ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Μια μελέτη των επιγραμμάτων του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού © Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, Αθήνα 2011 Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα Ιπποκράτους 8, Αθήνα 106 79 Τηλ. 210-3615156, Fax 210-3631100 Ιστοσελίδα: www.kardamitsa.gr e-mail:
[email protected]ISBN : 978-960-354-293-3 Διατηρούμε όλα τα δικαιώματα, συγγραφικά και εκδοτικά, αυτού του βιβλίου. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε μέσο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισίων, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, του εξωφύλλου και γενικά της αισθητικής εμφάνισης του έργου με φωτοτυπικά, ηλεκτρονικό ή οτιδήποτε άλλο, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Ινστιτούτου του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, το οποίο εκπροσωπεί επίσης συγγραφέα και συντελεστές, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Π. ΒΕΡΤΟΥΔΑΚΗΣ ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Μια μελέτη των επιγραμμάτων του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Α. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ ΑΘΗΝΑ 2011 Για τη Μαίρη, και τις κόρες μας, Ευαγγελία και Ασπασία ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πρόλογος ....................................................................................... 13 Εισαγωγή ....................................................................................... 15 Ι. Το επίγραμμα, η Παλατινή Ανθολογία και ο Γρηγόριος ............................................................................. 25 1. Το ελληνικό επίγραμμα ως την εποχή του Γρηγορίου .... 27 2. Συλλογές και ανθολογίες επιγραμμάτων........................... 35 Η συλλογή του Κεφαλά .......................................................... 39 3. Ο Γρηγόριος στην Παλατινή Ανθολογία .............................. 40 Παλαιογραφικά ζητήματα ..................................................... 46 Γρηγορίου τύχαι ......................................................................... 52 Η Πλανούδεια Ανθολογία ....................................................... 54 4. Ο Παλατινός κώδικας και η λοιπή χειρόγραφη παράδοση .................................................................................... 56 5. Εκδόσεις και μεταφράσεις ...................................................... 61 ΙΙ. Δομή και θεματολογία της επιγραμματικής συλλογής ........................................................................................ 69 1. Το βιωματικό υπόβαθρο ......................................................... 71 2. Οι θεματικοί κύκλοι των επιγραμμάτων ............................ 77 Α΄ Μέρος ..................................................................................... 81 Εισαγωγικό επίγραμμα .......................................................... 82 7 Βασίλειος Καισαρείας .............................................................. 83 Γρηγόριος ο πρεσβύτερος ........................................................ 90 Νόννα .......................................................................................... 93 Εἰς ἑαυτὸν και οικογενειακά .................................................. 96 Καισάριος ....................................................................................100 Γοργονία και Αλύπιος ..............................................................102 Μαρτινιανός ...............................................................................103 Συγγενείς του Γρηγορίου ........................................................104 Οικογένεια του Βασιλείου Καισαρείας ................................107 Άλλα πρόσωπα ..........................................................................110 Β΄ Μέρος ......................................................................................114 Κατά συμποσιαστών ................................................................115 Κατά τυμβωρύχων ....................................................................117 3. Excursus: Για ανάγνωση ή για χάραξη; ................................120 ΙΙΙ. Όψεις του κλασικισμού: Τα επιγράμματα και το λογοτεχνικό παρελθόν ................................................................125 1. Η γλώσσα των επιγραμμάτων ..............................................127 Λεξιλόγιο ....................................................................................134 2. Διακειμενικό υπόστρωμα ........................................................140 α. Όμηρος ....................................................................................141 β. Ησίοδος ...................................................................................148 γ. Λυρικοί ποιητές .....................................................................151 δ. Τραγικοί ποιητές ...................................................................155 ε. Ελληνιστικοί ποιητές ...........................................................159 Καλλίμαχος .............................................................................159 Θεόκριτος .................................................................................168 Άλλοι ποιητές της ελληνιστικής περιόδου .......................175 ζ. Επιγραμματοποιοί ................................................................178 η. Ποιητές της αυτοκρατορικής περιόδου ............................187 8 3. Αρχαιοελληνικά και βιβλικά exempla ................................ 191 4. Ύφος και ποιητική ρητορική ..................................................197 Σχήματα λόγου .........................................................................198 Σωρείτες παραδειγμάτων (Priamel) .....................................202 Επαναλήψεις .............................................................................205 5. Προσωδία και μέτρο ................................................................210 IV. Επιλεγόμενα ..................................................................................217 Ο λογοτεχνικός τέταρτος αιώνας και η τυραννία της ρητορικής ................................................................................219 V. Βιβλιογραφία .................................................................................235 Summary .........................................................................................255 Πίνακες ...........................................................................................261 1. Πίνακας πηγών ........................................................................261 2. Πίνακας ονομάτων, θεμάτων, επιλεγμένων λέξεων ......279 9 Πρόλογος Ο John Α. McGuckin στην εισαγωγή της πιο έγκριτης αγγλόφωνης βιογραφίας για τον Γρηγορίο τον Ναζιανζηνό (2001) σημειώνει – εύστοχα κατά τη γνώμη μου– ότι στον ορθόδοξο κόσμο ο Γρηγόριος εθεωρείτο πάντοτε πρώτα και πάνω απ’ όλα ως θεολόγος. Ο Ναζιανζηνός όμως έχει και μιαν άλλη πλευρά, εκείνη του παραγωγικότατου ποιητή. Συμβολή στην έρευνα αυτής της άλλης πλευράς του Γρηγορίου θέλει να είναι η παρούσα μονογραφία, και μάλιστα στο πεδίο εκείνο όπου η ποιητική του τέχνη συναντάται με το επίγραμμα, το είδος της αρχαίας ελληνικής ποίησης με τη μακρά παράδοση και, κυρίως, την αδιάλειπτη συνέχεια. Το ελληνικό επίγραμμα μπορεί να δοξάστηκε από τους πρώιμους ανώνυμους στιχουργούς και ιδίως τους ελληνιστικούς ποιητές αλλά εξακολούθησε να καλλιεργείται από τους ομότεχνούς τους της ύστερης αρχαιότητας και τους ακόμη μεταγενέστερους. Αυτούς τους ποιητές «ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν τοὺς περιεφρονήσαμεν μὲν ποτέ, ἀλλὰ καὶ δὲν τοὺς ἐγνωρίσαμεν. Ἡ εὐσεβὴς αὕτη λήθη εἶναι καιρὸς νὰ διακοπῇ», υποδεικνύει ο Κ.Π. Καβάφης (Τα πεζά [1882;-1931], επιμ.: Μ. Πιερής, Αθήνα 2003, σ. 58), ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Γρηγόριο ως ποιητή. Το βιβλίο απευθύνεται σε όσους σπουδάζουν την αρχαία ελληνική φιλολογία –ιδιαίτερα σ’ αυτούς που ενδιαφέρονται για την επιγραμματική ποίηση και την πρόσληψη της αρχαϊκής, 11 κλασικής και ελληνιστικής ποίησης στην ύστερη αρχαιότητα–, αλλά και σε όσους έρχονται από τους κλάδους της βυζαντινολογίας και της πρώιμης χριστιανικής γραμματολογίας. Οι ειδικοί ερευνητές της γρηγοριανής ποίησης νομίζω πως θα σταθούν περισσότερο στο τρίτο μέρος της μελέτης. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στην καθηγήτρια Λιάνα Χατζηκώστα και στον καθηγητή Αμφιλόχιο Παπαθωμά για τις υποδείξεις τους και τη γόνιμη ανταλλαγή απόψεων. Για τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις τους ευχαριστώ τους καθηγητές Δανιήλ Ιακώβ, Αναστάσιο Νικολαΐδη, Παναγιώτα Αργυροπούλου και Δημήτρη Καραδήμα. Η συγγραφή αυτού του βιβλίου έγινε πιο εύκολη χάρη στη βοήθεια καλών φίλων και τη συνδρομή πολλών βιβλιοθηκών. Ιδιαιτέρως θα ήθελα να ευχαριστήσω την επικ. καθηγήτρια Σοφία Γεωργακοπούλου (Αθήνα) και τον συνάδελφο Χρήστο Σιμελίδη (Θεσσαλονίκη), ο οποίος μου έστειλε πρόθυμα τρεις αδημοσίευτες διδακτορικές διατριβές ξένων ερευνητών. Υπόχρεος, τέλος, είμαι στον εκδοτικό οίκο «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα» και προσωπικά στην κα Μίνα Καρδαμίτσα-Ψυχογιού για τη φιλόξενη στέγη και την πολύ καλή συνεργασία. Το βιβλίο αφιερώνεται στη γυναίκα μου Μαίρη και στις κόρες μας, την Ευαγγελία και την Ασπασία, που δέχτηκαν για αρκετό καιρό τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό ως οιονεί μέλος της οικογένειάς μας, και έκαναν όλες τις αναγκαίες υποχωρήσεις χάριν του φιλοξενουμένου. Ηράκλειο, Σεπτέμβριος 2011 Β. Π. Bερτουδάκης
[email protected]12 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η σημερινή γνωστή ταξινόμηση του συγγραφικού έργου του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού ανάγεται στους πρώτους Βενεδικτίνους εκδότες του, αρχικά τον Charles Clémencet (1778) και αργότερα τον Armand-Benjamin Caillau (1840).1 Τη διαίρεση αυτή των δύο γάλλων μοναχών διατήρησε ο J.P. Migne στην έκδοση της Patrologia Graeca.2 Σύμφωνα με την ιστορική αυτή κατάταξη, δίπλα στους 45 λόγους και τις 245 επιστολές3 του Γρηγορίου, παρουσιάζονται και 408 ποιήματα,4 χωρισμένα στις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Sancti Patris nostri Gregorii Theologi, vulgo Nazianzeni, archiepiscopi Constantinopolitani, Opera omnia…, I-II, Parisiis 1778-1840. Η υπέρμετρη καθυστέρηση του δεύτερου τόμου οφείλεται στην έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, στους Ναπολεόντειους Πολέμους και τις εμπερίστατες καταστάσεις που επισυνέβησαν στη χώρα. 2. PG 35-38. 3. 244 στην PG και μία (προς τον Βασίλειο) που ανακάλυψε αρχικά ο Forshall και δημοσίευσε κατόπιν ο G. Mercati, Varia sacra fasc. 1 (Studi e Testi 11), Roma 1903, 63-66· βλ. P. Gallay, Gregor von Nazianz. Briefe, Berlin 1969, xliv· πρβλ. Κ. Μπόνης, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Α΄, [ΒΕΠΕΣ 58], Αθήνα 1982, 155. Η έκδοση, ωστόσο, του Gallay περιλαμβάνει τέσσερις επιπλέον επιστολές: τρεις από την αλληλογραφία του Βασιλείου Καισαρείας και μία από την αλληλογραφία του Γρηγορίου Νύσσης (συνολικά 249). 4. Δεν συμπεριλαμβάνουμε την τραγωδία –ακριβέστερα τον ευριπίδειο κέντρωνα– Χριστὸς Πάσχων, η οποία μολονότι αποδίδεται από ύστερα 13 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ I. Ἔπη θεολογικά, τα οποία περιλαμβάνουν: 1) 38 δογματικὰ (PG 37. 397-522), και 2) 40 ἠθικὰ (PG 37. 521-968). ΙΙ. Ἔπη ἱστορικά, που κατανέμονται σε: 1) 99 εἰς ἑαυτὸν (PG 37. 969-1452), και 2) 8 εἰς ἑτέρους (PG 37. 1451-1600). Στην ομάδα αυτή των ιστορικών ποιημάτων του Γρηγορίου εντάσσονται και οι επιγραμματικές του συνθέσεις: 129 ἐπιτάφια και 94 ἐπιγράμματα (PG 38. 11-130).5 Αυτά παραδίδουν οι χειρόγραφοι κώδικες του Γρηγορίου. Επιγράμματα του Ναζιανζηνού, ωστόσο, μας παραδίδονται και από μιαν άλλη μοναδική πηγή: τον περιώνυμο κώδικα Palatinus Graecus 23 που περιλαμβάνει τα επιγράμματα της μεγάλης Ελληνικής Ανθολογίας, της λεγομένης και «Παλατινής», από το όνομα της χαϊδελβεργιανής βιβλιοθήκης (Bibliotheca Palatina) στην οποία βρέθηκε. Η Παλατινή Ανθολογία (ΠΑ) αποτελείται από δεκαπέντε βιβλία, θεματικώς ταξινομημένα, στα οποία είθισται να προστίθεται ως δέκατο έκτο το σώμα των επιγραμμάτων της μεσαιωνικά χειρόγραφα στον Γρηγόριο, παραμένει ουσιαστικά άγνωστης πατρότητας και αμφισβητούμενης χρονολόγησης· PG 38. 133-338. Νεότερη έκδοση: A. Tuilier, Grégoire de Nazianze, La Passion du Christ [SC 149], Paris 1969. Περαιτέρω: Μ. Μάντζιου, «Συμβολή στη μελέτη της χριστιανικής τραγωδίας Χριστός Πάσχων», Δωδώνη 3 (1974) 353-370· F. Trisoglio, La Passione di Cristo, Roma 19902, και San Gregorio di Nazianzo e il Christus Patiens: il problema dell’autenticita gregoriana del drama, Firenze 1996. Πρβλ. B. Wyss, “Gregor II (Gregor von Nazianz)”, RAC 12 (1983) 812· Θ. Δετοράκης, Βυζαντινή Φιλολογία. Τα πρόσωπα και τα κείμενα Ι, Ηράκλειο 1995, 318-322. Αναλυτικά, η ιστορία της έρευνας στον N. Vakonakis, Das griechische Drama auf dem Weg nach Byzanz: der euripideische Cento Christos Paschon (Classica Monacensia 42), Tübingen 2011, 63 κ.εξ. 5. Η ιστορική αυτή διαίρεση των Ἐπῶν εξακολουθεί να είναι εν χρήσει παρά τις κάποιες εσφαλμένες καταχωρίσεις που έχουν εντοπισθεί, βλ. F. Lefherz, Studien zu Gregor von Nazianz. Mythologie, Überlieferung, Scholiasten, Diss. Bonn 1958, 63-64 με σημ. 1. Μια νέα εξορθολογισμένη ταξινόμηση προτείνει ο Κ. Demoen, Pagan and biblical exempla in Gregory Nazianzen: a study in rhetoric and hermeneutics, Turnhout 1996, 61-63. 14 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Πλανούδειας Ανθολογίας (ΠλΑ) που δεν περιλαμβάνονται στην Παλατινή. Η παρουσία του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ως επιγραμματοποιού, στην ΠΑ συνδέεται με δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη είναι ότι συμμετέχει στη μείζονα αυτή συλλογή με τον μεγαλύτερο –μακράν!– αριθμό επιγραμμάτων6: 254. Έτσι εμφανίζεται το παράδοξο σε μια κατά το πλείστον κοσμική ποιητική ανθολογία το ποσοτικό προβάδισμα να ανήκει σε έναν χριστιανό ποιητή. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα συνίσταται στο γεγονός ότι τα επιγράμματα του Γρηγορίου κατά μοναδική εξαίρεση δεν διαχέονται σποράδην στα διάφορα βιβλία της ΠΑ, όπως όλων των άλλων επιγραμματοποιών, αλλά συγκροτούν ένα συνεχές και συμπαγές block, αυτό που αποτέλεσε το όγδοο βιβλίο της.7 Το βιβλίο αυτό της Παλατινής Ανθολογίας, το οποίο αποτελείται από 254 επιγράμματα, παραδεδομένα υπό το όνομα του Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, αποτελεί το αντικείμενο έρευνας της παρούσας εργασίας. * * * Τα επιγράμματα συνιστούν ένα διακριτό έδαφος εντός της γρηγοριανής πολυείδειας που μπορεί να εξεταστεί με σχετική 6. Ακόμη και οι πλέον παραγωγικοί επιγραμματοποιοί της ΠΑ υστερούν έναντι του Γρηγορίου: Ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς δεν υπερβαίνει τα 160, ο Μελέαγρος –με την ευχέρεια που είχε και ως ανθολόγος του Στεφάνου του– συμμετέχει με 132 και ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος με 103 (μαζί με τα incerta). Γύρω στα 100 επιγράμματα έχουμε από τον Στράτωνα και τον Αγαθία. 7. Δύο ακόμη επιγράμματα του 1ου βιβλίου (51 και 92) της ΠΑ αποδίδονται στον Γρηγόριο. Στην ουσία όμως αποτελούν στίχους οι οποίοι έχουν αποσπασθεί από άλλα ποιήματά του: Ἔπη Ι.1.23. 9 και Ι.1.28 αντιστοίχως. 15 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ αυτονομία από την υπόλοιπη αχανή ποιητική του παραγωγή. Ο Γρηγόριος στο μεγαλύτερο μέρος του έμμετρου έργου του συνθέτει –εξαμετρικά, ιαμβικά και ελεγειακά– αυτοβιογραφικά, θεολογικά και ηθικά ποιήματα, είδη δηλαδή χωρίς αρχαιοελληνική παράδοση. Ουσιαστικά μόνο στα επιγράμματά του ακολουθεί πιστά ένα ακραιφνώς παραδοσιακό ελληνικό ποιητικό είδος. Τα γρηγοριανά επιγράμματα δεν έχουν απασχολήσει ιδιαιτέρως τη νεότερη βιβλιογραφία. Θεωρούμε ως βέβαιο ότι ένας εθνικός επιγραμματοποιός της αυτής λογοτεχνικής ποιότητας με τον Ναζιανζηνό θα είχε προκαλέσει πολύ μεγαλύτερο όγκο φιλολογικών μελετών.8 Από την άλλη μεριά, ενώ το μεγάλο πρόβλημα στη σπουδή της γρηγοριανής ποίησης είναι η έλλειψη κριτικών εκδόσεων για το σύνολό της, αυτό δεν ισχύει για τα επιγράμματα, εφόσον αυτά βρήκαν φιλοξενία στις αλλεπάλληλες εκδόσεις της ΠΑ. Η μοναδική ξεχωριστή μονογραφία που έχει αφιερωθεί στα επιγράμματα του Γρηγορίου ανήκει στον A. Salvatore, Tradizione e originalità negli epigrammi di Gregorio Nazianzeno (Νάπολη 1960), η οποία όμως δεν χαρακτηρίζεται από πληρότητα και 8. Ας αναφερθεί κι εδώ η χαρακτηριστική ρήση του U. von WilamowitzMoellendorff, στις αρχές του εικοστού αιώνα, για την έλλειψη τότε (αλλά ακόμη και τώρα!) κριτικής έκδοσης απάντων των ποιημάτων του: “Dieser selbe Gregor ist der fruchtbarste und merkwürdigste Poet dieser Periode; es ist eine Schmach, daß die Philologen noch nicht einmal für eine einigermaßen lesbare Ausgabe seiner Gedichte gesorgt haben; wenn er kein Kirchenvater, sondern ein schäbiger Poetaster wäre, der einen abgestandenen mythologischen Stoff breitträte, wie Quintus, oder gar ein Lateiner wie Silius, hätte er sie längst“, Die griechische und lateinische Literatur und Sprache, 3. Aufl. Berlin-Leipzig 1912, 294. Πρβλ. Φυτράκης (1967) 154 σημ. 3· Simelidis (2009) 23. Για τη σκοπιμότητα, ωστόσο, του αιτήματος του Wilamowitz για μια «αναγνώσιμη» έκδοση των ποιημάτων του Γρηγορίου, βλ. τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Edwards (2003) 6-8. 16 ΕΙΣΑΓΩΓΗ συστηματικότητα. Πρόκειται για μία σύντομη και εντελώς αποσπασματική μελέτη, η οποία περιορίζεται στην πραγμάτευση κάποιων από τα μοτίβα που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος. Ουσιαστικά η πιο αξιόλογη ως τώρα συμβολή παραμένει η βραχεία εισαγωγή του P. Waltz στο όγδοο βιβλίο της ΠΑ στη σειρά G. Budé (Παρίσι 1944, 2η έκδοση 1960, σσ. 3-28). Τις τελευταίες δεκαετίες ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνει η ιταλική φιλολογική επιστήμη. Από την παραγωγή αυτή άρθρων ξεχωρίζουν εκείνα των F.E. Consolino (1987), F. Conca (2000) και U. Criscuolo (2007). Σε ό,τι αφορά την ελληνική βιβλιογραφία δεν υπάρχει καμιά συστηματική φιλολογική εργασία.9 Σε ευρύτερο επίπεδο, τα βιβλία που αφιερώνονται εν γένει στο ποιητικό έργο του Γρηγορίου συνήθως παρακάμπτουν ή αποκλείουν ολοσχερώς από το πεδίο ερεύνης τους τα επιγράμματα. Τούτο συμβαίνει τόσο με το παλαιό βιβλίο τού – μετέπειτα Αρχιεπισκόπου του Μιλάνου– M. Pellegrino, La poesia di S. Gregorio Nazianzeno (Μιλάνο 1932) όσο και με την πιο πρόσφατη, φιλόδοξη –αδημοσίευτη όμως– διδακτορική διατριβή της J. Prudhomme, L’œuvre poétique de Grégoire de Nazianze: heritage et renouveau littéraires (Univ. Lumière Lyon 2, 2006). Επίσης, η διεισδυτική εισαγωγή στη γρηγοριανή ποίηση που προτάσσεται στο εκδοτικό και υπομνηματιστικό έργο του Chr. Simelidis, Selected 9. Τα γρηγοριανά επιγράμματα έχουν απασχολήσει κυρίως θεολόγους· βλ. Δ.Γ. Τσάμης, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Ἐπιτάφια Ἐπιγράμματα εἰς τὸν Μ. Βασίλειον καὶ τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, Θεσσαλονίκη 1971· του ιδίου, «Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπιτάφια ἐπιγράμματα εἰς τοὺς γονεῖς του», ΕΕΘΣΠΘ 20 (1975) 49-83· Β. Χριστοφορίδης, «Γρηγορίου Θεολόγου Ἐπιτάφια Ἐπιγράμματα», ΕΕΘΣΠΘ 26 (1981) 397-443. 17 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Poems of Gregory of Nazianzus (Γοττίγγη 2009) δεν θίγει τα επιγράμματά του.10 10. Περαιτέρω, από τις εργασίες για το συνολικό ποητικό έργο του Γρηγορίου ξεχωρίζουν: B. Wyss, “Gregor von Nazianz. Ein griechisch-christlicher Dichter des 4. Jahrhunderts“, MH 6 (1949) 177-210· του ιδίου, RAC 12 (1983) 808 κ.εξ.· R. Keydell, “Die literarhistorische Stellung der Gedichte Gregors von Nazianz”, στο: Atti dello VIII Congresso internazionale di studi bizantini, Palermo 3-10 Aprile 1951 (Studi bizantini e neoellenici 7), I, Roma 1953, 134-143· Ν.Β. Τωμαδάκης, Ἡ Βυζαντινὴ Ὑμνογραφία καὶ Ποίησις, ἤτοι Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Βυζαντινὴν Φιλολογίαν ΙΙ, Ἀθῆναι 19653 (ανατ. Θεσσαλονίκη 1993), 14-21· Α.Ι. Φυτράκης, Τὸ ποιητικὸν ἔργον Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Ἐν Ἀθήναις 1967 (αυτοτελές ανάτυπο με σελιδαρίθμηση: 141-194)· H. Musurillo, "The Poetry of Gregory of Nazianzus”, Thought 45 (1970) 45-55· A. Dihle, Die griechische und lateinische Literatur der Kaiserzeit von Augustus bis Justi-nian, München 1989, 615-618· U. Criscuolo, “Sulla poesia di Gregorio di Nazianzo”, Filologia Antica e Moderna, 4 (1993) 7-26· Δετοράκης (1995) 277-281, 299-317· F. Triso-glio, Gregorio di Nazianzo il teologo, Milano 1996, 177-184· Cl. Moreschini – E. Norelli, Early Christian and Latin Literature. A Literary History II, Peabody, Mass. 2005, 117-119· J.A. McGuckin, “Gregory: The Rhetorician as Poet”, στο: J. Børtnes – T. Hägg (επιμ.), Gregory of Nazianzus: Images and Reflections, Copenhagen 2006, 193-212· J.P. Lieggi, La cetra di Cristo. Le motivazioni teologiche della poesia di Gregorio di Nazianzo, Roma 2009. Πρβλ. Prudhomme (2006) 33-40. Για όλη την παλαιότερη βιβλιογραφία, Μπόνης (1982) 168-174. Σοβαρό έργο στον τομέα της συλλογής της βιβλιογραφίας πραγματοποεί το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain, Centre d’études sur Grégoire de Nazianze. Βλ. http://nazianzos.fltr.ucl.ac. be/002Contenu.htm Τα τελευταία χρόνια έχουν εκπονηθεί ενδιαφέρουσες διδακτορικές διατριβές πάνω σε ζητήματα της γρηγοριανής ποίησης, οι οποίες, ωστόσο, έμειναν αδημοσίευτες: S. Abrams Rebillard, Speaking for salvation: Gregory of Nazianzus as poet and priest in his autobiographical poems (Brown Univ. 2003)· P.C. Edwards, Ἐπιστα-μένοις ἀγορεύσω: On the Christian Alexandrinism of Gregory of Nazianzus (Brown Univ. 2003) και η προαναφερθείσα της J. Prudhomme (2006). Η τελευταία –ογκώδης– εργασία, χωρίς να κομίζει καινοτόμες ερμηνείες, επιχειρεί μια συνολική και πολύπλευρη εξέταση του ποιητικού έργου του Γρηγορίου επηρεασμένη σε αρκετά σημεία (λ.χ. στην έννοια τής réécriture) από το βιβλίο του Cusset (1999) για την αλεξανδρινή ποίηση. Την παλαιότερη, αδημοσίευτη κι αυτή, διατριβή της V.Α. Frangeskou, The Hymns of Gregory of Nazianzus and their Place in the History of Greek and Early Christian Hymnography (Univ. of Leeds 1984) δεν μπόρεσα να δω. 18 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στόχος της παρούσης μονογραφίας είναι η μελέτη, μορφής και περιεχομένου, των επιγραμμάτων του Ναζιανζηνού. Εξετάζεται, επίσης, η ενσωμάτωση της γρηγοριανής συλλογής σε μια –κατά βάση θύραθεν– ποιητική ανθολογία όπως η Παλατινή. Το ποιητικό έργο του Γρηγορίου –των επιγραμμάτων συμπεριλαμβανομένων– δεν έχει βρει μια αδιαφιλονίκητη θέση στον κανόνα της ελληνικής ποίησης. Η αξιολόγηση της λογοτεχνικής του ποιότητας από τους μελετητές κυμαίνεται. Οι προερχόμενοι από την κλασική φιλολογία συχνά κρίνουν αυστηρά, ενίοτε και άδικα, τον Ναζιανζηνό έχοντας ως μέτρο σύγκρισης, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, τους κλασικούς και ελληνιστικούς ποιητές, ενώ οι βυζαντινολόγοι είναι πιο ήπιοι και μετριοπαθείς στις κρίσεις τους. Αντιθέτως οι θεολόγοι, κυρίως της ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας, ξεκινώντας με αγιογραφική προδιάθεση τείνουν συνήθως στο να εξαίρουν ανεπιφύλακτα την ποιητική ευαισθησία και επιδεξιότητα του Γρηγορίου.11 Η παρούσα μελέτη θέλει να είναι μια κατά το δυνατόν νηφάλια και απροκατάληπτη εξέταση των γρηγοριανών επιγραμμάτων.12 Στόχος μας –για να ανασύρουμε το του Ι. Συκουτρή– δεν είναι η ἔγκρισις ούτε η κατάκρισις αλλά η κρίσις. Η εργασία διαιρείται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο αρχίζει με τη συνοπτική παρουσίαση γνωστών δεδομένων, τα οποία, ωστόσο, κρίθηκε ως χρήσιμο –ιδίως για τους μη εξοικειωμένους με τη 11. Για τις ποικίλες αξιολογικές κρίσεις των παλαιότερων ερευνητών, βλ. J. Quasten, Patrology III, Utrecht-Antwerp 1960, 245· Φυτράκης (1967) 183-188· Μπόνης (1982) 204-212· K. Demoen, “The Attitude towards Greek Poetry in the Verse of Gregory Nazianzen”, στο: J. de Boeft – A. Hilhorst (επιμ.), Early Christian Poetry: A Collection of Essays (Supplements to Vigiliae Christianae 22), Leiden - New York - Köln 1993, 238 με σημ. 10. 12. O Demoen (1993: 238 σημ. 10), αφού κατατάσσει αδρομερώς τις απόψεις ορισμένων σημαντικών μελετητών του ποιητικού έργου του Γρηγορίου, επιλέγει: I leave aside the mainly Greek panegyric “studies”. 19 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ φιλολογία του αρχαίου επιγράμματος αναγνώστες– να μην προσπεραστούν: μια επισκόπηση της ιστορίας του ελληνικού επιγράμματος ως τον τέταρτο μεταχριστιανικό αιώνα, καθώς και των επιγραμματικών συλλογών, αρχαίων και πρώιμων μεσαιωνικών. Ακολούθως εξετάζεται αναλυτικά η γένεση της ΠΑ από την προγενέστερη συλλογή του Κωνσταντίνου Κεφαλά και η τύχη των γρηγοριανών επιγραμμάτων. Η έρευνα έχει δείξει ότι τα επιγράμματα αυτά, ενώ δεν περιέχονταν στη «μητρική» ανθολογία του Κεφαλά, προστέθηκαν αργότερα στην ευρύτερη συλλογή που περιλαμβάνεται στον διάσημο παλατινό κώδικα. Το πρώτο αυτό μέρος κλείνει με την παρουσίαση της υπόλοιπης χειρόγραφης παράδοσης, των εκδόσεων και των μεταφράσεων. Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στην εξέταση του περιεχομένου των επιγραμμάτων. Κατ’ αρχάς δίνεται το βιογραφικό και βιωματικό υπόβαθρο της συγγραφής τους και κατόπιν παρουσιάζονται αναλυτικά οι θεματικοί κύκλοι, εφόσον ο Γρηγόριος εμφανίζει την ιδιοτυπία να συνθέτει σχεδόν σε κάθε περίπτωση περισσότερα του ενός επιγράμματα –συχνά και μερικές δεκάδες. Τα γρηγοριανά επιγράμματα κατατάσσονται τύποις στα επιτύμβια και χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τα επιγράμματα που είναι αφιερωμένα σε κάποιο συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο του ποιητή, η δεύτερη εκείνα που στρέφονται εναντίον δύο συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων οι οποίες προκαλούσαν την έντονη απέχθεια του Ναζιανζηνού: αυτών που οργάνωναν συμπόσια εντός των ναών, και των τυμβωρύχων. παρατίθενται Σε 13 κάθε ενότητα αντιπροσωπευτικά του κεφαλαίου αυτού επιγράμματα που 13. Για το κείμενο των επιγραμμάτων που παραθέτουμε θεωρούμε ως βάση την έκδοση του H. Beckby, Anthologia Graeca I-IV (2. verbesserte Auflage), München 1965-1967. Όπου διαφοροποιούμαστε, τούτο δηλώνεται σαφώς. Για τα λοιπά 20 ΕΙΣΑΓΩΓΗ συνοδεύονται από (δική μας) μετάφραση.14 Με τον τρόπο αυτό το παρόν κεφάλαιο υπέχει και θέση (σχολιασμένου) ανθολογίου, κάτι στο οποίο η γρηγοριανή επιγραμματική συλλογή είναι ασμένως δεκτική λόγω των πολλών επαναλαμβανόμενων δοκιμών πάνω στο ίδιο θέμα. Τα κριτήρια της επιλογής των επιγραμμάτων σχετίζονται με το ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζουν (ως προς το περιεχόμενο ή τη μορφή), με την πρωτοτυπία τους και την εν γένει λογοτεχνική τους ποιότητα. Στο τρίτο μέρος αναλύεται η σχέση των γρηγοριανών επιγραμμάτων διακειμενικό με το υλικό, λογοτεχνικό παραδείγματα, παρελθόν: ύφος και γλώσσα, μέτρο. Εδώ αποτυπώνεται ο έντονος κλασικισμός του Γρηγορίου, όπως παρουσιάζεται μέσα από την ανάλυση των γλωσσικών επιλογών του και των επιδράσεων που δέχεται σε επίπεδο λεξιλογίου και μοτίβων από ένα ευρύτατο φάσμα ελλήνων ποιητών: Όμηρος, Ησίοδος, πρώιμοι λυρικοί, τραγικοί της κλασικής περιόδου, ελληνιστικοί (ιδιαίτερα Καλλίμαχος και Θεόκριτος), επιγραμματοποιοί, ελάσσονες ποιητές της ύστερης αρχαιότητας (οι δύο Οππιανοί. Σιβυλλιακοί Χρησμοί, ψευδο-Μανέθων, Ορφικά). Ειδικά κεφάλαια αφιερώνονται στο ύφος και τα ρητορικά σχήματα, καθώς επίσης στο μέτρο και την προσωδία. Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις εξάγονται επίσης από τη χρήση ποιητικά έργα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού λαμβάνουμε υπ’ όψη την έκδοση της PG του Migne, εκτός εάν υπάρχει νεότερη κριτική έκδοση, οπότε ακολουθούμε αυτήν. Βλ. τον σχετικό κατάλογο στη βιβλιογραφία (τμήμα ΙΙΙ). Για τα παραθέματα από επιγράμματα άλλων ποιητών χρησιμοποιούμε και πάλι την έκδοση του Beckby. Εξαιρέτως για τα επιγράμματα του Καλλίμαχου ακολουθούμε την έκδοση του R. Pfeiffer (v. II, Oxford 1951). 14. Η παρατιθέμενη μετάφραση έχει τη συνήθη λειτουργία σε τέτοιου είδους μελέτες. Επιδιώκει να βοηθήσει άμεσα τον αναγνώστη προσφέροντας μια πιστή, «φιλολογική» απόδοση, και όχι βεβαίως μια λογοτεχνική αναδημιουργία του επιγράμματος. 21 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ παραδειγμάτων τόσο από τον μυθολογικό κόσμο της αρχαίας Ελλάδας όσο και από τη Βίβλο. Στο τελευταίο μέρος, τα επιλεγόμενα, καταβάλλεται η προσπάθεια να διερευνηθεί το όλο υπόβαθρο της λογοτεχνικής σκηνής της εποχής, μέσα από το οποίο προέκυψε το ποιητικό έργο γενικότερα, και το επιγραμματικό ειδικότερα, του Γρηγορίου. Έμφαση δίνεται στον καταλυτικό ρόλο της ρητορικής κατά την περίοδο αυτή και στην υιοθέτησή της από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς του τετάρτου αιώνα ως μέσου κοινωνικής ανάδειξης και θεσμικής κατοχύρωσης του Χριστιανισμού. 22 I Το επίγραμμα, η Παλατινή Ανθολογία και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός 1. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Όταν ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός άρχισε να δοκιμάζει την ποιητική του τέχνη στη φόρμα του επιγράμματος, το είδος αυτό μετρούσε ήδη ένα παρελθόν δέκα αιώνων στον ελληνόφωνο κόσμο. Κάθε έκθεση της ιστορίας του ελληνικού επιγράμματος είθισται να αρχίζει με την ὀνομάτων ἐπίσκεψιν.15 «Ἐπίγραμμα» κατά κυριολεξία σημαίνει επιγραφή (ἐπιγράφω = γράφω ἐπί τινι, 15. Βασικό επ’ αυτού, M. Puelma, “Ἐπίγραμμα-epigramma: Aspekte einer Wortgeschichte”, MH 53 (1996) 123-139· του ιδίου, “Epigramma: osservazioni sulla storia di un termine grecolatino”, Maia 49 (1997) 189-213. Από την πλουσιότατη βιβλιογραφία για την ιστορία του ελληνικού επιγράμματος, βλ. R. Reitzenstein, RE 6.1 (1907) 71-111· R. Keydell, “Epigramm”, RAC 5 (1962) 539-577· Beckby I, 12-67· Waltz I, iii-xxv· M. Lausberg, Das Einzeldistichon, München 1982, 433-480· E. Degani, “L’epigramma”, στο: G. Cambiano – L. Canfora – D. Lanza (επιμ.), Lo spazio letterario della Grecia antica I.2, Roma 1993, 197-233, και πιο σύντομα: “Epigram”, DNP 3 (1997), στ. 1108-1114· Al. Cameron, The Greek Anthology from Meleager to Planudes, Oxford 1993, 1-18· Ν. Χουρμουζιάδης, Ερωτικά Επιγράμματα, Αθήνα 1999, 13-65· F. Montanari, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας (επιμ. Δ.Ι. Ιακώβ – Α. Ρεγκάκος), Θεσσαλονίκη 2008, 754-768· διεξοδικά: Μ. Fantuzzi – R. Hunter, Ο Ελικώνας και το Μουσείο (επιμ. Θ. Παπαγγελής – Α. Ρεγκάκος), Αθήνα 2005, 454568· N. Livingstone – G. Nisbet, Epigram (Greece & Rome: New Surveys in the Classics 38), Cambridge 2010. – Στο παρόν κεφάλαιο ενσωματώνω στοιχεία από τις συμβολές μου: «Επίγραμμα», στο: Ε. Αλεξίου – Ι. Αναστασίου et al., Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τ. Α΄: Αρχαϊκή και κλασική περίοδος, Πάτρα (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο) 2001, 165-167, και «Ελληνιστικό επίγραμμα», στο: Β. Βερτουδάκης – E. Ηλιάδου et al., Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία τ. Β΄: Ελληνιστική και Αυτοκρατορική Περίοδος, Πάτρα (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο) 2001, 140-145. 26 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ήτοι χαράσσω, γράφω πάνω σε μια επιφάνεια). Πρόκειται δηλαδή για ένα σύντομο κείμενο χαραγμένο στο μνήμα ενός νεκρού ή στο αφιέρωμα προς τιμήν ενός θεού ή, τέλος, πάνω σ’ ένα έργο τέχνης. Αρχικά η επιγραφή ήταν συντομότατη και περιοριζόταν στις εντελώς βασικές πληροφορίες: το όνομα του νεκρού και της πατρίδας του ή το όνομα του δωρητή και του θεού στον οποίο προσφέρεται το ανάθημα. Τα κυριότερα, λοιπόν, είδη επιγραφών κατά την αρχαϊκή εποχή είναι οι επιτύμβιες και οι αναθηματικές. Πολύ πρώιμα το βραχύ κείμενο αυτού του είδους των επιγραφών γίνεται έμμετρο. Η ποιητική μορφή επιτρέπει στον ανώνυμο συντάκτη του να εξωτερικεύσει εκφραστικότερα τη συγκινησιακή φόρτιση και την καλλιτεχνική του ευαισθησία, και βεβαίως στο κοινό να το απομνημονεύσει ευκολότερα. Επίγραμμα, λοιπόν, κατέληξε να ονομάζεται μια βραχύλογη και συνοπτική έμμετρη επιγραφή που συντίθεται για να καταγράψει ένα συμβάν, να το ακινητοποιήσει στον χρόνο κι έτσι να το καταστήσει ανεξίτηλο εις το διηνεκές.16 16. Ως προς τις συλλογές αυτού του επιγραφικού υλικού: πρώτο μείζον έργο υπήρξε εκείνο του G. Kaibel, Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin 1878 (ανατύπ. Hildesheim 1965)· ακολουθούν οι μικρότερες συλλογές: J. Geffcken, Griechische Epigramme, Heidelberg 1916· F. Hiller v. Gaertringen, Historische griechische Epigramme, Bonn 1926· P. Friedländer (– H.B. Hoffleit), Epigrammata. Greek Inscriptions in Verse from the Beginnings to the Persian Wars, Berkeley-Los Angeles 1948. Η μεγάλη συλλογή του W. Peek, Griechische Vers-Inschriften. I: Grabepigramme, Berlin 1955, αντικατέστησε σχεδόν πλήρως εκείνη του Kaibel ως προς τα επιτύμβια· πρβλ. W. Peek, Griechische Grabgedichte, Berlin-Darmstadt 1960 (περισσότερο εκλαϊκευμένη έκδοση με γερμανική μετάφραση, χωρίς κριτικό υπόμνημα). Το νεότερο δίτομο έργο του P.A. Hansen, Carmina Epigraphica Graeca, I: saeculorum VIIIV a.Chr.n., Berlin-New York 1983, II: saeculi IV a.Chr.n., Berlin-New York 1989, υπερκαλύπτει όλες τις προηγούμενες αλλά μόνο ως τον 4ο αι. π.Χ. Επιμέρους συλλογές με γεωγραφικό κριτήριο: E. Bernand, Inscriptions métriques de l’Égypte Gréco-romaine. Recherches sur la poésie épigrammatique des Grecs en Égypte, Paris 1969· R. Merkelbach – J. Stauber, Steinepigramme aus dem griechischen Osten, 1: Die Westküste Kleinasiens von Knidos bis Ilion, Stuttgart-Leipzig 1998, 2: Die Nordküste Kleinasiens 27 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Δείγματα τέτοιων επιγραμμάτων, δηλαδή σε μορφή εμμέτρων επιγραφών, εμφανίζονται ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 8ου αιώνα π.Χ., τα οποία, σημειωτέον, αποτελούν και τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες της ελληνικής γλώσσας στο εισηγμένο ελληνικό αλφάβητο. Τα πιο γνωστά είναι: α) η «επιγραφή του Διπύλου», ένα μονόστιχο επίγραμμα σε δακτυλικό εξάμετρο χαραγμένο πάνω σε μια οινοχόη που βρέθηκε στην περιοχή του αρχαίου Διπύλου στην Αθήνα, και β) το περίφημο «ποτήριον του Νέστορος», ένας υστερογεωμετρικός σκύφος που φέρει μια τρίστιχη έμμετρη επιγραφή και ήλθε στο φως κατά τις ανασκαφές ενός αρχαϊκού νεκροταφείου στη νησίδα Ίσχια της Ιταλίας (στις αρχαίες Πιθηκούσσες, κοντά στη Νεάπολη).17 Από τις έμμετρες, ωστόσο, επιγραφές της αρχαϊκής περιόδου εκείνες που κυρίως διακρίνονται για την ποιητική τους δεξιότητα και προκαλούν ξεχωριστή συγκίνηση είναι οι επιτύμβιες. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που διαθέτουμε ως τώρα, γύρω στο 700-650 π.Χ., εμφανίζεται η συνήθεια, –το αρχαιότερο τεκμήριο έρχεται από την Αμοργό18– να χαράσσεται πάνω στην ταφική πέτρα μια βραχύλογη έμμετρη επιγραφή. (Marmarameer und Pontos), München-Leipzig 2001, 3: Der “Ferne Osten” und das Landesinnere bis zum Taurus, München-Leipzig 2001, 4: Die Südküste Kleinasiens, Syrien und Palestina, München-Leipzig 2002. 17. Για τα κείμενα: Hansen CEG Ι, 432 και 454· περαιτέρω: Απ. Κοντογιάννης, «Γράμματα αρχαία», στο: Μ. Κοπιδάκης (επιμ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1999, 366-367· Γ. Μπαμπινιώτης, Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Αθήνα 1985, 70-72· Εμμ. Βουτυράς, «Η εισαγωγή του αλφαβήτου», στο: Α.-Φ. Χριστίδης (επιμ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2001, 215· Χουρμουζιάδης (1999) 26-31· Fantuzzi & Hunter (2005) 457-462· B. Powell, «Όμηρος και γραφή», στο: I. Morris – B. Powell, A New Companion to Homer. Εγχειρίδιο Ομηρικών Σπουδών (επιμ. Α. Ρεγκάκος), Αθήνα 2009, 3-40, εδώ 27-30. 18. Hansen CEG Ι, 152: Πρόκειται για μονόστιχο εξάμετρο, χαραγμένο σε βράχο στην ακρόπολη της Αιγιάλης. 28 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Τα συνήθως μονόστιχα αυτά επιτύμβια με άκρα συντομία και περιεκτική λιτότητα πληροφορούν τον περαστικό για τον νεκρό στον οποίο ανήκει το μνήμα: το όνομα του, την πατρίδα του, ίσως και την αιτία θανάτου.19 Σε ό,τι αφορά τη μετρική τους μορφή, αρκετά ενωρίς καθιερώθηκε το ελεγειακό δίστιχο, το οποίο κυριαρχεί έκτοτε ως το κατ’ εξοχήν μέτρο της επιγραμματικής ποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι το μέτρο αυτό υιοθετείται πρώτα στα επιτύμβια, μιας και η ελεγεία χρησιμοποιούνταν ιδιαιτέρως για τον θρήνο των νεκρών.20 Κατά τους κλασικούς χρόνους η επιγραμματική ποίηση εμπλουτίζεται ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο· ξεφεύγει, επίσης, από την ανωνυμία που τη χαρακτήριζε μέχρι τότε. Ο ποιητής Σιμωνίδης ο Κείος είναι εκείνος που καθιστά το επίγραμμα διακριτό ποιητικό είδος και το οδηγεί σ’ ένα κλασικό ύψος, κυρίως με τα γνωστά, αποδιδόμενα σ’ αυτόν, επιτύμβια προς τιμήν των πεσόντων στους Περσικούς Πολέμους. Η περίοδος όμως εκείνη κατά την οποία το επίγραμμα παγιώνει όλα του τα χαρακτηριστικά ως ένα αυτοτελές ποιητικό είδος και φτάνει στην καλύτερή του ώρα είναι η ελληνιστική.21 Την 19. Βλ. τις αναλύσεις πρώιμων επιτύμβιων επιγραμμάτων: Αρ. Σκιαδάς, Ἐπὶ τύμβῳ, Ἀθῆναι 1967· G. Kapeller, Grabinschriftliche Motive. Eine Studie von Epigrammen des 7.- 5. Jh. v. Chr., Diss. Innsbruck 1987· D. Meyer, Inszeniertes Lesevergnügen. Das inschriftliche Epigramm und seine Rezeption bei Kallimachos, Stuttgart 2005, 53 κ.εξ. Ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προτάσεις περιλαμβάνονται στον τόμο: M. Baumbach – A. Petrovic – I. Petrovic (επιμ.), Archaic and Classical Greek Epigram, Cambridge - New York 2010. Για τα αναθηματικά βλ. J.W. Day, Archaic Greek Epigram and Dedication. Representation and Reperformance, Cambridge 2010. 20. Για την αλλαγή του μέτρου και εν γένει για τα χαρακτηριστικά του αρχαϊκού και κλασικού επιγράμματος, βλ. εκτός των προαναφερθέντων, Α. Petro-vic, Kommentar zu den simonideischen Versinschriften, Leiden 2007, 4-12. 21. Ειδικά για το ελληνιστικό επίγραμμα, βλ. τα πρόσφατα έργα: K. Gutzwiller, Poetic Garlands. Hellenistic Epigrams in Context, Berkeley et al. 1998· της ιδίας, A Guide to Hellenistic Literature, Malden, Mass. 2007, 106-120· A. Harder – R.F. 29 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ εποχή αυτή –ήδη από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ.– η επιγραμματική ποίηση απελευθερώνεται από τα δεσμά της επιγραφικής χρήσης.22 Το επίγραμμα δεν συνιστά πια απλώς ένα έμμετρο επεξηγηματικό σχόλιο, χαραγμένο πάνω στο μνήμα ή στο ανάθημα, αλλά γράφεται χάριν της ποιητικής τέχνης καθ’ εαυτήν και προορίζεται να διαβαστεί στους κύκλους φιλόμουσων και λογίων της εποχής ή να κυκλοφορηθεί ως ποιητική συλλογή. Το επίγραμμα του μνημείου γίνεται επίγραμμα του βιβλίου ή, όπως έχει καθιερωθεί γερμανιστί, το Steinepigramm εξελίσσεται σε Buchepi-gramm. Με την προωθητική δύναμη μιας τέτοιας σημαντικής αλλαγής το ποιητικό αυτό είδος αρχίζει να λειτουργεί ως εκφραστικό όχημα προσωπικών βιωμάτων, συναισθημάτων και επιθυμιών, ιδιοποιείται δηλαδή τον ρόλο που κατείχε τα προηγούμενα χρόνια η λυρική ποίηση. Ακμάζει ένα κατ’ ουσίαν Regtuit – G.C. Wakker (επιμ.), Hellenistic epigrams (Hellenistica Groningana 6), Leuven 2002· P. Bing – J.S. Bruss (επιμ.), Brill’s Companion to Hellenistic Epigram, Leiden-Boston 2007· Χ. Τσαγγάλης, «Ελληνιστικό επίγραμμα», στο: Φλ. Μανακίδου – Κ. Σπανουδάκης (επιμ.), Αλεξανδρινή Μούσα, Αθήνα 2008, 325-416, κυρίως 325-337· M.A. Tueller, Look who’s talking: Innovations in voice and identity in Hellenistic epigram (Hellenistica Groningana 13), Leuven-Dudley 2008· J.S. Bruss, “Epigram”, στο: J.J. Clauss – M. Cuypers, A Companion to Hellenistic Literature, Chichester-Malden 2010, 117-135· Livingstone & Nisbet (2010) 48-98. Από τις παλαιότερες συμβολές σημειώνουμε: A. Couat, La poésie alexandrine sous les trois premiers Ptolémées, Paris 1882, 170-189· U.v. Wilamowitz, Hellenistische Dichtung I, Berlin 1924, 119 κ.εξ.· A. Körte – P. Händel, Die hellenistische Dichtung, Stuttgart 1960, 306 κ.εξ.· G. Giangrande, “Epigramma elleni-stico“, στο: Introduzione allo studio della cultura classica, Milano 1972, 123-138 (= Scripta Minora Alexandrina I, Amsterdam 1980, 219-234)· P.M. Fraser, Ptolemaic Alexandria I, Oxford 1972, 553-617· S.L. Tarán, The Art of Variation in the Hellenistic Epigram, Leiden 1979· K. Τρυπάνης, Ελληνική ποίηση. Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, Αθήνα 1988, 170-173. 22. Για την επίδραση, ωστόσο, που άσκησαν οι αυθεντικές, χαραγμένες επιτύμβιες επιγραφές στα φιλολογικά επιγράμματα του αυτού είδους, βλ. J.S. Bruss, Hidden Presences. Monuments, Gravesites, and Corpses in Greek Funerary Epigram (Hellenistica Groningana 10), Leuven 2005· Meyer (2005)· A. Bettenworth, “The Mutual Influence of Inscribed and Literary Epigram”, στο: Bing & Bruss (2007) 69-93. 30 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ νέο, αυτόνομο γραμματειακό είδος, βραχύ κατά το μέγεθος, πυκνό κατά το πνεύμα, που διευρύνει την εμβέλειά του πολύ πέραν των επιτυμβίων και των αναθηματικών και εγκολπώνεται παντοδαπής φύσεως ποιητική ύλη: σκηνές της καθημερινότητας, παράδοξα φαινόμενα, περιγραφές έργων τέχνης, έρωτες, συμπόσια, σάτιρα και σκώμμα. Η εξαιρετική άνθηση του επιγράμματος κατά την ελληνιστική περίοδο οφείλεται στις γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που επισυνέβησαν στον μείζονα ελληνόφωνο κόσμο μετά τον Αλέξανδρο, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα και την αλλαγή των κρατούντων αισθητικών και λογοτεχνικών κριτηρίων. Το τέλος της πόλεως-κράτους και ο σχηματισμός αχανών συγκεντρωτικών μορφωμάτων, η αποκοπή των πολιτών – δηλαδή των υπηκόων– από τη λειτουργία της πολιτικής ζωής και η παρεπόμενη εστίαση στην ατομικότητα και ιδιωτικότητα του καθ’ ημέραν βίου μεταστρέφει τις αισθητικές προτιμήσεις των ανθρώπων από την υψηλή λογοτεχνία των μεγάλων ηθικών προτύπων και της πολιτικής διαπαιδαγώγησης στην ποίηση του γήινου και καθημερινού που αποσκοπεί στην ατομική τέρψη.23 Το 23. Για τα γενικότερα χαρακτηριστικά της ελληνιστικής ποίησης, βλ. από τη νεότερη μόνο βιβλιογραφία, G.O. Hutchinson, Ελληνιστική Ποίηση (μετ. Λ. Χατζηκώστα), Αθήνα 2007, 9-35· A.W. Bulloch, «Ελληνιστική ποίηση», στο: P.E. Easterling – B.M.W. Knox (επιμ.), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας (μετ. Ν. Κονομής κ.ά.), Αθήνα 1990, 712-813· Θ.Δ. Παπαγγελής, Η ποιητική των Ρωμαίων «Νεωτέρων», Αθήνα 1994, 25-58· Chr. Cusset, La muse dans la bibliothèque: réécriture et intertextualité dans la poésie alexandrine, Paris 1999· Μανακίδου, «Εισαγωγή», στο: Μανακίδου & Σπανουδάκης (2008) 46-83· A. Harder – R.F. Regtuit – G.C. Wakker (επιμ.), Genre in Hellenistic poetry (Hellenistica Groningana 3), Groningen 1998· Montanari (2008) 697-706· Gutzwiller (2007), ιδίως 188-202. Διεισδυτικές οι αναγνώσεις του P. Bing, The Scroll and the Marble. Studies in Reading and Reception in Helleni-stic Poetry, Ann Arbor 2009 (πολλές από τις οποίες αναφέρονται στο επίγραμμα). 31 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ επίγραμμα με τη βραχύτητα, την ευελιξία και την πνευματώδη υπαινικτικότητά του εξυπηρετούσε κατά πολύ τις ανάγκες αυτές. Σημαίνοντα ρόλο στην ανάδειξη του ελληνιστικού επιγράμματος και στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών του έπαιξαν πολλοί ποιητές της περιόδου αυτής. Ο «ρωπογράφος» Λεωνίδας ο Ταραντίνος, ο ερωτικός Ασκληπιάδης ο Σάμιος, ο Ποσείδιππος από την Πέλλα της Μακεδονίας, ο αρχηγέτης των αλεξανδρινών ποιητών Καλλίμαχος ο Κυρηναίος ανήκουν στην πρώτη –και μάλλον αξεπέραστη– γενιά των ελληνιστικών επιγραμματοποιών. Ανάμεσα στις δεκάδες των άλλων εκπροσώπων του είδους, κάνουν διακριτή την παρουσία τους οι γυναικείες ποιητικές φωνές: η τρυφερή Ανύτη από την Τεγέα και η αισθησιακή Νοσσίς από τους Επιζεφύριους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας. Τα ελληνιστικά επιγράμματα, στις περιπτώσεων, διακρίνονται από λυρική καλύτερες των δροσιά, παιγνιώδη διάθεση και ευφυές πνεύμα. Επιπολάζουν η λεπτή ειρωνεία, τα λογοπαίγνια, λογιοσύνης οι διακειμενικοί που στηρίζονται υπαινιγμοί στη και βαθύτατη η επίδειξη γνώση του λογοτεχνικού παρελθόντος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αιφνιδιαστική κατάληξη που αποτελεί την αιχμή του επιγράμματος (acumen). Το ύφος είναι περίτεχνο, η συντακτική δομή περίπλοκη και το λεξιλόγιο επιτηδευμένο φτάνοντας συχνά στα όρια της γλωσσικής εκζήτησης και της μανιέρας. Στο βαθμό που μπορούμε να αναπαραστήσουμε τα πράγματα, θα λέγαμε ότι το επίγραμμα ήταν ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό είδος που δημιουργείται από λόγιους ποιητές (poetae docti) και απευθύνεται σε ένα μορφωμένο ακροατήριο ελληνιστικού κόσμου. 32 των αστικών élites του Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Από τον δεύτερο αιώνα π.Χ. και εξής στο επίγραμμα, που είχε γίνει εξαιρετικά δημοφιλές και ένα είδος λογοτεχνικού συρμού της εποχής, επέρχεται ο κορεσμός· η πρωτοτυπία όλο και περισσότερο λιγοστεύει, μεταγενέστερους η αυτούς μίμηση περισσεύει. επιγραμματοποιούς Από αξίζει τους να αναφέρουμε τους εκπροσώπους της λεγόμενης Σχολής της Φοινίκης, που φέρνουν μιαν αναλαμπή στην επιγραμματική ποίηση περί τα τέλη του δεύτερου και τις αρχές του πρώτου αιώνα π.Χ.: τον Αντίπατρο τον Σιδώνιο, τον Μελέαγρο από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης και τον συμπατριώτη του Φιλόδημο, που διακρίθηκε ιδιαιτέρως και στην επικούρεια φιλοσοφία. Η μεγάλη σημασία του αρχαιοελληνικού, ιδιαίτατα του ελληνιστικού, επιγράμματος έγκειται και στην ισχυρή επίδραση που άσκησε στη λατινόφωνη ποίηση. Είναι γνωστό πόσο η αλεξανδρινή μούσα στο σύνολό της ενέπνευσε τους poetae novi της Ρώμης· το αναλογούν μερίδιο στο επίγραμμα δεν είναι αμελητέο. Ιδίως στις ερωτικές ελεγείες του Κάτουλλου αλλά και στα σατιρικά επιγράμματα του Μαρτιάλη οι συγκλίσεις με τα ομόλογα ελληνιστικά πρότυπα είναι πολλές.24 24. Βλ. μεταξύ άλλων: O. Hezel, Catull und das griechische Epigramm, Diss. Tübingen 1933· G. Nisbet, Greek epigram in the Roman Empire: Martial’s forgotten rivals, Oxford 2003· A.M. Morelli, “Hellenistic Epigram in the Roman World: From the Beginnings to the End of the Republican Age“, και G. Nisbet, “Roman Imperial Receptions of Hellenistic Epigram“, στο: Bing & Bruss (2007) 521-541 και 543-563 αντιστοίχως· Livingstone & Nisbet (2010) 99-117. – Γενικότερα για την επίδραση της ελληνιστικής ποίησης στη «νεωτερική» ποίηση των Ρωμαίων, μεταξύ πολλών, βασικά τα έργα: M. Puelma Piwonka, Lucilius und Kallimachos. Zur Geschichte einer Gattung der hellenistisch-römischen Poesie, Frankfurt 1949· W. Wimmel, Kallimachos in Rom. Die Nachfolge seines apologetischen Dichtens in der Augusteerzeit (Hermes Einzelschriften 16), Wiesbaden 1960· Παπαγγελής (1994). Κατά το ειωθός, όλα τα εγχειρίδια για την ελληνιστική ποίηση αφιερώνουν το τελευταίο κεφάλαιό τους στην πρόσληψή της από τους Ρωμαίους: Hutchinson (2007) 301- 33 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Το επίγραμμα θα εξακολουθήσει να αποτελεί προσφιλές ποιητικό είδος και μετά το τέλος των ελληνιστικών βασιλείων. Ο Κριναγόρας ο Μυτιληναίος και ο Μάρκος Αργεντάριος είναι δύο αξιομνημόνευτοι εκπρόσωποι της αυγούστειας περιόδου, ενώ ο κατ’ εξοχήν ερωτικός Ρουφίνος θα πρέπει μάλλον να τοποθετηθεί στα χρόνια του Νέρωνα.25 Γενικά κατά την αυτοκρατορική περίοδο και η επιγραμματοποιία χαρακτηριστικά πρωτοτυπίας, της επιβαρύνεται ποίησης σαρωτική αφόρητος κλασικισμός. 26 της κυριαρχία με εποχής του τα συνολικά αυτής: ρητορικού έλλειψη ύφους, Οι επιγραμματοποιοί –σε μεγαλύτερο βαθμό, ίσως, αυτοί απ’ ό,τι οι ομότεχνοί τους σε άλλα ποιητικά είδη– παραμένουν προσκολλημένοι στην παράδοση του είδους που καλλιεργούν. 2. ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Από μαρτυρίες που έχουμε, μπορούμε βάσιμα να πιστεύουμε ότι ήδη από τα πρώτα ελληνιστικά χρόνια πολλοί από τους επιγραμματοποιούς που αναφέραμε παραπάνω κυκλοφόρησαν 380· Fantuzzi & Hunter (2005) 628-665· Gutzwiller (2007) 213-222· Σ. Παπαϊωάννου, «Το πέρασμα στην Εσπερία», στο: Μανακίδου & Σπανουδάκης (2008) 645-699. 25. Βλ. Cameron (1993) 65 με σημ. 45. 26. Για το επίγραμμα κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, βλ. I.G. Galli Calderini, “L’epigramma greco tardoantico: tradizione e innovazione”, Vichiana 16 (1987) 103134· Lausberg (1982) 447-480· A. Garzya, “Retorica e realtà nella poesia tardoantica”, στο: A.G. Il mandarino e il quotidiano. Saggi sulla letteratura tardoantica e bizantina, Napoli 1983, 97-99· G.W. Bowersock, στο: Easterling & Knox (1990) 849-853· Dihle (1989) 136-141· Degani (1993) 231-233· N. Hopkinson, Greek Poetry of the Imperial Period. An Anthology, Cambridge 1994, 82-85· S. Saïd – M. Trédé – A. Boulluec, Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας ΙΙ (μετ. Γ. Ξανθάκη-Καραμάνου κ.ά.), Αθήνα 2004, 337-338· Montanari (2008) 1111-1114· Livingstone & Nisbet (2010) 118-139. 34 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ τα επιγράμματά τους σε ατομικές συλλογές. Ο Καλλίμαχος, ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος, η Ανύτη και η Νοσσίς ανήκαν στην περίπτωση αυτή. Άλλοι ποιητές, όπως ο Ασκληπιάδης, ο Ποσείδιππος και ο Ηδύλος θα πρέπει να εξέδωσαν επιγράμματά τους σε ομαδική δημοσίευση. 27 τα Νέο φως στις γνώσεις μας για τις αρχαίες επιγραμματικές συλλογές έριξε ο πάπυρος P. Mil. Vogl. VIII 309 –χρονολο-γείται στο δεύτερο μισό του 3ου αι. π.Χ.– με τα 112 επιγράμματα του λεγόμενου Νέου Ποσείδιππου.28 Η πρώτη όμως μεγάλη συλλογή προέρχεται από τον Μελέαγρο τον Γαδαρηνό (ca 140-70 π.Χ.), που τον είδαμε και ως έναν από τους επιγραμματοποιούς της Φοινικικής Σχολής. Ο Μελέαγρος έδωσε στη συλλογή του τον τίτλο Στέφανος, υποδηλώνοντας ότι πρόκειται για ένα στεφάνι συνθεμένο από ποικιλία ποιητικών ανθέων. Το εκδοτικό προηγούμενο του Μελεάγρου ακολούθησε ο Φίλιππος ο Θεσσαλονικέας (περί το 40 μ.Χ.). Δημοσίευσε κι αυτός μια συλλογή με τον ίδιο τίτλο (Στέφανος), στην οποία περιέλαβε επιγράμματα όλων των 27. Για την κοινή έκδοση των τριών επιγραμματοποιών υπό τον τίτλο Σωρός, υπόθεση που πρώτος διατύπωσε ο R. Reitzenstein (Epigramm und Skolion, Gießen 1893, 96-102), βλ. Cameron (1993) 369-376. Αντίθετη άποψη έχει η Gutzwiller (1998) 18-19 με σημ. 10, 155-156, 169-170. Τα testimonia, ωστόσο, για τον Σωρό συγκεντρώνει η R. Höschele, Die blütenlesende Muse: Poetik und Textualität antiker Epigrammsammlungen, Tübingen 2010, 309-311. – Γενικά για τις αρχαίες και μεσαιωνικές συλλογές ελληνικών επιγραμμάτων, βλ. Waltz Ι, vii κ.εξ.· Cameron (1993) 1-96· F. Dölger, Die byzantinische Dichtung in der Reinsprache (Εὐχαριστήριον Franz Dölger zum 70. Geburtstage), Thessaloniki 1961, 26 κ.εξ.· Χουρμουζιάδης (1999) 66-74· Γ. Καραμανώλης, Φιλόδημος: Τα επιγράμματα, Θεσσαλονίκη 2004, 53-54 με σημ. 86· Χρ. Τσαγγάλης, «Ελληνιστικό επίγραμμα», στο: Μανακίδου & Σπανουδάκης (2008) 328-335· Höschele (2010) 69-85 και 308-322. 28. Editio princeps από τους G. Bastianini – C. Gallazzi (– C. Austin), Posidippo di Pella. Epigrammi, Milano 2001. Βλ. επίσης, K. Gutzwiller (επιμ.), The New Posidippus. A Hellenistic Poetry Book, Oxford 2005. 35 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ γνωστών επιγραμματοποιών μετά τον Μελέαγρο και πολλά δικά του.29 Αυτές οι δύο συλλογές, του Μελεάγρου και του Φιλίππου, είναι οι σπουδαιότερες του αρχαίου κόσμου, και φαίνεται ότι είχαν μεγάλη επιτυχία έτσι ώστε να εγκαθιδρυθεί ένας φιλολογικός συρμός ο οποίος συνεχίστηκε τους επόμενους αιώνες. Στα μέσα του δεύτερου αιώνα μ.Χ. εμφανίζονται το Ἀνθολόγιον Ἐπιγραμμάτων του γραμματικού Διογενειανού από την Ηράκλεια του Πόντου και η Μοῦσα Παιδικὴ του Στράτωνος από τις Σάρδεις.30 Γύρω στο 225 μ.Χ. ο γνωστός βιογράφος Διογένης Λαέρτιος εκδίδει συλλογή με τον τίτλο Πάμμετρος, δηλαδή ποιήματα σε διάφορα μέτρα. Προς τα τέλη του τετάρτου αιώνα συγκροτήθηκε η προσωπική συλλογή επιτυμβίων επιγραμμάτων του ημετέρου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, η οποία συνιστά τη σπουδαιότερη συμβολή του Χριστιανισμού στο ποιητικό αυτό είδος που ερχόταν από την ελληνική αρχαιότητα. Μία ή δύο δεκαετίες αργότερα, περί το 400, χρονολογείται η συλλογή του (εθνικού) Παλλαδά του Αλεξανδρέως. μια συλλογή που αποτελείται κυρίως από σατιρικά επιγράμματα. Το ενδιαφέρον για την επιγραμματική ποίηση και για τη δημοσίευση συλλογών συνεχίστηκε και στα μετέπειτα βυζαντινά χρόνια της πλήρους χριστιανικής επικράτησης. Κατά τον έκτο αιώνα ο ιστοριογράφος, συνεχιστής του Προκόπιου, αλλά και επιγραμματοποιός ο ίδιος, Αγαθίας ο Σχολαστικός (ca 535-582) εξέδωσε τη συλλογή με τον τίτλο Κύκλος. Ο συλλεκτικός ζήλος του Αγαθία τον οδήγησε να συμπεριλάβει όχι μόνο τους δύο 29. Επανασύνθεση των δύο Στεφάνων επιχειρούν οι Gow – Page στα δύο μείζονα εκδοτικά και σχολιαστικά έργα τους, HE και GPh. Βλ. επίσης, L. Argentieri, “Meleager and Philip as Epigram Collectors”, στο: Bing & Bruss (2007) 147-164· Höschele (2010) 72-74. 30. Βλ. L. Floridi, Stratone di Sardi. Epigrammi. Testo critico, traduzione e commento, Alessandria 2007. 36 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Στεφάνους αλλά και ακόμη προγενέστερους καθώς και συγχρόνους του επιγραμματοποιούς – του εαυτού του, βεβαίως, γενναίως εκπροσωπουμένου. ταξινομημένη σε επτά Η βιβλία συλλογή ήταν (αναθηματικά, θεματικά επιδεικτικά, επιτύμβια, προτρεπτικά, σκωπτικά, ερωτικά, συμποτικά), και σε κάθε θεματική κατηγορία οι ποιητές εναλλάσσονταν κυκλικά εις τρόπον ώστε να μην εμφανίζονται ποτέ δύο επιγράμματα του ίδιου επιγραμματοποιού. Έτσι δικαιολογείται και ο τίτλος της συλλογής.31 Η ένταση του ενδιαφέροντος των Βυζαντινών για το αρχαιοελληνικό επίγραμμα αναστέλλεται στους επόμενους δυόμισι αιώνες ως παρεπόμενο της γενικότερης ύφεσης της κλασικής παιδείας στην εμπερίστατη χριστιανική αυτοκρατορία της Ανατολής (αλλά και στις χώρες της Δύσεως).32 Τα μεγάλα κέντρα του πολιτισμού αλλά και εστίες καλλιέργειας και μακράς παράδοσης της επιγραμματικής ποίησης στην ελληνιστική περίοδο και στους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας (Αλεξάνδρεια, Φοινίκη) χάνονται διά παντός για το Βυζάντιο. Μετά τη «μεγάλη σιγή» των δύσκολων αυτών αιώνων της αραβικής κατάκτησης στις αφρικανικές και ανατολικές επαρχίες 31. Βλ. A. Mattsson, Untersuchungen zur Epigrammsammlung des Agathias, Lund 1942· Av. & Al. Cameron, “The Cycle of Agathias”, JHS 86 (1966) 6-25· R.C. McCail, “The Cycle of Agathias: New identifications scrutinized”, JHS 89 (1969) 87-96· Av. Cameron, Agathias, Oxford 1970, 12 κ.εξ.· Al. Cameron (1993) 69-75. 32. Βλ. το κλασικό βιβλίο του P. Lemerle, Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός (μετ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου), Αθήνα 19852, 71-101. Περαιτέρω: C. Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (μετ. Δ. Τσουγκαράκης), Αθήνα 1988, 163 κ.εξ.· H.-G. Beck, Η βυζαντινή χιλιετία (μετ. Δ. Κούρτοβικ), Αθήνα 20003, 175· L.D. Reynolds – N.G. Wilson, Αντιγραφείς και φιλόλογοι. (μετ. Ν.Μ. Παναγιωτάκης), Αθήνα 1981, 72. Πρβλ. ωστόσο, Ν.Β. Τωμαδάκης, «Ἡ δῆθεν “Μεγάλη Σιγή” τῶν γραμμάτων ἐν Βυζαντίῳ (650-850)», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 38 (1971) 5-26. 37 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ του βυζαντινού κράτους, και κυρίως των χρόνων της εικονομαχικής έριδας έρχεται η αναβίωση των φιλολογικών σπουδών κατά τον ένατο αιώνα. Το χριστιανικό Βυζάντιο με την εδραία αυτοπεποίθηση που του εξασφάλισε η επίλυση του εικονομαχικού ζητήματος και ο θρίαμβος του «ορθού» δόγματος στρέφεται εκ νέου προς τους έλληνες συγγραφείς. Η αναβίωση αυτή δεν ήταν δυνατόν, βεβαίως, να εκφραστεί στο επίπεδο καινοτόμων ερμηνειών αλλά παρουσιάζεται έντονα στον τομέα της συλλογής, ταξινόμησης, λεξικογραφικής καταγραφής και εν γένει εγκυκλοπαιδικής αναδίφησης του αρχαιοελληνικού λογοτεχνικού παρελθόντος. Ας αποκρυσταλλωθεί εδώ η ακόλουθη διαπίστωση που αφορά το επίγραμμα ως κατ’ εξοχήν είδος λογοτεχνικής αποτύπωσης της ελληνικής διάρκειας. αντικατοπτρίζει σε Η εξέλιξη μεγάλο βαθμό του και επιγράμματος την εξέλιξη της πολιτισμικής ιστορίας των Ελλήνων. Όχι μόνο από την αρχαϊκή περίοδο ως την ύστερη αρχαιότητα: Με την υιοθέτησή του ως μέσου λογοτεχνικής έκφρασης από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό το ποιητικό αυτό είδος συνεχίζει τον βίο του και στον χριστιανικό κόσμο του ελληνικού μεσαίωνα. Η συλλογή του Κεφαλά Μεγάλος σταθμός στις βυζαντινές συλλογές ελληνικών επιγραμμάτων υπήρξε χωρίς αμφιβολία εκείνη του Κεφαλά, τον οποίο ταυτίζουμε συνήθως με τον Κωνσταντίνο, τον λεγόμενο Κεφαλά, όπως αναφέρεται στον Συνεχιστή του Θεοφάνη.33 Ο Κωνσταντίνος αυτός με το παρωνύμιο Κεφαλάς ήταν πρωθιερέας 33. Συνεχιστής Θεοφάνους, Χρονογραφία, p. 388.24–389.1 (έκδ. Bekker, Bonn 1838): Κωνσταντίνου πρωτοπαπᾶ τοῦ παλατίου, τοῦ Κεφαλᾶ λεγομένου. 38 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ των βυζαντινών ανακτόρων επί Λέοντος Ϛ’ (886-912). Μέσα στη γενικότερη ατμόσφαιρα της «μακεδονικής αναγέννησης» και πιθανότατα επηρεασμένος από τον φίλο του Γρηγόριο Μάγιστρο, ο Κεφαλάς γύρω στο 900 –μάλλον λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα– συνέθεσε τη δική του μεγάλη ανθολογία στην οποία έλαβε υπ’ όψη του όχι μόνο τις προηγούμενες συλλογές λογοτεχνικών επιγραμμάτων αλλά και αντίγραφα από έμμετρες επιγραφές σε επιτύμβια μνημεία και έργα τέχνης. Ο λόγιος και ερευνητής της επιγραφικής Γρηγόριος Μάγιστρος από την Κάμψα της Μακεδονίας σε ένα ταξίδι του στον ελλαδικό χώρο και στη Μικρά Ασία συγκέντρωσε πολλά επιγράμματα χαραγμένα σε λίθο, τα οποία ενσωμάτωσε ο Κεφαλάς στη συλλογή του ως ανώνυμα.34 Η ανθολογία του Κεφαλά ακολουθούσε κατά βάση θεματική ταξινόμηση, όπως εκείνη του Αγαθία (ερωτικά, αναθηματικά, επιτύμβια κ.λπ.), επιδιώκοντας συχνά και εξειδικεύσεις δευτέρου επιπέδου: π.χ. επιτύμβια προς τιμήν ηρώων, αθλητών, ποιητών, ζώων κ.ο.κ. Άλλοτε πάλι στην εσωτερική επικράτεια των επιμέρους ειδών εφαρμόζει και άλλου είδους ταξινομήσεις (υπάρχουν π.χ. σειρές επιγραμμάτων αλφαβητικώς ταξινομημένων, κατά το πρώτο γράμμα του πρώτου στίχου, που έχουν ληφθεί έτοιμες από τον Στέφανο του Φιλίππου). Μπορούμε να πούμε ότι η εργασία του Κωνσταντίνου Κεφαλά αποτελεί ένα γνήσιο και χαρακτηριστικό προϊόν του βυζαντινού εγκυκλοπαιδισμού του ενάτου και δεκάτου αιώνα. Ο Κεφαλάς 34. Αναλυτικά για τα μέρη που επισκέφτηκε ο Γρηγόριος Μάγιστρος απ’ όπου και συνέλεξε επιγραφικό υλικό, βλ. Beckby I, 75 σημ. 8· Lauxtermann (2003) 72-74. Για τη θέση αυτού του Γρηγορίου στην ιστορία της ελληνικής επιγραφικής, βλ. G. Klaffenbach, Ελληνική επιγραφική (μετ. Αθ.Ι. Αντωνίου), Αθήνα 1982, 26· Α.