ΘΗΡΑΣΙΑ III ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΜΙΑΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1 ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ-ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ ΕΦΟΡΕΙΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – ΙΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ & ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΘΗΡΑΣΙΑ III ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΜΙΑΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Επιστημονική Επιμέλεια Κώστας Σμπόνιας & Ίρις Τζαχίλη ΑΘΗΝΑ 2021 2 3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Κατάλογος Συγγραφέων………........................................................…7 Συντομογραφίες ……….................................................................… 9 Κώστας Σμπόνιας & Ίρις Τζαχίλη Εισαγωγή………………………………..............................................… 10 1. ΓΕΩΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΠΕΔΙΟΥ Γιώργης Ε. Βουγιουκαλάκης, Emeri Farinetti & Μαρία Χριστοπούλου Γεωλογική δομή και εξέλιξη της Θηρασίας: η παλαιοτοπογραφία της νήσου πριν τη μινωική έκρηξη…………………………......……………… 28 ΘΗΡΑΣΙΑ III. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΜΙΑΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Κώστας Σμπόνιας Η αρχαιολογική έρευνα επιφανείας στη Θηρασία: μεθοδολογικά ζητήματα Επιστημονική επιμέλεια: Κώστας Σμπόνιας & Ίρις Τζαχίλη και ιστορική σύνθεση………………………………………………………… 56 THERASIA III. ARCHAEOLOGICAL RESEARCH AND LANDSCAPE HISTORY OF AN ISLAND COMMUNITY Apostolos Sarris, Tuna Kalayci & Nikos Papadopoulos Edited by: Kostas Sbonias & Iris Tzachili Revealing the hidden cultural landscape of the volcanic island of Therasia through geophysical techniques ………………………….... 104 Τμήμα Ιστορίας Ιονίου Πανεπιστημίου Emeri Farinetti Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης Γεωγραφική ανάλυση και νέες τεχνολογίες στην προσέγγιση του τοπίου Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών Ιδρύματος Τεχνολογίας & Έρευνας της Θηρασίας…………………......................................................… 124 Ελληνική Αρχή Γεωλογικών & Μεταλλευτικών Ερευνών Η έκδοση του τόμου πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής. 2. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ Κώστας Σμπόνιας, Ίρις Τζαχίλη, Μάγια Ευσταθίου, Κλαίρη Παλυβού, Κώστας Αθανασίου, Εmeri Farinetti & Μαρία Συρίγου ISBN: 978-960-98261-7-4 Συμβολή στη μελέτη του προϊστορικού τοπίου της Θηρασίας: ο οικισμός της 3ης και πρώιμης 2ης χιλιετίας π.Χ. στη θέση Παναγιά Κοίμηση.... 146 Επιμέλεια τόμου: Ελπίδα Συγγελάκη Ηλεκτρονική σελιδοποίηση – σχεδιασμός εξωφύλλου: Σταύρος Χατζηδάκης Γεώργιος Βαρσάνης Φωτογραφία εξωφύλλου: Ο οικισμός του Μανωλά με τον όρμο του Κόρφου Η τεχνολογία των τριπτών αντικειμένων στον οικισμό της Πρώιμης και και την καλντέρα της Θηρασίας. Λήψη από το βυζαντινό οικισμό του Κάστρου Μέσης Εποχής του Χαλκού στη θέση Κοίμηση, Θηρασία: προκαταρκτική (Φωτ.: Κ. Σμπόνιας). εξέταση........................................................................................ 186 © 2021 Τα Πράγματα Εκδόσεις και οι συγγραφείς Ίρις Τζαχίλη Ρωμυλίας 17, 14671, Αθήνα Το εύρημα της Θηρασίας του 19ου αιώνα και η Υστεροκυκλαδική ΙΑ www.ta-pragmata.com περίοδος...................................................................................... 208 4 5 Κώστας Γεωργακόπουλος Κυκλάδες και Μικρά Ασία την Εποχή του Χαλκού: δίκτυα, επαφές και ερμηνείες…………………............................................................… 230 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ Farinetti Emeri Βόγκλη Μαρίνα 3. ΑΡΧΑΙΟTHTA ΚΑΙ ΜΕΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αρχαιολόγος Σοφία Ζουμπάκη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων Η Θηρασία στο ιστορικό πλαίσιο των Κυκλάδων κατά την αρχαιότητα...262 Πανεπιστήμιο Roma III
[email protected] [email protected]Κώστας Μουστάκας Βουγιουκαλάκης Ε. Γιώργης Θηρασία και Θήρα κατά τη βυζαντινή περίοδο……………………....… 298 Kalayci Tuna Ηφαιστειολόγος Μαρίνα Βόγκλη Assistant Professor Ελληνική Αρχή Γεωλογικών & Κεραμική της Θηρασίας από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι και τους Department of Archaeological Μεταλλευτικών Ερευνών βυζαντινούς χρόνους………………………………………………………... 314 Sciences
[email protected]Leiden University Γεωργία Κορδατζάκη
[email protected]Γεωργακόπουλος Κώστας Κεραμικές ύλες και κατοίκηση στη νήσο Θηρασία από την αρχαιότητα Μεταδιδάκτορας Τμήματος έως τους νεότερους χρόνους: το παράδειγμα από τις θέσεις Ρίβα, Βολιά Papadopoulos Nikos Ιστορίας-Αρχαιολογίας Principal Researcher Πανεπιστήμιο Κρήτης και Κάστρο….………….........……….............................................… 344 GeoSat ReSeArch Lab – FORTH
[email protected]Greece 4. ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
[email protected]Ευσταθίου Μάγια Αρχαιολόγος Ελευθερία Ζέη Sarris Apostolos Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων «Μικρονησιωτισμοί» του Αιγαίου: ιστορικοί και ιστοριογραφικοί Professor
[email protected]προβληματισμοί…......……………………………………………………… 374 “Sylvia Ioannou” Chair on Digital Humanities, Archaeological Ζέη Ελευθερία Αγλαΐα Κάσδαγλη & Ευσταθία Χαρτοματσίδου Research Unit Επίκουρη Καθηγήτρια Νεότερης Θήρα και Θηρασία κατά το 17ο αι. Τι μαρτυρούν τα νοταριακά έγγραφα Department of History and Ιστορίας για την κοινωνία της εποχής……………………………………………….. 388 Archaeology Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας University of Cyprus Πανεπιστήμιο Κρήτης Αλέξανδρος Τούρτας
[email protected] [email protected]Η «θαλάσσια» Θηρασία ……………………………………………………… 414 Άγγελος Μπούφαλης Ζουμπάκη Σοφία Ιστορικός Οικονομία και οικιστική εξέλιξη στη Θηρασία κατά τους νεότερους χρόνους Αθανασίου Κώστας Διευθύντρια Ερευνών – Τομέας (19ος-21ος αιώνας)…………………………………………………………….. 436 Μεταδιδάκτορας Τμήματος Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Αρχαιότητας ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ
[email protected]Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών–ΕIE
[email protected]Άγγελος Μπούφαλης Τα τοπωνύμια της Θηρασίας………..............................................… 480 Βαρσάνης Γεώργιος Κάσδαγλη Αγλαΐα Αρχαιολόγος Καθηγήτρια Ιστορίας Μέσων Χρόνων Γιώργης Ε. Βουγιουκαλάκης
[email protected], gvarsanis@ Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας με τη συμβολή των Ν. Ανδρουλακάκη, Μ. Χριστοπούλου & Β. Σωματαρίδου. cc.uoi.gr Πανεπιστήμιο Κρήτης Γεωλογικός Χάρτης της Θηρασίας, 1:10.000, ΙΓΜΕ (ένθετος χάρτης)
[email protected]6 7 Κορδατζάκη Γεωργία Τζαχίλη Ίρις Αρχαιολόγος – Πετρογράφος Ομότιμη Καθηγήτρια ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ κεραμικής Προϊστορικής Αρχαιολογίας Εξωτερικός Συνεργάτης Πανεπιστήμιο Κρήτης ΑΑΑ: Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών Εργαστηρίου Fitch, Βρετανική
[email protected]ΑΔ: Αρχαιολογικό Δελτίο Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών ΑΕ: Αρχαιολογική Εφημερίς
[email protected]Τούρτας Αλέξανδρος EIE-IBE: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών Αρχαιολόγος ΚΝΕ–ΕΙΕ: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών ΤΑΠΑ: Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων Μουστάκας Κώστας Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Επίκουρος Καθηγητής Βυζαντινής Πανεπιστήμιο Αιγαίου AJA: American Journal of Archaeology Ιστορίας
[email protected]ASAtene: Annuario della Scuola Archeologica di Atene e delle Missioni Italiane Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας in Oriente BCH: Bulletin de Correspondance Hellénique Πανεπιστήμιο Κρήτης Χαρτοματσίδου Ευσταθία BSA: The Annual of the British School at Athens
[email protected]Ιστορικός GRBS: Greek Roman and Byzantine Studies Υποψήφια Διδάκτορας ΠΤΕΑ JHS: Journal of Hellenic Studies Μπούφαλης Άγγελος Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας JMA: Journal of Mediterranean Archaeology Αρχαιολόγος
[email protected]JRS: Journal of Roman Studies RÉG: Revue des Études Grecques Εταίρος Ερευνητής SEG: Supplementum Epigraphicum Graecum Εργαστήριο Επιγραφικής και Χριστοπούλου Μαρία Παπυρολογίας ΑΠΘ Γεωλόγος
[email protected]ΙΓΜΕ
[email protected]ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΩΝ Παλυβού Κλαίρη Ομότιμη Καθηγήτρια Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΠΕΧ: Πρώιμη Εποχή Χαλκού Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ ΜΕΧ: Μέση Εποχή Χαλκού ΥΕΧ: Ύστερη Εποχή Χαλκού
[email protected]ΠΚ: Πρωτοκυκλαδική περίοδος Σμπόνιας Κώστας ΜΚ: Μεσοκυκλαδική περίοδος Αναπληρωτής Καθηγητής ΥΚ: Υστεροκυκλαδική περίοδος Πολιτισμών του Αιγαίου ΠΜ: Πρωτομινωική περίοδος Τμήμα Ιστορίας ΜΜ: Μεσομινωική περίοδος Ιόνιο Πανεπιστήμιο ΥΜ: Υστερομινωική περίοδος
[email protected]ΠΕΣ: Πρώιμη Εποχή Σιδήρου Συρίγου Μαρία Αρχαιολόγος
[email protected]8 9 Η αρχαιολογική έρευνα επιφανείας στη Θηρασία: μεθοδολογικά ζητήματα και ιστορική σύνθεση Κώστας Σμπόνιας Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται σε μεθοδολογικά ζητήματα ερμηνείας των πυκνοτήτων κεραμικής στην επιφάνεια του εδάφους, που καταγράφηκαν στην εντατική έρευνα επιφανείας των ετών 2007-2011 στη Θηρασία (βλ. γενικά Θηρασία Ι. Μια διαχρονική διαδρομή και Σμπόνιας, Farinetti & Koρδατζάκη 2015)1. Η έρευνα επιφανείας, που συμπλήρωσε ένα κενό στην αρχαιολογική έρευνα της νήσου2, επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες τοπογραφικές ζώνες που κάλυψαν δειγματοληπτικά την επιφάνεια του νησιού (εικ. 1). Συγκεκριμένα καλύφθηκε η δυτική πεδινή ζώνη, από το ακρωτήριο της Ρίβας έως το εκκλησάκι του Χριστού, η ζώνη των διευρυμένων πλατωμάτων κατά μήκος του ανατολικού φρυδιού της καλντέρας, με έμφαση στην ορεινή ενδοχώρα στο νοτιοανατολικό τμήμα της Θηρασίας, από το εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής και το ύψωμα του Προφήτη Ηλία έως τη Μονή της Παναγιάς Κοίμησης στο νότιο άκρο του νησιού, και τέλος τμήματα του φρυδιού της καλντέρας στο νοτιοανατολικό και νότιο τμήμα της Θηρασίας (ορυχεία Αλαφούζου) (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 34-37). Για τη συστηματική τεκμηρίωση των πυκνοτήτων του επιφανειακού υλικού ακολουθήθηκε μια εντατική μέθοδος σάρωσης του εδάφους σε λωρίδες μήκους 50 μέτρων, με αποστάσεις 15 μέτρων μεταξύ των πεζοπόρων3 (εικ. 1β). Πρόσθετος 1 Η παρούσα μελέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΘΑΛΗΣ» του Α.Π.Θ. με τίτλο «Διαχρονικοί Νησιωτικοί Πολιτισμοί: η περίπτωση της Θηρασίας» με επί μέρους ερευνητικές ομάδες στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ., στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (Ι.Τ.Ε.). Το αρχαιολογικό σκέλος της συστηματικής Aριστερή έρευνας επιφανείας εντάχθηκε σε πρόγραμμα του πανεπιστημίου Κρήτης, της σελίδα: ΚΑ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και της 2ης Εφορείας Έρευνα Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με την επιστημονική συνεργασία του γράφοντος. επιφανείας στις υπώρειες 2 Για μία σύνοψη της προγενέστερης αρχαιολογικής έρευνας στη Θηρασία του υψώματος βλ. Sperling 1973, 39-42 και 56-61∙ Τζαχίλη 2006∙ Σμπόνιας, Farinetti & του Προφήτη Κορδατζάκη 2015, 34∙ Ευσταθίου 2015, 73-77. Ηλία (Φωτ.: Κ. 3 H καταμέτρηση και περισυλλογή του υλικού έγινε σε λωρίδες ανά 50 μέτρα, Σμπόνιας). 56 57 Εικ. 1 : Τοπογραφικές ζώνες της Θηρασίας και κάναβος της επιφανειακής έρευνας. Εικ. 2: α) Πυκνότητα επιφανειακής κεραμικής (αποτύπωση ανά εκτάριο) και β) Εντοπισμένες θέσεις/πυρήνες συγκέντρωσης υλικού. κάναβος, με τετράγωνα μικρότερου μεγέθους για την ολική καταμέτρηση των στοιχείων σε βάση δεδομένων σε ένα περιβάλλον Γεωγραφικών και ενδεικτική περισυλλογή υλικού, εφαρμόστηκε σε πυρήνες μεγάλης Συστημάτων Πληροφοριών (GIS), με στενή συνεργασία μεταξύ των πυκνότητας κεραμικής, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν ως πιθανές θέσεις ειδικών της κεραμικής για τα προβλήματα που θέτει το υλικό των επί (εικ. 2β). Συνολικά καλύφθηκαν με εντατική επισκόπηση 2 τετραγωνικά μέρους περιόδων και επίσης σε συνεργασία με τους γεωλόγους για χιλιόμετρα από τα 9,2 τετραγωνικά χιλιόμετρα της έκτασης της Θηρασίας την κατανόηση των γεωμορφολογικών παραγόντων που επιδρούν στην και καταμετρήθηκαν 41.500 όστρακα, από τα οποία συλλέχθηκαν ορατότητα του αρχαιολογικού υλικού4. Στη διαμόρφωση των κατανομών περίπου τα μισά. της κεραμικής που καταγράφονται στην επιφάνεια του εδάφους (εικ. Ο μεγάλος όγκος του υλικού και η δυνατότητα ποσοτικοποίησης 2α) επιδρούν ταφονομικοί παράγοντες, προβλήματα μελέτης και των δεδομένων επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων όχι μόνο για τη διαχρονική εξέλιξη του οικιστικού τοπίου της Θηρασίας αλλά και για τη 4 Η βάση δεδομένων σχεδιάστηκε από την Εm. Farinetti (Farinetti στον παρόντα διασπορά της κεραμικής στην ύπαιθρο, κάτι που δεν είναι εφικτό πλέον τόμο). Για τη μελέτη της κεραμικής των επί μέρους περιόδων συνεργάστηκαν οι: στη γειτονική Σαντορίνη. Η διαχείριση των αρχαιολογικών δεδομένων Γ. Κορδατζάκη για την πετρογραφική ανάλυση και προσδιορισμό των κεραμικών και η ανάλυση των κατανομών στο χώρο βασίζεται στην επεξεργασία υλών (Kordatzaki et al. 2018 και στον παρόντα τόμο), Μ. Ευσταθίου για την κεραμική των αρχαίων χρόνων (Ευσταθίου 2015), με τη συνεργασία της Ν. Σπανού, Μ. Βόγκλη για την κεραμική των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων με αποστάσεις 15 μέτρων μεταξύ των πεζοπόρων. Οι πυκνότητες αφορούν (Βόγκλη 2015 και στον παρόντα τόμο). Στη μελέτη του υλικού των ρωμαϊκών καταμέτρηση σε λωρίδες πλάτους ενός μέτρου, που είναι το εύρος ορατότητας χρόνων και της Ύστερης Αρχαιότητας συνεργάστηκε ο Philip Bes. H κατανόηση καθώς περπατά κανείς σε ευθεία γραμμή, καλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο της γεωμορφολογίας του νησιού βασίστηκε στην έρευνα του Γ. Βουγιουκαλάκη δειγματοληπτικά τη διαδρομή κάθε λωρίδας του κανάβου, συνολικού πλάτους (Βουγιουκαλάκης 2015∙ Βουγιακαλάκης, Farinetti & Χριστοπούλου στον 15 μέτρων και μήκους 50 μέτρων. παρόντα τόμο). 