ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΣΗ. ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ − ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Επιμέλεια: Σωκράτης Κονιόρδος Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κόρινθος - 2020 Τίτλος τόμου: Το Πολιτικό Φαινόμενο σε Μετάβαση. Προκλήσεις για τη Δημοκρατία, το Κράτος και την Κοινωνία − Επιλεγμένες Εισηγήσεις Περιλαμβάνονται επιλεγμένα κείμενα που παρουσιαστήκαν ως εισηγήσεις στο 4ο Τακτικό Συνέδριο του Τμήματος ΠΕΔΙΣ − Λουτράκι Κορινθίας, 13-15 Δεκεμβρίου 2019 Επιμελητής: Σωκράτης Κονιόρδος Εκδότης: Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Διεύθυνση: Αριστοτέλους 1 & Λεωφόρος Αθηνών 1ος όροφος, Κόρινθος, 20132 Τηλέφωνο επικοινωνίας: +30 2741040050 ISBN: 978-618-82200-6-5 Ιστοσελίδα: https://pedis.uop.gr/ Τόπος και έτος έκδοσης: Κόρινθος, 2020 Μορφή: CD-Rom ii ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΣΗ. ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ − ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Επιμέλεια: Σωκράτης Κονιόρδος Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κόρινθος – 2020 iii iv Περιεχόμενα ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ii ΣΕΛΙΔΑ ΤΙΤΛΟΥ iii ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ v ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ TOY ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ xi ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ 1 ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ, κατ’ αλφαβητική σειρά με βάση το επώνυμο του πρώτου συγγραφέα ΕΠΩΝΥΜΟ & ΟΝΟΜΑ ΤΙΤΛΟΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ/ΕΩΝ 1 − Αναστάσιος Αναστασίου Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Καταπολέμηση 31 και Σωτηρία Χριστοπούλου της Απάτης εις Βάρος του Προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2 − Γεώργιος Αρχόντας Η Ελληνική Φιλελεύθερη Στροφή: 45 Πρόσκαιρη Μετατόπιση ή Βαθύτερη Αλλαγή; 3 − Δημήτριος Κ. Βάντσης Η Άσκηση του Δικαιώματος του Εκλέγειν για τα 53 Άτομα με Αναπηρία. Μια Διαδρομή μέσα από ένα Ναρκοθετημένο Λαβύρινθο 4 − Χριστίνα Βαρουξή Στάσεις της Ελληνικής Κοινωνίας Απέναντι στη 69 Μετανάστευση: Ερευνητικά Αποτελέσματα και Τάσεις κατά την Τελευταία Εικοσαετία 5 − Ηλίας Βασιλειάδης Συνταγματική Αναθεώρηση και Μορφές Άμεσης 85 Δημοκρατίας 6 − Νίκος Βλαχάκης Το ‘Δίκαιο των Λαών’ την Εποχή της 101 Παγκοσμιοποίησης – Για μια Νέα Κατανόηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού στις Διεθνείς Σχέσεις 7 − Αλέξανδρος Α. Βρης και Η Πολιτική Επικοινωνία των Ελλήνων 113 Παναγιώτα Αντωνοπούλου Ευρωβουλευτών μέσω των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης 8 − Μαρία-Ελευθερία Γαλάνη Μετανεωτερικότητα και Νεομυθολογία: Οι Μύθοι 139 και Ιωάννης Ξυδάκης της Μετανεωτερικότητας 9 − Ιωάννης Δ. Γκατζούνας Το Οργανωμένο Έγκλημα στο Κόσοβο και το 149 Μαυροβούνιο: Πολιτικές και Οικονομικές Επιπτώσεις 10 − Ράλλης Γκέκας Η Μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική 165 Αυτοδιοίκηση. Ορισμένες Σκέψεις και Εμπειρίες για τον v Αποτελεσματικό Σχεδιασμό της 11 − Γεωργία Γκόνου Οι Πόλεις που Μαθαίνουν: Οι Προκλήσεις 175 Μεταρρύθμισης της Δια Βίου Μάθησης στην Ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση 12 − Γεωργία Γούγα Επαναπροσδιορίζοντας την Πολιτειότητα υπό το 185 Πρίσμα της Επικοινωνιακής Απορύθμισης 13 − Ανδρέας Δ. Δαβαλάς Ζητήματα Μετα-Δημοκρατίας 193 14 − Σταύρος Ι. Ο Βίος της Αιγυπτιακής Κοπτικής Κοινότητας 199 Δρακουλαράκος μετά την ‘Αραβική Άνοιξη’ 15 − Βασίλειος Θ. Ζούμπος Μεταρρυθμίσεις, από Εθνικό σε Διεθνές 203 Πρόβλημα Δρώντων 16 − Ευάγγελος Π. Λαϊκισμός και Συνωμοσιολογία στην Ελλάδα της 221 Καραγιάννης και Βασιλική Π. Κρίσης: Μια Συνδυαστική-Εκρηκτική Απειλή για Καραγιάννη τη Δημοκρατία 17 − Γεράσιμος Καραμπελιάς Επιστροφή στο Μέλλον: Θεωρητικές 227 Προσεγγίσεις της Διασποράς στον 21ο Αιώνα 18 − Κωνσταντίνος Το Φαινόμενο του Υβριδικού Πολέμου. Η 239 Καρανικολός Περίπτωση του Κινεζικού Θαλάσσιου Υβριδικού Πολέμου 19 − Αντώνιος Καρβούνης Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Δικτύωση Πόλεων: 251 Κίνητρα και Μορφές ενός Μεταρρυθμιστικού Εξευρωπαϊσμού 20 − Δημήτρης Κοσμόπουλος Η Παγκόσμια Νέα Δεξιά: Θέσεις και Δίκτυα 269 και Δήμητρα Μαρέτα Επικοινωνίας 21 − Άννα Κουμανταράκη και Ενοικιαζόμενοι της Εθνodata: Μια Πρώτη 283 Αθανάσιος Τσακίρης Προσπάθεια Ερμηνείας ενός ‘Επιτυχούς’ Συνδικαλιστικού Φορέα 22 − Στέφανος Κόφφας Η Πολιτική, Οικονομική, Πολιτισμική και 293 Κοινωνική Θεώρηση της Παγκοσμιοποίησης και η Επίδρασή της στην Κοινωνική Πολιτική 23 − Άννα Κωνσταντινίδου Εθνική Ασφάλεια και η Εξωτερική Πολιτική της 307 και Θεόδωρος Ελλάδας με τον Αραβικό Κόσμο Κατσουγιαννόπουλος 24 − Μαρία Διαλεκτικό Ισλάμ: Η Διάσταση του Ισλαμικού 321 Κωνσταντοπούλου Φεμινισμού στην Τουρκία 25 − Κωνσταντίνα Οι Μεταβολές στα Προεκλογικά Προγράμματα 335 Κωτσιοπούλου των Κομμάτων για τη Δημόσια Διοίκηση: Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ (2004-2015) 26 − Κωνσταντίνος Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ & 347 Μαργαρίτης Πτυχές Προστασίας της Οικογενειακής Ζωής 27− Παρασκευάς Ο Δίκαιος Πόλεμος και η Επίκλησή του από την 357 Μαρκοπουλιώτης και Ανδρέας Ισλαμική Τρομοκρατία Θεοφίλης 28 − Ηρακλής Μαυρίδης Λαϊκισμός και/ως Ιδεολογία: Σχέσεις, Διαφορές, 371 Συγκλίσεις 29 − Άννα Ειρήνη Μπάκα Εθνικοί Θεσμοί Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: 385 Έλεγχοι και Ισορροπίες ως Απάντηση στο Έλλειμμα Εμπιστοσύνης στην Κρατική Κυριαρχία vi 30 − Μαρία Μπακογιάννη Η Κατασκευή της Εικόνας του PES ως Ένα 395 Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 31 − Χαράλαμπος Η ‘Σταθεροκρατία’ και η Δημοκρατική 411 Μπουμπαγιατζόγλου ‘Στασιμότητα’ στη Σύγχρονη Σερβία 32 − Αγγελική Μπουρμπούλη Ο Προϊστάμενος ως Ηγέτης-Οδυσσέας: Η 427 Πολύπλευρη Έννοια της Ηγεσίας ως Εναλλακτικός Τρόπος Διαχείρισης του Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης 33 − Aλέξανδρος Μυλωνάκης Οι Ηθικές Επιπτώσεις της Χρήσης Μη 439 και Δημήτριος Ροζάκης Επανδρωμένων Eναέριων Οχημάτων (Drones) για Τρομοκρατικούς Σκοπούς 34 − Άγγελος Ναστούλης Θύματα Τρομοκρατίας στην Ελλάδα: 455 Προσπάθειες Αναγνώρισης και Μορφές Δράσης μετά το 2000 35 − Κωνσταντίνος Νιζάμης H Επόμενη Κρίση: Η Αποσταθεροποιητική 461 Επίδραση της Απόσυρσης των ΗΠΑ από τη Συνθήκη INF στη ΝΑ Ασία 36 − Κυριακή Ε. Νικολαΐδου Ο Κλονισμός της Εμπιστοσύνης των Κοινωνιών 477 προς την Ε.Ε. υπό το Πρίσμα του Κινδύνου της Φτώχειας (2009-2018) 37 − Γιώργος Οικονόμου και Θεσμικές Συνεργασίες στο Χώρο της Μεσογείου: 499 Σπύρος Μπλαβούκος Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως Περιφερειακή Δύναμη Ισχύος και Προώθησης της Καλής Διακυβέρνησης 38 − Νικόλαος Γ. Η Διαχείριση Κρίσεων στο Αιγαίο και στην 511 Παπαναστασόπουλος Ανατολική Μεσόγειο 2019-2020: Σενάρια και Προοπτικές 39 − Ευάγγελος Πρόντζας Η ‘Σιωπηλή Επανάσταση’ στη Διεθνή Οικονομική 531 Αρχιτεκτονική 40 − Ιωάννης Αντ. Ραγιές Προσεγγίζοντας τα Όρια της Ευρωπαϊκής 549 Ενοποίησης στον Τομέα της Κοινής Άμυνας: Η έννοια ‘Most Demanding Missions’ 41 − Δημήτριος Ροζάκης Μεταξύ Αξιοπρέπειας και Αυτοκτησίας: Η 561 Φιλοσοφία των Δικαιωμάτων του Vincent Descombes 42 − Κώστας Ρόντος & Μαρία- Διακυβέρνηση, Δημοκρατία και Ανάπτυξη: Μια 575 Ελένη Συρμαλή Αδιάρρηκτη Σχέση 43 − Σπυρίδων Ρουκανάς και Νομισματικός Ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας και οι 591 Εμμανουήλ Καρακώστας Επιδράσεις στην Παγκόσμια Οικονομία 44 − Ιχάμπ Σαμπάνα Η Βρετανική και η Ελληνική Αριστερά και το 611 Πολιτικό Ισλάμ: Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 στον Εμφύλιο της Αλγερίας τη Δεκαετία του 1990 45 − Αντιγόνη Σκαράκη Προς μία Νέα Σχέση Κυβέρνησης και Δημόσιας 625 Διοίκησης: H Αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος ‘Μεταρρύθμιση του Δημόσιου Τομέα’ 46 − Χρυσάνθη Σουκαρά Το Συγκρουσιακό Στοιχείο στη Μεταδημοκρατία 641 και οι Ευκαιρίες Έκφρασής του vii 47 − Θεοδώρα Σταθούλια Η Νέα Στρατηγική Ατζέντα της Ευρωπαϊκής 651 Ένωσης 2019-2014: Από την Γεωστρατηγική των Νοτιοανατολικών Συνόρων στο Παγκόσμιο Πεδίο 48 − Αλφρέδος Σταϊνχάουερ Τρομοκρατία και Ψηφιακή Δημοσιότητα 663 49 − Μιλτιάδης Σταμπουλής Ο Μεταβαλλόμενος Χαρακτήρας της Εργασίας 671 και Ειρήνη Λαζαρίδου στον Αγροτοδιατροφικό Τομέα. Η Αναγκαιότητα Απόκτησης Νέων Δεξιοτήτων Μέσω ΔΒΜ 50 − Μανώλης Ι. Για την Έννοια της Ολοκληρωτικής Δημοκρατίας 687 Σταυρουλάκης στη Πολιτική Σκέψη του J. L. Talmon 51 − Χαρά Στρατουδάκη Σημάνσεις της Ελληνικής Εθνικής Ταυτότητας: Ο 691 Λόγος των Ιστολογίων 52 − Ειρήνη Σωτηρίου Κίνα-Ρωσία: Απειλή για τις Δημοκρατίες Δυτικού 705 Τύπου ή Εναλλακτικός τρόπος Διακυβέρνησης; 53 − Ευάγγελος Ταλιούρης Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Πολιτική Διάσταση 723 της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης: Ο Διεθνής Πόλος Αριστείας ως Πρόκληση και τα Εργαλεία Υλοποίησης στις Δημόσιες Πολιτικές των Κρατών-μελών 54 − Ευάγγελος Ταλιούρης Κράτος, Δημόσια Πολιτική και Παγκόσμια 735 Διακυβέρνηση: Η Αειφόρος Ανάπτυξη, οι Μη Κρατικοί Δρώντες και η Κοινωνική Ευθύνη των Οργανισμών 55 − Ηλίας Τασόπουλος Οι Χριστιανικές Κοινότητες στο Ιράκ και τη Συρία 751 Μετά τις Αραβικές Εξεγέρσεις 56 − Ταστσόγλου Μιχάλης, Οι Αναπαραστάσεις των Γυναικών Πολιτικών και 759 Μοσχοβάκου Ναυσικά, της Έμφυλης Βίας στα ΜΜΕ: Ανάλυση Πουλακιδάκος Σταμάτης, Περιεχομένου σε Εφημερίδες, Ιστοσελίδες και Πλειός Γιώργος, Τηλεοπτικούς Σταθμούς Βασιλακοπούλου Μαριάννα, Κούτσικος Λουκάς και Σιγάλα Εύα 57 − Βασιλική Τζαβέλλα Ο Ρόλος της Πολιτικής Ηγεσίας στην Ενδυνάμωση 781 του Ανθρώπινου Δυναμικού, ως Στρατηγικού Παράγοντα Μεγιστοποίησης της Οργανωσιακής Απόδοσης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση 58 − Στυλιανός Ιωάννης Πολιτική Διαχείριση και Προοπτικές 805 Τζαγκαράκης και Αντιμετώπισης των Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Λεωνίδας Δημήτριος και Οικονομικών Προβλημάτων των Προσφύγων Κοτρόγιαννος στην Ελλάδα 59 − Bασίλης Γ. Τζέμος Το Πεδίο Εφαρμογής του ΧΘΔΕΕ. Ιδίως το Ζήτημα 821 της Δέσμευσης των Οργάνων της ΕΕ 60 − Ευφροσύνη Τσαφά και Δρώντες στην Μεταιχμιακότητα του Κοινωνικού 831 Ευσταθία Ντρούβα Στοχασμού 61 − Στυλιανός Χ. Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και Διεθνής 845 Τσομπανίδης Πολιτική Σκηνή 62 − Βιργινία-Αναστασία Βάσεις Οικονομικών Δεδομένων: Εθνικοί Πόροι 857 Φουρνάρη στη Γεωπολιτική και Γεωοικονομία viii 63 − Μαρία Φυσεκίδου Ευρωπαϊκή Χρηματοδότηση, Δημόσιος Τομέας και 873 Μεταρρυθμίσεις: Προγραμματικές Περίοδοι που Ολοκληρώθηκαν και οι Νέες Προκλήσεις 2021 – 2027 64 − Νίκος Φωτόπουλος Εκπαιδευτικοί Μηχανισμοί και Κοινωνική 889 Αναπαραγωγή στο Πλαίσιο της ‘4ης Βιομηχανικής Επανάστασης’: Από τον ‘Παραδοσιακό’ Κοινωνικό Καταμερισμό της Εργασίας στην ‘Κοινωνία των Δεξιοτήτων’ και τα ‘Νέα Εργαλεία’ Εκπαιδευτικής Πολιτικής 65 − Νικόλαος Η Σχέση Σύγκρουσης και Συνεργασίας Μεταξύ 901 Χαραλαμπόπουλος Κρατών και Ομάδων Αντισυστημικής Πολιτικής Βίας 66 − Μιχάλης Χρηστάκης Αστική Ανθεκτικότητα στην Τοπική 917 Αυτοδιοίκηση 67 − Σωτήρης Χτούρης & Οι Πολιτικές Απασχόλησης και ο Ρόλος του 935 Αικατερίνη Αποστολίδου Ανθρώπινου Κεφαλαίου στην Ένταξη των Νέων στην Αγορά Εργασίας ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ − ABSTRACTS IN ENGLISH 947 ix x ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ TOY ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ Στον παρόντα τόμο περιλαμβάνονται 67 επεξεργασμένες εισηγήσεις, οι οποίες αρχικά πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια του 4ου επιστημονικού συνεδρίου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων (ΠΕΔΙΣ) του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το 4ο συνέδριο πραγματοποιήθηκε από 13 έως και 15 Δεκεμβρίου 2019, στο Λουτράκι και το γενικό του θέμα ήταν «Το Πολιτικό Φαινόμενο σε Μετάβαση. Προκλήσεις για τη Δημοκρατία, το Κράτος και την Κοινωνία». Ο συνολικός αριθμός των εισηγήσεων που πραγματοποιήθηκαν ήταν περισσότερες από 200, αριθμός πολλαπλάσιος των εισηγήσεων που περιλαμβάνονται εδώ. Σε ότι ακολουθεί, περιλαμβάνονται οι επεξεργασμένες εισηγήσεις που απέστειλαν οι συγγραφείς τους ανταποκρινόμενοι σε σχετικό κάλεσμα προς τους συμμετέχοντες στο συνέδριο και στη βάση συγκεκριμένης προδιαγραφής. Έχει επιχειρηθεί η μορφική ενιαιοποίηση των εισηγήσεων. Υπό αυτό το πνεύμα έχουν πραγματοποιηθεί συμπληρώσεις στη βιβλιογραφία και την διάθρωση αρκετών εκ των κειμένων. Όμως, συνεχίζουν να υφίστανται ατέλειες και γι αυτό ο αναγνώστης θα πρέπει να ενήμερος. Η συνολική διάθρωση του τόμου είναι η εξής. Κατά πρώτον, εμφανίζεται το Πρόγραμμα του Συνεδρίου. Ακολουθούν οι 67 επεξεργασμένες εισηγήσεις, οι οποίες εμφανίζονται με αλφαβητική σειρά. Δηλαδή, αυτή ορίζεται με βάση το επώνυμο του συγγραφέα, ενώ στην περίπτωση κειμένων με περισσότερους του ενός συγγραφείς, λαμβάνεται υπόψη το επώνυμο του πρώτου αναφερόμενου συγγραφέα. Στο τέλος περιλαμβάνονται οι περιλήψεις των εισηγήσεων στην Αγγλική. Απ’ αυτή τη θέση θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους βοήθησαν στην επιτυχή διεξαγωγή του συνεδρίου, τους εισηγητές και συμμετέχοντες, τα μέλη της Συντονιστικής και της Επιστημονικής Επιτροπής του συνεδρίου, ευρύτερα τους συναδέλφους του Τμήματος ΠΕΔΙΣ, τα μέλη της Γραμματεία του Τμήματος, και οπωσδήποτε τους φοιτητές μας που το αγκάλιασαν ποικιλόμορφα. Σωκράτης Κονιόρδος Επιμελητής της έκδοσης Κόρινθος, 18 Απριλίου 2020 xi xii 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019 16:30-17:00 Εγγραφές Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019 17:00-17:15 Έναρξη συνεδρίου, Σύντομοι χαιρετισμοί 17:15-17:45 Α ναγόρευση της Καθηγήτριας, Donatella della Porta, σε Επίτιμη Διδάκτορα του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Έπαινος (Laudatio) της τιμώμενης από τον Καθηγητή Σωκράτη Κονιόρδο 17:45-18:30 Ο μιλία της Επίτιμης Διδάκτορος Donatella della Porta με θέμα «A momentous ap- proach to social movement studies» 18:30-18:45 Διάλειμμα 18:45-20:15 Ειδική Συνεδρία Κοινωνικών Κινημάτων Προεδρεύει: Καθηγήτρια Donatella della Porta, Scuola Normale Superiore Συμμετέχουν: «The Political Sociology of Emotions: What moves social movements?» 1 Καθηγητής Νίκος Δεμερτζής, ΕΚΠΑ και ΕΚΚΕ «Interest groups & social movement theories: What grounds for conversation?» Καθηγητής Mario Diani, University of Trento «What are the blames all about? Attribution issues by interest group in the Eurozone crisis». Καθηγήτρια Μαρία Κούση, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Με τη συνεργασία των Μαρίνα Παπαδάκη (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Franziska Scholl (Freie Universität Berlin), Δημήτρη Παπανικολόπουλου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Moritz Sommer (Freie Universität Berlin) «Is fascism a “movement”? Conceptual blind spots and recommendations for a reconstruction». Καθηγητής Σεραφείμ Σεφεριάδης, Πάντειο Πανεπιστήμιο Η Συνεδρίαση θα διεξαχθεί στην αγγλική γλώσσα programma-syn-4.indd 1 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Α’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 9:30-11:00 Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Συνεδρία Α.1: Επικοινωνία, λαϊκισμός και αντίδοτα Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Κώστας Ρόντος, Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Λαϊκισμός και συνωμοσιολογία στην Ελλάδα της κρίσης: Μια συνδυαστική-εκρηκτική απειλή για τη δημοκρατία Ευάγγελος Καραγιάννης1 & Βασιλική Καραγιάννη2 1 Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ 2 Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ Επαναπροσδιορίζοντας την πολιτειότητα υπό το πρίσμα της επικοινωνιακής απορρύθμισης Γεωργία Γούγα, Επιστημονική συνεργάτιδα, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής ...Εν ονόματι της δημοκρατίας Γιάννης Στάμος, Μέλος ΣΕΠ ΕΑΠ Διακυβέρνηση, δημοκρατία και ανάπτυξη: Μια αδιάρρηκτη σχέση 2 Κώστας Ρόντος & Μαρία-Ελένη Συρμαλή1 1 Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Συνεδρία Α.2: Δημοσιονομική κρίση και διοικητική μεταρρύθμιση: Πόσο πραγματικά άλλαξε η ελληνική δημόσια διοίκηση στα χρόνια του Μνημονίου (Ι); Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Σήφης Πλυμάκης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η αλλαγή στη χώρα της Αλίκης: Δημοσιονομική κρίση και οργανωσιακή αλλαγή στην ελληνική δημόσια διοίκηση Σήφης Πλυμάκης Κρίση διακυβέρνησης και οργανωτική αλλαγή στην πολιτική για την απασχόληση: Η πρόκληση της αναδιοργάνωσης του ΟΑΕΔ Γιώργος Καραχάλιος, Στέλεχος ΟΑΕΔ Η καινοτομία ως φορέας διαμόρφωσης του σύγχρονου μοντέλου διακυβέρνησης Αναστασία Τσαρτσάρα, Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης Η μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην τοπική αυτοδιοίκηση: Ορισμένες σκέψεις και εμπειρίες για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό της Ράλλης Γκέκας, Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η παρακολούθηση της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα: Από τον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας στην αποτελεσματικότητα Κωνσταντίνος Τρυποσκούφης, Υπάλληλος, Υπουργείο Εσωτερικών programma-syn-4.indd 2 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Α.3: Εκπαίδευση, ανταγωνισμοί, εργασία και η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Nίκος Φωτόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί και κοινωνική αναπαραγωγή στο πλαίσιο της «4ης βιομηχανικής επανάστασης»: Από τον «παραδοσιακό» κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας στην «κοινωνία των δεξιοτήτων» και τα «νέα εργαλεία» εκπαιδευτικής πολιτικής Nίκος Φωτόπουλος Η επίδραση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης στην οργάνωση παραγωγής και εργασίας: Η αναγκαιότητα απόκτησης νέων δεξιοτήτων μέσω ΔΒΜ στον αγροτροφικό τομέα Μιλτιάδης Σταμπουλής1 & Ειρήνη Λαζαρίδου2 1 Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2 Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Νομισματικός ανταγωνισμός ΗΠΑ - Κίνας και οι επιδράσεις του στην παγκόσμια οικονομία Εμμανουήλ Καρακώστας1 & Σπυρίδων Ρουκανάς2 1 Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών και Περιφερειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς 2 Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς 3 Συνεδρία Α.4: Επίκαιρα προβλήματα θεωρίας και πρακτικής Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Δημήτριος Ροζάκης, Λέκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ζητήματα μεταδημοκρατίας Ανδρέας Δαβαλάς, Διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Οι χώρες πέρα από τη δημοκρατία. Μια εξέταση της επίδρασης του κομφουκιανισμού και του νομικισμού στην πολιτική σκέψη του Lee Kuan Yew και του Xi Jiping Ανδρέας Λιούμπας, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Για την έννοια της ολοκληρωτικής δημοκρατίας στην πολιτική σκέψη του J. L. Talmon Μανώλης Σταυρουλάκης, Διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο Από το κράτος του δήμου στο κομματικό κράτος. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση του ελληνικού κράτους Διονύσιος Τσιριγώτης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς Η εξέλιξη της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας μέσα από τις αντιφάσεις της. Κίνδυνοι και προοπτικές Χρήστος Αναστασίου, Υπεύθυνος Ιστορικού Αρχείου, Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» Δημοκρατία και ταυτότητα: Η Ευρώπη ως περιπτωσιολογική μελέτη Παναγιώτης Προβατάς, Πολιτικός Επιστήμονας programma-syn-4.indd 3 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Α.5: Η πολιτικοποίηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο πλαίσιο της οικονομικής και της προσφυγικής κρίσης: Νέες προκλήσεις και σύγχρονα πολιτικά υποκείμενα Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Κώστας Κανελλόπουλος, Εντεταλμένος διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η πολιτικοποίηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον ελληνικό δημόσιο λόγο Κώστας Κανελλόπουλος Η πολιτική και κοινωνική διαμαρτυρία στις διαδικασίες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: Η περίπτωση της Ελλάδας Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Υπoψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειο Πανεπιστήμιο Η πολιτική της αλληλεγγύης: Χαρτογραφώντας τη συλλογική δράση κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης Λουκία Κοτρωνάκη, Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Ανάλυση πολιτικών διεκδικήσεων της προσφυγικής κρίσης στον ελληνικό Τύπο και στα social media Άγγελος Λουκάκης, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης 4 Σχολιασμοσ: Μαριλένα Σημίτη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 11:00-11:20 programma-syn-4.indd 4 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Β’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 11:20-12:50 Συνεδρία Β.1: Προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Ευστάθιος Φακιολάς, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διε- Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 θνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η ελληνοτουρκική σύγκρουση την περίοδο της οικονομικής κρίσης 2007-2018: Επιδείνωση ή βελτίωση της κατάστασης «ειρήνης» Μαγδαληνή Δασκαλοπούλου1 & Ευστάθιος Φακιολάς 1 Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η στρατηγική της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και η ελληνική εξωτερική πολιτική Αντώνης Κλάψης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ο εξευρωπαϊσμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο: Στρατηγική επιλογή ή επιβεβλημένος μονόδρομος; Γεώργιος Κουκουδάκης, Επίκουρος Καθηγητής, Σ. Σ. Ευελπίδων Η διαμόρφωση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Ελλάδος από την απόπειρα πραξικοπήματος έως τη σήμερον και η αντιμετώπισή της από την ελληνική εξωτερική 5 πολιτική Νικόλαος Μπαλάσκας, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Οι μορφές του οργανωμένου εγκλήματος στα Βαλκάνια, οι επιπτώσεις του σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο και οι συνέπειες προς την ένταξη των χωρών στην ΕΕ Ιωάννης Γκατζούνας, Πολιτικός Επιστήμονας Συνεδρία Β.2: Ιδεολογικές μετατοπίσεις και κρατική αναδιοργάνωση Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Εμμανουήλ Παπάζογλου, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η κατά υπουργεία οργάνωση του ελληνικού κράτους στα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης: Μεταξύ εξορθολογισμού και υπουργειοπληθωρισμού Νίκος Ζέρβας, Υποψήφιος διδάκτορας, ΕΚΠΑ «Οἴακος εὐθυντῆρος»: Ηγεσία και οργάνωση κυβέρνησης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα Εμμανουήλ Παπάζογλου Η ελληνική φιλελεύθερη στροφή: Πρόσκαιρη μετατόπιση ή βαθύτερη αλλαγή; Γεώργιος Αρχόντας, Εντεταλμένος διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Πολιτικός χρόνος και κομματικός ανταγωνισμός Παντελής Κυπριανός, Καθηγητής, Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και της Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, Πανεπιστήμιο Πατρών programma-syn-4.indd 5 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Ιχνηλασία της μνήμης και Ιστορία. Η εργαλειακή χρήση του παρελθόντος στην πολιτική επικοινωνία ως μέσο συγκρότησης της πειθούς. Κωνσταντίνα Καρακώστα, Διδάκτορας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ Διοικητικοί θεσμοί και η ρυθμιστική λειτουργία του κράτους: Συγκρότηση και εξέλιξη των ρυθμιστικών αρχών στην Ελλάδα Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Μαντώ Λαμπροπούλου1 & Στέλλα Λαδή2 1 Διδάσκουσα, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ 2 Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Συνεδρία Β.3: Οι αναπαραστάσεις των γυναικών και της έμφυλης βίας στα ελληνικά ΜΜΕ Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Γιώργος Πλειός, Καθηγητής, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ Αναπαραστάσεις της έμφυλης βίας στην ελληνική τηλεόραση: Ο ρόλος της ιδιοκτησίας και της θεματικής κατηγορίας (είδους) Γιώργος Πλειός Η παρουσίαση της έμφυλης βίας στην ελληνική τηλεόραση: Ανάλυση περιεχομένου σε ενημερωτικά προγράμματα. Μιχαήλ Ταστσόγλου, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ Αναπαραστάσεις των γυναικών πολιτικών στο περιεχόμενο έντυπων και ηλεκτρονικών 6 ΜΜΕ: Έμφυλες διαστάσεις και προκλήσεις Ναυσικά Μοσχοβάκου, Ερευνήτρια, Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας Οι προσεγγίσεις της έμφυλης βίας από δημοσιογράφους, πολιτικούς και λοιπούς ομιλούντες σε κεντρικά δελτία ειδήσεων της ελληνικής τηλεόρασης Μαριάννα Βασιλακοπούλου1 & Σταμάτης Πουλακιδάκος2 1 Ερευνήτρια, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ 2 Εργαστηριακό διδακτικό προσωπικό, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ (Στερεοτυπικές) αναπαραστάσεις γυναικών στα κεντρικά δελτία ειδήσεων της ελληνικής τηλεόρασης Λουκάς Κούτσικος1 & Ευαγγελία Σιγάλα2 1 Ερευνητής, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ 2 Ερευνήτρια, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ , ΕΚΠΑ Δημοκρατία και παραποιημένες ειδήσεις (fake news) Νικόλαος Παναγιώτου, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, ΑΠΘ Συνεδρία Β.4: H ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση σε μετάβαση: Επιτεύγματα, ελλείψεις και μελλοντικές προκλήσεις Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Δημήτρης Κατσίκας, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημό- σιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Η δημοσιονομική διακυβέρνηση της ευρωζώνης μετά την κρίση: Ενισχύοντας το status quo Δημήτρης Κατσίκας programma-syn-4.indd 6 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Η νέα οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ ως «αρχιτεκτονική διακυβέρνησης»: Ιδέες, συμφέροντα, διαδικασίες και αποτελέσματα Γεώργιος Ανδρέου, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ Προωθώντας τον τομέα της καινοτομίας στη νέα ευρωπαϊκή διακυβέρνηση. Ενδείξεις από το παρελθόν, προοπτικές για το μέλλον Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Χαράλαμπος Χρυσομαλλίδης, Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Οικονομική διακυβέρνηση στον ευρωπαϊκό αγροτικό χώρο: Διδάγματα από το παρελθόν, προκλήσεις για το μέλλον Γιάννης Δούκας, Εντεταλμένος διδασκαλίας, ΕΚΠΑ Ευρωπαϊκή ψηφιακή πολιτική: Τάσεις αυτονόμησης και μελλοντικές προοπτικές Ηλίας Νάτσιος, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Συνεδρία Β.5: Πρόσφυγες και μετανάστες Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Σωκράτης Κονιόρδος, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσε- ων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η αποπολιτικοποίηση του μεταναστευτικού φαινομένου και η «πολιτικοποίηση» της μεταναστευτικής πολιτικής 7 Απόστολος Παπαδόπουλος, Καθηγητής, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Επιστροφή στο μέλλον; Θεωρητικές προσεγγίσεις της διασποράς στον 21ο αιώνα Γεράσιμος Καραμπελιάς, Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Ο ρόλος των αξιών στην προσφυγική κρίση μέσα από την οπτική της φιλοξενίας Χάρης Μαλαμίδης, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, ΕΛΙΑΜΕΠ Πολιτική διαχείριση και προοπτικές αντιμετώπισης των ανθρωπιστικών, κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων των προσφύγων στην Ελλάδα Στυλιανός Τζαγκαράκης1 & Λεωνίδας Κοτρόγιαννος2 1 Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2 Μεταπτυχιακός φοιτητής, Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου To προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα: Προκλήσεις για τη δημοκρατία και την κοινωνία στην Ευρώπη και την Ελλάδα Αναστασία Χαλκιά1 & Aναστάσιος Γιουζέπας2 1 Διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο 2 Διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Συγκριτική ανάλυση της ένταξης των μεταναστών και των προσφύγων στην Ελλάδα: Προσωπικές εμπειρίες, βέλτιστες πρακτικές και προτάσεις πολιτικής Βασιλική Τσαγκρώνη, Επίκουρη Καθηγήτρια, Ινστιτούτο Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Leiden ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΌ ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 12:50-14:00 programma-syn-4.indd 7 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Γ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 14:00-15:30 Συνεδρία Γ.1: Θεσμικές, οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις και προοπτικές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης Αίθουσα 1 Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Προεδρεύει: Ευστάθιος Φακιολάς, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διε- θνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η ευρωπαϊκή εισαγγελία και η αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος Αναστάσιος Αναστασίου1 & Σωτηρία Χριστοπούλου2 1 Επιθεωρητής Ελεγκτής, Εθνική Αρχή Διαφάνειας 2 Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και δικτύωση πόλεων: Κίνητρα και μορφές ενός μεταρρυθμιστικού εξευρωπαϊσμού Αντώνιος Καρβούνης, Υπάλληλος, Υπουργείο Εσωτερικών Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των κοινωνιών προς την ΕΕ υπό το πρίσμα του κινδύνου της φτώχειας, 2009-2018 Κυριακή Νικολαΐδου, Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η προσπάθεια ολοκλήρωσης της ΕΕ: Μια επικεντρωμένη στην κοινωνική συνοχή 8 αποτύπωση συγκλίσεων και αποκλίσεων των κρατών της ευρωζώνης κατά την εποχή της κρίσης χρέους Χρίστος Γκιώνης1, Νικήτας-Σπύρος Κουτσούκης2, Ευστάθιος Φακιολάς 1 Καθηγητής ΣΜΥΑ 2 Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Συνεδρία Γ.2: Σταθερότητα και ασφάλεια στα Δυτικά Βαλκάνια Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Νικόλαος Τζιφάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής , Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Οι διακρατικές διασυνδέσεις και η άσκηση επιρροής στη διεθνή πολιτική: Η περίπτωση των εξωτερικών δρώντων στα Δυτικά Βαλκάνια Νικόλαος Τζιφάκης Τα δυτικά Βαλκάνια μεταξύ Ρωσίας και ΕΕ: Άλλη μια πρόκληση για τη διεύρυνση; Ρίτσα Παναγιώτου, Ερευνήτρια Α’, ΚΕΠΕ Η στρατιωτική συνεργασία της Ελλάδας με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων: Μια υπαρκτή αλλά ημιτελής σχέση Γιώργος Τριανταφύλλου, Ερευνητής, ΕΛΙΑΜΕΠ Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαδικασία εκδημοκρατισμού των Δυτικών Βαλκανίων. Δυνατότητες, προκλήσεις και προβλήματα Βέρα Τίκα, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο programma-syn-4.indd 8 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Γ.3: Προκλήσεις για την τοπική αυτοδιοίκηση και την τοπική κοινωνία Αίθουσα 3 Προεδρεύουν: Μιχάλης Σταυριανουδάκης1 & Μιχάλης Χρηστάκης2 1 Γενικός Γραμματέας Εσωτερικών & Οργάνωσης, Υπουργείου Εσωτερικών 2 Πρόεδρος, Πανελλήνια Ένωση Γενικών Γραμματέων ΤΑ Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Κυβερνησιμότητα και αποτελεσματικότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση Μιχάλης Σταυριανουδάκης, Απλούστευση διαδικασιών και εξυπηρέτηση πολίτη στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Γιάννα Χορμόβα, Διευθύντρια, Γραφείο Υφυπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης Διαφάνεια και εσωτερικός έλεγχος στην τοπική αυτοδιοίκηση Γιάννης Σελίμης, Συντονιστής Στρατηγικού Σχεδιασμού & Επικοινωνίας, Σώμα