Α. Παπαγιαννόπουλος-Παλαιός, Ἀρχαῖαι ἑλληνικαὶ ἐπιγραφαί, Ἐν Ἀθήναις 1939, 27. 39 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ διεμβολίζει όλες τις προγενέστερες συλλογές και αναδιατάσσει τα επιγράμματα κατά το θεματικό κριτήριο δημιουργώντας μια νέα εγκυκλοπαιδεία και ανθολογία επιγραμμάτων, όπου γραμματολογική έποψη, η οπτική δηλαδή της ιστορίας η της λογοτεχνίας, υποβιβάζεται σε δευτερεύοντα ρόλο. 35 3. Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Και η ανθολογία του Κεφαλά όπως και όλες οι προηγούμενες δεν σώθηκαν.36 Κατ’ αγαθή όμως τύχη σώθηκαν δύο μεταγενέστερες μείζονες επιγραμματικές ανθολογίες που χρησιμοποιούν ως βάση τη συλλογή του Κεφαλά: η Παλατινή Ανθολογία και η Πλανούδεια Ανθολογία.37 Η πρώτη και εκτενέστερη εξ αυτών, η λεγόμενη Παλατινή, θα πρέπει να συγκροτήθηκε λίγες δεκαετίες μετά από εκείνη του Κεφαλά, και πάντως όχι αργότερα από το 940.38 Ο άγνωστος σε 35. Βλ. Lemerle (1985) 242-243. Υπερβολική επ’ αυτού η ένταση της διαφωνίας του Lauxtermann (2003) 88. 36. Για το εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα της επανασύνθεσης της συλλογής του Κωνσταντίνου Κεφαλά και τα προβλήματα της συγκρότησης των μεταγενέστερων Ανθολογιών που προέκυψαν από αυτήν, θεμελιώδες είναι το έργο του Alan Cameron (1993), στο οποίο οφείλω πολλά για τη σύνταξη αυτού του κεφαλαίου. Ο Cameron με άκρα φιλολογική οξυδέρκεια και εύστοχες παρατηρήσεις ερευνητικής –θα έλεγα, ιατροδικαστικής– λεπτότητας εξέτασε το σώμα του παλατινού κώδικα και με τη συνήθη αναθεωρητική του στάση ελέγχει παλαιότερες απόψεις των Preisendanz, Gow, Aubreton και άλλων (βλ. παρακάτω, σημ. 41). 37. Πλην τούτων υπάρχουν και οι μικρότερες συλλογές (Syllogae Minores), βλ. Beckby I, 82-84· Waltz I, lii-lviii· Cameron (1993) 160 κ.εξ.· F. Maltomini, Tradizione antologica dell’epigramma Greco: le sillogi minori di età bizantina e umanistica, Roma 2008. 38. Πολλοί των παλαιότερων ερευνητών (π.χ. Waltz I, xxx· Beckby I, 77) θεωρούσαν ότι η σύνθεση της ΠΑ έγινε σε δύο φάσεις και ολοκληρώθηκε γύρω 40 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ μας συντάκτης της στηρίχτηκε μεν στην εργασία του Κεφαλά, την εμπλούτισε, ωστόσο, και με άλλες ομάδες επιγραμμάτων τόσο χριστιανικών όσο και θύραθεν. Ανάμεσα σ’ αυτές τις προσθήκες ήταν και μια λίαν αντιπροσωπευτική επιλογή από τα επιγράμματα του Γρηγορίου. Η νέα διευρυμένη συλλογή –θα την ονομάζαμε «επηυξημένη επανέκδοση»– περιλαμβάνει περίπου 3700 επιγράμματα, ένα σύνολο σχεδόν 23.000 στίχων, που δομούνται σε δεκαπέντε βιβλία: 1ο: χριστιανικές επιγραφές του 4ου-10ου αιώνα, 2ο: περιγραφή (ἔκφρασις) των αγαλμάτων του Γυμνασίου του Ζευξίππου στην Κωνσταντινούπολη από τον Χριστόδωρο τον Κοπτίτη, 3ο: επιγράμματα χαραγμένα στο ναό της Απολλωνίδος, μητέρας του Ευμένους Β’ και του Αττάλου Β’, στην Κύζικο, 4ο: τα προοίμια των συλλογών του Μελεάγρου, του Φιλίππου και του Αγαθία, 5ο: ερωτικά επιγράμματα, 6ο: αναθηματικά, 7ο: επιτύμβια, 8ο: επιγράμματα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, 9ο: επιδεικτικά, 10ο: προτρεπτικά, 11ο: συμποτικά και σκωπτικά, 12ο: Στράτωνος του Σαρδιανού παιδικὴ μοῦσα, 13ο: επιγράμματα διαφόρων μέτρων, 14ο: αριθμητικά επιγράμματα και γρίφοι, 15ο: σύμμεικτα επιγράμματα (χριστιανικά, θύραθεν, τεχνοπαίγνια κ.λπ.) διαφόρων εποχών. Σύμφωνα με τις ενδείξεις που έχουμε, υποθέτουμε ότι από τις ενότητες αυτές η αρχική συλλογή του Κωνσταντίνου Κεφαλά περιελάμβανε τα βιβλία της ΠΑ 5 έως 7 και 9 έως 12, δηλαδή όλα τα γνωστά και παγιωμένα είδη του αρχαίου ελληνικού επιγράμματος. Για το ότι στη «μητρική» ανθολογία του Κεφαλά 39 στο 980. Επικράτησε η άποψη του Cameron (1993: 97 κ.εξ.) ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της εργασίας των συντελεστών του χειρογράφου στον ίδιο χρόνο και συνεπώς υπέρ της πρωιμότερης χρονολόγησής του. 39. Για το ότι η συλλογή του Κεφαλά περιελάμβανε αυτές τις ενότητες επιγραμμάτων (ερωτικά, αναθηματικά, επιτύμβια, επιδεικτικά, προτρεπτικά, συμποτικά-σατιρικά και ομοερωτικά) ο βαθμός βεβαιότητας είναι υψηλός. Για το 41 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ δεν υπήρχαν τα επιγράμματα του Γρηγορίου θα πρέπει να είμαστε βέβαιοι.40 Για να φανεί αυτό με απόλυτη ενάργεια, θα κάνουμε εν συντομία λόγο για το πώς συγκροτήθηκε η Παλατινή Ανθολογία και ποια η θέση του όγδοου βιβλίου μέσα σ’ αυτήν. Το μοναδικό χειρόγραφο της ΠΑ, ο Palatinus Gr. 23 (P), αποτελείται από 706 σελίδες. Ενδελεχής παλαιογραφική έρευνα 41 έχει δείξει ότι τα κύρια πρόσωπα που συνετέλεσαν στη σύνταξη του κώδικα είναι κατά βάση τέσσερα, στα οποία έχουν δοθεί ισάριθμα συμβατικά ονόματα: ο εκδότης και επιμελητής της συμπίλησης της νέας ανθολογίας, ο λεγόμενος J,42 διένειμε την ανάθεση για την αντιγραφή του χειρογράφου σε δύο μέρη: ο γραφέας Α ανέλαβε το πρώτο μέρος (Pa, σσ. 1-452), ενώ το δεύτερο (Pb, σσ. 453-706) ανατέθηκε στον γραφέα Β (με τους βοηθούς του Β2 και Β3).43 Ο J επιθεώρησε το συνολικό κείμενο, έκανε αν περιείχε και κάποια άλλη επιπλέον ομάδα επιγραμμάτων –και ποια;–, απόλυτη ασφάλεια δεν μπορεί να υπάρχει. Βλ. τη διεξοδική συζήτηση και επιχειρηματολογία του Cameron (1993) 121-159. Πρβλ. Lauxtermann (2003) 86-89. 40. Στο θέμα αυτό υπάρχει ομοφωνία των εκδοτών και ερευνητών της ΠΑ: βλ. ενδεικτικά, Beckby ΙΙ, 442-443· Waltz VI, 5· Cameron (1993) 145 κ.εξ. 41. Κυρίως από τους K. Preisendanz, Zur griechischen Anthologie. Marc. 481, Paris. Suppl. Gr. 384, Palat. 23, Leipzig 1910 (πρβλ. του ιδίου, Anthologia Palatina: codex Palatinus et codex Parisinus phototypice editi I-II, Leiden 1911)· F. Lenzinger, Zur griechischen Anthologie (Diss. Bern), Zürich 1965· A.S.F. Gow, The Greek Anthology: Sources and Ascriptions, London 1958· R. Aubreton, “La tradition manuscrite des épigrammes de l’Anthologie grecque”, REA 70 (1968) 32-81· J. Irigoin, Παράδοση και κριτική των αρχαίων ελληνικών κειμένων (μετ. Π. Παγωνάρη-Αντωνίου) Αθήνα 2007, 115-132 [μαθήματα του ακαδ. έτους 1974-75]· Cameron (1993). 42. Ο Cameron (1993: 298-307 και 326-328) προτείνει με πολύ πειστικό τρόπο την ταύτιση του επιμελητή J με τον γνωστό ποιητή του 10ου αι. και τελευταίο χρονολογικά επιγραμματοποιό της ΠΑ Κωνσταντίνο τον Ρόδιο (την άποψη αυτή δέχεται και ο Lauxtermann [2003] 84). Περί του Κωνσταντίνου βλ. G. Downey, “Constantine the Rhodian: his Life and Writings”, στο: K. Weitzmann (επιμ.), Late Classical and Medieval Studies in Honor of A.M. Friend, Jr, Princeton 1955, 212-221. 43. H παλαιότερα κρατούσα άποψη, από την εποχή του Preisendanz (1911: xxvi), ήθελε το Pb να είναι χρονικά υστερότερο ακόμη και κατά ένα ήμισυ αιώνος 42 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ συμπληρώσεις, έγραψε σημειώσεις, λήμματα (δηλ. τίτλους ή σύντομα επεξηγηματικά σχόλια στα επιγράμματα) και σπανιότερα αποδόσεις (δηλ. ονόματα ποιητών).44 Λίγο αργότερα, ένα ακόμη πρόσωπο, ο διορθωτής C (corrector), διεξήλθε το κείμενο (μόνο όμως το Pa) και επέφερε αρκετές διορθώσεις, αφού το αντιπαρέβαλε με ένα άλλο ανεξάρτητο χειρόγραφο, εκείνο του Μιχαήλ Χαρτοφύλακα, που ήταν απευθείας αντίγραφο της ανθολογίας του Κεφαλά.45 Όπως πληροφορούμαστε από δύο σημειώματα στην ώα του παλατινού κώδικα, στα επιγράμματα 7. 429 (από το χέρι του C) και 7. 327 (από τον κάλαμο του J), τόσο ο Κωνσταντίνος Κεφαλάς όσο και ο Γρηγόριος Μάγιστρος δίδασκαν αρχαιοελληνική επιγραμματική ποίηση ἐν τῇ σχολῇ τῆς νέας ἐκκλησίας.46 Καθώς φαίνεται, ο Κεφαλάς θα πρέπει να δίδασκε επικουρικά κοντά στον καταξιωμένο καθηγητή (μάγιστρο) και πρεσβύτερό του Γρηγόριο, ο οποίος, όπως είδαμε, τον προμήθευσε με επιγραφικό υλικό για τον εμπλουτισμό της ανθολογίας του. Είναι πολύ πιθανό, ο υπεύθυνος επιμελητής της νέας μεγάλης (Παλατινής) ανθολογίας J και ο διορθωτής C να ήταν μαθητές του Κεφαλά στην εν λόγω σχολή. Θα τον είχαν ακούσει να διδάσκει τα αγαπημένα του επιγράμματα και θα είχαν γοητευθεί από τα μαθήματα αυτά κατά την περίοδο της νεότητάς τους. Το marginalium που είδαμε παραπάνω (στο 7. 429) δείχνει ότι ο γράφων θυμόταν ακόμη τις από το Pa (πρβλ. Waltz I, xli-xlii). O Cameron πιο πειστικά δειχνει ότι τα δύο μέρη είναι σύγχρονα (1993: 99-108, κυρίως 102). 44. Κατά πάσα πιθανότητα ο επιμελητής J ταυτίζεται με τον λημματιστή (ή λημματογράφο) L, όπως τον ονόμασε ο εκδότης Stadtmüller. 45. Αναλυτικά, Cameron (1993) 99 κ.εξ. Για το χειρόγραφο του Μιχαήλ Χαρτοφύλακα, ό.π. 116-120. 46. Για το πρόβλημα της υπάρξεως αυτής της σχολής, η οποία δεν αναφέρεται από άλλες πηγές, βλ. Lemerle (1985) 401, σημ. 3· πρβλ. Lauxtermann (2003) 86 με σημ. 13. 43 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ προτιμήσεις του δασκάλου του. Έτσι λοιπόν, μετά από λίγες δεκαετίες, στα χρόνια της ωριμότητάς τους αποφάσισαν, όπως φαίνεται, να εκδώσουν μια νέα συλλογή που θα περιελάμβανε όλο το υλικό της ανθολογίας του Κεφαλά αλλά και περαιτέρω προσθήκες.47 Μία από τις προσθήκες αυτές πρέπει να είναι και τα επιγράμματα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Τα περί ων ο λόγος αποτελούν ένα συμπαγές και ομοιογενές σώμα επιγραμμάτων ενός και μόνου ποιητή που παρεισφρέουν σε μια διαδοχή αποκλειστικά θεματικώς ταξινομημένων επιγραμματικών ομάδων. Σε καμία ενότητα επιγραμμάτων της συλλογής του Κεφαλά δεν θα υπήρχε μια τόσο συνεχής και αδιάσπαστη σειρά επιγραμμάτων ενός επιγραμματοποιού, και μάλιστα με χριστιανικό περιεχόμενο. Από όλες τις ενδείξεις που έχουμε η ανθολογία του Κεφαλά περιελάμβανε ποιήματα καθαρώς κοσμικού χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα επιγράμματα του Γρηγορίου (όπως και τα χριστιανικά επιγράμματα του 1ου βιβλίου) απουσιάζουν τελείως τόσο από την Πλανούδεια Ανθολογία όσο και από τις ελάσσονες συλλογές (Syllogae Minores), οι οποίες –και η μεν και οι δε– είχαν ως πρότυπο τον Κεφαλά. Οι υπεύθυνοι για την έκδοση της ΠΑ θέλησαν να διευρύνουν την ήδη υπάρχουσα ανθολογία του Κεφαλά και να την καταστήσουν κατά το δυνατό πληρέστερη. Γι’ αυτό προσέθεσαν πολλά χριστιανικά επιγράμματα (φιλολογικά και μνημειακά48) αλλά και κοσμικά, κυρίως στην αρχή και στο τέλος της συλλογής του Κεφαλά, δηλαδή τα βιβλία 1-4 και 13-15 της ΠΑ. Έτσι ενώ 47. Cameron (1993) 108-116. 48. Για τον διαχωρισμό τους και τη σχετική ορολογία (στα Ελληνικά), βλ. Χουρμουζιάδης (1999) 13-19, κυρίως 19. 44 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ φαίνεται ότι ο Κεφαλάς προέτασσε τα ερωτικά επιγράμματα 49 με την ιδέα ότι θα συνάρπαζαν τον αναγνώστη και θα προκαλούσαν το ενδιαφέρον του και για το υπόλοιπο βιβλίο,50 η ΠΑ αρχίζει με τὰ τῶν χριστιανῶν ἐπιγράμματα, προφανώς ακολουθώντας το αξίωμα ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθε. Τα επιγράμματα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού είναι τα μόνα που ως σώμα εισδύουν και διακόπτουν το πρωτογενές υλικό της ανθολογίας του Κεφαλά, μεταξύ των επιτυμβίων και των επιδεικτικών. Τούτο συνέβη γιατί τα γρηγοριανά επιγράμματα κατηγοριοποιήθηκαν συλλήβδην ως επιτύμβια και τοποθετήθηκαν σαν παράρτημα στο έβδομο βιβλίο, δηλαδή σ’ εκείνο των επιτυμβίων, συγκροτώντας στις σύγχρονες εκδόσεις της ΠΑ το όγδοο βιβλίο της. Ας σημειωθούν εδώ ακόμη δύο από τα παλαιά επιχειρήματα των εκδοτών, τα οποία συνηγορούν στην απουσία των επιγραμμάτων του Γρηγορίου από την ανθολογία του Κεφαλά.51 Το πρώτο έχει να κάνει με το σχόλιο στη σελίδα 81 του παλατινού κώδικα (για το επίγραμμα 4.1) που μας δίνει κάποιες πληροφορίες για τα κεφάλαια της συλλογής του Κεφαλά. Περί των 49. Ο διαχωρισμός των ερωτικών σε ετεροφυλοφιλικά και ομοφυλοφιλικά (δηλαδή το 5ο και το 12ο βιβλίο της ΠΑ αντιστοίχως) αποδίδεται στον Κεφαλά. Στον Στέφανο του Μελεάγρου δεν γινόταν διάκριση. Κατά τον διαχωρισμό μάλιστα ο Κεφαλάς εξ αιτίας παρερμηνειών έκανε αρκετά λάθη. Βλ. A. Wifstrand, Studien zur griechischen Anthologie, Lund 1926, 8-22. Πρβλ. Gow–Page, GPh I, xix· Cameron (1993) 241-241· Bruss (2010) 126· Höschele (2010) 73. 50. Βλ. το εισαγωγικό ποίημα του 5ου βιβλίου (ΠΑ 5.1), προσγραφόμενο από τον Jacobs, και όλους τους μετέπειτα, στον ίδιο τον Κεφαλά: Νέοις ἀνάπτων καρδίας σοφὴν ζέσιν ἀρχὴν Ἔρωτα τῶν λόγων ποιήσομαι· πυρσὸν γὰρ οὖτος ἐξανάπτει τοῖς λόγοις. Πρβλ. R. Höschele, Verrückt nach Frauen. Der Epigrammatiker Rufin (Classica Monacensia 31), Tübingen 2006, 29. 51. Beckby II, 442· Waltz VΙ, 5. 45 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ επιγραμμάτων του Γρηγορίου ουδείς γίνεται λόγος. Το δεύτερο επιχείρημα αναφέρεται σε ένα φύλλο με πίνακα περιεχομένων (τον λεγόμενο Index Vetus) ο οποίος βιβλιοδετήθηκε ως προμετωπίδα του παλατινού χειρογράφου. Ο πίνακας αυτός είναι αρκετά προβληματικός, αφού συγκαταλέγει και ποιήματα που δεν υπάρχουν στον κώδικα, ενώ παραλείπει άλλα που υπάρχουν. Θεωρείται ότι ανήκε σε άλλο χειρόγραφο μιας ομόλογης συλλογής. Πάντως ούτε κι αυτός αναφέρει το όγδοο βιβλίο με επιγράμματα του Γρηγορίου.52 Παλαιογραφικά ζητήματα Η παρουσία, ωστόσο, του Γρηγορίου στην ΠΑ δεν είναι χωρίς περαιτέρω περιπλοκές στο ούτως ή άλλως περιλάλητο για τη λαβυρινθώδη δομή του χειρόγραφο. Τα επιγράμματα του Γρηγορίου, 254 τον αριθμόν, καταλαμβάνουν στο παλατινό χειρόγραφο τις σελίδες 326 ως 358, γραμμένα από το χέρι του γραφέα Α. Παραδόξως προς το τέλος του κώδικα, στο 15ο βιβλίο (σσ. 695-704), εμφανίζονται 68 από τα παραπάνω επιγράμματα του Γρηγορίου για δεύτερη φορά – τώρα από τη γραφίδα του επιμελητή J.53 Σημειωτέον ότι τα τελευταία αυτά επιγράμματα στο Pb παρουσιάζουν αρκετές διαφορετικές γραφές σε σχέση με εκείνα του Pa, έτσι ώστε να είμαστε βέβαιοι ότι ο J είχε ως 52. Τόσο το σχόλιο στο P, 81, όσο και τον Index Vetus βρίσκει κανείς πρόχειρα στον Beckby I, 235 σημ. 1 και 92-93 αντιστοίχως. – Στα επιχειρήματα αυτά ο αντίλογος είναι ότι τα γρηγοριανά επιγράμματα δεν αναφέρονταν, επειδή δεν εννοούντο ως ιδιαίτερη ενότητα αλλά ως μέρος των επιτυμβίων· ήδη ο P. Wolters, De epigrammatum graecorum Anthologiis libellus, Halle 1883, 24 κ.εξ. 53. Τα επιγράμματα αυτά είναι τα εξής: 2, 5-11, [11 b], 76, 80, 83-85, 105-127, 131-148, 150-158, 161-165. Βλ. Waltz VI, 4· Cameron (1993) 325-326. 46 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ πρότυπο ένα διαφορετικό αντίγραφο της συλλογής επιγραμμάτων του Γρηγορίου απ’ ό,τι ο Α. Η διπλή αυτή εγγραφή προκάλεσε πολλές αναλυτικού τύπου θεωρίες για ανεξάρτητη αντιγραφή, και χρονικώς απομακρυσμένη, του πρώτου από το δεύτερο μέρος του P. Η ευλογοφανής και οικονομική εξήγηση του Cameron είναι η εξής: ο επιμελητής της ΠΑ J, κάτοχος ενός αντιγράφου του Κεφαλά, θέλοντας να παρασκευάσει ένα νέο (και εμπλουτισμένο) χειρόγραφο, μοίρασε την εκτέλεση του έργου της αντιγραφής σε δύο (άνισα) μέρη. Το Pa ήταν σαφώς μεγαλύτερο και ο Α θα καθυστέρησε την παράδοση του χειρογράφου. Το συνεργείο του γραφέα Β τελείωσε γρηγορότερα και έτσι ο J είχε την ευκαιρία να αρχίσει την επιθεώρηση και συμπλήρωση του παλατινού κώδικα από το δεύτερο μέρος του, το ήδη έτοιμο χειρόγραφο Pb. Ο J πιθανότατα δεν είχε διαβάσει προσεκτικά όλο το χειρόγραφο του Κεφαλά προτού το παραδώσει στους Α και Β για το έργο της αντιγραφής, εφόσον σκόπευε να το αντιπαραβάλει αναλυτικά με το καινούργιο χειρόγραφο στο τέλος. Επειδή, δε, δεν ανέμενε επ’ ουδενί να Ναζιανζηνού υπάρχουν στην επιγράμματα ανθολογία του του Κεφαλά, Γρηγορίου σκέφτηκε του να προσθέσει μια επιλογή απ’ αυτά (68 τον αριθμόν, όπως είπαμε) προς το τέλος του Pb, στο 15ο βιβλίο, όπου φιλοξενούνται διαφόρων ειδών και εποχών (σύμμεικτα) επιγράμματα. Όταν όμως παρέλαβε και το πρώτο μέρος του νέου χειρογράφου θα διεπίστωσε με κάποια έκπληξη ότι τα επιγράμματα του Γρηγορίου που είχε αντιγράψει ο ίδιος και ακόμη πολύ περισσότερα (254 εν συνόλω) ήταν ήδη αντιγραμμένα στο Pa, αμέσως μετά τα επιτύμβια. Γι’ αυτό με κάπως απολογητικό, ίσως, τόνο ο J έγραψε την ακόλουθη σημείωση στο περιθώριο της δεύτερης αυτής 47 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ομάδας γρηγοριανών επιγραμμάτων: προεγράφησαν ἅπαντα εἰς τὰ λοιπὰ ἐπιγράμματα εἰς τὸ τέλος ἐπιτυμβίων.54 Το ερώτημα που εγείρεται τώρα είναι το ακόλουθο: πώς βρέθηκαν τα επιγράμματα του Γρηγορίου σε ένα αντίγραφο της ανθολογίας του Κεφαλά, η οποία, όπως όλες οι ενδείξεις συνομολογούν, στην αρχική της έκδοση δεν τα περιελάμβανε; Μια εύλογη εξήγηση είναι ότι ο J δεν ήταν ο πρώτος που είχε την ιδέα να διευρύνει τη συλλογή του Κεφαλά με επιγράμματα του Γρηγορίου.55 Ένας προγενέστερος κάτοχος του χειρογράφου του Κεφαλά είχε αντιγράψει και προσθέσει στο χειρόγραφό του μια επιλογή από γρηγοριανά επιγράμματα. Όθεν και η επικεφαλίδα της ενότητας: ἐκ τῶν ἐπῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Αυτό ή ένα αντίγραφο αυτού του χειρογράφου περιήλθε στα χέρια του J, το οποίο χρησιμοποίησε ως βάση για τη σύνθεση της ΠΑ. Την υπόθεση αυτή ενισχύουν οι ακόλουθες ενδείξεις: α) Όπως είπαμε παραπάνω, τα 254 επιγράμματα του Γρηγορίου καλύπτουν τις σελίδες 326-358 του παλατινού κώδικα, δηλαδή μια έκταση 32 σχεδόν πλήρων σελίδων ή δύο τετραδίων (2 x 16). Θα ήταν πολύ μεγάλη σύμπτωση τα επιγράμματα του Γρηγορίου να καταλαμβάνουν ακριβώς δύο τετράδια και όχι οποιοδήποτε άλλο αριθμό σελίδων μη διαιρετό με το 16. Το πιθανότερο είναι ότι ο προγενέστερος εκείνος συμπιλητής ήθελε να προσθέσει στη συλλογή του Κεφαλά, που είχε στην κατοχή του, κάποια επιγράμματα του Γρηγορίου και φρόντισε έτσι ώστε η προσθήκη του να καλύπτει αριθμό σελίδων ο οποίος να ισοδυναμεί με πλήρη τετράδια. Δεν θα δυσκολεύτηκε να το 54. Cameron (1993) 107-108. 55. Βλ. Cameron (1993) 146. 48 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ πετύχει αυτό, αφού στόχος του ήταν μια επιλογή και όχι η πληρότητα. β) Στην άνω ώα της σελίδας του παλατινού χειρογράφου που ξεκινά το όγδοο βιβλίο, κάτω ακριβώς από τον τίτλο ἐκ τῶν ἐπῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (με τη γραφίδα του J), υπάρχει μια σημείωση που προέρχεται από το χέρι του γραφέα Α: μέρος τι τῶν ἐπιτυμβίων ἐπιγραμμάτων. Επειδή ο Α, ως απλός αντιγραφέας, δεν συνηθίζει να παρεμβαίνει με τέτοιου είδους εκδοτικές σημειώσεις ή οδηγίες (όπως κάνουν οι J και C), θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η ανωτέρω προειδοποίηση ανήκει στον προγενέστερο κάτοχο του χειρογράφου και ο Α απλώς την αντέγραψε πιστά. Με τη σημείωση αυτή ο παλιότερος εκείνος συμπιλητής πιθανότατα ήθελε να δώσει μια οδηγία στον αναγνώστη ή στον επόμενο αντιγραφέα ή ακόμη στον βιβλιοδέτη ότι η θέση των επιγραμμάτων του Γρηγορίου, των δύο δηλαδή πρόσθετων τετραδίων, είναι αμέσως μετά τα επιτύμβια με τα οποία συναποτελούν ένα όλον.56 Πράγματι μέχρι την έκδοση του Jacobs δεν εκδίδονταν ως ξεχωριστό βιβλίο αλλά ως συνέχεια του έβδομου. * * * Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί μία τελευταία, παλαιογραφικής φύσεως, παρατήρηση: είπαμε παραπάνω ότι αφού ο επιμελητής J ολοκλήρωσε την επιθεώρηση του χειρογράφου, ένα διαφορετικό πρόσωπο, ο λεγόμενος διορθωτής 56. Προς επίρρωσιν της υποθέσεως αυτής, ο Cameron (1993: 146) αναφέρει την περίπτωση μιας άλλης προσθήκης στην ΠΑ, εκείνης των Ἀνακρεοντείων, η οποία καταλαμβάνει έκταση ενός –αυτή τη φορά– τετραδίου (σσ. 675-690 του P). Στην περίπτωση αυτή ο επιμελητής J (less prudent…than the compiler of the original of AP viii) δεν έδωσε παρόμοιες οδηγίες για το πού ακριβώς έπρεπε να τοποθετηθεί το ένθετο, με αποτέλεσμα να δεθεί στον συνολικό κώδικα σε προφανώς άλλη θέση – ένα τετράδιο πιο μπροστά. 49 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ C, όπως συνάγουμε από σημειώσεις στο περιθώριο, διάβασε το κείμενο εν αντιπαραβολή προς ένα άλλο, ανεξάρτητο χειρόγραφο της συλλογής Κεφαλά που φέρεται να ήταν ιδιοκτησία ενός κάποιου Μιχαήλ Χαρτοφύλακα. Καθώς μάλιστα διάβαζε προσεκτικά το P συγκρίνοντάς το με το ἀντιβόλιν του Μιχαήλ, 57 σημείωνε σε τακτά διαστήματα ένα ὧδε ή ἕως ὧδε στο περιθώριο για να θυμάται πού είχε σταματήσει κάθε φορά.58 Τα σημάδια αυτά είναι αρκετά συχνά. Για παράδειγμα, στο έβδομο βιβλίο, δηλαδή στο αμέσως προηγούμενο εκείνου με τα επιγράμματα του Γρηγορίου, υπάρχουν δεκαοκτώ τέτοια σημεία ενθυμήσεως. Προφανώς η λέξη προς λέξη αντιπαραβολή ήταν κουραστική και ο διορθωτής χρειαζόταν πολλά διαλείμματα. Είναι χαρακτηριστικό και ενισχυτικό των όσων έχουμε πει ως τώρα ότι σε όλο το όγδοο βιβλίο –ένα σύνολο άνω των χιλίων στίχων– δεν υπάρχει καμιά σημείωση ὧδε / ἕως ὧδε, ούτε καμιά ουσιώδης διόρθωση του C· το αντίθετο με ό,τι συμβαίνει και στο προηγούμενο και στο επόμενο βιβλίο της ΠΑ. Κι ενώ υπήρχε έδαφος για έναν διορθωτή! Ο γραφέας Α στο κείμενο των γρηγοριανών επιγραμμάτων στο P άφησε τέσσερα χάσματα (lacunae),59 τα οποία οι εκδότες αποκαθιστούν από την υπόλοιπη χειρόγραφη παράδοση των έργων του Γρηγορίου. Τα χάσματα αυτά δεν μπόρεσε να τα θεραπεύσει ο C, παρ’ όλο που είχε στη διάθεσή του ένα διαφορετικό χειρόγραφο, απευθείας αντίγραφο της συλλογής του Κεφαλά. Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι το αυτόγραφο αντίτυπο της ανθολογίας του Κεφαλά, που κατείχε ο 57. Στο 6.269, για παράδειγμα, ο C σημειώνει: εἰς τὸ ἀντιβόλιν οὐ κεῖται τοῦ κυροῦ Μιχαηλοῦ· πόθεν οὖν ἐγράφη οὐκ οἶδα. Βλ. Cameron (1993) 116-120. 58. Καταγεγραμμένα όλα στον Preisendanz (1911), στήλ. cxvi-cxvii. 59. ΠΑ 8.57 (ολόκληρος ο 3ος στίχος – όχι ο 4ος, όπως εκ παραδρομής γράφει ο Cameron [1993] 145)· 160. 2 και 3 (ολόκληροι οι στίχοι πλην της πρώτης εκάστοτε λέξεως)· 190. 4 (οι τρεις τελευταίες λέξεις του στίχου). 50 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Μιχαήλ Χαρτοφύλαξ, δεν περιελάμβανε το όγδοο βιβλίο με τα επιγράμματα του Γρηγορίου· μετέβαινε από τα επιτύμβια (7ο) κατευθείαν στα επιδεικτικά (9ο).60 Συνελόντι ειπείν: όλες οι ενδείξεις μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα επιγράμματα του Γρηγορίου δεν περιλαμβάνονταν στη συλλογή του Κωνσταντίνου Κεφαλά αλλά ότι ένας κάτοχος του χειρογράφου της συλλογής αυτής αντέγραψε δύο δεκαεξασέλιδα τετράδια με μια επιλογή από γρηγοριανά επιγράμματα και τα ενέθεσε στο δικό του αντίτυπο της ανθολογίας αμέσως μετά τα επιτύμβια. Από το χειρόγραφο αυτό αντιγράφηκαν στον παλατινό κώδικα και συγκροτούν στις νεότερες εκδόσεις το όγδοο βιβλίο της ΠΑ. * * * Ας μας επιτραπεί εδώ μία παρατήρηση πάνω στην πολιτισμική ιστορία του χριστιανικού Βυζαντίου: Είναι χαρακτηριστικό του πνεύματος της περιόδου αυτής, δηλαδή της στροφής προς τα ελληνικά γράμματα και της εγκυκλοπαιδικής εμμονής, το γεγονός ότι μία κατά βάση κοσμική συλλογή με πολλά εκτός χριστιανικής συγκροτήθηκε ηθικής και επιγράμματα παραδόθηκε από (ερωτικά, παιδικά) ανθρώπους του «αριστοκρατικού» κλήρου της Ανατολικής Εκκλησίας: έναν Πρωτοπαπά των ανακτόρων, έναν Χαρτοφύλακα και τους μαθητές της Σχολής της Νέας Εκκλησίας.61 60. Βλ. Cameron (1993) 145. 61. Πρβλ. H.-G. Beck, “Überlieferungsgeschichte der byzantinischen Literatur”, στο: H. Hunger – O. Stegmüller et al. (επιμ.), Die Textüberlieferung der antiken Literatur 51 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Γρηγορίου τύχαι Αν θέλαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί τα επιγράμματα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού ενσωματώθηκαν αργότερα στη μεγάλη συλλογή των ελληνικών επιγραμμάτων, θα είχαμε ίσως να πούμε μερικά πράγματα. Η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τα χριστιανικά επιγράμματα του Γρηγορίου συνδέεται ασφαλώς με την αναβίωση εν γένει της επιγραμματικής ποίησης που προκάλεσε η μεγάλη συλλογή του Κωνσταντίνου Κεφαλά. Όπως καταλαβαίνουμε από τις πολλές παραπομπές του λεξικού της Σούδας62 (πιθανότατα, δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα), η συλλογή θα πρέπει να γνώρισε εξαιρετική επιτυχία. Από την άλλη μεριά, την ίδια περίοδο παρουσιάζεται ένα ειδικό ενδιαφέρον για την επιγραμματική ποίηση του Γρηγορίου· το πιστοποιούν τα χειρόγραφα που μας σώζονται από τον δέκατο αιώνα και εξής.63 Το ενδιαφέρον όμως στρέφεται και γενικότερα προς την προσωπικότητα του Ναζιανζηνού. Μελετάται ιδιαιτέρως ρητορική τέχνη και το ύφος της πεζογραφίας του, 64 η ο Ιωάννης Γεωμέτρης (ο λεγόμενος Κυριώτης) σχολιάζει λόγους του,65 ενώ und der Bibel, München 19882, 456. Για το θέμα γενικότερα, βλ. N.G. Wilson, “The Church and Classical Studies in Byzantium”, Antike und Abendland 16 (1970) 68-77. 62. Τα παραθέματα είναι 1.076 από 430 διαφορετικά επιγράμματα. Βλ. τον index auctorum στην έκδοση της A. Adler, Suidae Lexicon V, Leipzig 1938, 76-80. Πρβλ. Cameron (1993) 278-282· Beckby I, 85. 63. Βλ. Waltz VI, 5 κ.εξ. 64. Βλ. G.L. Kustas, Studies in Byzantine Rhetoric, Θεσσαλονίκη 1973, 21. 65. Τους Λόγους 1, 19, 38, και 45. Βλ. J. Sajdak, Historia critica scholiastarum et commentatorum Gregorii Nazianzeni, Cracovia 1914, 89-95. Πρβλ. H.-G. Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München 1959, 553-554· K. Demoen – 52 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ συντάσσεται προς τιμήν του εγκώμιο από τον Νικήτα Δαυίδ ή Παφλαγόνα.66 Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι κατά τα μέσα του δεκάτου αιώνα γίνεται η μετακομιδή των λειψάνων του Γρηγορίου από την Καππαδοκία στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία εναποτέθηκαν στον Ναό των Αγίων Αποστόλων. Σώζεται μάλιστα μια Ἐπιστολὴ ὡς ἐκ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου σχεδιασθεῖσα καὶ ἀποσταλεῖσα τῷ μεγάλῳ Γρηγορίῳ τῷ Θεολόγῳ ἡνίκα ἀνεκομίζετο, η οποία, σύμφωνα με τις ενδείξεις που διαθέτουμε, γράφτηκε κατόπιν εντολής αλλά και υποδείξεων του βυζαντινού αυτοκράτορα.67 Κατά την τελετή, δε, E.M. van Opstall, “One for the road: John Geometres, reader and imitator of Gregory Nazianzen’s poems”, στο: A. Schmidt (επιμ.), Studia Nazianzenica II (Corpus Christianorum. Series Graeca 73; Corpus Nazianzenum 24), Turnhout 2010, 223-248. 66. PG 105. 439-488. Νεότερη έκδοση από τον J.J. Rizzo, The Encomium of Gregory Nazianzen by Nicetas the Paphlagonian (Subsidia Hagiographica 58), Bruxelles 1976. Πρβλ. Cameron (1993) 325 με σημ. 58· Lefherz (1958) 177-179. Για τους «αγιογράφους» του Γρηγορίου, βλ. McGuckin, Saint Gregory of Nazianzus. An Intellectual Bio-graphy, New York 2001, 401-402· αναλυτικά: Ν.Β. Λινάρδος, Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὑπὸ Βυζαντινῶν ἐγκωμιαζόμενοι, αδημοσ. διδ. διατρ. (Πανεπιστήμιο Αθηνών 2005) 55-76. Γενικότερα για την εξαιρετική διάδοση του έργου του στους βυζαντινούς συγγραφείς, βλ. J. Noret, “Grégoire de Nazianze, l’auteur le plus cité, après la Bible, dans la littérature ecclésiastique byzantine”, στο: Mossay (1983) 259266· C. Crimi, “Aspetti della fortuna di Gregorio Nazianzeno nel mondo bizantino tra VI e IX secolo”, στο: Moreschini & Menestrina (1992) 199-216· Simelidis (2009) 57-74· G. Bady, “Les figures du Théologien: les citations de Grégoire de Nazianze dans les manuels byzantins de figures rhétoriques”, στο: Α. Schmidt (επιμ.), Studia Nazianzenica II, Turnhout 2010, 257-322· πρβλ. A. Clare Way στο: P.O. Kristeller – F.E. Cranz, Catalogus translationum et commentariorum. Medieval and Renaissance Latin Tranlations and Commentaries, Washington D.C. 1971, 43-192. 67. Η συγγραφή της επιστολής συνήθως αποδίδεται στον Θεόδωρο Δαφνοπάτη, πρωτασηκρήτη του αυτοκράτορα. Βλ. J. Darrouzès – L.G. Westerink, Théodore Daphnopatès correspondence, Paris 1978, 143-145· προγενέστερη έκδοση από τον Ι. Σακκελίωνα, «Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογεννήτου ἐπιστολὴ πρὸς Γρηγόριον τὸν τῆς θεολογίας ἐπώνυμον», Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος 2 (1885) 261-265. Πρβλ. Lemerle (1985) 245-246. – Για τις μεταγενέστερες περιπέτειες των λειψάνων του Γρηγορίου, McGuckin (2001) 400401. 53 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ της ανακομιδής ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος εκφώνησε πανηγυρικό λόγο στον οποίο εγκωμιάζει τον Γρηγόριο και τον ανακηρύσσει υπερασπιστή της βασιλείας του και προστάτη της αυτοκρατορίας.68 Η Πλανούδεια Ανθολογία Η άλλη μεγάλη βυζαντινή ανθολογία επιγραμμάτων που στηρίχτηκε στη συλλογή του Κωνσταντίνου Κεφαλά είναι εκείνη του μοναχού Μάξιμου Πλανούδη (περ. 1255-1305). Ο Πλανούδης, λόγιος, λατινομαθής φιλόλογος, με πολλά ενδιαφέροντα και στον τομέα των θετικών μαθηματικά),69 επιστημών συγκρότησε (αστρονομία, τη δική του γεωγραφία, ανθολογία επιγραμμάτων, της οποίας το αυτόγραφο χειρόγραφο σώζεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας (Marcianus Gr. 481, υπογεγραμμένο και χρονολογημένο από τον ίδιο τον Σεπτέμβριο του 1301).70 Η Ἀνθολογία διαφόρων ἐπιγραφῶν, όπως ονόμασε τη συλλογή του, περιλαμβάνει 2.400 επιγράμματα –περίπου 15.000 στίχους–, ταξινομημένα σε επτά θεματολογία τους. Για όποιον βιβλία αρέσκεται με στη κριτήριο τη φιλολογική 68. Για το αν συντάκτης του λόγου είναι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος δεν υπάρχει βεβαιότητα. Την ταύτιση του συγγραφέα του ανωνύμως παραδοθέντος λόγου με τον αυτοκράτορα υποστηρίζει ο B. Flusin, “Le panégyrique de Constantin VII Porphyrogénète pour la translation de reliques de Grégoire le Théologien (BHG 728)”, Revue des Études Byzantines 56 (1999) 5-97· πρβλ. Λινάρδος (2005) 62-64· Simelidis (2009) 59 με σημ. 129. 69. Για την προσωπικότητα του λόγιου Πλανούδη, βλ. N.G. Wilson, Οι λόγιοι στο Βυζάντιο (μετ. Ν. Κονομής), Αθήνα 1991, 293-307. 70. Βλ. Beckby I, 77-82· Waltz I, xlviii-lii· R. Aubreton, “L’archétype de la tradition planudéenne de l’Anthologie grecque”, Scriptorium 23 (1969) 69-87· περαιτέρω: Η. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών ΙΙ, Αθήνα 1992, 458 σημ. 66. 54 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ αριθμητική τα δεδομένα –στρογγυλεύοντάς τα κατά τι– έχουν ως εξής: Από τα 3.700 ποιήματα της ΠΑ, περίπου τα 1.700 απουσιάζουν από την ΠλΑ, και από τα 2.400, όπως είπαμε, επιγράμματα της ΠλΑ, 388 δεν υπάρχουν στην ΠΑ. Προφανώς, ο Πλανούδης δεν αρκέστηκε να κάνει μια ευρεία επιλογή από τη δεξαμενή του Κεφαλά αλλά χρησιμοποίησε και άλλες πηγές διαφορετικές, όμως, από εκείνες της ΠΑ. Την ίδια την ΠΑ φαίνεται πως δεν την έλαβε υπ’ όψη του.71 Συνεπώς η ΠλΑ είναι μικρότερη συλλογή από την ΠΑ αλλά διατηρεί την αξία της γιατί εμπλουτίζει το συνολικό σώμα της Ελληνικής Ανθολογίας με ένα επιπλέον βιβλίο τεσσάρων περίπου εκατοντάδων επιγραμμάτων. Ανάμεσα στα περίπου 1.700 επιγράμματα της ΠΑ που δεν περιλαμβάνονται στην ΠλΑ είναι και τα 254 του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, όπως έχουμε τονίσει και παραπάνω. Ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά: ο Πλανούδης, τέσσερις αιώνες μετά, φαίνεται να είναι λιγότερο τολμηρός από τον πρωτοπαπά Κωνσταντίνο Κεφαλά και τον επιμελητή της ΠΑ στα κριτήρια των επιλογών του. Ο μοναχός Μάξιμος από σεμνοτυφία ή χριστιανική συμβατικότητα παρέλειψε πολλά ποιήματα (π.χ. τα παιδικά) ή αλλοίωσε τη διατύπωση άλλων για να αμβλύνει την αισχρολογία τους.72 Κατά την ειρωνική διατύπωση του πρώτου εκδότη της ΠλΑ Ιανού Λάσκαρι ο Πλανούδης ευνούχισε τη συλλογή (castravit hunc librum).73 Υπό το δεδομένο αυτό αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο η θαυμαστή ανεκτικότητα του Κεφαλά και του συντάκτη της ΠΑ, οι οποίοι με τόλμη και 71. Για τη σχέση μεταξύ των δύο Ανθολογιών, διεξοδικά βλ. Lenzinger (1965) 31-55. 72. Πρβλ. Beckby I, 80 με σημ. 2· Hunger (1992) ΙΙ, 457-458· Reynolds & Wilson (1991) 94-95 και 286· Χουρμουζιάδης (1999) 71-72. 73. Βλ. Cameron (1993) 175· Höschele (2010) 71. 55 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ευρύτητα λογοτεχνικού πνεύματος έκαναν επιλογές που ήταν ασύμβατες με την περιρρέουσα χριστιανική ατμόσφαιρα της εποχής τους. Το ότι η απουσία των γρηγοριανών επιγραμμάτων από την ΠλΑ αποτελεί επιχείρημα και για την απουσία τους από την αρχική συλλογή του Κεφαλά, το αναφέραμε και στην οικεία θέση. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον σεμνό και ευλαβή Μάξιμο Πλανούδη να παραλείπει από την ανθολογία του τα επιγράμματα του Γρηγορίου του Θεολόγου, αν αυτά περιελαμβάνοντο στο βασικό του πρότυπο. Τη, δε, διευρυμένη εκδοχή της ΠΑ, όπως είδαμε, δεν την ήξερε. 4. Ο ΠΑΛΑΤΙΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΚΑΙ Η ΛΟΙΠΗ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Η τύχη του λεγόμενου παλατινού χειρογράφου για το οποίο κάναμε εκτενή λόγο, υπήρξε, όπως είναι γνωστό, εντελώς ιδιότυπη – θα λέγαμε, θρυλική. Αμέσως μετά τη δημιουργία του χάθηκαν τα ίχνη του. Κατά την Αναγέννηση, όταν μετά τη γουτεμβεργιανή επανάσταση τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων οδηγήθηκαν στο τυπογραφείο για να εκδοθούν για πρώτη φορά, η μόνη γνωστή ανθολογία αρχαιοελληνικών επιγραμμάτων ήταν εκείνη του Πλανούδη.74 Για τον παλατινό κώδικα λόγος για πρώτη φορά γίνεται το 1606, όταν εντοπίστηκε 74. Editio princeps, όπως είπαμε παραπάνω, από τον Ι. Λάσκαρι: Anthologia epigrammatum Graecorum, cura Joannis Lascaris (Φλωρεντία 1494). H editio aldina τυπώθηκε υπό τον τίτλο Florilegium diversorum Epigrammatum in septem libris, Graece (Βενετία 1503). Ακολούθησαν πολλές επανεκδόσεις· βλ. Beckby I, 85-89. 56 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ στη Bibliotheca Palatina της Χαϊδελβέργης, τότε έδρας του εκλέκτορα του Παλατινάτου (γερμανιστί: Pfalz), μιας εκ των ιστορικών ηγεμονιών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Από τον τόπο ευρέσεως του χειρογράφου ονομάστηκε και η μεγάλη αυτή συλλογή επιγραμμάτων Anthologia Palatina, όνομα που τη συνοδεύει έκτοτε. Ο εντοπισμός του πολύτιμου χειρογράφου συνήθως πιστώνεται στον γάλλο φιλόλογο Claude de Saumaise (1588-1653), γνωστότερο με το εκλατινισμένο όνομα Salmasius,75 μολονότι η συμβολή τού τότε 18χρονου (!) λογίου δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Jan Gruter (1560-1627),76 ο οποίος το χρονικό εκείνο διάστημα είχε διοριστεί ως διευθυντής της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης της Χαϊδελβέργης. Για το πώς έφτασε το χειρόγραφο αυτό από την Κωνσταντινούπολη –ασφαλώς μέσω Ιταλίας– στη Χαϊδελβέργη, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν, και έχουν γίνει πολλές, περισσότερο ή λιγότερο βάσιμες.77 Η θρυλική, ωστόσο, άλως που περιβάλλει τον περίπυστο παλατινό κώδικα οφείλεται κυρίως στις μετέπειτα μυθιστορηματικές περιπέτειες που υπέστη: ως θύμα αρπαγής από τους βαυαρούς καθολικούς κατά τον Τριακονταετή Πόλεμο, βρέθηκε στο Μόναχο (1622) και από εκεί, με τη συνοδεία 75. Βλ. R. Pfeiffer, Ἱστορία τῆς Κλασσικῆς Φιλολογίας ἀπὸ τὸ 1300 μέχρι τὸ 1850 (μετ. Π. Ξένος - Β. Μοσκόβης), Ἀθῆναι 1980, 141-143· U. von WilamowitzMoellendorff, Ιστορία της Κλασικής Φιλολογίας (μετ. Ι.Ν. Καζάζης), Θεσσαλονίκη 2005, 156-158· Reynolds & Wilson (1991) 216. 76. Βλ. Κ.Ι. Βουρβέρης, Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἀρχαιογνωσίαν καὶ τὴν Κλασσικὴν Φιλολογίαν, Ἀθῆναι 1967, 236· Pfeiffer (1980) 160-161. 77. O Cameron (1993: 178-201) αξιοποιώντας και συνδυάζοντας μια πανσπερμία πληροφοριών επανασυνθέτει βάσιμα τη διαδρομή του παλατινού χειρογράφου: Πάντοβα, Λονδίνο, Κάτω Χώρες (Λουβαίνη, Malines), Χαϊδελβέργη. Για την παλαιότερη, παραδοσιακή άποψη (από την Ιταλία απευθείας στην Παλατινή Βιβλιοθήκη), βλ. Becky I, 90-91. 57 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ του Λέοντος Αλλάτιου,78 δώρο στον Πάπα Γρηγόριο ΙΕ΄ στο Βατικανό και κατόπιν ως λάφυρο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στο Παρίσι (1797). Ο κώδικας επέστρεψε μετά από δύο σχεδόν αιώνες (1816) ακρωτηριασμένος στη Χαϊδελβέργη (Palatinus Gr. 23), ενώ ένα μικρότερο μέρος του παραμένει στη Bibliothèque Nationale (Parisinus Suppl. Gr. 384).79 Όπως έχουμε πει και παραπάνω, το όγδοο βιβλίο της ΠΑ με τα επιγράμματα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού καταλαμβάνει τις σελίδες 326-358 του Palatinus Gr. 23. Πρόκειται για κάτι παραπάνω από δυόμισι εκατοντάδες επιγραμμάτων, εν συνόλω 1042 στίχοι. Στις εκδόσεις της ΠΑ είναι αριθμημένα από το 1 ως το 254. Κάποια από διασπασμένα σε τα δύο επιγράμματα επιμέρους αυτά τεμάχια εμφανίζονται χωρίς όμως να λαμβάνουν συνεχή αρίθμηση (το δεύτερο μέρος καταγράφεται με τον αριθμό του πρώτου συνοδευόμενο από την ένδειξη b).80 Γενικότερα, το ερώτημα πόσα ακριβώς είναι τα επιγράμματα του ογδόου βιβλίου δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, γιατί ο γραφέας Α που είχε αναλάβει το έργο της αντιγραφής έγραψε τους στίχους 78. Για την αποστολή αυτή του Αλλάτιου, βλ. Ζ.Ν. Τσιρπανλής, Το Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης και οι μαθητές του (1576-1700), Θεσσαλονίκη 1980, 379· G. Podskalsky, Η ελληνική θεολογία επί Τουρκοκρατίας 1453-1821 (μετ. Γ.Δ. Μεταλληνός), Αθήνα 2005, 280. 79. Waltz I, xxxviii-xxxix· Beckby I, 95-98. Πρβλ. H. Görgemanns, “Von Rom nach Paris und teilweise dort geblieben: Die Anthologia Palatina“, στο: E. Mittler (επιμ.), Bibliotheca Palatina. Katalog zur Ausstellung vom 8. Juli-2. November 1986, Heiliggeistkirche Heidelberg (Heidelberger Bibliotheksschriften 24), Heidelberg 1986, 485-487. Σύνοψη –ελληνιστί– από τον Χουρμουζιάδη (1999) 73-74. 80. Για παράδειγμα στην έκδοση του Paton διασπασμένα εμφανίζονται τα επιγράμματα 10, 52, 67, 85, στην έκδοση του Waltz τα 67 και 85, ενώ ο Beckby διχοτομεί τα επιγράμματα 11, 52, 67, 85 και τριχοτομεί το 230. Κατά τη γνώμη μου, με μεγαλύτερη βεβαιότητα μπορούμε να διαιρέσουμε τα επιγράμματα 52, 67 (εμφανίζουν αλλαγή προσώπου: από β΄ σε γ΄) και 85 (παρουσιάζει αλλαγή μέτρου). 58 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ συνεχόμενους χωρίς να διαχωρίζει το ένα επίγραμμα από το άλλο. Το ξεχώρισμα έκανε αργότερα ο επιμελητής της ανθολογίας αλλά όπου διαδοχικά επιγράμματα είναι αφιερωμένα στο ίδιο θέμα, οι τομές είναι λίαν αμφισβητούμενες. Τούτο γίνεται ολοφάνερο αν αναζητήσουμε τα ίδια επιγράμματα στα άλλα χειρόγραφα που παραδίδουν το ποιητικό έργο του Γρηγορίου. Οι κατανομές των στίχων σε ποιήματα είναι τελείως διαφορετικές, με τη γενική τάση να έχει ως εξής: αναλυτική η ΠΑ, συνθετική η υπόλοιπη χειρόγραφη παράδοση. Δηλαδή, εκεί όπου ο παλατινός κώδικας δίνει πολλά ομόθεμα ποιήματα, τα άλλα χειρόγραφα τα ενοποιούν σε ένα.81 Τα υπόλοιπα αυτά χειρόγραφα τα οποία παραδίδουν έργα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ανάμεσα στα οποία και επιγράμματά του, είναι πολυάριθμα.82 Κανένα όμως από αυτά δεν περιέχει το όγδοο βιβλίο της ΠΑ στο σύνολό του. Το σπουδαιότερο και πληρέστερο είναι ο κώδικας Mediceus VII, 10 του 11ου αιώνα που τα περιλαμβάνει όλα εκτός από το 1 και το 226. Η πολυτιμότητα του χειρογράφου αυτού έγκειται επίσης στο 81. Οι ακόλουθες ομάδες επιγραμμάτων της ΠΑ εμφανίζονται ως ένα ποίημα στα άλλα χφφ: 2-11, 59-71, 171-174, 221-229, 231-245, 248-254. Το αντίστροφο παρουσιάζεται άπαξ: ΠΑ 8. 53 = Ἐπιτάφ. 95 και 96. Βλ. Waltz VI, 3-4. 82. Για τα χειρόγραφα του Γρηγορίου (που περιλαμβάνουν επιγράμματα), βλ. Waltz VI, 5-10. Πρβλ. Beckby II, 442· R. Palla, “Gli Anecdota Graeca di Ludovico Antonio Muratori e il testo degli epigrammi di Gregorio Nazianzeno”, στο: Moreschini & Menestrina (1992) 171-197· του ιδίου, Studi sulla tradizione manoscritta dei carmi di Gregorio Nazianzeno (Parte I), Galatina 1990. Γενικά για τη χειρόγραφη παράδοση του ποιητικού έργου του Γρηγορίου, βλ. τους αδελφούς τόμους: W. Höl-lger, Die handschriftliche Überlieferung der Gedichte Gregors von Nazianz: 1. Die Gedichtgruppen XX und XI, Paderborn 1985· N. Gertz, Die handschriftliche Überlieferung der Gedichte Gregors von Nazianz: 2. Die Gedichtgruppe I, Paderborn 1986· M. Sicherl, Die handschriftliche Überlieferung der Gedichte Gregors von Nazianz: 3. Die epischen und elegischen Gruppen, Paderborn 2011· επίσης, Lefherz (1958) 89-93· Tuilier, στο: TuilierBady-Bernardi (2004) lviii-clxxxiv· Simelidis (2009) 88-99. 59 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ γεγονός ότι είναι το μοναδικό –πλην της ΠΑ– που παραδίδει τα επιγράμματα 176-254. Άλλος σημαντικός κώδικας είναι ο Ambrosianus 433 H 45 Sup., στο δεύτερο μέρος του οποίου –χρονολογημένο επίσης τον 11ο αιώνα– παραδίδονται συνολικά 113 από τα επιγράμματα.83 Από τους πολλούς κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιλαμβάνουν έργα του Γρηγορίου οι σπουδαιότεροι για την περίπτωσή μας είναι ο Parisinus 992 (του 15ου αι.) και ο Parisinus 991 (του 16ου αι.).84 Ακόμη περισσότερους γρηγοριανούς κώδικες κατέχει η Bodleian Library της Οξφόρδης από τους οποίους ξεχωρίζει ο Clarcianus 12 (του 10ου αι.) με 128 επιγράμματα από το όγδοο βιβλίο της ΠΑ.85 Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι ο Παλατινός κώδικας είναι ο μόνος που παραδίδει τα επιγράμματα 1 και 226, ενώ μαζί με τον Mediceus είναι οι δύο μόνοι που σώζουν τα επιγράμματα 176-254. Τα υπόλοιπα παραδίδονται από πλείονες κώδικες. Κατά την αντιβολή των γρηγοριανών χειρογράφων προς τον Palatinus Gr. 23 γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι κώδικες που αναφέραμε παραπάνω συμφωνούν μεταξύ τους και διαφοροποιούνται από το παλατινό χειρόγραφο. Προφανώς οι σημαντικότεροι κώδικες των έργων του Γρηγορίου ανάγονται σε ένα κοινό αρχέτυπο διαφορετικό από εκείνο στο οποίο στηρίχτηκε ο εκδότης της ΠΑ.86 Μπορούμε, λοιπόν, να 83. Τα εξής: 12-30, 42-46, 48-55, 58, 85-155, 166-174. 84. Ο Par. 992 περιέχει τα επιγράμματα 2-11 (για τον Βασίλειο Καισαρείας) και ο Par. 991 τα 12-99 και 101-174. 85. Πρόκειται για τα επιγράμματα: 12-78, 85-103, 121-138, 155, 164-174. Ο κώδικας αυτός παραδίδει και τα Ἐπιγρ. 1-23 της PG (σε ιαμβικούς τρίμετρους στίχους). 86. Από τους κώδικες του Γρηγορίου μόνο ο Ambrosianus διαφοροποιείται σε ορισμένες γραφές από όλους τους άλλους, γρηγοριανούς και παλατινό. Η 60 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ κάνουμε λόγο για δύο κατευθύνσεις στην παράδοση των επιγραμμάτων του Γρηγορίου: από τη μία η παράδοση της ΠΑ με το ένα και μοναδικό χειρόγραφο της Χαϊδελβέργης, από την άλλη η παράδοση των πολυπληθών κωδίκων με τα έργα του Γρηγορίου. Το άμεσο πρακτικό όφελος της διπλής αυτής παράδοσης είναι ότι όπου υπάρχει χάσμα ή εμφανώς προβληματική γραφή στο όγδοο βιβλίο της ΠΑ, έχουμε μια αξιόπιστη βοήθεια για συμπληρώσεις και διορθώσεις – με όση προσοχή και επιφύλαξη απαιτεί μια τέτοια διαδικασία. 5. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ Όπως είπαμε παραπάνω, ο κώδικας της ΠΑ ήλθε στο φως της δημοσιότητας το 1606 στη Χαϊδελβέργη. Το παράδοξο είναι ότι ο νεαρός Salmasius δεν δημοσίευσε ποτέ το μοναδικό αυτό χειρόγραφο που είχε στα χέρια του παρά τις προτροπές που δέχτηκε από τους μέντορες του Scaliger και Casaubon. H Anthologia Palatina έγινε γνωστή για χρόνια ως “inedita”.87 Τα επιγράμματα, ωστόσο, του Γρηγορίου είχαν κάπως διαφορετική τύχη: δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά, με σχόλια, από τον ιταλό λόγιο L.A. Muratori, Anecdota Graeca (Padua 1709) και ανατυπώθηκαν στο Opere del Proposto Lodovico Antonio Muratori (Arezzo 1771) καταλαμβάνοντας τον δωδέκατο, και τελευταίο, τόμο αυτής της έκδοσης. Και στις δύο εκδόσεις περιλαμβάνονται όλα τα επιγράμματα του ογδόου βιβλίου εκτός από τα 1-11 και 226. Κατόπιν ήλθε η μεγάλη συνολική έκδοση των έργων του εκτίμηση είναι ότι προέρχεται από ένα αρκετά αλλοιωμένο πρότυπο με πολλές υποθετικές διορθώσεις και αυθαίρετες συμπληρώσεις. Βλ. Waltz VI, 9. 87. Wilamowitz (2005) 156. 61 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Γρηγορίου του Ναζιανζηνού από τους γάλλους Βενεδικτίνους μοναχούς της κοινότητας του Αγίου Μαύρου (γνωστούς ως Mauristes) C. Clémencet και A.-B. Caillau (Παρίσι 1778-1840), η οποία αναπαρήχθη αυτούσια ως προς το κείμενο από την Patrologia Graeca του J.P. Migne (τ. 35-38, Παρίσι 1862). Τα 129 ἐπιτάφια και τα 94 ἐπιγράμματα περιλαμβάνονται στον 38ο τόμο (στήλες 11-130) και συνοδεύονται από σύντομα σχόλια, μετάφραση καταλογάδην αλλά και έμμετρη μετάφραση του Caillau,88 όλα βεβαίως στα Λατινικά. Επίσης τα επιγράμματα ΠΑ 8. 77-84 βρήκαν θέση ανάμεσα στα Ἱστορικὰ Ἔπη (Carmina Historica) του Γρηγορίου στην ενότητα των Περὶ ἑαυτοῦ (Poemata de se ipso) στον 37ο τόμο (αρ. 90-98, στήλ. 1445-1452). Εν τέλει, στην PG εμφανίζονται όλα τα επιγράμματα του ογδόου βιβλίου της ΠΑ εκτός από το 1 και το 226, καθώς επίσης και το δεύτερο δίστιχο του επιγράμματος 192, που είχαν αποκλειστεί από τη γρηγοριανή χειρόγραφη παράδοση. Τα επιγράμματα του Γρηγορίου, ως όγδοο βιβλίο της ΠΑ, ακολούθησαν βεβαίως τις εκδοτικές τύχες της όλης Ανθολογίας. Μια πρώτη συνολική έκδοση της ΠΑ είναι εκείνη του Philipp Brunck, Analecta veterum poetarum Graecorum, 3 τόμοι (Στρασβούργο 1772-1776, και σε δεύτερη έκδοση 1785). Ο Brunck δεν ακολούθησε την κατά επιγραμματικό είδος ταξινόμηση του παλατινού κώδικα αλλά οργάνωσε το υλικό κατά ποιητή ακολουθώντας χρονολογική σειρά. Η έκδοση, ωστόσο, που άφησε εποχή είναι του Friedrich Jacobs, Anthologia Graeca (Λειψία 1794-1814). Πρόκειται για ένα μνημειώδες 13τομο έργο (εκτός από τους τέσσερις τόμους με 88. Σε κάποια –λίγα– επιγράμματα ο Caillau υιοθέτησε τη μετάφραση του Jacques de Billy, παλαιού μεταφραστἠ του Γρηγορίου στα Λατινικά (Divi Gregorii Nazianzeni, cognomento Theologi, Opera omnia … Quae omnia nunc primum Latina facta sunt, Parisiis 1569, 2η βελτιωμένη έκδοση 1583). 62 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ το κείμενο και τη λατινική μετάφραση, προσέθεσε έναν τόμο με indices και οκτώ τόμους με τις περίφημες animadversiones), στο οποίο ο εκδότης ακολούθησε την ταξινομική αρχή του Brunck. Πολύ γρήγορα, όμως, ο Jacobs ανέλαβε να επανεκδώσει την ΠΑ με περισσότερη έμφαση στην κριτική του κειμένου,89 τηρώντας αυτή τη φορά τη θεματική διαίρεση του παλατινού κώδικα σε βιβλία.90 Άλλη καινοτομία του Jacobs ήταν να προσθέσει στο τέλος τα 388 επιγράμματα της Πλανούδειας Ανθολογίας που δεν περιλαμβάνονται στην Παλατινή, ως Αppendix Planudea. Ο επόμενος εκδοτικός σταθμός της Ελληνικής Ανθολογίας (ΕΑ), όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται το σύνολο των επιγραμμάτων της ΠΑ και του παραρτήματος της ΠλΑ, έλαβε χώρα στο Παρίσι (εκδόσεις Didot, 1864-1872) από τον γερμανό Friedrich Dübner, ο οποίος αξιοποίησε όλη την κριτική εργασία που εν τω μεταξύ είχε συγκομισθεί. Από την έκδοση αυτή και εφεξής παγιώθηκε η πρακτική να προστίθενται τα επιγράμματα της ΠλΑ ως δέκατο έκτο βιβλίο μετά τα δεκαπέντε της ΠΑ. Το ιδιαίτερο στη δημοσίευση αυτή είναι ότι εκτός από τους δύο τόμους του Dübner προστέθηκε ένας τρίτος (ως appendix) από τον Ed. Cougny (1890) με αρχαιοελληνικά επιγράμματα που παραδίδονται εκτός των δύο βυζαντινών συλλογών, δηλαδή μέσω των αρχαίων συγγραφέων και των επιγραφών. 89. Στη 2η αυτή έκδοση ο Jacobs είχε στη διάθεσή του το εξαιρετικό απόγραφο του αββά J. Spaletti (το λεγόμενο Gothanum) που αντιπαρέβαλε λεπτομερώς με το κείμενο. O Spaletti είχε αντιγράψει με μεγάλη ακρίβεια ολόκληρο τον Pal. Gr. 23 το 1776, όταν ο κώδικας βρισκόταν ακόμη στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Για τα απόγραφα του παλατινού χειρογράφου, βλ. Beckby I, 98-99. 90. Fr. Jacobs, Anthologia Graeca ad fidem codicis olim Palatini, nunc Parisini ex apographo Gothano edita Ι-ΙΙΙ, Leipzig 1813-1817. 63 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Στα τέλη του 19ου αιώνα ο εκδοτικός οίκος Teubner της Λειψίας ανέλαβε τη φιλόδοξη προσπάθεια να προσφέρει μια νέα, σύγχρονη κριτική έκδοση της ΕΑ και ανέθεσε το έργο στον Hugo Stadtmüller. Η δημοσίευση, όμως, αυτή με το θηριώδες κριτικό υπόμνημα και την αναλυτική τεκμηρίωση έμεινε ημιτελής λόγω θανάτου του εκδότη το 1906. Ενώ, όμως, σταμάτησε στον τρίτο τόμο και ως το επίγραμμα 9. 563 δεν περιέλαβε το όγδοο βιβλίο. Ο β΄ τόμος τελειώνει με το έβδομο βιβλίο και ο γ΄ αρχίζει με το ένατο.91 Κατά τον 20ο αιώνα τα επιγράμματα της ΕΑ –συνεπώς και του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού– εκδόθηκαν πλήρως τρεις φορές από ισάριθμες, γνωστές διεθνώς, σειρές κλασικών εκδόσεων: Στη σειρά Loeb Classical Library, από τον William R. Paton, The Greek Anthology (Λονδίνο 1916-1918) σε 5 τόμους, με μετάφραση στα Αγγλικά.92 Πρόκειται για χρηστική έκδοση που απευθύνεται στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό. Στη γαλλική σειρά Budé των εκδόσεων Les Belles Lettres η δημοσίευση της Anthologie Grecque έχει αρχίσει το 1928 από τον Pierre Waltz, έχουν εκδοθεί τα περισσότερα βιβλία αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Μετά τον θάνατο του Waltz (το 1945) η έκδοση συνεχίζεται με τη συνεργασία πολλών φιλολόγων (G. Soury, R. Aubreton, F. Buffière, E. des Places κ.ά.). Η έκδοση του κειμένου συνοδεύεται από σημειώσεις και γαλλική μετάφραση. Το όγδοο βιβλίο της ΠΑ, με τα επιγράμματα του Γρηγορίου, αποτελεί 91. Δικαιολόγηση της παράλειψης αυτής δεν έχουμε, εφόσον ο Stadtmüller δεν πρόλαβε να γράψει εισαγωγή στον 3o τόμο. Ο επιμελητής F. Bucherer σημειώνει: “praefationem ampliorem, qua librum instruere cogitaverat, non iam potuit absolvere”. 92. Το 8ο βιβλίο στον β΄ τόμο (1917), σσ. 399-505. 64 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ αυτοτελώς τον 6ο τόμο της σειράς και τον έχει επιμεληθεί ο Waltz (Παρίσι 1944, 2η έκδοση 1960). Η πιο πρόσφατη πλήρης έκδοση της ΕΑ είναι εκείνη του Hermann Beckby, Anthologia Graeca, 4 τόμοι, στη γερμανική σειρά Tusculum-Bücherei (Μόναχο 1957-58, 2η έκδοση 1965-67). Διαθέτει βραχύ κριτικό υπόμνημα, γερμανική μετάφραση και σύντομες σημειώσεις. Τα επιτύμβια (7ο βιβλίο) μαζί με τα επιγράμματα του Γρηγορίου (8ο) συναποτελούν τον δεύτερο τόμο του έργου.93 Στην ελληνική αξιόπιστη βιβλιογραφία επιστημονικά, δεν συνολική υπάρχει έκδοση ακόμη μια ΕΑ. Η της 94 συγκινητικά επίμονη προσπάθεια του λογίου, πλην ερασιτέχνη φιλολόγου, Βασιλείου Ι. Λαζανά έχει δώσει σε ξεχωριστούς τόμους (οκτώ συνολικά) όλα τα βιβλία της ΕΑ με έμμετρη μετάφραση (Αθήνα 1988-1994).95 Τα σημάδια όμως του ερασιτεχνισμού είναι φανερά σε πολλά σημεία της εργασίας του. 93. Για τις εκδόσεις της ΕΑ, πρβλ. Waltz I, lxvi-lxx· Beckby I, 99-102. 94. Είναι ενθαρρυντικό ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σχετική βιβλιογραφική άνθηση σε δημοσιεύματα για μεμονωμένους ποιητές της ΠΑ ή ένα επιγραμματικό είδος: Φ. Παγωνάρη-Αντωνίου (επιμ.), Καλλιμάχου επιγράμματα, Αθήνα 1997· Χουρμουζιάδης (1999) με μια καλή γενική εισαγωγή στο ελληνικό επίγραμμα· Καραμανώλης (2004)· Ι.Σ. Νάστος, Ασκληπιάδου του Σαμίου επιγράμματα, Ηράκλειο 2006. Επίσης, σε εκλαϊκευτικές εκδόσεις: D. Rocques - Π. Μπουκάλας, Επιτάφιος λόγος. Αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα, Αθήνα 1999 (ανθολογούνται και δώδεκα επιγράμματα του Γρηγορίου)· Γ. Δάλλας, Ρουφίνου, Ερωτικά επιγράμματα, Αθήνα 2008· του ιδίου, Πλάτωνος τα αποδιδόμενα επιγράμματα, Αθήνα 2009· Π. Μπουκάλας, Συμποτικά επιγράμματα. Από το ενδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, Αθήνα 2009 – Και δύο ανθολογίες της Ανθολογίας: Ν. Φιλιππουπολίτη, «Ἅδιον οὐδὲν ἔρωτος». Από την Ελληνική Ανθολογία, Αθήνα 2003 (Το όγδοο βιβλίο δεν εκπροσωπείται)· Γ. Δάλλας, Ελληνιστικός μικρόκοσμος. Απάνθισμα από την Παλατινή Ανθολογία, Αθήνα 2008. 95. Τα επιγράμματα του Γρηγορίου είναι στον τόμο με τα τέσσερα πρώτα βιβλία: Β.Ι. Λαζανάς, Τα αρχαία ελληνικά επιγράμματα της «Ελληνικής ή Παλατινής Ανθολογίας» (Βιβλία: Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV, VIII), Αθήναι 1993. 65 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Στη σειρά της αρχαίας ελληνικής γραμματείας «Οι Έλληνες» των εκδόσεων Κάκτος η Ανθολογία Ελληνική καταλαμβάνει προσώρας 10 τόμους (2003 και εξής). Η ανωνυμία (!), ωστόσο, των επιμελητών και μεταφραστών υπονομεύει κάθε επιστημονική αξίωση της έκδοσης.96 Το 2011 εμφανίστηκε μια νέα παρουσίαση της ΠΑ στο ευρύ κοινό από τον φιλόλογο Κώστα Τοπούζη (στις εκδόσεις «Επικαιρότητα»). Η 13τομη έκδοση περιλαμβάνει κείμενο (σε φωτομηχανική ανατύπωση από τη σειρά Loeb), μετάφραση και ελάχιστες επεξηγηματικές σημειώσεις. Τα ἐπιτάφια και τα ἐπιγράμματα του Γρηγορίου ακολουθώντας, όμως, την παράδοση των υπόλοιπων έργων του, πεζών και ποιητικών, έχουν βρει τη θέση τους στις ελληνικές εκδόσεις των απάντων του καππαδόκη ιεράρχη, οι οποίες αναπαράγουν κατά βάση το κείμενο της Patrologia Graeca. Στην αθηναϊκή σειρά της Αποστολικής Διακονίας Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλη-σιαστικῶν Συγγραφέων (ΒΕΠΕΣ) ευρίσκονται στον 62ο τόμο.97 Στη σειρά της Θεσσαλονίκης Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ) από τις Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» τα ἐπιτάφια και τα ἐπιγράμματα φιλοξενούνται στον 11ο και τελευταίο τόμο των απάντων με μετάφραση του Ιγνάτιου Σακαλή.98 96. Για τα επιγράμματα του Γρηγορίου, βλ. Ανθολογία Ελληνική. 7ος τόμος: Ανθολογία Παλατινή. Βιβλίον Η΄: Ἐκ τῶν ἐπῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου («Οι Έλληνες» 840), Αθήνα 2004. 97. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Μέρος Ε΄), Γενικὴ ἐπιστασία: Κ.Γ. Μπόνης – Ἐπιμέλεια ἐκδόσεως: Ἠλ.Δ. Μούτσουλας – Ἐπιμέλεια τόμου: Κ.Γ. Παπαχριστόπουλος (ΒΕΠΕΣ 62), Ἀθῆναι 1982. 98. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἄπαντα τὰ ἔργα, τ. 11: Ἔπη Ἱστορικά, Β΄ Ἔπη εἰς ἑτέρους – Ἐπιτάφια – Ἐπιγράμματα, Εἰσαγωγή-κείμενο-μετάφραση: Ι. Σακαλής (ΕΠΕ 82), Θεσσαλονίκη 1986. 66 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Για άλλες ειδικότερες δημοσιεύσεις επιγραμμάτων του Γρηγορίου παραπέμπουμε τον αναγνώστη στη βιβλιογραφία και στις ad hoc αναφορές μας. Επειδή η απουσία μιας συστηματικής κριτικής έκδοσης του συνολικού ποιητικού έργου του Ναζιανζηνού αποτελεί μεγάλο – και αδικαιολόγητο– έλλειμμα των γρηγοριανών σπουδών, αξίζει να σταθούμε επ’ ολίγον στην εκδοτική του περιπέτεια. Η μείζων προσπάθεια που αναλήφθηκε, κατόπιν προτροπής του U. von Wilamowitz, υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Επιστημών της Κρακοβίας στις αρχές του εικοστού αιώνα για την έκδοση (editio major critica) ολόκληρου του έργου του Γρηγορίου (του ποιητικού υπό την ευθύνη του Leo Sternbach) δεν είχε αίσιο τέλος λόγω πολλών συγκυριών, και εν τέλει, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των μετέπειτα πολιτικών εξελίξεων στην Πολωνία. Κυκλοφορήθηκε η άποψη ότι όλο το σχετικό υλικό της εκδόσεως ήταν ήδη ολοκληρωμένο το 1939 σε χειρόγραφη μορφή, έτοιμο προς δημοσίευση, και κατασχέθηκε από τους γερμανούς εισβολείς. Ως προς την εγκυρότητα όμως της πληροφορίας αυτής δεν υπάρχει ομοφωνία. Πάντως ο (εβραϊκής καταγωγής) καθηγητής Sternbach συνελήφθη από τους Γερμανούς και απεβίωσε το 1940 στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Sachsenhausen.99 Κατά τη δεκαετία του 1950 την πρωτοβουλία εκδόσεως των γρηγοριανών ποιημάτων ξεκίνησε εκ νέου ο Hans Martin Werhahn, ο οποίος με την υποστήριξη της Deutsche 99. Βλ. Φυτράκης (1967) 154· Jungck (1974) 49 με σημ. 11· Edwards (2003) 13-15, και αναλυτικά J. Mossay, “Le professeur Léon Sternbach, byzantiniste et patriote”, Revue d’Histoire Ecclésiastique 65 (1970) 820-835. Για το ιστορικό της έκδοσης της Κρακοβίας βλ. M. Plezia, Storia di una edizione incompiuta. L’edizione delle opere di Gregorio Nazianzeno progettata a Cracovia, Napoli 1992. 67 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Forschungsgemeinschaft έφερε σε πέρας μια γιγαντιαία προσπάθεια ανευρέσεως, συλλογής και ταξινομήσεως των σχετικών χειρογράφων απ’ όλη την Ευρώπη. Τους καρπούς της εργασίας του Werhahn ανέλαβε να αξιοποιήσει, από το 1971 και εξής, το μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου του Münster με επικεφαλής τον Martin Sicherl (†2009). Ο γερμανός καθηγητής άρχισε να συγκεντρώνει κοντά του νέους φιλολόγους (W. Höllger, U. Beuckmann, M. Oberhaus, K. Sundermann κ.ά.) και να τους αναθέτει τη σύνταξη μονογραφιών, εκδόσεων και υπομνημάτων πάνω στο ποιητικό έργο του Γρηγορίου. Στο πρόγραμμα συμπράττει και η ιταλική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Πίζας υπό τον Claudio Moreschini και τους μαθητές του (κυρίως τον R. Palla). Έτσι, έχει συγκροτηθεί μια σειρά από αξιόπιστες εκδοτικές και υπομνηματιστικές εργασίες που έχουν ήδη δημοσιευτεί – από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μάλιστα με αυξανόμενη συχνότητα. Το Πανεπιστήμιο του Münster εξακολουθεί να παίζει ένα σημαντικό ρόλο –σε συνεργασία με το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain υπό τον Justin Mossay και άλλους συνεργάτες– για τη συνολική έκδοση του Corpus Nazianzenum στο ευρύτερο πλαίσιο του Corpus Christianorum.100 Η έκδοση των ποιημάτων έχει ανατεθεί στον Χρήστο Σιμελίδη από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 100. Βλ. M. Sicherl – J. Mossay – G. Lafontaine, “Travaux préparatoires à une édition critique de Grégoire de Nazianze”, Revue d’Histoire Ecclésiastique 74 (1979) 626-640· J. Mossay, “Avant-propos”, στο: J.M. (επιμ.), II. Symposium Nazianzenum, Paderborn et al. 1983, 3-5· Abrams Rebillard (2003) 8-10. – Ένα ακόμη τεράστιο κεφάλαιο της γρηγοριανής έρευνας είναι οι μεταφράσεις των έργων του σε πολλές ανατολικές γλώσσες (αρμενική, συριακή, σλαβονική, γεωργιανή, κοπτική, αραβική, αιθιοπική). Επ’ αυτού, βλ. τις ανακοινώσεις στο: Mossay (1983) 61-133· επίσης, B. Coulie (επιμ.), Studia Nazianzenica I, Turnhout 2000, 175-271. 68 Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι, ενώ το καθόλου ποιητικό έργο του Γρηγορίου υπέφερε επί μακρό χρονικό διάστημα από έλλειψη κριτικών εκδόσεων –και τούτο ισχύει εν πολλοίς ακόμη–, ειδικά τα επιγράμματά του λόγω της ενσωμάτωσής τους στην ΠΑ είχαν σαφώς καλύτερη εκδοτική τύχη. ΙΙ Δομή και θεματολογία της επιγραμματικής συλλογής 69 1. ΤΟ ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ Σε κάθε σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού τονίζεται η εσωστρέφεια, η ευαισθησία και η ευάλωτη φύση του. Είναι γεγονός ότι η ενδοσκόπηση και εν γένει το προσωπικό στοιχείο είναι παρόν στη λογοτεχνική του δημιουργία, σε όλα τα γραμματειακά είδη που καλλιέργησε. Ακόμη και στις ομιλίες και στις επιστολές του ο Γρηγόριος είναι περισσότερο προσωπικός και αυτοβιογραφικός από ό,τι οι άλλοι Καππαδόκες.101 Το ποιητικό πρόγραμμα του Γρηγορίου πραγματοποιείται σε συνθήκη βιωματικής έντασης. Ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος του ποιητικού του έργου είναι ευθέως αυτοβιογραφικό. Ενενήντα εννέα ποιήματα αποτελούμενα από περίπου εξήμισι χιλιάδες στίχους –λίγο παραπάνω από το ένα τρίτο της συνολικής ποιητικής του παραγωγής– κατατάσσονται στα ἔπη εἰς ἑαυτόν. Το πιο γνωστό από αυτά, το εκτενές Περὶ τὸν ἑαυτοῦ βίον, συνταγμένο σε ιάμβους, εγγράφεται ως η πρώτη αυτοβιογραφία σε ποιητική μορ-φή της ελληνικής λογοτεχνίας και ως η πρωιμότερη εν γένει της χριστιανικής γραμματείας, πριν από τις Confessiones του Αυγουστίνου.102 Αλλά και σε πολλά άλλα 101. Βλ. τις παρατηρήσεις του Moreschini στο: Moreschini & Norelli (2005) II, 96 και 116. 102. Ἔπη ΙΙ.1.11· PG 37. 