ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ Επικ. Καθηγ. Δογματικής ΑΕΑ Ιωαννίνων ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΠΟΝΗΜΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΕΠ’ ΟΝΟΜΑΤΙ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ ΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΟΜΙΛΙΩΝ 1. Εισαγωγικά a. Χειρόγραφη παράδοση Στον κώδικα υπ’ αριθμόν 1297 της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών (ΕΒΕ), φφ. 141-155, καθώς και στον κώδικα υπ’ αριθμ. 519 της Ι. Μονής Παντελεήμονος του Αγίου Όρους (αριθμ. 6068 του καταλόγου Λάμπρου), φφ. 50-55α, περιέχεται ένα σύντομο πόνημα θεολογικού-φιλολογικού χαρα- κτήρα με τον τίτλο: «Ἐπίκρισις εἰς τὸ ἐπιγραφόμενον Μακαρίῳ τῷ Αἰγυπτίῳ ἐγχειρίδιον, ἐξελέγχουσα αὐτὸ ὡς νόθον». Στο χειρόγραφο της ΕΒΕ δεν υ- πάρχει μνεία συγγραφέα· όμως το αγιορειτικό σημειώνει το όνομα Νεοφύ- του διδ[ασκάλου], γεγονός που, συνδυαζόμενο με άλλα στοιχεία, οδήγησε ή- δη από το 1924 τον Κωνσταντίνο Δυοβουνιώτη να αποδώσει ορθά το εν λό- γω πόνημα στον εκ Πελοποννήσου ορμώμενο Νεόφυτο τουπίκλην Καυσο- καλυβίτη1. Ο κώδικας 1297 της ΕΒΕ αποτελείται από 131 φύλλα (262 σελίδες) και γράφτηκε το 1783, όπως προκύπτει από ποίημα, που προτάσσεται αυτού, συνταγμένο από ένα Σπαρτιάτη ονόματι Πυλαιμένο, ο οποίος εργάστηκε προς τούτο «ἐν Βουκουρεστίῳ τῆς Δακίας», σύμφωνα με τη σημείωση του φ. 1392. Εκτός από την Ἐπίκρισιν ο εν λόγω κώδικας παραδίδει δύο ακόμα έρ- γα του Νεοφύτου, το Εἰς τὸ περὶ παίδων ἀγωγῆς τοῦ Πλουτάρχου ἐπιθεωρή- ματά τινα (φφ. 155-164), και το Παράφρασις τῆς τοῦ Ὁμήρου Ἰλιάδoς (φφ. 165-217)3. O κώδικας 519 της Ι. Μονής Παντελεήμονος είναι ο δεύτερος σημαντι- κότερος μάρτυρας της χειρογράφου παραδόσεως της «Ἐπικρίσεως» (τον τρί- το αντιπροσωπεύει χειρόγραφο αποκείμενο στην δημοτική Βιβλιοθήκη της 1. Κ. Δυβουνιώτης, «Κρίσις περὶ τῶν συγγραμμάτων Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου», Ἐπε- τηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 1 (1924) 86-92, εδώ 88 επ. 2. Πρβλ. Δυοβουνιώτης, ένθ’ αν., 87. 3. Πρβλ Δυοβουνιώτης, ένθ’ αν.· επίσης Ιωάννου Σακκελίωνος και Αλκιβιάδου Σακκε- λίωνος, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικής Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, Ἐν Ἀθήναις 1892, αριθμ. 1297. Κοζάνης4). Είναι χαρτώος, σχήματος 8ου, γράφτηκε στην καμπή μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα (ίσως εντός του 18ου)5 και αποτελείται από 96 φύλλα (σελίδες 192)· το πρώτο μάλιστα κείμενο που περιέχει είναι ένα σύντομο πόνημα πραγματευόμενο το ζήτημα της γνησιότητας των «Ψευδομακαριανών» σε σχέση και αναφορά με τη θέση του Νεοφύτου (φφ. 1-6), του οποίου την κρι- τική έκδοση ήδη επιμεληθήκαμε και δημοσιεύσαμε6. Περιέχει επίσης πονή- ματα διαφορετικών ειδών, όπως αποσπάσματα από έργα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, δύο πονήματα του Γεωργίου Σχολάριου, «Επιδιορθώσεις» ευχών του Ευχολογίου κ.ά. Ας διαλάβουμε όμως δια βραχέων τα δέοντα σχετικά με το εδώ εκδιδόμενο πόνημα και τον συγγραφέα του. Η Ἐπίκρισις συνιστά ένα σύντομο, πλην όμως αρκούντως περιεκτικό μελέτημα, στο οποίο ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης επιχειρεί διά της φιλολο- γικοκριτικής μεθόδου να αποδείξει ότι οι 50 Πνευματικές Ομιλίες, οι οποίες από το Μεσαίωνα αποδίδονταν ομόφωνα στον εν Αιγύπτω ακμάσαντα κατά τον 4ο αιώνα ασκητή Μακάριο, είναι έργο ψευδεπίγραφο, θα πρέπει δε να α- ποδοθεί σε έναν αιρεσιάρχη, ονόματι Συμεών· και τούτο επειδή, όπως πάντα διατείνεται και επιδιώκει να τεκμηριώσει ο συγγραφέας μας, το περιεχόμενο των «Μακαριανών» παρουσιάζει εκπλήσσουσες ομοιότητες με την αιρετική διδασκαλία των λεγομένων Μεσσαλιανών, όπως αυτή εκτίθεται στα βασικά της σημεία από Ορθόδοξους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους περίοπτη θέση καταλαμβάνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Στις λεπτομέρειες του 4. Ariadne Camariano-Cioran, Les Academies princieres de Bucarest et de Jassy et leur professeurs, Thessaloniki 1974, 420. 5. Σπ. Λάμπρου, Κατάλογος τῶν ἐν ταῖς βιβλιοθήκαις τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἑλληνικῶν κωδί- κων, τόμος ΙΙ Κανταβριγία Αγγλίας 1900, αρ. 6026, σ. 388 επ. Σύμφωνα με τον Λάμπρο τα πλείστα των περιεχομένων του κώδικα έγραψε ο Δωρόθεος Βουλησμάς. Ο Ιθακήσιος λόγιος θα συνέγραψε προφανώς τον κώδικα ευρισκόμενος στο Βουκουρέστι, όπου ως γνωστόν το 1782 εθεώρησε την Ἐπιτομὴ τῶν ἱερών Κανόνων του Νεοφύτου. Βλ. Νικολάου Γρ. Ζαχαροπ- ούλου, Δωρόθεος Βουλησμὰς ἐπὶ τῇ βάσει ἀνεκδότων αὐτού Ἐπιστολῶν, Θεσσαλονίκη 1969, 96-100. Πρβλ. Θεοδωρήτου Ιερομονάχου Αγιορείτου (επιμ), Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη, Ἐπιτομὴ ἱερῶν Κανόνων, Αθήνα 2002, 28. 6. Incipit: Τῷ σεβασμιοποθήτῳ μοι γέροντι κοινοβιάρχῃ τῶν ἐν τῇ Νιάμτζᾳ ἱεραγίᾳ μονῇ συνασκουμένων μοναστῶν κυρίῳ Παϊσίῳ, τὸν ἐκ βαθέων ψυχῆς μου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀμοι- βαῖον ἁσπασμόν· βλ. Μ. Βανταράκη - Γ. Δ. Παναγόπουλος, «Ανέκδοτη επιστολιμαία πραγμα- τεία Δωροθέου Βουλησμά περί της γνησιότητας των επ’ ονόματι Μακαρίου του Αιγυπτίου φερομένων 50 πνευματικών Ομιλιών (απάντηση στο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη)», στο: Ελλη- νική Ιστορική Εταιρεία (επιμ.), ΛΑ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 28-30 Μαΐου 2010, Πρα- κτικά, Θεσσαλονίκη 2011, 105-125, εδώ 112. Το κείμενο του Δωρόθεου Βουλησμά [βλ. σχε- τικώς Βασιλείου Ψευτογκά, «Η γνησιότης των συγγραμμάτων Μακαρίου του Αιγυπτίου (Συ- ζήτησις Ελλήνων λογίων του 18ου αιώνος)», στο: Θεολογικόν συμπόσιον χαριστήριον εις τον καθηγητήν Π. Κ. Χρήστου, Εν Θεσσαλονίκη 1967, 191-214, εδώ 200· πρβλ και Jean Darrou- zès, «Notes sur les homélies du Pseudo-Macaire», Le Museon 67 (1954) 306] έχει τη μορφή επιστολιμαίας διατριβής και απεστάλη στον Παΐσιο (Βελιτσκόφσκι), ηγούμενο της Μονής Νεάμτσου στη Ρουμανία, εμφανίζεται δε ως μία απόπειρα κριτικού διαλόγου με την Ἐπίκρι- ση του Νεοφύτου και ανασκευής των επιχειρημάτων του. περιεχομένου της Ἐπικρίσεως, καθώς και της τεκμηρίωσης των ανωτέρω ισχυρισμών θα υπεισέλθουμε στον οικείο τόπο κατωτέρω. Εδώ ενδείκνυται να σημειώσουμε ότι, ανεξαρτήτως της θέσεως που θα λάβει σήμερα κανείς έναντι του ακόμα έντονα εριζόμενου ζητήματος του Μεσσαλιανισμού των Ψευδομακαριανών έργων, η συμβολή του Νεοφύτου στην ανάδειξη του προβλήματος τόσο της πατρότητας των έργων όσο και του θεολογικού στίγ- ματός τους είναι απαραγνώριστη και εξάπαντος πρωτοποριακή. Του λόγου το αληθές πιστοποιεί το γεγονός ότι ο συγγραφέας μας αμφισβητεί τη μακα- ριανή προέλευση των Ομιλιών προβαίνοντας σε οξυνούστατη κριτική του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με τις φιλολογικές και θεολογικές μαρτυ- ρίες για το Μεσσαλιανισμό συγγραφέων της Αρχαίας και της Βυζαντινής Εκκλησίας· και όλα αυτά συμβαίνουν στον επιστημονικώς καθυστερημένο χώρο των τουρκοκρατούμενων Βαλκανίων το 2ο μισό του 18ου αιώνα, ενά- μιση περίπου αιώνα (!) πριν από την εμφάνιση στη Δυτική Ευρώπη αντί- στοιχων κριτικών εγχειρημάτων από εξοπλισμένους με άρτια φιλολογική και θεολογική σκευή ερευνητές. β. Ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης: Βίος και έργο Ο συγγραφέας της Ἐπικρίσεως γεννήθηκε το 1713 στο Σοποτό των Κα- λαβρύτων, όπως ορθά έναντι της παλαιότερης άποψης περί υποτιθεμένης εκ Πατρών καταγωγής του υπέδειξε ο Αθανάσιος Φωτόπουλος7. Οι γονείς του υπήρξαν Εβραίοι που ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό· πέραν του στοιχείου τούτου όμως τίποτα δεν είναι γνωστό γι’ αυτούς. Ο νεαρός Νεόφυτος μα- θητεύει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ λίγο αργότερα, το 1739, ιεροδιάκονος πια μαθητεύει στην Πάτμο έχοντας συμ- μαθητή τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων Εφραίμ τον Αθηναίο. Το 1744 τον βρίσκουμε ακουστή του Ευγένιου Βούλγαρη στα Ιωάννινα. Ακο- λουθεί η περίοδος της παραμονής του στο αγιώνυμο Όρος (1747-1760), όπου θα καρεί μοναχός στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων και στη συνέχεια θα διδάξει ως πρώτος σχολάρχης της νεοϊδρυθείσας Αθωνιάδας Σχολής στο 7. Αθανασίου Θ. Φωτοπούλου, «Ὁ διδάσκαλος τοῦ γένους Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης καὶ τὸ ἔργον του», Ἐπετηρὶς Καλαβρύτων 3 (1971) 233-249, εδώ 234· πρβλ. Γ. Παπανδρέου, σε: Καλαβρυτινὴ Ἐπετηρίς 1906, σ. 71. (Η αντίθετη άποψη, εντούτοις, απαντά ακόμα). Βιο- γραφικά σημειώματα για τον Νεόφυτο τον Καυσοκαλυβίτη βλ. σε: Κωνσταντίνος Σάθας, Νε- οελληνικὴ φιλολογία. Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς κατά- λύσεως τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας μέχρι τῆς ἑλληνικῆς ἐθνεγερσίας, Ἀθήναι 1868, 510- 512· Γεώργιος Ζαβίρας, Νέα Ἑλλάς, ἤτοι Ἑλληνικὸν Θέατρον, Ἀθήναι 1872, 484-486. Πιο πρόσφατες και πλέον αξιόπιστες σε επιμέρους ζητήματα είναι οι μελέτες: A. Camariano-Cio- ran, ένθ’ αν., 413-431· Χαρίλαος Σ. Τζώγας, Ἡ περὶ μνημοσύνων ἔρις ἐν Ἁγίῳ Ὄρει κατὰ τὸν ΙΗ΄ αἰώνα, Θεσσαλονίκη 1969, 16-28, και εσχάτως η εισαγωγή του Θεοδωρήτου Ιερομονά- χου Αγιορείτου (εκδ.), Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη, Ἐπιτομὴ ἱερῶν Κανόνων, Αθήνα 2002, 9- 38, τον οποίο και κατά βάση ακολουθώ στη συντομότατη έκθεση των βιογραφικών στοι- χείων του Πελοποννησίου διδασκάλου. Βατοπέδι8. Τον Άθω θα εγκαταλείψει ο συγγραφέας μας και ένεκα της προ- κληθείσας έριδας περί των Κολλύβων, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο θα διαδραματίσει ο ίδιος9. Από το 1760-1763 θα διδάξει στη Χίο, όπου μετ’ ου πολύ θα προκαλέσει, λόγω του θερμού για την ορθόδοξη παράδοση ζήλου του, την εναντίον του αντίδραση προσωπικοτήτων του νησιού, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν ο λόγιος Γεώργιος Κορέσσιος, ο Θεοδόσιος Σκυ- λίτζης, αλλά και ο εξάδελφος του Αδαμαντίου Κοραή Κύριλλος ιερομόνα- χος10. Στη συνέχεια θα βρεθεί στην Αδριανούπολη, ενώ περί το 1766/7 θα μεταβεί στο Βουκουρέστι της Βλαχίας προκειμένου να επιμεληθεί ο ίδιος προσωπικά την έκδοση της Γραμματικής του, ενός ογκώδους όσο και περι- σπούδαστου Υπομνήματος στο δ΄ βιβλίο της Γραμματικής του εκ Θεσσαλο- νίκης ορμωμένου φιλολόγου και ανθρωπιστή της ύστερης Βυζαντινής περιό- δου Θεοδώρου Γαζή11. Εδώ στη Βλαχία και για ένα χρονικό διάστημα στη γειτονική Τρανσυλβανία (πιο συγκεκριμένα στο Μπρασώβ ή Kronstadt, ήτοι Στεφανόπολις, όπου θα καταφύγει λίγο προ του ξεσπάσματος το 1768 του ρωσοτουρκικού πολέμου)12 θα εκτυλιχθεί η τελευταία φάση της ζωής του Νεοφύτου, η οποία και θα ολοκληρωθεί το 1784 με το θάνατό του έπειτα α- πό μια μακρά περίοδο γόνιμης διδακτικής δραστηριότητας στην Αυθεντική Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Το σπουδαιότερο μνημόσυνο του ανδρός δεν συνιστούν τόσο τα διθυ- ραμβικά σχόλια μερικών εκ των διαπρεπεστέρων λογίων της Δυτικής Ευρώ- 8. Για την σχολαρχία του Νεοφύτου στην Αθωνιάδα, αλλά και για την εν γένει λειτουρ- γία της εν λόγω Σχολής βλ. μεταξύ άλλων Άλκη Αγγέλου, Τὸ χρονικὸ τῆς Ἀθωνιάδας (Δο- κίμιο ἱστορίας τῆς σχολῆς μὲ βάση ἀνέκδοτα κείμενα), στο: Του Ιδίου, Τῶν Φώτων. Ὄψεις τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ (Νεοελληνικὰ Μελετήματα, Νέα σειρά, ἀρ. 9), Αθήνα 1988, 117- 119· επίσης Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Ἡ παιδεία ἐπὶ Τουρκοκρατίας (Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀπὸ τῆς Ἁλώσεως μέχρι Καποδιστρίου), τόμος 1ος, Ἐν Ἀθήναις 1936, 90 επ. (να σημειωθεί η πληρο- φορία του Δωροθέου Ευελπίδου, που αντλούμε από τη σελίδα 90, ότι ο Αδαμάντιος Κοραής επήνεσε θερμά τους Βατοπεδινούς για το διορισμό του Νεοφύτου)· πρβλ. επίσης Γερασίμου Σμυρνάκη Τὸ Ἅγιον Ὄρος, (ανατ.: Καρυαί Αγίου Όρους 2005), 148 επ. 10. Σχετικά με την έριδα βλ. Τζώγα, ένθ’ αν., passim και Κ. Παπουλίδης, Τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων, Ἐν Ἀθήναις 1971· πρβλ. επίσης, Αγίου Αθανασίου του Παρίου, Δήλωσις τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει ταραχῶν ἀληθείας (Ἱστορία καὶ Θεολογία τοῦ Κολλυβαδικοῦ κινήματος βάσει ανεκδότων χειρογράφων), επιμ. Θεοδωρήτου Ἱερομονάχου Ἁγιορείτου, Αθήναι 1988. 10. Τα σχετικά διαλαμβάνει ο Κωνστ. Ι. Άμαντος [Τὰ Γράμματα εἰς τὴν Χίον κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν 1566-1822 (Σχολεῖα καὶ λόγιοι), Πειραιεὺς 1946, 15], ο οποίος, ωστόσο, σφάλλει ως προς το έτος θανάτου του Νεοφύτου· επιπλέον εμφανίζεται ιδιαιτέρως προκατει- λημμένος έναντι του συγγραφέα μας. 11. Περί του Γαζή βλ. D. Geannakoplos, «Theodore Gaza, a Byzantine Scholar of the Palaiologan “Renaissance” in the Early Italian Renaissance (c. 1400-1475)», στο: Του ιδίου, Constantinople and the West, Essays on the Late Byzantine (Palaiologan) and Italian Renaissance and the Byzantine and Roman Churches, Wisconsin 1989, 68-90. 