Ελεγκτών- Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης Στρατηγικός σχεδιασμός στην τοπική αυτοδιοίκηση & ενσωμάτωση των 17 Στόχων για την Βιώσιμη Ανάπτυξη του ΟΗΕ Ηλίας Σαββάκης, Γενικός Γραμματέας, Δήμος Αγίου Δημητρίου Αστική ανθεκτικότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση Μιχάλης Χρηστάκης, Πρόεδρος, Πανελλήνια Ένωση Γενικών Γραμματέων Τοπικής Αυτοδιοίκησης «Κλεισθένης» 9 Συνεδρία Γ.4: Τρομοκρατία, πολιτική βία και νέες τεχνολογίες Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Βασιλική Λαλαγιάννη, Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσε- ων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Τρομοκρατία και δημόσιος ψηφιακός χώρος Αλφρέδος Σταϊνχάουερ, Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου H τρομοκρατία υπό το πρίσμα της θεωρίας του Δίκαιου Πολέμου: Ρητορική και σύγχρονη πρακτική Δημήτριος Ροζάκης1, Ανδρέας Θεοφίλης2, Παρασκευάς Μαρκοπουλιώτης3 1 Λέκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 2 Μεταπτυχιακός φοιτητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 3 Απόφοιτος, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η χρήση μη επανδρωμένων μέσων στη σύγχρονη τρομοκρατία Δημήτριος Ροζάκης & Αλέξανδρος Μυλωνάκης1 1 Απόφοιτος, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ρητορική φόβου και ηθικοί περιορισμοί από την επικοινωνιακή εκμετάλλευση της οντολογικής ανασφάλειας των πολιτών Βασίλης Βρανάς, Επισκέπτης ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου programma-syn-4.indd 9 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Κράτη και αντισυστημικές ομάδες πολιτικής βίας: Σχέση σύγκρουσης - συνεργασίας Νικόλαος Χαραλαμπόπουλος, Διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς Συνεδρία Γ.5: 60 χρόνια ΕΚΚΕ: Θεωρήσεις και προσεγγίσεις του πολιτικού φαινομένου Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 στις έρευνές του (Ι) Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Νίκος Δεμερτζής, Καθηγητής, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ Η καταπολέμηση των πολλαπλών διακρίσεων στην Ελλάδα: Αξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου μέσω των ερευνητικών αποτελεσμάτων Nίκος Σαρρής, Ερευνητής, ΕΚΚΕ Δημογραφικές προκλήσεις και προοπτικές: Τα μέτρα άμεσης προτεραιότητας Διονύσης Μπαλούρδος, Διευθυντής Ερευνών, ΕΚΚΕ Η συμβολή του ΕΚΚΕ στην πολιτική έρευνα: Η περίπτωση της κρίσης των θεσμών στη βάση εμπειρικών ευρημάτων Ιωάννα Τσίγκανου, Διευθύντρια Ερευνών, ΕΚΚΕ Επιστημονική γνώση και πολιτική. Απόπειρα διερεύνησης μιας αμφίσημης σχέσης Μαρία Θανοπούλου, Διευθύντρια Ερευνών, ΕΚΚΕ 10 ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 15:30-15:50 programma-syn-4.indd 10 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Δ’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 15:50-17:05 Συνεδρία Δ.1: Η θεσμική διάσταση της ενεργειακής ανάπτυξης στην Ανατολική Μεσόγειο Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Χρήστος Δήμας, Πρόεδρος Επιτροπής Γεωπολιτικής, Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοα- Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 νατολικής Ευρώπης Υδρογονάνθρακες και γεωπολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και Κύπρο Χρήστος Δήμας Η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Τουρκίας και περιφερειακές επιπτώσεις Κωστής Σταμπολής, Πρόεδρος, Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης Έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο υπό το πρίσμα της τουρκικής επιθετικότητας Μαρίκα Καραγιάννη, Επισκέπτρια ερευνήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Συνεδρία Δ.2: Η περιπέτεια του Brexit: Ιστορικές διαστάσεις και νομικά προβλήματα Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Βασίλειος Χριστιανός, Ομότιμος Καθηγητής, Νομική Σχολή, ΕΚΠΑ Brexit και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: Ιστορίες παράλληλες 11 Κωνσταντίνα Μπότσιου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου To Brexit ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της ΕΕ Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Οι επιπτώσεις της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στις διεθνείς του σχέσεις Μανώλης Περάκης, Επίκουρος Καθηγητής, Νομική Σχολή, ΕΚΠΑ Άμυνα και ασφάλεια στην ΕΕ στη μετά Brexit εποχή Αναστάσιος Φιλντίσης, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Συνεδρία Δ.3: Σύγχρονες πτυχές της πολιτικής των εκλογών και της διοικητικής μεταρρύθμισης στην Ευρώπη Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Σήφης Πλυμάκης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η πολιτική επικοινωνία των Ελλήνων Ευρωβουλευτών μέσω των social media Αλέξανδρος Βρης1 & Παναγιώτα Αντωνοπούλου2 1 Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Αθλητισμού, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 2 Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Αθλητισμού, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου programma-syn-4.indd 11 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Η πολιτική μεταβολή του 2019 και η επόμενη μέρα της διοικητικής μεταρρύθμισης Κατερίνα Οικονόμου, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η πολιτική νεωτερικότητα του 21ου αιώνα και η πορεία της Ευρώπης Παναγιώτης Κακολύρης, Κύριος Ερευνητής, ΚΕΔΕΠΟΠ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Οι πόλεις που μαθαίνουν: Οι προκλήσεις μεταρρύθμισης της διά βίου μάθησης στην ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση Γεωργία Γκόνου, Διευθύντρια Έρευνας, Εκπαίδευσης και Διά Βίου Μάθησης, ΕΕΤΑΑ Ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας στην ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού, ως στρατηγικού παράγοντα μεγιστοποίησης της οργανωσιακής απόδοσης στην Τ.Α. Βασιλική Τζαβέλλα, Υποψήφια διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Συνεδρία Δ.4: Συνταγματική αναθεώρηση (Ι) Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Βασίλης Τζέμος, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων Πολιτική και θρησκεία: Οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας και η διαδικασία της εκκοσμίκευσης Αλέξανδρος Σακελλαρίου, Μέλος ΣΕΠ, ΕΑΠ Το άρθρο 3Σ υπό το πρίσμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων 12 Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά1 & Ελένη Παλιούρα2 1 Δικηγόρος 2 Δικηγόρος Η προβληματική της αναθεώρησης του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος περί μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων Σεβαστή-Μαρία Καρακώστα, Δικηγόρος Συνεδρία Δ.5: 60 χρόνια ΕΚΚΕ: Θεωρήσεις και προσεγγίσεις του πολιτικού φαινομένου στις έρευνές του (ΙΙ) Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Νίκος Δεμερτζής, Καθηγητής, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ Σημάνσεις της ελληνικής εθνικής ταυτότητας: Ο λόγος των ιστολογίων Χαρά Στρατουδάκη, Κύρια Ερευνήτρια, ΕΚΚΕ Στάσεις της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση: Ερευνητικά αποτελέσματα και τάσεις κατά την τελευταία εικοσαετία Χριστίνα Βαρουξή, Ειδική Λειτουργική Επιστήμονας Α’, ΕΚΚΕ Διαστάσεις της εθνικής ταυτότητας μαθητών Γυμνασίου: Ρητές και υπόρρητες εθνικές αντιλήψεις υπό το πρίσμα της πολιτικής κοινωνικοποίησης και του οικογενειακού status Κατερίνα Ηλιού1 & Μανίνα Κακεπάκη2 1 Ερευνήτρια Γ’, ΕΚΚΕ 2 Ερευνήτρια Γ’, ΕΚΚΕ Γυναίκες και επιστήμη: Η δύσκολη πορεία προς την ισότητα ευκαιριών στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα Λάουρα Αλιπράντη, Διδάσκουσα, Τμήμα Ψυχολογίας, ΕΚΠΑ ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 17:05-17:20 programma-syn-4.indd 12 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Ε’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 17:20-18:50 Συνεδρία Ε.1: Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και πτυχές εφαρμογής του στην ελληνική έννομη τάξη Αίθουσα 1 Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Προεδρεύει: Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ΧΘΔΕΕ) Βασίλης Τζέμος, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων: Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και κράτος δικαίου Παναγιώτης Δέγλερης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Frederick Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR) Ιωάννης Κοϊμτζόγλου, Δικήγορος, ΑΠ και ΣΤΕ Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και πτυχές προστασίας της οικογενειακής ζωής Κωνσταντίνος Μαργαρίτης, Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης Συνεδρία Ε.2: Παραδοσιακές και σύγχρονες μορφές ισχύος στο διεθνές σύστημα Αίθουσα 2 13 Προεδρεύει: Αστέρης Χουλιάρας, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Το «Δίκαιο των λαών» την εποχή της παγκοσμιοποίησης – Για μια νέα κατανόηση του πολιτικού φιλελευθερισμού στις Διεθνείς Σχέσεις Νικόλαος Βλαχάκης, Υποψήφιος διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Σόφιας Μίμηση: Μια εναλλακτική προσέγγιση στην ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής Αστέρης Χουλιάρας Γεωενεργειακές προσεγγίσεις ως γεωπολιτικές συνιστώσες ανακατανομής ισχύος στα πλαίσια της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στη δυναμική του γεωπολιτικού συμπλόκου της ΝΑ Ευρώπης Νίκος Δενιόζος, Διδάσκων, Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, ΕΚΠΑ Συνεδρία Ε.3: Εξελίξεις σε κόμματα της Ευρώπης Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Κωνσταντίνος Δικαίος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, ΔΠΘ Η κατασκευή της εικόνας του PES ως ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Μαρία Μπακογιάννη, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ Η πορεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε Ελλάδα και Ισπανία Νικόλαος Μπαλάσκας, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου programma-syn-4.indd 13 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Το βρετανικό πολιτικό σύστημα μετά τις αναβολές Brexit, τις ευρω-εκλογές 2019 και την παραίτηση May Κωνσταντίνος Δικαίος Η δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 Μαρία Αγγελοπούλου, Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο του St Andrews Η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν για τα άτομα με αναπηρία: Μια διαδρομή μέσα από έναν ναρκοθετημένο λαβύρινθο Δημήτριος Βάντσης, Κοινωνικός λειτουργός Συνεδρία Ε.4: Υπηρεσίες υγείας: Ειδικά θέματα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού του συστήματος Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Χαράλαμπος Πλατής, Ειδικός Επιστήμονας, ΕΣΔΔΑ Κριτικός στοχασμός και διεπιστημονική προσέγγιση στην αξιολόγηση των επαγγελματιών υγείας Χαράλαμπος Πλατής Ελληνικό δημόσιο νοσοκομείο και σύγχρονα εργαλεία στρατηγικής διοίκησης: Η στοχοθεσία και κοινό πλαίσιο αξιολόγησης 14 Αδαμαντία Εγγλεζοπούλου, Αναπληρώτρια Διοικήτρια, ΓΝΑ «Λαϊκό» Ανάλυση του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης του ΕΣΥ με αντίστοιχες προτάσεις βελτίωσης Αντώνης Κουφάκης, Αναπληρωτής Διοικητής, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» Διαφθορά και παραοικονομία στον υγειονομικό τομέα στην Ελλάδα της κρίσης: Ανασταλτικός παράγοντας ή ευκαιρία για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο; Παρασκευή Κουφοπούλου, Αναπληρώτρια Διοικήτρια, ΓΝΑ ΚΑΤ Η ανάπτυξη προτύπων κλινικής διακυβέρνησης και επιχειρηματικής ευφυΐας στο ΕΣΥ Ευαγγελία Λάππα, Αναπληρώτρια Διοικήτρια, ΓΝ Νέας Ιωνίας «Η Αγία Όλγα» programma-syn-4.indd 14 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019 Α’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 9:30-11:00 Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Συνεδρία Α.1: Συνταγματική αναθεώρηση (ΙΙ) Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Συνταγματική αναθεώρηση: Προτάσεις και επιλογές Ήβη-Αγγελική Μαυρομούστακου, Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης Η ιστορική αποτίμηση των συνταγματικών αναθεωρήσεων και οι αποτυχημένες- ανολοκλήρωτες αναθεωρητικές απόπειρες στην Ελλάδα από το 1911-2008 Παναγιώτης Κουσουλίνης, ΠΔ, Τμήμα Πληροφορικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Θεσμικά αντίβαρα και προεδρικές εξουσίες στην αναθεώρηση του Συντάγματος Κωνσταντίνος Τσιμαράς, Αναπληρωτής Καθηγητής, Νομική Σχολή, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου Το Ανοιχτό Σύνταγμα ως αναθεωρητικό διακύβευμα: Ιστορικές, πολιτικές, οικονομικές προσεγγίσεις ως απόπειρα δόμησης μιας νέας συνταγματικής φιλοσοφίας Κωνσταντίνος Μαρίνος, Υποψήφιος διδάκτορας, Νομική Σχολή, ΕΚΠΑ 15 Συνταγματική αναθεώρηση και μορφές άμεσης δημοκρατίας Ηλίας Βασιλειάδης, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς Συνεδρία Α.2: Η ελληνική εξωτερική πολιτική στη Μεσόγειο Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Σωτήρης Ρούσσος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ελληνικές πρωτοβουλίες για ένα πλαίσιο περιφερειακής συλλογικής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο Σωτήρης Ρούσσος H Ελλάδα και οι τριμερείς συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, Καθηγητής, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Ορυκτά, άνθρακες και υδρογόνο. Γεωλογία και πολιτική: Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου Φλώρος Φλούρος, Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Εθνική ασφάλεια και η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο Άννα Κωνσταντινίδου1 & Θεόδωρος Κατσουγιαννόπουλος2 1 Ερευνητικό προσωπικό, ΑΠΘ 2 Μεταπτυχιακός φοιτητής, Νομική Σχολή, ΑΠΘ Τα όπλα στρέφονται στη Μεσόγειο Κώστας Λαμπράκης, Φοιτητής, Νομική Σχολή, ΑΠΘ programma-syn-4.indd 15 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Α.3: Η διεθνής παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό το πρίσμα της δυναμικής της ολοκλήρωσης στην ασφάλεια και την άμυνα Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Ιωάννης Ραγιές, Αναπληρωτής Καθηγητής, Σ. Σ. Ευελπίδων Ευρωπαϊκή Ένωση: Πορεία εν μέσω πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 διαφορισμών Χρήστος Ζιώγας, Διδάσκων, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Το δίπολο υπερεθνικότητα-διακυβερνητικότητα στη διαμόρφωση πολιτικών της ΕΕ σε θέματα άμυνας και ασφάλειας: Η περίπτωση της Σομαλίας Διονύσιος Αναστασόπουλος, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Θεσμικές συνεργασίες στο χώρο της Μεσογείου: Η ΕΕ ως περιφερειακή δύναμη ισχύος Γιώργος Οικονόμου1 & Σπύρος Μπλαβούκος2 1 Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 2 Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Προσεγγίζοντας τα όρια της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον τομέα της κοινής άμυνας: Η έννοια «Most Demanding Missions» ως αρχή χρήσης «στρατιωτικών δυνατοτήτων» και εμπλοκής σε «πολεμικές επιχειρήσεις» στο ανώτατο επίπεδο φάσματος στρατιωτικής εμπλοκής 16 Ιωάννης Ραγιές Συνεδρία Α.4: Κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Σωκράτης Κονιόρδος, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσε- ων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η υγεία ως δημόσιο αγαθό και το επίπεδο της προσβασιμότητάς της κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ελλάδα Απόστολος Καμέκης, Διδάκτορας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης Οικονομική κρίση και αποδιάρθρωση της εμπιστοσύνης: Διεθνικές συγκρίσεις στη Νότια Ευρώπη Σωκράτης Κονιόρδος Κοινωνικά προβλήματα, κοινωνική ευπάθεια και κράτος πρόνοιας μετά την κρίση στην Ελλάδα: Προκλήσεις και προοπτικές Στυλιανός Τζαγκαράκης, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης Παράγοντες διαμόρφωσης της εγκληματικότητας στην Ελλάδα της κρίσης Μαγδαληνή Δασκαλοπούλου1 & Αικατερίνη Κουζινού2 1 Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 2 Απόφοιτη ΠΜΣ, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου programma-syn-4.indd 16 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Οι κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις από την κατάσταση του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος Μαρία Κάτσικα, Κοινωνιολόγος Συνεδρία Α.5: Η διαπλοκή κρατικών, υπο-κρατικών και μη κρατικών παραγόντων Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 στη διεθνή πολιτική Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Μαρίνα Ελευθεριάδου, Εντεταλμένη διδάσκουσα, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κράτος, δημόσια πολιτική και παγκόσμια διακυβέρνηση: Η αειφόρος ανάπτυξη, οι μη κρατικοί δρώντες και η κοινωνική ευθύνη των οργανισμών Ευάγγελος Ταλιούρης, Διδάσκων, ΕΑΠ Εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή: Η PLO ως διεθνώς δρών με οιονεί κρατική υπόσταση Ζακία Άκρα, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Διεθνοποιημένες εμφύλιες συγκρούσεις και υπο-κρατικές δομές διακυβέρνησης: Η περίπτωση του εμφυλίου στην Υεμένη Μαρίνα Ελευθεριάδου 17 Η πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης και η επίδρασή της στην κοινωνική πολιτική Στέφανος Κόφφας, Επιστημονικός συνεργάτης, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 11:00-11:20 programma-syn-4.indd 17 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Β’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 11:20-12:50 Συνεδρία Β.1: Η δημοκρατία υπό απειλή Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Σωτήρης Βανδώρος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διε- Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 θνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η άνοδος και η πτώση της Χρυσής Αυγής Σωτήρης Βανδώρος Η παγκόσμια νέα δεξιά: Θέσεις, δίκτυα επικοινωνίας και πολιτικές συγγένειες Δήμητρα Μαρέτα1 & Δημήτρης Κοσμόπουλος2 1 Επισκέπτρια ερευνήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 2 Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, IRISSO-Université Paris-Dauphine, PSL Η γοητεία του οικείου: Κρίση αντιπροσώπευσης και άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη Γιώργος Σωτηρόπουλος, Επισκέπτης Ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κίνα-Ρωσία: Απειλή για τις δημοκρατίες δυτικού τύπου ή εναλλακτικός τρόπος διακυβέρνησης; 18 Ειρήνη Σωτηρίου, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η δημοκρατική οπισθοδρόμηση στη Σερβία Χαράλαμπος Μπουμπαγιατζόγλου, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Συνεδρία Β.2: Απασχόληση και οικονομία Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Σωκράτης Κονιόρδος, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσε- ων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Οι πολιτικές απασχόλησης και ο ρόλος του ανθρώπινου κεφαλαίου στην ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας Αικατερίνη Αποστολίδου, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Ενοικιαζόμενοι της Εθνοdata: Μια πρώτη προσπάθεια ερμηνείας ενός «επιτυχούς» συνδικαλιστικού φορέα Άννα Κουμανταράκη1 & Θανάσης Τσακίρης2 1 Διδάσκουσα ΣΕΠ, ΕΑΠ 2 Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Κοινωνία, οικονομία, εργασία, δημοκρατία στην ψηφιακή εποχή: Οι αλλαγές της ψηφιακής επανάστασης και η καινοτομία πίσω από τον μύθο Βλασία Βελιανίτη, Απόφοιτη ΠΜΣ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου programma-syn-4.indd 18 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η εξέλιξη της ανεργίας Γεώργιος Γαλατσίδας, Διδάκτορας, Τμήμα Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου Η μέτρηση της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας Σπυρίδων Ρουκανάς, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Πανεπιστήμιο Πειραιώς Συνεδρία Β.3: Μεταμορφώσεις της κυριαρχίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Βύρων Καλδής, Καθηγητής, Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, ΕΜΠ Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως δικαίωμα; Βύρων Καλδής Εθνικοί θεσμοί δικαιωμάτων του ανθρώπου: Έλεγχοι και ισορροπίες ως απάντηση στο έλλειμμα εμπιστοσύνης στην κρατική κυριαρχία Άννα Ειρήνη Μπάκα, Επιστημονική συνεργάτιδα, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Τα υποκειμενικά δικαιώματα: Μεταξύ αυτοκτησίας και αξιοπρέπειας Δημήτριος Ροζάκης, Λέκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 19 Συνεδρία Β.4: Διαστάσεις των κοινωνικών κινημάτων Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Μαρία-Ελευθερία Γαλάνη, Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό, Τμήμα Πολιτικής Επι- στήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου «Διαλεκτικό Ισλάμ»: Η διάσταση του ισλαμικού φεμινισμού στην Τουρκία Μαρία Κωνσταντοπούλου, Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Αναρχικός ακτιβισμός: Μια επισκόπηση της οπτικής ρητορικής της ομάδας Ρουβίκωνας Σταμάτης Πουλακιδάκος, Μέλος ΕΔΙΠ, ΕΚΠΑ Νεοελληνική εκπαίδευση και κοινωνικά κινήματα Αγγελική Ρουμπιέ, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κόμματα και κινήματα, ένα άνυσμα αμφίδρομο: Ο κρίσιμος ρόλος της πολιτικής διαμεσολάβησης. Κωνσταντίνος