1029-1166. Υποδειγματική, κριτική και σχολιασμένη, έκδοση από τον Jungck (1974). Πιο πρόσφατα από τους Tuilier & Bady (2004)· 71 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ποιήματα τα βιογραφικά συμφραζόμενα του Γρηγορίου δίνουν ερμηνευτική κλείδα σε πρόσωπα και καταστάσεις. Οι χρονολογικές συντεταγμένες της ζωής του Γρηγορίου εκτείνονται από τα τελευταία χρόνια του Κωνσταντίνου Α΄ ως την περίοδο της βασιλείας του Θεοδοσίου Α΄: 329/30 – 390/1.103 Υπήρξε παλαιότερα: J.Th. Cummings, A Critical Edition of the Carmen De Vita Sua of St. Gregory Nazianzen, αδημοσ. διδ. διατρ. (Princeton 1966). Περαιτέρω, G. Misch, A History of Autobiography in Antiquity II, Westport, Conn. 1973, 600-624· J. Bernardi, “Trois autobiographies de saint Grégoire de Nazianze”, στο: M.F. Baslez – Ph. Hoffmann – L. Pernot (επιμ.), L’invention de l’autobiographie d’Hésiode à saint Augustin (Actes du deuxième colloque de l’équipe de recherche sur l’hellénisme postclassique, Paris 1990), Paris 1993, 155-165· A. Garzya, “Autobiografia in Gregorio Nazianzeno”, στο: G. Arrighetti – F. Montanari (επιμ.), La componente autobiografica nella poesia greca e latina fra realtà e artificio letterario (Atti del Convegno, Pisa, 16-17 maggio 1991), Pisa 1993, 197-208· R. Van Dam, “Self-Representation in the will of Gregory of Nazianzus”, Journal of Theological Studies n.s. 46 (1995) 118-148· C. White, Gregory of Nazianzus, Autobiographical Poems, Cambridge 1996· F. Gautier, La retraite et le sacerdoce chez Grégoire de Nazianze, Turnhout 2002, 214-241·Abrams Rebillard (2003)· F. Trisoglio, Gregorio di Nazianzo: Autobiografia. Carmen de vita sua, Brescia 2005. Για το φιλοσοφικό υπόβαθρο των αυτοβιογραφικών ποιημάτων του Γρηγορίου, βλ. Στ. Ῥάμφος, Ὁ καημὸς τοῦ ἑνός. Κεφάλαια τῆς ψυχικῆς ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι 2000, 144-154. 103. Βασικές πηγές για τη βιογραφία του Γρηγορίου είναι τα ίδια τα γραπτά του, κυρίως το ποίημα Περὶ τὸν ἑαυτοῦ βίον, και ο βίος από τον βιογράφο του Γρηγόριο τον Πρεσβύτερο (πρώτο ήμισυ του 7ου αι.). Βλ. PG 35. 243-304· κριτική έκδοση: X. Lequeux, Gregorii Presbyteri Vita Sancti Gregorii Theologi (Corpus Christianorum, Series Graeca 44, Corpus Nazianzenum 11), Turnhout 2001. Παραδίδεται ένας ακόμη σύντομος βίος στη Σούδα, s.v. Από τη νεότερη βιβλιογραφία, έργο διεθνούς αναφοράς –συνδυάζει παραστατική αφήγηση με επιστημονική ακρίβεια και εξαντλητική τεκμηρίωση– είναι το βιβλίο του J.A. McGuckin (2001)· χρήσιμα παραμένουν: P. Gallay, La vie de Saint Grégoire de Nazianze, Lyon-Paris 1943· Quasten (1960) III, 236-248· Στ.Γ. Παπαδόπουλος, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Αθήνα 1991· J. Bernardi, S. Grégoire de Nazianze: Le théologien et son temps, Paris 1995· πιο πρόσφατα (ακολουθώντας τον McGuckin), Β.Ε. Daley, Gregory of Nazianzus, London-New York 2006, 1-60· C.A. Beeley, Gregory of Nazianzus on the Trinity and the Knowledge of God: In Your Light We Shall See Light, Oxford 2008, 4-62. Το απόσταγμα μακράς εμπειρίας συνοψίζει στο πρόσφατο βιβλίο του ο J. Mossay, Nazianze et les Grégoire. Réflexions d’un helléniste retraité, Bruxelles 2009. 72 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ γόνος εύπορης γαιοκτημονικής οικογένειας, με μητέρα χριστιανή και πατέρα ακόλουθο της ιουδαιο-παγανιστικής σέκτας των Υψισταρίων, ο οποίος μετεστράφη στη νέα θρησκεία με επίμονη προτροπή της συζύγου του. Η οικονομική ευπραγία των γονέων επιτρέπει στον Γρηγόριο να κάνει σπουδές όχι μόνο στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και στην Αλεξάνδρεια αλλά και στην Αθήνα, πράγμα όχι σύνηθες για χριστιανούς νέους. Εκεί, στην Αθήνα, θεμελιώνεται η κλασική παιδεία του Γρηγορίου, η γνωριμία του με την λογοτεχνική παραγωγή και τη φιλοσοφική σκέψη των Ελλήνων, τα έντονα ίχνη της οποίας αναγνωρίζουμε στα πεζά και ποιητικά του έργα.104 Εκεί χτίζεται και η φιλία του με τον Βασίλειο, η οποία θα ασκήσει σημαντική επίδραση στις μετέπειτα επιλογές (και καταναγκασμούς) του Γρηγορίου. Από τις περιστάσεις της προσωπικής του ζωής που συνιστούν το υπόβαθρο της συγγραφής των επιγραμμάτων του σημειώνουμε τους αλλεπάλληλους θανάτους των συγγενών του. Ο Γρηγόριος μέσα σε πέντε περίπου χρόνια, από το 369 ως το 374, έχασε ολόκληρη την οικογένειά του: τον νεότερο αδελφό του Καισάριο, την αδελφή του Γοργονία, τον επ’ αδελφή γαμβρό του Αλύπιο, τον πατέρα του Γρηγόριο τον πρεσβύτερο, τη μητέρα του Νόννα.105 Και τέλος, μετά από λίγα χρόνια, τις τελευταίες ημέρες του 378, πεθαίνει ο φίλος και δάσκαλός του στην εκκλησιαστική ζωή Βασίλειος Καισαρείας. Στη μνήμη όλων αυτών των προσώπων ο Γρηγόριος αφιερώνει επιγράμματα. Επιγράμματα συνθέτει και εἰς ἑαυτόν σε πνεύμα απολογισμού και αποτίμησης του συνολικού του βίου. 104. Για την κλασική παιδεία του Γρηγορίου, βλ. E. Fleury, Hellénisme et Christianisme, Sainte Grégoire de Nazianze et son temps, Paris 1930, 72-88· Sykes, στο: Moreschini & Sykes (1997) 73-76· Prudhomme (2006) 7-10, 38-40. 105. Βλ. ΠΑ 8. 78 (= Ἔπη ΙΙ.1.90). 73 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Κομβικός σταθμός όχι μόνο για το συγγραφικό του έργο αλλά εν γένει για ολόκληρη τη σταδιοδρομία του υπήρξε η περίοδος δραστηριοποίησής του στην Κωνσταντινούπολη (379–381).106 Ο Γρηγόριος αποφασίζει να εγκαταλείψει την ησυχία της αναχώρησης και να εμπλακεί ενεργά στην πρακτική ζωή και στη διοίκηση της Εκκλησίας. Ο εσωστρεφής θεολόγος και απρόθυμος για δράση επίσκοπος μεταστρέφεται σε δυναμικό εκκλησιαστικό άνδρα που αγωνίζεται για την επικράτηση του δόγματος της Νικαίας στο αρειανόφιλο περιβάλλον της πρωτεύουσας. Η περίοδος αυτή είναι πολύ παραγωγική για τον Γρηγόριο· για τη ρητορική του επίδοση η καλύτερη. Μέσα σε δυόμισι χρόνια συγγράφει περί τις είκοσι ομιλίες, όσες περίπου τις προηγούμενες δύο δεκαετίες.107 Ανάμεσα σ’ αυτές συγκαταλέγονται και οι πέντε βαρυσήμαντοι θεολογικοί λόγοι (27-31),108 εξ αιτίας των οποίων ο Γρηγόριος έλαβε τον τίτλο του «θεολόγου». 106. Για την περίοδο της Κωνσταντινούπολης, βλ. Fleury (1930) 269-330· J. Mossay, “Gregor von Nazianz in Konstantinopel (379-381 A.D.)”, Byzantion 47 (1977) 223-238· McGuckin (2001) 229 κ.εξ.· Gautier (2002) 354-402· J. Behr, The Nicene Faith (Formation of Christian Theology, v.2), New York 2004, 327 κ.εξ.· R.E. Snee, Gregory Nazianzen’s Constantinopolitan Career, A.D. 379-381, αδημοσ. διδ. διατρ. (University of Washington 1981). 107. Από το 362 που εγκαταλείπει τη μοναστική ζωή με τον Βασίλειο και επιστρέφει στη Ναζιανζό ως το 375 που αποσύρεται στη Σελεύκεια της Ισαυρίας συγγράφει 19 λόγους. Από το 375 ως το 379 ο Γρηγόριος σιωπά. Για τη χρονολόγηση των λόγων, βλ. Gallay (1943) 252-253, τον οποίο ακολουθούν οι νεότεροι: R.R. Ruether, Gregory of Nazianzus: Rhetor and Philosopher, Oxford 1969, 178179· Στ.Γ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, Αθήνα 19992, 520-521. 108. PG 36. 11-172. Νεότερη έκδοση: P. Gallay, Grégoire de Nazianze: Discours 2731, Discours Theologiques [SC 250], Paris 1978. Επίσης, J. Barbel, Gregor von Nazianz. Die fünf theologischen Reden (Testimonia. Schriften der altchristlichen Zeit, 3), Düsseldorf 1963· F.W. Norris, Faith Gives Fullness to Reasoning. The Five Theological Orations of Gregory Nazianzen, Leiden-New York 1991· H.J. Sieben, Gregor von Nazianz, Orationes theologicae. Die fünf theologischen Reden (Fontes Christiani, 22), Freiburg et al. 1996. 74 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Οι οδυνηρές εμπειρίες και οι απογοητεύσεις που βίωσε ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη, ιδίως η περιπλοκή στην υπόθεση του εξ Αλεξανδρείας κυνικού φιλοσόφου Μάξιμου,109 τον οδηγούν στην παραίτηση από τον πατριαρχικό θρόνο και στην έξοδο. Το θέρος του 381 εγκαταλείπει την πρωτεύουσα και επιστρέφει στην Καππαδοκία, αρχικά στην Ναζιανζό και, δύο χρόνια αργότερα, στην ησυχία των πατρικών κτημάτων της Αριανζού. Η τελευταία αυτή περίοδος της ζωής του είναι η πιο γόνιμη αναφορικά με την ποιητική του παραγωγή.110 Η απαλλαγή του από κάθε διοικητική και ποιμαντική ευθύνη, η μοναξιά και η σχολή της απόσυρσης αλλά και η συνεχής παρουσία της ασθένειας που τον κάνει να συνειδητοποιεί ότι το τέλος δεν είναι μακριά, ευνοούν ένα κλίμα περισυλλογής και αναστοχασμού το οποίο μετουσιώθηκε σε μια πλούσια ποιητική δημιουργία.111 109. Ο Μάξιμος, φιλόδοξος και τυχοδιωκτικός τύπος ανθρώπου, ενώ αρχικά κέρδισε την εμπιστοσύνη και τη φιλία του Γρηγορίου, αργότερα αποπειράθηκε με τη στήριξη αιγυπτίων επισκόπων και του Πέτρου Αλεξανδρείας να χειροτονηθεί κρυφά επίσκοπος στην Κωνσταντινούπολη παραγκωνίζοντας τον Γρηγόριο. Ο Ναζιανζηνός αφιερώνει πολλούς στίχους από το μεγάλο αυτοβιογραφικό του ποίημα στον Μάξιμο (ΙΙ.1.11. 728-1112), καθώς και ένα ολόκληρο ποίημα (ΙΙ.1. 41)· για την υπόθεση βλ. Παπαδόπουλος (1991) 117-127· McGuckin (2001) 311-324· αναλυτικά διαλαμβάνει στη διατριβή της η Snee (1981). 110. Βλ. τη μαρτυρία του βιογράφου του, Γρηγορίου του Πρεσβύτερου (PG 35. 304) αλλά και του ίδιου του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού στο ποίημά του εἰς τὰ ἔμμετρα (ΙΙ.1.39. 55-57): παρηγόρημα τοῦτο, κύκνος ὡς γέρων, / λαλεῖν ἐμαυτῷ τὰ πτερῶν συρίγματα, / οὐ θρῆνον, ἀλλ’ ὕμνον τιν’ ἐξιτήριον· βλ. επίσης, Ἔπη ΙΙ.1.14. 1-4· Ι.2.14. 38-39. Πρβλ. Φυτράκης (1967) 158-159· McGuckin (2001) 371 κ.εξ. 111. Στα αυτοβιογραφικά ποίηματα αυτής της περιόδου (ΙΙ.1. 1, 11, 12) ο Γρηγόριος δηλώνει την έντονη επιθυμία του για απόσυρση, την επιδίωξη ενός είδους φιλοσοφικής ησυχίας. Ανάμεσα στους νεότερους μελετητές, ωστόσο, υπάρχει μεγάλη συζήτηση για το αν πρόκειται για ειλικρινείς δηλώσεις ή για cliché της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Βλ. την καταγραφή των απόψεων στην Abrams Rebillard (2003) 55-56 με τη σημ. 77. Ο βίος του Γρηγορίου φαίνεται να είναι μια συνεχής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην εγκόσμια δράση και στην αναχωρητική μόνωση. Για τις αναχωρήσεις του Γρηγορίου και τη 75 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Δεν πρέπει όμως να θεωρούμε ότι ο Γρηγόριος ξεκίνησε να συνθέτει ποιήματα μόνον μετά το 381, όπως ήθελε μια παλαιότερα καθιερωμένη άποψη.112 Από εσωτερικές μαρτυρίες που διαθέτουμε μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι άρχισε να γράφει στίχους πολύ ενωρίτερα.113 Σε δύο στίχους, ακριβώς από τα επιγράμματά του, που δεν έχουν ελκύσει την προσοχή των μελετητών όσο θα έπρεπε, μαθαίνουμε ότι ξεκίνησε να συνθέτει έμμετρο λόγο ήδη από τα χρόνια της νεότητας του, τον καιρό που σπούδαζε στο εξωτερικό. Στο επίγραμμα 142, έναν έπαινο για τον δάσκαλό του Καρτέριο, διαβάζουμε (στ. 3-4): πῇ ποτ’ ἔβης νεότητος ἐμῆς οἰήια νωμῶν, ἦμος ἐπ’ ἀλλοδαπῆς μῦθον ἐμετρεόμην (…); σχέση τους με τη λογοτεχνική του κλίση ενδιαφέρουσες οι ιδέες (αν και όχι πάντοτε βασισμένες στις πηγές) του Gautier (2002). 112. Η παλαιότερη κυρίως βιβλιογραφία είχε την τάση να περιορίζει τη χρονική διάρκεια της ποιητικής καριέρας του Γρηγορίου στα τελευταία χρόνια της ζωής του, δηλαδή μετά το 381· για τις παραπομπές βλ. Sundermann (1991) 19 σημ. 80. Πρβλ. Prudhomme (2006) 24-28. 113. Βλ. Παπαδόπουλος (1999) 519· Φυτράκης (1967) 158-159. – Σχόλια έχει προκαλέσει η χρησιμοποίηση σε μερικά επιγράμματα για τη μητέρα του Νόννα (ΠΑ 8.45.1· 47.1· 66.1· 72.1) του επιρρήματος ποτέ, που για αρκετούς μελετητές δηλώνει χρονική απόσταση ανάμεσα στον χρόνο του συμβάντος και στη σύνθεση του επιγράμματος ή της έμμετρης επιγραφής· βλ. για το θέμα, H.T. Wade-Gery, “Classical Epigrams and Epitaphs”, JHS 53 (1933) 71-104 (“I: The Use of ποτέ in Epitaphs and Epigrams”, 71-82). Η θέση αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμη. Πρβλ. την άποψη του D.C. Young ότι “the word (sc. ποτέ) is frequently written from the point of view of the future audience or reader, not that of the author of the poem. Future generations will know «Once on a time such and such happened»”, “Pindar Pythians 2 and 3: Inscriptional ποτέ and the ‘Poetic Epistle’”, Harvard Studies in Classical Philology 87 (1983) 31-48, εδώ 36. Ειδικά για τον Γρηγόριο θα πρέπει, επιπλέον, να θεωρηθεί δάνειο από προγενέστερους επιγραμματοποιούς: ΠΑ 7. 248, 258, 443 [Σιμωνίδης] κ.α. Βλ. και Waltz VI, 108. 76 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Συγκεκριμένα, όμως, σε ό,τι αφορά τα επιγράμματα, η ακριβής χρονολόγηση είναι αβέβαιη. Ουσιαστικά, για τα περισσότερα, δηλαδή εκείνα που αναφέρονται στη μνήμη συγκεκριμένων προσώπων, μπορούμε να προσδιορίσουμε μόνο τον terminus post quem, που ταυτίζεται με το έτος θανάτου του καθενός από αυτά.114 Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της επιγραμματικής συλλογής του Γρηγορίου, όπως θα εξετάσουμε αναλυτικά ακριβώς παρακάτω, είναι ότι σχεδόν πάντοτε ο ποιητής αφιερώνει στο ίδιο πρόσωπο ή στο ίδιο θέμα περισσότερα του ενός επιγράμματα – κάποιες φορές και μερικές δεκάδες. Καθώς έχουμε μαρτυρία του ίδιου του Γρηγορίου ότι άφηνε ποιήματά του ημιτελή, είναι πολύ πιθανό οι κύκλοι αυτοί επιγραμμάτων να συντέθηκαν σταδιακά και να συμπληρώνονταν μέχρι το τέλος της ζωής του.115 2. ΟΙ ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΤΩΝ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Τα επιγράμματα του Γρηγορίου κατατάσσονται στην κατηγορία των –εν ευρεία εννοία– επιτυμβίων, εφόσον όλα σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον θάνατο. Γι’ αυτό άλλωστε θεωρήθηκαν ως 114. Το να χρονολογήσουμε τα επιγράμματα ακριβώς στο έτος του μνημονευόμενου συμβάντος (όπως έκαναν οι Βενεδικτίνοι εκδότες, τους οποίους ακολούθησε ο Migne στην PG), ωσάν να επρόκειτο για ποιητικό ημερολόγιο, δείχνει αδικαιολόγητη στενότητα αντιλήψεως. Πρβλ. Waltz VI, 27· D. Milo, “Sugli epigrammi di Gregorio di Nazianzo per il padre”, Atti Accademia Pontaniana, Napoli n.s. 54 (2005) 440-441. Γενικότερα, αλλά στο ίδιο πνεύμα ο Domiter (1999) 266-267. 115. Στο ποίημα ΙΙ.1.50. 53-54, που χρονολογείται στο τέλος της ζωής του, ο ίδιος ο Γρηγόριος αγωνιά για το αν θα βρεθεί κάποιος να ολοκληρώσει τα ημιτελή του ποιήματα: Εὐρὼς δ’ ἀμφὶ βίβλοισιν ἐμαῖς, μῦθοι δ’ ἀτέλεστοι, / οἷς τίς ἀνὴρ δώσει τέρμα, φίλα φρονέων; Πρβλ. Simelidis (2009) 154 με σημ. 69. 77 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ συμπλήρωμα ή συνέχεια του εβδόμου βιβλίου της ΠΑ, εκείνου δηλαδή που περιλαμβάνει κατ’ εξοχήν τα επιτύμβια επιγράμματα της Ανθολογίας. Τα 254 επιγράμματα του ογδόου βιβλίου της ΠΑ συντίθενται από τα Ἐπιτάφια, τα Ἐπιγράμματα και δευτερευόντως από τα Ἔπη της γρηγοριανής παράδοσης. Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να διακρίνουμε δύο μέρη: Στο πρώτο μέρος (1-165) ο ανθολόγος του παλατινού κώδικα ξεκινά τη συγκρότηση της γρηγοριανής συλλογής αντλώντας αρχικά από τα Ἐπιτάφια. Στο πρώτο αυτό μέρος παρεισφρέουν και κάποιοι στίχοι από τα Ἔπη συγκροτώντας οκτώ επιγράμματα.116 Το δεύτερο μέρος (166-254) προέρχεται από τα Ἐπιγράμματα και περιλαμβάνει μόνο δύο ομάδες: κατά των συμποσιαστών και κατά των τυμβωρύχων. Πέραν της προελεύσεως, η διαφορά ανάμεσα στα δύο μέρη είναι εμφανής και έγκειται στο εξής: Τα επιγράμματα του πρώτου μέρους σχετίζονται με συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται ονομαστικά. Στο δεύτερο μέρος στηλιτεύονται καταστάσεις και πράξεις ανθρώπων ανωνύμως. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα επιγράμματα αυτά του δευτέρου μέρους δεν εμφανίζεται ούτε ένα κύριο όνομα ιστορικού προσώπου.117 Δεδομένου του ότι τα γρηγοριανά επιγράμματα ταξινομούνται τύποις ως επιτύμβια, όπως είπαμε παραπάνω, 116. ΠΑ 8. 77-84. 117. Το κριτήριο της θεματολογικής διαφοροποίησης παραβιάζεται στην περίπτωση των επιγραμμάτων για τον Μαρτινιανό (104 και 106-117): παρ’ όλο που το θέμα τους είναι η τυμβωρυχία ανήκουν στο πρώτο μέρος, καθώς υπερισχύει το κριτήριο της ονομαστικής αναφοράς. Μοναδική εξαίρεση, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί (Waltz VI, 13 σημ. 8), αποτελεί το επίγραμμα 105 που μολονότι είναι μέσα στη σειρά των επιγραμμάτων για τον Μαρτινιανό αναφέρεται ανώνυμα κατὰ τυμβωρύχων. 78 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ μπορούμε να κάνουμε ακόμη μία διάκριση: Ο ποιητής στο πρώτο μέρος δεν λογοτεχνικό ακολουθεί, συρμό της κατά το πλείστον, συνθέσεως έναν κάποιον «επινοημένων» (fiktiv) επιτυμβίων, αφιερωμένων σε πρόσωπα άγνωστα ή ανώνυμα. Τα περισσότερα επιγράμματά του συνδέονται βιωματικά με την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Τα επιγράμματα, ωστόσο, του δεύτερου μέρους δείχνουν να είναι γραμμένα εἰς ἐπίδειξιν. * * * Ένα ζήτημα το οποίο εκπλήσσει από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη της συλλογής αυτής είναι, όπως έχουμε ήδη πει, η αφιέρωση πολλών –υπερβολικά πολλών!– επιγραμμάτων για το ίδιο πρόσωπο ή για το ίδιο θέμα. Ο Ναζιανζηνός συνθέτει περισσότερα από πενήντα επιγράμματα για τη μητέρα του Νόννα και πάνω από ογδόντα για την επίκριση των τυμβωρύχων. Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο, χάριν ποιας σκοπιμότητας ο ποιητής φτάνει σε μια τέτοια υπερβολή. Ο ίδιος ο Γρηγόριος δείχνει να μην είναι αμέτοχος στη συνειδητοποίηση αυτού του υπερκορεσμού. Το μαρτυρεί ο τελευταίος στίχος ενός από τα επιγράμματα για τη Νόννα (30.6): τοὔνεκα καὶ σὲ τόσοις ἐπιγράμμασι, μῆτερ, ἔτισα. Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει στους αναγνώστες του ότι η υπερβολική αφοσίωση μεταξύ μητέρας και πρωτότοκου γιου γέννησε την υπερβολή και ως προς το πλήθος των επιγραμμάτων. Δεν ασχολήθηκε με περιστασιακά θέματα στην επιγραμματική του ποίηση ο Ναζιανζηνός. Η πρόθεσή του είχε συγκεκριμένη στόχευση: α) να τιμήσει τη μνήμη αγαπημένων 79 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ προσώπων, και β) να στηλιτεύσει με οξύτητα εκφυλιστικές ως και εγκληματικές πρακτικές του καιρού του, όπως ήταν τα έκλυτα συμπόσια εντός των ναών προς τιμήν, υποτίθεται, των μαρτύρων της νεότευκτης Εκκλησίας, και η σύληση και καταστροφή των τάφων με σκοπό το κέρδος. Ο ποιητής δείχνει να έχει μέσα του τόσο μεγάλο συναισθηματικό φορτίο, αγάπης και αφοσίωσης στην πρώτη περίπτωση, οργής στη δεύτερη, ώστε να μην αρκείται εκάστοτε σε ένα μόνο επίγραμμα αλλά να εκφράζεται με ένα παιγνίδι παραλλαγών πάνω στα ίδια του τα ποιήματα (“Spiel der Selbstvariation” κατά τον Keydell).118 Ένα άλλο συστατικό στοιχείο των επιγραμμάτων, το οποίο δεν πρέπει να παραβλέπεται, είναι το παιδαγωγικό τους μήνυμα. Ο διδακτισμός είναι βασικό χαρακτηριστικό του ποιητικού προγράμματος του Γρηγορίου,119 θα λέγαμε εν γένει της χριστιανικής λογοτεχνίας. Ο Ναζιανζηνός με το να εξαίρει, σε αλλεπάλληλα επιγράμματα, τα χαρίσματα των αγαπημένων του προσώπων στο πρώτο μέρος της συλλογής θέλει να προτρέψει το αναγνωστικό του κοινό προς ανάλογη πνευματική οδό. Στο δεύτερο μέρος ο στόχος είναι σαφώς αποτρεπτικός. Όλα αυτά, ωστόσο, δεν μπορούν να εξηγήσουν για μας σήμερα την εμμονή του Γρηγορίου στη στιχουργία τόσο πολλών 118. Keydell (1953) 135. Πρβλ. Lausberg (1982) 169-170· F.E. Consolino, “Σοφίης ἀμφοτέρης πρύτανιν: Gli epigrammi funerari di Gregorio Nazianzeno (AP VIII)”, Athenaeum n.s. 65 (1987) 412 σημ. 41. 119. Ο ίδιος γράφει ότι απευθύνει τα ποιήματά του στους νέους «ὥσπερ τι τερπνὸν τοῦτο δοῦναι φάρμακον, / πειθοῦς ἀγωγὸν εἰς τὰ χρησιμώτερα, / τέχνῃ γλυκάζων τὸ πικρὸν τῶν ἐντολῶν» (Ἔπη II.1.39. 39-41). Για την παιδαγωγική πλευρά της γρηγοριανής ποίησης, πέραν της παλαιάς διατριβής του W. Ackermann, Die didaktische Poesie des Gregorius von Nazianz, Diss. Leipzig 1903, βλ. D.A. Sykes, “Gregory Nazianzen as Didactic Poet”, στο: Studia Patristica 16/2 (Texte und Untersuchungen 129), Berlin 1985, 433-437· McGuckin (2001) 117-118· Prudhomme (2006) 290-313. 80 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ομόθεμων επιγραμμάτων. Η υπερβολή αυτή, ασύμβατη με κάθε ορθολογιστικό κριτήριο τόσο στην κλασική ελληνική όσο και στη νεότερη λογοτεχνική αισθητική, πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της πνευματικής–αναχωρητικής ασκήσεως του αρχομένου χριστιανικού μεσαίωνα. Όπως ο (αμόρφωτος) μοναχός δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ακαταπαύστως την ευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» και να συνάπτει ατελείωτους κόμπους στα κομποσχοίνια, έτσι και ο (λόγιος) Γρηγόριος υποβάλλει στον εαυτό του την αντοχή να γράψει πάνω από πέντε δεκάδες επιγραμμάτων για τη Νόννα και περισσότερες από οκτώ δεκάδες κατά των απαίσιων πράξεων των τυμβωρύχων! Στα επιγράμματά του ο Ναζιανζηνός δείχνει να συνδυάζει το ποιητικό – ρητορικό γύμνασμα με την αναχωρητική άσκηση. Α΄ ΜΕΡΟΣ Η δομή του α΄ μέρους –εξαιρουμένου του εισαγωγικού επιγράμματος για το οποίο θα κάνουμε λόγο ευθύς παρακάτω– εμφανίζεται ως εξής: Ο συμπιλητής της γρηγοριανής συλλογής ταξινομεί τις ομάδες επιγραμμάτων κατά την τάξη των προσώπων (και όχι κατά το πλήθος των ποιημάτων)· πρώτα ο αγαπητός φίλος και μέγας ιεράρχης Βασίλειος, δεύτερος ο πατέρας, κατόπιν η μητέρα· έπονται οι υπόλοιποι. Εντός εκάστης σειράς επιγραμμάτων για το ίδιο πρόσωπο το κριτήριο είναι η ποσότητα των στίχων κατά φθίνουσα πορεία: προτάσσονται τα πιο μακρά επιγράμματα και ακολουθούν τα περισσότερο 81 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ολιγόστιχα. Ανάμεσα στα επιγράμματα με ίδιο αριθμό στίχων δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά περαιτέρω ταξινομική αρχή.120 Εισαγωγικό επίγραμμα Το 8ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας ανοίγει με το ακόλουθο επίγραμμα: Ἐνθάδε τύμβος ἔχει θεοειδέας ἀνέρας ἐσθλούς, θεῖον Ἰωάννην, τὸν πάνυ Θευδόσιον, ὧν ἀρετὴ πολύολβος ἐς οὐρανοῦ ἄντυγας ἦλθε καὶ φωτὸς μετόχους δεῖξεν ἀκηρασίου. Αυτός εδώ ο τύμβος σκεπάζει άνδρες θεοειδείς κι ενάρετους, τον ιερό Ιωάννη και τον μεγάλο Θεοδόσιο· η τρισευλογημένη αρετή τους έφτασε στο ύψος του ουρανού και τους ανέδειξε κοινωνούς του θείου φωτός. Είναι βέβαιο ότι το επίγραμμα δεν ανήκει στον Γρηγόριο, ούτε στο όγδοο βιβλίο της ΠΑ. Είναι επιτύμβιο προς τιμήν του Ιωάννη του Χρυσοστόμου (ca 349-407) και του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ (346 -395), στα χρόνια του οποίου ο Χριστιανισμός εδραιώθηκε ως επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους. Το γεγονός ότι και οι δύο πέθαναν μετά τον Γρηγόριο αποκλείει την απόδοσή του στον τελευταίο. Το πιθανότερο είναι ότι συντάχθηκε από κάποιον μεταγενέστερο στιχουργό στο πνεύμα των γρηγοριανών επιγραμμάτων και παρεισέφρησε στο όγδοο βιβλίο εξ αιτίας αντιγραφικού λάθους: Ο επιμελητής του παλατινού κώδικα έγραψε την επικεφαλίδα του ογδόου βιβλίου ἐκ τῶν ἐπῶν τοῦ 120. Βλ. Waltz VI, 15-16. 82 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ανάμεσα στο ΠΑ 7.748 (δηλαδή το τελευταίο του εβδόμου βιβλίου) και στο 8.1, αντί να την αναγράψει ένα επίγραμμα παρακάτω. Με άλλα λόγια το επίγραμμά μας θα έπρεπε να είναι το τελευταίο του εβδόμου βιβλίου, το οποίο περιλαμβάνει τα επιτύμβια, και όχι το πρώτο του ογδόου.121 Το επίγραμμα απουσιάζει από τη χειρόγραφη παράδοση των έργων του Γρηγορίου, όπως είπαμε και παραπάνω, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι αποτελεί το μοναδικό επίγραμμα του ογδόου βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας που περιλαμβάνεται στην Πλανούδεια, η οποία –καθώς είδαμε– αγνοεί παντελώς τα γρηγοριανά επιγράμματα. Βασίλειος Καισαρείας Ο Γρηγόριος αφιερώνει στον Βασίλειο τα επιγράμματα 2-11b.122 Οι διήκουσες σταθερές των επιγραμμάτων αυτών είναι αφ’ ενός η φιλία του Γρηγορίου με τον τιμώμενο, και αφ’ ετέρου το κύρος και η αξία του Βασιλείου ως θεολόγου και ποιμενάρχη. 121. Βλ. Waltz VI, 10 και ad loc· πρβλ. Cameron (1993) 146. 122. Βλ. Τσάμης (1971)· C. Peri, Gregorio di Nazianzo: Epitaffi. Traduzione e commento, Milano 1975, 115-117· Χριστοφορίδης (1981) 398-403 και 434-435· Consolino (1987) 418-420· A. Quacquarelli, “Morte e vita eterna negli epitaffi di Gregorio Nazianzeno”, στο: Moreschini & Menestrina (1992) 32-33· με πολύ συναίσθημα και ολίγη επιστήμη ο Ι. Σακαλής, «Τὰ Ἐπιτάφια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ», στο: Ἀφιέρωμα εἰς μνήμην Ἀλ. Γκιαλά (Γ. Βερίτη), Ἀθῆναι 1958, εδώ 338-340. Για τη θέση του Βασιλείου Καισαρείας στο συνολικό έργο του Γρηγορίου, βλ. M.-M. Hauser-Meury, Prosopographie zu den Schriften Gregors von Nazianz, Bonn 1960, 39-44. – Τα επιγράμματα αυτά στην έκδοση του Migne συναποτελούν ένα επιτάφιο (το υπ’ αριθμόν 119, PG 38. 72-75). Επίγραμμα για τον Βασίλειο, εκτός του 8ου βιβλίου της ΠΑ, συναντάμε και στο 1. 86 (ανώνυμο). 83 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Με το πρώτο επίγραμμα της σειράς δηλώνεται η στενή φιλία – σε βαθμό εξαρτήσεως– του Γρηγορίου προς τον Βασίλειο.123 Ο ποιητής απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο προς τον φίλο του. ΠΑ 8. 2 (= Ἐπιτάφ. 119. 1-6)124 Σῶμα δίχα ψυχῆς ζώειν πάρος ἢ ἐμὲ σεῖο, Βασίλιε, Χριστοῦ λάτρι φίλ’, ὠιόμην· ἀλλ’ ἔτλην καὶ ἔμεινα. τί μέλλομεν; οὔ μ’ ἀναείρας θήσεις ἐς μακάρων σήν τε χοροστασίην; μή με λίπῃς, μή, τύμβον ἐπόμνυμι· οὔποτε σεῖο λήσομαι, οὐδ’ ἐθέλων. Γρηγορίοιο λόγος. Βασίλειε, διάκονε του Χριστού και φίλε, πίστευα ότι πιο πριν θα ζούσε το σώμα χωρίς ψυχή παρά εγώ δίχως εσένα. Αλλά το άντεξα κι επέζησα. Γιατί χρονοτριβούμε; Δεν θα με πάρεις να με φέρεις στη συντροφιά των μακαρίων ψυχών και στη δική σου; Μη με αφήσεις, μη! Στον τάφο σου ορκίζομαι· ποτέ δεν θα σε λησμονήσω, ακόμη κι αν το ήθελα. Του Γρηγορίου είναι αυτός ο λόγος! Ένα επόμενο επίγραμμα υποτίθεται πως ξεκινάει ως επιτύμβιο για τον Βασίλειο του τύπου: ο νεκρός ομιλεί από του τάφου,125 το 123. Η φιλία μεταξύ Γρηγορίου και Βασιλείου είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα· βλ. C. White, Christian Friendship in the Fourth Century, Cambridge 1992, 61-84· Ph. Rousseau, Basil of Caesarea, Berkeley et al. 1994, 234-239· F.W. Norris, “Your Honor, My Reputation: St. Gregory of Nazianzus’s Funeral Oration on St. Basil the Great, στο: T. Hägg – Ph. Rousseau (επιμ.), Greek Biography and Panegyric in Late Antiquity, Berkeley et al. 2000, 140-159· D. Konstan, “How to Praise a Friend: St. Gregory of Nazianzus’s Funeral Oration for St. Basil the Great”, στο: Hägg & Rousseau (2000) 160-179· R. Van Dam, Families and Friends in Late Roman Cappadocia, Philadelphia 2003, 139-184. 124. Για τα παρατιθέμενα στο κεφάλαιο αυτό επιγράμματα δηλώνουμε την αναφορά τόσο στην ΠΑ όσο και στο γρηγοριανό έργο. Μια concordance των επιγραμμάτων δίνει ο M. Geerard, Clavis Patrum Graecorum II: ab Athanasio ad Chryso-stomum, Turnhout 1974, 190-192. 84 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ οποίο, ωστόσο, καταλήγει σε αυτοαναφορικό για τον Γρηγόριο. Ο επιγραμματοποιός παρουσιάζει τον Βασίλειο να θεωρεί τη φιλία του με τον Γρηγόριο ως κεντρικό γεγονός του βίου του,126 άξιο μνημονεύσεως μαζί με την ιδιότητά του ως αρχιερέα της Καισάρειας. ΠΑ 8. 6 (= Ἐπιτάφ. 119. 25-30) Ἐνθάδε Βασιλίοιο Βασίλιον ἀρχιερῆα θέντο με Καισαρέες, Γρηγορίοιο φίλον, ὃν περὶ κῆρι φίλησα· Θεὸς δέ οἱ ὄλβια δοίη ἄλλα τε καὶ ζωῆς ὡς τάχος ἀντιάσαι ἡμετέρης. τί δ’ ὄνειαρ ἐπὶ χθονὶ δηθύνοντα τήκεσθ’ οὐρανίης μνωόμενον φιλίης; Εδώ με έθαψαν οι κάτοικοι της Καισαρείας, εμένα τον αρχιερέα Βασίλειο, γιο του Βασιλείου, τον φίλο του Γρηγορίου, που τον αγάπησα από καρδιάς. Μακάρι ο Θεός να του χαρίσει κάθε άλλη ευτυχία, και να απολαύσει όσο πιο γρήγορα γίνεται ζωή σαν και τη δική μου. Τι ωφελεί να καθυστερεί και να λειώνει στη γη, ενώ ποθεί την ουράνια φιλία; Δεν μπορούμε να αφήσουμε απαρατήρητο το οιονεί ερωτικό λεξιλόγιο του τελευταίου στίχου με το οποίο ο Γρηγόριος περιγράφει την επιθυμία του να συναντήσει τον Βασίλειο στον ουρανό: το απαρέμφατο τήκεσθαι με τη σημασία που εμφανίζεται το ρήμα σε ερωτικά συμφραζόμενα άλλων επιγραμμάτων της ΠΑ, 125. Για τη σχετική επιγραφική παράδοση από την ελληνική αρχαιότητα, βλ. Peek GV 926 κ.εξ. 126. Ο Δ. Τσάμης, ο οποίος προβαίνει σε πολλές λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, σχολιάζει επ’ αυτού εύστοχα: «Πρόκειται μᾶλλον περὶ ἐκφράσεως τοῦ ἐνδομύχου πόθου τοῦ Γρηγορίου, περὶ τοῦ ὁποίου οὗτος κατὰ βάθος διετήρει ἱκανὰς ἀμφιβολίας» (1971: 28 σημ. 14). 85 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ και τη μετοχή μνωόμενον όπως σημασιολογείται στην ομηρική Οδύσσεια.127 Η θερμική ένταση του λεξιλογίου αποτελεί απόηχο όσων ο Γρηγόριος με ιδιαίτερη φόρτιση γράφει για τη φιλική του σχέση με τον Βασίλειο στον Επιτάφιο προς τιμήν του (Λόγ. 43.19, έκδ. Bernardi): Ὡς δέ, προϊόντος τοῦ χρόνου, τὸν πόθον ἀλλήλοις καθωμολογήσαμεν, καὶ φιλοσοφίαν εἶναι τὸ σπουδαζόμενον, τηνικαῦτα ἤδη τὰ πάντα ἦμεν ἀλλήλοις, ὁμόστεγοι, ὁμοδίαιτοι, συμφυεῖς, τὸ ἓν βλέποντες, ἀεὶ τὸν πόθον ἀλλήλοις συναύξοντες θερμότερόν τε καὶ βεβαιότερον.128 Ο χρυσός κρίκος της φιλίας του Γρηγορίου με τον Βασίλειο υπήρξε αναμφίβολα η περίοδος των σπουδών τους στην Αθήνα:129 Ἀθήνας τὰς χρυσᾶς ὄντως ἐμοί, καὶ τῶν καλῶν προξένους, εἴπερ τινί. Ἐκεῖναι γάρ μοι τὸν τοῦτον ἐγνώρισαν τελεώτερον, οὐδὲ πρὶν 127. Πρβλ. ΠΑ 5.278. 2· 7.31. 1 (το ρ. τήκω, -ομαι, σε ερωτικά συμφραζόμενα) και Όμ. Ὀδ. 1.39· 11.287· 16.77· 19.529 (το ρ. μνάομαι στην Οδύσσεια με τη σημασία: ζητώ να κερδίσω την αγάπη κάποιας γυναίκας, ζητώ να πάρω ως γυναίκα μου, εξ ου: μνηστήρ). 128. Πρβλ. και την παραπομπή στην περίφημη ομηρική παρομοίωση (Ἰλ. 6.506 κ.εξ.) με τον ίππο που οιστρηλατημένος από πόθο σπάει τα δεσμά (Λόγ. 43. 24). Βλ. Ν. McLynn, “Gregory Nazianzen’s Basil: the literary construction of a Christian friendship”, Studia Patristica 37, Leuven 2001, 178-193 (= McLynn [2009] VII)· McGuckin (2001) 80-81. Τη ρητορική της φιλίας που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος, για τη σχέση του με τον Βασίλειο, στον Ἐπιτάφιό του (Λόγ. 43) εξετάζει αναλυτικά ο J. Børtnes, “Eros Transformed: Same-Sex Love and Divine Desire. Reflections on the Erotic Vocabulary in St. Gregory of Nazianzus’s Speech on St. Basil the Great”, στο: Hägg & Rousseau (2000) 180-193. Για ζητήματα ορολογίας γύρω από τη φιλία των δύο ανδρών, βλ. K. Treu, “Φιλία und Ἀγάπη: Zur Terminologie der Freundschaft bei Basilius und Gregor von Nazianz”, Studii Clasice 3 (1961) 421-427. 129. Βλ. Κ.Ι. Δυοβουνιώτης, Ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς ὡς φοιτηταὶ τοῦ ἀρχαίου Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἐν Ἀθήναις 1931· Μπόνης (1982) 56-61· Παπαδόπουλος (1991) 43-47· White (1992) 61-84· Rousseau (1994) 27-60· McGuckin (2001) 54 κ.εξ. Ο Γρηγόριος έμεινε περισσότερα χρόνια στην Αθήνα (348-358), ο Βασίλειος λιγότερα (349-355)· [στις χρονολογίες ακολουθώ τους McGuckin (2001) viii και Rousseau (1994) 28 αντίστοιχα]. 86 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ἀγνοούμενον· καὶ λόγους ἐπιζητῶν, εὐδαιμονίαν ἐκομισάμην.130 Ο Γρηγόριος αφιερώνει αρκετές παραγράφους για τα χρόνια της τότε συμβίωσής τους στον Επιτάφιο λόγο για τον Βασίλειο (Λόγ. 43. 14-23). Εδώ ο ποιητής συμπυκνώνει, σε ένα δίστιχο για τις ανάγκες του επιγράμματος, τη νοσταλγία γι’ αυτή την περίοδο ευτυχούς συνύπαρξης και φιλίας σε αντίστιξη με την πίκρα για τη μη εκπλήρωση των κοινών αποφάσεων που έλαβαν τότε: ΠΑ 8. 8 (= Ἐπιτάφ. 119. 35-38) Ὦ λόγοι, ὦ ξυνὸς φιλίης δόμος, ὦ φίλ’ Ἀθῆναι, ὦ θείου βιότου τηλόθε συνθεσίαι, ἴστε τόδ’, ὡς Βασίλειος ἐς οὐρανόν, ὡς ποθέεσκεν, Γρηγόριος δ’ ἐπὶ γῆς χείλεσι δεσμὰ φέρων.131 Ω λόγια! Ω κοινή στέγη της φιλίας, ω αγαπημένη Αθήνα! Ω μακρινές υποσχέσεις για μια ζωή αφιερωμένη στον Θεό! Μάθετε τούτο, ότι ο Βασίλειος έφτασε στον ουρανό, όπως ποθούσε, κι ο Γρηγόριος στη γη έχει δεμένα τα χείλη του! 130. Λόγ. 43. 14. 131. Στ. 1: Το χφ (Pb) παραδίδει μῦθοι αλλά οι εκδότες (Paton, Waltz, Beckby) διορθώνουν σε μύθοι λόγω της αναγκαίας βραχύτητας του ύψιλον. Εμείς υιοθετούμε εδώ τη γραφή λόγοι από τη γρηγοριανή παράδοση. Η δικαιολόγηση δίνεται αναλυτικά στο κεφάλαιο για το μέτρο, σσ. 214-215. – Στ. 4: Τα «δεσμά» στα χείλη του Γρηγορίου υποδηλώνουν τη σιωπή που επέβαλε στον εαυτό του μετά τη δραματική παραίτησή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της νηστείας προ του Πάσχα του 382 εφάρμοσε τη σιωπή –για λόγους ασκήσεως– σε απόλυτο βαθμό· δεν μιλούσε ούτε όταν δεχόταν επισκέψεις, μια πρακτική ασυνήθιστη στους πατέρες της εκκλησίας. Εξωτερικευόταν, ωστόσο, μέσω της ποιητικής δημιουργίας. Βλ. Ἔπη ΙΙ.1.34· περαιτέρω: Παπαδόπουλος (1991) 191-192· Τσάμης (1971) 31 σημ. 19· Abrams Rebillard (2003) 133-134 με σημ. 12. Για τη λειτουργία της σιωπής στην ποιητική του Γρηγορίου, βλ. αναλυτικά, F. Gautier, “Le carême de silence de Grégoire de Nazianze: une conversion à la littérature?”, Revue des Études Augustiniennes 47 (2001) 97-143· του ιδίου (2002) 195-213· Prudhomme (2006) 228-274. 87 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Σε άλλα επιγράμματα της ομάδας αυτής τονίζεται η ισχύς του θεολογικού λόγου και η αξιοπιστία του εκκλησιαστικού βίου του Βασιλείου με αφορμή τα προβλήματα των αιρέσεων που ταλαιπωρούσαν τη Χριστιανική Εκκλησία κατά την περίοδο αυτή: ΠΑ 8. 4 (= Ἐπιτάφ. 119. 13-18) Κόσμος ὅλος μύθοισιν ὑπ’ ἀντιπάλοισιν ἀεικῶς σείεται, ὁ Τριάδος κλῆρος ὁμοσθενέος· αἰαῖ, Βασιλίου δὲ μεμυκότα χείλεα σιγᾷ. ἔγρεο· καὶ στήτω σοῖσι λόγοισι σάλος σαῖς τε θυηπολίῃσι· σὺ γὰρ μόνος ἶσον ἔφηνας καὶ βίοτον μύθῳ καὶ βιότητι λόγον. Ο κόσμος όλος συγκλονίζεται ανεπίτρεπτα από αντικρουόμενα δόγματα, όλη η κτήση της ομοδύναμης Τριάδας. Αλίμονο, τα χείλη του Βασιλείου μένουν κλεισμένα και σιωπούν. Σήκω πάνω! Κι ας σταματήσει ο σάλος με τα λόγια σου και με τις θυσίες σου. Γιατί είσαι ο μόνος που έχεις εξισώσει τη ζωή σου με τους λόγους σου, και τους λόγους με τη ζωή σου. Προβλήματα σχετικά με τον συνολικό αριθμό των επιγραμμάτων που αφιέρωσε ο Γρηγόριος στον Βασίλειο προξένησε το τελευταίο στη σειρά ποίημα. ΠΑ 8. 11 (= Ἐπιτάφ. 119. 47-52) Χαίροις, ὦ Βασίλειε, καὶ εἰ λίπες ἡμέας, ἔμπης· Γρηγορίου τόδε σοι γράμμ’ ἐπιτυμβίδιον, μῦθος ὅδ’, ὃν φιλέεσκες· ἔχοις χρέος, ὦ Βασίλειε, τῆς φιλίης καὶ σοὶ δῶρον ἀπευκτότατον. Γρηγόριος, Βασίλειε, τεῇ κόνι τήνδ’ ἀνέθηκα 88 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ τῶν ἐπιγραμματίων, θεῖε, δυωδεκάδα.132 Νά ’σαι καλά, Βασίλειε, έστω κι αν μας άφησες· για σένα είναι αυτό εδώ το επιτύμβιο επίγραμμα του Γρηγορίου, ο λόγος τούτος που πάντα αγαπούσες. Δέξου, Βασίλειε, το χρέος της φιλίας, παρ’ όλο που εσύ δεν επιθύμησες καθόλου αυτό το δώρο. Εγώ ο Γρηγόριος, στον τάφο σου, ιερέ Βασίλειε, αφιέρωσα αυτή τη δωδεκάδα των επιγραμμάτων. Ενώ στο τελευταίο δίστιχο γίνεται λόγος ρητά για δώδεκα επιγράμματα προς τιμήν του Βασιλείου, στο όγδοο βιβλίο της ΠΑ βρίσκουμε δέκα: τα υπ’ αριθμόν 2-11. Η προσφορότερη λύση είναι να θεωρήσουμε ότι από τα δώδεκα επιγράμματα που έγραψε, κατά δήλωσή του, ο Γρηγόριος, ο συντάκτης της συλλογής συμπεριέλαβε μόνο τα δέκα.133 Εν κατακλείδι, στα επιγράμματα αυτά δεν δηλώνεται δυσαρέσκεια εκ μέρους του Γρηγορίου, ούτε η παραμικρή έκφραση της ψυχρότητας που δημιουργήθηκε στις σχέσεις των δύο ανδρών λόγω του ζητήματος της επισκοπής των Σασίμων.134 Η πικρία που 132. Στ. 3: ἔχοις χρέος: η γραφή αυτή διαφοροποιείται από τις επιλογές των Beckby (ἔχεις χρέος) και Waltz, Paton (ἔχοις χερός). Πιστεύω ότι η εδώ προτεινόμενη επιλογή γραφών (ἔχοις χρέος) και συντακτικά λειτουργεί καλύτερα και το νόημα εξυπηρετεί πιο ικανοποιητικά. Η (ευχετική) ευκτική ταιριάζει περισσότερο στο ύφος του επιγράμματος από μια επιβλητική οριστική, και η λ. χρέος συντάσσεται ομαλότερα ως αντικείμενο του ρημ. ἔχοις απ’ ό,τι το χερός. (΄Ετσι και η Consolino [1987] 419). 133. Κατά καιρούς έχει προταθεί ο τεμαχισμός σε δύο μέρη των επιγραμμάτων 10 (στ. 1-2 και 2-4) και 11 (στ. 1-4 και 5-6) από τους Boissonande και Jacobs αντιστοίχως, προκειμένου να αρθεί η ασυμφωνία των αριθμών. Για το επίγρ. 10 δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, αποχρών λόγος διαιρέσεως. Το τελευταίο, όμως, δίστιχο του επιγρ. 11 θα μπορούσε να σταθεί μόνο του ως ακροτελεύτιο επίγραμμα της σειράς. Ο Beckby το διαχωρίζει ως 11b, ενώ ο Waltz κρατά το 11 ενωμένο. Πρβλ. Waltz VI, 105· Lausberg (1982) 169. 134. Το 372 ο Βασίλειος, Μητροπολίτης Καισαρείας, με σκοπό την επαύξηση της επιρροής του στην εκκλησιαστική εξουσία της Καππαδοκίας, ίδρυσε την επισκοπή Σασίμων και πίεσε φορτικά τον Γρηγόριο να αναλάβει τη διοίκησή της. 89 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ένιωσε ο Γρηγόριος αφήνεται να διαφανεί καθαρά στο μακρό αυτοβιογραφικό του ποίημα (ΙΙ.1.11. 386 κ.εξ.). Γρηγόριος ο πρεσβύτερος Ο ποιητής αφιερώνει στον πατέρα του Γρηγόριο δώδεκα επιγράμματα (12-23)135. Στα περισσότερα από αυτά (τα εννέα από τα δώδεκα) ο τιμώμενος εμφανίζεται να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Ακούμε για τα βαθιά του γεράματα, τη διαποίμανση της επισκοπής του, τις παρακαταθήκες που αφήνει στον γιο του Γρηγόριο. ΠΑ 8. 12 (= Ἐπιτάφ. 55) Ἔνθ’ ἐκατονταέτης, ζωῆς βροτέης καθύπερθε, Πνεύματι καὶ θώκῳ τεσσαρακονταέτης, μείλιχος, ἡδυεπής, λαμπρὸς Τριάδος ὑποφήτης, νήδυμον ὕπνον ἔχω Γρηγορίοιο δέμας, ψυχὴ δὲ πτερόεσσα λάχεν Θεόν. ἀλλ’ ἱερῆες Ο Γρηγόριος, ωστόσο, ουδέποτε εγκαταστάθηκε στο «δεινῶς ἀπευκτὸν καὶ στενὸν κωμύδριον» (Ἔπη ΙΙ.1.11. 442). Βλ. Παπαδόπουλος (1991) 73-81· Rousseau (1994) 234236· αναλυτικά, McGuckin (2001) 169-227. 135. Βλ. Τσάμης (1975) 55-63· Χριστοφορίδης (1981) 404-409 και 435-436· Μπόνης (1982) 32-35· M. Corsano, “Autobiografia e tecnica poetica: gli epitaffi di Gregorio Nazianzeno al padre (Anth. Pal. 8, 12-23)”, Rudiae 13-14 (2001-2002) 43-55· Milo (2005) 439-451· Σακαλής (1958) 332-333· Peri (1975) 113-114. – Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αφιερώνει στίχους για τον πατέρα του και στα Ἔπη ΙΙ.1.11. 51 κ.εξ. και ΙΙ.1.1. 123 κ.εξ., καθώς και έναν επιτάφιο προς τιμήν του (Λόγ. 18). Γενικότερα, για τις μαρτυρίες περί του Γρηγορίου του πρεσβυτέρου στο έργο του Γρηγορίου υιού, βλ. Hauser-Meury (1960) 88-90. Περαιτέρω: McGuckin (2001) 1-3· Κ.Γ. Μπόνης, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἤτοι τὸ γενεαλογικὸν δένδρον Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζη-νοῦ καὶ ὁ πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου συγγενικὸς αὐτοῦ δεσμός. Πατρολογικὴ καὶ γενεαλογικὴ μελέτη, Ἐν Ἀθήναις 1953, 50-54· H.M. Werhahn, “Gregorios v. Nazianz d. Ä.”, LThK 4 (1960) 1209. 90 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ἁζόμενοι κείνου καὶ τάφον ἀμφέπετε. Στα εκατό μου χρόνια, πέρα από τα όρια της ανθρώπινης ζωής, σάραντα χρόνια υπηρέτης του Πνεύματος και του επισκοπικού θρόνου, μειλίχιος, γλυκομίλητος, λαμπρός κήρυκας της Τριάδας, εδώ κοιμάμαι ύπνο βαθύ, εγώ, το σώμα του Γρηγορίου. Η φτερωτή ψυχή μου πήγε στον Θεό. Λοιπόν, εσείς ιερείς, να σέβεστε και να φροντίζετε τον τάφο του! Συνεχείς είναι οι υπαινιγμοί στο μη χριστιανικό παρελθόν του 136 και στο θέμα της μεταστροφής του στη νέα θρησκεία. ΠΑ 8. 13 (= Ἐπιτάφ. 56) Ἔκ με πικρῆς ἐκάλεσσε Θεὸς μέγας ἀγριελαίης· ποίμνης ἡγεμόνα θῆκε τὸν οὐδ’ ὀίων ἔσχατον, ἐκ πλευρῆς δὲ θεόφρονος ὄλβον ἔνειμεν. γῆρας δ’ ἐς λιπαρὸν ἱκόμεθ’ ἀμφότεροι· ἱρὸς ἐμῶν τεκέων ἀγανώτατος· εἰ δὲ τελευτὴν ἔτλην Γρηγόριος, οὐ μέγα· θνητὸς ἔην. Από πικρή αγριελιά με κάλεσε ο μεγάλος Θεός, έκανε αρχηγό του ποιμνίου αυτόν που δεν ήταν ούτε το τελευταίο 136. Για τους Υψιστάριους, τη μονοθεϊστική ιουδαιο-παγανιστική αίρεση της οποίας ακόλουθος ήταν ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος, βλ. Λόγ. 18.5· Lampe PGL, 1468, s.v. «Ὑψιστάριοι». Περαιτέρω: B. Wyss, “Zu Gregor von Nazianz”, στο: Phyllobolia für Peter von der Mühll, Basel 1946, 172-183· S. Mitchell, “The Cult of Theos Hypsistos between Pagans, Jews, and Christians”, στο: P. Athanassiadi – M. Frede (επιμ.), Pagan Monotheism in Late Antiquity, Oxford 1999, 81-148· του ιδίου, “Further thoughts on the cult of Theos Hypsistos”, στο: St. Mitchell – P. Van Nuffelen (επιμ.), One God. Pagan Monotheism in the Roman Empire, Cambridge 2010, 167-208. Πρβλ. M. Stein, “Die Verehrung des Theos Hypsistos: Ein allumfassender pagan-jüdischer Synkretismus“, Epigraphica Anatolica 33 (2001) 119-126· M. Meerson, “One God Supreme: A Case Study of Religious Tolerance and Survival”, Journal of Greco-Roman Christianity and Judaism 7 (2010) 32-50. 91 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ πρόβατο· από την ευσεβή “πλευρά” μου μού χάρισε ευτυχία. Μαζί φτάσαμε σ’ ευτυχισμένα γεράματα. Από τα παιδιά μου το πιο αγαπητό είναι ιερέας. Κι αν ο θάνατος με βρήκε εμένα τον Γρηγόριο, δεν είναι σπουδαίο· θνητός ήμουν! Σε πέντε ακόμη επιγράμματα θίγεται το ζήτημα της προηγούμενης θητείας του στην αίρεση των Υψισταρίων, πάντοτε με τη χρήση μεταφορικής γλώσσας.137 Εντύπωση προκαλεί στην ομάδα αυτή επιγραμμάτων το όχι απλώς αυτοαναφορικό αλλά αυτοεγκωμιαστικό περιεχόμενό τους, σε τέτοια συχνότητα ώστε να έχει διατυπωθεί επιφύλαξη αν όντως ανήκουν στον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό.138 Ένα καλό δείγμα139 είναι το ΠΑ 8. 15 (= Ἐπιτάφ. 58. 1-4): Αὐτὸς νηὸν ἔρεψα Θεῷ καὶ δῶχ’ ἱερῆα Γρηγόριον καθαρῇ λαμπόμενον Τριάδι, ἄγγελον ἀτρεκίης ἐριηχέα, ποιμένα λαῶν, ἠίθεον σοφίης ἀμφοτέρης πρύτανιν. Εγώ ο ίδιος ύψωσα ναό για τον Θεό και Του έδωσα για ιερέα τον Γρηγόριο που τον φωτίζει η άχραντη Τριάδα, βροντερό κήρυκα της αλήθειας, ποιμένα ανθρώπων, νεαρό διδάσκαλο και της μίας σοφίας και της άλλης. Όπως θα εξετάσουμε όμως και παρακάτω, στα εἰς ἑαυτὸν επιγράμματα, οι αυτοεπαινετικές αναφορές του Γρηγορίου δεν είναι ασυνήθιστες, και δεν θεωρώ ότι είναι αυτός ικανός λόγος να 137. Συνήθως οι μεταφορές λαμβάνονται από τον αγροτοποιμενικό κόσμο: 17. 1-2, 18. 1, 19. 1. Βλ. επίσης 14. 2-3, 23. 2-3. 138. Από τον M. Desrousseaux σε ανέκδοτη σημείωσή του, βλ. Waltz VI, 106· πρβλ. Χριστοφορίδης (1981) 436 σημ. 13. 139. Πρβλ. 16, 20, 22. 92 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ αμφισβητήσουμε την αποδιδόμενη πατρότητα αυτών των επιγραμμάτων. Νόννα Στη μητέρα του Νόννα ο Γρηγόριος αφιέρωσε 53 επιγράμματα (2474),140 τα περισσότερα –μακράν– από όσα σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.141 Εξυμνούν την καταγωγή της από ευσεβή χριστιανική οικογένεια, τη συμβολή της στη μεταστροφή του συζύγου της, την τεκνοποίησή της σε προχωρημένη ηλικία ως άλλης ὀψιτόκου Σάρας, το λειτούργημά της ως διακόνισσας, και τέλος τις δραματικές συνθήκες υπό τις οποίες έφυγε από τη ζωή: η Νόννα πέθανε μέσα στον ναό ενώ προσευχόταν. Η συσσώρευση τόσο πολλών επιγραμμάτων για το ίδιο πρόσωπο έχει προκαλέσει την απορία των κατά καιρούς αναγνωστών του Γρηγορίου. Ο ίδιος ο ποιητής, προλαμβάνοντας, δίνει τη δική του απάντηση σε εξάμετρους στίχους: ΠΑ 8. 30 (= Ἐπιτάφ. 71) Γρηγόριον βοόωσα παρ’ ἀνθοκόμοισιν ἀλωαῖς ἤντεο, μῆτερ ἐμή, ξείνης ἄπο νισσομένοισι, 140. Δύο επιγράμματα δεν έχουν δική τους ξεχωριστή αρίθμηση και λαμβάνουν την ένδειξη από το προηγούμενο: 52b και 67b. 141. Για τη Νόννα, βλ. F. Dölger, “Nonna, ein Kapitel über christliche Volksfrömmigkeit des 4. Jh.“, Antike und Christentum 5 (1936) 44-75· H. Engberding, LThK 7 (1962) 1026· Παπαδόπουλος (1991) 25 κ.εξ.· Μπόνης (1953) 54-65 και (1982) 35-37. Τα επιγράμματα σχολιάζουν οι Τσάμης (1975) 63-83· Quacquarelli στο: Moreschini & Menestrina (1992) 29-31· F. Conca, “Gli epigrammi di Gregorio Nazianzeno”, Koinônia 24 (2000) 50-60· U. Criscuolo, “Sugli epigrammi di Gregorio di Nazianzo”, στο: G. Lozza – St. Martinelli Tempesta (επιμ.), L’epigramma greco. Problemi e prospettive, Milano 2007, 42-48. Από τα υπόλοιπα έργα του Γρηγορίου οι περισσότερες μαρτυρίες για τη μητέρα του απαντούν στον Λόγ. 18 (Ἐπιτάφιος εἰς τὸν πατέρα)· περαιτέρω, Hauser-Meury (1960) 134-135. 93 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ χεῖρας δ’ ἀμπετάσασα φίλας τεκέεσσι φίλοισι, Γρηγόριον βοόωσα· τὸ δ’ ἔζεεν αἷμα τεκούσης ἀμφοτέροις ἐπὶ παισί, μάλιστα δὲ θρέμματι θηλῆς· τοὔνεκα καὶ σὲ τόσοις ἐπιγράμμασι, μῆτερ, ἔτισα.142 «Γρηγόριε!», φώναζες, όταν στους ανθοστολισμένους κήπους ερχόσουν, μητέρα μου, να υποδεχθείς τα αγαπημένα σου παιδιά που επέστρεφαν από την ξενιτιά, ανοίγοντας την αγαπημένη σου αγκαλιά. «Γρηγόριε!», φώναζες. Το αίμα της μάνας έβραζε και για τους δυο της γιους, κυρίως όμως για κείνον που η ίδια θήλασε. Γι’ αυτό, μητέρα, τόσα επιγράμματα σού αφιέρωσα. Τις πολλές αρετές της Νόννας επιχειρεί ο ποιητής να συμπτύξει στο επόμενο επίγραμμα συνθέτοντας ένα κλασικού τύπου αντιθετικό σχήμα Priamel.143 ΠΑ 8. 31 (= Ἐπιτάφ. 73) Ἄλλη μὲν κλεινή τις ἐνοικιδίοισι πόνοισιν, ἄλλη δ’ ἐκ χαρίτων ἠδὲ σαοφροσύνης, ἄλλη δ’εὐσεβίης ἔργοις καὶ σαρκὸς ἀνίαις, δάκρυσιν, εὐχωλαῖς, χερσὶ πενητοκόμοις· Νόννα δ’ ἐν πάντεσσιν ἀοίδιμος· εἰ δὲ τελευτὴν τοῦτο θέμις καλέειν, κάτθανεν εὐχομένη. Άλλη γυναίκα είναι ξακουστή για τις οικιακές της εργασίες, άλλη για τις χάρες της και για τη σωφροσύνη της, άλλη για τα έργα της ευσέβειάς της και του σώματος τις ταλαιπωρίες, 142. Ο λόγος στο επίγραμμα αυτό είναι για τους δύο γιους της Νόννας, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο, που πιθανότατα επιστρέφουν από τις πόλεις των σπουδών τους, την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια αντιστοίχως. Ο Γρηγόριος ήταν ο πρωτότοκος. 143. Βλ. και παρακάτω, σ. 203. 94 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ για τα δάκρυα, για τις προσευχές, για τη γενναιοδωρία στους φτωχούς. Η Νόννα, όμως, είναι σε όλα φημισμένη· κι αν είναι σωστό να το λέμε αυτό θάνατο, πέθανε ενώ προσευχόταν. Από τα πολλά ξεχωρίζουν δύο ακόμη επιγράμματα για τη μητέρα του ποιητή. Στο πρώτο ο λόγος δίνεται στον τάφο. Ο Γρηγόριος με εξαιρετική περιεκτικότητα αμιλλάται καλές στιγμές των ελληνικών επιτυμβίων. ΠΑ 8. 38 (= Ἐπιτάφ. 74) Νόνναν, ἐπουρανίοισιν ἀγαλλομένην φαέεσσι καὶ ῥίζης ἱερῆς πτόρθον ἀειθαλέα, Γρηγορίου ἱερῆος ὁμόζυγα καὶ πραπίδεσσιν εὐαγέων τεκέων μητέρα, τύμβος ἔχω. Τη Νόννα που χαίρεται το επουράνιο φώς, αειθαλή βλαστό από ιερή ρίζα, σύζυγο του ιερέα Γρηγορίου και μητέρα παιδιών με ψυχή αμόλυντη, ο τάφος σκεπάζω! Στο δεύτερο ο ποιητής επιλέγει την –όχι συνήθη– μεικτή μορφή ενός τρίστιχου πληροφορίες επιγράμματος μιας επιτύμβιας για να δώσει επιγραφής. Οι τις τυπικές δύο πρώτοι ελεγειακοί στίχοι έχουν διαλογική μορφή (ανάμεσα στο μνήμα και έναν περαστικό;), ενώ ο τελευταίος εξάμετρος λαμβάνει τη θέση εκφωνήσεως του ποιητή.144 ΠΑ 8. 58 (= Ἐπιτάφ. 99) Νόννα Φιλτατίου. – «Καὶ ποῦ θάνε;» – Τῷδ’ ἐνὶ νηῷ. – 144. Για το επίγραμμα αυτό βλ. και παρακάτω, σ. 167. 95 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ «Καὶ πῶς;» – Εὐχομένη. – «Πηνίκα;» – Γηραλέη. – «Ὢ καλοῦ βιότοιο καὶ εὐαγέος θανάτοιο.» Είναι η Νόννα, κόρη του Φιλτάτιου. – «Και πού πέθανε;» – Σ’ αυτόν εδώ τον ναό. – «Και πώς;» – Ενώ προσευχόταν. – «Σε τι ηλικία;» – Γερόντισσα. – Τι ευτυχισμένη ζωή και τι εξαίσιος θάνατος!» Το γιατί ο Γρηγόριος γράφει πολλά παράλληλα επιγράμματα είναι ένα φιλολογικό ερώτημα που προσπαθήσαμε να το προσεγγίσουμε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου. Το ότι, όμως, στο πρώτο αυτό μέρος των επιγραμμάτων, εκ των πολλών τα πλείστα αφιερώνονται στη Νόννα δείχνει την εντελώς ιδιαίτερη σχέση του προς τη μητέρα· σχέση ψυχολογικώς (ίσως, και ψυχαναλυτικώς) ερμηνεύσιμη, αν ληφθεί υπ’ όψη η εύθραυστη φύση του ποιητή. Εἰς ἑαυτὸν και οικογενειακά Ο κύκλος αυτός των δέκα επιγραμμάτων (75-84) περιλαμβάνει δύο (75-76) με ευχές των γονέων του προς τον ίδιο τον ποιητή, άλλα δύο (77-78) που αναφέρονται σε ολόκληρη την οικογένειά του, του ιδίου συμπεριλαμβανομένου, και τέλος έξι ακόμη (79-84) που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αυτοβιογραφικά και να ενταχθούν στην –οικεία για τον Γρηγόριο– κατηγορία τών εἰς ὲαυτόν.145 Μια ξεχωριστή θέση στην ομάδα αυτή κατέχει το ακόλουθο επίγραμμα, το οποίο δείχνει όλο το συγκινησιακό υπόβαθρο της συγγραφής των επιτυμβίων για τα αγαπημένα του πρόσωπα. Ο Γρηγόριος μέσα σε λίγα χρόνια βιώνει αλλεπάλληλους θανάτους: 145. Βλ. F. Caduti, “Gli epitaffi su se stesso di San Gregorio Nazianzeno: teologia e poesia della morte”, Vivens Homo 14/1 (2003) 43-72. 96 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΠΑ 8. 78 (= Ἔπη ΙΙ.1.90) Πρῶτος Καισάριος ξυνὸν ἄχος· αὐτὰρ ἔπειτα Γοργόνιον· μετέπειτα πατὴρ φίλος· οὐ μετὰ δηρὸν μήτηρ. ὦ λυπρὴ παλάμη καὶ γράμματα πικρά. Γρηγορίου γράψω καὶ ἐμὸν μόρον ὑστατίου περ. Πρώτος έφυγε ο Καισάριος κι έφερε θλίψη σε όλους. Κι έπειτα η μικρή Γοργονία· μετέπειτα ο αγαπημένος πατέρας, και μετά από λίγο η μητέρα. Ω χέρι αξιολύπητο και στίχοι πικροί! Και τον δικό μου θάνατο θα γράψω, εγώ ο Γρηγόριος, αφού είμαι ο τελευταίος. Η ποιητική αυτοβιογραφία αποτελεί σταθερή λογοτεχνική προτίμηση του Γρηγορίου. Στο επόμενο επίγραμμα ο ποιητής, προσαρμόζοντας την αυτοβιογραφική αφήγηση στις ανάγκες βραχυλογίας του είδους, συνοψίζει τους δέκα κομβικούς σταθμούς της ζωής του:146 ΠΑ 8. 79 (= Ἔπη II.1.93) Πρῶτα μὲν εὐξαμένῃ με Θεὸς πόρε μητρὶ φαεινῇ· δεύτερον, ἐκ μητρὸς δῶρον ἔδεκτο φίλον· τὸ τρίτον αὖ, θνῄσκοντά μ’ ἁγνὴ ἐσάωσε τράπεζα· τέτρατον, ἀμφήκη μῦθον ἔδωκε Λόγος· πέμπτον, παρθενίη με φίλοις προσπτύξατ’ ὀνείροις· ἕκτον, Βασιλίῳ σύμπνοα ἦρα φέρον· ἕβδομον, ἐκ βυθίων με Φερέσβιος ἥρπασε κόλπων· ὄγδοον αὖ, ὁσίοις ἐξεκάθηρα χέρας· εἴνατον, ὁπλοτέρῃ Τριάδ’ ἤγαγον, ὦ Ἄνα, Ῥώμῃ· 146. Πρβλ. Criscuolo (2007) 37-39. 97 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ βέβλημαι δέκατον λάεσιν ἠδὲ φίλοις.147 Πρώτα ο Θεός με χάρισε στη λαμπρή μητέρα μου μετά τις προσευχές της. Δεύτερο, από τη μητέρα μου ο Θεός με δέχτηκε ως δώρο προσφιλές. Τρίτο, από θανάσιμο κίνδυνο με έσωσε η Αγία Τράπεζα. Τέταρτο, την τέχνη του λόγου δίκοπη μου έδωσε ο Θεός. Πέμπτο, η παρθενία με όνειρα γλυκά μέ πήρε στην αγκαλιά της. Έκτο, συνδέθηκα με καρδιακή φιλία με τον Βασίλειο. Έβδομο, ο Δημιουργός της ζωής με έσωσε από τα βάθη της θάλασσας. Όγδοο πάλι, με όσια έργα εξάγνισα τα χέρια μου. Ένατο, έφερα την Τριάδα, Κύριε, στη Νέα Ρώμη. Δέκατο, έχω λιθοβοληθεί και από φίλους. Στην ευρύτερη αυτή ομάδα αυτοαναφορικών επιγραμμάτων μερικά έχουν τέτοιες αυτοεγκωμιαστικές δηλώσεις που προκαλούν ερωτηματικά. ΠΑ 8. 82 (= Ἔπη ΙΙ.1.97) Τυτθὸν ἔτι ζώεσκες ἐπὶ χθονί, πάντα δὲ Χριστῷ δῶκας ἑκών, σὺν τοῖς καὶ πτερόεντα λόγον· νῦν δ’ ἱερῆα μέγαν σε καὶ οὐρανίοιο χορείης οὐρανὸς ἐντὸς ἔχει, κύδιμε Γρηγόριε. 147. Στ. 3: Σοβαρό πρόβλημα υγείας αναφέρει ο Γρηγόριος στο ποίημα ΙΙ.1.1. 327-328. – Στ. 4: ἀμφήκη μῦθον: και χριστιανικό και θύραθεν (πρβλ. ΠΑ 8.15. 4: ἠίθεον σοφίης ἀμφοτέρης πρύτανιν)· πολύ λιγότερο πιθανή η εκδοχή του Beckby, ad loc.: «και πεζό και ποιητικό λόγο». – Στ. 7: Κίνδυνο στη θάλασσα περιγράφει ο Γρηγόριος στον Λόγ. 18. 31. – Στ. 9: Υπαινιγμός για τις αιρέσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στην Κωνσταντινούπολη, πρβλ. ΠΑ 8.4. 1-2. – Στ. 10: Για επιθέσεις διά λιθοβολισμού που είχε δεχτεί, βλ. Ἐπιστ. 77 και 95· Ἔπη ΙΙ.1.11. 665667 και ΙΙ.1.40. 21. Ο υπαινιγμός για τους φίλους που τον πρόδωσαν απευθύνεται κυρίως στον φιλόδοξο και ραδιούργο (λυσσῶδες κακόν…κητῶδες τέρας, Ἔπη ΙΙ.1.11. 751-753) Μάξιμο, τον κυνικό φιλόσοφο· βλ. Παπαδόπουλος (1991) 117 κ.εξ.· McGuckin (2001) 311 κ.εξ. 98 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Λίγο μόνο έζησες πάνω στη γη, μα όλα τα έδωσες με τη θέλησή σου στον Χριστό, και μαζί μ’ αυτά και τον πτερόεντα λόγο σου. Και τώρα εσένα, τον μεγάλο ιερέα, σε έχει ο ουρανός μέσα στην ουράνια χορεία, ένδοξε Γρηγόριε. Ο αυτοεπαινετικός λόγος του Γρηγορίου, ως μη συμβατός με τη χριστιανική ταπεινοφροσύνη, έχει εγείρει αμφισβητήσεις για την πατρότητα του επιγράμματος.148 Το δεδομένο, δε, ότι τούτο ξεκινά με τα ίδια λόγια –αυτολεξεί σχεδόν– τα οποία αφιερώνει ο Γρηγόριος στον Βασίλειο στο επίγραμμα ΠΑ 8.7.1-2 (Τυτθὸν ἔτι πνείεσκες ἐπὶ χθονί, πάντα δὲ Χριστῷ / δῶκας …) μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι πρόκειται για μεταγενέστερο στιχούργημα ενός θαυμαστή και μιμητή του Γρηγορίου, το οποίο παρεισέφρησε στο corpus των γρηγοριανών επιγραμμάτων.149 Εκ του ενδεχομένου αυτού, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι από όλα τα επιγράμματα με αυτοεγκωμιαστικές αναφορές150 μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί η πατρότητα του Γρηγορίου. Το γεγονός ότι η υπεράσπιση του έργου του, ακόμη και διά του αυτοεπαίνου (ταῖς ἐμαῖς εὐφημίαις), δεν είναι άγνωστη και σε άλλα σημεία των αυτοβιογραφικών του ποιημάτων,151 καθώς και το ότι υπόκειται μια σχετική αρχαιοελληνική παράδοση,152 μας οδηγούν στην άποψη ότι πρέπει 148. Βλ. Waltz VI, 57 σημ. 5. 149. Έτσι και ο Criscuolo (2007) 37 σημ. 85. Πρβλ. Waltz VI, 19 σημ. 1. 150. Βλ. για παράδειγμα και ΠΑ 8. 15· 16· 75· 76· 81· 83· 165. 151. Βλ. το προοίμιο του ποιήματος Περὶ τὸν ἑαυτοῦ βίον (ΙΙ.1.11. 1-50) αλλά και άλλα σημεία του ίδιου έργου, όσο κι αν ο Γρηγόριος έχει συναίσθηση του κινδύνου (ό.π. 1399-1401): Αἰσχύνομαι γὰρ ταῖς ἐμαῖς εὐφημίαις, / κἂν ἄλλος εὖ λέγῃ με. Τοῦτ’ ἐμὸς νόμος. / Ὅμως δὲ λέξω μετριάζων ὡς σθένος. 152. Ο αυτοέπαινος δεν είναι άγνωστος και στις αρχαιοελληνικές έμμετρες επιτύμβιες επιγραφές (βλ. G. Pfohl, Untersuchungen über die attischen Grabinschriften, 99 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ να τα δεχτούμε ως προϊόντα της εσωστρεφούς και ιδιοσυγκρασιακής φύσεως του ποιητή. Άλλωστε και μόνη η σύλληψη της αυτοβιογραφίας προϋποθέτει τη χειραφέτηση του ατόμου από το κοινωνικό σύνολο, πράγμα που δεν είναι δύσκολο να οδηγήσει σε μία ρητορική περιαυτολογίας.153 Καισάριος Στον αδελφό του Καισάριο αφιερώνει τα επιγράμματα 85 ως 100. Ο νεότερος αδελφός του Γρηγορίου σπούδασε στην Αλεξάνδρεια γεωμετρία, αστρονομία, αριθμητική και κυρίως ιατρική. Άσκησε την ιατρική στην αυτοκρατορική αυλή του Κωνστάντιου Β΄, ακόμη και του «αποστάτη» Ιουλιανού, πράγμα το οποίο επέσυρε την επιτίμηση του μεγαλύτερου αδελφού που τον εξανάγκασε σε παραίτηση.154 Αργότερα επί Ουάλεντος (Valens) ανέλαβε διοικητικά αξιώματα στη Νίκαια της Βιθυνίας. Παρ’ όλο που διασώθηκε από τον καταστρεπτικό σεισμό που έγινε εκεί το έτος Diss. Erlangen 1953, 51 κ.εξ.· του ιδίου, RAC 12 [1983] 485· πρβλ. Β.Π. Βερτουδάκης, Epigrammata Cretica. Λογοτεχνικοί τόποι και μύθοι της Κρήτης στο αρχαίο ελληνικό επίγραμμα, Ηράκλειο 2000, 137-138 με σημ. 19) αλλά και στην παράδοση του ελληνιστικού φιλολογικού επιγράμματος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αυτοβιογραφικό επίγραμμα του Λεωνίδα του Ταραντίνου ΠΑ 7.715, ενός ποιητή του οποίου το έργο, όπως θα δούμε παρακάτω, θα πρέπει να ήταν οικείο στον Γρηγόριο· βλ. U. Criscuolo, “Leonida di Taranto”, Atti della Academia Pontaniana n.s. 52 (2003) 330 κ.εξ.· του ιδίου (2007) 37 με σημ. 85. 153. Βλ. τις σκέψεις του Gautier (2002) 216-219. 154. Βλ. Ἐπιστ. 7. 100 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ 368, πέθανε πρόωρα, λίγο μετά, από αρρώστια.155 Ο Γρηγόριος αφιέρωσε στον αδελφό του και έναν επιτάφιο λόγο.156 Το συγκινησιακό φορτίο που προκαλεί ο άωρος θάνατος του Καισάριου στους γονείς του αποτυπώνεται στο ακόλουθο επίγραμμα. Τονίζεται η ανατροπή της φυσικής τάξης κατά την οποία ο τάφος υποδέχεται πρώτα τους γονείς. ΠΑ 8. 87 (= Ἐπιτάφ. 8) Ὥριοι εἰς τάφον ἦμεν, ὅτ’ ἐνθάδε τοῦτον ἔθηκαν λᾶαν ἐφ’ ἡμετέρῳ γήραϊ λαοτόμοι· ἀλλ’ ἡμῖν μὲν ἔθηκαν, ἔχει δε μιν οὐ κατὰ κόσμον Καισάριος, τεκέων ἡμετέρων πύματος. ἔτλημεν πανάποτμα, τέκος, τέκος· ἀλλὰ τάχιστα δέξαι ἐς ἡμέτερον τύμβον ἐπειγομένους. Ήμασταν ώριμοι για τον τάφο, όταν οι λατόμοι τοποθέτησαν εδώ αυτή την πλάκα για να σκεπάσει τα γηρατειά μας. Για μας την τοποθέτησαν, την έχει όμως, αντίθετα με τη φυσική τάξη, ο Καισάριος, το τελευταίο από τα παιδιά μας. Συμφορά αβάσταχτη μάς ήρθε, παιδί μας – παιδί μας! Αλλά το γρηγορότερο δέξου μας στον δικό μας τάφο· βιαζόμαστε να έλθουμε! Τη ματαιότητα του παρόντος κόσμου διακηρύσσει ο Γρηγόριος σε άλλο επίγραμμα της σειράς αυτής, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με την απώλεια του χαρισματικού αδελφού του. 155. Για τον Καισάριο βλ. Μπόνης (1953) 70-89 και (1982) 37-42· McGuckin (2001) 30-34. Οι μαρτυρίες περί Καισαρίου στο έργο του Γρηγορίου στην HauserMeury (1960) 48-50. 156. Λόγ. 7: Εἰς Καισάριον τὸν ἑαυτοῦ ἀδελφὸν περιόντων ἔτι τῶν γονέων (έκδ. Calvet-Sebasti). Βλ. T. Hägg, “Playing with expectations: Gregory’s funeral orations on his brother, sister and father”, στο: Børtnes & Hägg (2006) 133-151. 101 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑ 8. 98 (= Ἐπιτάφ. 19) Χεὶρ τάδε Γρηγορίοιο· κάσιν ποθέων τὸν ἄριστον κηρύσσω θνητοῖς τόνδε βίον στυγέειν. Καισαρίῳ τίς κάλλος ὁμοίιος; ἣ τίς ἁπάντων τόσσος ἐὼν τόσσης εἷλε κλέος σοφίης; οὔτις ἐπιχθονίων· ἀλλ’ ἔπτατο ἐκ βιότοιο ὡς ῥόδον ἐξ ἀκανθῶν, ὡς δρόσος ἐκ πετάλων. Αυτά εδώ είναι από το χέρι του Γρηγορίου. Θρηνώντας τον άριστο αδελφό μου, κηρύττω στους θνητούς να μισούν αυτήν εδώ τη ζωή. Με τον Καισάριο ποιος ήταν όμοιος στην ομορφιά; Ή ποιος από όλους, έστω κι αν ήταν τόσο ωραίος, κατέκτησε τόση δόξα για τη σοφία του; Κανείς πάνω στη γη! Κι όμως πέταξε από τη ζωή, όπως το ρόδο από τα αγκάθια, όπως η δροσιά από τα φύλλα. Το τελευταίο επίγραμμα της σειράς ΠΑ 8. 100 (= Ἐπιτάφ. 21) είναι αφιερωμένο από κοινού στον Καισάριο και τον καππαδόκη Φιλάγριο157, φίλο και συμφοιτητή του, που πέθανε κι αυτός νέος. Γοργονία και Αλύπιος Λίγο μετά τον θάνατο του Καισάριου, το έτος 369, πέθανε η μόνη αδελφή του Γρηγορίου, επίσης σε πολύ νεανική ηλικία.158 Εκτός από τον επιτάφιο λόγο προς τιμήν της159 ο Ναζιανζηνός αφιερώνει 157. Βλ. Hauser-Meury (1960) 145-146 (“Philagrius II”)· πρβλ. McGuckin (2001) 164-165. 158. Για τη Γοργονία βλ. Μπόνης (1953) 89-101 και (1982) 42-47· Hauser-Meury (1960) 87· McGuckin (2001) 26-30. 159. Λόγ. 8, έκδ. Calvet-Sebasti. Βλ. V. Burrus, “Life after death: The martyrdom of Gorgonia and the birth of female hagiography”, στο: Børtnes & Hägg (2006) 153170 102 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ στη μνήμη της δύο σύντομα επιγράμματα (δίστιχα) και ένα εκτενέστερο που απευθύνεται κυρίως στον σύζυγό της. ΠΑ 8. 101 (= Ἐπιτάφ. 22) Γρηγορίου Νόννης τε φίλον τέκος ἐνθάδε κεῖμαι Γοργόνιον, ζωῆς μύστις ἐπουρανίης. Του Γρηγορίου και της Νόννας το προσφιλές τέκνο εδώ κείτομαι, η μικρή Γοργονία, μυημένη στην επουράνια ζωή. ΠΑ 8. 102 (= Ἐπιτάφ. 23) Οὐδὲν Γοργόνιον γαίῃ λίπεν, ὀστέα μοῦνα· πάντα δ’ ἔθηκεν ἄνω, Μάρτυρες ἀθλοφόροι.160 Τίποτα δεν άφησε η Γοργονία στη γη, παρά μόνο τα οστά της. Όλα τα αφιέρωσε στον ουράνιο κόσμο, μάρτυρες νικηφόροι. Από το τελευταίο επίγραμμα αυτής της ομάδας ΠΑ 8. 103 (= Ἐπιτάφ. 24) μαθαίνουμε ότι ο σύζυγός της Αλύπιος161 πέθανε λίγο μετά από τον θάνατο της γυναίκας του. Μαρτινιανός 160. Και στα δύο επιγράμματα η προσφώνηση γίνεται με τον υποκοριστικό τύπο Γοργόνιον (πρβλ. ΠΑ 8.161.1) για να εκφραστεί οικειότητα και αγάπη. Αντίθετα στη θύραθεν λογοτεχνία (επιγραμματική ποίηση, επιστολογραφία κ.α.) οι τύποι αυτοί υποκορισμού δηλώνουν συνήθως ονόματα εταιρών. Λ.χ. Κωνώπιον: ΠΑ 5.23.1 (= Καλλίμαχος 63 Pf.), Γλυκέριον: Αλκίφρων, Ἐπιστ. 4.19.2· 4.18.17. 161. Βλ. Hauser-Meury (1960) 28 (“Alypius V”). Για το πρόβλημα της συνωνυμίας δύο συγγενικών προς τον Γρηγόριο προσώπων με το όνομα Αλύπιος, βλ. αναλυτικά Μπόνης (1953) 102-111. 