12. Βλ. Αθ. Καραθανάση, Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Τρανσυλβανίας. Ἡ πνευματική, ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστκὴ ζωὴ τῶν δύο ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν κομπανιῶν τοῦ Σιμπίου καὶ τοῦ Μπρασόβου, 18ος -19ος αἰ., Θεσσαλονίκη 2003, 194 επ. πης του καιρού του, όπως αυτό του περίφημου Villoison, ούτε μόνο η λα- μπρά ξυνωρίς των μαθητών του, δηλ. οι Λάμπρος Φωτιάδης και Θεόδωρος Δρίτσας, όσο το πολύπτυχο συγγραφικό του έργο. Πέραν της μνημειώδους Γραμματικής, που υπομνήσαμε, το ερμηνευτικό-υπομνηματιστικό του έργου αφορά τον Όμηρο, το Θουκυδίδη, τον Ισοκράτη, τον Πλούταρχο και το Συ- νέσιο Επίσκοπο της Κυρηναϊκής Πτολεμαϊδος του 5ου αιώνα, του οποίου τις Επιστολές ο Πελοποννήσιος διδάσκαλος του Γένους μετέφρασε και υπομνη- μάτισε με τρόπο που μέχρι σήμερα αποτελεί, λόγω του αρίφνητου πλούτου των οξυνούστατων φιλολογικών παρατηρήσεών του, αδιάψευστο μάρτυρα της θαυμαστής αρχαιογνωσίας και ελληνομάθειας του ανδρός13. Αλλά και τα εκκλησιαστικά γράμματα βρήκαν στο πρόσωπο του Νεοφύτου, παρά τη διο- λίσθησή του στην κακοδοξία αναφορικά με το Μυστήριο της Θείας Ευχαρι- στίας14, έναν οτρηρό εργάτη σπάνιας αντοχής αλλά και θαυμαστής κριτικής οξύνοιας15. Τούτο ακριβώς το ακοίμητο κριτικό αισθητήριο του Νεοφύτου πιστο- ποιεί σε μεγάλη κλίμακα η εισέτι μη καθ’ ολοκληρίαν εκδοθείσα ογκωδέ- στατη Ἐπιτομὴ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, αλλά και σε μικρή, η αξιοσημείωτης περιεκτικότητας Ἐπίκρισις, που εκδίδουμε εδώ. Δίπλα στη θαυμαστή τοιχο- γραφία της Επιτομής μινιατούρες όπως το εν λόγω πόνημα κυρώνουν την α- ξία του Νεοφύτου ως δασκάλου όχι μόνο της μεγάλης, αλλά και της μικρής φόρμας. Πριν προχωρήσουμε, όμως, στην έκθεση του περιεχομένου της Ἐπικρί- σεως και την κριτική αποτίμηση της διατυπούμενης σε αυτήν θέσεως του Νεοφύτου για την πατρότητα και το χαρακτήρα των Ψευδομακαριανών έρ- γων, ενδείκνυνται οι κάτωθι γραμματολογικές και θεολογικές παρατηρήσεις για το κειμενικό corpus που παραδοσιακά αποδίδεται στον ασκητή του 4ου αιώνα Μακάριο τον Αιγύπτιο. 13. Το θαυμάσιο αυτό έργο εξέδωσε ο Γρηγόριος Κωνσταντάς. Βλ. την περισπούδαστη σχετική μελέτη του Θεοδόση Πυλαρινού, «Ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης ως σχολιαστής των Επιστολών Συνεσίου του Κυρηναίου», στο: Αθαν. Φωτόπουλου (επιμ.), Ο διδάσκαλος του γέ- νους Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και το έργο του. Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου (Πύργος Ηλείας 24-25 Μαίου 2008), Πύργος 2010 (υπό έκδοση). 14. Βλ. Κωνστ. Α. Μανάφη (εκδ.), «Ἀθανασίου τoῦ Παρίου ἀνέκδοτος Ἐπιστολή ἀ- ντιρρητικὴ γενομένη πρὸς τὴν παρά τινων περὶ τοῦ Κυριακοῦ Σώματος κακοδοξίαν», στο: Ιερά Μητρόπολις Παροναξίας (επιμ.), Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Πρακτικὰ Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (Πάρος 29 Σεπτεμβρίου-Ὀκτωβρίου 1998), Πάρος 2000, 207-255. 15. Για τον κριτικό τρόπο αντιμετώπισης της θεολογικής προβληματολογίας που χαρα- κτήριζε το Νεόφυτο βλ. Γεωργίου Δ. Παναγόπουλου, «Η περί ιερών εικόνων διδασκαλία Νε- οφύτου του Καυσοκαλυβίτου και οι πηγές της», στο: Αθ. Φωτόπουλου (επιμ.), ένθ’ αν. (υπό έκδοση). 2. Το πρόβλημα της πατρότητας των ψευδομακαριανών 50 Πνευματι- κών Ομιλιών. α. Το corpus των Μακαριανών και οι τέσσερις Συλλογές της χειρόγραφης παράδοσής του. Πριν προβούμε στην παρουσίαση των θεολογικών και κριτικοφιλολο- γικών ζητημάτων που συνδέονται με τα επ’ ονόματι Μακαρίου του Αιγυπτί- ου φερόμενα έργα, συνιστάται να δούμε ποιά είναι αυτά. Πρόκειται για τέσ- σερεις κατηγορίες κειμένων: την πρώτη αποτελούν οι περίφημες 50 Πνευμα- τικές Ομιλίες, των οποίων η γνησιότητα απασχόλησε κυρίως τον Νεόφυτο· τη δεύτερη συνιστούν τα λεγόμενα opuscula, μια σειρά ασκητικών πραγμα- τειών16, τα οποία αντιπροσωπεύουν κατ’ ουσίαν μια «μετάφραση», δηλ. πα- ράφραση-διασκευή των ανωτέρω Ομιλιών, την οποία εκπόνησε ο διάσημος διασκευαστής αγιολογικών και πατερικών κειμένων του 10ου αιώνα Συμεών ο Λογοθέτης ή Μεταφραστής·17 την τρίτη κατηγορία αποτελούν οι Επιστο- λές, από τις οποίες ξεχωρίζει και λόγω της σχέσης που, όπως θα δούμε, έχει με ένα πόνημα του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, η Μεγάλη Επιστολή· στην τέ- ταρτη και τελευταία κατηγορία υπάγονται τα λεγόμενα Αποφθέγματα, τα ο- ποία η παράδοση αποδίδει στον Μακάριο τον Αιγύπτιο, και τα οποία είναι το μόνο τμήμα των επ’ ονόματί του φερομένων συγγραφών που ο Νεόφυτος θεωρεί γνήσιο, δηλ. προερχόμενο από την γραφίδα του ιερού Πατρός της αι- γυπτιακής ερήμου. Αναφορικά τώρα με τους Πνευματικές Ομιλίες, οι οποίες και κυρίως μας ενδιαφέρουν εδώ λόγω της προσοχής που τους αφιέρωσε ο Νεόφυτος, ενδείκνυται η διευκρίνιση ότι ο αριθμός τους κυμαίνεται στη χειρόγραφη παράδοση. Η νεότερη έρευνα ξεχώρισε τέσσερις συλλογές, που παραδίδουν κοινό, αλλά και διαφορετικό υλικό: Η λεγόμενη Συλλογή ΙΙ περιέχει τις 50 Πνευματικές Ομιλίες18 και είναι αυτή την οποία χρησιμοποιήσε ο Πελοπον- νήσιος διδάσκαλος στη μελέτη του. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο George 16. Τα επιμέρους opuscula φέρουν τους εξής τίτλους: 1. Περὶ φυλακῆς καρδίας, 2. Περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι, 3. Περὶ προσευχῆς, 4. Περὶ ὑπομονῆς καὶ διακρίσεως, 5. Περὶ ὑψώ- σεως τοῦ νοός, 6. Περὶ ἀγάπης και 7. Περὶ ἐλευθερίας νοός. Το κείμενο σε PG 34, 821-968. 17. George L. Marriott, “Symeon Metaphrastes and the seven homilies of Macarius of Egypt”, Journal of Theological Studies 18 (1917) 71 επ.· του Ιδίου, “The tractat of Symeon Metaphrastes De perfectione spirituali” Journal of Theological Studies 19 (1918) 331 επ. (τα γνωρίζω μόνο από παραπομπή). Κατά τα λοιπά και ο εν λόγω Συμεών ταλάνισε ουκ ολίγον τη σύγχρονη έρευνα έως ότου τοποθετηθεί χρονικά στον 10ο αιώνα. Βλ. Hans-Georg Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München 1959, 570 επ. 18. Klaus Fitschen, Messalianismus und Antimessalianismus. Ein Βeispiel ostkirchli- cher Ketzergeschichte, Göttingen 1998, 158 επ· Columba Stewart, „Working the Earth of the Heart“. The Messalian Controversy in History, Texts, and Language to AD 431, Oxford 1991, 72 επ. Marriott ανακάλυψε 7 ακόμα Ομιλίες σε ένα οξφορδιανό χειρόγραφο 19. Στη Συλλογή Ι, τώρα, η οποία εκδόθηκε το 1973 από τον Heinz Berthold με βά- ση τον cod. vat. gr. 69420, περιλαμβάνονται 64 Λόγοι (ανάμεσά τους και Ε- πιστολές)· στην συλλογή αυτή εντάσσεται και η παλαιότερη Συλλογή ΙV με 26 Λόγους. Τέλος η Συλλογή ΙΙΙ αποτελεί έναν ακόμα κλάδο της χειρόγρα- φης παράδοσης: Παραδίδει 43 Λόγους, από τους οποίους το 1961 εκδόθη- καν μόνο οι 28 που δεν περιέχονται στην Συλλογή ΙΙ21. β. Εκδόσεις των ψευδομακαριανών Ομιλιών. Όπως μας πληροφορούν οι σύγχρονοι εκδότες των Πνευματικών Ομιλι- ών22, την editio princeps των 50 Πνευματικών Ομιλιών (πρόκειται για το πε- ριεχόμενο της Συλλογής ΙΙ) επιμελήθηκε το 1559 ο επικεφαλής του ιεροεξε- ταστικού τμήματος της παρισινής Γερουσίας Ιωάννης Πίκος (Picus) επί τη βάσει των κωδίκων Paris. gr. 1157 και 58723. Τον ίδιο χρόνο ο Picus προέβη στη δημοσίευση μιας λατινικής μεταφράσεως, η οποία επανεκδόθηκε λίγα χρόνια μετά. Το 1594 ο Παλτένιους (Palthenius) προβαίνει στην πρώτη γερ- μανική έκδοση του έργου στη Φρανκφούρτη· προς τούτο χρησιμοποιεί, με ελάχιστες αποκλίσεις, το κείμενο της εκδόσεως του Picus προσθέτοντας μια νέα, δική του, λατινική μετάφραση. Το 1698 επιμελείται νέα έκδοση στη Λειψία ο I. G. Pritius, ενώ το 1714 ο ίδιος λόγιος προβαίνει σε πιο επιμελη- μένη επανέκδοση του κειμένου συμπεριλαμβάνοντας και τα λεγόμενα opu- scula, τα οποία ο ίδιος είχε εκδώσει χωριστά το 1699. Για τις εκδόσεις των Ομιλιών ο Pritius χρησιμοποίησε το κείμενο του Palthenius (ο οποίος με τη σειρά του είχε, όπως είδαμε, στηριχθεί στο κείμενο του Picus). Όμως ο Pritius προέβη σε διορθώσεις του παραλειφθέντος κειμένου· αλλά επειδή δεν μπό-ρεσε να βασισθεί σε κάποιο χειρόγραφο, επέφερε αλλαγές α) κατ’ ελευθέ-ραν εικασία και β) με βάση εκδοχές του παρισινού κώδικα από του τόμους ΙΙ και ΙΙΙ του Monumenta Ecclesiae Greacae του Cotelerius. Η έκδοση του Pritius έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο γιατί οι μεταγε- νέστερες εκδόσεις του 18ου και 19ου αι. προέρχονται απ’ αυτή (η έκδοση του 1714 εντάχθηκε στον έβδομο τόμο της Bibliotheca Veterum Patrum του A. Gallandi από όπου έφτασε στην έκδοση του Floss και από εκεί στην PG 34, 19. George Marriott, Seven unpublished Homelies of Macarius, (Harvard Theological Studies V), Cambridge 1918. Να υπενθυμίσουμε ότι ήδη από το 1722 ο Oudin είχε μιλήσει για 7 περαιτέρω Ομιλίες: PG 34, 379. 20. Heinz Berthold, Makarios-Symeon. Reden und Briefe (Griechische Christliche Schriftsteller), Berlin 1973. 21. E. Klostrmann / Heinz Berthold, στη σειρά Texte und Untersuchungen Nr. 72. 22. H. Dörries / E. Klostermann / M. Kroeger, Die 50 Geistlichen Homelien des Maka- rios (Patristische Texte und Studien, hrsg. von K. Aland und W. Schneemelcher, Bd. 4), Berlin 1964, XLII επ. Πρβλ. και Migne Patrologia Graeca (= PG) 34, 499-822. 23. Πλήρης τίτλος της εκδόσεως: B. Macarii Aegyptii Homiliae quinquaginta. Ex Bibli- otheca Regia, Parisiis MDLIX. 449-822)24, αλλά γιατί ήταν αυτή που χρησιμοποίησε ο Νεόφυτος για την εκπόνηση της κριτικής του, γεγονός που έχει από καιρό επισημανθεί25 επί τη βάσει της ίδιας της μαρτυρίας του συγγραφέα μας. Ας σημειωθεί, κάτι που έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα για την κατανόηση του κειμένου του Νεοφύ- του, ότι στην έκδοση του 1714 ο Pritius είχε συνενώσει την προμνησθείσα έκδοσή του των Ομιλιών του 1698 με αυτή των Opuscula, που είχε ο ίδιος εκπονήσει ένα χρόνο μετά, δηλ. το 169926, θεωρώντας δεδομένη την μακα- ριανή προέλευση όλων των κειμένων. Έτσι, όπως θα δούμε, ο Νεόφυτος είχε στα χέρια του ένα εγχειρίδιο, στο οποίο εκπροσωπούνταν οι τρεις από τις α- νωτέρω τέσσερις κατηγορίες του μακαριανού Corpus: Τα Opuscula, τα Aπο- φθέγματα, και οι 50 Πνευματικές Ομιλίες. Εν κατακλείδι να σημειώσουμε ότι στις αρχές του 19ου αιώνα είδε το φως της δημοσιότητας στη Βενετία μια έκδοση των Ομιλιών από έναν Αρχιμανδρίτη Ιωαννίκιο, στον οποίο χρησίμευσε ως πρότυπο η εργασία του Pritius. Η έκδοση αυτή ανατυπώθηκε στην Αθήνα το 1886 και το 1954, λίγα χρόνια πριν από τη δημοσίευση της μνημειώδους κριτικής εκδόσεως των Ομιλιών (Συλλογή ΙΙ) στο Βερολίνο το 1964 από τους Hermann Dörries, Erich Kloster-mann και Matthias Kroeger. γ. Το πρόσωπο του Μακαρίου του Αιγυπτίου και οι άλλοι «Μακάριοι». Για να εισαγάγουμε τον αναγνώστη στο θέμα μας προσφορότερα, αντι- γράφουμε τα λόγια του μεγαλυτέρου σύγχρονου ερευνητή των ψευδομακα- ριανών συγγραφών: «Ελάχιστα συγγραφικά πονήματα της αρχαίας Εκκλησί- ας εξακολουθούν μέχρι τα νεότερα χρόνια να παρουσιάζουν ιστορία τόσο πλούσια σε εναλλαγές όσο οι Πνευματικές Ομιλίες, που φέρουν το όνομα του Μακαρίου»27. Η απόφανση αυτή δικαιώνεται αρχής γενομένης από το συγγραφέα των έργων και επιβεβαιώνεται μέχρι και σήμερα λόγω της συνε- χιζόμενης αντιπαράθεσης σχετικά με το θεολογικό στίγμα τους. Ποιος υποδεικνύεται από την παράδοση ως συγγραφέας; Οι Ομιλίες υ- ποτίθεται ότι συνεγράφησαν από τον Μακάριο τον Πρεσβύτερο ή Μέγα, ο οποίος δέον να διακρίνεται από τον ομώνυμό του της Αλεξάνδρειας. Ο τε- λευταίος κοιμήθηκε περί το 394 αφού έζησε ως ερημίτης στην αιγυπτιακή έ- ρημο της Νιτρίας, νοτίως της Αλεξάνδρειας, και ανεδείχθη μαζί με το Μα- 24. Ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία της εκδόσεως του έργου από τον Migne, την οποία συ-νοψίζει ο Василий В. Волотов, (Βασίλη Β. Μπόλατοβ), Лекций по Историй древней Церкви I-II, χ.τ.εκδ. 2008, 106. 25. Δυοβουνιώτης, ένθ’ αν., 89 και υπ. 3· Jean Darrouzès, «Notes sur les homélies du Pseudo-Macaire», Le Museon 67 (1954) 306 επ. 26. Πρβλ. το σχετικό σχόλιο του I. A. Fabricius στην Bibliotheca Graeca που αναπα- ράγεται στην PG 34, 391-400, εδώ 396. 27. Hermann Dörries, Symeon von Mesopotamien. Die Überlieferung der messaliani- schen „Makarios Schriften“, Leipzig 1941, 1. κάριο τον Μέγα σε σύμβολο της θεολογίας και της πράξης των Πατέρων της ερήμου. Ο φερόμενος, τώρα, ως συγγραφέας των Ομιλιών, Μακάριος ο Με- γας ή Αιγύπτιος, έζησε ανάμεσα στο 300 και το 390. Υπήρξε μετά τον αββά Αμμούν, ιδρυτή της Σκήτης στην έρημο της Νιτρίας, η ηρωική φυσιογνωμία της μοναστικής αυτής αποικίας· επιπλέον υποστήριξε θερμά το Μ. Αθανά- σιο στους θεολογικούς του αγώνες και εκπροσωπείται με ασκητικές-πνευ- ματικές ρήσεις του στη συλλογή αποφθεγμάτων πατερικής σοφίας, τη γνω- στότερη ως Γεροντικόν (Apophtegmata Patrum, αριθμ. 