Τσίκας, Μεταπτυχιακός ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Προεικόνιση/Αναγνώριση: Δύο αντιτιθέμενες διαδικασίες; Παύλος Παπαδόπουλος, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο της Λιέγης programma-syn-4.indd 19 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Β.5: Δρώντες και μετρήσεις στην εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Βιργινία-Αναστασία Φουρνάρη, Κοινωνιολόγος Δρώντες στην «αφερεγγυότητα» του πιστοδοτικά φτωχού Χρήστος Δεσύλλας, Διδάκτορας, Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Μεταρρυθμίσεις, από εθνικό σε διεθνές πρόβλημα δρώντων Βασίλειος Ζούμπος, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Ονοματολογία εκτίμησης δημόσιων αγαθών σε δρώντες της παγκόσμιας οικονομίας Σωτηρία Νάνου, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Δρώντες στη μεταιχμιακότητα του κοινωνικού στοχασμού Ευσταθία Ντρούβα1 & Ευφροσύνη Τσαφά2 1 Θεολόγος – Κοινωνιολόγος 2 Νομικός Η «σιωπηλή επανάσταση» (silent revolution) της διαμεσολαβητικής αρχιτεκτονικής και ο απόηχός της Ευάγγελος Πρόντζας, Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Δεδομένα δρώντων: Προβλέψεις εθνικών πόρων στη γεωπολιτική και γεωοικονομία Βιργινία-Αναστασία Φουρνάρη 20 ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΌ ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 12:50-14:00 programma-syn-4.indd 20 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Γ’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 14:00-15:15 Συνεδρία Γ.1: Επιδράσεις προσφυγικής κρίσης Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Σωτήρης Πετρόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η επίδραση της προσφυγικής κρίσης στον τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης των ελληνικών ΜΚΟ Σωτήρης Πετρόπουλος Η επίδραση της προσφυγικής κρίσης στην εικόνα των ελληνικών ΜΚΟ στα ΜΜΕ και την ελληνική κοινωνία Αναστάσιος Βάλβης, Εντεταλμένος διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η επίδραση της προσφυγικής κρίσης στη διεθνοποίηση, την εξωστρέφεια και τις συνεργασίες των ελληνικών ΜΚΟ Αικατερίνη Καίσαρη, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Συνεδρία Γ.2: Τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακό μέλλον Αίθουσα 2 21 Προεδρεύει: Σωτήρης Βανδώρος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διε- θνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Τεχνητή νοημοσύνη: Μια ερευνητική ατζέντα για πολιτικούς επιστήμονες Σωτήρης Βανδώρος Οι μύθοι της μετανεωτερικότητας: Τεχνητή νοημοσύνη, χρήμα και κοινωνικό φύλο ως νεομυθολογικό υλικό Μαρία-Ελευθερία Γαλάνη1 & Ιωάννης Ξυδάκης2 1 Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 2 Ανεξάρτητος ερευνητής Ευρωπαϊκή ψηφιακή πολιτική: Τάσεις αυτονόμησης και μελλοντικές προοπτικές Ηλίας Νάτσιος, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ programma-syn-4.indd 21 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Γ.3: Επόμενα βήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Σπυρίδων Ρουκανάς, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, οι μελλοντικές προκλήσεις και ο ρόλος της στο παγκόσμιο Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 περιβάλλον: Η διεθνής ατζέντα για την ανάπτυξη και η ΕΕ ως πόλος αριστείας για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη Ευάγγελος Ταλιούρης, Διδάσκων ΕΑΠ, Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο Η νέα στρατηγική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2019-2024: Από τη γεωστρατηγική των νοτιοανατολικών συνόρων στο παγκόσμιο πεδίο Θεοδώρα Σταθούλια, Ανεξάρτητη ερευνήτρια Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μέσα από την εμπειρία διαχείρισης του μεταναστευτικού και προσφυγικού φαινομένου Ηλέκτρα Χρηστέα, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Η επίδραση των τουρκικών προσφυγικών ροών στη συμφωνία ΕΕ - Τουρκίας Νικόλαος Λάμπας, Επισκέπτης ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 22 Συνεδρία Γ.4: Η τρομοκρατία στην Ευρώπη Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Δημήτριος Ροζάκης, Λέκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Εκτίμηση απειλής και γαλλική αντιτρομοκρατική πολιτική (2015-2019) Λουκάς Κατρατζής, Ερευνητική Ομάδα Πολιτικής Τεχνολογίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η πολιτική βία και η τρομοκρατία σε έξαρση στη δημοκρατική Ευρώπη Γεώργιος Αθανασόπουλος, Απόφοιτος, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο Εκτίμηση απειλής τζιχαντιστικής τρομοκρατίας στην ΕΕ: Αναλύοντας τη χρονική περίοδο 2014-2016 υπό το πρίσμα της θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων Ιωάννης-Γιαννούλης Παπαοικονόμου, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ριζοσπαστικοποίηση και τρομοκρατία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες Τριαντάφυλλος Καρατράντος, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Θύματα τρομοκρατίας στην Ελλάδα: Προσπάθειες αναγνώρισης και μορφές δράσης μετά το 2000 Άγγελος Ναστούλης, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ programma-syn-4.indd 22 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Γ.5: Αναζητήσεις και αναστοχασμοί Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Ηρακλής Μαυρίδης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο Λαϊκισμός και/ως ιδεολογία: σχέσεις, διαφορές, συγκλίσεις Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Ηρακλής Μαυρίδης Πώς η κοινωνική πραγματικότητα επιδρά στην παγκόσμια ειρήνη; Μαγδαληνή Δασκαλοπούλου, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η διά βίου εκπαίδευση και το τέλος του ελεύθερου χρόνου: Οι τάξεις του οικονομικού λόγου στην εκπαίδευση Ευαγγελία Καλεράντε, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας Το συγκρουσιακό στοιχείο στη μεταδημοκρατία και οι ευκαιρίες έκφρασής του Χρυσάνθη Σουκαρά, Απόφοιτη ΠΜΣ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 15:15-15:30 23 programma-syn-4.indd 23 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Δ’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 15:30-16:30 Συνεδρία Δ.1: Προκλήσεις διοίκησης και διακυβέρνησης σε εθνικό και ενωσιακό πλαίσιο Αίθουσα 1 Προεδρεύει: Εμμανουήλ Παπάζογλου, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η διακυβερνητική εκτροπή του Ενωσιακού θεσμού Αργύρης Πασσάς, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Προς μία νέα σχέση κυβέρνησης και δημόσιας διοίκησης: Η αξιολόγηση του επιχειρησιακού προγράμματος «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου Τομέα» Εμμανουήλ Παπάζογλου & Αντιγόνη Σκαράκη1 1 Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ο προϊστάμενος ως ηγέτης-Οδυσσέας: Η πολύπλευρη έννοια της ηγεσίας ως εναλλακτικός τρόπος διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης Αγγελική Μπουρμπούλη, Υπεύθυνη Σπουδών και Έρευνας, ΕΚΔΔΑ Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, δημόσιος τομέας και μεταρρυθμίσεις: Προγραμματικές περίοδοι που ολοκληρώθηκαν και οι νέες προκλήσεις 2021-2027 24 Μαρία Φυσεκίδου, Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Συνεδρία Δ.2: ΗΠΑ - Ελλάδα - Τουρκία: Αναλύοντας μια αμφιθυμική γεωπολιτική συζυγία Αίθουσα 2 Προεδρεύει: Νικόλαος Παπαναστασόπουλος, Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Δημο- κρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Οι ευρωαμερικανικές σχέσεις ως μετα-καθεστώς Κώστας Λάβδας, Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Οι σχέσεις ΗΠΑ, Ελλάδας και Τουρκίας μετά τον Ιούλιο 2016 Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Ελληνοαμερικανικές σχέσεις στην Προεδρία Τραμπ, Κώστας Υφαντής, Καθηγητής, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο programma-syn-4.indd 24 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Συνεδρία Δ.3: Θρησκεία και πολιτική (Ι) Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Χαρά Καραγιαννοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Ο ρόλος της θρησκείας στην άσκηση της σεξουαλικής και έμφυλης βίας ως όπλου Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 πολέμου Χαρά Καραγιαννοπούλου Ελληνική ακροδεξιά και θρησκεία: Ανάλυση λόγου και εκλογική συμπεριφορά Κωνσταντίνος Παπαστάθης1 & Αναστασία Λίτινα2 1 Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ 2 Λέκτορας, Τμήμα Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Εκκοσμίκευση, θρησκεία και πολιτική στη μεταπολιτευτική Ελλάδα Νίκη Παπαγεωργίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Θεολογίας, ΑΠΘ Συνεδρία Δ.4: Μεταβολές ισχύος και πιθανές συγκρούσεις στην περιφέρεια Ν.Α Ασίας - Ειρηνικού: Η περίπτωση της Κίνας (Ι) Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Σωτήρης Πετρόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 25 Το φαινόμενο του υβριδικού πολέμου. Η περίπτωση του κινεζικού θαλάσσιου υβριδικού πολέμου Κωνσταντίνος Καρανικολός, Δόκιμος ερευνητής, Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων Ο ρόλος της ναυτικής ισχύος στον ανταγωνισμό ΗΠΑ - Κίνας Σπυρίδων Μαζαράκης, Δόκιμος ερευνητής, Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων Στρατηγικές επιλογές της Κίνας και θεωρία προοπτικής Αλεξάνδρα Δόγα, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ: 16:30-16:45 programma-syn-4.indd 25 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Ε’ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: 16:45-17:45 Συνεδρία Ε.1: Σύγχρονες απειλές για την ασφάλεια των κρατών – Τρομοκρατία, κλιματική αλλαγή και υβριδικές απειλές Αίθουσα 1 Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Προεδρεύει: Αναστάσιος Βάλβης, Εντεταλμένος διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Ριζοσπαστικοποίηση και τρομοκρατία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες Τριαντάφυλλος Καρατράντος, Ερευνητικός Συνεργάτης, ΚΕΜΕΑ Ο ρόλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην αντιμετώπιση υβριδικών απειλών ασφαλείας στα Βαλκάνια Γεώργιος Τριανταφύλλου, Ερευνητικός Συνεργάτης, ΕΛΙΑΜΕΠ Η απειλή της κλιματικής αλλαγής για τα κράτη της ΝΑ Ευρώπης Αναστάσιος Βάλβης Συνεδρία Ε.2: Μεταβολές ισχύος και πιθανές συγκρούσεις στην περιφέρεια ΝΑ Ασίας - Ειρηνικού: Η περίπτωση της Κίνας (ΙΙ) Αίθουσα 2 26 Προεδρεύει: Παναγιώτα Μανώλη, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Η αμερικανική προσέγγιση για τον σινοαμερικανικό ανταγωνισμό στον 21ο αιώνα Αλέξανδρος Δρίβας, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Η επόμενη κρίση: Η αποσταθεροποιητική επίδραση της απόσυρσης των ΗΠΑ από την Συνθήκη INF στην ΝΑ Ασία Κωνσταντίνος Νιζάμης, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Η στρατηγική κουλτούρα της Κίνας από τον Σουν Τζου στον Σι Ανδρέας Λιούμπας, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Συνεδρία Ε.3: Εξελίξεις στα ελληνικά πολιτικά κόμματα Αίθουσα 3 Προεδρεύει: Χρύσανθος Τάσσης, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστή- μης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Οι μεταβολές στα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων Κωνσταντίνα Κωτσιοπούλου, Υποψήφια διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Η «πασοκοποίηση» της ΝΔ (;): Οργανωτικές εξελίξεις στη ΝΔ (2016-2019) Χρύσανθος Τάσσης programma-syn-4.indd 26 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Προς μία νέα ανάγνωση της κομματικής κρίσης: Η περίπτωση των μελών του Πα.