58 59 αναγνωρισιμότητας του υλικού αλλά και πρακτικές απόρριψης κατά το του νησιού (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 45-48∙ Ευσταθίου παρελθόν (Sbonias 1999, 2-8). Παράλληλα, αντανακλώνται πραγματικές 2015, 82, 87), με διασπορές υλικού που απλώνονται στις πλαγιές του τάσεις κατοίκησης, η πυκνότητα της ανθρώπινης παρουσίας στη Θηρασία λόφου έως τη Μονή της Κοίμησης, όπου πιθανότατα υπήρχε ιερό των σε διάφορες περιόδους, συγκεκριμένες επιλογές σε σχέση με το χώρο, αρχαίων χρόνων, αλλά και ο προγενέστερος προϊστορικός οικισμός (εικ. τοπικές πρακτικές χρήσης γης, αλλά και η ενσωμάτωση σε ευρύτερες 2β: Θ3). Οικιστική συρρίκνωση σημειώνεται κατά τον 7ο αι. μ.Χ., όταν πολιτικοκοινωνικές δομές και οικονομικά και εμπορικά δίκτυα. Στόχος η κατοίκηση περιορίζεται στη θέση Κάστρο (εικ. 2β: Θ8) στα άνδηρα μέσα από τη μελέτη των διασπορών της επιφανειακής κεραμικής είναι της βορειοανατολικής απόκρημνης πλαγιάς της καλντέρας, με κεραμικά η κατανόηση των αλλαγών στο τοπίο της Θηρασίας στη διάρκεια του ευρήματα που τεκμηριώνουν κατοίκηση στη θέση αυτή από τον 7ο έως χρόνου, η εκτίμηση των τοπικών συνθηκών σε επίπεδο μικρο-περιοχής και τα τέλη του 10ου/μέσα 11ου αι., ενώ άλλες θέσεις της πρωτοβυζαντινής και η συγκριτική προσέγγιση σε σχέση με τη γειτονική Θήρα και το περιόδου εγκαταλείπονται στη διάρκεια του 7ου αι., τόσο ο κύριος ευρύτερο νησιωτικό πλαίσιο των Κυκλάδων και του Αιγαίου. Απώτερό μας οικισμός του επινείου της Ρίβας, όσο και άλλες θέσεις στην ενδοχώρα της στόχο αποτελεί η ιστορική σύνθεση και, μέσω της έννοιας του τοπίου, η Θηρασίας (Βόγκλη στον παρόντα τόμο). Μια αναγέννηση της υπαίθρου κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι αλλαγές στο χρόνο αντανακλούν ακολουθεί στη διάρκεια της μεσοβυζαντινής περιόδου, από το 12ο αι. (εικ. διαφορετικές προσλήψεις του χώρου, όπως αυτές διαμορφώνονται από 2β: Θ5), οπότε εγκαινιάζεται μία περίοδος δημογραφικής ανάκαμψης τη μεταλλασσόμενη ανθρώπινη εμπειρία5. και οικιστικής επέκτασης ή επανίδρυσης οικισμών (Σμπόνιας, Farinetti Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να προχωρήσει πέρα από & Κορδατζάκη 2015, 49-50∙ Βόγκλη στον παρόντα τόμο). Στόχος μας στη την προκαταρκτική καταγραφή των κύριων θέσεων της έρευνας, όπως συνέχεια είναι να εξετάσουμε λεπτομερέστερα τις χωρικές κατανομές της παρουσιάστηκαν στο πρώτο συνέδριο για τη Θηρασία (βλ. Θηρασία Ι. επιφανειακής κεραμικής και να συζητήσουμε μεθοδολογικά ζητήματα Μια διαχρονική διαδρομή). Μεταξύ αυτών αναφέρουμε την εύρεση του αλλά και ερμηνείες των διασπορών αυτών, εστιάζοντας σε επί μέρους προϊστορικού οικισμού της Κοίμησης (εικ. 2β: Θ3) δίπλα σε άλλες χρονολογικές περιόδους και τοπογραφικές ζώνες της Θηρασίας. μεμονωμένες διασπορές προϊστορικού υλικού σε διάφορα σημεία του νησιού (Σμπόνιας, Τζαχίλη & Μουλλού 2015, 58-69∙ Sbonias et al. Η ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΤΗΣ ΡΙΒΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΚΑΜΠΟΣ ΤΗΣ 2020∙ Τζαχίλη στον παρόντα τόμο). Σε σχέση με τους αρχαίους χρόνους ΘΗΡΑΣΙΑΣ εντοπίστηκε ένας αριθμός αγροτικών εγκαταστάσεων στον κάμπο Θα επικεντρωθούμε στην ευρύτερη περιοχή της Ρίβας, όπου έχει στο δυτικό τμήμα της Θηρασίας, από το ακρωτήριο της Ρίβας έως το προχωρήσει η μελέτη του υλικού σε ικανοποιητικό βαθμό (Ευσταθίου εκκλησάκι του Χριστού, με πυκνότητες κεραμικής που σχετίζονται 2015∙ Βόγκλη 2015 και στον παρόντα τόμο∙ Κορδατζάκη στον παρόντα πιθανότατα με μικρά αγροκτήματα και οικογενειακά νεκροταφεία δίπλα τόμο). Το σύνολο της κεραμικής έχει εισαχθεί σε βάση δεδομένων, που στους αγροτικούς κλήρους (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, επιτρέπει, σε συνδυασμό με ένα περιβάλλον GIS, την ανάλυση της 39-45∙ Ευσταθίου 2015, 77-83). Ορατό με μεγαλύτερη σαφήνεια είναι κεραμικής σε μια συνέχεια στο χώρο και όχι αποκλειστικά μέσα από το υλικό της Ύστερης Αρχαιότητας (Βόγκλη 2015), σε σχέση με το μια οπτική αναγνώρισης θέσεων6. Η υπό εξέταση περιοχή αποτελεί την περισσότερο διάσπαρτο υλικό της αρχαϊκής έως και ελληνιστικής εποχής. ενδοχώρα του επινείου της Ρίβας, αμέσως δυτικά των ορίων του σύγχρονου Το κύριο κέντρο της αρχαίας κατοίκησης προσδιορίζεται γύρω από το οικισμού, που ορίζεται από τις εκκλησίες της Αγίας Ειρήνης και της ύψωμα του Προφήτη Ηλία (εικ. 2β: Θ4), στη νοτιοανατολική ενδοχώρα Φανερωμένης, και φτάνει έως τις δυτικές ακτές του νησιού (εικ. 3α). Το 5 Ενδεικτικά: Hirsh & O’Hanlon 1995∙ Knapp & Ashmore 1999∙ Bender 1993∙ Alcock & Cherry 2004∙ Acheson & Davis 2005∙ Alcock, Gates & Rempel 2005∙ 6 Για την καταγραφή της κεραμικής σε μία συνέχεια στο χώρο βλ. ενδεικτικά Attema, Burgers & van Leusen 2010∙ Attema et al. 2020. Bintliff 2000∙ Caraher, Nakassis & Pettigrew 2006. 60 61 ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ζώνης αυτής είναι η επίπεδη επιφάνεια, που διαμορφώθηκε κατά τη μινωική έκρηξη από την εναπόθεση στο θαλάσσιο χώρο στρωμάτων τέφρας, που δημιούργησαν το δυτικό κάμπο της Θηρασίας (Βουγιουκαλάκης 2015, 26) και η άμεση γειτνίαση με το φυσικό λιμάνι της Ρίβας, που αποτελεί ένα μικρό φυσικό αγκυροβόλιο στο εσωτερικό της καλντέρας της Σαντορίνης (εικ. 3β-γ)7. Η εικόνα 3α αποτυπώνει το σύνολο του υλικού που καταμετρήθηκε στην επιφάνεια στην ευρύτερη περιοχή της Ρίβας σε μια έκταση 22,5 εκταρίων8. Με την πρώτη ματιά είναι ορατή η μεγάλη συγκέντρωση κεραμικής στο κέντρο περίπου της πεδινής αυτής έκτασης, σε έναν πυρήνα έκτασης 2,6 εκταρίων (εικ. 3α: Θ9). Η θέση Θ9, που την ονομάζουμε συμβατικά αγροικία της Ρίβας, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στην έρευνα σε σχέση με τη μελέτη του επιφανειακού υλικού, αλλά και τη διεξαγωγή γεωφυσικής έρευνας, και προσφέρει τη δυνατότητα συγκριτικής προσέγγισης και ενσωμάτωσης διαφορετικών δεδομένων. Τα ερωτήματα που είχαμε υποβάλει κατά την προκαταρκτική μελέτη του υλικού ήταν η φύση της ρωμαϊκής θέσης9, καθώς και η ενδεχόμενη ύπαρξη ενός αρχαιότερου πυρήνα κατοίκησης στη ζώνη αυτή, όπως και σε άλλες θέσεις που εντόπισε η έρευνα, και κατ’ επέκταση η διερεύνηση του αγροτικού τοπίου των αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Ζητούμενο ήταν επίσης ο συσχετισμός των επιφανειακών καταλοίπων με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τη διεξαγωγή γεωφυσικής έρευνας (Sarris, Kalayci & Papadopoulos στον παρόντα τόμο), η συγκριτική δηλαδή προσέγγιση και ενσωμάτωση διαφορετικών ειδών δεδομένων. Στα δύο αυτά ζητήματα θα εστιάσουμε στη συνέχεια. Ας σημειωθεί αρχικά η πολύπλοκη φύση του επιφανειακού 7 Ας σημειωθεί ότι αντίστοιχοι όρμοι απουσιάζουν στη δυτική πλευρά της καλντέρας της Σαντορίνης, όπου τα φυσικά αγκυροβόλια βρίσκονται στο νότο (Ακρωτήρι) ή στα ανατολικά (Καμάρι, Περίσσα), αν και εδώ επίσης συναντώνται μικροί όρμοι κατά μήκος της ακτογραμμής της καλντέρας (Δε Κιγάλλας 1850, 28-30). 8 Η πυκνότητα αποτυπώνει την καταμέτρηση οστράκων σε λωρίδες πλάτους 1 μ. και μήκους 50 μ., με αποστάσεις 15 μ. μεταξύ των περιπατητών. Στην εικόνα καταγράφονται οι ακριβείς μετρήσεις υλικού στην επιφάνεια, χωρίς διόρθωση για την ορατότητα, η οποία ωστόσο καταγράφηκε για κάθε λωρίδα στη διάρκεια Εικ. 3: α) Πυκνότητα επιφανειακής κεραμικής στην ενδοχώρα της Ρίβας, β-γ) Άποψη του λιμανιού της της έρευνας σε μία κλίμακα 1 έως 10. Ρίβας και της ευρύτερης περιοχής κατά την έρευνα επιφανείας. 9 Για την κεραμική της θέσης αυτής βλ. Βόγκλη 2015 και στον παρόντα τόμο. 62 63 α β Εικ. 4: Κατηγοριοποίηση της κεραμικής από την ευρύτερη ζώνη της Ρίβας. Εικ. 5: Κατανομή ανά περίοδο της χρονολογημένης κεραμικής από τη Ρίβα (Λωρίδες 1-31, 230-232). υλικού. Πέρα από τον εμφανή πυρήνα που δημιουργεί η μεγάλη διασπορά υποκρύπτει το αρχαιότερο υλικό, που γίνεται δυσκολότερα διακριτό κατά κεραμικής στη θέση Θ9 και μια δεύτερη συγκέντρωση ανατολικότερα, την επιφανειακή έρευνα. Οι πρωιμότερες περίοδοι αντιπροσωπεύονται εγγύτερα στο λιμάνι (εικ. 3α: Θ9Α), εμφανής είναι η ευρύτερη διασπορά ωστόσο, και έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την εικόνα της κατανομής υλικού στην ύπαιθρο με μικρές αυξομειώσεις της πυκνότητας, που της κεραμικής, όπως προέκυψε από τη μελέτη (εικ. 4). δυσχεραίνουν την ερμηνεία. Στην ευρύτερη περιοχή της Ρίβας Από τα 6.829 περισυλλεγμένα όστρακα στις λωρίδες της Ρίβας καταμετρήθηκαν 10.500 όστρακα, από τα οποία συλλέχθηκαν 6.829. το 79% προέρχεται από σώματα αγγείων, από τα οποία ένα μικρό Το μεγάλο ποσοστό περισυλλογής αντανακλά την αβεβαιότητα στην αρχή ποσοστό μπορεί να χρονολογηθεί στη βάση της διακόσμησης ή άλλων της έρευνας για την ερμηνεία των διασπορών και τον βαθμό αξιοπιστίας χαρακτηριστικών (εικ. 4α). Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής της κεραμικής της επιφανειακής κεραμικής, καθώς και την ελλιπή κατανόηση της παραμένει αδιάγνωστο, αν και η μελέτη των κεραμικών υλών που επίδρασης γεωμορφολογικών παραγόντων και των συστημάτων χρήσης είναι σε εξέλιξη μπορεί να συνεισφέρει περαιτέρω στη χρονολόγηση γης των νεότερων χρόνων στην ορατότητα και κατανομή της κεραμικής (βλ. Κορδατζάκη στον παρόντα τόμο). Τα διαγνωστικά όστρακα από στην επιφάνεια του εδάφους. Για την αναγνώριση θέσεων στηριχθήκαμε λαβές, χείλη και βάσεις ανέρχονται σε 1.800 περίπου. Συνολικά έχουν αρχικά στις μεγάλες πυκνότητες της υστερορωμαϊκής κεραμικής, χρονολογηθεί 1.522 όστρακα από την κεραμική της Ρίβας, δηλαδή το 1/5 που επέτρεψαν τον εντοπισμό σημείων συγκέντρωσης υλικού και στη περίπου του συνολικού υλικού (εικ. 4β). Ας εξετάσουμε πώς κατανέμεται συνέχεια τη συσχέτισή τους με εγκαταστάσεις που αναπτύσσονται σε ανά περίοδο. κανονικές αποστάσεις κατά μήκος του δυτικού κάμπου της Θηρασίας Αρχικά, παρατηρούμε ότι αντιπροσωπεύονται όλες οι περίοδοι (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 39-45, εικ. 4-6)10. Η εικόνα από τη γεωμετρική εποχή ως τους νεότερους χρόνους (εικ. 5)11. Αυτό που για τις πρωιμότερες περιόδους της αρχαιότητας παρέμενε περισσότερο κυριαρχεί ωστόσο είναι ο μεγάλος αριθμός οστράκων της υστερορωμαϊκής ασαφής, καθώς ο μεγάλος όγκος της υστερορωμαϊκής κεραμικής περιόδου, που αντιπροσωπεύουν το 53% του συνολικού χρονολογημένου 10 Πρόκειται για τις θέσεις Θ9 και Θ9Α δυτικά του λιμανιού της Ρίβας, Θ10 11 Προϊστορική κεραμική δεν εντοπίστηκε στην περιοχή αυτή, καθώς το δυτικό βόρεια από το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, Θ12 νοτιοδυτικά του οικισμού πεδινό τμήμα της Θηρασίας διαμορφώθηκε γεωμορφολογικά μετά τη μινωική Ποταμός και Θ2 στο εκκλησάκι του Χριστού. έκρηξη (Βουγιουκαλάκης 2015, 26). 64 65 υλικού. Παράγοντες όπως η τυποποίηση της κεραμικής των ύστερων αγροτικών θέσεων και η συρρίκνωση των ανθρώπινης παρουσίας στην ρωμαϊκών χρόνων και η μεγάλη ορατότητα σε σχέση με την κεραμική ύπαιθρο (Jameson, Runnels & Van Andel 1994, 383-387 και 392- της πρώιμης και μέσης ρωμαϊκής περιόδου (Hayes 1972∙ Pettegrew 396). Η δεύτερη κορύφωση, που συνδέεται με την εξειδικευμένη 2007), καθώς και το μεγάλο ποσοστό αμφορέων, όπως και εισηγμένων ελαιοκαλλιέργεια, σχετίζεται με την αναγέννηση της υπαίθρου και ερυθροβαφών αγγείων καλής ποιότητας (Βόγκλη 2015 και στον παρόντα την εντατικοποίηση των θαλάσσιων επικοινωνιών και του εμπορίου τόμο), συντελούν στα μεγάλα ποσοστά αναγνωρισιμότητας της κεραμικής στη διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας κατά τον 5ο και 6ο αι. μ.