454-494). Οι εκ- κλησιαστικοί ιστορικοί Παλλάδιος και Ρουφίνος αναφέρουν ελάχιστα για το βίο του, ενώ σιωπούν σχετικά με τις αποδιδόμενες σε αυτόν Πνευματικές Ο- μιλίες28. δ. Η αμφισβήτηση της γνησιότητας: Επισκόπηση της σύγχρονης έρευνας. Οι πρώτες κριτικές φωνές εναντίον της πατρότητας του Μακαρίου θα ε- γερθούν στη Δύση το 1722 από τον C. Oudin και το 1745/6 από τον J. Sem- ler, οι οποίοι, επικαλούμενοι α) τη σιωπή της εκκλησιαστικής παράδοσης, β) την ανομοιομορφία του περιεχομένου των συγγραφών και γ) τον υποτι- θέμενο πελαγιανισμό τους, αμφισβήτησαν ότι ο μεγάλος ασκητής της αιγυ- πτιακής ερήμου υπήρξε ο συντάκτης των Πνευματικών Ομιλιών. Και ενώ ο Semler δε διατυπώνει κάποια υπόθεση για τον πραγματικό συντάκτη των κειμένων, ο Oudin υποδεικνύει ως πιθανό συγγραφέα τον μοναχό Μάρκο τον Ερημίτη, επικαλούμενος κυρίως την κατ’ αυτόν συμφωνία των Ψευδο- μακαριανών και των σωζόμενων έργων του Μάρκου με την πελαγιανική δι- δασκαλία29. Οι αναφορά στους εν λόγω συγγραφείς αποκτά, αίφνης, ξεχω- ριστό ενδιαφέρον, αν λάβουμε υπ’ όψη την κριτική που διατύπωσε ο δικός μας Νεόφυτος στο εδώ εκδιδόμενο πόνημά του λίγα χρόνια αργότερα (από- πειρα χρονολόγησής του αναλαμβάνουμε κατωτέρω). Και τούτο γιατί ο Πε- λοποννήσιος διδάσκαλος όχι μόνο αμφισβήτησε την πατρότητα του Μακα- ρίου, αλλά υπέδειξε συγκεκριμένο πρόσωπο, το μεσσαλιανό Συμεών, ως τον 28. John A. McGuckin, The Wenstminster Handbook to Patristic Theology, Louisville / London 2004, 210 επ.· Karl Suso Frank, Makarios d. Ältere (der Ägypter), s.v. στο: Lexikon des Mittelalters, Bd.VI (Sonderausgabe: München 2003), 152· βλ. ακόμα Johannes Quasten, Patrology, vol. III: The Golden age of Greek Patristic Literature from the Council of Nicaea to the Council of Chalkedon, Wesminster, Maryland 1960, 161 επ. Πρβλ. D. J. Chitty, The Desert a City. An Introduction to the Study of Egyptian and Palestinian Monasticism under the Christian Empire, New York, 32-35. Παλλάδιος, Πρὸς Λαῦσον Ἱστορία 19-20· Ρουφίνος, Historia Monachorum 28. 29. Βλ τις θέσεις τους στην PG 34, 377-384 και 263-274· πρβλ. Dörries, ένθ’ αν., 1, υπ. 2. Συστηματικά επεχείρησε να ανασκευάσει τις θέσεις των Semler και Oudin, αλλά και εν γέ- νει να πραγματευτεί το ζήτημα της γνησιότητας των υπό συζήτηση κειμένων, ο Ρώσος А. А. Бронзов, Преп. Макарий Египетский, его жизнь, творения и нравственное миро- воззрение (Ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ο βίος, το έργο και η ηθική κοσμοθεωρία του), Αγία Πετρούπολη 1899, 275-504. (Το έργο το γνωρίζω από παραπομπή). πραγματικό συγγραφέα· επιπλέον διατύπωσε και επιχείρησε να τεκμηριώσει, επί τη βάσει πατερικών μαρτυριών σχετικών με τις μεσσαλιανικές δοξασίες, τη θέση –για πρώτη φορά, ομολογουμένως στη διεθνή έρευνα – περί του μεσσαλιανικού χαρακτήρα των ψευδομακαριανών συγγραφών. Το ότι η σύγχρονη έρευνα τείνει να επιβεβαιώσει το Νεόφυτο ως προς το πρώτο σκέ- λος της πρότασής του (αυτό του συγγραφέα) και όχι πια ως προς το δεύτερο (μεσσαλιανισμός των Ομιλιών), ουδόλως απομειώνει τον πρωτοποριακό χα- ρακτήρα της «Ἐπικρίσεώς» του, αλλά και τον δίκαιο θαυμασμό μας για την εγρήγορση της ερευνητικής του συνείδησης. Μόλις στις αρχές του προηγούμενου αιώνα συνεχίστηκε με αξιώσεις το κυνήγι του αγνώστου συγγραφέα και του τόπου που έδρασε. Το 1911 ο C. Flemming και ένα χρόνο μετά o J. Stiglmeyr καταλήγουν κατόπιν ενδελε- χούς έρευνας στην άρνηση της πατρότητας του Μακαρίου, αλλά παρά τις προσπάθειές τους, δεν καταφέρνουν να υποδείξουν την ταυτότητα του πραγ- ματικού συγγραφέα – ο Flemming, είναι αλήθεια, θα μιλήσει για τα Βόστρα, πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αραβίας, ως πιθανή έδρα του συ- ντάκτη των συγγραφών, αλλά θα προτιμήσει να αφήσει το ζήτημα ανοικτό 30. Την αποφασιστική καμπή στην ιστορία της έρευνας σήμανε το 1920 η εργασία του Βέλγου Βενεδικτίνου Louis Villecourt. Ο εν λόγω ερευνητής «ανακάλυψε» (θέτουμε το ανακάλυψε σε εισαγωγικά, επειδή το ρήμα αυτό διατηρεί πλήρη τη σημασία του μόνο για την Δυτική Ευρώπη, μια και στην Ανατολή ο Νεόφυτος είχε, όπως θα δούμε, προσφύγει σε παρόμοια ερευνη- τική μέθοδο 150 χρόνια νωρίτερα!), ότι προτάσεις από τα Ψευδομακαριανά περιέχονταν στον κατάλογο των δοξασιών της αιρετικής σέκτας των Μεσ- σαλιανών που είχε δημοσιεύσει τον 8ο αιώνα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του Περί αιρέσεων. Επικουρικά χρησίμευσε στον Villecourt και ο αντίστοιχος κατάλογος μεσσαλιανικών δοξασιών του Τιμοθέου Κωνσταντι- νουπόλεως από τον 7ο αιώνα31. Για να μεταχειριστούμε και πάλι τη διατύ- πωση του Dörries, η ανακάλυψη του Villecourt ισοδυναμούσε με αναγνώρι- ση του μεσσαλιανικού χαρακτήρα των Ομιλιών32. 30. C. Flemming, De Macarii Aegyptii scriptis quaestiones, Diss. Phil. Göttingen 1911· J. Stiglmayr, Sachliches und Sprachliches bei Makarius von Ägypten, Feldkirch 1912. Πρβλ. Dörries, ένθ’ αν., 2 επ. και Klaus Fitschen, Messalianismus und Antimessalianismus. Ein Bei- spiel ostkirchlicher Ketzergeschichte, Göttingen 1998, 146. Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι ακόμα και ο πολύς O. Bardenhewer (Geschichte der altkirchlichen Literatur, Bd. 3: Das vier- te Jahrhundert mit Ausschluss der Schriftsteller syrischer Zunge, Freiburg im Br. 1912, 89) έ- τεινε το 1912 να αποδώσει τις υπό εξέταση συγγραφές στο Μακάριο. 31. L. Villercourt, La date et l’origine des Homelies spirituelles attribuées à Macaire. Compte rendu des séances de l’Academie des inscriptions et belles Lettres, 1920, 29-53. 32. Dörries, ένθ’ αν., 4: „Es ist jetzt anerkannt – das bedeutet Villecourts Entdeckung -, dass die Homilien der entusiastischen Bewegung der Messalianer entstammten und deren Lehre vertreten“. Αλλά τι ήταν ακριβώς ο Μεσσαλιανισμός; Η απάντηση είναι διττή: Αυ- τή που παραπέμπει στην ιδεολογική χρήση του όρου παρουσιάζει το Μεσ- σαλιανισμό ως μια ετικέτα που μπορούσε να λειτουργήσει, και όντως λει- τούργησε, γενικευτικά ως περιληπτική ονομασία με στόχο τον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση κυρίως ασκητικών και λατρευτικών πρακτικών εν- θουσιαστικού γένους οι οποίες έκαναν ανά τους αιώνες συχνά πυκνά την εμ- φάνισή τους στον ανατολικό χριστιανικό χώρο φαντάζοντας ως απειλή για την κατεστημένη ευσέβεια. Υπάρχει όμως και η ιστορικοδογματική απάντη- ση· αυτή μας μεταφέρει στο κλίμα του συριακού Μοναχισμού - παλαιόθεν βιότοπου έκτακτων εκφάνσεων χριστιανικής άσκησης - και υποδεικνύει την ύπαρξη μιας ακραίας ασκητικής σέκτας ενθουσιαστικού γένους. Ο όρος «Μεσσαλιανοί» προέρχεται από τα αρχαία συριακά (πιο συγκεκριμένα από την ενεργητική μετοχή του ρήματος ‫( ܨ‬salli) > (masalleyn) της κλί- σης Pael) και δηλώνει τους προσευχομένους - στην Ελληνική απαντά ο όρος «ευχίτες». Από τη Συρία και τη Μεσοποταμία ο Μεσσαλιανισμός πέρασε κατά τα μέσα του 4ου αιώνα στη Μικρά Ασία. Μολονότι είναι αλήθεια ότι αρχικά ακόμα και δεινοί αιρεσιολόγοι της εποχής, όπως ο Επιφάνιος Σαλα- μίνος Κύπρου33, αδυνατούσαν να εντοπίσουν με σαφήνεια διαβλητά στοι- χεία στο κίνημα, εντούτοις αυτό θα γνωρίσει μια σειρά από συνοδικές κατά- δίκες αρχής γενομένης από τη σύνοδο της Σίδης (Παμφυλία) το 388. Του προβλήματος θα επιληφθούν στη συνέχεια τοπικές σύνοδοι, πρώτα στην Αντιόχεια (390) και εν συνεχεία στην Κωνσταντινούπολη (426), ενώ η ση- μαντικότερη καταδίκη του Μεσσαλιανισμού, όπως αυτός εκπροσωπείτο από ένα βιβλίο, το Ασκητικόν, θα λάβει χώρα στην Γ΄ Οικουμενική σύνοδο της Εφέσου το 431. Τα θεμελιώδη γνωρίσματα του κινήματος φαίνεται ότι από- τελούσαν η εμμονή στην προσευχή, η οποία εμφανιζόταν μαζί με την αυ- στηρή άσκηση ως μόνος τρόπος για να εκδιώξει ο άνθρωπος από την καρδιά του το δαίμονα, που κατά κάποιο τρόπο είχε συμφυεί με τον εσωτερικό κό- σμο του ανθρώπου, ώστε να μην εξαρκεί από μόνο του ούτε το άγιο Βάπτι- σμα για την εκδίωξή του. Στο τέρμα αυτού του αγώνα, πάντα κατά τις ειση- γήσεις της σέκτας, ο άνθρωπος πληρούται από το άγιο Πνεύμα με τρόπο απτό, αισθητό. Συνεπεία τούτου τα ιερά μυστήρια, καθώς και η τάξη και η διδασκαλία της Εκκλησίας χάνουν κάθε νόημα και αξία για τον ευρισκόμενο στην κατάσταση της εκστάσεως άνθρωπο34. Να σημειώσουμε ακόμα ότι όσα γνωρίζουμε για τη μεσσαλιανική διδα- σκαλία (στο βαθμό, βέβαια, που έχουμε το ενδόσιμο να μιλήσουμε για τη σέκτα ως ενιαία κίνηση, κάτι που ήκιστα φαίνεται να συμβαίνει) προέρχο- 33.Επιφανίου Σαλαμίνος, Πανάριον, ed. K. Holl, vol. III, Berlin 1933, 487· πρβλ. McGuckin, ένθ’ αν., 210. 34. Για την ιστορία του Μεσσαλιανισμού βλ. Fitschen, ένθ’ αν., 18-144· επίσης Co- lumba Stewart, „Working the Earth of the Heart“. The Messalian Controversy in History, Texts, and Language to AD 431, Oxford 1991. νται από σχετικές λίστες/καταλόγους που ενσωματώνουν σε ευρύτερες συ- νάφειες συνήθως αιρεσιολογικών έργων τους αρχαίοι και μεσαιωνικοί εκ- κλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες της Εκκλησίας. Οι κατάλογοι αυτοί είναι πέντε: 1) Αυτός του Θεοδώρητου Κύρου στην Εκκλησιαστική Ιστορία 4, 11 (449-505), 2) του ιδίου στην Αιρετικών κακομυθίας επιτομήν 4, 11 (453), 3) ο συριακός κατάλογος που αποδίδεται από το Μονοφυσίτη Σεβήρο Αντιοχείας (στο έργο του Contra additiones Juliani) στον Ευπρέπιο Παλτού (ιεράρχη που έζησε στην καμπή μεταξύ 4ου και 5ου αι.), 4) αυτός του Τιμο- θέου Κωνσταντινουπόλεως (6ος αι.) και 5) ο κατάλογος του Ιωάννου Δαμα- σκηνού από το έργο του Περὶ αἱρέσων (8ος αι.)35. Τον Villecourt, λοιπόν, ο οποίος, όπως ήδη σημειώσαμε, βασίσθηκε στις πληροφορίες των δύο τελευταίων εκ των ως άνω αναφερομένων κατά- λόγων για να καταδείξει το μεσσαλιανικό χαρακτήρα των Ψευδομακαρια- νών, ακολούθησαν σε γενικές γραμμές και συμπλήρωσαν οι Wilmart, Jüli- cher και Marriott36. Παραταύτα το ερώτημα περί του συγγραφέα των έργων παρέμενε αναπάντητο. Μάλιστα η οποιαδήποτε απόπειρα απάντησής του ό- φειλε να βασισθεί σε μια προσεκτική μελέτη της χειρόγραφης παράδοσης, αφ’ ης στιγμής ο Villecourt είχε υποδείξει την ύπαρξη αραβικών χειρογρά- φων των Ψευδομακαριανών στο Βατικανό, ενώ o Marriott έκανε λόγο για συριακά χειρόγραφα του Βρετανικού Μουσείου τα οποία περιείχαν, πέραν των ήδη γνωστών Ομιλιών, περαιτέρω υλικό αποδιδόμενο στο Μακάριο 37. Το εγχείρημα της γενικής επιστασίας της χειρόγραφης παράδοσης, της έρευνας των επί μέρους κλάδων της παραδόσεως και του επί τη βάσει αυτής εντοπισμού του αναζητούμενου συγγραφέα ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Hermann Dörries σε μια πολύκροτη μελέτη του, που είδε το φως της δη- μοσιότητας διαρκούντος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1941. Στην ίδια μελέτη, αφού διατυπώνεται επιπλέον η θέση ότι στα αποσπάσματα των ψευδομακαριανών Ερωταποκρίσεων ανιχνεύονται τμήματα του απολεσθέ- ντος Ασκητικού - της καταστατικής βίβλου των Μεσσαλιανών, η οποία, ό- πως σημειώσαμε, καταδικάσθηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 431 - επιχειρείται η αποκατάστασή του πρωτοτύπου. Η κεντρική θέση του Γερμανού ερευνητή, εντούτοις, αφορά το πρόσω- πο του συγγραφέα των Ψευδομακαριανών. Στηριζόμενος σε μία από τις α- νωτέρω μνησθείσες καταγραφές στις οποίες προέβη σχετικώς με τους Μεσ- σαλιανούς ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος (Εκκλ. Ιστορία 4, 11, 2), υποδει- 35. Βλ. σχετικά Stewart, ένθ’ αν., 52 επ. και κυρίως Fitschen, ένθ’ αν., 61-88. 36. A. Willmart, «L’origine veritable des homélies pneumatiques», Revue d’Ascetique et du Mustique 1920· A. Jülicher, «Geheiligte Ketzer», Protestantische Monatshefte 25 (1921)· G. L. Marriott, «The Messalians and the discovery of their ascetic book», Harvard Theological Revew 19 (1926). Τις παραπομπές έχω από το Dörries, ένθ’ αν., 3. 37. Dörries, ένθ’ αν., 4, και Quasten, ένθ’ αν., 163, ο οποίος ακολουθεί τον προηγού- μενο ερευνητή. κνύει έναν Συμεών, αιρεσιάρχη από τη Μεσοποταμία 38 – δηλ. το ίδιο πρό- σωπο που, όπως θα δούμε, υπέδειξε ως συγγραφέα ενάμιση και πλέον αιώνα νωρίτερα ο δικός μας Νεόφυτος ορμώμενος, inter alia, και από την αναφορά του Θεοδώρητου στον εν λόγω αιρεσιάρχη! Βέβαια ο Dörries κατέληξε στη σχετική εισήγησή του έχοντας πλήρη εποπτεία της χειρογράφου παραδόσε- ως των συγγραφών, από τη μελέτη της οποίας και διαπίστωσε ότι ένα αριθ- μός χειρογράφων αποδίδει τις Ομιλίες σε κάποιον Συμεών· επιπλέον πολύτι- μη επικουρία του πρόσφερε η προεργασία του Strothmann 39, o οποίος ήδη από τη δεκαετία του 30 είχε μελετήσει την αραβική παράδοση των κειμέ- νων, η οποία επίσης τα αποδίδει σε κάποιον Συμεών. Έκτοτε ελάχιστες αμ- φιβολίες ήγειρε η ταύτιση του συγγραφέα με τον Συμεών της Μεσοποταμί- ας· όμως η θέση περί μεσσαλιανικής προέλευσης των Ψευδομακαριανών μο- λονότι, έγινε δεκτή από Πατρολόγους των επομένων δεκαετιών 40, εντούτοις προκάλεσε έντονες ενστάσεις, με αποτέλεσμα σήμερα να μην αποτελεί την κρατούσα άποψη στην έρευνα. Πρώτος ο διάσημος φιλόλογος W. Jaeger αμφισβήτησε την θέση ότι οι Ομιλίες είναι μάρτυρες της μεσσαλιανικής θεολογίας ως αποτελούσες επε- ξεργασμένη και αναπροσαρμοσμένη έκδοση του καταδικασμένου συνοδι- κώς Ασκητικού, το οποίο, υποτίθεται, ότι με αυτό τον τρόπο διασώθηκε και διήγαγε πλέον incognito ένα βίο πλήρως αποδεκτό από τη βυζαντινή Εκκλη- σία. Αν οι Ομιλίες έχουν τον ίδιο συντάκτη με τη λεγόμενη Μεγάλη Επιστο- λή - η διασημότερη Επιστολή του ψευδομακαριανού corpus, που φέρει τον αριθμό 2 στην έκδοση του Migne - τότε, κατά την εισήγηση του Jaeger, η περί Μεσσαλινιασμού υπόθεση πρέπει να αποκλεισθεί. Κατά τον ίδιο ερευ- νητή η Μεγάλη Επιστολή εξαρτάται από το έργο του Αγίου Γρηγορίου Νύσ- σης, De instituto Christiano. Το ότι το δεύτερο μισό της Επιστολής αντιστοι- χούσε στο δεύτερο μέρος του πονήματος του Νύσσης είχε ήδη υποδειχθεί, αλλά επειδή υπήρχαν αμφιβολίες για την γνησιότητα του δευτέρου, έμενε α- νοικτό το ερώτημα της χρονικής προτεραιότητας. Τώρα ο Jaeger αποκαθι- στούσε κριτικά το κείμενο του γρηγοριανού έργου, έθετε πέραν πάσης αμφι- βολίας τη γνησιότητά του και τοποθετούσε χρονικά τη σύνταξή του μετά το 390. Κατέληγε έτσι στο συμπέρασμα ότι, με δεδομένη την εξάρτηση της 38. Dörries, ένθ’ αν., 7 επ. Ο ίδιος συγγραφέας θα καταπιαστεί στη συνέχεια με τη με- λέτη της θεολογικής παρακαταθήκης του Συμεών της Μεσοποταμίας, ή του Μακαρίου/ Συμε- ών, όπως είθισται από το 1941 και εντεύθεν να αποκαλούμε τον συγγραφέα των Πνευματικών Ομιλιών: Die Theologie des Makarios/Symeon (Abhandlungen der Akademie der Wissen- schaften in Göttingen, Phil-hist. Klasse, dritte Folge, Nr. 103), Göttingen 1978. 