδώ, άλλωστε και ο Habermas δεν πιστεύει πως ο βιόκοσμος και το σύστημα εργάζονται για αμοιβαία οφέλη. Χρησιμοποιεί τη μεταφορά «αποικι­ οποίηση του βιόκοσμου» για να δείξει πώς το σύστημα έχει αποξενωθεί από την εμπειρία της επικοινωνίας και τώρα είναι προσανατολισμένο στα χρήμα­ τα και την εξουσία (Welton 1993). Η θεωρητική αυτή παρατήρηση μας οδηγεί και σε μια μεθοδολογική συ­ μπερασματική θέση όπως αυτή αναφέρθηκε ήδη στη μελέτη. Στη δυναμική του υπό έρευνα πεδίου προσαρμόσαμε το δυναμικό χαρακτήρα του θεωρη­ τικού-μεθοδολογικού σχήματος και την τεχνική κατασκευής του εργαλείου και της ανάλυσης των δεδομένων. Στο δυναμικό καμβά των προτάσεων και πρωτοβουλιών των υποκειμένων, αναγνωρίσαμε την σημασία των διαδικα­ σιών απόκτησης και παραγωγής της γνώσης ως συστατικών της κοινότητας. Η συμμετοχή σε αυτή τη κοινότητα αναγνωρίστηκε ως ουσία της ακαδημαϊ­ κής ταυτότητας του πανεπιστημιακού δασκάλου. Μέσα από αυτό το συμπέρασμα που προέκυψε, η έκθεση σκοπιμότητας πε­ πραγμένων και αξιολόγησης του Π.Μ.Σ. συνδέθηκε ως ανάλυση απόψεων και διερεύνηση κινήτρων με τη διαδικασία του κριτικού αναστοχασμού (Gouthro, 709 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 2006). Η ικανοποίηση αυτού του απώτερου σκοπού της μελέτης δεν θεωρή­ θηκε εξαρχής κάτι δεδομένο, παρά προέκυψε μέσα από τα δεδομένα σε μια σχέση ανατροφοδότησης. στα πλαίσια της αυτοαξιολόγησης του προγράμ­ ματος ως διαδικασία αναστοχασμού. Δηλαδή ενώ δεν ήταν ούτε μηχανιστικά ούτε κανονιστικά προσδιορισμέ­ νο, αναδείχτηκε ως σκοπός στη διαδικασία της μελέτης καθώς η διαδικασία της αυτοαξιολόγησης συνδέθηκε με μία φιλοσοφία –το κριτικό θεωρητικό σχήμα του Habermas– που παρήγαγε και ένα σταθερό πλαίσιο αρχών εκπαί­ δευσης ενηλίκων. Έτσι, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε μας επιτρέπει να απορρίψουμε κάθε κριτική για τον ίδιο τον εργαλειακό χαρακτήρα της αξιολόγησης και τις καταγγελίες για τις απαρχές και τις καταλήξεις αυτών των διαδικασιών. Η συ­ γκεκριμένη θεώρηση με την οποία συνδέσαμε μεθοδολογικά την μελέτη μας ξεκινά με τη διαβεβαίωση ότι οι άνθρωποι είναι υλικά και ιστορικά όντα που έχουν το δυναμικό να μάθουν για τη φύση, τους άλλους και τον εαυτό τους. Το σημαντικότερο είναι ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να γίνονται ενεργητικά, αναστοχαστικά όντα. Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός κάθε εκ­ παιδευτή ενηλίκων κατά Mezirow (Welton, 1993). Κύριος σκοπός του εκπαι­ δευτή ενηλίκων είναι να καλλιεργεί τον κριτικό αναστοχασμό. Αυτός είναι και ο απώτερος σκοπός αλλά και η αναγνώριση του τελικού διακυβεύματος της μελέτης μας. Όπως άλλωστε έχει δείξει και ο Ι. Σολομών στις μελέτες του, η αυτοαξιολόγηση ως κριτικός αναστοχασμός της ίδιας της λειτουργίας της αξιολόγησης δεν συνιστά μια τεχνοκρατική διαδικασία, αλλά αποτελεί χειραφετητική πρακτική πρωταρχικής σημασίας, καθώς έχει τη δυνατότητα να μεταβάλλει την ποιότητα με την οποία τα υποκείμενα δια­ γράφουν τις εκπαιδευτικές πορείες τους και διαντιδρούν μεταξύ τους, συν­ διαμορφώνοντας το συγκείμενο. Βιβλιογραφία Βεργίδης, Δημήτρης (2005). Συμβολή στην αξιολόγηση του Προγράμματος Με- ταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ (2002-2004), αδημοσίευτη έκθεση αξιολόγη- σης.Πάτρα: χ.ε. Βεργίδης, Δημήτρης (1993). “Νεοφιλελεύθερη Εκπαιδευτική Πολιτική και επιμόρ­ φωση εκπαιδευτικών”. Στο: Σύγχρονη Εκπαίδευση, 69, 43-49. Craib, Ian. (2000). Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία – Από τον Πάρσονς στον Χάμπερ- μας (Επιμέλεια Π.Ε. Λέκκας). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Καρατζιά–Σταυλιώτη, Ελένη & Λαμπρόπουλος, Χαρίλαος (2006). Αξιολόγηση, Απο- τελεσματικότητα και Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Αθήνα:Gutenberg. 710 Δημήτρης Βεργίδης, Ιωάννης Καμαριανός, Άννυ Ασημάκη ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Λάμνιας, Κώστας (1996). Επικοινωνιακή Λογικότητα. Αθήνα: Επίκεντρο. Σολομών, Ιωσήφ (επιμ.). (1999). Εσωτερική αξιολόγηση και προγραμματισμός του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα – Ένα πλαίσιο εργασίας και υποστή- ριξης, Αθήνα:Π. Ι. Andersen, Heine. (2000). “Jurgen Habermas” in Andersen, Heine Kaspersen, Lars Bo Classical and Modern social theory. London: Blackwell, 326-343. Ball, Stephen (2007). Education plc: understanding private sector participation in public sector Education, London: Routledge. Bourdieu, P. (1997). Mediations pascaliennnes.Paris:Seuil. Corcuff, P. (2007). Les nouvelles sociologies. Paris: Armand Colin. Deakin R. Crick, & Joldersma, Clarence (2007). “Habermas, lifelong learning and citizenship education”. Studies in Philosophy and Education. 26, pp.77-95. Edgar, Andrew (2006). Habermas. The key concepts. London: Routledge. European Commission (2000). European Report on the Quality of School Education: Sixteen Quality Indicators, EC. Habermas, Jurgen (1971). Towards a Rational Society. Boston: Beakon Press. Habermas, Jurgen (1972). Knowledge and Human Interests. London: Beakon Press. Gouthro, Patricia (2006). “Reason, Communicative learning and Civil Society: the use of Habermasian Theory in Adult Education”. In Journal of Educational Thought, 40 (1), 5-22. Κaratzia-Stavlioti E. & Lambropoulos H.,(2009). “Education and Economic Development: Evaluations and Ideologies”, στο Κazamias A., Cowen R., (eds.). International Handbook of Comparative Education, Springer, London, pp. 633- 652. Crick, R.D & Joldersma, C.W. (2007). Habermas, lifelong learning and citizenship education. Studies in Philosophy and Education, 26, 77-95 Keeling, Ruth (2006). “The Bologna Process and the Lisbon Research Agenda: the European Commission’s expanding role in higher education discourse”. In European Journal of Education, 41, (2), 203–223. Welton, Michael (1993). “The Contribution of Critical Theory to Our Understanding of Adult Learning”. In New Directions for Adult and Continuing Education, 57, 81-90. Unesco (2005). Understanding education Quality. EFA Global Monitoring Report. Unicef. (2000). Defining Quality in Education, N.Y.: United Nations Children’s Fund. UNICEF. Programme Division EducationDocument No. UNICEF/PD/ED/00/02. Αbstract This paper is a theoretical and methodological contribution to emerging debates on quality and evaluation in Higher Education. The focus of this study is on the 711 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Postgraduate Studies Program of the Department of Primary Education which was established in 1993. We discuss the structural and subjective options on quality and evaluation as communicative processes. We also take up other key issues including emancipation, lifelong learning and technocracy. Δημήτρης Κ. Βεργίδης Καθηγητής, ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Πατρών Διευθυντής ΠΜΣ, ΠΤΔΕ Πανεπιστήμιο Πατρών, Ρίο Πάτρα, τκ. 26500 Fax: 2610993437,

[email protected]

Iωάννης Καμαριανός Επίκουρος Καθηγητής, ΠΤΔΕ, Πανεπιστημίου Πατρών Ρίο Πάτρα, τκ. 26500, τηλ. 2610997683, Fax: 2610993437,

[email protected]

Άννυ Aσημάκη Λέκτορας ΠΤΔΕ,Πανεπιστημίου Πατρών Ρίο Πάτρα, τκ. 26500, τηλ. 2610997380, Fax: 2610993437,

[email protected]

712 Νικόλαος Βαξεβανίδης, Παναγιώτης Αστερής ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΕΙ ΜΕ ΒΙΒΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ Αξιολόγηση ερευνητικού έργου Τμημάτων ΤΕΙ με βιβλιομετρικούς δείκτες Νικόλαος Βαξεβανίδης, Παναγιώτης Αστερής Εισαγωγή Το θέμα της αξιολόγησης τόσο της εκπαιδευτικής διαδικασίας όσο και της επιστημονικής δραστηριότητας του Προσωπικού (μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ) που στελε­ χώνει τα ΑΕΙ είναι ιδιαίτερα καίριο σήμερα. Με βάση το Ν.3374/2005 αλλά και τον πρόσφατο Νόμο «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπου­ δών και διεθνοποίηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» (N.4009/2011) είναι πλέον και απαίτηση (Vaxevanidis et al., 2011). Κρίσιμο χαρακτηριστικό μιας τέτοιας διαδικασίας αξιολόγησης πέρα από την εγκυρότητα και την αξιοπιστία της είναι και η αποδοτικότητά της (δυνατό­ τητα εξαγωγής συμπερασμάτων με τη χρήση σχετικά περιορισμένων πόρων). Όπως είναι γνωστό τα κριτήρια για την αξιολόγηση αφορούν: α) Την ποιότη­ τα του διδακτικού έργου, β) Την ποιότητα του ερευνητικού έργου, γ) Την ποι­ ότητα των προγραμμάτων σπουδών, δ) Την ποιότητα των λοιπών υπηρεσιών. Στην παρούσα εισήγηση συζητείται η αξιολόγηση του ερευνητικού έργου τμημάτων ΑΕΙ με χρήση βιβλιομετρικών δεικτών και παρουσιάζεται μια πιλο­ τική εφαρμογή της μεθόδου σε Τμήματα ΤΕΙ. Δεν συζητούνται θέματα που αφορούν τα συστήματα / προσεγγίσεις σχετικά με την ποιότητα που εφαρ­ μόστηκαν, εφαρμόζονται ή απαιτείται νομικά να εφαρμοστούν, στο πεδίο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (βλέπε ενδεικτικά: Harvey & Green, 1993, Harvey, 2005, Ματθαίου, 2007 και Βαξεβανίδης & Προκοπίου, 2010). Θεωρητικό υπόβαθρο Τα τελευταία χρόνια οι ποσοτικές, βιβλιομετρικές μέθοδοι για την αξιολόγηση του ερευνητικού έργου σε εθνική κλίμακα αλλά και σε ιδρυματική (ΑΕΙ, Τμήμα­ τα, Τομείς, Εργαστήρια) ή ακόμα και ατομική (για μεμονωμένους ερευνητές) έχουν όλο και μεγαλύτερη διάδοση. Από την άλλη πλευρά οι ποιοτικές μέθο­ δοι για την αποτίμηση του ερευνητικού έργου, με βασικότερη την «αξιολόγη­ ση από ομοτίμους» (peer review) εξακολουθούν να έχουν μια ευρεία αποδοχή στην επιστημονική κοινότητα. Ενδεικτικά, στην «αξιολόγηση από ομοτίμους» 713 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ βασίζεται και το μοντέλο εκλογής μελών ΔΕΠ στις περισσότερες χώρες του κόσμου (Altanopoulou et al. 2011). Το μοντέλο αυτό, όμως δεν στερείται μειονεκτημάτων: • Απαιτεί σημαντικούς ανθρώπινους πόρους. • Η διαδικασία αυτή πιθανά επηρεάζεται από τις αντιλήψεις και τη συ­ γκεκριμένη ερευνητική στόχευση των κριτών. • Ενδεχομένως να υπάρχει ατελής ενημέρωση για κάθε υπό κρίση εξει­ δικευμένο ερευνητικό έργο. Για τις βιβλιομετρικές μεθόδους και ειδικότερα για την ανάλυση αναφο­ ρών ως πλεονεκτήματα θεωρούνται: • η αντικειμενικότητα των μετρήσεων, η ευκολία και το χαμηλό κόστος, • η δυνατότητα μετρήσεων για έναν απεριόριστο αριθμό δημοσιεύσεων, • η διαβαθμισιμότητα από το μικρο-επίπεδο (άτομα) στο μακρο-επίπε­ δο (παγκόσμιες μετρήσεις). Διαπιστώνεται θετική συσχέτιση μεταξύ της αξιολόγησης από ομότιμους και των βιβλιομετρικών μετρήσεων. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι επειδή οι βάσεις δεδομένων αναφορών αφορούν κυρίως δημοσιεύσεις σε περιοδικά όχι βιβλία, κεφάλαια βιβλίων, τε­ χνικές αναφορές κλπ. κάθε αποτίμηση του ερευνητικού έργου με βιβλιομε­ τρικές μεθόδους στηρίζεται στην εξής βασική παραδοχή: «κάθε επιστήμονας που έχει να πει κάτι σημαντικό, δημοσιεύει τα ευρήματά του σε επιστημονικά περιοδικά με διεθνή απήχηση» (Van Raan, 2005). Όμως στις κοινωνικές και στις ανθρωπιστικές επιστήμες βιβλία και κεφάλαια βιβλίων αποτελούν μια ση­ μαντική πρακτική δημοσίευσης ερευνητικών εργασιών. Τα περισσότερα όμως και μεγαλύτερα προβλήματα της ανάλυσης ανα­ φορών σχετίζονται με τις πηγές άντλησης δεδομένων (ISI/Web of Science, Scopus, Google Scholar) και αφορούν περιορισμούς στην κάλυψη των βά­ σεων δεδομένων (ευρετηριάζεται ένας μικρός αριθμός του συνόλου των επι­ στημονικών περιοδικών, με χρονολογικά κενά), στην ομοιογένεια κάλυψης (διαφορετική κάλυψη μεταξύ των επιστημονικών πεδίων, μεταξύ των γλωσ­ σών και του τύπου των δημοσιεύσεων καθώς και των χωρών προέλευσης των συγγραφέων) και σε λάθη που οφείλονται στην ανυπαρξία καθιερωμένων τύ­ πων για τα ονόματα συγγραφέων και συλλογικών οργάνων. Εξ όσων γνωρίζουν οι συγγραφείς, οι μελέτες για την αξιολόγηση Πανε­ πιστημιακών Τμημάτων με βιβλιομετρικές μεθόδους στην Ελλάδα είναι μάλ­ λον ολιγάριθμες. Η πρώτη χρονολογικά (1991) αφορούσε δύο Τμήματα Μαθη­ ματικών (Zachos, 1991). Μια έρευνα το 2008 αφορούσε Τμήματα Επιστήμης των Υπολογιστών και χρησιμοποίησε τη βάση δεδομένων Google Scholar και το λογισμικό Publish or Perish (Katsaros et al., 2008). Το 2010 αξιολογήθηκαν 714 Νικόλαος Βαξεβανίδης, Παναγιώτης Αστερής ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΕΙ ΜΕ ΒΙΒΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ Τμήματα Χημείας, Χημικών Μηχανικών, Επιστήμης των Υλικών και Φυσικής με την χρήση του δείκτη-h (h-index) και της βάσης δεδομένων Web of Science (Lazaridis, 2010). Οι πλέον πρόσφατες εργασίες αφορούσαν, η μια την αξιολό­ γηση 93 Πανεπιστημιακών Τμημάτων διαφόρων ειδικοτήτων με τη χρήση του δείκτη-h (h-index) και της βάσης δεδομένων Google Scholar, (Altanopoulou et al., 2011) και η άλλη την αξιολόγηση Τμημάτων Μηχανολογίας ΤΕΙ με χρή­ ση ενός αριθμού απλών βιβλιομετρικών δεικτών και της βάσης δεδομένων Scopus (Vaxevanidis et al., 2011). Σε επίπεδο ΜΟΔΙΠ επισημαίνεται η μελέτης της συγκριτικής αξιολόγησης του ερευνητικού έργου Τμημάτων Οικονομικής Επιστήμης των Πανεπιστη­ μίων Ελλάδας και Κύπρου που εκπονήθηκε στο Παν. Μακεδονίας (Ζωντανός & Κατρανίδης, 2009). Βιβλιομετρικοί δείκτες Στη διεθνή συναφή βιβλιογραφία προτείνεται ένας μεγάλος αριθμός βιβλι­ ομετρικών δεικτών από τους πλέον απλούς έως σταθμισμένους πολυσύν­ θετους (βλέπε ενδεικτικά: Rehn et al., 2007). Για το σκοπό της αξιολόγησης του ερευνητικού έργου Τμημάτων ΑΕΙ με αξιόπιστο τρόπο και με λελογισμένη χρήση πόρων προτείνεται η χρήση βιβλιο­ μετρικών δεικτών σε τέσσερις άξονες: παραγωγικότητα, συνολική απήχηση, αποδοτικότητα, συνδυασμός παραγωγικότητας και απήχησης. Σημειώνεται ότι παρόμοια μεθοδολογία προτείνεται και στη βιβλιογραφική παραπομπή: Ζωντανός & Κατρανίδης, 2009. 1. Παραγωγικότητα (Productivity) P: απόλυτος αριθμός δημοσιεύσεων (σε επίπεδο Τμήματος) Pf: αριθμός δημοσιεύσεων ανά μέλος ΔΕΠ/ΕΠ Pav: μέσος αριθμός δημοσιεύσεων ανά μέλος ΔΕΠ/ΕΠ (σε επίπεδο Τμή­ ματος) Οι μετρήσεις των δημοσιεύσεων (απόλυτος αριθμός δημοσιεύσεων, αριθ­ μός δημοσιεύσεων ανά ερευνητή) αποτελούν τις βασικότερες μετρήσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται όλη η ανάλυση αναφορών. Είναι ενδεικτικές της παρα­ γωγικότητας και του όγκου του παραγόμενου ερευνητικού έργου. Μειονεκτή­ ματά τους είναι: α) η μη διαφοροποίησή τους ως προς την απήχηση των δη­ μοσιεύσεων, β) η παράβλεψη του μεγέθους της ακαδημαϊκής μονάδας (στην εκδοχή του απόλυτου αριθμού δημοσιεύσεων μιας ακαδημαϊκής μονάδας), γ) η αγνόηση δημοσιεύσεων που δεν καλύπτονται από τη βάση δεδομένων αναφορών που χρησιμοποιείται. 715 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 2. Συνολική απήχηση – αναγνώριση ερευνητικού έργου (Impact) C: απόλυτος αριθμός ετερο-αναφορών, Cs: απόλυτος αριθμός αναφορών (περιλαμβάνονται και οι αυτο-αναφορές) Cf: απόλυτος αριθμός ετερο-αναφορών ανά μέλος ΔΕΠ/ΕΠ, Cfs: απόλυτος αριθμός αναφορών ανά μέλος ΔΕΠ/ΕΠ, Cav: μέσος αριθμός ετερο-αναφορών ανά μέλος ΔΕΠ/ΕΠ, Οι μετρήσεις των αναφορών (απόλυτος αριθμός αναφορών, αριθμός ανα­ φορών ανά ερευνητή) είναι ενδεικτικές της απήχησης και της επίδρασης ενός σώματος δημοσιευμένου έργου. Μειονεκτήματά τους είναι: α) η μη διαφορο­ ποίηση ως προς το χρόνο δημοσίευσης (δεν λαμβάνουν υπόψη πως οι παλαι­ ότερες δημοσιεύσεις είναι αναμενόμενο να λαμβάνουν περισσότερες αναφο­ ρές από τις νεότερες), β) η επίσης μη διαφοροποίησή τους ως προς τον τύπο της δημοσίευσης και τη θεματική περιοχή (π.χ. άρθρα επισκόπησης συνήθως λαμβάνουν περισσότερες αναφορές από ερευνητικά άρθρα), γ) η παράβλε­ ψη του μεγέθους της ακαδημαϊκής μονάδας (στην απόλυτη εκδοχή του αριθ­ μού αναφορών μιας ακαδημαϊκής μονάδας). 3. Αποδοτικότητα (Efficiency) c: Μέσος αριθμός ετερο-αναφορών ανά δημοσίευση (Pf/Cf) cav: Μέσος αριθμός ετερο-αναφορών ανά δημοσίευση (σε επίπεδο Τμή­ ματος, C/P) p-index: δείκτης p P0: αριθμός δημοσιεύσεων χωρίς αναφορές p0: ποσοστό δημοσιεύσεων χωρίς αναφορές Ο αριθμός αναφορών ανά δημοσίευση είναι ένας βασικός δείκτης απήχη­ σης του παραχθέντος ερευνητικού έργου μιας ακαδημαϊκής μονάδας. Ο δεί­ κτης αυτός αντιμετωπίζει μερικά τουλάχιστον το πρόβλημα της μη ποιοτικής διαφοροποίησης των περιοδικών που περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων. Διαθέτει το πλεονέκτημά ότι δεν επηρεάζεται από το μέγεθος της ακαδημα­ ϊκής μονάδας. Τα κύρια μειονεκτήματά του είναι: α) η μη διαφοροποίηση ως προς το χρόνο δημοσίευσης ιδιαίτερα σε συνολικές αναδρομικές μετρήσεις (δεν λαμβάνει υπόψη πως οι παλαιότερες δημοσιεύσεις είναι αναμενόμενο να έχουν περισσότερες αναφορές από τις νεότερες), β) η μη διαφοροποίηση ως προς τον τύπο της δημοσίευσης και τη θεματική περιοχή (άρθρα επισκό­ πησης συνήθως λαμβάνουν περισσότερες αναφορές από ερευνητικά άρθρα) και γ) η αλλοίωσή του σε περιπτώσεις Τμημάτων με χαμηλή παραγωγικότη­ τα όπου ένας μικρός αριθμός δημοσιεύσεων με μεγάλη απήχηση μπορεί να αλλοιώσει την τελική τιμή του δείκτη. Ο δείκτης p «διορθώνει» τον δείκτη c δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στον αριθμό των αναφορών σε σχέση με τον αριθμό των δημοσιεύσεων. Υπολογί­ 716 Νικόλαος Βαξεβανίδης, Παναγιώτης Αστερής ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΕΙ ΜΕ ΒΙΒΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ ζεται από την σχέση: p= (Cf2/Pf)1/3, (βλέπε: Prathap, 2010). Ο δείκτης p0 εκφράζει το ποσοστό των δημοσιεύσεων χωρίς καμιά αναφο­ ρά. Αντιπροσωπεύει τον αριθμό των δημοσιεύσεων χωρίς απήχηση. Βασικό μειονέκτημά του είναι ότι δεν διαφοροποιείται ως προς το χρόνο δημοσίευ­ σης και ως προς τη θεματική περιοχή. Είναι αμερόληπτος ως προς το μέγε­ θος της ακαδημαϊκής μονάδας. 4. Συνδυαστικοί δείκτες [Hybrid (productivity + impact)] h-index: δείκτης h (Hirsch index) λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις ετερο-ανα­ φορές, hs-index: δείκτης h λαμβάνοντας υπόψη όλες τις αναφορές. Oι συνδυαστικοί (υβριδικοί) δείκτες επιχειρούν να συνδυάσουν τόσο την παραγωγικότητα όσο και την απήχηση των δημοσιεύσεων ενός επιστήμονα. Όλοι αυτοί οι δείκτες, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές που έχουν γίνει σε κάθε δημοσιευμένη εργασία, αντιμετωπίζουν εν μέρει την απουσία ποιοτικής διαφοροποίησης των επιστημονικών περιοδικών όπου έχουν γίνει οι δημοσι­ εύσεις αυτές. Ο πλέον δημοφιλής και ευρύτερα χρησιμοποιούμενος δείκτης αυτής της κατηγορίας είναι ο δείκτης h που προτάθηκε από τον J.E. Hirsch. Για το δείκτη αυτόν, ο ίδιος ο Hirsch δίνει τον εξής ορισμό: «ένας επιστήμονας έχει h-index ίσο με h, εάν h από σύνολο Np των δημοσιεύσεών του έχει του­ λάχιστον h αναφορές η κάθε μία, και οι υπόλοιπες δημοσιεύσεις (Νp-h) έχουν το μέγιστο h αναφορές η κάθε μία» (Hirsch, 2005). Οι δείκτες h και hs υπο­ λογίζονται είτε σε ατομικό επίπεδο είτε ως μέσοι όροι σε επίπεδο Τμήματος. Μειονεκτήματα του h-index είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη του: την ηλικία και τον τύπο των δημοσιεύσεων, το μέγεθος της ακαδημαϊκής μονάδας και τη θεματική περιοχή. Ένα επιπλέον μειονέκτημα είναι ότι ως φυσικός αριθμός δεν παρέχει δυνατότητα μεγάλης διαβάθμισης (ευαισθησίας). Για να αντιπαρέλθουν το πρόβλημα αυτό διάφοροι ερευνητές πρότειναν είτε τον λεγόμενο g-index είτε μια σειρά από ρητούς (rational) διαδοχικούς (successive) h-indices (h1+, h1Δ, h1*) είτε τον λεγόμενο contemporary h-index (hc-index) που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην πρόσφατη ερευνητική παρα­ γωγή, είτε τον λεγόμενο g-index, (βλέπε ενδεικτικά: Katsaros et al., 2008). Μεθοδολογία Επιλογή βάσης δεδομένων Μια συγκριτική αναζήτηση στις τρεις κύριες βάσεις δεδομένων (ISI/Web of Science, Scopus, Google Scholar) και η κριτική ανασκόπηση προηγούμενων συναφών εργασιών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Scopus παρουσιάζει ευ­ 717 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρύτερη κάλυψη από την ISI/Web of Science ενώ δεν παρουσιάζει τα «εγγενή» προβλήματα της Google Scholar (αδιαφανής κάλυψη πηγών, ανάκτηση πολ­ λαπλών εγγραφών για την ίδια δημοσίευση κ.λπ). Κατά συνέπεια για την πα­ ρούσα έρευνα αποφασίστηκε η χρήση της Scopus ως πηγής άντλησης δε­ δομένων αναφορών. Επιλογή βιβλιομετρικών δεικτών Χρησιμοποιήθηκαν οι δείκτες που προτείνονται στην ενότητα 2. Οι δείκτες αυτοί ικανοποιούν την εφαρμογή πολλαπλών παραμέτρων και δεν απαιτούν χρήση αυξημένων πόρων και εξειδικευμένων γνώσεων. Επιλογή Τμημάτων Η παρούσα έρευνα στοχεύει κατ΄ αρχήν στην αποτίμηση του ερευνητικού έρ­ γου των Τμημάτων Εκπ/ων Μηχανολογίας και Εκπ/ών Πολιτικών Έργων Υπο­ δομής της ΑΣΠΑΙΤΕ. Για λόγους σύγκρισης μελετώνται και τα ομοειδή Τμή­ ματα ΤΕΙ και για σύγκριση και αντίστοιχα Τμήματα ΑΕΙ και ΑΣΕΙ. Αποτελέσματα Στην ενότητα αυτή περιλαμβάνονται ενδεικτικοί πίνακες1 των Τμημάτων που μελετήθηκαν. Για κάθε Τμήμα καταγράφηκε από το διαδίκτυο το μόνιμο ΕΠ και εν συνεχεία από τη βάση Scopus αντλήθηκαν τα βιβλιομετρικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά ελέγχθηκαν στη συνέχεια ως προς τη συνωνυμία και την εν­ δεχόμενη πολλαπλή γραφή στα Αγγλικά. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία ανά Τμή­ μα καταγράφηκαν για όλα τα μέλη ΕΠ, η αναγωγή όμως σε μέσες τιμές έγινε με βάση τον αριθμό των μελών που κατέχουν Διδακτορικό2, βλέπε Πίνακα 1. Τα αθροίσματα και οι μέσοι όροι των Πινάκων ανά Τμήμα επιτρέπουν τη συ­ γκρότηση συγκριτικών Πινάκων για τα Τμήματα δεδομένου ΑΕΙ/ΤΕΙ (Πίνακας 2) ή/και για ομοειδή Τμήματα διαφορετικών Ιδρυμάτων (Πίνακας 3). 1. Λόγω περιορισμένου χώρου αλλά και δεδομένου ότι η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί μέρος ευρύτερης συνεχιζόμενης έρευνας παρατίθεται ενδεικτικά ένας μικρός αριθμός Πινάκων. 2. Μέλη ΕΠ. χωρίς διδακτορικό είναι, σχεδόν αποκλειστικά, οι «παλαιοί» Κα­ θηγ. Εφαρμογών που κατέχουν προσωποπαγή θέση. 718 Νικόλαος Βαξεβανίδης, Παναγιώτης Αστερής ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΕΙ ΜΕ ΒΙΒΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ Πίνακας 1: Βιβλιομετρικοί δείκτες Τμήματος (Εκπ/οί Μηχ/γίας ΑΣΠΑΙΤΕ). Βιβλιομετρικοί δείκτες Μέλη ΔΕΠ/ΕΠ Pf P0 Cfs Cf hs h-index p-index cf Καθηγ. 1 14 5 65 44 4 4 5.08 3.14 Αν. Καθηγ. 1 12 3 73 60 5 5 6.56 5.00 Αν. Καθηγ. 2 30 13 197 161 9 8 9.31 5.37 Επικ. Καθηγ. 1 15 2 99 73 6 5 6.94 4.87 Επικ. Καθηγ. 2 0 0 0 0 0 0 0 - Καθ. Εφαρμ. 1 0 0 0 0 0 0 0 - Καθ. Εφαρμ. 2 0 0 0 0 0 0 0 - Καθ. Εφαρμ. 3 0 0 0 0 0 0 0 - ΑΘΡΟΙΣΜΑ 71 23 434 338 ΜΕΣΟΙ ΟΡΟΙ 42.25 3.00 2.75 ΜΕΣΟΙ ΟΡΟΙ (επί κατόχων 14.20 67.60 4.80 4.40 5.58 4.76 Διδακτ.) Πίνακας 2: Βιβλιομετρικοί δείκτες Τεχνολογικών Τμημάτων ΑΣΠΑΙΤΕ. ΑΕΙ/ΤΕΙ Τμ. Εκπ/ων Μηχανολογίας ΑΣΠΑΙΤΕ Τμήμα Εκπ/ων Πολιτ. Έργ. Υποδ. Μέλη ΔΕΠ/ΕΠ 8 (5) 5(3) P: 71 31 C 338 59 Cs: 434 87 Pav 14.20 10.36 Cav 67.6 19.67 c 4.76 1.90 p-index 5.58 2.64 p0 0.32 0.58 h-index 4.40 1.67 hs-index 4,80 2.33 719 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Πίνακας 3: Βιβλιομετρικοί δείκτες Τμημάτων Μηχανολογίας. Τμ. Εκπ/ων Μηχανολογίας Τμήμα Μηχανολογίας Τμήμα Μηχανολογίας Τμήμα Μηχανολογίας Τμήμα Μηχανολόγων (Τμ. Μηχ/ών Α/Φ Παν. Θεσσαλίας Σχολή Ικάρων ΤΕΙ Λάρισας ΤΕΙ Σερρών ΤΕΙ Πειραιά ΑΣΠΑΙΤΕ ΑΕΙ/ΤΕΙ Μέλη ΔΕΠ/ΕΠ 8 (5) 15(11) 16(9) 12(9) 18 15 P: 71 60 202 87 763 179 P0 23 16 58 44 193 83 C 338 373 1716 233 6401 537 Cs: 434 474 2339 327 7990 723 Pav 14.20 5.45 18.45 9.67 42.39 11.93 Cav 67.6 33.90 160.78 25.89 355.61 35.8 c 4.76 6.22 7.13 2.88 8.39 3.00 p-index 5.58 3.67 6.90 3.05 12.17 3.24 p0 0.32 0.27 0.28 0.50 0.26 0.46 h-index 4.40 2.18 3.73 2.11 9.33 2.13 hs-index 4,80 2.45 5.10 2.22 10.78 3.60 Συμπεράσματα Το ερευνητικό έργο των Τμημάτων Μηχανολογίας και Έργων Υποδομής των ΤΕΙ σε ενδεικτική αναφορά με το αντίστοιχο έργο ομοειδών Τμημάτων ΑΕΙ/ΤΕΙ αξιολογήθηκε με τη συνδυασμένη χρήση απλών βιβλιομετρικών δεικτών. Η αξι­ ολόγηση αυτού του τύπου είναι απλή, αποτελεσματική, γρήγορη και διαφανής. Μπορεί δε να επεκταθεί, σχετικά εύκολα και στο σύνολο ομοειδών Τμημάτων. Βιβλιογραφία Altanopoulou, P., Dontsidou, M. & Tselios N. (2011). “Evaluation of 93 major Greek University Departments using Scholar Google”, submitted to Quality in Higher Education. Διαθέσιμο οn-line: http://upatras.academia.edu/NikolaosTselios/Papers/483437/ Evaluation_of_93_major_Greek_University_Departments_using_Google_Scholar Harvey L. & Green D (1993). “Defining Quality”, Assessment & Evaluation in Higher Education, 18(1), 9-34. 720 Νικόλαος Βαξεβανίδης, Παναγιώτης Αστερής ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΕΙ ΜΕ ΒΙΒΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ Harvey, L. (2005). “A history and critique of quality evaluation in the UK”, Quality Assurance in Education, 13(4), 263-276. Hirsch, J.E (2005). “An index to quantify an individual’s scientific research output”, Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 102(46), 16569-16572. Katsaros, D., Matsoukas, V. & Manolopoulos, Y. (2008). “Evaluating Greek Departments of Computer Science & Engineering using Bibliometric Indices”, Proceedings of the Panhellenic Conference on Informatics (PCI), 93-102. Lazaridis, T. (2010). “Ranking university departments using the mean h-index”, Scientometrics, 82(2), 211-216. Prathap, G. (2010). “Is there a place for a mock h-index?”, Scientometrics, 84(1), 153-165. Rehn, C., Kronman, U. & Wadskog, D. (2007) Bibliometric indicators-definitions and usage at Karolinska Institutet, Karolinska Institutet University Library, Version 1. Van Raan, AFJ (2005). “Fatal attraction: Conceptual and methodological problems in the ranking of universities by bibliometric methods”, Scientometrics, 62, 133-143. Vaxevanidis, N.M., Despotidi, H. Prokopiou H. & Koutsomichalis, A. (2011). On the evaluation of the Quality of Research in Greek HEIs using Bibliometric Indices, International Journal for Quality research, 5(4), 247-251. Zachos, G. (1991). “Research output evaluation of 2 university departments in Greece with the use of bibliometric indicators”, Scientometrics, 21, 195-221. Βαξεβανίδης Ν. & Προκοπίου, Ε.Φ. (2009). Ένα φάντασμα πάνω από την Τριτο­ βάθμια (Τεχνική) Εκπαίδευση: Ποιότητα και Αξιολόγηση, Πρακτικά Συνεδρίου ‘Η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας επαγγελματικής και τε- χνολογικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα’, 147-156. Ζωντανός, K. & Κατρανίδης, Σ. (2009). Συγκριτική Αξιολόγηση Ερευνητικού Έργου Τμημάτων Οικονομικής Επιστήμης Πανεπιστημίων Ελλάδας και Κύπρου. Θεσ­ σαλονίκη: Παν. Μακεδονίας. Ματθαίου, Δ. (2007). “Ποιότητα στην εκπαίδευση - Ιδεολογικές ορίζουσες, εννοιο­ λογήσεις και πολιτικές - Μια συγκριτική θεώρηση”, Επιθεώρηση Εκπαιδευτι- κών Θεμάτων, 13, 10-32. Summary In the present paper, the research output of a number of Engineering Departments, two being part of the School of Pedagogical & Technological Education (ASPETE) and the others belonging to Technological Educational Institutions (TEIs) is evaluated by using bibliometric indices such as the total and average publications and citations and the mean h-index It is concluded that despite the inherent limitations of bibliometrics the viability of the adopted 721 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ method for measuring and evaluating the scientific performance of higher education departments is effective in terms of Robustness, Validity, Functionality and Cost and time effectiveness. The useful results obtained suggest that such an approach could be used in a broader context. Νικόλαος Μ. Βαξεβανίδης Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Εκπαιδευτικών Μηχανολογίας, Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης Ν. Ηράκλειο Αττικής 141 21, Αθήνα Τηλ.: +30 210 2896841,

[email protected]

Παναγιώτης Αστερής Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Εκπαιδευτικών Έργων Υποδομής Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης Ν. Ηράκλειο Αττικής 141 21, Αθήνα Τηλ: +30 210 2896922; Fax: +30 210 2896952

[email protected]