103 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Για τον Μαρτινιανό, το όνομα του οποίου δεν απαντά σε άλλα έργα του Γρηγορίου, μαθαίνουμε ότι ήταν διακεκριμένος καππαδόκης ευγενής, ρήτορας, νομομαθής και στρατιωτικός.162 Πέθανε το 372. Εκτός από τον έπαινο του νεκρού, κεντρικό μοτίβο των επιγραμμάτων για τον Μαρτινιανό αποτελεί η αποτροπή της λεηλασίας του τάφου του. Κατ’ ουσίαν και τα δεκατρία επιγράμματα γι’ αυτόν (104, 106-117) αποτελούν μία συμπαγή σειρά (block) που εντάσσεται στην ευρύτερη ομάδα επιγραμμάτων κατά των τυμβωρύχων με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω. Ο Μαρτινιανός ήταν πιθανότατα εθνικός. Στα επιγράμματα του Γρηγορίου δεν βρίσκουμε κάποια ένδειξη για το ότι ο τιμώμενος νεκρός ήταν Χριστιανός. Η μόνη σχετική αναφορά γίνεται στο ακόλουθο επίγραμμα όπου ο νεκρός, διατυπώνοντας την κοινή μοίρα των ανθρώπων, απευθύνεται από του τάφου και στους Χριστιανούς. ΠΑ 8. 107 (= Ἐπιτάφ. 43) Οἱ Χριστὸν φορέοντες ἀκούσατε οἵ τε θέμιστας εἰδότες ἡμερίων καὶ φθιμένων ὁσίην· πάντα λιπών, βασιλῆα, πάτρην, γένος, εὖχος ὑπάρχων, αἰαῖ, πᾶσιν ὁμῶς νῦν κόνις εἴμ’ ὀλίγη Μαρτινιανὸς πᾶσι τετιμένος· ἀλλ’ ἐπὶ τύμβῳ βάλλειν ἡμετέρῳ δάκρυα, μὴ παλάμας. Όσοι πιστεύετε στον Χριστό, ακούστε! Κι ακόμη όσοι γνωρίζετε τους νόμους των ανθρώπων και τα θεία έθιμα για τους νεκρούς! 162. Σ’ αυτόν απευθύνεται η επιστολή 124 του Βασιλείου Καισαρείας. Βλ. Enßlin, “Martinianus 3”, RE 14 (1930) 2017· Hauser-Meury (1960) 117-118 με σημ. 229. Για τα επιγράμματα βλ. M. Corsano, “Tymborychía e «leggi» in alcuni epigrammi di Gregorio Nazianzeno”, Vetera Christianorum 28 (1991) 169-180· Quacquarelli στο: Moreschini & Menestrina (1992) 38-39. 104 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Τα πάντα άφησα: βασιλιά, πατρίδα, συγγενείς, τη δόξα της εξουσίας· αλίμονο, τώρα είμαι λίγη σκόνη όπως όλοι οι άλλοι, εγώ ο Μαρτινιανός, από όλους τιμημένος. Αλλά πάνω στον τάφο μου αφήστε τα δάκρυά σας, μην απλώσετε τα χέρια σας! Συγγενείς του Γρηγορίου Πέραν του στενού πυρήνα της οικογένειάς του, ο Γρηγόριος αφιέρωσε επιγράμματα στον ευρύτερο κύκλο των συγγενών του. Στην ομάδα αυτή συμπεριλαμβάνονται οι ακόλουθες επιμέρους σειρές: α) επιγράμματα για τον Αμφιλόχιο, ο οποίος για τις ανάγκες του μέτρου εμφανίζεται ως Αμφίλοχος (131-138), τη σύζυγό του Λιβία (118-120) και τον γιο τους Ευφήμιο (121-130). Ο Αμφιλόχιος ήταν ο αδελφός της μητέρας του Γρηγορίου Νόννας, 163 και διακρίθηκε σύμφωνα με τα αφιερωμένα σ’ αυτόν επιγράμματα για τη μόρφωσή του και κυρίως για τη ρητορική του δεινότητα. 164 Ο Γρηγόριος εκφράζει τη βαθιά του συγκίνηση αλλά και την προσωπική οφειλή του στον τιμώμενο νεκρό. ΠΑ 8. 133 (= Ἐπιτάφ. 104. 7-12) Ὦ μάκαρ, ὦ ξυνὸν πενίης ἄκος, ὦ πτερόεντες μῦθοι καὶ πηγὴ πᾶσιν ἀρυομένη, ἄσθματι πάντα λίπες πυμάτῳ· τὸ δ’ ἅμ’ ἕσπετο μοῦνον ἔνθεν ἀειρομένῳ κῦδος ἀεὶ θαλέθον. 163. Πρόκειται για τον πατέρα του γνωστού Αμφιλόχιου Ικονίου. Ο τελευταίος ήταν συνεπώς εξάδελφος του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού (και στενός φίλος του Βασιλείου Καισαρείας). Αναλυτικά, Μπόνης (1953) 11-21. 164. Ας σημειωθεί ότι υπήρξε συμφοιτητής του Λιβάνιου και φίλος του Θεμίστιου· για τις μαρτυρίες βλ. Hauser-Meury (1960) 29-30. 105 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Γρηγόριος τάδ’ ἔγραψα, λόγῳ λόγον ὃν παρὰ σεῖο, Ἀμφίλοχ’, ἐξεδάην ἀντιχαριζόμενος. Ω Ευλογημένε, φάρμακο της φτώχειας των άλλων! Ω λόγια φτερωτά και πηγή απ’ όπου όλοι αντλούσαν! Με την τελευταία σου πνοή όλα τα άφησες· και το μόνο που σε ακολούθησε, όταν έφευγες από δω, ήταν η πάντοτε ζωντανή σου δόξα. Εγώ, ο Γρηγόριος, τα έγραψα αυτά, αντιπροσφέροντας λόγια για την τέχνη του λόγου που διδάχτηκα από σένα, Αμφιλόχιε. Η Λιβία τιμάται ως ξεχωριστή γυναίκα, σύζυγος, και μητέρα τριών παιδιών, που πέθανε νέα.165 Τα ωραιότερα, όμως, επιγράμματα της σειράς αυτής είναι εκείνα που αναφέρονται στον άωρο θάνατο του Ευφημίου.166 Ο εικοσαετής νέος με εξαιρετική μόρφωση και καλλιτεχνική φύση, ρήτορας και ποιητής, έφυγε από τη ζωή λίγες ημέρες πριν από το γάμο του. ΠΑ 8. 122 (= Ἐπιτάφ. 29) Ῥήτωρ ἐν ῥητῆρσιν, ἀοιδοπόλος δ’ ἐν ἀοιδοῖς, κῦδος ἑῆς πάτρης, κῦδος ἑῶν τοκέων, ἄρτι γενειάσκων Εὐφήμιος, ἄρτι δ’ ἔρωτας ἐς θαλάμους καλέων ὤλετο, φεῦ παθέων· ἀντὶ δὲ παρθενικῆς τύμβον λάχεν, ἠδ’ ὑμεναίων ἤματα νυμφιδίων ἦμαρ ἐπῆλθε γόων. 165. Πρβλ. Salvatore (1960) 41-42. 166. Ο Γρηγόριος αποκαλούσε τον εξάδελφό του Ευφήμιο –λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας– γιο του («…διὰ τοῦ γλυκυτάτου υἱοῦ ἡμῶν Εὐφημίου…», Ἐπιστ. 230), βλ. Waltz VI, 70 σημ. 1. Περαιτέρω: Μπόνης (1953) 23-37· Hauser-Meury (1960) 71-72 (Euphemius I και IV με σημ. 128). – Για τα επιγράμματα προς τιμήν του Ευφήμιου, αναλυτικά Salvatore (1960) 13 κ.εξ.· πρβλ. Wyss (1949) 198. 106 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Ρήτορας ανάμεσα στους ρήτορες, ποιητής ανάμεσα στους ποιητές, δόξα της πατρίδας του, δόξα των γονέων του, μόλις είχε βγάλει το πρώτο χνούδι ο Ευφήμιος, μόλις είχε αρχίσει να καλεί τους έρωτες στην κλίνη του, χάθηκε· αλίμονο τι συμφορά! Αντί για παρθενική κόρη τού έλαχε τάφος, και στη θέση των γαμήλιων τραγουδιών ήλθε η μέρα των θρήνων. β) ένα δίστιχο (149) για κάποιον Φιλτάτιο, πιθανότατα συγγενή εκ μητρός του Γρηγορίου, εφόσον και ο πατέρας της Νόννας έφερε το ίδιο όνομα. Ο Φιλτάτιος του επιγράμματος πέθανε σε νεανική ηλικία, ενώ είχε ήδη καταλάβει δημόσιο αξίωμα.167 γ) τα επιγράμματα για τους «αὐταδέλφους»168 Ελλάδιο και Ευλάλιο, πρώτους εξαδέλφους του Γρηγορίου (151-153).169 Κυρίως αναφέρονται στον Ελλάδιο που είχε κι αυτός πρόωρο θάνατο. Ο Ευλάλιος διετέλεσε αργότερα χωρεπίσκοπος και κατόπιν επίσκοπος Ναζιανζού, βοήθησε δε τον Γρηγόριο στην έκδοση των λόγων του.170 δ) ένα επίγραμμα (165) για κάποιο νεότερο Γρηγόριο, άγνωστο από άλλες πηγές, κατά πάσα πιθανότητα, όμως, ανηψιό του καππαδόκη ιεράρχη, δηλαδή γιο της αδελφής του Γοργονίας.171 167. Βλ. Μπόνης (1953) 184-185· Hauser-Meury (1960) 147 (Philtatius II). 168. Βλ. το λήμμα στο ΠΑ 8. 151. 169. Οι μαρτυρίες δεν επιτρέπουν ακριβέστερο προσδιορισμό της συγγένειας με τον Γρηγόριο· βλ. διεξοδικά Μπόνης (1953) 133-142· πρβλ., όμως, και HauserMeury (1960) 70-71. 170. Για την εκτίμηση του Γρηγορίου στο πρόσωπο του Ευλάλιου, βλ. Ἐπιστ. 182, και Gallay (1943) 227-228· McGuckin (2001) 385. 171. Μπόνης (1953) 185-186. 107 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Οικογένεια του Βασιλείου Καισαρείας Εκτός από τα επιγράμματα για τον Βασίλειο για τα οποία κάναμε λόγο παραπάνω, ο Γρηγόριος συνέθεσε άλλα επτά επιτάφια για μέλη της οικογένειας του φίλου του.172 Αναλυτικά: α) τρία επιγράμματα είναι αφιερωμένα στον Ναυκράτιο (156158), τον μεγαλύτερο από τους τρεις νεότερους αδελφούς του Βασιλείου.173 Έχασε τη ζωή του το 357, σε ηλικία 27 ετών, ενώ ψάρευε, όταν στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τα δίχτυα από τον βυθό του ποταμού Ίριδος όπου είχαν μπλεχτεί, παγιδεύτηκε ο ίδιος σ’ αυτά και πνίγηκε. ΠΑ 8. 156 (= Ἐπιτάφ. 1) Ἰχθυοβόλον ποτ’ ἔλυε λίνον βυθίης ἀπὸ πέτρης Ναυκράτιος δίναις ἐν ποταμοῦ βρυχίαις· καὶ τὸ μὲν οὐκ ἀνέλυσεν, ὁ δ’ ἔσχετο. πῶς ἁλιῆα εἴρυσεν ἀνθ’ ἁλίης δίκτυον; εἰπέ, Λόγε, Ναυκράτιον, καθαροῖο βίου νόμον, ὥσπερ ἐίσκω, καὶ χάριν ἐλθέμεναι καὶ μόρον ἐξ ὑδάτων. Το αλιευτικό δίχτυ προσπαθούσε να ελευθερώσει κάποτε ο Ναυκράτιος από βράχο του βυθού μέσα στις βουερές περιδινήσεις του ποταμού. Και το δίχτυ δεν το απελευθέρωσε αλλά ο ίδιος πιάστηκε. Πώς έπιασε το δίχτυ αντί για ψάρια τον ίδιο τον ψαρά; Πες μου, Θεέ, ότι για τον Ναυκράτιο, υπόδειγμα αγνής ζωής, καθώς νομίζω, και η χάρις και ο θάνατος ήλθαν από το νερό! 172. Για τα επιγράμματα αυτά βλ. Τσάμης (1971) 34-41. Γενικά για την οικογένεια του Βασιλείου, βλ. Rousseau (1994) 1-26. 173. Πρβλ. Hauser-Meury (1960) 125-126. 108 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Γύρω από τον παράδοξο αυτόν τρόπο θανάτου του Ναυκρατίου περιστρέφονται και τα άλλα δύο –βραχύτερα– επιγράμματα που αφιερώνονται σ’ αυτόν.174 Τα επιγράμματα αυτά για τον Ναυκράτιο θυμίζουν έντονα σειρά όλη επιτυμβίων (ή επιδεικτικών, παρωδούντων επιτύμβια) στα οποία περιγράφεται ένας ολωσδιόλου ασυνήθιστος τρόπος θανάτου, με το εξής κοινό μοτίβο: ο επίδοξος θύτης (ψαράς, κυνηγός) γίνεται θύμα. Εισηγητής του θέματος στην επιγραμματική ποίηση είναι ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος.175 β) δύο επιγράμματα για τη μητέρα του Βασιλείου Εμμέλεια (161-162) η οποία πέθανε το 373. Ο Γρηγόριος την επαινεί για την πολυτεκνία και την ευτεκνία της· μαζί με τον Βασίλειο τον πρεσβύτερο είχε αποκτήσει δέκα παιδιά: πέντε γιους και πέντε κόρες. Από τους γιους, τρεις έγιναν επίσκοποι, ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβαστείας. Την τύχη του Ναυκράτιου την είδαμε παραπάνω, ενώ ένας ακόμη γιος θα πρέπει να πέθανε σε νηπιακή ηλικία. Από τις θυγατέρες γνωρίζουμε μόνον τα ονόματα της Μακρίνας και της Θεοσέβειας. Όλοι οι γιοι της Εμμελείας, εκτός από τον Γρηγόριο, και από τις κόρες η Μακρίνα δεν γνώρισαν γάμο.176 ΠΑ 8. 161 (= Ἐπιτάφ. 54. 1-6) Ἐμμέλιον τέθνηκε. τίς ἔφρασεν; ἥ γε τοσούτων καὶ τοίων τεκέων δῶκε φάος βιότῳ, 174. Πρβλ. Criscuolo (2007) 30-32. 175. Βλ. ΠΑ 7.504· πρβλ. παραλλαγές και μιμήσεις, ΠΑ 7.702· 9.223· 9.265. Βλ. Βερτουδάκης (2000) 67-68. Γενικά για τον θάνατο ψαράδων στα επιτύμβια της ΠΑ, βλ. Waltz IV, 46-47· M. Ypsilanti, “An Aspect of Leonidas’ Reception in later Epigrammatists and the Art of Variation: The Case of Fishermen’s Epitaphs”, Classical Philology 101 (2006) 67-73. 176. Βλ. Hauser-Meury (1960) 63-64· Τσάμης (1971) 39 σημ. 36. 109 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ υἱέας ἠδὲ θύγατρας ὁμοζύγας ἀζυγέας τε, εὔπαις καὶ πολύπαις ἥδε μόνη μερόπων. τρεῖς μὲν τῆσδ’ ἱερῆες ἀγακλέες, ἡ δ’ ἱερῆος σύζυγος, οἱ δὲ πέλας ὡς στρατὸς εὐαγέων. Η Εμμέλεια πέθανε! Ποιος να το έλεγε; Αυτή που χάρισε στη ζωή το φως τόσο πολλών και τέτοιων παιδιών, γιους και θυγατέρες, έγγαμους και άγαμους· Αυτή μόνη ανάμεσα στους ανθρώπους εύτεκνη και πολύτεκνη μαζί. Τρεις γιοι της έγιναν ξακουστοί ιερωμένοι, μια κόρη σύζυγος ιερέα, κι οι συγγενείς της σαν στρατός από ευσεβείς ανθρώπους. γ) δύο επιγράμματα για τις αδελφές Μακρίνα (163) και Θεοσέβεια (164). Η Μακρίνα ήταν η πρωτότοκη κόρη της Εμμελείας και πέθανε στο κοινόβιό της το 380. Την έκτακτη αυτή προσωπικότητα, τη λεγόμενη «τέταρτη Καππαδόκη»,177 απέδωσε μνημειωδώς ο αδελφός της Γρηγόριος Νύσσης στο έργο του Εἰς τὸν βίον τῆς Ὁσίας Μακρίνης, την πρώτη χριστιανική βιογραφία 177. J. Pelikan, Christianity and Classical Culture. The Metamorphosis of Natural Theology in Christian Encounter with Hellenism, New Haven-London 1993, 8. 110 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ αφιερωμένη σε γυναίκα.178 Η Θεοσέβεια αναφέρεται ως σύζυγος κάποιου –αγνώστου– Γρηγορίου μεγάλου.179 Άλλα πρόσωπα α) Για τρεις γυναίκες πιθανότατα από τον συγγενικό κύκλο του Γρηγορίου με τα ονόματα Ευσεβεία, Βασίλισσα και Νόννα που ετάφησαν η μία δίπλα στην άλλη (150). Το γεγονός ότι το όνομα της τελευταίας ταυτίζεται με εκείνο της μητέρας του ποιητή ενισχύει την υπόθεση ότι πρόκειται για συγγενείς του. Μία γυναίκα ονόματι Βασίλισσα δέχεται την τιμή του Γρηγορίου και σε 178. PG 46. 960-1000· νεότερη κριτική έκδοση: P. Maraval, Grégoire de Nysse, Vie de Sainte Macrine, Introduction, texte critique, traduction, notes et index [SC 178], Paris 1971. Πρβλ. A. Momigliano, “The Life of St Macrina by Gregory of Nyssa”, στο: J.W. Eadie – J. Ober (επιμ.), The Craft of the Ancient Historian. Essays in honor of Chester G. Starr, New York 1985, 443-458· D. Krueger, Writing and Holiness: The Practice of Authorship in the Early Christian East, Philadelphia 2004, 110 κ.εξ. Όλες τις πηγές για τη Μακρίνα (συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμάτων του Ναζιανζηνού) συλλέγει η A. Silvas, Macrina the Younger, Philosopher of God (Medieval Women: Texts and Contexts 22), Turnhout 2008. Για τις σχέσεις της Μακρίνας με τους καππαδόκες πατέρες και την έντονη επιρροή που άσκησε σ’ αυτούς, βλ. McGuckin (2001) 90-92· Rousseau (1994) 9-11 και 27 σημ. 1. 179. Το πιθανότερο είναι ότι, αν λάβουμε υπ’ όψη και την αναφορά στο επίγραμμα ΠΑ 8.161. 5-6, η Θεοσέβεια ήταν παντρεμένη με κάποιον ιερέα Γρηγόριο, γνωστό στον δικό μας Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (πρβλ. Waltz VI, 118). Το επίθετο μέγας απευθυνόμενο σε ιερωμένους δεν είναι ασυνήθιστο στα επιγράμματα του Γρηγορίου (14. 2· 76. 5-6)· χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια του ευγενούς, βλ. Werhahn (1953) 73 ad vers. 250, με παραπομπή στο έργο του E. Peterson, Εἷς Θεός (Epigraphische formgeschichtliche und religionsgeschichtliche Untersuchungen), Göttingen 1926, 196 κ.εξ.· Palla – Kertsch (1985) 136 ad vers. 20. – Για το παράδοξο να έχουμε τον Γρηγόριο Νύσσης ως σύζυγο μιας Θεοσέβειας και ως αδελφό της Θεοσέβειας η οποία έχει παντρευτεί έναν Γρηγόριο, βλ. P. Devos, “Grégoire de Nazianz témoin du marriage de Grégoire de Nysse”, στο: Mossay (1983) 269-281. 111 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ένα επόμενο επίγραμμα (154) εξ ημισείας με τον αδελφό της Γεώργιο.180 β) Για τον Νικομήδη, συγγενή και πνευματικό τέκνο του Γρηγορίου καταγόμενο επίσης από τη Ναζιανζό.181 Από τα επιγράμματα (139-141) μαθαίνουμε ότι ήταν ιερέας, ότι είχε δύο παιδιά, ένα γιο και μία κόρη, και ότι είχε αναλάβει την ανέγερση ενός ναού, την οποία όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Ο Νικομήδης αναφέρεται και στο επίγραμμα 145. γ) Για τον διδάσκαλο της ρητορικής και οικογενειακό παιδαγωγό Καρτέριο, ο οποίος κατά το έθος της εποχής, συνόδευσε τον Γρηγόριο στις σπουδές του εκτός Καππαδοκίας, πιθανότατα στην Αλεξάνδρεια (142-146).182 Ο ποιητής αφιερώνει πολύ θερμά λόγια στον πνευματικό του καθοδηγητή λαμβάνοντας γλωσσικό ένδυμα από το ποιητικό οπλοστάσιο της κλασικής του παιδείας. ΠΑ 8. 143 (= Ἐπιτάφ. 115. 7-10) Ἀστεροπὴ Χριστοῖο μεγακλέος, ἕρκος ἄριστον ἠιθέων, ζωῆς ἡνίοχ’ ἡμετέρης, μνώεο Γρηγορίοιο, τὸν ἔπλασας ἤθεσι κεδνοῖς, ἦν ὅτε ἦν, ἀρετῆς κοίρανε Καρτέριε. Αστραπιαίο φως του ενδοξότατου Χριστού, ασφαλέστατο οχυρό των νέων, ηνίοχε της δικής μου ζωής, να θυμάσαι τον Γρηγόριο, τον οποίο διαμόρφωσες με τρόπο σωστό, 180. Το αν τα δύο πρόσωπα με το όνομα Βασίλισσα ταυτίζονται, δεν είναι βέβαιο. Βλ. Hauser-Meury (1960) 38· Waltz VI, 78 σημ. 1. 181. Hauser-Meury (1960) 133, όπου και οι λοιπές μαρτυρίες στο έργο του Γρηγορίου για τον Νικομήδη. 182. Βλ. Δυοβουνιώτης (1931) 16· Hauser-Meury (1960) 52 με σημ. 68· McGuckin (2001) 47. 112 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ κάποτε έναν καιρό, δάσκαλε της αρετής Καρτέριε! δ) Για τον Βάσσο, φίλο του Γρηγορίου, καταγόμενο από την Καππαδοκία, πνευματικό πατέρα του Καρτερίου, ο οποίος σκοτώθηκε από ληστές στο εξωτερικό (147-148). Το θέμα της ταφής στην ξένη χώρα και εκείνο της υστεροφημίας που εξασφαλίζουν τα πνευματικά έργα κυριαρχούν στο πρώτο από τα δύο επιγράμματα, συνθεμένο σε εξάμετρους στίχους.183 ΠΑ 8. 147 (= Ἐπιτάφ. 110) Βάσσε φίλος, Χριστῷ μεμελημένος ἔξοχον ἄλλων, τῆλε τεῆς πάτρης ληίστορι χειρί δαμάσθης, οὐδέ σε τύμβος ἔχει πατρώιος· ἀλλὰ καὶ ἔμπης πᾶσιν Καππαδόκεσσι μέγ’ οὔνομα σεῖο λέλειπται καὶ στῆλαι παγίων μέγ’ ἀμείνονες, αἷς ἐνιγράφθης, Γρηγορίου τόδε σοι μνημεῖον, ὃν φιλέεσκες. Αγαπημένε Βάσσο, εσύ που δέχτηκες την ξεχωριστή φροντίδα του Χριστού, μακριά από την πατρίδα σου σε δάμασαν χέρια ληστών, κι ο τύμβος που σε σκεπάζει δεν είναι ο πατρογονικός. Ακόμη κι έτσι, όμως, το μεγάλο σου όνομα έχει μείνει σε όλους τους Καππαδόκες, και πολύ καλύτερες από τις πέτρινες στήλες είναι τα ποιήματα που γράφουν το όνομά σου· του Γρηγορίου, του αγαπητού σου, είναι αυτό το μνημείο για σένα. ε) Για κάποιον άγνωστό μας ιερωμένο Γεώργιο (154). Μοιραζόταν τον ίδιο τάφο με την αδελφή του Βασίλισσα, για την οποία κάναμε λόγο και παραπάνω. Ένας διάκονος ονόματι 183. Για επιδράσεις στο επίγραμμα αυτό από τον Λεωνίδα τον Ταραντίνο, βλ. παρακάτω, σσ. 185-186. 113 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Γεώργιος εμφανίζεται ως αποδέκτης της επιστολής 149 του Γρηγορίου.184 Η ταύτιση όμως των δύο προσώπων δεν είναι βέβαιη. ζ) Για τον Ευπράξιο, επίσκοπο στην περιοχή της Καππαδοκίας (155). Από το επίγραμμα μαθαίνουμε ότι ο τάφος του ήταν δίπλα σε εκείνον του πρεσβυτέρου. 185 Γρηγορίου, πιθανότατα νοουμένου του Δεν έχουμε λόγους να μην τον ταυτίζουμε με τον καλό φίλο του ποιητή, Ευπράξιο της επιστολής 65 προς τον Ευσέβιο, επίσκοπο Σαμοσάτων: «Τὰ πάντα τίμιος ὢν ἡμῖν, καὶ τῶν φίλων ἐν τοῖς γνησίοις, ὁ αἰδεσιμώτατος ἀδελφὸς ἡμῶν Εὐπράξιος…». 186 η) Για έναν Μαξέντιο, άγνωστο από άλλες πηγές (159-160). Από τα επιγράμματα μαθαίνουμε ότι ήταν ευγενούς καταγωγής, υπηρέτησε σε βασιλική αυλή αλλά ξαφνικά άλλαξε άρδην τη ζωή του και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Χριστό. Στο πρώτο από τα δύο επιγράμματα, ο ποιητής δίνει φωνή στον ίδιο τον νεκρό Μαξέντιο, ο οποίος σε πρώτο πρόσωπο αποτυπώνει τη μεταστροφή του από την κενή αλαζονεία της κοσμικής δύναμης στη λυτρωτική πνευματική αναζήτηση και αφοσίωση στον Χριστό. ΠΑ 8. 159 (= Ἐπιτάφ. 126) Αἵματος εὐγενέος γενόμην, βασιλῆος ἐν αὐλαῖς ἔστην, ὀφρὺν ἄειρα κενόφρονα, πάντα κεδάσσας, Χριστὸς ἐπεί με κάλεσσε, βίου πολλαῖσιν ἀταρποῖς ἴχνος ἔρεισα πόθοιο τινάγμασιν, ἄχρις ἀνεῦρον τὴν σταθερὴν Χριστῷ τήξας δέμας ἄλγεσι πολλοῖς· καὶ νῦν κοῦφος ἄνω Μαξέντιος ἔνθεν ἀνέπτην. 184. Βλ. Hauser-Meury (1960) 83 (Georgius II). Πρβλ. Waltz VI, 79 σημ. 1. 185. Βλ. Waltz VI, 79 σημ. 2. 186. Πρβλ. Hauser-Meury (1960) 73. 114 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Γεννήθηκα από γενιά ευγενών, έζησα σε βασιλικά παλάτια και ύψωσα το φρύδι με ματαιοδοξία. Όμως τα πάντα σκόρπισα, όταν ο Χριστός με κάλεσε. Σε πολλές ατραπούς της ζωής οδήγησα τα βήματά μου κινούμενος από τα σκιρτήματα του πόθου, ώσπου βρήκα τον σταθερό δρόμο. Για χάρη του Χριστού ανάλωσα το σώμα μου από τις πολλές κακουχίες. Και τώρα ανακουφισμένος, εγώ ο Μαξέντιος, πέταξα ψηλά. Β’ ΜΕΡΟΣ Το δεύτερο μέρος αποτελείται από δύο κατά βάσιν ομάδες επιγραμμάτων, που κοινό τους έχουν την κατάκριση: ο ποιητής στηλιτεύει φαινόμενα της εκκλησιαστικής ζωής και της ανθρώπινης παραβατικότητας της εποχής του. Η πρώτη απευθύνεται –όπως γράφει ο λημματιστής– πρὸς τοὺς ἐν μαρτυρίοις τρυφῶντας, δηλαδή, εναντίον εκείνων που οργάνωναν συμπόσια και διασκεδάσεις μέσα στους ναούς των χριστιανών μαρτύρων (166-169, 175). Η δεύτερη, και πολυπληθέστερη, ομάδα επιγραμμάτων στρέφεται με δριμεία επίκριση κατά των τυμβωρύχων (105, 170-171, 173-174, 176-254). Ένα ακόμη επίγραμμα (172) αναφέρεται εναντίον εκείνων που διέπρατταν και τα δύο είδη εκτροπών. Ως προς τη σειρά των επιγραμμάτων, ο συμπιλητής της συλλογής ακολουθεί κι εδώ τη γενική αρχή τής κατά φθίνουσα πορεία ταξινόμησής τους: πρώτα τα εξάστιχα, κατόπιν τα τετράστιχα και, τέλος, τα δίστιχα.187 187. Οι αποκλίσεις δεν λείπουν: τα επιγράμματα 198, 199, 201 είναι δίστιχα εντός σειράς τετραστίχων· το 209 είναι εξάστιχο ανάμεσα σε τετράστιχα. Την πιο 115 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Κατά συμποσιαστών Είναι γνωστές οι κοινές εστιάσεις των πρώτων Χριστιανών, οι λεγόμενες αγάπες, οι οποίες λάμβαναν χώρα εντός των ναών προς τιμήν των μαρτύρων της πίστεως. Ο Τερτυλλιανός που τις περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, τονίζει ότι και την ευσέβεια των Χριστιανών εξυπηρετούν. ενισχύουν 188 και την ανακούφιση των φτωχών Φαίνεται όμως πως γρήγορα η πνευματικότητα και η ιερoπρέπεια του θεσμού εξέλιπαν, και τα συμπόσια αυτά εκφυλίστηκαν σε έκλυτες ευωχίες.189 Απαγορεύτηκαν από τον 28ο κανόνα της εν Λαοδικεία Συνόδου (το έτος 364). Η επιμονή όμως του Γρηγορίου πάνω στο θέμα αυτό και η καυστικότητα της κριτικής του μαρτυρούν ότι οι επίμεμπτες αυτές συνάξεις εξακολουθούσαν να γίνονται. κτυπητή εξαίρεση αποτελεί το 230, το οποίο εμφανίζεται ως εξάστιχο εντός ενός block με δίστιχα (221-254). Γι’ αυτό ο Beckby το χωρίζει σε τρία δίστιχα. 188. Apologeticus 39, PL 1. 538-541. 189. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας τα καταδικάζει αυστηρά: «Τὰ γὰρ βρώματα τῇ κοιλίᾳ», ἐξ ὧν ὁ σαρκικὸς ὄντως οὑτοσὶ καὶ φθοροποιὸς ἀπήρτηται βίος· εἰ δ’ ἀγάπην τολμῶσι καλεῖν ἀθύρῳ γλώττῃ κεχρημένοι δειπνάριά τινα κνίσης καὶ ζωμῶν ἀποπνέοντα, τὸ καλὸν καὶ σωτήριον ἔργον τοῦ λόγου, τὴν ἀγάπην τὴν ἡγιασμένην, κυθριδίοις καὶ ζωμοῦ ῥύσει καθυβρίζοντες ποτῷ τε καὶ τρυφῇ καὶ καπνῷ βλασφημοῦντες τοὔνομα, σφάλλονται τῆς ὑπολήψεως, τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ θεοῦ δειπναρίοις ἐξωνεῖσθαι προσδοκήσαντες. (Παιδαγωγὸς 2.1, PG 8. 384-385). Προβλήματα στη λειτουργία του θεσμού διαπιστώνει ήδη ο Παύλος, Α΄ Κορ. 11. 20 κ.εξ. Βλ. Βλ. Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α΄. Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τὴν Εἰκονομαχίαν, Ἀθῆναι 20023, 269-270· Κ. Καλλίνικος, Ὁ χριστιανικὸς ναὸς καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῷ, Ἀθῆναι 19582, 312-321. Για το πολυσυζητημένο ζήτημα της συνάφειας ανάμεσα στις αγάπες και το μυστήριο της Ευχαριστίας, βλ. Β.Κ. Στεφανίδης, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Ἀθῆναι 19784, 101-102· ΘΗΕ 1 (1962) 138-139. – Ο ίδιος ο Γρηγόριος προσδιορίζει και αλλού την προσήκουσα τιμή προς τους μάρτυρες, βλ. Λόγ. 11. 5· πρβλ. Ἔπη ΙΙ.1.17. 67-68. 116 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Τους ισχυρισμούς των συνδαιτυμόνων ότι οι συνεστιάσεις αυτές έχουν την εύνοια των τιμωμένων μαρτύρων ο Γρηγόριος ελέγχει ως ψευδείς: ΠΑ 8. 168 (= Ἐπίγρ. 29. 1-4) Μὴ ψεύδεσθ’ ὅτι γαστρὸς ἐπαινέται εἰσὶν ἀθληταί· λαιμῶν οἵδε νόμοι, ὠγαθοί, ὑμετέρων· Μάρτυσι δ’ εἰς τιμὴν ἓν ἐπίσταμαι· ὕβριν ἐλαύνειν ψυχῆς καὶ δαπανᾶν δάκρυσι τὴν πιμελήν. Μη λέτε ψέματα ότι οι αθλητές του μαρτυρίου επαινούν τη λαιμαργία. Αυτοί οι νόμοι, καλοί μου, είναι των δικών σας λαρυγγιών! Ένα πράγμα γνωρίζω ότι είναι προς τιμήν των μαρτύρων· να διώξουμε την αλαζονεία της ψυχής και να λιώσουμε με δάκρυα το πάχος! Σε άλλο επίγραμμα ο ποιητής επικαλείται τους ίδιους τους μάρτυρες για να αποδοκιμάσει τα συμπόσια που υποτίθεται ότι γίνονται προς τιμήν τους: ΠΑ 8. 169 (= Ἐπίγρ. 29. 5-8) Μαρτύρομ’, ἀθλοφόροι καὶ μάρτυρες· ὕβριν ἔθηκαν τιμὰς ὑμετέρας οἱ φιλογαστορίδαι. οὐ ζητεῖτε τράπεζαν ἐύπνοον οὐδὲ μαγείρους· οἱ δ’ ἐρυγὰς παρέχουσ’ ἀντ’ ἀρετῆς τὸ γέρας. Επικαλούμαι τη μαρτυρία σας, αθλοφόροι μάρτυρες· έκαναν βλασφημία τις δικές σας τιμές οι κοιλιόδουλοι. Δεν γυρεύετε τραπέζι ευωδιαστό ούτε μαγείρους. Αυτοί, αντί αρετής, ρεψίματα προσφέρουν για βραβείο! 117 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Η σύνδεση με την ενότητα για τους τυμβωρύχους γίνεται στο επόμενο επίγραμμα (172), στο οποίο ο ποιητής επικρίνει εκείνους που θέλουν να τιμούν τους μάρτυρες με συμπόσια αλλά και με λάφυρα από τη λεηλασία ξένων τάφων. ΠΑ 8. 172 (= Ἐπίγρ. 48. 7-10) Τυμβολέται, γάστρωνες, ἐρευγόβιοι, πλατύνωτοι, μέχρι τίνος τύμβοις Μάρτυρας ἀλλοτρίοις τιμᾶτ’, εὐσεβέοντες ἃ μὴ θέμις; ἴσχετε λαιμούς, καὶ τότε πιστεύσω Μάρτυσιν ἦρα φέρειν. Εσείς, τυμβωρύχοι, κοιλαράδες, γαστρίμαργοι, με τα χοντρά οπίσθια, ως πότε θα τιμάτε τους μάρτυρες με ξένους τάφους, παριστάνοντας τους ευσεβείς με τρόπο ανόσιο; Περιορίστε τη λαιμαργία σας, και τότε θα πιστέψω ότι προσφέρετε τα πρέποντα στους μάρτυρες. Κατά τυμβωρύχων Το γεγονός ότι ο Γρηγόριος αφιερώνει περί τα 85 επιγράμματα –το ένα τρίτο της συλλογής του– στο θέμα της τυμβωρυχίας, ασφαλώς δείχνει το μέγεθος του προβλήματος στην εποχή του αλλά και την αντανάκλασή του στον εσωτερικό κόσμο του ποιητή. Είπαμε παραπάνω ότι και τα επιγράμματα για τον Μαρτινιανό εστιάζουν στο ίδιο μοτίβο, με τη διαφορά όμως ότι αυτά του δευτέρου μέρους είναι όλα χωρίς αναφορά σε πρόσωπα. Είναι γνωστό ότι η σύληση των τάφων και των νεκρών ήταν πολύ σύνηθες φαινόμενο κατά την ύστερη αρχαιότητα, παρ’ όλο που συνιστούσε εγκληματική πράξη με μεγάλη κοινωνική και 118 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ηθική απαξία.190 Τούτο τεκμαίρεται από την πληθώρα των επιγραφών στις οποίες ο νεκρός καταράται ή προειδοποιεί απειλητικά τον επίδοξο δράστη.191 Το είδος αυτό των αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών επιτυμβίων επιγραφών παρέλαβαν και οι πρώτοι Χριστιανοί. Είναι εντυπωσιακό ότι οι διατυπώσεις των χριστιανικών επιγραφών αυτού του είδους παρουσιάζουν μιαν ιδιαίτερη εκδικητικότητα και ανατριχιαστική αγριότητα.192 Η ρητορική του Γρηγορίου στα επιγράμματα αυτά είναι σαφώς ηπιότερης έντασης.193 Ο ποιητής πειραματίζεται με διάφορους τύπους επιγραμμάτων· κάποτε επιλέγει τον διάλογο ανάμεσα στον νεκρό και τον περαστικό διαβάτη: ΠΑ 8. 192 (= Ἐπίγρ. 65, παραλειπομένων των στίχων 3-4) Πρός σε Θεοῦ ξενίου λιτάζομαι, ὅστις ἀμείβεις τύμβον ἐμόν, φράζειν· «Τοῖα πάθοις, ὁ δράσας.» 190. Νομοθεσία εναντίον της τυμβωρυχίας προβλέπεται στον Codex Theodosianus IX. 17 (De sepulchri violati). 191. Πρόκειται για τις λεγόμενες defixiones. Βλ. π.χ. Peek GV 1376 (Φρυγία, 2ος-3ος αι.): τίς ἂν ταύτῃ τῇ ἰστήλῃ κακοηθ[έ]α χεῖρα προσοίσει, / αὐγῆς φάος λίποιτο κὲ ἡλίου τὸ φῶς. Πρβλ. Peek GV 1370-1383· R. Lattimore, Themes in Greek and Latin Epitaphs, Urbana-Illinois 1962 [=1942], 106-118. Γενικά για αρές πάνω σε ελληνικούς τάφους βλ. A. Audollent, Defixionum tabellae, Paris 1904 (= Frankfurt/M. 1967)· R. Wünsch, Antike Fluchtafeln, Bonn 19122· A. Parrot, Malédictions et violations de tombes, Paris 1939, 103-152· D.R. Jordan, “A Survey of Greek Defixiones Not Included in the Special Corpora”, GRBS 26 (1985) 151-197· J. Strubbe, Ἀραὶ ἐπιτύμβιοι. Imprecations against Desecrators of the Grave in the Greek Epitaphs of Asia Minor. A Catalogue, Bonn 1997. Πρβλ. W. Speyer, “Fluch”, RAC 7 (1969) 1160-1288· K. Preisendanz, “Fluchtafel (Defixion), RAC 8 (1972) 1-29. Γενικότερα για τη σχετική παράδοση στην αρχαία ποίηση, L. Watson, Arae. The Curse Poetry of Antiquity, Leeds 1991. 192. Βλ. Σ.Π. Ντάντης, Ἀπειλητικαὶ ἐκφράσεις εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἐπιτυμβίους παλαιοχριστιανικὰς ἐπιγραφάς, διδ. διατρ., Ἀθῆναι 1983. 193. Για τα επιγράμματα αυτά βλ. G. Petzl, “Die Epigramme des Gregor von Nazianz über Grabräuberei und das Hierothesion des kommagenischen Königs Antiochos I“, Epigraphica Anatolica 10 (1987) 117-129. 119 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ – «Οὐκ οἶδ’ , ὅντινα τύμβος ἔχει νέκυν· ἀλλ’ ἐρέω γε δάκρυ’ ἐπισπένδων· τοῖα πάθοις, ὁ δράσας.» Στο όνομα του ξένιου Θεού παρακαλώ εσένα που περνάς από τον τάφο μου, να πεις: «Τέτοια να πάθεις, δράστη!» – «Δεν γνωρίζω ποιον νεκρό σκεπάζει αυτός ο τάφος. Αλλ’ όμως κάνοντας σπονδές με τα δάκρυά μου θα πω: Τέτοια να πάθεις, δράστη!» Άλλοτε δίνει αποκλειστικά ποιητική φωνή στον νεκρό: ΠΑ 8. 208 (= Ἐπίγρ. 79) Οὗτος ἔπερσεν ἐμὸν φίλιον τάφον ἐλπίδι κούφῃ, ὃν μοῦνον κτεάνων ἔνθεν ἀπῆλθον ἔχων· καὶ τοῦτόν τις ἀλιτρὸς ἑαῖς παλάμαις ὀλέσειεν, ἐκ δ’ ὀλέσας τύμβου τῆλε βάλοι πατέρων. Αυτός κατέστρεψε με ελπίδα μάταιη τον αγαπημένο μου τάφο, αυτό το μόνο από τα αγαθά που είχα όταν έφυγα από δω. Μακάρι και κείνον κάποιος άλλος κακούργος να τον σκοτώσει με τα χέρια του, κι αφού τον σκοτώσει να τον πετάξει μακριά από τον τάφο των προγόνων του. Σε άλλη περίπτωση ο λόγος μεταβιβάζεται στον παροδίτη. ΠΑ 8. 213 (= Ἐπίγρ. 83) Λίσσομαι· ἤν γε θάνω, ποταμῷ δέμας ἠὲ κύνεσσιν ῥίψατε ἠὲ πυρὶ δάψατε παντοφάγῳ· λώιον ἢ παλάμῃσι φιλοχρύσοισιν ὀλέσθαι. δείδια τόνδε τάφον τοῖα παθόνθ’ ὁρόων. Σας ικετεύω! Όταν πεθάνω, το σώμα μου να ρίξετε στον ποταμό 120 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ή στα σκυλιά ή κάψτε το στη φωτιά που όλα τα καταβροχθίζει. Καλύτερο αυτό παρά να με λεηλατήσουν χέρια χρυσοθήρων. Φοβάμαι όταν βλέπω τί έπαθε αυτός εδώ ο τάφος. Η ιδιοτυπία των επιγραμμάτων αυτών είναι ότι δεν συνιστούν προειδοποίηση για τον επίδοξο τυμβωρύχο και χρυσοθήρα. Τα περισσότερα αναφέρονται σε ήδη κατεστραμμένους τάφους. Είναι φανερό ότι δεν αποσκοπούν σε πρακτική χρησιμοποίηση –δεν φανταζόμαστε ούτε ένα να χαράσσεται σε αληθινό τάφο– αλλά αποτελούν επιδεικτικές ασκήσεις πάνω σε ένα θέμα που, όσο κι αν καταλαβαίνουμε ότι προσέκρουε στο αίσθημα δικαιοσύνης του Ναζιανζηνού, έλκυσε δυσανάλογα το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον, στο όριο της εμμονής. 194 3. Excursus: Για ανάγνωση ή για χάραξη; Όσα είπαμε παραπάνω μάς οδηγούν σε ένα γενικότερο ερώτημα που απασχολεί πάντοτε τους μελετητές των φιλολογικώς παραδεδομένων επιγραμμάτων, ιδίως εκείνων της ελληνιστικής περιόδου: χαραχθούν προορίζονταν επί του ποτέ λίθου ή αυτά τα επιγράμματα ήταν απλώς προϊόντα να του σπουδαστηρίου χάριν λογοτεχνικής παιδιάς; Όπως τονίσαμε στο οικείο κεφάλαιο, το επίγραμμα από τον τέταρτο αιώνα π.Χ. αποδεσμεύεται από τη σκοπιμότητα της χάραξης και αναπτύσσεται σε ένα ευρέος περιεχομένου ποιητικό είδος. Και είναι αλήθεια ότι τα περισσότερα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας γράφτηκαν για να διαβαστούν σε βιβλίο και όχι για να χαραχτούν στην πέτρα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στεγανά στις 194. Πρβλ. Keydell (1962) 545-546. 121 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ δύο αυτές κατηγορίες επιγραμμάτων. Πολλά φιλολογικά επιγράμματα, επειδή άρεσαν στο κοινό, κάποτε χαράχτηκαν και στην πέτρα, και αντίστροφα, αυθεντικές έμμετρες επιγραφές συμπεριλήφθηκαν στην ΠΑ195 ή έδωσαν έμπνευση σε άλλους επιγραμματοποιούς να συνθέσουν ελεύθερες δημιουργίες χωρίς καμία προοπτική χαράξεως. ποιητικές 196 Όσον αφορά στα επιγράμματα του Γρηγορίου, τα ερωτήματά μας φαίνεται να είναι σαφώς λιγότερα. Αυτό που ισχυριστήκαμε παραπάνω για το μέρος –την ειδική ομάδα των επιγραμμάτων κατά τυμβωρύχων–, θα πρέπει να ισχύει και για το όλον. Ολόκληρη η επιγραμματική συλλογή του δείχνει ότι δεν προορίζεται για επιγραφική χρήση. Οι αλλεπάλληλες παραλλαγές αφιερωμένες στο ίδιο πρόσωπο ή πάνω στο ίδιο θέμα υποδεικνύουν τη διάθεση του Ναζιανζηνού για μια άσκηση της λογοτεχνικής του ετοιμότητας και επινοητικότητας. Ωστόσο, όπως επισημάναμε παραπάνω, τα όρια μεταξύ φιλολογικής και επιγραφικής παράδοσης είναι ρευστά. Δεν θα το περίμενε κανείς ότι ένα επίγραμμα του Γρηγορίου, σχεδόν αυτούσιο, έχει βρεθεί χαραγμένο σε επιγραφή! Πρόκειται για ένα από τα επιγράμματα εις μνήμην (και εις προστασίαν του μνήματος) του Μαρτινιανού: ΠΑ 8. 108 (= Ἐπιτάφ. 44) Μουσοπόλον, ῥητῆρα, δικασπόλον, ἄκρον ἅπαντα, τύμβος ὅδ’ εὐγενέτην Μαρτινιανὸν ἔχω, ναυμάχον ἐν πελάγεσσιν, ἀρήιον ἐν πεδίοισιν· 195. Για τα επιγράμματα της ΠΑ που σώζονται και επιγραφικώς, βλ. Beckby I, 21. 196. Βλ. Peek GV (Vorrede), xvi. Για την αμοιβαία επίδραση ανάμεσα στα μνημειακά και τα φιλολογικά επιγράμματα, βλ. Bettenworth (2007) 69-93. 122 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ἀλλ’ ἀποτῆλε τάφου πρίν τι κακὸν παθέειν. Τον ποιητή, τον ρήτορα, τον δικαστή, τον έξοχο σε όλα, εγώ ο τάφος σκεπάζω εδώ τον άρχοντα Μαρτινιανό, ναυμάχο στα πελάγη, γενναίο στα πεδία των μαχών. Αλλά μείνε μακριά από τον τάφο του, προτού πάθεις κανένα κακό! Μία κατά λέξη μίμηση του επιγράμματος αυτού έχει βρεθεί χαραγμένη σε επιγραφή στη Μικρή Ερμούπολη της Αιγύπτου (Peek GV 593, 4ος αι.;). Η μόνη διαφορά με το επίγραμμά μας είναι στον δεύτερο στίχο: τύμβος <ὅ>δ’ εὐγενὴς Ἰωαννίαν ἔχω Μετά το επίγραμμα έχει χαραχθεί σε πεζό λόγο: Ἐκοιμήθ<η> ἡ μ[α|κα]ρία Ἰωαννία θυγάτηρ | [Ἀμ]μωνίου ἀπὸ Ἑρμουπόλεος | [Με]χεὶρ πέμπτῃ ἰνδ(ικτιῶνος) τεσσαρεσ|[δε]κάτης· Κ(ύρι)ε ἀνάπαυ|[σον τὴν ψυ]χὴν αὐτῆς. Η επιγραφή, λοιπόν, προορίζεται για να τιμηθεί η μνήμη μιας γυναίκας (!), μολονότι οι ιδιότητες που περιγράφονται στο επίγραμμα ολοφάνερα ταίριαζαν σε άνδρα.197 Προφανώς ο παραγγελιοδότης ή ο κατασκευαστής του μνημείου επέλεξε το επίγραμμα εντελώς επιπόλαια και βιαστικά. Η περίπτωση αυτή αφ’ ενός μεν δείχνει ότι τα επιγράμματα του Γρηγορίου έχαιραν 197. Βλ. A. Wilhelm, “Drei griechische Epigramme”, στο: Mélanges Maspero II: Orient grec, romain et byzantin, Le Caire 1934-1937, 265-281 (εδώ: ΙΙΙ. “Grabinschrift aus Hermupolis Parva“, 278-281). Πρβλ. C.M. Kaufmann, Handbuch der altchristlichen Epigraphik, Freiburg im Br. 1917, 329. 123 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ κάποιας δημοφιλίας στους χριστιανικούς κύκλους και δεν εθεωρούντο ακατάλληλα για επιγραφική χρήση, αφ’ ετέρου όμως μαρτυρεί τη συμβατικότητα και τον εκφυλισμό της επιτύμβιας επιγραφής στην ύστερη αυτή εποχή. 124 ΙΙΙ Όψεις του κλασικισμού: Τα επιγράμματα και το λογοτεχνικό παρελθόν 1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Πριν εξετάσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γλώσσας των επιγραμμάτων, οφείλουμε να έχουμε σταθερά υπ’ όψη μας το γενικότερο γλωσσικό σύμπαν μέσα στο οποίο ζει πνευματικά και επικοινωνεί δημοσίως ο ποιητής μας. Ο Γρηγόριος εκφράζεται στον πεζό του λόγο με την αττικίζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούν οι λόγιοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς του τετάρτου αιώνα και γενικότερα οι φορείς της Δευτέρας Σοφιστικής στην ελληνόφωνη ύστερη αρχαιότητα.198 Η γραπτή γλώσσα της εποχής 198. Γενικά για τη γλώσσα των πατέρων, βλ. Α. Κόλτσιου, «Η γλώσσα της χριστιανικής γραμματείας», στο: Ι.Σ. Πέτρου, Ιστορία της Ορθοδοξίας, ΙΙ: Από την εδραίωση μέχρι τη διαίρεση (313-1054), Αθήνα 2009, 454-539, ιδίως 503-516· της ιδίας, «Φιλολόγως ζητοῦντες». Γλωσσικές απόψεις και όψεις στα κείμενα των Καππαδοκών Πατέρων, Θεσσαλονίκη 2005, ιδίως το κεφ. ΙΙ: «Ημέτεροι και έξωθεν λόγοι», 139-187· Θ. Δετοράκης, «Η γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας», στο: Κοπιδάκης (1999) 120-121· G. Horrocks, Ελληνικά: Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της (εισαγωγή-μετάφραση: Μ. Σταύρου & Μ. Τσεβελέκου), Αθήνα 2006, 222-223· R. Browning, Η ελληνική γλώσσα. Μεσαιωνική και Νέα (μετ. Μ. Κονομή), Αθήνα 20023, 71-73 και 188-196· Κ.Γ. Μπόνης, Χριστιανικὴ γραμματεία ἤτοι φιλολογικὴ καὶ κριτικὴ ἱστορία τῶν Πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, τ. Α΄: Οἱ λεγόμενοι ἀποστολικοὶ πατέρες, Ἐν Ἀθήναις 1977, 57-77 (κεφ. ΙΙΙ: «Ἡ γλῶσσα τῶν πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων»), ειδικά για τους πατέρες του 4ου αι., 60-66· C. Fabricius, “Der sprachliche Klassizismus der griechischen Kirchenväter: Ein philologisches und geistesgeschichtliches Problem”, Jahrbuch für Antike und Christentum 10 (1967) 187-199. Για τον πεζογράφο Γρηγόριο: P. Gallay, Langue et style de saint Grégoire de Nazianze dans sa correspondance, Paris 1933· Ruether (1969) 57 128 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ υφίσταται την καταλυτική επίδραση της ρητορικής, η οποία διεισδύει βαθιά ως τον μυελό όλων των άλλων λογοτεχνικών ειδών – ασφαλώς και της ποίησης. Από την άλλη, η ρητορική γλώσσα του Γρηγορίου εγκολπώνεται εκφραστικά μέσα της ποίησης (Kunstprosa). Εξ αιτίας αυτού συμβαίνει συχνά να αισθανόμαστε ότι οι λόγοι του είναι υπερβολικά ποιητικοί, ενώ στα ποιήματά του, ότι περισσεύει η ρητορική και η πεζολογία.199 Αναμφίβολα πιο ρητορικός και πεζολογικός είναι στα ιαμβικά του ποιήματα, τα οποία πολλές φορές θυμίζουν λόγους σε έμμετρη μορφή.200 Αυτό που διαφοροποιεί το γλωσσικό όργανο του Γρηγορίου στα ποιητικά του κείμενα είναι οι απαιτούμενες προσαρμογές λόγω του μέτρου και η συνεπαγόμενη προσκόλληση στην οικεία κ.εξ.· για τη μεταφορική γλώσσα του Γρηγορίου κλασική είναι η μελέτη του M. Kertsch, Bildersprache bei Gregor von Nazianz. Ein Beitrag zur spätantiken Rhetorik und Popularphilosophie, Graz 1978. 199. Αναλυτικά, Ε. Norden, Die antike Kunstprosa II, Stuttgart-Leipzig 199510, 562-569. Πρβλ. Jungck (1974) 21-22· Č. Milovanović-Barham, “Gregory of Nazianzus: Ars Poetica (In suos versus: Carmen 2.1.39)”, Journal of Early Christian Studies 5 (1997) 499. 200. Δεν είναι ίσως τυχαίο που και ο ίδιος ο Γρηγόριος συστήνει το μακρό ποίημά του Εἰς τὸν ἑαυτοῦ βίον (ΙΙ.1.11), στον πρώτο στίχο, ως λόγο: «Τὸ τοῦ λόγου βούλημα…». Ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση που κάνει ο Jungck (1974: 22-23) του περιστατικού της θαλασσοταραχής στο ταξίδι του Γρηγορίου από την Αλεξάνδρεια στην Ελλάδα όπως περιγράφεται από τον ρήτορα και ποιητή σε πεζό λόγο (Λόγ. 18. 31), σε ιαμβικούς (Ἔπη ΙΙ.1.11. 124 κ.εξ.) και σε εξάμετρους στίχους (ΙΙ.1.1. 308 κ.εξ.). Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας στίχος του ιαμβικού ποιήματος (162) εμφανίζεται verbatim και στο ρητορικό κείμενο. Πρβλ. την πραγμάτευση της Prudhomme (2006) 117-121, η οποία σημειώνει: “Le lexique des trimètres iambiques est souvent proche de celui de la prose”(σ. 121). Βλ. και τη θέση του Keydell (1953) 142: “Bisweilen entstehen seine Gedichte geradezu durch Umsetzung einer Prosaform in Verse”. – Για το φαινόμενο της ώσμωσης ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία, βλ. τις παρατηρήσεις του Διονυσίου του Αλικαρνασσέα στο τελευταίο κεφάλαιο της πραγματείας του Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων 26: «περὶ δὲ τῆς ἐμμελοῦς τε καὶ ἐμμέτρου συνθέσεως τῆς ἐχούσης πολλὴν ὁμοιότητα πρὸς τὴν πεζὴν λέξιν τοιαῦτά τινα λέγειν ἔχω ( …)». 129 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ λογοτεχνική παράδοση. Όταν, παραδείγματος χάριν, συντάσσει το μεγάλο αυτοβιογραφικό του ποίημα (ΙΙ.1.11) σε ιαμβικούς τρίμετρους στίχους, είναι έντονη η επίδραση από το λεξιλόγιο και τους εκφραστικούς τρόπους των τραγικών, ενώ σε άλλα ποιήματά του γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο εμφιλοχωρούν λέξεις, φράσεις και φόρμουλες των ομηρικών επών. Η γλώσσα των γρηγοριανών επιγραμμάτων σε γενικές γραμμές δεν είναι άλλη από τη γλώσσα του ελληνιστικού επιγράμματος της επικής-ιωνικής διαλέκτου,201 δηλαδή μια μεικτή ποιητική ομηρίζουσα γλώσσα με κατά βάση ιωνική απόχρωση, εμπλουτισμένη με αττικές προσαρμογές και ελάχιστα στοιχεία από άλλες διαλέκτους ανάλογα με τις εκάστοτε επιδράσεις και μετρικές ανάγκες του ποιητή. Είπαμε παραπάνω ότι ο Γρηγόριος επιλέγει την ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί με κριτήριο το μέτρο των ποιημάτων. Η επιγραμματική ποίηση είναι, κατά το πλείστον, ήδη από τα μέσα του έκτου αιώνα π.Χ., δεσμευτικά συνδεδεμένη με το ελεγειακό δίστιχο, δηλαδή στην ουσία με μια παραλλαγή του δακτυλικού μέτρου, και μάλιστα με μικρότερη προσωδιακή ελευθερία.202 Το μέτρο λοιπόν υποχρεώνει τον ποιητή σε μια αρχαϊκώς στυλιζαρισμένη, επιδέξια πεποιημένη γλώσσα που του επιτρέπει να εκτείνει και να βραχύνει τις συλλαβές 201. Οι δύο κύριες γλωσσικές ομάδες επιγραμμάτων, δηλαδή από τη μια της επικής-ιωνικής διαλέκτου και από την άλλη της δωρικής, στοιχούν εν πολλοίς στη διάκριση των ελληνιστικών επιγραμματοποιών σε δύο σχολές, την ιωνικήαλεξανδρινή και την δωρική-πελοποννησιακή, η οποία εισήχθη από τον Reitzenstein (1893) 121-123. Για χαρακτηριστικά και εκπροσώπους βλ. πρόχειρα Τσαγγάλης, «Ελληνιστικό επίγραμμα», στο: Μανακίδου & Σπανουδάκης (2008) 337 κ.εξ. 202. Βλ. M.L. West, Εισαγωγή στην αρχαία ελληνική μετρική (μετ. Μ. Ξάνθου – Τ. Τυφλόπουλος), Θεσσαλονίκη 2004, 37. «Aπό τον Όμηρο ως και τον Νόννο ο εξάμετρος στίχος ακολούθησε μιαν εξέλιξη από το πιο ελεύθερο στο πιο αυστηρό», Φ.Ι. Κακριδής, Κόιντος Σμυρναίος, Αθήνα 1962, 189 σημ. 2. 130 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ ανάλογα με τις ανάγκες του. Έτσι, ενώ στο αυτοβιογραφικό του ποίημα, που αναφέραμε παραπάνω, το ιαμβικό τρίμετρο, ως ένα μέτρο που βρίσκεται πιο κοντά στην ομιλούμενη Ελληνική,203 τον οδηγεί σε μια γλώσσα σαφώς απλούστερη και εγγύτερη προς το κοινό αίσθημα, ο εξάμετρος και τα ημιεπή κώλα του ελεγειακού δίστιχου τον κατευθύνουν σε πιο επιτηδευμένες γλωσσικές επιλογές. Χωρίς να επιχειρούμε μια εξαντλητική καταγραφή, παραθέτουμε τα κύρια χαρακτηριστικά της γλώσσας των γρηγοριανών επιγραμμάτων. 1. Φωνολογία α) Εμφάνιση πολλών ιωνικών τύπων: ἱρὸς 13.5, σφρηγίζετο 24.5, κρητῆρες 28.2, ξείνης 30.2, νηοῦ 36.5, μοῦνον 44.3. β) Ασυναίρετοι ονοματικοί και ρηματικοί τύποι: νόος 14.2, ἐφέσπεο 32.5, στυγέειν 98.2, τρισθανέες 170.1, ἀριπρεπέα 186.2. γ) Παρουσία του φαινομένου της επικής διέκτασης:204 βοόωσα 30.4, φυσιόωντα 28.1, εἰσορόων 120.2 (αλλά και εἰσορῶν 85b.3). 2. Κλίση ονομάτων 203. Γι’ αυτό ακριβώς κατέστη το μέτρο των διαλογικών μερών της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας. Βλ. Αριστοτ. Ποιητ. 1449 a 24-28: μάλιστα γὰρ λεκτικὸν τῶν μέτρων τὸ ἰαμβεῖόν ἐστιν· σημεῖον δὲ τούτου, πλεῖστα γὰρ ἰαμβεῖα λέγομεν ἐν τῇ διαλέκτῳ τῇ πρὸς ἀλλήλους, ἑξάμετρα δὲ ὀλιγάκις καὶ ἐκβαίνοντες τῆς λεκτικῆς ἁρμονίας. Πρβλ. Δ. Λυπουρλής, Αρχαία ελληνική μετρική, Θεσσαλονίκη 1983, 47. 204. Βλ. P. Chantraine, Grammaire homérique I, Paris 19633, 75-83· του ιδίου, Ιστορική μορφολογία της ελληνικής γλώσσας (μετ. Ν.Κ. Αγκαβανάκης), Αθήνα 1990, 284. O Ι. Σταματάκος (Ἱστορικὴ γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, Ἀθῆναι 19733, 88-89) την ονομάζει «επική επέκταση», ενώ ο A. Τσοπανάκης (Εισαγωγή στον Όμηρο, Θεσσαλονίκη 19834, 176), ακολουθώντας τον Chantraine, «μετρική διέκταση». 131 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ 2.1. Πρώτη κλίση α) Η γενική ενικού των θηλυκών λήγει σε –ης: τῆς χθονίης σοφίης 10.2, ἐκ πλευρῆς 13.3, συζυγίης 19.2. β) Η δοτική πληθυντικού λήγει σε –ῃσι: θηλυτέρῃσι 28.5, ἀγνοτάτῃσι 35.1, μεγάλῃσι λιτῇσι 37.4 (αλλά και ἀνίαις 31.3). 2.2. Δεύτερη κλίση α) Η γενική ενικού λήγει σε –οιο: Χριστοῖο 7.3, λαοῖο 10.3, Γρηγορίοιο 14.2 (αλλά και Γρηγορίου 17.4), μύθοιο 24.1, ποταμοῖο 157.1 (αλλά και ποταμοῦ 156.2). β) Η δοτική του πληθυντικού λήγει σε –οισι: ἐνοικιδίοισι 31.1, ἡμερίοισιν 35.5, φίλοισι 36.2 (αλλά και λόγοις 35.4). 2.3. Τρίτη κλίση α) Η γενική ενικού των επιθέτων λήγει σε –εος: εὐαγέος 19.1, θυώδεος 41.1, εὐσεβέος 48.1. β) Η γενική πληθυντικού λήγει σε –έων: τεκέων 13.5, εὐσεβέων 46.4. γ) Επέκταση της δοτικής πληθυντικού των τριτοκλίτων σε – εσσι: λιθάκεσσιν 21.1, φαέεσσι 38.1 (αλλά και φάεσι 32.6), πραπίδεσσιν 38.3 (αλλά και πραπίσιν 138.2). 3. Ρήματα α) Αναύξητοι σχηματισμοί αορίστου: λάχεν 12.5, θήκατο 14.4, στράψε 23.1, βάλε 181.3. β) Επέκταση του προσφύματος –σκ– στον παρατατικό (θαμιστικοί τύποι)205: φιλέεσκες 11.3, ποθέεσκεν 29.6, ζώεσκες 82.1. 205. Για τον σχηματισμό, βλ. Chantraine (1963) 316-325· πρβλ. M.L. West, Hesiod, Theogony: Edited with Prolegomena and Commentary, Oxford 1966, ad vers. 157. 132 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ γ) Σπανίως παρουσιάζονται τύποι απαρεμφάτου με κατάληξη –μεν / –μεναι: ἐριζέμεν 56.2, ἐλθέμεναι 156.6. δ) Εμφάνιση γ΄ πληθυντικού προσώπου παθητικού αορίστου με κατάληξη –ν:206 ἄγερθεν (= ἠγέρθησαν) 130.3. ε) Σχηματισμός αορίστου (σε ρήματα με θέμα που λήγει σε βραχύ φωνήεν, δισύλλαβων ριζών) με διπλασιασμό του –σ–:207 ἐκάλεσσε 13.1, τελέσσαι 42.3. Ϛ) Τύπος αορίστου με αναδιπλασιασμό (του εκλιπόντος F): ἔειπε 70.1 (αλλά και εἶπε 44.3, εἶπεν 47.1). ζ) Σχηματισμός ενσίγμου αορίστου με κατάληξη –ξα:208 τμήξασα 29.4, ἐξαλάπαξεν 186.3. η) Απαντά τύπος υποτακτικής αορίστου με βραχύ θεματικό φωνήεν: τί ῥέξομεν; 217.3 θ) Διαλεκτικοί τύποι του ρήματος εἰμί: ἔσκον 177.3, ἦα 239.1 (α΄ ενικό πρόσωπο παρατατικού), ἔης 10.2 (β΄), ἔην 13.6, ἦεν 24.1, ἦν 124.1 (γ΄), ἔμμεναι (απαρέμφ.) 120.2, ἐών (μετοχή) 98.2. ι) Τμήση με επίταξη και αναστροφή της προθέσεως:209 κέρσατ’ ἄπο πλοκάμους 26.8. 4. Αντωνυμίες α) Προσωπική: ἐγὼν 148.3, σεῖο 9.2, σέο 141.3, ὕμμιν 205.4, οἱ 6.3, μιν 27.5, σφε 249.2. β) Κτητική: τεῇ 11.5, τεαῖς 22.1 (β΄ πρ.), ᾧ210 60.2, ἑὸν 88.1 (γ΄ πρ.). 206. Τσοπανάκης (1983) 187-188. 207. Chantraine (1990) 217. 208. Chantraine (1990) 219· J.L. Lightfoot, The Sibylline Oracles, with Introduction, Translation and Commentary on the First and Second Books, Oxford 2007, 177-178. 209. E. Schwyzer, Η σύνταξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (μετ. Γ.Ε. Παπατσίμπας – Π. Χαιρόπουλος), Αθήνα 2002, 534-536. 133 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ γ) Μερικοί τύποι της οριστικής-δεικτικής αντωνυμίας που συμπίπτουν με τύπους του άρθρου χρησιμοποιούνται με αναφορική σημασία:211 στῆλαι Μαρτινιανῷ, τὰς χρόνος οὐ δαμάσει 115.2, μνώεο Γρηγορίοιο, τὸν ἔπλασας ἤθεσι κεδνοῖς 143.3. 5. Επιρρήματα α) Συχνός σχηματισμός επιρρημάτων με το επίθημα –θι: ἔνδοθι 25.5, ἔκτοθι 25.5, ἀπόπροθι 27.3, κεῖθι 144.4, ὑψόθι 153.2. 6. Προθέσεις α) Αποκοπή των δισύλλαβων προθέσεων ἀνά, παρά, κατά: ἀμπετάσασα 30.3, παρθέμεθα 33.2, κάτθανεν 31.6, ἄμπνεε 76.5. β) Αναστροφή της προθέσεως: ξείνης ἄπο 30.2, τύμβον…ἐμὸν ἔπι 190.3. 7. Σύνταξη α) Συχνή παρουσία ονοματικών φράσεων (ήτοι, παράλειψη του συνδετικού ρήματος): εὐχῆς καὶ βιότου Νόννῃ τέλος 62.1, ζωῆς εἷς πόθος οὐρανίης 77.6, τὸ πλέον οὐ μερόπων 131.6. β) Εμφανίζεται η αττική σύνταξη: πήγνυτο δάκρυα 24.6, τάδ’ ἦεν ἄσυλα 198.1. γ) Παρουσιάζεται ονομαστική σε θέση κλιτικής: Βάσσε φίλος 147.1.212 210. Για την κτητική αντωνυμία ὅς, ἥ, ὅν (όχι ὅ), βλ. LSJ s.v. ὅς, σελ. 1260α, “Possess. Pron. I”. 211. Για τη δεικτική-ανακλητική αντωνυμία με αναφορική σημασία, βλ. Schwyzer (2002) 807-808. 212. Για το χαρακτηριστικό αυτό της ομηρικής γλώσσας βλ. και Σ.Γ. Χατζηκώστα, Θεοκρίτου, Εἰδύλλια Ι-VII. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια, Αθήνα 2005, 125 με παραπομπή στον S. Matthaios, Untersuchungen zur Grammatik 134 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ 8. Ποικίλα α) Εμφανίζονται διάφορες λέξεις της επικής διαλέκτου: εὐχωλῆς 51.4, κασιγνήτοισιν 92.1, πτολίεθρον 135.1. β) Παρουσιάζεται το επίθετο φίλος με τη σημασία κτητικής αντωνυμίας: φίλον δέμας 131.1. γ) Σπάνια παρουσία αιολικών στοιχείων: ἄμυδις 40.2. δ) Διπλασιασμός συμφώνων: ὅσσα 10.1, τόσσον 45.1, ὁππότε 176.5. ε) Ο δυϊκός αριθμός δεν απουσιάζει: κασιγνήτω 121.2. Λεξιλόγιο Από τη μελέτη των υπό εξέταση επιγραμμάτων διαπιστώνουμε ότι ο Γρηγόριος διαπλάθει ένα ποιητικό γλωσσικό όργανο στο οποίο αναχωνεύει στοιχεία από όλο το λογοτεχνικό παρελθόν του ελληνικού κανόνα. Όμηρος, Ησίοδος, πρώιμοι λυρικοί, τραγικοί ποιητές του 5ου αιώνα, ελληνιστικοί ποιητές, επιγραμματοποιοί από το corpus της Παλατινής Ανθολογίας αλλά και ανώνυμοι συντάκτες εμμέτρων επιγραφών έχουν αφήσει έντονα ίχνη στη γλώσσα των επιγραμμάτων του. Επίσης, ποιητικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας εκτός της υψηλής λογοτεχνικής παράδοσης, όπως οι Σιβυλλιακοί Χρησμοί και τα Αποτελεσματικά του ΨευδοΜανέθωνα, τα Αλιευτικά και Κυνηγετικά των δύο Οππιανών, η Aristarchs: Texte und Interpretation zur Wortartenlehre (Hypomnemata 126), Göttingen 1999, 89. 135 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ συλλογή των Ορφικών έχουν επιδράσει στη γλώσσα του Ναζιανζηνού.213 Εκτός όμως από την ευρύτατη προσληπτική ικανότητα, αυτό που διακρίνει τον Γρηγόριο είναι η λεξιλογική καινοτομία. Ο Ναζιανζηνός δεν συμπεριφέρεται ως ένας ακραιφνής αττικιστής αλλά πολλές φορές αναδεικνύεται ως τολμηρός λεξιπλάστης.214 Επίσης, παρά τη γενική τάση του για αρχαϊσμό, ίχνη από την εξέλιξη της ομιλουμένης γλώσσας δεν απουσιάζουν παντελώς από το γρηγοριανό έργο.215 Όπως θα δούμε αναλυτικά, θέλει να γράψει χριστιανική ποίηση ερειδόμενος στον θησαυρό της παλαιότερης ελληνικής γλώσσας· οι νέοι, όμως, καιροί και τα 213. Πλευρές της γλωσσικής έκφρασης του Γρηγορίου εν γένει στο ποιητικό του έργο εξετάζουν οι D.A. Sykes, “The Poemata Arcana of St. Gregory Nazianzen”, Journal of Theological Studies n.s. 21 (1970) 38-42· ο ίδιος, “The Bible and Greek Classics in Gregory Nazianzen’s Verse”, στο: E.A Livingstone (επιμ.), Studia Patristica 17/3, Oxford 1982, 1127-1130· Demoen (1993) 239 κ.εξ.· Prudhomme (2006) 84-122, 284-290, 327-340· Simelidis (2009) 47-54. 214. Ενδεικτικές είναι οι συγκριτικές μετρήσεις που έκανε ο C. Fabricius (Zu den Jugendschriften des Johannes Chrysostomus: Untersuchungen zum Klassizismus des vierten Jahrhunderts, Diss. Lund 1962, 116) σε πεζά έργα συγγραφέων της ύστερης αρχαιότητας, θύραθεν και χριστιανών (Ιωάνν. Χρυσ., Μ. Βασίλειος, Γρηγ. Ναζ., Αρριανός, Λουκιανός, Αριστείδης, Μάξιμος Τύρ., Αχιλλ. Τάτιος, Λόγγος, Αιλιανός, Φιλόστρατος, Τατιανός). Ο Γρηγόριος έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό (μετά τον Τατιανό) στη χρησιμοποίηση μετακλασικών λέξεων. Βλ. Jungck (1974) 25 με σημ. 19. Ενδεικτικές οι συναγωγές λέξεων του Θ. Δετοράκη, «Προσθῆκαι εἰς τὸ Πατερικὸν Λεξικὸν τοῦ Lampe ἐκ τῶν ἔργων Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου», Ἐπε-τηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 45 (1981-1982) 133-156, και «Νέες προσθήκες στο Πατερικό Λεξικό του G.W.H. Lampe από τα έργα Γρηγορίου του Θεολόγου», Κληρονομία 22 (1990) [=1993] 9-28, με την παρατήρηση, ωστόσο, του Simelidis (2009) 48 σημ. 83. 215. Βλ. τη μελέτη περίπτωσης τής R. de Lima Henry, The Late Greek Optative and its Use in the Writing of Gregory Nazianzen, Washington, D.C. 1943 (διδ. διατρ. στο Catholic University of America). 136 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ σημαινόμενα της νέας θρησκείας προκαλούν τη γένεση νέων μορφών.216 Στο σώμα των επιγραμμάτων του ογδόου βιβλίου της ΠΑ οι ακόλουθες λέξεις εμφανίζονται ως ἅπαξ λεγόμενα στην αρχαία ελληνική γραμματεία σύμφωνα με τα δεδομένα του TLG και του LSJ:217 ἀσαρκής 142.5 πυματηγόρος 206.3 ἔρευγμα 166.5 τρισθανής 170.1 ἐρευγόβιος 172.1 τυμβολέτης 198.2 θηρόλετος 210.2 τυμβολέτις 184.2 θυηδόχος 25.1 τυμβοφόνος 216.2 νεκροκόμος 174.4 ὑμνήτειρα 35.3 νεκροφόνος 184.4 χρυσολογέω218 230.6 νεοκληρονόμος 188.2 χρυσόφιλος 185.4 ὁμοσθενής 4.2 φιλογαστορίδης 169.2 πρόθρονος 116.2 216. Ο γλωσσικός πλούτος του γρηγοριανού ποιητικού έργου προκάλεσε τη σύνταξη τεσσάρων λεξικών κατά τη μετέπειτα βυζαντινή περίοδο. Βλ. Δ. Καλαμάκης, Λεξικὰ τῶν ἐπῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου μετὰ γενικῆς θεωρήσεως τῆς πατερικῆς λεξικογραφίας, Ἐν Ἀθήναις 1992· του ιδίου, “In sancti Gregorii Nazianzeni carmina lexicon Casinense”, Άθηνᾶ 81 (1990-1996) 251-299· Ch. Simelidis, “The Compilation of the Lexica to the Poems of Gregory of Nazianzus: Lexicon Casinense and Paraphrase A for the Gedichtgruppe I”, στο: Schmidt (2010) 203-221. Πρβλ. Simelidis (2009) 75-76. 217. Ο Conca (2000) 65 δίνει έναν κατάλογο ἅπαξ λεγομένων, ο οποίος όμως και λάθη περιλαμβάνει και ελλιπής είναι. 218. Απαντά εδώ για μόνη φορά με τη σημασία «συγκεντρώνω χρυσό». Στον Λουκιανό (Ὄνειρος ἢ Ἀλεκτρ. 6.31) εμφανίζεται η μετοχή χρυσολογῶν με τη σημασία «ομιλώ περί χρυσού». 137 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Κάποιες ακόμη λέξεις απαντούν ως ἅπαξ λεγόμενα στο ποιητικό έργο του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού αλλά όχι αποκλειστικά στα επιγράμματά του:219 ἀπηλεγής220 86.3 – Ἔπη ΙΙ.1.46. 18 ἀτασθαλέω 176.6 – Ἔπη Ι.2.1. 449, 519· ΙΙ.1.45. 189 κ.α. νεόχνοος 165.3 – Ἔπη ΙΙ.1.51. 6 πενητοκόμος 31.4 – Ἔπη ΙΙ.1.50. 47 ὑψιθέων 183.3 – Ἔπη Ι.1.4. 40· ΙΙ.1.16. 25, και ὑψιθέουσα (Ἐπιγρ. 17. 1) Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένες ακόμη λέξεις των γρηγοριανών επιγραμμάτων οι οποίες, μολονότι δεν συνιστούν ἅπαξ λεγόμενα, μαρτυρούνται για πρώτη φορά στον Ναζιανζηνό: λυσσήεις 217.2 (αργότερα στον Νόννο Διον. 28.283 κ.α.) παλιγγενής 103.6 (αργότερα και πάλι στον Νόννο Διον. 2.650 κ.α.) συνοδίτης 155.3 και Ἔπη ΙΙ.1.13. 204 (απαντά και στον Αδαμάντιο, Φυσιογν. 1.6.17 – του τετάρτου αιώνα μ.Χ. κι αυτός) Σχετικά με όλες αυτές τις λέξεις που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στον Γρηγόριο είναι αυτονόητη όσο και αναγκαία η ακόλουθη παρατήρηση: Είναι πολύ πιθανό αρκετές από αυτές να αποτελούν όντως γέννημα της γλωσσοπλαστικής δύναμης και της γενικότερης δημιουργικής ικανότητάς του. Δεν πρέπει όμως 219. Τράπεζα δεδομένων για τις λέξεις του Γρηγορίου στο ποιητικό του έργο δίνουν οι J. Mossay – B. Coulie (– C. Detienne) et CETEDOC, Thesaurus Sancti Gregorii Nazianzeni. Carmina, Christus Patiens, Vita, Brepols-Turnhout 1991. 220. Ο τύπος ἀπηλεγές, με επιρρηματική χρήση (αντί ἀπηλεγέως), απαντά στους Νίκανδρο Θηρ. 495 και Οππιανό Κυν. 2. 510. Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί το ἀπηλεγής ως επίθετο. Πρβλ. Zamora στο: Zehles & Zamora (1996) 179 ad vers. 408, η οποία δεν φαίνεται να εννοεί τη διαφορά. 138 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ να ξεχνάμε ότι το corpus της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που είχε στη διάθεσή του ο Ναζιανζηνός ήταν πολύ ευρύτερο από εκείνο που σώθηκε στη νεότερη εποχή. Δεν ξέρουμε λοιπόν αν και πόσες από αυτές τις λέξεις εμαρτυρούντο σε κείμενα προσιτά τότε στον Γρηγόριο, χαμένα όμως για μας σήμερα. Τα νέα παπυρικά ευρήματα που δημοσιεύονται επιβεβαιώνουν την επιφύλαξη αυτή.221 Ένα άλλο στοιχείο που χρωματίζει με μία αρχαϊκότητα και ιδιαιτερότητα το γρηγοριανό γλωσσικό χρησιμοποίηση ομηρικών ἅπαξ λεγομένων. 222 ιδίωμα είναι η Λέξεις αυτής της κατηγορίας, στις οποίες η φιλολογία και η λόγια ποίηση της ελληνιστικής περιόδου προσέδωσε μια ξεχωριστή γοητεία,223 εμφιλοχωρούν στα επιγράμματα του Γρηγορίου. Για παράδειγμα, το επίθετο λεπταλέος 105.4 (ἅπαξ στον Όμηρο, Ἰλ. 18.571) θα έφερε και τότε στη λογοτεχνική μνήμη ενός λόγιου αναγνώστη το 221. Βλ. επ’ αυτού, Simelidis (2009) 48 με σημ. 86· Jungck (1974) 26 με σημ. 29. 222. Βλ. M.M. Kumpf, Four Indices of the Homeric Hapax Legomena (Alpha – Omega, Reihe A. 46), Hildesheim-Zürich-New York 1984. Δεν περιλαμβάνει, ωστόσο, τον Γρηγόριο στις μετέπειτα μαρτυρίες των ομηρικών ἅπαξ λεγομένων. Γενικότερα για τη χρησιμοποίηση σπάνιων λέξεων από τον Γρηγόριο, Prudhomme (2006) 143-146. 223. Για την ποιητική λειτουργία τους, βλ. τη μελέτη της P. Kyriakou, Homeric Hapax Legomena in the Argonautica of Apollonius Rhodius: A Literary Study (Palingenesia 54), Stuttgart 1995· περαιτέρω: Cusset (1999) 25-112· W. Appel, Die homerischen hapax legomena in den Posthomerica des Quintus Smyrnaeus, Toruń 1994. Ειδικά τα δυσερμήνευτα ἅπαξ, οι λεγόμενες γλῶσσαι, απετέλεσαν για τους λόγιους ελληνιστικούς ποιητές πεδίο ασκήσεως φιλολογικής ερμηνευτικής και λογοτεχνικής υπαινικτικότητας· βλ. A. Rengakos, Apollonios Rhodios und die antike Homererklärung (Zetemata 92), München 1994· F. Montanari, “Callimaco e la filologia”, στο: Montanari & Lehnus (2002) 59-92· E. Sistakou, “Glossing Homer: Homeric Exegesis in Early Third Century Epigram”, στο: Bing & Bruss (2007) 391408. Γενικότερα για το θέμα, A. Rengakos, Der Homertext und die hellenistischen Dichter (Hermes Einzelschriften 64), Stuttgart 1993. Για μερικά ομηρικά ἅπαξ λεγόμενα στα Ἔπη του Γρηγορίου, βλ. Simelidis (2009) 50-52. 139 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ειδικό ποιητικό φορτίο που του έδωσε ο Καλλίμαχος, όταν το επέλεξε για να προσδιορίσει τη νεοτερική μούσα του (Αἴτ. fr. 1.24 Pf.). Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι ο Γρηγόριος δεν είναι poeta doctus ελληνιστικού τύπου. Ως μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του και λόγιος θεράπων της ποίησης αρέσκεται στις λεξιλογικές σπανιότητες αλλά δεν θηρεύει συνειδητά αμφισβητούμενης σημασίας λέξεις ούτε παίζει με την υπαινικτική σημασιοδότησή τους. Άλλα ἅπαξ λεγόμενα των ομηρικών επών –πέραν του επιθέτου λεπταλέος– που εντοπίσαμε στα επιγράμματα του Γρηγορίου είναι τα ακόλουθα: αἰπήεις 160.3 (Ἰλ. 21.87) μάκαρ 16.4 κ.α. (Ἰλ. 24.544) ἀμφιθέω 179.2 (Ὀδ. 10.413) μελεδὼν 57.1 (Ὀδ. 19.517) εὔιππος 100.4 (Ἰλ. 16.417) ὀλετὴρ 33.5 (Ἰλ. 18.114) ζάκοτος 227.2 (Ἰλ. 3.220) ὁμόφρων 19.3 (Ἰλ. 22.263) ἡδυεπὴς 12.3 (Ἰλ. 1.248) πτόρθος 38.2 (Ὀδ. 6.128) κενεαυχὴς 29.2 (Ἰλ. 8.230) στοναχέω 3.4 (Ἰλ. 18.124) ληίστωρ 147.2 κ.α. (Ὀδ. 15.427) τηλεφανὴς 178.2 (Ὀδ. 24.83) λίθαξ 21.1 (Ὀδ. 5.415) ὑποφήτης 12.3 (Ἰλ. 16.235) λυπρὸς 78.3 κ.α. (Ὀδ. 13.243) φαάντατος 9.1 (Ὀδ. 13.93) Πολύ σπάνια ανιχνεύει κανείς μαρτυρημένο λεξιλόγιο από τα επιγράμματα που να αρδεύεται από άλλη πηγή πλην της αρχαίας ελληνικής θύραθεν γραμματείας, εννοούμε δηλαδή, από τη Βίβλο και την ως τον τέταρτο αιώνα χριστιανική βιβλιογραφία. Σημειώνουμε: 140 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ τίναγμα 159.4 (πρώτη μαρτυρία στους Εβδομήκοντα, Ἰὼβ 28.26). παντοφάγος 213.2 (πρώτη εμφάνιση της λέξης στον Δίδυμο τον Τυφλό, Ὑπόμν. εἰς Ψαλμ. 29-34, p. 190.14 Gronewald, πρβλ. παντοφαγία Μακ. Δ΄, 1.27).224 χριστοφόρος 21.2 κ.α. (βλ. Ιγνατίου Αντιοχ., Ἐπιστ. πρὸς Μαρίαν 1.1. κ.α. passim).225 2. ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ226 Όπως εξηγήσαμε και παραπάνω, ο Γρηγόριος γράφει τα επιγράμματά του σε μια τεχνητή γλώσσα η οποία εγκολπώνεται 224. Το Μακ. Δ΄ είναι εκτός του κανόνος της Π.Δ. για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία και κατατάσσεται στα Απόκρυφα. 225. Πρβλ. τα γενικότερα δεδομένα που δίνει ο K. Demoen, “Biblical vs Nonbiblical Vocabulary in Gregorius Nazianzenus. A Quantitative Approach”, στο: Association Internationale Bible et Informatique (επιμ.): Actes du 2. Colloque International “Bible et Informatique: méthods, outils, résultats” (Jerusalem, 9-13 juin 1988), Genève 1989, 243-253. 226. Η παρούσα μελέτη δεν έχει την πρόθεση να εμπλακεί στη θεωρητική συζήτηση που έχει προκαλέσει ο όρος «διακειμενικότητα», αφ’ ότου τον εισηγήθηκε η J. Kristeva δουλεύοντας πάνω σε κείμενα του M. Bakhtin (Σημειωτική. Recherches pour une sémanalyse, Paris 1969). Χρησιμοποιείται εδώ κατά την απλούστερη δυνατή σημασιολόγησή του ως “das Zitieren und Anspielen in literarischen Texten” (T.A. Schmitz, Moderne Literaturtheorie und antike Texte. Eine Einführung, Darmstadt 2002, 91). Διαφοροποιείται, ωστόσο, εμφανώς από την παραδοσιακή και στατική Quellenforschung, όπως την ξέρουμε κυρίως από τις παλαιές γερμανικές διατριβές του 19ου αιώνα με αποκλειστικό ζητούμενο τις πηγές (De fontibus). Η διερεύνηση των διακειμενικών συνδέσεων δεν αρκείται στον εντοπισμό των πηγών αλλά επιχειρεί να ερμηνεύσει τη λειτουργία των μιμήσεων, επιδράσεων, παραλλαγών και υπαινιγμών που αντλούνται από παλαιότερα λογοτεχνικά κείμενα. Αντί θεωρητικών έργων, βλ. την πραγμάτευση του θέματος in situ στο πρόσφατο έργο τού S. Bär, Quintus Smyrnaeus “Posthomerica” 1: Die Wiedergeburt des Epos aus dem Geiste der Amazonomachie. Mit einem Kommentar zu den Versen 1-219 (Hypomnemata 189), Göttingen 2009, 36-43 (από όπου και το παραπάνω παράθεμα). 141 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ μορφολογικά, συντακτικά και λεξιλογικά στοιχεία από όλη τη διαδρομή της ελληνικής ποίησης. Συνεπώς η διερεύνησή της δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από μία «αρχαιολογία» της επιγραμματικής ποίησης του Γρηγορίου.227 Κύριος στόχος του ήταν να αξιοποιήσει όλο αυτό το γλωσσικό υλικό της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, μέσα στο πλαίσιο της κλασικής φόρμας του επιγράμματος, για να επενδύσει τις προσωπικές του εκφραστικές ανάγκες και να διαμεσολαβήσει το μήνυμα της νέας θρησκείας. Μοιραία όμως η πρόσληψη της μορφής συνεπιφέρει και δεξίωση περιεχομένου. Τα σημαίνοντα είναι και φορείς σημαινομένων. Για μια αναλυτική τεκμηρίωση των γλωσσικών δανείων και των διακειμενικών αναφορών του Γρηγορίου στα επιγράμματά του, εξετάζουμε το θέμα κατά συγγραφέα ή χορεία συγγραφέων.228 α. Όμηρος Γαλάτων δὲ ὁ ζωγράφος ἔγραψε τὸν μὲν Ὅμηρον αὐτὸν ἐμοῦντα, τοὺς δ’ ἄλλους ποιητὰς τὰ ἐμημεσμένα ἀρυτομένους. (Αιλιανός, Ποικ. Ἱστ. 13.22) Τα ομηρικά έπη είναι χωρίς αμφιβολία το μεγάλο ταμείον από το οποίο ο Γρηγόριος αντλεί λεξιλογικό πλούτο, φραστικά 227. Παραφράζοντας τον R.I. Hunter, Theocritus and the Archaeology of Greek Poetry, Cambridge 1996. 