39. W. Strothmann, Die arabische Makariustradition, Schönhütte 1934. 40. Βλ. ενδεικτκά: Berthold Altaner / Alfred Stuiber, Patrologie, Leben, Schriften und Lehre der Kirchenväter, Freiburg-basel-Wien 1978 (ανατ. 1993), 264· Andrew Louth, Τhe Origins of the Christian Mystical Tradition. From Plato to Denys, Oxford 1981, 114 επ.· πρβλ. και το πολύ πρόσφατο του Everett Ferguson, Baptism in the Early Church. History, Theology and Liturgy in the First Five Centuries, Michigan / Cambridge 2009, 728. Μεγάλης Επιστολής από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης και προϋποτιθεμένου του ότι τόσο η Επιστολή όσο και οι Ομιλίες προέρχονται από έναν και τον αυτό συγγραφέα, η περί Μεσσαλιανισμού θέση των Dörries και Villecourt απώλεσε τα ερείσματά της41. Προς υπεράσπιση της θέσης περί Μεσσαλιανισμού, και άρα προς υπο- στήριξη του Dörries, έσπευσε ο μαθητής του Reinhardt Staats, o οποίος α- ντέστρεψε την ανωτέρω υποδειχθείσα φιλολογική σχέση, προσκομίζοντας α- ποδείξεις περί της εξαρτήσεως του De instituto Christiano από τη Μεγάλη Ε- πιστολή, την οποία ο Staats προσγράφει, όπως ο δάσκαλός του, στο μεσσα- λιανό Συμεών. Εν τοιαύτη περιπτώσει, συμπεραίνει ο ερευνητής, θα έπρεπε να δεχθούμε ότι ο Νύσσης Γρηγόριος απεργάστηκε την σύλληψή του ευρι- σκόμενος σε διάλογο με ένα από τα κεντρικά ντοκουμέντα της μεσσαλιανι- κής θεολογίας42. Είναι όντως έτσι; Ενδεχομένως· αλλά αυτό δεν εξαντλεί τη σχετική προβληματική. Για να αντιληφθεί κανείς τι εννοούμε εδώ, θα ήταν σκόπιμο να θυμηθεί τα ως άνω διαληφθέντα περί της ιδεολογικής χρήσης του όρου «Μεσσαλιανισμός». Ο Μεσσαλιανισμός δεν αποτελεί μόνο πραγματικό φαι- νόμενο του εκκλησιαστικού παρελθόντος· συνιστά και ιδεολογικό εργαλείο μάχης και περιχαράκωσης. Με άλλα λόγια, η λειτουργικότητα του όρου αυ- τού, όπως και πολλών άλλων στις ανθρωπιστικές μαθήσεις, εκδιπλώνεται στο δυαδικό επίπεδο της Ιστορίας ως πραγματικότητας και της Ιστορίας ως γνώσης (res gestae, αλλά και λόγος περί των res gestae) με αποτέλεσμα να υφαίνει δύο ειδών αφηγήσεις: μία που αφορά το πραγματικό και μία, υπόρ- ρητη και εν πολλοίς ασύνειδη, που αφορά το υποκείμενο της διερώτησης. Και επειδή κάθε εποχή και κάθε κοινωνία ανακαλύπτει, ή τείνει να ανακα- λύπτει στους κειμενικούς μάρτυρες του παρελθόντος αυτό που η ίδια είναι προετοιμασμένη να βρει και να κατανοήσει ανάλογα με τις μεθοδολογικές προεπιλογές της, ήρθε κάποια στιγμή κατά την οποία η ερευνητική μέθοδος που οδήγησε τους Villecourt και Dörries (και τον δικό μας Νεόφυτο, θα προσθέταμε εμείς!) στα ως άνω συμπεράσματά τους εν τέλει ετέθη υπό ερώ- τηση. Δεν εννοούμε εδώ μόνο την αναγνώριση του γεγονότος ότι ένας ορθό- δοξος συγγραφέας μπορεί να εκφράζεται πολλές φορές με τρόπο που παρα- 41. W. Jaeger, Two Rediscovered Works of Ancient Christian Literature: Gregory of Nyssa and Macarius, Leiden 1954, passim· πρβλ. Quasten, ένθ’ αν., 167. 42. R. Staats, Gregor von Nyssa und die Messalianer. Die Frage der Priorität zweier altkirchlicher Schriften (Patristische Texte und Studien, hrsg. von K. Aland und W. Schnee- melcher, Bd. 8), Berlin 1968. Πάντως η προτεραιότητα της Μεγάλης Επιστολής έναντι του De instituto Christiano αναγνωρίζεται σήμερα καθολικά: Βλ. Marcus Plested, The Macarian Legacy. The Place of Macarius-Symeon in the Eastern Christian Tradition (Oxford Theo- logical Monographs), Oxford 2004, 53-55. πέμπει σε αιρετικές συνάφειες, όπως υποδείχθηκε ήδη από παλαιά43, - κάτι που μπορεί να συμβαίνει κάλλιστα στην περίπτωση του Ψευδομακαρίου, στις Ομιλίες του οποίου, όπως πλέον ευρέως αναγνωρίζεται, ανιχνεύονται μεν ασκητικές ιδιομορφίες εξάπαντος εγγραφόμενες στο συριακό ασκητικό περιβάλλον, αλλά σε μια έκταση και σε μια μορφή που δεν αγγίζουν ποτέ επιλήψιμες ακρότητες44. Πολύ περισσότερο, η πιο πρόσφατη έρευνα υπέβα- λε στη βάσανο της κριτικής την εφαρμοσθείσα μέθοδο για την κατάδειξη του υποτιθέμενου μεσσαλιανικού περιεχομένου των Ψευδομακαριανών συγ- γραφών. Στο ζήτημα αυτό καθοριστική υπήρξε, κατά την πεποίθησή μας, η μελέτη του Columba Stewart, ο οποίος συνοψίζει ένα από τα συμπεράσματά του ως εξής: «It is impossible to know if Ps-Macarius was actually a member of a targeted “Messalian“ group. The writings probably circulated among va- rious ascetical communities…»45. Στην άποψη αυτή κατέληξε ο Stewart εκ- κινώντας από την αφετηριακή μεθοδολογική επιλογή σύμφωνα με την οποία είναι εξόχως επισφαλές (ο ίδιος κάνει λόγο για μεθοδολογική παγίδα) να ε- πιχειρήσει κανείς να ταυτίσει το θεολογικό στίγμα των Ψευδομακαριανών με αυτό των μεσσαλιανικών κοινοτήτων με βάση αποκλειστικώς και μόνο πέντε σωζόμενες λίστες ομοιοτυπικού περιεχομένου. Από τους καταλόγους 43. Βλ. Георгий Флоровский, Восточные Отцы Церквы (Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Ανατολικοί Πατέρες της Εκκλησίας), Μόσχα 2005, 496 (ο ίδιος συγγραφέας υπογραμμίζει εδώ προσφυώς, με βάση τη μαρτυρία του Επιφανίου Σαλαμίνος, ότι οι ασκητικές αντιλήψεις των Μεσσαλιανών ήταν μάλλον μια ακραία εξέλιξη μοτίβων της ορθόδοξης άσκησης). Βλ. ακόμη το αποκαλυπτικό σχόλιο του Irénée Hausherr [Noms du Christ et voies d’ oraison (Orientalia Christiana Analecta Nr. 157), Roma 1960, 130], ο οποίος αναγνωρίζει ότι δύσκολα θα μπο- ρούσε κανείς να ξεχωρίσει τους Μεσσαλιανούς από τους αντιπάλους τους· πρβλ. επίσης τη διδακτορική διατριβή του πρυτάνεως των Σέρβων ορθοδόξων θεολόγων του 20 ου αιώνα Ιου- στίνου Πόποβιτς, Ὁδὸς Θεογνωσίας. Κεφάλαια ἀσκητικὰ καὶ γνωσιολογικὰ, Αθήνα 1992, passim. Να αναφερθεί εδώ ότι την ορθοδοξία του περιεχομένου των ψευδομακαριανών υπο- στήριξε σε δύο ad hoc μελέτες του ο Ρώσος ορθόδοξος θεολόγος John Meyendorff, Messa- lianism ans Antimessalianisim? A Fresh Look at the “Macarian” Problem, στο: Kyriakon. Festschrift für Johannes Quasten, Bd. 2, Münster 1970, 583-590 και St. Basil, «Messalianism and Byzantine Christianity», St. Vladimir’s Seminary Quarterly 38 (1979), 4, 125-132 (τα γνωρίζω μόνο από παραπομπή). Επίσης σε πρόσφατη γενικότερη μελέτη του ο Alexander Golitzin («“Earthly Angels and Heavenly Men”: The Old Testament Pseudepigrapha, Nikae- tas Stethatos, and the Tradition of “Interiorized Apocalyptic” in Eastern Christian Ascetic and Mystical Literatur», Dumbarton Oaks Papers 55 [2001] 147 επ.) θεωρεί το ψευ-δομακαριανό сorpus ενταγμένο στην παράδοση αυτού που ο ιδιος αποκαλεί «εσωτερικευμένη Αποκαλυπτι- κή», δηλ. την παράδοση των ιερών θεοφανειών και της θέας του απροσίτου φωτός της ακτί- στου Δόξας του Θεού εντός της κεκαθαρμένης ανθρώπινης ψυχής. Η παράδοση αυτή, κατά τον εν λόγω ερευνητή, ενσωματώνει στοιχεία από τη διδασκαλία του παλαιού ραββινικού μυ- στικισμού της «merkabah». 44. Γράφει ο McGuckin, ένθ’ αν., 211: «There is little indication that he (sc. Macarius) takes any of these ideas to an objectionable extreme». Πρβλ. ακόμα Richard Finn, Asceticism in the Graeco – Roman World (Key Themes in Ancien History, ed. by P. A. Kartledge and P. D. A. Garnsey), Cambridge 2009, 140 επ. 45. Stewart, ένθ’ αν., 235. αυτούς ανακατασκευάστηκε ένα μεσσαλιανό «σύστημα», το οποίο, εν είδει κανόνος, εφαρμόστηκε στη συνέχεια σε διάφορα κείμενα για να «μετρηθεί» το μεσσαλιανικό τους περιεχόμενο. Μια τέτοια τακτική ομοιάζει με ένα πε- ρίπατο σε μια αίθουσα κατόπτρων: «One can never be sure what is fact, fancy or fantasy»46. Ο Stewart μοιάζει να μας λέει ότι ο προγενέστερος ερευ- νητικός κάματος, μολονότι πλούσιος σε συγκομιδή επιμέρους δεδομένων, παγιδεύτηκε στο μεθοδολογικό σφάλμα μιας petitio principii. Εξ αυτού του λόγου ο εν λόγω ερευνητής προτίμησε να γράψει μάλλον μια ιστορία της μεσσαλιανικής έριδος, παρά μια ιστορία αυτού τούτου του κινήματος. Εξάλλου, ο ίδιος συγγραφέας, σε ένα εκτενές τμήμα της μελέτης του, ε- πιτυγχάνει να φέρει στο φως το συριακό υπόβαθρο των Ψευδομακαριανών και να διαυγάσει τον τρόπο με τον οποίο αυτό διαμόρφωσε το πνευματικό γλωσσάρι και την εικονολογία του συγγραφέα τους. Ιδιαίτερης μνείας προ- σήκει να τύχουν, εν προκειμένω, οι όροι: «πληροφορία», «αἴσθησις» και «πεῖρα», με την βοήθεια των οποίων ο Ψευδομακάριος δίνει έμφαση στην ανάγκη μιας εμπειρικής γνώσης του Αγίου Πνεύματος από τον ασκητή. Εί- ναι ακριβώς το σημείο εκείνο της διδασκαλίας του Ψευδομακαρίου που ανι- χνεύεται και σε άλλους μάρτυρες της συριακής πνευματικότητας και που, ό- πως θα δούμε, ενόχλησε ιδιαίτερα την θεολογική αυτοσυνειδησία του Νέο- φύτου Καυσοκαλυβίτη. O Stewart κατορθώνει να δείξει τον ιδιωνυμικό τρό- πο με τον οποίο χρησιμοποιεί ο συγγραφέας μας τους εν λόγω όρους συνδυ- άζοντάς τους μάλιστα με νέους, όπως «δύναμις» και «ἐνέργεια»· έτσι, μα- κράν του να βλέπει εδώ την πιστοποίηση της περί Μεσσαλιανισμού θεωρί- ας, διατυπώνει την άποψη ότι ο Ψευδομακάριος υιοθετεί το ωριγενικό μο- ντέλο ασκητικού βίου προκειμένου να ερμηνεύσει τις συριακές μοναστικές παραδόσεις σε ένα ελληνόφωνο κοινό47. Τέλος, η πιο πρόσφατη μελέτη για την ιστορία του Μεσσαλιανισμού, των κατ’ αυτού αντιδράσεων και τα Ψευδομακαριανά μας έρχεται από τη Γερμανία. O συγγραφέας της, Klaus Fitschen, προσφέρει εδώ την ενδελεχέ- στερη ανάλυση της σχέσης μεταξύ των αιρεσιολογικών καταλόγων, που είδαμε, και των Ψευδομακαριανών· θα δώσει επίσης ιδιαίτερη έμφαση στον Mεσσαλιανό των αρχών του 5ου αι. Αδέλφιο, τον οποίο θα υποδείξει ως γέ- φυρα μεταξύ του Ψευδομακαρίου και των Μεσσαλιανών. Κατά τον Fitschen ο Αδέλφιος υπήρξε οπαδός της ψευδομακαριανής θεολογίας· προέβη εντού- τοις σε μια ριζική μεθερμηνεία και επιλεκτική χρήση της, σε σημείο ώστε να καταστεί ο άνθρωπος που χρησιμοποίησε «μακαριανό» υλικό για να ενισχύ- σει την μεσσαλιανική αίρεση. Το συμπέρασμα του Γερμανού ερευνητή για τον συγγραφέα των Ομιλιών είναι πως αυτός ο τελευταίος δεν υπήρξε ούτε οπαδός, ούτε αιρεσιάρχης του Μεσσαλινασμού· όμως η εν λόγω σέκτα ξε- 46. Stewart, ένθ’ αν., 7 επ. 47. Ένθ’ αν., 124-126· πρβλ. Finne, ένθ’ αν., 140. πήδησε ουσιαστικά χάρη στον Αδέλφιο από τους μοναστικούς κύκλους του Ψευδομακαρίου48. Τη θέση αυτή θα υιοθετήσει grosso modo ο Marcus Ple- sted πολύ πρόσφατα· θα εμφανιστεί εντούτοις αρκετά εφεκτικός έναντι της χρήσης όρων όπως: «μεσσαλιανός», «φιλομεσσαλιανός», κ.τ.ο., επικαλού- μενος, όπως ο Stewart, την ένδεια των γνώσεών μας για την ακριβή φύση του κινήματος49. 3. H Ἐπίκρισις του Νεοφ. Καυσοκαλυβίτη και κριτική αποτίμησή της. α. Τόπος και χρόνος συγγραφής. Φρονούμε ότι τόπος σύνταξης του συντόμου πονήματος Ἐπίκρισις εἰς τὸ ἐπιγραφόμενον Μακαρίῳ τῷ Αἰγυπτίῳ ἐγχειρίδιον ἐλέγχουσα αὐτὸ ὡς νό- θον είναι η Ρουμανία. Το πόνημα θα πρέπει να συντάχθηκε εκεί κατά την περίοδο κατά την οποία ο διδάσκαλος Νεόφυτος δραστηριοποιήθηκε ως κα- θηγητής της Πριγκιπικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου. Οι λόγοι που κα- θιστούν πιθανή την υπόθεση τούτη είναι οι ακόλουθοι: α. Τόπος σύνταξης του χειροφράφου 1279 της ΕΒΕ, που παραδίδει το κείμενο, είναι με βεβαιότητα το Βουκουρέστι, όπως ανωτέρω σημειώσαμε. β. Η επιστολιμαία διατριβή που περιέχεται στην αρχή του δευτέρου κώ- δικά μας, του 519 της Ι. Μονής Παντελεήμονος, και πραγματεύεται κριτικώς τις εμπεριεχόμενες στην Ἐπίκριση θέσεις του Καυσοκαλυβίτη, απευθύνθηκε από το συντάκτη του (το Δωρόθεο Βουλησμά) στον ηγούμενο Παΐσιο (Βελιτσκόφκσι) της Μονής Νεάμτσου στη Ρουμανία, όπως δηλώνεται στον τίτλο του50. Επιπλέον στο ίδιο κείμενο (έκδ. Βανταράκη-Παναγόπουλου, όπ. αν., 116) ο συντάκτης αποκαλεί το Νεόφυτο «ἀδελφὸ ἡμῶν», στοιχείο που υπεμφαίνει υφιστάμενη σχέση και γνωριμία μεταξύ του Νεοφύτου, του συ- ντάκτου του εν λόγω κειμένου και, ενδεχομένως, του εν Ρουμανία ηγουμέ- νου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι. Είναι εύλογη λοιπόν η υπόθεση ότι ο Νεόφυτος συνέγραψε την Ἐπίκριση στη Ρουμανία, όπου και προκλήθηκε η σχετική με τις θέσεις του συζήτηση μεταξύ των ως άνω προσώπων, όπως η ύπαρξη του ανωνύμου κειμένου βεβαιώνει. Όσον αφορά, τώρα, το χρόνο σύνταξης του έργου, τον terminus ante quem μας τον παρέχει η ανωτέρω μνημονευθείσα σημείωση του κώδικα της ΕΒΕ, ότι, δηλ. γράφτηκε το 1783 στο Βουκουρέστι. Αν ευσταθεί ο ισχυρι- σμός μας ότι ως τόπος σύνταξης θα πρέπει να γίνει δεκτή η Ρουμανία, τότε ως terminus post quem ορίζεται από την χρονιά άφιξης και εγκατάστασης του Νεοφύτου στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες, δηλ. τα έτη 1766/67, όπως ε- πίσης είδαμε ανωτέρω. Μπορούμε άραγε να περιορίσουμε το χρονικό διά- 48. Kl. Fitschen, in toto, εδώ 176-238. 