722 Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ισότητα Εκπαιδευτικών ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ Ευκαιριών (Παιδιά, Γυναίκες, Μειονότητες) Η διαπολιτισμική διάσταση ως δείκτης ποιότητας της ελληνικής εκπαίδευσης Χρήστος Δ. Τουρτούρας Εισαγωγή Σε μια συγκυρία βαθιάς παγκόσμιας κρίσης -τόσο παγκόσμιας όσο και η διαρ­ κής τάση του καπιταλιστικού συστήματος να αναζητά πρόσφορους τρόπους και αγορές διάθεσης των κεφαλαίων του ανά τον κόσμο και τόσο βαθιάς όσο η αναλγησία του απέναντι στον άνθρωπο- προκύπτει το καινοφανές παράδο­ ξο της δισυπόστατης ύπαρξης μιας χώρας (εν προκειμένω της Ελλάδας) ως χώρας εξαγωγής και υποδοχής μεταναστών ταυτόχρονα, που διατηρεί ως αναγκαιότητα την εκπαιδευτική παρέμβαση, με στόχο την ικανοποίηση των αναγκών των παιδιών όσων μεταναστών παραμένουν ή συνεχίζουν να εισέρ­ χονται στη χώρα και στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Βιβλιογραφικά, αναδεικνύονται μοντέλα παρέμβασης σε επίπεδο οικονο­ μίας και εκπαίδευσης, που κυμαίνονται μεταξύ αφομοίωσης/ενσωμάτωσης του ξένου στοιχείου στην κυρίαρχη λογική (ιεραρχική ταξινόμηση και αφο­ μοίωση) -στη βάση ενός πολιτισμικού οικουμενισμού και των αρχών του δο­ μολειτουργισμού και της διατήρησης της κοινωνικής συνοχής, που αγνοούν ως επιμέρους και ήσσονος σημασίας τα ιδιαίτερα στοιχεία των άλλων πολι­ τισμών- και περιθωριοποίησης/αποκλεισμού –στα πλαίσια ενός αδιάλλακτου πολιτισμικού σχετικισμού, που αναγνωρίζει μεν τις παραπάνω ιδιαιτερότητες, υπερτονίζει ωστόσο, την αυτονομία και το αμετάβλητο του χαρακτήρα τους (γκετοποίηση). Ως τρίτος δρόμος προτείνεται το μοντέλο της διαπολιτισμι­ κής εκπαίδευσης, που αναφέρεται σε αρχές, όπως: αμοιβαία αναγνώριση/κα­ τανόηση διαφορών και ομοιοτήτων των εκάστοτε πολιτισμών που συναντώ­ νται, οικοδόμηση συνεργασίας/αμοιβαίου πολιτισμικού εμπλουτισμού, αρχή της ισοτιμίας και των ίσων ευκαιριών, καλλιέργεια ενσυναίσθησης, αλληλεγ­ γύης, σεβασμού της πολιτισμικής ετερότητας, εξάλειψη κάθε εθνικιστικού/ 723 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ρατσιστικού τρόπου σκέψης, προβολή/υποστήριξη των πολιτισμικών και άλ­ λων εμπειριών/αναγκών των ξένων παιδιών στις χώρες υποδοχής (Ζωγράφου 2003, Κάτσικας & Πολίτου 2005, Fischer 2006, Ευαγγέλου 2007). Στη βάση των παραπάνω και στα πλαίσια του σχετικού νόμου, θεσπίστη­ καν στη χώρα μας Τάξεις Υποδοχής, Φροντιστηριακά Τμήματα και σχολεία Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των ξένων μαθητών (Τουρτούρας, υπό δημοσίευση). Έντονη, ωστόσο, κριτική ασκήθηκε στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, ιδιαίτε­ ρα για τον επιφανειακό χαρακτήρα εφαρμογής της, την αδυναμία αμφισβήτη­ σης του θεσμικού ρατσισμού1 και τη μη συμπερίληψη στα θεωρητικά της ερ­ γαλεία του ταξικού ζητήματος, παράγοντα διάκρισης όλων ανεξαιρέτως των κοινωνιών του καπιταλιστικού κόσμου. Επικρίθηκε για εμμονή σε επιφανεια­ κές διαφορές των ανθρώπων και νομιμοποίηση της ταξικής εκμετάλλευσης –μέρος της οποίας αποτελεί και ο ρατσισμός. Θεωρήθηκε, λίγο πολύ, ιδεο­ λογία-προσωπείο, που παρέχει προστασία σε έναν αδίστακτο/πανούργο κα­ πιταλισμό (Bagley, 1997). Ουδετεροποιείται, επομένως, το κράτος και οι θεσμοί του -ιδιαίτερα το σχο­ λείο- καθώς και οι σχέσεις μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών. Υποτιμάται ή απο­ σιωπάται ο αναμφισβήτητα πολιτικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης, η οποία αποτελεί μηχανισμό αναπαραγωγής των κυρίαρχων (καπιταλιστικών) σχέσεων παραγωγής -οικονομικών, πολιτισμικών και σχέσεων ηγεμο­νίας (θεωρίες της αναπαραγωγής).2 Δε συζητιούνται δυνατότητες ανάδειξης της υποκειμενικής παρέμβασης/ αντίστασης στη λογική του κεφαλαίου και των κυρίαρχων κοινω­ νικών πρακτικών του, στα πλαίσια λειτουργίας της εκπαίδευσης και ανεξάρτητα από την επίδραση δομικών παραγόντων σε αυτήν (θεωρίες της αντίστασης).3 1. Κατά τον Τσιάκαλο (2006) η διαπολιτισμική εκπαίδευση χάνει το νόημά της σε περίπτωση απουσίας συστηματικής αντιρατσιστικής εκπαίδευσης όλων ανεξαιρέτως των παιδιών -κυρίως, εκείνων της πλειονότητας- και σε περίπτωση μη ανάδειξης και χρήσης στοιχείων του πολιτισμού των ξένων παιδιών, που είναι απαραίτητα για την επιτυχία τους σε ένα σχολείο χωρίς εκπτώσεις στα μορφωτικά αγαθά (όπως, για παράδειγμα, η μητρική γλώσσα ως αυταξία, βασικό στοιχείο πολιτισμικού αυτοπροσδιορισμού, μέσο και αντικείμενο διδασκαλίας). Υπό αυτή την έννοια, η διαπολιτισμική εκπαίδευση που εφαρμόζεται σήμερα στη χώρα μας, αποτελεί απλά δραστηριότητα της μόδας και της λείπει εκείνο το περιεχόμενο, που χρειάζεται για να αναχθεί σε όπλο κατά της σχολικής αποτυχίας και του κοινωνικού αποκλεισμού. 2. Ο Νούτσος (1990:101) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Θα μπορούσαμε να επισημάνουμε αυτόν τον κοινωνικό ρόλο του σχολείου σε μια σειρά παράγοντες, τόσο σχολικούς όσο και κοινωνικούς (…) Ασφαλώς οι κοινωνικοί βαραίνουν περισσότερο. Γι’ αυτό, με μια λέξη, όσο οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις είναι στη χώρα μας καπιταλιστικές, το σχολείο δε μπορεί παρά να αναπαράγει ποικιλότροπα τη λογική τους (…)». 3. Για συνοπτική περιγραφή των θεωριών αναπαραγωγής, αντίστασης και 724 Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Αποτελεί ερώτημα τελικά, πώς δύνανται να εφαρμοστούν οι παραπάνω δι­ ακηρυγμένες αρχές της διαπολιτισμικότητας, από θεσμό που υπόκειται στη λειτουργία ενός κράτους, που υιοθετεί με τη σειρά του τα βασικά προτάγ­ ματα του καπιταλιστικού συστήματος. Θεσμό που προκρίνει αξίες και πολι­ τισμικά κεφάλαια απείρως διαφορετικά από εκείνα ανθρώπων που κατέχουν «υποτελείς» κοινωνικές θέσεις, που λειτουργεί σε συνθήκες άκρατου ατομι­ κισμού-ανταγωνιστικότητας και θεμελιώνεται στις αρχές της αγοράς και του ευρύτερου καταμερισμού εργασίας. Πώς ένα σχολείο, λοιπόν, που αγνοεί τον πολιτισμό της μεγάλης μάζας των γηγενών μαθητών του, δύναται να αναγνω­ ρίσει και να σεβαστεί τον ιδιαίτερο πολιτισμό παιδιών, που προέρχονται από άλλες χώρες; Εν τέλει, πώς ένα τέτοιο σχολείο, θα αμφισβητήσει πρακτικές απανθρωποποίησης των ξένων γονέων και μετατροπής τους σε φθηνά εμπο­ ρεύματα -που έχει ήδη επιβάλει το καπιταλιστικό σύστημα, στο οποίο υπο­ τάσσεται και το ίδιο- διατηρώντας για τα παιδιά τους το δικαίωμα να παρα­ μείνουν άνθρωποι; Μεθοδολογία Η παρούσα εργασία αποτελεί μελέτη περίπτωσης του Ενιαίου Λυκείου Διαπο­ λιτισμικής Εκπαίδευσης Δυτικής Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα του αντίστοιχου θεσμού στην εκπαίδευση των γλωσσικά και πολιτισμικά διαφορετικών παιδιών στη χώρα. Συνίσταται στην καταγραφή αρχειακού υλικού ποσοτικού χαρακτήρα, που αφορά στη γενικότερη σχολική πορεία (ξένων και γηγενών μαθητών),4 από το 2002-03 (έτος πρώτης λειτουρ­ γίας του σχολείου) μέχρι και το 2007-08 (αποφοιτήσαντες το 2009-10, έτος δι­ εξαγωγής της έρευνας). Μελετήθηκαν οι μεταβλητές: στασιμότητα, διακοπή φοίτησης, μετεγγραφές, πρόσβαση στην τριτοβάθμια, επιλογές κατεύθυνσης σπουδών, σε σχέση με την προέλευση των μαθητών. Συλλέχθηκαν στοιχεία που αφορούσαν στη γενικότερη μαθητική σύνθεση και λειτουργία του σχολείου. Εξασφαλίστηκε, επιπλέον, η δυνατότητα απάντησης σε διάφορα ζητήματα -που προέκυψαν από την επεξεργασία και ανάλυση των ποσοτικών δεδομένων της έρευνας- με πραγματοποίηση ημιδομημένης συνέντευξης σε εκπαιδευτικό με συνεχή υπηρεσία στο σχολείο από την πρώτη μέρα της λειτουργίας του μέχρι σήμερα και με κατάρτιση σε θέματα διαπολιτισμικότητας. Τα ποσοτικά δεδομέ­ να αναλύθηκαν στο SPSS με χρήση εφαρμογών Περιγραφικής και Επαγωγικής κριτικής ριζοσπαστικής ανάλυσης της εκπαίδευσης, βλ. Giroux (2010). 4. Στο εξής, η λέξη μαθητής θα αφορά και στα δύο φύλα και η λέξη ξένος θα συμπεριλαμβάνει παλιννοστούντες και αλλοδαπούς συνολικά.. 725 726 Πίνακας 1. Σχολική σταδιοδρομία μαθητών (γηγενών, παλιννοστούντων και αλλοδαπών) του Ενιαίου Λυκείου Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Δυτικής Θεσσαλονίκης ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ   Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Στατιστικής και πλαισιώθηκαν κατά τη συζήτησή τους με τα ποιοτικά δεδομέ­ να της συνέντευξης (σταχυολόγηση/παράθεση χαρακτηριστικών αποσπασμά­ των αυτής στο σώμα του κειμένου). Για οικονομία χώρου, τα αποτελέσματα πα­ ρουσιάζονται και συζητιούνται ταυτόχρονα, σε κοινή υποενότητα παρακάτω. Αποτελέσματα- Συζήτηση Γενικά, το συγκεκριμένο Λύκειο δεν καταφέρνει να τηρεί την προαπαιτούμενη συνθήκη (αναλογία 45/55, ξένων προς γηγενείς μαθητές), ώστε να δικαιολογεί, έστω και τυπικά, το χαρακτηρισμό του ως Διαπολιτισμικού. Παρατηρούνται, ωστόσο, επιμέρους διαφοροποιήσεις. Το 2003-04 και 2005-06 εμφανίζουν τις συχνότερες εγγραφές ξένων, ενώ στη συνέχεια, παρουσιάζεται ύφεση. Μό­ νον οι Αλβανοί συνεχίζουν και, μάλιστα, αυξάνουν (το 2007-08) τα ποσοστά εγγραφής τους. Τελευταία, παρατηρείται νέα αύξηση στις εγγραφές ξένων, που καθιστά την προηγούμενη ύφεση συμπτωματική. Το 58.6% των ξένων5 αποφοιτούν τελικά, ενώ το 41.4% μετεγγράφονται ή διαρρέουν (γηγενείς: 69.7% και 30.3%, αντίστοιχα). Η πλειοψηφία των ξένων προέρχονται από την πρώην ΕΣΣΔ (55.6%), Αλβανία (9.1%) και ευρωπαϊκές/ άλλες χώρες (11.1%). Υπάρχουν, ακόμη, 20.2% ξένων χωρίς πληροφορίες για την ιδιαίτερη χώρα προέλευσης και 4% παιδιών με ξένα στοιχεία, δηλω­ μένων ελληνικής καταγωγής. Στον παρακάτω πίνακα συμπυκνώνεται η σταδιοδρομία των μαθητών του συγκεκριμένου Λυκείου. Δεκαπέντε γηγενείς έμειναν στάσιμοι συνολικά (5 στην Α΄ Λυκείου, 6 στη Β΄ και 4 στη Γ΄). Δέκα έμειναν εξαιτίας ανεπαρκούς φοίτησης, 5 λόγω επίδο­ σης. Έξι αποφοίτησαν, 4 μετεγγράφηκαν αλλού μετά τη στασιμότητα, 5 διέ­ κοψαν μόνιμα. Όλοι τους –πλην τριών- έμειναν στάσιμοι μια φορά. Στατιστικά σημαντική η σχέση στασιμότητας και διακοπής της φοίτησης [x2(2)=16.33, p=0.003<0.05]. Οι στάσιμοι διαρρέουν σε ποσοστό 33.3% ή αποφοιτούν σε ποσοστό 40% (για τους μη στάσιμους έχουμε 1.2% και 70.8%, αντίστοιχα). Δεκαοχτώ ξένοι έμειναν στάσιμοι συνολικά (10 στην Α΄ και από 4 στη Β΄ και Γ΄). Δώδεκα έμειναν λόγω ανεπαρκούς φοίτησης, 6 λόγω επίδοσης. Στην πλειο­ ψηφία τους δεν αποφοίτησαν (4 μετεγγράφηκαν σε ΤΕΕ μετά τη στασιμότητα και 11 διέκοψαν μόνιμα). Από τους τελευταίους, 7 διέκοψαν στην Α΄, 2 στη Β΄ και 2 στη Γ΄ (όλοι τους από απουσίες). Στατιστικά σημαντική η σχέση στασι­ μότητας και διακοπής της φοίτησης [x2(1)=19.843, p=0.0005<0.05]. Οι στά­ 5. Τα ποσοστά της παραγράφου αφορούν στο σύνολο των ξένων ή γηγενών παιδιών που φοίτησαν στο σχολείο καθ’ όλα τα έτη λειτουργίας του. 727 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σιμοι διαρρέουν σε ποσοστό 61.1%, οι μη στάσιμοι σε ποσοστό μόλις 11.1%.6 Η συχνή στασιμότητα από απουσίες –ιδιαίτερα στην Α΄- υποκρύπτει ει­ κονικές εγγραφές (καθόλου φοίτηση) ή προσωρινή παραμονή στο Λύκειο: «(…)Υπάρχουν πολλά παιδιά που, επειδή οι φίλοι τους συνεχίζουν στο Λύ- κειο, ξεκινάνε και μετά βλέπουνε, ότι δεν έχουνε μέλλον σε αυτό, γιατί προσα- νατολίζει στα Ανώτερα και Ανώτατα Ιδρύματα. Με αποτέλεσμα να εμφανίζεται φαινόμενο μετεγγραφών/διαρροών(…)παιδιά φεύγουνε[σε]ΕΠΑΛ/ΕΠΑΣ(…)Το μεγαλύτερο ποσοστό είναι ξένα». Εντύπωση προκαλεί, ότι το 2002-03 (εναρκτήριο έτος λειτουργίας) εμφα­ νίζει τις λιγότερες στασιμότητες γενικά. Έχει ενδιαφέρον η ερμηνεία: «Μιλούσαμε για 30-40 παιδιά. Δηλαδή, ήτανε 2 μικρά τμηματάκια. Εξαρτάται κι από το υλικό των παιδιών(…)Εκείνη η πρώτη χρονιά, μπορώ να πω, η πρώτη φουρνιά, ήταν παιδιά πιο ενωμένα μεταξύ τους(…)Και ο μικρός αριθμός βοηθά». Στατιστικά σημαντική η σχέση μεταξύ προέλευσης-στασιμότητας [x2(1)=20.460, p=0.0005<0.05] (4.2% των γηγενών μένουν στάσιμοι έναντι 18% των ξένων). Η διαφορά ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα, κυρίως, της ελλι­ πούς γνώσης της ελληνικής από τους ξένους7 και σειράς άλλων παραγόντων, που λειτουργούν εξίσου παρεμποδιστικά στη γενικότερη σχολική τους πορεία: α) Έλλειψη Τάξεων Υποδοχής:8 6. Επιβεβαιώνεται η αρνητική επίδραση της στασιμότητας στην περαιτέρω σχολική φοίτηση. Η ακώλυτη προαγωγή και αποφοίτηση από τις διάφορες βαθμίδες εκπαίδευσης θεωρείται βασικός παράγοντας επιτυχίας στις τελικές εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια (Κοντογιαννοπούλου-Πολυδωρίδη, 2000). Ακόμη, τα υψηλά ποσοστά στασιμότητας στις δύο πρώτες τάξεις (για γηγενείς και ξένους) δείχνουν, ότι η σχολική αποτυχία παρατηρείται εντονότερα κατά τη μετάβαση των παιδιών από τη μία βαθμίδα εκπαίδευσης στην άλλη, ενώ στην τελευταία τάξη – λόγω προσαρμογής ή επιπλέον κινήτρου για αποφοίτηση- στασιμότητα και διαρροή μειώνονται σημαντικά (Ρουσέας & Βρετάκου, 2006). 7. Δε λείπουν, ωστόσο, κάποιες αντιφάσεις κατά την εξέλιξη της συζήτησης: «(…)τα παιδιά μας, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, είτε είναι Ελληνόπουλα είτε είναι παιδιά ξένα που, επί πολλά χρόνια, έχουν ήδη εξοικειωθεί με την ελληνική γλώσσα. Δεν έχει παραστεί ανάγκη να γίνεται ταυτόχρονη παρουσία δύο εκπαιδευτικών ή να γίνεται ταυτόχρονη διδασκαλία σε δύο γλώσσες». Παρόλα αυτά, στο συγκεκριμένο σχολείο υπηρετούν σήμερα τρεις εκπαιδευτικοί (δύο αλβανόφωνοι και ένας ρωσόφωνος), που φέρονται σε άλλο σημείο της συζήτησης, να προσφέρουν μεγάλη βοήθεια στις διάφορες δράσεις του διδακτικού προσωπικού (ταυτόχρονη μετάφραση ή παραγωγή μεταφρασμένων περιλήψεων διαφόρων μαθημάτων, συμμετοχή στην παραγωγή λεξικού μαθηματικών όρων). 8. Αντί αυτών, αποφασίστηκε η λειτουργία 3 Φροντιστηριακών Τμημάτων (κάποιο από αυτά αρχαρίων), από το σύλλογο διδασκόντων του σχολείου, μετά το πέρας του ωραρίου για 2 ώρ/ημ. το καθένα, με εκείνο της Γ΄ τάξης να εμπεριέχει 728 Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ «Τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε Τ.Υ.(…)διότι: α) ο νόμος προβλέπει μόνο για τα δύο πρώτα χρόνια, που τα παιδιά έρχονται στην Ελλάδα, ειδική μετα- χείριση με Τ.Υ. Τα παιδιά τα δικά μας, επειδή έχουν έρθει είτε από Δημοτικό είτε από Γυμνάσιο, το δίχρονο το έχουν καλύψει(…)Το δεύτερο είναι, ότι έρ- χονται και παιδιά εμβόλιμα τώρα στην Ελλάδα, που θα δικαιούνταν, αλλά επει- δή υπάρχει το αριθμητικό όριο [εννοεί των 8 παιδιών μίνιμουμ] δεν καλύπτεται αυτό, για να δημιουργήσουμε τάξη(…)». β) Αδιαφοροποίητο πρόγραμμα σπουδών από το αντίστοιχο των συμβατι­ κών Ενιαίων Λυκείων της χώρας: «(…)τα προγράμματα σπουδών που υπάρχουν από το Υπουργείο, δεν τα έχουν διαφοροποιήσει. Εμείς, όμως, προσπαθούμε τώρα, μέσω project και εκ- παιδευτικών προγραμμάτων, να υπάρχει και μια διάσταση διαπολιτισμικότη- τας, για να μπορούμε να δικαιώσουμε και τον τίτλο μας(...)Η πραγματικότητα είναι τραγική. Εμείς προσπαθούμε να μην περιέλθουμε στο ότι είμαστε ένα Γε- νικό Λύκειο, όπως όλα τα άλλα(...)». γ) Έλλειψη δίγλωσσων προγραμμάτων εκπαίδευσης (διπλής κατεύθυν­ σης ιδιαίτερα) που, παρότι η αποτελεσματικότητα και γενικότερα η λειτουρ­ γία τους μελετήθηκε εκτενώς διεθνώς (Baker, 1996), απουσιάζουν γενικά από την ατζέντα των θεμάτων, που αφορούν στην εκπαίδευση ξένων μαθη­ τών στη χώρα μας: «(…)με την υπάρχουσα κατάσταση στα σχολεία μας, στο ορατό μέλλον, οτι- δήποτε τέτοιο το βλέπω ανεφάρμοστο(…)θα μου άρεσε, δηλαδή, να υπάρχει, όχι μόνο για τα παιδιά αυτά, αλλά σαν δυνατότητα και στα Ελληνόπουλα, να πάρουν κάποια στοιχεία από αυτές τις γλώσσες των γειτονικών χωρών, από τα θέματα του πολιτισμού τους(…)Πάρα πολύ καλό, αλλά πολύ ιδεατό. Αυτή τη στιγμή είμαστε 21 Νοεμβρίου και έχουμε ακόμα κενά καθηγητών(…)τα Φ.Τ., που θα έπρεπε να ξεκινήσουν από 1η Οκτωβρίου, ακόμη είναι στα χαρτιά». δ) Απουσία συνεργασίας του σχολείου με τους γονείς των ξένων μαθη­ τών, παρά τη διαπιστωμένη συνεισφορά των τελευταίων στην επιτυχή σχο­ λική πορεία των παιδιών τους (Banks, 2004) και την αναμφισβήτητη διάθεση να εμπλακούν στην εκπαιδευτική διαδικασία: «Το πρόβλημα να συνεννοηθείς με τους γονείς είναι πολύ ευρύτερο(...)πολ- λοί εργάζονται και μάλιστα σε ώρες, που είναι αδύνατο να έρθουν στο σχο- λείο(...)Είναι παρατηρημένο, ότι οι γονείς αυτοί νοιάζονται πάρα πολύ για τα παιδιά, είναι πολύ θετικοί, όμως υπάρχουνε προβλήματα αντικειμενικά, στο να έρθουν σε επαφή με το σχολείο μας». Ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι η σταθερή τάση των Αλβανών για καλύτερη μαθήματα κατεύθυνσης. Ωστόσο, τα Τμήματα αυτά δεν έχουν αρχίσει ακόμη να λειτουργούν. 729 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σχολική πορεία (μηδενική στασιμότητα, μικρότερη διαρροή ή μετακίνηση, καλύτερα ποσοστά εισαγωγής στην τριτοβάθμια) από τους λοιπούς ξένους: «Σε πολλά από αυτά τα παιδιά η διαφοροποίηση είναι στην ύπαρξη στόχων- κινήτρων,9 για να ανέβουν κάποιο επίπεδο σε σχέση με την οικογένειά τους, χω- ρίς αυτό να σημαίνει, ότι τα παιδιά από την πρώην ΕΣΣΔ δεν έχουν έφεση για τα σχολεία. Υπάρχει αντίθετα, μια αγάπη για την παιδεία(…)Βέβαια, αυτοί [οι Αλβανοί] είναι που έρχονται οικογένειες ολόκληρες εδώ. Πολλοί από τους πα- λιννοστούντες, ας πούμε, από την πρώην ΕΣΣΔ, ήτανε συνήθως, με έναν γονιό που έρχεται εδώ -καμιά φορά και χωρίς γονιό. Είναι πιο δύσκολες περιπτώσεις». Τέλος, η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών, ανεξαρτήτως προέλευσης ή στασιμότητας, επέλεξαν τη θεωρητική και τεχνολογική κατεύθυνση, παρά τη θετική που οδηγεί σε σχολές υψηλότερου κύρους, είναι απαιτητικότερη, με δυσκολότερα θέματα στις εξετάσεις και προσελκύει πολύ λιγότερους μα­ θητές –συνήθως, με πολύ καλές/άριστες επιδόσεις10 (Κοντογιαννοπούλου- Πολυδωρίδη, 1998). Εκπλήσσει, ωστόσο, η συχνότερη επιλογή της θετικής κατεύθυνσης από τα ξένα μη στάσιμα παιδιά έναντι των αντίστοιχων γηγε­ νών. Πρόκειται, ίσως, για περιπτώσεις με πολλά χρόνια στη χώρα και στην ελληνική εκπαίδευση, που ανέτρεψαν τις σε βάρος τους αρχικές συνθήκες και κατέστησαν εαυτούς ανταγωνιστικούς των γηγενών συμμαθητών, αναδει­ κνύοντας ιδιαίτερη δυναμική, που αξιώνει γόνιμου προβληματισμού (πίν. 2). Πίνακας 2. Επιλογή κατεύθυνσης σπουδών σε σχέση με την προέλευση και τη στασιμότητα Πίνακας 2. Επιλογή κατεύθυνσης σπουδών σε σχέση με την προέλευση και τη στασιμότητα Επιλογή κατεύθυνσης σπουδών Θεωρητική Θετική Τεχνολογική Καταγωγή Στάσιμοι Μη Στάσιμοι Μη Στάσιμοι Μη στάσιμοι στάσιμοι στάσιμοι Γηγενείς 75% 43.3% --- 11% 25% 45.7% Ξένοι 50% 29.6% --- 25.9% 50% 44.4% 9. Τη διαφοροποίηση στα κίνητρα μεταξύ παιδιών από την πρώην ΕΣΣΔ και την Αλβανία εξέτασαν σε παλιότερη εργασία τους οι Γεώργας & Παπαστυλιανού (1993). Ωστόσο, μεταξύ εκείνων από την Αλβανία υπάρχει σημαντικό ποσοστό ελληνικής καταγωγής από τη Β. Ήπειρο, όπου λειτουργούσαν -τα περισσότερα χρόνια- ελληνικά σχολεία, παρέχοντας τη δυνατότητα εξοικείωσης με την ελληνική γλώσσα. Γεγονός που, προφανώς, συνηγορεί στη δημιουργία καλύτερων προϋποθέσεων κατά τη σχολική τους πορεία στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. 10. Προς επίρρωση των παραπάνω, παρατηρούμε στον πίνακα 2 τα μηδενικά ποσοστά αντιπροσώπευσης των στασίμων στη συγκεκριμένη κατεύθυνση. 730 Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Όσον αφορά τη διακοπή φοίτησης, 5 από τους 6 διαρρεύσαντες γηγε­ νείς διέκοψαν, αφού είχε προηγηθεί στασιμότητα (μία ή περισσότερες φο­ ρές) στις δύο πρώτες τάξεις. Στη Β΄ διέκοψε κι εκείνος, που δεν είχε μείνει στάσιμος προηγουμένως. Τέλος, στη Β΄ διέκοψαν λόγω επίδοσης, στην Α΄ λόγω απουσιών. Αντίστοιχα, 11/20 ξένους διέκοψαν μετά από στασιμότητα (μία ή περισ­ σότερες φορές), κυρίως στις δύο πρώτες τάξεις (μόνο 2 είχαν μείνει στάσι­ μοι στη Γ΄ και διέκοψαν). Από τους υπόλοιπους, που διέκοψαν χωρίς προη­ γούμενη στασιμότητα, 6 διέκοψαν στη Β΄, 2 στην Α΄ και ένας στη Γ΄ (διέκοψε προσωρινά, επέστρεψε και αποφοίτησε). Λόγω επίδοσης διέκοψαν μόνο στη Γ΄ (ο μοναδικός εκείνος που επανήλθε και αποφοίτησε), λόγω απουσιών όλοι οι υπόλοιποι (7 στην Α΄ και από 2 στη Β΄ και Γ΄). Συνολικά, οι ξένοι εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά διαρρο­ ής από τους γηγενείς, σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο11 [x2(1)=45.948, p=0.0005<0.05]. Επαναλαμβάνεται, ωστόσο, η καλή πορεία των Αλβανών (εμφανίζουν τάση συχνότερης αποφοίτησης –ακόμη και από τους γηγενείς- και μικρότερης διαρροής έναντι των υπολοίπων ξένων). Αντίθετα, εκείνοι από την πρώην ΕΣΣΔ γενικά, εμφανίζουν το μικρότερο ποσοστό αποφοίτησης, όχι κατ’ ανάγκη επειδή διαρρέουν, αλλά εξαιτίας της συχνότατης τάσης να με­ τακινούνται αλλού, πολλές φορές προκειμένου να αποφύγουν τη διαρροή μετά από αλλεπάλληλες αρνητικές αξιολογήσεις, στις οποίες έχουν υποβλη­ θεί (Τουρτούρας & Μπαλή, 2007). Πάντως, η πλειοψηφία των παιδιών, ανε­ ξαρτήτως προέλευσης, δε μετακινούνται κατά τη φοίτησή τους στο Λύκειο, με Αλβανούς και γηγενείς λιγότερο από όλους (πίν. 3). Πίνακας 3. Σχολική σταδιοδρομία σε σχέση με τη χώρα προέλευσης   11. Ισχύουν κι εδώ όσα συζητήθηκαν παραπάνω για τη στασιμότητα. 731 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Διαπιστώνονται διαφοροποιήσεις στην επιλογή τύπου Λυκείου κατά τη με­ τεγγραφή των μαθητών (πίν. 4). Η σχέση προέλευσης και τύπου Λυκείου είναι στατιστικά σημαντική [x2(1)=14.464, p=0.0005<0.05]. Οι ξένοι επιλέγουν την Τεχνική Εκπαίδευση συχνότερα από ό,τι οι γηγενείς, θεωρώντας την εφικτότερο στόχο. Οπωσδή­ ποτε, σε αυτή τους την απόφαση, συνηγορούν οι προσδοκίες των ίδιων των εκπαιδευτικών των Ε.Λ., στα οποία εγγράφονται αρχικά: «Έρχεται μαθητής πέρσι, αλβανικής καταγωγής(...)Από το Γυμνάσιο παίρ- νει απολυτήριο το Σεπτέμβρη -ήταν μεταξεταστέος. Αυτούς που έρχονται το Σεπτέμβριο, εγώ τους περνάω από ειδικό κόσκινο. Δηλαδή, έρχομαι και λέω: «Παιδιά τι γίνεται(...)μήπως θα ήταν καλύτερα για σας ταυτόχρονα κι ένα επαγ- γελματικό δίπλωμα να αποκτήσετε(...)». Επιπλέον, οι ξένοι εισάγονται στην τριτοβάθμια σε ποσοστό στατιστικά σημαντικά12 μικρότερο (29.8% όσων ξένων αποφοίτησαν) εκείνου των γηγε­ νών συμμαθητών (66%) (πίν. 1). Οι πρώτοι εισάγονται κυρίως σε ΤΕΙ ή κάποια στρατιωτική σχολή (το 82.4% όσων πέτυχαν από αυτούς) και μόνον 17.6% σε κάποιο ΑΕΙ. Αντιθέτως, οι γηγενείς εμφανίζουν ποσοστά μοιρασμένα (55.1% και 44.9%, αντίστοιχα). Από τους ξένους που αποφοίτησαν, οι Αλβανοί εμφά­ νισαν και πάλι τα μικρότερα ποσοστά αποτυχίας.13 (πίν. 5). Πίνακας 4. Τύπος Λυκείου και μετεγγραφή σε σχέση με τη στασιμότητα και την προέλευση των μαθητών   Πίνακας 5. Χώρα προέλευσης ξένων μαθητών (αποφοισάντων και μη) και επιτυχία/αποτυχία πρόσβασης στην τριτοβάθμια 12. Με τιμή x2(2)=22.454, p=0.0005<0.05. 13. Παραπέμπουμε στη συζήτηση για τη γενικότερη σχολική τους πορεία σε άλλα σημεία του άρθρου. 732 Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ *Αναφέρεται στον αριθμό των παιδιών της κάθε ομάδας, που κατάφεραν να   αποφοιτήσουν (εκτός παρένθεσης αναγράφεται ο απόλυτος αριθμός παιδιών). **Αναφέρεται στο σύνολο των εξαρχής εγγραφέντων της συγκεκριμένης ομάδας στο συγκεκριμένο Λύκειο. Η σταθερά χειρότερη σχολική πορεία των ξένων έναντι των γηγενών συμ­ μαθητών, πιστοποιεί μια αίσθηση περιορισμένης ανταπόκρισης του θεσμού του Διαπολιτισμικού Λυκείου στις ανάγκες των ξένων μαθητών του, όπως είχε αποκρυσταλλωθεί και σε προηγούμενη σχετική έρευνά μας (Τουρτούρας, υπό δημοσίευση). Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω: «Παρότι τα παιδιά γνωρίζουν [ελληνικά], όταν φτάνουν στις πανελλαδικές εξετάσεις, αντιμετωπίζονται επί «ίσοις όροις» με όλα τα παιδιά(...)τα παιδιά που έχουν έρθει αργότερα και έχουν μεγαλύτερο πρόβλημα γλώσσας, όταν δίνουν πανελλαδικές εξετάσεις –τα περασμένα χρόνια ήταν υποχρεωτικό μέσω των πανελλαδικών να πάρουν απολυτήριο-14 παίρνουνε τα θέματα και(...)διαπιστώνω στο βλέμμα [τους] την απορία για το τι ζητάει η ερώτηση. Και μας απαγορεύε- ται να δώσουμε οποιαδήποτε εξήγηση σε οποιονδήποτε(...)εδώ πολλές φορές οι διατυπώσεις των θεμάτων δημιουργούν πρόβλημα και στα ντόπια [παιδιά]». Τέλος, αυξάνεται η αποτυχία στην τριτοβάθμια κατά την πάροδο των ετών (εξαιρουμένου του 2007-08), με αποκορύφωμα την απόλυτη αποτυχία εισα­ 14. Τα τελευταία δύο χρόνια έχει θεσπισθεί η λήψη απολυτηρίου Λυκείου με ενδοσχολικές εξετάσεις χωρίς υποχρέωση συμμετοχής στις πανελλαδικές, μέτρο που, ενδεχομένως, ανεβάζει τα ποσοστά αποφοίτησης από το Λύκειο. Ωστόσο, παραμένει επικοινωνιακού χαρακτήρα, αφού η λήψη ενός τίτλου σπουδών χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, θεωρείται εξ αντικειμένου άνευ ουσίας. 733 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γωγής το 2006-07. Αποδίδεται στις εκάστοτε ιδιαιτερότητες των θεμάτων στα εξεταζόμενα μαθήματα ή τις τροποποιήσεις του εξεταστικού συστήμα­ τος για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια μέσω σχετικών υπουργικών αποφά­ σεων (π.χ. «νόμος Γιαννάκου» το 2005-06 -βάση πρόσβασης το 10, που στη συνέχεια καταργήθηκε). Συμπέρασμα Συνεπώς, πολύ γενικά θα λέγαμε, ότι το έλλειμμα σε θεσμικό επίπεδο αναδει­ κνύεται σε καθοριστικό παράγοντα παρεμπόδισης της γενικότερης λειτουρ­ γίας και αποτελεσματικότητας των Ενιαίων Λυκείων Διαπολιτισμικής Εκπαί­ δευσης, δρα εκπτωτικά όσον αφορά τη συνολική ποιότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και ανάγεται απευθείας στις πολιτικές επιλογές (καλύτερα, στις πολιτικές μη επιλογές) των φορέων της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και των εκφραστών αυτής στο χώρο της εκπαίδευσης, ενώ συνιστά οξεία παρα­ βίαση των, κατά τα άλλα, βαρύγδουπων και πολλαπλώς διακηρυγμένων αρ­ χών της διαπολιτισμικότητας από τους άμεσους πολιτικούς διαχειριστές της. Ιδιαίτερα ακριβή, ως επιλεγόμενα, θεωρούμε τα παρακάτω: «[πρέπει] να είμαστε συνεπείς εμείς -όχι μόνο σαν σχολείο- [αλλά] σαν εκ- παιδευτικό σύστημα, σε αυτά που προβλέπονται ήδη μέσα στο υπάρχον νομο- θετικό πλαίσιο. Εάν από την αρχή της χρονιάς είμαστε έτοιμοι να λειτουργού- με χωρίς προβλήματα προσωπικού, βιβλίων και να ξεκινάμε τα Φ.Τ. ει δυνατόν αμέσως(...)αν υπάρχει βούληση να λειτουργήσει κάτι, το καταφέρνουμε. Ειδάλ- λως, σημαίνει, ότι δεν υπάρχει βούληση, στηριζόμαστε στη φιλοτιμία των κα- θηγητών κάποιων σχολείων, που θα κάνουν κάτι έξτρα, επιπλέον». Βιβλιογραφία Bagley, Christopher (1997). “Πολυπολιτισμικότητα, τάξη και ιδεολογία: μια σύγκρι­ ση Ευρώπης-Καναδά”. Στο: Ζώνιου-Σιδέρη, Αθηνά & Χαραμής, Παύλος Πολυπο- λιτισμική εκπαίδευση. Προβληματισμοί-Προοπτικές. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Baker, Colin (19962). Foundations of Bilingual Education and Bilingualism. Clevedon: Multilingual Matters Ltd. Banks, A. James (2004). Εισαγωγή στην Πολυπολιτισμική Εκπαίδευση. Αθήνα: Πα­ παζήση. Γεώργας, Δημήτρης & Παπαστυλιανού, Ντόνα (1993). Επιπολιτισμός Ποντίων και Βορειοηπειρωτών στην Ελλάδα-Ψυχολογικές διεργασίες προσαρμογής. Αθή­ να: ΓΓΑΕ. 734 Χρήστος Τουρτούρας Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ευαγγέλου, Οδυσσέας (2007). Διαπολιτισμικά Αναλυτικά Προγράμματα. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός. Ζωγράφου, Ανδρέας (2003). Διαπολιτισμική Αγωγή στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός. Fischer, Lorenzo (2006). Κοινωνιολογία του σχολείου. Αθήνα: Μεταίχμιο. Giroux, A. Henry (2010). “Θεωρίες της Αναπαραγωγής και της Αντίστασης στη Νέα Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης: Προς μια Κριτική Θεωρία του Σχολείου και μια Αντίπαλη Παιδαγωγική”. Στο: Γούναρη, Παναγιώτα & Γρόλλιος, Γιώρ­ γος Κριτική Παιδαγωγική. Μια συλλογή κειμένων. Αθήνα: Gutenberg. Κάτσικας, Χρήστος & Πολίτου, Εύα (20052). Εκτός ‘‘Τάξης’’ το ‘‘Διαφορετικό’’; Τσιγγάνοι, Μειονοτικοί, Παλιννοστούντες και Αλλοδαποί στην ελληνική εκπαί- δευση. Αθήνα: Gutenberg. Κοντογιαννοπούλου-Πολυδωρίδη, Γίτσα (1998). Κοινωνιολογική ανάλυση της αξι- ολόγησης και της επίδοσης. Οι εισαγωγικές εξετάσεις. Τόμος ΙΙ. Συγκρότη- ση της Επίδοσης, Ένταξη στη Ιεραρχημένη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg. Κοντογιαννοπούλου-Πολυδωρίδη, Γίτσα (2000). Κοινωνιολογική ανάλυση της ελ- ληνικής εκπαίδευσης. Οι εισαγωγικές εξετάσεις. Τόμος Ι. Συγκρότηση της Επί- δοσης, Ένταξη στη Ιεραρχημένη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg. Νούτσος, Χαράλαμπος (1990). Συγκυρία και εκπαίδευση. Αθήνα: Ο Πολίτης. Ρουσέας, Παναγιώτης & Βρετάκου, Βασιλεία (2006). Η μαθητική διαρροή στη Δευ- τεροβάθμια Εκπαίδευση (Γυμνάσιο, Ενιαίο Λύκειο, ΤΕΕ). ΥΠΕΠΘ-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αθήνα: ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ. Τουρτούρας, Χρήστος (υπό δημοσίευση). “Ο μύθος και η πραγματικότητα του θε­ σμού των Λυκείων Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης”. Στα πρακτικά του 3ου Πα­ νελλήνιου Συνεδρίου Επιστημών Εκπαίδευσης, με κεντρική θεματική: Άτομα Υψηλής Νοημοσύνης: ιστορικές, βιολογικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές διαστά- σεις. Η εκπαίδευση χαρισματικών παιδιών στην Ελλάδα, και επιμέρους θεματι­ κή: Διαπολιτισμική Εκπαίδευση. Αθήνα: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, Τομέας Ειδικής Παιδαγωγικής/ Ψυχολογίας ΠΤΔΕ & Κέντρο Μελέτης Ψυχο­ φυσιολογίας/Εκπαίδευσης, 2-5 Ιουνίου 2011. Τουρτούρας, Χρήστος & Μπαλή, Ελευθερία (2007). “Συχνές αλλαγές σχολείων- Σχολική επίδοση και η πιθανότητα μιας αμφίδρομης σχέσης. Μαθητές και μα­ θήτριες από την πρώην ΕΣΣΔ στα Δημοτικά σχολεία της Θεσσαλονίκης”. Στα: Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, 83, 83-94. Τσιάκαλος, Γιώργος (2006). Απέναντι στα εργαστήρια του ρατσισμού. Αθήνα: Τυ­ πωθήτω-Αντιρρήσεις. 735 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Summary The Intercultural Lyceum constitutes the only aspect of Intercultural Education, which is really still in function in our country. It also appears institutionally guaranteed quality characteristics, although in practice cannot manage to be effective, especially regarding to its foreign student population (the latter presents larger percentages of stagnation, dropping-out ratios and disappointing results on tertiary education access, in relation to the native schoolmates). In other words, it is unable to cope with the diverse and increasing needs and demands of its foreign student population and substantially affect the dilution of existing educational inequalities. Χρήστος Δ. Τουρτούρας Λέκτορας Παιδαγωγικής Π.Τ.Δ.Ε./Α.Π.Θ. Αργυρίου Ζάχου 9, Κάτω Τούμπα Θεσσαλονίκης 54454 Κιν.: 6975925099, FAX: 2310/991235

[email protected]