228. Για τη συγκέντρωση του γλωσσικού υλικού έλαβα υπ’ όψη μου τις σημειώσεις των εκδοτών Waltz και Beckby και τις εργασίες των Wyss, RAC 12 (1983) 839-859· Q. Cataudella, “Influssi di poesia classica anche Latina negli epigrammi cri-stiani greci”, στο: Studi in onore di Aristide Colonna, Perugia 1982, 79-92· Criscuolo (2007). Άλλες συμβολές αναφέρω ad loc. 142 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ συντάγματα και φόρμουλες.229 Ο Ναζιανζηνός δείχνει ότι η οφειλή του στον Όμηρο είναι συνειδητή και δεδηλωμένη· είκοσι συνολικά φορές στο έργο του –τις περισσότερες από τις μισές στις επιστολές του– αναφέρεται σ’ αυτόν είτε ονομαστικά είτε χρησιμοποιώντας παράγωγες του ονόματος λέξεις (ὁμηρικός, καθομηρίζω).230 Στη στέρεη γνώση που διέθετε ο Γρηγόριος πάνω στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια ασφαλώς συνετέλεσε και η δεσπόζουσα θέση που κατείχαν τα ομηρικά έπη ως σχολικό κείμενο στο εκπαιδευτικό curriculum της εποχής. Μας το καταδεικνύουν αυτό οι φιλολογικοί πάπυροι της περιόδου που μαρτυρούν τη «συντριπτική υπεροχή» του Ομήρου ανάμεσα στους άλλους κλασικούς συγγραφείς 231. Και πάντως γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος διδασκόταν στη Σχολή των Αθηνών τον καιρό που σπούδαζε εκεί ο Ναζιανζηνός232. 229. Για πλευρές της πρόσληψης του Ομήρου και εν γένει της επικής ποίησης από τον Γρηγόριο, βλ. L. Sternbach, “De Gregorio Nazianzeno Homeri interprete“, στο: Charisteria C. de Morawski, Kraków 1922, 171-178 (non vidi)· V.A. Frangeskou, “Gregory Nazianzen’s Usage of the Homeric Simile”, Ελληνικά 36/1 (1985) 12-26· A. Casanova, “Gregory of Nazianzus, De rebus suis 424 ff. and De vita sua 68 ff.: Echoes of Epic and Dramatic Poetry in his Mother’s Prayer”, στο: P. Allen – W. Mayer – L. Cross (επιμ.), Prayer and Spirituality in the Early Church II, Brisbane 1999, 145-153· Moroni (2006) 46· A. Faulkner, “St Gregory of Nazianzus and the Classical Tradition. The Poemata Arcana qua Hymns”, Philologus 154 (2010) 78-87. 230. Την αγάπη του για τα ομηρικά έπη δείχνει και το εξής περιστατικό: Όταν ο φίλος του Φιλάγριος τού ζητά δύο βιβλία, τον Δημοσθένη και την Ιλιάδα, ο Γρηγόριος ανταποκρίνεται πρόθυμα στο πρώτο αλλά για το δεύτερο φαίνεται να υπεκφεύγει με τη δικαιολογία ότι το έχασε (Ἐπιστ. 31): τῶν δὲ πυκτίων ὧν ᾔτησας, τὸ μὲν εὗρον, καὶ ἔπεμψά σοι προθύμως, τὸ Δημοσθενικὸν λέγω. τὸ δ’ ἐζημιώθην. οὐκ ἔχω οἵου σὺ χρῄζεις, τὴν Ἰλιάδα. 231. Βλ. Lemerle (1985) 58, και τον κατάλογο, αλφαβητικώς ταξινομημένο κατά συγγραφείς και έργα, στον οποίο παραπέμπει: R.A. Pack, The Greek and Latin Literary Texts from Graeco-Roman Egypt (Univ. of Michigan Genaral Library Public 8), Ann Arbor 1952 (2η έκδ. 1965). Πρβλ. E.G. Turner, Ελληνικοί πάπυροι (μετ. Γ.Μ. Παράσογλου), Αθήνα 1981, 133. 232. Βλ. Fleury (1930) 76. 143 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Στο επίγραμμα 6 υποτίθεται ότι μιλάει από του τάφου ο Βασίλειος, δηλώνει τη φιλία του με τον Γρηγόριο και προσθέτει (στ. 3): ὃν περὶ κῆρι233 φίλησα· Θεὸς δέ οἱ ὄλβια δοίη Ο στίχος όζει Ομήρου! Το πρώτο κώλον μέχρι τη θήλεια τομή έρχεται από την Ιλιάδα και αναφέρεται στην Ιπποδάμεια (Ἰλ. 13. 430): τὴν περὶ κῆρι φίλησε πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ ενώ το δεύτερο ανάγεται στην Οδύσσεια, από τα λόγια του Οδυσσέα προς τον Ευρύαλο στο νησί των Φαιάκων (Ὀδ. 8. 413): καὶ σύ, φίλος, μάλα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν Ο Ναζιανζηνός για να μιλήσει ποιητικά για εγκάρδια αγάπη και εκ Θεού ευτυχία χρησιμοποιεί αποκλειστικά ομηρικά υλικά συνθέτοντας έναν μονόστιχο «ομηροκέντρωνα». Η μόνη αναγκαστική αλλαγή που κάνει είναι να στρέψει τον πληθυντικό αριθμό θεοὶ σε ενικό. Το γεγονός ότι και για τα δύο μεγάλα αυτά ανθρωπολογικά θέματα, η γλωσσική σκευή που χρησιμοποιεί φέρει το φορτίο μίας άλλης κοσμοαντίληψης δείχνει για τα κριτήρια της εποχής πολύ φυσιολογικό – και για τον ίδιο και για τους αναγνώστες του. Ο Χριστιανισμός σε τέτοια θέματα δεν ήταν καθόλου στερημένος ιδίας βιβλιογραφίας και ορολογίας. Ο παύλειος ύμνος στην αγάπη (Πρὸς Κορ. Α΄, 13) και η ἐπὶ τοῦ ὄρους 233. Στην ονομαστική (και αιτιατική), ωστόσο, ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί τον ασυναίρετο τύπο κέαρ (44.3, 145.1, 240.1) κατά τους τραγικούς και όχι τον συνηρημένο ομηρικό κῆρ. Βλ. LSJ s.v. κῆρ. 144 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ ὁμιλία (Ματθ. 5. 1-12) συγκαταλέγονται στα πιο γνωστά και πιο δυνατά κείμενα της Καινής Διαθήκης. Όταν όμως ο καππαδόκης ιεράρχης ενδύεται το σχήμα του ποιητή και μπαίνει στον κανόνα του προσωδιακού μέτρου, ακολουθεί τον δρόμο της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Και σ’ αυτή τη μακρά παράδοση η πρωτεύουσα θέση του Ομήρου είναι απολύτως γνωστή. Ας μας επιτραπεί εδώ το ακόλουθο σχόλιο: Η σύνθεση στίχων αποκλειστικά με ομηρικά υλικά οφείλει να νοηθεί μέσα στα συμφραζόμενα της λογοτεχνικής αισθητικής που κυριαρχεί στην ύστερη μετακλασική εποχή και να μην αποτελέσει αφορμή εύκολης απόρριψης. Πολύ εύστοχα ο Christos Simelidis (2009: 53) υποδεικνύει έναν στίχο από την Ἑκάλη του Καλλίμαχου (fr. 74. 22 Hollis): καδδραθέτην δ’ οὐ πολλὸν ἐπὶ χρόνον, αἶψα γὰρ ἦλθεν στον οποίο ο μέγας αυτός ανανεωτής της ελληνιστικής ποίησης, ο ἐχθαίρων τὸ ποίημα τὸ κυκλικόν, αντιγράφει verbatim και στην ίδια μετρική θέση το πρώτο μέρος ως τη βουκολική διαίρεση από τον στ. Ὀδ. 15. 494 και το υπόλοιπο από τον στ. Ὀδ. 12. 407. Ο Γρηγόριος αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες που του προσφέρει η φωνολογία, η μορφολογία και η σύνταξη της ομηρικής γραμματικής, τις οποίες χρησιμοποιεί με ευελιξία και κατ’ επιλογήν ανάλογα με τις ανάγκες του μέτρου. Στο επίπεδο του λεξιλογίου το μεγάλο αγώνισμα για τον Γρηγόριο είναι πώς θα χρησιμοποιήσει λέξεις και φόρμουλες που εξέφραζαν τον ομηρικό και εν γένει τον παγανιστικό κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας σε εντελώς διαφορετικά συμφραζόμενα. Η γλωσσική επένδυση, ως ένα κλασικιστικό κέλυφος και φέρων οργανισμός του μέτρου, παραμένει· το μήνυμα θέλει να είναι διαφορετικό. 145 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Για να γίνει κατανοητό το εύρος της ομηρικής διείσδυσης, δίνουμε ένα εκτεταμένο δείγμα παράλληλων χωρίων. Στη σύνθεση των γρηγοριανών επιγραμμάτων οι ομηρισμοί εξυπηρετούν ποικίλες ανάγκες: i) Σε πολλούς στίχους των επιγραμμάτων παρουσιάζονται γνωστά ονοματικά σύνολα (ουσιαστικό και σταθερό επίθετο) του ομηρικού λεξιλογίου: 12.4: νήδυμον ὕπνον ἔχω Γρηγορίοιο δέμας ~ Ἰλ. 2.2: Δία δ’ οὐκ ἔχε νήδυμος ὕπνος· Ἰλ. 16.454: πέμπειν μιν θάνατόν τε φέρειν καὶ νήδυμον ὕπνον· κ.α. 13.4: γῆρας δ’ ἐς λιπαρὸν ἱκόμεθ’ ἀμφότεροι· πρβλ. 132.2· Λόγ. 7.4 ~ Ὀδ. 11. 135-6: ὅς κέ σε πέφνῃ / γήρᾳ ὕπο λιπαρῷ ἀρημένον. 18.1: οὔτι μὲν ἐς πολύκαρπον ἀλωὴν ὄρθριος ἦλθον ~ Ὀδ. 7.122: ἔνθα δέ οἱ πολύκαρπος ἀλωὴ ἐρρίζωται. 39.1: καὶ νύκτες ἄυπνοι ~ Ἰλ. 9.325, Ὀδ. 19.340: ἀΰπνους νύκτας ἴαυον 50.1: οὐ νόσος οὐδέ σε γῆρας ὁμοίιον ~ Ἰλ. 4.315: ἀλλά σε γῆρας τείρει ὁμοίιον· πρβλ. Ίλ. 4.444· Ὀδ. 3.236. 82.2: πτερόεντα λόγον· 133.1-2: ὦ πτερόεντες / μῦθοι· πρβλ. Ἔπη ΙΙ.1.43.1 ~ Ἰλ. 1.201 και passim: ἔπεα πτερόεντα. 94.3: νούσῳ δ’ ἀργαλέῃ ζωὴν λίπες ~ Ἰλ. 13.667: νούσῳ ὑπ’ ἀργαλέῃ φθίσθαι. Πρβλ. Ησίοδ. Ἔργα 92: νούσων τ’ ἀργαλέων, αἵ τ’ ἀνδράσι κῆρας ἔδωκαν. 105.1-2: καὶ πεδίοισι / τέρπῃ πυροφόροις ~ Ἰλ. 21.602: εἷος ὃ τὸν πεδίοιο διώκετο πυροφόροιο. 176.1: πηκτὸν ἄροτρον – Ἰλ. 10. 353. 233.1: νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα – Ὀδ. 10.521 (στην ίδια sedes). ii) Ρηματικά σύνολα: 26.1: πῶς ἐλύθη Νόννης καλὰ γούνατα … ; ~ Ἰλ. 21.114: τοῦ δ’ αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ· πρβλ. Ἰλ. 21.425 κ.α. 146 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ 32.3: καὶ γὰρ πόλλ’ ἐμόγησας· πρβλ. Ἔπη ΙΙ.1.1.98 ~ Ἰλ. 9.492: ὣς ἐπὶ σοὶ μάλα πολλὰ πάθον καὶ πολλὰ μόγησα. 39.1: καὶ νηοῖο πέδον δάκρυσι δευόμενον ~ Ὀδ. 7.260: δάκρυσι δεύεσκον. 47.2: ἡ δ’ ἐλύθη σώματος ἀσπασίως ~ Ὀδ. 5.397: ἀσπάσιον δ’ ἄρα τόν γε θεοὶ κακότητος ἔλυσαν. 119.2: ὤφελες ἄχρι πύλης γήραος ἐμπελάσαι ~ Ὀδ. 15.246: οὐδ’ ἵκετο γήραος οὐδόν· πρβλ. Ὀδ. 23.212. 122.6: ἦμαρ ἐπῆλθε γόων ~ Ὀδ. 10.175: πρὶν μόρσιμον ἦμαρ ἐπέλθῃ. 131.2: ψυχὴ δ’ ἐς μακάρων ᾤχετ’ ἀποπταμένη ~ Ὀδ. 11.222: ψυχὴ δ’ ἠΰτ’ ὄνειρος ἀποπταμένη πεπότηται. 142.3: πῇ ποτ’ ἔβης νεότητος ἐμῆς οἰήια νωμῶν ~ Ὀδ. 12.218: ἐπεὶ νηὸς γλαφυρῆς οἰήϊα νωμᾷς. 162.1: θάμβος ἔχεν μ’ ὁρόωντα ~ Ἰλ. 4.79: θάμβος δ’ ἔχεν εἰσορόωντας· πρβλ. Ἰλ. 23.815. Βλ. και Ησίοδ. fr. 75.8 M.-W.: θ]άμβος δ’ ἔχε πάντας ὁρῶντα[ς. 172.4: καὶ τότε πιστεύσω Μάρτυσιν ἦρα φέρειν· πρβλ. 79.6, 175.2 ~ Ἰλ. 14.132: θυμῷ ἦρα φέροντες. Η φράση ἦρα φέρειν τινὶ είναι ἅπαξ λεγόμενον στον Όμηρο.234 205.3: ὃς ὑμέας ἐξαλάπαξεν ~ Ἰλ. 5.642: Ἰλίου ἐξαλάπαξε πόλιν· πρβλ. Αισχύλ. Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβ. 456. 253.1: γαῖα φίλη, μὴ σοῖσι θανόνθ’ ὑποδέχνυσο κόλποις ~ Ἰλ. 6.136: Θέτις δ’ ὑπεδέξατο κόλπῳ· πρβλ. Ἰλ. 18.398. iii) Λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται στην ίδια μετρική θέση: 234. Εμφανίζεται ακόμη πέντε φορές ως «ἐπὶ … ἦρα φέρειν τινί» και «ἐπὶ ἦρα φέρειν τινί». Βλ. LS-ΜΚ s.v. ἦρα· πρβλ. Πανταζίδης s.v. Βλ. και E. Livrea, Apolonii Rhodii Argonauticon liber quartus. Introduzione, testo critico, traduzione e commento, Firenze 1973, 121· Moroni (2006) 154. 147 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Στην αρχή του στίχου: 100.1: κλῦθι – Ἰλ. 1.37, 1.451 και passim. 105.1: οὔρεά σοι καὶ πόντος ~ Ἰλ. 1.157: οὔρεά τε σκιόεντα θάλασσά τε ἠχήεσσα. 112.1: χάζεο, χάζεο τῆλε ~ Ἰλ. 17.13: χάζεο, λεῖπε δὲ νεκρόν. 116.3: παντοίαις ἀρετῇσι κεκασμένον – Ὀδ. 4.725. 152.3: οὐ νέμεσις – Ἰλ. 3.156. Πρβλ. Καλλίμ. Ἐπιγρ. 21.5 Pf. Στο τέλος του στίχου: 15.3: ποιμένα λαῶν – Ἰλ. 1.263, 2.243 (μετά τη βουκολική διαίρεση). 17.1: αὐτὰρ ἔπειτα235 – Ἰλ. 3.273, 3.315· Ὀδ. 1.123, 4.60 και passim. 22.1: ἐν χερσὶν ἔθηκα – Ἰλ. 6.482: ἐν χερσὶν ἔθηκε. 78.4: ὑστατίου περ – Ἰλ. 8.353: ὑστάτιόν περ. 106.3: πείρατα γαίης – Ἰλ. 14.200, 14.301· Ὀδ. 4.563. 115.3: περιδείδια, μή τι πάθῃσι – Ἰλ. 17.242. 130.1: εἴ ποτ’ ἔην γε – Ἰλ. 3.180 (μετά τη βουκολική διαίρεση). 149.1: κοσμήτορα λαοῦ – Ἰλ. 1.16: κοσμήτορε λαοῦ. 242.1: ἐπὶ χεῖρας ἰάλλειν – Ὀδ. 9.288: ἐπὶ χεῖρας ἴαλλε. Στο μέσον του στίχου μετά από θηλυκή τομή: 217.3: τί ῥέξομεν … ; – Ἰλ. 11.838. 235. Η χρησιμοποίηση του συνδετικού αυτού συμπλέγματος θα πρέπει να είχε αναχθεί σε «σήμα κατατεθέν» των κάθε λογής ομηριζόντων της μετακλασικής εποχής. Ενδεικτικό της σχετικής κατάχρησης είναι το επίγραμμα του Πωλλιανού (2ος αι. μ.Χ.) με το οποίο στηλιτεύονται οι μιμητές του Ποιητή (ΠΑ 11.131.1-2 = EpGF, de poetis cyclicis test. 6): Τοὺς κυκλίους τούτους τοὺς “αὐτὰρ ἔπειτα” λέγοντας μισῶ, λωποδύτας ἀλλοτρίων ἐπέων. Βλ. Παπαγγελής (1994) 26-27· Bär (2009) 83· Ε. Σιστάκου, Η άρνηση του έπους, Αθήνα 2004, 26. Πρβλ. Zehles, στο: Zehles & Zamora (1996) 85. 148 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ iv) Άλλα προφανή δάνεια από τα ομηρικά έπη σε διαφορετική μετρική θέση: 30.2: μῆτερ ἐμή – Ἰλ. 18.79, 19.21· Ὀδ. 1.346, 11.164 κ.α. 86.3: οὐκ ἔτι πάμπαν – Ἰλ. 13.701, 13.761· Ὀδ. 16.375. 87.3: οὐ κατὰ κόσμον – Ἰλ. 2.214· Ὀδ. 8.179. 108.4: πρίν τι κακὸν παθέειν – Ἰλ. 17.32. Εν κατακλείδι, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι τα verbatim δάνεια του Γρηγορίου: α) λίγες φορές υπερβαίνουν τις δύο λέξεις,236 και β) αξιοποιούνται τις περισσότερες φορές –ευνοήτως– στον πρώτο στίχο του ελεγειακού δίστιχου, δηλαδή στον εξάμετρο. Ο Γρηγόριος διαχειρίζεται ποικίλως τις ομηρικές φόρμουλες. Άλλοτε τις χρησιμοποιεί αυτολεξεί, άλλοτε τις τροποποιεί μορφοσυντακτικά, κάποτε τις αξιοποιεί στην ίδια μετρική θέση, άλλες φορές τις μεταθέτει σε διαφορετικό κώλον του στίχου· πάντοτε όμως τις προσαρμόζει στα νέα συμφραζόμενα. Το λεξιλόγιο ενός πολεμικού έπους και ενός έμμετρου μυθιστορήματος περιπέτειας, που αποτυπώνουν ένα τόσο μεγάλο εύρος ανθρώπινων καταστάσεων, υιοθετείται, παραλλάσσεται και συμμορφώνεται προς τις ποιητικές εμπνεύσεις ενός χριστιανού λογίου. Ως προς την προτίμηση ανάμεσα στα δύο έπη, είναι εμφανές το προβάδισμα της Ιλιάδας. Ο Γρηγόριος είναι τέκνο του εκπαιδευτικού συστήματος του μετα-ελληνιστικού κόσμου· τόσο 236. Το ίδιο παρατηρείται και για τον άλλο ομηρίζοντα ποιητή της ύστερης αρχαιότητας, τον Κόιντο τον Σμυρναίο, βλ. Κακριδής (1962) 208. 149 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ στο σχολικό πρόγραμμα όσο και στο ευρύ αναγνωστικό κοινό υπήρχε σαφής υπεροχή της Ιλιάδας έναντι της Οδύσσειας.237 β. Ησίοδος Οι αναμνήσεις από τα έργα του Ησιόδου είναι, ως εικός, σαφώς λιγότερες από τις ομηρικές χωρίς τούτο να σημαίνει ότι ο Γρηγόριος δεν είναι οικειωμένος με την ποίηση του Ασκραίου.238 5.1-2: Εἷς θεὸς ὑψιμέδων· ἕνα δ’ ἄξιον ἀρχιερῆα ἡμετέρη γενεὴ εἶδέ σε, Βασίλιε Το επίγραμμα για τον Βασίλειο Καισαρείας ανοίγει με τη δήλωση της μοναδικότητας του Θεού,239 ο οποίος κυβερνά από 237. Βλ. Η.Ι. Marrou, Ἱστορία τῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν ἀρχαιότητα (μετ. Θ. Φωτεινόπουλος), Ἀθῆναι 1961, 240-241· L. Casson, Οι βιβλιοθήκες στον αρχαίο κόσμο (μετ. Α. Φιλιπποπούλου), Αθήνα 2006, 94· J. Wissmann, “Education”, στο: Clauss & Cuypers (2010) 63. 238. Ο Ησίοδος αναφέρεται σε τρία σημεία του γρηγοριανού έργου με κυριότερη αναφορά εκείνη στον Α΄ Στηλιτευτικό κατά του Ιουλιανού (Λόγ. 4. 115), όπου ο χριστιανός Γρηγόριος ελέγχει τον Ιουλιανό για υποτιθέμενη εισαγωγή της Θεογονίας στο σχολικό πρόγραμμα του παγανιστή αυτοκράτορα. Πρβλ. Ἔπη ΙΙ.2.7. 239 κ.εξ.· Prudhomme (2006) 404-407· Simelidis (2009) 34-35. – Σημειωτέον ότι και στη γνωστή πραγματεία του φίλου του Βασιλείου Καισαρείας Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, τα παραθέματα από τον Ησίοδο είναι πολλά. Η δημοφιλία του, δε, ως ποιητή δηλώνεται από τον Βασίλειο καθαρά: «Ἢ τί ποτε ἄλλο διανοηθέντα τὸν Ἡσίοδον ὑπολάβωμεν ταυτὶ ποιῆσαι τὰ ἔπη ἃ πάντες ᾄδουσιν, ἢ οὐχὶ προτρέποντα τοὺς νέους ἐπ’ ἀρετήν;» (§ 5, έκδ. Boulenger). Ο διδακτισμός του, καθώς φαίνεται, –ειδικά στα Ἔργα– ήταν εν πολλοίς συμβατός με το ήθος των χριστιανών διανοουμένων της περιόδου αυτής. Το πλήθος δε των ευρεθέντων ησιόδειων παπύρων –αμέσως μετά τον Όμηρο σε αριθμό– μαρτυρεί την καλή του θέση στο σχολικό πρόγραμμα· βλ. και Turner (1981) 133· Marrou (1961) 240-241. 150 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ ψηλά. Η λέξη ὑψιμέδων δεν απαντά στον Όμηρο.240 Κάνει, όμως, το πρώτο φανέρωμά της στη Θεογονία του Ησιόδου (στ. 592): οὐκ ἀέκητι Ζηνὸς Ὀλυμπίου ὕψι μέδοντος Παραδείγματα όπως αυτό δείχνουν καθαρά την ποιητική πρακτική του προσχήματα Γρηγορίου. να Ο Καππαδόκης εκχριστιανίσει την επιχειρεί ελληνική χωρίς λογοτεχνική παράδοση. Το ονοματικό συμπλήρωμα ὑψιμέδων, το οποίο οι έλληνες θύραθεν ποιητές είχαν αποδώσει στον Δία, δύναται κάλλιστα να προσδιορίζει και τον χριστιανικό Θεό.241 Τούτο, όμως, δεν ισχύει μόνο για τον Θεὀ αλλά και για τους ανθρώπους! Όταν ο Γρηγόριος θέλει να επαινέσει τη Λιβία, τη σύζυγο του θείου του Αμφιλόχιου: 120. 1-4: οὔποτ’ ἔγωγε ὠισάμην θνητὴν ἔμμεναι εἰσορόων εἶδος μειλιχίην τε σαοφροσύνην τε γυναικός, 239. Πιθανότατα αποτελεί αιχμή εναντίον του Αρειανισμού που διεκήρυττε ότι ο Τριαδικός Θεός συνιστά πολυθεϊσμό. Για τη φράση Εἷς θεὸς, βλ. Sykes, στο: Moreschini & Sykes (1997) 86-87. 240. Εμφανίζεται το μεδέων (μόνο στην Ίλιάδα) και το μέδων (και στην Ὀδύσσεια), βλ. LSJ s.v. μεδέων και μέδω. Για το ὑψιμέδων: Βακχ. Διθύρ. 1.51 Sn.-M.: Ζεὺς ὑψιμέδων ὃς ἅπαντα δέρκεται· πρβλ. Αριστοφ. Νεφ. 563-564. Μεταγενέστερα: Σιβυλλ. Χρ. 1.347, 2.309· βλ. Sundermann (1991) 105 ad vers. 367· Lightfoot (2007) 169. Στο επίγραμμα: ΠΑ 7.617. 2 (Ανών.), Kaibel 792. 1 (2ος αι. μ.Χ.), 832. 1 (299 μ.Χ. – για τον Σάραπη), 1060. 2 (περ. 363 μ.Χ. – για τον Χριστό), Peek GV 1283. 7 (4ος αι. μ.Χ.). Αργότερα απαντά και η λέξη παμμεδέων· Kaibel 1064. 5 (6ος αι.): Χριστοῦ παμμεδέοντος. 241. Στον Γρηγόριο γίνεται σταθερό προσδιοριστικό του Θεού· βλ. και Ἔπη ΙΙ.1.34. 77. Πρβλ. Simelidis (2009) 35-36 χωρίς να σχολιάζει το επίγραμμά μας. Για επίθετα προσδιοριστικά του Θεού στον Γρηγόριο, βλ. Demoen (1993) 240 με σημ. 14. 151 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ τοῖς φῦλον πασέων καίνυτο θηλυτέρων. ανασύρει την ίδια διατύπωση με την οποία εγκωμιάζεται η Αλκμήνη στην Ἀσπίδα Ἡρακλέους του ησιόδειου corpus. [Ἀσπὶς] 4-6: ἥ ῥα γυναικῶν φῦλον ἐκαίνυτο θηλυτεράων εἴδεΐ τε μεγέθει τε. νόον γε μὲν οὔ τις ἔριζε τάων, ἃς θνηταὶ θνητοῖς τέκον εὐνηθεῖσαι. Ο Γρηγόριος αποδίδει, κατά βάση με το ίδιο λεξιλόγιο, στη χριστιανή Λιβία το προσοντολόγιο της μυθικής μητέρας του Ηρακλή με μόλις ένα τόνο ενίσχυσης των εσωτερικών χαρισμάτων της (μειλιχίην). Θα σταθούμε σε μία ακόμη ανάμνηση. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ησιόδειους μύθους είναι εκείνος των γενών. Όταν ο Γρηγόριος συντάσσει τη laudatio του χαρισματικού Ευφήμιου που πέθανε εἰκοσέτης, τον θεωρεί ως απομεινάρι του χρυσού γένους. 124.1-2: χρυσείης γενεῆς … λείψανον ~ Ησίοδ. Ἔργα 109: χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος…242 Από τις παραπάνω μαρτυρίες συνάγουμε ότι ο Γρηγόριος και στα επιγράμματά του αρύεται από το γλωσσικό υλικό και τον μυθολογικό κόσμο του Ησιόδου. γ. Λυρικοί ποιητές 242. Αργότερα και σε επιτύμβιες έμμετρες επιγραφές, Peek GV 1651. 1 (3ος αι. μ.Χ.): χρυσείης γενεῆς ἔτυμος λόγος. 152 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Το αναγνωστικό ρεπερτόριο του Γρηγορίου περιλαμβάνει τους λυρικούς ποιητές,243 ιδιαιτέρως τη γνωμολογική ποίηση του Θέογνη, τους υψηλούς επίνικους του Πίνδαρου, την ηθική και πολιτική ελεγεία του Σόλωνα. Στα επιγράμματα συναντούμε δάνεια κυρίως από το θεογνίδειο corpus:244 25.2: οὐδὲ διὰ στομάτων ἦλθε βέβηλον ἔπος ~ Θέογν. 18: τοῦτ’ ἔπος ἀθανάτων ἦλθε διὰ στομάτων. 46.2: τῶν ἱερῶν σανίδων χερσὶν ἐφαπτομένῃ; ~ Θέογν. 6: φοίνικος ῥαδινῆις χερσὶν ἐφαψαμένη. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απηχήσεις στα λόγια που αφιερώνει ο ποιητής στον Βασίλειο Καισαρείας στο τέλος του πρώτου επιγράμματος αυτής της σειράς. 2. 5-6: μή με λίπῃς, μή, τύμβον ἐπόμνυμι· οὔποτε σεῖο λήσομαι, οὐδ’ ἐθέλων. Γρηγορίοιο λόγος. Εδώ ο Γρηγόριος αντιγράφει, και μάλιστα στην ίδια μετρική θέση τα λόγια που αφιερώνει ο Θέογνις στον θεό Απόλλωνα στην αρχή των Ἐλεγειῶν του: Θέογν. 1-2: Ὦ ἄνα, Λητοῦς υἱέ, Διὸς τέκος, οὔποτε σεῖο λήσομαι ἀρχόμενος οὐδ’ ἀποπαυόμενος 245 243. Πρβλ. S. Costanza, “Su alcune risonanze classiche nel carme I.2.10 di Gregorio di Nazianzo: Archiloco, Solone, Saffo”, Sileno 2 (1976) 203-219. 244. Ο Γρηγόριος διαλέγεται συχνά στα έργα του με τον Θέογνη είτε δηλώνοντας συμφωνία μαζί του (ἐπαινῶ τὸ Θεόγνιδος…· Ἐπιστ. 13.1) είτε διαφωνώντας (ληρεῖ δέ μοι Θέογνις ὡς λῆρον πλατύν…· Ἔπη Ι.2.10. 393). Βλ. και Cataudella (1982) 80-81· Simelidis (2009) 117-119. 153 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Το δεύτερο, όμως, το μετοχικό μέρος της πρότασης, οὐδ’ ἐθέλων, έχει προταθεί από τον Q. Cataudella ως σαπφική απήχηση, από τα τελευταία λόγια της Αφροδίτης στην πολύ γνωστή πρώτη ωδή της ποιήτριας (1. 23-24 L.-P.): 246 αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει κωὐκ ἐθέλοισα (= καὶ οὐκ ἐθέλουσα).247 Ο ιταλός φιλόλογος δεν δείχνει να λαμβάνει υπ’ όψη του ότι η έκφραση καὶ οὐκ ἐθέλων απαντά ήδη στον Όμηρο (Ἰλ. 4.300) και μάλιστα μορφολογικώς πιο κοντά στη γλώσσα του Γρηγορίου 248 – χωρίς τους αιολισμούς της Σαπφώς. Παρ’ όλα αυτά το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο χρησιμοποιεί τη φράση η ποιήτρια, εκείνο δηλαδή της ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, είναι πιο πρόσφορο Ναζιανζηνού. Σχολιάσαμε και αλλού για 249 τις ανάγκες του ότι ο Γρηγόριος επενδύει τη λογοτεχνική αναπαράσταση της φιλικής του σχέσης με τον Βασίλειο με ερωτικής φύσεως ή εμπνεύσεως λεξιλογικό υλικό. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, να δηλώνει ότι θα διατηρήσει εις το διηνεκές ζωντανή τη μνήμη του φίλου του αξιοποιώντας τον εκφραστικό τρόπο και το υψηλής ερωτικής έντασης λεξιλόγιο της Σαπφώς. Το να αλιεύει ο χριστιανός ποιητής από την Ωδή στην Αφροδίτη της ερωτικής ποιήτριας για να εξωτερικεύσει τα 245. Πρβλ. Ὁμ. Ὕμν. 3 (Εἰς Ἀπόλλ.) 1: Μνήσομαι οὐδὲ λάθωμαι Ἀπόλλωνος ἑκάτοιο. 246. Βλ. Cataudella (1982) 80-81. 247. Βλ. Α.Δ. Σκιαδάς, Αρχαϊκός λυρισμός ΙΙ, Αθήνα 1981, 123-124. 248. Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί την ίδια περίπου φράση και αλλού: βλ. Ἔπη ΙΙ.1.16. 87-88: οὔ ποτ’ ἔγωγε / λήσομαι, οὐδ’ ἐθέλων, ὑμετέρης φιλίης. 249. Βλ. παραπάνω, σσ. 85-86. 154 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ συναισθήματα του για τον θάνατο του αγαπητού του φίλου, δεν είναι προς έκπληξη! Το παιγνίδι των παραπομπών και των υπαινιγμών στην κλασική λογοτεχνική παράδοση δεν έχει όρια για τον Γρηγόριο. Ακόμη και η κληρονομιά της ερωτικής ποίησης δεν απορρίπτεται a priori ως μη συμβατή με τη χριστιανική ηθική.250 Μερικές ακόμη απηχήσεις λυρικών ποιητών στα επιγράμματα του Γρηγορίου: 115.2: στῆλαι…τὰς χρόνος οὐ δαμάσει ~ Σιμων. fr. 26.5 P. (531.5 PMG): οὔθ’ ὁ πανδαμάτωρ ἀμαυρώσει χρόνος. 210.1-2: πολλάκι ναυαγοῖο δέμας κατέχωσεν ὁδίτης / κύμασι πλαζόμενον ~ Ιππών. fr. 115.4 W.: κύμ[ατι] πλα[ζόμ]ενος.251 Επιπλέον, η αναφορά του Γρηγορίου στον πλούτο των Ροδίων με τη διατύπωση 220.1: χρυσὸς μὲν Ῥοδίοισιν ἐπέκλυσε ανάγεται με ασφάλεια στον 7ο Ολυμπιόνικο του Πίνδαρου αφιερωμένου στον ρόδιο πύκτη Διαγόρα.252 Ο ποιητής αφηγείται τον μύθο σύμφωνα με τον οποίο ο Δίας έστειλε χρυσό σύννεφο στους Ροδίους και κατέκλυσε την πόλη με χρυσές νιφάδες. 250. Βλ. ακόμη μερικές περιπτώσεις στις οποίες ο Γρηγόριος λαμβάνει υλικό από ερωτικά ποιήματα που το μετουσιώνει σε χριστιανική λογοτεχνία στον Simelidis (2009) 41-45, 117 κ.εξ. – Για τη σχέση Σαπφώς – Γρηγορίου βλ. και παρακάτω, στο κεφάλαιο για το σχήμα Priamel, σ. 203. 251. Το ποίημα ανήκει στις λεγόμενες «επωδούς του Στρασβούργου» των οποίων η πατρότητα είναι αμφίβολη, έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση, και αποδίδεται ή στον Αρχίλοχο ή στον Ιππώνακτα. Ακολουθούμε εδώ την απόδοση σύμφωνα με την έκδοση του M.L. West. Πρβλ. Α.Δ. Σκιαδάς, Αρχαϊκός λυρισμός Ι, Αθήνα 1979, 113-117· Cataudella (1982) 83 με σημ. 8· T. Gärtner, “Kritische Bemerkungen zu den Fragmenten des Hipponax”, Wiener Studien 121 (2008) 53-66. 252. Γενικότερα –πέραν των επιγραμμάτων– βλ. Δ.Χ. Καλαμάκης, «Πινδαρικαὶ ἀπηχήσεις παρὰ Γρηγορίῳ τῷ Θεολόγῳ», Ἀθηνᾶ 79 (1983-84) 73-79. 155 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Πίνδ. Ὀλ. 7.34 / 49-50 Sn.-M.: ἔνθα ποτὲ βρέχε θεῶν βασιλεὺς ὁ μέγας χρυσέαις νυφάδεσσι πόλιν, ……………………………….. κείνοισι μέν (sc. Ῥοδίοισι) ξανθὰν ἀγαγὼν νεφέλαν {Ζεύς} πολὺν ὗσε χρυσόν. Έρχομαι, τέλος, σε μία πολύ πιθανή, κατά τη γνώμη μου, ανάμνηση του Γρηγορίου από τον Αρχίλοχο, για την οποία δεν έχω εντοπίσει καμιά ως τώρα αναφορά. 37.1-3: Πολλάκις ἔκ με νόσων τε καὶ ἀργαλέων ὀρυμαγδῶν σεισμῶν τε κρυερῶν καὶ ἄγρια κυμαίνοντος οἴδματος ἐξεσάωσας, ἐπεὶ Θεὸν ἵλαον εἶχες· Στη μικρή αυτή αυτοβιογραφική του αναδρομή ο Γρηγόριος δηλώνει περιπτώσεις (αρρώστιες, ταραχές, σεισμούς, θύελλα στη θάλασσα) από τις οποίες ο πατέρας του τον έσωσε επειδή είχε τη θεϊκή εύνοια. Στο γνωστό ανατρεπτικό του ποίημα για την ασπίδα που άφησε στους Σαΐους, ο Αρχίλοχος διακηρύσσει (5.3 W.): αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα Το ρήμα αυτό φέρει ένα τόσο ισχυρό ποιητικό φορτίο αλλά και μια τόσο κτυπητή εξωτερική μορφολογική και ακουστική εντύπωση (πολυσύλλαβος τύπος, ενδιάμεση συλλαβική αύξηση με ανάπτυξη της πρόθεσης, έντονη παρήχηση) που δύσκολα μπορώ να θεωρήσω ότι χρησιμοποιήθηκε τυχαία από έναν τόσο καλό γνώστη της αρχαίας ελληνικής ποίησης. Κατά πάσα πιθανότητα 156 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ αποτελεί μια ενσυνείδητη ή ασύνειδη –τουλάχιστον– reminiscentia. δ. Τραγικοί ποιητές Οι λεξιλογικές οφειλές του Γρηγορίου στους τραγικούς είναι σε ό,τι αφορά τα επιγράμματά του περιορισμένη.253 Όπως αναφέραμε παραπάνω η ασυμβατότητα του μέτρου παίζει σημαντικό ρόλο σ’ αυτό. Ωστόσο κάποιες διακειμενικές αναφορές, δάνεια ονοματικών και ρηματικών συνταγμάτων, δεν απουσιάζουν. Σε ένα από τα επιγράμματα για τη μητέρα του, πάνω στην κλιμάκωση ενός σχήματος Priamel, ο Γρηγόριος προσθέτει τον ακόλουθο, ασχολίαστο ως τώρα, στίχο (25.3): οὐδὲ γέλως μαλακῇσιν ἐφίζανε, μύστι, παρειαῖς Στη μεταφορά αυτή μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι υπόκειται δομικά (αλλά και λεξιλογικά, ως προς το ρήμα) ο ομηρικός στίχος (Ἰλ. 10.25-26): οὐδὲ γὰρ αὐτῷ / ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἐφίζανε Από τον ύπνο που δεν καθόταν στα βλέφαρα του Μενέλαου, ο Ναζιανζηνός θέλει να πάει στο γέλιο που δεν καθόταν στα μάγουλα της Νόννας. Από μία ανθρωπολογικώς κοινότοπη 253. Γενικά στο ποιητικό του έργο, P. Stoppel, Quaestiones de Gregorii Nazianzeni Poetarum Scenicorum Imitatione et Arte Metrica, Diss. Rostock 1881· Prudhomme (2006) 335-337 και αλλού σποράδην. 157 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ παρατήρηση –δεν έρχεται ύπνος στον άνθρωπο που βρίσκεται σε τεταμένη κατάσταση– ο Γρηγόριος μεταβαίνει σε μία χριστιανικώς δεοντολογική συμπεριφορά, δηλωτική εγκράτειας και ευσέβειας.254 Η καταφυγή στο τρίτο στάσιμο της Αντιγόνης του Σοφοκλή, στις διασημότερες μαλακές παρειές της κλασικής ελληνικής –και πέραν– λογοτεχνίας ήταν εύκολη (Σοφ. Ἀντ. 783784): ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς / νεάνιδος ἐννυχεύεις Σημειώνουμε ότι και εδώ ο Γρηγόριος έχει ως πηγή έμπνευσης και έτοιμου λεξιλογικού υλικού ένα κατ’ εξοχήν ερωτικό λυρικό τραγούδι της ελληνικής ποιητικής κληρονομιάς. Ο Ναζιανζηνός έχει την ικανότητα να κινείται με άνεση σε όλο το εύρος, θεματολογικό και χρονολογικό, της προγενέστερης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής και επιδεικνύει τη βουλιμία του να χρησιμοποιεί παλαιά υλικά για το νέο αρχιτεκτόνημα της χριστιανικής ποίησης. Όσο για τα όρια της αντιστοίχισης των συμφραζομένων, στον Γρηγόριο είναι εξαιρετικώς ανειμένα! Τα 254. Η ιουδαϊκή (Ἐκκλ. 2.2.) και χριστιανική παράδοση δείχνει επιφύλαξη έως αποστροφή στο γέλιο. Ευρέως διαδεδομένη ήταν η αντίληψη ότι «ο Ιησούς δεν γέλασε ποτέ». Το γέλιο εθεωρείτο ως προϊόν του διαβόλου που δεικνύει ακράτεια και απώλεια αυτοκυριαρχίας. Ο ίδιος ο Γρηγόριος κάνει πολλές σχετικές αναφορές ιδίως στα ηθικά του ποιήματα: Ὄμμα σου σωφρονείτω, γλῶσσα παρθενεύτω, / μὴ νοῦς πορνεύῃ, μὴ γέλως, μὴ ποῦς ἄτακτα βαίνων (Ἔπη Ι.2.3. 51-52)· σε συσχέτιση πάλι με παρειές: κλεὶς ὠσὶ κείσθω, μηδὲ πορνεύοι γέλως· / πλεῖστον παρειαί, καὶ γέλωτος ἔμφασις (Ι.2.6. 35-36)· Γέλως γέλωτος εὖ φρονοῦσιν ἄξιος … κρεῖσσον κατηφὲς ἦθος ἢ τεθρυμμένον (Ι.2.33. 77-80). Ο μεγαλύτερος, ωστόσο, πολέμιος του γέλιου είναι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος· γέλως οὐ μιμνήσκεται φόβου Θεοῦ, γέλως οὐ φοβεῖται ἀπειλὴν γεέννης, γέλως πορνείας ὁδηγός (PG 48.1055). Από τέτοιες ακριβώς αντιλήψεις εμφορείται και ο γέρων μοναχός Χόρχε του μεσαιωνικού μυθιστορήματος του Umberto Eco, Το όνομα του Ρόδου. 158 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ τρυφερά μάγουλα αναμφίβολα παραπέμπουν συνειρμικά σε παρθενικές κόρες και κοριτσίστικα πρόσωπα, διαχέοντας έναν έντονο ερωτισμό, και όχι στην ώριμη και σεβαστή μορφή της μητέρας. Άλλα δείγματα από την επίδραση του λεξιλογίου των τραγικών στα γρηγοριανά επιγράμματα: 36.1: εὐχωλαῖς καὶ πόντον ἐκοίμισε Νόννα θεουδὴς ~ Σοφ. Αἴας 674: δεινῶν τ’ ἄημα πνευμάτων ἐκοίμισε / στένοντα πόντον· πρβλ. ΠΑ 9.290. 8 (Φίλιππ. Θεσσ.): θάλασσαν ἀγρίαν ἐκοίμισαν. 39.1: Εὐχαί τε στοναχαί τε φίλαι ~ Ευρ. Ἠλ. 195-196: οὔτοι στοναχαῖς / ἀλλ’ εὐχαῖσι θεοὺς σεβίζουσ’(α). 110.4: φέρει στονόεντα σίδηρον ~ Σοφ. Τραχ. 886-887: στονόεντος / ἐν τομᾷ σιδάρου. 134.3: καὶ Χάριτες Μούσαισι μεμειγμέναι ~ Ευρ. Ἡρ. Μαιν. 673-674: οὐ παύσομαι τὰς Χάριτας / ταῖς Μούσαισιν συγκαταμειγνύς. 175.5: νῦν δέ τι τάρβος ἔχει με ~ Αισχύλ. Ἱκέτ. 736: περίφοβόν μ’ ἔχει τάρβος. 176.2: μὴ δόρυ θοῦρον ἔχοι ~ Ευρ. Ῥῆσ. 492: οὐκ ἔστ’ ἐκείνῳ θοῦρον ἀντᾶραι δόρυ. Το επίθετο θοῦρος (θηλ. θοῦρις) εμφανίζεται μεν στην Ιλιάδα πολλές φορές –στην Οδύσσεια μία– αλλά πάντοτε σε σύναψη με τον θεό Άρη (Ἰλ. 5.30, 35, 355 κ.α.), τα ουσιαστικά ἀλκὴ (Ὀδ. 4.527, Ἰλ. 4.234 κ.α.) και αἰγὶς (Ἰλ. 15.308) και από τα όπλα μόνο την ασπίδα (Ἰλ. 11.32 κ.α.). 209.3: χρυσὸς ἔθηξε μάχαιραν ἐπ’ ἀνδράσι ~ [Ευρ.] Κύκλ. 242: θήξεις μαχαίρας. 159 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Το συμπέρασμα από τα παραπάνω παραθέματα είναι ότι από τους τρεις μεγάλους τραγικούς 255 της κλασικής περιόδου ισχυρότερη είναι η επίδραση του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, κυρίως δε του τελευταίου.256 Τούτο έρχεται σε συμφωνία με όσα γνωρίζουμε σχετικά με την ευρεία αναγνωστική διάδοση του Ευριπίδη στην ύστερη αρχαιότητα και την ένταξή του στο διδακτικό πρόγραμμα των σχολείων.257 Το ευκολότερον της γλώσσας του και η δημοφιλία των μύθων που πραγματεύεται κατέστησαν τις τύχες των έργων του κατά πολύ ευνοϊκότερες από εκείνες των δύο άλλων ομοτέχνων του.258 255. Από τον Αριστοφάνη, παρ’ όλο που δεν τον αγνοούσε, ο Γρηγόριος δεν φαίνεται να αντλεί στα επιγράμματά του. Βλ. ωστόσο, Ἀγαθάγγελος Κυδωνίας, «Ὁ Κωμωδοποιὸς Ἀριστοφάνης καὶ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός», Γρηγόριος Παλαμᾶς 36 (1953) 20-24· Κόλτσιου-Νικήτα (2005) 112 με σημ. 65, 155 με σημ. 57. 256. Πρβλ. τις “im Kommentar angeführte Parallelstellen” στην έκδοση του ΙΙ.1.11 από τον Jungck (1974) 237-239, όπου τα χωρία από τον Ευριπίδη είναι όσα όλων των άλλων συγγραφέων μαζί. Βλ. και Wyss (1949) 192 με σημ. 42. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση του Κόιντου του Σμυρναίου, βλ. Κακριδής (1962) 212 με σημ. 2. 257. Marrou (1961) 241-242 και 273· Casson (2006) 94. Υστερεί σε αριθμό παπύρων μόνον έναντι του Ομήρου, του Δημοσθένη και του Ησιόδου· βλ. Turner (1981) 133. Για τις «εκλογές» έργων του, οι οποίες γνώρισαν μεγάλη διάδοση (αλλά στάθηκαν και μοιραίες για όσα έργα δεν επελέγησαν), και την επιβίωση των ευριπίδειων δραμάτων, βλ. A. Lesky, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων ΙΙ (μετ. Ν.Χ. Χουρμουζιάδης), Αθήνα 1989, 18 κ.εξ.· αναλυτικά, H. Funke, “Euripides”, Jahrbuch für Antike und Christentum 8-9 (1965-1966) 233-279. 258. Βλ. Βουρβέρης (1967) 187-188. 160 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ ε. Ελληνιστικοί ποιητές Καλλίμαχος Όποιος φυλλομετρεί τη μνημειώδη οξφορδιανή έκδοση του Καλλίμαχου από τον Rudolf Pfeiffer και παρατηρεί το υπόμνημα των παραλλήλων χωρίων μάλλον εντυπωσιάζεται από τη συχνότητα των παραπομπών στα έργα του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού.259 Ο Alan Cameron, από την προσοχή του οποίου δεν διέλαθε η παραπάνω παρατήρηση και ο οποίος στο βιβλίο του Callimachus and his critics (New Jersey 1995) αξιοποίησε χωρία του Καππαδόκη για να φωτίσει προβλήματα γύρω από την ποιητική του Καλλίμαχου,260 αποφαίνεται ότι “Gregory was perhaps the 259. Βλ. παράλληλα χωρία και Index του R. Pfeiffer, Callimachus I-II, Oxford 1949-1951. Επίσης: G. Massimilla, Callimaco: Aitia, Libri primo e secondo. Introduzione, testo critico, traduzione e commento, Pisa 1996, 201, 203 κ.εξ., 212 κ.α. passim· Α.S. Hollis, Callimachus: Hecale. Second Edition with Introduction, Text, Translation, and Enlarged Commentary, Oxford 2009, passim. Περαιτέρω, Q. Cataudella, “Il prologo degli Αἴτια e Gregorio Nazianzeno”, Rivista di Filologia e di Istruzione Classica 56 (1928) 509-510· Wyss (1949) 193 σημ. 43· L. Nicastri, “Richerche sull’elegia ellenisticoromana: la tradizione alessandrina nel carme I.2,14 di Gregorio Nazianzeno”, στο: I. Gallo (επιμ.), Studi Salernitani in memoria di R. Cantarella, Salerno 1981, 413-460· A. Kambylis, “Gregor von Nazianz und Kallimachos”, Hermes 110 (1982) 120-122· Wyss, RAC 12 (1983) 850-852· F. Tissoni, “Callimachea in Gregorio di Nazianzo”, Sileno 23 (1997) 275-281· A.S. Hollis, “Callimachus, Epigram 9 G.-P. = 44 Pf. = Ath. Pal. 12,139”, ZPE 123 (1998) 73-74· του ιδίου, “Callimachus: Light from Later Antiquity”, στο: F. Montanari – L. Lehnus (επιμ.), Callimaque (Entretiens sur l’Antiquité Classique, 48), Genève 2002, 35-54, κυρίως 43-49· Simelidis (2009) 30-38, 53-54· Cl. De Stefani – E. Magnelli, “Callimachus and Later Greek Poetry”, στο: Β. Acosta-Hughes – L. Lehnus – S. Stephens, Brill’s Companion to Callimachus, Leiden – Boston 2011, 554-557. 260. Πρόκειται κυρίως για τη σύντομη Ἐπιστ. 54 (προς τον φίλο του και ποιητή Νικόβουλο): Τὸ λακωνίζειν οὐ τοῦτό ἐστιν, ὅπερ οἴει, ὀλίγας συλλαβὰς γράφειν, ἀλλὰ περὶ πλείστων ὀλίγας. Οὕτως ἐγὼ καὶ βραχυλογώτατον Ὅμηρον λέγω, καὶ πολὺν τὸν Ἀντίμαχον. Πῶς; τοῖς πράγμασι κρίνων τὸ μῆκος, ἀλλ’ οὐ τοῖς γράμμασι. Πρβλ. και το χωρίο από την Ἐπιστ. 51 (προς τον ίδιο): Τί γάρ; ἦ τῇ 161 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ most enthusiastic reader Callimachus had in fourth century of our era” (σ. 335). Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, κανείς άλλος φιλόλογος περισσότερο από τον Adrian S. Hollis δεν έχει αναδείξει τον Ναζιανζηνό όχι μόνο ως «ενθουσιώδη αναγνώστη» του αρχηγέτη των ελληνιστικών ποιητών αλλά και ως συγγραφέα που μπορεί να συμβάλει στην κριτική αποκατάσταση προβληματικών χωρίων από τα αποσπάσματά του, ιδίως από τον πρόλογο των Αἰτίων.261 Σε έναν πίνακα, δίκην φιλολογικής ασκήσεως, καταγράφει για τους 38 πρώτους στίχους από τον «προγραμματικό» αυτόν πρόλογο όχι λιγότερες από 18 μιμήσεις, δάνειες λέξεις ή ασύνειδες αναμνήσεις του Γρηγορίου που δείχνουν την εξαιρετική οικείωση και τον συνεχή του διάλογο με το έργο του Καλλίμαχου.262 περσικῇ σχοίνῳ μετρεῖσθαι δεῖ τὴν σοφίαν, όπου επαναλαμβάνει σχεδόν αυτολεξεί τους στ. 17-18 από τον πρόλογο των Αἰτίων του Καλλίμαχου (fr. 1 Pf.): τέχνῃ / κρίνετε, μὴ σχοίνῳ Περσίδι τὴν σοφίην. Στην έριδα γύρω από την αξιολόγηση της Λύδης του ποιητή Αντίμαχου η καταδικαστική στάση του «καλλιμαχικού» Γρηγορίου συμβάλλει στην επανασύνθεση της άποψης του ίδιου του Καλλίμαχου. Βλ. Cameron (1995) 334-337· πρβλ. Edwards (2003) 84-91· Β. Φυντίκογλου, «Απάτητα μονοπάτια: Οι διαδρομές του Καλλίμαχου από την Κυρήνη», στο: Μανακίδου & Σπανουδάκης (2008) 198-199 με σημ. 19. 261. Παρόμοιο ενδιαφέρον είχε επιδείξει κατά τον 19ο αιώνα ο A.F. Naeke, Opuscula philologica I, Bonn 1842, 240-249. 262. Βλ. Hollis (2002) 43-44 και την ακολουθήσασα discussion, 56. Πρβλ. Cameron (1995) 335 σημ. 159. – Από τις 18 αυτές καταγραφές δύο εντοπίζονται σε επιγράμματα του Γρηγορίου· είναι όμως ελάσσονος ποιητικής σημασίας: i) 125.1: ἐπὶ τυτθόν ~ fr. 1.5 Pf. Τον ίδιο εμπρόθετο προτείνει ο Cameron (ό.π.) πειστικά και για το τέλος του πρώτου στίχου του προηγούμενου επιγράμματος 124, όπου στο χφ κείται: ἔτι τυτθόν. ii) 152.3: οὐ νέμεσις ~ ἐπίγρ. 21.5 Pf. (= 29.5 G-P = ΠΑ 7.525.5). Η δημοσίευση, όμως, του P. Oxy. 2079 το 1927 αποκάλυψε ότι ολόκληρο ή τουλάχιστον μέρος του τελευταίου δίστιχου (5-6) εμφανίζεται και στον πρόλογο των Αἰτίων fr. 1.37 Massimila (βλ. appar. crit.), οπότε ετέθη εν αμφιβόλω η αυθεντικότητα του δίστιχου, θωρουμένου –ορθώς πιστεύω– ως interpolatio από τα Αἴτια. Γι’ αυτό οι 162 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Σταχυολογούμε κάποιες από τις διακειμενικές συνάψεις των γρηγοριανών επιγραμμάτων με ποιήματα του Καλλίμαχου. Σε ένα από τα επιτύμβια δίστιχα του τελευταίου διαβάζουμε για κάποιον Σάωνα (ἐπίγρ. 9 Pf. = 41 G-P = ΠΑ 7.451): Τῇδε Σάων ὁ Δίκωνος Ἀκάνθιος ἱερὸν ὕπνον κοιμᾶται· θνῄσκειν μὴ λέγε τοὺς ἀγαθούς. Ο Γρηγόριος σε ένα από τα πολλά επιγράμματα για τη μητέρα του Νόννα –δίστιχο και αυτό– γράφει (60): Ἐνθάδε Νόννα φίλη κοιμήσατο τὸν βαθὺν ὕπνον, ἵλαος ἑσπομένη ᾧ πόσι Γρηγορίῳ. Η βασική λέξη-κλειδί σε θέση αντικειμένου (ὕπνον) βρίσκεται στην ίδια μετρική θέση, στο τέλος του εξαμέτρου. Ενώ, όμως, στο καλλιμάχειο δίστιχο ο ευφημισμός «θάνατος = ύπνος» αποτελεί το acumen του επιγράμματος, σ’ εκείνο του Γρηγορίου υποβιβάζεται σε μια απλή μεταφορική χρήση για να έλθει η κορύφωση στον δεύτερο στίχο (ἵλαος). Η αντίληψη ότι ο ύπνος είναι δίδυμος αδελφός του θανάτου είναι βέβαια παλαιά και εμφανίζεται ήδη στην Ιλιάδα (16. 672),263 όπου επίσης συναντάμε για πρώτη φορά εκδότες Pfeiffer, Gow-Page κ.ά. το οβελίζουν. Για το όλο ζήτημα και τη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί, βλ. Gow-Page, HE II, ad loc.· C.A. Faraone, “Callimachus Epigram 29, 5-6 (Gow-Page)”, ZPE 63 (1986) 53-56· L. Coco, Callimaco: Epigrammi, Manduria et al. 1988, 103· Φ. Παγωνάρη-Αντωνίου (επιμ.), Καλλιμάχου Επιγράμματα, Αθήνα 1997, 182-188· Hollis (2002) 44 με σημ. 40· Fantuzzi & Hunter (2005) 478-480 με σημ. 49. 263. Πρβλ. Ἰλ. 14.231, 482· Ὀδ. 13.79-80· Ησίοδ. Θεογ. 756. Για την εξάρτηση του καλλιμάχειου δίστιχου από τον Όμηρο, βλ. Ν. Hopkinson, A Hellenistic Anthology, Cambridge 1988, 246· Παγωνάρη-Αντωνίου (1997) 123-124. 163 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ τη συντακτική δομή: Υποκείμενο – ρήμα κοιμῶμαι – επίθετο σε αιτιατική πτώση – ὕπνον. Ἰλ. 11. 241 (ο Ιφιδάμας πέφτει βιαίως νεκρός από το ξίφος του Αγαμέμνονα): ὣς ὁ μὲν αὖθι πεσὼν κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον Εν τέλει ο Γρηγόριος έχει ως πρότυπο τον Καλλίμαχο ή αντλεί κατ’ ευθείαν από τον Όμηρο; Με όση ασφάλεια μπορούν να έχουν απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα, θεωρώ ότι, χωρίς να αποκλείεται να συμβαίνουν και τα δύο μαζί, το πιθανότερο είναι ότι υπήρξε διαμεσολάβηση του Κυρηναίου. Το ότι ο Γρηγόριος επιλέγει να συνθέσει και ο ίδιος ένα δίστιχο ενισχύει νομίζω την άποψη αυτή. Η λογοτεχνική πάντως αποτύπωση του εν λόγω ευφημισμού στις επιτύμβιες έμμετρες επιγραφές της ελληνικής αρχαιότητας δεν είναι συχνή, εφόσον εν πολλοίς δεν υποστηριζόταν από τις θρησκευτικές αντιλήψεις των Ελλήνων.264 Οι Χριστιανοί είναι 264. Περισσότερο εμφανίζεται ως λογοτεχνική σύμβαση. Εμπεριστατωμένη μελέτη υπό M.B. Ogle, “The Sleep of Death”, MAAR 11 (1933) 81-117. Περαιτέρω: E. Vermeule, Aspects of Death in Early Greek Art and Poetry, Berkeley et al. 1979, 145 κ.εξ.· C. Mainoldi, “Sonno e morte in Grecia Antica”, στο: R. Raffaelli (επιμ.), Rappresentazioni della morte, Urbino 1987, 7-46· G. Wöhrle, Hypnos der Allbezwinger. Eine Studie zum literarischen Bild des Schlafes in der griechischen Antike (Palingenesia 53), Stuttgart 1995. Σε επιτύμβια, Peek GV 647. 7-8 (Ρώμη, 1ος -2ος αι.): καὶ λέγε Ποπιλίην εὕδειν, ἄνερ· οὐ θεμιτὸν γάρ θνῄσκειν τοὺς ἀγαθούς, ἀλλ’ ὕπνον ἡδὺν ἔχειν. Πρβλ. Peek GV 853. 1-2 (Λατώ, Αν. Κρήτη, 2ος αι. μ.Χ.). Βλ. Lattimore (1962) 164 κ.εξ.· A.-M. Vérilhac, Παῖδες ἄωροι. Poésie funéraire II, Ἀθῆναι 1982, 371 κ.εξ.· I. Peres, Griechische Grabinschriften und neutestamentliche Eschatologie, Tübingen 2003, 6972. Πρβλ. J. Lougovaya, “Euphranor of Rhamnous, Aged 105, the most Fortunate Athenian”, GRBS 48 (2008) 27-37, ιδίως 33 κ.εξ. 164 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ αυτοί που τον καθιερώνουν στις δικές τους επιγραφές 265 και τον διευρύνουν στην εκκλησιαστική ρητορική τους (ὁ/ἡ δεῖνα ἐκοιμήθη, Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, κοιμητήριον, κ.ο.κ.), πράγμα το οποίο είναι συμβατό με τη χριστιανική θέση για την προσδοκία της αναστάσεως. Έτσι, ενώ ο αλεξανδρινός ποιητής κτίζει το επίγραμμά του πάνω στην ιδέα ότι για τους ἀγαθοὺς το τέλος δεν είναι θάνατος αλλά ἱερὸς ὕπνος, θεωρώντας ότι η επίνοιά του διαθέτει επιγραμματικώς τουλάχιστον κάποια πρωτοτυπία, ο καππαδόκης ιεράρχης δεν σταματά εκεί (σε κάτι ήδη αφομοιωμένο και τετριμμένο για τους χριστιανούς αναγνώστες του) αλλά προχωρεί στη δική του αιχμή: «χαρούμενη ακολούθησε τον σύζυγό της η Νόννα!»266 Ένα από τα πολλά επιγράμματα που ο Γρηγόριος αφιερώνει στην κατάκριση εναντίον των τυμβωρύχων ανοίγει με το ακόλουθο δίστιχο (188. 1-2): Ὅστις ἐμὸν παρὰ σῆμα φέρεις πόδα, ἴσθι με ταῦτα τοῦ νεοκληρονόμου χερσὶ παθόντ’ ἀδίκως Πολύ εύκολα έχουν αναγνωρίσει όλοι την κατά λέξη αντιγραφή του πρώτου στίχου (ως τη βουκολική διαίρεση) από την έναρξη του καλλιμάχειου επιγράμματος 21. 1-2 Pf. (= 29 G-P = ΠA 7. 525): Ὅστις ἐμὸν παρὰ σῆμα φέρεις πόδα, Καλλιμάχου με 265. Βλ. ενδεικτικά, IG XII.5, 329.7· A.C. Bandy (Μπέντης), The Greek Christian Inscriptions of Crete, Athens 1970, σσ. 129-130, αρ. 101 (Καστέλλι Κισσάμου, 4ος αι.) και σ. 36, αρ. 4 (Άγιοι Δέκα, 5ος-6ος αι.)· Ν.Α. Bees (Βέης), Die griechisch-christlichen Inschriften des Peloponnes. I: Isthmos – Korinthos, Athens 1941, σ. 11, αρ. 3 και passim. Η ισοδυναμία κεκοιμημένος = νεκρός εμφανίζεται ήδη στα ευαγγελικά κείμενα, Ματθ. 27. 52. 266. Πάντως και ο ίδιος ο Γρηγόριος τις περισσότερες φορές χρησιμοποιεί την τυπική αρχαιοελληνική έκφραση ἐνθάδε κεῖται: 71.1, 81.1, 126.1. 165 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ἴσθι Κυρηναίου παῖδά τε καὶ γενέτην. Το επίγραμμα αυτό είναι ένα υποτιθέμενο επιτύμβιο για τον πατέρα του Καλλίμαχου. Παραδόξως όμως δεν εμφανίζεται το όνομα του νεκρού αλλά εκείνο του γιου του και του πατέρα του, τα οποία συμπίπτουν μεταξύ τους: Καλλίμαχος – ήγουν το όνομα του ποιητή. Με παρόμοια διατύπωση αρχίζει και το 35 Pf. (= 30 G-P = ΠΑ 7. 415), αυτό-γραφο επιτύμβιο για τον ίδιο τον ποιητή: Βαττιάδεω παρὰ σῆμα φέρεις πόδας… Τα επιτύμβια αυτά φέρουν ένα ειδικό βάρος μέσα στην καλλιμάχεια επιγραμματική συλλογή, καθώς αποτελούν τα κατ’ εξοχήν αυτο-αναφορικά επιγράμματά του, τη σφραγίδα του τρόπον τινά. Στο πρώτο εισάγει το πλήρες όνομά του (Καλλίμαχος Κυρηναίος), και στο δεύτερο εμφανίζεται με το πατρωνυμικό (Βαττιάδης). Και στα δύο δηλώνει με υπερηφάνεια και λελογισμένη αυτοπεποίθηση την ποιητική του ιδιότητα (21. 4 Pf.: ὁ δ’ ἤεισεν κρέσσονα βασκανίης· 35. 1-2 Pf.: εὖ μὲν ἀοιδήν / εἰδότος).267 Από την άλλη μεριά, ας σημειωθεί ότι ο Γρηγόριος δεν συνηθίζει να αναπαράγει verbatim ολόκληρους στίχους άλλων ποιητών.268 Εξ αυτών των λόγων πιστεύω ότι η απροκάλυπτη και μάλλον επιδεικτική αυτολεξεί επανάληψη ενός τόσο 267. Πρβλ. Gow-Page HE II, ad loc.· G. Giangrande, “Das Dichten des Kallimachos im mittleren und hohen Alter“, Hermes 96 (1968) 710-725 (= A.D. Skiadas [επιμ.], Kallimachos, Wege der Forschung 296, Darmstadt 1975, 319-340)· ΠαγωνάρηΑντωνίου (1997) 184-185, 258-259· Höschele (2010) 133-135. Περαιτέρω βιβλιογραφία για τα πολυσυζητημένα καλλιμάχεια χωρία: Bettenworth (2007) 78 σημ. 44. 268. Ο Simelidis (2009: 53) εντοπίζει μόλις έναν: Ἔπη ΙΙ.2.5. 202 = Όμ. Ὀδ. 4. 221, και ο Jungck (1974: 26) στο μακρό αυτοβιογραφικό ποίημα άλλον ένα: Ἔπη ΙΙ.1.11. 1804 = Ευρ. Φοίν. 1380. 166 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ «καλλιμάχειου» εναρκτήριου στίχου δεν είναι μια απλή μίμηση αλλά αποτελούσε ένα λογοτεχνικό υπαινιγμό, ένα clin d’œil, στην απαιτητική μερίδα του μορφωμένου αναγνωστικού κοινού του Γρηγορίου.269 Άλλες απηχήσεις και παράλληλα θέματα που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον καλλιμάχειο ζήλο του Γρηγορίου: α) 66.2: νῦν δ’ ἄρ’ ἐν εὐσεβέων λίσσεται ἱσταμένη ~ Καλλίμ. Ἐπίγρ. 10. 4 Pf. (= ΠΑ 7. 520. 4): δήεις δ’ αὐτὸν ἐν εὐσεβέων. Ο τύπος εὐσεβέων εμφανίζεται στις σχετικές φόρμουλες σε μεγάλη συντακτική ποικιλία. Εδώ ο Γρηγόριος επιλέγει τη χρήση με την πρόθεση ἐν,270 όπως και ο Καλλίμαχος. Η μετάσταση του ενάρετου νεκρού σε χώρο εὐσεβέων αποτελούσε ακλόνητη λαϊκή πεποίθηση και κοινότατη εσχατολογική φόρμουλα στις αρχαιοελληνικές επιτύμβιες επιγραφές από τον τέταρτο αιώνα π.Χ. και εξής.271 Η 269. Συχνά οι νεότεροι φιλόλογοι καταδικάζουν αβασάνιστα τέτοιου είδους ποιητικές επιλογές ως «μιμήσεις» χωρίς να λαμβάνουν υπ’ ὀψη ότι αυτές αποτελούν διαχρονικά συστατικό στοιχείο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Ο νεότερος, μάλιστα, ποιητικός μοντερνισμός (E. Pound, T.S. Eliot κ.ά) αποβλέποντας σε μία πολυεπίπεδη αναγνωστική πρόσληψη ανέδειξε αυτό το στοιχείο συνειδητά. Για να περιοριστούμε σ’ ένα παράδειγμα από τη νεοελληνική ποίηση: Πώς λειτουργεί, άραγε, ποιητικά η αυτολεξεί «αντιγραφή» του Μιχάλη Γκανά «Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά» (Ύπνος του καπνιστή, Αθήνα 2003, 20· πρβλ. και 21, 39) από τους εναρκτήριους (κι εδώ!) στίχους του Αλαφροΐσκιωτου του Άγγελου Σικελιανού; Ένα άλλο ζήτημα, βεβαίως, είναι το πώς εντάσσονται τα δάνεια αυτά στοιχεία στα νέα συμφραζόμενα και σε ποιο λογοτεχνικό ύψος φτάνει το συνολικό δημιούργημα. 270. Για την χρησιμοποίηση της πρόθεσης ἐν ελλειπτικώς με γενική (εννοείται: ἐν χώρῳ, ἐν δόμοις κ.τ.ό.), βλ. LSJ s.v. ἐν Α.Ι.2. 271. Πρώτη αναφορά της γενικής εὐσεβέων ευρίσκεται στο Hansen CEG 545. 2 (μέσα 4ου αι.)· πρβλ. Peek GV 1572. 3. Σε εμπρόθετη μορφή, Peek GG 194. 9 (Μέμφις, τέλη 3ου αι. π.Χ.): ἀλλ’ οὖν γ’ εὐσεβέων ναίεις μέτα· πρβλ. Peek GV 1154. 14, 1918. 20 κ.ά. Για τις χρησιμοποιούμενες φόρμουλες (χώρῳ ἐν εὐσεβέων, εἰς μυχόν εὐσεβέων, εὐσεβέων λειμῶνα κ.λπ.), βλ. A. Stecher, Der Lobpreis der Toten in den griechischen metrischen Grabinschriften, αδημοσ. διδ. διατρ. (Innsbruck 1963), 264- 167 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ υιοθέτηση του μοτίβου από τον Γρηγόριο αποτελεί ένα καλό δείγμα επιβίωσης στοιχείων της παγανιστικής λογοτεχνίας στη χριστιανική, και μάλιστα πάνω σε ένα θέμα που άπτεται του πυρήνα της μεταφυσικής της νέας θρησκείας. β) 206. 3-4: ἠχὼ δ’ ἐκ σκοπέλων πυματηγόρος ἀντιαχείτω / τῶνδε περικτιόνων· «Κλαύσατε τυμβολέτην.» ~ Καλλίμ. ἐπίγρ. 28. 5-6 Pf. (= ΠΑ 12.43): Λυσανίη, σὺ δὲ ναίχι καλὸς καλός – ἀλλὰ πρὶν εἰπεῖν / τοῦτο σαφῶς, Ἠχώ φησί τις· «ἄλλος ἔχει».272 Εδώ ο Γρηγόριος δανείζεται το μοτίβο της Ηχώς 273 παραλλάσσοντάς το προκειμένου να εξυπηρετήσει μια ακόμη εκδοχή του επίμονου θέματος της τυμβωρυχίας. Το γεγονός ότι αντλεί την ιδέα από ένα γνωστό για την παιγνιώδη πολυσημία του καλλιμάχειο επίγραμμα, το οποίο πέραν των άλλων (ποιητολογικών) έχει ασφαλώς και την ερωτική –ακριβέστερα ομοερωτική– πλευρά του, υποδηλώνει και πάλι την άνευ ορίων και προϋποθέσεων αναγνωστική ευρύτητα και προσληπτική ετοιμότητα του Ναζιανζηνού. γ) 67 b. 1: μικρὸν ἔτι ψυχῆς ἦν τὸ πνέον ~ Καλλίμ. Ἐπιγρ. 41. 1 Pf. (= ΠΑ 12. 73): ἥμισύ μευ ψυχῆς ἔτι τὸ πνέον. Γρηγοριανή παραλλαγή πάνω στον πρώτο στίχο ενός ακόμη καλλιμάχειου επιτύμβιου. 267· P. Siegel, Untersuchungen zu einigen mythologischen Motiven in den griechischen metrischen Grabinschriften, αδημοσ. διδ. διατρ. (Innsbruck 1967), 240-253· Vérilhac (1978-1982) II, 309 κ.εξ.· Παγωνάρη-Αντωνίου (1997) 131 (με λανθασμένες όμως τις παραπομπές στον Peek)· Fantuzzi & Hunter (2005) 526. 272. Για τον τελευταίο στίχο του καλλιμάχειου επιγράμματος με τα λόγια της ηχώς ο G. Giangrande (“Callimachus, Poetry, Love and Irony”, QUCC 19 [1975] 114-115) προτείνει πειστικά τη γραφή: ἠχὼ φησί «τί; κἄλλος ἔχει;». Για το προβληματικό αυτό χωρίο, βλ. Παγωνάρη-Αντωνίου (1997) 223-224. 273. Βλ. ΠΑ 7.548 (Λεωνίδας Αλεξ.)· πρβλ. ΠΑ 9.27, 9.586, 16.154, 16.155. Βλ. Gow–Page, HE II, 156-157· Cataudella (1982) 87· Παγωνάρη-Αντωνίου (1997) 223 με βιβλιογραφία. 168 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ δ) 116.1, 140.1, 163.1: εἴ τιν’ ἀκούεις ~ Καλλίμ. fr. 64. 5 Pf.: εἴ τιν’ ἀκούει[ς. Εμφανίζεται στο τέλος εξάμετρου στίχου μετά από ανθρωπωνύμια (ή τοπωνύμια) σε περιπτώσεις που ο ομιλών δεν είναι βέβαιος για την αναγνωρισιμότητα του προαναφερομένου ονόματος (αν έχεις ακουστά). Απαντά και στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου Ροδίου (3. 362).274 Υπάρχει, τέλος, ένα επίγραμμα του Γρηγορίου το οποίο, αν και δεν περιέχει κανένα λεξιλογικό δάνειο από τον Καλλίμαχο ούτε καμία εμφανή διακειμενική σύνδεση με κάποιο ποίημά του, φέρει, κατά τη γνώμη μου, αναμφίβολα κάτι από τη σπίθα και το παιγνίδισμα του καλλιμάχειου τρόπου. Πρόκειται για το επιτύμβιο στη μνήμη της μητέρας του Νόννας για το οποίο ο Ναζιανζηνός επιλέγει τη δραματοποίηση της διαλογικής μορφής275 (58): Νόννα Φιλτατίου. – «Καὶ ποῦ θάνε;» – Τῷδ’ ἐνὶ νηῷ. – «Καὶ πῶς;» – Εὐχομένη. – «Πηνίκα;» – Γηραλέη. – «Ὢ καλοῦ βιότοιο καὶ εὐαγέος θανάτοιο.» Ο Γρηγόριος πειραματίζεται με την αμεσότητα του λόγου στον υποτιθέμενο διάλογο ανάμεσα στον διαβάτη και στον τάφο της Νόννας ο οποίος δίνει και τις πληροφορίες για τη νεκρή. Η γοργή εναλλαγή των ερωταπαντήσεων, η συντομία και το κοφτό ύφος της εκφοράς θυμίζουν το γνωστό καλλιμάχειο δίστιχο για τον 274. Η παραλλαγή εἴ που ἀκούεις ήδη στον Όμ. Ὀδ. 15.403. Ὁμ. Ὕμν. 5 ( Ἀφρ.) 111, ΠΑ 9.387. 1. Πρβλ. υπόμν. Pfeiffer, ad. loc. 275. Για τη γένεση και εξέλιξη του επιγραμματικού αυτού τύπου, βλ. Fantuzzi & Hunter (2005) 495 κ.εξ.· για την παλαιότερη βιβλιογραφία, Βερτουδάκης (2000) 66 σημ. 204. 169 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ κρητικό κυνηγό Αρχίνο που αφιερώνει σε άγαλμα του θηριοκτόνου Ηρακλή ένα κλαδί βελανιδιάς. Καλλίμ. ἐπιγρ. 34 Pf. (= 22 G-P = ΠΑ 6.351) Τίν με, λεοντάγχ’ ὦνα συοκτόνε, φήγινον ὄζον θῆκε – «τίς;» – Ἀρχῖνος. – «ποῖος;» – ὁ Κρής. – «δέχομαι.» Ο Γρηγόριος δεν αναφέρει ούτε μία φορά στο έργο του το όνομα του Καλλίμαχου. Οι εσωτερικές μαρτυρίες, όμως, επιμένουν ότι ο Ναζιανζηνός γνώριζε καλά τον πρωτοκορυφαίο αλεξανδρινό ποιητή. Κατά την εύστοχη σύλληψη του Χρ. Σιμελίδη, η έλξη που ασκούσε ο Καλλίμαχος στον Γρηγόριο οφείλεται στο ότι ο τελευταίος έβλεπε στην ποιητική του Κυρηναίου μια προσομοίωση της δικής του λογοτεχνικής πρόθεσης: Όπως ο Καλλίμαχος προσπάθησε με τα υλικά της προγενέστερης ποίησης να συνθέσει ένα νέο προϊόν έτσι και ο Γρηγόριος αξιοποιώντας την ελληνική λογοτεχνική παράδοση επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέου τύπου χριστιανική ποίηση.276 Απ’ όσα δείξαμε αναλυτικά παραπάνω, συμπεραίνουμε, επίσης, ότι ο Γρηγόριος στα επιγράμματά του αντλεί κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν από το ομόλογο είδος της καλλιμάχειας ποίησης277 – τουλάχιστον σύμφωνα με την τωρινή κατάσταση των σωζομένων του Κυρηναίου. Θεόκριτος 276. Simelidis (2009) 31-34. 277. Σύμφωνα με την έρευνα του Hollis (2002: 48 με σημ. 55) ο Γρηγόριος εν γένει δέχεται περισσότερες επιδράσεις από τα εξαμετρικά παρά από τα ιαμβικά ποιήματα του Καλλίμαχου. 170 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Οι θεοκρίτειες επιδράσεις στο επιγραμματικό έργο του Γρηγορίου εντοπίζονται κυρίως στη σειρά εκείνη των ποιημάτων που είναι αφιερωμένη στον Ευφήμιο, τον εξάδελφο του ποιητή που πέθανε σε ηλικία είκοσι ετών λίγο πριν από τον γάμο του. Ας ξεκινήσουμε με το επίγραμμα 129. 1-5: Κρῆναι καὶ ποταμοὶ καὶ ἄλσεα καὶ λαλαγεῦντες ὄρνιθες λιγυροὶ καλὸν ἐπ’ ἀκρεμόνων αὖραί τε μαλακὸν συρίγμασι κῶμα φέρουσαι καὶ κῆποι Χαρίτων εἰς ἓν ἀγειρομένων, κλαύσατε·... Οι στίχοι αυτοί συνιστούν μιας πρώτης τάξεως λογοτεχνική άσκηση του Γρηγορίου πάνω στο θέμα του locus amoenus.278 Το επιτύμβιο για τον πρόωρο θάνατο του νεαρού Ευφήμιου τού δίνει την αφορμή να ζητήσει τη συμμετοχή της φύσης στον ανθρώπινο θρήνο για την απρόσμενη απώλεια.279 Επικαλείται τις κρήνες και τους ποταμούς, τα άλση και τα γλυκίφθογγα πουλιά, την 278. Για το μοτίβο αυτό βλ. G. Schönbeck, Der “locus amoenus” von Homer bis Horaz, Diss. Heidelberg 1962· W. Elliger, Die Darstellung der Landschaft in der griechischen Dichtung, Berlin-New York 1975· P. Haß, Der locus amoenus in der antiken Literatur: Zur Theorie und Geschichte eines literarischen Motivs, Bamberg 1998· G. Lohse, “Der locus amoenus bei Homer, Platon, Cicero, Vergil, Goethe, Tieck, Stifter und Handke – Zur Transformation eines antiken Inszenierungsmusters”, στο: G. Lohse – M. Schierbaum (επιμ.), Antike als Inszenierung, Berlin 2009, 151-208 (με πολλές αναφορές στη βουκολική λατινική ποίηση αλλά και στη χριστιανική-ευρωπαϊκή έποψη του μοτίβου, 162 κ.εξ.). Πρβλ. E.R. Curtius, Europäische Literatur und lateinisches Mittelalter, Tübingen-Basel 199311, κεφ. 10: Das Ideallandschaft (191-209). – Για το θέμα “il sentimento della natura“ στο ποιητικό έργο του Γρηγορίου, βλ. Pellegrino (1932) 34-43· πρβλ. Salvatore (1960) 32-40· Domiter (1999) 61 σημ. 35. 279. Για το παραλλήλως εμφανιζόμενο αυτό μοτίβο της συμμετοχής της φύσης στο ανθρώπινο πένθος (γνωστό ως pathetic fallacy), βλ. Χατζηκώστα (2005) 128 ad vers. I 71-75 με τη σχετική βιβλιογραφία. 171 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ευεργετική αύρα που φέρνει γλυκιά νάρκωση, όλα δηλαδή τα στοιχεία της φύσεως που συνθέτουν ένα ήσυχο και ευχάριστο στις αισθήσεις τοπίο μεσογειακής ευδίας. Το λογοτεχνικό σκηνογραφία αυτής πρότυπο της του φυσικής Ναζιανζηνού ευτοπίας αμφιβολία από το θεοκρίτειο corpus. 280 για έρχεται τη χωρίς Ο Γρηγόριος λαμβάνει έμπνευση, δομικά σχήματα και το ανάλογο λεξιλογικό υλικό από τέσσερα διαφορετικά ειδύλλια: [8. 33]: ἄγκεα καὶ ποταμοί, θεῖον γένος, αἴ τι Μενάλκας [8. 37]: κρᾶναι καὶ βοτάναι, γλυκερὸν φυτόν 5. 47-8: ἔνθ’ ὕδατος ψυχρῶ κρᾶναι δύο, ταὶ δ’ ἐπὶ δένδρει ὄρνιχες λαλαγεῦντι, καὶ ἁ σκιὰ οὐδὲν ὁμοία 7. 138-9: τοὶ δὲ ποτὶ σκιαραῖς ὀροδαμνίσιν αἰθαλίωνες τέττιγες λαλαγεῦντες ἔχον πόνον· 16.94-6: ἁνίκα τέττιξ / … ὑψόθι δένδρων / ἀχεῖ ἐν ἀκρεμόνεσσιν ενώ το μαλακὸν κῶμα έχει ομηρική καταγωγή: Ἰλ. 14. 359: ἐπεὶ αὐτῷ ἐγὼ μαλακὸν περὶ κῶμ’ ἐκάλυψα· πρβλ. Ὀδ. 18. 201, αλλά και Θεόκρ. Εἰδ. 5. 50-51: εἴρια … ὕπνω μαλακώτερα.281 Ο Γρηγόριος θα πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τον Θεόκριτο και να έχει αφομοιώσει μεγάλο μέρος του βουκολικού λεξιλογίου του. Εντύπωση προκαλεί ο δωρικός τύπος της μετοχής λαλα280. Πρβλ. Salvatore (1960) 32 κ.εξ.· Cataudella (1982) 84. Ωστόσο, ήδη στον Σοφοκλή (Αἴας 862) απαντά: κρῆναί τε ποταμοί θ’ οἵδε. – Για τον locus amoenus στον Θεόκριτο, βλ. T.E.V. Pearce, “The Function of the locus amoenus in Theocritus’ Seventh Poem”, RhM 131 (1988) 276-304· Ε. Σιστάκου, Θεοκρίτου «Θύρσις ἢ Ὠιδή», Ηράκλειο 1998, 89-91· R. Hunter, Theocritus: A Selection, Cambridge 1999, 12-17. 281. Πρβλ. Χατζηκώστα (2005) 207 ad vers. V 51. 172 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ γεῦντες. Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί σπάνια δωρισμούς και πάντως όχι τη συναίρεση «ε + ο = ευ». Νομίζω ότι η διατήρηση εδώ της θεοκρίτειας μετοχής χωρίς διαλεκτική προσαρμογή στο υπόλοιπο γλωσσικό περιβάλλον –πράγμα που δεν θα είχε συνέπειες στο μέτρο– γίνεται σκόπιμα από τον Γρηγόριο ως μια υπαινικτική δήλωση της λογοτεχνικής οφειλής του για τους μεμυημένους αναγνώστες. Η μετοχή του ηχομιμητικού ρήματος (λαλαγέω) με την υγρή παρήχηση και τα διαδοχικά –ανοικτά– άλφα, της οποίας και μόνη η εκφορά είναι ένα μικρό τραγούδι, θα είχε χαραχτεί στην ποιητική μνήμη του Γρηγορίου και εγγραφεί ανάμεσα στις αγαπημένες του λέξεις. Το προοίμιο τού Περὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ενός ποιήματος υπαρξιακής αγωνίας και μελαγχολίας282 –από τα πιο πρωτότυπα και φιλοσοφικώς τολμηρά– του Ναζιανζηνού ανοίγει με την περιγραφή του φυσικού τοπίου στο οποίο κατέφυγε ο μοναχικός ποιητής για ενδοσκόπηση και περισυλλογή. Το παραδείσιο εξωτερικό περιβάλλον έρχεται εδώ σε πλήρη αντίθεση με τον επιβαρυμένο και δύσθυμο (ἐμοῖς ἀχέεσσι τετρυμένος) εσωτερικό του κόσμο (Ι.2.14. 5-9, [έκδ. Domiter]): αὖραι δ’ ἐψιθύριζον ἅμ’ ὀρνίθεσσιν ἀοιδοῖς καλὸν ἀπ’ ἀκρεμόνων κῶμα χαριζόμεναι καὶ μάλα περ θυμῷ κεκαφηότι. οἱ δ’ ἀπὸ δένδρων στηθομελεῖς, λιγυροί, ἠελίοιο φίλοι, τέττιγες λαλαγεῦντες ὅλον κατεφώνεον ἄλσος. 282. Γενικά για τη μελαγχολία και απαισιοδοξία του Γρηγορίου βλ. E. Rapisarda, “Il pessimismo di Gregorio Nazianzeno”, Miscellanea di Studi di Letteratura Cristiana Antica 3 (1951) 136-161 (= Rivista di Studi Bizantini e Neoellenici 7 [1953] 189201)· πρβλ. J.A. McGuckin, “Gregory: The rhetorician as poet”, στο: Børtnes & Hägg (2006) 193-194. 173 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ πὰρ δ’ ὕδωρ ψυχρὸν ἐγγὺς ἔκλυζε πόδας ἦκα ῥέον δροσεροῖο δι’ ἄλσεος. Το «ειδυλλιακό» λεξιλόγιο επανέρχεται και συμπίπτει εν πολλοίς μ’ εκείνο του επιγράμματος για τον Ευφήμιο που είδαμε παραπάνω.283 Η μετοχή λαλαγεῦντες επιμένει και πάλι με την παρουσία της προσδιορίζοντας αυτή τη φορά, κατά την αυθεντική θεοκρίτεια εκδοχή, τους τζίτζικες,284 ενώ τέττιγες και ὄρνιθες εμφανίζονται συνδυαστικά σε έναν άλλον στίχο ενός 283. Θεωρώ μακρινή την πιθανότητα το βασικό άμεσο πρότυπο του Γρηγορίου γι’ αυτήν την περιγραφή να είναι το περίφημο απόσπασμα της Σαπφώς πάνω σε όστρακο (fr. 2 L.-P.), όπως υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές της ποιήτριας. Ο J. Svenbro (“Τζιτζίκια [σχετικά με το απ. 2 LP της Σαπφούς](μετ. Π. Σκαρσουλή)”, στο: Μ.Ι. Γιόση – Δ. Κιούση – Α. Τάτση, Θέλξις. Δεκαπέντε μελετήματα για τη Σαπφώ, Αθήνα 2004, 305-318, κυρίως 308) εκκινώντας από τη βεβαιότητά του αυτή οδηγείται στο να προτείνει συμπλήρωση του φθαρέντος κειμένου της Σαπφώς έτσι ώστε να συμφωνεί με τη «μίμηση» του Γρηγορίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συμπλήρωσή του (στ. 11-12 του παραπάνω αποσπ.: <χέει δὲ φώναν / ἄδεα τέττιξ>) αφορά ακριβώς στο τραγούδι του τζίτζικα. Βλ. επίσης το άρθρο του E. Robins, «Η Σαπφώ, η Αφροδίτη και οι Μούσες» (μετ. Μ.Ι. Γιόση), στο: Θέλξις, ό.π., 319-353, ιδίως 340-343 (= “Sappho, Aphrodite, and the Muses”, The Ancient World 26.2 [1995] 225-239). (Για τα προβλήματα του σαπφικού χωρίου, αναλυτικά, Ε. Tzamali, Syntax und Stil bei Sappho, München 1996, 106-109). Στην πραγμάτευσή τους οι Svenbro και Robins δεν λαμβάνουν καθόλου υπ’ όψη τους τον Θεόκριτο. Ωστόσο, δεν αποκλείω η σαπφική περιγραφή (μαζί με τον locus classicus από τον πλατωνικό Φαῖδρο [230 b-c]) να ανήκει στον ευρύτερο διακειμενικό ορίζοντα του Θεοκρίτου αλλά και του Γρηγορίου. Η χρονική διασπορά της συλλογής των Ανακρεοντείων δεν μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τον ρόλο που ενδεχομένως έπαιξε ο ύμνος στον τέττιγα (34 W.) στο λογοτεχνικό αυτό δούναι και λαβείν. Για άλλες σχετικές αναφορές βλ. τα similia της Ε.-Μ. Voigt, Sappho et Alcaeus, Amsterdam 1971, 316 (για το ποίημα του Αλκαίου 347.3). – Για το όλο ζήτημα βλ. Domiter (1999) 64-67 με σημ. 51 και Moroni (2006) 271-272, όπου η παλαιότερη δοξογραφία και βιβλιογραφία για το θέμα. 284. Για τον τέττιγα, ως σύμβολο του τραγουδιού και λογοτεχνικό τόπο στην ελληνική ποίηση, βλ. Χατζηκώστα (2005) 139 ad vers. I 148, και αναλυτικά C. Tsagalis, Inscribing Sorrow: Fourth-Century Attic Funerary Epigrams, Berlin-NewYork 2008, 115-120. 174 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ προτρεπτικού ποιήματος (Νικοβούλου πρὸς τὸν υἱόν), που μάλλον καταχρηστικά φιλοξενεί μιαν ακόμη βουκολική σκηνογραφία (ΙΙ.2.5. 