49. Marcus Plested, The Macarian Legacy. The Place of Macarius-Symeon in the Eastern Christian Tradition (Oxford Theological Monographs), Oxford 2004, 25. 50. Βλ. ανωτέρω υποσ. 6. στημα (1766/7-1783) που ορίζουν οι ως άνω όροι; Φρονούμε πως ναι· εν- τούτοις ό,τι ακολουθεί κινείται στην επικράτεια της εύλογης εικασίας. Είναι πιθανό ότι ο Νεόφυτος συνέταξε την Ἐπίκρισιν ως απάντηση στην πρόκληση που θα πρέπει να αποτέλεσε γι’ αυτόν η έκδοση από τους α- γίους Μακάριο, πρώην επίσκοπο Κορίνθου, και Νικόδημο Αγιορείτη μερι- κών από τα ψευδομακαριανά opuscula, δηλ. των «μεταφραστικών» κειμέ- νων του Συμεών του Μεταφραστού με τον τίτλο: «Παράφρασις Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ εἰς ΡΝ΄ κεφάλαια εἰς τοὺς πεντήκοντα λόγους τοῦ Ἁγίου Μακα- ρίου τοῦ Αἰγυπτίου περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι». Ως γνωστόν, το κείμενο αυτό συμπεριελήφθη μαζί με τα Κεφάλαια Πρακτικὰ καὶ Θεολογικὰ ΡΜΕ΄ του Συμεών του Νέου Θεολόγου στη συλλογή νηπτικών και ασκητικών κει- μένων, τη γνωστή Φιλοκαλία, την οποία οι ως άνω άγιοι δημοσίευσαν στη Βενετία το 178251. Να ληφθεί επιπροσθέτως υπ’ όψη ότι αυτό το ευτυχές για την ορθόδοξη ευσέβεια γεγονός δεν παρήχθη εν κενώ αέρος· πολύ περισσό- τερο εγγράφεται στα όρια του αφυπνιζόμενου κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ενδιαφέροντος για την πατερική σοφία και του συνακόλουθου εγχει- ρήματος να έλθουν ξανά στο φως της δημοσιότητας προς ωφέλεια του δού- λου γένους οι θησαυροί της πατερικής παράδοσης. Την ίδια περίοδο (1770) ο Κερκυραίος Νικηφόρος Θεοτόκης θα εκδώσει τα Ασκητικά του Ισαάκ του Σύρου52, ο συμπατριώτης του Ευγένιος Βούλγαρης θα επιμεληθεί εκδόσεις έργων των Θεοδώρητου Κύρου, αγίου Μάρκου Ευγενικού καθώς και Ιωσήφ 51. Τίτλος: Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφό- ρων Πατέρων, ἐν ᾗ διὰ τῆς κατὰ τὴν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται, τελειοῦται, (Τόμος Γ΄). Να σημειώσουμε εδώ ότι την σχετική πρωτοβουλία είχε ο άγιος Μακάριος, ο οποίος ταξίδευσε στο Άγιον Όρος το 1777 προς αναζήτηση πατερικών κειμένων στις βιβλιοθήκες των Μοναστηρίων. Καρπός της αναζήτησης αυτής υπήρξε και η ανακάλυψη δύο πολύτιμων χειρογράφων (κώδ. 605 και 262 της ιεράς Μονής Βατοπεδίου) τα οποία, ανάμεσα σε άλλα, περιέχουν και νηπτικά συγγράμματα. Τα κέιμενα αυτά απετέλεσαν τον πυρήνα της μετέπειτα Φιλοκαλίας, που έμελε να γνωρίσει μεγάλη διάδοση και να συμβά- λει τα μέγιστα στην ησυχαστική αναγέννηση όχι μόνον του ελληνικού αλλά και του σλαβικού ορθόδοξου κόσμου χάρη στην μετάφρασή της στη σλαβωνική από τον Παϊσιο Βελιτσκόφσκι, ο οποίος, εξάλλου, είχε ξεκινήσει ήδη από το 1747 την αναζήτηση παλαιών συγγραμμάτων στις αθωνικές Μονές. Όσον αφορά τώρα την ίδια τη Φιλοκαλία, ήταν ο άγιος Νικόδημος αυ- τός που συνέταξε το προοίμιο της εκδόσεως, καθώς και τους σύντομους βίους των συγγρα- φέων αγίων που εκπροσωπούνται στη συλλογή. Βλ. Κλήμεντος Ζέντεργολμ, Βίος και συγ- γράμματα Νικοδήμου του Αγιορείτου, μτφρ. από τη ρωσική: Ιερομόναχος Διόδωρος Λαριόνωφ (Άνθη Ευσε0βείας 11), Αθήνα 2009, 29-36· και Elia Cittorio, «Nikodemo Agiorita», στο: C. G. Conticello / V. Conticello (επιμ.), La Théologie Byzantine et sa tradition II, (XIIIe – XIXe s.), Turnhout 2002, 905-978, εδώ 919-921. Πρβλ. ακόμη Αντωνίου Αιμιλίου Ταχιάου, Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) και η ασκητικοφιλολογική σχολή του, Θεσσαλονίκη 1964, 108-119 και Του Ιδίου, Ο Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794), Θεσσαλονίκη 2009, 55- 57. 52. Πρόκειται για την editio princeps των έργων που έλαβε χώρα στη Λειψία. Βλ σχετι- κά Vasilios Makrides, «Nicéphore Théotokès», στο: C. G. Conticello / V. Conticello (επιμ.), ένθ’ αν., 848-896, εδώ 857. Βρυεννίου53, ενώ ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος θα εκδώσει τους βίους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Αυτό το δεύτερο ήμισυ του αιώνα (ο αιώνας του ελληνικού εκκλησιαστικού Δια- φωτισμού) θα γίνει μάρτυρας της αναζωπύρησης του ενδιαφέροντος και για τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο. Χειρόγραφα των έργων του θα αρχίσουν, σε ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα, να έρχονται στο φως ήδη από τον 17 ο αι., ενώ το 1792, δέκα περίπου χρόνια μετά την συμπερίληψη κειμένων του Συμεών στη Φιλοκαλία, ο Διονύσιος Ζαγοραίος θα επιμεληθεί έκδοση παρα- φράσεως έργων του54. Εκ των ανωτέρω είναι προφανές ότι ο ορθόδοξος κόσμος διανύει την περίοδο που μας απασχολεί μια παρατεταμένη φάση έντονης αυτοσυνειδη- σιακής αφύπνισης εκφραζόμενης με τη μορφή μιας επιστροφής «επί τας πη- γάς». Εντός του πλαισίου αυτής της ad fontes κίνησης εξ άπαντος εγγράφε- ται, με κάποιο τρόπο, και η δραστηριότητα του Νεοφύτου κυρίως κατά την περίοδο της εν Άθω εγκαταβίωσής του. Ο ίδιος μας πληροφορεί στο εδώ εκ- διδόμενο πόνημά του, ότι τον καιρό που βρισκόταν στον Άθω συνάντησε «ἐν ἀρχαίῳ τινὶ χειρογράφῳ» σημείωση αποδίδουσα τα opuscula στο Συμε- ών Μεταφραστή, του οποίου βεβαίως τη πατρότητα αμφισβητεί – κακώς – καθότι αδυνατεί να δεχθεί ότι ένας ορθόδοξος άγιος διασκεύασε αιρετικά κείμενα, όπως τις Ομιλίες του Ψευδομακαρίου. Επιπλέον στον Άθω θα πρέ- πει να βρήκε και το χειρόγραφο βιβλίο του αγίου Συμεών του Νέου Θεολό- γου, στο οποίο αναφέρεται στην Ἐπίκρισή του για να τον συσχετίσει, και πά- λι κακώς, με τους Μεσσαλιανούς. Επί τη βάσει των ανωτέρω διατυπώνουμε την υπόθεση ότι ο Νεόφυτος, έχοντας από τα χρόνια της αθωνικής ασκήσεώς του συμμετάσχει στο κίνημα της επιστροφής «επί τας πηγάς» και παρακινούμενος από το ασίγαστο κρι- τικό αισθητήριο που τον διέκρινε, είχε αρχίσει να διαμορφώνει συγκεκρι- μένη άποψη για μια σειρά κειμένων τα οποία στη χειρόγραφη παράδοση φέ- ρονταν επ’ ονόματι αγίων Πατέρων του παρελθόντος. Ο εντοπισμός, ή η ε- πανανακάλυψη αυθεντικών μαρτύρων του ορθόδοξου πατερικού φρονήμα- τος φαίνεται ότι όριζε τον κεντρικό άξονα ενός μεγαλόπνοου προγράμματος φωτισμού του λαϊκού σώματος της Εκκλησίας και αναπροσανατολισμού της ποιμαντικής διακονίας της με κριτήριο την αγιοπνευματική πείρα των χαρι- 53. Θεοδώρητος: 1768, 1770-75· Μάρκος Ευγενικός: 1797 (ειδικά τα έργα αυτά είχαν εκδοθεί και παλαιότερα: από το Σεραφείμ Πισιδίας το 1758 και από το Θεόδωρο Κουτουνιώ- τη το 1784) και Βρυέννιος: 1768 και 1784· βλ. Daniel Stiernon, «Eugéne Boulgaris», στο: C. G. Conticello / V. Conticello (επιμ.), ένθ’ αν., 744 και 750. 54. Η έκδοση έργων του Αγίου Συμεών που ετοίμαζε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητος. Είναι πιθανόν ότι ο Ζαγοραίος βασίσθηκε για τη δική του έκδοση στο χειρόγραφο που είχε ετοιμάσει ο άγιος Νικόδημος. Βλ. Ταχιάου, Ὁ Παΐσιος Βελιτσκόφσκι καὶ ἡ ἀσκητικοφιλολογικὴ σχολή του, 110, υποσ. 3. Πρβλ. Χρίστου Θ. Κρικώνη, Ἡ πνευματικὴ τελειότητα στὰ νηπτικοασκητικὰ ἔργα νηπτικῶν Πατέρων συγγραφέων, ἰδίως στὶς Κατηχήσεις Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Αθήνα 2007, 96-100. σματικών φορέων της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Στην τροχιά του εγχει- ρήματος αυτού εγγράφεται ασφαλώς η συλλογή και ερμηνευτική επεξεργα- σία της κανονικής παράδοσης της Εκκλησίας, καρπός της οποίας υπήρξε η Επιτομή των ιερών Κανόνων του Νεοφύτου, το Πηδάλιον των αγίου Νικοδή- μου του Αγιορείτου και Αγαπίου Λεονάρδου (1800), αλλά και το Κανονικόν του Χριστοφόρου Προδρομίτη (επίσης το 1800). Αντιστοίχως στο πεδίο της ασκητικής γραμματείας οι λαϊκοί φωτιστές του Γένους μας έφεραν στο φως τα νηπτικά εκείνα κείμενα που αποτέλεσαν τον καταστατικό χάρτη του φι- λοκαλικού-νεοησυχαστικού ήθους. Το ότι ο Νεόφυτος θα ενδιαφέρθηκε και για τη γνησιότητα των εν λόγω κειμένων, μόλις που χρειάζεται να επιση- μανθεί με δεδομένη την φιλολογικοκριτική εγρήγορση και τη θεολογική σχολαστικότητα που τον διέκρινε. Όταν λοιπόν το 1782 εξεδόθη στη Βενε- τία η Φιλοκαλία με κείμενα του Ψευδομακαρίου στη «μεταφραστική» τους εκδοχή, αλλά και Κεφάλαια του Συμεών του Νέου Θεολόγου, ο πεισματάρης καλόγερός μας αντέδρασε και απάντησε. Καρπός αυτής της απάντησης είναι η εδώ εκδιδόμενη «Ἐπίκρισις», η οποία δεν μπορεί παρά να γράφτηκε στο σύντομο διάστημα μεταξύ 1782 και 1783· το ότι το πόνημα και σύντομο εί- ναι και τα σημάδια της σπουδής φέρει (όπως μια απλή ανάγνωση αρκεί για να μας πείσει) μπορεί να εκληφθεί ως ένα ακόμα έρεισμα της εδώ διατυ- πούμενης υπόθεσής μας. β. Περιεχόμενο και σημασία της Ἐπικρίσεως. Πριν εκθέσουμε τις απόψεις του Νεοφύτου για τις ψευδομακαριανές Ο- μιλίες, ας δούμε την πληροφορία που μας παρέχει ο ίδιος ο Πελοποννήσιος διδάσκαλος στην Ἐπίκρισή του σχετικά με το κείμενο που χρησιμοποίησε για την έρευνα του: «Ἐπὶ τούτοις ἰστέον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ προσεκτέον ὅτι τοῦ γραικολατινιστὶ ἐκδεδομένου ἐγχειριδίου ἐπ’ ὀνόματι Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου εἰς δύω τόμους παρεκτὸς τῶν ἐν μέσω ἀποφθεγμάτων διῃρημένου, ὁ μὲν πρὸ τῶν ἀποφθεγμάτων πρῶτος τόμος συνοπτικὴ τυγχάνει μετάφρασις, ἐπιστή- σαντι, τοῦ μετὰ τὰ ἀποφθέγματα β΄ τόμου μετά τινος πολλαχοῦ παρενθήκης, ὡς μὴ εἶναι τὸν α΄ τόμον τοῦ τὸν β΄ τόμον συνταξαμένου». Τα στοιχεία που μας παρέχει εδώ ο Νεόφυτος, δηλαδή, το ότι η έκδοση ήταν δίγλωσση, με τις μεν Ομιλίες (Συλλογή ΙΙ) να περιέχονται στον «β΄ το- μο», τα opuscula του Συμεών του Μεταφραστού να περιέχονται στον α΄ και ανάμεσα σε αυτά και τις Ομιλίες να παρεμβάλλονται τα «Αποφθέγματα», μας παραπέμπουν στην έκδοση του Pritius του 1714, το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της οποίας αναλύσαμε εκτενώς ανωτέρω. Όμως ο Νεόφυτος, σε αντίθεση με τον Pritius, από τα περιεχόμενα της έκδοσης του 1714 δεν αναγνωρίζει ως γνήσια παρά μόνον τα Αποφθέγματα. Και για μεν τις Ομιλίες θα διαλάβει τα σχετικά καθ’ όλη σχεδόν την έκταση της Ἐπίκρισης, για δε τα opuscula θα αρκεσθεί σε τρεις σύντομες, πλην ό- μως καίριες παρατηρήσεις: μια υφολογικής, μια παλαιογραφικής και μια θε- ολογικής τάξεως. Οι δύο πρώτες είναι εύστοχες και κυρώνουν την δόξα του ως φιλολόγου· η τελευταία είναι εσφαλμένη και, μολονότι δεν απομειοί το κύρος του, προδίδει την αχίλλειο πτέρνα του: τον σχολαστικό ορθολογισμό του. Πιο συγκεκριμένα, ο Νεόφυτος απορρίπτει την μακαριανή προέλευση των opuscula (περιεχόμενο πρώτου τόμου) από φιλολογική άποψη: H διατύ- πωση του κειμένου παραλλάσσει σε σχέση με το περιεχομένου του δευτέρου τόμου, ενώ, πολύ συχνά, τμήματά του εισάγονται με το «φησί»55: «εἴ γε τῇ φράσει ἐνήλλακται καὶ πολλαχοῦ κατ’ ἀρχὰς τὸ φησί, καὶ οὐδὲ ἐν παντὶ ἐγ- χειριδίῳ, συντέτακται»· στη συνέχεια από παλαιογραφική: όπως δηλώνει, ευ- ρισκόμενος στο Άγιον Όρος ανακάλυψε χειρόγραφο παλαιό, το οποίο απέδι- δε τη «Μετάφραση» στο Συμεών το Μεταφραστή. Γνωρίζουμε σήμερα ότι πράγματι ο διάσημος βυζαντινός παραφραστής υπήρξε ο συντάκτης των κει- μένων αυτών. Εάν ο Νεόφυτος είχε αρκεσθεί στη μαρτυρία του χειρογράφου του, θα είχε ευστοχήσει. Όμως, μια τρίτη, θεολογικής υφής, παρατήρηση δεν του επιτρέπει κάτι τέτοιο: Επειδή είναι βαθιά πεπεισμένος ότι οι Ομιλίες εί- ναι μεσσαλιανικές, αδυνατεί να δεχθεί ότι ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής θα οικειοποιείτο τις μεσσαλιανικές δοξασίες διασκευάζοντας το εν λόγω κεί- μενο. Επομένως, συμπεραίνει ο διδάσκαλός μας, έχουμε και στην περίπτωση της «Μεταφράσεως» να κάνουμε με ένα μεσσαλιανό συγγραφέα - πιθανόν Συμεών και αυτός - τον οποίον θα αποκάλεσαν οι αιρετικοί Μεταφραστή για να τον αντιδιαστείλουν από τον αιρεσιάρχη τους Συμεών, στον οποίο ο Νεό- φυτος αποδίδει τις Ομιλίες, δηλ. το περιεχόμενο του δευτέρου τόμου της εκ- δόσεως του Pritius: «Εἰ μή τις λέγοι Συμεώνην μὲν καλεῖσθαι καὶ τὸν τῆς με- ταφράσεως πατέρα, οὐ μὴν εἶναι τὸν καθωμιλημένον τῇ ἐκκλησίᾳ μεταφρα- στήν, ἄλλον δέ τινα Μασσαλιανόν, δι’ ἣν δὲ ἐποίησε τοῦ ψευδεπιγράφου βιβλι- αρίου μετάφρασιν, μεταφραστὴν παρὰ Μασσαλιανοῖς ἐπονομασθῆναι πρὸς ἀντιδιαστολὴν οἶμαι Συμεῶνος τοῦ παρ’ αὐτοῖς νέου θεολόγου, οὗτινος ἐγὼ πείθομαι εἶναι μᾶλλον ἢ παντὸς ἄλλου καὶ τὸ τῷ μεγάλῳ Μακαρίῳ ἐπιγραφό- μενον ἐγχειρίδιον». Ας δούμε όμως δια βραχέων όσα υποστηρίζει ο Νεόφυτος για τις Ομι- λίες και το συγγραφέα τους. Ευθύς εξ αρχής έρχεται in medias res: Με βάση τον κατάλογο των μεσσαλιανικών «δυσσεβῶν δογμάτων» που παραθέτει ο ά- γιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός56, καθώς και την αναφορά του Θεοδωρήτου Κύρρου στη σέκτα και τους αιρεσιάρχες της (Δαδόης, Σάββας, Αδέλφιος, Ερμάς και Συμεών)57, ο Καυσοκαλυβίτης μοναχός και διδάσκαλος εκθέτει 55. Στην ίδια παρατήρηση είχε προβεί στη Δύση o Semler: PG 34, 274. 