Χ. της περιόδου αυτής. Παράλληλα, ωστόσο, η μεγάλη διαφορά σε σχέση (Jameson, Runnels & Van Andel 1994, 400-404), όπως καταγράφεται με το υλικό άλλων περιόδων αντανακλά την αλλαγή κλίμακας ως προς και στην περίπτωση της Θηρασίας. Στις Κυκλάδες ένα ανάλογο σχήμα την κατανάλωση κεραμικής στη Θηρασία κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, παρατηρήθηκε στην Κέα, στην εντατική επιφανειακή έρευνα στην που θα πρέπει να συσχετιστεί με την εντατική αγροτική δραστηριότητα επικράτεια της Κορησσίας, όπου σημειώνεται πυκνή διάσπαρτη κατοίκηση στη Ρίβα, αλλά και με την ανάπτυξη του ίδιου του λιμανιού. Το στην ύπαιθρο από τους αρχαϊκούς έως πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους, γράφημα της εικόνας 5 δείχνει χαρακτηριστικά αυτήν την κορύφωση συγκεντρωτική κατοίκηση στην πόλη της Ιουλίδας στους ύστερους της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου που κυριαρχεί στο παράκτιο αγροτικό ελληνιστικούς και πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, και εκ νέου διασπορά τοπίο της Ρίβας, ακόμα και αν λάβουμε υπόψη πως εδώ θα μπορούσε να των αγροτικών εγκαταστάσεων στην υστερορωμαϊκή περίοδο (Cherry, συμπεριλαμβάνεται και πρωιμότερη ρωμαϊκή κεραμική. Davis & Mantzourani 1991, 332-335∙ Mendoni 1994, για παράλληλες Εξετάζοντας τα ποσοστά κεραμικής προγενέστερων περιόδων, τάσεις στις άλλες πόλεις της νήσου). Μάλιστα έχει εκφραστεί η άποψη αξιοσημείωτος είναι ο μικρός αριθμός οστράκων που χρονολογούνται ως πως η πραγματική κορύφωση συντελείται στους κλασικούς χρόνους, ενώ κλασικά/ελληνιστικά (εικ. 5). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις οικιστικές η υστερορωμαϊκή ανάκαμψη της υπαίθρου σχετίζεται περισσότερο με τις τάσεις που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου, χρήσεις γης και λιγότερο με την πύκνωση των οικιστικών εγκαταστάσεων. όπου οι έρευνες επιφανείας έχουν καταγράψει μεγάλες πυκνότητες Η κορύφωση των κλασικών/πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, που εναπόθεσης υλικού στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα κατά τον 5ο και 4ο αι. παρατηρείται σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα, αφορά όχι μόνο το π.Χ., και μια μεγάλη πυκνότητα μικρών αγροτικών εγκαταστάσεων πυκνό σχήμα αγροικιών και γενικά διάσπαρτων μικρών εγκαταστάσεων, της κλασικής εποχής, που σε αρκετές περιοχές αρχίζει σταδιακά ήδη αλλά και μια εκτεταμένη χαμηλή πυκνότητα κεραμικής στην ύπαιθρο από τους αρχαϊκούς χρόνους12 και κορυφώνεται κατά τους κλασικούς/ σε εκτός θέσης περιοχές, που έχει συνδεθεί με πρακτικές καλλιέργειας πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους13. Η έρευνα της Αργολίδας (Jameson, και ιδιαίτερα τη λίπανση των αγρών μέσω της μεταφοράς στην ύπαιθρο Runnels & Van Andel 1994) αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα, όπου οργανικών καταλοίπων και άλλων απορριμμάτων, μεταξύ των οποίων είναι εμφανής η ύπαρξη δύο κορυφώσεων σε σχέση με την αρχαιότητα. Η και σπασμένη κεραμική14. Στη Θηρασία, αντίθετα, η εικόνα φαίνεται πρώτη εντοπίζεται στους ύστερους κλασικούς/πρώιμους ελληνιστικούς διαφορετική. Οι ενδείξεις από τη μελέτη του υλικού δημιουργούν μια χρόνους (4ος-3ος αι. π.Χ.), την οποία διαδέχεται στη διάρκεια των ύστερων εντύπωση στασιμότητας κατά τους κλασικούς χρόνους, που συμφωνεί ελληνιστικών και πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων η εγκατάλειψη των μικρών και με τα λιγοστά στοιχεία των πηγών για τη Θήρα της κλασικής εποχής (Ager 2008, 163-166), στασιμότητα που αντανακλάται ίσως στο μικρό ετήσιο φόρο που πλήρωνε η Θήρα ως μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας, 12 Βλ. Cavanagh et al. 2002, 157-174 για το παράδειγμα της Λακωνίας. 13 Βλ. για παράδειγμα: Bintliff & Snodgrass 1985, 139-140∙ Βintliff 1999, 18-21∙ Bintliff, Howard & Snodgrass 2007, 132-134 για το παράδειγμα της 14 Attema et al. 2020, 17-19∙ Bintliff & Snodgrass 1988 και Bintliff, Howard & Βοιωτίας∙ Wright et al. 1990, 610 και 616-617 fig. 11 για τη Νεμέα∙ Foxhall Snodgrass 2007, 21-33 για το παράδειγμα της Βοιωτίας∙ Caracher, Nakassis & 2004 για τα γενικά χαρακτηριστικά των αγροικιών∙ Alcock, Cherry & Davis 1994 Pettigrew 2006∙ Alcock, Cherry & Davis 1994, 138-145∙ Forbes 2013 για μία και Pettegrew 2001 για μια κριτική συζήτηση του θέματος. σύνοψη της συζήτησης μέσα από την εθνοϊστορική έρευνα. 66 67 σε σύγκριση για παράδειγμα με από τη γεωμετρική/αρχαϊκή τον πολλαπλάσιο φόρο της Μήλου εποχή (εικ. 6) ως τους κλασικούς και μερικών άλλων νησιών15 και και ελληνιστικούς χρόνους (εικ. στις πιθανές πολιτικές εντάσεις 7). Μπορούν να γίνουν οι εξής στο νησί στη διάρκεια του 4ου παρατηρήσεις: αι. π.Χ. (Ager 2008, 165-166). Πρώτον, όσον αφορά Αντίστοιχες τάσεις μείωσης των το πρωιμότερο υλικό των αγροτικών εγκαταστάσεων στη γεωμετρικών και αρχαϊκών διάρκεια των κλασικών χρόνων χρόνων, διαπιστώνουμε μια έχουν σημειωθεί σε περιοχές διασπορά κεραμικής μεταξύ των όπου έχει προηγηθεί μια πρώιμη ισοϋψών των 20 και 24 μέτρων, ανάπτυξη των αγροτικών οικισμών που ενδεχομένως θα μπορούσε να από τον 8ο έως και τον πρώιμο 6ο σχετίζεται με την ύπαρξη μικρών αι. π.Χ., όπως στο Μπερμπάτι της αγροτικών εγκαταστάσεων στη Αργολίδας, τη Μήλο, αλλά και τη ζώνη αυτή (εικ. 6). Απουσιάζει, Θήρα (Cavanagh et al. 2002, 174 αντίθετα, πρώιμη κεραμική σε Εικ. 6: Διασπορά κεραμικής των πρώιμων ιστορικών χρόνων υποσημ. 46). Ας εξετάσουμε κατά χαμηλότερα υψόμετρα προς τη Εικ. 7: Διασπορά κεραμικής της κλασικής και ελληνιστικής και της αρχαϊκής εποχής στην περιοχή της Ρίβας (ΕΙΑ: Πρώιμη πόσο η Θηρασία θα μπορούσε να δυτική ακτή. Δεν φαίνεται δηλαδή εποχής στην περιοχή της Ρίβας (Α-Hell: Aρχαϊκή/ Εποχή του Σιδήρου, ΕΙΑ-Α: Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου/ Eλληνιστική, C_Hell: Kλασική/Eλληνιστική, C_Hell_poss: Αρχαϊκή, Α: Αρχαϊκή, Α_poss: πιθανώς Αρχαϊκή, Α-C: ενταχθεί στο παραπάνω σχήμα, να προκύπτει μια ευρύτερη πιθανώς Kλασική/Eλληνιστική, Hell: Eλληνιστική, Hell_poss: Αρχαϊκή/Κλασική. Κάθε σημείο=1 όστρακο). διερευνώντας το πρώιμο οικιστικό διασπορά κεραμικής στην ύπαιθρο, πιθανώς Eλληνιστική. Κάθε σημείο=1 όστρακο). Στο σχήμα των αρχαϊκών χρόνων και ως αποτέλεσμα διάσπαρτων υπόβαθρο αποτυπώνεται επίσης η συνολική πυκνότητα της χρονολογημένης κεραμικής των αρχαίων χρόνων. την πυκνότητα των εγκαταστάσεων, όπως τεκμηριώνεται στη διασπορά αγροτικών εγκαταστάσεων και της επιφανειακής κεραμικής. εντατικής καλλιέργειας. Το υλικό της κλασικής/ελληνιστικής ή καθαρά ελληνιστικής εποχής παρουσιάζει μια παρόμοια διασπορά (εικ. 7), χωρίς ιδιαίτερη αύξηση σε σχέση με το ΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΪΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ αρχαϊκό υλικό. Οι πυκνότητες που ενδεχομένως σχετίζονται με μικρές Ένα από τα ερωτήματα που θέσαμε κατά τη μελέτη ήταν κατά πόσο οι αγροτικές θέσεις προκύπτουν μέσα από ένα σχεδόν μηδενικό υπόβαθρο. ευκρινέστερες υστερορωμαϊκές θέσεις συνδέονται με έναν αρχαιότερο Δεύτερον, σε σχέση με τον εντοπισμό πιθανών αγροικιών, αν πυρήνα που θα μπορούσε να παραπέμπει σε μια συνέχεια των κοιτάξουμε στην εικόνα 7 τη διασπορά της κεραμικής αθροιστικά, αγροτικών εγκαταστάσεων στη διάρκεια των αρχαίων χρόνων. Η μελέτη δηλαδή το σύνολο των διαγνωστικών οστράκων που έχουν χρονολογηθεί του υλικού φαίνεται να επιβεβαιώνει την υπόθεση αυτή. Οι εικόνες 6 ως αρχαϊκά/ελληνιστικά, κλασικά/ελληνιστικά και ελληνιστικά, και 7 αποτυπώνουν τη διασπορά κεραμικής στην περιοχή της Ρίβας παρατηρούμε μια εμφανή συγκέντρωση γύρω από τον πυρήνα της μεγάλης πυκνότητας κεραμικής που αναγνωρίζουμε ως ρωμαϊκή αγροικία της 15 Βλ. Meritt, Wade-Gery & McGregor 1950, 336∙ Νίγδελης 1990, 73. Για το συσχετισμό του φόρου με το μέγεθος της επικράτειας ή του πληθυσμού των Ρίβας (Θ9). Αυτό υποδηλώνει πως ένας αρχαιότερος πυρήνας στη θέση πόλεων βλ. Constantakopoulou 2013, 28-29∙ Βλ. Ager 2008, 164-165 για αυτή είναι πολύ πιθανός. Θα μπορούσαμε επίσης να αναζητήσουμε και μια κριτική συζήτηση του χαρακτήρα του φόρου της Θήρας στην Αθηναϊκή άλλες μικρές εγκαταστάσεις νοτιότερα, όπου δημιουργούνται εμφανείς Συμμαχία. 68 69 την κεραμική που χρονολογείται ευρύτερα στους αρχαϊκούς/κλασικούς έως ελληνιστικούς χρόνους (εικ. 8β), η εικόνα δεν αλλάζει, αυτό που εξακολουθεί να υπερισχύει είναι το υλικό της αρχαϊκής εποχής, σε αντίθεση με το υλικό των κλασικών/ελληνιστικών και ελληνιστικών χρόνων που είναι περιορισμένο και υποδεικνύει μια συρρίκνωση σε σχέση με το αρχαϊκό υλικό. Ιδιαίτερα η λιγοστή ελληνιστική κεραμική δεν υποστηρίζει μια θέση στο σημείο αυτό τη συγκεκριμένη περίοδο, ενώ και το κλασικό ή κλασικό/ελληνιστικό υλικό είναι επίσης εξαιρετικά περιορισμένο16. Ανάλογα παραδείγματα ορατότητας της αρχαϊκής κεραμικής εντοπίζονται και σε άλλες θέσεις της νήσου, στην περιοχή του Προφήτη Ηλία αλλά και στην Κοίμηση (βλ. κατωτέρω). Αυτή η εμφανής παρουσία του αρχαϊκού υλικού είναι αξιοσημείωτη και βρίσκεται σε αντιστοιχία με τάσεις που διαφαίνονται στην ιστορία της γειτονικής Θήρας, όπου η σύνθετη χωρική οργάνωση στη διάρκεια των αρχαϊκών χρόνων προκύπτει από την αναφορά του Ηροδότου στο χωρισμό της Θήρας σε επτά χώρους κατά την εξιστόρηση του επεισοδίου αποικισμού της Κυρήνης το 631 π.Χ. (Ηρόδ. 4. 153)17. Το επεισόδιο αντανακλά μια Εικ. 8: Διασπορά κεραμικής στη Θέση 13 - Άγιος Γεώργιος: α) Κεραμική των αρχαϊκών χρόνων (Αρχαϊκή, Α_poss: πιθανώς οικονομική κρίση, που στην αφήγηση του Ηροδότου αποδίδεται στην Aρχαϊκή, A_C: Aρχαϊκή/Kλασική), β) Κεραμική των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων (C: Kλασική, A_Hell: Aρχαϊκή/Eλληνιστική, C_Hell: Kλασική/Eλληνιστική, Hell: Eλληνιστική, Hell_poss: πιθανώς Eλληνιστική. Κάθε σημείο=1 όστρακο). ξηρασία, και ένα πολυάνθρωπο τοπίο, το οποίο όμως δεν είναι ορατό με σαφήνεια στα αρχαιολογικά ευρήματα (Sperling 1973, 64-68 & συγκεντρώσεις υλικού, ενώ μία τρίτη συγκέντρωση διακρίνεται στο Appendix 1∙ Τζαχίλη 2015, 120-121). Στη Θηρασία οι διασπορές της βορειοδυτικό άκρο της Θηρασίας, όπου όστρακο από κυψέλη μεταξύ κεραμικής στην έρευνα επιφανείας αντανακλούν μια πυκνή παρουσία άλλης χρηστικής κεραμικής παραπέμπει σε μικρή αγροτική θέση. Η στη διάρκεια των αρχαϊκών χρόνων και υποδεικνύουν πως στην αρχαϊκή εικόνα ενός περισσότερο διάσπαρτου σχήματος κατά τους αρχαϊκούς εποχή θα πρέπει να εδραιώθηκε ένα σύστημα πυρήνων κατοίκησης και χρόνους υποδεικνύεται και από τη διασπορά κεραμικής της Πρώιμης μικρών διάσπαρτων εγκαταστάσεων, που ίσως συνδέονταν με τον αρχικό Εποχής του Σιδήρου (εικ. 6). Θα πρέπει να τονιστεί αυτή η εμφανής αποικισμό της Θήρας, ο οποίος πιθανότατα συμπεριελάμβανε και τη παρουσία κεραμικής στην ύπαιθρο της Θηρασίας στη διάρκεια των Θηρασία18. αρχαϊκών χρόνων, ακόμα και στο περιβάλλον της Ρίβας, όπου δεν ευνοείται η ορατότητα πρώιμου χρονολογικά υλικού. 16 Αντίθετα, η κεραμική της υστερορωμαϊκής περιόδου στη θέση αυτή σημειώνει Η παρουσία αρχαϊκής κεραμικής είναι ορατή και σε άλλες αύξηση, με ασφαλείς ενδείξεις δραστηριότητας ήδη από τη μέση ρωμαϊκή θέσεις της έρευνας. Στον Άγιο Γεώργιο (Θ13) για παράδειγμα, μια μικρή περίοδο, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που καταγράφεται και στη Ρίβα (βλ. κατωτέρω). θέση νοτιοδυτικά της Ρίβας, η συνολική επιφανειακή κεραμική είναι 17 Βλ. Ager 2008, 151-152 για τη συγκριτική συζήτηση της αφήγησης του λιγοστή (εικ. 8β). Όμως, η παρουσία οστράκων των αρχαϊκών χρόνων Ηροδότου και της αναφοράς του αποικισμού σε ψήφισμα της Κυρήνης του 4ου είναι διακριτή και ταυτίζεται με τη γενικότερη πυκνότητα που ορίζει τον αι. π.Χ. (SEG IX 3). Βλ. επίσης Ζουμπάκη στον παρόντα τόμο. πυρήνα της θέσης (εικ. 8α). Μεταξύ των οστράκων συμπεριλαμβάνεται 18 Ανάλογες διαπιστώσεις για την πρώιμη εγκαθίδρυση ενός διάσπαρτου οικιστικού σχήματος στον ύστερο 8ο ή 7ο αι. π.Χ. έχουν γίνει στην έρευνα επιφανείας της κορινθιακή κοτύλη του 6ου αι. π.