Σο.Κ. Χρήστος Μαρασλής1 & Ανδρέας Τζαναβάρης2 1 Ανεξάρτητος Ερευνητής 2 Ανεξάρτητος Ερευνητής Η συμφωνία των Πρεσπών στον πολιτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ Κυριακη 15 Δεκεμβρίου 2019 Σίμος Ανδρονίδης, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ Συνεδρία Ε.4: Θρησκεία και πολιτική (ΙΙ) Αίθουσα 4 Προεδρεύει: Χαρά Καραγιαννοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Η βρετανική και ελληνική αριστερά και το πολιτικό Ισλάμ: Από το Ιράν του 1979 έως τον εμφύλιο της Αλγερίας Ιhab Shabana, Διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Οι χριστιανικές κοινότητες στο Ιράκ και τη Συρία μετά τις αραβικές εξεγέρσεις Ηλίας Τασόπουλος, Διδάκτορας , Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και διεθνής πολιτική σκηνή 27 Στέλιος Τσομπανίδης, Καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας, ΑΠΘ Ο βίος της αιγυπτιακής κοπτικής κοινότητας μετά την «Αραβική Άνοιξη» Σταύρος Δρακουλαράκος, Διευθυντής Έκδοσης ΚΕΜΜΙΣ Συνεδρία Ε.5: Διλήμματα και προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική Αίθουσα 5 Προεδρεύει: Νικόλαος Παπαναστασόπουλος, Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Δημο- κρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Η διαχείριση κρίσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο: Σενάρια και προοπτικές Νικόλαος Παπαναστασόπουλος Η ανάδυση της «νέας» Ρωσίας: Μια ερμηνεία της ιστορίας και της γεωγραφίας και οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας Νικόλαος Νικολάου, Απόφοιτος ΠΜΣ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Η ενέργεια ως παράγων ισχύος στη διεθνή πολιτική: Ο «Περικλείων Ρεαλισμός» ως διερευνητικό και επεξηγηματικό πλαίσιο Βασίλειος Μπαλάφας, Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου programma-syn-4.indd 27 9/12/19 10:04 πμ 4ο Τακτικό Συνέδριο: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΦΑΙΝΌΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΆΒΑΣΗ Επιστημονική Επιτροπή Σωκράτης Κονιόρδος, Καθηγητής (Πρόεδρος) Αστέρης Χουλιάρας, Καθηγητής Νικήτας-Σπύρος Κουτσούκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Σωτήρης Βανδώρος, Επίκουρος Καθηγητής Αντώνης Κλάψης, Επίκουρος Καθηγητής Παναγιώτα Μανώλη, Επίκουρη Καθηγήτρια Μάνος Παπάζογλου, Επίκουρος Καθηγητής Σωτήρης Πετρόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Ευστάθιος Φακιολάς, Επίκουρος Καθηγητής Δημήτρης Ροζάκης, Λέκτορας Συντονιστική Επιτροπή Νικόλαος Τζιφάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής (Πρόεδρος) Βασιλική Λαλαγιάννη, Καθηγήτρια Έλενα Μαρκούτση, Διοικητική Υπάλληλος Κατερίνα Δούνδη, Διοικητική Υπάλληλος Βασίλης Λαγός, Πρόεδρος Συλλόγου Αποφοίτων Τμήματος 28 Ιστότοπος Συνεδρίου Ελένη Γεωργούλια, Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (ΕΤΕΠ) Ιωάννης Ξανθόπουλος, Επιστημονικός Συνεργάτης Πολυχρόνης Καράμπελας, Αντιπρόεδρος Συλλόγου Αποφοίτων Τμήματος Ομάδα Οργανωτικής Στήριξης Δρ Μαρία-Ελευθερία Γαλάνη, Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό Ηλιάνα Φώτη, Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (ΕΤΕΠ) Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Αριστοτέλους 1 & Λ. Αθηνών, ΤΚ 201 32, Κόρινθος Τηλ: 27410 40040, FAX: 27410 40050 http://pedis.uop.gr, e-mail:
[email protected]programma-syn-4.indd 28 9/12/19 10:04 πμ 29 30 Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Καταπολέμηση της Απάτης εις Βάρος του Προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αναστάσιος Αναστασίου1 και Σωτηρία Χριστοπούλου2 Περίληψη Η ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή-ευρωπαϊκή εισαγγελία είναι μια ανεξάρτητη και αποκεντρωμένη δικαστική υπηρεσία της ευρωπαϊκής ένωσης, με αρμοδιότητα να διερευνά και να ασκεί διώξεις κατά των οικονομικών εγκλημάτων που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της ευρωπαϊκής ένωσης. Πρόκειται για απάτες, διαφθορά ή σοβαρές περιπτώσεις διασυνοριακής απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας-ΦΠΑ. Προς αυτήν την κατεύθυνση υιοθετήθηκε, την 12η Οκτωβρίου 2017, ο κανονισμός για τη σύσταση της ευρωπαϊκής εισαγγελίας, στο πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας και ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 20η Νοεμβρίου 2017. Στη συγκρότηση της ευρωπαϊκής εισαγγελίας συμμετέχουν ήδη 22 κράτη-μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης. Μέχρι τώρα, μόνον οι εθνικές δικαστικές αρχές, εντός των εθνικών τους συνόρων, μπορούν να ερευνούν και να διώκουν την απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού της ευρωπαϊκής ένωσης. Οι υφιστάμενοι φορείς αντιμετώπισης της διαφθοράς και της απάτης, όπως είναι, η Eurojust, η Europol και η υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (European Anti-Fraud Office-OLAF) της ευρωπαϊκής ένωσης δεν διαθέτουν τα μέσα και τις απαραίτητες εξουσίες για τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών και διώξεων. Λέξεις-κλειδιά: απάτη κατά του προϋπολογισμού της ευρωπαϊκής ένωσης, διαφθορά, ευρωπαϊκή εισαγγελία, ευρωπαϊκή ένωση, υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης. Εισαγωγή Η καταπολέμηση της διαφθοράς και η αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος ειδικότερα, ποικίλλουν ανάλογα με την προσέγγισή τους: τη νομική, την κοινωνιολογική και την ηθική. Η νομική προσέγγιση θεωρεί ως έκνομες πρακτικές αυτές τις οποίες τιμωρεί ο ποινικός κώδικας. Η κοινωνιολογική προσέγγιση προσδιορίζει ένα σύνολο κοινωνικών πρακτικών που επιχειρεί να κατανοήσει την εξέλιξή τους στην οργανωμένη κοινωνία. Η ηθική προσέγγιση αντιμετωπίζει τη διαφθορά και το οικονομικό έγκλημα ως παρεκκλίσεις από τον ηθικό κανόνα που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον. 1 Επιθεωρητής-Ελεγκτής στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, Δρ. Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Μεταδιδάκτωρ (Post-Doc) Περιφερειακής Επιστήμης,
[email protected]2 Στέλεχος στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, Msc. Δημόσιας Διοίκησης,
[email protected]31 Η αντίληψη που έχουμε για τη διαφθορά αλλάζει ανάλογα με την εποχή. Ωστόσο, τίθενται κάποια ερωτήματα-σταθερές όπως, ανάμεσα σε εκείνο το όριο που υπάγεται και σε αυτό που δεν υπάγεται στον χώρο της διαφθοράς. Άραγε ποιο θεωρείται ότι είναι το όριο της ανεκτικότητας; Ποιο θεωρείται ότι είναι το όριο ανοχής της κοινής γνώμης; (Doganis 2009: 20).3 Συνδέοντας τη συνείδηση των πολιτών με τη διαφθορά μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες εμπειρίες για τον τρόπο με τον οποίο βιώνονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών στις κοινωνίες που ζουν διαχρονικά και στη σχέση τους με τις εκάστοτε εξουσίες. Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους, ο άρχων Κρέων, (παρεξηγημένη προσωπικότητα η οποία σκιάζεται από το βάρος του εθιμικού άγραφου κανόνα, προσέγγιση αρκούντως μονοσήμαντη, … ) στο απόσπασμα 302-314 του έργου του μέγιστου τραγικού συγγραφέα-Σοφοκλή, και στην αντιπαράθεσή του με την Αντιγόνη, συνδέει τη μη τήρηση των νόμων, π.χ. τη δωροδοκία με πολιτικά κίνητρα και εμμέσως με την παράνομη ταφή του Πολυνείκη, με τη συνδρομή της ανιψιάς του, δηλαδή της Αντιγόνης. Καταλήγει, στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο Κρέων λέγοντας: … διότι από τα παράνομα κέρδη μπορείς να διαπιστώσεις ότι οι περισσότεροι διεφθαρμένοι άνθρωποι (ο αυτουργός, ο δράστης τούδε του τάφου) καταστρέφονται παρά σώζονται.4 Και μαζί με αυτούς δηλητηριάζεται και η πόλη. Ο Πιέρ Λασκούμ, στο έργο του: «Διαφθορά», (Λασκούμ 2003: 34), γράφει, μεταξύ άλλων, ότι η διαφθορά είναι μία εν δυνάμει απειλή για όλα τα πολιτικά καθεστώτα. Αποτελεί όμως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τις δυτικές δημοκρατίες, οι οποίες, ήδη από τον 18ο αιώνα, προβληματίζονταν ιδιαίτερα για την ύπαρξή της. Για ποιά όμως διαφθορά μιλάμε; … Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στην πολιτική διαφθορά και στο οικονομικό έγκλημα; Ανάλογα με τις χώρες και την πολιτική κουλτούρα, το περιεχόμενο που δίνεται στην έννοια της διαφθοράς μεταβάλλεται και διευρύνεται … αναρωτιέται και συνεχίζει ο εν λόγω συγγραφέας. Το βαθύτερο εμπόδιο τόσο για την ανάλυση όσο και για την αντιμετώπιση της διαφθοράς έγκειται στις αδιευκρίνιστες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε τρεις κρίσιμες παραμέτρους: στην πολιτική διαφθορά, στη διαφθορά των δημοσίων λειτουργιών και στη διαφθορά των ιδιωτικών επιχειρήσεων-εταιρειών. Η απόκτηση μεγάλου οικονομικού κέρδους και οι στρεβλώσεις του ελεύθερου ανταγωνισμού, για τη μεγιστοποίηση αυτού του κέρδους, συνιστούν τις βασικές παραμέτρους για να αναλυθούν και να εξηγηθούν οι σύγχρονες πρακτικές της διαφθοράς. Κυρίως Κείμενο Την 1η Οκτωβρίου 1996, επτά Ευρωπαίοι δικαστές απηύθυναν την «έκκληση της Γενεύης», µε την οποία εξέφραζαν την επιθυμία τους να δημιουργηθεί ένας ανεξάρτητος ευρωπαϊκός δικαστικός χώρος, στο πλαίσιο του οποίου οι δικαστές 3Doganis Carine (2009). 