56. Ιωάννου Δαμασκηνού, Περὶ αἱρέσεων, 80, ed. B. Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos, IV Liber de haeresibus. Opera polemica, Berlin-New York 1981, 42-46. 57. Θεοδωρήτου Κύρρου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ed. L. Parmentier (Griechische Christliche Schriftsteller 44), Berlin 1954, 229,4 – 231,20 (ένα απόσπασμα από την αναφορά του Θεοδωρήτου αναπαράγει ο ιερός Δαμασκηνός στο Περὶ αἱρέσεων, ένθ’ αν., 46-48)· πρβλ. επίσης Θεοδωρήτου, Αἱρετικῶν κακομυθίας ἐπιτομὴ 11, PG 83, 432. «συνεπτυγμένως τα δυσσεβέστατα» δόγματα των Μεσσαλιανών του κύκλου του Συμεών, τον οποίον αποκαλεί «νέον θεολόγον»58: «Ἰωάννης ὁ ἐκ Δα- μασκοῦ φωστὴρ ἐν τῷ πρώτῳ αὐτοῦ τόμῳ, μετὰ τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τοῦ περὶ αἱρέσεων ζ΄ τόμου, αὐτά τε ταῦτα τὰ τοῦ Θεοδωρήτου περὶ τῶν ἀμφὶ τὸν Συ- μεὼν Μασσαλιανῶν ἐκτίθεται, φύλλ. 98 (ἐν οἷς, Συμεὼν παρὰ τῷ Θεοδωρή- τῳ γράφεται ὁ ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοῦ ἱστορίᾳ Σεμεώνης παρ’ αὐτοῦ γρα- φόμενος, ὡς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δηλοῦσθαι δι’ ἑκατέρων τῶν ὀνομάτων, αὐτὸν τοῦτον, φημί, τὸν νέον παρ’ αὐτοῖς θεολόγον) καὶ πρό γε τούτων τὰ ἐκ τοῦ βι- βλίου αὐτῶν κεφαλαιωδῶς ἀναληφθέντα δυσσεβῆ δόγματα καταλέγει». Κατά τον Νεόφυτο τα σημαντικότερα εξ αυτών είναι: 1. Η δοξασία ότι το Άγιο Πνεύμα και ο Σατανάς συνοικούν «ἐνυποστάτως» στον άνθρωπο. 2. Η ανθρώπινη φύση είναι «κοινωνική» των πονηρών πνευμάτων «ὡς μηδὲ τοὺς Ἀποστόλους καθαρεῦσαι τῆς τούτων ἐνεργείας». Επιπλέον, το βάπτισμα αδυνατεί να τελειοποιήσει τον άνθρωπο, ενώ και η μετάληψη των θείων Μυ- στηρίων δεν καθαίρει την ψυχή του· τούτο επιτυγχάνεται μόνο με την προ- σευχή («εὐχή») όπως την ασκούν οι αιρετικοί59. 3. Ο προσευχόμενος, σύμ- φωνα με τις εισηγήσεις τους, μπορεί να αισθανθεί στην ψυχή του τέτοιου είδους κοινωνία του ουρανίου Νυμφίου, «οἷα αἰσθάνεται ἡ γυνὴ ἐν τῇ συνου- σίᾳ τοῦ ἀνδρός». 4. Ο προσευχόμενος δέχεται εξ αποκαλύψεως το Άγιον Πνεύμα «αἰσθητῶς ἐν θεϊκῇ ὑποστάσει… ἐν πάσει πληροφορίᾳ καὶ ἐνεργείᾳ». 5. Για να σωθεί κάποιος πρέπει να αποκτήσει δύο ψυχές, μία την κοινή σε ό- λους τους ανθρώπους, και μία «ἐπουράνιον». 6. Ο προσευχόμενος μπορεί να βρεθεί κατά τη στιγμή της προσευχής ενώπιον του ιερού θυσιαστηρίου, ό- που του προσφέρονται τρεις άρτοι αναμεμειγμένοι με έλαιο. 7. Τέλος, η ψυ- 58. Δεν είναι σαφές γιατί ο συγγραφέας μας διατείνεται ότι ο εν λόγω Συμεών απεκα- λείτο από τους Μεσσαλιανούς «νέος θεολόγος», δεδομένου ότι τούτο από πουθενά δεν μαρ- τυρείται. Επιπλέον είναι πρόδηλο ότι ο Νεόφυτος, εμμέσως πλην όμως σαφώς, θεωρεί Μεσ- σαλιανό τον ακμάσαντα τον 10ο αιώνα άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, τον οποίον, μάλιστα, ταυτίζει με τον υπό του Θεοδωρήτου υποδεικνυόμενο αιρεσιάρχη Συμεών. Πώς κατορθώνει εδώ να περιφρονήσει το τεράστιο χρονικό χάσμα που χωρίζει τα δύο πρόσωπα (άνω των πέ- ντε αιώνων), δυσκολεύομαι να αντιληφθώ. Επ’ αυτού ο Δωρόθεος Βουλησμάς, συντάκτης του κειμένου του κωδ. 519 της ι. Μονής Παντελεήμονος (κατάλογος Λάμπρου, αρ. 6068, φφ 1-10), που ήδη εκδώσαμε (βλ.ανωτέρω υποσ. 6), αντιτείνει ότι δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο σχετικά με το ότι οι Μεσσαλιανοί αποκαλούσαν «νέο θεολόγο» τον δικό τους Συμεών. Ο Βουλησμάς, πάντα, κατανοώντας προφανώς ότι ο πανούργος Νεόφυτος πλαγίως καθάπτεται της υπολήψεως του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, τονίζει ότι ποτέ ο εκκλησιαστικός αυτός άνδρας δεν ελέγχθηκε σαν εκφραστής μεσσαλιανικών δογμάτων. 59. Πρβλ. Ψ-Μακάριος, Ὁμιλία 15, 15 και Ὁμιλία 20, 1-3, ed. H. Dörries / E. Kloster- mann / M. Kroeger, Berlin 1964, 135 επ. και 188. Τα εν λόγω παραθέματα πόρρω απέχουν α- πό το να δικαιολογούν την επί Μεσσαλιανισμώ μομφή του Νεοφύτου και όσων εκ των νεοτέ- ρων βλέπουν στις Ομιλίες το θεολογικό στίγμα των Μεσσαλιανών. χή στην οποία δεν κατοικεί ο Χριστός «ἐν αἰσθήσει καὶ πάσει ἐνεργείᾳ» είναι «οἰκητήριο… πάσης ἀντικειμένης ἐνεργείας»60. Μετά την απαρίθμηση των βασικών κακοδοξιών - ο Νεόφυτος, occa- sione data, θα αναφερθεί και σε άλλες, όπως στην αντίληψη ότι οι άγγελοι είναι «λεπτοσώματοι» και διαθέτουν ψυχή, ή ότι κάποτε προσπήγνυται στη εσωτερικό του προσευχομένου ένας φωτεινός σταυρός61 - ο συγγραφέας της Ἐπικρίσεως θα ασχοληθεί με την τεκμηρίωση της θέσης του περί μεσσαλια- νικής καταγωγής των Ψευδομακαριανών. Τούτο θα το πράξει εντοπίζοντας σχολαστικά τα σημεία εκείνα από την «Μετάφραση» (δηλ. τα opuscula), αλ- λά κυρίως από τις Πνευματικές Ομιλίες όπου απαντούν, κατά την πεποίθησή του, θέσεις εκ του ως άνω αιρεσιολογικού καταλόγου· επιπλέον θα κατά- πιαστεί με την ανασκευή των κακόδοξων θέσεων, αντιπαραθέτοντας, κάθε φορά, την κατά την γνώμη του ορθόδοξη θέση. Εν προκειμένω: 1. Θα αισθανθεί αναγκασμένος να ερμηνεύσει βιβλικές αναφορές, όπως τις διηγήσεις περί των προφητικών οραμάτων και να επικαλεσθεί χωρία των ιερού Χρυσοστόμου και Ισαάκ Σύρου, για να αποδείξει κακόδοξη την «μεσ- σαλιανική» αντίληψη ότι ο Θεός «σωματοποιεῖ», τρόπον τινά, τον Εαυτό Του για να ενωθεί με τους αγγέλους και τους αγίους62. Βέβαια, όσον αφορά τον Ισαάκ το Σύρο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο Νεόφυτος αποσπά το σχετικό χωρίο από την οικεία συνάφεια και το χρησιμοποιεί για αλλότριους σκοπούς: Ο διδάσκαλός μας θέλει άπαξ δια παντός να καταδείξει ως αιρετι- κή την «μεσσαλιανική» δόξα περί της δυνατότητας επίτευξης αισθητής κοι- νωνίας με το Θεό. Προς το σκοπό αυτό προλαμβάνει τυχόν επίκληση εν εί- δει ενστάσεως της «αρπαγής» του Αποστόλου Παύλου στον τρίτο ουρανό: Η αποκαλυπτική εμπειρία του Αποστόλου Παύλου, μας λέει ο Νεόφυτος, α- φορά τον Απόστολό αυτόν και μόνο αυτόν, ο οποίος, εξάλλου, υπήρξε μονα- δικός. Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού τούτου προσάγει τη μαρτυρία του Ι- σαάκ («ἐροῦμεν αὐτῷ ὅτι καὶ Παῦλος μόνος ἠδύνατο πάντα· ἄλλον δὲ Παῦλον οὐκ οἴδαμεν γενόμενον»)63, με την οποία ο Σύρος ασκητής αντιτείνει σε εκεί- νους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο μοναχός δύναται να περισπάται σε άλλες 60. Πρβλ. Ψ-Μακάριος, Ὁμιλία 28, 1, ed. Dörries et al., 231 (όπου όμως η διατύπωση του πρωτοτύπου αποκλίνει από αυτήν στην οποία το αποδίδει ο Νεόφυτος, εις τρόπον ώστε το επίμαχο χωρίο να παρουσιάζεται κατά πάντα ορθόδοξο). 61. Πρβλ. Ψ-Μακάριος, Ὁμιλία 4, 9, ed. Dörries et al., 33 επ. (περί της λεπτής ψυχής των αγγέλων, άποψη η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, απαντά και σε συγγραφείς εγνωσμένου ορθοδόξου φρονήματος, όπως στο μαθητή του ιερού Χρυστόμου, Άγιο Ιωάννη Κασσιανό, του οποίου οι ως άνω εκδότες των Ψευδομακαριανών παραθέτουν σε υποσημείωση σχετικό χωρίο)· Ψ-Μακάριος, Ὁμιλία 8, 3, ed. Dörries et al., ένθ’ αν., 78 (περί του φωτεινού σταυρού, όπου και υποδεικνύεται η απόκρυφη καινοδιαθηκική γραμματεία ως χώρος προέλευσης της σχετικής ιδέας). 62. Πρβλ. Ὁμιλία 4, 9 και 11, ed. Dörries et al., 33 και 36. 63. Ισαάκ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα Ἀσκητικά, επιμ. Νικηφόρου ἱερομονάχου τοῦ Θεοτόκου, ἐν Λειψία τῆς Σαξωνίας 1770 (ανατ. Θεσσαλονίκη 1977), 302. φροντίδες και μέριμνες εκτός της προσευχής ότι μόνον ο Παύλος ήταν «οι- κονομικῶς» ικανός να συνδυάσει επιτυχώς τόσα δυσκατόρθωτα ενεργήματα. Άρα η επίκληση από μέρους του Νεοφύτου της μαρτυρίας του αγίου Ισαάκ για τη μοναδικότητα του Αποστόλου Παύλου είναι ερμηνευτικώς παρο- δηγητική, αποδεικτικώς δε παντελώς ανίσχυρη. Όμως η περίπτωση του Παύλου είναι και από μία άλλη άποψη αξιο- πρόσεκτη για το θέμα μας. Σε ένα κείμενό του ο πρόδρομος της ησυχαστι- κής θεωρίας άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (10ος-11ος αι.), προς υποστήριξη της θέσεώς του (κατά πάντα ορθόδοξη, ειρήσθω εν παρόδω), ότι είναι δυ- νατόν από αυτή τη ζωή να θεαθεί ο άνθρωπος το Θεό εν τη δόξει Του, επι- καλείται τον Παύλο και ανασκευάζει τυχόν ένσταση ότι δήθεν ο Παύλος δεν μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα, καθόσον κανείς δεν είναι «ίσος» του64. Η ένσταση που απορρίπτει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος είναι ακριβώς αυτή που εγείρει ο Νεόφυτος κατά των «μεσσαλιανικών» Ψευδομακαριανών. Μάλι- στα ο Καυσοκαλυβίτης δεν αποκλείεται να γνώριζε και το εν λόγω κείμενο του αγίου· ούτως ή άλλως, ο μοναχός μας καθάπτεται στην Ἐπίκριση της ορ- θοδοξίας του αγίου Συμεών, προσάγοντας χωρίο από «χειρόγραφο βιβλίο» του, στο οποίο, όπως μας πληροφορεί, διατυπώνεται ο ισχυρισμός, ότι ο μη έχων ένοικον τον Χριστό εντός του δεν μπορεί να σωθεί: «εἴ τις, φησί, μὴ αἴ- σθηται ἐν ἑαυτῷ αἰσθητῶς οἰκοῦντα καὶ ἐνεργοῦντα τὸν Χριστόν, σωτηρίαν οὐκ ἔχει»65. 2. Ο Καυσοκαλυβίτης μοναχός θα αντιπαραθέσει τον ευχαριστιακό ρε- αλισμό της Εκκλησίας στον ενθουσιαστικό μυστικισμό των «Ευχιτών», το- νίζοντας ορθώς ότι «θείας κοινωνοί φύσεως» γίνονται μόνο οι τρώγοντες και πίνοντες τη σάρκα και το αίμα «τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου». Όμως αυτό που μοιάζει να παρατρέχει εδώ, είναι ακριβώς το ότι στις Πνευματικές Ομιλίες κάθε άλλο παρά υποτιμάται η μυστηριακή-ευχαριστιακή εμπειρία, όπως η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει 66. 64. Πρόκειται για ένα σύντομο πόνημα που εξέδωσε ο Irénée Hausherr [La méthode d’oraison Hésychaste (Orientalia Christiana Vol. IX.-2, Nr. 36), Roma 1927, 184 επ.] και έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Περὶ τῶν οἰομένων ἀγνώστως ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον… καὶ περὶ τῶν λεγόντων μὴ δύνασθαί τινα τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὴν παροῦσαν ζωὴν ὁρᾶν τὴν δόξαν Αὐτοῦ…». Το κείμενο επανεκδόθηκε από τον J. Darrouzès (Sources Chre- tiennes , No 129, Παρίσι 1967, 78-118) ο οποίος έλβε επιπροσθέτως υπ’ όψη του δύο ακόμα μάρτυρες της χειρόγραφης παράδοσης του έργου. 65. Η θέση αυτή συνοψίζει όντως την πεμπτουσία της διδασκαλίας του αγίου Συμεών· ο ίδιος, εξάλλου, στο θέμα αυτό αφιέρωσε το κείμενο της προηγούμενης παραπομπής. Πρβλ. Василий Кривосеин (Βασίλειος Κριβοσέιν), Преподобный Симеон Новый Богослов (949- 1022) (Ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος), Νίζνι Νόβγκοροντ 1996, 279 επ.· επίσης πιο πρό- σφατα Hilarion Alfeyef, St. Symeon the New Theologian and Orthodox Tradition, Oxford 2000, 217-219. 66. Βλ. Πόποβιτς, ένθ’ αν. 3. Θα μνημονεύσει τη θεμελιώδη αλήθεια της ορθόδοξης δογματικής διδασκαλίας, σύμφωνα με την οποία τα λογικά κτίσματα δύνανται στην κα- τάσταση της εν αγιασμώ τελειότητας να μεθέξουν της θείας ενεργείας, αλλά ποτέ της θείας ουσίας· στόχος του είναι να καταγγείλει ως κακόδοξη την ά- ποψη ότι η μέθεξη δύναται να αφορά και τη θεία ουσία. Ότι βέβαια αστοχεί, όταν διατείνεται ότι στα Ψευδομακαριανά ανιχνεύεται μια τέτοια άποψη, εί- ναι ένδειξη του φορμαλιστικού τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει και χρη- σιμοποιεί τους κειμενικούς μάρτυρες67. Αυτό που εν προκειμένω παραθεω- ρεί ο Νεόφυτος είναι πως οι Πνευματικές Ομιλίες, όπως προσφυώς διευκρί- νισε ο Φλωρόφσκυ, δεν είναι πραγματείες θεολογικού στοχασμού, αλλά ε- σωτερική εξομολόγηση ενός ασκητή που διδάσκει εκ προσωπικής πείρας 68. 4. Αρκετή έκταση θα αφιερώσει στην ανασκευή της δοξασίας περί του λεπτοσώματου και του έμψυχου των αγγέλων69· προς το σκοπό αυτό όχι μό- νο θα επικαλεσθεί τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο για να ερμηνεύσει, όπως φρονεί, ορθά ένα σχετικό χωρίο του ιερού Δαμασκηνού, αλλά θα προβεί και στην κατάστρωση ενός φιλοσοφικών προδιαγραφών επιχειρήματος του τύ- που της redgressus ad infinitum. 5. Ειρήσθω εν παρόδω ότι φιλοσοφικό χαρακτήρα κέκτηται και η προ- σπάθειά του να ανασκευάσει τη δόξα περί σωματικότητας των αοράτων κτι- σμάτων, δηλαδή των αγίων αγγέλων, δια της επικλήσεως του επισφαλούς χαρακτήρα της επαγωγής, μιας μεθόδου η οποία ως σήμερα δεν παύει να α- ποτελεί το par excellence επιστημολογικό πρόβλημα70. 