Χ. Αν προσθέσουμε στη συνολική εικόνα Μήλου, το οποίο διατηρήθηκε στη συνέχεια μέχρι την κλασική εποχή (Wagstaff 70 71 Εικ. 9 : Κατανομή ανά περίοδο της χρονολογημένης κεραμικής των αρχαίων χρόνων από την περιοχή της Ρίβας (Λωρίδες 1-31, 230-232). Στο γράφημα δεν συμπεριλαμβάνεται η κεραμική της Ύστερης Αρχαιότητας και των μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων. Εικ. 10: Διασπορά κεραμικής των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων στην περιοχή της Ρίβας: α) Κεραμική της ελληνιστικής/ Η ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΤΗΣ ΡΙΒΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗ ρωμαϊκής εποχής (Hell: Ελληνιστική, Hell_poss: πιθανώς Ελληνιστική, HL_R: Ελληνιστική/Ρωμαϊκή, R: Ρωμαϊκή), β) Κεραμική της πρώιμης και μέσης ρωμαϊκής περιόδου (ER: Πρώιμη Ρωμαϊκή, HL_ER: Ελληνιστική/Πρώιμη Ρωμαϊκή, ER_MR: Πρώιμη/ ΠΕΡΙΟΔΟ Μέση Ρωμαϊκή, MR: Μέση Ρωμαϊκή). Ας διερευνήσουμε στη συνέχεια τις οικιστικές τάσεις στη διάρκεια τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. (Αger 2008, 161-163). Η ευρύτερη διασπορά των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Το διάγραμμα της εικόνας 9 κεραμικής στην ύπαιθρο που χαρακτηρίζουμε ως ελληνιστική/ρωμαϊκή παρουσιάζει ανά περίοδο τη χρονολογημένη αρχαία κεραμική από την (εικ. 10α) θα μπορούσε ίσως να αντανακλά αυτή την περίοδο εξωτερικών ενδοχώρα της Ρίβας, εξαιρώντας από την εικόνα το υλικό της Ύστερης επαφών και ανοικοδόμησης που σημειώνεται στην αρχαία Θήρα20. Αρχαιότητας (εικ. 5), που όπως αναφέρθηκε κυριαρχεί στη συνολική Γενικά, ωστόσο, στη δυτική πεδινή ζώνη της Θηρασίας η κεραμική που διασπορά της αρχαίας κεραμικής. Παρατηρούμε εδώ (εικ. 9) μια χρονολογείται καθαρά στην ελληνιστική περίοδο αντιπροσωπεύεται μεν, δεύτερη, μικρότερης τάξης, κορύφωση που σχετίζεται με υλικό που αλλά είναι περιορισμένη (εικ. 10α)21. Στις θέσεις της περιόδου στο δυτικό χαρακτηρίζουμε ως ελληνιστικό/ρωμαϊκό, που αντανακλά μια περίοδο κάμπο της Θηρασίας θα πρέπει να αναφερθεί επίσης ο ελληνιστικός δραστηριότητας στην παράκτια ζώνη της Θηρασίας πριν από τους πύργος κυκλικής κάτοψης στη θέση Χριστός (εικ. 2β: Θ2), αγροτικού υστερορωμαϊκούς χρόνους19. Προς διερεύνηση είναι κατά πόσον αυτό θα μπορούσε να συσχετιστεί με την ιστορική εικόνα από τη Θήρα στη διάρκεια 20 Στην περίπτωση της γειτονικής Θήρας εκτός από την πόλη της Θήρας της πτολεμαϊκής κυριαρχίας από το 2ο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. έως και τεκμηριώνεται επίσης η ανάπτυξη των παράκτιων οικισμών. Οι ανασκαφές στο νεκροταφείο της Περίσσας, ενός από τα δύο επίνεια της αρχαίας Θήρας, έδωσαν στοιχεία για την παρουσία του οικισμού στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια και την & Cherry 1982, 143). άνθισή του στη συνέχεια κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και την Ύστερη Αρχαιότητα 19 O Ανδρέου (1973-1974, 372) αναφέρει στην περιοχή της Ρίβας θεμέλια (Γερούση 2001, 262, 266). οικιών των ύστερων ελληνιστικών χρόνων, που υποδεικνύουν μια οικοδομική 21 Βλ. Νίγδελης 1990, 77 και σημ. 17 για εκτιμήσεις του περιορισμένου μεγέθους δραστηριότητα στο λιμάνι στη διάρκεια της περιόδου αυτής. του πληθυσμού της Θήρας. 72 73 πιθανότατα χαρακτήρα, αν και η σύνδεση με έναν πιθανό αμυντικό σχεδιασμό του νησιού δεν μπορεί να αποκλεισθεί (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 43-45, εικ. 7∙ Ευσταθίου 2015, 82-83, εικ. 7, σχ. 1). Από την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο και εξής η παρουσία εισηγμένης ερυθροβαφούς κεραμικής επιτρέπει την αναγνώριση των περιόδων με μεγαλύτερη ασφάλεια. Στην εικόνα 10β η κεραμική που έχει ταξινομηθεί ως πρώιμη ρωμαϊκή, πρώιμη/ μέση ρωμαϊκή και μέση ρωμαϊκή22 δημιουργεί μια διασπορά που Εικ. 11: Διασπορά της υστερορωμαϊκής κεραμικής στην ενδοχώρα της Ρίβας (MR_LR: Μέση/Ύστερη Ρωμαϊκή, επικεντρώνεται γύρω από τους δύο Εικ. 12: Διασπορά της υστερορωμαϊκής κεραμικής στην ενδοχώρα της Ρίβας: α) Αμφορείς και πινάκια, β) Υστερορωμαϊκή R_LR: Ρωμαϊκή/Υστερορωμαϊκή, LR: Υστερορωμαϊκή). διακριτούς πυρήνες στην ενδοχώρα επιτραπέζια κεραμική και προέλευση των τύπων. της Ρίβας (εικ. 10β: Θ9 και Θ9Α). Αν και δεν παρατηρείται διασπορά κεραμικής των περιόδων αυτών στην Στον πυρήνα της ρωμαϊκής θέσης Θ9 η μεγάλη πύκνωση υλικού κατά ευρύτερη περιοχή, ωστόσο θα πρέπει να υποθέσουμε πως μεταξύ του τους υστερορωμαϊκούς χρόνους είναι αξιοσημείωτη. Αξίζει να σημειωθεί υλικού που έχει ταξινομηθεί σε γενικότερες χρονολογικές κατηγορίες ως πως συγκεκριμένες κατηγορίες επιτραπέζιας κεραμικής, όπως πινάκια, ελληνιστικό/ρωμαϊκό ή ρωμαϊκό (εικ. 10α) περιλαμβάνεται και εκτός κούπες και φιάλες με προέλευση τη βόρεια Αφρική (African Red Slip θέσης κεραμική της πρώιμης και μέσης ρωμαϊκής περιόδου. Σε κάθε Ware) και την περιοχή της Φώκαιας στη Μικρά Ασία, συναντώνται μόνο περίπτωση, η εμφανής συγκέντρωση κεραμικής της πρώιμης και μέσης στους δύο πυρήνες που έχουν οριστεί ως θέσεις στην περιοχή της Ρίβας ρωμαϊκής περιόδου στον πυρήνα των δύο διακριτών πυκνοτήτων στην και όχι ευρύτερα στην ύπαιθρο (εικ. 12β: θέσεις Θ9 και Θ9Α). Το στοιχείο ενδοχώρα της Ρίβας, αλλά και η ποικιλία των λειτουργικών τύπων, που αυτό, δηλαδή η παρουσία εξειδικευμένων εισηγμένων τύπων κεραμικής περιλαμβάνουν εισηγμένη επιτραπέζια ερυθροβαφή κεραμική, αμφορείς, μόνο στους διακριτούς πυρήνες των θέσεων, όπως και η λειτουργική μαγειρικά σκεύη και λύχνους, υποστηρίζουν την ασφαλή αναγνώριση ποικιλία των τύπων, αποτελεί ένα πρόσθετο κριτήριο για την αναγνώριση δύο πυρήνων δραστηριότητας στα σημεία αυτά. εγκαταστάσεων στα σημεία αυτά και όχι απλά σημείων εντατικής αγροτικής Ας επιστρέψουμε στην υστερορωμαϊκή περίοδο και τη μεγάλη δραστηριότητας και απόρριψης κεραμικής. Παράλληλα, αξιοσημείωτη αγροικία της Ρίβας (Θ9), καθώς και στην κορύφωση της διασποράς είναι η μεγάλη διασπορά υλικού στις πεδινές εκτάσεις της Ρίβας στο υλικού που σημειώνεται στην ύπαιθρο στην Ύστερη Αρχαιότητα (εικ. 11). δυτικό τμήμα του νησιού (εικ. 11). Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής της κεραμικής προέρχεται από όστρακα αμφορέων διαφόρων εισηγμένων 22 H μελέτη και χρονολόγηση της κεραμικής των περιόδων αυτών έγινε από τον τύπων (βλ. Βόγκλη 2015 και στον παρόντα τόμο), τα οποία σημειώνουν μια Philip Bes (Bes 2015 για συγκριτικό υλικό άλλων προγραμμάτων στη Μεσόγειο), ευρύτερη διασπορά στην ύπαιθρο και μια αρκετά μεγαλύτερη πυκνότητα στο διάστημα 2-11 Αυγούστου 2015 στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας στα Φηρά. 74 75 στον πυρήνα της θέσης Θ9 (εικ. 12α). Ευρύτερη είναι επίσης η διασπορά φαίνεται πως αρχίζει ήδη στους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους (Νίγδελης οστράκων της επιτραπέζιας ερυθροβαφούς κεραμικής με προέλευση τη 1990, 87) και συνεχίζεται στη διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής25. Ωστόσο, Μικρά Ασία, καθώς και κεραμικής με ερυθρό επίχρισμα (Red Slip Ware) η μέση αγροτική μονάδα ήταν πολύ μικρή και στη Θήρα, με εργατικό (εικ. 12β). δυναμικό συνήθως 2-3 δούλων, αν και αναφέρονται στις πηγές μερικές Το μεγάλο μέγεθος της αγροικίας της Ρίβας (Θ9), αλλά και η περιπτώσεις απασχόλησης ομάδων των 20 ατόμων. Ακόμα και εύποροι γενικότερη εικόνα της μεγάλης διασποράς του υστερορωμαϊκού υλικού, ιδιοκτήτες κατείχαν ένα μεγάλο αριθμό διάσπαρτων αγροτεμαχίων, δεν φαίνεται να έχουν παράλληλα στις άλλες περιοχές του νησιού, όπου παρά μια μεγάλη αγροτική εγκατάσταση (Jones 1953, 57). Στην Κέα, οι υστερορωμαϊκές θέσεις συνεχίζουν τα μικρά μεγέθη των προηγούμενων επίσης, οι περισσότερες εγκαταστάσεις της ρωμαϊκής εποχής συνεχίζουν περιόδων, αν και η ευρύτερη παρουσία της υστερορωμαϊκής κεραμικής τα μικρά μεγέθη των κλασικών χρόνων και φαίνεται πως συνδέονταν με και ιδιαίτερα των οστράκων αμφορέων αποτελεί ένα γενικό χαρακτηριστικό αγροκτήματα μεμονωμένων οικογενειών (Cherry, Davis & Mantzourani σε όλες τις περιοχές της έρευνας. To μεγάλο ποσοστό αμφορέων σε 1991, 336, εικ. 17.9 και 344). Στη Μήλο των αυτοκρατορικών χρόνων, αγροτικές θέσεις, όπως είναι η περίπτωση της Ρίβας, υποδηλώνει πιθανές αντίθετα, τεκμηριώνεται η αγροτική έπαυλη (Renfrew & Wagstaff 1982, λειτουργίες σχετιζόμενες με την επεξεργασία και αποθήκευση της 146 και 228), ένα νέο είδος εξειδικευμένης θέσης γνωστή και από άλλες τοπικής αγροτικής παραγωγής (Grigoropoulos 2013, 767). Η ανάπτυξη περιοχές του ελλαδικού χώρου (Alcock 1993, 64-67∙ Rizakis 2013, 35- της ενδοχώρας της Ρίβας και το μέγεθος της θέσης θα μπορούσαν να 40∙ Farinetti 2018, 10-12). αντανακλούν μεγαλύτερες ιδιοκτησίες και θα πρέπει να ιδωθούν σε Ως προς τις χρήσεις γης και τη σύνδεση με ευρύτερα εμπορικά συνάρτηση με την ακμή του λιμανιού στη διάρκεια της περιόδου αυτής δίκτυα, η παρουσία πολυάριθμων οστράκων αμφορέων στο υλικό της και την ανάπτυξη παράκτιων θέσεων με εξαγωγικό χαρακτήρα23. Ίσως θα περιόδου σχετίζεται αναμφίβολα με την πλεονασματική αγροτική μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς μια διχοτομία μεταξύ μιας οικονομίας παραγωγή και τη μεταφορά των προϊόντων. Η εξειδικευμένη παραγωγή της αυτάρκειας στην ενδοχώρα του νησιού και μιας περισσότερο κρασιού, ίσως του «θηραίου οίνου» των πηγών26, τεκμηριώνεται εντατικής καλλιέργειας και εξαγωγικά προσανατολισμένης οικονομίας μεταξύ των καλλιεργειών στη Θήρα στην Ύστερη Αρχαιότητα27 και στην ευρύτερη περιοχή του λιμανιού της Ρίβας. έχει συνδεθεί με την πληθώρα εισηγμένων κρητικών αμφορέων στους Ως προς το χαρακτήρα της θέσης της Ρίβας (Θ9) θα πρέπει παράκτιους οικισμούς της Περίσσας και του Καμαριού (Ντάφη 2010, να σημειώσουμε πως, με εξαίρεση την εισαγόμενη κεραμική, δεν 8-9). Μπορούμε να υποθέσουμε πως γαιοκτήμονες, τόσο στη Θήρα σημειώθηκαν στην επιφάνεια αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που να όσο και στη Θηρασία, όπως και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου και της παραπέμπουν σε μια πολυτελή εγκατάσταση (αρχιτεκτονικά μέλη, ηπειρωτικής Ελλάδας, ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες προμήθειας της ψηφιδωτά κλπ.)24. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέγεθος αντανακλά ίσως ένα Κωνσταντινούπολης και άλλων πόλεων με αγροτικά αγαθά από τον 4ο βαθμό κοινωνικής διαφοροποίησης που δημιουργούσε την εποχή αυτή η αι. μ.Χ. με την εντατικοποίηση της παραγωγής. Στην περίπτωση της ύπαρξη μεγαλύτερων αγροκτημάτων, αν και οι ίδιες οι θέσεις συνδέονται Θηρασίας η συμμετοχή στα τοπικά δίκτυα του Αιγαίου, αλλά και στα συνήθως με την παρουσία επιστατών και δούλων και όχι των ίδιων των ευρύτερα εμπορικά δίκτυα της ανατολικής Μεσογείου, αντανακλάται ιδιοκτητών. Αναζητώντας παράλληλα στη Θήρα, αξίζει να σημειώσουμε στην πληθώρα των εισηγμένων αμφορέων, καθώς και στην αυξημένη πως η συγκέντρωση γης στα χέρια ολίγων αποτελεί διαδικασία που 25 Με βάση στοιχεία της εποχής του Διοκλητιανού αναφέρεται πως τρεις μόνο 23 Για την ανάπτυξη των επινείων της αρχαίας Θήρας στην υστερορωμαϊκή οικογένειες της Θήρας κατείχαν το 1/4 περίπου των καλλιεργήσιμων γαιών περίοδο βλ. Ευσταθίου 2001∙ Γερούση 2001∙ Farinetti 2018, 12-13. (Νίγδελης 1990, 102-103 και 107). 24 Τμήμα αρχαίου ψηφιδωτού δαπέδου αναφέρεται από τον Leycester (1850, 3) 26 Πολυδεύκης, Ὁνομαστικόν VI, 16-17. στο δάπεδο της εκκλησίας της Φανερωμένης στη Ρίβα. 27 IG XII 3, 343-349∙ Ντάφη 2010, 8-9. 76 77 παρουσία εισηγμένων επιτραπέζιων σκευών στο υλικό της επιφανειακής (African Red Slip Ware) (εικ. 12β). Η κεραμική με προέλευση την έρευνας. Οι αμφορείς από τη Θηρασία ανήκουν στην πλειονότητά τους περιοχή της Φώκαιας στη Μικρά Ασία αντανακλά δίκτυα που συνέδεαν στον υστερορωμαϊκό τύπο 1 (ΥΡ 1), ο οποίος συνδέεται με διάφορα την Κωνσταντινούπολη με τις ακτές της ανατολικής Μεσογείου για την κέντρα παραγωγής στην Κιλικία, την Κύπρο και την Κω28, καθώς και στον προμήθεια και διακίνηση των αγαθών, ενώ η βορειοαφρικανική κεραμική υστερορωμαϊκό τύπο 2 (ΥΡ 2), με προέλευση εργαστήρια της περιοχής σχετίζεται με εμπορικά δίκτυα που συνέδεαν την Κωνσταντινούπολη του Αιγαίου29. Σε μικρότερα ποσοστά εμφανίζονται άλλοι τύποι αμφορέων με τις παραγωγικές περιοχές της βόρειας Αφρικής (Poblome, Bes & με προέλευση την Κνίδο, την Κρήτη, την Κω, τη Μαύρη Θάλασσα καθώς Willet 2012, 397-398). Οι εισαγωγές επιτραπέζιων σκευών στη Θηρασία και τη βόρεια Αφρική30. παρουσιάζουν μια ανάμεικτη εικόνα σύνδεσης με διαφορετικές εμπορικές Η εισηγμένη επιτραπέζια ερυθροβαφής κεραμική που απαντά σφαίρες επιρροής, κυρίως με αυτές των μικρασιατικών εργαστηρίων και σε διάφορες περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο, και τεκμηριώνεται και σε μικρότερο βαθμό των βορειοαφρικανικών33, στις οποίες θα πρέπει να στο υλικό της Θηρασίας (Βόγκλη 2015, 94-105), ενσωματωνόταν στις προστεθούν και τα δίκτυα τοπικού χαρακτήρα. Τα παραπάνω στοιχεία ροές ανταλλαγών άλλων προϊόντων (Poblome, Bes & Willet 2012, 397). προσφέρουν ενδείξεις για την παρουσία της Θηρασίας και του επινείου Στη Θηρασία παρουσιάζει μοτίβα κατανομής γνωστά και από άλλες της στα τοπικά και υπερτοπικά δίκτυα του Αιγαίου και της ανατολικής περιοχές του Αιγαίου και της νοτιο-ελλαδικής ηπειρωτικής χώρας31. Στην Μεσογείου, καθώς η Θηρασία, όπως και η Θήρα, βρίσκονταν πάνω στις εισαγόμενη επιτραπέζια κεραμική επικρατούν αγγεία μικρασιατικών ρότες των πλοίων και στις εμπορικές διαδρομές. εργαστηρίων (Βόγκλη 2015, 99-105)32, παρούσα ωστόσο είναι και η παραγωγή βορειοαφρικανικών εργαστηρίων (African Red Slip Ware) από ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΩΝ ΠΥΚΝΟΤΗΤΩΝ την περιοχή της σημερινής Τυνησίας (εικ. 12β) (Βόγκλη 2015, 94-98 και ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ ΜΕ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ στον