736 Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Πολυπολιτισμική Συμβουλευτική στο δημοτικό σχολείο Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος Η έντονη κινητικότητα ομάδων και λαών – στο χώρο της Ευρώπης και των Βαλκανίων ειδικότερα – χαρτογραφεί μια νέα πραγματικότητα για τις ανα­ πτυγμένες χώρες, προς τις οποίες κατευθύνονται μαζικά οι μετακινούμενοι πληθυσμοί και μεταβάλλει τη δομή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης των χω­ ρών αυτών. Οι αλλαγές στα επίπεδα κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμι­ κής ζωής στη χώρα μας επέδρασαν καταλυτικά και στο χώρο του σχολείου, που, ως σύστημα ανοικτό στην κοινωνία και τις ανάγκες της, δε θα μπορού­ σε να μείνει ανεπηρέαστο από τις αλλαγές αυτές. Ως αποτέλεσμα των ανα­ κατατάξεων αυτών, ο μαθητικός πληθυσμός παρουσιάζει ποικιλομορφία τις τελευταίες δεκαετίες και απαρτίζεται, πλέον, από μαθητές διαφόρων πολιτι­ σμικών καταβολών. Τα προβλήματα ένταξης και ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των μαθη­ τών – μεταναστών και μη – που προκύπτουν καθημερινά, θέτουν προκλήσεις στην εκπαιδευτική και μορφωτική αποστολή του σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα των μι­ κρών τους μαθητών, οι οποίοι προσπαθούν να ‘ισορροπήσουν’ ανάμεσα σε προσωπικά ‘θέλω’ και κοινωνικά ‘πρέπει’ και να αντεπεξέλθουν στις προκλή­ σεις που θέτει το εκπαιδευτικό σύστημα. Η αντιμετώπιση των εμφανιζόμε­ νων ελλείψεων και προβλημάτων στην καθημερινή σχολική πρακτική ανήκει στα καθήκοντα του εκπαιδευτικού που, πέρα από τη διδασκαλία και την αξι­ ολόγηση της επίδοσης των μαθητών, οφείλει να δημιουργήσει μια ποιοτικά αναβαθμισμένη συμβουλευτική σχέση με τους μαθητές του και να τους βο­ ηθήσει στην ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξή τους, υλοποιώντας έτσι και το συμβουλευτικό του ρόλο (Κρίβας, 2007). Η πολυπολιτισμική προσέγγιση στη Συμβουλευτική Η Συμβουλευτική μπορεί να οριστεί ως η διαδικασία στήριξης των ατόμων, στην προσπάθειά τους να σκέπτονται και να αντιμετωπίζουν πιο θετικά τις προσωπικές τους δυσκολίες και προβλήματα (Μπρούζος & Ράπτη, 2001α). Βασικός της στόχος θεωρείται η εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέ­ σεων που θα βοηθήσουν τους συμβουλευόμενους να φτάσουν σε ένα επίπε­ 737 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ δο αυτονομίας και μεγαλύτερης αυτογνωσίας, ώστε να πετύχουν μια εκούσια εποικοδομητική αλλαγή της προσωπικότητάς τους (Κοσμίδου-Hardy & Γαλα­ νουδάκη-Ράπτη, 1996). Με την πολιτισμική ανομοιογένεια που έφερε στο προσκήνιο ο μεταμοντέρ­ νος κόσμος, έχουμε την ανάπτυξη μιας προσέγγισης στη συμβουλευτική δι­ αδικασία που τοποθετεί την έννοια της «κουλτούρας» στη θέση που κατείχε η «εικόνα του προσώπου», αντί να την αφήνει να εξετάζεται σε δευτερεύου­ σα σχέση με το πρόσωπο. Αυτή η νέα, πολυπολιτισμική προσέγγιση (McLeod, 2005), έχει αφετηρία της τη θέση ότι η συμμετοχή σε μια κουλτούρα (ή σε πε­ ρισσότερες κουλτούρες) αποτελεί μία από τις βασικές επιρροές για την ανά­ πτυξη της προσωπικής ταυτότητας. Απευθύνεται σε άτομα που δεν ανήκουν στην κυρίαρχη πολιτισμικά κουλτούρα αλλά προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια (π.χ. εθνικές μειονότητες, οικονομικοί μετανάστες) (Κλε­ φτάρας, 2009), στηρίζεται στις γνώσεις και τις δεξιότητες της γενικότερης συμβουλευτικής πρακτικής και προσεγγίζει τα θέματα μέσα από ειδικές πο­ λυπολιτισμικές δεξιότητες (Launikari, Puukari, & Puukari, 2003). Βασικές προϋποθέσεις της πολυπολιτισμικής συμβουλευτικής διαδικασίας θεωρούνται η αποδοχή της πολιτισμικής διαφορετικότητας του ατόμου, που δεν ισοδυναμεί με ‘απόκλιση’, ‘παθολογία’, ή ‘κατωτερότητα’ και η αναγνώρι­ ση ότι οι φυλετικές και εθνικές μειονότητες λειτουργούν σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια. Το άτομο αντιμετωπίζεται σε σχέση με το περιβάλλον του και τις ευρύτερες κοινωνικές πιέσεις που δέχεται λόγω ρα­ τσιστικών συμπεριφορών, καταπίεσης ή διακρίσεων που βιώνει, παρά ως το άτομο ή η μειονότητα που μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη λειτουργία του κυρίαρχου κοινωνικού συνόλου (Sue, Arredondo & McDavis, 1992). Η πολυπολιτισμική συμβουλευτική στο χώρο της εκπαίδευσης αναγνωρί­ ζει ότι η συμμετοχή του μαθητή σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική ομάδα επη­ ρεάζει την κοινωνικοποίησή του και προβάλλει την μοναδικότητα και αξία του (Μπρούζος & Ράπτη, 2001β). Στις νέες πολυπολιτισμικές τάξεις υφίστανται ση­ μαντικές διαφορές ανάμεσα στους μαθητές σχετικά με τα ενδιαφέροντα, τα κί­ νητρα, τις διανοητικές και κοινωνικές δεξιότητες και ικανότητες, κ.ά. (Μπρού­ ζος, 1999). Ο παραγκωνισμός των ατομικών ιδιαιτεροτήτων, η παράβλεψη των διαφορετικών αναγκών των πολιτισμικών ομάδων και η παροχή ενιαίας εκπαί­ δευσης, που αποσκοπεί στην κοινωνική ομοιομορφία, εγείρουν σοβαρές αντι­ δράσεις για μια ποιοτική εκπαίδευση βαπτισμένη στο σεβασμό του ατόμου. Η πολυπολιτισμική συμβουλευτική στο διεθνή χώρο και την Ελλάδα Αρκετές είναι οι φωνές στο εξωτερικό (αλλά και στον τόπο μας) που υποστη­ 738 Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ρίζουν την ανάγκη επικράτησης ενός γνήσιου πολυπολιτισμικού πνεύματος στα σχολεία. Στο άρθρο της McLaughlin (1999), αναφέρεται ότι οι εκπαιδευ­ τικοί έχουν αναπτύξει μια αίσθηση του αποδεκτού ή τυπικού μαθητή, που αξί­ ζει τη βοήθειά τους εντός του σχολείου, κάτι που τείνει να οδηγεί στην περαι­ τέρω αίσθηση ότι αυτοί που παρεκκλίνουν από τα κριτήρια ή βρίσκονται έξω από τη συνηθισμένη καμπύλη, πρέπει να αντιμετωπιστούν με άλλον τρόπο από τον συνήθη. Κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς της συμ­ βουλευτικής, που δίνουν έμφαση στη ελάττωση της σημασίας της διαφοράς. Οι Paisley και McMahon (2001), θεωρούν τον αυξανόμενα ποικιλόμορφο πληθυσμό των σπουδαστών ως μία από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σχολικοί σύμβουλοι στην Αμερική και ενθάρρυναν την καλύτερη διαπολιτισμική προετοιμασία (cross cultural preparation) των συμβούλων. Οι Lairio και Nissila (2002), σε μελέτη τους που διεξήχθη στη Φινλανδία, υποστήριξαν ότι τα εμπό­ δια της γλώσσας, καθώς και οι πολιτισμικές διαφορές που οδηγούν ενίοτε σε σχολικές ανισότητες, μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές προκλήσεις για τους σχολικούς συμβούλους. Ο Tatar (1998a, 1998b), διερεύνησε τις στρατηγικές που εφαρμόζουν οι σύμβουλοι όταν ασχολούνται με μετανάστες μαθητές και υπογραμμίζει την τεράστια σημασία που αποδίδουν οι σύμβουλοι στο σχολικό πλαίσιο και την οργανωτική του κουλτούρα για τη διαμόρφωση και την εφαρμογή του συμ­ βουλευτικού τους έργου με μετανάστες μαθητές. Οι Μπρούζος και Ράπτη (2004), τονίζουν την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης και εφαρμογής της συμβουλευτικής στην ελληνική εκπαίδευση στην σημε­ ρινή εποχή της παγκοσμιοποίησης. Επιπλέον, οι λειτουργοί της συμβουλευ­ τικής θα πρέπει να είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν προβλήματα που αναφέ­ ρονται στην προετοιμασία για γεωγραφική μετακίνηση και προσαρμογή στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο, αλλά και ευαισθητοποιημένοι όσον αφορά την ανά­ γκη διατήρησης της εθνικής κουλτούρας των μετακινούμενων, καθώς και να διαθέτουν πολιτισμική αφύπνιση και ευαισθησία (cultural awareness), για να αποβούν επιβοηθητικοί στα άτομα διαφορετικής πολιτισμικής παράδοσης. Τέλος, στην πιλοτική έρευνα της Παλαιολόγου (1999), που αποσκοπού­ σε στη διερεύνηση των δυσκολιών προσαρμογής των μαθητών με διαπολι­ τισμικά χαρακτηριστικά στο ελληνικό δημοτικό σχολείο, έχουμε τον εντοπι­ σμό των αναγκών Συμβουλευτικής, τόσο των ίδιων των μαθητών όσο και των γονέων και των εκπαιδευτικών. Οι δυσκολίες σχολικής προσαρμογής των μη γηγενών μαθητών και τα προβλήματα που ανακύπτουν, πλέον, σε κάθε σύγ­ χρονη πολυπολιτισμική τάξη προκρίνουν τη διαμόρφωση νέων εκπαιδευτι­ κών συνθηκών με τις αρχές της Συμβουλευτικής να διαποτίζουν ολόκληρο το σχολικό πρόγραμμα. 739 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ερευνητικά δεδομένα για την αναγκαιότητα της πολυπολιτισμικής συμβουλευτικής στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση Οι προαναφερόμενοι προβληματισμοί, που απορρέουν από τη σημερινή κατά­ σταση στο χώρο της εκπαίδευσης αποτέλεσαν το έναυσμα για τη διεξαγωγή μιας έρευνας με στόχο τη διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών αναφο­ ρικά με την αναγκαιότητα της πολυπολιτισμικής συμβουλευτικής στα σχολεία. Η παρούσα έρευνα διεξήχθη από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο του 2010, κυρίως σε πολυθέσια σχολεία του Ν. Αχαΐας και Ν. Αττικής. Το δείγμα απο­ τέλεσαν 358 εκπαιδευτικοί δημοτικού σχολείου, ως επί το πλείστον γυναίκες (Ν=253). Η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών ήταν δάσκαλοι (Ν=301), συμμε­ τείχαν όμως και εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων. Το δείγμα προέρχεται από δειγ­ ματοληψία ευκολίας (Κατσίλλης, 2006), και για το λόγο αυτό η ερμηνεία και η γενικευσιμότητα των ευρημάτων είναι περιορισμένη. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε κατάλληλα διαμορφω­ μένο ερωτηματολόγιο. Μετά από πιλοτική συμπλήρωσή του, το ερωτηματο­ λόγιο διανεμήθηκε από τον ίδιο τον ερευνητή σε σχολεία των προαναφερό­ μενων περιοχών. Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από την έρευνα, τόσο με τις κλειστές όσο και με τις ανοιχτές ερωτήσεις, κωδικοποιήθηκαν, καταχωρήθηκαν σε αρ­ χείο δεδομένων και επεξεργάστηκαν με το στατιστικό πακέτο SPSS 17.0. Για τις ερωτήσεις, οι οποίες βαθμολογήθηκαν με την 5βαθμη κλίμακα τύπου Likert, αποφασίσαμε a priori ότι βαθμολογίες με Μ.Ο. από 3.5 και άνω αντανακλούν υψηλό βαθμό συμφωνίας, βαθμολογίες από 2.5 ως 3.49 δηλώνουν μέτριο βαθμό συμφωνίας και βαθμολογίες από 2.49 και κάτω δηλώνουν διαφωνία. Η έρευνα έδειξε ότι οι εκπαιδευτικοί στο δημοτικό σχολείο θεωρούν, σε πο­ σοστό 61,2% (Ν=219), ότι οι παλιννοστούντες και αλλοδαποί μαθητές έχουν αυξημένες ανάγκες συμβουλευτικής υποστήριξης σε σχέση με τους γηγενείς λόγω, κυρίως, του διαφορετικού περιβάλλοντος στο όποιο καλούνται να εντα­ θούν, των εμποδίων της γλώσσας και των ρατσιστικών συμπεριφορών που βιώνουν. Το εύρημα αυτό συνάδει και με την ανασκόπηση ερευνών για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη αυτών των ομάδων των μαθητών (Κωνσταντινίδης & Βασιλόπουλος, 2010 · Νικολάου, 2000), αλλά και με τη μελέτη των Lairio & Nissila (2002), για τα εμπόδια που θέτουν η γλώσσα και οι πολιτισμικές δια­ φορές και είναι στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές προκλήσεις για τους σχολικούς συμβούλους. Στο πίνακα 1 εμφανίζονται οι απαντήσεις τους αναφορικά με τα προβλή­ ματα που αντιμετωπίζουν με τους παλιννοστούντες/αλλοδαπούς μαθητές. 740 Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Πίνακας 1. Αντιμετώπιση προβλημάτων με παλιννοστούντες/αλλοδαπούς μαθητές Μ.Ο.1 Τ.Α. Μέτρια Συμφωνία μαθησιακά προβλήματα 3.26 0.98 προβλήματα επικοινωνίας λόγω διαφορετικής μητρικής γλώσσας 3.01 1.20 έλλειψη προσοχής στο μάθημα 2.94 1.00 δυσκολία προσαρμογής 2.86 0.99 προβλήματα ένταξης στην ομάδα 2.67 1.12 των συμμαθητών συναισθηματικά προβλήματα λόγω του ρατσισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν 2.63 1.08 Διαφωνία παραβατική συμπεριφορά 2.46 1.10 προβλήματα λόγω διαφορετικής νοοτροπίας 2.43 0.99 των μαθητών προβλήματα πολιτισμικής ταυτότητας 2.38 1.01 προβλήματα υγιεινής – καθαριότητας 2.20 1.10 αρρώστιες 1.61 0.88 Μ.Ο.= Μέσος όρος, Τ.Α.= Τυπική απόκλιση 1 N = 328. Οι συμμετέχοντες απάντησαν στις ερωτήσεις χρησιμοποιώντας 5βάβμια κλίμακα Likert (1 =δε συμφωνώ καθόλου, 5 = συμφωνώ πάρα πολύ). Από την αξιολόγηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν με τους μα­ θητές αυτούς και από την έλλειψη υψηλής συμφωνίας μεταξύ των εκπαιδευ­ τικών - αναφορικά με αυτά τα προβλήματα - προκύπτει ότι τα προβλήματα ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των εν λόγω μαθητών ποικίλλουν και διαφο­ ροποιούνται σημαντικά ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους και τη σχολι­ κή μονάδα ή κοινότητα στην οποία καλούνται να ενταχθούν. Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί εμφανίζονται να μπορούν να διευκολύνουν κα­ λύτερα τους αλλοδαπούς μαθητές στην ένταξή τους στο σχολικό πλαίσιο σε σύγκριση με τους άντρες εκπαιδευτικούς (άντρες εκπαιδευτικοί, Μ.Ο. = 3.07, Τ.Α. = 0.87, γυναίκες εκπαιδευτικοί, Μ.Ο. = 2.79, Τ.Α. = 1.02, t (323) = 2.38, p = 0.018), πιθανότατα λόγω της μεγαλύτερης ευαισθησίας και υπομονής που δείχνουν προς τους αδύναμους μαθητές, εύρημα που συνάδει και με την 741 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ έρευνα της Βαμβακά (2010). Από την άλλη, οι γυναίκες θεωρούν, σε μεγαλύ­ τερο βαθμό από τους άντρες, ότι είναι ανεπαρκείς για την άσκηση συμβου­ λευτικού έργου με μειονοτικούς πληθυσμούς (άντρες εκπαιδευτικοί, Μ.Ο. = 2.91, Τ.Α. = 0.82, γυναίκες εκπαιδευτικοί, Μ.Ο. = 2.72, Τ.Α. = 0.77, t (335) = 2.05, p = 0.04). Η παραπάνω θέση των γυναικών εκπαιδευτικών θα μπορού­ σε να θεωρηθεί και ως μια πιο αυξημένη συναίσθηση για τους κινδύνους που κρύβονται πίσω από την εφαρμογή της Συμβουλευτικής από άτομο μη ειδικό. Τα προβλήματα επικοινωνίας με τους μειονοτικούς πληθυσμούς εμφανί­ ζονται εντονότερα στους δασκάλους από ότι στους εκπαιδευτικούς ειδικο­ τήτων (δάσκαλοι, Μ.Ο.= 3.09, Τ.Α.= 1.20, εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων, Μ.Ο.= 2.67, Τ.Α.= 1.24, t (324) = 2.30, p = 0.022), πιθανότατα λόγω των περισσό­ τερων ωρών επαφής και διδασκαλίας με αυτούς τους μαθητές, ενώ οι εκ­ παιδευτικοί ειδικοτήτων δηλώνουν ότι έρχονται αντιμέτωποι πιο συχνά με παραβατικές συμπεριφορές από τους παλιννοστούντες και αλλοδαπούς μα­ θητές (εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων, Μ.Ο.= 2.80, Τ.Α.= 1.09, δάσκαλοι, Μ.Ο.= 2.40, Τ.Α.= 1.08, t (323) = 2.44, p = 0.015). Επιπλέον, οι πρόσθετες σπουδές και κυρίως η μετεκπαίδευση, έρχονται να επιβεβαιώσουν την ικανότητα των δασκάλων με αυξημένα προσόντα - αυ­ ξημένη ευαισθητοποίηση να λειτουργήσουν και συμβουλευτικά μέσα στην τάξη τους (εκπαιδευτικοί με μετεκπαίδευση, Μ.Ο.= 3.26, Τ.Α.=1.09, εκπαι­ δευτικοί χωρίς μετεκπαίδευση, Μ.Ο.= 2.90, Τ.Α.= 1.26, t (324) = 2.54, p = 0.01). Γενικότερα, το θέμα της αντιμετώπισης των προβλημάτων που εμφανί­ ζουν οι μειονοτικοί πληθυσμοί προτάσσει την αναγκαιότητα της συμβουλευ­ τικής στις ομάδες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ένταξης, καθώς και την αναγκαιότητα ειδικής εκπαίδευσης/εξειδίκευσης σε μεταναστευτικά θέματα όλων των ατόμων που επιθυμούν να παρέχουν συμβουλευτική υποστήριξη, άποψη που έχει υποστηριχτεί και από την Κουλούρη-Αντωνοπούλου (2009). Επίσης, η εμφάνιση μέτριας συμφωνίας μεταξύ των εκπαιδευτικών του δείγματος αναφορικά με το κατά πόσο μπορούν από μόνοι τους να επιλύσουν τα προβλήματα που προκύπτουν με αυτή την ομάδα των μαθητών (Μ.Ο. = 2.77, Τ.Α. = 0.79) αναδεικνύει την αδυναμία των εκπαιδευτικών να ανταπο­ κριθούν επαρκώς σε μία σημαντική πτυχή του ρόλου τους και ενισχύει την επιθυμία τους για βοήθεια και υποστήριξη από τον ειδικό σύμβουλο. Με δε­ δομένη την απουσία του ειδικευμένου συμβούλου από την ελληνική εκπαί­ δευση και θέλοντας να είναι συνεπείς προς όλες τις πτυχές του ρόλου τους, στρέφονται για λύσεις στους συναδέλφους τους και υιοθετούν την αγάπη, το διάλογο, το σεβασμό στην προσωπικότητα του μαθητή, την αποδοχή και την επικοινωνία ως στρατηγικές αντιμετώπισης των εκάστοτε προβλημάτων. Παρά τις προαναφερόμενες δυσκολίες - και σε πείσμα αυτών - από την παρούσα έρευνα προκύπτει ότι οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί σε ποσοστό 742 Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ 45% (Ν=161) επιμένουν να θεωρούν ως καταλληλότερο για να ασκήσει συμ­ βουλευτικό έργο σε παλιννοστούντες και αλλοδαπούς μαθητές τον καταρτι­ σμένο εκπαιδευτικό, με την καθοδήγηση, βεβαίως, και την εποπτεία του ει­ δικού συμβούλου. Στον πίνακα 2 παρατίθενται οι περιορισμοί που αναφέρουν οι εκπαιδευτι­ κοί αναφορικά με τη συμβουλευτική υποστήριξη που μπορούν να παρέχουν σε μαθητές από μειονοτικές ομάδες. Πίνακας 2. Περιορισμοί στο συμβουλευτικό έργο των εκπαιδευτικών με παλιννοστούντες & αλλοδαπούς μαθητές Μ.Ο. 1 Τ.Α. Υψηλή Συμφωνία δυσκολία επικοινωνίας με τους γονείς 3.81 0.93 Μέτρια Συμφωνία αδυναμία κατανόησης της μητρικής 3.40 1.05 γλώσσας των μαθητών φύση του προβλήματος 3.38 0.95 άρνηση των μαθητών να συνεργαστούν 3.39 1.14 πίεση από την προγραμματισμένη ύλη 3.14 1.04 αδυναμία κατανόησης της κουλτούρας 3.09 0.99 των μαθητών κοινωνικές προκαταλήψεις 3.05 1.12 ξενοφοβικές αντιλήψεις 3.01 1.17 φόρτος εργασίας 2.98 0.96 Μ.Ο.= Μέσος όρος, Τ.Α.= Τυπική απόκλιση 1 N = 355. Οι συμμετέχοντες απάντησαν στις ερωτήσεις χρησιμοποιώντας 5βάβμια κλίμακα Likert (1 =δε συμφωνώ καθόλου, 5 = συμφωνώ πάρα πολύ). Οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί υποστηρίζουν, σε συντριπτική πλειοψη­ φία 80,2%, ότι η παρέμβαση πρέπει να γίνεται τόσο ατομικά στο μαθητή που εμφανίζει το πρόβλημα όσο και στο σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας, με στόχο την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της, αλλά και του κλίματος που επικρατεί και απέναντι στην συγκεκριμένη ομάδα των μαθητών. Το παραπάνω εύρημα συνάδει με τις αρχές παρέμβασης των συστημάτων, που έχουν την αφετηρία τους κυρίως στις έννοιες του «όλου» και της «κυκλικότητας» και το­ νίζουν ότι α) σε οποιοδήποτε σημείο του συστήματος και αν παρέμβουμε θα 743 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ επιφέρουμε αλλαγή στο όλο σύστημα, υποστηρίζοντας την ατομική συμβου­ λευτική και β) παρεμβαίνοντας στα άλλα μέλη ή και σε άλλες καταστάσεις του σχολικού συστήματος μπορούμε να επιτύχουμε την αλλαγή στη συμπεριφο­ ρά ενός μαθητή, υποστηρίζοντας την ομαδική συμβουλευτική (Κρίβας, 2007). Το θέμα της κατάρτισης και η συμβολή του ειδικού συμβούλου στο έργο τους βρέθηκε στις πρώτες θέσεις και στις προτάσεις των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή γενικότερα της Σχολικής Συμβουλευτικής αλλά και της Πολυ­ πολιτισμικής Συμβουλευτικής στο δημοτικό σχολείο. Επιπλέον, σε επίπεδο θεσμοθέτησης από την Πολιτεία, προτάθηκαν η εισαγωγή ειδικών συμβού­ λων που θα βρίσκονται σε τακτική συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς, η ορ­ γάνωση σεμιναρίων για ενημέρωση γονέων-μαθητών, η χορήγηση των απαι­ τούμενων κονδυλίων και του απαιτούμενου χρόνου σε ένα ευέλικτο σχολικό πρόγραμμα, καθώς και η οργάνωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που θα απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, ώστε να προαχθεί η κατανόηση και η αποδοχή της πολιτισμικής διαφορετικότητας. Συγκεφαλαιωτικά, τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι οι παλιννοστούντες και αλλοδαποί μαθητές έχουν αυξημένες ανάγκες συμβουλευτικής υποστήριξης. Η αναγκαιότητα αυτή για υποστήριξη προτάσσει το ρόλο της Πολυπολιτισμικής Συμβουλευ­ τικής και στο χώρο του δημοτικού σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν τον εαυτό τους κατάλληλο να αναλάβει και αυτό το ρόλο, όμως αναγνωρίζουν τις ελλείψεις τους και ζητούν τη συνδρομή της Πολιτείας, κυρίως μέσω της παρουσίας του ειδικού συμβούλου στα σχολεία για να τους ενισχύσει και να τους καθοδηγήσει στο έργο τους, αλλά και μέσω της κατάρτισης των εκπαι­ δευτικών σε θέματα Συμβουλευτικής- Πολυπολιτισμικής Συμβουλευτικής. Βιβλιογραφία Βαμβακά, Πανδώρα (2010). “Η στάση των εκπαιδευτικών απέναντι στην πολυπολι- τισμικότητα της Τάξης και η σχέση της με τα Χαρακτηριστικά της Προσωπικότη- τάς τους”. Μεταπτυχιακή εργασία, Αθήνα: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Κατσίλης, Ιωάννης (2006). Επαγωγική στατιστική. Αθήνα: Gutenberg. Κλεφτάρας, Γεώργιος (2009). Πολιτισμική και Πολυπολιτισμική Συμβουλευτική. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Κοσμίδου-Hardy, Χρυσούλα & Γαλανουδάκη-Ράπτη, Αθανασία (1996). Συμβουλευ- τική, θεωρία και πρακτική. Αθήνα: Ασημάκης. Κουλούρη-Αντωνοπούλου, Ουρανία (2009). “Συμβουλευτική Προσφύγων, Παλιννο- στούντων, Μεταναστών και Αιτούντων Άσυλο”. Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτι­ κής και Προσανατολισμού, 88-89, 8-17. 744 Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου, Στέφανος Βασιλόπουλος ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Κρίβας, Σπύρος (2007). Παιδαγωγική επιστήμη: Βασική θεματική. Αθήνα: Gutenberg. Κωνσταντινίδης, Γεώργιος & Βασιλόπουλος, Στέφανος (2010). “Οι ψυχικές ανά- γκες του αλλοδαπού μαθητή και ο ρόλος του Σχεσιοδυναμικού δασκάλου”. Στο: Κοσμόπουλος, Αλέξανδρος & Βασιλόπουλος, Στέφανος (Επιμ. Εκδ.). Η παιδα­ γωγική σχέση (σ. 204-221). Αθήνα: Γρηγόρη. Lairio, Marjatta & Nissila, Pia (2002). “Towards networking in counselling: a follow- up study of Finnish school counselling”. In: British Journal of Guidance & Counselling, 30(2), 159–172. Launikari, Mika & Puukari, Sauli (2003). “Multicultural Counselling Skills - Necessity for the future”. In: Workshop presentation, IAEVG International Conference, Bern, Switzerland, September 3-6, University of Jyväskylä, Finland. McLaughlin, Colleen (1999). “Counselling in schools: looking back and looking forward”. In: British Journal of Guidance & Counselling, 27(1), 13-22. Mc Leod, John. (2005). Εισαγωγή στη Συμβουλευτική. Αθήνα: Μεταίχμιο. Μπρούζος, Ανδρέας (1999). “Η συμβουλευτική στο σχολείο ως αίτημα των σύγ- χρονων κοινωνικών μεταβολών”. Στο: Επιστημονική Επετηρίδα Π.Τ.Δ.Ε. Πανε­ πιστημίου Ιωαννίνων, 12, 99-134. Μπρούζος, Ανδρέας & Ράπτη, Κατερίνα (2001α). “Ο ρόλος της σχολικής συμβου- λευτικής στην προαγωγή της αποδοχής της διαφορετικότητας”. Στο: Επιθεώ­ ρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 56-57, 25-41. Μπρούζος, Ανδρέας & Ράπτη, Κατερίνα (2001β). “Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού στο πολυπολιτισμικό σχολείο”. Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτι­ κής και Προσανατολισμού, 58-59, 75-90. Μπρούζος, Ανδρέας & Ράπτη Κατερίνα (2004). “Η αναγκαιότητα συμβουλευτικής στην ελληνική εκπαίδευση την εποχή της παγκοσμιοποίησης”. Στο: Επιστημο­ νική Επετηρίδα Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 17, 181-192. Νικολάου, Γεώργιος (2000). Ένταξη και εκπαίδευση των αλλοδαπών μαθητών στο δημοτικό σχολείο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Paisley, Pamela & McMahon, George (2001). “School counseling for the 21st Century: challenges and opportunities”. In: Professional School Counseling, 5 (2), 106-115. Παλαιολόγου, Νεκταρία (1999). “Ανάγκες συμβουλευτικής μαθητών με διαπολιτι- σμικά χαρακτηριστικά στο ελληνικό δημοτικό σχολείο”. Στο: Επιθεώρηση Συμ­ βουλευτικής και Προσανατολισμού, 50-51, 66-72. Sue, Derald Wing, Arredondo, Patricia & McDavis, Roderick J. (1992). “Multicultural counseling competencies and standards: A call to the profession”. In: Journal of Counseling & Development, 70 (4), 477-486. Tatar, Moshe (1998a). “Primary and secondary school teachers’ perceptions and actions regarding their pupils’ emotional lives”. In: School Psychology International, 19 (2), 151-168. Tatar, Moshe (1998b). “Counselling immigrants: School contexts and emerging strategies”. In: British Journal of Guidance & Counselling, 26 (3), 337-352. 745 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Περίληψη The aim of this study was to explore teacher perception and expectation of school counselling. Three hundred fifty eight primary school teachers responded to a survey about the counselling needs of foreign and home coming students and the effectiveness of school counselling. Teachers indicated that foreign and home coming students face a range of academic and psychosocial problems, as a result of the language barriers as well as the cultural differences. Communication problems with the parents of the students were identified by the teachers as the most important barrier to effective school counselling. In addition, teachers considered themselves as suitable for helping students to overcome their problems. However they recognized their lack of relevant knowledge and skills and called for more support from the state. The current results could have implications for effective implementation of school counselling programs. Αρτεμισία Παπακωνσταντινοπούλου Δασκάλα, M.Sc. Π.Π. Γερμανού 5, Ακράτα Αχαΐας 25006 Τηλ. 26960 23195, 6979772587

[email protected]

Στέφανος Βασιλόπουλος Λέκτορας Παιδαγωγικής και Συμβουλευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών Εγλυκάδος 92, 26335, Πάτρα 26130 10725

[email protected]

746 Δημήτριος Σακατζής ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ Πολυπολιτισμικές συγκρούσεις και αλληλεπίδραση στη σχολική κοινότητα Δημήτριος Σακατζής Εισαγωγή Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η διεθνής μετανάστευση, η διαδικασία της ευ­ ρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η παγκοσμιοποίηση, κατέστησαν την Ελλάδα σταθμό για ένα μεγάλο αριθμό οικονομικών μεταναστών, αλλά και πέρασμα προς την Ευρώπη για ένα εξίσου σημαντικό αριθμό λαθρομεταναστών. Εισά­ γοντας απότομα την ελληνική κοινωνία σε μια νέα εποχή και φέρνοντας την αντιμέτωπη, με νεοεισερχόμενες εθνοτικές και πολιτισμικές ομάδες. Βρίσκο­ ντας παράλληλα όλες τις δομές του κράτους και την κοινωνία στο σύνολο της, απροετοίμαστες. Η ελλιπής μεταναστευτική πολιτική, η απουσία υποστηρικτικών πολιτι-κών από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η δημοσιοθηρική αντιμετώπιση του θέματος από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, επιτείνουν το πρόβλημα και αυξάνουν τα φοβικά σύνδρομα στην ελληνική κοινωνία. Όλα τα παραπάνω αποκτούν μια ιδιαίτερα αρνητική δυναμική, μέσα στο σημερινό δυσμενές οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον της κρίσης χρέους στην Ελλάδα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ενηλικιώνεται στα ελληνικά σχολεία, η δεύτερη γε­ νιά των οικονομικών μεταναστών της δεκαετίας του ‘90. Μια γενιά απαλλαγ­ μένη από τα σύνδρομα υποτέλειας των γονιών της, που δεν ανέχεται ρατσι­ στικές συμπεριφορές, ενώ παράλληλα διεκδικεί την ισότιμη ένταξη της στο ελληνικό κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Αναπαραγωγή εθνικών προκαταλήψεων στη σχολική κοινότητα Η εκπαίδευση και ειδικότερα το σχολείο, αποτελεί για μια κοινωνία το χώρο που αντιπροσωπεύει τις ιδιωτικές και δημόσιες θεσμοποιημένες αξίες της (Lipman, 2006: 22). Οι αξίες αυτές προσδιορίζονται αλλά και ετεροκα-θορί­ ζονται, σε κάθε κοινωνία, οριοθετώντας μια διαφορετικότητα, που εδράζεται κυρίως στις ιδιαίτερες ιστορικές παρακαταθήκες της κάθε χώρας. Στην Ελλάδα, είναι εμφανής μια ιστορική εθνοκεντρική προσέγγιση της εκ­ παίδευσης, στη βάση της οποίας δομήθηκε η διαπολιτισμική παιδεία και αγω­ 747 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ γή. Τα μοντέλα εκπαίδευσης, περιορίζονται σε ένα αφομοιωτικό ή στην καλύ­ τερη περίπτωση, ενσωματωτικό πρότυπο. Οι αλλοδαποί μαθητές, δεν έχουν ευκαιρίες εκμάθησης της μητρικής τους γλώσσας, σε καμία από τις τρεις βαθ­ μίδες της εκπαίδευσης, ενώ ο πολιτισμός και η ιστορία τους, αγνοείται πα­ ντελώς (Γουδήρας, 2007: 18-20· Ευαγγέλου & Παλαιολόγου, 2007: 105-106). Αξιωματικά λοιπόν οδηγούμαστε στην αντίφαση, να λει-τουργούν πολυπολι­ τισμικά σχολεία ως προς τη σύνθεση των μαθητών, μέσα σε ένα μονοπολιτι­ σμικό και εν γένει προκρούστειο εκπαιδευτικό σύστημα. Γηγενείς και αλλοδαποί μαθητές, ενταγμένοι σε αυτό το κοινωνικο-πολιτι­ σμικό πλαίσιο, διαμορφώνουν την ταυτότητα τους εν μέσω: α) των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και, β) των ψυχολογικών και γνωστικών χαρακτηριστικών που λαμβάνουν χώρα στο άτομο, κατά τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης του. Στο ίδιο πεδίο, προσμετρούνται οι βιολογικοί/ κληρονομικοί παράγοντες και η ατομική οικογενειακή ιστορία (Κατάκη, 2008), οι έννοιες της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης, της κοινωνικής επιρροής και της καθοδήγησης, της ομά­ δας και των ρόλων που διεκδικούν σε αυτή τα άτομα (Τσιπλητάρης, 2004: 13- 18). Αναδεικνύεται έτσι, μια αμφίδρομη διαδικασία, που συνθέτει για το κάθε άτομο με τη μοναδικότητα των γονιδιακών αλυσίδων, το «κοινωνικό του DNA». Οι μαθητές ως δέκτες και φορείς μηνυμάτων κοινωνικού αποκλεισμού, μέσα από την οπτική μιας συνέντευξης - συζήτησης Τα χαρακτηριστικά αυτά θα επιχειρηθεί να αναλυθούν και να αιτιολογηθούν, μέσα από τις σκέψεις και τις απόψεις, μιας ομάδας μαθητών της Β΄ τάξης ενός Επαγγελματικού Λυκείου. Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις που κυοφο­ ρούνται στις σχολικές τάξεις και τα προαύλια, καθώς και οι απορρέουσες μα­ θητικές συγκρούσεις, αναδεικνύονται μέσα από μια μαγνητοφωνημένη συζή­ τηση-συνέντευξη, στην οποία συμμετείχε η εν λόγω τάξη και έχει ληφθεί στα πλαίσια ενός προγράμματος Αγωγής Υγείας, με θέμα «Ρατσισμός-Ξενοφοβία». Η διάταξη των μαθητών κατά τη συζήτηση είναι κυκλική, με τον καθηγητή να κάθεται ισότιμα στον κύκλο, ως συντονιστής. Στη συζήτηση συμμετέχουν έξι κορίτσια και τρία αγόρια. Από αυτούς καταθέτουν τις απόψεις τους τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Οι υπόλοιποι συμμετέχουν μόνο στα σημεία που συμ­ φωνούν ή διαφωνούν όλοι μαζί, εκτός από ένα μαθητή, ο οποίος έχει στραφεί ελαφρώς στο πλάι και δείχνει πως δε συμμετέχει καθόλου. Ο μαθητής αυτός παρουσιάζεται παρακάτω ως «Μαθητής 2» και μαζί με το «Μαθητή 1», είναι μέλη του συνδέσμου οπαδών Monsters. Στον τοπικό τους σύνδεσμο, κυρίαρ­ χη είναι η εθνικιστική ιδεολογία. Στην ομάδα υπάρχει και μία μαθήτρια αλβα­ νικής υπηκοότητας, που παρουσιάζεται ως «Μαθήτρια 2». 748 Δημήτριος Σακατζής ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ Λόγοι που ωθούν κάποιο μαθητή να ασκήσει λεκτική ή σωματική βία. Πώς επιλέγει το συμμαθητή – θύμα. Η συζήτηση ξεκινά με μια πρώτη αποσαφήνιση, είναι το σχολείο ένας χώρος που αποδέχεται τη διαφορετικότητα του κάθε μαθητή και δημιουργεί αισθή­ ματα ασφάλειας; Οι απαντήσεις αναμενόμενες. Όλοι οι μαθητές έγιναν μάρ­ τυρες ή ήταν θύματα, φαινομένων λεκτικής ή σωματικής βίας. Η μαθήτρια 1 πλήγωσε ένα συμμαθητή της, γεγονός που το μετανιώνει «μέχρι τώρα». Ο μα­ θητής 1, που τη χρονιά αυτή είχε πρωταγωνιστήσει μαζί με το μαθητή 2, σε επεισόδια και συγκρούσεις στο σχολείο με παιδιά αλβανικής καταγωγής, είπε πως ο ίδιος είχε πέσει στο παρελθόν θύμα βίας. Εναλλαγή ρόλων, με το θύμα να γίνεται θύτης και την επιθετικότητα να πηγάζει ως αποτέλεσμα εμπειριών συνεχών αδικιών και διακρίσεων (Auernheimer, 2009: 30). Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «θύματος»; «Συνήθως διαλέγουν τον πιο αδύναμο. Τον ευαίσθητο», «Δε μιλάει όταν τον βρίζουνε» αναφέρει η μαθήτρια 2, «δεν πρόκειται να ανταποκριθεί, να αντιδράσει», «δεν έχει παρέα, δεν έχει επικοινωνία» συμπληρώνει η μαθήτρια 1, «ναι σίγουρα, αυτός θα κάτσει ήσυ- χος», επιβεβαιώνει ο μαθητής 1. Τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, υπερ­ισχύουν των σωματικών, καθώς κατά το μαθητή 1 δεν έχουν «σημασία». Όλα γίνονται για κάποιο λόγο, μήπως για να αντληθεί δύναμη που θα λει­ τουργήσει επιβεβαιωτικά; Η απάντηση είναι θετική από το μαθητή 1 που συ­ νεχίζει: «ίσως για να δείξουμε ότι κάποιοι είμαστε». Η απουσία του αισθήματος της ασφάλειας στο χώρο του σχολείου, οδηγεί στην υπερίσχυση των ενστί­ κτων. Ο μαθητής φοβάται μήπως γίνει θύμα και αγωνίζεται να λάβει κυρίαρ­ χη θέση στο δίκτυο επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης του σχολείου. Επιθυμεί να γίνει αποδεκτός από τους συμμαθητές του, να προκαλέσει γέλιο, χλευάζο­ ντας τον «αδύναμο», τον «ήσυχο», που ξέρει πως δε θα απαντήσει, εισπράτ­ τοντας δημοφιλία. Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται με διαφορετικό τρόπο στο ελεγχόμε­ νο περιβάλλον της αίθουσας διδασκαλίας, απ’ ότι στο προαύλιο του σχολεί­ ου (θεωρία κανονιστικού μοντέλου συμπεριφοράς του Parsons) (Τσιπλητά­ ρης, ο.π.: 30). Εκεί τα πράγματα είναι πιο σκληρά, καθώς διοχετεύεται και η σωρευμένη ένταση της τάξης. Ένταση που ανατροφοδοτείται από τις πρω­ τογενείς άτυπες υποομάδες που συγκροτούνται με βάση το φύλλο, τα κοινά οικογενειακά βιώματα, την εθνική και πολιτισμική προέλευση κ.α. (Τσιπλητά­ ρης, ο.π.: 51-52· Μπασέτας, 2007: 47-49). Τη δημιουργία αυτών των υποομάδων, ενισχύει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το σχολείο. Οι δομές του είναι αυταρχικές και η πίεση για ολοένα και καλύτερες σχολικές επιδόσεις είναι μεγάλη, αυξάνοντας το άγχος και τα αρνητικά συναισθήματα. Με αποτέλεσμα να καλλιεργείται ένα κλίμα μη ανο­ χής και απόρριψης των άλλων (Auernheimer, ο.π.: 32· Μπασέτας, ο.π.: 56-57). 749 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η έλλειψη αποδοχής, οδηγεί τους μαθητές να αναζητήσουν καταφύγιο στις υποομάδες. Η αίσθηση «του ανήκειν» που τους παρέχεται εκεί, τους βο­ ηθά να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση και την αυτοεικόνα τους (Νόβα-Καλ­ τσούνη, 1996, στο Μπασέτας, ο.π.: 63). Σε αντάλλαγμα, συνυ-πογράφουν μια σύμβαση, που εμπεριέχει δεσμευτικές στάσεις και συμπε-ριφορές, η οποία πολλές φορές διασφαλίζεται ακόμη και μέσω κυρώσεων. Εκεί εκφράζονται καλύτερα, χειραφετούνται και βοηθούνται πολλές φορές, στην ομαλή πορεία της ψυχοπνευματικής τους ανάπτυξης (Baron, κ.α. 1992, στο Μπασέτας, ο.π.: 32-33, 63· Τσιπλητάρης, ο.π.: 103-104). Το πρόβλημα λοιπόν της προσαρμογής του παιδιού στο σχολείο, δεν έχει σχέση μόνο με τη μάθηση. Οι δυσκολίες προσαρμογής έχουν διττό χαρακτή­ ρα και επεκτείνονται στο συναίσθημα, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και τη συ­ μπεριφορά του (Μπαμπάλης, 2010: 2). Ο ρατσισμός έναντι των «ξένων» μαθητών. Από πού ξεκινά και πώς αυξάνεται. Μέσα σε αυτό το σχολικό κλίμα, ποια είναι η αντιμετώπιση των «ξένων»; Στο­ χοποιούνται; Η μαθήτρια 3 απαντά με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβή­ τηση: «σίγουρα πράγματα», ενώ η απάντηση της μαθήτριας 2, είναι αφοπλι­ στική: «απλά όταν ήρθα από την Αλβανία, μου λέγανε διάφορα, δε με ήθελαν στην παρέα τους (…) και με βρίζανε συνέχεια». Στην πρόταση αυτή περικλεί­ εται, όλη η διαδικασία της κοινωνικής απομόνωσης και περιθωριοποίησης. Μια απομόνωση που ξεκινά από το δημοτικό, «ειδικά στο δημοτικό» τονίζει η μαθήτρια 1, όπου κυριαρχεί η λεκτική βία. Στην ερώτηση εάν στο γυμνάσιο οι επιθέσεις μετεξελίσσονται σε σωματικές, ο μαθητής 1 αναφωνεί: «Ναι!!! Α μπράβο» και συμπληρώνει: «εγώ πιστεύω πως σε όσο πιο μικρή ηλικία μα- λώνουν, τόσο θα γίνεται χειρότερο». Καταλήγοντας, επιβεβαιώνει την αύξη­ ση της βίας, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο: «είμαστε τώρα πέντε, σε πέντε-έξι χρόνια θα γίνουμε δέκα… και ούτω καθεξής». Αυτοί οι πέντε που αναφέρει ο μαθητής, συγκροτούν πρωτογενείς άτυ­ πες υποομάδες, οι οποίες δραστηριοποιούνται στη σχολική κοινότητα ή την τάξη. Ως κυρίαρχες πολιτισμικές υποομάδες, επικρατούν και αναπαράγουν τις προκαταλήψεις που καλλιεργούνται στην ελληνική κοινωνία και αφορούν στο χρώμα, στη θρησκευτική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα, στην εθνική κατα­ γωγή κ.α. Οι μαθητές με αυτά τα χαρακτηριστικά στιγματίζονται, ετικετάρεται η προσωπικότητα τους, υπόκεινται στο χλευασμό και υποτιμάται το εγώ τους (Γουδήρας, ο.π.: 26-29· Τσιπλητάρης, ο.π.: 111-115, 177-180). Όταν επιπρόσθετα απουσιάζει ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλ­ λον ή εμφανίζονται δεισλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις και παράλληλα εκλείπουν οι οργανωμένες υποστηρικτικές δομές, τότε οι μαθητές οδηγού­ νται στη συναισθηματική και κοινωνική απομόνωση. Πιθανή κατάληξη είναι η 750 Δημήτριος Σακατζής ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ περιθωριοποίηση, με την υιοθέτηση παραβατικών συμπεριφορών, ή την από­ συρση και την εμφάνιση ψυχολογικών προβλημάτων. Και στις δύο περιπτώ­ σεις, μπορεί να εμφανιστεί το φαινόμενο της χρήσης ουσιών. Οι συγκρουσιακές καταστάσεις που δημιουργούνται, ανατροφοδο-τούνται και μεγεθύνονται από την καθημερινή επαφή, καθώς οι ρόλοι και οι προσδο­ κίες των μελών των υποομάδων είναι αντικρουόμενοι. Στο παρακάτω σχήμα, καταδεικνύεται πως οι προκαταλήψεις συνδυάζουν πεποιθήσεις και συναισθή­ ματα, προσανατολίζοντας τη συμπεριφορά των μαθητών προς ορισμένη κα­ τεύθυνση. Τα βέλη δείχνουν πως όλα τα παραπάνω, ανατροφοδοτούν τις προ­ καταλήψεις με αποτέλεσμα την ολοένα και αυξανόμενη συγκρουσιακή τάση.15 παραπάνω,   ανατροφοδοτούν   τις   προκαταλήψεις   με   αποτέλεσμα   την   ολοένα   και   αυξανόμενη  συγκρουσιακή  τάση.15                                                                                                                                                                                                                                   πεποίθηση          πιστεύω  πως  οι  «ξέ-­‐                                                                                                                                          νοι»  μαθητές  ευνοού-­‐                                                                                                                                            νται  στη  βαθμολογία                                                                                                                                          από  τους  δασκάλους                                Π ροκατάληψη                                                                                                                                                                            εναντίον  των             συναίσθημα    αισθάνομαι  οργή  ό-­‐                                                                                                                                                ξένων  μαθητών                                                                        ταν  ένας  «ξένος»                                                                                                                                                                                                                                    κρατά  την  ελληνι-­‐                                                                                                                                                            νική  σημαία                                                                                                                                                                                             συμπεριφορά  με  χαρά  θα  έβριζα  και                                                                                                                                                                                    θα  κορόιδευα  ένα                                                                                                                                            «ξένο»  μαθητή     Ας   επιχειρήσουμε   να   αναλύσουμε   το   παράδειγμα   του   σχήματος,   μέσα   από   τα   όσα   καταθέτουν   οι   μαθητές.   Αναφερόμενοι   στη   στάση   των   εκπαιδευτικών,   αναδεικνύεται   πως   στην   καλύτερη   περίπτωση   είναι   διαχειριστές   μιας   κατάστασης   και   όχι   Ας επιχειρήσουμε διαμορφωτές.   Λειτουργούν   να αναλύσουμε δηλαδή  πυροσβεστικά   το παράδειγμα και  του όχι  πσχήματος, ροληπτικά.  μέσα Αυτό  από βέβαια  έχει   τακαι   όσα τις   καταθέτουν ανάλογες  οι μαθητές. παρερμηνείες.   Αναφερόμενοι Έτσι,   όταν   στησε   στάση των εκπαιδευτικών, καταστάσεις   λεκτικής   βίας   ο   αναδεικνύεται εκπαιδευτικός   πως υπερασπιστεί   στην καλύτερη τον   «ξένο»   περίπτωση μαθητή,   είναιτότε   όπως   επισημαίνει   διαχειριστές μιας κατάστα­ η   μαθήτρια   2,   οι   υπόλοιποι   σης και όχι διαμορφωτές. Λειτουργούν δηλαδή πυροσβεστικά και όχι προλη­ συμμαθητές,   λένε   ότι   «σε   υπερασπίζεται   η   δασκάλα»   και   νιώθουν   πτικά. Αυτό βέβαια έχει και τις ανάλογες παρερμηνείες. Έτσι, όταν σε κατα­ σχέση   αδικημένοι.   Νιώθουν   δηλαδή,   ότι   ο   «ξένος»   μαθητής   αναπτύσσει   μια   ιδιαίτερη   με   τον   εκπαιδευτικό,   η   οποία   τον   ευνοεί   ποικιλοτρόπως.   Μια   ερμηνεία   αυτής   της   στάσεις λεκτικής βίας ο εκπαιδευτικός υπερασπιστεί τον «ξένο» μαθητή, τότε εύνοιας,   είναι   και   η   πεποίθηση   πως   οι   «ξένοι»   μαθητές   βαθμολογούνται   με   όπως διαφορετικό   επισημαίνει τρόπο.   η μαθήτρια Όταν   μάλιστα   2, οι υπόλοιποι η   υψηλή   συμμαθητές, βαθμολογία,  λένε έχει  ότι ως  «σε υπερα- επιβράβευση   την   σπίζεται η δασκάλα» ιδιότητα   του   σημαιοφόρου   στην   παρέλαση,   τότε   η   αδικία,   συνοδεύεται   από   την   και νιώθουν αδικημένοι. Νιώθουν δηλαδή, ότι ο «ξένος» μαθητής αντιπάθεια   αναπτύσσει και   το   φθόνο,   μια ιδιαίτερη αλλά   και   σχέση την   με αντίδραση   τον εκπαιδευτικό, πολλών   γονιών   η οποία που   τον επιτιμούν  ευ­ τα   παιδιά   τους,   νοεί ποικιλοτρόπως. Μια ερμηνεία αυτής της εύνοιας, είναι και η πεποίθηση ότι   επέτρεψαν   ένας   «ξένος»,   να   κρατά   το   εθνικό   σύμβολο   της   Ελλάδας.   Αντιπάθεια   που   σε   πολλές   περιπτώσεις   οδηγεί   και   σε   ακραίες   συμπεριφορές.   Όταν   οι   στάσεις  αυτές  ξεκινούν  από  τις  πρώτες  τάξεις  στο  σχολείο,  μέσω  της  ανατροφοδότησης   15. Προσαρμογή σχήματος στη θεματική της εργασίας από το Σ. Βλαχόπουλος, των  διαφορών,  μεταβάλλονται  αρνητικά,  καλλιεργώντας  ένα  ιδεολογικό  υπόβαθρο  που   & Α. αποενοχοποιεί  Γεωργούλας,τις   κ.α. συγκρούσεις.   (2003: 217)     Το   παράδειγμα   αναδεικνύει,   την   κυρίαρχη   θέση   του   εκπαιδευτικού   στην   επικοινωνιακή   751 αλληλεπίδραση,   καθώς   η   δύναμη   που   αντλεί   από   το   ρόλο   του,   η   θεσμική   του   θέση,   η   εμπειρία,   η   γνώση   και   η   δυνατότητα   τιμωρίας   ή   επιβράβευσης,   ασκούν   καταλυτικό   ρόλο   στη  δημιουργία  του  κλίματος  της  τάξης  (Μπασέτας,  ο.π.:  28-­‐31).  Σε  ενδοατομικό  επίπεδο,  ο   εκπαιδευτικός   αναγορεύεται   ως   ο   σημαντικός   «άλλος»,   στη   δόμηση   της   αυτοεικόνας   του   μαθητή.   Ένας   σημαντικός   «άλλος»   που   τον   επηρεάζει   ποικιλοτρόπως.   Συνειδητά   και   ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ πως οι «ξένοι» μαθητές βαθμολογούνται με διαφορετικό τρόπο. Όταν μάλι­ στα η υψηλή βαθμολογία, έχει ως επιβράβευση την ιδιότητα του σημαιοφόρου στην παρέλαση, τότε η αδικία, συνοδεύεται από την αντιπάθεια και το φθό­ νο, αλλά και την αντίδραση πολλών γονιών που επιτιμούν τα παιδιά τους, ότι επέτρεψαν ένας «ξένος», να κρατά το εθνικό σύμβολο της Ελλάδας. Αντιπά­ θεια που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί και σε ακραίες συμπεριφορές. Όταν οι στάσεις αυτές ξεκινούν από τις πρώτες τάξεις στο σχολείο, μέσω της ανα­ τροφοδότησης των διαφορών, μεταβάλλονται αρνητικά, καλλιεργώντας ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που αποενοχοποιεί τις συγκρούσεις. Το παράδειγμα αναδεικνύει, την κυρίαρχη θέση του εκπαιδευτικού στην επικοινωνιακή αλληλεπίδραση, καθώς η δύναμη που αντλεί από το ρόλο του, η θεσμική του θέση, η εμπειρία, η γνώση και η δυνατότητα τιμωρίας ή επι­ βράβευσης, ασκούν καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία του κλίματος της τάξης (Μπασέτας, ο.π.: 28-31). Σε ενδοατομικό επίπεδο, ο εκπαιδευτικός αναγορεύε­ ται ως ο σημαντικός «άλλος», στη δόμηση της αυτοεικόνας του μαθητή. Ένας σημαντικός «άλλος» που τον επηρεάζει ποικιλοτρόπως. Συνειδητά και ασυνεί­ δητα, ακόμη και με τη μη λεκτική επικοινωνία. Η δυναμική αυτής της μορφής επικοινωνίας, αποκτά βαρύνουσα σημασία, γιατί τα μηνύματα που ανταλλάσ­ σονται αφορούν κυρίως στις σχέσεις. Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ο εκπαιδευτι­ κός, ως «προϊόν» του ελληνικού εκπαιδευτικού, πολιτισμικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, (Τσιπλητάρης, ο.π.: 141-143) είναι φορέας στερεοτύπων και προ­ καταλήψεων που ενυπάρχουν στην ελληνική κοινωνία; Σε αυτή την εκδοχή, το ασυνείδητο, το αθέλητο και το λανθάνων των πράξεων, ζημιώνει πολύ πε­ ρισσότερο τους μαθητές (Μπασέτας, ο.π.: 138). Με την ίδια ρητορική, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οι σκοποί και το περι­ εχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων, τα σχολικά εγχειρίδια (λογοτεχνικά, ιστορικά), (Γουδήρας, ο.π.: 17· Ευαγγέλου & Παλαιολόγου, ο.π.,: 104), η ορ­ γάνωση, η λειτουργία και ο χώρος του σχολείου (συνθήματα στους τοίχους, στα θρανία), αναπαράγουν κατά τρόπο εμφαντικό, την ανωτερότητα της κυ­ ρίαρχης πολιτισμικής και εθνικής ομάδας, δηλητηριάζοντας τις σχέσεις όλων των μελών της σχολικής κοινότητας. Οι προσδοκίες για τη μελλοντική προοπτική των ρατσιστικών φαινομένων. Η δυνατότητα ή μη της αλλαγής. Μεταβάλλεται αυτή η αμφίδρομη διαδικασία; Υπάρχει περίπτωση να βελτιω­ θεί η κατάσταση; «Δεν αλλάζει», συμφωνούν οι τρεις μαθήτριες. Ο μαθητής 1, τονίζει πως εφόσον δεν αλλάξει κάτι, τότε το φαινόμενο των πολυπολιτι­ σμικών συγκρούσεων, θα γίνει «σίγουρα χειρότερο». Στο θέμα του χαρακτή­ ρα των ατόμων, εστιάζει η μαθήτρια 1 λέγοντας: «το σίγουρο είναι ότι ο χα- ρακτήρας δεν αλλάζει. Αν μάθεις να είσαι βίαιο άτομο», δε μπορεί αυτό να 752 Δημήτριος Σακατζής ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ αλλάξει αργότερα. Στα επίμονα παραδείγματα πως αυτή η άποψη είναι ισο­ πεδωτική, οι τρεις μαθήτριες εμμένουν στη θέση τους. Όταν όμως τίθεται το ερώτημα, εάν θα ήθελαν και εμείς οι καθηγητές τους, να έχουμε την αντίλη­ ψη ότι στα ΕΠΑΛ, έρχονται οι χειρότεροι μαθητές που δεν επιδέχονται βελτί­ ωση, η απάντηση είναι ομόφωνη: «όχι». Συνειδητοποιούν πως και οι ίδιοι είναι θύματα στερεοτύπων και προκαταλήψεων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο μαθητής 1: «Εμάς μας έχουν πιο κάτω». Όσο οι μαθήτριες επέμεναν πως ο χαρακτήρας δεν αλλάζει, ο μαθητής 1 παρακολουθούσε χωρίς να συμμετέχει. Σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, με αφορμή τη συμμετοχή στο πρόγραμμα και τις συζητήσεις που είχαν γίνει στην τάξη, παρατηρήθηκε μια σαφή και ξεκάθαρη βελτίωση της συμπεριφοράς του, αλλά και του φίλου του, του μαθητή 2. Οι συμμαθητές τους όμως, έχουν ήδη προδιαγράψει τις συντεταγμένες της συμπεριφοράς τους, όπως αυτές οριοθετούνται από το ρόλο που είχαν διεκδικήσει στο παρελθόν και τους εί­ χαν δώσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καλλιεργούν ασυνείδητα αρνητικές προσ­ δοκίες, ανατροφοδοτώντας τις αρνητικές πτυχές της συμπεριφοράς τους, τις οποίες πολλές φορές υφίστανται και οι ίδιοι. Προς την αντίθετη κατεύθυνση λειτούργησε η δυναμική της θεατρικής ομάδας, η οποία ανέβασε ένα θεατρικό που έγραψα με τίτλο «Φοβού τους ξέ­ νους;». Το θεατρικό παρουσιάστηκε στις 6 Μαΐου 2011, μπροστά σε τμήματα τεσσάρων δημοτικών σχολείων, ενός γυμνασίου και του Επαγγελματικού Λυ­ κείου. Στην ομάδα συμμετείχε ο μαθητής 2. Στο ρόλο του, που εν μέρει είχε γραφεί γι’ αυτόν, υποδυόταν ένα φανατικό κατά των «ξένων» μαθητή. Με το επιχείρημα αυτό πείσθηκε να συμμετάσχει. Σε μία πρόβα, από τη δύναμη της συνήθειας αντί να πει «οι ξένοι», είπε «οι παλιοαλβανοί». Η αντίδραση της υπό­ λοιπης ομάδας, στην οποία συμμετείχε μία μαθήτρια αλβανικής καταγωγής και μαθητές που δήλωναν αντιρατσιστές, ήταν να χαμογελάσουν. Παρά την έλλειψη επικριτικών σχολίων, ο μαθητής 2 έδειξε να ταράζεται, ένιωσε άβο­ λα και ζήτησε συγνώμη από όλους. Εδώ λειτούργησαν τα νέα βιώματα και οι γνώσεις, σε συνδυασμό με τη δυναμική της ομάδας, η οποία με άδηλο τρό­ πο άσκησε επιρροή και τον συμμόρφωσε με την κρίση της πλειοψηφίας (πει­ ράματα του Asch) (Μπασέτας, ο.π.: 35-36). Τελικά ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα; Μπορούμε να βλέπουμε μόνο την εικόνα και να αρνούμαστε να δούμε πως δημιουργήθηκε αυτή; Μπορού­ με να χαρακτηρίζουμε ως «βίαιους» και «ρατσιστές», παιδιά και εφήβους, που συνεχώς διαμορφώνουν το χαρακτήρα τους; Μήπως μιλώντας έτσι τους δί­ νουμε μία ετικέτα, λειτουργώντας σαν τον Πυγμαλίωνα; Αναλόγως της κοινω­ νικοπολιτικής μας θεώρησης, η ταυτότητα αυτή μπορεί να είναι υποτιμητική (ρατσιστής), η επιτιμητική (εθνικιστής που αγαπά την πατρίδα). Το οξύμωρο είναι πως το αποτέλεσμα τόσο για τα υποκείμενα όσο και για την κοινωνία, πα­ 753 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ραμένει το ίδιο, καθώς συνδιαμορφώνουμε μια ταυτότητα που αντιστρατεύε­ ται την κοινωνική συνεργασία και ψάχνει να βρει τον «αντιφασίστα» αντίπαλο και τον εχθρό «ξένο». Συζήτηση Το περιβάλλον του σχολείου αποτελεί έναν προνομιακό χώρο κοινωνικοποίη­ σης του ατόμου, όπου μπορούν να λάβουν χώρα συντονισμένες δράσεις και παρεμβάσεις. Δεν πρέπει επομένως το σχολείο, να είναι όργανο που υπηρετεί άκριτα την κοινωνία, δεν πρέπει να είναι θεσμός που αντιγράφει την κυρίαρ­ χη κοινωνική άποψη. Εάν θέλει να συντελέσει στην πρόοδο, οφείλει να παρέ­ χει βιώματα διαφορετικά από αυτά που προσφέρει το κοινωνικό περιβάλλον. Για να γίνει αυτό, δεν αρκεί μια απλή νομοθετική πράξη, ούτε κάποια σε­ μινάρια, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Ο πληθυσμός – στόχος, θα πρέπει να είναι αρχικά οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί και εν συνεχεία το σύνολο του μα­ θητικού κόσμου, με τη διαπολιτισμική αγωγή, να αποτελεί κομμάτι των παι­ δαγωγικών δραστηριοτήτων. Σε αυτές, πρέπει να υπερισχύσουν οι συνερ­ γατικές μέθοδοι διδασκαλίας, όπου ο εκπαιδευτικός θα διαχειρίζεται την εξουσία που απορρέει από το ρόλο του, όχι για την πραγμάτωση των προ­ σωπικών του αναγκών, αλλά για τη δίκαιη και ισότιμη αντιμετώπιση όλων των μαθητών του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο εκπαιδευτικός: • Θα οργανώνει και θα αναθέτει πρωτοβουλίες στους μαθητές ως συντο­ νιστής, μεταβάλλοντας την επικοινωνιακή αλληλεπίδραση από ασύμ­ μετρη σε συμμετρική • Θα βλέπει το παιδί κι όλες του τις ενέργειες με το μάτι του ψυχοπλά­ στη, λειτουργώντας ενισχυτικά και όχι κριτικά. • Θα καλλιεργεί την αποδοχή, την αναγνώριση, την ενθάρρυνση και την εμπιστοσύνη. • Θα διαμορφώνει θετικές προσδοκίες. • Θα δημιουργεί κλίμα ασφάλειας και αποδοχής στη διαφορετικότητα. • Θα εντοπίζει την προβληματική συμπεριφορά και θα την απομονώνει από το σύνολο της προσωπικότητας του μαθητή. • Θα διαπαιδαγωγεί και θα διδάσκει ταυτόχρονα, όχι μόνο με τα λόγια του, αλλά κυρίως με τις πράξεις του. Και το κυριότερο, • θα είναι σε θέση να ανατρέπει συνεχώς τις ίδιες τις πεποιθήσεις του. Κατ’ αυτό τον τρόπο, θα «σπάσουν» οι υποομάδες της σχολικής τάξης και οι μαθητές θα νιώσουν μέλη μιας ομοιογενούς ομάδας, όπου θα κυριαρχεί 754 Δημήτριος Σακατζής ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ένα κλίμα που θα τονώνει και θα συνθέτει την πολυμερή αυθυπαρξία τους. Αν παρομοιάσουμε λοιπόν τον εκπαιδευτικό ως συνθέτη, ας αναρωτηθούμε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της δουλειάς του, εάν έβλεπε όλες τις νότες ίδιες ή ορισμένες από αυτές τις θεωρούσε ανεπαρκείς ή άχρηστες. Βιβλιογραφία Auernheimer, Georg (2009). Διαπολιτισμική Παιδεία και Αγωγή – Κεντρικές θεω­ ρητικές κατευθύνσεις, κοινωνικές προϋποθέσεις και πεδία εφαρμογών. Στο: Γκόβαρης, Χρήστος (Επιμ.) Κείμενα για τη διδασκαλία και τη μάθηση στο πο- λυπολιτισμικό σχολείο. Αθήνα: Ατραπός, 17-35. Βλαχόπουλος, Στέργιος & Γεωργούλας, Αντώνιος κ.α. (2003). Κοινωνιολογία Γ΄ Λυκείου. (έκδ. Στ΄). Αθήνα: ΟΕΔΒ. Γουδήρας, Δημήτρης (2007). Η Διαπολιτισμική Εκπαίδευση σήμερα. (Προλογικό σημείωμα). Στο: Ευαγγέλου, Οδυσσέας & Παλαιολόγου, Νεκταρία. Σχολικές επιδόσεις αλλοφώνων μαθητών. Αθήνα: Ατραπός, 13-36. Ευαγγέλου, Οδυσσέας & Παλαιολόγου, Νεκταρία, (2007). Σχολικές επιδόσεις αλ- λοφώνων μαθητών. Αθήνα: Ατραπός. Κατάκη, Χάρις (2008). Το ήμερο φίδι του θεού. (εκδ. 3η). Αθήνα: Ελληνικά Γράμ­ ματα. Lipman, Matthew (2006). Η σκέψη στην εκπαίδευση. (Γ. Σαμαρά,. Μτφρ.). Αθή­ να: Παττάκης. Μπαμπάλης, Θωμάς (2010). Σχολικό κλίμα και κοινωνικοποίηση του παιδιού. Ση­ μειώσεις που διανεμήθηκαν στο 2ο Σεμινάριο «Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης», Αθήνα. Μπασέτας, Χ. Κωνσταντίνος (2007). Παιδαγωγική Αλληλεπίδραση στο σχολείο. Αθήνα: Ατραπός. Τσιπλητάρης, Αθανάσιος (2004). Ψυχοκοινωνιολογία της σχολικής τάξης. (εκδ. 4η). Αθήνα: Ατραπός. Abstract With this present announcement from a recorder conversation – interview we have recorder the thoughts and aspects of a group of students in the second class of a professional senior high school in relation to the stereotypes, the prejudice and the flow from the pupils clashes. It is attempted to approach issues like school violence, the reasons that impel a pupil to use verbal or physical violence, how he chooses his fellow student-victim, racism against «foreign» students, from where it starts and how it increases, the teachers’ 755 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ attitude and role, the expectations and roles that each individual has taken up in the school-classroom, the future prospects of racism phenomenon and finally, the possibility or not of changes. Δημήτριος Σακατζής Εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Μεταπτυχιακός φοιτητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Χατζημιχάλη 6, Λάρισα, Τ.Κ. 41334 2410-617741, 6974325155,