67. Ομοίως αστοχεί, όταν αποφαίνεται πως στις Ομιλίες απαντά η μεσσαλιανική δοξα- σία ότι οι άγιοι αποκτούν ήδη από το βίο αυτό την τέλεια απάθεια: «Ἀλλ’ οὐδέ ἣν τὸ ψευδεπί- γραφον ἐκεῖνο βιβλίον ἐν ἁπάσαις μικροῦ ταῖς ὁμιλίαις πρεσβεύει τελείαν ἐνταῦθα ἀπαλλαγὴν τῶν παθῶν καὶ ὁλικὴν ἐλευθερίαν ἀποδέχονται οἱ οἰκουμενικοὶ τῆς ἐκκλησίας διδάσκαλοι, ὡς ἀλλαχοῦ ἡμῖν ἱκανῶς ἀποδέδεικται, ἐπικράτειαν μὲν ᾧδε καὶ ἐποχὴν τῶν παθῶν εἶναι διδά- σκοντες, τὴν δὲ τούτων ἀπαλλαγὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἔσεσθαι». Αντιθέτως τη διδασκαλία αυτή, η οποία, αν βασισθούμε στον κατάλογο του Τιμοθέου Κωνσταντινουπόλεως, θα πρέπει να βρή- κε οπαδούς σε μεσσαλιανικούς κύκλους, την καταπολεμά ο Ψευδομακάριος, γεγονός που έχει ήδη επισημανθεί από την έρευνα: Irénnée Hausherr, «L’erreur fondamentale et la logique du messalianisme», Orientalia Christiana Periodica 1 (1935), 353. 68. Флоровский, ένθ’ αν., 496. 69. Βλ. ανωτέρω υποσ. 60. 70. «Οὐκοῦν οἱ ταῦτα λέγοντες ἀναποδείκτως (λέγω δὲ ἀναποδείκτως, καθ’ ὅτι ἐκ τοῦ μερικοῦ οὐδέν τι συνάγεται· οὐ γάρ δη ἐπειδὴ τῶν πεπερασμένην ἐχόντων τὴν φύσιν κτισμάτων τὰ ὁρώμενα σώματά ἐστιν, ἕπεται παρὰ τοῦτο καὶ τὰ φύσει ἀόρατα σώματα εἶναι· λέγω δὲ φύσει ἀόρατα, διὰ τὰ ἐν τῷ ἀέρι κονιορτώδη ἄτομα, τὰ οὐχὶ φύσει ἀλλὰ διὰ σμικρότητα ἀόρατα». Ο συλλογισμός είναι ο εξής: Όλα τα ορατά πεπερασμένα κτίσματα είναι σώματα· τα αόρατα (δηλ. οι άγγελοι) είναι κτίσματα· άρα τα αόρατα είναι και αυτά σώματα. Το συμπέρασμα προ- δήλως συνάγεται κατ’ επαγωγήν, δηλ. από το ειδικό (μια κατηγορία κτισμάτων είναι σώματα) προς το γενικό (όλα τα κτίσματα, άρα και τα αόρατα που περιέχονται σε αυτά, είναι σώματα). Ο Νεόφυτος αμφισβητεί εδώ την επιστημολογική εγκυρότητα της επαγωγής. 6. Τέλος, θα επικαλεσθεί το Λεξικό του Σουίδα και βασιζόμενος στο argumentum e silentio θα επιρρώσει την ορθή άποψή του ότι ο Μακάριος ο Αιγύπτιος δεν μπορεί να είναι ο συντάκτης των υπό εξέταση έργων. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι, ανεξάρτητα από την ορθότητα της επί μεσσαλιανισμώ μομφής που προσάπτει ο συγγραφέας μας στα Ψευδομακα- ριανά, ουδείς δικαιούται να του αρνηθεί την τιμή ότι υπήρξε ο πρώτος ερευ- νητής που διείδε την ομοιότητα συγκεκριμένων αποφάνσεων του Ψευδομα- καρίου με τον αιρεσιολογικό κατάλογο του ιερού Δαμασκηνού· σε αυτό το επίπεδο κατανόησης του προβλήματος που εγείρουν, ούτως ή άλλως, τα κεί- μενα του μακαριανού corpus θα έφταναν οι Villecourt και Dörries ενάμιση περίπου αιώνα μετά. Ούτε ο Semler, ούτε ο Oudin, παρά τις οξυνούστατες παρατηρήσεις τους, δεν ψυχανεμίσθηκαν τη φιλολογική ομοιότητα μεταξύ των κειμενικών τεκμηρίων που ερεύνησε ο Νεόφυτος για να αχθεί στα συ- μπεράσματά του. Βέβαια, το γεγονός ότι λόγω του άτεγκτου «ορθολογι- σμού» του τελικώς έπεσε στη μεθοδολογική παγίδα που υπέδειξε, όπως suo loco σημειώσαμε, μόλις προσφάτως ο Stewart, με το να κατανοήσει τον κα- τάλογο του Δαμασκηνού φορμαλιστικά και να το χρησιμοποιήσει ως κανό- να δυνάμενο να εφαρμοστεί μηχανικά σε κείμενα μιας άλλης εποχής για να μετρηθεί η «ορθοδοξία» τους, ήκιστα μας παρέχει το ενδόσιμο να παραγνω- ρίσουμε τη σημασία του πονήματος που εκδίδουμε και την κριτική οξύνοια του συντάκτη του. Ωστόσο, οι παρατηρήσεις αυτές μας φέρνουν αντιμέτω- πους με ένα παράδοξο φαινόμενο του ελληνικού 18ου αιώνα: ένα λόγιο διδά- σκαλο, πρωτεργάτη, όπως έχουμε αλλού εισηγηθεί71, ενός sui generis ορθό- δοξου εκκλησιαστικού Διαφωτισμού, στον οποίο ένας μεγαλιθικός συντηρη- τισμός συμμίσγεται με έναν οιονεί νευρογενή «ορθολογισμό», προκαλώντας το εκρηκτικό εκείνο μείγμα, του οποίου πρώτο και μεγαλύτερο θύμα υπήρξε εν τέλει ο ίδιος ο Νεόφυτος. Sigla Codicum Ε = Cod. Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος 1297, φφ. 141-155. Π = Cod. Παντελεήμονος 519 (Κατάλογος Λάμπρου 6026) φφ. 50-56. *** Ἐπίκρισις εἰς τὸ ἐπιγραφόμενον Μακαρίῳ τῷ Αἰγυπτίῳ ἐγχειρίδιον ἐξελέγχουσα αὐτὸ ὡς νόθον72 Ἰωάννης ὁ ἐκ Δαμασκοῦ φωστὴρ ἐν τῷ πρώτῳ αὐτοῦ τόμῳ, μετὰ τὴν ἀ- νακεφαλαίωσιν τοῦ περὶ αἱρέσεων ζ΄ τόμου73, αὐτά τε ταῦτα τὰ τοῦ Θεοδω- 71. Παναγόπουλος, ένθ’ αν. 72. Titulus: E Π 73. J. Damascenus, De haer. 80, ed. Kotter IV, 44-46. ρήτου74 περὶ τῶν ἀμφὶ τὸν Συμεὼν Μασσαλιανῶν ἐκτίθεται, φύλλ. 98 (ἐν οἷς Συμεὼν παρὰ τῷ Θεοδωρήτῳ γράφεται ὁ ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοῦ ἱστορίᾳ Σεμεώνης παρ’ αὐτοῦ γραφόμενος ὡς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δηλοῦσθαι δι’ ἑκα- τέρων τῶν ὀνομάτων, αὐτὸν τοῦτόν φημι τὸν νέον παρ’ αὐτοῖς θεολόγον) καὶ πρό γε τούτων τὰ ἐκ τοῦ βιβλίου αὐτῶν κεφαλαιωδῶς ἀναληφθέντα δυσσεβῆ δόγματα καταλέγει, φύλλ. 96· ὧν τὰ δυσσεβέστατα, συνεπτυγμένως 75 εἰπεῖν, εἰσὶ ταῦτα: Συνοικεῖν, φασίν, ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τό τε Ἅγιον Πνεῦμα καὶ τὸν σατανᾶν μετὰ τῶν δαιμόνων ἐνυποστάτως· κοινωνικήν τε εἶναι τὴν τῶν ἀνθρώπων φύ- σιν τῶν τῆς πονηρίας πνευμάτων, ὡς μηδὲ τοὺς Ἀποστόλους καθαρεῦσαι τῆς τούτων ἐνεργείας· τὸν ἄνθρωπον μήτε τῷ βαπτίσματι τελειοῦσθαι ὡς καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, φασί, συμπεφυρμένον τῇ ἁμαρτίᾳ· μήτε τῇ τῶν θείων μυστηρίων μεταλήψει καθαίρεσθαι τὴν ψυχήν, ἀλλὰ μόνῃ τῇ παρ’ αὐτοῖς σπουδαζομένῃ εὐχῇ· τὸν κατ’ αὐτούς εὐχόμενον δυνατὸν αἰσθάνεσθαι τῇ ψυχῇ τοιαύτης τῆς τοῦ οὐρανίου νυμφίου κοινωνίας, οἷα αἰσθάνεται ἡ γυνὴ ἐν τῇ συνουσίᾳ τοῦ ἀνδρός, δέχεσθαί τε αὐτὸν ἐξ ἀπακαλύψεως αἰσθητῶς ἐν θεϊκῇ ὑποστάσει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐν πάσῃ πληροφορίᾳ καὶ ἐνεργείᾳ· καὶ ὅτι δεῖ δύο κτήσασθαι ψυχὰς τὸν σωθησόμενον, μίαν τὴν κοινήν τοῖς ἀνθρώποις καὶ μίαν τὴν ἐπου- ράνιον, ἧς οὐκ ἄνευ· φανεροῦσθαί τε αὐτῷ τὸν Σωτήρα ἐν φωτί· εὐχόμενόν τε καθ’ ἑαυτόν εὑρίσκεσθαί ποτε τῷ θυσιαστηρίῳ παρεστῶτα καὶ τρεῖς ἄρτους αὐτῷ ἐλαίῳ πεφυρμένους προσφέρεσθαι· τὴν δὲ ψυχὴν τὴν μὴ ἔχουσαν τὸν Χριστὸν ἔνοικον ἐν αἰσθήσει καὶ πάσει ἐνεργείᾳ οἰκητήριον εἶναι ἑρπετῶν καὶ ἰοβόλων θηρίων, τοῦτ’ ἔστι πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως. Ταῦτα μὲν οὖν ὡς ἐν συνόψει τῶν ἀμφὶ τὸν Συμεὼν Μασσαλιανῶν τὰ δυσσεβέστερα76 τῶν ἄλλων παραληφθέντων, πρόδηλον δ’ ὅτι τῆς τούτων ὀξώδους ζύμης ἐστὶ καὶ ὅπερ ὁ ῥηθεὶς Συμεών, ὁ καὶ νέος θεολόγος παρ’ αὐτοῖς καλούμενος, ἐν χει- ρογράφῳ βιβλίῳ αὐτοῦ λέγει: εἴ τίς φησι, μὴ αἴσθηται ἐν ἑαυτῷ αἰσθητῶς οἰ- κοῦντα καὶ ἐνεργοῦντα τὸν Χριστόν, σωτηρίαν οὐκ ἔχει. Ἐπὶ τούτοις ἰστέον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ προσεκτέον ὅτι τοῦ γραικο-λατινιστὶ ἐκδεδομένου ἐγχειριδίου ἐπ’ ὀνόματι Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου εἰς δύω τόμους, παρεκτὸς τῶν ἐν μέσω ἀποφθεγμάτων, διῃρημένου, ὁ μὲν πρὸ τῶν ἀποφθε- γμάτων πρῶτος τόμος συνοπτικὴ τυγχάνει μετάφρασις, ἐπιστήσαντι, τοῦ μετὰ τὰ ἀποφθέγματα β΄ τόμου μετά τινος πολλαχοῦ παρενθήκης, ὡς μὴ εἶναι τὸν α΄ τόμον τοῦ τὸν β΄ τόμον συνταξαμένου (εἴ γε τῇ φράσει ἐνήλλακται καὶ πολ- λαχοῦ κατ’ ἀρχὰς τὸ φησί, καὶ ουδὲ ἐν παντὶ ἐγχειριδίῳ, συντέτακται), ἀλλ’ ὥς ἐγὼ ἀρχαίῳ τινὶ χειρογράφῳ ἐν Ἄθῳ ἐνέτυχον, Συμεῶνος, φησί, τοῦ μεταφρα- στοῦ· ὁ δὲ δεύτερος τόμος τῷ Μακαρίῳ μὲν καὶ αὐτὸς ἐπιγέγραπται77, δοκεῖ γε 74. Theoderetus, Hist. Eccl., ed. Parmentier, 229,4-231,20. 75. συνεπτυγμένoς: Ε 76. δυσεβέστερα: Ε 77. ἐπιγράφεται: Ε μὴν78, ἐξ ὧν πεπλήρωται δυσσεβῶν, ὡς ἂν εἴποι ὁ Δαμασκοῦ φωστήρ, δογμά- των, Μασσαλιανοῦ τινος μᾶλλον εἶναι γέννημα τῇ τοῦ Μακαρίου ἐπωνυμίᾳ συστῆσαι τοῦτο θελήσαντος. Κοινωνὴν μὲν γὰρ εἶναι, λέγει, τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν τῶν τῆς πονη- ρίας πνευμάτων: τόμῳ δευτέρῳ, ὁμιλ. κζ΄, κφ΄79, ιθ΄ καὶ ὁμιλ. κστ΄, κεφ. ιγ΄, καὶ ὁμιλ. μγ΄ κεφ. η΄, ἐν ᾧ καὶ τῶν Ἀποστόλων πλαγίως πως καθάπτεται, τοῦ μὲν Πέτρου ὡς δῆθεν κατεγνωσμένου, τοῦ δὲ Πάυλου καὶ Βαρνάβα ὡς πα- ροξυνθέντων ἀλλήλοις· τόμῳ β΄, ὁμιλ. κζ΄, κεφ. ι΄ καὶ ὁμιλ. ιζ΄, κεφ. ζ΄ καὶ τόμῳ α΄ περὶ ὑψώσως τοῦ νοός, κεφ. ιζ΄. Τὴν δὲ τῶν δυοῖν ψυχῶν κλῆσιν, τόμ. β΄, ὁμιλ. λβ΄, κεφ. στ΄ καὶ θ΄, καὶ ὁμιλ. λ΄, κεφ. γ΄ καὶ ὁμιλ. μδ΄, κεφ. η΄, καὶ τόμ. α΄ περὶ ἀγάπης, κεφ. ια΄, καὶ περὶ ἐλευθερίας νοός, κεφ. ιβ΄. Εἰ80 δὲ τὴν ἐπουράνιον ψυχὴν ἔνθα μὲν εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ, ἔνθα δὲ εἰς τὴν τοῦ Ἁ- γίου Πνεύματος χάριν οἱ Μασσαλιανοὶ μεταλαμβάνουσιν, ἀλλ’ οἱ περὶ τὸν Ἀπόστολον πνευματέμφοροι νοῦν μὲν Χριστοῦ ἢ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν λέ- γουσι81, ψυχὴν δὲ ἢ ἐπουράνιον ἢ Χριστοῦ σχεῖν, οὐδαμοῦ λέγουσιν. Οἱ γοῦν Μασσαλιανοὶ, ἵνα ἐάσω τὸ καθ’ αὐτοὺς δίψυχον εἴτ’ οὖν διπλόψυχον αὐτῶν σῶμα (ὅπέρ ἐστιν ἰουδαϊκὸν μυθολόγημα, δύω λυρούντων ἔχειν ψυχὰς ἐν Σαββάτῳ) εἰσάγουσι δι’ ἧς ὥς φασιν ἐπικτῶνται ψυχῆς, τῆς μὲν ἐπουρανίου, ψυχῶν προΰπαρξιν ἢ μεθύπαρξιν, τῆς δὲ τοῦ Χριστοῦ, ἢ πολλὰς Αὐτοῦ ψυχὰς ἤ (ἵλεως εἴη ὁ Κύριος) τῆς μιᾶς Αὐτοῦ μετεμψύχωσιν. Ἐπουρανίου δ’ αὖ λέ- γοντες, ἥν φασιν ἐπικτᾶσθαι ψυχήν, ἐπίγειον δῆλον ὅτι φρονοῦσι τὴν κοινὴν τῶν ἀνθρώπων· τὸ δὲ γράμμα τὸ ἱερὸν ἐπουράνιον αὐτὴν οἶδε· ἐπιστρέψει γὰρ, φησίν, ὁ χοῦς ἐπὶ τὴν γῆν ὥς ἦν καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέψει πρὸς τὸν Θεόν, ὃς ἐδωκεν αὐτό (Ἐκκλησιαστὴς 12, 7). Κατὰ γὰρ τὴν κοινὴν τῶν ἀνθρώπων ψυχὴν πατέρα ἑαυτῶν ἐπικαλούμεθα τὸν ἐπουράνιον Θεόν82. Τὴν ψυχὴν οὕτω κατ’ αἴσθησιν οἱόν τε κοινωνεῖν τῷ οὐρανίῳ νυμφίῳ, ὡς ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί γρα- φικῶς δήθεν τοῦτο δεικνύς· τόμ. β΄. ὁμιλ. ιη΄, κεφαλαίῳ ζ΄, καὶ ὁμιλ. λη΄, κεφ. ε΄ καὶ ὁμιλ. με΄, κεφ στ΄ καὶ ὁμιλ. μθ΄, κεφ. δ΄ καὶ τόμ. α΄, περὶ ἀγάπης, κεφ. η΄, ιγ΄, ιδ΄ καὶ περὶ ἐλευθερίας νοός, κεφαλαίῳ ὑστάτῳ. Τὸ γὰρ ὂν τρόπον εὐφρανθήσεται νυμφίος ἐπὶ νύμφῃ καὶ λ. (Ἡσαΐας 62)83 οὐχὶ περὶ ψυχῆς κατὰ τοὺς Μασσαλιανοὺς κενεμβατούσης καὶ οἷον ὀνειρωττούσης ἐγρηγορότος τοῦ σώματος ἢ καθεύδοντος, ἀλλὰ περὶ τῆς Νέας Σιών, τῆς τοῦ Χριστοῦ φημι ἐκκλησίας εἴρηται, περὶ ἧς εἴρηται καὶ τὸ παρέστι ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου84 78. δοκεῖ δέ γε μὴν: Π 79. κφ΄ om. E 80. Ἐν: Ε 81. Cf. I Cor 2, 16. 82. ἐν δὲ τὴν ἐπουράνιον… ἐπικαλούμεθα τὸν ἐπουράνιον Θεόν: abest a Π, f. 51, sed exstat in f. 54v – 54r. 83. Is, 62, 5 84. Ps 44, 10 καὶ λ., καὶ τὸ ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἐνὶ ἀνδρὶ παρθένον ἀγνὴν παραστῆσαι85 Χριστῷ86. Τὸν εὐχόμενον ἐν ἐκστάσει παρεστάναι τῷ θυσιαστηρίῳ καὶ ἐκ τῶν προκειμένων τριῶν ἄρτων87 εἰς πλησμονὴν ἀδαπάνως ἐσθίειν88· τόμ. β΄, ὁμιλ. η΄, κεφ. γ΄.89 Τὸν σταυρὸν φανερούμενον ἐν φωτὶ προσπήγνυσθαι τῷ ἔσω ἀν- θρώπῳ· τόμ. β΄, ὁμιλ. η΄, κεφ. γ΄ καὶ στ΄· (σημείωσε δὲ ὅτι τὰ περὶ τοῦ σταυ- ροῦ καὶ τῶν τριῶν ἄρτων ἡ μὲν συνοπτικὴ μετάφρασις ἐν τῷ πρώτῳ τόμῳ, κεφ. η΄ περὶ ἀγάπης, παρέλειψεν, ὁ δὲ εὐχίτης Συμεὼν, ὁ καὶ νέος παρ’ αὐτοῖς θεολόγος, ἐν τῷ χειρογράφῳ αὐτοῦ βιβλίῳ τὰ μὲν τοῦ σταυροῦ ἀποδέχεται, τὰ δὲ τῶν ἄρτων ὡς ἀπατηλά φησιν οὐ προσίεται90.) Τὴν τῶν ἐναντίων πνευμά- των, πονηροῦ τε καὶ ἀγαθοῦ, φωτὸς καὶ σκότους, χάριτος καὶ ἁμαρτίας, ἐν τῷ ἀνθρώπῳ συνοίκησιν κακοσχόλως προχειριζόμενος τὸ καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκο- τίᾳ φαίνει91 (κατὰ γὰρ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, τοῦ φωτὸς ἐπεισελθόντος ἡ σκοτία ὑποχωρεῖ92)· τόμ. β΄, ομιλ. ιστ΄, κεφ. στ΄ καὶ ὁμιλ. ιζ΄, κεφ. δ΄ καὶ ὁμιλ. κζ΄, κεφ. ιθ΄ καὶ ὁμιλ. μγ΄, κεφ. η΄ καὶ τόμ. α΄ περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι, κεφ. δ΄ καὶ περὶ ὑψώσεως νοός, κεφ. ιγ΄ καὶ ιδ΄ καὶ περὶ ἀγάπης, κεφ. ιβ΄, λ΄, λα΄. Τὴν ψυχὴν μὴ ἔχουσαν τὸν Χριστὸν ἔνοικον93 ἐν αἰσθήσει καὶ πάσῃ πλη- ροφορίᾳ κατοικητήριον εἶναι πάσης αντικειμένης δυνάμεως· (τόμ. β΄, ὁμιλ. κη΄, κεφ. α΄ καὶ β΄, καὶ τόμ. α΄, Περὶ ἐλευθερίας νοός, κεφ. ιβ΄)· ἀλλὰ καὶ τὸν βαπτισθέντα συμπεφυρμένον εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα πλαγίως πως ὑπαινίττεται· (τόμ. β΄, ὁμιλ. ιε΄, κεφ. ιδ΄)· τὸ δὲ δέχεσθαι, εἴτ’ οὖν ἐλλάμ- πεσθαι τὸν εὐχόμενον ἐξ ἀποκαλύψεως αἰσθητῶς τὴν θεϊκὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν πάσῃ πληροφορίᾳ καὶ ἐνεργείᾳ καὶ ὥσπερ ἐν κατόποτρῳ τὴν Χριστοῦ μορφὴν ὁρᾶν ἐν τῷ ἡγεμονικῷ ἐνσωμάτως, εἴτ’ οὖν σωματομόρ- φως94, πλεισταχοῦ ἂν εὕροις τοῦτο παρ’ αὐτοῦ λεγόμενον· τόμ. β΄, ὁμιλ. δ΄, κεφ. ια΄ καὶ ιγ΄ καὶ ὁμιλ. η΄ καὶ ιγ΄, κεφ. β΄, καὶ ὁμιλ. κη΄, κεφ. ε΄, καὶ ὁμιλ. λζ΄, κεφ. ζ΄, καὶ ὁμιλ. λθ΄, κεφ. α΄, καὶ ὁμιλ. μζ΄, κεφ. ια΄, καὶ ὁμιλ. μθ΄, κεφ. α, καὶ τόμ. α΄, περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι, κεφ. ια΄, καὶ περὶ ὑψώσεως τοῦ νοός, κεφ. στ΄, ζ΄, η΄, καὶ περὶ ἀγάπης, κεφ. ιζ΄, κη΄και κθ΄ καὶ95 περὶ ἐλευθερί- ας νοός, κεφ. ια΄, ιβ΄, κα΄, κβ΄96, κγ΄, κδ΄. 85. II Cor 11, 2 86. Τὸ γὰρ… παραστῆσαι Χριστῷ: abest a Π, f. 51 sed exstat in f. 54v. 87. ἄρτων τριῶν: Ε 88. ἐσθίειν corr. αἰσθίειν: Ε Π 89. Cf. J. Damascenus, De haer. 80, ed. Kotter IV, 43. 90. οὐ προσίεται Ε· Π ea verba in margine addit, in textu autem ἀποπέμπεται exstat. 91. Jo 1, 5. 92. Cf. Gregorius Theol. In sanct. bapt. 3, PG 36, 361 (ed. Moreschini, 202); In Theoph. 