παρόντα τόμο για τα ποσοστά της κεραμικής αυτής). Παράλληλα, ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ στους δύο πυρήνες της Ρίβας που έχουν αναγνωριστεί ως θέσεις (Θ9 Ας εξετάσουμε στη συνέχεια μεθοδολογικά ζητήματα συσχετισμού των και Θ9Α) είναι διακριτή η συγκέντρωση φωκικής κεραμικής, καθώς διασπορών επιφανειακής κεραμικής με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην και κεραμικής με ερυθρό επίχρισμα με προέλευση τη βόρεια Αφρική επιφάνεια ή στο υπέδαφος. O ορισμός θέσεων στην έρευνα βασίστηκε στις μεγάλες συγκεντρώσεις κεραμικής στην επιφάνεια, με πυκνότητες πάνω 28 Βλ. Βόγκλη 2015, 105-106∙ Poulou-Papadimitriou & Nodarou 2014, 877∙ από το μέσο όρο, που σχετίζονται με επαναλαμβανόμενη ανθρώπινη Κορδατζάκη στον παρόντα τόμο. δραστηριότητα που δημιουργεί εναποθέσεις υλικού, πρωτογενείς σε 29 Πούλου-Παπαδημητρίου 2001, 241-243∙ Poblome, Bes & Willet 2012, 394∙ σχέση με μία θέση ή δευτερογενείς σε σχέση με άλλους παράγοντες Βόγκλη 2015, 106-107. Βλ. επίσης: Κορδατζάκη στον παρόντα τόμο, για τη συζήτηση της κεραμικής ύλης 28 που συνδέεται με τους ΥΡ2 αμφορείς από μεταφοράς του υλικού ή με μεταποθετικές διαδικασίες (Alcock, Cherry τη Ρίβα και την ομοιότητα με την τοπική παραγωγή ΥΡ2 αμφορέων από την & Davis 1994, 159 για έναν παρόμοιο ορισμό των θέσεων στην έρευνα Αργολίδα. της Νεμέας∙ Attema et al. 2020, 13-14). Στην περίπτωση της Θηρασίας, 30 Βλ. Βόγκλη 2015 και στον παρόντα τόμο∙ Κορδατζάκη στον παρόντα τόμο. Οι παραπάνω παρατηρήσεις βασίζονται επίσης στην προκαταρκτική μελέτη της η ερμηνεία των διασπορών για την αναγνώριση αγροτικών εγκαταστάσεων ρωμαϊκής και υστερορωμαϊκής κεραμικής από τη Ρίβα και άλλες θέσεις της Θηρασίας από τον Philip Bes. Βλ. παραδειγματικά: Bes 2015∙ Bes & Poblome 2017∙ Πούλου-Παπαδημητρίου 31 33 Ας σημειωθεί, σε σχέση με τα λυχνάρια που βρέθηκαν στις ανασκαφές 2001∙ Πετρίδης 2010. του αρχαίου νεκροταφείου της Περίσσας στη Θήρα, η απουσία αυθεντικών 32 Σε ποσοστό 42,5% επί του συνόλου της ερυθροβαφούς κεραμικής (βλ. Βόγκλη βορειοαφρικανικών τύπων και η παρουσία αντιγράφων, που μιμούνταν τους στον παρόντα τόμο). Βλ. Γερούση 2001, 264-265 για τα επίσης μεγάλα ποσοστά βορειοαφρικανικούς τύπους από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. (Γερούση 2001, 264- μικρασιατικών προϊόντων όσον αφορά τα λυχνάρια από το νεκροταφείο της 265). Βλ. Βόγκλη στον παρόντα τόμο για την ασφαλή αναγνώριση ερυθροβαφών Περίσσας στη γειτονική Θήρα. πινακίων αφρικανικών εργαστηρίων στη Θηρασία. 78 79 στην ύπαιθρο δυσχεραίνεται από την απουσία κεραμιδιών στο υλικό της έρευνας, που παραπέμπει στη στέγαση των κτισμάτων με επίπεδες στέγες, χωρίς κεράμωση, αλλά με χρήση άλλων υλικών34. Στην περίπτωση της θέσης Θ9 της Ρίβας η διασπορά της κεραμικής έχει την εξής δομή, έναν πυρήνα και βαθμιαία μειούμενη διασπορά όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο της θέσης (εικ. 3). Για το συσχετισμό με οικοδομικά κατάλοιπα στο υπέδαφος πραγματοποιήθηκε γεωφυσική έρευνα σε επί μέρους τομείς στη ζώνη αυτή και συγκεκριμένα στους τομείς RV1-RV4 (Sarris, Kalayci & Papadopoulos στον παρόντα τόμο, εικ. 3). Τα αποτελέσματα έδειξαν υψηλές συγκεντρώσεις μαγνητικών ανωμαλιών κυρίως στο νότιο τμήμα της ζώνης, στους τομείς RV3 και RV4 των γεωφυσικών (εικ. 13), που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στο υπέδαφος σε κακή διατήρηση. Στον πυρήνα της μεγάλης πυκνότητας κεραμικής στη θέση Θ9 δεν παρατηρήθηκαν γραμμικές ανωμαλίες στο υπέδαφος σε άμεσο συσχετισμό με τη μέγιστη διασπορά κεραμικής (εικ. 13, τομέας RV2 των γεωφυσικών). Τρεις παράλληλες γραμμικές ανωμαλίες σημειώνονται βορειότερα (εικ. 13: τομέας RV1), των οποίων η ερμηνεία είναι διφορούμενη (Sarris, Kalayci & Papadopoulos στον παρόντα τόμο). Με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα μπορούν να συσχετιστούν με μεγαλύτερη βεβαιότητα οι γραμμικές ανωμαλίες στον τομέα RV3, νοτιοανατολικά του πυρήνα της θέσης Θ9, που ορίζουν κατατμημένο ορθογώνιο χώρο με διαφορετικό προσανατολισμό από τα όρια των σύγχρονων χωραφιών (εικ. 13: RV3). Γραμμικές ανωμαλίες εντοπίζονται επίσης σε σχέση με τη διακριτή πυκνότητα κεραμικής στη θέση Θ9Α (εικ. 13, τομέας RV4 των γεωφυσικών). Εδώ, αρχαίο οικοδομικό υλικό που φέρει συνδετικό ασβεστοκονίαμα διακρίνεται επίσης ενσωματωμένο στους αναλημματικούς τοίχους των νεότερων χρόνων και υποδεικνύει το μεγάλο βαθμό ανακύκλωσης των οικοδομικών υλικών στο τοπίο της Θηρασίας. Συνολικά, στην περίπτωση της Ρίβας, οι μεγάλες διασπορές κεραμικής στην επιφάνεια στην περιοχή που ορίζουμε ως πυρήνα της θέσης Θ9 θα μπορούσαν να σχετίζονται όχι με την ύπαρξη ενός κτίσματος στο ίδιο ακριβώς σημείο, αλλά με Εικ. 13: Συσχετισμός της πυκνότητας της επιφανειακής κεραμικής με τα αποτελέσματα της γεωφυσικής έρευνας στην περιοχή της Ρίβας. 34 Η απουσία κεράμωσης και η στέγαση με δώμα με τη χρήση αργιλοχώματος για στεγανοποίηση, καθώς και η στέγαση μέσω κτιστών θόλων τεκμηριώνεται στις ανασκαφές των οικιών της αρχαίας Οίας (Καμάρι) κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Ευσταθίου 2001, 238). 80 81 επίσης τα θεμέλια του αψιδωτού κτίσματος της παλαιότερης εκκλησίας (εικ. 14β)36. Η γενική διασπορά της κεραμικής είναι χαμηλή, λόγω της περιορισμένης ορατότητας από την πυκνή, χαμηλή βλάστηση και την απουσία καλλιεργειών στο βραχώδες αυτό τμήμα του λόφου, και η θέση δεν γίνεται διακριτή ως ένας εμφανής πυρήνας συγκέντρωσης υλικού στην πυκνότητα των λωρίδων της επιφανειακής έρευνας (εικ. 14α). Είναι η μεγαλύτερη διασπορά κεραμικής στις πλαγιές, λόγω διαδικασιών διάβρωσης και διολίσθησης του υλικού, που προδίδει την παρουσία του οικισμού στην κορυφή του υψώματος. Στην ίδια τη θέση η κεραμική εντοπίστηκε τοπικά σε δεύτερο στάδιο κατά την εφαρμογή κανάβου μικρότερων τετραγώνων, μεγέθους 10x10 μ., για την εντατική επισκόπηση και περισυλλογή υλικού (εικ. 14β). Αντίθετα, μεγάλος είναι ο αντίκτυπος της αρχαίας θέσης στην ευρύτερη περιοχή, όπου καταγράφονται ευρύτερες διασπορές κεραμικής, που αντανακλούν τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τις καλλιέργειες στο νοτιοανατολικό τμήμα της Θηρασίας (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 46-47, εικ. 12). Εικ. 14: Αποτελέσματα της αρχαιολογικής έρευνας στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία: α) Συνολική πυκνότητα κεραμικής και Από τις πυκνότητες αυτές ξεχωρίζει μια μεγάλη συγκέντρωση εντοπισμός θέσεων (Θ4 και Θ16), β) Πυκνότητα κεραμικής σε κάναβο 10x10 μ. στη θέση Θ4 στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία και κεραμικής που αναγνωρίστηκε ως θέση (Θ16) περίπου 300 μέτρα αποτύπωση των οικοδομικών καταλοίπων (με κόκκινο) και των ανδήρων (με μαύρο) (Τοπογραφική αποτύπωση: Εm. Farinetti), γ) Αρχαία κτιριακά κατάλοιπα στον Προφήτη Ηλία (Θ4). βορειοδυτικά από την κορυφή του Προφήτη Ηλία, στην πλαγιά του ίδιου λόφου (εικ. 14α: Θ16). Στη θέση αυτή είναι εμφανής η συγκέντρωση ένα περισσότερο σύνθετο σχήμα παρουσίας οικοδομικών καταλοίπων διακριτής ποσότητας κεραμικής των αρχαϊκών χρόνων (εικ. 15α), στον άμεσο περίγυρο προς τα βόρεια και βορειοανατολικά, καθώς και με όπως διαπιστώθηκε και στην περιοχή της Ρίβας, που επιβεβαιώνει το πιθανές πρακτικές απόρριψης σε σχέση με δραστηριότητες στα σημεία χαρακτηρισμό της περιόδου αυτής ως η κύρια φάση επέκτασης στο τοπίο αυτά35. της Θηρασίας. Στοιχεία όπως ο ικανός αριθμός διαγνωστικών οστράκων, η Στην περίπτωση του Προφήτη Ηλία (θέση Θ4), που αποτελεί καλή ποιότητα της κεραμικής, καθώς και τα είδη των αγγείων, κατά βάση το οικιστικό κέντρο των αρχαίων χρόνων στο νοτιοανατολικό τμήμα αγγεία πόσης ή μεταφοράς υγρών (κύλικες, σκύφοι, κοτύλες, κρατήρες, της Θηρασίας, η ταύτιση της θέσης έγινε με βάση τα αρχιτεκτονικά υδρίες, οινοχόη) θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε μία ενδεχόμενη κατάλοιπα που είναι ορατά στην επιφάνεια του εδάφους (εικ. 14 β-γ). ταφική χρήση του χώρου. Η θέση Θ16 βρίσκεται στο ίδιο υψόμετρο με Στα άνδηρα βορειοανατολικά της κορυφής του υψώματος διακρίνονται τον κύριο οικισμό του Προφήτη Ηλία και θα μπορούσε ενδεχομένως να αρχαία οικοδομικά κατάλοιπα που διαμορφώνουν ορθογώνιους αντανακλά την παρουσία ταφών στις πλαγιές, καθώς κανείς προσέγγιζε χώρους εγκάρσιους προς τον αναλημματικό τοίχο που υποστηρίζει το από τα βόρεια τον οικιστικό πυρήνα μέσω μονοπατιού, το οποίο και υπερκείμενο άνδηρο της κορυφής του υψώματος (εικ. 14γ), ενώ στο σήμερα ξεκινά από την κορυφή του υψώματος και ακολουθεί το φρύδι άνδηρο της κορυφής, πέρα από άλλα κτιριακά κατάλοιπα, διατηρούνται 35 Attema et al. 2020, 15-17 για τη σχέση της διασποράς του επιφανειακού 36 Για τα κτιριακά κατάλοιπα στον Προφήτη Ηλία βλ. επίσης Ευσταθίου 2015, υλικού γύρω από τις θέσεις (site hallο) με τις υπεδάφιες αποθέσεις. 82. 82 83 της καλντέρας προς το Βορρά (εικ. 14α: γραμμικό μονοπάτι με κόκκινο χρώμα). Η μελέτη της κεραμικής των επί μέρους περιόδων από τη θέση Θ16 βόρεια του Προφήτη Ηλία (εικ. 15α-δ) αντανακλά τις διαχρονικές τάσεις κατοίκησης και δίνει τη δυνατότητα σύγκρισης με την κατανομή του υλικού που καταγράφηκε στην ευρύτερη περιοχή της Ρίβας (εικ. 6, εικ. 10-12). Η κεραμική των αρχαϊκών χρόνων σημειώνει μια ευρεία διασπορά και μια παρόμοια μικρότερη διασπορά παρουσιάζει το υλικό που χαρακτηρίζεται γενικά ως αρχαϊκό/ελληνιστικό (εικ. 15α). Παρατηρούμε, επίσης, την περιορισμένη παρουσία κεραμικής των κλασικών/πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, όπως διαπιστώσαμε και στην περιοχή της Ρίβας. Η ελληνιστική περίοδος αντιπροσωπεύεται κυρίως στον πυρήνα της θέσης Θ16, αλλά σημειώνει συρρίκνωση, όπως και το υλικό της πρώιμης και μέσης ρωμαϊκής περιόδου (εικ. 15β). Κεραμική που έχει χρονολογηθεί στην ύστερη ελληνιστική και στην πρώιμη και μέση ρωμαϊκή περίοδο, και σχετίζεται κυρίως με ερυθροβαφή επιτραπέζια κεραμική, εντοπίζεται μόνο στον πυρήνα της θέσης Θ16 (εικ. 15β), ενώ απουσιάζει μια ευρύτερη διασπορά, αντανακλώντας μια πιθανή συρρίκνωση στην πυκνότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας στη διάρκεια των περιόδων αυτών. Αντίθετα, αύξηση παρουσιάζει η διασπορά της υστερορωμαϊκής κεραμικής (εικ. 15δ), η οποία πέρα από μια πύκνωση του υλικού στην ίδια τη θέση, που περιλαμβάνει αμφορείς και επιτραπέζια κεραμική εισηγμένων τύπων, σημειώνει επίσης μία ευρύτερη διασπορά, όπως δείχνει η ευρεία κατανομή οστράκων αμφορέων που συνδέονται με τις αγροτικές δραστηριότητες (εικ. 15γ). Η επιτραπέζια κεραμική της περιόδου επικεντρώνεται κυρίως στον πυρήνα της θέσης Θ16 ή σχετίζεται με διασπορές στις πλαγιές του οικιστικού πυρήνα Θ4 στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία (εικ. 15γ). Όστρακα από μαγειρικά σκεύη και λύχνους αναγνωρίζονται στο υλικό σε μικρότερο βαθμό χωρίς να είναι δυνατή η χρονολόγησή τους σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Ας σημειωθεί πως οι πυκνότητες του υλικού της υστερορωμαϊκής περιόδου στην περιοχή του Προφήτη Ηλία δεν φθάνουν στο βαθμό της μεγάλης διασποράς κεραμικής στην περιοχή του επινείου της Ρίβας (εικ. 11-12), η οποία αντανακλά την ιδιαίτερη ακμή των παράκτιων τοποθεσιών σε Εικ. 15: Διασπορά χρονολογημένης κεραμικής από την αρχαϊκή εποχή έως και την υστερορωμαϊκή περίοδο στην περιοχή του Προφήτη Ηλία (Α: Αρχαϊκή, C: Κλασική, Hell/HL: Ελληνιστική, ER: Πρώιμη Ρωμαϊκή, MR: Μέση Ρωμαϊκή, LHL: Ύστερη Ελληνιστική, σχέση με την ενδοχώρα. R: Ρωμαϊκή, LR: Υστερορωμαϊκή). Παρόμοιες τάσεις παρατηρούνται και στην περιοχή της 84 85 Κοίμησης, στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού, όπου η διασπορά έρευνα που θα ήταν προσανατολισμένη στη σάρωση ομαλών περιοχών, κεραμικής επικεντρώνεται στο ύψωμα όπου βρίσκεται η ομώνυμη μονή υπογραμμίζοντας την ειδική μεθοδολογία και στρατηγική που απαιτείται των νεότερων χρόνων και όπου πιθανολογείται η παρουσία ιερού των σε ορεινές και περιφερειακές ζώνες (Attema et al. 2020, 7). αρχαίων χρόνων (εικ. 2β: Θ3). Άλλες πυκνότητες κεραμικής σχετίζονται Αντίστοιχο παράδειγμα αποτελεί ο προϊστορικός οικισμός με οικοδομικά κατάλοιπα σε πλάτωμα στη βορειοδυτική πλαγιά του στην Κοίμηση (εικ. 2β: Θ3), όπου επίσης ταυτίζονται οι επιφανειακές υψώματος (εικ. 2β: Θ15). Στην Κοίμηση, πέρα από τη διακριτή παρουσία διασπορές υλικού, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που ήρθαν στο φως κεραμικής των υστερογεωμετρικών/πρώιμων αρχαϊκών, αρχαϊκών και στην πρόσφατη ανασκαφή, αλλά και τα αποτελέσματα της γεωφυσικής αρχαϊκών/κλασικών χρόνων (Ευσταθίου 2015, 82 και σημ. 23), είναι έρευνας (Sbonias et al. 2020, 5-9∙ Sarris, Kalayci & Papadopoulos διακριτή επίσης με μεγαλύτερη σαφήνεια η παρουσία υλικού της στον παρόντα τόμο). Σε σχέση με το επιφανειακό υλικό, οι μεγαλύτερες ελληνιστικής και της πρώιμης/μέσης ρωμαϊκής εποχής, παράλληλα με διασπορές συγκεντρώνονται στα πρανή του λόφου και στις φυσικές τη μεγάλη αντιπροσώπευση της υστερορωμαϊκής κεραμικής, η οποία, αναβαθμίδες νοτιοανατολικά της μονής, όπου τα προεκρηξιακά εδάφη όπως και σε άλλες θέσεις της Θηρασίας, κυριαρχεί στο χρονολογημένο είναι ορατά στην επιφάνεια ή καλύπτονται από το σαθρό επίστρωμα υλικό. Η διακριτή παρουσία μεγαλύτερου εύρους χρονολογικών άσπας που έχει καταπέσει από την κορυφή του λόφου. Ωστόσο, μικρές περιόδων στο υλικό από την περιοχή της Κοίμησης σχετίζεται με την διασπορές προϊστορικής κεραμικής βορειοανατολικά της μονής, στην πιθανή χωροθέτηση στο σημείο αυτό ιερού των αρχαίων χρόνων, όπως ανατολική παρειά του επίπεδου πλατώματος της κορυφής καθώς και στα υποδηλώνουν η καλή ποιότητα της κεραμικής και ο μεγάλος αριθμός πρανή ανατολικά, υποδεικνύουν την ύπαρξη προϊστορικών καταλοίπων μελαμβαφών και ερυθροβαφών οστράκων από τη θέση αυτή (Ευσταθίου και στο σημείο αυτό, ενδείξεις που ενισχύονται από τα αποτελέσματα 2015∙ Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 46-47∙ Sarris, Kalayci της γεωφυσικής έρευνας (Σμπόνιας, Τζαχίλη & Μουλλού 2015, 64-67∙ & Papadopoulos στον παρόντα τόμο για τα αποτελέσματα της γεωφυσικής Sarris, Kalayci & Papadopoulos στον παρόντα τόμο). Η κεραμική από την έρευνας), τα παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη στον αύλειο χώρο επιφανειακή έρευνα πέρα από τον εντοπισμό του οικισμού έδωσε επίσης της μονής, καθώς και η πιθανή παρουσία οικιστικής θέσης του 5ου-7ου μια πρώτη εκτίμηση της έκτασής του, στη βάση της ευρύτερης διασποράς αι. μ.