[email protected]

756 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ Αξιολόγηση, Πιστοποίηση ΕΚΤΗ ΖΩΝΗ και Διασφάλιση Ποιότητας στην Εκπαίδευση Σκιαγράφηση μιας προσέγγισης της αποτίμησης της Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας: Η μετάβαση από τον προταγματικό λόγο στην εκπαιδευτική στρατηγική και στην εκπαιδευτική πρακτική Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη Εισαγωγή Τις τελευταίες δεκαετίες η εκπαιδευτική πολιτική προσανατολίζεται τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων με τη θέσπιση νομοθετημάτων και τη μεθοδολογική εφαρμογή διαδικασιών με στόχο να αποτιμηθεί ο βαθμός επίτευξης ορισμένων δεικτών με βάση καθιερωμένα πρότυπα, τα λεγόμενα εκπαιδευτικά στάνταρντς. Αυτή η πολιτική στο σύγχρονο οικονομικό και κοινωνικό συγκείμενο αποτελεί μια θεσμική πραγματικότητα για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. H νομιμο­ ποίηση της εν λόγω πολιτικής ερείδεται στην αύξηση της ανταγωνιστικότη­ τας των εκπαιδευτικών συστημάτων στο γεωγραφικό πεδίο της Ε.Ε. και άρα στην αποτίμηση της «αποδοτικότητας» και της «αποτελεσματικότητας», στον έλεγχο των δαπανών μέσα από μια εξισορροπημένη σχέση κόστους και εκ­ παιδευτικών αποτελεσμάτων (Τσακίρη, 2010α), καθώς επίσης και μέσα από το αίτημα των γονέων κυρίως των μεσοαστικών κοινωνικών στρωμάτων για εκπαιδευτικά αποτελέσματα που να συνάδουν με εκπαιδευτική επιτυχία (Ball, 2003 · Raveaud et Van Zanten, 2007). Καθοριστικό, εάν όχι πρωταρχικό, ρόλο στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος παίζει η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Αντίθετα, ο σχεδιασμός και η αξιολόγηση της εκπαιδευ­ τικής πολιτικής, όπως και οι οργανωτικές της λειτουργίες δεν προτάσσονται με την ίδια επίταση που προτάσσεται η σχολική μονάδα, στην παρούσα φάση τουλάχιστον, και οι θεσμικές εφαρμογές της δεν φαίνεται να έχουν αναπτυ­ 757 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χθεί σύμφωνα με ειδικούς σε θέματα θεσμικής αξιολόγησης (Thèlot, 1993 · Van Zanten, 2005). Στον ελλαδικό χώρο η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας αποτέλεσε αντι­ κείμενο μιας σημαίνουσας νομοθετικής παραγωγής από το 1997 με το Ν. 2525/1997, η οποία υπέπεσε τελικά σε μια θεσμική αχρησία. Από το έτος 2009 η εκπαιδευτική πολιτική του ΥΠΔΒΜΘ πρόταξε με το σύνθημα το «Νέο Σχολείο: Πρώτα ο Μαθητής» μια εκπαιδευτική μεταρρύθμι­ ση, η οποία θεσπίστηκε με το Ν. 3848/2010 για την «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού - καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», και ανέλαβε να υλοποιήσει το έργο της «Αξιο­λόγησης του Εκπαιδευτικού Έργου της Σχολικής Μονάδας – και της Δια­ δικασίας Αυτοαξιολόγησης». Το σχολικό έτος 2010-2011 η Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας υλοποιήθηκε σε 498 σχολικές μονάδες σ’ όλη την Ελ­ λάδα. Αποτέλεσε μια πιλοτική φάση του έργου όπου η συμμετοχή των σχολι­ κών μονάδων και των εκπαιδευτικών έγινε σε εθελοντική βάση. Είναι γεγονός ότι η θέσπιση και η εφαρμογή της Αυτοαξιολόγησης σε βο­ λονταριστική βάση είναι ένα σημαντικό εκπαιδευτικό γεγονός, αν λάβει υπό­ ψη του κανείς τις μακροχρόνιες αντιστάσεις και συγκρούσεις που το εν λόγω ζήτημα προκάλεσε στη δημόσια συζήτηση, καθώς έγινε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε διάφορες κοινωνικές ομάδες (συνδικάτα, πολιτι­ κά κόμματα, Αρχές κλπ). Για το λόγο αυτό είναι ενδιαφέρον να επιχειρήσου­ με μια πρώτη αποτίμηση του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται η όλη διαδι­ κασία, εκκινώντας από την εκτίμηση ότι το εγχείρημα της Αυτό-αξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας είναι εξ ορισμού σύνθετο, διότι μέσω αυτής της δια­ δικασίας επιχειρείται και επιδιώκεται η υλοποίηση του εκπαιδευτικού προτάγ­ ματος: «Νέο Σχολείο: Πρώτα ο Μαθητής». Στο πλαίσιο αυτό εκλαμβάνουμε την Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας ως μια εκπαιδευτική στρατηγι­ κή, η οποία «μεταφράζει» το προαναφερθέν εκπαιδευτικό πρόταγμα (Ardoino et Berger, 1989) εξειδικεύοντάς το σε συγκεκριμένες διαδικασίες, μεθοδολο­ γίες, εργαλεία και πρακτικές. Στόχος της εισήγησης είναι η ανάδειξη προβλημάτων, δυσκολιών και αδυ­ ναμιών «μετάφρασης» ενός συγκεκριμένου προτάγματος, στον προσδιορισμό μιας εκπαιδευτικής στρατηγικής, την Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονά­ δας, και η «μετάφραση» της συγκεκριμένης στρατηγικής και της προταγμα­ τικής θεμελίωσης σε συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πρακτικές που αφορούν την εφαρμογή μιας μεθοδολογίας. Ειδικότερα, η παρούσα εργασία στοχεύει στην ανάλυση των μεθοδολο­ γικών εργαλείων που προτείνονται για την Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας και στη διερεύνηση των απόψεων των εμπλεκόμενων υποκειμένων στη διαδικασία Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας ως προς τον τρό­ 758 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ πο αξιο­ποίησης των προτεινόμενων μεθοδολογικών εργαλείων1. Ευελπιστούμε, χρησιμοποιώντας ένα ενδεικτικό παράδειγμα ανάλυσης και αξιοποίησης ενός μεθοδολογικού εργαλείου, ν’ αναδείξουμε τις τυχόν δυσκο­ λίες του εν λόγω εγχειρήματος και να φωτίσουμε τις αντιφατικές ή αντιθετι­ κές κοινωνικές σημασίες του σχολείου, που αναδεικνύονται μέσα από τη δια­ δικασία «μετάφρασης» μιας προταγματικής λογικής σε μια στρατηγική λογική και τη «μετάφραση» αυτής σε μια λογική εκπαιδευτικής πρακτικής. Η Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας στην Ελλάδα: βασικά δεδομένα Στην Ελλάδα η πρώτη προσπάθεια εφαρμογής της Αυτοαξιολόγησης της Σχο­ λικής Μονάδας σε πειραματικό επίπεδο τοποθετείται την περίοδο 1997-2000. Η προσπάθεια υλοποιείται από το Τμήμα Αξιολόγησης του Παιδαγωγικού Ιν­ στιτούτου με Επιστημονικό Υπεύθυνο τον Καθηγητή του ΠΤΔΕ του Πανεπι­ στημίου Πατρών Ιωσήφ Σολομών και στο πλαίσιο υλοποίησης των Σ.Ε.Π.Π.Ε. (Σχολεία Εφαρμογής Πειραματικών Προγραμμάτων Εκπαίδευσης). Σ’ αυτό το πει- ραματικό πρόγραμμα του Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. με τίτλο «Εσωτερική αξιολόγηση και προ­ γραμματισμός του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα» συμμετείχαν οκτώ σχολικές μονάδες της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευ­ σης. (Σολομών, 1999: 25). Μια δεύτερη προσπάθεια εφαρμογής της Αυτοαξιολόγησης της Σχολι­ κής Μονάδας έγινε στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού Πιλοτικού Προγράμματος για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Εκπαίδευσης» με υπεύθυνο τον John MacBeath. Στο πρόγραμμα έλαβαν μέρος 5 σχολικές μονάδες από την Ελλά­ δα, σε σύνολο 101 από 17 ευρωπαϊκές χώρες. Στο πλαίσιο του προγράμμα­ τος αυτού πραγματοποιήθηκε εσωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων που συμμετείχαν σε τέσσερις τομείς: εκπαιδευτικά επιτεύγματα, διαδικασίες σε επίπεδο τάξης, διαδικασίες σε επίπεδο σχολείου και σχολικό περιβάλλον. Τέλος, σημαντική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η «Απο­ τύπωση του Εκπαιδευτικού Συστήματος σε Επίπεδο Σχολικών Μονάδων» έργο που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. από το Κ.Ε.Ε. με Επιστημονι­ κό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Β. Κουλαϊδή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Σ’ αυτήν επιχειρήθηκε η απεικόνιση της ισχύουσας εκπαιδευτικής πραγμα­ τικότητας στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά το σχολι­ κό έτος 2003-04. 1. Στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης θα εστιάσουμε στην παρουσίαση των κύριων αποτελεσμάτων μιας πιλοτικής έρευνας η οποία βασίστηκε στην ανάλυση ενός από αυτά τα προτεινόμενα μεθοδολογικά εργαλεία 759 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Περίπου μια δεκαετία αργότερα, το 2009, το ΥΠΔΒΜΘ προσδιορίζει την εκπαιδευτική του πολιτική με βάση το σύνθημα «Νέο Σχολείο: Πρώτα ο Μα­ θητής» και θέτει σε εφαρμογή την Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου της Σχολικής Μονάδας και τη Διαδικασία Αυτοαξιολόγησης, αξιοποιώντας το Ν. 3848/2010 και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 32 που αφορά στον «Προγραμμα­ τισμό και αξιολόγηση της δράσης των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευ­ τικών». Η Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας αναγνωρίζεται μέσα από τα θε­ σμικά κείμενα ως μια ισχυρή αναγκαιότητα που προωθεί διαδικασίες ανάπτυ­ ξης, ενθαρρύνει πρωτοβουλίες και υποστηρίζει τον προγραμματισμό και τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων, λειτουργώντας ως μοχλός βελτίωσης ή και αλλαγής των εκπαιδευτικών πρακτικών και γενικότερα του εκπαιδευτικού συ­ στήματος2. Στο πλαίσιο αυτό παρήχθησαν ορισμένα επίσημα κείμενα, τα οποία επιδίωκαν να δώσουν κατευθύνσεις όσον αφορά την υλοποίηση της εν λόγω διαδικασίας καθώς και παραδείγματα εργαλείων σε διάφορα θεματικά πεδία. Ειδικότερα, στο πιλοτικό πρόγραμμα Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μο­ νάδας που προτείνει το ΥΠΔΒΜΘ η σχολική πραγματικότητα προσδιορίζεται μέσα από τέσσερα κλιμακωτά επίπεδα ανάλυσης (ΥΠΔΒΜΘ, 2010α:10-12): • Θεματικά Πεδία, • Τομείς ανά Πεδίο, • Δείκτες ανά Τομέα, • Κριτήρια ανά Δείκτη. Τα βασικά Θεματικά Πεδία - Τομείς3 διερεύνησης και αποτίμησης αφορούν: • τα Μέσα, τους Πόρους και το Ανθρώπινο Δυναμικό της Σχολικής Μο­ νάδας, • τη Διοίκηση της Σχολικής Μονάδας, • το Κλίμα και τις Σχέσεις μεταξύ των παραγόντων της εκπαιδευτικής κοινότητας, • τις Εκπαιδευτικές Διαδικασίες και • τα Εκπαιδευτικά Αποτελέσματα. Κάθε τομέας αυτοαξιολόγησης διακρίνεται σε επιμέρους βασικούς δεί­ κτες, οι οποίοι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες παραμέτρους που θεωρούνται καθοριστικές στην υλοποίηση του εκπαιδευτικού έργου. 2. Βλ. σχετικά ΥΠΔΒΜΘ, 2010α: 9-10. 3. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το πιλοτικό πρόγραμμα τα βασικά Θεματικά Πεδία – Τομείς διερεύνησης και αποτίμησης μπορούν να τροποποιηθούν ή να εμπλουτισθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε σχολικής μονάδας. 760 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ Τα ενδεικτικά στοιχεία ανάλυσης του προτεινόμενου αξιολογικού εργαλείου της «Υλικοτεχνικής Υποδομής». Περιγραφή του προτεινόμενου εργαλείου αξιολόγησης Το αντικείμενο της εργασίας μας εστιάζεται στο 1ο Θεματικό Πεδίο και συ­ γκεκριμένα στον τομέα της «Υλικοτεχνικής Υποδομής». Η επιλογή του έγινε με βασικό κριτήριο το γεγονός ότι ο εν λόγω τομέας παρουσιάζεται συνήθως στην κοινή γνώμη αποστειρωμένος από κοινωνικές και ιδεολογικές εγγραφές4 ενώ οι κοινωνικές και παιδαγωγικές του λειτουργίες αναδεικνύονται αδιαμφι­ σβήτητες. Με αυτή την προοπτική είναι ενδιαφέρον να δούμε ποιες κοινωνικές σημασίες του σχολείου εδράζονται σε ένα τέτοιο τομέα, πώς γίνονται αντιλη­ πτές από τον εμπλεκόμενο εκπαιδευτικό στην εν λόγω διαδικασία, και, εάν και σε ποιο βαθμό οι κοινωνικές σημασίες ενέχουν αντιθέσεις ή και αντιφάσεις. Σύμφωνα με το επίσημο κείμενο του ΥΠΔΒΜΘ, (2010β:11) ο τομέας «Υλι­ κοτεχνική Υποδομή» διακρίνεται στους δείκτες: 1) «Χώροι του σχολείου» και 2) «Εξοπλισμός – Διαθέσιμα μέσα του σχολείου». Καθένας απ’ αυτούς τους δείκτες αποτιμάται με κριτήρια που διακρίνονται σε ποσοτικά και ποιοτικά, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του. Η επιστημονική ομάδα του έργου προτείνει ένα παράδειγμα διερεύνησης του κάθε δείκτη αξιολόγησης, το οποίο περιλαμβάνει επτά στάδια (ΥΠΔΒΜΘ, 2010β:14). Στο πρώτο στάδιο προτείνεται η περιγραφή των δεικτών της υλικοτεχνικής υποδομής όπου ζητείται να παρουσιαστεί κατά πόσο οι υπάρχοντες «χώροι του σχολείου», ο «εξοπλισμός» και τα «διαθέσιμα μέσα» ανταποκρίνονται στις απαι­ τήσεις του «Προγράμματος Σπουδών» και της «διδασκαλίας των διαφόρων μα- θημάτων», στις «ανάγκες των εκπαιδευτικών και των μαθητών» και στη «διαμόρ- φωση ενός ευχάριστου δημιουργικού και λειτουργικού περιβάλλοντος μάθησης». Στο δεύτερο στάδιο επιδιώκεται η διαμόρφωση ενδεικτικών κριτηρίων ποιότη­ τας για την παραπάνω περιγραφή βασισμένα στην «επάρκεια» και την «καταλ- ληλότητα» των χώρων του σχολείου, του εξοπλισμού και των διαθέσιμων μέσων. Στο τρίτο στάδιο της διερεύνησης των δεικτών επιχειρείται η «αποτίμησή» τους με βάση τα παραπάνω κριτήρια, ο «εντοπισμός των αδυναμιών», η «συ- γκριτική αξιολόγησή τους με άλλους δείκτες άλλων θεματικών πεδίων», και τέ­ λος, η «πιθανή σύνδεσή τους για την ανάπτυξη σχεδίων δράσης για τη βελ­ τίωση και αναβάθμιση της σχολικής μονάδας». 4. Σημειώνεται ότι αναφερόμαστε στην κοινή γνώμη γιατί η διερεύνηση της χωρικότητας της τάξης αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον επιστημονικό αντικείμενο στο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών αναδεικνύοντας τις κοινωνικές και παιδαγωγικές λειτουργίες του σχολείου(βλέπε σχετικά: Σολομών, 1992 · Γερμανός, 2002 · Τσακίρη, 2009) 761 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Στο τέταρτο στάδιο διερεύνησης διαμορφώνεται η μέθοδος εργασίας μέσα από τη «συλλογή και την καταγραφή των στοιχείων για τον κάθε δείκτη» με την «παράλληλη διαμόρφωση εργαλείων διερεύνησης των ποιοτικών χαρα- κτηριστικών του δείκτη». Στο πέμπτο στάδιο διερεύνησης ως πηγές άντλησης δεδομένων θεωρού­ νται τα «επίσημα αρχεία του σχολείου», «οι βάσεις δεδομένων του ΥΠΔΒΜΘ», «οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές». Τέλος, στο έκτο και έβδομο στάδιο της διερεύνησης χρησιμοποιούνται για τα κριτήρια ποσοτικής αποτίμησης φόρμες αποτύπωσης, ενώ για τα κρι­ τήρια ποιοτικής αποτίμησης χρησιμοποιούνται κυρίως ερωτηματολόγια και σχέδια συνέντευξης. Παρουσίαση της εσχάρας ανάλυσης του εργαλείου αξιολόγησης και των απο- τελεσμάτων της Μετά από τη συνοπτική παρουσίαση της διερεύνησης των δεικτών αξιολόγη­ σης της υλικοτεχνικής υποδομής προτείνεται μια εσχάρα ανάλυσης του ερ­ γαλείου που αφορά τα εξής: 1. Την επάρκεια των ποσοτικών στοιχείων. Για την περιγραφή των δεικτών των χώρων δίνονται ενδεικτικά ποσοτικά κριτήρια, όπως για παράδειγμα οι διαθέσιμοι εσωτερικοί χώροι. Το ίδιο απαι­ τείται για την περιγραφή των δεικτών του εξοπλισμού και των διαθέσιμων μέ­ σων της υλικοτεχνικής υποδομής, όπως για παράδειγμα ο εργαστηριακός εξο­ πλισμός, τα οπτικοακουστικά μέσα διδασκαλίας (ΥΠΔΒΜΘ, 2010β: 19,23). Με βάση τα παραπάνω γεννάται το εύλογο ερώτημα αν η προτεινόμενη καταγρα­ φή είναι περιεκτική, κυρίως όμως, εάν είναι προσανατολιστική σε ένα συγκε­ κριμένο μοντέλο περιγραφής μέσα από συγκεκριμένους δείκτες. Το ερώτη­ μα αυτό τίθεται γιατί κριτήρια, που αφορούν για παράδειγμα τα λειτουργικά χαρακτηριστικά των εσωτερικών χώρων, δεν περιλαμβάνουν και στοιχεία που συντελούν στην ομαλή ψυχοκινητική ανάπτυξη των μαθητών ή στοιχεία που να σημασιοδοτούν την ανάπτυξη μορφών επικοινωνίας, συνεργατικότητας, αλλά περιορίζονται στην κτιριακή καθαρά υποδομή της σχολικής μονάδας. 2. Τη σαφήνεια των κριτηρίων των προτεινόμενων δεικτών. Εδώ τίθεται το ζήτημα κατά πόσο η διατύπωση των κριτηρίων των δει­ κτών είναι εύληπτη από τον κάθε εμπλεκόμενο εκπαιδευτικό στην Αυτοαξιο­ λόγηση της Σχολικής Μονάδας. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα κριτη­ ρίων αφορούν το «μικροφωνικό σύστημα», την «παλαιότητα εξοπλισμού», τον «αναξιοποίητο εξοπλισμό», το «διαδραστικό πίνακα» (ΥΠΔΒΜΘ, 2010β: 23). 3. Τη σαφήνεια των κριτηρίων έτσι όπως αυτά προσδιορίζονται από τις έν­ νοιες της «επάρκειας» και «καταλληλότητας». Με αφορμή το δεύτερο και το τρίτο στάδιο του προτεινόμενου παραδείγ­ 762 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ματος διερεύνησης αναδύονται περισσότερα ερωτήματα. Ενδεικτικά, η έν­ νοια των κριτηρίων της «επάρκειας» και της «καταλληλότητας» για κάθε μά­ θημα του Προγράμματος Σπουδών είναι κοινή ή διαφοροποιείται; Υπάρχουν προδιαγραφές κοινά αποδεκτές σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο; Κι αν υπάρχουν, με ποιους τρόπους οι εμπλεκόμενοι εκπαιδευτικοί μπορούν να εντοπίσουν τις επίσημες πηγές άντλησής τους; 4. Την αφαιρετικότητα του λόγου που χρησιμοποιείται με συνακόλουθη πι­ θανότητα να δημιουργούνται νοηματικές συγχύσεις ως προς το περιεχόμενο και των δεικτών αλλά κυρίως των κριτηρίων. Η ανάλυση περιεχομένου του προτεινόμενου εργαλείου μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η συντριπτική πλειονότητα, οι διατυπώσεις είναι δηλωτικές και τα ζητηθέντα είτε δίνονται μέσω κάποιων εννοιών όπως «επάρκεια», «κα- ταλληλότητα» χωρίς αφενός να συνοδεύονται από αντίστοιχους προσδιορι­ σμούς αλλά κυρίως και πάνω από όλα χωρίς να περιγράφεται το περιεχόμε­ νό τους μέσα από παρατηρούμενα αντικείμενα και συμπεριφορές (Τσακίρη, 2010α). Για παράδειγμα στο προτεινόμενο εργαλείο εντοπίζεται η εξής δια­ τύπωση: «οι υπάρχοντες χώροι του σχολείου ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εκπαιδευτικών και των μαθητών» (ΥΠΔΒΜΘ, 2010β:17). Τίθεται ευλόγως το ερώτημα εάν υπάρχει μια κοινή νοηματοδότηση απ’ όλους τους εκπαιδευ­ τικούς όλων των ειδικοτήτων και απ’ όλους τους μαθητές και ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και εάν υπάρχει ποια είναι αυτή, ποιο είναι το περιεχόμενό της, πώς μπορούν αυτές οι ανάγκες να εντοπισθούν μέσα από παρατηρούμενες συμπεριφορές, με ποια κριτήρια και με ποιους στόχους δι­ ακρίνονται αυτές οι νοηματοδοτήσεις; 5. Την εξειδίκευση που απαιτείται από τον εκπαιδευτικό για την υλοποίη­ ση των επόμενων σταδίων διερεύνησης των δεικτών αξιολόγησης της υλικο­ τεχνικής υποδομής. Αυτά τα στάδια αφορούν τη μέθοδο εργασίας των εμπλεκόμενων εκπαι­ δευτικών, τις πηγές και τα εργαλεία άντλησης δεδομένων, την καταγραφή και επεξεργασία των ενδεικτικών ποσοτικών στοιχείων που συλλέγονται στο πλαί­ σιο της διαδικασίας της αυτοαξιολόγησης καθώς και των ενδεικτικών ερωτη­ μάτων διερεύνησης των ποιοτικών χαρακτηριστικών του δείκτη. Σε σχέση με τα παραπάνω αναδεικνύονται τα εξής ερωτήματα: πόσοι εκ­ παιδευτικοί έχουν το γνωσιακό και το θεωρητικό επίπεδο για την κατανόη­ ση και υλοποίηση των προτεινόμενων στόχων των σταδίων αυτών; Μπορούν να συμμετέχουν οι εκπαιδευτικοί όλων των ειδικοτήτων ή υπάρχουν ενδεχο­ μένως ειδικότητες που θεωρούν ότι αποκλείονται; Ποιοι και πόσοι έχουν εκ­ παιδευτεί και κατέχουν ερευνητικές δεξιότητες δεδομένου ότι πολλά ζητήμα­ τα εμπίπτουν στην εκπαιδευτική έρευνα; Κατά πόσο οι εκπαιδευτικοί έχουν εξοικειωθεί με τη συμμετοχή τους σε συλλογικές διαδικασίες λήψης απόφα­ 763 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σης και διαχείρισης ομάδων προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι φανερές και λανθάνουσες συγκρούσεις μεταξύ τους και τελικά να συνεχίσουν την επιδί­ ωξη του στόχου τους; Τα ερωτήματα αυτά προκύπτουν κυρίως από την ανάλυση των ενδεικτικών παραδειγμάτων συμπλήρωσης ερωτηματολογίων τετράβαθμης κλίμακας, που δίνονται στον τόμο «Εργαλεία και Διαδικασίες» για τη διερεύνηση των ποσο­ τικών στοιχείων και ποιοτικών χαρακτηριστικών των δύο δεικτών της υλικο­ τεχνικής υποδομής. Εύλογα λοιπόν δημιουργείται η απορία για το μοντέλο αναφοράς του σχολείου με βάση το οποίο διαμορφώθηκαν τα προτεινόμενα ενδεικτικά παραδείγματα, τα οποία φυσικά κατεύθυναν και προσανατόλισαν το έργο αυτοαξιολόγησης των εμπλεκομένων εκπαιδευτικών. Η ανάλυση αναδεικνύει ότι τα ενδεικτικά στοιχεία ποσοτικής και ποιοτικής διερεύνησης (ΥΠΔΒΜΘ, 2010β: 19, 21, 23, 24) έχουν ως μοντέλο αναφοράς το Σχολείο που ήδη υπάρχει και όχι το «Νέο Σχολείο» που αποτελεί την προ­ ταγματική θεμελίωση της ασκούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής (ΥΠΔΒΜΘ, 2009: 20, 37). Αυτό σημαίνει ότι τα ενδεικτικά παραδείγματα αναπαράγουν το «Υπάρχον Σχολείο» μέσα από τις κοινωνικές σημασίες στις οποίες εδρά­ ζεται, αφήνοντας έτσι μηδαμινά έως και μηδενικά περιθώρια ανάδειξης ει­ κόνων, μοντέλων αναφοράς και νορμών μέσω και χάριν των οποίων θα ανι­ χνεύονταν τα χαρακτηριστικά του ευαγγελιζόμενου «Νέου Σχολείου» και θα δινόταν νοηματοδότηση στο ρόλο των εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων ως δρώντων υποκειμένων. Οι αντιλήψεις των εμπλεκομένων εκπαιδευτικών όσον αφορά την χρήση και τον τρόπο αξιοποίησης των προτεινόμενων εργαλείων: μια πρώτη αποτίμηση Προκειμένου να διερευνηθούν οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών που συμμετεί­ χαν στο πρόγραμμα της Αυτοαξιολόγησης και επέλεξαν να εργαστούν στον Τομέα της «Υλικοτεχνικής Υποδομής», υιοθετήθηκε ως ερευνητική μέθοδος η μελέτη περίπτωσης και χρησιμοποιήθηκε μια συνδυαστική μεθοδολογία ποσο­ τικής και ποιοτικής ανάλυσης5. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκε ένα ερωτημα­ τολόγιο που διανεμήθηκε σε εκπαιδευτικούς (Ν=18) που συμμετείχαν στο πι­ λοτικό πρόγραμμα της Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας τη σχολική χρονιά 2010-11. Βασικοί στόχοι της εν λόγω έρευνας ήταν η μελέτη των κινή­ 5. Στο ερωτηματολόγιο συμπεριλήφθηκαν ερωτήσεις κλειστού αλλά και ανοιχτού τύπου, έτσι ώστε να συγκεντρωθούν δεδομένα που μπορούν να υποστούν στατιστική επεξεργασία, αλλά και να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα μέσω των ανοιχτών ερωτημάτων τα οποία προωθούν την ανάπτυξη, αλλά και ανάδειξη του συλλογισμού των εκπαιδευτικών. 764 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ τρων εμπλοκής των εκπαιδευτικών στην αυτοαξιολόγηση της σχολικής τους μονάδας, του τρόπου αποτίμησης του στησίματος της αυτοαξιολόγησης και των επιπτώσεων του συστήματος αυτού στην πορεία εξέλιξης της αυτοαξιολό­ γησης, του βαθμού διευκόλυνσης της υλοποίησης του προγράμματος από τα προτεινόμενα εργαλεία, καθώς επίσης, και του βαθμού ενίσχυσης της εμπλο­ κής ή αποστασιοποίησης των εκπαιδευτικών από τον τρόπο εφαρμογής του προγράμματος. Στην παρούσα εισήγηση η ανάλυση των αποτελεσμάτων του ερωτηματολογίου για λόγους οικονομίας θα εστιαστεί στον τρόπο με τον οποίο οι εμπλεκόμενοι εκπαιδευτικοί αποτιμούν τα προτεινόμενα εργαλεία της αυτο­ αξιολόγησης που αφορούν την υλικοτεχνική υποδομή για την υλοποίηση του προγράμματος αυτοαξιολόγησης. Σημειώνεται αρχικά ότι το 38,8% των ερωτηθέντων εκπαιδευτικών απάντησε θετικά, εάν η επιλογή του Προγράμματος (Τομέας/ Θεματικό πεδίο) της Αυτο­ αξιολόγησης συνέβαλε στην κάλυψη των εκπαιδευτικών τους αναγκών, ενώ το 27,7% αρνητικά. Οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι απάντησαν θετικά στο παραπάνω ερώτημα, ανέφεραν, σε ποσοστό 71,4%, ως εκπαιδευτικές ανάγκες καλυπτόμε­ νες από το Πρόγραμμα Αυτοαξιολόγησης, τη βελτίωση των συνθηκών εργασί­ ας, την ασφάλεια και την καθαριότητα του αύλειου χώρου, των αιθουσών, των εγκαταστάσεων και του γυμναστηρίου, δηλαδή της υλικοτεχνικής υποδομής. Ακόμα, έγινε αναφορά στην απόκτηση εποπτικών μέσων τα οποία θα μετέτρε­ παν το μάθημα σε μια ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα διαδικασία (20%). Ως προς την καταλληλότητα των προτεινόμενων εργαλείων για την υλο­ ποίηση της Αυτοαξιολόγησης και συγκεκριμένα, όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών που προέκυψαν κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος από τα εργαλεία που προτάθηκαν για τη διερεύνηση του τομέα της υλικοτε­ χνικής υποδομής, οι εκπαιδευτικοί απάντησαν σε ποσοστό 61,1% θετικά ενώ σε ποσοστό 27,7% αρνητικά. 70,00% 61,10% 60,00% 50,00% 40,00% 27,70% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% ΝΑΙ OXI 1.1 Κάλυψη αναγκών που προέκυπταν κατά τη διάρκεια της αυτοαξιολόγησης από τα προτεινόμενα εργαλεία 765 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Από τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι απάντησαν αρνητικά στο ερώτημα, το 40% το οποίο αιτιολόγησε την απάντησή του, αναφέρθηκε στην έλλειψη κα­ θοδήγησης τόσο ως προς την επιλογή των τομέων και την κατασκευή των ερ­ γαλείων διερεύνησής τους όσο και στον τρόπο βελτίωσής τους. Επίσης, έγι­ νε αναφορά στην έλλειψη πληροφόρησης ως προς τον τρόπο καταγραφής των δεδομένων, που θα προέκυπταν από τη συλλογή των ερωτηματολογίων, τα οποία θα αφορούσαν την υλικοτεχνική υποδομή του σχολείου. Αναφορικά με το ύφος και τη γλώσσα παρουσίασης των εργαλείων, μόνο το 44,4% των εκπαιδευτικών απάντησε στην ερώτηση. Από αυτούς, το 37,5% απάντησε ότι είναι «απλά και κατανοητά». «Επαρκή» χαρακτηρίστηκαν από το 37,5%. Το ίδιο ποσοστό καταγράφηκε και στον χαρακτηρισμό τους ως ανε­ παρκή. Για την ακρίβεια θεωρήθηκε ότι απαιτούσαν πολύ προσεκτικό διάβα­ σμα και αναζήτηση πληροφοριών από το διαδίκτυο, γεγονός που οδήγησε τους εκπαιδευτικούς να διαθέσουν πολύ χρόνο, και να έχουν την απαιτούμε­ νη διάθεση, επιμονή και υπομονή. 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% Απλά/κατανοητά Επαρκή Ανεπαρκή 1.2 Χαρακτηρισμοί εκπαιδευτικών για το ύφος και τη γλώσσα των προτεινόμενων εργαλείων Όσον αφορά το βαθμό αξιοποίησης της δυνατότητας προσαρμογής των δεικτών που προαναφέρθηκαν στις ανάγκες της σχολικής τους μονάδας, οι εκ­ παιδευτικοί απάντησαν «πολύ» σε ποσοστό 33,3%, «λίγο» σε ποσοστό 27,8%, «μέτρια» σε ποσοστό 22,2% ενώ το 16,7% των ερωτηθέντων δεν απάντησε. Επιπλέον το 55,5% των εκπαιδευτικών δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα που τους δόθηκε να προτείνουν νέους τομείς ενώ το 22,2% απάντησε θετικά. Οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι απάντησαν αρνητικά ισχυρίστηκαν ότι πρώτιστο μέ­ λημά τους τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή αποτελούσε η βελτίωση της υλι­ κοτεχνικής υποδομής του σχολείου. Γι’ αυτό το λόγο δεν πρότειναν κάποιο άλλο τομέα. Άφησαν, όμως, ανοιχτό το ενδεχόμενο πρότασης νέων τομέων στην περίπτωση που το πρόγραμμα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ως προς το βαθμό προώθησης της επικοινωνίας και της συνεργασίας με­ ταξύ των εκπαιδευτικών στα πλαίσια επεξεργασίας των προτεινόμενων ερω­ τημάτων για τους συγκεκριμένους δείκτες του τομέα της υλικοτεχνικής υπο­ 766 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ δομής, το μεγαλύτερο ποσοστό συγκέντρωσε η απάντηση «μέτρια» (44,4%). Ακολούθησαν οι απαντήσεις «πολύ» (33,3%) και «λίγο» (16,7%). Για τη συγκεκριμένη σχολική μονάδα το 77,8% των εκπαιδευτικών απάντη­ σε θετικά εάν τα προτεινόμενα ερωτήματα διευκόλυναν τη διαμόρφωση κα­ τάλληλων εργαλείων ενώ το 11,1% αρνητικά. Δεν απάντησε επίσης το 11,1%. Επιπλέον, η πλειονότητα των εκπαιδευτικών δεν έκρινε θετικά τη δυνατό­ τητα επεξεργασίας και διαμόρφωσης των προτεινόμενων για τον τομέα της υλικοτεχνικής υποδομής εργαλείων. Θα προτιμούσαν (το 55,5%) να τους δο­ θεί μια πιο τυποποιημένη μορφή εργαλείων για τη διερεύνηση της υλικοτε­ χνικής υποδομής. 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% NAI OXI 1.3 Μεγαλύτερος βαθμός τυποποίησης προτεινόμενων εργαλείων Από τα παραπάνω διαπιστώσαμε ότι η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών έκρι­ νε επαρκή τα προτεινόμενα εργαλεία ως προς την κάλυψη των αναγκών που προέκυψαν κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος. Δε μπορούμε, όμως, να παραλείψουμε το γεγονός ότι υπήρχαν ενστάσεις από ορισμένους οι οποίοι πρόβαλαν την ανάγκη μεγαλύτερης καθοδήγησης σε τομείς που αφο­ ρούν την κατασκευή των εργαλείων αλλά και την καταγραφή των δεδομένων. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι παραπάνω από τους μισούς εκπαιδευτικούς (55,5%) θεώρησαν ότι έκαναν σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό χρήση της δυνα­ τότητας που τους δόθηκε να προσαρμόσουν τους δείκτες στις ανάγκες της σχολικής τους μονάδας. Συμπερασματικές παρατηρήσεις Το «Νέο Σχολείο … χωρίς τοίχους» (ΥΠΔΒΜΘ, 2009: 5) φαίνεται να καθιστά μεταφορικά και ουσιαστικά την υλικοτεχνική υποδομή ως ένα πεδίο ιδιαίτε­ ρου ενδιαφέροντος της ασκούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί η μετάβαση από το «Σχολείο Αγγαρεία» στο «Νέο Σχολείο Δη­ μιουργικής Μάθησης» (ΥΠΔΒΜΘ, 2009:37). 767 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Με βάση τα παραπάνω η υλικοτεχνική υποδομή του σχολείου, η σχολι­ κή χωρικότητα και ο τρόπος αξιοποίησής της αποτελεί για το ΥΠΔΒΜΘ μια σημαντική παράμετρο που επηρεάζει το εκπαιδευτικό έργο. Ως εκ τούτου η εξασφάλιση της ποιότητάς της πρέπει να ερευνάται και να αξιολογείται με τρόπο ο οποίος να ξεπερνά τα στενά πλαίσια του εντοπισμού ποσοτικών ελ­ λείψεων, αλλά και επιπλέον να συμβάλλει στην εκπλήρωση του κοινωνικο­ ποιητικού ρόλου του σχολείου και συγκεκριμένα στην κοινωνική και σχολική ένταξη των μαθητών. Στο «Νέο Σχολείο» ο εκπαιδευτικός καλείται να είναι ο πρωταγωνιστής της αναβάθμισης της εκπαίδευσης. Αυτό προϋποθέτει να είναι «μαχόμενος», «να δί- νει καθημερινά τον καλύτερο εαυτό του μέσα στην τάξη και ν’ αναδεικνύεται ως η πνευματική και ηθική πρωτοπορία της κοινωνίας» (ΥΠΔΒΜΘ, 2009:17). Σύμφωνα με το πρόταγμα του Νέου Σχολείου «ο μαχόμενος εκπαιδευτικός» διαμορφώνε­ ται μέσα από την επιμόρφωσή του, τη διασφαλισμένη αντικειμενικά και με ενιαίο τρόπο επιλογή του, την αξιοκρατική και διαφανή πρόσληψή του και την αξιο­ ποίηση των αποδεδειγμένα άριστων και ικανών για τις εκπαιδευτικές οργανικές θέσεις. Παράλληλα, απαιτείται η αξιοκρατική στελέχωση της διοίκησης της εκ­ παίδευσης. Αυτό σημαίνει ότι οι εμπλεκόμενοι σ’ αυτή «μαχόμενοι» εκπαιδευτι­ κοί έχουν ήδη αποκτήσει μέσα από την επιλογή και πρόσληψή τους τα γνωστι­ κά εφόδια και την αντίστοιχη κουλτούρα αξιολόγησης για την υλοποίησή της. Όπως ήδη αναφέρθηκε επανειλημμένα η Αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας άρχισε το 2010 ν’ αναπτύσσεται σε πειραματικό στάδιο στην Ελ­ λάδα. Η στελέχωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με «μαχόμενους» εκπαιδευτικούς, σίγουρα δεν έχει ολοκληρωθεί. Αντίθετα, βρί­ σκεται ακόμη στα αρχικά στάδια της, αν και γι’ αυτά δεν έχουν πραγματοποι­ ηθεί έρευνες που ν’ αποδεικνύει την ποιότητά του παραγόμενου έργου τους. Ωστόσο, παρά τις οποιεσδήποτε καλές προθέσεις και ίσως τις ατομικές «φι­ λότιμες» προσπάθειες που υπήρξαν, τίθεται το ερώτημα εάν η διασφάλιση της ποιότητας του σχολείου και της αυτοαξιολόγησής του εναπόκεινται απλά και μόνο στην επιθυμία και βούληση «του μαχόμενου εκπαιδευτικού». Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα ποιοι εκπαιδευτικοί ενεπλάκησαν στην Αυτο­ αξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας και αν τα στελέχη κι οι θεσμικοί, που κλή­ θηκαν να εμπλακούν, πληρούσαν τα κριτήρια ώστε να παίξουν συντονιστικό και διευκολυντικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Το ερώτημα δεν εκφράζει και δεν υπαινίσσεται ούτε διαμαρτυρία ούτε καταγγελία σε σχέση με την πειραματική εφαρμογή της αυτοαξιολόγησης. Απλά εγείρει το ζήτημα εάν τα προτεινόμε­ να μέσα (εργαλεία) και οι προτεινόμενες διαδικασίες είναι ικανά να αξιοποιή­ σουν την βολονταριστική διάθεση των εμπλεκόμενων, των «μαχόμενων» εκπαι­ δευτικών στην εν λόγω διαδικασία επιτρέποντάς τους μέσα από την πρακτική αυτής της αξιολόγησης όχι να αποτυπώσουν την υπάρχουσα κατάσταση μέσω 768 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ελεγκτικών διαδικασιών, αλλά να αναδείξουν νέες κοινωνικές σημασίες, νέες νόρμες και μοντέλα μέσω και χάριν των οποίων να θεαθεί το όραμα του «Νέου σχολείου», δηλαδή να αποκτήσει σάρκα και οστά6 ο συνθηματικός, δηλωτικός λόγος του «Νέου Σχολείου», δηλαδή ότι: • «τα σχολικά κτίρια προδιαγραφών του 1985 αλλάζουν σε πιο σύγχρο- να, όμορφα και φιλικά», • «η ψυχρή αίθουσα αλλάζει σε πράσινο σχολείο», • «το χαρτί και το μολύβι αλλάζει σε ηλεκτρονικό υπολογιστή», • «το σχολείο αγγαρεία αλλάζει σε σχολείο δημιουργικής μάθησης» Εν τέλει μετατρέπεται εκ του αποτελέσματος σε ρητορεία, λόγω των (πο­ λιτικών και συντεχνιακών) βουλήσεων όπως και εγγενών αδυναμιών του ελ­ ληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Έτσι το «Νέο σχολείο… χωρίς τοίχους» έρχεται σε αντίθεση με τον έλεγχο και την απλή καταγραφή σε τετράβαθμη κλίμακα της επάρκειας, της καταλληλότητας, της λειτουργικότητας, της ασφά­ λειας των κύριων και βοηθητικών σχολικών χώρων, εσωτερικών και αύλειων καθώς και της κάλυψης των μαθητικών και εκπαιδευτικών αναγκών. Άρα, αυ­ τός ο εκπαιδευτικός, που φαντάζει το «κλειδί» της εκπαιδευτικής αναβάθμι­ σης για το «Νέο Σχολείο» έχει τρομακτική δυσκολία ν’ αναγνωρίσει τις κοινω­ νικές σημασίες αυτού του «Νέου Σχολείου» και να δημιουργήσει εικόνες οι οποίες θα συναρθρώνουν το κέλυφός του, τα περιεχόμενά του και τα δρώ­ ντα υποκείμενα που συμμετέχουν σ’ αυτή τη νέα σχολική πραγματικότητα. Η συνεχής επανεξέταση και αξιολόγηση της «μετάφρασης» ενός εκπαι­ δευτικού προτάγματος σε μια εκπαιδευτική στρατηγική και κατόπιν σε μια εκ­ παιδευτική πρακτική αναδεικνύεται ακρογωνιαίος λίθος για τη μετάβαση μιας προταγματικής διακήρυξης στην υλοποίηση μιας εκπαιδευτικής δράσης. Συ­ νιστά ικανή και αναγκαία συνθήκη έτσι ώστε η υλοποίηση της Αυτοαξιολόγη­ σης της Σχολικής Μονάδας να μην αιωρείται ανάμεσα στη γενικότητα, στην ασάφεια, την ασυμφωνία και την ανασφάλεια και να οδηγείται στην αποπρο­ σανατόλιστη πορεία του προς το «Νέο Σχολείο». Αυτό βέβαια δεν είναι θέμα τεχνικής ούτε καν διαδικασίας. Είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής και απόφα­ σης των ίδιων των Αρχών να θέσουν το ζήτημα της αξιολόγησης της ασκού­ μενης εκπαιδευτικής πολιτικής στο σχολικό θεσμό. 6. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στη διάκριση ανάμεσα στη λογική του ελέγχου και στη λογική της αξιολόγησης. Η λογική του ελέγχου επικεντρώνεται αποκλειστικά στη διαπίστωση και στην επαλήθευση του αξιολογούμενου αντικειμένου, αναζητώντας τη συμβατότητα και / ή την απόκλιση από το θεσμισμένο μοντέλο ή και τη νόρμα). Αντίθετα, η αξιολόγηση αποβλέπει στην κατανόηση των σημασιών μιας πραγματικότητας, που απαρτίζεται από σύνθετα στοιχεία, τα οποία θέλουμε να συγκροτήσουμε και να ερμηνεύσουμε (Tsakiris, 2001 · Ardoino et Berger ο.π. αν. στο Bonniol et Vial, 2004). 769 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Ardoino, Jacques - Berger, Guy. (1989). D’une évaluation en miettes à une évaluation en actes : Paris Matrice. Ardoino, Jacques – Berger, Guy. (2004). L’évaluation comme interprétation. Ball, Stephan. (2003). Class strategies and Education Market:The middle classes and social advantage. London: Routledge. Bonniol, Jean Jacques - Vial, Michel. (2007). Τα μοντέλα της αξιολόγησης. Θεμε- λιώδη κείμενα και ερμηνευτικά σχόλια. Αθήνα: Μεταίχμιο. Γερμανός, Δημήτριος. (2002). Οι τοίχοι της γνώσης. Αθήνα: Gutenberg. Κουλαϊδής, Βασίλης. (2005). Αποτύπωση του εκπαιδευτικού συστήματος σε επί- πεδο σχολικών μονάδων. Αθήνα: Κ.Ε.Ε. MacBeath John. (2001). Η αυτοαξιολόγηση στο σχολείο. Ουτοπία και πράξη (Μετά­ φραση – Επιμέλεια Χ. Δούκας, Ζ. Πολυμεροπούλου). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Raveaud, Maroussia - Van Zanten, Agnès. (2007). Choosing the local school: middle class parents - values and social and ethnic mix in London and Paris. Journal of Education policy, 22:1, 107-124. Σολομών, Ιωσήφ. (1992). Εξουσία και τάξη στο Νεοελληνικό σχολείο. Μια τυπο- λογία των σχολικών χώρων και πρακτικών 1820-1900. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. Σολομών, Ιωσήφ. (1999). Εσωτερική αξιολόγηση και προγραμματισμός του εκπαι- δευτικού έργου στη σχολική μονάδα: Ένα πλαίσιο εργασίας και υποστήριξης. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα. Σολομών, Ιωσήφ - Τσατσαρώνη, Άννα - Κότσιρα, Αναστασία. (1999). Αξιολόγηση: η κοινωνική συγκρότηση των κειμένων. Εικονικό σχολείο, 1,4, Σεπτέμβριος 1999. Thèlot, Claude. (1993). L’évaluation du système éducatif. Paris: Nathan Université. Τσακίρη, Δέσποινα - Μικρογιαννάκη, Χριστίνα. (2000). Αξιολόγηση και εκπαιδευτικά συστήματα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκριτική μελέτη των συστη- μάτων αξιολόγησης της εκπαίδευσης, Αθήνα: Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας. Tsakiris, Despina. (2001). Evaluation et systèmes éducatifs dans les pays de l’Union Européenne, Les dossiers des Sciences de l’Education, 6:105-119. Τσακίρη, Δέσποινα. (2007). Η Αξιολόγηση στην εκπαίδευση: ποικιλότητα και συν­ θετότητα νέων αιτημάτων και καταστάσεων στην εκπαιδευτική πράξη – Ερευνη­ τικές διαπιστώσεις και προοπτικές. Εισήγηση στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΛΛΙ.Ε.Π.ΕΚ. με θέμα «Σχολείο ίσο για παιδιά άνισα». Αθήνα 4-6 Μαΐου 2007. Τσακίρη, Δέσποινα. (2009). «Οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες των χωρικών πρακτικών στην εκπαίδευση: η περίπτωση της διαμόρφωσης του σχολικού χάρτη φοίτησης των μαθητών» στο Σπυριδάκης Ε. (επιμ) Μετασχηματισμοί του χώρου:Κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις, Αθήνα: Νήσος: 397-425. Τσακίρη, Δέσποινα. (2010α). Σημειώσεις από το μάθημα «Αξιολόγηση των σχολι­ κών μονάδων και εκπαιδευτικών συστημάτων», Προπτυχιακό Επίπεδο Σπου­ δών του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστη­ μίου Πελοποννήσου. 770 Δέσποινα Τσακίρη, Γιώργος Λογιώτης, Βασιλική Γκόφη, Κανέλλα Μαντζιώρη ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ: Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ Τσακίρη, Δέσποινα. (2010β). Σημειώσεις από το μάθημα «Ανάλυση, σχεδιασμός και ανάπτυξη δράσεων αξιολόγησης,», Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πε­ λοποννήσου, Κατεύθυνση: Εκπαιδευτικά Προγράμματα και Υλικό: Τυπική, Άτυ­ πη και Από Απόσταση Εκπαίδευση (συμβατικές και e-μορφές). Van Zanten, Agnès. (2005). Les politiques d’Education. Paris: PUF. ΥΠΔΒΜΘ (2009). Νέο Σχολείο: Πρώτα ο Μαθητής. ΥΠΔΒΜΘ (2010α). Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου στην Δευτεροβάθμια Εκ­ παίδευση. Διαδικασία Αυτοαξιολόγησης στη Σχολική Μονάδα. Βασικό Πλαίσιο. ΥΠΔΒΜΘ (2010β). Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Διαδικασία Αυτοαξιολόγησης στη Σχολική Μονάδα. Διαδικα­σίες και Εργαλεία. Περίληψη Τις τελευταίες δεκαετίες, σε επίσημα κείμενα σε εθνικό και υπερεθνικό επί­ πεδο, τονίζεται η ανάγκη εσωτερικής αξιολόγησης ή αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας, μιας ιδιαίτερα ισχυρής τάσης που συνδέεται με την ενί­ σχυση της σχολικής μονάδας και την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συ­ στήματος. Το ενδιαφέρον για την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας εδράζεται στην άποψη ότι η προσπάθεια για βελτίωση του σχολείου αποτε­ λεί υπόθεση του ίδιου του σχολείου και όλων όσοι εμπλέκονται στη διδακτι­ κή μαθησιακή διαδικασία. Αντικείμενο της εργασίας αποτελεί η διερεύνηση των απόψεων των εμπλε­ κόμενων εκπαιδευτικών στην πιλοτική εφαρμογή της «Αυτοαξιολόγησης της Σχολικής Μονάδας» αναφορικά με τον τρόπο αξιοποίησης των μεθοδολογικών εργαλείων που προτείνονται και η ανάδειξη τυχόν αντιφάσεων που εμπεριέ­ χονται στα εν λόγω μεθοδολογικά εργαλεία και που ενδεχομένως προκαλούν δυσκολίες στην αξιοποίησή τους από τους συμμετέχοντες εκπαιδευτικούς. During the last few decades official documents in both national and supranational level have depicted a need for internal evaluation and self-assessment inside a school unit itself. A quite intense tendency-one might add- towards evaluation which is strongly connected with school reinforcement and further decentralization of the educational system. Such an interest stems from the belief that school improvement is an issue of the school itself and of those involved in the teaching\learning process. This essay’s subject is to discuss teachers’ views concerning the initial introduction of “School unit self-assessment”. That is to focus upon the 771 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ application of the suggested methodological tools and furthermore highlight any inconsistencies which could possibly emerge during their use by the involved teachers. Δέσποινα Τσακίρη Αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Ευρυτανίας 39, 11523 Αθήνα, Τηλ.: 6977470678