2, PG 36, 313 (= ed. Moreschini, 104) 93. ἔνοικον corr. ἔννοικον: Ε Π 94. Π add. in marg.: εἴτ’ οὖν σωματομόρφως 95. Π add. in marg.: Περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι, κεφ. ια΄, καὶ Περὶ ὑψώσεως τοῦ νοός, κεφ. στ΄, ζ΄, η΄, καὶ Περὶ ἀγάπης, κεφ. ιζ΄, κη΄και κθ΄ καὶ 96. Π add. in marg.: κα΄, κβ΄. Ὅσα τοιγαροῦν ὁ ἐκ Δαμασκοῦ φωστὴρ ἐκ τοῦ τῶν Μασσαλιανῶν βι- βλίου ἀναλαβὼν κατέλεξε δυσσεβῆ δόγματα, ταῦτα μικροῦ δεῖν ξύμπαντα τῷ δευτέρῳ, ὡς δέδεικται, τόμῳ ἐγκατεσπαρμένα, ὧν τὰ πλεῖστα κᾃν τῷ συν- οπτικῷ πρώτῳ συμπαρείληπται, νόθον προφανῶς ἐλέγχουσι τὸ βιβλίον πα- ρεκτὸς τῶν ἐν αὐτῷ γεροντικῶν ἀποφθεγμάτων καὶ ὧν ὁ ἀββᾶ Μακάριος περί τε ἑαυτοῦ καὶ ἄλλων διηγεῖται γερόντων· οὐ γὰρ ἂν τολμήσειέ τις τοῦ μεγάλου πατρὸς Μακαρίου κατειπεῖν τῶν Μασσαλιανῶν τά τε ἄλλα ἔτι μὴν καὶ ἃς οἱ περὶ τὸν εὐχίτην Συμεώνην πλεισταχοῦ τοῦ αὐτῶν χειρογράφου βιβλίου περι- αυτολογοῦντες αὐχοῦσιν, ἐκστατικὰς τοῦ νοὸς αὐτῶν ἁρπαγὰς εἰς ἀποκαλύ- ψεις καὶ θεωρίας ἀῤῥήτων, ὡς αὐτοί φασι, μυστηρίων, τὰς γραφικὰς ῥήσεις πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν διαστρέφοντες· (τόμ. β΄, ὁμιλ. η΄, ἐρώτ. στ΄, καὶ τόμ. α΄, περὶ ἀγάπης, κεφ. η΄). Οἱ γὰρ οἰκουμενικοὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας δι- δάσκαλοι τὴν τοῦ Πνεύματος ἐν τοῖς πιστοῖς ἐνεργόν τε καὶ ἐναργῆ ἐνοίκησιν οὐκ ἐν τοῖς διακένοις τοῦ νοὸς εἰδωλοποιΐας, οὐδ’ ἐν τοῖς ἀνυποστάτως φαν- τασιοκοπουμένοις ἰνδάλμασιν, ἀλλ’ ἐν τοῖς καρποῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν Ἀπόστολον97, γνωρίζεσθαι διδάσκουσιν, ἅτινά ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰ- ρήνη, μακροθυμία καὶ λ.98 ’Αλλὰ σωματοποιεῖ, φασίν, ἑαυτὸν ὁ ἄπειρος καὶ ἀ- σώματος διὰ χρηστότητα ἄπειρον καὶ σμικρύνει, ὡς ἄν τις φαίη, ὁ μέγας καὶ ὑπερούσιος τοῦ δυνηθῆναι τοῖς νοεροῖς αὑτοῦ κτίσμασι συγκραθῆναι, ψυχαῖς ἁγίων φημὶ καὶ ἀγγέλων, ἵνα ὁραθῇ αὐτοῖς ὁ ἀόρατος καὶ ψηλαφηθῇ κατὰ τὴν φύσιν τῆς λεπτότητος τῆς ψυχῆς ὁ αψηλάφητος καὶ δυναταὶ γένωνται 99 καὶ αὐ- ταὶ ζωῆς ἀθανάτου, τῆς αὐτοῦ θείας φύσεως μετασχεῖν. Ἔνθεν τοι καὶ ἄλλως μέν φασιν ὤφθη τῷ Ἀβραὰμ, ἄλλως δὲ τῷ Ἰσαάκ καὶ τῷ Ἰακὼβ ἄλλως καὶ ἑ- κάστῳ100 τῶν προφητῶν, σμυκρύνων ἑαυτὸν καὶ σωματοποιῶν, μεταμορφού- μενός τε καὶ ὀπτανόμενος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν οὐ καθ’ ὅσον αὐτός ἐστιν, ἀχώρητος γὰρ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκείνων χώρησίν τε καὶ δύναμιν· (τομ. β΄, ὁμιλ. δ΄, κεφ. ια΄, ιγ΄, καὶ ὁμιλ. λθ΄, καὶ τόμ. α΄ περὶ ὑψώσεως τοῦ νοός, κεφ. στ΄, ζ΄, η΄). Οὐκοῦν (εἶπεν ἄν τις πρὸς αὐτούς) ἐχρῆν καὶ ὑμᾶς, ὦ οὗτοι, ἅς φατε ὁρᾶν ἢ ἐωρακέναι σωματομόρφους τοῦ ἀσωμάτου ὁράσεις γραφῇ, ὡς καὶ οἱ προ- φῆται, παραδοῦναι ὁποῖός τίς φημι ὦπται τῷ σχήματι ὁ ἐν ὑμῖν σωματοποι- ούμενος, ὤς φατε, ἀσώματος καὶ μὴ ἐξ ἑκατῶν, ὥς φατε, μονῶν εἰς ἄλλας ἰσαρίθμους μονὰς101 εἰσερχομένους (καίτοι μιᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ μονῆς τεταγμέ- νης, οἶμαι δὲ καὶ πολλοῖς μιᾶς, ἕκαστος γάρ φησιν ὁ Ἀπόστολος ἐν τῷ ἰδίῳ τά- γματι102) μηδένα ἐν μηδεμιᾷ τῶν μονῶν ὁρᾶν σωματόμορφον· (τόμ. β΄, ὁμιλ. η΄, ἐρώτ. στ΄). 97. Gal. 5, 22. 98. Π add. in marg.: ἅτινά ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία κ. τ. 99. γίνωνται Π 100. ἑκάστῳ τῷ Ε 101. Joann 14, 2. 102. I Cor. 15, 23. Εἰ δὲ καὶ τὴν Παύλου ἁρπαγὴν καὶ ἃ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα103 ἡμῖν προβάλλωσιν, ἀλλ’ οὐ περὶ ῥημάτων ἀῤῥήτων104, περὶ δὲ ἐσχηματισμένης105 σωματομορφίας, εἴτ’ οὖν σωματοποιΐας καὶ σωματεμφανείας τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεϊκῆς, ὡς αὐτοί φασιν, ὑποστάσεως ἐν πάσῃ ἐνεργείᾳ καὶ πλη- ροφορίᾳ ἅπας αὐτῶν ὁ λόγος. Ἐῶ λέγειν τὰ τοῦ θείου Χρυσοστόμου, ὅτι ἕνε-μ κεν μὲν τῶν κατ’ ἐντολήν φησιν πράξεων καὶ τῆς κατὰ πρόθεσιν ἀρετῆς οὐ- δεὶς ἀδυνατεῖ, σὺν Θεῷ δὲ εἰρήσθω, κατὰ Παῦλον γενέσθαι πάντα ἰσχύων καὶ αὐτὸς ἐν τῷ ἐνδυαναμοῦντι αὐτῷ Χριστῷ (ὅθεν καὶ ἔλεγεν, μιμηταί μου γί- νεσθε), ἕνεκεν γεμὴν τῶν σημείων καὶ τῶν καθ’ ὑπερβολὴν ἀποκαλύψεων, ὧν τὸ ὅλον τῆς χάριτος ἦν καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως, οὐκ ἔτι Παῦλος ἕ-τερος ἔσται106 λοιπόν· (τόμ. δ΄, πρὸς Δημητρ., περὶ κατανύξεως, κεφ. ιθ΄ καὶ κ΄, καὶ ὁμιλ. α΄, Εἰς τὴν Πρὸς Φιλιππισίους, καὶ τόμ. α΄, Εἰς τὸ ὀλίγῳ οἴνῳ χρῷ)107. Ὡσαύτως καὶ ὁ ἀββᾶ Ἰσαάκ (Λόγῳ περί μέμψεως ἀδεφοῦ τινος), εἷς, φησί, καὶ μόνος ἦν ὁ Παῦλος καὶ Παῦλον ἕτερον οὐκ οἴδαμεν γενόμενον108, οὐδὲ ἔχομεν δεῖξαι. Θείας δὲ κοινωνοὶ φύσεως γίνονται οὐχὶ οἱ τὸν ἀσώματον ἐν τῇ μαται- ότητι τοῦ νοὸς αὐτῶν σωματοποιοῦντες εὐχῖται, ἀλλ’ οἱ τοῦ σωματωθέντος109, εἴτ’ οὖν σαρκωθέντος καὶ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου πιστῶς τε καὶ ἀξίως τρώγοντες τὴν σάρκα καὶ πίνοντες τὸ αἷμα. Ἐπεὶ καὶ οἱ προφῆται ὁμοιωμένην, ταὐτὸν εἰπεῖν, σωματόμορφον110 ἐώρων τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου· αὕτη γὰρ, φησίν, ὅρασις ὁμοιώματος δόξης Κυρίου111· καὶ πάλιν, ἐγὼ ὁράσεις ἐπλήθυνα καὶ ἐν χερσὶ προφητῶν ὡμοιώθην112, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ φύσεως θείας, ἐνεργείας δὲ μόνης ἐκοινώνουν. Καὶ τὶ λέγω σωματομόρφους113 ὁράσεις θείας φύσεως ἀ- κοινωνήτους, ὁπότε οὐδ’ αὐτοὶ τὸ ἀσώματον τοῦ ἀσωμάτου Θεοῦ πρόσωπον διὰ παντὸς βλέποντες ἐν τῷ οὐρανῷ ἄγγελοι θείας φύσεως γίγνονται114 κοι- νωνοί, ἀλλ’ ἐνεργείας, κατὰ τὸν ἐκ Δαμασκοῦ φωστήρα; (Λόγῳ τρίτῳ περὶ εἰ- κόνων, κεφ. κστ΄)115. Ἀλλ’ οὐδέ ἣν τὸ ψευδεπίγραφον ἐκεῖνο βιβλίον ἐν ἁπάσαις μικροῦ ταῖς ὁμιλίαις πρεσβεύει τελείαν ἐνταῦθα ἀπαλλαγὴν τῶν παθῶν καὶ ὁλικὴν ἐλευ- θερίαν ἀποδέχονται οἱ οἰκουμενικοὶ τῆς ἐκκλησίας διδάσκαλοι, ὡς ἀλλαχοῦ 103. II Cor. 2, 16. 104. Ε om. ἀῤῥήτων 105. ἐσχηματισμένοις Ε 106. Ε om. ἔσται 107. Iohannes Chrys. De Demetrium de compuctione I, PG 47, 408; In Epist. ad Philipp. I, PG 62, 187; 108. Isaac Syrus, Opusc. ascet. quae supersunt, ed. Nic. Theotoces, (reeditio recentior: Thessalonicae 1977), 302. 109. σωματοθέντος Ε 110. Π σωματόμορφον in marg. add., in textu autem σωματοφόρον exstat. 111. Ezech 1, 28. 112. Osee 12, 11. 113. Π σωματομόρφους in marg. add., in textu autem σωματοφόρους exstat. 114. γίνονται Ε 115. J. Damasc. De imag III 26, ed. Kotter III, 134. ἡμῖν ἱκανῶς ἀποδέδεικται, ἐπικράτειαν μὲν ᾧδε καὶ ἐποχὴν τῶν παθῶν εἶναι διδάσκοντες, τὴν δὲ τούτων ἀπαλλαγὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἔσεσθαι. Τὸ γὰρ τὰς ψυχὰς καὶ τοὺς ἀγγέλους λεπτοσωμάτους εἶναι λέγειν καὶ ψυ- χὴν ἔχειν τοὺς ἀγγέλους (ψυχαῖς γὰρ, φησίν, ἁγίων καὶ ἀγγέλων συγκιρνᾶται σωματοποιούμενον τὸ θεῖον) παρίημι (τόμ. α΄ περὶ ὑψώσεως τοῦ νοός, κεφ. στ΄ καὶ τόμ. β΄, ὁμιλ. δ΄, κεφ. ια΄)· ὡσαύτως καὶ τὸν τῇ ἐκκλησίᾳ προσφερό- μενον ἄρτον καὶ οἶνον ἀντίτυπα εἶναι τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ (τομ. β΄, ὁμιλ. κζ΄, ἐρώτ. ιζ΄). Εἰ116 γάρ οἱ ἄγγελοι, κατὰ τοὺς Μασσα- λιανούς, ὡς λεπτοσώματοι ἔχουσι ψυχήν, ἵνα μὴ ὦσιν, ὡς ἕοικεν, ζῷα σω- ματώδη μέν, ἄψυχα δὲ καὶ ἄλογα, καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἄρα λεπτοσώματος κατ’ αὐτοὺς ψυχή, ἱνα μὴ ᾖ καὶ αὐτὴ ζῷον σωματῶδες μέν, ἄψυχον δὲ, ἕξει καὶ αὐτὴ ψυχήν· εἰ γάρ τοι καὶ ψυχή ἐστι, ἀλλ’ οὖν σῶμα τὸ οἱονοῦν εἶναι ὑ- ποτιθεμένη, χρήζει καὶ αὐτή, ἵνα μὴ ᾖ σῶμα ἄψυχον, ψυχῆς. Ἄλλως τε ὁ Θεὸς καὶ τὸν ἄνθρωπον ἄγγελον ἄλλον ἐποίησεν, προσκυνητὴν μικτόν117, κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον118, δῆλον δ’ ὅτι ἄγγελον μὲν κατὰ τὴν ἄυλον ψυχήν, μι- κτὸν δὲ κατὰ τὸ ὑλικὸν σῶμα. Οὐκοῦν καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ψυχὴ ὡς ἄλλος ἄγγελος ἕξει ψυχὴν κατ’ αὐτούς παρ’ ἥν φασιν ἐπουράνιον ἢ τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄλλην τινά λεπτοσώματον· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν ἀγγέλων ὡς δὴ καὶ ἡ ἐκεί- νων ὥς φασιν λεπτοσώματος, εἴτ’ οὖν σῶμα λεπτομερές· καὶ τοῦτο ἐπ’ ἄπει- ρον. Προϋπέθεντο καὶ γὰρ ἔχειν καὶ τοὺς ἀγγέλους ψυχήν, τὴν δ αὖ ψυχὴν εἶ- ναι λεπτοσώματον· τὸ δ’ ἐν ἀΰλοις λεπτοσώματον εἶναι καὶ ἔμψυχον. Εἰ δὲ ὁ ἐκ Δαμασκοῦ φωστὴρ119 καί τινες ἄλλοι τοὺς ἀγγέλους εἰρήκασιν ὡς μὲν πρὸς ἡμᾶς τοὺς ὑλικοὺς ἀΰλους καὶ ἀσωμάτους, ὡς δὲ πρὸς τὸν Θεὸν παχεῖς τε καὶ ὑλικοὺς εἶναι 120, ἀλλ’ ὁ τῶν θεολόγων ἔξαρχος Γρηγόριος121 πό- θεν δῆλον, φασίν, ὅτι σώματα οἱ ἄγγελοι122; Πρὸς γὰρ τοὺς λεπτοσωμάτους λέγοντας τοὺς ἀγγέλους ἀποτεινόμενος ταῦτα εἶπε. Τὸ γὰρ τοὺς ἀγγέλους λε- πτομερέστερα λέγειν σώματα ὁτεδήποτε σχεῖν, τῆς Ὠριγένους φρενοβλαβείας ὄν, ἀναθεματίσασα ἡ οἰκουμενικὴ ε΄ σύνοδος123 ἀποφάσκει προδήλως τὸ τῶν ἀγγέλων λεπτοσώματον. Ὥσπερ γοῦν ἡμεῖς οὐκ ἐκ τῆς πρὸς τοὺς ἀγγέλους συγκρίσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδίας ἑαυτῶν μᾶλλον φύσεως ἐσμέν τε καὶ λεγόμεθα παχεῖς τε καὶ ὑλικοί, οὕτω καὶ οἱ ἄγγελοι οὐ κατὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς σύγκρισιν, ἀλλὰ φύσει εἰσί τε καὶ λέγονται τοῦθ’ ὅπερ καὶ λέ-γονται, ἄϋλοι καὶ ἀσώματοι. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν Θεὸν, φασί, τὸν φύσει ἄϋλον καὶ ἀσώματον συγκρινόμενοι, 116. Εἰ γὰρ οἱ ἄγγελοι… παρεκβατικώτερον abest a Π, f. 53r., sed exstat in f. 54r. 117. Gregorius Theol. In Theophania (Or. 38), PG 36, 324 (= ed. Moreschini, Paris 1990, 126). 118. E Π in marg. add.: Εἰς τὸ Χριστὸς γεννᾶται 119. Ε Π in marg. add.: κεφ. ιστ΄, δογμ. 120. J. Damasc. De Imag III, 25, ed. Kotter III, 132; cf. Expos. fidei 26, ed. Kotter 77. 121. Ε Π in marg. add.: λόγ. β΄ θεολογ. 122. Gregorius Theol. De theol (Or. 28), 8, ed. Gallay, Paris 1978, 116. 123. Ε Π in marg. add.: καν. β΄καὶ ιδ΄ ὑλικοί εἰσι καὶ σώματα οἱ ἄγγελοι. Καὶ ποία ὅλως σύγκρισις ἐπὶ τῶν ἑτε- ρουσίων, καὶ μάλιστα κτισμάτων πρὸς τὸν κτίστην; Ἐπεὶ ὥρα καὶ ὁρατοὺς αὐτοὺς λέγειν124 συγκρινομένους ὡς πρὸς τὸν ἀόρατον Θεόν, λέγω δὲ κατὰ τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν125 φύσιν· οὐ γὰρ δὴ φύσις αὐτῶν ἡ ἐσχηματισμένη πρὸς ἀνθρώ- πους αὐτῶν ὀπτασία, ὥσπερ οὐδ’ ἡ τοῦ Θεοῦ ἐν χερσὶ προφητῶν ὁμοίωσις φύσις αὐτοῦ ἐστίν, ἀλλ’ ὡς πεπερασμένην φύσιν ἔχοντες τὴν ουσίαν καὶ οἱ ἄγ- γελοι126 σώματά εἰσιν127, εἰ καὶ μὴ οἷα τὰ ἡμέτερα. Οὐκοῦν οἱ ταῦτα λέγοντες ἀναποδείκτως (λέγω δὲ ἀναποδείκτως, καθ’ ὅτι ἐκ τοῦ μερικοῦ οὐδέν τι συνά- γεται· οὐ γάρ δη ἐπειδὴ τῶν πεπερασμένην ἐχόντων τὴν φύσιν κτισμάτων τὰ ὁρώμενα σώματά ἐστιν, ἕπεται παρὰ τοῦτο καὶ τὰ φύσει ἀόρατα σώματα εἶναι· λέγω δὲ φύσει ἀόρατα διὰ τὰ ἐν τῷ ἀέρι κονιορτώδη ἄτομα, τὰ οὐχὶ φύσει ἀλλὰ διὰ σμικρότητα ἀόρατα), οἱ γοῦν ταῦτα λέγοντες καὶ ψυχαῖς ἀναλόγως τοὺς ἀγγέλους οἷά δη σώματα, κατὰ τοὺς Μασσαλιανούς, ἐμψυχούτωσαν, ἵνα μὴ ὦσιν, ὡς εἴρηται, σώματα ἄψυχα, εἴτ’ οὖν ἄλογα128· εἴ γε ἐνσώματος φύσις δίχα ψυχῆς λογικῆς, λογικὴ οὐκ ἂν εἴη. Αἱ γοῦν νοεραὶ φύσεις οἰκεῖαι τῆς νοε- ρᾶς καὶ ἀσωμάτου θεότητος ὑπέστησαν129 κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον130· Εἰ δὲ σώματα ὁπωσοῦν κᾀκεῖναι, οὐκ ἄρα οἰκεῖαι τῆς ἀσωμάτου θεότητος· ἀλλὰ μὴν οἰκεῖαι, οὐκ ἄρα σώματα. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν παρεκβατικώτερον. Ὅτι δὲ οὐ τοῦ μεγάλου πατρὸς Μακαρίου τυγχάνει τὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι ἐκείνου ἐκδεδομένον βιβλιάριον μαρτυρεῖ καὶ Σουΐδας, ὅστις εἰωθὼς καὶ ὁ- πόσαι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὁποῖα ἕκαστος τῶν παρ’ αὐτῷ κατωνομασμένων ἀν- δρῶν συνέγραψε καταλέγειν, Εὐαγρίου μὲν τοῦ τῷ Μακαρίῳ τὴν πρακτικὴν φιλοσοφίαν μαθητεύσαντος ἀπαριθμεῖ καὶ τὰ συγγράμματα, περὶ δὲ τοῦ Μα- καρίου ὅτι καὶ συνέγραψέ τε οὐδόλως λέγει· εἶπε γὰρ ἄν, εἴπερ131. Ἐμοὶ δὲ δοκεῖ, ὥσπερ ἡ τοῦ β΄ τόμου, οὕτω καὶ ἡ τοῦ α΄ ἐπιγραφή νόθος εἶναι· ὁ γὰρ τὸν β΄ Μακαρίῳ ψευδεπιγράψας οὗτος, οἶμαι, καὶ τὸν πρῶτον, τὴν τοῦ δευτέρου, φημί, μετάφρασιν, Συμεὼν τῷ μεταφραστῇ ψευδεπέγραψε. Ποῦ γὰρ ὅλως πρὸς τοῦ μεταφραστοῦ Συμεὼν τὰ τῶν Μασσαλιανῶν μεταφρά- ζειν132, ταὐτὸν εἰπεῖν ἰδιοποιεῖσθαι; Εἰ μή τις λέγοι Συμεώνην μὲν καλεῖσθαι καὶ τὸν τῆς μεταφράσεως πατέρα, οὐ μὴν εἶναι τὸν καθωμιλημένον τῇ ἐκκλη- σίᾳ μεταφραστήν, ἄλλον δέ τινα Μασσαλιανόν, δι’ ἣν δὲ ἐποίησε τοῦ ψευδεπι- γράφου βιβλιαρίου μετάφρασιν μεταφραστὴν παρὰ Μασσαλιανοῖς ἐπονομα- σθῆναι πρὸς ἀντιδιαστολὴν οἶμαι Συμεῶνος τοῦ παρ’ αὐτοῖς νέου θεολόγου, 124. λέγει Ε 125. αὑτῶν Ε 126. Cyrillus Alex., In Joannem, PG 74, 221. 127. Π in marg. add.: Κυρίλλ. Ἀλεξ., λόγ. θ΄, κεφ. α΄, Εἰς τὸν Ἰωάννην 128. ἄλογα corr. ἄλλογα: Ε Π 129. Cf. Gregorius Theol., In Theoph. (Or. 38), PG 36, 320D-321A (= ed. Moreschini, 120); In Sanct. Pascha (Or. 45), PG 36, 629. 130. Ε Π in marg. add.: εἰς τὸ Χριστὸς γεννᾶται 131. Suda, Lexicon, 56. 132. παραφράζειν Π οὗτινος ἐγὼ πείθομαι εἶναι μᾶλλον ἢ παντὸς ἄλλου καὶ τὸ τῷ μεγάλῳ Μα- καρίῳ ἐπιγραφόμενον ἐγχειρίδιον. Εἰ δὲ μὴ αὐτοῦ ἐκείνου, τινὸς γέ τοι πάντως τῶν ὁμοδόξων ἐκείνῳ. Καὶ τὶ τοῦτο;133 Καὶ γὰρ καὶ τὰ δηλητήρια οἱ φαρμακοὶ οὐ γυμνά ἀλλὰ μέλιτι δεύοντες ὀρέγουσι τοῖς ἀπολλουμένοις. Δεινὸς γὰρ ὢν ὁ αἱρεσιάρχης διάβολος, οὐκ ἄκρατον τὸ ὀλέθριον πόμα τῇ τοῦ συγγράμματος κύλικι ἐνέχεεν, ἀλλ’ ἵνα ᾖ τὸ ἄποτον πότιμον, γλυκολογίαις αὐτὸ συνεκέρασε. Τοῖς γε μὴν εὐσεβέσιν εἴη ἂν οὐ μᾶλλον διὰ τὴν γλυκολογίαν δεκτὸν ἢ διὰ τὴν πικρολογίαν φευκτόν. 133. Καὶ τὶ τοῦτο… φευκτόν in Π, f. 55r.