Χ. στις υπώρειες του λόφου κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Βόγκλη κεραμικών υλών που συσχετίζονται με την πρωτοκυκλαδική περίοδο στον παρόντα τόμο). στα άνδηρα της επικλινούς πλαγιάς της καλντέρας, και σε σχέση με τη Σε αντίθεση με τον Προφήτη Ηλία, όπου όπως είδαμε τα γραπτή μεσοκυκλαδική κεραμική, η παρουσία της οποίας εντοπίζεται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και όχι η ίδια η διασπορά της κεραμικής στα ομαλότερα άνδηρα εγγύτερα στην κορυφή του λόφου (Kordatzaki ταυτίζουν τη θέση, σε άλλες περιπτώσεις η διάβρωση φέρνει στο φως et al. 2018). Με βάση την πετρογραφική ανάλυση της κεραμικής και τη τα υποκείμενα στρώματα και δημιουργεί πυκνότητες επιφανειακού μελέτη των κεραμικών υλών δόθηκε επίσης η δυνατότητα διερεύνησης υλικού που υποδεικνύουν τις θέσεις. Αυτή είναι η περίπτωση του ζητημάτων παραγωγής και κατανάλωσης της κεραμικής σε σχέση με το βυζαντινού οικισμού στη θέση Κάστρο στο βορειοανατολικό τμήμα της Ακρωτήρι αλλά και τα ευρύτερα δίκτυα ανταλλαγών στο προϊστορικό Θηρασίας (εικ. 2β: Θ8), όπου επικρατεί απόλυτη ταύτιση των ορατών Αιγαίο, ενδείξεις που επιβεβαιώθηκαν από την ανασκαφική έρευνα που αρχιτεκτονικών καταλοίπων με τη διασπορά της επιφανειακής κεραμικής ακολούθησε (Kordatzaki et al. 2018∙ Sbonias et al. 2020). (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 48-49∙ Βόγκλη στον παρόντα Θα αναφέρουμε ένα τελευταίο παράδειγμα συσχετισμού της τόμο, εικ. 5γ, 8β). Το υλικό εδώ έρχεται στην επιφάνεια, καθώς η θέση επιφανειακής κεραμικής με τις οικιστικές θέσεις και τις χρήσεις γης στη καταστρέφεται από την έντονη διάβρωση της πλαγιάς. Ας σημειωθεί διάρκεια των νεότερων χρόνων. Το τοπίο της Θηρασίας κατά την περίοδο ωστόσο πως ο οικισμός, που βρίσκεται στα πιο απότομα πρανή της αυτή συνδέεται με ένα συνολικό σύστημα διευθέτησης της γης και μια βορειοανατολικής καλντέρας, δύσκολα εντοπίζεται από μια επιφανειακή μεγάλης έντασης επένδυση στο τοπίο για την προστασία και αξιοποίηση 86 87 να συνδεθούν με τις εντατικές πρακτικές καλλιέργειας στην πεδινή ζώνη της Θηρασίας και τη διασπορά της κεραμικής των νεότερων χρόνων που καταγράφηκε στη διάρκεια της αρχαιολογικής έρευνας (εικ. 16α). Μπορούμε να παρατηρήσουμε ένα αρκετά περίπλοκο σχήμα απόρριψης υλικού στην ύπαιθρο, που συνδέεται με την οικιστική ανάπτυξη από το 18ο αι. και εξής37, τον εμπορευματικό χαρακτήρα των καλλιεργειών και την πίεση που ασκούνταν στην καλλιεργήσιμη γη μέσα από τη σχεδόν μονοκαλλιέργεια της αμπέλου στο δυτικό κάμπο της Θηρασίας. Το νεότερο αυτό παράδειγμα διασποράς της κεραμικής στο αγροτικό τοπίο μάς βοηθά να κατανοήσουμε τις πρακτικές απόρριψης στο παρελθόν, που σε συγκεκριμένες περιόδους δημιούργησαν μια εκτεταμένη, χαμηλής πυκνότητας διασπορά κεραμικής στην ύπαιθρο χώρα (Attema et al. 2020, 17-19∙ Forbes 2013). Στην εικόνα 16α αποτυπώνεται η διασπορά της νεότερης κεραμικής στην πεδινή ζώνη μεταξύ των οικισμών του Ποταμού και της Αγριλιάς, καθώς και η κατανομή της κεραμικής σε κάναβο στον οικισμό της Αγριλιάς (Θ1), που σήμερα στη μεγαλύτερη έκτασή του είναι Εικ. 16: α) Διασπορά κεραμικής των νεότερων χρόνων στην ύπαιθρο του οικισμού της Αγριλιάς και κάναβος περισυλλογής εγκαταλειμμένος (εικ. 16β) (Δανιήλ & Ζαχαράτος 2015). Στην Αγριλιά, υλικού στην ίδια θέση, β) Άποψη οικιστικής μονάδας στην Αγριλιά, γ) Αμπέλια στον κάμπο νότια του οικισμού. λόγω και της κακής ορατότητας από τη βλάστηση αλλά και της ίδιας της γης, τη δημιουργία αρόσιμων επιφανειών, τη διαχείριση των υδάτων της αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης και του πολεοδομικού σχεδιασμού του και τις επικοινωνίες (Αθανασίου 2015∙ Ριτζούλη 2015). Οι εκτεταμένες οικισμού, που χαρακτηρίζεται από τη στενότητα χώρων και επιφανειών, η αρόσιμες επιφάνειες του κάμπου στα δυτικά και οι διευρυμένες επίπεδες παρουσία επιφανειακής κεραμικής είναι περιορισμένη και δεν δημιουργεί περιοχές κατά μήκος του φρυδιού της καλντέρας στα ανατολικά, αλλά μια διακριτή πυκνότητα στον πυρήνα της θέσης, ως αποτέλεσμα της και το σύνολο σχεδόν των πλαγιών και του εσωτερικού των χαραδρών κατοίκησης και της μετέπειτα εγκατάλειψης του οικισμού. Αντίθετα, η αποδίδονταν στην καλλιέργεια μέσω της δημιουργίας αναλημμάτων. ευρύτερη διασπορά της κεραμικής των νεότερων χρόνων σχετίζεται με Κυρίαρχη θέση είχε η εμπορικά προσοδοφόρα αμπελοκαλλιέργεια, τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και ιδιαίτερα τα αμπέλια δυτικότερα, στην που συνδεόταν και με την εμπορική εκμετάλλευση του κάμπου από έξοδο του οικισμού. Τα αμπέλια, σύμφωνα με μαρτυρία του πληροφορητή γαιοκτήμονες της Θήρας, και επίσης σε μικρότερο βαθμό η παραγωγή Μαρίνου Πιτσικάλη, κατοίκου της Θηρασίας, λιπαίνονταν συστηματικά βαμβακιού, οσπρίων και κυρίως κριθαριού, στις επικλινείς εκτάσεις του στο παρελθόν με απορρίμματα, τα οποία μεταφέρονταν στα κτήματα νησιού (Δε Κιγάλλας 1850, 111-112∙ Leycester 1850, 3∙ Μπούφαλης από τον αύλειο χώρο και ιδιαίτερα τα αποχωρητήρια των οικιστικών & Αθανασίου 2015, 929-931). Η πυκνότητα της κατοίκησης στο δυτικό μονάδων, που διέθεταν στο κατώτερο επίπεδο των κτισμάτων ειδικό τμήμα της Θηρασίας, στους οικισμούς της Αγριλιάς και του Ποταμού χώρο περισυλλογής με θύρα, που διευκόλυνε το περιοδικό άδειασμα38. (Δε Κιγάλλας 1850, 111), και στις συνδεόμενες εγκαταλειμμένες σήμερα μικρότερες συστάδες υπόσκαφων μικρο-οικισμών στις χαράδες που 37 Το 17ο αι. η Θηρασία εμφανίζεται χωρίς μόνιμο πληθυσμό, πιθανότατα εξαιτίας του κινδύνου των πειρατικών επιδρομών, συνδεόμενη όσον αφορά τις αγροτικές απολήγουν δυτικά στον κάμπο της Θηρασίας (Μπούφαλης & Αθανασίου καλλιέργειες με την απέναντι Eπανωμερία (Slot 1982, 34, 336, σημ. 94). 2015, 927 εικ. 1∙ Μπούφαλης στον παρόντα τόμο, χάρτης 1), θα πρέπει 38 Προφορική μαρτυρία σε επικοινωνία στις 30/8/2013. Σύμφωνα με τον 88 89 Η παραπάνω μαρτυρία είναι σημαντική, διότι μάς προσφέρει ακόμα χρόνους, με αφετηρία την ύστερη γεωμετρική/πρώιμη αρχαϊκή περίοδο. ένα εθνοϊστορικό παράδειγμα της πρακτικής λίπανσης των αγρών με H κατανομή της κεραμικής της περιόδου αυτής σημειώνεται στους τρεις οργανικά κατάλοιπα και απορρίμματα (Forbes 2013), που δημιουργούν κύριους πυρήνες της νήσου, το επίνειο της Ρίβας, την κύρια κώμη στο το στρώμα χαμηλής πυκνότητας κεραμικής στην ύπαιθρο, το οποίο ύψωμα του Προφήτη Ηλία και τη συνδεόμενη θέση πιθανού ιερού στο παρατηρούμε στις επιφανειακές έρευνες σε αρκετές περιοχές, και ενισχύει λόφο της Κοίμησης. Η διασπορά υλικού της αρχαϊκής εποχής είναι τα επιχειρήματα για την εφαρμογή παρόμοιων πρακτικών σε διάφορες επίσης ευρύτερη στην ύπαιθρο, όπου η παρουσία πυρήνων αγροτικών περιόδους στο παρελθόν (Attema et al. 2020, 17-19). Στην περίπτωση εγκαταστάσεων των αρχαϊκών χρόνων είναι πιθανή. Στις περιόδους που της Θηρασίας οι χαμηλές πυκνότητες κεραμικής των νεότερων χρόνων ακολουθούν, λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη παρουσία κεραμικής συνδέονται με τις χρήσεις γης και την αμπελοκαλλιέργεια και επίσης της κλασικής εποχής, αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι με τη μεγάλη οικιστική και πληθυσμιακή πυκνότητα των παρακείμενων πως στο τοπίο της Θηρασίας δεν διακρίνεται η δυναμική ενός αστικού οικισμών. Οι περίοδοι στις οποίες παρατηρούμε αυτού του είδους το πυρήνα. Το τοπίο θα παραμείνει αγροτικό, χωρίς την εμφανή ανάπτυξη σχήμα διασποράς υλικού στη Θηρασία είναι οι νεότεροι χρόνοι, η Ύστερη ενός άστεως39, η δε γενικότερη εικόνα στη διάρκεια των κλασικών και Αρχαιότητα και σε μικρότερο βαθμό η αρχαϊκή εποχή, με την οποία πρώιμων ελληνιστικών χρόνων είναι αυτή της συρρίκνωσης. συνδέεται η πρώτη οικιστική επέκταση στο τοπίο της Θηρασίας. Η ελληνιστική περίοδος αντιπροσωπεύεται με σαφήνεια στους τρεις κύριους πυρήνες, δηλαδή τον Προφήτη Ηλία, την Κοίμηση και το επίνειο της Ρίβας και λιγότερο στην ύπαιθρο, με εξαίρεση την ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ παρουσία του κυκλικού πύργου με οχυρό χαρακτήρα στη θέση Χριστός Η ευρύτερη χωρική οπτική και η συγκριτική και διαχρονική εξέταση (Θ2). Κεραμική της πρώιμης ρωμαϊκής περιόδου αναγνωρίζεται με προσφέρουν σημαντικά στοιχεία στην αξιολόγηση της ιστορίας του τοπίου ασφάλεια στις θέσεις της Ρίβας και του Προφήτη Ηλία. Βασίζεται μιας περιοχής. Η φύση του υλικού που καταγράφεται είναι περίπλοκη στην αναγνωρίσιμη εισαγόμενη ερυθροβαφή κεραμική, καθώς και σε και δεν προσφέρει μία απλή ή μοναδική ερμηνεία. Το πρόγραμμα της όστρακα επίσης εισηγμένων αμφορέων και εγκαινιάζει μια τάση που Θηρασίας συνδύασε μεθόδους της επιφανειακής έρευνας, της γεωλογικής θα συνεχιστεί στη μέση ρωμαϊκή περίοδο και θα κορυφωθεί στους και γεωφυσικής μελέτης, αλλά και της παράλληλης ανασκαφής σε μία υστερορωμαϊκούς χρόνους, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 40-50% από τις θέσεις της έρευνας, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρει του συνολικού χρονολογήσιμου υλικού των αρχαίων χρόνων από τη η ενσωμάτωση διαφορετικών ειδών δεδομένων στη μελέτη του ιστορικού Θηρασία και σχεδόν το 70% της κεραμικής από την περιοχή τη Ρίβας. Ο τοπίου. ρόλος του επινείου της Ρίβας την περίοδο αυτή και η σύνδεση με δίκτυα Από την ανάλυση του υλικού της επιφανειακής έρευνας τοπικού χαρακτήρα, αλλά και ευρύτερα της ανατολικής Μεσογείου, προκύπτει με σαφήνεια μια έντονη δραστηριότητα στους αρχαϊκούς όπως τεκμηριώνονται στην παρουσία εισηγμένων τύπων κεραμικής μικρασιατικών και βορειοαφρικανικών εργαστηρίων καθώς και άλλων πληροφορητή «η κύρια κοπριά προερχόταν από τις τουαλέτες [τούρκικου περιοχών, αντανακλούν τη θέση της Θηρασίας (και της Θήρας) στους τύπου] με κενό από κάτω όπου μαζευόταν η κοπριά. Εκεί έριχναν και χώμα εμπορικούς θαλάσσιους δρόμους. Η αναφορά του Πτολεμαίου το 2ο αι. από το καθάρισμα της αυλής για να παίρνει τα υγρά. Όταν γίνονταν λίπασμα το μετέφεραν στα χωράφια. Μετέφεραν και κοπριά από τα ζώα, αλλά κυρίως αυτό». μ.Χ. στην πόλιν της Θηρασίας νήσου (Πτολεμαίος 3.14, 23), αντανακλά Η παραπάνω απάντηση δόθηκε στο ερώτημα «Γιατί συναντούμε τόσα πολλά σπασμένα αγγεία στα αμπέλια;». Στο ερώτημα «ποια χωράφια λιπαίνονταν;» η απάντηση ήταν «το 85% των χωραφιών ήταν αμπέλια, τα θυμάμαι μικρός σε όλο 39 Για την πολιτειακή οργάνωση της Θηρασίας και το ζήτημα της ύπαρξη μιας το νησί». Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η διατήρηση των οστράκων στην επιφάνεια, αυτόνομης πολιτικής οντότητας στη νήσο βλ. Ζουμπάκη στον παρόντα τόμο με όπως και των μικρών λίθων, διευκολύνει την κατακράτηση υγρασίας για τις σύνοψη της προγενέστερης βιβλιογραφίας. Βλ. επίσης Νίγδελης 1990, 77-78∙ ξερικές καλλιέργειες στη θηραϊκή γη. Constantakopoulou 2007, 221. 