[email protected]

/

[email protected]

Γιώργος Λογιώτης Εκπαιδευτικός ΠΕ07, Υποψήφιος Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Μακαρίου 12, 14123 Λυκόβρυση, Τηλ.: 6938828920

[email protected]

Βασιλική Γκόφη Εκπαιδευτικός ΠΕ 70, Τελειόφοιτη του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Κιβέρι Αργολίδας, 21200 Άργος, Τηλ.: 6989740999

[email protected]

Κανέλλα Μαντζιώρη Εκπαιδευτικός ΠΕ 02, Τελειόφοιτη του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Θεοφανοπούλου 29, 21200 Άργος, Τηλ.: 6939599077

[email protected]

772 Γεωργία Πολυζώη Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ Η δυναμική της αυτοαξιολόγησης και ο μαθητής: συνοπτική θεώρηση Γεωργία Πολυζώη Αυτοαξιολόγηση και μάθηση Η τάση αμφισβήτησης των παραδοσιακών μαθησιακών θεωριών σήμερα και η αντιμετώπιση της μάθησης περισσότερο ως διαδικασίας κατασκευής της γνώσης σε συγκεκριμένο πλαίσιο, έχει ως αποτέλεσμα τη στροφή προς ένα εκπαιδευτικό μοντέλο το οποίο σχετίζεται με την αξιολόγηση γνώσεων και δεξιοτήτων μέσα σε αυθεντικές καταστάσεις που έχουν νόημα για τους μα­ θητές. Η αξιολόγηση αποτελεί συστηματική διαδικασία συλλογής, ανάλυσης και ερμηνείας πληροφοριών για τον προσδιορισμό της επίτευξης των εκπαι­ δευτικών σκοπών. Περιλαμβάνει ποσοτικές και ποιοτικές περιγραφές της συ­ μπεριφοράς, καθώς και αξιολογικές κρίσεις που σχετίζονται με την επίδοση των μαθητών. Οι μέθοδοί της και οι τρόποι χρήσης των αποτελεσμάτων της βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση από τους επιδιωκόμενους στόχους της εκ­ παίδευσης και της διδασκαλίας και καθορίζονται από το συγκεκριμένο εκ­ παιδευτικό σύστημα. Σε ό,τι αφορά την αυτοαξιολόγηση και συγκεκριμένα την αυτοαξιολόγηση του μαθητή, η οποία στον ελλαδικό χώρο πρωτοεμφανίστηκε μόλις το 2006 με τα νέα σχολικά εγχειρίδια, η σημασία της είναι θεμελιώδης. Σύμφωνα με τις γνωσιακές (cognitive) θεωρίες, συμβάλλει στην αυτορρύθμιση της μάθη­ σης και συνδέεται άμεσα με τον αναστοχασμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δηλαδή τις ενσυνείδητες σκέψεις και στοχασμούς που κάνει ο ίδιος ο μαθη­ τής σχετικά με τα αποτελέσματα της εργασίας του. Δεν αποτελεί απλή κατα­ γραφή, γιατί εμπλέκει αξιολογικές πράξεις ποιοτικού ελέγχου, και θεωρείται ουσιώδης για αποτελεσματική μάθηση, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική στή­ ριξη του μαθητή, στη σταδιακή μείωση της ετεροκαθοδήγησής του, στην αύ­ ξηση της αυτοκαθοδηγούμενης αυτορρύθμισής του, στην ανάπτυξη του αυ­ τοσυναισθήματος και των μεταγνωστικών ικανοτήτων του. Ως αυτοαξιολόγηση (self assessment)1 ορίζεται η εμπλοκή των μαθητών 1. Ο όρος «self assessment» διαφοροποιείται στα αγγλικά από το «self eval­ uation», που επίσης μεταφράζεται στα ελληνικά ως αυτοαξιολόγηση, αλλά έχει την έννοια περισσότερο της συγκρίσιμης και μετρήσιμης αποτίμησης μιας αξίας, κυρίως με ποσοτικά μεγέθη, και χρησιμοποιείται ευρύτατα για την αυτοαξιολόγηση 773 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στην αναγνώριση των standards και/ή των κριτηρίων που θα εφαρμόσουν στην εργασία τους, καθώς και στην έκφραση κρίσεων για το πώς και κατά πόσο ανταποκρίθηκαν σ’ αυτά (Boud, 1991). Η αυτοαξιολόγηση αποτελεί εί­ δος αυθεντικής αξιολόγησης της απόδοσης των μαθητών, αρκετά διαδεδο­ μένο στην εκπαίδευση και, κυρίως, στο γραπτό λόγο. Δεν απαιτεί μόνο προ­ σεκτική κρίση από την πλευρά των δασκάλων, αλλά και αποδοχή της κρίσης αυτής από τους μαθητές, οι οποίοι είναι ενεργητικοί συμμέτοχοι σε μία διαδι­ κασία που τους αφορά και που θα τους βελτιώσει. Πρόκειται για μία ατομική αξιολόγηση, προσωπικού επιπέδου. Συγκρίνει, δηλαδή, την απόδοση του μα­ θητή χρησιμοποιώντας καθιερωμένα standards με την προηγούμενη επίδοσή του και με τις δικές του δυνατότητες και όχι με την απόδοση άλλων μαθητών. Ως διαδικασία ελέγχου (για τον έλεγχο της αξιοπιστίας, την εγκυρότητα και τη δικαιοσύνη κατά την εφαρμογή της), βασίζεται στην παρατήρηση του μα­ θητή σε μια σειρά εργασιών που εκτελεί ο ίδιος και για το σκοπό αυτό χρη­ σιμοποιούνται φύλλα αυτοαξιολόγησης με λίστες τσεκαρίσματος, κλίμακες κατάταξης και ρουμπρίκες βαθμολόγησης. Οι ταξινομήσεις, κατατάξεις και βαθμολογήσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Σκοπός είναι η βελτίωση της μάθησης. Ο καθορισμός στόχων και η θετική αυτοαξιολόγηση επηρεάζουν σε πολύ σημαντικό βαθμό την (αυτο)αποτελεσματικότητα, το αυτοσυναίσθημα, την πα­ ρώθηση για μάθηση και την ίδια τη μάθηση, και βοηθάει το μαθητή να αυξή­ σει την αποδοτικότητά του (Schunk, 1995, Locke et al., 1981, Pajares, 1996, Bandura, 1997: 81).2 Ο ορισμός προϋποθέτει την έκθεση των μαθητών στο σύνολο των κριτηρίων και των στόχων που θέτει ο δάσκαλος προκειμένου να δομήσουν οι ίδιοι ένα σώμα αξιολογικής γνώσης για την πρόοδό τους και πα­ ρέχουν αξιόπιστα στοιχεία στους εκπαιδευτικούς για τους μαθητές τους, που διαφορετικά δεν είναι διαθέσιμη (Ross, 2006). Αυτοαξιολόγηση και νέα Προγράμματα Σπουδών Στα ισχύοντα Προγράμματα Σπουδών (Φ.Ε.Κ. 303/13-3-2003), βασικός στό­ χος της αξιολόγησης του μαθητή είναι η ανατροφοδότηση της εκπαιδευτι­ του εκπαιδευτικού, της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού έργου. 2. Στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων μελετητών, η Μ. Βλάχου (2006: 16) επισημαίνει ότι έρευνες που έχουν γίνει σε μαθητές δημοτικού (στα μαθηματικά) έδειξαν ότι η χρήση της αυτοαξιολόγησης συνέβαλε στη βελτίωση της επίδοσής τους και μαθητές που εκπαιδεύτηκαν στην αυτοαξιολόγηση, είχαν σε εξωτερικές εξετάσεις καλύτερα αποτελέσματα σ’ όλες τις γνωστικές περιοχές του αναλυτικού προγράμματος από τους συνομηλίκους τους που δεν εκτέθηκαν σε τέτοιου είδους εκπαίδευση. 774 Γεωργία Πολυζώη Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ κής διαδικασίας και ο εντοπισμός των μαθησιακών ελλείψεων, με σκοπό τη βελτίωση της προσφερόμενης σχολικής εκπαίδευσης και τελικά την πρόοδο του μαθητή. Μεταξύ άλλων, έχει ως σκοπό την απόκτηση υπευθυνότητας από τους μαθητές μέσα από διαδικασίες συλλογικής εργασίας και αυτοαξιολόγη­ σης, την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης των μαθητών, τη συγκρότηση της προσωπικότητάς τους και την απόκτηση μεταγνωστικών ικανοτήτων μέσα από τον έλεγχο και τη διαχείριση της μάθησής τους. Η αυ­ τοαξιολόγηση του μαθητή αποτελεί μία από τις ποικίλες τεχνικές αξιολόγη­ σης που προτείνονται. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι ο μαθητής, ανάλογα με την ηλικία και την πνευματική του ωρίμανση, πρέπει να εμπλέκεται σε όλες τις μορφές αξιολόγησης και να αποκτά όλο και αποτελεσματικότερες δεξιό­ τητες αυτοαξιολόγησης, βοηθούμενος από τους εκπαιδευτικούς.3 Πώς, όμως, χρησιμοποιείται η αυτοαξιολόγηση στο σχολείο; Τα κυριότε­ ρα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της σχολικής επίδο­ σης δεν αναφέρονται, όπως παρατηρήθηκε ήδη, σε κριτήρια μέσου όρου ή νόρμας (norm-referenced assessment), κριτήρια με βάση την καμπύλη κανο­ νικής κατανομής του Gauss (κριτήρια νόρμας), δηλαδή το μέσο όρο του συ­ νόλου της τάξης. Η αξιολόγηση κάθε μαθητή γίνεται με κριτήρια αναλυτικού προγράμματος (criterion-referenced assessment), όπου κριτήρια αξιολόγησης αποτελούν οι βασικές επιδιώξεις του αναλυτικού προγράμματος και οι συγκε­ κριμένοι διδακτικοί στόχοι, καθώς και κριτήρια αυτοβελτίωσης (self-referenced assessment), όπου λαμβάνεται υπόψη η βελτίωση της επίδοσης του κάθε μα­ θητή σε σχέση με την αρχική μαθησιακή του κατάσταση. Οι στόχοι της μάθησης και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να είναι κατανοητά από τους μαθητές, έτσι ώστε να μάθουν σταδιακά να τα χρησιμοποιούν, για να είναι ικανοί να εκτιμούν την πρόοδό τους σε ό,τι αφο­ ρά τη μάθηση και, επίσης, τόσο τα ερωτήματα όσο και οι κλίμακες απαντή­ σεων, θα πρέπει να διακρίνονται από σαφήνεια και ευκρίνεια. Η έγκαιρη γνω­ στοποίηση στους μαθητές των κριτηρίων αξιολόγησης που χρησιμοποιεί ο δάσκαλος θεωρείται απαραίτητη, αφού τους καθιστά ικανούς να αναπτύξουν την αξιολογική τους γνώση, τους καθοδηγεί στη μάθηση και συμβάλλει στη βελτίωση της προόδου τους (McDonald & Boud, 2003). Για το σκοπό είναι απαραίτητη η ανάπτυξη μιας στρατηγικής, η οποία εμπλέκει τους μαθητές σε μια διαδικασία επίγνωσης των κριτηρίων που απαι­ τούνται, ώστε να παρωθηθούν για αυτοαξιολόγηση. Στο σχολείο κάτι τέτοιο απαιτεί τη συνεργασία του δασκάλου με το μαθητή ή τους μαθητές του σε μία από κοινού θέσπιση κριτηρίων αυτοαξιολόγησης, πάνω σε συγκεκριμέ­ να ζητήματα που έχουν επισημανθεί ότι χρειάζονται πιο επισταμένη προσοχή 3. Φ.Ε.Κ. 303/13-3-2003, σελ. 3743-3744. 775 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ και βελτίωση. Η λογική ακολουθία των τεσσάρων βημάτων του Scriven (1980, στο: Shadish, 1998) για την αξιολόγηση μπορούν να ακολουθηθούν και στην επιλογή κριτηρίων αυτοαξιολόγησης: • επιλογή αξιοκρατικών κριτηρίων, • καθορισμός κλίμακας απόδοσης έργου για τα επιλεγμένα κριτήρια με βάση το «καλός», • συλλογή κατάλληλων δεδομένων για την αξιολόγηση του έργου, συγ­ γενών προς τα θεσπισμένα κριτήρια, και • ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων σε τελική αξιολογική κρίση. Τα κριτήρια αυτά αναπροσαρμόζονται όποτε είναι αναγκαίο, εξυπηρετώ­ ντας κάθε φορά διαφορετικούς στόχους και στην πορεία λειτουργούν ανα­ τροφοδοτικά, τόσο για το μαθητή όσο και για τον εκπαιδευτικό. Κάτι τέτοιο σημαίνει «αξιολόγηση της αυτοαξιολόγησης», ένα είδος μετα-αυτοαξιολόγη­ σης, αντίστοιχο του όρου metaevaluation (μετα-αξιολόγηση), που διαπραγ­ ματεύεται κριτικά και εποικοδομητικά την όλη διαδικασία, προκειμένου να εξάγει συμπεράσματα και να τη βελτιώσει, αναπροσαρμόζοντάς τη σε νέες ατομικές ανάγκες του μαθητή. Είναι, δηλαδή, μια διαδικασία που περιοδικά αλλάζει, εστιάζει στο μαθητή, επανεξετάζει μέσα και σκοπό, εξελίσσεται πα­ ράλληλα με τη μαθησιακή/γνωστική πορεία του ατόμου, καλλιεργώντας τη μετα-επίγνωση (meta-awareness) του μαθητή για τον τρόπο εργασίας του. Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ως μία εσωστρεφής/κλειστή διαδικασία αυτοε­ λέγχου. Αντίθετα, μέσω αυτής ανοίγει ο δρόμος για μια ποιοτική συζήτηση με πολλές δυνατότητες ανάπτυξης, που θα βοηθήσει το μαθητή στη δια βίου πορεία και μάθησή του. Για παράδειγμα, στην αυτοαξιολόγηση που σχετίζεται με το μάθημα της γλώσσας, είναι δύσκολο να αποφευχθεί το φαινόμενο των λαθών εκείνων που επαναλαμβάνονται με μεγάλη συχνότητα. Στην τελική αποτίμηση μιας εργα­ σίας, πολλές φορές παρατηρείται να μη λαμβάνονται υπόψη οι διορθώσεις του δασκάλου. Αν και στο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών για το γλωσσικό μάθημα τα λάθη, αντιμετωπίζονται διδακτικά ως ενδείξεις ενός προσωρινού επιπέδου επικοινωνιακής δεξιότητας του μαθητή, χωρίς την ανάλογη πληρο­ φόρηση του μαθητή από το δάσκαλο είναι πολύ πιθανό να επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Η άστοχη χρήση λέξεων, το ελλιπές λεξιλόγιο, τα ορθογραφικά και γραμματικά λάθη, οι δυσχέρειες στη χρήση υποτακτικού λόγου, στην προσαρ­ μογή του λόγου στην περίσταση, στην κατανόηση και χρήση απαιτητικού λό­ γου κ.ά. χρησιμοποιούνται, κατά περίπτωση, ως μέσα διάγνωσης που επιτρέ­ πουν στο δάσκαλο να καταστρώσει πρόγραμμα διορθωτικών παρεμβάσεων. Τα γραπτά σχόλια των δασκάλων επάνω σε ολοκληρωμένες εργασίες μπο­ ρούν να έχουν σαν αποτέλεσμα τη βελτιωμένη απόδοση στο μέλλον. Τα λάθη πρέπει να διορθώνονται με επιδεξιότητα από τον εκπαιδευτικό και να εκλαμ­ 776 Γεωργία Πολυζώη Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ βάνονται ως στάδιο της γλωσσικής ανάπτυξης, όπως και η μεταθεώρηση και αναθεώρηση του κειμένου (Ανδρέου, 2002: 192 και 213). Η δυναμική της αυτοαξιολόγησης Ο Boud (1998) προτείνει ότι, αφού η βαθμολόγηση των τελικών εργασιών σπάνια συνεισφέρει στους μαθητές, θα πρέπει να βρεθούν τρόποι ελαχιστο­ ποίησης του χρόνου που ξοδεύεται γι’ αυτές και μάλλον κρίνεται απαραίτη­ το ο χρόνος που θα δαπανηθεί να αφορά το να κατανοήσουν οι μαθητές το γιατί έκαναν λάθος. Η αποτελεσματική ανατροφοδότηση είναι χρονοβόρα δι­ αδικασία. Μπορεί να καταναλωθεί χρόνος για κοινά γλωσσικά λάθη των μα­ θητών, περισσότερο αποτελεσματική αυτοαξιολόγησή τους, επανορθωτική δι­ δασκαλία κλπ. Είναι χρήσιμο να γίνει διάκριση μεταξύ μια ανατροφοδοτικής διαδικασίας (ένα προσχέδιο ή μία πρώιμη ανάθεση εργασίας) και μιας διαδι­ κασίας συνολικής αποτίμησης της επίδοσης και βαθμολόγησής της (τελική εργασία). Οι μαθητές δεν ανατροφοδοτούνται αν είναι δυσαρεστημένοι με τη βαθμολογία και φαίνεται ότι είναι σημαντικότερη η ανατροφοδότηση που δίνεται πριν την ολοκλήρωση και βαθμολόγηση μιας εργασίας, αφού επιτρέ­ πει στους μαθητές να συγκεντρώνονται περισσότερο στο έργο τους. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο οποιαδήποτε κριτική με υποδείξεις βελτίωσης να συνοδεύ­ εται από τον εκπαιδευτικό με σχόλια επάνω στα θετικά σημεία της εργασίας. Η αυτοαξιολόγηση λειτουργεί ανατροφοδοτικά για το μαθητή, αλλά για να είναι αποτελεσματική χρειάζεται να είναι και προφορική και γραπτή, κι αυτό να γίνεται την κατάλληλη στιγμή. Η προφορική αυτοαξιολόγηση επι­ τρέπει μεγαλύτερη διαπραγμάτευση και καλύτερη αποσαφήνιση του μηνύ­ ματος, ενώ η γραπτή το αποτυπώνει για μελλοντική χρήση (Carless, 2004). Επίσης, με τη ανάπτυξη της προφορικής ανατροφοδότησης και επικοινωνί­ ας μεταξύ δασκάλου και μαθητή, αποκλιμακώνονται οι έντονα ανταγωνιστι­ κές τάσεις μέσα στην τάξη, που μπορεί να προκαλούν ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες σε αγχώδεις μαθητές ή μαθητές με έλλειψη αυτοπεποίθησης. Τέ­ λος, τα υψηλά standards και ο ανταγωνισμός έχουν γενικά την τάση να σχε­ τίζονται με την αυξημένη ακαδημαϊκή μόρφωση, ωστόσο μεταξύ των υψηλών standards και μιας λογικής πιθανότητας επιτυχίας, είναι καλύτερα να υπάρ­ χει μια γενικότερη ισορροπία. Η αυτοαξιολόγηση δεν προτείνεται ως η μοναδική πρακτική για τους εκ­ παιδευτικούς, αλλά ως μία εναλλακτική τεχνική. Ωστόσο, θα έπρεπε να δια­ δοθεί περισσότερο ως μία από τις εναλλακτικές τεχνικές αξιολόγησης, πα­ ρόλο που, στην πράξη, διαφαίνεται μια γενικότερη δυσκολία στην εφαρμογή της. Η διατήρηση συμβατικών μεθόδων αξιολόγησης, ακόμα και σε περιπτώ­ 777 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ σεις αναμορφωμένων αναλυτικών προγραμμάτων οφείλεται, σύμφωνα με τον Webb (στο: Βλάχου, 2006: 35), σε προσκόλληση των εκπαιδευτικών σε αρχές αξιολόγησης που είναι συχνά μη αμφισβητούμενες και γι’ αυτό συχνά δημι­ ουργούνται εντάσεις από την εφαρμογή νέων μεθόδων αξιολόγησης σε συ­ στήματα που βασίζονται σε μετρήσεις, βαθμούς και κλίμακες. Με βάση τα εμπειρικά δεδομένα, κατά το σύντομο αυτό χρονικό διάστη­ μα, διαπιστώνεται ότι πολλοί εκπαιδευτικοί δε θεωρούν όλους τους μαθητές ικανούς για αυτοαξιολόγηση και πιστεύουν ότι αρκετοί μαθητές δε διαθέτουν την ανάλογη ωριμότητα για αντικειμενική αξιολόγηση του εαυτού τους. Άλλοι, πάλι, εκπαιδευτικοί εφαρμόζουν την αυτοαξιολόγηση μόνο για λόγους προ­ βληματισμού των μαθητών πάνω στο θέμα της προσωπικής τους αξιολόγη­ σης και άλλοι πιστεύουν ότι δεν έχουν την κατάλληλη επιμόρφωση ως προς τον τρόπο χρήσης της. Η αυτοαξιολόγηση δεν αφορά την επίδοση, ο αποτελεσματικός, όμως, αυ­ τοέλεγχος βελτιώνει την επίδοση των μαθητών στη γραπτή έκφραση, που αι­ σθάνονται ότι συμμετέχουν ενεργά σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι με τη χρήση παραδοσιακών μορφών αξιολόγησης (Brown & Knight, 1994: 56). Με την αυτο­ αξιολόγηση δίνεται η ευκαιρία στο δάσκαλο να επαναπροσδιορίσει τις διδακτι­ κές ανάγκες των μαθητών του, ενώ ο ίδιος θα σημειώσει θέματα που αξίζει να συζητηθούν ή και να επαινεθούν –καλή επιλογή λέξεων, κυριολεξία, σωστά πε­ ριθώρια, καλή οργάνωση, παράγραφοι κλπ.– ενθαρρύνοντας και ανατροφοδο­ τώντας τους. Ο δάσκαλος δεν πρέπει να ξεχνά ή να υποτιμά τον υποστηρικτικό- καθοδηγητικό του ρόλο. Είναι ο διαμεσολαβητής, ο διευκολυντής ανάμεσα στο μαθητή και την αυτοαξιολόγηση και ο ενδιάμεσος για την πληροφόρηση σχετικά με τα αποτελέσματά της και ως προς το μαθητή και ως προς τους γονείς του. Όσο ενεργητικός είναι ο ρόλος του μαθητή στη διαδικασία της αυτοαξιο­ λόγησης, τόσο είναι και του δασκάλου, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό και τη γενικότερη παρακολούθησή της, αλλά κυρίως στη φάση της ανατρο­ φοδότησης της οποίας ο χρόνος που δαπανείται, πάντα ανταποδίδεται ευερ­ γετικά στους μαθητές. Ο McBeath (2001: 57) περιγράφει τον καλό δάσκαλο και αυτοσαρκάζεται, αποκαλώντας τον κατάλογο που ο ίδιος έχει παραθέσει με τα χαρακτηριστικά του καλού δασκάλου, σαν «Χάρτα της Μητέρας Τερέ­ ζας», «μια εικόνα αγιότητας», όπου ενυπάρχει ένα «στοιχείο υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης». Ο ίδιος καταλήγει λέγοντας ότι οι καλοί δάσκαλοι πα­ ραμένουν καλοί ανεξάρτητα από το περιβάλλον όπου εργάζονται ή τις πιέ­ σεις που δέχονται. Η ουσιαστική ιδιότητα, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του καλού δασκάλου, όπως ορίστηκε από τους μαθητές, είναι η ικανότητα να τους συμπαρίσταται. Ο πλέον ξεχωριστός έπαινος δόθηκε στους δασκάλους που «σε εμπιστεύονται και στο δείχνουν», που «σε κάνουν να αισθάνεσαι έξυ­ πνος» και που «ενδιαφέρονται πραγματικά για τη γνώμη σου». 778 Γεωργία Πολυζώη Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ Εκτός από τη δυναμικότητα του ρόλου του δασκάλου, η ίδια τάξη ως ομά­ δα λειτουργεί δυναμικά και κοινωνικοποιητικά. Η δυνατότητα επικοινωνίας με­ ταξύ των μαθητών, καθώς και ανάπτυξης της αυτονομίας τους, σχετίζεται άμε­ σα με την επίδοση και πρέπει να αποφευχθούν οι αρνητικές επιδράσεις της ομάδας στους μαθητές. Η επίδοση σε σχέση με την αυτοαντίληψη του μαθη­ τή είναι μία από τις βασικότερες λειτουργίες της σχολικής τάξης που συντε­ λούν ώστε ο κάθε μαθητής να αναπτύξει σταδιακά την ικανότητα αυτογνωσί­ ας και αυτονομίας του. Ο μαθητής, ως άτομο, σχηματίζει μια εικόνα για τον εαυτό του, όπως ακρι­ βώς κάνουν και οι άλλοι γι’ αυτόν, η οποία εικόνα τίθεται κάτω από καθημε­ ρινή δοκιμασία για την επιβεβαίωσή της. Στο σχηματισμό της αυτοαντίληψης για την ιδέα του εαυτού του, το άτομο βοηθιέται από διάφορες πηγές πλη­ ροφοριών. Στη διαμόρφωση της αυτοαντίληψης του μαθητή, σημαντικότερος παράγοντας είναι η ομάδα των συνομηλίκων, δηλαδή οι ομότιμοί του. Για το λόγο αυτό η αμφίπλευρη αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση με τα μέλη της ομάδας στην οποία εντάσσεται (είτε πρόκειται για τη σχολική τάξη είτε για την υπο-ομάδα εργασίας, στο πλαίσιο της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας), είναι ικανή να διαμορφώσει στάσεις και συμπεριφορές που σχετίζονται άμε­ σα με την επίδοσή του και τα αποτελέσματα της μάθησης. Η δημιουργία μιας θετικής αυτοϊδέας στο μαθητή δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που θα επη­ ρεάσουν καθοριστικά την επιτυχία του. Με την αυτοαξιολόγηση βοηθιέται ο μαθητής να λειτουργήσει ενδοσκοπικά πριν εκθέσει «εαυτόν» δημόσια, πριν ανακοινώσει δηλαδή στους συμμαθητές του και στο δάσκαλό του (ή όπου αλλού προβλέπεται) το προσωπικό του κείμενο ή οποιαδήποτε άλλη εργα­ σία, υποβαλλόμενος σε μια εξωτερική αξιολόγηση. Οπωσδήποτε, όμως, ως διαδικασία δεν πρέπει να αποτελεί παρά ένα ακόμη μέσο για ανάπτυξη δημι­ ουργικών και κριτικών διαλόγων, επικοινωνιακών ανταλλαγών, μιας μετα-συ­ ζήτησης που θα αποτελεί αρχή και βάση για το επόμενο μαθησιακό του βήμα. Η αυτοαξιολόγηση θα πρέπει να αποτελεί περισσότερο σκόπιμη και ενσυ­ νείδητη διαδικασία και από πλευράς μαθητή και από πλευράς δασκάλου (ή και πολιτείας), προκειμένου να αξιοποιηθεί πλήρως και να αναπτυχθεί όλη η δυναμική της, έστω κι αν αυτό σημαίνει ανακατανομή του χρόνου της σχολι­ κής εργασίας. Για το λόγο αυτό η χρήση της αυτοαξιολόγησης στο συγκεκρι­ μένο αντικείμενο θα πρέπει να είναι ένα ισχυρό εργαλείο στα χέρια του δα­ σκάλου που θα χρησιμοποιείται με νόημα και σκοπό, ώστε να αποκομιστούν τα περισσότερα δυνατόν οφέλη. 779 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Βιβλιογραφία Bandura, Albert (1997). Self-efficacy: The exercise of control. New York: W.H. Freeman. Boud, David (1991). Implementing Student Self-Assessment, Green Guide 5, Campbelltown: Higher Education Research and Development Society of Australasia (HERDSA). Boud, David (1998). “Assessment and learning - unlearning bad habits of assessment”. Presentation to the Conference “Effective Assessment at University”, University of Queensland, 4-5 November 1998. Διαθέσιμο στο δι­ κτυακό τόπο: http://damianeducationresearchlinks.wikispaces.com/file/view/ unlearningassessment_Boud.pdf (ανάκτηση 2/10/2011). Brown, Sally - Knight, Peter (1994). Assessing learners in higher education. London- New York: Routledge Falmer. Carless, D. (2004). Converting assessment into learning: Theoretical and practical perspectives. Paper presented at Chinese University of Hong Kong Conference on Tertiary English Language Teaching, 17 May 2004, διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.ied.edu.hk/loap/CUHK04LoAfeed.pdf (ανάκτηση 3/3/2008). Locke, A. Edward - Shaw, N. Karyll - Saari, M. Lise - Latham, P. Garry (1981). “Goal setting and task performance: 1969-1980”. In: Psychological Bulletin, 90 (1), 125-152. McBeath, John (2002). Η αυτοαξιολόγηση στο σχολείο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. McDonald, Betty & Boud, David (2003). “The Impact of Self-assessment on Achievement: The effects of self-assessment training on performance in external examinations”. In: Assessment in Education: Principles, Policy & Practice, 10 (2), 209-220. Pajares, F. (1996). “Self-efficacy beliefs in achievement settings”. In: Review of Educational Research, 66, 543-578. Ross A. John (2006). “The Reliability, Validity, and Utility of Self-Assessment”. In: Practical Assessment Research & Evaluation, 11 (10), 1-13. Schunk, H. Dale (1995). “Goal and self-evaluative influences during children’s mathematical skill acquisition”. Paper presented at the annual meeting of the American Educational Research Association, San Francisco, διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.eric.ed.gov/PDFS/ED372932.pdf (ανάκτηση 3/10/2011). Scriven, Michael (1969). “An introduction to meta-evaluation”. In: Educational Product Report, 2, 36-38. Shadish, William (1998). “Some evaluation questions”. In: Practical Assessment, Research & Evaluation, 6 (3), διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://pareonline. net/getvn.asp?v=6&n=3 (ανάκτηση 3/10/2011). Ανδρέου, Γεωργία (2002). Γλώσσα: Θεωρητική και μεθοδολογική προσέγγιση. Αθή­ να: Ελληνικά Γράμματα. 780 Γεωργία Πολυζώη Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ Βλάχου, Μαρία (2006). Ο λόγος για την αξιολόγηση των μαθητών και μαθητριών στα Μαθηματικά του Δημοτικού Σχολείου. Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία στο πλαίσιο Π.Μ.Σ. του Π.Τ.Δ.Ε. του Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη. Δημητρόπουλος, Ευστάθιος (2003). Εκπαιδευτική αξιολόγηση - μέρος δεύτερο: η αξιολόγηση του μαθητή. Αθήνα: Γρηγόρης. Περίληψη This paper describes the problematic, the purpose and the context of self- assessment as an objective key for student assessment that offers feedback to the educational process and locates learning deficiencies, with the aim of improving schooling and eventually the pupil’s progress. As one of the alternative and authentic assessment techniques, it has a general difficulty in implementation. For this, it is necessary to develop a strategy, which will involve students in a process of acquiring criteria awareness so as to be motivated for self-assessment, and, moreover, will inform them about the importance of their role in their assessment procedure. Γεωργία Πολυζώη Δασκάλα, Υποψ. Διδάκτωρ, Διευθύντρια 2ου Πειρ. Δημ. Σχ. ΠΤΔΕΠΑ Σπύρου Δοντά 5, Αθήνα - 11743 Τηλέφωνο: 2109216741/6977961922