248, [έκδ. Moroni]): τέττιγες λαλαγεῦντες ἅμ’ ὀρνίθεσσιν ἀοιδοῖς Παρατηρούμε μια επιμονή του Γρηγορίου στο θέμα της περιγραφής ενός ιδεώδους φυσικού τοπίου. Ο Χριστιανισμός βλέπει συνήθως τη φύση ως δημιούργημα του Θεού και ως αφορμή δοξολόγησής Του. Ο Ναζιανζηνός στοιχώντας στην αρχαιοελληνική, και ιδίως εδώ στην ελληνιστική, λογοτεχνική κληρονομιά δεν αρνείται να τη δει και ως φορέα αυτόνομης και αυθύπαρκτης αισθητικής αξίας. Το δεύτερο επίγραμμα στο οποίο θα ήθελα να σταθούμε είναι το 122. Η απώλεια του χαρισματικού εξαδέλφου του που πέθανε νέος έδωσε την αφορμή στον Γρηγόριο να ασκήσει τη δεξιοτεχνία του πάνω στα ευρέως διαδεδομένα μοτίβα του άωρου θανάτου (στ. 3-4): ἄρτι γενειάσκων Εὐφήμιος, ἄρτι δ’ ἔρωτας ἐς θαλάμους καλέων ὤετο, φεῦ παθέων· Η εμφάνιση της πρώτης τριχοφυΐας είναι σταθερός τόπος στην επιγραμματική ποίηση για τη mors immatura.285 Η συγκεκριμένη διατύπωση εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Ξενοφώντα (Κύρ. 285. Βλ. E. Griessmair, Das Motiv der Mors immatura in den griechischen metrischen Grabinschriften (Commentationes Aenipontanae 27), Innsbruck 1966, 60-62· Vérilhac (1978-1982) II, 160-163· Lattimore (1962) 192-199, ιδίως 197 κ.εξ. 175 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Παιδ. 4.6.5).286 Θεωρώ, όμως, ότι είναι πιθανότερο ως πρότυπο του Γρηγορίου να στάθηκε ένα ποιητικό κείμενο. Στο ενδέκατο θεοκρίτειο ειδύλλιο ο ποιητής απευθυνόμενος στον φίλο του Νικία χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Πολύφημου (στ. 8-9): ὡρχαῖος Πολύφαμος, ὅκ’ ἤρατο τᾶς Γαλατείας, ἄρτι γενειάσδων περὶ τὸ στόμα τὼς κροτάφως τε. Αργότερα εμφανίζεται στον επιγραμματοποιό Φλάκκο (1ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.) και πάλι όμως σε ερωτικό ποιητικό περιβάλλον (ΠΑ 12.12. 1): Ἄρτι γενειάζων ὁ καλὸς καὶ στερρὸς ἐρασταῖς …· για να καθιερωθεί αργότερα στις επιτύμβιες έμμετρες επιγραφές της αυτοκρατορικής περιόδου. Το πρώτο χνούδι στο μάγουλο του νεαρού αγοριού σηματοδοτεί τον καταιγιστικό ερχομό της χαριεστάτης ἤβης και των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων. Η συναισθηματική ένταση του θέματος το καθιστά locus communis στην ύστερη επιγραμματοποιία. Kaibel 100. 1 (Αθήνα, 1ος αι. μ.Χ.) [= Cougny 2.285]: Ἄρτι γενειάσκων, Μούσαις φίλο[ς, ἐσθλὸς ἑ]τ[αίροις Peek GV 971. 1 (Απάμεια Βιθυν., 1ος - 2ος αι.): ἄρτι γενειάζοντα με ὁ βάσκανος ἥρπα[σε] δαίμων Και στο θέμα του άωρου θανάτου ο Γρηγόριος, όταν δοκιμάζεται στην επιγραμματική τέχνη, δεν στρέφεται στην πλούσια παραμυθητική χριστιανική διδασκαλία αλλά αντλεί από τα παγιωμένα μοτίβα της ελληνικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Η 286. Βλ. A.S.F. Gow, Theocritus: Edited with a Translation and Commentary II, Cambridge 19522, 211 ad vers. 9. 176 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ παράδοση του ελληνικού επιγράμματος ειδικά στο σημείο αυτό ήταν πανίσχυρη. Άλλοι ποιητές της ελληνιστικής περιόδου Ίχνη από τη γνωριμία του Γρηγορίου με άλλους ελληνιστικούς ποιητές μπορούμε να εντοπίσουμε και σε μερικά ακόμη επιγράμματά του: α) 217. 2-4: «Τί ῥέξομεν; αὖθις ἀέρθη / ὡς ἐπὶ βουκτασίῃ γαῖαν ἀφεῖσα Δίκη». Η αναφορά στη Δικαιοσύνη που εγκατέλειψε τη γη παραπέμπει στον μύθο της Δίκης από τα Φαινόμενα του Αράτου, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι του χάλκινου γένους, χειρότεροι από τους προηγούμενους, πρώτοι αυτοί, σκότωσαν και έφαγαν τα βόδια που χρησιμοποιούσαν στην άρωση. Τότε η Δίκη από αποστροφή για τους ανθρώπους υψώθηκε στον ουρανό κι έγινε ο αστερισμός της Παρθένου.287 Άρατος, Φαιν. 132-134: πρῶτοι δὲ βοῶν ἐπάσαντ’ ἀροτήρων, / καὶ τότε μισήσασα Δίκη κείνων γένος ἀνδρῶν / ἔπταθ’ ὑπουρανίη 287. Για τη Δίκη στον Γρηγόριο, βλ. τον πίνακα του Demoen (1996) 427 (Dike). Πρβλ. D. Kidd, Aratus Phaenomena. Edited with Introduction, Translation and Commentary, Cambridge 1997, 229 ad vers. 132. Για τον μύθο της Δίκης στον Άρατο, βλ. A. Schiesaro, “Aratus’ Myth of Dike”, Materiali e discussioni per l’analisi dei testi classici 37 (1996) 9-26· Fantuzzi & Hunter (2005) 379-383. Για την ηθική πτυχή του μύθου και το ησιόδειο υπόστρωμα, C. Fakas, Der hellenistische Hesiod. Arats ‘Phaenomena’ und die Tradition der antiken Lehrepik, Wiesbaden 2001, 149-175, κυρίως 159-164· πρβλ. Cusset (1999) 297-306. 177 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ β) Ο J.D. Reed στο υπόμνημά του στον Βίωνα τον Σμυρναίο εντόπισε κάποιες απηχήσεις του στον Γρηγόριο: 30. 3: χεῖρας δ’ ἀμπετάσασα φίλας τεκέεσσι φίλοισι ~ Βίων, Ἐπιτ. Ἀδών. 42: πάχεας ἀμπετάσασα.288 53. 4: οὔποτε χείλεα μίξας ἀνάγνοις χείλεσιν ἁγνά ~ Βίων, Ἐπιτ. Ἀδών. 44: χείλεα χείλεσι μείξω· πρβλ. ωστόσο και το πιθανό πρότυπο του Βίωνος: Θεόκρ. Εἰδ. 12. 13: προσμάξῃ γλυκερώτερα χείλεσι χείλη. 289 γ) Ένα από τα επιγράμματα για τον νεότερο αδελφό του Γρηγορίου Καισάριο ανοίγει με την παραπομπή –ανωνύμως– σε μυθολογικές μορφές τις οποίες ο πολύς θρήνος μεταμόρφωσε σε κάποιο στοιχείο της φύσεως: 97. 1-2: Εἴ τινα δένδρον ἔθηκε γόος καὶ εἴ τινα πέτρην, εἴ τις καὶ πηγὴ ῥεῦσεν ὀδυρομένη Για την ταυτότητα των δύο πρώτων μεταμορφώσεων είμαστε βέβαιοι: Δένδρα έγιναν οι Ηλιάδες, οι αδελφές του Φαέθοντα. Σε πέτρα μεταμορφώθηκε η τραγική Νιόβη που έχασε όλα της τα παιδιά· σχετικά, όμως, με την πηγή οι εκδοχές είναι πολλές: “Καλλιρρόη, Βυβλίδα, Ηγερία κ.ά.” σημειώνουν οι εκδότες Waltz και Beckby στα σχόλιά τους.290 Ωστόσο, η Jane L. Lightfoot στο 288. J.D. Reed, Bion of Smyrna: the Fragments and the Adonis. Edited with Introduction and Commentary, Cambridge-New York 1997, 220-221 ad vers. 42. 289. Reed (1997) 222 ad vers. 44. Πρβλ. Simelidis (2009) 120. 290. Αυτούς ακολουθεί και ο Criscuolo (2007) 34 σημ. 70. Ο Demoen (1996: 160 σημ. 314) πιο επιφυλακτικός: “I suspect Byblis”. 178 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ βιβλίο της για τον Παρθένιο υποδεικνύει 291 μία γλῶσσα στο λεξικό του Ησυχίου που αναφέρεται ακριβώς στον δεύτερο στίχο του παραπάνω επιγράμματος292 και παρουσιάζει ενδιαφέρον (ε 1203 Latte): εἴ τις καὶ πηγή· ἐπὶ τῆς Κλείτης. Η Κλείτη ήταν νεόγαμος σύζυγος του Κύζικου, βασιλιά των Δολιόνων, ο οποίος σκοτώθηκε ακούσια από τον Ιάσονα σε νυκτερινή συμπλοκή, όταν η Αργώ στάθμευσε στην Προποντίδα καθ’ οδόν προς την Κολχίδα. Η νεαρή γυναίκα απελπισμένη από τη συμφορά που τη βρήκε απαγχονίστηκε, και οι νύμφες τη θρήνησαν τόσο πολύ ώστε τα δάκρυά τους σχημάτισαν πηγή που την ονόμασαν Κλείτη προς δόξαν του ονόματος της δύστυχης νέας. Η ιστορία αυτή δεν μαρτυρείται πριν από την ελληνιστική εποχή· την περιλαμβάνει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Ἀργοναυτικά του (1.1063 κ.εξ.).293 Ο Παρθένιος αφιερώνει στην Κλείτη ένα από 291. J.L. Lightfoot, Parthenius of Nicaea: The poetical fragments and the Ἐρωτικὰ Παθήματα. Edited with introduction and commentaries, Oxford 1999, 95 (κατά δήλωσή της η υπόδειξη οφείλεται στον Adrian S. Hollis). 292. Σημειωτέον ότι πολλά από τα λήμματα του Ησυχίου προέρχονται από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό· βλ. τις εγγραφές στην έκδοση των K. Latte, Hesychii Alexandrini Lexicon I (α-δ) Copenhagen 1953, II (ε-ο) 1966, και P.A. Hansen, III (π-σ), Berlin-New York 2005. Την παρατήρηση έκανε ήδη ο Μ. Schmidt, “Gregorius Nazianzenus”, Philologus 15 (1859) 712-714 και “Gregor von Nazianz und Hesychius”, Rheinisches Museum 21 (1866) 489-497· πρβλ. Edwards (2003) 11-12. Ο Simelidis που ερευνά το θέμα ισχυρίζεται (2009: 48 σημ. 87) ότι γλῶσσες του Ησυχίου που δεν έχουν αποδοθεί από τους εκδότες σε καμία λογοτεχνική πηγή είναι σχεδόν βέβαιο ότι προέρχονται από ποιήματα του Γρηγορίου. 293. Βλ. A. Ardizzoni, “Cleite, ovvero la Fonte delle Lacrime”, στο: Mythos. Scripta in honorem Marii Untersteiner, Genova 1970, 37-42· Δ. Κουκουζίκα, Απολλωνίου Ροδίου Αργοναυτικά: Ερμηνευτικό υπόμνημα στο 1ο βιβλίο (στ. 6051362), αδημοσ. διδ. διατρ., (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2008), 160-161· πρβλ. Ε. 179 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ τα Ἐρωτικὰ Παθήματα (28),294 στο οποίο, ωστόσο, δεν αναφέρεται η μεταμόρφωσή της σε πηγή.295 Από πού παίρνει την ιδέα για τον υπαινιγμό του ο Γρηγόριος δεν είναι βέβαιο. Η Lightfoot πάντως, εξ αφορμής και μιας άλλης – βεβαίας αυτή τη φορά– υπαινικτικής αναφοράς του Ναζιανζηνού σε ερωτική ιστορία του Παρθένιου,296 τον συγκαταλέγει στους αναγνώστες του ποιητή και ερωτογράφου από τη Νίκαια της Βιθυνίας. ζ. Επιγραμματοποιοί Ο Γρηγόριος θέλει να γράψει επιτύμβια ή, ακριβέστερα, επιγράμματα που να φαίνονται ως τέτοια. Όπως είναι φυσικό, εγκύπτει στα προϊόντα των παλιότερων επιγραμματοποιών είτε Δρακωνάκη-Καζαντζάκη, στο: Ι.Θ. Κακριδής (επιμ.), Ελληνική Μυθολογία IV, Αθήνα 1986, 144-145. 294. Η σημείωση στο περιθώριο δηλώνει τις πηγές του Παρθένιου: Ἱστορεῖ Εὐφορίων Ἀπολλοδώρῳ, τὰ ἑξῆς Ἀπολλώνιος Ἀργοναυτικῶν α΄. Ωστόσο, ο E. Rohde (Der griechische Roman und seine Vorlaüfer, Hildesheim 19604, 124-125) είχε αμφιβολίες για το αν ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ήταν το πρότυπο του Παρθένιου και πρότεινε τα Αἴτια του Καλλίμαχου (πρβλ. fr. 108-9 Pf.). Για το όλο θέμα βλ. την αναλυτική πραγμάτευση της Lightfoot (1999: 522-525), απ’ όπου και η παραπομπή στον Rohde. 295. Πρβλ. Ὀρφικὰ Ἀργον. 595-600. 296. Για να δείξει ο Γρηγόριος πόσο τυφλός και απαίσιος (τυφλὸν καὶ ἀνάρσιον) είναι ο έρωτας χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα που αντιστοιχεί ακριβώς στην ιστορία της Κομαιθώς (χωρίς να την ονομάζει), Ἔπη Ι.2.29. 157-160: ἄλλη δ’ αὖ ποταμοῖο καλοῖς ἐπεμήνατο ῥείθροις, μαίνετο, οὐδ’ ὄχθας ἥγ’ ἀπέλειπε φίλας. λάπτεν ὕδωρ, χείρεσσιν ἀφύσσετο, ἀφρὸν ἔμαρπτεν, ἀλλ’ οὐδ’ ὧς πυρόεις ὕδασι λῆγε πόθος. πρβλ. Παρθ. fr. 28 Lightfoot. Η ιστορία της Κομαιθώς είναι γνωστή και στον Νόννο (Διον. 2. 143-144, 40. 138-145). Βλ. Lefherz (1958) 44-46. Επίσης, τα σχόλια της Lightfoot (1999) 177-181, και γενικότερα για τη σχέση μεταξύ Γρηγορίου και Παρθένιου, 94-95. 180 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ πρόκειται για επώνυμους ποιητές είτε για ανώνυμους στιχουργούς εμμέτρων επιγραφών. Των πρώτων τα έργα υπήρχαν δημοσιευμένα στους Στεφάνους και άλλες μεταγενέστερες συλλογές που είδαμε παραπάνω· πολλά, επίσης, από τα επιγράμματα των ανωνύμων ερασιτεχνών ποιητών θα κυκλοφορούντο συγκεντρωμένα σε διάφορες ανθολογίες. Ο Γρηγόριος υιοθετεί αφειδώς πληθώρα λογοτεχνικών μοτίβων που σχετίζονται με τον όλο κύκλο του θανάτου και της ταφής. Έπαινος του νεκρού, εσχατολογικές φόρμουλες, επίκληση του Θεού, έκφραση του πόνου των συγγενών, υστεροφημία αυτού που έφυγε, προειδοποίηση για τυχόν βλάβη του τάφου βρίσκουν τη θέση τους στα επιτύμβιά του. Σημειώνουμε κι εδώ ότι όταν ο Ναζιανζηνός εισέρχεται στον επιγραμματικό στίβο, το επιτύμβιο –το αρχαιότερο είδος μαζί με το αναθηματικό– έχει μια μακρά και αδιάλειπτη παράδοση χιλιετίας στην ελληνική λογοτεχνία, με τους δικούς του εκφραστικούς τρόπους, τη δική του ρητορική και την ιδιαίτερη ποιητική τεχνική του. Όλα αυτά τα εγκολπώνεται ο Γρηγόριος. Ακολούθως διερευνούμε πώς ο Ναζιανζηνός ερανίζεται μοτίβα και φραστικά σχήματα από τους προγενέστερους ομολόγους του στην επιγραμματοποιία και πώς (ή εάν) επιφέρει προσαρμογές στα χριστιανικά δεδομένα.297 i) Ο θάνατος ως αρπαγή. 3. 1-2: ἡνίκα Βασιλίοιο θεόφρονος ἥρπασε πνεῦμα / ἡ Τριάς. Κατά την ελληνική αντίληψη ο θάνατος είναι αρπαγή. Το ρήμα συνηθέστατο στα αρχαία επιτύμβια, με υποκείμενο τον Άδη (ή τη μοίρα ή τον Δία). Ο Γρηγόριος διατηρεί το ρήμα από τα ελληνικά 297. Τις επιδράσεις του Γρηγορίου από τον επιγραμματοποιό Καλλίμαχο τις είδαμε παραπάνω στην ενότητα για τους ελληνιστικούς ποιητές. 181 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ επιτύμβια, εκχριστιανίζει όμως το υποκείμενο. Βλ. επίσης: 41.2 (ο Χριστός), 53.2 (και πάλι η Τριάς), 54.1 (Ἄγγελος), 69.1 (Θεός).298 Πρβλ. ΠΑ 7.308.2 (Λουκιανός): νηλειὴς Ἀίδης ἥρπασε Καλλίμαχον· 7.364.4 (Μάρκος Αργεντ.): τὴν δ’ ἑτέρην ἥρπασε Περσεφόνη· 7.343.6 (Ανών.):299 τὸν ἥρπασε μόρσιμος αἶσα. – Peek GV 1547. 8 (2ος αι. μ.Χ.): ἔκγονον ἐνναέτην δ’ ἥρπασεν οὐκ ὁσίως· 1588. 1 (2ος-3ος αι.): πάντα Χάρων ἄπληστε, τί τὸν νέον ἥρπασας οὕτως…;· 1590. 1 (2ος αι. μ.Χ.): τί σπεύσας, Ἀίδη, τὸ νήπιον ἥρπασας ἡμῶν…;. ii) Άωρος θάνατος α) Ως ανατροπή της φυσικής τάξης 85. 3-4: τοκήων / τῶν προτέρων πρότερον δέξατο. Ο τάφος που κατασκευάστηκε για να δεχτεί τους γονείς δέχτηκε τον πρόωρα χαμένο Καισάριο. Πρβλ. ΠΑ 7.228. 4 (Ανών.): δεξαίμην ἐν ἐμοὶ τοὺς προτέρους προτέρους.300 β) Φθόνος 126. 4: ἦλθεν δ’ ὁ Φθόνος ὠκύτερος. Πρβλ. 80.4, 85b.2, 90.3, 100.3, 121.5 ~ ΠΑ 7.361. 2 (άδηλον): ἦν δὲ δικαιοσύνης ὁ φθόνος ὀξύτερος. Πρβλ. Peek GV 591. 3-4 (3ος αι. μ.Χ.;): ἔκλασε γάρ μιν / Φθόνος ὡς ἁπαλὸν δένδρον ἄελλα νότου· 736. 3 (3ος αι. μ.Χ.): ᾧ Φθόνος ὡς ἄδικός τις ἀπέσβεσεν ἀρχόμενον φῶς· 583. 3· 858. 1. Ο Φθόνος είναι η προσωποποίηση του κακού (πρβλ. Ευρ. Τρ. 768-769: 298. Για το ποιητικό λεξιλόγιο περί θανάτου στον Γρηγόριο, με πολλές αναφορές στα επιγράμματά του, βλ. J. Mossay, La mort et l’au-delà dans Saint Grégoire de Nazianze, Louvain 1966, 1-5. 299. Στα similia ανάμεσα στα επιγράμματα του Γρηγορίου και σε εκείνα της ΠΑ δεν παραλείπουμε και τα αδέσποτα ή ανωνύμου συντάκτη, με την προφανή επιφύλαξη ότι ελλείψει χρονολογήσεώς τους δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι είναι προγενέστερα του Ναζιανζηνού. 300. Βλ. Griessmair (1966) 44-47. 182 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Ἀλά-στορος μὲν πρῶτον, εἶτα δὲ Φθόνου / Φόνου τε Θανάτου θ’ ὅσα τε γῆ τρέφει κακά). Εμφανίζεται συχνά στις αρχαιοελληνικές επιτύμβιες επιγραφές για περιπτώσεις ανθρώπων που πέθαναν πρόωρα. Στηρίζεται στην αντίληψη των Ελλήνων ότι οι θεοί φθονούν τους ανθρώπους και τους εμποδίζουν να υπερβούν τα ανθρώπινα όρια.301 Ο Φθόνος είναι ταχύς (ὠκύς), έρχεται ξαφνικά για να στερήσει τον νέο από τον έρωτα, από τον γάμο (όπως στην περίπτωση εδώ του Ευφήμιου), από την απόκτηση τέκνων κ.o.κ. Στη χρησιμοποίηση του μοτίβου αυτού ο Γρηγόριος μένει προσηλωμένος στην ελληνική επιγραμματική παράδοση χωρίς καμιά χριστιανική απόχρωση. γ) Αντί υμεναίων γόοι 122. 5-6: ἀντὶ δὲ παρθενικῆς τύμβον λάχεν, ἠδ’ ὑμεναίων / ἤματα νυμφιδίων ἦμαρ ἐπῆλθε γόων· πρβλ. 126. 3-4. Στη θέση των γαμήλιων τραγουδιών έρχεται ο θρήνος για τον πρόωρο θάνατο. Πρβλ. ΠΑ 7.182. 5-6 (Μελέαγρος): ἠῷοι δ’ ὀλολυγμὸν ἀνέκραγον, ἐς δ’ ὑμέναιος / σιγαθεὶς γοερὸν φθέγμα μεθαρμόσατο· 7.183. 3 (Παρμενίων): εἰς δὲ γόους ὑμέναιοι ἐπαύσατο· 7.186. 3 (Φίλιππος): θρῆνος δ’ εἰς ὑμέναιον ἐκώμασεν. Για τις χαραγμένες επιτύμβιες επιγραφές, βλ. Peek GV 804. 5-7 (2ος–1ος αι.): ὧι παστὸν οὐθείς, οὐχ ὑμέναιον ἦισέ τις, / οὐ λαμπάδ’ ἦψε νυμφικήν, γόοισι δὲ / καὶ δακρύοις πολ-λοῖσιν ἤγαγον· 658.9 (3ος–4ος αι.): οὐδὲ γάμων ὑμέναιον ἀείσαμεν.302 301. Lattimore (1962) 147-150· Σκιαδάς (1967) 94-95. Για τον προσωποποιημένο Φθόνο στον Γρηγόριο, βλ. Werhahn (1953) 46 ad vers. 73 και τον πίνακα του Demoen (1996) 431 (Phthonos)· για συσχέτισή του με τον Μῶμο, Zehles, στο: Zehles & Zamora (1996) 48 ad vers. 31· Simelidis (2009) 31. Γενικότερα, για μαρτυρίες στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, βλ. O. Höfer, Roscher, Lexicon III.2 (1902-1909) 24732475, s.v. “Phthonos”. 302. Πρβλ. Vérilhac (1978-1982) ΙΙ, 157-160. 183 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ iii) Χαιρετισμός στον νεκρό 11. 1: χαίροις,303 ὦ Βασίλειε. Πρβλ. Peek GV 1399 (2ος-3ος αι.): χαίροις, <ὦ> Σώτηρε. Συνήθης αρχή επιτυμβίων επιγραμμάτων αλλά τις περισσότερες φορές ο χαιρετισμός απευθύνεται από τον νεκρό στον περαστικό διαβάτη: Peek GV 1217, 1219, 1220 κ.ά.304 iv) Έπαινος του νεκρού 12. 3: μείλιχος, ἡδυεπής· επίσης, Ἔπη ΙΙ.1.1.128· ΙΙ.2.1.173. Πρβλ. Cougny 2.385. 1 (αδέσπ.): μείλιχος, ἡδυεπής. 111. 1: ὄλβιος, εὐγήρως, ἄνοσος θάνον ~ Peek GV 498. 1 (4ος αι. μ.Χ.): ὄλβιον εὐγήρων ἄνο[σον]· 546. 2 (4ος αι. μ.Χ.): ὄλβιον εὐαίωνα βί[ου]. 111. 2: ἱερῆς ἄκρον ἔχων σοφίης ~ Peek GV 1974. 2 (2ος αι. μ.Χ.): ἄκρον ἔχων σοφίης. Eδώ ο Γρηγόριος προσθέτει ένα χριστιανικό επίστρωμα με την προσθήκη του επιθέτου ἱερός. 126. 2: οὗτος ὁ Καππαδόκαις πᾶσι διὰ στόματος ~ ΠΑ 9.62. 6 (Εύηνος): πάντων δ’ Ἑλλήνων κείσομαι ἐν στόμασιν. 163 1: Παρθένον αἰγλήεσσαν ἔχω κόνις ~ Cougny 2.613. 1 (ανών.): παρθένον αἰγλήεσσαν ἀπὸ χθονὸς αἰθέρα βᾶσαν. 163. 4: καὶ πάντων φέρτερον εὖχος ἔχει ~ ΠΑ 9.211. 2 (άδηλον): προφερέστερον ἔλλαχεν εὖχος. v) Έκφραση πάνδημου πένθους 3. 4: πᾶσα δὲ Καππαδοκῶν ἐστονάχησε πόλις ~ ΠΑ 7.241. 6 (Αντίπ. Σιδ.): καὶ πλατὺς Εὐρώπας ἐστονάχησε δόμος· 7.462. 2 303. Για τη χρήση της ευκτικής του ρημ. χαίρω στον Γρηγόριο, βλ. de Lima Henry (1943) 16. 304. W. Peek, Verzeichnis der Gedicht-Anfänge und vergleichende Übersicht zu den griechischen Vers-Inschriften I, Berlin 1957, 33 184 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ (Διονύσιος): πάτρα δ’ ἐστονάχησε Τύρος. Πρβλ. Peek GV 2038. 24 (περ. 100 π.Χ.): ὠκύμορον φθιμέναν ἐστενάχησε Θάσος· 1543. 3: (2ος αι. μ.Χ.): μέγα στενάχουσι δ’ ἑταῖροι· 1259. 6 (2ος αι. μ.Χ.;): πᾶσ’ ἐδάκρυσε πόλις· πρβλ.· 1540. 5. vi) Επέκεινα 2. 4: θήσεις ἐς μακάρων σήν τε χοροστασίην 305 ~ ΠΑ 16.31. 2 (Σπεύσιππος): ψυχή δ’ ἰσόθεον τάξιν ἔχει μακάρων. Πρβλ. Peek GV 1693. 3 (3ος αι. π.Χ.): κούρην ἐς μακάρων νήσους ἄγετ’[ε]· επίσης, 943. 1· 1763. 3· 1990. 9 κ.α. 29. 8: τρὶς μάκαρ ἐν νηῷ σῶμ’ ἀποδυσαμένη ~ ΠΑ 7.337. 8 (Ανών.): ψυχὴ παπτάνει σῶμ’ ἀποδυσαμένη (= Peek GV 1310. 8). 44.3: καὶ ἐκ μελέων κέαρ ἔπτατο· πρβλ. 145. 1 ~ Peek GV 1763. 3 (1ος-2ος αι.): ἐς μακάρων ἀνόρο[υσ]ε κέαρ. Εντυπωσιάζει εδώ η εμμονή του Γρηγορίου στα αρχαιοελληνικά εσχατολογικά μοτίβα, μολονότι στο σημείο αυτό ως χριστιανός θεολόγος θα είχε πολλά καινούργια να πει. Ως ποιητής όμως μένει προσδεδεμένος στις λογοτεχνικές συμβάσεις του ελληνικού επιτυμβίου επιγράμματος.306 vii) Στῆθι ! 189. 1: στῆθι πέλας καὶ κλαῦσον ἰδὼν τόδε σῆμα θανόντος ~ Hansen CEG I, 28. 2 (6ος αι. π.Χ.): στῆθι καὶ οἴκτιρον σῆμα Θράσονος ἰδόν· πρβλ. CEG I, 27. 1. Από τα παλαιότερα μοτίβα των αρχαϊκών επιτυμβίων είναι ο τύπος κατά τον οποίον ο τάφος ή ο ίδιος ο νεκρός απευθύνεται στον παροδίτη σε δεύτερο πρόσωπο και του 305. Για την παραλλαγή του μοτίβου εἰς μακάρων νήσους, βλ. Lattimore (1962) 35-36· Siegel (1967) 238-240· Vérilhac (1978-1982) ΙΙ, 307-309· Peres (2003) 75-81. 306. Για την ποιητική τεχνική του Γρηγορίου στη διαχείριση των εσχατολογικών θεμάτων, βλ. Mossay (1966) 217-220. 185 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ζητεί να σταματήσει και να θρηνήσει.307 Εδώ ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί το μοτίβο ως περιφερειακό θέμα εναντίον των τυμβωρύχων. Το σῆμα δεν προτρέπει τον διαβάτη σε θρήνο για την απώλεια του ανθρώπου αλλά για την καταστροφή του ίδιου του μνημείου. viii) Επίκληση στον Θεό 192. 1: πρός σε Θεοῦ ξενίου λιτάζομαι ~ ΠΑ 7.540. 1 (Δαμάγητος): πρός σε Διὸς Ξενίου γουνούμεθα. Ο Γρηγόριος εκχριστιανίζει τη φόρμουλα αφήνοντας όμως απαράλλακτο το κλασικό επίθετο του Διός. 47. 4: «Ἵλαθι, Χριστὲ ἄναξ»· πρβλ. Ἔπη ΙΙ.2.1. 105. Κι εδώ η επίκληση παράθεση) είναι χριστιανική, προέρχονται ωστόσο τα υλικά (ρήμα και από το κλασικό λεξιλόγιο. Η προστακτική στον ομηρικό τύπο ἵληθι χρησιμοποιείται ευρύτατα σε προσευχές (π.χ. Ὀδ. 3.380), ενώ η προσφώνηση ἄναξ συνοδεύει συχνά θεούς, ιδίως τον Απόλλωνα (Αισχύλ. Ἀγαμ. 513). Ο τύπος ἵλαθι είναι μεταγενέστερος κι εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Καλλίμαχο308 (Ὕμν. Δήμ. 138 και fr. 638). Η προσφώνηση ἵλαθ’ ἄναξ απαντά στον Μελέαγρο, ΠΑ 12.158. 7. Πρβλ. ΠΑ 1.62. 1 (Ανών.): ἵλαθι, Χριστέ.309 ix) Προς τυμβωρύχους 109. 3-4: οὐ θέμις ἐστὶν / τῶν ὀλίγων φθονέειν τοῖς φθιμένοισι λίθων ~ Peek GV 1372. 3 (2ος αι. μ.Χ.): μήδ’ ὀλίγης φθονέσῃς γαίης. 307. Βλ. Σκιαδάς (1967) 27-31. 308. Για την επίκληση του Γρηγορίου ἵλαθί μοι, βασίλεια κεδνή, τριὰς (Ἔπη Ι.2.14. 119) σε συσχέτιση με τον τελευταίο στίχο του καλλιμάχειου Ὕμνου εἰς Δήμητρα: ἵλαθί μοι, τρίλλιστε, μέγα κρείοισα θεάων, βλ. τις διεισδυτικές παρατηρήσεις του Simelidis (2009) 30-31. 309. Πρβλ. Sundermann (1991) 41 ad vers. 237. 186 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ 180. 3: εἰ μὲν χρυσὸν ἔχεις, εὗρες κακόν ~ ΠΑ 9.45. 1 (Στατύλλιος Φλάκκος): χρυσὸν ἀνὴρ ὁ μὲν εὗρεν, ὁ δ’ ὤλεσεν. x) Άλλες επιτύμβιες φόρμουλες 96. 4: οἱ δὲ λόγοι σιγῆς ἀμφεβάλοντο νέφος. Ο ξαφνικός θάνατος φέρνει σιγή στους οικείους του νεκρού. Πρβλ. ΠΑ 7.251. 2 [Σιμωνίδης]: θανάτου ἀμφεβάλοντο νέφος. 118. 3: γλυκερὴν ἤδη κόνιν ἀμφεβάλοντο ~ ΠΑ 7.242. 2 (Μνασάλκης): δνοφερὰν ἀμφεβάλοντο κόνιν. 164. 3: ἐνθάδε τὴν ἱερὴν ὑπέδυς χθόνα· πρβλ. 131. 5 ~ ΠΑ 7.384. 3 (Μάρκος Αργεντ.): ἡνίκα τὴν ἱερὴν ὑπέδυ χθόνα. 4. 3: Βασιλίου δὲ μεμυκότα χείλεα σιγᾷ ~ ΠΑ 10.5. 4 (Θύιλλος): τρηχὺς σῖγα μέμυκε πόρος. xi) Λεωνίδεια μοτίβα Σε δύο επιγράμματά του ο Γρηγόριος δείχνει να εμπνέεται από τον Λεωνίδα παραγωγικότερους τον Ταραντίνο, επιγραμματοποιούς έναν της από τους ελληνιστικής περιόδου, ο οποίος άσκησε ιδιαίτερη επίδραση στους ύστερους ομοτέχνους του. Το πρώτο (147), για το οποίο κάναμε λόγο και παραπάνω στο κεφάλαιο για τους θεματικούς κύκλους (σελ. 112), αφιερώνεται στον φίλο του Γρηγορίου, ονόματι Βάσσο, ο οποίος έχασε τη ζωή του μακριά από την πατρίδα, θύμα ληστή. Βάσσε φίλος, Χριστῷ μεμελημένος ἔξοχον ἄλλων, τῆλε τεῆς πάτρης ληίστορι χειρί δαμάσθης, οὐδέ σε τύμβος ἔχει πατρώιος· ἀλλὰ καὶ ἔμπης πᾶσιν Καππαδόκεσσι μέγ’ οὔνομα σεῖο λέλειπται καὶ στῆλαι παγίων μέγ’ ἀμείνονες, αἷς ἐνιγράφθης, 187 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Γρηγορίου τόδε σοι μνημεῖον, ὃν φιλέεσκες. Οι συγγένειες με το υποτιθέμενο αυτόγραφο επιτύμβιο του Λεωνίδα του Ταραντίνου310 τόσο σε δομικό και λεξιλογικό επίπεδο όσο και στην έκφραση των συναισθημάτων είναι εμφανείς (ΠΑ. 7.715 = Λεων. Ταρ. 93 G-P):311 Πολλὸν ἀπ’ Ἰταλίης κεῖμαι χθονὸς ἔκ τε Τάραντος πάτρης· τοῦτο δέ μοι πικρότερον θανάτου. τοιοῦτος πλανίων ἄβιος βίος· ἀλλά με Μοῦσαι ἔστερξαν, λυγρῶν δ’ ἀντὶ μελιχρὸν ἔχω. οὔνομα δ’ οὐκ ἤμυσε Λεωνίδου· αὐτά με δῶρα κηρύσσει Μουσέων πάντας ἐπ’ ἠελίους. Ο κεντρικός άξονας και των δύο επιγραμμάτων είναι η αντιδιαστολή ανάμεσα στην πίκρα που προκαλεί ο θάνατος και η ταφή σε ξένη χώρα, και στην ικανοποίηση της γενικής αναγνώρισης που κέρδισαν τα τιμώμενα πρόσωπα. 147.2: τῆλε τεῆς πάτρης … δαμάσθης ~ ΠΑ. 7.715. 1-2: Πολλὸν ἀπ’ Ἰταλίης κεῖμαι χθονὸς ἔκ τε Τάραντος / πάτρης. 147.3: ἀλλά… ~ ΠΑ. 7.715. 3: ἀλλά… 147.4: πᾶσιν Καπαδόκεσσι μέγ’ οὔνομα σεῖο λέλειπται ~ ΠΑ. 7.715. 5: οὔνομα δ’ οὐκ ἤμυσε Λεωνίδου … πάντας ἐπ’ ἠελίους. Η διάθεση όμως για variatio δεν εγκαταλείπει εδώ τον Γρηγόριο. Ενώ τον Λεωνίδα Μοῦσαι ἔστερξαν (στ. 3-4), ο Βάσσος είναι Χριστῷ μεμελημένος (στ. 1). Κι αυτή η τελευταία φράση, ωστόσο, 310. Βλ. τα σχόλια των Gow – Page HE II, 390. 311. Ο εντοπισμός της λεωνίδειας αυτής απήχησης στον Γρηγόριο οφείλεται στον Salvatore (1960) 42-45. Πρβλ. Cataudella (1982) 84. 188 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ δεν είναι εντελώς αμάρτυρη. Πρβλ. Peek GV 1862. 5 (1ος-2ος αι.): Ἑρμείᾳ μεμελημένος· ΠΑ 7.199. 1 (Τύμνεως): Χάρισιν μεμελημένον. Το δεύτερο επίγραμμα (126) ανήκει στον διαλογικό εκείνο τύπο που ξεκινά με ερώτηση του περαστικού για την ταυτότητα του νεκρού (στ. 1-2): Τίς τίνος; “Ἀμφιλόχου Εὐφήμιος ἐνθάδε κεῖται, οὗτος ὁ Καππαδόκαις πᾶσι διὰ στόματος Ο επιγραμματικός αυτός τύπος επιτυμβίων φέρει τη σφραγίδα του Λεωνίδα του Ταραντίνου. Από το οκτάστιχο επίγραμμά του ΠΑ 7.163 για μια γυναίκα που πέθανε πάνω στον τοκετό παραθέτουμε το πρώτο δίστιχο: Τίς τίνος εὖσα, γύναι, Παρίην ὑπὸ κίονα κεῖσαι; – Πρηξὼ Καλλιτέλευς. – καὶ ποδαπὴ; – Σαμίη. – Το επίγραμμα του Λεωνίδα θεωρείται μια αυθεντική επιτύμβια επιγραφή (γι’ αυτό συμπεριελήφθη στη συλλογή του Peek, GV 1858) και υπήρξε το πρότυπο για αρκετά άλλα του αυτού τύπου στα μετέπειτα χρόνια. 312 Η δοκιμή του Γρηγορίου πάνω στον τύπο αυτόν αποτελεί μάλλον ένα παρηλλαγμένο υβρίδιο, καθώς περιορίζεται μόνο σε μία ερώτηση, την αρχική, για την ταυτότητα του νεκρού, ενώ την απάντηση τη δίνει ο τάφος (σε γ΄ πρόσωπο) και όχι ο ίδιος ο νεκρός (σε α΄) όπως στον Λεωνίδα. η. Ποιητές της αυτοκρατορικής περιόδου 312. Πρβλ. Peek GV 1859, 1860, 1862, 1863 κ.ά. 189 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Το ότι ο Γρηγόριος επηρεάστηκε γλωσσικά και από ελάσσονα ποιητικά έργα της αυτοκρατορικής περιόδου δεν είναι άγνωστο στη βιβλιογραφία313 – χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί συχνά εξεταζόμενο κεφάλαιο της γρηγοριανής έρευνας. Ο Ναζιανζηνός φαίνεται να γνωρίζει ποιητικά κείμενα εκτός του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης. Η αναγνωστική του εμβέλεια δεν σταματά στην «υψηλή» ποίηση της αρχαϊκής, κλασικής και ελληνιστικής περιόδου αλλά επεκτείνεται σε «δευτέρας κλάσεως» συγκρητιστικά-μυστηριακά, αστρολογικά και διδακτικά ποιήματα των ρωμαϊκών χρόνων. Απηχήσεις από τους Σιβυλλιακούς Χρησμούς και τα Αποτελεσματικά του ΨευδοΜανέθωνος, από τα Αλιευτικά του Οππιανού από την Ανάζαρβο της Κιλικίας και τα Κυνηγετικά του δεύτερου Οππιανού από την Απάμεια, καθώς και τα Ορφικά ανιχνεύονται στο έργο του Γρηγορίου.314 Η εξάρτηση του Γρηγορίου από τα ποιητικά αυτά έργα της ύστερης αρχαιότητας φαίνεται πρακτικά από την υιοθέτηση νεολογισμών που παρουσιάζονται σ’ αυτά. Επί παραδείγματι, η λέξη διφήτωρ (= ο ερευνών, ο αναζητών) που μαρτυρείται για πρώτη και μόνη φορά πριν από τον Ναζιανζηνό στα Αλιευτικά του Οππιανού (2.435: διφήτορες ἄνδρες),315 εμφανίζεται στο 313. Βλ. τις αναφορές των Wyss, RAC (1983) 854· P.L. Gilbert, Person and Nature in the Theological Poems of St. Gregory of Nazianzus, αδημοσ. διδ. διατρ. (Catholic University of America, Washington D.C. 1994) 127 κ.εξ.· Simelidis (2009) 47 κ.εξ., και τις φευγαλέες επισημάνσεις των Wyss (1949) 192 σημ. 40· Beckby II, 446· Lightfoot (1999) 96 σημ. 334· Moroni (2006) 46-47· Prudhomme (2006) 133 κ.εξ., passim. 314. Βλ. για παράδειγμα Demoen (1993) 241-242 με σημ. 17· Lightfoot (2007) 168-169· Simelidis (2009) 47 σημ. 81. 315. Βλ. A.W. James, Studies in the Language of Oppian of Cilicia: An Analysis of the New Formations in the Halieutica, Amsterdam 1970, 229-230· του ιδίου, Index in Halieutica Oppiani Cilicis et Cynegetica poetae Apameensis, Hildesheim – New York 1970, 33. 190 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ επίγραμμα 230c. 1 (χρυσοῦ διφήτορες ἄνδρες) στην ίδια μετρική θέση, ως κλείσιμο του εξαμέτρου. Επίσης, το επίθετο ἐριηχὴς (= ο δυνατά ηχών) που απαντά στα επιγράμματα (5.3, 15.3) και στα λοιπά ποιήματα του Γρηγορίου (Ἔπη Ι.2.1. 324 και ΙΙ.2.6. 103) κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του και πάλι στα Αλιευτικά του Οππιανού (3.213).316 Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Εάν, λόγου χάριν, κάποιος ο οποίος είναι εξοικειωμένος με τη γλώσσα των ποιημάτων του Γρηγορίου αρχίσει να διαβάζει τους Σιβυλλιακούς Χρησμούς ή το αστρολογικό σύγγραμα του Ψευδο-Μανέθωνος αναγνωρίζει αμέσως μία ομοιότητα στη ροή του λόγου, στον ποιητικό ρυθμό και εν γένει στο γλωσσικό-εκφραστικό σύμπαν των έργων αυτών. Για να μπορέσω να τεκμηριώσω πιο απτά, εν μέρει τουλάχιστον, την αίσθησή μου αυτή, δοκίμασα να εξετάσω τη συχνότητα εμφανίσεως στα παραπάνω κείμενα ορισμένων λέξεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αγαπημένες του Γρηγορίου. Η ποιητική λέξη μέροπες (= άνθρωποι) εμφανίζεται στα επιγράμματα του Γρηγορίου 8 φορές, ενώ στο υπόλοιπο ποιητικό του έργο 71. Πάντοτε σε πληθυντικό αριθμό (του ονόματος μέροψ, -οπος), στον Όμηρο απαντά ως προσδιοριστικό επίθετο: μέροπες ἄνθρωποι (Ἰλ. 1.250, 3.402· Ὀδ. 20.49 κ.α.) ή σπάνια μέροπες βροτοὶ (Ἰλ. 2.285). Αργότερα ουσιαστικοποιείται. Η συχνότητα της λέξεως στα υπό συζήτηση έργα της ύστερης αρχαιότητας έχει ως εξής: μέροπες Σιβ. Χρ. Ψ.-Μαν. Ἀποτ. Οππ. Ἁλ. Οππ. Κυν. Ὀρφ. 40 26 12 26 7 316. Βλ. James (1970 α) 94-95, και (1970 β) 47. Πρβλ. Sundermann (1991) 81 ad vers. 324. 191 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Εξ άλλου, ο Οππιανός των Κυνηγετικών και ο Ψευδο-Μανέθων χρησιμοποιούν τις παράγωγες λέξεις μεροπήϊος, μεροπηΐς, και ο τελευταίος τη μεροποσπόρος σύνθετη (οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στους παραπάνω αριθμούς). Η πιο συχνή λέξη στα γρηγοριανά επιγράμματα είναι το ουσιαστικό παλάμη. Απάντά 28 φορές (και στα λοιπά έπη του 53). Η ποιητική αυτή χρήση της λέξης αντί τῆς χειρός (pars pro toto) εξυπηρετεί πολύ τον Γρηγόριο, καθώς η διττή λειτουργία της είτε επί καλής είτε επί κακής σημασίας (LSJ s.v. παλάμη II) προσαρμόζεται τόσο στον έπαινο των νεκρών όσο και στη βαναυσότητα των τυμβωρύχων. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις εκατό φορές που εμφανίζεται η λέξη σε ολόκληρη την Παλατινή Ανθολογία το 28% της χρήσης ανήκει στον Γρηγόριο. Σημειωτέον ότι ο Ναζιανζηνός με τα 254 επιγράμματά του συμμετέχει στον συνολικό αριθμό επιγραμμάτων της ΠΑ σε ποσοστό 6,2%. Η εμφάνιση της λέξης παλάμη στα ποιητικά έργα της ύστερης αρχαιότητας που έχουμε επιλέξει προς εξέταση παρουσιάζει την ακόλουθη ποσότητα: παλάμη Σιβ. Χρ. Ψ.-Μαν. Ἀποτ. Οππ. Ἁλ. Οππ. Κυν. Ὀρφ. 19 7 9 17 12 Τέτοιες επιμέρους έρευνες μπορούν να γίνουν για αρκετές ακόμη λέξεις ή φραστικά συντάγματα. Για παράδειγμα, το ρήμα ὀπάζω (με τη σημασία: δίνω, παρέχω) –σε όλους τους τύπους του, κυρίως στον αόριστο: ὤπασ(σ)ε– που εμφανίζεται 3 φορές στα επιγράμματα και 49 στα άλλα ποιήματα του Ναζιανζηνού, σημειώνει μια πολύ συχνή παρουσία στα Αποτελεσματικά του Ψευδο-Μανέ-θωνος (25 x) και στα Κυνηγετικά του Οππιανού (11 192 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ x). Σε πολλές από τις περιπτώσεις αυτές παρουσιάζεται στη φράση: κῦδος ὀπάζει.317 H επίσης ποιητική λέξη πραπίδες (= φρένες, διάνοια),318 την οποία συναντάμε 6 φορές στα επιγράμματα (και 24 στο λοιπό ποιητικό έργο) του Γρηγορίου, απαντά με μεγάλη συχνότητα στα Αποτελεσματικά του Ψευδο-Μανέθωνος (27 x). Τα ύστερα αυτά ποιητικά έργα γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο προσφέρουν στον Γρηγόριο μια μεγάλη παρακαταθήκη λεξιλογίου και έτοιμων μετρικών διευκολύνσεων. Τύποι όπως μερόπεσσι (υυ|—υ), παλάμης (υυ|—), ὤπασε (—υυ) ή ὤπασσε (— |—υ) προσαρμόζονται πολύ βολικά στον δάκτυλο και τον σπονδείο, ανακουφίζοντας τις αδήριτες μετρικές ανάγκες του ποιητή. Εξ άλλου, τα εν λόγω έργα –όσο κι αν σήμερα μετά δυσκολίας διαβάζονται– ήταν πολύ δημοφιλή στους αναγνώστες της ύστερης αρχαιότητας. Αστρολογία, αποκρυφισμός, σωτηριολογία, χρησμική λογοτεχνία, ποικιλογραφία και διδακτική ποίηση αποτελούσαν αναγνώσματα του συρμού την εποχή του συγκρητισμού και της πολιτισμικής ρευστότητας των χρόνων του Γρηγορίου. 3. ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΑ EXEMPLA σοφίης ἀμφοτέρης πρύτανιν 317. Για τη φράση βλ. Zamora, στο: Zehles & Zamora (1996) 171 ad vers. 388· πρβλ. M. Campbell, A Commentary on Quintus Smyrnaeus, Posthomerica XII, Leiden 1981, 93 ad vers. 273. 318. Για τη σημασία της στην κλασική Ελληνική, R. Pedal, In and Out of the Mind: Greek Images of the Tragic Self, Princeton 1992, 19-20. 193 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑ 8.15. 4 Η χρήση παραδειγμάτων ανήκει κατ’ εξοχήν στο οπλοστάσιο της ρητορικής τέχνης. Ο ρήτορας για να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του καταφεύγει σε παραδείγματα από το ιστορικό ή μυθολογικό παρελθόν. Η ποίηση αρχαιόθεν ενσωματώνει το όπλο αυτό στα εκφραστικά της μέσα.319 Ο Ναζιανζηνός στα παραδείγματά του κινείται σε δύο πνευματικούς κόσμους. Παρουσιάζεται και ως Χριστιανός και ως Έλλην. Ως ιεράρχης και γνώστης της Αγίας Γραφής θα συγκρίνει τη μητέρα του με τους προφήτες Ενώχ και Ηλία 320 (49. 1-2): Πίστις Ἐνὼχ μετέθηκε καὶ Ἠλίαν, ἐν δὲ γυναιξὶ μητέρ’ ἐμὴν πρώτην· … ή με τους Αβραάμ και Ιεφθάε321 (51): Δῶκε Θεῷ θυσίην Ἀβραὰμ πάιν, ὣς δὲ θύγατρα κλεινὸς Ἰεφθάε, ἀμφότεροι μεγάλην. μῆτερ ἐμή, σὺ δ’ ἔδωκας ἁγνὸν βίον, ὑστάτιον δὲ ψυχήν, εὐχωλῆς, Νόννα, φίλον σφάγιον. Ως μέτοχος της ελληνικής παιδείας και αναγνώστης της κλασικής λογοτεχνικής παράδοσης θα αντιπαραβάλει τη Νόννα με μυθικούς ήρωες (29):322 319. Βλ. Αναξιμένης, Ῥητ. πρὸς Ἀλέξ. 8· πρβλ. Αριστοτ. Ῥητ. 1356 a κ.εξ. Επίσης, R.D. Anderson Jr., Glossary of Greek Rhetorical Terms Connected to Methods of Argumentation, Figures and Tropes from Anaximenes to Quintilian, Leuven 2000, 87-88, s.v. “παράδειγμα”. Για τη σημασία του παραδείγματος στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία, βλ. R. Oehler, Mythologische Exempla in der älteren griechischen Dichtung, Diss. Basel 1925, 2 κ.εξ. 320. Βλ. Γέν. 5. 21-24 (για τον Ενώχ) και Βασιλ. Δ΄, 2.11 (για τον Ηλία). 321. Βλ. Γέν. 22 (για τη θυσία του Αβραάμ) και Κριταὶ 11-12 (για τον Ιεφθάε). 194 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Ἥρακλες, Ἐμπεδότιμε, Τροφώνιε, εἴξατε μύθων, καὶ σύ γ’, Ἀρισταίου κενεαυχέος ὀφρὺς ἄπιστε· ὑμεῖς μὲν θνητοὶ καὶ οὐ μάκαρες παθέεσσι· θυμῷ δ’ ἄρρενι Νόννα βίου τμήξασα κέλευθον, χριστοφόρος, σταυροῖο λάτρις, κόσμοιο περίφρων, ἥλατ’ ἐπουρανίην εἰς ἄντυγα, ὡς ποθέεσκεν, τρὶς μάκαρ ἐν νηῷ σῶμ’ ἀποδυσαμένη. Ένα καλό δείγμα αυτής της διπλής επίδρασης που δέχεται ο Ναζιανζηνός δίνει και η μεγάλη σειρά επιγραμμάτων κατά των τυμβωρύχων. Όπως έχουμε ήδη δει, το θέμα αυτό ως επιγραφικό μοτίβο το παίρνουν οι Χριστιανοί από τους εθνικούς. Ο Γρηγόριος εμφανίζεται ως ακόλουθος άλλοτε της χριστιανικής παράδοσης και άλλοτε της αρχαιοελληνικής. Μερικά επιγράμματα είναι γραμμένα σαφώς σε χριστιανικό πνεύμα: 181.4: οὔτε Θεὸν δείσας 198.1-2: πρόσθε τάδ’ ἦεν ἄσυλα· Θεός, νέκυς. ἀλλὰ Θεὸς μὲν / ἵλαος 245.1-2: τίπτε τάφον διέκερσας ἐμόν, τάλαν; ὣς διακέρσαι / σοί γε Θεὸς βιοτήν Σε άλλα, ωστόσο, ο ποιητής ακολουθεί την αρχαιοελληνική μυθολογική παράδοση: 199.1: ἦ ῥά σε δινήσουσιν Ἐρινύες 216.4: πάντα φιλοχρύσοις ἔμβατα· φεῦγε, Δίκη· πρβλ. 221.2, 246.2. 248.1: ὤμοσα τοὺς φθιμένους καὶ ὤμοσα Τάρταρον αὐτόν· πρβλ. 246, 247. 322. Πρβλ. Λόγ. 4.59, έκδ. Bernardi. 195 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Ο Γρηγόριος αντλεί παραδείγματα 323 στην επιγραμματική του ποίηση τόσο από τον κόσμο της Βίβλου όσο και από το μυθολογικό σύμπαν της ελληνικής αρχαιότητας. Θα βρούμε παραδειγματικές αναφορές για την αρχετυπική οικογένεια του Αβραάμ και τη θυσία του Ισαάκ (51, 52 και 148. 1), για τον Μωυσή στο όρος Σινά (14. 1-2), τον αρχιερέα Ααρών (83. 4),324 την Άννα, μητέρα του Σαμουήλ, και την προφήτιδα Άννα (27. 4-6 και 28. 6), 325 τη Σουσάννα ως σύμβολο αγνότητας (28. 6),326 τη Βηθλεέμ ως γενέτειρα του Ιησού (21. 2),327 τη μεταμόρφωση του τελευταίου στο όρος Θαβώρ (23. 1).328 Θα συναντήσουμε υπαινιγμούς στην Παλαιά Διαθήκη (20),329 σε ευαγγελικά κείμενα (18. 1-2),330 σε επιστολές του Παύλου (13. 1)331 και την Αποκάλυψη του Ιωάννη (190. 1).332 323. Γενικά για τη χρησιμοποίηση παραδειγμάτων στον Γρηγόριο, βλ. το εύρωστο και ερευνητικώς εξαντλητικό έργο του Demoen (1996), για το οποίο θα κάνουμε λόγο αμέσως παρακάτω. Για τα επιγράμματα, πρβλ. Consolino (1987) 414-417. Γενικότερα, P. Gallay, “La Bible dans l’œuvre de Grégoire de Nazianze le Théologien”, στο: Cl. Mondésert (επιμ.), Le monde grec ancien et la Bible, Paris 1984, 313-334· πρβλ. Beuckmann (1988) 80 ad vers. 160-165· Prudhomme (2006) 165-179. Για κλασικά exempla, Crimi, στο: Crimi-Kertsch (1995) 29-37. 324. Ο Ααρών, αδελφός του Μωυσή και πρώτος αρχιερέας των Εβραίων είχε τους γιους του ως βοηθούς (ο ένας εξ αυτών, ο Ελεάζαρ, τον διαδέχθηκε στην αρχιεροσύνη). Βλ. Ἔξοδ. 40. 10-14, Λευιτ. 8 κ.εξ., Ἀριθμ. 20. 25-29. Έτσι και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός έμεινε ως βοηθός κοντά στον πατέρα του 325. Η προφήτις Άννα αναφέρεται μόνο από τον Λουκ. 2. 36-38. 326. Βλ. ολόκληρο το βιβλίο του Δανιήλ. 327. Για τη μικρή (τυτθή) Βηθλεέμ που γέννησε όμως τον Χριστό, βλ. Μιχαίας 5.1, Ματθ. 2.6. 328. Βλ. Ματθ. 17. 1-8, Μάρκ. 9. 2-8, Λουκ. 9. 28-36. 329. Πρβλ. Ἔπη Ι.1.16. 11-14. Ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος με την ανύψωσή του στον ουρανό μετεβίβασε το πνεύμα του στον γιο του Γρηγόριο, όπως ο προφήτης Ηλίας προς τον Ελισαίο. Βλ. Βασιλ. Δ΄, 2. 9-15. 330. Για την καθυστερημένη προσχώρηση στον Χριστιανισμό του πατρός Γρηγορίου γίνεται υπαινιγμός στην παραβολή των εργατών που φτάνουν αργοπορημένα στον αμπελώνα, βλ. Ματθ. 20. 1-16. 331. Η μεταστροφή στον Χριστιανισμό (του Γρηγορίου πατρός) παραβάλλεται με το μπόλιασμα της αγριελιάς: 13.1: Ἔκ με πικρῆς ἐκάλεσσε Θεὸς 196 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Από την άλλη μεριά ο χριστιανός Γρηγόριος δεν κωλύεται να ανακαλεί στα επιγράμματά του μορφές από την ελληνική μυθολογία ή θρυλικές αφηγήσεις για υπαρκτά πρόσωπα: Η σκηνοθεσία του Εμπεδοκλή στην Αίτνα (28. 1-2), ο Ηρακλής, ο Εμπεδότιμος, ο Τροφώνιος και ο Αρισταίος (στο επίγραμμα που παραθέσαμε, 29. 1-2),333 οι μεταμορφώσεις των αδελφών του Φαέθοντα, της Νιόβης και της Κλείτης (97. 1-2), ο Τάνταλος, ο Προμηθεύς, ο Φλεγέθων και το Έρεβος (104), ο Σίσυφος (110. 4), ο Τιτάν (204. 1), ο Ορφέας και ο Δαίδαλος (218. 1-2), εμφανίζονται συνήθως ως αντιπαραδείγματα όταν θέλει να επαινέσει τα συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα (που είναι βεβαίως χριστιανοί) ή ως μέτρο συγκρίσεως όταν στηλιτεύει τις πράξεις των τυμβωρύχων. Πολλές από τις αναφορές αυτές γίνονται εντελώς κρυπτικά ή υπαινικτικά (εξετάσαμε παραπάνω την περίπτωση της Κλείτης από τα ἐρωτικά παθήματα του Παρθένιου), πράγμα που σημαίνει ότι ο Ναζιανζηνός υπολόγιζε στην αναγνωριστική ετοιμότητα ή τουλάχιστον περιέργεια του αναγνωστικού μυθολογικές του αυτές κοινού, συνεπώς αναμνήσεις και ότι ως χρησιμοποιεί πρόκληση τις ενός λογοτεχνικού παιγνιδιού. Περισσότερο δηλωτικές των διανοητικών οριζόντων του Γρηγορίου είναι οι ευθείες και απροκάλυπτες αναφορές σε πιο μέγας ἀγριελαίης ~ Παύλ. Ρωμ. 11.17: Εἰ δέ τινες τῶν κλάδων ἐξεκλάσθησαν, σὺ δὲ ἀγριέλαιος ὢν ἐνεκεντρίσθης ἐν αὐτοῖς καὶ συγκοινωνὸς τῆς ῥίζης καὶ τῆς ποιότητος τῆς ἐλαίας ἐγένου· πρβλ. ό.π. 11.24. – Ο άνδρας ως κεφαλή της συζύγου: 19. 1-2: εὐαγέος δὲ / συζυγίης κεφαλή ~ Παύλ. Κορ. Α΄, 11.3: κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ. 332. 190.1: Αἰὼν καὶ κληῖδες ἀμειδήτου θανάτοιο ~ Ιωάνν. Ἀποκ. 1.18: καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου. 333. Το κοινό στοιχείο που συνδέει αυτούς τους τέσσερις είναι ότι θέλησαν να αποθεωθούν με δικά τους μέσα και κατά τούτο αντιπαρατίθενται προς τη Νόννα. Πρβλ. Λόγ. 4. 59. Βλ. Beckby, ad loc. 197 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ενδεικτικές εξωτερικεύσεις του ελληνικού πνεύματος, όπως αυτές φανερώνονται στις μυθολογικές προβολές τους: Οι Χάριτες (124.3, 126.3 κ.α.), οι Μούσες (126.3, 127.1) και ο Έρως με τον πυρσό του (127.4), με άλλα λόγια οι πιο λεπτές εκφράσεις της ελληνικής αισθαντικότητας και δημιουργικότητας αξιοποιούνται ποιητικά από τη γραφίδα του Ναζιανζηνού. Και όταν δεν μπορεί να συμβιβασθεί με την ανατροπή της φυσικής τάξης στην περίπτωση του πρόωρου θανάτου του αδελφού του Καισάριου (ο τάφος των γονιών δέχεται πρώτα τον γιο), δεινώνει το επίγραμμά του με μια αλλεπαλληλία ρητορικών ερωτήσεων που παραπέμπουν μάλλον σε ελληνικής κοπής ορθολογιστή παρά σε χριστιανό μύστη (89. 3):334 τίς νόμος; οἷα δίκη; θνητῶν ἄνα, πῶς τόδ’ ἔνευσας; Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η συστηματική και διεξοδικότατη έρευνα του K. Demoen πάνω στα exempla που χρησιμοποιεί o Ναζιανζηνός. Σύμφωνα με τα πορίσματά του, τα επιγράμματα περιέχουν 27 βιβλικά και 40 παγανιστικά παραδείγματα. 335 Άρα τα τελευταία υπερέχουν σαφώς με ποσοστό 60%. Με ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον διαβάζουμε τη σύγκριση με τις άλλες ομάδες ποιημάτων του Γρηγορίου. Αυτό που ο προσεκτικός μελετητής του γρηγοριανού έργου μπορούσε εμπειρικά να διαισθανθεί, ήλθε η αναλυτική έρευνα του Demoen να το δείξει με αριθμούς: Η μεγαλύτερη αναλογία παγανιστικών παραδειγμάτων ανάμεσα σε όλα τα έργα του Ναζιανζηνού 334. Πρβλ. 85.4, 141.2, 221.2, 246.2. Αναλυτική καταγραφή των παραδειγμάτων που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος βρίσκει κανείς στους εξαντλητικούς τελικούς πίνακες του Demoen (1996) 356-359. 335. Βλ. Demoen (1996) 72. Ακολουθεί, ωστόσο, τη γρηγοριανή παράδοση και όχι την ΠΑ. Τα αποτελέσματα όμως δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά. 198 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ βρίσκεται στα επιγράμματά του (η τιμή 60% είναι στην κορυφή του σχετικού πίνακα).336 Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και άλλα επιμέρους πορίσματα της μελέτης του βέλγου ερευνητή, όπως ο επιμερισμός των παραδειγμάτων ανά πρόσωπο. Για παράδειγμα, στον Καισάριο που διαθέτει ένα κοσμικό προφίλ, με θύραθεν μόρφωση και ειδίκευση στην ιατρική, κυριαρχούν τα αρχαιοελληνικά exempla, ενώ στην ευλαβή Νόννα τα βιβλικά.337 Είναι βέβαιο ότι ο ελληνικός κόσμος ασκούσε μια εξαιρετική γοητεία στο πνεύμα του Γρηγορίου. Ο ελληνικός τρόπος του σκέπτεσθαι όπως εκφράζεται στη μυθολογία και στις λογοτεχνικές της αναπαραστάσεις, πράγματα που γνώρισε πολύ καλά στα χρόνια των σπουδών του, ιδίως κατά την περίοδο των Αθηνών, θα πρέπει να άφησαν εντός του μόνιμες χαράξεις. Κι ενώ ο Ναζιανζηνός θέλει να γράψει χριστιανική ποίηση, έχει την τόλμη και αισθάνεται την ασφάλεια να καταφεύγει στον ελληνικό πνευματικό κόσμο από τον οποίο ως χριστιανός είναι υποχρεωμένος να κρατεί την προσήκουσα απόσταση. Το ποιητικό είδος του επιγράμματος με τη μακρά και σταθερή ελληνική του παράδοση αποτελεί πρόσφορο όχημα για τον Γρηγόριο να αξιοποιήσει ακόμη εντονότερα αυτήν την υπερσυγκέντρωση ελληνικών παραστάσεων που είχε μέσα του. 336. Demoen (1996) 128. Είναι ενδεικτικό ότι τα παγανιστικά παραδείγματα είναι περισσότερα από τα βιβλικά μόνο στα επιγράμματα και στα επιστολιμαία ποιήματα. Η περίπτωση των δεύτερων εξηγείται λόγω κυρίως του ΙΙ.2.7 (Προτρεπτικός προς τον μεταστραφέντα στον Χριστιανισμό Νεμέσιο) που βρίθει αρχαιοελληνικών αναφορών. Στα επιγράμματα υπόκειται η δύναμη της λογοτεχνικής παράδοσης. 337. Βλ. Demoen (1996) 136. 199 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ 4. ΥΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ Ο Γρηγόριος έχει τη δεξιότητα να μετέρχεται ανάλογα με την περίσταση μια ποικιλία ύφους και εκφραστικών τρόπων. Στις επιστολές του είναι πιο απλός και άμεσος. Στους λόγους του περισσότερο σύνθετος και περίπλοκος.338 Όσον αφορά στα ποιητικά του έργα κάναμε παραπάνω μια διάκριση ανάλογα με το μέτρο που χρησιμοποιεί: στις ιαμβικές του συνθέσεις είναι περισσότερο πεζολογικός, στις εξαμετρικές του πιο αρχαϊκός και στυλιζαρισμένος. Σε όλα τα είδη όμως, ασφαλώς και στα επιγράμματά του, το ρητορικό ύφος κυριαρχεί. Σχήματα λόγου Σχῆμα δέ ἐστιν ἐξάλλαξις λόγου ἐπὶ τὸ κρεῖττον κατὰ λέξιν ἢ κατὰ διάνοιαν ἄνευ τρόπου. Αλέξανδρος, Περὶ σχημ., Rhet Gr., III. p. 11, 2-3 Spengel Το πόσο η ρητορική έχει ασκήσει αποφασιστική επίδραση στην ποιητική γραφή του Γρηγορίου μαρτυρείται και από την πληθύ των σχημάτων λόγου –είτε ως προς τη θέση των λέξεων είτε ως προς τη σημασία τους– που κατακλύζουν τα επιγράμματά του.339 Συγκεντρώνουμε εδώ τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: 338. Βλ. αναλυτικά Ruether (1969) 59 κ.εξ. Πρβλ. Trisoglio (1996) 185 κ.εξ. 339. Για το θεωρητικό μέρος περί σχημάτων (tropi et figurae), από την αρχαία ρητορική παράδοση, βλ. κυρίως Αλεξάνδρου, Περὶ σχημάτων, Rhet Gr., III. pp. 7-40 Spengel· από τη νεότερη βιβλιογραφία αναντικατάστατο παραμένει το 200 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ i) Παρήχησις 17.3: θνητοὺς ἀθάνατόν τε Θεὸν μέγαν 87.5: ἔτλημεν πανάποτμα, τέκος, τέκος· ἀλλὰ τάχιστα Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνει δύο γράμματα (κοινού φωνητικού οργάνου ή ποιού της πνοής): 35.3: τί τὸ θαῦμα; Θεὸς θέλεν ὑμνήτειραν (οδοντικά) 109.4: φθονέειν τοῖς φθιμένοισι λίθων (δασέα) ii) Πολύπτωτον 24.2: πένθεϊ πένθος ἅπαν (μαζί με παρήχηση) 130.2: κάλλιμος ἐν χώροις χῶρος 133.5: λόγῳ λόγον ὃν παρὰ σεῖο, / … ἐξεδάην ἀντιχαριζόμενος. 242.1: οὐχ ἅλις ἦε βροτοῖσι βροτοὺς ἐπὶ χεῖρας ἰάλλειν Διπλό αντιθετικό πολύπτωτο με υπερβατό: 53.4: οὔποτε χείλεα μίξας ἀνάγνοις χείλεσιν ἁγνὰ Πολύπτωτον και διαφορά (distinctio) μαζί εμφανίζονται στον στίχο: 81.3: καὶ σοφίῃ Σοφίης δεδραγμένος iii) Ἀναφορά (repetitio) Τείνει να παρουσιάζεται στην αρχή εξαμετρικών στίχων: 30. 1 και 4: Γρηγόριον βοόωσα· 46. 1 και 3: τίς … ;· 112. 1 και 3: χάζεο ή στα δύο κώλα του πενταμέτρου: 122.2: κῦδος ἑῆς πάτρης, κῦδος ἑῶν τοκέων 199.2: κλαύσομ’ ἀποφθιμένους, κλαύσομ’ ἄγος παλάμης Άλλες περιπτώσεις στα δύο ημιστίχια του εξαμέτρου: έργο του H. Lausberg, Handbuch der literarischen Rhetorik: eine Grundlegung der Literaturwissenschaft, Stuttgart 19903, 282 κ.εξ. 201 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ 65.1-2: Νόννης ἁζόμενος ἁγνὸν βίον, ἅζεο μᾶλλον / καὶ τέλος 200.1: λήξατε, τυμβοχόοι, ναὶ λήξατε βένθεσι γαίης 248.1: ὤμοσα τοὺς φθιμένους καὶ ὤμοσα Τάρταρον αὐτὸν iv) Ἐπιφορά (conversio) 195.1: τοὺς ζῶντας κατόρυσσε. τί γὰρ νεκροὺς κατορύσσεις; v) Ὁμοιοκάταρκτον Επιπολάζει μεταξύ πρώτου και δεύτερου στίχου: 21.1: τυτθὴ μάργαρός ἐστιν…· 2: τυτθὴ καὶ Βηθλέμ… 23.1: στράψε μέν…· 2: στράψε δέ… 109.1: μὴ πόλεμον φθιμένοισιν …· 2: μὴ πόλεμον φθιμένοις… 119.1: ὤφελες, ὦ Λιβία, ζώειν…· 2: ὤφελες ἄχρι πύλης γήραος ἐμπελάσαι 175.1: δαίμοσιν εἰλαπίναζον…· 2: δαίμοσιν ἦρα φέρειν… Άπαξ εμφανίζεται μεταξύ των τριών πρώτων στίχων: 187.1: τίς τίνος; 2: τίς χρόνος; 3: τίς δέ σ’ ἐνήρατο; vi) Ἀναδίπλωσις (reduplicatio) 64.1: δακρύετε θνητούς, θνητῶν γένος Αναδίπλωση με χιασμό: 182.2-3: ἠνίδ’, ὅσην σκοπιὴν ῥήξατο ῥηιδίως. / οὐ μὲν ῥηιδίως ἐρρήξατο. vii) Ἐπανάληψις (geminatio) 90.1: οὐκ ἄγαμ’, οὐκ ἄγαμαι δῶρον τόδε 87.5: ἔτλημεν πανάποτμα, τέκος, τέκος340 340. Το σχήμα αυτό θυμίζει τις επαναλαμβανόμενες αναφωνήσεις της τραγωδίας, βλ. Kertsch, στο: Crimi & Kertsch (1995) 274 ad vers. 426. 202 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ viii) Ἰσόκωλον 98.6: ὡς ῥόδον ἐξ ἀκανθῶν, ὡς δρόσος ἐκ πετάλων. ix) Λογοπαίγνια Συνίσταται στην επανάληψη σύνθετων λέξεων με ίδιο το ένα συνθετικό: 161.3-4: υἱέας ἠδὲ θύγατρας ὁμόζυγας ἀζυγέας τε, / εὔπαις καὶ πολύπαις 207.1-3: κτείνετε, ληίζεσθε, κακοὶ κακοκερδέες ἄνδρες· …εἰ τάδ’ ἔτλης. κακοεργέ, κακόφρονος εἵνεκα χρυσοῦ Ή στην επανάληψη λέξεων με παρόμοια ηχητική απόδοση: 151.4: σὴν κόνιν ἀμφιέπει σὸς κάσις, Ἑλλάδιε. Ένα πολύ εντυπωσιακό λογοπαίγνιο αποτελεί ολόκληρο το επίγραμμα 215 στο οποίο συνυπάρχουν αντιμεταβολή (permutatio) –δηλαδή συντακτικός παραλληλισμός με λεξιλογικό χιασμό–, αντίθεση και πολλαπλή λιτότης (οὐ φθίμενοι = ζωντανοί): Ὃς κακὸς οὐ φθιμένοισι, τάχ’ ἂν φθιμένοισιν ἀρήγοι· ὃς δ’ οὐδὲ φθιμένοις, οὔποτ’ ἂν οὐ φθιμένοις. ὣς δὲ σύ, τοῖς φθιμένοισιν ἐπεὶ τάφον ἐξαλάπαξας, οὔποτ’ ἂν οὐ φθιμένοις χεῖρα φέροις ὁσίην. 341 x) Ἀσύνδετον Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί μερικά εντυπωσιακά ασύνδετα εν είδει συναθροισμού (congeries) για να εξάρει είτε τον έπαινο: 108.1: μουσοπόλον, ῥητῆρα, δικασπόλον, ἄκρον ἅπαντα είτε τον ψόγο: 172.1: τυμβολέται, γάστρωνες, ἐρευγόβιοι, πλατύνωτοι342 341. Βλ. και Mossay (1966) 3-4. Πρβλ. ΠΑ 8.166. 203 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Βλ. επίσης, 17.5, 107.3, 111.1-2, 132.3-4, 174.3, 177.2-3. xi) Πολυσύνδετον 39.1-2: εὐχαί τε στοναχαί τε φίλαι καὶ νύκτες ἄυπνοι / καὶ νηοῖο πέδον 80.1-2: Ἑλλὰς ἐμὴ νεότης τε φίλη καὶ ὅσσα πεπάμην / καὶ δέμας 205.1-2: σήματα καὶ σποδιὴ καὶ ὀστέα οἵ τε πάρεδροι / δαίμονες xii) Ὀξύμωρον 250.1: πλούσιός εἰμι πένης xiii) Ἀντίθετον 54.3: καὶ τὸ μὲν ἥρπασε σεῖο, τὸ δ’ ἐνθάδε κάλλιπε νηῷ 66.1-2: ἔνθα ποτ’ … πρηνής … / νῦν δ’ … ἱσταμένη xiv) Ρητορικές ερωτήσεις 89.3: τίς νόμος; οἷα δίκη; θνητῶν ἄνα, πῶς τόδ’ ἔνευσας; Βλ. και 26.1-2, 46.1-3, passim. xv) Ἐκφωνήσεις (exclamationes) 8.1-2: Ὦ μύθοι, ὦ ξυνὸς φιλίης δόμος, ὦ φίλ’ Ἀθῆναι 89.4: ὢ μακροῦ βιότου, ὢ ταχέος θανάτου 110.1-2: ὦ Θέμι, … / ὦ φοβεραὶ ψυχῶν μάστιγες οὐχ ὁσίων 133.1-2: ὦ μάκαρ, ὦ ξυνὸν πενίης ἄκος, ὦ πτερόεντες / μῦθοι Σωρείτες παραδειγμάτων (Priamel) 342. Πρβλ. Βατραχομυομαχία 294 κ.εξ. 204 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Το ποιητικό και ρητορικό σχήμα του Priamel343 απαντά συχνά στα γρηγοριανά επιγράμματα.344 Η συσσώρευση εναλλακτικών παραδειγμάτων, δίκην κλίμακος, εξυπηρετεί τα βασικά θέματα του Ναζιανζηνού: τη laudatio ενός αγαπημένου προσώπου ή την μομφή εναντίον των συμποσιαστών και των τυμβωρύχων. Ο συνηθέστερος τύπος Priamel που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος είναι ο αντιθετικός.345 Ως πιο χαρακτηριστικό βρίσκω το σχήμα στο επίγραμμα 31: Ἄλλη μὲν κλεινή τις ἐνοικιδίοισι πόνοισιν, ἄλλη δ’ ἐκ χαρίτων ἠδὲ σαοφροσύνης, ἄλλη δ’ εὐσεβίης ἔργοις καὶ σαρκὸς ἀνίαις, δάκρυσιν, εὐχωλαῖς, χερσὶ πενητοκόμοις· Νόννα δ’ ἐν πάντεσσιν ἀοίδιμος· εἰ δὲ τελευτὴν τοῦτο θέμις καλέειν, κάτθανεν εὐχομένη. 343. Η λέξη Priamel είναι γερμανική (από το λατινικό praeambulum). Στα Ελληνικά δεν υπάρχει καθιερωμένη απόδοση του όρου· βλ. Ν. Γεωργαντζόγλου, «Το Priamel στην αρχαϊκή λυρική ποίηση. Υφολογικές – ερμηνευτικές παρατηρήσεις», Ελληνικά 55 (2005) 221 σημ. 14. Υιοθετώ τον όρο σωρείτης παραδειγμάτων κατά την άποψη του καθηγητή Δ.Ι. Ιακώβ. 344. Εκτός από τα εδώ παρατιθέμενα, βλ. 25, 34, 104, 210. Επίσης, το κατ’ ουσίαν επίγραμμα ΙΙ.1.82. Πρβλ. S. Costanza, “La scelta della vita nel carme I.2.10 di Gregorio di Nazianzo. La priamel dei valori e delle professioni e il topos ἄλλοι μέν – ἐγὼ δέ”, στο: Studi in onore di A. Ardizzoni, Roma 1978, 233-280· Prudhomme (2006) 361-366, 429-431· Simelidis (2009) 188-189. – Για το Priamel γενικά, βλ. W. Kröhling, Die Priamel (Beispielreihung) als Stilmittel in der griechisch-römischen Dichtung, Greifswald 1935· U. Schmid, Die Priamel der Werte im Griechischen von Homer bis Paulus, Wiesbaden 1964· W.H. Race, The Classical Priamel from Homer to Boethius, Leiden 1982· Γεωργαντζόγλου (2005) 219-238. Για τη χρησιμοποίησή του στα φιλολογικά επιγράμματα, Race (1982) 109-110· για τις έμμετρες επιγραφές (του 4ου αι. π.Χ.), Tsagalis (2008) 284-285. 345. Τούτο ισχύει και για το σύνολο του ποιητικού του έργου, βλ. Prudhomme (2006) 410. Για την τυπολογία του Priamel, βλ. Kröhling (1935) 12 κ.εξ.· Race (1982) 3-7· D.E. Gerber, Pindar’s Olympian One: A Commentary, Toronto – Buffalo – London 1982, 3. 205 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Ο σωρείτης εδώ ενισχύει τον έπαινο για τη Νόννα κατά τρόπο που δομικά μάς θυμίζει το κλασικό Priamel από το 16. 1-4 L.-P. της Σαπφώς με θέμα την αναζήτηση του «καλλίστου»:346 ο]ἰ μὲν ἰππήων στρότον οἰ δὲ πέσδων οἰ δὲ νάων φαῖσ’ ἐπ[ὶ] γᾶν μέλαι[ν]αν ἔ]μμεναι κάλλιστον, ἔγω δὲ κῆν’ ὄττω τις ἔραται. Στο σαπφικό δομικό σχήμα οἰ μέν… οἰ δέ… οἰ δέ… – ἔγω δέ…, ο Γρηγόριος αντιπαραθέτει ἄλλη μέν… ἄλλη δέ… ἄλλη δέ… – Νόννα δέ…. Αντί της αναζήτησης του «καλλίστου», ο Ναζιανζηνός αναζητεί την καλλίστην γυναίκα, που δεν είναι άλλη από τη μητέρα του. Ο δεύτερος σωρείτης παραδειγμάτων στον οποίο θα σταματήσω εμφανίζεται στο επίγραμμα 176: Μηκέτι πηκτὸν ἄροτρον ἀνὴρ ἐπὶ γαῖαν ἐλαύνοι, μὴ πέλαγος πλώοι, μὴ δόρυ θοῦρον ἔχοι· ἀλλὰ φέρων σκαπάνην τε καὶ ἄγριον ἐν φρεσὶ θυμὸν ἐς τύμβους πατέρων χρυσὸν ἴοι ποθέων, ὁππότε καὶ τοῦτόν τις ἐμὸν περικαλλέα τύμβον σκάψεν ἀτασθαλέων εἵνεκα κερδοσύνης. Εδώ η κλιμάκωση παίρνει τη μορφή μή… μή… μή… – ἀλλά… με αλλεπάλληλες ευχετικές (εν προκειμένω: αποτρεπτικές) ευκτικές. Η αποτροπή από τις θετικές και παραγωγικές εργασίες της ζωής 346. Πρβλ. Σκιαδάς (1979-1981) ΙΙ, 131-133· Race (1982) 63-64· Γεωργαντζόγλου (2005) 222-223 με σημ. 17, όπου περαιτέρω βιβλιογραφία. 206 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ (γεωργία, ναυτοσύνη, πόλεμο) και η προτροπή προς τυμβωρυχία και χρυσοθηρία κάνουν καταφανή την ειρωνεία του επιγράμματος. Ειρωνεία εμφανίζεται σε ένα ακόμη επίγραμμα της ομάδας αυτής (το 218), στο οποίο ο σωρείτης παραδειγμάτων ανήκει σε έναν άλλο τύπο, τον αναλογικό. Ἤλυθεν εἰς Ἀίδην τις, ὁ δ’ ἔπτατο, ἄλλος ὄλεσσε θῆρας, ὁ δὲ πλεκτὸν υἱέϊ τεῦξε δόμον· τούτων οὗτος ἀνὴρ οὐ δεύτερον ἔργον ἔρεξεν, τόνδε τάφον ῥήξας χείρεσιν οὐχ ὁσίαις. Εδώ η κορύφωση, δηλαδή το «κατόρθωμα» του τυμβωρύχου να καταστρέψει τον τάφο, δεν έρχεται σε αντίθεση αλλά σε παραλληλισμό, σε κατ’ αναλογίαν σύγκριση, με άλλα σημαντικά επιτεύγματα μυθικών προσώπων, όπως είναι η κάθοδος στον Άδη, η πτήση ανθρώπου στον ουρανό ή η εξολόθρευση θηρίων.347 Επαναλήψεις 347. Από τα τέσσερα κατορθώματα του πρώτου δίστιχου τα τρία ταυτίζονται εύκολα: η κάθοδος στον Άδη αποδίδεται στον Ορφέα (ή τον Οδυσσέα), το πέταγμα στον Δαίδαλο, η εξόντωση των θηρίων στον Ηρακλή. Το τέταρτο (ὁ δὲ πλεκτὸν υἱέϊ τεῦξε δόμον) παραμένει αταύτιστο, γεγονός που έχει οδηγήσει σε πολλές υποθέσεις τόσο για το ποιος υπονοείται όσο και για πιθανά λάθη στην παράδοση του κειμένου. Βλ. το κριτικό υπόμνημα και τις σημειώσεις των Walz και Beckby ad loc. Ο τύπος αυτός του αναλογικού Priamel ανάγεται στο λεγόμενο «Δηλιακὸν ἐπίγραμμα», το οποίο συμπεριλήφθηκε στο θεογνίδειο corpus (255-256 W.): Κάλλιστον τὸ δικαιότατον· λῷστον δ’ ὑγιαίνειν· πρᾶγμα δὲ τερπνότατον, τοῦ τις ἐρᾷ, τὸ τυχεῖν. Βλ. Γεωργαντζόγλου (2005) 223-225. 207 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Στο επίγραμμα ΠΑ 8.153 ο Γρηγόριος γράφει για τον εξάδελφό του Ελλάδιο που πέθανε νέος (στ. 1-2): μικρὸν μὲν πνείεσκες ἐπὶ χθονὶ σαρκὸς ἀνάγκῃ, πλείονα δὲ ζωῆς ὑψόθι μοῖραν ἔχεις Αν όμως συμβεί να διαβάσουμε και το ποίημα ΙΙ.1.45 (Θρῆνος περὶ τῶν τῆς αὐτοῦ ψυχῆς παθῶν), όπου ο Ναζιανζηνός κάνει εκτενή αναφορά στους γονείς του, θα δούμε ίσως με κάποια έκπληξη να λέει γι’ αυτούς (στ. 225-226): βαιὸν μὲν πνείοντες ἐπὶ χθονὶ σαρκὸς ἀνάγκῃ, πλείονα δὲ ζωῆς μοῖραν ἔχοντες ἄνω. Το να θρηνεί κανείς τον εξάδελφό του με τα ίδια λόγια με τα οποία θρηνεί τους γονείς του δεν είναι ασφαλώς δείκτης υψηλής αυθορμησίας και ποιητικής πρωτοτυπίας. Άλλες φορές, ωστόσο, μολονότι ο Ναζιανζηνός θέλει να δώσει το ίδιο ή παρεμφερές νόημα χρησιμοποιεί διαφορετική διατύπωση. Για παράδειγμα σε ένα από τα αυτοβιογραφικά του επιγράμματα μάς λέει ότι όνειρα τον κάλεσαν στην παρθενία (ΠΑ 8.79. 5): παρθενίη με φίλοις προσπτύξατ’ ὀνείροις Το ίδιο πράγμα αφηγείται στο ποίημα –που αναφέραμε και παραπάνω– ΙΙ.1.45, παραλλάσσοντας όμως δημιουργικότητα τη φρασεολογία του: καί ποτέ μοι κνώσσοντι παρίστατο τοῖος ὄνειρος, 208 με γόνιμη ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ ἕλκων ῥηϊδίως ἐς πόθον ἀφθορίης. (στ. 229-230) Είναι γεγονός πάντως ότι οι επαναλήψεις στο ποιητικό έργο του Γρηγορίου είναι πολλές, και αποτελούν ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί την αρνητική αντιμετώπιση της νεότερης φιλολογικής κριτικής.348 Εγείρεται ψόγος για συμβατικότητα και εκφραστική πενία του ποιητή. Αναρωτιέται κανείς αν με τις επαναλήψεις αυτές ο Ναζιανζηνός θέλει να εκφράσει με ένταση μια συγκεκριμένη ιδέα ή απλώς ικανοποιεί την ευκολία της στιγμής. Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το φαινόμενο αυτό με πεδίο ερεύνης κατά βάσιν τα επιγράμματα. Υπάρχουν περιπτώσεις που φανερώνουν όντως ότι η εμμονή του Γρηγορίου σε κάποιες λέξεις ή μία συγκεκριμένη διατύπωση αποτελεί μέρος του ηθικολογικού του διδακτισμού. Για παράδειγμα, ο ποιητής μας δείχνει μια αποστροφή προς την κενόδοξη αλαζονεία που δηλώνεται μεταφορικά με το ύψωμα του φρυδιού. Παρατηρούμε την επανάληψη των λέξεων ὀφρύς και κενός: 159.2: ὀφρὺν ἄειρα κενόφρονα 29.2: Ἀρισταίου κενεαυχέος ὀφρὺς ἄπιστε Ἔπη ΙΙ.1.11.1175: κενὴν ἔπαρσιν ὀφρύος Ἔπη Ι.2.15. 4: ὀφρὺν μαψιδίως τείνομεν ἡμέριοι 348. Βλ. Waltz VI, 25-26· πρβλ. Consolino (1987) 412 σημ. 41. – Επαναλήψεις, και σε ιδέες και σε φρασεολογία, υπάρχουν επίσης ανάμεσα στα επιγράμματα και στο πεζογραφικό έργο του Γρηγορίου, βλ. Τσάμης (1975) 51-53. Υπάρχει όμως και μια θετική συνέπεια από τις πολλές επαναλήψεις στο γρηγοριανό έργο! Κατά τη διατύπωση του Meier (1989: 75): “Da Gregor sich gern selbst zitiert, dienen solche Stellen auch der Sicherung des Textes”. 209 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Η εμμονή του Γρηγορίου στην καταδίκη της αλαζονικής έπαρσης της ὀφρύος349 καταδεικνύεται και a contrario με την ανάλογη προτροπή: καὶ ἐς χθόνα ὀφρὺν ἄγουσα (Ἔπη ΙΙ.2.6. 79)· διὰ δὲ τούτων κόσμει τὴν μὲν κεφαλὴν τῷ σκέπειν, τὰς δὲ ὀφρῦς τῷ κατεσταλμένας ἔχειν (Ἐπιστ. 244. 9). Δεν είναι όμως όλες οι περιπτώσεις τέτοιας λογής. Ας δούμε μερικά παραδείγματα επαναλήψεων αποκλειστικά εντός των επιγραμμάτων: 5.3: ἄγγελον ἀτρεκίης ἐριηχέα (αναφέρεται στον Βασίλειο Καισαρείας) = 15.3 (στην ίδια sedes, αναφέρεται στον ίδιο του τον εαυτό διά στόματος του πατέρα του)· πρβλ. και Ἔπη ΙΙ.2.6. 103.350 28.6: ἕρμα γυναικῶν (για τη μητέρα του Νόννα) = 164.3 (στην ίδια sedes, για τη Θεοσέβεια, αδελφή του Βασιλείου) ~ 7.3: ἕρμ’ ἱερήων (για τον Βασίλειο).351 3.4: πᾶσα δὲ Καππαδοκῶν ἐστονάχησε πόλις (για τον Βασίλειο Καισαρείας) ~ 106.2: πᾶσα μὲν Αὐσονίων ἐστονάχησε πόλις (για τον Μαρτινιανό). 9.1: Καισαρέων μέγ’ ἄεισμα, φαάντατε ὦ Βασίλειε ~ 113.1: Καππαδοκῶν μέγ’ ἄεισμα, φαάντατε Μαρτινιανέ. 12.6: ἁζόμενοι κείνου καὶ τάφον ἀμφέπετε (για τον πατέρα του Γρηγόριο) ~ 116.4: ἁζόμενοι στήλην καὶ τάφον ἀμφιέπειν (για τον Μαρτινιανό). 17.5: ὄλβιος, εὐγήρως, εὔπαις θάνον ~ 111.1: ὄλβιος, εὐγήρως, ἄνοσος θάνον (στην αρχή εξαμέτρου). 349. Πρβλ. Jungck (1974) 153 ad vers. 39· Bacci (1996) 91 ad vers. 21· Moroni (2006) 153 ad vers. 151. 350. Βλ. Bacci (1996) 130 ad vers. 103. 351. Πρβλ. Sundermann (1991) 82 ad vers. 328. 210 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ 28.4: ἔνθεν ἀέρθη ~ 48.3: ἔνθεν ἀέρθην ~ 55.3: ἔνθεν ἀερθῇ ~ 141.2: ἔνθεν ἀνηέρθης (τα τρία πρώτα στο τέλος του εξαμέτρου,352 το τελευταίο στην αρχή του πεντάμετρου). Τα σχετικά παραθέματα δεν έχουν τέλος 353 και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμη περισσότερα αν διευρύνουμε το ερευνητικό πεδίο ανάμεσα στα επιγράμματα και στο λοιπό ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού.354 Ο ποιητής διαχειρίζεται ποικιλοτρόπως αυτές τις επαναλήψεις: Άλλοτε επαναλαμβάνει αυτούσιες προτάσεις ή φράσεις, καθώς συνθέτει παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα (π.χ. για τη Νόννα ή για τους τυμβωρύχους) άλλοτε χρησιμοποιεί παρεμφερές λεξιλόγιο (όταν π.χ. επαινεί τα χαρίσματα ενός νεκρού), κι άλλοτε διευκολύνεται με έτοιμα τελειώματα ενός στίχου. Για να μπορέσουμε να εννοήσουμε καλύτερα το ζήτημα των εσωτερικών επαναλήψεων, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας τα ακόλουθα: α) Ο Γρηγόριος γράφει πολύ γρήγορα! Για να ολοκληρωθεί ένα ποιητικό έργο δεκαεπτά χιλιάδων περίπου στίχων απαιτείται ταχύτητα στη γραφή. Μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό των στίχων και τη συνεπαγόμενη βιασύνη ο ποιητής δεν μπορεί να θυμάται τί έχει γράψει και πώς ακριβώς το έχει διατυπώσει· ούτε διαθέτει τον χρόνο να ανατρέξει και να ελέγξει τα παλαιότερα κείμενά του. 352. Οι φράσεις αυτές είναι πολύ συχνές clausulae σε εξαμέτρους του Γρηγορίου, βλ. Moroni (2006) 123. 353. Περαιτέρω: 1.3 ~ 29.6· 4.3 ~ 26.1-2 ~ 137.1· 30.3 ~ 36.2 ~ 119.1· 33.3 ~ 118.5-6· 39.3 ~ 52b.3 / 57.2· 42.3~ 94.3· 45.1 ~ 47.1 ~ 66.1~ 72.1· 85.4 ~ 221.2· 91.4 ~ 134.2· 91.6 ~ 107.4· 95.2 ~ 108.2· 96.3 ~ 134.1-2· 104.8 ~ 112.2 ~ 238.1-2· 107.5-6 ~ 226.1-2· 176.4 ~ 193.2 ~ 254.2· 180.2 ~ 211.1· 208.1 ~ 209.1· 233.2 ~ 234.2. 