90 91 νοτιοανατολικό τμήμα της Θηρασίας (Σμπόνιας, Farinetti & Κορδατζάκη 2015, 49, εικ. 15). Τα στοιχεία αυτά σηματοδοτούν μια περίοδο οικιστικής επέκτασης στη διάρκεια των μεσοβυζαντινών χρόνων. Η θέση των Βολιών (εικ. 2: Θ5) έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αντιπροσωπεύει ένα σχήμα κατοίκησης στο εσωτερικό των φυσικών χαραδρών στην ενδιάμεση ζώνη του νησιού, που εμφανίζεται τώρα για πρώτη φορά και θα κυριαρχήσει στο οικιστικό σχήμα της Θηρασίας στους νεότερους χρόνους (Παλυβού 2015, 134-135∙ Μπούφαλης στον παρόντα τόμο). Η διάρκεια της οικιστικής επέκτασης που παρατηρείται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους και η συνέχεια της ιστορίας των οικισμών και του αγροτικού τοπίου στη διάρκεια της Λατινοκρατίας από το 13ο αι. και εξής παραμένουν προς το παρόν ασαφείς και χρίζουν περαιτέρω Εικ. 17: Άποψη του όρμου του Κόρφου και της καλντέρας της Θηρασίας από το ύψωμα της θέσης του βυζαντινού οικισμού διερεύνησης μέσα από τη μελέτη του υλικού της επιφανειακής Κάστρο. έρευνας. Η μελέτη των κεραμικών υλών από τη Γεωργία Κορδατζάκη (Κορδατζάκη στον παρόντα τόμο) προσδιόρισε την παρουσία κεραμικής αυτή την ευρύτερη σημασία των παράκτιων θέσεων στη διάρκεια των των μεταβυζαντινών/νεότερων χρόνων σε διάφορες θέσεις της έρευνας, ρωμαϊκών χρόνων40. με υψηλή συχνότητα στα Βολιά και στη θέση Κάστρο, ενδεικτική της Σημαντικό ορόσημο αποτελούν τα τέλη του 7ου αι. μ.Χ., οπότε προτίμησης για δυσπρόσιτες και κρυμμένες θέσεις, και περιορισμένη και οι τρεις κύριοι πυρήνες των αρχαίων χρόνων, η Ρίβα, ο Προφήτης στην περιοχή της Ρίβας, σχετιζόμενη πιθανώς με τις χρήσεις γης και τις Ηλίας και η Κοίμηση, θα εγκαταλειφθούν και το κύριο οικιστικό κέντρο καλλιέργειες στις πεδινές εκτάσεις του νησιού. Η θέση του Κάστρου και θα μετακινηθεί από το επίνειο της Ρίβας στις υπερκείμενες οχυρές η ομοιότητα της μορφολογίας του με τη θέση του καστελιού του Σκάρου πλαγιές του Κάστρου, στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού, σε σύνδεση στην απέναντι πλευρά της καλντέρας της Σαντορίνης δεν αποκλείουν πιθανότατα και με το προφυλαγμένο αγκυροβόλιο του Κόρφου, το οποίο την ύπαρξη κάποιας οικιστικής συνέχειας με τη μορφή ενός πιθανού εποπτεύει η θέση του οικισμού (εικ. 17). Η διερεύνηση της θέσης του παρατηρητηρίου για τον έλεγχο της εισόδου στο στενό της καλντέρας Κάστρου στην επιφανειακή έρευνα έδωσε κεραμικά ευρήματα που (Παλυβού 2015, 132-133), που θα πρέπει να διερευνηθεί μελλοντικά χρονολογούνται ως και τα μέσα του 11ου αι. και καταδεικνύουν επίσης μέσα από την αρχαιολογική έρευνα. μια σχέση με τα μεγάλα κέντρα κεραμικής παραγωγής της περιόδου Το βέβαιο είναι ότι στην περίοδο των Λατίνων, με τη διοικητική αυτής (Βόγκλη στον παρόντα τόμο). διαίρεση της Σαντορίνης σε περιφέρειες με σημείο αναφοράς τα πέντε Ένα επόμενο ορόσημο αποτελεί ο 12ος αιώνας, όπως έδειξε ο καστέλια και την παράλληλη απουσία αναφορών για τη διοικητική εντοπισμός κεραμικής στη θέση Βολιά στο εσωτερικό του νησιού από αυτονομία της Θηρασίας, θα πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή τα μέσα του 12ου αι. (Βόγκλη στον παρόντα τόμο), αλλά και ευρύτερα της ιδιαίτερης σχέσης της Θηρασίας με την Επανωμερία (Οία) και τη στην ύπαιθρο χώρα, τόσο στο δυτικό πεδινό τμήμα του νησιού όσο και διοικητική περιφέρεια του Καστελίου του Αγίου Νικολάου της Οίας, στις επίπεδες εκτάσεις στη διεύρυνση του φρυδιού της καλντέρας στο διοικητική διαίρεση που συνεχίστηκε και μετά το τέλος της Ενετοκρατίας στην οθωμανική περίοδο41. Η σχέση σύνδεσης ή εξάρτησης της Θηρασίας 40 Αντίστοιχα αναφέρονται από τον ίδιο συγγραφέα ως πόλεις τα επίνεια της αρχαίας Θήρας Ελευσίνα και Οία και παραλείπεται η ίδια η αρχαία πόλη της Θήρας (Ευσταθίου 2015, 88). 41 Βλ. σχετικά: Μονιούδη-Γαβαλά 2001, 375-378∙ Τσελίκας 1985, 12-13∙ 92 93 από την Επάνω Μεριά (Οία), που συνδέεται επίσης με τις επισφαλείς ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ συνθήκες λόγω της πειρατείας κατά το 15ο και 16ο αι., αλλά και το 17ο αι. Θερμές ευχαριστίες οφείλω στους συντελεστές του προγράμματος αναφορικά με τη Θηρασία42, ανιχνεύεται και στους νεότερους χρόνους43. «ΘΑΛΗΣ» Κ. Παλυβού, Ίρ. Τζαχίλη, Γ. Βουγιουκαλάκη, Em. Farinetti, Μερικές ενδείξεις για την κατάσταση του νησιού, τις καλλιέργειες, τον Γ. Κορδατζάκη, Κ. Αθανασίου, Απ. Σαρρή και Ν. Παπαδόπουλο και τους περιοδικό χαρακτήρα της κατοίκησης, την παρουσία ή απουσία μόνιμων αγαπητούς συναδέλφους από την Εφορεία Κυκλάδων Μ. Ευσταθίου, Μ. οικισμών και τις οικονομικές σχέσεις προσφέρουν οι απεικονίσεις του Βόγκλη, την επίτιμη έφορο αρχαιοτήτων Μ. Μαρθάρη και τη συνεργάτιδα νησιού σε πορτολάνους και χάρτες από το 15ο αι. και εξής, οι αφηγήσεις αρχαιολόγο Ν. Σπανού για το κοινό μας ταξίδι στη Θηρασία, όπως επίσης των περιηγητών και οι αναφορές στις ιστορικές πηγές44. Είναι πολύ πιθανό και τον Ph. Bes για τη συμβολή του στη μελέτη της κεραμικής από την πως στο επισφαλές περιβάλλον των συνεχών πειρατικών επιδρομών έρευνα επιφανείας. Επίσης, τους συνοδοιπόρους στην έρευνα επιφανείας του 15ου και 16ου αι. η Θηρασία παρέμεινε χωρίς μόνιμες οικιστικές από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, φοιτητές και αρχαιολόγους, ιδιαίτερα εγκαταστάσεις και η εικόνα αυτή συνεχίζεται πιθανότατα και ως τα μέσα τους Ν. Δασκαλάκη, Θ. Τσέλιο, Π. Βιγλάκη, Κ. Γεωργακόπουλο, Ελπ. του 17ο αι. (Slot 1982, 34). Η οικιστική επέκταση εκτός των καστελίων, Συγγελάκη, Κ. Παπαδόπουλο και Χρ. Κεκέ. σε οικισμούς του τύπου των υπόσκαφων οικισμών σε βραχίονες των ξηροποτάμων, τοποθετείται στη Σαντορίνη μετά το 16ο αι. με τη βελτίωση των συνθηκών ασφαλείας (Μονιούδη-Γαβαλά 2001, 378) και αυτό δημιουργεί ένα χρονικό όριο για την εμφάνισή τους και στη Θηρασία. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Είναι πιθανό πως το τοπίο των υπόσκαφων οικισμών στις χαράδρες Αθανασίου, Κ., 2015. Ξερολιθιές και πεζούλες στη Θηρασία. Στο: του νησιού είχε ήδη διαμορφωθεί τo 1745, όταν βασικά τοπόσημα της Κ. Παλυβού & Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: Τα Πράγματα, σ. 194-203. Θηρασίας, όπως η Μονή της Παναγιάς Κοίμησης και οι εκκλησίες της Ανδρέου, Η., 1973-1974. Θήρα. ΑΔ, 29, Χρονικά, σ. 871-874. Φανερωμένης και της Αγίας Ειρήνης στη Ρίβα, απεικονίζονται στο σχέδιο του Ρώσου μοναχού V. Barskij (Παλυβού 2015, 137 εικ. 16∙ Μπούφαλης Βόγκλη, Μ., 2015. Προκαταρκτική παρουσίαση της κεραμικής από τον 5ο μέχρι και τον 7ο αι. στη θέση της Ρίβας. Στο: Κ. Παλυβού & Ίρ. στον παρόντα τόμο, εικ. 2), σηματοδοτώντας την παρουσία στοιχείων της Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: Τα νεότερης τοπογραφίας του νησιού που χαρακτηρίζουν έως σήμερα το Πράγματα, σ. 92-111. οικιστικό και αγροτικό τοπίο της Θηρασίας45. Βουγιουκαλάκης, Γ., 2015. Η δημιουργία της Θηρασίας και η μορφολογία της την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Στο: Κ. Παλυβού & Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: Τα Μπαλτά & Σπηλιωτοπούλου 1996. Πράγματα, σ. 20-31. 42 Βλ. Κραντονέλλη 2001, 302 για το επεισόδιο αρπαγής από Τούρκους πειρατές Γερούση, Ε., 2001. Η Θήρα στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Στο: Ι.Μ. 27 ατόμων που δούλευαν στη συγκομιδή στη Θηρασία το 1654. Δανέζης (επιμ.), Σαντορίνη. Θήρα, Θηρασία, Ασπρονήσι, Ηφαίστεια. 43 Χαρακτηριστικό της σχέσης εξάρτησης είναι πως στα μέσα του 19ου αι. το Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, σ. 254-269. μεγαλύτερο τμήμα των κτημάτων της Θηρασίας ανήκαν σε Θηραίους (Δε Κιγάλλας 1850, 112), ενώ και στην ακμάζουσα ναυτιλία των πλοιοκτητών της Οίας του 18ου Δανιήλ, Αλκ. & Ζαχαράτος, Ανδ., 2015. Η αρχιτεκτονική μιας τυπικής και 19ου αι. η Θηρασία είχε το ρόλο της ενδοχώρας για τη διοχέτευση ανθρώπινου οικιστικής μονάδας στην Αγριλιά. Στο: Κ. Παλυβού & Ίρ. δυναμικού στα πληρώματα των πλοίων. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: Τα 44 Ενδεικτικά: Ναβάρι 2001 και Παλυβού 2015, 135-139 για τις απεικονίσεις στη χαρτογραφία∙ Τσελίκας 1985, 9-27∙ Slot 1982, 33-34, 305 table 2∙ Δε Κιγάλλας 1850, 109-115∙ Mπούφαλης στον παρόντα τόμο για τη συζήτηση του οικιστικού τοπίου της Θηρασίας στους νεότερους χρόνους. υπόσκαφους οικισμούς σε χαράδρα και εμφανίζεται για πρώτη φορά σε χάρτη του 45 Η γραμμική ανάπτυξη του οικισμού του Μανωλά κατά μήκος του φρυδιού G.A. Olivier μεταξύ των ετών 1801-1806 (Ναβάρι 2001, 287 εικ. 19∙ Παλυβού της καλντέρας αποτελεί, αντίθετα, υστερότερο οικιστικό τύπο σε σχέση με τους 2015, 138 εικ. 18). Άρα θα πρέπει να είχε διαμορφωθεί ως τα τέλη του 18ου αι. 94 95 Πράγματα, σ. 170-177. Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών αρ. 8. Θεσσαλονίκη: Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, Δε Κιγάλλας, Ιωσ., 1850. Γενική Στατιστική της Νήσου Θήρας. Εν σ. 153-168. Ερμουπόλει: Τύποις Γ. Μελισταγούς Μακεδόνος. Παλυβού, Κ., 2015. Φανερή και κρυμμένη οίκηση στη Θήρα και τη Ευσταθίου, Μ., 2001. Η Αρχαία Οία και οι πρόσφατες ανασκαφές στην Θηρασία. Στο: Κ. Παλυβού & Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια περιοχή του Καμαρίου. Στο: Ι.Μ. Δανέζης (επιμ.), Σαντορίνη. διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: Τα Πράγματα, σ. 124-141. Θήρα, Θηρασία, Ασπρονήσι, Ηφαίστεια. Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, σ. 229-240. Παλυβού, Κ. & Τζαχίλη, Ίρ. (επιμ.), 2015. Θηρασία Ι. Μια διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: Τα Πράγματα. Ευσταθίου, Μ., 2015. Η Θηρασία κατά τους αρχαίους χρόνους. Στο: Κ. Παλυβού & Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική Πετρίδης, Πλ., 2010. Ρωμαϊκά και πρωτοβυζαντινά εργαστήρια διαδρομή. Αθήνα: Τα Πράγματα, σ. 72-91. κεραμικής στον ελλαδικό χώρο. Στο: Δ. Παπανικόλα- Μπακιρτζή & Ντ. Κουσουλάκου (επιμ.), Κεραμική της Ύστερης Κραντονέλλη, Α., 2001. Πειρατεία και Σαντορίνη. Στο: Ι.Μ. Δανέζης Αρχαιότητας από τον Ελλαδικό Χώρο (3ος-7ος αι. μ.Χ.). Πρακτικά (επιμ.), Σαντορίνη. Θήρα, Θηρασία, Ασπρονήσι, Ηφαίστεια. Αθήνα: Επιστημονικής Συνάντησης. Θεσσαλονίκη, 12-16 Νοεμβρίου Εκδόσεις Αδάμ, σ. 300-304. 2006. Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Μακεδονικών Μονιούδη-Γαβαλά, Δ., 2001. Η εξέλιξη των οικισμών από το Μεσαίωνα και Θρακικών Σπουδών αρ. 8. Θεσσαλονίκη: Αρχαιολογικό στα νεώτερα χρόνια. Στο: Ι.Μ. Δανέζης (επιμ.), Σαντορίνη. Θήρα, Ινστιτούτο Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, σ. 81-96. Θηρασία, Ασπρονήσι, Ηφαίστεια. Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, σ. 375- Πούλου-Παπαδημητρίου, Ν., 2001. Βυζαντινή κεραμική από τον 380. ελληνικό νησιωτικό χώρο και από την Πελοπόννησο (7ος-9ος αι.): Μπαλτά, Ευ. & Σπηλιωτοπούλου, Μ., 1996. Έγγεια ιδιοκτησία και μια πρώτη προσέγγιση. Στο: Ελ. Κουντούρα-Γαλάκη (επιμ.), Οι φορολογική απαίτηση στη Σαντορίνη τον 17ο αιώνα. Μνήμων, 18, Σκοτεινοί Αιώνες του Βυζαντίου (7ος-9ος αι.). Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα σ. 109-142. Ερευνών – Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, σ. 231-266. Μπούφαλης, Άγγ. & Αθανασίου, Κ., 2015. Μια μικρογραφία της Ριτζούλη, Κ., 2015. Η διαχείριση των υδάτων στο νησί της Θηρασίας. Στο: οικονομικής κρίσης: εκφάνσεις της ανάπτυξης και της Κ. Παλυβού & Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική υπανάπτυξης στη Θηρασιά. Στο: Α. Μουρατίδης (επιμ.), Πρακτικά διαδρομή. Αθήνα: Τα Πράγματα, σ. 204-217. του 10ου Διεθνούς Συνεδρίου της Ελληνικής Γεωγραφικής Σμπόνιας, Κ., Farinetti, Em. & Κορδατζάκη, Γ., 2015. Εξερευνώντας Εταιρείας. Θεσσαλονίκη, 22-24 Οκτωβρίου 2014. Θεσσαλονίκη: ένα ηφαιστειογενές τοπίο: η αρχαιολογική έρευνα επιφανείας Τμήμα Γεωλογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σ. στη Θηρασία (2007-2011) και τα πρώτα αποτελέσματα. Στο: 925-937. Κ. Παλυβού & Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική Ναβάρι, Λ., 2001. Σύντομη ιστορία της χαρτογραφίας της Σαντορίνης διαδρομή. Αθήνα: Τα Πράγματα, σ. 32-57. βασισμένη στη συλλογή της Μαργαρίτας Κουτσογιαννοπούλου- Σμπόνιας, Κ., Τζαχίλη, Ίρ. & Μουλλού, Δ., 2015. Ανιχνεύοντας το Σαμούρκα. Στο: Ι.Μ. Δανέζης (επιμ.), Σαντορίνη. Θήρα, Θηρασία, προϊστορικό τοπίο της Θηρασίας: προκαταρκτικά στοιχεία από Ασπρονήσι, Ηφαίστεια. Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, σ. 275-288. την αρχαιολογική έρευνα. Ιόνιος Λόγος, 5, σ. 53-76. Νίγδελης, Π.Ν., 1990. Πολίτευμα και Κοινωνία των Πόλεων των Κυκλάδων Τζαχίλη, Ίρ., 2006. Οι Αρχές της Αιγαιακής Προϊστορίας. Οι ανασκαφές κατά την Ελληνιστική και Αυτοκρατορική Εποχή. Θεσσαλονίκη: στη Θήρα και τη Θηρασία τον 19ο αιώνα. Αθήνα: Η Καθημερινή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τζαχίλη, Ίρ., 2015. Η μακρά διάρκεια στη Θηρασία, η αρχαιολογική Ντάφη, Ε., 2010. Οι κρητικοί αμφορείς από τις ανασκαφές στο επιφανειακή έρευνα και η σιωπή των πηγών. Στο: Κ. Παλυβού & νεκροταφείο του οικισμού της Περίσσας Θήρας. Παρατηρήσεις Ίρ. Τζαχίλη (επιμ.), Θηρασία Ι. Mια διαχρονική διαδρομή. Αθήνα: για τις μεταβολές στις εισαγωγές τους από τους ρωμαïκούς έως Τα Πράγματα, σ. 114-123. τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους και προβληματισμοί σχετικά με τη χρήση και τον προορισμό αυτών των αγγείων. Στο: Δ. Τσελίκας, Α., 1985. Μαρτυρίες από τη Σαντορίνη (1573-1819). Έκθεση Παπανικόλα-Μπακιρτζή & Ντ. Κουσουλάκου (επιμ.), Κεραμική ιστορικών εγγράφων. Αθήνα: Εκδόσεις Μεγάρου Γκύζη. της Ύστερης Αρχαιότητας από τον Ελλαδικό Χώρο (3ος-7ος αι. μ.