[email protected]

781 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η περιγραφική αξιολόγηση στο Δημοτικό Σχολείο: Ένα βήμα προς μια ποιοτικότερη εκπαίδευση Νικόλαος Ιωαννίδης «...Δεν είναι καθόλου απαράδεκτο να θέλουμε να έχουμε αίσθηση, τουλάχιστον περιοδικά, του πώς πάνε τα πράγματα, Πράγματι, η πληροφοριακή ανατροφο- δότηση είναι ένα σημαντικό μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αν όμως ο σκοπός μας είναι να παρέχουμε τέτοια ανατροφοδότηση, αντί να εκλογικεύ- σουμε απλώς την πρακτική της απονομής βαθμών για άλλους λόγους, τότε ανάγοντας την εργασία κάποιου σε ένα γράμμα ή βαθμό είναι περιττό και όχι ιδιαί­τερα χρήσιμο. Το ΑΒ+ στην κορυφή της σελίδας δεν πληροφορεί καθόλου το μαθητή για το τι ήταν εντυπωσιακό στην εργασία του ή πώς μπορεί αυτή να βελτιωθεί...» (Kohn, 1999:202 /μετ. Νίκος Ιωαννίδης) Εισαγωγική προσέγγιση Tα τελευταία σαράντα έτη το πολύμορφο και πολυλειτουργικό θέμα της αξιο­ λόγησης της επίδοσης των μαθητών/ -τριών στο Δημοτικό Σχολείο – ως δια­ δικασίας απόδοσης αξίας σε κάτι με τη χρήση συγκεκριμένων, σαφών και προ­ καθορισμένων κριτηρίων – και της στενότερης έννοιας της βαθμολόγησης – ως διαδικασίας κατάταξης του/ της μαθητή/ -τριας σε ένα σημείο της βαθμολογι­ κής κλίμακας με κριτήριο τις αποκτηθείσες γνώσεις και δεξιότητες – έχει αποτε­ λέσει αντικείμενο έντονων συζητήσεων, προβληματισμών, αντιπαραθέσεων και σχετικής επιχειρηματολογίας, συχνά μη επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένης, αλλά ιδεολογικά, πολιτικά και συναισθηματικά φορτισμένης (Καψάλης, 1998:11). Το εξεταστικό σύστημα και, κυρίως, το ζήτημα της βαθμολόγησης στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχει απασχολήσει έντονα το Υπουργείο Παι­δείας, το Π. Ι., θεωρητικούς και πανεπιστημιακούς της εκπαίδευσης και «μάχιμους» εκπαιδευτικούς, όπως αποδεικνύεται από τον αριθμό των Π. Δ. (εν­ δεικτικά: Π. Δ. 483/1977, 497/81, 390/90 το οποίο όμως ανακλήθηκε και αντικα­ ταστάθηκε από το 462/91, και, τελικά, 8/95 και 121/95 που βρίσκονται σε ισχύ), το σχέδιο Π.Δ. που προτάθηκε (Σχέδιο Π.Δ./1988, που δεν πήρε ποτέ την τελι­ κή μορφή Π. Δ.), τις εγκυκλίους (Φ7/228/Γ1/1561/15-11-96 η οποία ισχύει, συ­ μπληρωμένη με τα εδάφια β και γ της παραγράφου 5 της Φ3/716/Γ1/825/27- 7-1998) και το πλήθος εκπαιδευτικών άρθρων (σε περιοδικά και εφημερίδες) 782 Νικόλαος Ιωαννίδης Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ και βιβλίων που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ιστορικά οι θεσμοί των εξετάσεων και των βαθμών άρχισαν να καθιερώνο­ νται στα εκπαιδευτικά συστήματα από τη στιγμή που η εκπαίδευση συνδέθη­ κε άμεσα με κοινωνικά και επαγγελματικά δικαιώματα, με σκοπό την θεσμική κατοχύρωσή τους για κατάκτηση επίζηλων επαγγελματικών και κοινωνικών θέσεων από όσους είχαν σπουδάσει. Η επιστημονική επαγγελματοποίηση με­ τέτρεψε σταδιακά το άμεσα προσωπικό κληρονομικό δικαίωμα άσκησης της οικονομικοκοινωνικής και – πολύ αργότερα- της πολιτικής εξουσίας σε επι­ στημονική εξειδίκευση και επάγγελμα (Χιωτάκης,1999:50). Κατά μία άποψη οι εξετάσεις και οι βαθμοί μπορούν να λειτουργήσουν θε­ τικά, γιατί α)διαμορφώνουν και οριοθετούν χρονικά τη μάθηση, β) ασκούν πί­ εση για μελέτη, γ) προσφέρουν ανατροφοδότηση και δ) πληροφορούν τους γονείς του/ της μαθητή/ -τριας για την επίδοσή του/ της στα μαθήματα (Κα­ ψάλης, 1998: 18), λαμβάνοντας τη μορφή εξωτερικών κινήτρων, στα οποία στηρίζεται ανέκαθεν η τυπική μάθηση (Prahl, 1999: 22). Όμως οι εξεταστικές διαδικασίες και οι βαθμοί έχουν κατηγορηθεί από πολ­ λούς παιδαγωγούς ότι συμβάλλουν στην κυριαρχία των εξωτερικών κινήτρων μάθησης πάνω στα εσωτερικά. Όταν είναι «κακοί» έχουν αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στους μαθητές που προέρχονται από κατώτερα κοινωνικοοικονομικά και μορφωτικά περιβάλλοντα (Φραγκουδάκη, 1985:181-246), χαρακτηρίζονται από σημαντικά προβλήματα εγκυρότητας, αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας, προωθούν, μέσω της εξεταστικής διαδικασίας, στοιχεία του λεγόμενου «κρυ­ φού αναλυτικού προγράμματος» και δίνουν έμφαση σε διανοητικές και γνωστι­ κές δεξιότητες σε βάρος δεξιοτήτων σχετικών με την ανάπτυξη της κοινωνικής προσωπικότητας (Prahl, 1999:18,23 ~ Χιωτάκης, 1999: 49,56). Με την επίδραση του αντιαυταρχικού κινήματος στην κοινωνία και στο σχο­ λείο στη Δυτική Ευρώπη από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η λειτουργία του σχολείου και των βαθμών δεν φαίνεται να στοχεύει πλέον στην κοινωνική χειρα­ γώγηση και διάπλαση του ήθους και της προσωπικότητας των μαθητών/ τριών (Χιωτάκης,1999:51). Το κίνημα της Αντιαυταρχικής Αγωγής του Α.S. Neill, ιδρυτή του Summerhill, και της κίνησης κατά του σχολείου του Ivan Illich σίγουρα συνέ­ βαλε σε αυτό. Εντούτοις η εξωτερική, κοινωνική πίεση – ουσιαστικά καταπίεση - για υψηλότερες ατομικές επιδόσεις με στόχο επαγγελματικές και κοινωνικές θέσεις εξακολούθησε και εξακολουθεί να κυριαρχεί στο πλαίσιο της καπιταλι­ στικά οργανωμένης βιομηχανικής κοινωνίας, μιας «κοινωνίας της επίδοσης», που επιδιώκει την αύξηση της παραγωγής έργου, βασίζεται στην επιλογή των ατόμων και υποθάλπει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό (Κωνσταντίνου, 1995:223). Μέσα σε αυτό το κοινωνικοπολιτισμικό και οικονομικό πλαίσιο το σχολείο, που είναι εκφραστής του, καλλιεργεί συχνά τη στείρα απομνημόνευση, βαθ­ μοθηρικές αντιλήψεις και πρακτικές, τον ανταγωνισμό και τον ατομικισμό σε 783 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ βάρος της συλλογικής αντίληψης και της αλληλεγγύης στις διαπροσωπικές σχέσεις και δεν ευνοεί την ανάπτυξη κριτικής και δημιουργικής σκέψης. Επιπροσθέτως παρά τις προθέσεις και τα μέτρα των διοικούντων για ένα κοινωνικά ουδέτερο και μη επιλεκτικό σχολείο και στο πλαίσιο της διδασκα­ λίας και των άτυπων μορφών αξιολόγησης, που κυριαρχούν στο Δημοτικό, οι μαθητές/ -τριες διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης και επίδοσης φαίνεται ότι αντιμετωπίζονται διαφορετικά από παιδαγωγικής και διδακτικής πλευράς (Μαυρογιώργος,1999:31). Η περιγραφική αξιολόγηση Προς την κατεύθυνση της αξιολόγησης των ατομικών επιδόσεων του\ της μα­ θητή\ -τριας σε σχέση με τις ικανότητές του\ της, της βελτίωσής του \της και της προσπάθειας που καταβάλλει, κινείται η αναλυτική-περιγραφική αξιολό­ γηση της γνωστικής, συναισθηματικής και κοινωνικής συμπεριφοράς και προ­ όδου του μαθητή. Η αξιολόγηση αυτή δεν χρησιμοποιεί βαθμούς, αλλά γίνε­ ται φραστική αποτύπωση της επίδοσης των μαθητών\ -τριών. Αυτή η μορφή αξιολόγησης έχει εφαρμοσθεί εδώ και δεκαετίες. Αρκεί να αναφέρουμε το «Jena-Plan»(www.schome.ac.uk/wiki/jenaplan, 2007), τα «non- graded schools», αλλά και το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσ­ σαλονίκης από τον Αλέξανδρο Δελμούζο, που χρησιμοποίησαν την περιγρα­ φική αξιολόγηση (Καψάλης,1998: 112). Από τη δεκαετία του’70 εναλλακτικές μορφές αξιολόγησης χωρίς βαθ­ μούς (π.χ. “portfolio assessment”) έχουν αποκτήσει πολλούς υπέρμαχους, υπηρετώντας τις βασικές αρχές της διαμορφωτικής αξιολόγησης (“formative evaluation”) (Broadfoot, 1988: 291-297). Οι σύγχρονοι παιδαγωγοί αναγνωρίζουν στην περιγραφική αξιολόγηση τα παρακάτω βασικά πλεονεκτήματα: • Κρίνει και ερμηνεύει την επίδοση των μαθητών με πλαίσιο αναφοράς το επίπεδο ανάπτυξης και την προηγούμενη επίδοση του ίδιου μαθη­ τή σε κάθε μάθημα. Χρησιμοποιεί, δηλαδή, εξατομικευμένες νόρμες αναφοράς. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται σε μεγάλο βαθμό ο αντα­ γωνισμός, το άγχος για επίδοση, η στείρα απομνημόνευση και η βαθ­ μοθηρία. Επίσης γίνεται σεβαστός ο προσωπικός ρυθμός ανάπτυξης και μάθησης κάθε μαθητή και κάθε απόκλισή του από το μέσο όρο της επίδοσης της τάξης δεν συνεπάγεται την απόρριψή του. • Δεν χρησιμοποιεί βαθμούς. Ένας βαθμός έχει πολύ μικρή πληροφορια­ κή αξία, όσον αφορά το είδος των επιδόσεων και τις ιδιαίτερες ικανό­ τητες ή αδυναμίες του μαθητή που αξιολογεί. Επίσης δεν μας ενημε­ 784 Νικόλαος Ιωαννίδης Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ρώνει για τις επικοινωνιακές δεξιότητες- αξίες που έχει αποκτήσει ο\ η μαθητής\ -τρια, για την εργασιακή και κοινωνική συμπεριφορά που επιδεικνύει και για τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν στην αξιολόγη­ ση, αν δηλαδή κρίθηκε η προσπάθεια, το τελικό αποτέλεσμα, ο βαθμός συνεργασίας στην ομαδική εργασία, ο τρόπος εργασίας του μαθητή ή ελήφθησαν υπόψη μερικά ή όλα αυτά τα στοιχεία. Αντίθετα με την πε­ ριγραφική αξιολόγηση δίνεται η δυνατότητα οι επιδόσεις του\ της μα­ θητή\ -τριας να περιγραφούν με περισσότερη σαφήνεια και πληρότητα και, συγχρόνως, παρακάμπτεται το μεθοδολογικό πρόβλημα που ανα­ φύεται στη μέτρηση και αντιστοίχιση ενός ψυχοσυναισθηματικού φαι­ νομένου,(π.χ. αλληλεγγύη, συνεργατικότητα) με ένα βαθμό. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα να περιγραφούν από το\ τη δάσκαλο\ -α οι δια­ δικασίες μάθησης και το αποτέλεσμά τους (Κωνσταντίνου, 2000: 127). Οι βαθμοί έχουν καθαρά υποκειμενική αξία για κάθε δάσκαλο-α. Με άλλα λόγια δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο ίδιος βαθμός δύο ή περισσο­ τέρων μαθητών-τριών διαφορετικών σχολείων από διαφορετικές περιοχές αντικατοπτρίζει την ίδια ποσότητα και ποιότητα γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Τούτο θα ήταν φαινομενικά εφικτό, μόνο αν χρησιμοποιούνταν σταθμισμένα τεστ. Η χρήση όμως τέτοιων τεστ επικρίνεται διεθνώς ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας λόγω των πολλών μειονεκτημάτων τους (Δη­ μητρόπουλος, 1989:186-193). Αντίθετα, με τη σωστή χρήση της περιγραφικής αξιολόγησης επιτυγχάνε­ ται η ακριβής και περιεκτική πληροφόρηση των γονέων του μαθητή για την πρόοδό του και η διαφοροποιημένη ανατροφοδότηση κάθε μαθητή αλλά και του δασκάλου για το βαθμό επιτυχίας της διδασκαλίας του. Βεβαίως, η αναλυτική - περιγραφική αξιολόγηση έχει και αυτή κάποια μειο­ νεκτήματα όπως: 1. Η χαμηλή αξιοπιστία της, επειδή εστιάζεται συνήθως σε χαρακτηρι­ στικά της προσωπικότητας του/ της μαθητή/ -τριας αντί της επίδοσής του / της (Καψάλης, 1998: 74). 2. Ότι είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία και απαιτεί εμπεριστατωμέ­ νη ενημέρωση και συστηματική εξάσκηση των εκπαιδευτικών σε δεξι­ ότητες παρατήρησης και περιγραφής της συμπεριφοράς του μαθητή, ώστε να αποφευχθεί πιθανή τάση των εκπαιδευτικών να καταφύγουν- για λόγους ευκολίας- σε στερεότυπες και τυποποιημένες εκφράσεις και να υπεισέρχονται σε ζητήματα απολύτως προσωπικά και οικογενειακά του\ της μαθητή-τριας (Καψάλης, 1998: 114 ~Κωνσταντίνου, 2000:132). 3. Ότι προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα επί αρκετές ώρες κάθε εβδομάδα να παρατηρεί και να γνωρίζει καλά τους μαθητές του (Καψάλης,1998:118). 785 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ 4. Ότι οι γονείς, μερικές φορές, δυσκολεύονται να κατανοήσουν το κεί­ μενο του\ της εκπαιδευτικού (Κωνσταντίνου, 2000:132). Τα στάδια εφαρμογής της περιγραφικής αξιολόγησης είναι: 1. Καθορισμός κριτηρίων: Οι μορφές συμπεριφοράς και τα κριτήρια αξι­ ολόγησής τους πρέπει να είναι προκαθορισμένα με ακρίβεια. 2. Παρατήρηση: Απαιτείται συστηματική, διαφοροποιημένη και πολύπλευ­ ρη παρατήρηση του μαθητή από τον εκπαιδευτικό. Αναγκαία σε αυτή τη διαδικασία είναι τα τεχνικά μέσα (π.χ. φύλλα αξιολόγησης, έντυπα εκθέσεων, κατάλογοι παρατηρήσεων). 3. Περιγραφή-Καταγραφή: Συστηματική καταγραφή της συμπεριφοράς χωρίς προσωπικές αξιολογικές κρίσεις και προκαταλήψεις. 4. Αξιολόγηση (Καψάλης, 1998:116-117). Οι υπέρμαχοι της περιγραφικής αξιολόγησης διατείνονται ότι με αυτή επι­ τυγχάνεται: α) ουσιαστική ανατροφοδότηση του μαθητή-εφόσον είναι γραμ­ μένη με τρόπο απλό και κατανοητό- και β) περιεκτική πληροφόρηση των γο­ νέων και των μελλοντικών δασκάλων του μαθητή. Πρέπει δε οι μαθησιακοί στόχοι να γνωστοποιούνται στα παιδιά πάντα πριν την έναρξη της μαθησιακής διαδικασίας και ο\ η εκπαιδευτικός να διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο, ώστε το προϊόν της ανατροφοδότησης να τα οδηγήσει σε βελτίωση με την κατάλ­ ληλη προφορική ή γραπτή καθοδήγησή του\ της, πριν από την μετάβαση σε νέο γνωστικό αντικείμενο (Clarke, 1998:70-71). Η περιγραφική αξιολόγηση εφαρμόστηκε στο Πειραματικό Σχολείο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1996 (Σιλιγάρης, 1996). Η προσπάθεια επαναλήφθηκε στο 2ο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο Π.Τ.Δ.Ε. του Α.Π.Θ. κατά το σχολικό έτος 1998-1999 και έτυχε ιδιαίτερα ενθαρρυντι­ κής υποδοχής και αποδοχής από μαθητές και γονείς (Γρόσδος, 2000: 5-8). Σύμφωνα με το ισχύον Π.Δ. 8\95 για την αξιολόγηση των μαθητών η περι­ γραφική αξιολόγηση ισχύει για όλες τις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. Στοι­ χεία αυτής της αξιολόγησης καταχωρούνται στη δεύτερη (λευκή) σελίδα του Φύλλου Ημερησίου Ελέγχου (βιβλίου τάξης) και μπορεί να είναι πληροφορί­ ες και παρατηρήσεις για την πρόοδο του μαθητή\ -τριας, τις δεξιότητες του\ της, τη συμμετοχή του\ της στη διδασκαλία και τη σχολική ζωή γενικότερα. Όμως στην καθημερινή πράξη φαίνεται ότι μάλλον μικρός αριθμός εκπαι­ δευτικών καταγράφει με τρόπο συστηματικό διαπιστώσεις και παρατηρήσεις για την πρόοδο και την επίδοση των μαθητών\ -τριών του. Φυσικά πριν από τη γενικευμένη εφαρμογή της περιγραφικής αξιολόγησης στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να προηγηθεί: • συστηματική επιμόρφωση βιωματικής και ενεργητικής μορφής των εκ­ παιδευτικών και ενημέρωσή τους, ώστε να πειστούν ότι ο φόρτος ερ­ γασίας που απαιτεί η αξιολόγηση αυτή αντισταθμίζεται από τη δυνα­ 786 Νικόλαος Ιωαννίδης Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ τότητα να αποκτήσουν ουσιαστικότερη γνώση των μαθητών τους και να καταστούν πιο αποτελεσματικοί ως εκπαιδευτικοί. • ενημέρωση των γονέων για τα πλεονεκτήματά της. Το τελευταίο φαίνεται απαραίτητο, αν γίνει δεκτή η θέση (Prahl, 1999:27) ότι τα εξεταστικά και βαθμολογικά συστήματα που εφαρμόζονται επί πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα έχουν μοιραία διαμορφώσει αποκρυσταλλωμέ­ νες ιδέες και πάγιες νοοτροπίες, που απαιτούν πολύ χρόνο για να αλλάξουν. Οι J. Davies και J. Redmond (Davies & Redmond, 1998:21) υποστηρίζουν ότι δεν είναι τόσο τα διοικητικά και νομοθετικά μέτρα αυτά που επιφέρουν μια αλλαγή (όπως η περιγραφική αξιολόγηση), όσο το να πειστούν οι εκπαιδευτικοί για την ανάγκη εφαρμογής της, το σκοπό της, να δεσμευτούν για αυτήν και να γίνει δική τους υπόθεση. Τούτο αφού πρώτα έχουν μελετηθεί όλες οι πιθανές λειτουργίες - επιδράσεις της αλλαγής στο σχολείο και στην κοινωνία γενικότερα. Η περιγραφική αξιολόγηση της επίδοσης του μαθητή και το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.). Έχει εκτιμηθεί ότι οι γενικές αρχές, η σκοποθεσία- στοχοθεσία και η δομή του Δ.Ε.Π.Π.Σ. και των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών (Α.Π.Σ.) των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων (ΥΠ.Ε.Π.Θ., 2002, 5-17) είναι δυνατό να υπηρετηθούν καλύτερα από παιδαγωγικής πλευράς, ιδιαίτερα στις μικρές τάξεις του Δημο­ τικού Σχολείου, με τη συνδρομή εναλλακτικών τρόπων αξιολόγησης και ποιοτι­ κών μέσων έκφρασης του αποτελέσματός της (Κωνσταντίνου, 2002:37,44,45). Τούτο γιατί, όπως τονίστηκε παραπάνω, η απεικόνιση του βαθμού επίτευ­ ξης στόχων, όπως π.χ. η καλλιέργεια του ερευνητικού πνεύματος, η απόκτη­ ση υπευθυνότητας μέσα από διαδικασίες συλλογικής εργασίας, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης των μαθητών, η απόκτηση μετα­ γνωστικών δεξιοτήτων, η συνεργασία και η επικοινωνία, δηλαδή η ανάπτυ­ ξη εργασιακών και κοινωνικών δεξιοτήτων- όπως τίθενται από το Δ.Ε.Π.Π.Σ. (ΥΠ.Ε.Π.Θ.,2002:14,17)- με ποσοτικά (αριθμητικά) δεδομένα παρουσιάζει σο­ βαρά μεθοδολογικά προβλήματα. Οι εναλλακτικές αυτές τεχνικές, σύμφωνα με το Δ.Ε.Π.Π.Σ. (ΥΠ.Ε.Π.Θ., 2002:18), «στοχεύουν στη διερεύνηση του γνωστικού αποτελέσματος, αλλά ταυτόχρονα δίνουν έμφαση κυρίως στη δυνατότητα διαχείρισης της γνώσης και στην πολλαπλή εφαρμογή και χρησιμοποίησή της, ενώ επίσης μπορεί να αναδεικνύουν τις επικοινωνιακές δεξιότητες και τη μαθησια­κή «ταυτότητα» του κάθε μαθητή». Όσον αφορά στην ανάγκη να αξιολογηθεί η επιτυχία ή μη ενός Σχεδίου Εργασίας (“project”), διατυπώνονται επιχειρήματα υπέρ και κατά της χρήσης της βαθμολογίας σε αυτό. Αν, πάντως, γίνει χρήση βαθμών πρέπει: • να αξιολογούνται όλες οι φάσεις ενός project και η υλοποίησή τους και όχι μόνο το τελικό προϊόν, 787 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • να βαθμολογείται η παραγωγικότητα που προέρχεται από τη συνερ­ γασία όλων των μαθητών –τριών σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, • το αντικείμενο της βαθμολόγησης να καθορίζεται μετά από συζήτη­ ση των μελών και επεξεργασία των προτάσεων για τις εξετάσεις και τη βαθμολογία, ώστε να είναι αποδεκτή από όλους, και • η αξιολόγηση του τελικού προϊόντος να μην είναι αποκομμένη από την όλη διαδικασία παραγωγής του (Frey, 2002: 65-67). Η αξιολόγηση της συλλογικής διαθεματικής εργασίας των μαθητών\ τριών, η οποία στοχεύει στην εκτίμηση του τελικού προϊόντος, της καταλληλότητας των δραστηριοτήτων που οργανώθηκαν και των μέσων που χρησιμοποιήθη­ καν καθώς και στην ανατροφοδότηση του προγραμματισμού του επόμενου project, είναι δυνατόν να πάρει επίσημη ή ανεπίσημη μορφή. Στην ανεπίσημη αξιολόγηση εκπαιδευτικός και μαθητές\ -τριες κρίνουν από κοινού την πρόοδο της εργασία τους και τα αποτελέσματά της και διενεργείται με παρατήρηση της όλης δραστηριότητας των παιδιών από τον\ την εκπαιδευ­ τικό και με ανοικτή συζήτηση μεταξύ των εμπλεκομένων στην όλη διαδικασία. Στην επίσημη αξιολόγηση ο\ η εκπαιδευτικός διαπιστώνει, κατά κανόνα γρα­ πτώς και με τη χρήση τυποποιημένων μέσων (π.χ. πινάκων, παρατηρήσεων), το βαθμό στον οποίο πραγματώθηκαν οι προκαθορισμένοι στόχοι της εργα­σίας και αναπτύχθηκαν γενικότερες κοινωνικές στάσεις και δεξιότητες σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο, οι οποίες αποτελούν μέσο αλλά και αντικείμενο διδα­ σκαλίας στη διαθεματική προσέγγιση της μάθησης (Θεοφιλίδης, 2002: 87-90). Eπίλογος Είναι φανερό ότι η εφαρμογή του Δ.Ε.Π.Π.Σ. και των Α.Π.Σ. των επί μέρους γνωστικών αντικειμένων στα σχολεία μας αποτελεί για τους\ τις εκπαιδευτι­ κούς μας μεγάλη πρόκληση σε θέματα διδασκαλίας και αξιολόγησης γενικά. Στην προσπάθειά τους αυτή οι δάσκαλοι/ -ες πρέπει να έχουν υπ’ όψιν τους ότι αφ’ ενός μεν η διαφοροποιημένη – εξατομικευμένη προσέγγιση της διδασκα­ λίας – μάθησης φαίνεται ότι δραστηριοποιεί κίνητρα μάθησης σε πολλούς/ -ές μαθητές/ -τριες και αφ’ ετέρου τα εξατομικευμένα κριτήρια αναφοράς στο πλαί­ σιο της περιγραφικής αξιολόγησης πρέπει να συνδυάζονται και με άλλες παιδα­ γωγικές στάσεις και ικανότητες του /της εκπαιδευτικού (Χιωτάκης, 1999:70,73). Επίσης οφείλουν να συνεκτιμήσουν την άποψη ότι τα διάφορα εξωτερικά ενισχυτικά μέσα (βαθμοί,αυτοκόλλητα αστεράκια, έπαινοι κλπ.) μάλλον ενι­ σχύουν την εξάρτηση των μαθητών\ -τριών από αυτά. Έτσι το παιδί αποζη­ τά συνεχώς την επιδοκιμασία μέσω του βαθμού και φτάνει στο σημείο να δυ­ σκολεύεται να πραγματώσει την ψυχική του ταυτότητα, επειδή δεν μπορεί 788 Νικόλαος Ιωαννίδης Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ να δει τον εαυτό του παρά μέσα από έναν άλλο, δηλαδή το\ τη δάσκαλο\ -α του ή και τα άλλα παιδιά (Κοσμόπουλος, 1988:177). Όμως με την κατάργηση εξετάσεων και βαθμών η άτυπη, καθημερινή αξιολόγηση του παιδιού από το σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον του δεν φαίνεται ότι μπορεί να εξαλειφθεί. Η έμφαση, λοιπόν, πρέπει να δοθεί στην εξασφάλιση εκ μέρους των εκ­ παιδευτικών των κατάλληλων συνθηκών, ώστε οι μαθητές\ -τριες να διευκο­ λύνονται στην ανακάλυψη και διερεύνηση προσωπικών τρόπων μάθησης, οι οποίοι θα αποτελέσουν εφόδιο ζωής, μέσα σε περιβάλλον ενθάρρυνσης, όπου καλλιεργείται ο ενθουσιασμός για τη γνώση και η αυτενέργεια του παιδιού. Βιβλιογραφία Broadfoot, Patricia (1988). “Profiles and Records of Achievement:A Real Alternative” in: Educational Psychology, 8, 4, 291-297. Γρόσδος, Σταύρος (2000). Περιγραφική αξιολόγηση: μία πρόταση, Ανοιχτό Σχο­ λείο, 75, 5-8 Clarke, Sharon (1998). Targeting Assessment in the Primary Classroom, Great Britain: Hodder & Stoughton. Δημητρόπουλος, Ευστάθιος (1989). Εκπαιδευτική Αξιολόγηση μέρος δεύτερο: Η αξιολόγηση του μαθητή, Αθήνα: εκδ. Γρηγόρη. Davies, Julie & Redmond, Jason (1998). Coordinating history across the primary school, London: The Falmer Press Frey, Karl (2002). Η «Μέθοδος Project», (μτφρ. Κλ. Μάλλιου), Θεσσαλονίκη: εκδ. Αδελφών Κυριακίδη. Θεοφιλίδης, Χρήστος (2002). Διαθεματική προσέγγιση της διδασκαλίας, Θεσσα­ λονίκη: εκδ. Μ. Π. Γρηγόρης. Καψάλης, Αχιλλέας (1998). Αξιολόγηση και Βαθμολογία στο Δημοτικό Σχολείο, Αθήνα: Gutenberg. Kohn, Alfie (1999). Punished by Rewards, New York: Houghton Mifflin Company. Κοσμόπουλος, Αλέξανδρος (1988). Σχεσιοδυναμική Παιδαγωγική του Προσώπου, Αθήνα: έκδ. του ιδίου. Κωνσταντίνου, Χαράλαμπος (2000). Η Αξιολόγηση της Επίδοσης του Μαθητή ως Παιδαγωγική Λογική και Σχολική Πρακτική, Αθήνα, Gutenberg. Κωνσταντίνου, Χαράλαμπος (2002). Η αξιολόγηση της επίδοσης του μαθητή σύμ­ φωνα με το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών: Επιθεώρη­ ση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, 7, 37-51. Κωνσταντίνου, Χαράλαμπος (1995). «Η περιγραφική αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών ως θεραπευτικό παιδαγωγικό μέσο»: Τα εκπαιδευτικά, 39-40, 222-241. Μαυρογιώργος, Γιώργος (1999). ««Συμμετοχή» των μαθητών στο μάθημα, άτυ­ πες μορφές αξιολόγησης και κοινωνική διάκριση στο δημοτικό σχολείο»: Χιω­ 789 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ τάκης, Στέλιος (επιμ.) Η Αμφισβήτηση των εξετάσεων και των βαθμών στο Σχο­ λείο,28-33, Αθήνα: εκδ. Μ. Π. Γρηγόρης. Prahl, Hans-Werner (1999). «Η λειτουργική σημασία των εξετάσεων στην εκπαίδευ­ ση και την εκπαιδευτική πράξη»: Χιωτάκης, Στέλιος (επιμ.) Η Αμφισβήτηση των εξετάσεων και των βαθμών στο Σχολείο, 15-27, Αθήνα: εκδ. Μ. Π. Γρηγόρης. Σιλιγάρης, Χρήστος (1996). Περιγραφική αξιολόγηση: Μια προσπάθεια εφαρμο­ γής της στο Πειραματικό Σχολείο Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονί­ κης, Θεσσαλονίκη. ΥΠ.Ε.Π.Θ. (2002). Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών. Αναλυτι­ κά Προγράμματα Σπουδών Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, τ. Α. Αθήνα. Φραγκουδάκη, Άννα (1985). Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης: Θεωρίες για την κοι­ νωνική ανισότητα στο σχολείο, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση. Χιωτάκης, Στέλιος (1999α). «Κατάργηση εξετάσεων και βαθμών στο Δημοτικό Σχολείο: Προσδοκίες και πραγματικότητα»: Χιωτάκης, Στ. (επιμ.) Η Αμφισβή­ τηση των εξετάσεων και των βαθμών στο Σχολείο, 48-85, Αθήνα: εκδ. Μ. Π. Γρηγόρης. Χιωτάκης, Στέλιος (1999β). Πρόλογος του επιμελητή έκδοσης: Χιωτάκης, Στ. (επιμ.) Η Αμφισβήτηση των εξετάσεων και των βαθμών στο σχολείο, 5-12, Αθή­ να: εκδ. Μ. Π. Γρηγόρης. Summary This paper discusses the important issue of evaluation only with comments and without grades in the Greek primary school as opposed to the “traditional” evaluation with grades. Both forms of evaluation are statutory, but everyday experience proves that the majority of teachers tend to focus on simply awarding grades and thus not giving their pupils and their parents, as well, the necessary informational feedback about their work and educational progress. Of course, evaluating without grades has its pros and cons, but it offers better formative assessment and helps to create a healthier teaching and learning environment. Ιωαννίδης Νικόλαος, Δ/ντής 5ου Δημοτικού σχολείου Ηλιούπολης Κολοκοτρώνη 13,16342, Ηλιούπολη, Αθήνα Τηλέφωνα: 2109957569 – 6946275595

[email protected]