354. Μερικά τέτοια παραδείγματα: 5.3 ~ Ἔπη ΙΙ.2.6.103· 17.1-2 ~ ΙΙ.1.45.217-218· 18.1 ~ ΙΙ.1.45.219· 79.1-2 ~ ΙΙ.1.45.198-199· 93.2 ~ ΙΙ.1.1.179· 112.1 ~ ΙΙ.1.54.14· 129.1-3 ~ Ι.2.14.5-9· 135.1-2 ~ ΙΙ.2.1.365-366 / ΙΙ.2.7.2. 211 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ β) Στις φραστικές επαναλήψεις τον ωθεί και η επανάληψη της θεματολογίας. Σε πολλά ποιήματά του γράφει για τα ίδια θέματα. Για παράδειγμα, στα ενενήντα εννέα ἔπη εἰς ἑαυτὸν μιλάει πολλές φορές για τα ίδια περιστατικά του βίου του. Ειδικά στα επιγράμματά του με τις πολλαπλές δοκιμές του για το ίδιο πρόσωπο ή πάνω στο ίδιο θέμα, είναι φυσικό ο ποιητής να επαναλαμβάνεται. γ) Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Γρηγόριος γράφει σε μία γλώσσα τεχνητώς κατασκευασμένη, ξένη προς το κοινό αίσθημα της ζωντανής γλώσσας της εποχής του. Και όπως συμβαίνει συχνά όταν κάποιος γράφει σε μία γλώσσα στην οποία δεν έχει την ευχέρεια του ιθαγενούς ομιλητή, είναι φυσικό η ροπή προς επανάληψη μιας σπάνιας έκφρασης ή μιας διατύπωσης που θεωρεί επιτυχημένη να είναι πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι αν χρησιμοποιούσε τη φυσική του γλώσσα. δ) Το όλο ζήτημα των επαναλήψεων στον Γρηγόριο θα πρέπει να νοηθεί μέσα στο πλαίσιο της λογοτεχνικής αισθητικής της ύστερης αρχαιότητας, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που διαμόρφωσε ο νεότερος δυτικός κόσμος. Επαναλήψεις παρουσιάζονται και στους άλλους διακεκριμένους εκπροσώπους της ποιητικής τέχνης της περιόδου αυτής, στον Κόιντο τον Σμυρναίο, τον Νόννο, τον Συνέσιο, πράγμα που σημαίνει ότι το λογοτεχνικό κριτήριο των αναγνωστών της εποχής δεν προσέκρουε στο φαινόμενο αυτό. 355 5. ΠΡΟΣΩΔΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ 355. Πρβλ. τις σκέψεις των Κακριδή (1962) 200-202 και Simelidis (2009) 52-54. 212 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ Είναι έργο, ίσως, άχαρι να μιλάει κανείς για μέτρο σε μια εποχή που είναι βέβαιο ότι η αρχαία προσωδία είχε χαθεί ολοσχερώς.356 Η διατήρηση όμως των παραδεδομένων μέτρων αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι –μαζί με την επιτηδευμένη αρχαΐζουσα γλώσσα– του ποιητικού κλασικισμού της ύστερης αρχαιότητας. Η δύναμη της αδράνειας που εκπορεύεται από το παραδειγματικό παρελθόν της αρχαιοελληνικής ποίησης εξακολουθεί, και στον τέταρτο μεταχριστιανικό αιώνα να είναι πολύ ισχυρή· ενίοτε δε, η τήρηση του μέτρου, όπως δείχνει το παράδειγμα του Νόννου, αναδιπλώνεται σε ακόμη πιο συντηρητικά και αυτοπεριοριστικά πρότυπα. Η κατ’ εξοχήν παραδοσιακή μετρική μορφή του ελληνικού επιγράμματος είναι το ελεγειακό δίστιχο. Στο μέτρο αυτό είναι συνθεμένα 234 εν συνόλω επιγράμματα του ογδόου βιβλίου της ΠΑ.357 Δεκαοκτώ είναι γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο (28, 30, 35-37, 53-54, 56-57, 74, 78, 128, 147, 159, 170, 189, 195, 219) και ένα σε ιαμβικό τρίμετρο (85 b). Τρία επιγράμματα, τέλος, παρουσιάζουν μεικτές μετρικές μορφές: το 29 αποτελείται από έξι εξάμετρους στίχους και έναν τελευταίο πεντάμετρο· το 58, ένα τρίστιχο, συντίθεται από το διαλογικό μέρος του σε ελεγειακό δίστιχο και τον τελευταίο στίχο σε εξάμετρο· το επίγραμμα 220 αποτελείται από τέσσερις στίχους εκ των οποίων ο πρώτος και ο τελευταίος είναι εξάμετροι και οι δύο ενδιάμεσοι σε ιαμβικό τρίμετρο. Η μετρική ανάλυση των γρηγοριανών επιγραμμάτων δεν έχει την κρίσιμη σημασία που προσδίδουμε στη λεπτομερή στατιστική 356. Βλ. Ε.Β. Πετρούνιας, “Εξέλιξη της προφοράς κατά την ελληνιστική εποχή”, στο: Χριστίδης (2001) 442-450. 357. 1-27, 31-34, 38-52, 55, 59, 60-73, 75-77, 79-85, 86-127, 129-146, 148-158, 160169, 171-188, 190-194, 196-218, 221-254. Πρβλ. Waltz VI, 29 (από παραδρομή δεν αναφέρει τα επιγράμματα 80-84). 213 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ επεξεργασία του μέτρου άλλων επιγραμματοποιών προκειμένου να αντλήσουμε ίχνη πληροφοριών για τη χρονολόγησή τους.358 Απλώς στα μέτρα του Γρηγορίου –στην περίπτωσή μας κατ’ εξοχήν στο ελεγειακό δίστιχο– παρατηρούμε τα χαρακτηριστικά της εξέλιξής τους κατά την ύστερη αρχαιότητα:359 α) υπάρχει μια σχετική ελευθερία ως προς τη χασμωδία ανάμεσα στα δύο ημιεπή: 9.4, 45.2, 51.2, 60.2, 67 b.2, 77.4, 80.2, 89.4, 92.4, 114.4, 136.2, 168.2, 180.2, 194.4, 203.4, 246.2. 358. Όπως για παράδειγμα σε ύστερους επιγραμματοποιούς σαν τον Ρουφίνο, βλ. D.L. Page, The Epigrams of Rufinus, Cambridge 1978, 28 κ.εξ. 359. Μια συστηματική μελέτη για τα μέτρα του Γρηγορίου στο σύνολο του ποιητικού του έργου απουσιάζει. Βλ. τις γενικές αναφορές των A. Puech, Histoire de la Littérature Grecque Chrétienne depuis les origines jusqu’à la fin du IVe Siècle III, Paris 1930, 385 κ.εξ.· Pellegrino (1932) 74-84· Wyss (1949) 203-204· Simelidis (2009) 54-57· και τις επιμέρους αναλύσεις βάσει των νέων κριτικών εκδόσεων: Werhahn (1953) 9-11· Jungck (1974) 34-39· Bénin (1988) 318-324· Meier (1989) 18-22· Oberhaus (1991) 26-36· Crimi, στο: Crimi & Kertsch (1995) 102-107· Bacci (1996) 55-56· Sykes, στο: Moreschini & Sykes (1997) 61-62· Domiter (1999) 264-266· Moroni (2006) 62-68. Πρβλ. Prudhomme (2006) 52-58· A. Licciardi. “Note introduttive al Carme II.1.12 di Gregorio Nazianzeno”, στο: B. Amata (επιμ.), Cultura e Lingue Classiche 3, Roma 1993, 245-251, εδώ 247-248. Πολλά παραδείγματα από τον Γρηγόριο αξιοποιεί στη διατριβή του ο J. Bertels, De pentametro inscriptionum Graecarum quaestiones, Diss. Münster 1912, passim (με βάση όμως την έκδοση τής PG). Για τα χαρακτηριστικά του εξαμέτρου και του ελεγειακού δίστιχου κατά τη μετακλασική εποχή, βλ. West (2004) 95-99· του ιδίου (1982) 181-182. Πρβλ. το παλαιό αλλά κλασικό έργο του A. Wifstrand, Von Kallimachos zu Nonnos, Lund 1933 και την πρόσφατη διατριβή του Εμμ. Πλούσου, Ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος στους ποιητές της ύστερης αρχαιότητας Μουσαίο, Κόλλουθο και Τριφιόδωρο, Ιωάννινα 2006· για την αρχή των μεσαιωνικών χρόνων, Ἀθ.Δ. Κομίνης, Τὸ βυζαντινὸν ἱερὸν ἐπίγραμμα καὶ οἱ ἐπιγραμματο-ποιοί, Ἐν Ἀθήναις 1966, 97-100. – Για τις προτιμήσεις του Γρηγορίου στο δακτυλικό εξάμετρο, βλ. την αναλυτική στατιστική των G. Agosti – F. Gonelli “Materiali per la storia dell’esametro nei poeti cristiani greci”, στο: M. Fantuzzi – R. Pretagostini (επιμ.), Struttura e storia dell’esametro Greco I, Roma 1995, 372-409, ιδίως τον συγκεντρωτικό πίνακα, 375· τα ευρήματα συνοπτικώς και στον Simelidis (2009) 56. 214 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ β) η συλλαβή brevis in longo στο τέλος του πρώτου ημιεπούς δεν είναι ασυνήθιστη:360 9.2, 13.4 και 6, 16.4, 51.2, 112.4, 121.6, 174.2, 177.6, 196.4, 218.2, 228.2. γ) Και ο Γρηγόριος αποφεύγει σε γενικές γραμμές την τονιζόμενη συλλαβή στο τέλος του πενταμέτρου. Οι παραβιάσεις αυτού του κανόνα είναι λίγες: 34.2, 63.2, 109.2, 114.4, 166.6, 168.4, 170.6, 211.2. δ) Ο ποιητής προσέχει έτσι ώστε πάντοτε η τομή του πενταμέτρου να συμπίπτει με τέλος λέξεως. Το ομοιοτέλευτο μάλιστα ανάμεσα στα δύο ημιεπή είναι πολύ συχνό: 4.2, 6.6, 9.2, 10.2, 19.4, 25.4, 34.4, 41.4, 68.2, 93.2, 98.6, 113.4, 118.2, 120.4, 122.4 και 6, 127.2, 129.4, 130.4, 131.6, 132.4, 139.6, 148.4, 176.2 και 4, 181.2, 185.2, 187.2 κ.α. Πολλή συζήτηση έχει γίνει για τα λεγόμενα μετρικά λάθη του Γρηγορίου, παρ’ όλο που τελικά ίσως δεν είναι τόσο πολλά όσο νομίζεται. Αρκετά από αυτά πιθανόν να οφείλονται σε λάθη της χειρόγραφης παράδοσης και ελπίζεται ότι θα περιοριστούν με τη συστηματική κριτική έκδοση όλων των ποιητικών έργων του Γρηγορίου.361 Σε ό,τι αφορά τα επιγράμματα, από την έρευνά μου δεν προέκυψαν σοβαρά μετρικά σφάλματα. Εξαίρεση αποτελεί ο (πεντάμετρος) στίχος 183. 2: τοῖσί τε τυμβορύχοις τοῖς τε περικτιόσιν όπου η λέξη τυμβωρύχοις εμφανίζεται με όμικρον για να προσαρμοστεί στην αναγκαιότητα ύπαρξης βραχέος. Στον στίχο 360. Πρβλ. D. Korzeniewski, Griechische Metrik, Darmstadt 1968, 36. 361. Πρβλ. Δετοράκης (1995) 315· Simelidis (2009) 55. 215 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ όμως 253. 2: τὸν τυμβωρυχίης κέρδεσι τερπόμενον, η ποσότητα του φωνήεντος είναι η ορθή. Είναι γεγονός πάντως ότι ο Γρηγόριος γενικώς στα ποιήματά του παρουσιάζει κάποια ελευθεριότητα ως προς τη μετρική αξία των διχρόνων.362 Στα επιγράμματά μας, ωστόσο, ο ποιητής φαίνεται να είναι πιο προσεκτικός.363 Από τη σχετική διερεύνησή μου πάνω σε πολύ συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις δεν εντόπισα δίχρονα φωνήεντα τα οποία να έχουν διαφορετική μετρική ποσότητα σε διαφορετικό χωρίο.364 Ένα παράδειγμα: η λέξη χρυσός, είτε μόνη της είτε ως μέρος άλλης σύνθετης λέξης (φιλόχρυσος, ἄχρυσος, χρυσόφιλος, χρυσολογῶ), εμφανίζεται σαράντα δύο φορές (!) στα επιγράμματα. Δεν υπάρχει ούτε μία φορά που το ύψιλον να μην μετράται ως μακρό, παρ’ όλο που υφίσταται προηγούμενο στον Πίνδαρο (Νεμ. 7. 78): κολλᾷ χρυσὸν ἔν τε λευκὸν ἐλέφανθ’ ἁμᾶ (χρυσὸν με υ βραχύ). Επίσης, το επίθετο χρύσεος απαντά μερικές φορές με το ύψιλον βραχύ σε λυρικούς ποιητές, σε τραγικούς (αλλά μόνο στα λυρικά μέρη) και σε επιγραμματοποιούς.365 Ο Γρηγόριος όμως δείχνει να μην παρασύρεται στην ευκολία της διττής προσωδιακής αξίας. Εξετάζοντας μία προς μία όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες 362. Για την αβέβαιη ποσότητα των διχρόνων και σχετικά παραδείγματα στον Γρηγόριο, βλ. C. Crimi, “Il problema delle ‘false quantities’ di Gregorio Nazianzeno alla luce della tradizione manoscritta di un Carmen I.2.10 De Virtute”, Siculorum Gymnasium n.s. 25 (1972) 1-26· Jungck (1974) 35· Beuckmann (1988) 121 ad vers. 351· Meier (1989) 20-21· Oberhaus (1991) 26-31· Domiter (1999) 264-265· Prudhomme (2006) 52-53· Simelidis (2009) 55. 363. Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγει για το επίσης ελεγειακό ποίημα Ι.2.14 ο Domiter (1999) 266. 364. Δεν εντάσσω στην κατηγορία αυτή τον τύπο ἡμὶν (167.1, 173.3), ο οποίος απαντά ήδη στην κλασική περίοδο, π.χ. Σοφ. Οἰδ. Κ. 25. Βλ. LSJ s.v. ἐγὼ IV. Πρβλ. Meier (1989) 21 με σημ. 52. 365. Π.χ. Πίνδ. Πυθ. 3.73, 4.4· Σοφ. Οἰδ.Τ. 157, 188· Ευρ. Μήδ. 633, 978· ΠΑ 6.292. 2 (Ηδύλος), 7.233. 1 (Απολλωνίδης) κ.α.· περαιτέρω LSJ s.v. χρυσὸς και χρύσεος. 216 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ χρησιμοποιεί την ίδια αυτή λέξη (ή συνθετικό) του παραπάνω παραδείγματος, παρατηρεί κανείς ότι ο Ναζιανζηνός είχε αναπτύξει μια εξαιρετικά ευέλικτη μανιέρα εναλλακτικών λύσεων για να τακτοποιεί τη συγκεκριμένη λέξη σε διάφορες μετρικές θέσεις διατηρώντας πάντοτε τη μακρότητα του ύψιλον. Ένα καλό παράδειγμα για το πόσο η χειρόγραφη παράδοση μπορεί να ενοχοποιείται για κάποιες μετρικές αστοχίες του Γρηγορίου βρίσκουμε στον στίχο 8.1 (όπως τον διαβάζουμε σε όλες τις εκδόσεις της ΠΑ, Beckby, Walz, Paton): Ὦ μύθοι, ὦ ξυνὸς φιλίης δόμος, ὦ φίλ’ Ἀθῆναι, Ο τύπος μύθοι εμφανίζεται με οξεία, καθώς ο εξάμετρος επιβάλλει το ύψιλον να είναι βραχύ. Η λέξη μῦθος απαντά άλλες έντεκα φορές στα γρηγοριανά επιγράμματα (4.1, 4.6, 11.3, 24.1, 29.1, 79.4, 132.3, 132.5, 133.2, 142.4, 246.1), πάντοτε όμως με το ύψιλον μακρό. Αναρωτιέται κανείς γιατί συμβαίνει αυτή η μόνη παρέκκλιση, ενώ υπήρχε πολύ εύκολη εναλλακτική λύση στη χρησιμοποίηση της λέξης λόγος: Ὦ λόγοι. Όπως φαίνεται πολύ καθαρά στο επίγραμμα 4, ο Γρηγόριος χρησιμοποιούσε τις λέξεις μῦθος και λόγος ως νοηματικά ισοδύναμες: μύθοισιν (στ. 1) ~ λόγοισι (στ. 4) σὺ γὰρ μόνος ἶσον ἔφηνας / καὶ βίοτον μύθῳ καὶ βιότητι λόγον (στ. 5-6). Κατά τη γνώμη μας, ο επίμαχος στίχος ΠΑ 8.8. 1 πρέπει να διορθωθεί: λόγοι αντί μύθοι. Σημειωτέον ότι έτσι ακριβώς εμφανίζεται στη γρηγοριανή παράδοση: Ἐπιτάφ. 119.35, PG 38.74. 217 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Ας μας επιτραπεί να κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό με το ακόλουθο σχόλιο: Το να μιλάμε για μετρικά «λάθη» για έναν ποιητή του 4ου αιώνα μ.Χ., όταν κάθε αίσθηση ποσότητας φωνηέντων και μουσικού τονισμού είχε οριστικά χαθεί, δείχνει περισσότερο τη δική μας εσφαλμένη στάση. Όπως συμβαίνει και με την ίδια τη γλώσσα, χωρίς το «λάθος», δηλαδή την παρέκκλιση από τη νόρμα, δεν θα υπήρχε αλλαγή και εξέλιξη. Ένα υποτιθέμενο λάθος υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να σημαίνει την εμφάνιση μιας νέας αρχής, την έναρξη μιας εξέλιξης. Και ήταν πράγματι οι συνθήκες στην εποχή του Γρηγορίου ώριμες για την εκκίνηση της μεγάλης ιστορικής διαδικασίας για τη μετάβαση της ελληνικής ποίησης από την προσωδία στη ρυθμοτονία.366 Δεν θα εισέλθουμε στο θέμα της αυθεντικότητας των δύο τονικών ποιημάτων που αποδίδονται στον Ναζιανζηνό (Ι.1.32: Ὕμνος ἑσπερινός, Ι.2.3: Πρὸς παρθένους παραινετικός).367 Πάντως, είτε είναι του ίδιου του Γρηγορίου είτε μιμήσεις κάποιων άλλων στιχουργών, οι οποίες εντάχθηκαν στο γρηγοριανό corpus, όπως είναι το πιθανότερο, πρόκειται για αρκετά πρώιμες συνθέσεις, το αργότερο του πρώτου ημίσεος του πέμπτου αιώνα.368 Ο δρόμος για τον βυζαντινό δωδεκασύλλαβο, το κατ’ εξοχήν μέτρο της 366. Για την αφετηρία της εξέλιξης αυτής βλ. A. Dihle, “Die Anfänge der griechischen akzentuierenden Verskunst“, Hermes 82 (1954) 182-199. 367. PG 37. 511-514 και 632-640 αντιστοίχως. 368. Βλ. R. Keydell, “Die Unechtheit der Gregor von Nazianz zugeschriebenen Exhortatio ad Virgines“, Byzantinische Zeitschrift 43 (1950) 334-337. Οι H.M. Werhahn, “Dubia und Spuria unter den Gedichten Gregors von Nazianz“, στο: Studia Patristica 7 (Texte und Untersuchungen 92), Berlin 1966, 337-347, ιδίως 343-344 και Κ. Μητσάκης, Βυζαντινή Υμνογραφία, Αθήνα 1986, 131-136 ακολουθούν τον Keydell στην αμφισβήτηση της πατρότητας. Πρβλ. Δετοράκης (1995) 315-317· Prudhomme (2006) 29· Simelidis (2009) 57. 218 ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ ελληνικής ρυθμοτονικής ποίησης των μεσαιωνικών χρόνων, είχε ανοίξει.369 369. Βλ. το κλασικό άρθρο του P. Maas, “Der byzantinische Zwölfsilber”, Byzantinische Zeitschrift 12 (1903) 278-323· πρβλ. Κομίνης (1966) 55-60. Για την όλη διαδικασία της μετάβασης, K. Krumbacher, Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας ΙΙ (μετ. Γ. Σωτηριάδης), Ἐν Ἀθήναις 1900, 591 κ.εξ. και Hunger (1992) II 484-494· βλ. και τις σχετικές επισημάνσεις του Ι. Συκουτρῆ, Μελέται καὶ ἄρθρα, Ἀθῆναι 1956, 92 [= Ἐκλογὴ ἔργων, Ἀθήνα 1997, 695]. 219 ΙV ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ 221 Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ Ο Γρηγόριος ανήκει στην πρώτη ουσιαστικά γενιά των Χριστιανών που γεννήθηκαν, διαμορφώθηκαν και έδρασαν σε καθεστώς θρησκευτικής ανεκτικότητας. To ποιητικό του πρόγραμμα εντάσσεται στην όλη προσπάθεια που αναλήφθηκε από χριστιανούς λογίους της εποχής τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση να δημιουργήσουν ένα σώμα υψηλής λογοτεχνίας που να απευθύνεται στα ευρέα στρώματα των μορφωμένων πολιτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και το οποίο θα αναιρούσε οριστικά το επιχείρημα των εθνικών ότι οι Χριστιανοί στερούνται λογοτεχνικών κειμένων ανάλογων προς εκείνα του ελληνικού και λατινικού κλασικού παρελθόντος. Στους λογίους αυτούς συγκαταλέγονται κυρίως οι δύο Απολλινάριοι στην Ανατολή, ο Αυσόνιος, ο μαθητής του Παυλίνος, επίσκοπος Νώλης, ο Ιουβένκος και ο Προυδέντιος στη Δύση. Τα γενικά χαρακτηριστικά των λογοτεχνικών προϊόντων που προέκυψαν είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, η περίτεχνη και επιτηδευμένη γλώσσα, έκγονο της ισχυρής επίδρασης της ρητορικής, και η μεγάλη εξοικείωση με τα κλασικά πρότυπα που οδηγούν σε έναν φορμαλιστικό μανιερισμό.370 370. Πρβλ. Daley (2006) 25-26. Μια απόπειρα σύγκρισης κάνει ο W. Evenepoel, “The Early Christian Poets Gregory Nazianzen and Prudentius”, στο: A. 222 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ Συγκεκριμένα για τις προθέσεις του Γρηγορίου έχουμε την τύχη να διαθέτουμε ένα ενδιαφέρον και πολύ συχνά σχολιαζόμενο δικό του ποίημα, 371 ένα μετα-ποιητικό κείμενο «πολεμικής» που σε κάποιους θύμισε τον πρόλογο από τα Αἴτια του Καλλίμαχου.372 Πρόκειται για το προγραμματικό ποίημα εἰς Schoors – P. Van Deun (επιμ.), Philohistôr. Miscellanea in honorem Caroli Laga septuagenarii (Orientalia Lovaniensia Analecta 60), Leuven 1994, 87-101. Για τον Απολλινάριο Λαοδικείας και τον πατέρα του Απολλινάριο τον Πρεσβύτερο βλ. πρόχειρα, Δετοράκης (1995) 245-247. Για τους Δυτικούς, G.B. Conte, «Η λογοτεχνία των αυτοκρατορικών χρόνων», στο: Fr. Graf, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία. ΙΙ: Ρώμη (μετ.-επιμ. Δ.Ζ. Νικήτας), Αθήνα 2001, 310 κ.εξ.· T. Gärtner, “Die Musen im Dienste Christi. Strategien der Rechtfertigung christlicher Dichtung in der lateinischen Spätantike”, Vigiliae Christianae 58 (2004) 424-446, και τα οικεία κεφάλαια των: Moreschini & Norelli (2005) II· M. von Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας ΙΙ (επιμ. Δ.Ζ. Νικήτας), Ηράκλειο 2002· Φ.Σ. Ιωαννίδης, Εκκλησιαστική γραμματολογία. Ι: Συγγραφείς και πατέρες της Δύσης (Β΄-Στ΄αι.), Θεσσαλονίκη 2004· W. Berschin, Ελληνικά γράμματα και λατινικός μεσαίωνας. Από τον Ιερώνυμο ως τον Νικόλαο Κουσανό (μετ. Δ.Ζ. Νικήτας), Θεσσαλονίκη 1998, passim. Γενικότερα για ποιητικό υπόβαθρο της περιόδου, βλ. Al. Cameron, “Poetry and Literary Culture in Late Antiquity”, στο: S. Swain – M. Edwards (επιμ.), Approaching Late Antiquity, Oxford 2004, 327-354. Πρβλ. W. Evenepoel, “The Place of Poetry in Latin Christianity”, στο: Boeft & Hilhorst (1993) 35-60· M. Hose, “Die Entstehung der christlichen Poesie”, στο: R. Kussl (επιμ.), Präsenz der Antike (Dialog Schule – Wissenschaft. Klassische Sprachen und Literaturen 40), Speyer 2006, 75-103· και τις συμβολές των M.J. Roberts, “Poetry and Hymnography (1): Christian Latin Poetry”, και J.A. McGuckin, “Poetry and Hymnography (2): The Greek World”, στο: S. Ashbrook Harvey – D.G. Hunter (επιμ.), The Oxford Handbook of Early Christian Studies, Oxford 2008, 628-640 και 641-656 αντιστοίχως. 371. Βλ. μεταξύ άλλων, Φυτράκης (1967) 159-162· Π. Χρήστου, Γρηγορίου Θεολόγου Έργα Ι [ΕΠΕ 18], Θεσσαλονίκη 1975, 34-35· Demoen (1993) 238-239· Trisoglio (1996) 177· M. Hose, Poesie aus der Schule: Überlegungen zur spätgriechischen Dichtung (Bayerische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse, Sitzungsberichte, Jahrgang 2004, Heft 1), München 2004, 22-25· του ιδίου (2006) 87-88· Simelidis (2009) 24-25· διεξοδικά Prudhomme (2006) 186-227, χωρίς, ωστόσο, οι αξιολογήσεις όλων να ταυτίζονται. Πρβλ. Milovanović-Barham (1997) 504 κ.εξ. 372. Q. Cataudella, “Il prologo degli Αἴτια e Gregorio Nazianzeno”, Rivista di Filologia e di Istruzione Classica n.s. 6 (1928) 509-510. Πρβλ. Demoen (1993) 238 με σημ. 11. 223 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ τὰ ἔμμετρα (ΙΙ.1.39· PG 37.1329-1338), όπου ο Γρηγόριος, προφανώς απαντώντας σε σχετική κριτική, εξηγεί για ποιους λόγους έγραψε ποίηση: 1) για να καταστείλει την πολυγραφία του με τον χαλινό του μέτρου (στ. 34-37): πρῶτον μὲν ἠθέλησα, τοῖς ἄλλοις καμών, οὕτω πεδῆσαι τὴν ἐμὴν ἀμετρίαν· ὡς ἂν γράφων γε, ἀλλὰ μὴ πολλὰ γράφω, καμὼν τὸ μέτριον. 2) για να κάνει πιο ελκυστική τη χριστιανική διδασκαλία προς τους νέους, και μάλιστα όσους αγαπούν τη λογοτεχνία, με έναν ευχάριστο και πειστικό μέσον, όπως είναι αυτό της ποιητικής τέχνης (στ. 37-41): δεύτερον δὲ τοῖς νέοις, καὶ τῶν ὅσοι μάλιστα χαίρουσι λόγοις, ὥσπερ τι τερπνὸν τοῦτο δοῦναι φάρμακον, πειθοῦς ἀγωγὸν εἰς τὰ χρησιμώτερα, τέχνῃ γλυκάζων τὸ πικρὸν τῶν ἐντολῶν. 3) για να εφοδιάσει τους ομοδόξους του με μια λογοτεχνία ανταγωνιστική προς εκείνη των ξένων, δηλαδή των εθνικών και – ίσως– των αιρετικών, μολονότι για τους Χριστιανούς το κάλλος βρίσκεται στην εσωτερική πνευματικότητα πεπικοιλμένους λόγους (στ. 47-51): τρίτον πεπονθὼς οἶδα· πρᾶγμα μὲν τυχὸν μικροπρεπές τι, πλὴν πέπονθ’· οὐδ’ ἐν λόγοις πλέον δίδωμι τοὺς ξένους ἡμῶν ἔχειν· 224 και όχι στους ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ τούτοις λέγω δὴ τοῖς κεχρωσμένοις λόγοις εἰ καὶ τὸ κάλλος ἡμῖν ἐν θεωρίᾳ. 4) για να έχει παρηγοριά στα βάσανα της ασθένειας και των γηρατειών (στ. 54-57): τέταρτον εὗρον τῇ νόσῳ πονούμενος παρηγόρημα τοῦτο, κύκνος ὡς γέρων, λαλεῖν ἐμαυτῷ τὰ πτερῶν συρίγματα, οὐ θρῆνον, ἀλλ’ ὕμνον τιν’ ἐξιτήριον. Από τους τέσσερις λόγους373 που επικαλείται ο Γρηγόριος ο πρώτος και ο τελευταίος είναι προσωπικοί και μπορούν να μας φωτίσουν πλευρές της εσωτερικής του συγκρότησης. Πιο χρήσιμοι όμως για τη διερεύνηση του λογοτεχνικού υπόβαθρου της εποχής του είναι ο δεύτερος και τρίτος, δηλαδή ο διδακτισμός προς τους νέους και ο ανταγωνισμός προς τους ετερόθρησκους ή ετερόδοξους. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να συμπτυχθούν στον εξής ένα: την απουσία μέχρι τότε «ορθόδοξης» χριστιανικής ποιήσεως ως μέσου διδασκαλίας και ως οχήματος διαδόσεως της νέας θρησκείας. Πράγματι, σύμφωνα με τις νυν ισχύουσες γνώσεις μας, τα πιο σημαντικά δείγματα χριστιανικής προσωδιακής ποίησης σε ελληνική γλώσσα μέχρι τότε ήταν: α) ο χριστιανικός ύμνος που σώζεται στον P.Oxy. 1786, χρονολογείται στο δεύτερο μισό του τρίτου αιώνα, είναι γραμμένος σε λόγια γλώσσα και αρχαία 373. Ο McGuckin (2006: 210) αναγνωρίζει στους στ. 58-59 (πρὸς ταῦτα νῦν γινώσκεθ’ ἡμῖν οἱ σοφοί / τῶν ἔνδον) έναν πέμπτο λόγο. Θεωρώ, ωστόσο, pace McGuckin, ότι πρόκειται για άσκηση υπερ-ερμηνείας. 225 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ μέτρα, και συνοδεύεται από μουσική σήμανση,374 β) ο Ύμνος στον Χριστό που παραδίδεται στο τέλος του Παιδαγωγοῦ του Κλήμεντος Αλεξανδρείας, σε αναπαίστους, γ) το Παρθένιον του Μεθοδίου, επισκόπου Ολύμπου, το οποίο περιλαμβάνεται στο πεζό Συμπόσιόν του (χρονολογείται στο δεύτερο μισό του τρίτου αιώνα) σε ιαμβικούς στίχους, δ) η Ὅρασις Δωροθέου, το πρώτο χριστιανικό ποίημα σε εξαμέτρους, που ανακαλύφθηκε στην παπυρική συλλογή του M. Bodmer και μας είναι γνωστό από το 1984,375 και τέλος ε) η υμνογραφική δραστηριότητα του αιρεσιάρχη Αρείου –σώζονται αποσπάσματα από τη Θάλεια376– η οποία όμως δεν θα μπορούσε να αποτελεί επ’ ουδενί πρότυπο για τον Ναζιανζηνό.377 Άρα, όταν ξεκίνησε να γράφει ο Γρηγόριος, ήταν πολύ φτωχό το υπόβαθρο χριστιανικής ποίησης· και μάλιστα εκείνης της ποίησης που δεν προοριζόταν για τη λειτουργική πράξη.378 Τούτο δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Οι Χριστιανοί, παρά τις κατά 374. Βλ. Μητσάκης (1986) 111-112. Για μερικά ακόμη παπυρικά αποσπάσματα (P. Amherst, P. Berol. 8299), ό.π. 112-123. 375. Editio princeps από τους A. Hurst – O. Reverdin – J. Rudhardt, Papyrus Bodmer XXIX, Vision de Dorothéos, Cologny-Genève 1984 (πρβλ. E. Livrea, Gnomon 58 [1986] 687-711). 376. Βλ. Μητσάκης (1986) 160-164. 377. Για τα πρώτα φανερώματα ελληνόφωνης χριστιανικής ποίησης, πρβλ. Keydell (1953) 135· Τρυπάνης (1988) 209· M. Starowieyski, “Le origini della poesia Cristiana”, Annali dell’Istituto Universitario Orientale di Napoli 12 (1990) 239-255· Gilbert (1994) 122 κ.εξ.· J. Hammerstaedt, “Ύστερη αρχαιότητα”, στο: H.-G. Nesselrath, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία. Ι: Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 2001, 311-312· Prudhomme (2006) 4-5· Κ. Παΐδας, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ποίηση. Λόγια κοσμική ποίηση, θρησκευτική ποίηση και υμνογραφία, Αθήνα 2006, 121 κ.εξ.· Simelidis (2009) 29· χρήσιμο εν γένει το συλλογικό έργο Boeft & Hilhorst (1993). 378. Βλ. τη διαπίστωση της Prudhomme (2006) 4: “Un rapide aperçu de la production poétique chrétienne avant Grégoire montre que, s’il n’est pas le premier à écrire de la poésie, Grégoire est bien le premier à composer une œuvre littéraire dont l’usage n’est pas liturgique”. 226 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ καιρούς επιθέσεις τους στα θύραθεν γράμματα (όπως, για παράδειγμα, εκείνη του Τατιανού ή του Τερτυλλιανού),379 δεν ανέτρεψαν το ισχύον πρόγραμμα διδασκαλίας αποφεύγοντας να θεσπίσουν ένα νέο curriculum απολύτως ελεγχόμενο από τη νέα θρησκεία. Οι σπουδαστές εξακολουθούσαν να διδάσκονται τους έλληνες (και λατίνους) κλασικούς συγγραφείς.380 «Η σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση έμεινε όπως ήταν, και ο χριστιανισμός, παίρνοντας τις προφυλάξεις του, προσαρμόστηκε στην κατάσταση αυτή» (Lemerle 1985: 49). Ως προς τούτο είναι απολύτως ενδεικτικό το πρόγραμμα σπουδών του Καισάριου, του αδελφού του Γρηγορίου, όπως καταγράφεται στο επίγραμμα ΠΑ 8.91: Πᾶσαν ὅση σοφίη λεπτῆς φρενὸς ἐν μερόπεσσιν ἀμφὶ γεωμετρίην καὶ θέσιν οὐρανίων καὶ λογικῆς τέχνης τὰ παλαίσματα γραμματικήν τε ἠδ’ ἰητορίην ῥητορικῆς τε μένος Καισάριος πτερόεντι νόῳ μοῦνος καταμάρψας, αἰαῖ, πᾶσιν ὁμῶς νῦν κόνις ἐστ’ ὀλίγη. Περιλαμβάνει πλήρως το trivium (λογική, γραμματική και ρητορική), μια επιλογή από το quadrivium (γεωμετρία, αστρονομία), και την επιστημονική ειδίκευση του Καισάριου, την 379. Βλ. Λόγος πρὸς τοὺς Ἕλληνας και De Idololatria αντιστοίχως. 380. Βλ. Marrou (1961) 433-443· Lemerle (1985) 46 κ.εξ.· Wilson (1991) 37 κ.εξ.· Av. Cameron, Η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (μετ. Ι. Κράλλη), Αθήνα 2000, 238240· Gautier (2002) 165-168· έτσι και η Ε. Γαζή, Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών, Αθήνα 2004, 212 κ.εξ. Πρβλ. Mango (1988) 151 κ.εξ. 227 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ιατρική, δηλαδή μαθήματα κατ’ εξοχήν της ελευθέριας εκπαίδευσης. 381 Τα πράγματα άλλαξαν δραματικά με το διαβόητο εκείνο διάταγμα του Ιουλιανού που απέκλειε τους Χριστιανούς από το καθηγητικό έργο στη δευτεροβάθμια και στην ανώτερη εκπαίδευση με το επιχείρημα ότι δεν θα έπρεπε να διδάσκουν μαθήματα τα οποία αντίκεινται στις πεποιθήσεις τους.382 Στο πλαίσιο της αντίδρασης απέναντι στην αυτοκρατορική απαγόρευση εμφανίζεται η λογοτεχνική παραγωγή των δύο Απολλιναρίων, πατρός και υιού. Το εγχείρημα τους, ιδιαίτερα του νεότερου,383 είχε σκοπό να προμηθεύσει τα χριστιανικά σχολεία με ένα είδος εναλλακτικής λογοτεχνίας, με κείμενα δηλαδή βασισμένα μεν στο σωτηριολογικό πνεύμα της νέας θρησκείας αλλά γραμμένα στα κλασικά πρότυπα (γλώσσα, μέτρο), έτσι ώστε να μην αποκοπεί η νέα γενιά των Χριστιανών από την ελληνική γλωσσική και ρητορική παράδοση. Στο πνεύμα αυτό συντάχθηκαν ευριπίδειες τραγωδίες και μενάνδρειες κωμωδίες με 381. Πρβλ. H.I. Marrou, “Les arts libéraux dans l’antiquité classique”, στο: Arts libéraux et philosophie au moyen âge. Actes du Quatrième Congrès International de Philosophie Médiévale, (27 août – 2 sept. 1967), Paris 1969, 5-27. Βλ. και Ἔπη ΙΙ.2.4. 58-76 με τα σχόλια της Moroni (2006) 112-113. 382. Cod. Theod. ΧΙΙΙ.3.5, από 17 Ιουνίου 362· πρβλ. Ιουλιανού. Ἐπιστ. 61 (Bidez). Βλ. intra alios: G.W. Bowersock, Ο Ελληνισμός στην Ύστερη Αρχαιότητα (μετ. Μ. Γιόση), Αθήνα 2000, 34-35· P. Brown, Ο Κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας (μετ. Ελ. Σταμπόγλη), Αθήνα 1998, 99-100· Av. Cameron (2000) 152-153· Π. Αθανασιάδη, Ιουλιανός: μια βιογραφία, Αθήνα 2001, 38-39· αναλυτικά, Cl. Moreschini, Filosofia e letteratura in Gregorio di Nazianzo, Milano 1997, 185-211. 383. Ο Απολλινάριος ο νεότερος, επίσκοπος Λαοδικείας, θεωρείται ο πνευματικός πατέρας του μονοφυσιτισμού. Βλ. H. Lietzmann, Apollinaris von Laodicea und seine Schule. Texte und Untersuchungen I, Tübingen 1904 (ανατ. 2010). Για την παράφραση των Ψαλμών του Δαβίδ σε γλώσσα ομηρική και δακτυλικούς εξάμετρους που αποδίδεται σ’ αυτόν, Μητσάκης (1986) 165-168. 228 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ θέματα από την Παλαιά Διαθήκη ή παραφράσεις βιβλίων της Καινής Διαθήκης στο πρότυπο των πλατωνικών διαλόγων. Το διάταγμα όμως του Ιουλιανού υπήρξε εξαιρετικά βραχύβιο με αποτέλεσμα όλη αυτή η εργώδης προσπάθεια να αποδειχθεί περιττή και μάταιη: «ὁ μὲν νόμος οὐκ εἰς μακρὰν ἀπέβη τῷ βασιλεῖ (…) τῶν δὲ οἱ πόνοι ἐν ἴσῳ τοῦ μὴ γραφῆναι λογίζονται» (Σωκράτης Σχολ., Ἐκκλ. Ἱστ. 3.16).384 Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον εντοπίζεται και το κίνητρο για τον Γρηγόριο να γράψει χριστιανική ποίηση. Το ότι και ο Ναζιανζηνός αντέδρασε με σφοδρότητα στον εκπαιδευτικό νόμο του Ιουλιανού το γνωρίζουμε καλά από τους δύο Στηλιτευτικούς του (Λόγ. 4 και 5).385 Οι λέξεις Ἕλλην και ἑλληνίζω δεν έχουν κατ’ αυτόν θρησκευτική έννοια, όπως ισχυριζόταν ο Ιουλιανός, ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, –όπως ευφυώς επεσήμανε ο Bowersock (2000: 25-26, 34-35)– είχε χριστιανική ανατροφή. Για τον Γρηγόριο ἑλληνίζω δεν σημαίνει «είμαι εθνικός» αλλά «μιλώ ελληνικά». Ο Ναζιανζηνός διαχωρίζει τον ἑλληνισμὸν από το πολιτισμικοθρησκευτικό του περιβάλλον και θέλει να τον θέσει στην υπηρεσία ενός νέου «χριστιανικού ανθρωπισμού».386 * * * 384. Πρβλ. Μητσάκης (1986) 166. 385. J. Bernardi, Grégoire de Nazianze: Discours 4-5, Contre Julien [SC 309], Paris 1983. Περαιτέρω: S. Elm, “Hellenism and Historiography: Gregory of Nazianzus and Julian in Dialogue”, στο: D.B. Martin – P. Cox Miller (επιμ.), The Cultural Turn in Late Ancient Studies: Gender, Ascetism, and Historiography, Durham – London 2005, 258-277. Για την οξύτητα στη φρασεολογία του Γρηγορίου βλ. D. Schmitz, “Schimpfwörter in den Invektiven des Gregor von Nazianz gegen Kaiser Julian”, Glotta 71 (1993) 189202. 386. Τον όρο “christlicher Humanismus” χρησιμοποιεί ο Wyss (1949) 203. Για την αλλαγή στη σημασία του όρου ἑλληνισμός, βλ. Σ. Βασιλάκη, «Ελληνισμός», στο: Χριστίδης (2001) 839-848, κυρίως 845. Πρβλ. Beck (2000) 36. 229 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑ 8.80. 1-2: Ἑλλὰς ἐμὴ νεότης τε φίλη καὶ ὅσσα πεπάμην καὶ δέμας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως. Οι στίχοι αυτοί δείχνουν καθαρά τα διλήμματα και τα εσωτερικά παλαίσματα του Γρηγορίου.387 Η Ἑλλὰς και ό,τι αυτή συμβολίζει συνδέεται με τη νεότητα και με τη σωματική, τη γήινη υπόσταση του ποιητή που υποχώρησαν προφρονέως στον Χριστό· συνδέεται δηλαδή με κατ’ εξοχήν ευάρεστα και επιθυμητά πράγματα που όμως έπρεπε να υποταχθούν στο πνεύμα του Χριστιανισμού. Το ότι ο Ναζιανζηνός γνώριζε και εκτιμούσε τον ελληνισμό ως πνευματικό μέγεθος δεν χωρεί αμφιβολία και φάνηκε από όσα πραγματευτήκαμε παραπάνω. Η μούσα του Γρηγορίου είναι καλά διαβασμένη.388 Και τούτο κατοπτρίζει τη μεγάλη αντίφαση που βιώνει εντός του στη σχέση του με την κλασική Ελλάδα. Από τη μια διαβάζει και θαυμάζει τους έλληνες πεζογράφους και ποιητές, μιμείται τη γλώσσα τους και τη ρητορική τους, από την άλλη όμως δεν αποδέχεται –δεν μπορεί να αποδεχτεί– το 387. Πρβλ. Ἔπη ΙΙ.1.1. 96-100: μοῦνον ἐμοὶ φίλον ἔσκε λόγων κλέος, οὓς συνάγειραν / ἀντολίη τε δύσις τε καὶ Ἑλλάδος εὖχος Ἀθῆναι. / τοῖς ἔπι πόλλ’ ἐμόγησα πολὺν χρόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς / πρηνέας ἐν δαπέδῳ Χριστοῦ προπάροιθεν ἔθηκα / εἴξαντας μεγάλοιο Θεοῦ λόγῳ (= Ἔπη ΙΙ.2.7. 43-47). 388. Σημειωτέον ότι ο Γρηγόριος δεν εξέθεσε κάπου συστηματικά, όπως ο Βασίλειος (Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων), την ακολουθητέα θέση των χριστιανών έναντι της ελληνικής παιδείας. Οι σχετικές αναφορές στα διάφορα έργα του είναι πολλές και συχνά αντιφατικές· βλ. Demoen (1993) 235 κ.εξ. Πάντως ο Γρηγόριος είναι από τους τρεις Καππαδόκες ο πιο δεκτικός στη θύραθεν μόρφωση, βλ. Puech (1928-1930) III, 338-339· Pelikan (1993) 17-20· Demoen (1993) 235 σημ. 3. Γενικότερα, για τους Καππαδόκες και το ζήτημα της συμβατότητας μεταξύ ελληνικής παιδείας και Χριστιανισμού κατά τον τέταρτο αιώνα, βλ. ενδεικτικά R.C. Gregg, Consolation Philosophy: Greek and Christian Paideia in Basil and Two Gregories, Washington, D.C. 1975· Pelikan (1993) 321· A. Meredith, The Cappadocians, New York 1995, 114-124· Κόλτσιου-Νικήτα (2005) 139-187. 230 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ πολιτισμικό παράδειγμα και την κοσμοαντίληψη που αυτοί εκφράζουν. «Η στάση του απέναντι στην ελληνική παιδεία ήταν στάση ημιαπόρριψης και έντονης ενοχής. Αυτό που κυρίως τον τρόμαξε στο διάταγμα του Ιουλιανού ήταν η δυσοίωνη επιβεβαίωση των όσων είχε αμυδρά διαισθανθεί. Όπως ομολογεί ο ίδιος, όταν κατάλαβε πως όφειλε να διαλέξει ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τα ελληνικά γράμματα βρέθηκε στις αρπάγες ενός οδυνηρού διλήμματος –στρόμβος κατεῖχε τὴν ἐμὴν δεινὸς φρένα (ΙΙ.1.11. 280)– κι από αυτή τη δίνη δεν ξέφυγε ποτέ», σημειώνει η Πολύμνια Αθανασιάδη (2001: 39).389 Η επίμονη μομφή που απευθύνεται στην ποίηση του Γρηγορίου είναι ότι περισσεύει σ’ αυτήν η μίμηση και ο ρητορισμός, με άλλα 389. Για τη στάση του Γρηγορίου έναντι της ελληνικής παιδείας, βλ. H. Pinault, Le platonisme de Saint Grégoire de Nazianze. Essai sur les relations du christianisme et de l’hellénisme dans son œuvre théologique, Paris 1925· Fleury (1930)· J. Lercher, Die Persönlichkeit des heiligen Gregorius von Nazianz und seine Stellung zur klassischen Bildung (aus seinen Briefen), Diss. Innsbruck 1949· Β. Τατάκης, Η συμβολή της Καππαδοκίας στη χριστιανική σκέψη, Αθήνα 1960, 171-175· Ruether (1969) 156175· N. McLynn, “Among the hellenists: Gregory and the sophists”, στο: Børtnes & Hägg (2006) 213-238 (= McLynn [2009] VIII). Γενικότερα για το μείζον θέμα των σχέσεων Χριστιανισμού και Ελληνισμού κατά την περίοδο αυτή, οι οποίες κυμαίνονται ανάμεσα στη ρήξη και την αλληλοδιείσδυση, από τα πολλά: W. Jaeger, Early Christianity and Greek Paideia, Cambridge, Mass. 1961· A. Momigliano (επιμ.), The Conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, Oxford 1963, ιδίως: A.H.M. Jones, “The Social Background of the Struggle between Paganism and Chri-stianity”, 17-37· I. Ševčenco, “A shadow outline of virtue: The classical heritage of Greek Christian literature (second to seventh century)”, στο: K. Weitzmann (επιμ.), The Age of Spirituality: a Symposium, New York 1980, 53-73 (επίσης στο: I. Š., Ideology, Letters and Culture in Byzantine World, London 1982)· E.R. Dodds, Εθνικοί και Χρι-στιανοί σε μια εποχή αγωνίας (μετ. Κ. Αντύπας), Αθήνα 1995, ιδίως 161-211· R. Lane Fox, Pagans and Christians. In the Mediterranean World from the Second Century AD to the Conversion of Constantine, London 1986· Brown (1998) 88-102· Bowersock (2000) 17-42· S. Saïd – M. Trédé – A. Boulluec (2001-2004) ΙΙ, 448-452. 231 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ λόγια ότι απουσιάζει η πρωτοτυπία και ο αυθορμητισμός. Πράγματι, εξετάσαμε αναλυτικά σε προηγούμενα κεφάλαια τις μαρτυρίες πάνω και στα δύο αυτά γνωρίσματα των γρηγοριανών ποιημάτων – των επιγραμμάτων, εν προκειμένω. Η κρίση μας, ωστόσο, δεν θα μπορέσει να είναι επιστημολογικά ορθή, αν δεν αποδεσμευτεί από τα κριτήρια της λογοτεχνικής αισθητικής τα οποία έχουν διαμορφωθεί και παγιωθεί από την Αναγέννηση και μετά. Δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε την ποίηση του Γρηγορίου αν δεν την εντάξουμε στο λογοτεχνικό Zeitgeist· ένα πνεύμα εποχής που έχει τη σφραγίδα της ρητορικής.390 Τις συνέπειες στο λογοτεχνικό γούστο της περιόδου αποδίδει πολύ παραστατικά ο Cyril Mango (1988: 276): 390. Για την κίνηση της Β΄ Σοφιστικής και την κυριαρχία της ρητορικής κατά την ύστερη αρχαιότητα η βιβλιογραφία είναι εξαιρετικά ογκώδης· μια επιλογή: G.W. Bowersock, Greek Sophists in the Roman Empire, Oxford 1969· G. Kennedy, The Art of Rhetoric in the Roman World, 300 B.C. – A.D. 300, New Jersey 1972· Hunger (1987) Ι, 125 κ.εξ. E.L. Bowie, “Greek Sophists and Greek Poetry in the Second Sophistic”, στο: Aufstieg und Niedergang der römischen Welt II.33.1, Berlin 1989, 209258· G. Anderson, The Second Sophistic. A Cultural Phenomenon in the Roman Empire, London-New York 1993· S. Swain, Hellenism and Empire: Language, Classicism, and Power in the Greek World, A.D. 50-250, Oxford-New York 1996· T. Schmitz, Bildung und Macht: Zur sozialen und politischen Funktion der zweiten Sophistik in der griechischen Welt der Kaiserzeit, München 1997· Av. Cameron, “Remaking the Past”, στο: G.W. Bowersock – P. Brown – O. Grabar (επιμ.), Late Antiquity. A Guide to the Postclassical World, Cambridge MA – London 1999, 1-20. Χρήσιμος, τέλος, ο οδηγός του T. Whitmarsh, The Second Sophistic, Oxford 2005 με περαιτέρω βιβλιογραφία, 90-102. – Ειδικά για τον Γρηγόριο, M. Guignet, S. Grégoire de Nazianze et la rhétorique, Paris 1911· Ruether (1969) 55-128· H.-G. Beck, Rede als Kunstwerk: Gregor von Nazianz, München 1977· K. Demoen, “Poétique et rhétorique dans la poésie de Grégoire de Nazianze”, στο: P. Odorico – P. Agapitos – M. Hinterberger (επιμ.), “Doux remède…”. Poésie et poétique à Byzance. Actes du IVe colloque international philologique Ἑρμηνεία (Paris, 23/25-2-2006), Paris 2009, 47-66. Ενδιαφέρουσες μελέτες βρίσκει κανείς στο συλλογικό έργο Børtnes & Hägg (2006): J. Børtnes, “Rhetoric and mental images in Gregory”, 37-57· McLynn (2006). 232 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ «Εμείς εκτιμάμε την πρωτοτυπία, ενώ εκείνοι θαύμαζαν την κοινοτοπία· εμείς δεν έχουμε υπομονή για ρητορείες, ενώ εκείνοι τις αγαπούσαν με πάθος· εμείς εκτιμάμε τη βραχυλογία, ενώ εκείνοι από τη φύση τους είχαν κλίση προς τη μακρηγορία και το βερμπαλισμό». Ασφαλώς η μίμηση και ο ρητορισμός είναι χαρακτηριστικά της γρηγοριανής ποίησης αλλά είναι βεβαίως και χαρακτηριστικά της συνολικής ποιητικής παραγωγής της περιόδου αυτής. «Πανηγυρικὸν γὰρ πρᾶγμα δήπουθέν ἐστι ποίησις ἅπασα καὶ πάντων γε λόγων πανηγυρικώτατον», αποφαίνεται ο Ερμογένης από την Ταρσό (Περὶ ἰδεῶν λόγου 2.10. 231-233 Rabe). Τον Γρηγόριο ως ποιητή δεν θα τον συγκρίνουμε με τους κλασικούς ή ακόμη και με τους ελληνιστικούς ποιητές. Θα τον αντιπαραβάλουμε με τον Κόιντο τον Σμυρναίο, τον Συνέσιο Κυρήνης, τον Νόννο τον Πανοπολίτη, τον Τριφιόδωρο ή τους λίγο μεταγενέστερους Κόλλουθο και Μουσαίο. Εντός της χορείας αυτών των ποιητών ο Γρηγόριος κατέχει διακεκριμένη θέση.391 Ο κρίσιμος όμως ρόλος της ρητορικής στη μεταιχμιακή αυτή εποχή (“age of anxiety”, κατά τον E.R. Dodds) επιβάλλει να σταθούμε λίγο περισσότερο. Η ρητορική δεν ήταν απλώς μια 391. Για τους σύγχρονους με τον Γρηγόριο ποιητές, βλ. αναλυτικά Prudhomme (2006) 15-23. Πολλές γραμματολογίες της ύστερης αρχαιότητας κάνουν συχνά βάναυσους διαχωρισμούς ανάμεσα σε θύραθεν και χριστιανούς ποιητές. Μια καλή εξαίρεση αποτελεί ο Dihle (1989). – Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση επαναξιολόγησης των ποιητών της ύστερης αρχαιότητας. Η επαναξιολόγηση αυτή συνίσταται στην ένταξή τους εντός του πλαισίου της εποχής τους και στην εξέτασή τους χωρίς τις προκαταλήψεις που επεσώρευσαν ο 19ος και ο 20ος κυρίως αιώνας (επ’ αυτού διεξοδικά ο Edwards [2003] 6-49). Περιορίζομαι στην αναφορά μόνο δύο πρόσφατων έργων προς την κατεύθυνση αυτή: του Bär (2009) για τον Κόιντο τον Σμυρναίο και του Simelidis (2009) για τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. 233 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ μόδα, ένας ακαδημαϊκός και λογοτεχνικός συρμός αλλά κατείχε ύψιστο πολιτικό ρόλο. Ο καλός χειρισμός του λόγου, η τέχνη της επιχειρηματολογίας σε αττικίζουσα γλώσσα με τη χρήση υφολογικών σχημάτων και λογοτεχνικών παραδειγμάτων εθεωρείτο απαραίτητο μέσο για την αναρρίχηση στα ανώτερα αξιώματα και την πολιτική ανέλιξη στη διοικητική ιεραρχία. Οι μεγάλοι χριστιανοί λόγιοι του τετάρτου αιώνα, ο Ευσέβιος Καισαρείας, οι τρεις Καππαδόκες, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος «κατέληξαν να πιστεύουν ότι η περαιτέρω εξάπλωση του Χριστιανισμού εξαρτιόταν από την ένταξη ολόκληρης της τυπικής παιδείας, δηλαδή της ρητορικά διαποτισμένης ειδωλολατρικής παιδείας, στη χριστιανική φιλολογία» (Hunger 1987, Ι: 129).392 Έτσι ερμηνεύεται η οργίλη αντίδραση έναντι του εκπαιδευτικού διατάγματος του Ιουλιανού το οποίο θεωρούσαν ότι αποκόπτει τους χριστιανούς από τον δημόσιο βίο και το κρατικό σύστημα της αυτοκρατορίας.393 Εδώ επίσης βρίσκουμε απάντηση στο γιατί οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς εγκατέλειψαν την ελληνιστική Κοινή της Καινής Διαθήκης και προσχώρησαν στον αττικισμό.394 Φαντάζει φαινομενικά παράδοξο ότι οι χριστιανοί διανοούμενοι 392. Για τη σημασία της διαχείρισης του κλασικού παρελθόντος κατά την περίοδο αυτή, βλ. τα γραφόμενα της Av. Cameron (1999) 2: “The past was so real that it was the subject of intense competition. For Eusebius of Caesarea (d. 339), the apologist of Constantine the Great, and for other Christian writers, it had above all to be wrested from the grip of pagans”. 393. Τη σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική ισχύ της ρητορικής και στον εξελληνισμό του ανώτερου κλήρου που συνέβαλε στον εκχριστιανισμό της αυτοκρατορίας ανέδειξε κυρίως ο P. Brown, Power and Persuasion in Late Antiquity. Towards a Christian Empire, Madison-London 1992. Πρβλ. Swain (1996) ιδίως 39-66· Schmitz (1997). 394. Για το κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο του αττικισμού, βλ. E.L. Bowie, “Greeks and their past in the Second Sophistic”, στο: M.I. Finlay (επιμ.), Studies in Ancient Society, London 1974, 166-209 (ελάχιστα αναθεωρημένο από το: Past and Present 46 [1970] 3-41). 234 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ χρησιμοποίησαν το κατ’ εξοχήν όργανο της θύραθεν λογιοσύνης, δηλαδή τη ρητορική, ως κύριο εκφραστικό τους μέσο. Και τούτο είναι φανερό στα προϊόντα του συγγραφικού τους έργου, κατ’ εξοχήν πεζογραφικού: θεολογικές πραγματείες, ομιλίες, επιστολές. Ο μόνος που έγραψε ποίηση ήταν ο Γρηγόριος! Ο Ναζιανζηνός γράφει λοιπόν χριστιανική ποίηση σε ελληνική γλώσσα και προσωδιακά μέτρα αλλά όχι στο πνεύμα των μεταβολών του Απολλιναρίου τον οποίο θέλει να υπερβεί. 395 Συνθέτει ποικιλία ποιητικών ειδών, τα οποία διαρρηγνύουν κατά το μάλλον ή ήττον την προϋπάρχουσα ελληνική παράδοση: ποιητική αυτοβιογραφία και έμμετρες επιστολές (χωρίς προηγούμενο στην ελληνική λογοτεχνία), αλλά και ποιήματα δογματικά, παραινετικά, εξαμετρικούς λιβέλους και ηθικολογικές διατριβές. Εκεί που ο Γρηγόριος ακολουθεί ειδολογικώς την παράδοση είναι στην επιγραμματική (και γνωμολογική) του ποίηση.396 Το επίγραμμα ως ποιητικό είδος είναι γνωστό για τη μακρά του παράδοση. Λέγεται συχνά, και είναι σωστό, ότι αποτελεί το μοναδικό είδος της αρχαιότητας στο οποίο η μετακλασική εποχή – κυρίως η ελληνιστική– έδωσε περισσότερα απ’ ότι η κλασική περίοδος. Παρ’ όλα αυτά μετά τον Στέφανο του Φιλίππου, κατά τον δεύτερο και τρίτο αιώνα, υφίσταται κάμψη και υποεκπροσωπείται. Η επιλογή του Ναζιανζηνού να δεξιωθεί το δοκιμασμένο αυτό ποιητικό είδος –μέχρι τότε κοσμικό– και να το 395. Για τον ρόλο που μπορεί να έπαιξε ο Απολλινάριος στην ώθηση του Ναζιανζηνού να γράψει ποίηση, βλ. Ἐπιστ. 101. 73. Περαιτέρω, Φυτράκης (1967) 165-166· Κόλτσιου-Νικήτα (2005) 143 με σημ. 10· αναλυτικά, Simelidis (2009) 26-29. 396. Βλ. αναλυτικά, Keydell (1953). Για τη γνωμολογική παράδοση στην ποίηση του Γρηγορίου, βλ. S. Azzarà, “Fonti e rielaborazione poetica nei carmina moralia di Gregorio di Nazianzo”, στο: M.S. Funghi, Aspetti di letteratura gnomica nei mondo antico Ι, Firenze 2003, 53-69. 235 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ενοφθαλμίσει με το πνεύμα της νέας θρησκείας, αποτελεί ασφαλώς μια λογοτεχνική καινοτομία. Ο Γρηγόριος γίνεται ο εισηγητής του χριστιανικού επιτυμβίου επιγράμματος. Το γιατί απ’ όλα τα είδη επιγραμμάτων προτιμά τον τύπο των επιτυμβίων, δεν προκαλεί έκπληξη. Τόσο η εσωστρεφής φύση του όσο και η εσχατολογία του Χριστιανισμού οδηγούν τον ποιητή στο κατ’εξοχήν περί θανάτου διατρίβον επιγραμματικό είδος. Η εμμονή του, ωστόσο, στο ρητορικό ύφος και στην επιτηδευμένη ποιητική έκφραση κάνουν πολλά από τα επιγράμματά του να μοιάζουν περισσότερο με επιδεικτικά γυμνάσματα. Η ισχυρότατη και παγιωμένη παράδοση του επιγράμματος έλκει τον Ναζιανζηνό ακόμη περισσότερο προς το ελληνικό λογοτεχνικό παρελθόν, τόσο σε επίπεδο γλώσσας όσο και σε επίπεδο παραδειγμάτων, μοτίβων και ιδεών. Μπορούμε να ισχυριστούμε το εξής: Δεδομένου του ότι οι δύο μεγάλες πηγές έμπνευσης του ποιητή Γρηγορίου είναι αφ’ ενός μεν η προγενέστερη ελληνική –θύραθεν– λογοτεχνία και αφ’ ετέρου η Βίβλος, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ειδικά στα επιγράμματά του η κλασικίζουσα δοσολογία είναι διακριτώς μεγαλύτερη απ’ ό,τι στο υπόλοιπο ποιητικό του έργο.397 Ο Ναζιανζηνός κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του ελληνικού επιγράμματος καθώς είναι ο πρώτος χριστιανός ποιητής που χρησιμοποιεί το είδος αυτό και παραμένει ουσιαστικά ο μόνος ως τον έβδομο αιώνα, οπότε ο Γεώργιος Πισίδης σηματοδοτεί μια νέα αρχή για το βυζαντινό «ιερό» επίγραμμα ως 397. Για παράδειγμα, η παρατήρηση του Jungck (1974: 27) για το μεγάλο αυτογραφικό ποίημα ΙΙ.1.11, “Neben dieses klassische Erbe tritt eine ausgedehnte Benützung der Bibel, und zwar nicht nur im Gedanklichen, sondern auch im Sprachlichen“, δεν θα μπορούσε, όπως φάνηκε στην αναλυτική πραγμάτευσή μας, να βρει εφαρμογή στα επιγράμματα. 236 ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ προς το μέτρο, το περιεχόμενο και τη λειτουργία του.398 Οι ενδιάμεσοι χρονολογικά, γνωστοί επιγραμματοποιοί της εποχής του Ιουστινιανού, κυρίως ο Αγαθίας ο Σχολαστικός και ο Παύλος ο Σιλεντιάριος, καίτοι χριστιανοί, ξαναγύρισαν στη θύραθεν επιγραμματοποιία μιμούμενοι τα μοτίβα της ελληνιστικής και αυτοκρατορικής περιόδου.399 Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ως προς την επιγραμματική του ποίηση –ιδιαίτερα σε αυτήν!– παρουσιάζεται ως μία κατ’ εξοχήν μεταβατική μορφή της λογοτεχνίας –ἐν μέρει χριστιανός, ἐν μέρει ἑλληνίζων– ανάμεσα στον εκπνέοντα αρχαίο κόσμο και τον αναδυόμενο χριστιανικό μεσαίωνα. 398. Βλ. Κομίνης (1966) 107 κ.εξ.· Lauxtermann (2003) 131-132. 399. Από τον Αγαθία σώζονται μόλις τρία χριστιανικά επιγράμματα: ΠΑ 1. 34, 35, 36. – Για τους επιγραμματοποιούς της ιουστινιάνειας περιόδου, βλ. Keydell, RAC 5 (1962) 548-553· Av. & Al. Cameron (1966)· B. Baldwin, “The Early Byzantine Epigram: Inspiration and Achievement”, στο: B.B., Roman and Byzantine Papers, Amsterdam 1989, 579-587, κυρίως 583 κ.εξ.· πρβλ. G. Viansino, Agazia Scolastico, Epigrammi, Milan 1967 και Paolo Silenziario, Epigrammi, Torino 1963. 237 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Οι εκδόσεις που περιλαμβάνονται στα τμήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ παρατίθενται στο κείμενο μόνο συντομογραφημένες. Τα βιβλία και άρθρα της δευτερεύουσας βιβλιογραφίας (τμήμα ΙV) εμφανίζονται συνήθως την πρώτη φορά με πλήρη αναφορά και κατόπιν μόνο με τη δήλωση συγγραφέα και χρονολογίας. Όσων περιοδικών οι τίτλοι παρατίθενται συντετμημένοι εντός του κειμένου, αναγράφονται πλήρεις στη βιβλιογραφία. Ι. Εκδόσεις και μεταφράσεις Beckby H. Beckby, Anthologia Graeca I-IV (2. verbesserte Auflage), München 1965-1967. ΒΕΠΕΣ Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων. Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1955 – Cougny E. Cougny, Epigrammatum Anthologia Palatina, vol. III (Appendix της εκδόσεως Dübner), Paris 1890. Dübner Fr. Dübner, Epigrammatum anthologia Palatina cum Planudeis et appendice nova epigrammatum veterum ex libris et marmoribus ductorum I-II, Paris 1864-1872. ΕΠΕ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1972 – EpGF M. Davies, Epicorum Graecorum Fragmenta, Göttingen 1988. Gow–Page, GPh A.S.F. Gow – D.L. Page, The Greek Anthology. The Garland of Philip and some Contemporary Epigrams I-II, Cambridge 1968. Gow–Page, HE A.S.F. Gow – D.L. Page, The Greek Anthology. Hellenistic 238 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Epigrams I-II, Cambridge 1965. Hansen CEG P.A. Hansen, Carmina Epigraphica Graeca. I: Saeculorum VIII-V a.Chr.n. – II: Saeculi IV a.Chr.n., Berlin – New York 1983-1989 (vol. I: 1-465, vol. II: 466-901). Jacobs Fr. Jacobs, Anthologia Graeca ad fidem codicis olim Palatini, nunc Parisini ex apographo Gothano edita Ι-ΙΙΙ, Leipzig 1813-1817. Kaibel G. Kaibel, Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin 1878 (ανατ. Hildesheim 1965). Paton W.R. Paton, The Greek Anthology I-V, London 1916-1918. Peek GG W. Peek, Griechische Grabgedichte, Berlin – Darmstadt 1960. Peek GV W. Peek, Griechische Vers-Inschriften. I: Grabepigramme, Berlin 1955. Pfeiffer R. Pfeiffer, Callimachus, v. I: Fragmenta, Oxford 1949, v. II: Hymni et Epigrammata, Oxford 1951. PG J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus, Series Graeca, PL J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus, Series Latina, Paris 1857-1866. Paris 1844-1864. SC Sources Chrétiennes, Éditions du Cerf, Paris 1943 – Stadtmüller H. Stadtmüller, Anthologia Graeca epigrammatum Palatina cum Planudea Ι-III, Leipzig 1894-1906. Waltz P. Waltz, Anthologie Grecque. Deuxième edition, Paris 1960– ΙΙ. Λεξικά και βασικά βοηθήματα DNP H. Cancik – H. Schneider – M. Landfester (επιμ.) Der Neue Pauly. Enzyklopädie der Antike, Stuttgart 1996-2002. ΘΗΕ Ἀθ. Μαρτίνος (επιμ.), Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, Ἀθῆναι 1962-1968. 239 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Lampe PGL G.W.H. Lampe, A Patristic Greek Lexicon, Oxford 1968. LSJ H.G. Lidell – R. Scott – H.S. Jones, A Greek–English Lexicon, Oxford 19409· αναθεωρημένο συμπλήρωμα υπό P.G.W. Glare, Oxford 1996. LS-ΜΚ H.G. Lidell – R. Scott, Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης Ι-IV (μετ. Ξ.Π. Μόσχος – προσθ. Μ. Κωνσταντινίδης), Ἀθῆναι 1904 (ανατ. και V: Συμπλήρωμα, Ἀθῆναι 1977). LThK W. Kasper et al. (επιμ.), Lexikon für Theologie und Kirche Πανταζίδης Ι. Πανταζίδης, Λεξικὸν Ὁμηρικόν, Ἀθῆναι 1888. RAC Reallexikon für Antike und Christentum, Stuttgart 1950 – RE A.F. Pauly – G. Wissowa – W. Kroll et al. (επιμ.), (3. Auflage), Freiburg 1993-2001. Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart 1893-1980. Roscher, Lexicon W.H. Roscher, Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie I-VI, Leipzig 1884-1937. TLG Thesaurus Linguae Graecae, University of California, Irvine, 1972 – III. Κριτικές εκδόσεις και υπομνήματα των ποιημάτων του Γρηγορίου πλην των επιγραμμάτων Bacci, L. (1996). Gregorio Nazianzeno: Ad Olimpiade (Carm. II.2.6). Introduzione, testo critico, traduzione, commento e appendici (Poeti Cristiani 2), Pisa. Bénin, R.-M. (1988). Une autobiographie romantique au IVe siècle: Le poème II.1.1. de Grégoire de Nazianze. Introduction, texte critique, traduction et commentaire, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Université Paul Valery – Montpellier III). Beuckmann, U. (1988). Gregor von Nazianz: Gegen die Habsucht (carmen 1, 2, 28). Einleitung und Kommentar (Studien zur Geschichte und Kultur des 240 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Altertums, NF Reihe 2. Forschungen zu Gregor von Nazianz, Band 6), Paderborn. Crimi, C. – Kertsch, M. (1995). Gregorio Nazianzeno: Sulla virtù: carme giambico [I, 2, 10]. Introduzione, testo critico e traduzione di C.C. Commento di M.K. Appendici a cura di C.C. e J. Guirau (Poeti Cristiani 1), Pisa. Cummings, J.Th. (1966). A Critical Edition of the Carmen De Vita Sua of St. Gregory Nazianzen, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Princeton University). Domiter, K. (1999). Gregor von Nazianz: De humana natura (c. 1, 2, 14). Text, Übersetzung, Kommentar (Patrologia. Beiträge zum Studium der Kirchenväter 6), Frankfurt/M. Jungck, C. (1974). Gregor von Nazianz: De vita sua. Einleitung, Text, Übersetzung, Kommentar, Heidelberg. Knecht, A. (1972). Gregor von Nazianz: Gegen die Putzsucht der Frauen. Verbesserter griechischer Text mit Übersetzung, motivgeschtlichem Überblick und Kommentar (Wissenschaftliche Kommentare zu griechischen und lateinischen Schriftstellern), Heidelberg. Meier, B. (1989). Gregor von Nazianz: Über die Bischöfe (Carmen 2, 1, 12). Einleitung, Text, Übersetzung, Kommentar (Studien zur Geschichte und Kultur des Altertums, NF Reihe 2. Forschungen zu Gregor von Nazianz, Band 7), Paderborn. Moreschini, C. – Sykes, D.A. (1997). St Gregory of Nazianzus: Poemata Arcana. Edited with a textual introduction by C.M. (translated by L.A. HolfordStrevens). Introduction, translation and commentary by D.A.S. (Oxford Theological Monographs), Oxford. Moroni, M.G. (2006). Gregorio Nazianzeno: Nicobulo jr. al padre [carm. II. 2, 4], Nicobulo sen. al figlio [carm. II. 2, 5]. Una discussione in famiglia. Introduzione, testo critico, traduzione, commento e appendici (Poeti Cristiani 6), Pisa. Oberhaus, M. (1991). Gregor von Nazianz: Gegen den Zorn (Carmen 1, 2, 25). Einleitung und Kommentar. Mit Beiträgen von M. Sicherl (Studien zur Geschichte und Kultur des Altertums, NF Reihe 2. Forschungen zu Gregor von Nazianz, Band 8), Paderborn. 241 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Palla, R. – Kertsch, M. (1985). Gregor von Nazianz: Carmina de virtute, Ia-Ib. Ediert von R.P. Übersetzt und kommentier von M.K., (Gräzer Theologische Studien), Graz. Schwab, A. (2009). Gregor von Nazianz. Über Vorsehung, Περὶ Προνοίας. Herausgegeben, übersetzt und kommentiert von A.S. (Classica Monacensia 35), Tübingen. Simelidis, C. (2009). Selected poems of Gregory of Nazianzus: I.2.17; II.1.10, 19, 32: A Critical Edition with Introduction and Commentary (Hypomnemata 177), Göttingen. Sundermann, K. (1991). Gregor von Nazianz: Der Rangstreit zwischen Ehe und Jungfräulichkeit (Carmen 1, 2, 1, 215-732). Einleitung und Kommentar. Mit Beiträgen von M. Sicherl (Studien zur Geschichte und Kultur des Altertums, NF Reihe 2. Forschungen zu Gregor von Nazianz, Band 9), Paderborn. Tuilier, A. – Bady, G. – Bernardi, J. (2004). Saint Grégoire de Nazianze : Œuvres poétiques I. Tome I, partie 1: Poèmes personnels II.1, 1-11. Texte établi par A.T. et G.B., traduit et annoté par J.B. (Collection des Universités de France, Les Belles Lettres), Paris. Werhahn, H.M. (1953). Gregorii Nazianzeni: Σύγκρισις βίων. Carmen edidit, apparatu critico munivit, quaestiones peculiares adiecit H.M.W. (Klassischphilologische Studien 15), Wiesbaden. Zehles, F.E. – Zamora, M.J. (1996). Gregor von Nazianz: Mahnungen an die Jungfrauen (Carmen 1, 2, 2): Kommentar. Mit Einleitung und Beiträgen von M. Sicherl (Studien zur Geschichte und Kultur des Altertums, NF Reihe 2. Forschungen zu Gregor von Nazianz, Band 13), Paderborn. ΙV. Λοιπή βιβλιογραφία Abrams Rebillard, S. (2003). Speaking for salvation: Gregory of Nazianzus as poet and priest in his autobiographical poems, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Brown University). Αθανασιάδη, Π. (2001). Ιουλιανός: μια βιογραφία, Αθήνα. 242 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Anderson, R.D., Jr. (2000). Glossary of Greek Rhetorical Terms Connected to Methods of Argumentation, Figures and Tropes from Anaximenes to Quintilian, Leuven. Argentieri, L. (2007). “Meleager and Philip as Epigram Collectors”, στο: Bing & Bruss (2007) 147-164. Ashbrook Harvey, S. – Hunter, D.G. (επιμ.) (2008). The Oxford Handbook of Early Christian Studies, Oxford. Aubreton, R. (1968). “La tradition manuscrite des épigrammes de l’Anthologie grecque”, Revue des Études Anciennes 70: 32-81. Bandy (Μπέντης), A.C. (1970). The Greek Christian Inscriptions of Crete, Athens. Bär, S. (2009). Quintus Smyrnaeus “Posthomerica” 1: Die Wiedergeburt des Epos aus dem Geiste der Amazonomachie. Mit einem Kommentar zu den Versen 1219 (Hypomnemata 189), Göttingen. Beck, H.-G. (1959). Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München. ––– (20003). Η βυζαντινή χιλιετία (μετ. Δ. Κούρτοβικ), Αθήνα. Beeley, C. A. (2008). Gregory of Nazianzus on the Trinity and the Knowledge of God: In Your Light We Shall See Light (Oxford Studies in Historical Theology), Oxford. Bees (Βέης), Ν.Α. (1941). Die griechisch-christlichen Inschriften des Peloponnes. I: Isthmos – Korinthos, Athens. Bernardi, J. (1995). S. Grégoire de Nazianze: Le théologien et son temps, Paris. Βερτουδάκης, Β.Π. (2000). Epigrammata Cretica. Λογοτεχνικοί τόποι και μύθοι της Κρήτης στο αρχαίο ελληνικό επίγραμμα, Ηράκλειο. Bettenworth, A. (2007). “The Mutual Influence of Inscribed and Literary Epigram”, στο: Bing & Bruss (2007) 69-93. Bing, P. – Bruss, J.S. (επιμ.) (2007). Brill’s Companion to Hellenistic Epigram down to Philip, Leiden-Boston. Boeft, J. de – Hilhorst, A. (επιμ.) (1993). Early Christian Poetry: A Collection of Essays (Supplements to Vigiliae Christianae 22), Leiden – New York – Köln. 243 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Børtnes, J. (2000). “Eros Transformed: Same-Sex Love and Divine Desire. Reflections on the Erotic Vocabulary in St. Gregory of Nazianzus’s Speech on St. Basil the Great”, στο: Hägg & Rousseau (2000) 180-193. Børtnes, J. – Hägg, T. (επιμ.) (2006). Gregory of Nazianzus: Images and Reflections, Copenhagen. Βουρβέρης, Κ.Ι. (1967). Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἀρχαιογνωσίαν καὶ τὴν Κλασσικὴν Φιλολογίαν, Ἀθῆναι. Bowersock, G.W. (2000). Ο Ελληνισμός στην Ύστερη Αρχαιότητα (μετ. Μ. Γιόση), Αθήνα. Brown, P. (1992). Power and Persuasion in Late Antiquity. Towards a Christian Empire, Madison-London. ––– (1998). Ο Κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας (μετ. Ελ. Σταμπόγλη), Αθήνα. Bruss, J.S. (2010). “Epigram”, στο: Clauss & Cuypers (2010) 117-135. Γεωργαντζόγλου, Ν. (2005). «Το Priamel στην αρχαϊκή λυρική ποίηση. Υφολογικές – ερμηνευτικές παρατηρήσεις», Ελληνικά 55: 219-238. Γιόση, Μ.Ι. – Κιούση, Δ. – Τάτση, Α. (2004). Θέλξις. Δεκαπέντε μελετήματα για τη Σαπφώ, Αθήνα. Caduti, F. (2003). “Gli epitaffi su se stesso di San Gregorio Nazianzeno: teologia e poesia della morte”, Vivens Homo 14/1: 43-72. Cameron, Alan (1993). The Greek Anthology from Meleager to Planudes, Oxford. ––– (1995). Callimachus and his critics, New Jersey. ––– (2004). “Poetry and Literary Culture in Late Antiquity”, στο: S. Swain – M. Edwards (επιμ.), Approaching Late Antiquity, Oxford, 327-354. Cameron, Averil (1999). “Remaking the Past”, στο: G.W. Bowersock – P. Brown – O. Grabar (επιμ.), Late Antiquity. A Guide to the Postclassical World, Cambridge, Mass. - London, 1-20. ––– (2000). Η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (μετ. Ι. Κράλλη), Αθήνα. Cameron, Av. & Al. (1966). “The Cycle of Agathias”, Journal of Hellenic Studies 86: 6-25. Casson, L. (2006). Οι βιβλιοθήκες Φιλιπποπούλου), Αθήνα. 244 στον αρχαίο κόσμο (μετ. Α. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Cataudella, Q. (1928). “Il prologo degli Αἴτια e Gregorio Nazianzeno”, Rivista di Filologia e di Istruzione Classica 56: 509-510. ––– (1982). “Influssi di poesia classica anche Latina negli epigrammi cristiani greci”, στο: Studi in onore di Aristide Colonna, Perugia, 79-92. Chantraine, P. (19633). Grammaire homérique, I: Phonétique et morphologie, Paris [= 1942]. ––– (1990). Ιστορική μορφολογία της ελληνικής γλώσσας (μετ. Ν.