Χ.). Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης. Θεσσαλονίκη, 12- 16 Νοεμβρίου 2006. Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Acheson, P.E. & Davis, J.L., 2005. Περιφερειακές μελέτες, αρχαιολογική 96 97 επιφανειακή έρευνα και αρχαιολογία του τοπίου στην Ελλάδα. Athènes: École Française d’Athènes, σ. 15-33. Στο: Π.Ν Δουκέλλης (επιμ.), Το Ελληνικό Τοπίο. Μελέτες ιστορικής Bintliff, J.L., 2000. The concepts of “site” and “offsite” archaeology γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου. Αθήνα: Εστία, σ. 33-58. in surface artefact survey. Στο: M. Pasquinucci & F. Trément Ager, Sh., 2008. Rescuing local history: epigraphy and the island of (επιμ.), Non-Destructive Techniques Applied to Landscape Thera. Στο: C. Cooper (επιμ.), Epigraphy and the Greek Historian Archaeology. Oxford: Oxbow, σ. 200-215. (Festschrift for P. Harding). Phoenix Supplementary Volumes Bintliff, J.L., Howard, Ph. & Snodgrass, A.Μ., 2007. Testing the 47. Toronto & Buffalo: University of Toronto Press, σ. 150-176. Hinterland: The Work of the Boeotia Survey (1989-1991) in Alcock, S.Ε., 1993. Graecia Capta: The Landscapes of Roman Greece. the Southern Approaches to the City of Thespiai. Cambridge: Cambridge: Cambridge University Press. McDonald Institute for Archaeological Research. Alcock, S.Ε. & Cherry, J.F. (επιμ.), 2004. Side-by-Side Survey. Bintliff, J.L. & Snodgrass, Α.Μ., 1985. The Cambridge/Bradford Comparative Regional Studies in the Mediterranean World. Boeotian Expedition: the first four years. Journal of Field Oxford: Oxbow. Archaeology, 12, σ. 123-161. Alcock, S.Ε., Cherry, J.F. & Davis, J.L., 1994. Intensive survey, Bintliff, J.L. & Snodgrass, Α.Μ., 1988. Off-site pottery distributions: agricultural practice and the classical landscape of Greece. a regional and interregional perspective. Current Anthropology, Στο: Ι. Morris (επιμ.), Classical Greece: Ancient Histories and 29, σ. 506-513. Modern Archaeologies. Cambridge: Cambridge University Caraher, W.R., Nakassis, D. & Pettigrew, D.K., 2006. Siteless survey Press, σ. 137-170. and intensive data collection in an artifact-rich environment: Alcock, S.Ε., Gates, J.E. & Rempel, J., 2005. Reading the landscape: case studies from the eastern Corinthia, Greece. JMA, 29, σ. survey archaeology and the Hellenistic oikoumene. Στο: A. 7-43. Erskine (επιμ.), A Companion to the Hellenistic World. Oxford: Cavanagh, W., Crouwel, J., Catling, R. & Shipley, G. (επιμ.), 2002. Blackwell Publishing, σ. 354-372. Continuity and Change in a Greek Rural Landscape: The Attema, P.A.J., Burgers, G.L.M. & Van Leusen, P.M., 2010. Regional Lakonia Survey, vol. I: Methodology and Interpretation. The Pathways to Complexity. Settlement and land-use dynamics British School at Athens Supplementary Volumes, 26. Athens: in early Italy from the Bronze Age to the Republican Period. The British School at Athens. Amsterdam: Amsterdam University Press. Cherry, J.F., Davis, J.L. & Mantzourani, E., 1991. Landscape Attema, P.A.J., Bintliff, J.L., Van Leusen, P.M. et al., 2020. A guide Archaeology as Long-Term History: Northern Keos in the to good practice in Mediterranean surface projects. Journal of Cycladic Islands from Earliest Settlement until Modern Times. Greek Archaeology, 5, σ. 1-62. Monumenta Archaeologica 16. Los Angeles, California: UCLA Institute of Archaeology. Bender, B. (επιμ.), 1993. Landscape: Politics and Perspectives. Oxford: Berg. Constantakopoulou, Chr., 2007. The Dance of the Islands. Insularity, networks, the Athenian Empire and the Aegean world. Oxford Bes, P.M., 2015. Once Upon a Time in the East. The chronological and Classical Monographs. Oxford: Oxford University Press. geographical distribution of terra sigillata and red slip ware in the Roman East. Roman and Late Antique Mediterranean Constantakopoulou, Chr., 2013. Tribute, the Athenian Empire and Pottery 6. Oxford: Archaeopress. small states and communities in the Aegean. Στο: A. Slawisch (επιμ.), Trade and Finance in the 5th c. BC Aegean World. Bes, P.M. & Poblome, J., 2017. Urban Thespiai: the Late Hellenistic BYZAS 18. Istanbul: Veröffentlichungen des Deutschen to Late Roman pottery. Στο: J.L. Bintliff, Εm. Farinetti, Β. Archäologischen Instituts Istanbul, σ. 25-42. Slapsak & Α.Μ. Snodgrass (επιμ.), Boeotia Project, vol. II: Τhe City of Thespiai: Survey at a Complex Urban Site. Cambridge: Farinetti, Em., 2018. Roman landscapes of Greece: issues on McDonald Institute for Archaeological Research, σ. 317-349. archaeological visibility and inter-regional variability. Στο: V. Di Napoli, F. Camia, V. Evangelidis, D. Grigoropoulos, D. Bintliff, J.L., 1999. Pattern and process in the city landscapes of Rogers & S. Vlizos (επιμ.), Recent Work on the Greek Mainland Boeotia, from Geometric to Late Roman times. Στο: M. Brunet and the Islands in the Roman Period. Athens: National Hellenic (επιμ.), Territoires des Cités Grecques. BCH Supplement 34. Research Foundation – Institute of Historical Research, σ. 98 99 3-19. Sociétés Antiques. Actes du Colloque de Corfou, 14-16 mai 1992. Centre de Recherches d’Histoire Ancienne 126. Paris: Forbes, H., 2013. Off-Site scatters and the manuring hypothesis in Les Belles Lettres, σ. 147-162. Greek survey archaeology: an ethnographic approach. AJA, 82, σ. 551-594. Meritt, B.D., Wade-Gery, H.T. & McGregor, M.F., 1950. The Athenian Tribute Lists, vol. III. Princeton, N.J.: The American School of Foxhall, L., 2004. Small, rural farmstead sites in ancient Greece: Classical Studies at Athens. a material cultural analysis. Στο: F. Kolb (επιμ.), Chora und Polis. Schriften des Historischen Kollegs 54. Oldenburgh: De Pettegrew, D.K., 2001. Chasing the Classical farmstead: assessing the Gruyter, σ. 249-270. formation and signature of rural settlement in Greek landscape archaeology. JMA, 14, σ. 189-209. Grigoropoulos, D., 2013. Roman pottery in the Greek countryside: notes on the evidence from rural sites. Στο: A.D. Rizakis & Pettegrew, D.K., 2007. The busy countryside of Late Roman Corinth: I.P. Touratsoglou (επιμ.), Villae Rusticae: Family and Market- interpreting ceramic data produced by regional archaeological Oriented Farms in Greece under Roman Rule. Athens: National surveys. Hesperia, 76, σ. 734-784. Hellenic Research Foundation - Institute of Historical Research, Poblome, J., Bes, Ph. & Willet, R., 2012. Thoughts on the archaeological σ. 762-791. residue of networks. A view from the East. Στο: S. Keay (επιμ.), Hayes, J.W., 1972. Late Roman Pottery. London: The British School Rome, Portus and the Mediterranean. BSR Archaeological at Rome. Monographs 21. London: The British School at Rome, σ. 393- 401. Hirsh, E. & O’Hanlon, M. (επιμ.), 1995. The Anthropology of Landscape. Perspectives on Place and Space. Oxford: Clarendon Press. Poulou-Papadimitriou, Ν. & Nodarou, E., 2014. Transport vessels and maritime trade routes in the Aegean from the 5th to the 9th IG XII 3: Hiller von Gaertringen, F. (επιμ.), 1898. Inscriptiones Graecae, c. AD. Preliminary results of the EU funded “Pythagoras II” vol. ΧIΙ, Fasc. 3. Inscriptiones Symes Teutlussae Teli Nisyri project: the Cretan case study. Στο: N. Poulou-Papadimitriou, E. Astypalaeae Anaphes Therae et Therasiae Pholegandri Meli Nodarou & V. Kilikoglou (επιμ.), LRCW 4 (I). Late Roman Coarse Cimoli. Berlin: Verlag von Georg Reimer. Wares, Cooking Wares and Amphorae in the Mediterranean. Jameson, M.H., Runnels, C.N. & Van Andel, T.H, 1994. A Greek Archaeology and Archaeometry. The Mediterranean: A Market Countryside: The Southern Argolid from Prehistory to the Present without Frontiers. BAR-IS 2616 (I). Oxford: Archaeopress, σ. Day. Stanford: Stanford University Press. 873-883. Jones, A.H., 1953. Census records of the Late Roman Empire. JRS, Renfrew, C. & Wagstaff, M. (επιμ.), 1982. An Island Polity: the 43, σ. 49-64. Archaeology of Exploitation in Melos. Cambridge: Cambridge University Press. Knapp, A.B. & Ashmore, W., 1999. Archaeological landscapes: constructed, conceptualized, ideational. Στο: W. Ashmore & Rizakis, A.D., 2013. Rural structures and agrarian strategies in Greece A.B. Knapp (επιμ.), Archaeologies of Landscape: Contemporary under the Roman Empire. Στο: A.D. Rizakis & I.P. Touratsoglou Perspectives. Malden, Mass & Oxford: Blackwell Publishers, σ. (επιμ.), Villae Rusticae. Family and Market-Oriented Farms in 1-30. Greece under Roman Rule. Athens: National Hellenic Research Foundation – Institute of Historical Research, σ. 20-51. Kordatzaki, G., Sbonias, K., Farinetti, Em. & Tzachili, Ir., 2018. Technological and provenance analysis of an Early and Middle Sbonias, K., 1999. Introduction to issues in demography and survey. Cycladic pottery assemblage from Therasia, Greece. BSA, 113, Στο: J.L. Bintliff & K. Sbonias (επιμ.), Reconstructing Past σ. 1-17. Population Trends in Mediterranean Europe (3000 BC - AD 1800). The Archaeology of Mediterranean Landscapes 1. Leycester, E.M., Lieut. R.N., 1850. Some account of the volcanic group Oxford: Oxbow Books, σ. 1-20. of Santorin or Thera, once called Callistê, or the Most Beautiful. The Journal of the Royal Geographical Society of London, 20, σ. Sbonias, K., Tzachili, Ir., Efstathiou, M., Palyvou, C., Athanasiou, 1-38. C., Farinetti, Em. & Moullou, D., 2020. The Early and Middle Bronze Age settlement at Koimisis, Therasia: periods of Mendoni, L.G., 1994. The organisation of the countryside in Kea. Στο: P.N. Doukellis & L.G. Mendoni (επιμ.), Structures Rurales et 100 101 habitation and architecture. BSA, 115, σ. 105-132. sites was established, while on the contrary the general picture Slot, B.J., 1982. Archipelagus Turbatus. Les Cyclades entre colonization during the Classical and Hellenistic times is that of contraction, latine et occupation ottomane c. 1500-1718, vol. I. Leiden: the landscape will remain rural, without the apparent dynamic Nederlands Historisch-Archaeologisch Instituut. of a civic center. Roman pottery is safely recognized on the base of Sperling, J.W., 1973. Thera and Therasia. Ancient Greek Cities 22. imported tableware and amphorae, starting a trend that will peak in Athens: Athens Technological Organization, Athens Center of Ekistics. the Late Roman period, when the connection with local and supra- local networks reflects the position of Therasia in the commercial sea Wagstaff, M. & Cherry, J.F., 1982. Settlement and population change. Στο: C. Renfrew & M. Wagstaff (επιμ.), An Island Polity: the routes. Important milestones are the end of the 7th century AD with the Archaeology of Exploitation in Melos. Cambridge: Cambridge abandonment of sites and shrinkage of habitation in a fortified location University Press, σ. 136-155. on the slopes of the caldera, but also the 12th century, marking a new Wright, J., Cherry, J.F., Davis, J.L., Mantzourani, E., Sutton, S. & period of expansion. The continuing history of settlements and the Sutton, R., 1990. The Nemea valley archaeological project: a preliminary report. Hesperia, 59.4, σ. 579-659. rural landscape during the Latin period remain unclear. Indications of the land use, the periodic nature of the habitation and the presence or absence of permanent settlements are provided by the scarce archaeological data, the cartographic depictions of the island, the The archaeological surface field survey on Therasia: narratives of the travelers and the references to the historical sources. methodological issues and historical synthesis Kostas Sbonias The present study focuses on methodological issues regarding the interpretation of the ceramic densities recorded on the surface during the intensive archaeological field survey of the years 2007-2011, οn Therasia island. The Therasia project combined methods of surface field survey, geological and geophysical research and parallel excavation at one of the sites, aiming at the integration of different types of data in the study of the historic landscape. The paper discusses methodological and interpretive issues concerning the distribution of surface ceramics and their relation to architectural remains on the surface and the subsoil, focusing on individual chronological periods and topographic zones. The aim is to understand changes in the landscape over time and assess local conditions at the micro-area level and in relation to neighboring Thera and the wider context of the Cyclades and the Aegean. In the Archaic period a series of nuclei and small, scattered 102 103