790 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Τα κρίσιμα ζητήματα που καθορίζουν την ποιότητα της κοινωνικής ένταξης τόσο των μαθητών με αναπηρίες όσο και των μαθητών από γλωσσικές μειονότητες Βαρβάρα Αβραμίδου Εκπαιδευτικός, Αναπληρώτρια Υπεύθυνη του ΚΠΕ Νάουσας, ΜΔΕ στη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση Ο βαθμός ενσωμάτωσης των παιδιών με ειδικές ανάγκες (Τζουριάδου, 1995), αλλά και των παιδιών από γλωσσικές/πολιτισμικές μειονότητες (Cummins, 2005), φαίνεται ότι εξαρτάται τόσο από τον εκπαιδευτικό όσο και από τη στά­ ση των γονιών και των άλλων παιδιών. Η συμπεριφορά του δασκάλου εξαρτά­ ται από τη μικρο-οικονομία της διδασκαλίας (Brown and Saks, 1987). H μικρο- οικονομία αναφέρεται σε τρεις ομάδες παροχών: χρόνο, δεξιότητες, υλικά. Οι παροχές αυτές συναρτώνται από την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, τη νομο­ θεσία και οργάνωση της εκπαίδευσης, τον αριθμό των μαθητών και τα αναλυ­ τικά προγράμματα, τόσο για τα παιδιά με αναπηρίες (Τζουριάδου, 1995) όσο και για τα παιδιά μειονοτήτων (Νικολάου, 2000). Η στάση των γονιών και μα­ θητών, από την άλλη, αντικατοπτρίζει τη γενικότερη στάση της κοινωνίας και αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη διαδικασία ενσωμάτωσης. Η διαδικασία αυτή αφορά στην ελαχιστοποίηση των διαφορών και στη μεγιστοποίηση της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα παιδιά με ειδικές ανάγκες (Τζουριάδου, 1995) ή στα παιδιά μειονοτήτων (Νικολάου, 2005) και στα παιδιά που δεν παρουσι­ άζουν εκπαιδευτικά προβλήματα. Επιπρόσθετα, η διαδικασία ετικετοποίησης εμποδίζει τις προσπάθειες για ενσωμάτωση και βοηθά στη διάκριση των μαθητών τόσο με ειδικές ανά­ γκες (Τζουριάδου, 1995) όσο με διαφορετική εθνική/πολιτισμική προέλευση (Artiles, 2000). Τα προβλήματα που διαπιστώνονται στον ελληνικό χώρο σε ό,τι αφορά την Ειδική Αγωγή (Τζουριάδου, 1995), αλλά και τη Διαπολιτισμική Εκπαίδευ­ 791 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ση (Νικολάου, 2000), εστιάζονται κυρίως στην ανεπάρκεια της εκπαιδευτικής πολιτικής, των οικονομικών πόρων και της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, προβλήματα ανάλογα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, τα οποία καλεί­ ται να επιλύσει η πολιτεία και οι φορείς της εκπαίδευσης. Συνοψίζοντας, είναι ανάγκη να προσεγγίσουμε την ελληνική πραγματικό­ τητα επιχειρώντας μια συστημική προσέγγιση, που συμπεριλαμβάνει την κοι­ νωνία, την κυβέρνηση, τη σχολική μονάδα και τη σχολική τάξη, τόσο στο χώρο της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης (Νικολάου, 2005) όσο και στο χώρο της Ει­ δικής Αγωγής (Παπάνης, Βίκυ & Γιαβρίμης, 2007). Το «να μάθουμε να ζούμε μαζί», δηλαδή, είναι ανάγκη να αποτελέσει αντικείμενο σχεδιασμού της κοι­ νωνίας, που ως όχημά του θα έχει το σχολείο και θα θεμελιώνεται σε νέες γνώσεις (Νικολάου, 2005). Ο ρόλος του σχολικού διευθυντή στην ομαλή ένταξη του νεοεισερχόμενου εκπαιδευτικού στη σχολική μονάδα Χριστίνα Αγαπητού M. Sc. Ευστάθιος Ξαφάκος M. Sc. Ιωάννης Πίκλας M. Sc. Ο ρόλος του σχολικού διευθυντή στην ομαλή ένταξη του νεοεισερχόμενου εκπαιδευτικού στη σχολική μονάδα είναι κεντρικός. Τα προβλήματα που αντι­ μετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί κατά την είσοδό τους στο εκπαιδευτικό επάγγελ­ μα είναι ποικίλα και για αυτόν το λόγο η συμβολή του διευθυντή στην ομαλή προσαρμογή τους καθίσταται αναγκαία. Η παρούσα εργασία επιχειρεί να επι­ σημάνει τη σημαντικότητα του ρόλου του σχολικού διευθυντή, καθώς και του μετασχηματιστικού στυλ ηγεσίας, κάνοντας αρχικά μία αναφορά στις συνθή­ κες εργασίας, με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι οι νεοδιορισθέντες εκπαι­ δευτικοί. Μέσα από τη μελέτη της διεθνούς βιβλιογραφίας, διαπιστώνεται ότι 792 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) ο σχολικός διευθυντής αποτελεί το πρόσωπο – κλειδί για τη διασφάλιση ενός υγιούς σχολικού κλίματος, καθώς μπορεί να δημιουργήσει το κατάλληλο κλί­ μα για την υποδοχή του νέου εκπαιδευτικού. Επιπρόσθετα, προτείνεται η υι­ οθέτηση ενός αποτελεσματικού στυλ ηγεσίας, όπως του μετασχηματιστικού, που να συμβάλλει στην ενδυνάμωση και παρώθηση των εκπαιδευτικών, κα­ θώς οι σχολικοί ηγέτες που υιοθετούν τέτοιες ηγετικές συμπεριφορές δίνουν έμφαση στην παρώθηση, στη προσωπική ανάπτυξη των εργαζομένων και επι­ δεικνύουν εξατομικευμένο ενδιαφέρον για τις ανάγκες του προσωπικού, δη­ μιουργώντας έτσι θετικό σχολικό κλίμα που χαρακτηρίζεται από συνεργασία και φιλικές σχέσεις. Ωστόσο, η μη εφαρμογή δράσεων για την ενσωμάτωση των εκπαιδευτικών στο σχολικό πλαίσιο, τούς οδηγεί στην απογοήτευση και αποθάρρυνση και σταδιακά στην επαγγελματική εξουθένωσή τους (burnout). Λέξεις-Κλειδιά: Διευθυντής, νεοδιορισθέντες εκπαιδευτικοί, μετασχηματιστι- κό στυλ ηγεσίας Summary The role of the school principal on the newly-appointed teachers’ adjustment to the school structure is central. New teachers have to deal with a variety of difficulties as they enter the teaching profession and thus, the principal’s contribution to their adjustment is essential. The present paper attempts to clarify the importance of the school principal’s role, as well as the transformational leadership, after an initial reference to the working conditions new teachers have to cope with. Among the international bibliography, it is noted that the school principal is the key figure who can ensure a healthy school climate. In addition, the adoption of an effective leadership style is suggested, such as the transformational one, as leaders who adopt these leadership behaviors emphasize on the motivation and the personal development of the employees. They also express their individual interest for the needs of the personnel, thus creating a positive school climate which is characterized by cooperation and warm relationships. However, the absence of actions aiming at the adjustment of newly-appointed teachers to the school environment leads to their disappointment and discouragement, and gradually creates feelings of professional exhaustion (burnout). Key words: school principal, newly- appointed teachers, transformational leadership style 793 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η αξιολόγηση του έργου του εκπαιδευτικού, ως παράμετρος της ευρύτερης Αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού Έργου Παναγιώτης Aναγνώστου M.Sc Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Univercity of Sofia, Faculty of Mathematics & Informatics Alexander Grigorof Dr, Univercity of Sofia, Faculty of Mathematics & Informatics Μαρία Μπατσολάκη Δρ., Σχολή Νοσηλευτικής ΑΤΕΙ Πάτρας Περίληψη Με την παρούσα εργασία γίνεται αναφορά στο Εκπαιδευτικό έργο και την αξιο­ λόγησή του ως σύνολο. Παράλληλα αναφερόμαστε στην ατομική αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού προσωπικού, αναλύοντας προβληματισμούς γύρω από την έννοια αξιολόγηση εκπαιδευτικού έργου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην κοι­ νωνική αποδοχή της αξιολόγησης όπως και στην μαθητική αξιο­λόγηση. Στο τέλος της εργασίας καταλήγουμε σε τεκμηριωμένη πρόταση για την επανα­ φορά της ατομικής αξιόλογης και κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει αυτή αποδεκτή. Λέξεις κλειδιά: Εκπαιδευτικό έργο, Αξιολόγηση, Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών, Ποιότητα Εκπαιδευτικού έργου Προτάσεις - Συμπεράσματα Τα κυριότερα επιχειρήματα λοιπόν υπέρ της αξιολόγησης μπορούν να θεω­ ρηθούν το ότι η αξιολόγηση λειτουργεί ανατροφοδοτικά με το διδακτικό και διοικητικό έργο του εκπαιδευτικού, τα προγράμματα σπουδών των παραγω­ γικών σχολών και τα προγράμματα επιμόρφωσης, το ότι η αξιολόγηση είναι χρήσιμη για τη βελτίωση όλου του εκπαιδευτικού συστήματος και το ότι είναι χρήσιμη στον εκπαιδευτικό, γιατί του παρέχει αυτοεκτίμηση, κίνητρα αποδο­ τικότητας, ασφάλεια και κύρος. 794 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Ταυτόχρονα, συμβάλλει στη δημιουργία συναίσθησης συνυπευθυνότη­ τας του εκπαιδευτικού για το εκπαιδευτικό έργο, είναι καθοριστικός παρά­ γοντας για την αξιοκρατία στην εκπαίδευση και απαραίτητη για την ανάδει­ ξη στελεχών. Ο ρόλος της αξιολόγησης ως ανατροφοδοτικής διαδικασίας κι παρακο­ λούθησης συνυφαίνεται οργανικά με την ίδια ποιότητα της εκπαίδευσης και αποσκοπεί στην διαρκή βελτίωση και αναθεώρηση της. Οι τέσσερις τομείς – άξονες αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού είναι: 1. Επαγγελματική κατάρτιση 2. Επάρκεια στην εργασία 3. Οργάνωση - Διοίκηση - Ανθρώπινες Σχέσεις 4. Γενική Συμπεριφορά - Δράση Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου προϋποθέτει τη χάραξη εκπαιδευ­ τικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, για την εφαρμογή της απαιτείται τόσο η συναίνεση των εμπλεκόμενων μερών όσο και η πολιτική βούληση. Η αξιολό­ γηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να «ενοχοποιήσει» ή να «ελέγξει» τους εκπαιδευτικούς αλλά για να υποστηρίξει όλες τις παραμέ­ τρους του εκπαιδευτικού συστήματος. έργου και στην επίτευξη των στόχων ποιότητας ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος. Γυναικεία ταυτότητα και υπο-πολιτισμική διαφοροποίηση στο σχολείο Ασπασία Βασιλάκη Εκπαιδευτικός, ΜΑ φοιτήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης Περίληψη Βασιζόμενοι στην παραδοχή ότι η οικογένεια και το σχολείο θωρούνται σαν οι πρώτοι βασικοί θεσμοί κοινωνικοποίησης, μια και από τους γονείς και το σχο- λείο τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν το ρόλο τους, χωρίς συστηματική διδα- σκαλία (Ζιώγου & Δεληγιάννη, 1999 [1981]:131) σκοπός της παρούσας εργα­ σίας είναι η διερεύνηση των κοινωνικών προτύπων και η «στερεοτυποποίηση» των γυναικείων κοινωνικών ρόλων στα γλωσσικά σχολικά εγχειρίδια, προκειμέ­ νου να στηριχθεί η εκτίμηση ότι μέσα από την οικογενειακή και σχολική «μα­ 795 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ θητεία» τους, τα νεαρά κορίτσια αποκλείονται από πρότυπα παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Η ανάλυση των κειμένων πραγματοποιήθηκε με το συνδυα­ σμό Ποιοτικής Ανάλυσης Περιεχομένου (Mayring, 1983) και Κριτικής Ανάλυ­ σης Λόγου (Fairclough, 1995) με έμφαση στην Κοινωνικο-Πολιτισμική Πρακτι- κή, σε μία προσπάθεια συγκερασμού των δύο μεθόδων. Abstract Based on the belief that both family and school are viewed as the initial fundamental institutions of socialization, since it is through parents and schooling that children begin to learn their roles, without systematic teaching (Ziogou & Deligianni, [1981] 1999:131), this research aims at investigating social norms, as well as the ‘standardization’ of female social roles in the school language textbooks, with a view to supporting the estimation that through their family and school ‘pupilage’, young girls are excluded from patterns of deviant behavior. The texts analysis was realized through a combination of Qualitative Content Analysis (Mayring, 1983) and Critical Discourse Analysis (Fairclough, 1995) with emphasis on the Socio-Cultural Practice level, on an attempt of mingling the two methods with each other. Ο Οργανισμός ΟΟΣΑ και η εκπαιδευτική αξιολόγηση Δέσποινα Βασιλάκη Δασκάλα Γιώργος Ποταμιάς Δάσκαλος, Υποψήφιος Διδάκτωρ ΕΚΠΑ Περίληψη Είναι αποδεκτό πως η εκπαιδευτική αξιολόγηση λειτουργώντας ως μοχλός βελτίωσης και αλλαγής των εκπαιδευτικών συστημάτων συμβάλλει στη διεύ­ ρυνση της γνώσης για το επιτελούμενο έργο σε κάθε εκπαιδευτικό σύστη­ μα. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια η αξιολόγηση και η βελτίωση των εκπαιδευ­ 796 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) τικών «προϊόντων» αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς στόχους που έχει θέσει ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) στο χώρο της εκπαίδευσης. Ωστόσο για να είναι γόνιμη η αξιο­ λόγηση του εκπαιδευτικού έργου προϋποθέτει τη χάραξη εκπαιδευτικής πο­ λιτικής και τη συναίνεση των εμπλεκόμενων μερών. Από το 2002 η ενασχόλη­ ση του ΟΟΣΑ με την εκπαίδευση κατέστη μέρος της οργανωτικής δομής του Οργανισμού μετά την ανακοίνωση του Γενικού Γραμματέα για τη δημιουργία της ανεξάρτητης Διεύθυνσης Εκπαίδευσης (Education Directorate). H Διεύθυνση υποδιαιρείται σε πέντε τμήματα: το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Καινοτομίας (Centre for Educational Research and Innovation- CERI), το Πρόγραμμα Διεθνούς Μαθητικής Αξιολόγησης (Programme for International Student Assessment-PISA), το Πρόγραμμα Διοίκησης Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης (Programme on Institutional Management in Higher Education-IMHE) και το Πρόγραμμα Εκπαιδευτικών Εγκαταστάσεων/Υποδο­ μών (Programme on Educational Building - PEB). Η ερευνητική δραστηριότη­ τα του ΟΟΣΑ παρέχει συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητας ενός εκ­ παιδευτικού συστήματος. Γίνεται αντιληπτό ότι η κριτική απέναντι στις έρευνες του ΟΟΣΑ είναι με­ ρικώς σωστή, όταν τονίζει τη λειτουργία των ερευνών ως νομιμοποιητικών οδών παγίωσης πολιτικών που δε συνάδουν με τα κοινωνικά συμφέροντα ή τις πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης. Γι’ αυτό η επιτυχία στους δείκτες του ΟΟΣΑ δε σημαίνει οικονομική και κοινωνική ευρωστία (π.χ. στη Φιλανδία υπάρχουν υψηλά ποσοστά νεανικής ανεργίας). Οι έρευνες του ΟΟΣΑ δίδουν αφορμή για αναστοχασμό σχετικά με τον αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο πι­ στοποιείται τόσο η γνώση που το εκπαιδευτικό σύστημα παρέχει όσο και το έργο που το σύστημα και οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί του παρέχουν. Χωρίς αξιοποίηση των ερευνητικών στοιχείων, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα θα εθελοτυφλεί μπροστά στα προβλήματα χωρίς να επανατροφοδοτείται μέσω αξιοκρατικής αξιολόγησης. 797 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ως παράγοντας ποιοτικής διδασκαλίας. Μια εφαρμογή στη Νεοελληνική Γλώσσα της Γ΄ Γυμνασίου Ιωάννα Βορβή Σχολική Σύμβουλος ΠΕ02 Ευγενία Δανιηλίδου Σχολική Σύμβουλος ΠΕ02 Περίληψη αναρτημένης ανακοίνωσης (poster) Ένας από τους παράγοντες που προσδιορίζει την ποιοτική διδασκαλία στο σύγχρονο σχολείο είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης των μαθητών. Η κριτική σκέψη απαιτεί πολλούς και ποικίλους τρόπους ανάπτυξής της καθώς και διαμόρφωση και αξιοποίηση ποικιλίας διδακτικών προσεγγίσεων. Προκει­ μένου να καταδειχθούν στη σχολική πράξη οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις και οι τεχνικές που υιοθετούνται με στόχο την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών, παρουσιάζεται μια εφαρμογή σε ενότητα της Νεοελληνικής Γλώσ­ σας της Γ΄ Γυμνασίου με αντικείμενο τη διαδικασία πρόσληψης και κατανόη­ σης γραπτού κειμένου από τους μαθητές. Στη διδακτική πράξη, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης κατά την πρόσληψη και την κατανόηση γραπτού λόγου μπορεί να υλοποιηθεί με διδακτικές μεθόδους/προσεγγίσεις ερευνητικού χα­ ρακτήρα όπως είναι η ανακαλυπτική μέθοδος, τα σχέδια εργασίας (project), η διαθεματική και η βιωματική προσέγγιση, η ομαδοσυνεργατική μέθοδος και η διδασκαλία με αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών. Με κατάλληλες ατομικές ή ομαδικές δραστηριότητες οι μαθητές κατα­ κτούν δεξιότητες πρόσληψης και κατανόησης κειμένου. Εντοπίζουν όχι μόνο τα δηλούμενα αλλά και των υπο-δηλούμενα νοήματα (κριτικός γραμματισμός), ακολουθούν στρατηγικές πρόβλεψης περιεχομένου του κειμένου, οδηγού­ νται στην ανάλυση και ερμηνεία του με ερωτήσεις ανάλυσης, σύνθεσης, αξι­ ολόγησης, κλειστού και, κυρίως, ανοιχτού τύπου. Ανιχνεύουν οπτικές από τις οποίες προσεγγίζεται η πραγματικότητα και καθώς το κείμενο είναι επιχειρη­ ματολογικό, διερευνούν τα επιχειρήματα, τα προβλήματα και τις θέσεις που προβάλλονται. Εκφέρουν απόψεις για το θέμα του συνδέοντάς το με βιώματά τους και την καθημερινή τους εμπειρία. Με τις Νέες Τεχνολογίες οι μαθητές ασκούνται στην αξιολόγηση και στην κριτική αντιμετώπιση των πληροφοριών. 798 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Αυτός ο τύπος δραστηριοτήτων συμβάλλει ώστε οι μαθητές να συνειδη­ τοποιήσουν ότι κατανόηση σημαίνει υιοθέτηση κριτικής στάσης απέναντι στις ιδέες του κειμένου και την οργάνωσή τους, να αποκτήσουν ακαδημαϊκές δεξιό­ τητες που θα τους επιτρέψουν να αντεπεξέρχονται στις απαιτήσεις όχι μόνο του γλωσσικού μαθήματος αλλά και άλλων γνωστικών αντικειμένων και τους δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχουν στα δρώμενα του σύγχρονου κόσμου. Πρόγραμμα Συνεκπαίδευσης Μαθητών Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. και μαθητών Α΄ Λυκείου Γεώργιος Γκλινός Κοινωνικός Λειτουργός, Ειδικός Εκπαιδευτής ΑΜΕΑ Αναστασία Παπαδοπούλου Εκπαιδευτικός Δ.Ε. - Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού στη ΔΕ Η έννοια της συνεπαίδευσης υποδηλώνει αυτό που όλοι οι μαθητές χρειάζονται: να συνυπάρχουν στα ίδια σχολεία, στις ίδιες τάξεις με όλα τα συνομίληκά τους παιδιά, μέσα σε ένα σχολείο που θα καλύπτει τις ανάγκες όλων των μαθητών, έτσι όπως θα χρειαστεί να συνυπάρξουν και στην ευρύτερη κοινωνία στο μέλλον. Σκοπός του προγράμματος συνεκπαίδευσης που σχεδιάσαμε, είναι να φέ­ ρει σε επαφή και δημιουργική αλληλεπίδραση τους μαθητές που φοιτούν σε σχολεία Ειδικής Αγωγής με τους μαθητές της γενικής εκπαίδευσης. Μέσα από αυτή την βιωματική επικοινωνία επιδιώκεται η ανάπτυξη επιμέ­ ρους στόχων όπως: • Καλλιέργεια μιας άλλης οπτικής της αντίληψης του «άλλου» • Ικανότητα αμφισβήτησης της προκατάληψης • Σεβασμός απέναντι στον άνθρωπο και την αξία του • Εκτίμηση και σεβασμός για τη διαφορετικότητα • Ευαισθητοποίηση σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας • Βελτίωση της αυτοεικόνας των μαθητών με Ειδικές Εκπαιδευτικές ανάγκες • Ανάπτυξη μεθόδων αντιμετώπισης της αναπηρίας μέσα από το μοντέ­ λο των «κοινωνικών σχέσεων» • Ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών για τις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών με έμφαση στα προγράμματα εξατομικευμένης εκπαίδευσης. 799 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Δραστηριότητες που περιλαμβάνει το Πρόγραμμα: Οι μαθητές του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. με την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού προσωπικού επιλέγουν ένα θέμα κοινωνικού ενδιαφέροντος, προετοιμάζουν και πραγματο­ ποιούν την παρουσιασή του σε μαθητές Α’ Λυκείου. Αντίστοιχα, οι μαθητές της Α΄ Λυκείου ενός άλλου σχολείου της κοινότητας παρουσιάζουν και αυτοί ένα θέμα που έχουν επιλέξει, στους μαθητές του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Στη συνέχεια γίνεται συζήτηση για τις παρουσιάσεις και μοίρασμα εμπειριών από τους μαθητές. Το επόμενο στάδιο είναι ο προγραμματισμός κοινών εκδηλώσεων από τις δύο ομάδες μαθητών όπως σχολικών γιορτών ή περιβαλλοντικών – πολιτιστι­ κών δράσεων, αλλά και δράσεων αγωγής σταδιοδρομίας, ώστε να αναπτύ­ ξουν στενότερους δεσμούς οι δύο σχολικές κοινότητες. Τελική επιδίωξη της παραπάνω δράσης είναι η ανάπτυξη της δυνατότητας των ανθρώπων με αναπηρία να ανήκουν στην κοινότητά τους και να γίνονται αποδεκτοί ως ισότιμα μέλη μιας κοινωνίας, η οποία αλλάζει και θεωρεί σημα­ ντικό κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από την αναπηρία του. Η συνεκπαίδευση θεωρείται σημαντική μεθοδολογική παράμετρος για την κοινωνική ένταξη μαθητών με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες και για την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού ΑΜΕΑ από την εκπαίδευση – κατάρτιση - αγορά εργασίας, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, τον εκδημοκρατισμό και το πολιτισμικό «άνοιγμα» μιας κοινωνίας.. Η κοινωνική ευθύνη του Διευθυντή στο σύγχρονο σχολείο Αθηνά Γκουτζινοπούλου Φιλόλογος-Διευθύντρια 18ου ΓΕ.Λ. Αθηνών Η κοινωνική ευθύνη του Διευθυντή στο σύγχρονο σχολείο διαφαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτός οδηγεί τα μέλη του οργανισμού στην υλοποίη­ση των σχεδίων και των αποφάσεών του, ώστε το σχολείο να βρίσκεται σε συνε­ χή αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον, με το οποίο η σχέση του εί­ ναι δυναμική. Το σχολείο με την καθημερινότητά του, μέσα από τη διαδικασία της επανατροφοδότησής του με την ανάπτυξη και την καλλιέργεια του κοι­ νωνικού του ρόλου και την κατά συνέπεια βελτιστοποίηση των πρακτικών του 800 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) αποτελεί παράγοντα επιμόρφωσης και αξιολόγησης όχι μόνο για τον εαυτό του (αυτό-επιμόρφωση και αυτό-αξιολόγηση), αλλά και για το κοινωνικό σύ­ νολο, ως στοιχείο αναφοράς του. Επιπλέον, δημιουργούνται μαθητές ενερ­ γοί και εμπλεκόμενοι, καθώς το σχολείο πρώτα είναι ανοιχτό σε αυτούς και μετά ανοιχτό στην κοινωνία. Συνεργατικά, λοιπόν, το σχολείο το δημιουργούν οι καθηγητές, οι μαθητές και η κοινωνία και δη η τοπική κοινωνία, με κινητή­ ριο μοχλό της σύνδεσης αυτής το Διευ­θυντή που έχει αντιληφθεί την κοινω­ νική του ευθύνη. Αφού εξασφαλιστεί εκ μέρους του Διευθυντή η επίτευξη της αγαστής συ­ νεργασίας στο χώρο του σχολείου του ίδιου με τους εκπαιδευτικούς και θε­ μελιωθεί το καλό κλίμα επικοινωνίας ομοίως του ιδίου και με τους μαθητές, εισάγεται στην επικοινωνία αυτή το σύνολο του διδακτικού προσωπικού. Απα­ ραίτητη είναι η επικοινωνία του Διευθυντή τού σχολείου με τους γονείς των μαθητών. Είναι γενικά παραδεκτό ότι η καλή συνεργασία σχολείου και οικο­ γένειας αποτελεί ένα βασικό στοιχείο για την ολοκλήρωση των στόχων του σχολείου, αφού η αρμονική συνεργασία μεταξύ των δυο αυτών κοινωνικών φορέων συντελεί στην επίλυση προβλημάτων του σχολείου και στην πραγμα­ τοποίηση περισσοτέρων αποτελεσμάτων στον τομέα της αγωγής των μαθητών. Ο Διευθυντής της σχολικής μονάδας συνεργάζεται επίσης με τα λεγόμε­ να Όργανα Λαϊκής Συμμετοχής, δηλαδή τις Σχολικές Επιτροπές και τις Δημο­ τικές Επιτροπές Παιδείας, ενώ είναι αυτονόητη η καλή σχέση που δημιουργεί ο Διευθυντής με τους Σχολικούς Συμβούλους και το Διευθυντή Εκπαίδευσης, αλλά και με τις σχολικές μονάδες της περιοχής. Κριτικός αναστοχασμός σε θέματα διδασκαλίας και κοινωνικής δικαιοσύνης: πιλοτική εφαρμογή ανώνυμου ερωτηματολογίου σε εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κυριακή Θεοδοσιάδου Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας Μέσα σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο λόγω της τεχνολογικής ανά­ πτυξης και της έκρηξης των γνώσεων, οι σύγχρονοι επαγγελματίες οφείλουν να προσαρμόζονται συνεχώς στα νέα δεδομένα, προκειμένου να είναι απο­ 801 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ τελεσματικοί. Βασική προϋπόθεση για το παραπάνω ζητούμενο είναι ο συ­ νεχής αναστοχασμός του επαγγελματία πάνω στον τρόπο εργασίας του, τις επιλογές του, τα αποτελέσματα της δουλειάς του κ.ά.. Έτσι, και ο εκπαιδευ­ τικός οφείλει να αναθεωρήσει τον παραδοσιακό του ρόλο και να στραφεί προς πρακτικές που τον καθιστούν «ερευνητή» και «μεταρρυθμιστή» της εκ­ παιδευτικής διαδικασίας. Μέσω του αναστοχασμού, ο εκπαιδευτικός θα εξο­ πλιστεί με όλα τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να είναι σε θέση να βελτιώνει τα αποτελέσματα της δουλειάς του, εντοπίζοντας λάθη και αδυναμίες. Ο κριτι­ κός αναστοχασμός διακρίνεται σε αναστοχασμό κατά τη διάρκεια της δρά­ σης (reflection in action) και σε αναστοχασμό πάνω στη δράση (reflection on action). Η παρούσα έρευνα επιδιώκει να μελετήσει το κατά πόσο οι εκπαιδευ­ τικοί Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναστοχάζονται κρι­ τικά (reflection on action) πάνω σε θέματα που αφορούν τη διδασκαλία τους σε σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη και εφαρμόστηκε σε δείγμα 30 εκπαι­ δευτικών από σχολεία του νομού Πέλλας με τη χρήση ανώνυμου ερωτηματο­ λογίου με ανοιχτές ερωτήσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ποσοστό 66% χρησιμοποιούν μεθόδους διδασκαλίας που συνάδουν με την καλλιέργεια της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας εί­ ναι 38.5%. Ακόμη, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών διάκειται θετικά απέναντι στον κριτικό αναστοχασμό, ανέφερε ότι είναι σε θέση να επηρεάσει σε με­ γάλο βαθμό τις επιδόσεις των μαθητών, είτε θετικά είτε αρνητικά, επιλέγει πρακτικές που βοηθούν στην προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσα στο πλαίσιο της τάξης και ακολουθεί πρακτικές αξιολόγησης που συνάδουν με την κοινωνική δικαιοσύνη. Μέσα από την έρευνα προκύπτουν ορισμένα πεδία που προσφέρονται για περαιτέρω διερεύνηση, όπως το αν καλλιερ­ γούν οι εκπαιδευτικοί την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα στην τάξη, μέσω συ­ γκεκριμένων πρακτικών που σχετίζονται με αυτήν και αν καταφεύγουν στον κριτικό αναστοχασμό κατά τη διάρκεια της δράσης (in action) στην προσπά­ θειά τους να αντιμετωπίσουν προβληματικές καταστάσεις που σχετίζονται με την κοινωνική δικαιοσύνη. 802 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Η Θεατρική Αγωγή στα Ολοήμερα Σχολεία με Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα: Θεωρητικές Επισημάνσεις και Προτάσεις για μια ποιοτική διδασκαλία Παντελής Ιωακειμίδης Εκπαιδευτικός, Υποψήφιος Διδάκτωρ Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. Παν/μίου Κρήτης Τα τελευταία χρόνια επιδιώκεται όλο και περισσότερο ο εμπλουτισμός του σχολικού προγράμματος με αντικείμενα, που θα χαλαρώνουν και ταυτόχρονα θα ξεκουράζουν τα παιδιά. Ένα από αυτά τα αντικείμενα θεωρείται η Θεατρι­ κή Αγωγή και έκφραση των μαθητών στο δημοτικό σχολείο. Το συγκεκριμέ­ νο αντικείμενο προσφέρεται από εκπαιδευτικούς της αντίστοιχης ειδικότητας στο πρόγραμμα του Ολοήμερου Σχολείου. Η Θεατρική Αγωγή (Θ.Α.) στην Ελλάδα αποτελεί ένα πεδίο, που αναπτύσ­ σεται ιδιαιτέρως την τελευταία εικοσαετία. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέ­ λιξη διαδραμάτισαν οι επίμονες αναζητήσεις των εκπαιδευτικών για την ανεύ­ ρεση τεχνικών, που θα βοηθήσουν τους μαθητές τους να απελευθερωθούν και να αναδείξουν ολόπλευρα την προσωπικότητά τους. Το Ολοήμερο Σχολείο με Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Πρόκειται για νεοσυσταθείσα μορφή ολοήμερου προγράμματος στη χώρα μας. Από το σχολικό έτος 2010-2011 λειτουργούν ανά την επικράτεια συνολι­ κά 800 τέτοιου είδους σχολικές μονάδες. Την επόμενη σχολική χρονιά ο αριθ­ μός τους αυξήθηκε σε 961. Κυρίαρχος στόχος του εν λόγω προγράμματος θεωρείται η ανάγκη για ποιοτική αναβάθμιση του θεσμού του Ολοήμερου Σχο­ λείου και η σύσταση του «Νέου Σχολείου», που θα θέσει στο κέντρο του τον μαθητή. Το κυρίως πρόγραμμα είναι υποχρεωτικό για όλα τα παιδιά. Η έναρ­ ξη του προσδιορίζεται για τις 8:10 το πρωί και η λήξη του για τις 14:00. Έπε­ ται μία ώρα για φαγητό και χαλάρωση των μαθητών. Το απογευματινό πρό­ γραμμα (για όσους το δηλώνουν) περιλαμβάνει άλλες δύο διδακτικές ώρες μαθημάτων. Η σχολική εργασία ολοκληρώνεται στις 16:15. Στις επόμενες γραμμές παρουσιάζουμε συνοπτικά την πρότασή μας για ένα ενδεικτικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων Θεατρικής Αγωγής στα Ολοήμε­ ρα Σχολεία με Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα: 803 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Θέμα: Η Ελιά Οι μαθητές εξασκούνται και καλούνται να αποδώσουν θεατρικά (βλ. Αναλό­ γιο) στίχους δημοτικών τραγουδιών και ποιημάτων, οι οποίοι έχουν ως θέμα τους την ελιά και το ελαιόλαδο. Τα παιδιά συνδυάζουν την παντομιμική αναπαράσταση και τις δράσεις αυ­ τοσχεδιασμού στην εικονοποίηση του θροίσματος των φύλλων ενός ελαιόδε­ ντρου-ανάλογα πάντα με την ένταση του ανέμου. Είναι δυνατή η ανάδειξη στην σκηνή της τάξης ενός σκετς από τους ίδιους τους μαθητές, με θέμα τα κωμικά γεγονότα, που εκτυλίσσονται κατά την πε­ ρίοδο της περισυλλογής του ελαιοκάρπου. Στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος, οι φοιτούντες στο ολοήμερο πρόγραμμα-μεταμφιεσμένοι σε δέντρα ελιάς- ανα­ λαμβάνουν να ράνουν τους ανυποψίαστους περαστικούς με ελαιόφυλλα και να τους φιλοδωρήσουν ελαιόλαδο ή καρπούς βρώσιμων ελαιών. Σε ένα γόνιμο και δημιουργικό Εργαστήριο Γραφής οι μαθητικές ομάδες ασκούνται στην ανάπτυξη ενός σύντομου θεατρικού επεισοδίου, με πρωτα­ γωνιστές μια ελιά (δέντρο) και τον ιδιοκτήτη ενός οικοπέδου, που επιθυμεί να πουλήσει την περιουσία του για την ανέγερση ενός σύγχρονου και πολυτε­ λούς εργοστασιακού συγκροτήματος. Στα ίδια πλαίσια, μια αγριελιά δίνει συ­ νέντευξη στο δαιμόνιο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ελαιοτυπία» κύριο «Λαδιά», παρουσιάζοντας στο αναγνωστικό κοινό τις πλούσιες εμπειρίες της ζωής της. Τα παιδιά δραματοποιούν το μύθο της Αθηνά και του Ποσειδώνα, οι οποί­ οι ερίζουν για το όνομα της πόλης του βασιλιά Κέκροπα. Στο ίδιο μήκος κύ­ ματος-και με αφορμή τον πίνακα του Θεόφιλου «Το λιομάζωμα»-οι συμμετέ­ χοντες αναπαριστούν την εικόνα της συλλογής του ελαιοκάρπου. Σπουδαίες ευκαιρίες για θεατρικά δρώμενα αποτελούν, επίσης, οι «σπονδές» προς τους νεκρούς στην Αρχαιότητα με μέλι, λάδι και κρασί, καθώς και η περιποίηση της πλούσιας κόμης των γυναικών της ίδιας περιόδου με ελαιόλαδο. Κατά τη διοργάνωση ασκήσεων θεατρικού παιχνιδιού, οι δρώντες χωρίζο­ νται σε ομάδες με το ερέθισμα μιας εικόνας (βλ. δέντρο ελιάς, φύλλα, λάδι, καρπός) και στη συνέχεια οι ίδιοι δημιουργούν μια ιστορία, που βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό και τη στιγμιαία τους έμπνευση. Η τάξη κατασκευάζει δακτυλόκουκλες και δημιουργεί τη δική της ιστορία με ήρωα τα μικρό «Λαδοπαστέλ», ο οποίος διηγείται τις περιπέτειες του και μας μιλά για τους προγόνους του (βλ. τα διαφορετικά είδη ελιάς). 804 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Εκπαίδευση και πρόσβαση στα αγαθά του πολιτισμού: Επισκέψεις μαθητών ενός ειδικού σχολείου σε μουσεία και καθημερινή σχολική πράξη Χαρίκλεια Κανάρη Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής, Μουσειοπαιδαγωγός, Υποψήφια Διδάκτωρ Παν/μίου Θεσσαλίας Περίληψη Τα μουσεία σήμερα δεν αποτελούν μόνο χώρους συλλογής, διαφύλαξης και έκθεσης αντικειμένων αλλά χώρους με πολυδιάστατο εκπαιδευτικό και κοινω­ νικό ρόλο. Στο πλαίσιο αυτής της ανθρωποκεντρικής αντίληψης, τα μουσεία αναγνωρίζουν ότι οι επισκέπτες τους έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, ενδι­ αφέροντα, ανάγκες και προσδοκίες και αναπτύσσουν ποικίλες δράσεις με σκο­ πό την πραγμάτωση του διευρυμένου εκπαιδευτικού και κοινωνικού τους ρό­ λου. Στη χώρα μας η εκπαιδευτική δράση των μουσείων ήταν και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να είναι προσανατολισμένη στο μαθητικό κοινό. Τα τελευ­ ταία χρόνια, ωστόσο, τα μουσεία στρέφουν το ενδιαφέρον τους και σε άλλες ομάδες κοινού όπως ομάδες ενηλίκων, οικογένειες, άτομα με αναπηρίες, κ.ά. Η παρούσα εργασία αναφέρεται, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, στην παιδευτική αξιοποίηση του μουσείου από μαθητές με αναπηρίες και ειδι­ κές εκπαιδευτικές ανάγκες και εστιάζει τόσο στο ρόλο των εκπαιδευτικών όσο και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μουσείου ως χώρου μάθησης και από­ κτησης εμπειριών. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την πρόσβαση των παιδιών στα πολιτισμικά αγαθά που τα μου­ σεία διαχειρίζονται αλλά και για την προάσπιση του δικαιώματός τους στον πο­ λιτισμό. Παράλληλα, το εύρος των μουσειακών συλλογών, η ιδιαίτερη ποιότητα της μάθησης στο μουσείο, η κοινωνική διάσταση της διαδικασίας της μάθησης και της φύσης της μουσειακής εμπειρίας, η σύνδεση της μάθησης με την ψυ­ χαγωγία και την απόκτηση εμπειριών, καθιστούν το μουσείο ένα δυναμικό πε­ δίο για την εκπαίδευση όλων των παιδιών με ή χωρίς αναπηρίες και ειδικές εκ­ παιδευτικές ανάγκες. Επιπλέον, η σύνδεση των επισκέψεων σε μουσεία με την καθημερινή σχολική πράξη συμβάλλει όχι μόνο στον εμπλουτισμό της αλλά και στη διαμόρφωση συνθηκών για την απόκτηση πλούσιων μαθησιακών και κοινω­ νικών εμπειριών στο πλαίσιο μιας εκπαίδευσης που σέβεται τη διαφορετικότη­ τα και προσφέρει ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε όλα τα παιδιά. 805 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Εκπαίδευση και Ομοφοβία Ζαχαρένια Καραθανάση Νηπιαγωγός Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, MSc στις Σπουδές Φύλου Μιλώντας για ομοφυλοφιλία και λεσβιασμό στο χώρο της εκπαίδευσης αναφερόμαστε κυρίως: α) στον εκφοβισμό (bullying) και την παρενόχληση (harassment) που υφίστανται οι μαθήτριες και μαθητές αλλά και οι εκπαιδευ­ τικοί με ομοερωτικό προσανατολισμό, β) στον αντίκτυπο αυτών των μορφών συμπεριφοράς στα ίδια τα άτομα και γ) στην ανυπαρξία θεμάτων σεξουαλικού προσανατολισμού στα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών της Εκπαίδευσης. Πολλά ΛΟΑΤ άτομα (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφισεξουαλικοί-ές, Τρανσε­ ξουαλικοί) αντιλαμβάνονται το σεξουαλικό τους προσανατολισμό κατά τη δι­ άρκεια της φοίτησής τους στο σχολείο, γεγονός που σημαίνει πως διανύουν τη σχολική τους ζωή έχοντας γνώση της «ιδιαιτερότητάς» τους και μένοντας δυνητικά ευάλωτα. Στο χώρο του σχολείου, όταν ένας έφηβος ή μία έφηβη γίνεται αντιληπτός-ή ως ομοφυλόφιλος ή λεσβία απομονώνεται και αντιμετω­ πίζεται εχθρικά (χρήση προσβλητικών εκφράσεων, απομόνωση, περιθωριο­ ποίηση, σωματική και λεκτική βία και πολύ συχνά ετικετοποίηση). Σημαντικός παράγοντας για την αποφυγή ή τουλάχιστον τη μείωση αυτού του είδους συ­ μπεριφορών από πλευράς μαθητών-τριών είναι ο τρόπος αντιμετώπισης του θέματος από την κοινότητα των εκπαιδευτικών. Αν δεν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση δε θα φτάσουμε ποτέ σε μια πραγματική ισότητα, πράγμα που εί­ ναι και το ζητούμενο. Και επειδή όπως συνηθίζουμε να λέμε «Όλα είναι θέμα Παιδείας», κατανοούμε απόλυτα τη σημασία του ρόλου της εκπαίδευσης στην επίλυση προβλημάτων που σχετίζονται με το σεξουαλικό προσανατολισμό. 806 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Τρεις χάριτες στην υπηρεσία της διδασκαλίας της ξένης γλώσσας: Mουσική - Tέχνη - Λογοτεχνία. Μια «τρισδιάστατη» προσέγγιση της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Η περίπτωση της Ιταλικής γλώσσας στις δομές της Δια Βίου Μάθησης Χριστίνα Κλειδαρά Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Α.Π.Θ. Στυλιανή Μπίκα Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Α.Π.Θ. Όλγα Τσέκρελη Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Α.Π.Θ. Περίληψη Στο συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον η ανάπτυξη γλωσσικών προγραμμάτων μέσα στο πλαίσιο της Δια Βίου Μάθησης δίνει τη δυνατότητα της εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας στους ενήλικες. Η κατάκτηση της γλώσ­ σας αυτής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω διαφόρων μορφών τέχνης έτσι ώστε η διδακτική διαδικασία να βοηθά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των εκπαιδευομένων και στην απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων που τους επιτρέπουν να αποδεχθούν την ετερότητα και να ανταλλάξουν πληροφορίες χρήσιμες στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό αλλά και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Abstract The development of language programs in the context of Lifelong Learning provides to adults the opportunity of learning a foreign language in the constantly changing economic environment. The conquest of such a language can be done through various art forms so that the teaching process will assist the development of the student’s personality. It will also help them acquire social skills that will enable them to accept diversity and to exchange information relevant to the social, economic, political and cultural events. 807 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ανάπτυξη επιστημονικού εγγραμματισμού σε μαθητές/τριες υψηλών ικανοτήτων και προδιαθέσεων μάθησης μέσω διαφοροποιημένης διδασκαλίας στο μάθημα των Φυσικών Επιστημών στο δημοτικό σχολείο Γεωργία Κόκκινου Δασκάλα, M. Ed., υπ. Δρ. ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Αθηνών Από τον 21ο αιώνα υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση σχετικά με την εκπαίδευση μαθητών/τριών με ιδιαιτερότητες σε χώρες κυρίως της Άπω Ανατολής αλλά και της Σκανδιναβικής χερσονήσου. Στα περισσότερα κράτη της δυτικής Ευ­ ρώπης ενθαρρύνεται η ανάπτυξη της Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης για αυτά τα παιδιά (μέσα στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος) – γεγονός που ενι­ σχύθηκε και από τη Συμφωνία της Σαλαμάνκα. Η ανάπτυξη αναλυτικών προ­ γραμμάτων για μαθητές/τριες με υψηλές ικανότητες και προδιαθέσεις μάθη­ σης πρέπει να ειδωθεί ως μια μακρόχρονη διαδικασία που περιλαμβάνει την υιοθέτηση του ισχύοντος αναλυτικού προγράμματος με παρεμβολές διαφο­ ροποιημένων διδακτικών ενοτήτων καθώς και την ανάπτυξη νέων αναλυτικών προγραμμάτων ώστε να είναι κατάλληλες και να συμβαδίζουν με τα χαρακτη­ ριστικά και τις ανάγκες τους. Επιστήμη για όλους είναι το σύγχρονο αίτημα των εκπαιδευτικών κοινοτή­ των αλλά και κάθε πολιτείας που θέλει τους πολίτες της ενήμερους και ικα­ νούς να διαχειρίζονται προβλήματα της καθημερινότητας τους με επιτυχία, αξιοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο γνώσεις και δεξιότητες που αφορούν την κάθε επιστήμη. Public Understanding of Science είναι το εγχεί­ ρημα που ήδη έχει εισαχθεί στη Μάλτα, ταυτόχρονα με τα παραδοσιακά θέ­ ματα των φυσικών επιστημών, και σκοπό έχει να εκπαιδεύσει όχι μόνο τους μαθητές/τριες που θα ασχοληθούν στη μετέπειτα ζωή τους με τις φυσικές επιστήμες αλλά και όλους τους μαθητές/τριες, ασχέτως των μελλοντικών επαγγελματικών επιλογών τους, παρέχοντας τους τη δυνατότητα να δουν τι είναι φυσική και τεχνολογία και ποιος είναι ο ρόλος τους στη σύγχρονη κοι­ νωνία. Ο επιστημονικός γραμματισμός είναι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος όρος και ο πιο πρόσφατος εκπαιδευτικός στόχος των ευρωπαϊκών σχολείων και όχι μόνο. Σκοπός της παρούσας πιλοτικής έρευνας είναι η επιτυχής σύ­ ζευξη της προσπάθειας για διαφοροποίηση της διδασκαλίας με την επιτακτι­ κή ανάγκη ανάπτυξης επιστημονικού εγγραμματισμού στους μαθητές/τριες υψηλών ικανοτήτων μάθησης δημοτικών σχολείων της Κύπρου. 