Κ. Αγκαβανάκης), Αθήνα. Clauss, J.J. – Cuypers, M. (2010). A Companion to Hellenistic Literature, Chichester – Malden, Mass. Conca, F. (2000). “Gli epigrammi di Gregorio Nazianzeno”, Koinônia 24: 4766. Consolino, F.E. (1987). “Σοφίης ἀμφοτέρης πρύτανιν: Gli epigrammi funerari di Gregorio Nazianzeno (AP VIII)”, Athenaeum n.s. 65: 407-425. Corsano, M. (1991). “Tymborychía e «leggi» in alcuni epigrammi di Gregorio Nazianzeno”, Vetera Christianorum 28: 169-180. ––– (2001-2002). “Autobiografia e tecnica poetica: gli epitaffi di Gregorio Nazianzeno al padre (Anth. Pal. 8, 12-23)”, Rudiae 13-14: 43-55. Criscuolo, U. (2007). “Sugli epigrammi di Gregorio di Nazianzo”, στο: Lozza & Martinelli Tempesta (2007) 19-52. Curtius, E.R. (199311). Europäische Literatur und lateinisches Mittelalter, Tübingen-Basel. Cusset, Chr. (1999). La muse dans la bibliothèque: réécriture et intertextualité dans la poésie alexandrine, Paris. Daley, Β.Ε. (2006). Gregory of Nazianzus, London – New York. Degani, E. (1993). “L’epigramma”, στο: G. Cambiano – L. Canfora – D. Lanza (επιμ.), Lo spazio letterario della Grecia antica I.2, Roma, 197-233. de Lima Henry, R. (1943). The Late Greek Optative and its Use in the Writing of Gregory Nazianzen, Washington, D.C. Demoen, K. (1993). “The Attitude towards Greek Poetry in the Verse of Gregory Nazianzen”, στο: Boeft & Hilhorst (1993) 235-252. ––– (1996). Pagan and biblical exempla in Gregory Nazianzen: a study in rhetoric and hermeneutics (Corpus Christianorum. Lingua Patrum II), Turnhout. 245 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ––– (2009). “Poétique et rhétorique dans la poésie de Grégoire de Nazianze”, στο: P. Odorico – P. Agapitos – M. Hinterberger (επιμ.), “Doux remède…”. Poésie et poétique à Byzance. Actes du IVe colloque international philologique Ἑρμηνεία (Paris, 23/25-2-2006), Paris, 47-66. De Stefani, Cl. – Magnelli, E. (2011). “Callimachus and Later Greek Poetry”, στο: Β. Acosta-Hughes – L. Lehnus – S. Stephens, Brill’s Companion to Callimachus, Leiden – Boston, 534-565. Δετοράκης, Θ. (1995). Βυζαντινή Φιλολογία. Τα πρόσωπα και τα κείμενα. Ι: Προβυζαντινοί και πρωτοβυζαντινοί χρόνοι (περ. 150-527 μ.Χ.), Ηράκλειο. Dihle, A. (1989). Die griechische und lateinische Literatur der Kaiserzeit von Augustus bis Justinian, München. Dodds, E.R. (1995). Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας (μετ. Κ. Αντύπας), Αθήνα. Δυοβουνιώτης, Κ.Ι. (1931). Ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς ὡς φοιτηταὶ τοῦ ἀρχαίου Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἐν Ἀθήναις. Edwards, P.C. (2003). Ἐπισταμένοις ἀγορεύσω: On the Christian Alexandrinism of Gregory of Nazianzus, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Brown University). Evenepoel, W. (1993). “The Place of Poetry in Latin Christianity”, στο: Boeft & Hilhorst (1993) 35-60. ––– (1994). “The Early Christian Poets Gregory Nazianzen and Prudentius”, στο: A. Schoors – P. Van Deun (επιμ.), Philohistôr. Miscellanea in honorem Caroli Laga septuagenarii (Orientalia Lovaniensia Analecta 60), Leuven, 87-101. Fantuzzi, Μ. – Hunter, R. (2005). Ο Ελικώνας και το Μουσείο. Η ελληνιστική ποίηση από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου έως την εποχή του Αυγούστου (μετ. Δ. Κουκουζίκα, Μ. Νούσια – επιμ. Θ. Παπαγγελής, Α. Ρεγκάκος), Αθήνα. Faraone, C.A. (1986). “Callimachus Epigram 29, 5-6 (Gow-Page)”, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 63: 53-56. Faulkner, A. (2010). “St Gregory of Nazianzus and the Classical Tradition. The Poemata Arcana qua Hymns”, Philologus 154: 78-87. 246 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Fleury, E. (1930). Hellénisme et Christianisme, Sainte Grégoire de Nazianze et son temps, Paris. Gallay, P. (1943). La vie de Saint Grégoire de Nazianze, Lyon-Paris. Galli Calderini, I.G. (1987). “L’epigramma greco tardoantico: tradizione e innovazione”, Vichiana 16: 103-134. Gautier, F. (2001). “Le carême de silence de Grégoire de Nazianze: une conversion à la littérature?”, Revue des Études Augustiniennes 47: 97-143. ––– (2002). La retraite et le sacerdoce chez Grégoire de Nazianze, Turnhout. Giangrande, G. (1968). “Das Dichten des Kallimachos im mittleren und hohen Alter“, Hermes 96: 710-725 (= A.D. Skiadas [επιμ.], Kallimachos, Wege der Forschung 296, Darmstadt 1975, 319-340). ––– (1975). “Callimachus, Poetry, Love and Irony”, Quaderni Urbinati di Cultura Classica 19: 111-124 (= Scripta Minora Alexandrina III, Amsterdam 1984, 11-25). Gilbert, P.L. (1994). Person and Nature in the Theological Poems of St. Gregory of Nazianzus, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Catholic University of America, Washington D.C.). Gow, A.S.F. (19522). Theocritus: Edited with a Translation and Commentary I-II, Cambridge. Griessmair, E. (1966). Das Motiv der Mors immatura in den griechischen metrischen Grabinschriften (Commentationes Aenipontanae 27), Innsbruck. Gutzwiller, K.J. (1998). Poetic Garlands. Hellenistic Epigrams in Context, Berkeley – Los Angeles – London. ––– (2007). A Guide to Hellenistic Literature (Blackwell Guides to Classical Literature), Malden, Mass. Hägg, T. – Rousseau, Ph. (επιμ.) (2000). Greek Biography and Panegyric in Late Antiquity, Berkeley – Los Angeles – London. Hauser-Meury, M.-M. (1960). Prosopographie zu den Schriften Gregors von Nazianz, Bonn. Hollis, A.S. (1998). “Callimachus, Epigram 9 G.-P. = 44 Pf. = Ath. Pal. 12,139”, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 123: 73-74. 247 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ––– (2002). “Callimachus: Light from Later Antiquity”, στο: Montanari & Lehnus (2002) 35-54. ––– (2009). Callimachus: Hecale. Second Edition with Introduction, Text, Translation, and Enlarged Commentary, Oxford. Hopkinson, Ν. (1988). A Hellenistic Anthology, Cambridge. Hopkinson, Ν. (1994). Greek Poetry of the Imperial Period. An Anthology, Cambridge. Höschele, R. (2006). Verrückt nach Frauen. Der Epigrammatiker Rufin (Classica Monacensia 31), Tübingen. ––– (2010). Die blütenlesende Muse: Poetik und Textualität antiker Epigrammsammlungen (Classica Monacensia 37), Tübingen. Hose, M. (2004). Poesie aus der Schule: Überlegungen zur spätgriechischen Dichtung (Bayerische Akademie der Wissenschaften, PhilosophischHistorische Klasse, Sitzungsberichte, Jahrgang 2004, Heft 1), München. ––– (2006). “Die Entstehung der christlichen Poesie”, στο: R. Kussl (επιμ.), Präsenz der Antike (Dialog Schule – Wissenschaft. Klassische Sprachen und Literaturen 40), Speyer, 75-103. Hunger, H. (1992). Βυζαντινή λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών Ι-ΙΙΙ (μετ. Τ. Κόλιας, Κ. Συνέλλη, Γ.Χ. Μακρής, Ι. Βάσσης), Αθήνα. Hutchinson, G.O. (2007). Ελληνιστική Ποίηση (μετ. Λ. Χατζηκώστα), Αθήνα. James, A.W. (1970 α). Studies in the Language of Oppian of Cilicia: An Analysis of the New Formations in the Halieutica, Amsterdam. ––– (1970 β). Index in Halieutica Oppiani Cilicis et Cynegetica poetae Apameensis, Hildesheim – New York. Jordan, D.R. (1985). “A Survey of Greek Defixiones Not Included in the Special Corpora”, Greek, Roman, and Byzantine Studies 26: 151-197. Κακριδής, Φ.Ι. (1962). Κόιντος Σμυρναίος. Γενική μελέτη των «Μέθ’ Ὅμηρον» και του ποιητή τους, Αθήνα. Kambylis, A. (1982). “Gregor von Nazianz und Kallimachos”, Hermes 110: 120-122. Καραμανώλης, Γ. (2004). Φιλόδημος: Τα επιγράμματα, Θεσσαλονίκη. 248 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Keydell, R. (1953). “Die literarhistorische Stellung der Gedichte Gregors von Nazianz”, στο: Atti dello VIII Congresso internazionale di studi bizantini, Palermo 3-10 Aprile 1951 (Studi bizantini e neoellenici 7), I, Roma (ανατ. Nendeln/Liechtenstein 1978), 134-143 [= R.K., Kleine Schriften zur hellenistischen und spätgriechischen Dichtung (1911-1976), zusammengestellt von W. Peek, Leipzig 1982, 291-300]. Keydell, R. (1962). “Epigramm”, RAC 5: 539-577. Kidd, D. (1997). Aratus Phaenomena. Edited with Introduction, Translation and Commentary, Cambridge. Κόλτσιου-Νικήτα, Α. (2005). «Φιλολόγως ζητοῦντες». Γλωσσικές απόψεις και όψεις στα κείμενα των Καππαδοκών Πατέρων, Θεσσαλονίκη. ––– (2009). «Η γλώσσα της χριστιανικής γραμματείας», στο: Ι.Σ. Πέτρου, Ιστορία της Ορθοδοξίας, ΙΙ: Από την εδραίωση μέχρι τη διαίρεση (3131054), Αθήνα, 454-539. Κομίνης, Ἀθ.Δ. (1966). Τὸ βυζαντινὸν ἱερὸν ἐπίγραμμα καὶ οἱ ἐπιγραμματοποιοί, Ἐν Ἀθήναις. Konstan, D. (2000). “How to Praise a Friend: St. Gregory of Nazianzus’s Funeral Oration for St. Basil the Great”, στο: Hägg & Rousseau (2000) 160-179. Κοπιδάκης, Μ. (επιμ.) (1999). Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα. Korzeniewski, D. (1968). Griechische Metrik, Darmstadt. Kröhling, W. (1935). Die Priamel (Beispielreihung) als Stilmittel in der griechischrömischen Dichtung (Greifswälder Beiträge zur Literatur- und Stilforschung 10), Greifswald. Kumpf, M.M. (1984). Four Indices of the Homeric Hapax Legomena (Alpha – Omega, Reihe A. 46), Hildesheim-Zürich-New York. Lattimore, R. (1962). Themes in Greek and Latin Epitaphs, Urbana – Illinois [= 1942]. Lausberg, H. (19903). Handbuch der literarischen Rhetorik: eine Grundlegung der Literaturwissenschaft, Stuttgart. Lausberg, M. (1982). Das Einzeldistichon. Studien zum antiken Epigramm (Studia et Testimonia Antiqua 19), München. 249 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Lauxtermann, M.D. (2003). Byzantine Poetry from Pisides to Geometres (Wiener Byzantinische Studien 24/1), Wien. Lefherz, Fr. (1958). Studien zu Gregor von Nazianz. Mythologie, Überlieferung, Scholiasten, Diss. Bonn. Lemerle, P. (19852). Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός. Σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ως τον 10ο αιώνα (μετ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου), Αθήνα. Lenzinger, F. (1965). Zur griechischen Anthologie (Diss. Bern), Zürich. Lightfoot, J.L. (1999). Parthenius of Nicaea: The poetical fragments and the Ἐρωτικὰ Παθήματα. Edited with introduction and commentaries, Oxford. ––– (2007). The Sibylline Oracles, with Introduction, Translation and Commentary on the First and Second Books, Oxford. Λινάρδος, Ν.Β. (2005). Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὑπὸ Βυζαντινῶν ἐγκωμιαζόμενοι, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Πανεπιστήμιο Αθηνών). Livingstone, N. – Nisbet, G. (2010). Epigram (Greece & Rome: New Surveys in the Classics 38), Cambridge. Lougovaya, J. (2008). “Euphranor of Rhamnous, Aged 105, the most Fortunate Athenian”, Greek, Roman, and Byzantine Studies 48: 27-37. Lozza, G. – Martinelli Tempesta, St. (επιμ.) (2007). L’epigramma greco. Problemi e prospettive, Milano. Λυπουρλής, Δ. (1983). Αρχαία ελληνική μετρική, Θεσσαλονίκη. Μανακίδου, Φλ. – Σπανουδάκης, Κ. (επιμ.) (2008). Αλεξανδρινή Μούσα. Συνέχεια και νεωτερισμός στην Ελληνιστική ποίηση, Αθήνα. Mango, C. (1988). Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (μετ. Δ. Τσουγκαράκης), Αθήνα. Marrou, H.I. (1961). Ἱστορία τῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν ἀρχαιότητα (μετ. Θ. Φωτεινόπουλος), Ἀθῆναι. Massimilla, G. (1996). Callimaco: Aitia, Libri primo e secondo. Introduzione, testo critico, traduzione e commento, Pisa. McGuckin, J.A. (2001). Saint Gregory of Nazianzus. An Intellectual Biography, New York. 250 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ––– (2006). “Gregory: The Rhetorician as Poet”, στο: Børtnes & Hägg (2006) 193-212. McLynn, N. (2006). “Among the hellenists: Gregory and the sophists”, στο: Børtnes & Hägg (2006) 213-238 (= McLynn [2009] VIII). McLynn, N. (2009). Christian Politics and Religious Culture in Late Antiquity [Variorum Collected Studies Series], Farnham-Burlington. Meyer, D. (2005). Inszeniertes Lesevergnügen. Das inschriftliche Epigramm und seine Rezeption bei Kallimachos. Stuttgart. Meredith, A. (1995). The Cappadocians, New York. Μητσάκης, Κ. (19862). Βυζαντινή Υμνογραφία. Από την εποχή της Καινής Διαθήκης έως την Εικονομαχία, Αθήνα. Milo, D. (2005). “Sugli epigrammi di Gregorio di Nazianzo per il padre”, Atti Accademia Pontaniana, Napoli n.s. 54: 439-451. Milovanović-Barham, Č. (1997). “Gregory of Nazianzus: Ars Poetica (In suos versus: Carmen 2.1.39)”, Journal of Early Christian Studies 5: 497-510. Montanari, F. (2002). “Callimaco e la filologia”, στο: Montanari & Lehnus (2002) 59-92. ––– (2008). Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Από τον 8ο αι. π.Χ. έως τον 6ο αι. μ.Χ. (επιμ. Δ.I. Ιακώβ – Α. Ρεγκάκος, μετ. Σ. Κουτράκης, Δ. Κουκουζίκα, Κ. Σιββά), Θεσσαλονίκη. Montanari, F. – Lehnus, L. (επιμ.) (2002). Callimaque [Vandœvres – Genève, 3-7 Septembre 2001] (Entretiens sur l’Antiquité Classique 48), Genève. Moreschini, Cl. (1997). Filosofia e letteratura in Gregorio di Nazianzo, Milano. Moreschini, Cl. – Menestrina, G. (επιμ.) (1992). Gregorio Nazianzeno teologo e scrittore (Atti del convegno di Trento, 24-25 ottobre 1990), Bologna. Moreschini, Cl. – Norelli, E. (2005). Early Christian and Latin Literature. A Literary History Ι-II, Peabody, Mass. Mossay, J. (1966). La mort et l’au-delà dans Saint Grégoire de Nazianze, Louvain. ––– (επιμ.) (1983). II. Symposium Nazianzenum, Louvain-la-Neuve, 25-28 août 1981, (Studien zur Geschichte und Kultur des Altertums, N.F. 2: Forschungen zu Gregor von Nazianz 2), Paderborn – München – Wien – Zürich. 251 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Μπόνης, Κ.Γ. (1953). Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἤτοι τὸ γενεαλογικὸν δένδρον Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ καὶ ὁ πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου συγγενικὸς αὐτοῦ δεσμός. Πατρολογικὴ καὶ γενεαλογικὴ μελέτη, Ἐν Ἀθήναις 1953. ––– (1982). Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Μέρος Α΄), ΒΕΠΕΣ 58, Ἀθῆναι. Musurillo, H. (1970). "The Poetry of Gregory of Nazianzus”, Thought 45: 4555. Norris, F.W. (2000). “Your Honor, My Reputation: St. Gregory of Nazianzus’s Funeral Oration on St. Basil the Great, στο: Hägg & Rousseau (2000) 140-159. Ogle, M.B. (1933). “The Sleep of Death”, Memoires of the American Academy in Rome 11: 81-117. Παγωνάρη–Αντωνίου, Φ. (επιμ.) (1997). Καλλιμάχου Επιγράμματα. Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Αθήνα. Παπαγγελής, Θ.Δ. (1994). Η ποιητική των Ρωμαίων «Νεωτέρων». Προϋποθέσεις και προεκτάσεις, Αθήνα. Παπαδόπουλος, Στ.Γ. (1991). Γρηγόριος ο Θεολόγος, Αθήνα. ––– ( 19992). Πατρολογία Β΄. Ο τέταρτος αιώνας (Ανατολή και Δύση), Αθήνα. Pearce, T.E.V. (1988). “The Function of the locus amoenus in Theocritus’ Seventh Poem”, Rheinisches Museum 131: 276-304. Pelikan, J. (1993). Christianity and Classical Culture. The Metamorphosis of Natural Theology in Christian Encounter with Hellenism, New HavenLondon. Pellegrino, M. (1932). La poesia di S. Gregorio Nazianzeno, Milano. Peres, I. (2003). Griechische Grabinschriften und neutestamentliche Eschatologie (Wissenschaftliche Untersuchungen zum Neuen Testament 157), Tübingen. Peri, C. (1975). Gregorio di Nazianzo: Epitaffi. Traduzione e commento, Milano. Petrovic, Α. (2007). Kommentar zu den simonideischen Versinschriften, Leiden. Petzl, G. (1987). “Die Epigramme des Gregor von Nazianz über Grabräuberei und das Hierothesion des kommagenischen Königs Antiochos I“, Epigraphica Anatolica 10: 117-129. 252 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Pfeiffer, R. (1980). Ἱστορία τῆς Κλασσικῆς Φιλολογίας ἀπὸ τὸ 1300 μέχρι τὸ 1850 (μετ. Π. Ξένος - Β. Μοσκόβης), Ἀθῆναι. Preisendanz, K. (1910). Zur griechischen Anthologie. Marc. 481, Paris. Suppl. Gr. 384, Palat. 23, Leipzig. ––– (1911). Anthologia Palatina: codex Palatinus et codex Parisinus phototypice editi I-II, Leiden. Prudhomme, J. (2006). L’œuvre poétique de Grégoire de Nazianze: heritage et renouveau littéraires, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Université Lumière Lyon 2). Puech, A. (1928-1930). Histoire de la Littérature Grecque Chrétienne depuis les origines jusqu’à la fin du IVe Siècle I-III, Paris. Puelma, M. (1996). “Ἐπίγραμμα-epigramma: Aspekte einer Wortgeschichte”, Museum Helveticum 53: 123-139. Quacquarelli, A. (1992). “Morte e vita eterna negli epitaffi di Gregorio Nazianzeno”, στο: Moreschini & Menestrina (1992) 32-33. Quasten, J. (1960). Patrology I-III, Utrecht-Antwerp (ανατ. 1975). Race, W.H. (1982). The Classical Priamel from Homer to Boethius, Leiden. Reed, J.D. (1997). Bion of Smyrna: the Fragments and the Adonis. Edited with Introduction and Commentary, Cambridge-New York. Reitzenstein, R. (1893). Epigramm und Skolion. Ein Beitrag zur Geschichte der alexandrinischen Dichtung, Gießen (ανατ. Hildesheim 1970). Reynolds, L.D. – Wilson, N.G. (1981). Αντιγραφείς και φιλόλογοι. Το ιστορικό της παράδοσης των κλασικών κειμένων (μετ. Ν.Μ. Παναγιωτάκης), Αθήνα. Rousseau, Ph. (1994). Basil of Caesarea, Berkeley - Los Angeles - Oxford. Ruether, R. Radford (1969). Gregory of Nazianzus: Rhetor and Philosopher, Oxford. Saïd, S. – Trédé, M. – Boulluec, A. (2001-2004). Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας Ι-ΙΙ (μετ. Γ. Ξανθάκη-Καραμάνου κ.ά.), Αθήνα. Σακαλής. Ι. (1958). «Τὰ Ἐπιτάφια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ», στο: Ἀφιέρωμα εἰς μνήμην Ἀλ. Γκιαλά (Γ. Βερίτη), Ἀθῆναι, 325-341. 253 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ––– (1986). Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἅπαντα τὰ ἔργα, τ. 11: Ἔπη Ἱστορικά, Β΄ Ἔπη εἰς ἑτέρους – Ἐπιτάφια – Ἐπιγράμματα. Εἰσαγωγή – κείμενο – μετάφραση (EΠΕ 82), Θεσσαλονίκη. Salvatore, A. (1960). Tradizione e originalità negli epigrammi di Gregorio Nazianzeno. In appendice: Antologia di epigrammi gregoriani (testo critico e traduzione), Napoli. Schmidt, A. (επιμ.) (2010). Studia Nazianzenica II (Corpus Christianorum. Series Graeca 73; Corpus Nazianzenum 24), Turnhout. Schmitz, T.Α. (1997). Bildung und Macht: Zur sozialen und politischen Funktion der zweiten Sophistik in der griechischen Welt der Kaiserzeit (Zetemata 97), München. Schwyzer, E. (2002). Η σύνταξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (μετ. Γ.Ε. Παπατσίμπας – Π. Χαιρόπουλος), Αθήνα. Siegel, P. (1967). Untersuchungen zu einigen mythologischen Motiven in den griechischen metrischen Grabinschriften, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Univ. Innsbruck). Σκιαδάς, Αρ.Δ. (1967). Ἐπὶ τύμβῳ. Συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν, Ἀθῆναι (ανατ. 1975). ––– (1979-1981). Αρχαϊκός λυρισμός Ι-II, Αθήνα. Snee, R.E. (1981). Gregory Nazianzen’s Constantinopolitan Career, A.D. 379-381, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (University of Washington). Σταματάκος, Ι. (19733). Ἱστορικὴ γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, Ἀθῆναι. Stecher, A. (1963). Der Lobpreis der Toten in den griechischen metrischen Grabinschriften, αδημοσίευτη διδ. διατρ. (Univ. Innsbruck). Swain, S. (1996). Hellenism and Empire: Language, Classicism, and Power in the Greek World, A.D. 50-250, Oxford-New York. Sykes, D.A. (1970). “The Poemata Arcana of St. Gregory Nazianzen”, Journal of Theological Studies n.s. 21: 31-42. ––– (1982). “The Bible and Greek Classics in Gregory Nazianzen’s Verse”, στο: E.A. Livingstone (επιμ.), Studia Patristica 17/3, Oxford, 1127-1130. Tissoni, F. (1997). “Callimachea in Gregorio di Nazianzo”, Sileno 23: 275-281. 254 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Trisoglio, F. (1996). Gregorio di Nazianzo il teologo (Studia Patristica Mediolanensia 20), Milano. Τρυπάνης, K. (1988). Ελληνική ποίηση από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, Αθήνα. Tsagalis, C. (2008). Inscribing Sorrow: Fourth-Century Attic Funerary Epigrams, Berlin-NewYork. Τσάμης, Δ.Γ. (1971). Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπιτάφια ἐπιγράμματα εἰς τὸν Μ. Βασίλειον καὶ τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ. Εἰσαγωγή – κείμενον – μετάφρασις – σχόλια, Θεσσαλονίκη. Τσάμης, Δ.Γ. (1975). «Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπιτάφια ἐπιγράμματα εἰς τοὺς γονεῖς του», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20: 49-83. Τσοπανάκης, Α. (19834). Εισαγωγή στον Όμηρο, Θεσσαλονίκη. Turner, E.G. (1981). Ελληνικοί πάπυροι (μετ. Γ.Μ. Παράσογλου), Αθήνα. Φυτράκης, Α.Ι. (1967). Τὸ ποιητικὸν ἔργον Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Ἐν Ἀθήναις. (Αυτοτελές ανάτυπο με σελιδαρίθμηση: 141-194) [= Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν 16 (1968) 571-621]. Van Dam, R. (2003). Families and Friends in Late Roman Cappadocia, Philadelphia. Vérilhac, A.-M. (1978-1982). Παῖδες ἄωροι. Poésie funéraire Ι-II (Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν), Ἀθῆναι. Wade-Gery, H.T. (1933). “Classical Epigrams and Epitaphs”, Journal of Hellenic Studies 53: 71-104. West, M.L. (1966). Hesiod, Theogony: Edited with Prolegomena and Commentary, Oxford. ––– (1982). Greek Metre, Oxford. ––– (2004). Εισαγωγή στην αρχαία ελληνική μετρική (μετ. Μ. Ξάνθου – Τ. Τυφλόπουλος), Θεσσαλονίκη. White, C. (1992). Christian Friendship in the Fourth Century, Cambridge. Wifstrand, A. (1926). Studien zur griechischen Anthologie, Lund. Wilamowitz-Moellendorff, U.v. (2005). Ιστορία της Κλασικής Φιλολογίας (μετ. Ι.Ν. Καζάζης), Θεσσαλονίκη. Wilson, N.G. (1991). Οι λόγιοι στο Βυζάντιο (μετ. Ν. Κονομής), Αθήνα. 255 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Wyss, B. (1946). “Zu Gregor von Nazianz”, στο: Phyllobolia für Peter von der Mühll zum 60. Geburtstag am 1. August 1945, von O. Gigon et al., Basel, 153-183. ––– (1949). “Gregor von Nazianz. Ein griechisch-christlicher Dichter des 4. Jahrhunderts“, Museum Helveticum 6: 177-210 (= του ιδίου, Gregor von Nazianz. Ein griechisch-christlicher Denker des 4. Jahrhunderts, Darmstadt 1962). ––– (1983). “Gregor II (Gregor von Nazianz)“, RAC 12: 793-863. Χατζηκώστα, Σ.Γ. (2005). Θεοκρίτου, Εἰδύλλια Ι-VII. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια, Αθήνα. Χουρμουζιάδης, Ν.Χ. (1999). Παλατινή Ανθολογία. Ερωτικά Επιγράμματα. Επιλογή – Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια, Αθήνα. Χρήστου, Π. (1975). Γρηγορίου Θεολόγου Έργα Ι [ΕΠΕ 18], Θεσσαλονίκη. Χριστίδης, Α.-Φ. (επιμ.) (2001). Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη. Χριστοφορίδης, Β. (1981). «Γρηγορίου Θεολόγου Ἐπιτάφια Ἐπιγράμματα», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 26: 397-443. 256 SUMMARY Vassilios P. Vertoudakis, The Eighth Book of “Anthologia Palatina”. A Study on the Epigrams of Gregory of Nazianzus The subject of this monograph is the 8th book of Anthologia Palatina (AP), which includes 254 epigrams of Gregory of Nazianzus. The Cappadocian poet and Church Father as an epigrammatist of the AP is connected with two peculiarities. The first one is that he participates in this poetic collection with the largest, by far, number of epigrams. So, a paradox appears: in a mostly secular anthology the quantitative predominance belongs to a Christian poet. The second singularity lies in the fact that Gregory’s epigrams in a very unique way do not diffuse into various books of AP, as is the usual practice in this collection, but exclusively compose a continuous and massive block, the 8th book. The object of this study is the systematic examination of form and content of these epigrams. Gregory’s emotional background, topics, language, style, and intertextuality in his epigrammatic poetry are analyzed. The incorporation process of the epigrams into a mainly secular poetical collection, such as AP, is thoroughly explored, as well. Epigrams constitute a distinctive section of Gregory’s poetry which can be looked through in relevant autonomy from the rest of 258 SUMMARY his immense poetical production. This Christian poet composes – hexametric and iambic– autobiographical, theological, and moral poems, namely literary genres without any classical tradition. In fact, only in his epigrams does Gregory strictly follow a purely traditional Greek poetical genre. The recent bibliography has not especially dealt with Gregory’s epigrams. One could assume that a pagan epigrammatist of equal literary quality to Gregory would have generated a much larger body of scholarly studies. On the other hand, the biggest problem in the study of the whole Gregorian poetry, namely the lack of critical editions, is not valid for the epigrams, as they have been repeatedly pu-blished in the critical editions of AP. The only book-length study de-dicated to Gregory’s epigrams belongs to A. Salvatore, Tradizione e originalità negli epigrammi di Gregorio Nazianzeno (Naples 1960). It is not, however, a comprehensive and systematical oeuvre. In fact, the most valuable contribution so far remains the short introduction of P. Waltz in the 8th book of AP in Budé Collection (Paris 1944, second edition 1960, pp. 3-28). During the last decades Italian scholarship has shown a special interest. From this scholarship the articles of F.E. Consolino (1987), F. Conca (2000), and U. Criscuolo (2007) are of major significance. The present study is divided into four parts. The first one starts with a short review of the history of Greek epigram down to 4th century A.D. and the ancient epigrammatic collections. Next, the genesis of AP from the previous collection of Constantine Cephalas and the fortune of the Gregorian epigrams are examined in details. Research has demonstrated that these epigrams had not been included in Cephalas’ mother anthology. They are supposed to have been added later in the enlarged collection of the famous codex Palatinus Graecus 23. The presentation of the rest of the manuscript 259 THE EIGHTH BOOK OF ANTHOLOGIA PALATINA tradition, the editions, and the translations close the first part of the book. The second part is dedicated to the examination of the themes of the epigrams. Initially, the biographical and emotional background is given. Most of the epigrams are inspired by the death of all the members of his family in a very short time. Next, the thematic circles are analytically set out, as Gregory paradoxically composed for one person or theme more than one epigram, not rarely some dozens of epigrams. Gregory’s epigrams are formally classified as epitaphs and divided into two large categories. The first one includes the epigrams dedicated to a relative or friend of the poet, mentioned by name. The epigrams of the second category are anonymously directed at two groups of people detested by the poet: those who organized dissolute feasts inside the temples, and the grave robbers. In the third part the relation of the Gregorian epigrams to the literary past is analyzed: language, intertextuality, examples, style, and metre. Gregory’s strong classicism is explored by analyzing his influences in vocabulary, formulae, and motifs from an extremely wide spectrum of Greek poets: Homer, Hesiod, early lyric poetry, tragic works of the classical period, Hellenistic poets (mainly Callimachus and Theocritus), epigrammatists, minor poetry of Late Antiquity (two Oppians, Sibylline Oracles, pseudo-Manetho, Orphica). Special chapter are devoted to the style and rhetorical figures (tropi et figurae), to the metre and prosody, as well. Moreover, interesting conclusions are drawn from the use of exempla from both Classical Greece and the Bible. In the last part, by way of epilogue, it is attempted to set out the whole literary background of the era in which Gregory’s poetry in general and epigrams in particular are created. It focuses on the determining role of the rhetoric in this period. The Church Fathers 260 SUMMARY adopted the art of rhetoric and Atticism in order for Christianity to gain social elevation and institutional consolidation. Gregory Nazianzen belongs to the first generation of Christians who could experience their religious faith and cult in a status of freedom in both a legal and social aspect. His epigrams, as well as his whole poetical work, are to be considered as a part of the wider initiative taken over by Christian scholars of this age (Apollinarius in the East, Prudentius, Ausonius, Paulinus of Nola, Juvencus in the West) to create a body of literature of high language quality and strong rhetorical art. So, Christian people would have their own literature, equal to that of pagans, based on the spirit of the new religion instead of on the mythology and history of the Greco-Roman world. In general, the characteristics of these literary products are the followings: complicated language, familiarity with the Greek and Roman patterns, command of the rhetorical art. Gregory writes Christian poetry in the Greek language and prosodic metres but not in the mind of Apollinarius’ metabolai (namely the adaptation of biblical passages to ancient metres). He wants to overcome this technique and create some new ones. Gregory uses abundant material from the Greek literature to compose a variety of poetic genres which more or less break the classical tradition. Nevertheless, in his epigrams he indeed follows the tradition. Epigram, as a poetic genre, is known for its long tradition. It is often said, and indeed it is true that it constitutes the only genre of antiquity in which the post-classical period, mostly the Hellenistic one, has given more than the Classical age. However, after the Garland of Philip, in the second and third centuries, it falls into decline. Gregory’s choice to receive this old genre, secular par excellence, and to enrich it with the spirit of Christianity, undoubtedly constitutes a 261 THE EIGHTH BOOK OF ANTHOLOGIA PALATINA literary innovation. Nevertheless, the established and extremely strong tradition of the epigram attracts Gregory even more to the Greek literary past in the fields of language, motifs, and examples. From this study the following conclusion is drawn: Given that Gregory’s two largest sources of inspiration are Greek literature and the Bible, it can be observed, especially in his epigrams, that the classicizing portion is noticeably larger than in the rest of his poetical work. Gregory holds a special position in the history of the Greek epigram, as he is the first Christian poet to use this genre and actually remains the only one down to the 7th century when George Pisides marks a new start for the Byzantine epigram regarding metre, content, and function. The chronologically interim epigrammatists of the age of Justinian, mainly Agathias Scholasticus and Paul the Silentiary, albeit Christians, returned to the profane epigrammatical poetry imitating the motifs of the Hellenistic and Imperial period. Gregory of Nazianzus, especially concerning his epigrammatical poetry, appears as a uniquely transitional figure between the expiring ancient Greek literature and the rising medieval one. 262 1. ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ Φυσιογν. 1.6.17: 137 ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ (ῥήτωρ) Ῥητ. πρὸς Ἀλέξ. 8: 191 σ. 319 ΑΙΛΙΑΝΟΣ Ποικ. Ἱστ. 13.22: 141 ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ο ΡΟΔΙΟΣ 1.1063 κ.εξ.: 177 3.362: 167 ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ἀγαμέμνων 513: 184 ΑΡΑΤΟΣ Φαιν. 132-134: 175 Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας 456: 146 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Ποιητικὴ 1449a. 24-28: 130 σ. 203 Ἱκέτιδες 736: 157 Ῥητορικὴ 1356 a κ.εξ.: 191 σ. 319 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (Spengel) Περὶ σχημάτων Rhet Gr. III. pp. 7-40: 198 σ. 339 Rhet Gr. III. p. 11, 2-3: 198 ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ Νεφ. 563-564: 149 σ. 240 ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (West) 5.3: 154 ΑΛΚΙΦΡΩΝ Ἐπιστολαὶ 4.18.17: 103 σ. 160 4.19.2: 103 σ. 160 ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ Confessiones: 71 ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΕΙΑ (West) 34: 172 σ. 283 ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ (Snell-Maehler) Διθύραμβοι 1.51: 149 σ. 240 264 ΠΙΝΑΚΕΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ Ἐπιστολαὶ 124: 103 σ. 162 Ι.2.33. 77-80: 156 σ. 254 ΙΙ.1.1. 96-100: 226 σ. 387 ΙΙ.1.1. 98: 145 ΙΙ.1.1. 123 κ.εξ.: 90 σ. 135 ΙΙ.1.1. 128: 182 ΙΙ.1.1. 308 κ.εξ.: 128 σ. 200 ΙΙ.1.1. 327-328: 97 σ. 147 ΙΙ.1.11: 71, 129, 233 σ. 397 ΙΙ.1.11. 1-50: 99 σ. 151 ΙΙ.1.11. 1: 128 σ. 200 ΙΙ.1.11. 51 κ.εξ.: 90 σ. 135 ΙΙ.1.11. 124 κ.εξ.: 128 σ. 200 II.1.11. 162: 128 σ. 200 ΙΙ.1.11. 280: 227 ΙΙ.1.11. 386 κ.εξ.: 90 ΙΙ.1.11. 442: 89 σ. 134 ΙΙ.1.11. 665-667: 98 σ. 147 ΙΙ.1.11. 728-1112: 75 σ. 109 ΙΙ.1.11. 751-753: 98 σ. 147 ΙΙ.1.11. 1175: 207 ΙΙ.1.11. 1399-1401: 99 σ. 151 ΙΙ.1.11. 1804: 164 σ. 268 ΙΙ.1.13. 204: 137 ΙΙ.1.14. 1-4: 75 σ. 110 ΙΙ.1.16. 25: 137 ΙΙ.1.16. 87-88: 152 σ. 248 ΙΙ.1.17. 67-68: 115 σ. 189 ΙΙ.1.34: 87 σ. 131 ΙΙ.1.34. 77: 149 σ. 241 ΙΙ.1.39: 220-222 II.1.39. 39-41: 80 σ. 119 ΙΙ.1.39. 55-57: 75 σ. 110 ΙΙ.1.39. 58-59: 222 σ. 373 ΙΙ.1.40. 21: 98 σ. 147 ΙΙ.1.41: 75 σ. 109 ΙΙ.1.43. 1: 145 ΙΙ.1.45. 189: 136 ΙΙ.1.45. 225-226: 205 Πρὸς τοὺς νέους 5: 148 σ. 238 ΒΑΤΡΑΧΟΜΥΟΜΑΧΙΑ 294 κ.εξ.: 201 σ. 341 ΒΙΩΝ ο ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος 42: 175 44: 176 CODEX THEODOSIANUS (Mommsen – Meyer) IX.17: 118 σ. 190 ΧΙΙΙ.3.5: 225 σ. 382 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ Ἔπη Ι.1.4. 40: 137 Ι.1.16. 11-14: 194 σ. 329 Ι.1.23. 9: 17 σ. 7 Ι.1.28: 17 σ. 7 Ι.1.32: 215 Ι.2.1. 324: 188 Ι.2.1. 449: 136 Ι.2.1. 519: 136 Ι.2.3: 215 Ι.2.3. 51-52: 156 σ. 254 Ι.2.6. 35-36: 156 σ. 254 Ι.2.10. 393: 151 σ. 244 Ι.2.14: 213 σ. 363 Ι.2.14. 5-9: 171 Ι.2.14. 38-39: 75 σ. 110 Ι.2.14. 119: 184 σ. 308 Ι.2.15. 4: 207 Ι.2.29. 157-160: 178 σ. 296 265 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΙΙ.1.45. 229-230: 206 ΙΙ.1.46. 18: 136 ΙΙ.1.50. 47: 137 ΙΙ.1.50. 53-54: 77 σ. 115 ΙΙ.1.51. 6: 137 ΙΙ.1.82: 202 σ. 344 ΙΙ.1.90: 73 σ. 105, 96-97 II.1.93: 97 ΙΙ.1.97: 98 ΙΙ.1.128: 182 ΙΙ.2.1. 105: 184 ΙΙ.2.1. 173: 182 ΙΙ.2.4. 58-76: 224 σ. 381 ΙΙ.2.5. 202: 164 σ. 268 ΙΙ.2.5. 248: 172 ΙΙ.2.6. 79: 207 ΙΙ.2.6. 103: 188, 207 ΙΙ.2.7: 196 σ. 336 ΙΙ.2.7. 43-47: 227 σ. 387 ΙΙ.2.7. 239: 148 σ. 238 95: 98 σ. 147 101.73: 232 σ. 395 149: 113 182: 107 σ. 170 230: 106 σ. 166 244.9: 207 Ἐπιτάφια 1: 108 8: 101 19: 101 21: 102 22: 102 23: 102 24: 103 29: 106 43: 104 44: 121 54.1-6: 109 55: 90 56: 91 58.1-4: 92 71: 93 73: 94 74: 95 95: 59 σ. 81 96: 59 σ. 81 99: 95 104. 7-12: 105 110: 112 115.7-10: 111 119: 83 σ. 122 119. 1-6: 84 119. 13-18: 88 119. 25-30: 85 119. 35-38: 87 119. 35: 215 119. 47-52: 88 Ἐπιγράμματα 17.1: 137 29.1-4: 116 29.5-8: 116 48.7-10: 117 65: 118 79: 119 83: 119 Ἐπιστολαὶ 7: 100 σ. 154 13.1: 151 σ. 244 31: 142 σ. 230 51: 159 σ. 260 54: 159 σ. 260 65: 113 77: 98 σ. 147 266 ΠΙΝΑΚΕΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ Bandy 4: 163 σ. 265 101.1: 163 σ. 265 126: 113 Λόγοι 4: 226 4.59: 192 σ. 322, 194 σ. 333 4.115: 148 σ. 238 5: 226 7: 100 σ. 156 7.4: 144 8: 102 σ. 159 11.5: 115 σ. 189 18: 90 σ. 135, 93 σ. 141 18.5: 91 σ. 136 18.31: 97 σ. 147, 128 σ. 200 43.14-23: 86 43.14: 86 43.19: 86 43.24: 86 σ. 128 Bees 3: 163 σ. 265 Gougny 2.285: 174 2.385: 182 2.613.1: 182 Hansen CEG 27.1: 183 28.2: 183 152: 29 σ. 18 432: 29 σ. 17 454: 29 σ. 17 545.2: 165 σ. 271 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ Βίος Μακρίνης PG 46.960-1000: 110 σ. 178 IG XII.5, 329.7: 163 σ. 165 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ Βίος Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ PG 35.243-304: 72 σ. 103 PG 35.304: 75 σ. 110 Kaibel 100.1: 174 792.1: 149 σ. 240 832.1: 149 σ. 240 1060.2: 149 σ. 240 1064.5: 149 σ. 240 ΔΙΔΥΜΟΣ ο ΤΥΦΛΟΣ (Gronewald) Ὑπόμνημα εἰς Ψαλμοὺς 29-34, p. 190.14: 139 Peek GG 194.9: 165 σ. 271 ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων 26: 128 σ. 200 Peek GV 498.1: 182 546.2: 182 583.3: 180 591.3-4: 180 267 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Ἠλέκτρα 195-196: 157 593: 122 647.7-8: 162 σ. 264 658.9: 181 736.3: 180 804.5-7: 181 853.1-2: 162 σ. 264 858.1: 180 926: 84 σ. 125 943.1: 183 971.1: 174 1154.14: 165 σ. 271 1259.6: 182 1283.7: 149 σ. 240 1310.8: 183 1370-1383: 118 σ. 191 1372.3: 184 1376: 118 σ. 191 1399: 181 1540.5: 182 1543.3: 182 1547.8: 179-180 1572.3: 165 σ. 271 1588.1: 180 1590.1: 180 1651.1: 150 σ. 242 1693.3: 182-183 1763.3: 183 1858 κ. εξ.: 187 και σ. 312 1862.5: 186 1918.20: 165 σ. 271 1974.2: 182 1990.9: 183 2038.24: 182 Ἡρακλῆς Μαινόμενος 673-674: 157 Μήδεια 633: 214 σ. 365 978: 214 σ. 365 Ῥῆσος 492: 157 Τρωάδες 768-769: 180 Φοίνισσαι 1380: 164 σ. 268 [Κύκλωψ] 242: 157 ΗΣΙΟΔΟΣ Ἔργα καὶ Ἡμέραι 92: 145 109: 150 Θεογονία 592: 149 756: 161 σ. 263 [Ἀσπὶς] 4-6: 150 ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ (Rabe) Περὶ ἰδεῶν λόγου 2.10. 231-233: 229-230 Ἀποσπ. (Merkelbach-West) 75.8: 145 268 ΠΙΝΑΚΕΣ ΗΣΥΧΙΟΣ (Latte) ε 1203: 176-177 27.52: 163 σ. 265 Κατὰ Μᾶρκον 9.2-8: 194 σ. 328 ΘΕΟΓΝΙΔΕΙΑ 1-2: 152 6: 151 18: 151 255-256: 205 σ. 347 Κατὰ Λουκᾶν 2.36-38: 194 σ. 325 9.28-36: 194 σ. 328 Πρὸς Κορινθίους Α΄ 11.3: 194 σ. 331 11.20: 115 σ. 189 13: 143 ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ Εἰδύλλια 5.47-48: 170 5.50-51: 170 7.138-139: 170 [8.33]: 170 [8.37]: 170 11.8-9: 173-174 12.13: 176 16.94-96: 170 Πρὸς Ῥωμαίους 11.17: 194 σ. 331 11.24: 194 σ. 331 Ἀποκάλυψη 1.18: 194 σ. 332 ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ Ἐπιστ. πρὸς Μαρίαν 1.1: 139 ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ (Pfeiffer, εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά) Αἴτια 1.1-38: 160, 220 1.5: 160 σ. 262 1.17-18: 159-160 σ. 260 1.24: 138 1.37 (Massimila): 160 σ. 262 64.5: 166 108-109: 177 σ. 294 ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ἐπιστ. (Bidez) 61: 225 σ. 382 ΙΠΠΩΝΑΞ (West) 115.4: 153 ΙΩΑΝΝΗΣ ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG 48.1055: 156 σ. 254 Ἀποσπ. 638: 184 ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ Κατὰ Ματθαῖον 2.6: 194 σ. 327 5.1-12: 143 17.1-8: 194 σ. 328 20.1-16: 194 σ. 330 Ἑκάλη (Hollis) 74.22: 143 269 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Ἐπιγράμματα 9: 161 10.4: 165 21.1-2: 163 21.4: 164 21.5: 146, 160 σ. 262 28.5-6: 166 34: 167 35.1: 164 35.1-2: 164 41.1: 166 63: 103 σ. 160 ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ 3.1: 152 σ. 245 5.111: 167 σ. 274 ΟΜΗΡΟΣ Ἰλιὰς 1.16: 147 1.37: 146 1.157: 146 1.201: 145 1.248: 139 1.250: 189 1.263: 146 1.451: 146 2.2: 144 2.214: 147 2.243: 146 2.285: 189 3.156: 146 3.180: 147 3.220: 139 3.273: 146 3.315: 146 3.402: 189 4.79: 145 4.234: 157 4.300: 152 4.315: 144 5.30: 157 5.35: 157 5.335: 157 5.642: 146 6.136: 146 6.482: 147 6.506 κ.εξ.: 86 σ. 128 8.230: 139 8.353: 147 9.325: 144 Ὕμνος εἰς Δήμητρα 138: 184 ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ Παιδαγωγός: 222 2.1: 115 σ. 189 ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ Ὄνειρος ἢ Ἀλεκτρυὼν 6.31: 136 σ. 218 ΜΕΘΟΔΙΟΣ Συμπόσιον: 223 ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ Θηριακὰ 495: 136 σ. 220 ΝΟΝΝΟΣ Διονυσιακὰ 2.143-144: 178 σ. 296 2.650: 137 28.283: 137 ΞΕΝΟΦΩΝ Κύρου Παιδεία 4.6.5: 173 270 ΠΙΝΑΚΕΣ Ὀδύσσεια 1.123: 146 1.346: 147 3.380: 184 4.60: 146 4.221: 164 σ. 268 4.527: 157 4.563: 147 4.725: 146 5.397: 145 5.415: 139 6.128: 139 7.122: 144 7.260: 145 8.179: 147 8.413: 142-143 9.288: 147 10.175: 145 10.413: 139 10.521: 145 11.164: 147 11.135-136: 144 11.222: 145 12.218: 145 12.407: 144 13.79-80: 161 σ. 231 13.93: 139 13.243: 139 15.246: 145 15.403: 167 σ. 274 15.427: 139 15.494: 144 16.375: 147 18.201: 170 19.340: 144 19.517: 139 20.49: 189 23.212: 145 9.492: 145 10.25-26: 155 10.353: 145 11.32: 157 11.241: 162 11.838: 147 13.430: 142 13.667: 145 13.701: 147 13.761: 147 14.132: 146 14.200: 147 14.231: 161 σ. 231 14.301: 147 14.359: 170 14.482: 161 σ. 231 15.308: 157 16.235: 139 16.417: 139 16.454: 144 16.672: 161 17.13: 146 17.32: 147 17.242: 147 18.79: 147 18.114: 139 18.124: 139 18.398: 146 18.571: 138 19.21: 147 21.87: 139 21.114: 145 21.425: 145 21.602: 145 22.263: 139 23.815: 145 24.544: 139 271 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Ἰὼβ 28.26: 139 24.83: 139 ΟΠΠΙΑΝΟΣ (Απάμειας) Κυνηγετικὰ 2.510: 136 σ. 220 Ἐκκλησιαστὴς 2.2: 156 σ. 254 Μιχαίας 5.1: 194 σ. 327 ΟΠΠΙΑΝΟΣ (Κιλικίας) Ἁλιευτικὰ 2.435: 188 3.213: 188 ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ (Για επιμέρους ποιητές της ΠΑ, βλ. τον πίνακα ονομάτων) 1.34: 233 σ. 399 1.35: 233 σ. 399 1.36: 233 σ. 399 1.51: 17 σ. 7 1.62.1: 184 1.86: 83 σ. 122 1.92: 17 σ. 7 5.23.1: 103 σ. 160 6.292.2: 214 σ. 365 6.351: 167 7.163.1-2: 187 7.182.5-6: 181 7.183.3: 181 7.186.3: 181 7.199.1: 186 7.228.4: 180 7.233.1: 214 σ. 365 7.241.6: 182 7.242.2: 184 7.248: 76 σ. 113 7.251.2: 184 7.258: 76 σ. 113 7.308.2: 179 7.337.8: 183 7.343.6: 179 7.361.2: 180 ΟΡΦΙΚΑ Ἀργον. 595-600: 177 σ. 295 ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γένεσις 5.21-24: 191 σ. 320 22: 192 σ. 321 Ἔξοδος 40.10-14: 193 σ. 324 Λευιτικὸν 8 κ.εξ.: 193 σ. 324 Ἀριθμοὶ 20.25-29: 193 σ. 324 Κριταὶ 11-12: 192 σ. 321 Βασιλειῶν Δ΄ 2.9-15: 194 σ. 329 2.11: 191 σ. 320 Μακκαβαίων Δ΄ 1.27: 139 272 ΠΙΝΑΚΕΣ 7.364.4: 179 7.384.3: 185 7.415.1: 164 7.443: 76 σ. 113 7.451: 161 7.462.2: 182 7.504: 108 σ. 175 7.520.4: 165 7.525.1-2: 163 7.525.5: 160 σ. 262 7.540.1: 183 7.548: 166 σ. 273 7.617.2: 149 σ. 240 7.702: 108 σ. 175 7.715: 99 σ. 152, 185-186 7.748: 82 8.1: 61-62, 82-83 8.2-11b: 89 8.2: 84 8.2.4: 182 8.2.5-6: 151 8.3.1-2: 179 8.3.4: 139, 182, 208 8.4: 88, 215 8.4.1-2: 97 σ. 147 8.4.1: 214 8.4.2: 136 8.4.3: 185 8.4.6: 214 8.5.1-2: 149 8.5.3: 188, 207 8.6: 84 8.6.3: 132, 142 8.7.1-2: 99 8.7.3: 131, 208 8.8: 87 8.8.1-2: 202 8.8.1: 214-215 8.9.1: 139, 208 8.9.2: 132 8.10: 89 σ. 133 8.10.1: 134 8.10.2: 130, 132 8.10.3: 131 8.11: 88, 89 σ. 133 8.11.1: 181 8.11.3: 131, 214 8.11.5: 132 8.11b: 89 σ. 133 8.12: 90 8.12.3: 139, 182 8.12.4: 144 8.12.5: 131 8.12.6: 208 8.13: 91 8.13.1: 132, 194 και σ. 331 8.13.3: 130 8.13.4: 144 8.13.5: 130-131 8.13.6: 132 8.14.1-2: 193 8.14.2-3: 92 σ. 137 8.14.2: 110 σ. 179, 130-131 8.14.4: 131 8.15: 92, 99 σ. 150 8.15.3: 146, 188 8.15.4: 97 σ. 147 8.16: 92 σ. 139, 99 σ. 150 8.16.4: 139 8.17.1-2: 92 σ. 137 8.17.1: 146 8.17.3: 198 8.17.4: 131 8.17.5: 201, 208 8.18.1-2: 194 8.18.1: 92 σ. 137, 144 273 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ 8.19.1-2: 194 σ. 331 8.19.1: 92 σ. 137, 131 8.19.2: 130 8.19.3: 139 8.20: 92 σ. 139, 194 8.21.1: 131, 139, 199 8.21.2: 139, 194, 199 8.22: 92 σ. 139 8.22.1: 132, 147 8.23.1: 131, 194, 199 8.23.2-3: 92 σ. 137 8.24.1: 131-132, 214 8.24.2: 198 8.24.5: 130 8.24.6: 133 8.25: 202 σ. 344 8.25.1: 136 8.25.2: 151 8.25.3: 155 8.25.5: 133 8.26.1-2: 202 8.26.1: 145 8.26.8: 132 8.27.3: 133 8.27.4-6: 194 8.27.5: 132 8.28: 210 8.28.1-2: 194 8.28.1: 130 8.28.2: 130 8.28.4: 208 8.28.5: 131 8.28.6: 194, 208 8.29: 192, 211 8.29.1-2: 194 8.29.1: 214 8.29.2: 139, 207 8.29.4: 132 8.29.6: 131 8.29.8: 183 8.30: 93, 210 8.30.1: 199 8.30.2: 130, 133, 147 8.30.3: 133, 175 8.30.4: 130, 199 8.30.6: 79 8.31: 94, 203 8.31.1: 131 8.31.3: 131 8.31.4: 137 8.32.3: 145 8.32.5: 130 8.32.6: 131 8.33.5: 139 8.34: 202 σ. 344 8.35-37: 211 8.35.1: 131 8.35.3: 136, 198 8.35.4: 131 8.35.5: 131 8.36.1: 157 8.36.2: 131 8.36.5: 130 8.37.1-3: 154 8.37.4: 131 8.38: 95 8.38.1: 131 8.38.2: 139 8.38.3: 131 8.39.1: 144, 145, 157 8.39.1-2: 201 8.40.2: 134 8.41.1: 131 8.41.2: 179 8.42.3: 132 8.44.3: 130, 132, 142 σ. 233, 183 274 ΠΙΝΑΚΕΣ 8.45.1: 76 σ. 113, 134 8.46.1-3: 199, 202 8.46.2: 151 8.46.4: 131 8.47.1: 76 σ. 113, 132 8.47.2: 145 8.47.4: 184 8.48.1: 131 8.49.1-2: 191-192 8.50.1: 144 8.51: 192-193 8.51.4: 133 8.52: 193 8.53-54: 211 8.53: 59 σ. 81 8.53.2: 179 8.53.4: 176, 199 8.54.1: 179 8.54.3: 201 8.56-57: 211 8.56.2: 131 8.57.1: 139 8.58: 95, 167, 211 8.60: 161 8.60.2: 132 8.62.1: 133 8.64.1: 200 8.65.1-2: 199 8.66.1-2: 201 8.66.1: 76 σ. 113 8.66.2: 165 8.67b.1: 166 8.69.1: 179 8.70.1: 132 8.71.1: 163 σ. 266 8.72.1: 76 σ. 113 8.74: 211 8.75-76: 96 8.75: 99 σ. 150 8.76: 99 σ. 150 8.76.5-6: 110 σ. 179 8.77-78: 96 8.77.6: 133 8.78: 73 σ. 105, 96-97, 211 8.78.3: 139 8.78.4: 147 8.79-84: 96 8.79: 97 8.79.4: 214 8.79.5: 206 8.79.6: 146 8.80.1-2: 201, 226 8.80.4: 180 8.81: 99 σ. 150 8.81.1: 163 σ. 266 8.81.3: 199 8.82: 98 8.82.1: 131 8.82.2: 145 8.83: 99 σ. 150 8.83.4: 193 8.85.3-4: 180 8.85.4: 195 σ. 334 8.85b: 211 8.85b.2: 180 8.85b.3: 130 8.86.3: 136, 147 8.87: 101 8.87.3: 147 8.87.5: 198, 200 8.88.1: 132 8.89.3: 195, 201 8.89.4: 202 8.90.1: 200 8.90.3: 180 8.91: 224 275 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ 8.92.1: 133 8.94.3: 145 8.96.4: 184 8.97.1-2: 176, 194 8.98: 101 8.98.2: 130, 132 8.98.6: 200 8.100: 102 8.100.1: 146 8.100.3: 180 8.100.4: 139 8.101: 102 8.102: 102 8.103: 103 8.103.6: 137 8.104: 78 σ. 117, 103, 195, 202 σ. 344 8.105: 78 σ. 117, 114 8.105.1-2: 145 8.105.1: 146 8.105.4: 138 8.106.2: 208 8.106.3: 147 8.106-117: 78 σ. 117, 103 8.107: 104 8.107.3: 201 8.108: 121-122 8.108.1: 201 8.108.4: 147 8.109.1: 199 8.109.3-4: 184 8.109.4: 198 8.110.1-2: 202 8.110.4: 157, 195 8.111.1-2: 201 8.111.1: 182, 208 8.111.2: 182 8.112.1: 146, 199 8.113.1: 208 8.115.2: 133, 153 8.115.3: 147 8.116.1: 166 8.116.2: 136 8.116.3: 146 8.116.4: 208 8.118.3: 184 8.119.1: 199 8.119.2: 145 8.120.1-4: 150 8.120.2: 130, 132 8.121.2: 134 8.121.5: 180 8.122: 106 8.122.2: 199 8.122.3-4: 173 8.122.5-6: 181 8.122.6: 145 8.124.1-2: 150 8.124.1: 132, 160 σ. 262 8.124.3: 195 8.125.1: 160 σ. 262 8.126.1-2: 186 8.126.1: 163 σ. 266 8.126.2: 182 8.126.3-4: 181 8.126.3: 195 8.126.4: 180 8.127.1: 195 8.127.4: 195 8.128: 211 8.129.1-5: 168-169 8.130.1: 147 8.130.2: 198 8.130.3: 132 8.131.1: 134 8.131.2: 145 276 ΠΙΝΑΚΕΣ 8.131.5: 185 8.131.6: 9133 8.132.2: 144 8.132.3-4: 201 8.132.3: 214 8.132.5: 214 8.133: 105 8.133.1-2: 145, 202 8.133.2: 145 8.133.5: 198 8.134.3: 157 8.135.1: 133 8.138.2: 131 8.139-141: 111 8.140.1: 166 8.141.2: 195 σ. 334, 208 8.141.3: 132 8.142-146: 111 8.142. 3-4: 76 8.142.3: 145 8.142.4: 214 8.142.5: 136 8.143: 111 8.143.3: 133 8.144.4: 133 8.145: 111 8.145.1: 183 8.147-148: 112 8.147: 112, 185-186, 211 8.147.1: 133 8.147.2: 139 8.148.1: 193 8.148.3: 132 8.149: 106 8.149.1: 147 8.150: 110 8.151-153: 107 8.151: 106 σ. 168 8.151.4: 200 8.152.3: 146, 160 σ. 262 8.153.1-2: 205 8.153.2: 133 8.154: 111-112 8.155: 113 8.155.3: 137 8.156-158: 107 8.156: 108 8.156.2: 131 8.156.6: 131 8.157.1: 131 8.159-160: 113 8.159: 113, 211 8.159.2: 207 8.159.4: 139 8.160.3: 139 8.161-162: 108 8.161: 109 8.161.1: 103 σ. 160 8.161.3-4: 200 8.161.5-6: 110 σ. 179 8.162.1: 145 8.163: 109 8.163.1: 166, 182 8.163.4: 182 8.164: 109 8.164.3: 185, 208 8.165: 99 σ. 150, 107 8.165.3: 137 8.166-169: 114 8.166.5: 136 8.168: 116 8.169: 116 8.169.2: 136 8.170-171: 114 8.170: 211 8.170.1: 130, 136 277 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ 8.172: 114, 117 8.172.1: 136, 201 8.172.4: 146 8.173-174: 114 8.174.3: 201 8.174.4: 136 8.175: 114 8.175.1: 199 8.175.2: 146 8.175.5: 157 8.176-254: 114 8.176: 204 8.176.1: 145 8.176.2: 157 8.176.5: 134 8.176.6: 136 8.177.2-3: 201 8.177.3: 132 8.178.2: 139 8.179.2: 139 8.180.3: 184 8.181.3: 131 8.181.4: 193 8.182.2-3: 200 8.183.2: 213 8.183.3: 137 8.184.2: 136 8.184.4: 136 8.185.4: 136 8.186.2: 130 8.186.3: 132 8.187.1: 199 8.188.1-2: 163 8.188.2: 136 8.189: 211 8.189.1: 183 8.190.1: 194 και σ. 332 8.190.3: 133 8.192: 62, 118 8.192.1: 183 8.195: 211 8.195.1: 199 8.198.1-2: 193 8.198.1: 133 8.198.2: 136 8.199.1: 193 8.199.2: 199 8.200.1: 199 8.204.1: 195 8.205.1-2: 201 8.205.3: 146 8.205.4: 132 8.206.3-4: 166 8.206.3: 136 8.207.1-3: 200 8.208: 119 8.209.3: 157 8.210: 202 σ. 344 8.210.1-2: 153 8.210.2: 136 8.213: 119 8.213.2: 139 8.215: 200-201 8.216.2: 136 8.216.4: 193 8.217.2-4: 175 8.217.2: 137 8.217.3: 132, 147 8.218: 204 8.218.1-2: 195 8.219: 211 8.220: 211 8.220.1: 153 8.221.2: 193, 195 σ. 334 8.226: 61-62 8.227.2: 139 278 ΠΙΝΑΚΕΣ 8.230.6: 136 8.230c.1: 188 8.233.1: 145 8.239.1: 132 8.242.1: 147, 198 8.245.1-2: 193 8.246.1: 214 8.246: 193 8.247: 193 8.248.1: 193, 199 8.249.2: 132 8.250.1: 201 8.253.1: 146 8.253.2: 213 9.27: 166 σ. 173 9.45.1: 184 9.62.6: 182 9.211.2: 182 9.223: 108 σ. 175 9.265: 108 σ. 175 9.290.8: 157 9.387.1: 167 σ. 274 9.586: 166 σ. 173 10.5.4: 185 11.131.1-2: 146 σ. 235 12.12.1: 174 12.43.5-6: 166 12.73: 166 12.158.7: 184 16.31.2: 182 16.154: 166 σ. 173 16.155: 166 σ. 173 ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ Ἐρωτ. Παθ. 28: 177 Ἀποσπ. (Lightfoot) 28: 178 σ. 296 ΠΙΝΔΑΡΟΣ (Snell – Maehler) Νεμεόνικοι 7.78: 213-214 Ὀλυμπιόνικοι 7.34: 154 Πυθιόνικοι 3.73: 214 σ. 365 4.4: 214 σ. 365 ΠΛΑΤΩΝ Φαῖδρος 230 b-c: 172 σ. 283 ΣΑΠΦΩ (Lobel – Page) 1.23-24: 152 2: 172 σ. 283 16.1-4: 203 ΣΙΒΥΛΛΙΑΚΟΙ ΧΡΗΣΜΟΙ 1.347: 149 σ. 240 2.309: 149 σ. 240 ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ (Page) fr. 26.5: 153 ΣΟΦΟΚΛΗΣ Αἴας 674: 157 862: 170 σ. 280 ΠΑΠΥΡΟΙ P.Bodmer 29: 223 P.Mil. Vogl. VIII 309: 36 P.Oxy. 1786: 222 P.Oxy. 2079: 160 σ. 262 279 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Ἀντιγόνη 783-784: 156 ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ Ἐκκλ. Ἱστ. 3.16: 225 Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ 25: 213 σ. 364 TATIANOΣ Πρὸς τοὺς Ἕλλ.: 223 σ. 379 Οἰδίπους Τύραννος 157: 214 σ. 365 188: 214 σ. 365 ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΣ Apologeticus 39: 115 σ. 188 De Idololatria: 223 σ. 379 Τραχίνιαι 886-887: 157 280 ΠΙΝΑΚΕΣ 281 2. ΠΙΝΑΚΑΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ – ΘΕΜΑΤΩΝ – ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΛΕΞΕΩΝ Ααρών 193 Αβραάμ 192-193 Αγαθίας ο Σχολαστικός 17 σ. 6, 37, 40, 41, 233 αγάπες 115 Άδης 179, 205 σ. 347 Αθανασιάδη Π. 228 Αθήνα 73, 86-87, 142, 197 αιχμή (acumen) 33, 163 Αλεξάνδρεια 38, 73, 94 σ. 142, 100, 111, 128 σ. 200 Ἁλιευτικὰ 134, 188-190 Αλκμήνη 150 Αλύπιος 73, 102-103 Αμοργός 29 Αμφιλόχιος ή Αμφίλοχος (θείος του Γρηγ. Ναζ.) 104-105 Αμφιλόχιος Ικονίου 105 σ. 163 ἀναδίπλωσις (reduplicatio) 200 Ἀνακρεόντεια 49 σ. 56, 172 σ. 283 ἄναξ 184 ἀναφορά (repetitio) 199 Ἀνθολόγιον Ἐπιγραμμάτων 36 Άννα (μητέρα του Σαμουήλ) 193 Άννα (προφήτις) 194 ἀντίθεσις 200 ἀντίθετον 201 282 Αντίμαχος 159-160 σ. 260 ἀντιμεταβολή (permutatio) 200 Αντίπατρος ο Σιδώνιος 33-34, 182 Ανύτη η Τεγεάτις 33, 35 ἅπαξ λεγόμενα 135-136 Ἀποκάλυψη 194 αποκρυφισμός 191 Απολλινάριοι 219, 225 Απόλλων 152, 184 Απολλωνίδης 214 σ. 365 Απολλωνίς 41 Ἀποτελεσματικὰ 134, 188-190 Αppendix Planudea 63 Αρειανισμός 74, 149 σ. 239 Άρειος 223 Αριανζός 75 Αρισταίος 194 Αριστοφάνης 158 σ. 255 Αρχίνος 167 Ασκληπιάδης ο Σάμιος 33, 35 αστρολογία 191 ἀσύνδετον 201 αττικισμός 231 Αυγουστίνος 71 Αυσόνιος 219 αυτοέπαινος 92, 98-99 ΠΙΝΑΚΕΣ γάμος 106, 181 γέλως 156 Γεώργιος (άγνωστος) 111-112 Γεώργιος Πισίδης 233 γλῶσσαι 138 σ. 223, 176, 177 σ. 292 Γοργονία 73, 102-103 Γρηγόριος (άγνωστος) 110 Γρηγόριος (ίσως ανηψιός του Γρηγ. Ναζ.) 107 Γρηγόριος ΙΕ΄ (πάπας) 58 Γρηγόριος Μάγιστρος 39, 43-44 Γρηγόριος Νύσσης 109-110 Γρηγόριος ο πρεσβύτερος (πατέρας του Γρηγ. Ναζ.) 73, 90-92, 113, 194 σ. 329, 194 σ. 331 Γρηγόριος ο Πρεσβύτερος (βιογράφος του Γρηγ. Ναζ.) 72 σ. 103 Γυμνάσιον του Ζευξίππου 41 Αφροδίτη 152-153 άωρος θάνατος 100, 105-107, 173174, 180 Bär, S. 140 σ. 226, 230 σ. 391 Βασίλειος Καισαρείας 73, 83-89, 105 σ. 163, 107, 109, 153, 207208 Βασίλισσα 110-112 Βάσσος 112, 185 Βατικανό 58, 63 σ. 89 Βαττιάδης 164 Beckby, H. 22 σ. 13, 64 Beuckmann, U. 67 Βηθλεέμ 194 Bibliotheca Palatina 16, 57 Bibliothèque Nationale 58 Βίβλος, βιβλικός 23, 139, 191-196, 233 Bodleian Library 60 Boissonande 89 σ. 133 brevis in longo 212 Brunck, Ph. 62 Βυβλίς 176 Buchepigramm 31 Δαίδαλος 195, 205 σ. 347 Δαμάγητος 183 Δανιήλ 194 σ. 326 de Billy J. 62 σ. 88 defixiones 118 σ. 191 Demoen, K. 196 Desrousseaux, M.: 92 σ. 138 Δεύτερη Σοφιστική 127, 229 σ. 390 Δηλιακὸν ἐπίγραμμα 205 σ. 347 Δημοσθένης 141 σ. 230, 158 σ. 257 διαφορά (distinctio) 199 Δίκη 175 Διογενειανός 36 Διογένης Λαέρτιος 36-37 Caillau, A.-B. 15, 62 Cameron Al. 41 σ. 36, 47, 159 Casaubon 61 Cataudella, Q. 152 clausulae 208 Clémencet, C. 15, 62 Conca, F. 19 Consolino, F.E. 19 Cougny, Ed. 63 Criscuolo, U. 19 283 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Διονύσιος 182 Διπύλου επιγραφή 29 διφήτωρ 188 Dodds, E.R. 230 Dübner, Fr. 63 Ευσέβιος Καισαρείας 230 Ευσέβιος Σαμοσάτων 113 Ευφήμιος 104, 106, 150, 168-169, 173, 181 Ευφορίων 177 σ. 294 Eco, U. 156 σ. 254 Εικονομαχία 38 ειρωνεία 204 ἐκφωνήσεις (exclamationes) 202 Ελεάζαρ 193 σ. 324 Ελισαίος 194 σ. 329 Ελλάδιος 107 Ελλάς 226 Ἑλληνικὴ Ἀνθολογία 16, 63-65 Ελληνισμός 226-227, 228 σ. 389 Εμμέλεια 108-109 Εμπεδοκλής 194 Εμπεδότιμος 194 ἐνθάδε κεῖται 163 σ. 266 Ενώχ 191-192 έπαινος (laudatio) 150, 182, 202 επαναλήψεις 205-210 ἐπανάληψις (geminatio) 200 ἐπέκεινα 182-183 ἐπιφορά (conversio) 199 Έρεβος 195 ἐριηχὴς 188 Έρως 195 έρωτας 178 σ. 296, 181 εσχατολογία 165, 182-183 Εύηνος 182 Ευλάλιος 107 Ευπράξιος 113 Ευριπίδης 158 Ευσεβεία 110 εὐσεβέων 165 Gruter, J. 57 Höllger, W. 67 Hollis, A. 160, 176 σ. 291 Ηγερία 176 Ηδύλος 35, 214 σ. 365 Ηλιάδες 176 Ηλίας 191-192, 191 σ. 320, 194 σ. 329 ἡμὶν 213 σ. 364 Ηρακλής 150, 167, 194, 205 σ. 347 Ησίοδος 23, 148-151, 158 σ. 257 Θαβώρ 194 Θάλεια 223 θάνατος 161, 179, 184 Θεμίστιος 105 σ. 164 Θέογνις 151-152 Θεοδόσιος Α΄ 72, 82 Θεόδωρος Δαφνοπάτης 53 σ. 67 Θεόκριτος 23, 168-170 Θεοσέβεια 109-110, 208 Θύιλος 185 Ιεφθάε 192 Ιησούς 194 ἵληθι 184 Ιουβένκος 219 Ιουλιανὀς 100, 148 σ. 238, 224225, 231 284 ΠΙΝΑΚΕΣ Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος 53, 54 Κωνσταντίνος ο Ρόδιος 43 σ. 42 Κωνσταντινούπολη 41, 53, 74-75 Κωνστάντιος Β΄ 100 Ίρις (ποταμός) 107 Ισαάκ 193 ἰσόκωλον 200 Ίσχια 29 Ιωάννης Γεωμέτρης 53 Ιωάννης ο Χρυσόστομος 82, 230 Λαζανάς, Β.Ι. 65 λαλαγεῦντες 170-172 Λάσκαρις Ιανός 55, 56 σ. 74 λεπταλέος 138 Λέων Ϛ’ 39 Λέων Αλλάτιος 58 Λεωνίδας ο Ταραντίνος 17 σ. 6, 32-33, 35, 108, 185-186 Λιβάνιος 105 σ. 164 Λιβία 104-105, 150 Lightfoot, J.L. 176, 178 λιτότης 200 λογοπαίγνια 200 locus amoenus 169-172 Λουκιανός 179 Λύδη 160 σ. 260 Jacobs, Fr. 49, 62-63, 89 σ. 133 Καθολικό Παν/μιο Louvain 20 σ. 10, 68 Καισάρεια Παλαιστίνης 73 Καισάριος 73, 94 σ. 142, 100-102, 195, 224 Καλλίμαχος 23, 33, 35, 159-168, 220 Καλλιρρόη 176 Κάμψα Μακεδονίας 39 Καππαδοκία 53, 75, 112 Καρτέριος 76, 111-112 Κάτουλλος 34 Keydell, R. 80 Κλείτη 177, 194-195 Κόιντος ο Σμυρναίος 147 σ. 236, 158 σ. 256, 210, 230 Κόλλουθος 230 Κομαιθώ 178 σ. 296 Κριναγόρας 34 Kristeva, J. 140 σ. 226 Κύζικος 41 Κύκλος 37 Κυνηγετικὰ 134, 188-190 Kunstprosa 128 Κωνσταντίνος Κεφαλάς 21, 3952, 55-56 Κωνσταντίνος Α΄ 72 Μακεδονική Αναγέννηση 39 Μακρίνα 109-110 Mango, C. 229 Μαξέντιος 113 Μάξιμος (κυνικός φιλόσοφος) 75, 98 σ. 147 Μάξιμος Πλανούδης 54-55 Marcianus Gr. 481: 54 Μάρκος Αργεντάριος 34, 179, 185 Μαρτιάλης 34 Μαρτινιανός 78 σ. 117, 103-104, 117, 121-122, 208 μάρτυρες 115-117 Mauristes 62 285 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ Μεγάλη σιγή 38 μέγας 110 σ. 179 Μελέαγρος 17 σ. 6, 34, 36, 41, 181, 184 μέροπες 189 μεταβολαὶ (Απολλιναρίου) 231232 Migne, J.P. 15, 62, 77 σ. 114 Μικρή Ερμούπολη 122 μίμηση 229 Μιχαήλ Χαρτοφύλαξ 43, 50-51 μνάομαι 85 Μνασάλκης 184 Μόναχο 58 Moreschini, Cl. 68 mors immatura 173 (βλ. και ἄωρος θάνατος) Mossay, J. 68 Μοῦσα Παιδικὴ 36, 42 Μουσαίος 230 Μούσες 195 μυθολογία 193-196 μῦθος 214 Münster 68 Muratori, L.A. 61 Μῶμος 180 σ. 301 Μωυσής 193 Νόννα (άγνωστη) 110 Νόννος 210, 230 Νοσσίς 33, 35 Οδυσσέας 205 σ. 347 ομηρικά ἅπαξ λεγόμενα 137-139 Όμηρος 23, 86 σ. 128, 141-148, 158 σ. 257, 162 ὁμοιοκάταρκτον 199 ομοιοτέλευτο 212 ὀξύμωρον 201 ὀπάζω 190 Οππιανοί 23, 134 Οππιανός (από την Απάμεια) 188-190 Οππιανός (από την Κιλικία) 188190 Ορφέας 195, 205 σ. 347 Ὀρφικὰ 23, 134, 188-190 Ουάλης (Valens) 100 ὀφρὺς 207 παλάμη 189-190 Παλατινή Ανθολογία passim Palatinus Gr. 23: 16, 42, 46-51, 58, 60 Palla, R. 68 Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς 17 σ. 6, 37 Πάμμετρος 37 παρήχησις 198 Παρθένιος 177-178, 195 Parisinus Suppl. Gr. 384: 58 Παρμενίων 181 Paton, W.R. 64 pathetic fallacy 169 σ. 279 Παυλίνος Νώλης 219 Ναζιανζός 75 Ναυκράτιος 107-108 Νίκαια Βιθυνίας 74, 100 Νικήτας Δαυίδ (Παφλαγών) 53 Νικομήδης 111 Νιόβη 176, 194 Νόννα (μητέρα του Γρηγ. Ναζ.) 73, 79, 93-96, 105-106, 156, 167, 192, 194 σ. 333, 196 208 286 ΠΙΝΑΚΕΣ Παύλος Σιλεντιάριος 233 Pellegrino, M. 19 Pfeiffer, R. 159 παμμεδέων 149 σ. 240 Πέτρος Αλεξανδρείας 75 σ. 109 Πἐτρος Σεβαστείας 109 Πιθηκούσσες 29 Πίνδαρος 151, 154 Πλανούδεια Ανθολογία 16, 41, 45, 54-56, 63 poeta doctus 33, 138 poetae novi 34 πολύπτωτον 198-199 πολυσύνδετον 201 Πολύφημος 173-174 Ποσείδιππος 33, 35-36 ποτὲ 76 σ. 113 πραπίδες 190 priamel (βλ. σωρείτης παραδειγμάτων) Προμηθεύς 194 Προυδέντιος 219 Prudhomme. J. 19 Πωλλιανός 146 σ. 235 Saumaise, Cl. de (Salmasius) 57, 61 Scaliger 61 Σελεύκεια (Ισαυρίας) 74 σ. 107 Σιβυλλιακοὶ Χρησμοὶ 23, 134, 188190 Sicherl, M. 67 Simelidis, Chr. (Σιμελίδης Χρ.) 19, 68, 143, 168 Σιμωνίδης ο Κείος 30, 184 Σίσυφος 195 σιωπή 87, 88 Σόλων 151 Σοῦδα 52, 72. σ. 103 Σουσάννα 194 Spaletti, J. 63 σ. 89 Σπεύσιππος 182 Stadtmüller, H. 63-64 Στατύλλιος 184 Steinepigramm 31 Sternbach, L. 67 Στέφανος Μελεάγρου 36 Στέφανος Φιλίππου 36, 40, 232 στῆθι 183 Στηλιτευτικοί λόγοι 226 Στράτων 17 σ. 6, 36, 42 Syllogae Minores 41 σ. 37, 45 συμποσιαστές 78, 115-117 συναθροισμός (congeries) 201 Sundermann, K. 67 Συνεχιστής Θεοφάνους 39 Συνέσιος 210, 230 σφραγίδα 164 Σχολή της Φοινίκης 33, 36 Σχολή της Νέας Εκκλησίας 44, 52 quadrivium 224 ρητορική 23, 74, 128, 191, 197, 219 κ.εξ. Ρόδιοι 153 Ρουφίνος 34, 211 σ. 358 Σακαλής, Ι. 66 Salvatore, A. 18 Σαπφώ 152 Σάρα 93 Σάσιμα 89 287 ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΤΙΝΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ σωρείτης παραδειγμάτων 202-204 Σωρὸς 35 σ. 27 94, Wilamowitz-Moellendorff, U. von 18 σ. 8, 66 Φαέθων 176, 194 Φθόνος 180 Φιλάγριος 102 φιλία 83-84, 86 Φίλιππος ο Θεσσαλονικεύς 36, 41, 181 Φιλόδημος 34 Φιλτάτιος 106 Φλάκκος 174 Φλεγέθων 195 Τάνταλος 194 Τατιανός 223 Τερτυλλιανός 115, 223 τέττιγες 170-173 τήκομαι 85 Τιτάν 195 TLG 136 Τοπούζης Κ. 66 trivium 224 Τριφιόδωρος 230 Τροφώνιος 194 Τσάμης, Δ. 85 σ. 126 τυμβωρύχοι 22, 78-79, 114, 117120, 183-184 Τύμνεως 186 Χαϊδελβέργη 57-58 Χάριτες 195 χασμωδία 212 χιασμός 200 χριστιανικός ανθρωπισμός 226 Χριστόδωρος ο Κοπτίτης 41 Χριστός 113, 149 σ. 240 χρονολόγηση επιγραμμάτων 77 χρυσὸς 213-214 ὑμέναιος 181 υπερβατό 199 ὕπνος 161-163 ὑψιμέδων 149 Υψιστάριοι 73, 91 σ. 136, 92 Ψαλμοί του Δαβίδ 225 σ. 383 Ψευδο-Μανέθων 23, 134, 188-190 Waltz, P. 18, 64 Werhahn, H.M. 67 288