808 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Οικογένεια και Σχολείο: Η συμβολή της κοινής αξιακής γραμμής στην κοινωνική, ηθική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Ο ρόλος της προσωπικότητας του δασκάλου στη γεφύρωση χασμάτων Άννα Κορακή Δασκάλα, Μετ/χιακή Φοιτήτρια Π.Τ.Δ.Ε ΕΚΠΑ Μαρία Καργιώτη Δασκάλα, Μεταπτυχιακό Ειδικής Αγωγής, Π.Τ.Δ.Ε ΕΚΠΑ Ο σκοπός της έρευνας μας ήταν διπλός. Πρώτον να διαπιστώσει την ύπαρ­ ξη διαφορών ανάμεσα στις αξίες που υιοθετούν οι γονείς και μεταδίδουν στα παιδιά τους και στις αξίες που προωθούνται μέσα από την εκπαίδευση. Δεύ­ τερον να διερευνήσει την σημαντικότητα της προσωπικότητας του εκπαιδευ­ τικού στις περιπτώσεις που παρατηρούνται ανομοιογένειες ή ασυμβατότητα στον τομέα αυτό. Τα ευρήματά μας έδειξαν ότι γενικά δεν υπάρχουν σημα­ ντικές διαφορές μεταξύ οικογενειακών και εκπαιδευτικών αξιών όσον αφορά τις αξίες που διερευνήθηκαν. Ειδικότερα, οι γονείς: • Δεν αποδέχονται την συνεκπαίδευση των παιδιών τους σε σχολεία γε­ νικής κατεύθυνσης με μαθητές ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών. Ενώ εμφανίζονται κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι σε θέματα διαφορετικό­ τητας, εντούτοις αναγνωρίζουν την ύπαρξη αντικειμενικών παραγό­ ντων στην εκπαίδευση αποτρεπτικών στην ένταξη της διαφορετικότη­ τάς στα σχολεία γενικής φοίτησης • Φαίνεται ότι δεν εγκρίνουν τακτικές απομόνωσης και παραγκωνισμού των χαμηλής επίδοσης μαθητών από «καλούς μαθητές» της τάξης • Η συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του δασκάλου, που τον καθιστούν πρότυπο για τους μαθητές του, θα πρέπει να διατρέχονται κυρίως από αξίες όπως η δικαιοσύνη, η αγάπη για τη δουλειά του και τους μαθητές του • Επιμένουν, πάντως, στον παραδοσιακό εκείνο τύπο δασκάλου – μετα­ δότη γνώσεων και πιστεύουν πως η μετάδοση γνώσεων και η αξιολόγη­ ση των μαθητών του με βάση αυτές αποτελεί κύρια αρμοδιότητά του • Επιθυμούν έναν δάσκαλο κοινωνικά ευαισθητοποιημένο που να διαθέ­ τει ανθρωπιστική παιδεία και πνευματική καλλιέργεια 809 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ • Θεωρούν απαραίτητη τη συνεργασία σχολείου – οικογένειας για την πρόοδο των μαθητών, τη συναισθηματική τους στήριξη, την ανάπτυ­ ξη της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων τους Οι δάσκαλοι: • Έχουν επίγνωση των εν γένει στάσεων και αντιλήψεων των γονέων για θέματα που άπτονται της συνεργασίας σχολείου – οικογένειας και του ρόλου του δασκάλου στην καλλιέργεια αξιών • Αξιολογούν σημαντική την ικανότητα του δασκάλου να αφουγκράζε­ ται, να κατανοεί και να συναισθάνεται, χωρίς να ακυρώνει, το γονέα • Δίνουν έμφαση στην επικοινωνιακή ευελιξία και στους χειρισμούς του ίδιου του δασκάλου στις σχέσεις τους με τους γονείς εξαιτίας της ισχυ­ ρής συναισθηματικής σχέσης που συνδέει γονείς και παιδιά • Θεωρούν πως οι γονείς δε θα πρέπει να εμπλέκονται στη λειτουργία του σχολείου, αφού τις περισσότερες φορές η εμπλοκή τους δημι­ ουργεί προβλήματα • Ως προς τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ιεραρχικά τοποθε­ τούν την υπομονή και επιμονή, τα ηγετικά προσόντα, την αγάπη προς τους μαθητές και το αίσθημα δικαίου, την αγάπη για το επάγγελμα και το πρότυπο της συμπεριφοράς. Διαδραστικό πολυμεσικό υλικό στην εκπαιδευτική διαδικασία: Το παράδειγμα της Γεωγραφίας-Γεωλογίας Α΄ Γυμνασίου Όλγα Μανούρη Βιολόγος Γυμνασίου, Εκπαιδευτήρια Δούκα Βασίλης Οικονόμου Υπεύθυνος Συστημάτων Πληροφορικής, Εκπαιδευτήρια Δούκα Κάτω από το γενικό τίτλο «Εκπαιδευτική Τεχνολογία 1:1» (“1:1 educational computing”) περιγράφεται η εκπαιδευτική πρακτική κατά την οποία κάθε μα­ θητής μέσα σε μια τάξη διαθέτει μια ατομική υπολογιστική συσκευή με την οποία συμμετέχει στις μαθησιακές δραστηριότητες. Ο Μαθητικός Υπολογι­ 810 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) στής (Μ.Υ.), που υιοθετήσαμε στα Εκπαιδευτήρια Δούκα με στόχο την αξιο­ ποίησή του στην εκπαιδευτικά διαδικασία, είναι φορητή συσκευή με οθόνη αφής και εξοπλισμένος με δυνατότητες ασύρματης δικτύωσης. Στα Εκπαιδευ­ τήρια Δούκα, για την υποστήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας αναπτύξαμε εκπαιδευτικό πολυμεσικό υλικό που ξεπερνά τα 50 GΒ. Για τη διαχείριση του υλικού αυτού, αλλά και του Μ.Υ. γενικότερα, αναπτύχθηκε ως εφαρμογή, μια «επιφάνεια εργασίας» (το “Desktop for Student - DfS”). Η ανάπτυξη της δια­ χειριστικής εφαρμογής ξεκίνησε έχοντας κατά νου… • την ευχρηστία του Μαθητικού Υπολογιστή, • την προσβασιμότητα στο εκπαιδευτικό υλικό, • τη διαθεσιμότητα του εκπαιδευτικού υλικού οπουδήποτε, ανεξάρτη­ τα από την διαθεσιμότητα του διαδικτύου, • τη συγκέντρωση του πολυπληθούς εκπαιδευτικού υλικού σε ένα “ερ­ γαλείο” μάθησης, • την ανεξαρτησία του μαθητή, που αποδεσμεύεται από τη βαριά του σχολική τσάντα και το εξοπλισμένο γραφείο μελέτης, • την υποστήριξη του εκπαιδευτικού, του μαθητή αλλά και του γονέα του (στη διαδικασία δημιουργικής μελέτης). Το λογισμικό αυτό απευθύνεται στον εκπαιδευτικό και το μαθητή, με σκο­ πό να τους προσφέρει: • τη φιλοσοφία της σύγχρονης γεωγραφικής εκπαίδευσης. • ορισμένες πρόσθετες γνώσεις, οι οποίες αφορούν την αλληλεπίδρα­ ση φυσικών και ανθρώπινων συστημάτων. • απαντήσεις σε όσες ερωτήσεις του διδακτικού βιβλίου παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. • προτάσεις για ενδεικνυόμενες διδακτικές ενέργειες και εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας. • προτάσεις για τον τρόπο αξιολόγησης των μαθητών Σε ορισμένα σημεία η ανάλυση των επιμέρους θεμάτων φαίνεται να ξε­ περνά το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ανάπτυξη του συγκεκριμένου μα­ θήματος στο βιβλίο του μαθητή. Αυτό είναι λογικό, γιατί: • τα σχολικά εγχειρίδια είναι συνοπτικά και • συχνά οι μαθητές συγκρατούν από τη διδασκαλία κυρίως θέματα που προσέλκυσαν ιδιαίτερα την προσοχή τους. Το συγκεκριμένο λογισμικό είναι μία προσπάθεια διαδραστικής σύνθεσης του βιβλίου του μαθητή, του βιβλίου του καθηγητή και των δυνατοτήτων της τεχνολογίας. Φυσικά δεν θα μπορούσε να φτιαχτεί εάν δεν στηριζόταν σε ένα καλά καταστρωμένο σχέδιο μαθήματος. 811 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Παγκοσμιοποίηση και διαπολιτισμική εκπαίδευση. Ο ρόλος του Διευθυντή σχολικής μονάδας Βάια Μανώλη Διευθύντρια 8/θ Δημ. Σχ. Ισθμίας Κορινθίας Περίληψη Οι περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες εξαιτίας της πολιτισμικής ετερότητας αντιμετωπίζουν φαινόμενα μισαλλοδοξίας, ξενοφοβίας και ρατσισμού. Για την αντιμετώπισή τους απαιτούνται αλλαγές και παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική και σχολική πολιτική. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και με δεδομένες τις συνθήκες της πο­ λυπολιτισμικότητας, ο διευθυντής της σχολικής μονάδας ως υπεύθυνος για την ομαλή λειτουργία του σχολείου και το συντονισμό της σχολικής ζωής» (ΦΕΚ 167, τ. Α, ν. 1566/1985, άρθρο 11) σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθε­ σία καλείται, μέσα από το πολυσύνθετο ρόλο του, να ανταποκριθεί στις προ­ κλήσεις της εποχής, να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που του παρέχονται από την Πολιτεία και να υιοθετήσει πρακτικές που προωθούν τη διαπολιτισμική προ­ σέγγιση: Να προσφέρει δυνατότητες για πολιτισμική επικοινωνία και αμοιβαία γνωριμία των παιδιών μεταξύ τους και να διαβεβαιώσει τα άτομα ότι η ανα­ γνώριση της ετερότητας δεν υποσκάπτει τις προσπάθειες για την εδραίωση κοινών πολιτισμικών αξιών, αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης ανάμε­ σα στις κοινωνικές ομάδες (Δαμανάκης, 1999). Στην εργασία που ακολουθεί αρχικά οριοθετούνται οι έννοιες και οι δια­ στάσεις των φαινομένων της παγκοσμιοποίησης και της διαπολιτισμικότητας. Γίνεται αναφορά στο ρόλο και τις αρμοδιότητες του Διευθυντή για τη δημι­ ουργία ενός σχολείου ευέλικτου, ικανού να προσαρμόζεται στις αλλαγές και να αντιμετωπίζει δημιουργικά. τις προκλήσεις της εποχής. 812 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) Διδασκαλία της Λογοτεχνίας με τη μέθοδο project: «Η φύση στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη» Στέλλα Νάκη Δρ. Η αλματώδης ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας τον 21ο αιώνα επηρέα­ σε και την εκπαίδευση. Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε το Νέο Σχολείο με στό­ χους να προετοιμαστούν οι μαθητές με βάση τις αρχές του ανθρωπισμού, να αναζητούν τη δια βίου μάθηση και να γίνουν υπεύθυνοι πολίτες. Η αναβάθ­ μιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης συνδέεται με την ποιοτι­ κή διδασκαλία, που ευνοεί την καινοτομία, τη δημιουργικότητα, την ψηφιακή επικοινωνία, ωθεί τους μαθητές να μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν, ενώ ο εκ­ παιδευτικός δημιουργεί εφαρμόζοντας νέες διδακτικές μεθόδους αξιοποιώ­ ντας τις Τ.Π.Ε.. Βασιζόμενοι στα παραπάνω σχεδιάσαμε ένα σενάριο για τη Β΄ Γυμνασίου διάρκειας 12 διδακτικών ωρών με τη μέθοδο project αξιοποιώντας την ομα­ δοσυνεργατική μάθηση και τη θεωρία του εποικοδομισμού. Σκοπός του σεναρίου ήταν να γνωρίσουν οι μαθητές τον Οδυσσέα Ελύτη, την προσήλωσή του στον μικρό και μέγα κόσμο της φύσης και στην αλήθεια που κρύβεται μέσα της συνομιλώντας με τα ποιήματα, [Πίνοντας Ήλιο Κοριν- θιακό], Το Ερημονήσι, Τα τζιτζίκια, Ο ήλιος ο ηλιάτορας, Άξιον Εστί: Το Δοξα- στικόν,(στρ. 1-7), ενώ στόχοι να εντοπίσουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του, να περιγράψουν την εικονοποιία των ποιημάτων, να εντοπίσουν τη σχέση του ποιητή με τη φύση, να συνθέσουν ένα κείμενο για τη σχέση αυτή, να απολαύσουν και να αξιολογήσουν αισθητικά τα ποιήματα καταγράφοντας τα συναισθήματά τους, να ασκηθούν στην ομαδοσυνεργατι­ κή μάθηση, στη μέθοδο project, στην αξιοποίηση των Τ.Π.Ε. και στην ιστοε­ ξερεύνηση, να ζωγραφίσουν, να δημιουργήσουν κολάζ και βίντεο, να τραβή­ ξουν φωτογραφίες εμπνεόμενοι από την παρουσία της φύσης στην ποίηση του Ελύτη και να οργανώσουν στην τάξη τους μια εκδήλωση αφιερωμένη σε αυτόν παρουσιάζοντας τα έργα τους. Οι μαθητές χωρισμένοι σε τρεις ομάδες («οι φιλόλογοι», «οι καλλιτέχνες», «οι κριτικοί») συμπληρώνουν τα φύλλα εργασίας και παρουσιάζουν τα απο­ τελέσματα του project οργανώνοντας στην τάξη τους Έκθεση για τον Ελύτη. 813 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ο ρόλος της οικογένειας στην εξασφάλιση της επαγγελματικής ανάπτυξης και της ετοιμότητας των νέων κατά τη μετάβαση από το σχολείο στο χώρο της εργασίας Γιάννης Σούλης Φιλόλογος - Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού Αικατερίνη Σούλη Φιλόλογος Στόχος της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση του βαθμού συμβολής της οικογένειας στην εξασφάλιση της επαγγελματικής ανάπτυξης των εφήβων και της ετοιμότητά τους κατά τη μετάβαση από το σχολείο στο χώρο της εργασίας. Το πλήθος του δείγματος αποτέλεσαν 221 μαθητές της Γ΄ Λυκείου συμμε­ τέχοντας από διάφορα σχολεία της Πρωτεύουσας (3) και της επαρχίας (5). Ως μέσο για τη συγκέντρωση των δεδομένων χορηγήθηκε αυτοσχέδιο ερω­ τηματολόγιο το οποίο εστίασε, με 43 ερωτήματα, σε: δημογραφικά στοιχεία, οικογενειακά χαρακτηριστικά, διαδικασία μάθησης και διερεύνηση ετοιμότη- τας για μετάβαση από το σχολείο στο χώρο της εργασίας. Το ερωτηματολό­ γιο συμπληρώθηκε από τους μαθητές παρέχοντας, έτσι, έμμεσα πληροφο­ ρίες για τους γονείς. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με το S.P.S.S. και χρησιμοποιήθηκε τόσο η πε­ ριγραφική, όσο και η επαγωγική Στατιστική. Το βασικότερο συμπέρασμα της έρευνας αυτής είναι ότι οι νέοι αναγνω­ ρίζουν, έμμεσα, ότι οι γονείς παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαγγελματικής ανάπτυξης και της ετοιμότητάς τους για τη μετάβαση από το σχολείο στο χώρο της εργασίας (ποσοστό 80%) επαληθεύοντας, έτσι, την αρχική μας υπόθεση. Ένα σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι οι νέοι ζητούν από τους γονείς την οργάνωση της επαγγελματικής ανάπτυξης μέσα από ποιοτι- κές σχέσεις: «Συζήτηση με γονείς», «καλλιέργεια ειδικών ικανοτήτων - επαγ­ γελματική εμπειρία» σε ποσοστό 98,5%. Αυτό δείχνει ότι οι γονείς χρειάζονται εκπαίδευση για αποτελεσματικότε­ ρη εμπλοκή τους στην επαγγελματική ανάπτυξη των νέων και προετοιμασίας τους για το επαγγελματικό μέλλον. Ωστόσο, υπάρχουν μεταβλητές – παράμετροι που δεν μπορούν να εντο­ πιστούν με ασφάλεια, όπως τα χαρακτηριστικά της αισιοδοξίας ή και της αμ­ 814 ANAΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (POSTERS) φιθυμίας που διακατέχουν τους μαθητές – εφήβους κατά την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου και επηρεάζουν, πιθανόν, το στατιστικό αποτέλεσμα. Βέβαια, η συγκεκριμένη έρευνα έχει περιορισμούς, που δεν επιτρέπουν τη γενίκευση των αποτελεσμάτων, αφού χρησιμοποιήθηκε ένα μη σταθμι­ σμένο ερωτηματολόγιο και επιπλέον «τα επιστημονικά και εμπειρικά δεδομέ­ να δεν επιτρέπουν τόσο μεγάλη αισιοδοξία σχετικά με την αξιοπιστία και το κύρος των μέτρων διαπίστωσης της ωριμότητας του ατόμου» (Δημητρόπου­ λος, 1999: 162). Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και η συμβολή της στην ποιοτική εκπαίδευση Αικατερίνη Σταμάτη Διδάκτωρ Γαλλικής Γλώσσας ,Φιλολογίας και Πολιτισμού, Διευθύντρια 1ου Λυκείου Καισαριανής Η ποιότητα στην εκπαίδευση είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων. Ένας από τους πιο καθοριστικούς είναι η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη βασικής επαγγελματικής εκπαίδευσης με την οποία συνδέεται στενά και είναι αναπόσπαστο στοιχείο της επαγγελματικής σταδι­ οδρομίας του εκπαιδευτικού με τον όρο ότι είναι μάλλον μια διαδικασία πρό­ κλησης, ενίσχυσης και προσφοράς ευκαιριών για αυτό-εξέλιξη του εκπαιδευτι­ κού και ποιοτική απόδοση. Ορίζεται ως «επιμόρφωση» το σύνολο των μέτρων και των δραστηριοτήτων που υιοθετούνται και εφαρμόζονται με πρωταρχικό ή αποκλειστικό σκοπό τη βελτίωση και παραπέρα ανάπτυξη των ακαδημαϊκών ή πρακτικών και προσωπικών γνώσεων, δεξιοτήτων, ικανοτήτων και ενδιαφερό­ ντων των εκπαιδευτικών.Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι μια αδιαμφι­ σβήτητη διαδικασία,απολύτως επιβεβλημένη που συμβάλλει στην αναβάθμιση της σχέσης του εκπαιδευτικού και του έργου που παράγει, με απώτερο σκο­ πό την εξέλιξη του και την πρόοδο. Μπορεί να προσφέρει καλύτερο επίπεδο γνώσεων, οξύνει την κριτική σκέψη, μεταμορφώνει τις υποχρεώσεις σε από­ λαυση. «Έργο της είναι η μεταβολή της συνειδητότητας, η διαφοροποίηση των τρόπων αυτογνωσίας και η διασάφηση της δράσης με σκοπό την προώ­ θηση ενός άλλου εκπαιδευτικού σε ένα άλλο σχολείο, σε μια άλλη κοινωνία..» Το εκπαιδευτικό σύστημα στηρίζει τις κάθε είδους αλλαγές, παρότι η κάθε 815 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ επικείμενη αλλαγή προκύπτει μέσα από συγκρούσεις, αναστολές, αντιφάσεις. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η επιμόρφωση αναβαθμίζει τον εκπαι­ δευτικό διευρύνοντας τους ορίζοντες του, προσφέροντας του γνώσεις και ερεθίσματα για έρευνα κατά την εκπαιδευτική του πορεία.Σύμφωνα με την εμπλοκή τού κάθε εκπαιδευτικού στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε διάφορες θέσεις ευθύνης, στις ανάγκες που προκύπτουν, καθορίζεται και ο τύπος επιμόρφωσης που θα ακολουθήσει. Η επιμόρφωση είναι μία δραστηριότητα αναπόσπαστη της διά βίου εκ­ παίδευσης, η οποία εκπονείται κατά την διάρκεια της εκπαιδευτικής πορείας του εκπαιδευτικού, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ένα εκπαι­ δευτικό σύστημα δεν είναι αναπόσπαστο των κοινωνικών-ιστορικών δρώμε­ νων, και αυτό διότι η επιμόρφωση είναι αρκετά συνδεδεμένη με την εξέλιξη σε κάθε επίπεδο της ζωής H επιμόρφωση συνεπώς στοχεύει: • Στο να ενημερώσει τους νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς ώστε να γνω­ ρίσουν το αναλυτικό πρόγραμμα, τα διδακτικά βιβλία, την εκπαιδευ­ τική πολιτική γενικότερα, ώστε να προσαρμοστούν στην πραγματικό­ τητα του σχολείου και να είναι αποδοτικοί στο έργο τους. • Να ενημερώσει τους ήδη ενεργούς εκπαιδευτικούς για την επιστημο­ νική εξέλιξη, για την αξιολόγηση και την ικανότητά τους να προσαρ­ μόζονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες • Να ενημερώσει ως προς τα νέα αντικείμενα και τις νέες εξελίξεις στην εκπαίδευση Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα ανωτέρω στοιχεία μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι η επιμόρφωση για να λειτουργήσει ως πυρήνας αναβάθμισης της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να μην παραβλέψει τις ατομικές ανάγκες του εκπαιδευτικού, τις ανά­ γκες του σχολείου, των ομάδων σχολείων, τις ανάγκες των εκπαιδευτι­ κών περιφερειών και του σχολικού συστήματος. Απαιτείται ουσιαστική μελέτη και έρευνα, προγραμματισμός, εφαρμογή και αξιολόγηση των επιμορφωτικών δραστηριοτήτων, προκειμένου να καλυφθεί ένα ευρύ φάσμα προσωπικών και επαγγελματικών αναγκών ή ενδιαφερόντων και να ανταποκρίνεται στις ευκαιρίες των εκπαιδευτικών. Απαιτείται δι­ αμόρφωση προγραμμάτων ποικίλης διάρκειας και τύπων που να συν­ δέονται και να συντονίζονται μεταξύ τους ώστε στο τέλος να επιτυγ­ χάνεται η απόκτηση τυπικών αλλά και ουσιαστικών προσόντων. Μόνο τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η επιμόρφωση όντως συμ­ βάλλει στην ποιοτική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος κα­ λύπτοντας προσωπικές και επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών. 816 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Από τον πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής, Καθηγητή κ. Αθανάσιο Τριλιανό Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι Αισίως φθάσαμε στο τέλος αυτής της επίπονης προσπάθειας. Κλείνοντας τις εργασίες του τριήμερου Συνεδρίου του Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. θα ήθε­ λα να προβώ στη διατύπωση κάποιων γενικών συμπερασμάτων που προέκυ­ ψαν από τις πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις που παρουσιάσθηκαν, οι οποίες ήταν είτε εμπειρικές έρευνες είτε επιστημονικές μελέτες και κάλυψαν σημα­ ντικές παραμέτρους της Ποιότητας στην Εκπαίδευση. Στο Συνέδριο συνολι­ κά έγιναν 161 ανακοινώσεις, από τις οποίες 9 ήταν κεντρικές ομιλίες, 125 πα­ ρουσιάσεις σε παράλληλες συνεδρίες, 4 συμπόσια, 2 στρογγυλά τραπέζια και 21 αναρτημένες ανακοινώσεις. Η θεματολογία των ανακοινώσεων ήταν πλού­ σια και ποικιλόμορφη και αναφερόταν κυρίως στην εννοιολογική και ιδεολο­ γική διάσταση της ποιότητας στην εκπαίδευση, στην εκπαιδευτική πολιτική και τους θεσμούς, στο ποιοτικό μαθησιακό περιβάλλον, στα αναλυτικά προ­ γράμματα και τα διδακτικά εγχειρίδια, σε ποιοτικές μεθόδους διδασκαλίας- μάθησης, στην αξιολόγηση και διασφάλιση της ποιότητας στην εκπαίδευση, στη σχολική ηγεσία, στην εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, στην ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών και στην εκπαίδευση ενηλίκων και τη διά βίου μάθηση. Όλες σχεδόν οι ανακοινώσεις θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως εξαι­ ρετικές και φιλότιμες ερευνητικές προσπάθειες παλιών και νέων επιστημόνων και ερευνητών, οι οποίοι επιχείρησαν να φωτίσουν το σύνθετο και πολύπλο­ κο φαινόμενο της ποιότητας στην εκπαίδευση στηριζόμενοι είτε σε δεδομένα πρόσφατων ερευνών είτε στη σύγχρονη ελληνική και διεθνή εμπειρία. Γι’ αυτό και οφείλω να τους συγχαρώ όλους και να τους ευχαριστήσω για τη συμβο­ λή τους στην προαγωγή της Παιδαγωγικής Επιστήμης. Ωστόσο, από την παραγωγή αυτού του αξιόλογου επιστημονικού – ερευ­ νητικού έργου, κάποια σημαντικά συμπεράσματα που προκύπτουν σχετικά με την ποιότητα της εκπαίδευσης είναι: Η εκπαίδευση για όλους δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς βελτίωση της ποιό­τητά της. Ο όρος «ποιότητα», παρότι προέρχεται από το χώρο της οικο­ 817 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ νομίας και των επιχειρήσεων, έχει συνδεθεί με τα τελικά αποτέλεσμα της εκ­ παίδευσης και αποτελεί την καρδιά της. Όμως δεν υπάρχει ομοφωνία σε ό,τι αφορά στον προσδιορισμό της έννοιας «ποιότητα της εκπαίδευσης». Αντίθε­ τα διαφαίνεται σημαντική σύγκλιση απόψεων σχετικά με τις διαστάσεις και τους δείκτες που χαρακτηρίζουν την ποιοτική εκπαίδευση. Γενικά η ποιότητα στην εκπαίδευση προϋποθέτει την ανάπτυξη εκπαιδευ­ τικών συστημάτων, που είναι ευαισθητοποιημένα στη διαφορετικότητα και πολυμορφία των μαθητών, που έχουν ως στόχο τον εκσυγχρονισμό του προ­ γράμματος σπουδών, τη βελτίωση των διαδικασιών διδασκαλίας-μάθησης, την ευθυγράμμιση εκπαιδευτικών στόχων και μαθησιακών αποτελεσμάτων, τη συμμετοχή της κοινότητας στη διοίκηση της σχολικής μονάδας, την καλ­ λιέργεια δεξιοτήτων και ικανοτήτων στους εκπαιδευτικούς με βάση το συμ­ φέρον των μαθητών και τη διασφάλιση του δικαιώματος όλων των παιδιών στη βασική μόρφωση. Ενώ η ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών αποτελεί βασική παράμετρο της ποιότητας στην εκπαίδευση, σήμερα παρατηρούνται σε μεγάλο αριθμό σχολείων πολλές ανισότητες, που λαμβάνουν συνήθως τη μορφή της χαμη­ λής επιτυχίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση και της εγκατάλειψης του σχο­ λείου πριν την αποφοίτησή του σε επίπεδο Γυμνασίου και κυρίως Λυκείου. Αυτές οι ανισότητες συνθέτουν σοβαρό ζήτημα που πρέπει να απασχολεί τους ιθύνοντες μιας κοινωνίας, διότι επηρεάζει καταλυτικά την οικονομία και τη δημοκρατία. Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης τα κράτη θα μπορέσουν να επιβιώσουν, όταν όλοι οι τομείς τους καταστούν επαρκείς και ανταγωνιστικοί και οι πολίτες τους αναπτύξουν σε υψηλό βαθμό τις δεξιότητες εκείνες που απαιτούνται για τη διατήρηση της οικονομίας σε ανθηρή κατάσταση. Η ποι­ οτική εκπαίδευση λοιπόν παίζει ζωτικό ρόλο, διότι βοηθά τον καθένα να βελ­ τιώσει σε σημαντικό βαθμό τις επιτυχίες του σύμφωνα με τις ατομικές δυνα­ τότητές του. Από την άλλη οι ανωτέρω εκπαιδευτικές ανισότητες σχετίζονται με τα αν­ θρώπινα δικαιώματα, όπως κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα ευκαιριών. Σή­ μερα υπάρχουν εκπαιδευτικά συστήματα που δεν ευνοούν μεγάλες ομάδες παιδιών και νέων, και αυτό δεν είναι δημοκρατικό. Η ποιότητα της παρεχόμε­ νης εκπαίδευσης συνδέεται με το επίπεδο της δημοκρατίας μιας χώρας και η διαμόρφωση εκπαιδευμένων και δημοκρατικών πολιτών θα συντελέσει στη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας χωρίς εκπαιδευτικές ανισότητες. Με τέτοια κοινωνία χρειάζεται ένα σχολείο για όλους τους μαθητές, κοινω­ νικά δίκαιο, με ικανοποιητικές επιτυχίες για όλα τα παιδιά και με χαμηλά πο­ σοστά εγκατάλειψής του, ένα σχολείο όπου ο κάθε μαθητής νιώθει και συμ­ μετέχει ως ισότιμο μέλος της μικροκοινωνίας και της κουλτούρας του, όπου 818 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του και έχει την ευκαιρία για να εκ­ δηλώνει πλήρως όλες τις εν δυνάμει ικανότητές του. Σ’ ένα τέτοιο σχολείο ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι καταλυτικός. Ένας δραστήριος και αφοσιω­ μένος στο έργο του εκπαιδευτικός, που παρακολουθεί τη μαθησιακή πορεία των μαθητών του, που γνωρίζει το περιεχόμενο του μαθήματος πολύ καλά, που δημιουργεί οικείες σχέσεις με τα παιδιά και γνωρίζει πώς το καθένα μα­ θαίνει καλύτερα και προσαρμόζει τη διδασκαλία του ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών του, είναι αυτός που θα αντισταθμίσει συχνά πολλές εκπαιδευ­ τικές ανισότητες. Οι καταλήψεις των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελ­ λάδα από τους μαθητές, κατά τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης, αποτελούν άγνωστο φαινόμενο στους βορειοδυτικούς Ευρωπαίους, το οποίο επηρεάζει πολύ αρνητικά την όλη εκπαιδευτική διαδικασία και την ποιότητα της παρεχό­ μενης εκπαίδευσης στους νέους. Τέτοιου είδους ενέργειες παραβιάζουν τις αρχές της δημοκρατίας, αφού μειοψηφίες μαθητών διακόπτουν αυθαίρετα τη λειτουργία σχολείων χωρίς καμιά θεσμική νομιμοποίηση αυτών των δρά­ σεων, με σοβαρή συνέπεια όχι μόνο την πτώση του κύρους του σχολείου ως θεσμού αγωγής, αλλά και του κύρους των πολιτειακών θεσμών γενικά. Πρό­ κειται για απογοητευτικό φαινόμενο που βλάπτει ανεπανόρθωτα την ποιότη­ τα της εκπαίδευσης, για το οποίο ευθύνονται τόσο οι εκπρόσωποι του θεσμού της εκπαίδευσης, από τους υπουργούς Παιδείας μέχρι τους καθηγητές, όσο και η ελληνική κοινωνία συνολικά. Στο πλαίσιο της ποιοτικής διδασκαλίας, μεταξύ άλλων σημαντικών διδακτι­ κών προσεγγίσεων που αναφέρθηκαν στο Συνέδριο, αξίζει να γίνει λόγος για τη βιοπαιδαγωγική θεωρία μάθησης ή το βιοπαιδαγωγισμό, κατά τον οποίο η κατάλληλη παιδαγωγικο-εκπαιδευτική παρέμβαση πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με την εξελικτική γνωσιακή δυναμική του εγκεφάλου των παιδιών. Ο εκπαιδευτικός, όταν διδάσκει σε παιδιά του Νηπιαγωγείου και των δύο πρώ­ των τάξεων του Δημοτικού Σχολείου, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την εξε­ λικτική σειρά εμφάνισης των τεσσάρων βασικών δεξιοτήτων του ανθρώπινου εγκεφάλου, που είναι η τεχνολογική (Τ), η κοινωνική (S), η γλωσσική (L) και η αριθμητική/θεωρητική (Ν/Τ) δεξιότητα. Έτσι, ο εκπαιδευτικός σ’ ότι αφορά τις ανωτέρω ηλικίες των παιδιών, σχεδιάζει τη διδασκαλία του με τρόπο (χρονική διάρκεια, θέματα) ώστε η έμφαση να είναι μεγαλύτερη αρχικά στην τεχνολο­ γική δεξιότητα, μικρότερη στην κοινωνική, ακόμα πιο μικρή στη γλωσσική και πολύ πιο μικρή στην αριθμητική/θεωρητική δεξιότητα. Όμως από την Γ΄ Δημο­ τικού ο εκπαιδευτικός αναστρέφει τη διδακτική έμφαση, η οποία τώρα παίρ­ νει τη μορφή: πολύ μικρή έμφαση στην τεχνολογική δεξιότητα, μεγαλύτερη στην κοινωνική, ακόμα πιο μεγάλη στη γλωσσική και μέγιστη στην αριθμητι­ κή/θεωρητική δεξιότητα σύμφωνα με το βιογενετικό νόμο της αναπτυξιακής 819 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ανακεφαλαίωσης της εξέλιξης του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι προηγούμε­ νες απόψεις έχουν επιβεβαιωθεί και με σχετικά πειράματα. Επίσης στην προώθηση της ποιοτικής εκπαίδευσης πολύ συμβάλλει και η διδακτική εφαρμογή της θεωρίας της πολλαπλής νοημοσύνης του Gardner, η οποία αποβλέπει στη δημιουργία ελκυστικού περιβάλλοντος μάθησης, στην ανάπτυξη εσωτερικών κινήτρων στους μαθητές, στην αναβάθμιση της εργα­ σίας μαθητών και εκπαιδευτικών με διερευνητικές και ομαδοσυνεργατικές δι­ αδικασίες, στη σύνδεση της μάθησης με τις ανάγκες των μαθητών μέσα από διαθεματικές και διεπιστημονικές προσεγγίσεις και στη μείωση των ποσοστών αποτυχίας τους. Σύμφωνα με το Gardner ο εκπαιδευτικός πρέπει να αξιοποι­ εί τους οκτώ τύπους νοημοσύνης των μαθητών μέσα από κατάλληλες διδα­ κτικές-μαθησιακές δραστηριότητες και παρεμβάσεις (πολύπλευρη ανάπτυξη των μαθητών) και να παύσει να αντιμετωπίζει τους μαθητές μιας τάξης με τον ίδιο τρόπο αγνοώντας τις ιδιαιτερότητές τους. Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευ­ τικοί δεν μπορούν να διδάσκουν τα ίδια θέματα με τον ίδιο τρόπο, αλλά οφεί­ λουν να αναγνωρίζουν, σέβονται και αξιοποιούν τους διαφορετικούς τρόπους που χρησιμοποιούν οι μαθητές για να μάθουν. Έτσι επιτυγχάνεται η αξιοποί­ ηση των ατομικών διαφορών όλων των μαθητών, καθίσταται βαθύτερη η κα­ τανόηση της ύλης όλων των σχολικών μαθημάτων και γίνεται αντιληπτό ότι κάθε μαθητής διαθέτει διαφορετικό συνδυασμό πολλαπλών τύπων νοημοσύ­ νης, πράγμα που τον καθιστά μοναδικό ως προσωπικότητα. Η διασφάλιση της ποιότητας στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελεί εξαι­ ρετικά δύσκολη υπόθεση, γιατί η εκπαίδευση ως προϊόν δεν είναι μετρήσι­ μη. Γι΄ αυτό η διασφάλιση της ποιότητας επικεντρώνεται στις συνθήκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Έτσι, η ανάπτυξη κουλτούρας ποιότητας στα εκ­ παιδευτικά ιδρύματα αποτελεί μια βασική φιλοσοφία/προϋπόθεση συλλογικής αίσθησης αποδοχής και πεποίθησης συνεχούς βελτίωσης των όρων και των προϋποθέσεων κάτω από τους οποίους διεξάγεται η διδασκαλία και η έρευ­ να. Σχετικά με την ανάπτυξη της κουλτούρας ποιότητας έχουν διαμορφωθεί δύο αντιλήψεις. Η πρώτη επικεντρώνεται στα πανεπιστήμια εκείνα που λει­ τουργούν σύμφωνα με το παραδοσιακό πλαίσιο και το ανθρώπινο δυναμικό κατανοεί το ρόλο του και τη φιλοσοφία της οργάνωσης ως κάτι που υπάρ­ χει. Αυτή η αντίληψη της οργανωσιακής κουλτούρας ποιότητας διέπεται από υποκειμενικότητα και ορίζεται ως συμβολικός, κοινωνικός κονστρουκτιβισμός, σύμφωνα με τον οποίο το πανεπιστήμιο αυτοπροσδιορίζεται ως γεννήτορας της γνώσης και κεντρικός φορέας ανάπτυξης της κοινωνίας. Η δεύτερη αντίληψη εκλαμβάνει την κουλτούρα ποιότητας ως βασικό ορ­ γανωτικό και λειτουργικό παράγοντα. Βασίζεται στην υπόθεση ότι η οργανω­ σιακή κουλτούρα ποιότητας αποτελείται από ένα σύνολο αντικειμένων, τιμών, εννοιών, που μπορεί να ποσοτικοποιηθεί και να μετρηθεί. Η αντίληψη αυτή 820 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ για το σχηματισμό της οργανωσιακής κουλτούρας ποιότητας αποδεικνύεται καταλληλότερη για τα πανεπιστήμια που είναι προσαρμοσμένα στο σύγχρο­ νο περιβάλλον. Σήμερα, βέβαια, τα πανεπιστήμια χρησιμοποιούν συνδυασμό των δυο προαναφερθέντων αντιλήψεων προκειμένου να οργανώσουν κατάλ­ ληλα το μαθησιακό περιβάλλον τους. Το ποιοτικό πανεπιστήμιο του μέλλοντος χρειάζεται να: • Επανακαλύπτει την κριτική γνώση και να αποτελεί δεξαμενή σκέψης και οδηγό πολιτικής, • βρίσκει νέους τρόπους θεωρητικοποίησης της ποιότητας, που δεί­ χνουν κατανόηση στις μορφές ισότητας, • επιδεικνύει περισσότερη ευθύνη σε κοινωνικές ανισότητες, όταν γίνο­ νται έλεγχοι ποιότητας, • συμβάλλει στη δημιουργία πλούτου, καθώς και στις ευκαιρίες κατα­ νομής του. Η καταλυτική επίδραση που ασκούν οι εκπαιδευτικοί στην αναβάθμιση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, δημιουργεί στην κοινωνία την ανάγκη για ποιοτική εκπαίδευση – κατάρτιση και επιμόρφωσή τους, πράγμα που συντελεί στη συνέχεια στην επίτευξη υψηλών επιδόσεων και καλύτερων μαθησιακών αποτελεσμάτων. Η σημασία μιας ανώτερης ποιοτικής εκπαίδευ­ σης και κατάρτισης των εκπαιδευτικών για την προαγωγή της κοινωνίας έγι­ νε ήδη αντιληπτή πολύ νωρίς στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη δεκαετία του 1970 και κορυφώθηκε το 1993 με την έκδοση του «Πράσινου Βιβλίου», όπου γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων στο πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης εκπαιδευτικών. Λίγο αργότερα, το 2005, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατανοώ­ ντας τη βαρύτητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες προέβη στη διατύπωση των εξής τεσσάρων βασικών αρχών: α) το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι υψηλών προσόντων, β) είναι επάγγελμα διά βίου μάθησης, γ) χαρακτηρίζεται από κινητικότητα, και δ) βασίζεται στη σύμπραξη. Επιπλέον η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα προγράμματα εκπαίδευ­ σης εκπαιδευτικών θα πρέπει να παρέχουν: α) ευρεία γνώση του διδακτικού αντικειμένου, β) καλή γνώση της παιδαγωγικής, γ) δεξιότητες και ικανότητες που χρειάζονται για την καθοδήγηση και υποστήριξη των μαθητών, και δ) κα­ τανόηση της κοινωνικής και πολιτικής διάστασης της εκπαίδευσης. Επομέ­ νως, λόγω των καίριων επιδράσεων που μπορούν να ασκήσουν οι εκπαιδευ­ τικοί στις κοινωνίες μέσω των νεαρών ατόμων, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη διασφάλιση της ποιότητας των προγραμμάτων αρχικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής ανάπτυξής τους. Στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης μπορεί να συμβάλλει σημα­ ντικά και η επιμόρφωση των νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών και όχι μόνον. Μεταξύ των πολλών επιμορφωτικών προγραμμάτων που εφαρμόζονται συ­ 821 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ χνά τα τελευταία χρόνια για τη βελτίωση του διδακτικού έργου των εκπαιδευ­ τικών, ιδιαίτερη θέση κατέχει η χρήση της τεχνικής της μικροδιδασκα­λίας ως μέσου άσκησης των διδακτικών δεξιοτήτων των νεοδιοριζόμενων σε συνδυα­ σμό με την υλοποίηση του θεσμού του Μέντορα, ο οποίος μπορεί να στηρί­ ξει τους νεοδιοριζόμενους στην άγνωστη περιοχή της σχολικής πραγματι­ κότητας. Πρόκειται για μάχιμο εκπαιδευτικό με δική του τάξη στο σχολείο, ο ­οποίος θα συνδέει την πανεπιστημιακή κατάρτιση και τη σχολική πράξη με ανατροφοδοτική πρόθεση και θα εξασφαλίζει την ομαλή είσοδο και ένταξη του νέου εκπαιδευτικού στη σχολική και διδακτική πραγματικότητα και στο επαγγελματικό πεδίο. Έτσι ο νέος εκπαιδευτικός δοκιμάζεται σε παραδειγ­ ματικές καταστάσεις και ελεγχόμενες διδακτικές συνθήκες και ο μέντορας έχει την ευκαιρία να αναβαπτιστεί στη θεωρία και να ανανεώσει το παιδαγω­ γικό και διδακτικό ρεπερτόριό του. Επιπλέον προωθείται ο επαγγελματικός διάλογος μεταξύ μέντορα και εκπαιδευτικών και αναπτύσσεται η παρατήρη­ ση, η ανάλυση της συμπεριφοράς και ο κριτικός αναστοχασμός. Οι ανωτέρω ενέργειες μπορούν να υπηρετηθούν κάλλιστα μέσα από τη μικροδιδασκαλία, η οποία μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές ανάλογα με τις ανάγκες και προϋπο­ θέσεις της ομάδας μικροδιδασκαλίας, μέλος της οποίας αποτελεί ο μέντορας. Ο νεόκοσμος της παγκοσμιοποίησης και της κοινωνίας της γνώσης και η συνεπαγόμενη κουλτούρα που οραματίζεται έχουν κατασκευάσει μια απάν­ θρωπη τεχνόπολη, όπου τα άτομα στερούνται ανθρώπινων χαρακτηριστικών, δηλαδή γνώση, διαθέσεων, φρόνησης, πανανθρώπινων αξιών και αισθητικών αναγκών. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι ζουν σ’ ένα κόσμο απαιδευσίας και έλ­ λειψης ποιοτικής εκπαίδευσης. Έχοντας ως οδηγούς τους μεγάλους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους και τραγωδούς, οι άνθρωποι μπορούν να καθοδηγηθούν στο άπλετο φως της σοφίας και της φρόνησης διαμέσου μιας νεοουμανιστικής παιδείας, η οποία θα καλλιεργεί εξίσου τον νου και τη ψυχή, κατά τη ρήση του Σωκράτη, και θα στοχεύει στη διαμόρφωση ενός δημοκρατικού ανθρώπου- πολίτη, του homo humanus αντί του homo economicus ή του homo barbarus. Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι, Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει και άλλα σημαντικά συμπεράσματα, που έχουν προκύψει από τις ανακοινώσεις των συνέδρων και δίνουν καίριες απα­ ντήσεις σε βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με την ποιότητα της εκπαίδευ­ σης. Πάντως, οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον Συ­ νέδριο, που διαφώτισε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό σημαντικές διαστάσεις του φαινομένου και έχει δημιουργήσει έντονους προβληματισμούς για περαι­ τέρω αναζήτηση και διερεύνηση. 822 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από την πλευρά μου ως Προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής του Συ­ νεδρίου θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς όλους εκεί­ νους που βοήθησαν και συμπαραστάθηκαν για την επιτυχή διεξαγωγή του. Οι ευχαριστίες μου απευθύνονται πρώτα προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη Φιλοσοφική Σχολή για την ευγενή παραχώρηση των αιθουσών συνεδριά­ σεων και έπειτα προς τους προσκεκλημένους ομιλητές του εσωτερικού και του εξωτερικού, οι οποίοι μας τίμησαν με την παρουσία τους και μας έκαναν κοινωνούς των επιστημονικών και ερευνητικών θέσεών τους. Θερμές ευχα­ ριστίες, επίσης, εκφράζω και στους άλλους εισηγητές, γιατί με τις ανακοινώ­ σεις τους, μας προβλημάτισαν και άνοιξαν νέους ορίζοντες στην επιστημο­ νική σκέψη. Ακόμη θερμές ευχαριστίες θα ήθελα να απευθύνω και προς τα μέλη της Οργανωτικής και της Επιστημονικής Επιτροπής, γιατί με την άψογη συνεργασία, την ολόψυχη στήριξη και την έγκυρη αξιολόγηση των ανακοινώ­ σεων συνέβαλαν σημαντικά στην επιτυχία αυτής της συνάντησης. Επιπλέον, ιδιαίτερες ευχαριστίες εκφράζω στους προπτυχιακούς και με­ ταπτυχιακούς φοιτητές μας για τη βοήθεια και τη συμβολή τους στην ομα­ λή διεξαγωγή αυτής της προσπάθειας, αλλά προπαντός ευχαριστίες από βάθους καρδιάς οφείλω στους συνεργάτες μου εκπαιδευτικούς της Γραμ­ ματείας του Συνεδρίου, τους αφανείς ήρωες, που σήκωσαν το κύριο βάρος της δουλειάς και ανταποκρίθηκαν πολύ ικανοποιητικά στις υποχρεώσεις που επιβάλλει η άρτια διοργάνωση μιας τέτοιας συνάντησης. Επιτρέψτε μου να τους αναφέρω ονομαστικά: Αλεξόπουλος Νικόλαος, Γεροστάθου Βικτωρία, Δημητρακοπούλου Βάσω, Εξαρχάκος Λεω­νίδας, Ζουμπούλογλου Μαρία, Θανόπουλος Σωτήριος, Κα­ ραμπούλας Ιωάννης, Κατσόρχης Σταμάτιος, Κλειδέρη Ειρήνη, Κουτρομάνος Γεώρ­γιος, Λαμπρέλλη Δήμητρα, Λάριος Νικόλαος, Μπαλτσιώτη Ζωή, Μπα­ στέα Αγγελική, Παπαστάθη Χρυσούλα, Τσιώλη Κωνσταντίνα, Τσώλη Κωνστα­ ντίνα, Χατζηδημητρίου Ασημίνα, Χονδροθανάσης Παναγιώτης. Τέλος, ευχαριστώ θερμά, εσάς όλους κυρίες και κύριοι Σύνεδροι, που μας τιμήσατε με την εποικοδομητική παρουσία σας, χωρίς την οποία δε θα ήταν δυνατό να υλοποιηθεί αυτό εδώ το Συνέδριο. Σας ευχαριστώ πολύ και εύχο­ μαι τα βέλτιστα σε όλους. Καλό απόγευμα. 823