4Τα παράνομα κέρδη είναι τα αισχρά λήμματα στα αρχαία ελληνικά και ως αισχρά λήμματα αναφέρονται στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους. 32 θα μπορούν, χωρίς άλλα κωλύματα, πέραν από αυτά που θέτει το κράτος δικαίου, να ερευνούν και να ανταλλάσσουν χρήσιμες πληροφορίες για τις ανακρίσεις που διενεργούν. Ζητούσαν την άμεση διαβίβαση των διεθνών δικαστικών παραγγελιών χωρίς να απαιτείται η παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας και η χρήση της διπλωματικής οδού. Παράλληλα, υπήρξαν οι πρώτοι που υποστήριξαν δημόσια ότι μια από τις σημαντικότερες δυσκολίες στην καταπολέμηση της διεθνούς πλέον διαφθοράς είναι η ευθύνη των μεγάλων διεθνών τραπεζών και τραπεζικών ομίλων και η συνεχής καταφυγή τους στους «φορολογικούς παραδείσους» (Λασκούμ 2003: 34). Aπό το 1996, δικαστές είχαν επισημάνει ότι η μαύρη οικονομία σχετίζεται με την ύπαρξη «φορολογικών παραδείσων», όπου εδρεύουν σε διάφορες υπεράκτιες εταιρείες (off-shore) ή κράτη-τράπεζες (bank states) τις οποίες επινόησαν και εξακολουθούν να υπερασπίζουν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Η λειτουργία των θεσμικών οργάνων των κυριότερων ανεπτυγμένων κρατών παρεμποδίζεται από την ύπαρξη κρατών-δορυφόρων. Αυτά τα κράτη- δορυφόροι παρέχουν φορολογικές ελαφρύνσεις και έχουν δημιουργηθεί από τα ίδια τα ανεπτυγμένα κράτη και τις εξαγωγικές εταιρείες τους, ώστε να μπορούν να επιδίδονται, κάτω από μια προστατευτική αδιαφάνεια, σε δραστηριότητες που θεωρούνται απαράδεκτες σύμφωνα με τους κανόνες της υγιούς οικονομίας. Αυτά τα προστατευόμενα μέρη – «παράδεισοι» είναι στη διάθεση οποιουδήποτε έχει τα μέσα να καταφύγει στις υπηρεσίες τους, καθώς παρέχουν τρία είδη πλεονεκτημάτων: α) μικρότερη φορολογία, β) χρηματοοικονομική ανωνυμία (μέσω της αυστηρής τήρησης των κανόνων του τραπεζικού απορρήτου) και γ) προστασία από ενδεχόμενες ποινικές διώξεις (μέσω της αρχής της άρνησης της διεθνούς αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας). Γι αυτό τον λόγο, το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος δεν αφορά αποκλειστικά (how money laundering works) στα παράνομα έσοδα των εγκληματικών οργανώσεων, αλλά και τα μαύρα ταμεία τόσο των μεγάλων (αλλά και των λιγότερο μεγάλων) παγκοσμίων επιχειρήσεων, όσο και των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών παρατάξεων. Στο κείμενο αυτό, αναδεικνύουμε τη σημασία και τον ρόλο της ενιαίας και ανεξάρτητης εισαγγελικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), την αποκαλούμενη: Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλείται να διασφαλίσει ότι η διερεύνηση οικονομικών εγκλημάτων εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αδικημάτων: της απάτης, της διαφθοράς, της νομιμοποίησης εσόδων από έκνομες δραστηριότητες και της διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, θα είναι πιο αποτελεσματική και πιο ταχεία σε ολόκληρη την ΕΕ. Η δίωξη των ανωτέρω αδικημάτων εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών και η ΕΕ δεν έχει καμία αρμοδιότητα στον συγκεκριμένο τομέα. Παρά τις σημαντικές ζημίες που προκαλούνται στα εν λόγω αδικήματα οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν προβαίνουν πάντοτε στη διερεύνηση και τη δίωξή τους, καθώς οι όροι επιβολής του νόμου είναι περιορισμένοι. Το αποτέλεσμα είναι οι εθνικές προσπάθειες επιβολής του νόμου, στον συγκεκριμένο τομέα, να είναι ακόμη αποσπασματικές και η διασυνοριακή διάσταση των συγκεκριμένων αδικημάτων διαφεύγει συνήθως της προσοχής των οικείων εθνικών ή διασυνοριακών αρχών. 33 Συνεπώς, για την καταπολέμηση των διασυνοριακών υποθέσεων απάτης απαιτείται η διενέργεια αυστηρά συντονισμένων και αποτελεσματικών ερευνών και διώξεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σηματοδοτείται η έναρξη μιας νέας φάσης στην αντιμετώπιση και καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Το οικονομικό έγκλημα, ως μία από τις μορφές εγκλήματος και αντικοινωνικής δραστηριότητας, έχει λάβει τις πρόσφατες δεκαετίες σοβαρή διάσταση και συνιστά μία από τις βασικές αιτίες οικονομικής και κοινωνικής εκτροπής. Το οικονομικό έγκλημα είναι ένα από τα κύρια αρνητικά στοιχεία της σύγχρονης ζωής. Τα οικονομικά και τραπεζικά σκάνδαλα, οι χρηματιστηριακές «φούσκες», τα «τοξικά» προϊόντα, οι δανειακές απάτες, το μαύρο χρήμα, η φοροδιαφυγή, η διαφθορά στην πολιτική και στη δημόσια διοίκηση, καθώς και οι απάτες, υπεξαιρέσεις, απιστίες περί την υπηρεσία, κ.λπ., είναι εκφάνσεις του οικονομικού εγκλήματος. Οι εκφάνσεις αυτές, οι οποίες σχετίζονται με τον προσπορισμό παράνομου οικονομικού οφέλους, οδηγούν το σύνολο της κοινωνίας σε στέρηση από τη δημόσια υγεία, την παιδεία, την κοινωνική πρόνοια και προστασία. Οι πολίτες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται σε μειονεκτική ή αδύναμη θέση, επιβαρύνονται οικονομικά και δεν είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις οικονομικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα από την ευρωπαϊκή και εθνική αντιμετώπιση της διαφθοράς και του οικονομικού εγκλήματος είναι ότι οι παράνομες δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτής της μορφής το έγκλημα δεν αντιμετωπίζονται το ίδιο αυστηρά και τιμωρητέα, όπως εκείνες οι δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με το κοινό ποινικό έγκλημα, δηλαδή τη ληστεία, την κλοπή, κ.λπ. Στις εκφάνσεις των οικονομικών εγκλημάτων συμπεριλαμβάνονται και τα ποινικά αδικήματα, όπως είναι το ηλεκτρονικό έγκλημα-ηλεκτρονικός εκβιασμός, η εξαπάτηση των ηλικιωμένων, η διάρρηξη, η ένοπλη ληστεία και γενικά το βίαιο έγκλημα, όπως η ληστεία και ο φόνος. Τα οικονομικά εγκλήματα εκτελούνται από φυσικά πρόσωπα, μη φυσικά πρόσωπα (εταιρείες), αλλά και οργανωμένες εγκληματικές ομάδες (μαφία). Τα θύματα μπορεί να είναι άτομα, επιχειρήσεις, οργανισμοί, το κράτος και η οικονομία στο σύνολό της. Η ΕΕ ορίζει ως οικονομικό έγκλημα όλες εκείνες τις δραστηριότητες οργανωμένων εγκληματικών ομάδων οι οποίες κάνουν κατάχρηση χρηματοοικονομικών συστημάτων ή συστημάτων πληρωμών με σκοπό την αποκόμιση μεγάλου οικονομικού οφέλους. Παρόλο που είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος, ελέγχου, δίωξης και έρευνας σε παγκόσμια κλίμακα, οι ιδιαιτερότητές του σε σχέση με το κοινό ποινικό έγκλημα το καθιστούν δύσκολα αντιμετωπίσιμο. Το οικονομικό έγκλημα διαπερνά τα όρια του νόμου, κινείται άυλα, φέρει νομιμοφανές ένδυμα, μπορεί να εμπλέκει δημοσίους λειτουργούς, διωκτικούς μηχανισμούς, δικαστικά όργανα, ενεργούς πολιτικούς, κ.ά. Για την αντιμετώπισή του απαιτείται ενδυνάμωση και διαρκής κατάρτιση των συμμετεχόντων στους ελεγκτικούς/διωκτικούς μηχανισμούς. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται συνεχώς νέες μέθοδοι και τακτικές των εκφάνσεων του οικονομικού εγκλήματος και πραγματοποιούνται από πρόσωπα και ομάδες που διαθέτουν γνώσεις, εξειδικεύσεις, πρόσβαση σε εσωτερικά 34 δίκτυα πληροφοριών, γνώση και χρήση πληροφοριών υψηλής τεχνολογίας και άλλων μέσων. Το οικονομικό έγκλημα διαβρώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις, νομιμοποιεί διάφορες μορφές παραβατικότητας στην κοινή αντίληψη και διαφθείρει γενιές ανθρώπων και κοινωνικές ομάδες. Η καταπολέμησή του δεν είναι μόνο ζήτημα που άπτεται της ποινικής παράβασης ή της ηθικής αντιμετώπισης του φαινομένου, αλλά ένα κοινωνικό πρόβλημα μείζονος σημασίας που συνδέεται άρρηκτα με τη θεσμική και οικονομική λειτουργία του εκάστοτε κοινωνικού συστήματος, της ίδιας της κοινωνίας και της δημοκρατικής λειτουργίας της. Το οικονομικό έγκλημα αποτελεί μια πύρινη λαίλαπα, η οποία χρίζει συστηματικής καταπολέμησης, μέσα από ένα αποτελεσματικό στρατηγικό σχέδιο, έτσι ώστε να μην επιτρέπεται σε νέες εστίες του οικονομικού εγκλήματος να εμφανίζονται και να μην υπάρχει ανάφλεξη εκεί όπου το πρόβλημα έχει καταπολεμηθεί. Ανά τα έτη, έχει παρατηρηθεί ότι πτυχές του οικονομικού εγκλήματος αποκαλύπτονται ακόμα και στον θεσμικό πυρήνα της ΕΕ, την Επιτροπή (Commission), όπως και σε άλλους οργανισμούς της ίδιας της ΕΕ. Αυτό φανερώνει την δυσκολία αντιμετώπισης του φαινομένου, ιδιαίτερα σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου ανθίζει η διαφθορά και η διαπλοκή αποσκοπώντας στο προσωπικό οικονομικό κέρδος με εργαλείο την κατάχρηση πόρων της ΕΕ. Η προστασία των συμφερόντων της ΕΕ από το οικονομικό έγκλημα αποτελεί βασική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτό προκύπτει και από την ετήσια έκθεση, των ετών 2017 και 2018, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ αναφορικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Οι γενικές διευθύνσεις και οι εκτελεστικοί οργανισμοί της οικείας Επιτροπής, καθώς και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), συνεργάζονται με πολλούς άλλους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των αρχών των κρατών-μελών και της υπό σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (European Public Prosecutor’s Office – EPPO). Παρόλα αυτά, η ΕΕ δεν διαθέτει πλήρη και συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με το επίπεδο της διαπιστωθείσας απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Επιπλέον, δεν έχει, μέχρι στιγμής, η ΕΕ διενεργήσει εκτίμηση όσον αφορά στις μη εντοπιζόμενες περιπτώσεις απάτης, ούτε έχει αναλύσει λεπτομερώς τα αίτια διάπραξης απάτης από ορισμένους οικονομικούς φορείς. Το γεγονός αυτό περιορίζει την πρακτική αξία και την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών σχεδίων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη, τη διαφθορά και το οικονομικό έγκλημα. Το ισχύον σύστημα είναι εξαιρετικά χρονοβόρο, σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων, καθώς προηγείται η διοικητική διερεύνηση της υπόθεσης που εγείρει υπόνοιες απάτης από την OLAF και έπεται ποινική διερεύνηση σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανότητες επίτευξης της δικαστικής δίωξης. Επιπροσθέτως, οι τελικές εκθέσεις της OLAF συχνά δεν παρέχουν επαρκείς πληροφορίες, ώστε να χρησιμεύσουν ως βάση για την κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως εκταμιευθέντων χρηματικών ποσών. Οι έρευνες της OLAF οδηγούν στη δίωξη υπόπτων για απάτη σε λιγότερο από το ήμισυ των υποθέσεων και στην ανάκτηση ποσοστού μικρότερου του ενός 35 τρίτου των αχρεωστήτως καταβληθέντων των ενωσιακών κονδυλίων και κοινοτικών πόρων. Συμπερασματικά, απαιτείται η επανεξέταση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων της OLAF σε συνάρτηση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η ΕΕ, μετά τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) το 2017, ενέκρινε νομοθετική πρόταση για την απλούστευση και ενίσχυση της προστασίας του συστήματος ΦΠΑ της ΕΕ έναντι της απάτης, και την εξάλειψη των κανονιστικών κενών στο διασυνοριακό εμπόριο, μέσω της ενίσχυσης των μέσων διοικητικής συνεργασίας, μεταξύ των φορολογικών αρχών και με τις άλλες αρχές επιβολής του νόμου. Το έτος 2017 θεσπίζονται δύο ιδιαίτερα σημαντικές νομοθετικές πράξεις, οι οποίες στοχεύουν στη σύγκλιση ενός αποτελεσματικού και ισοδύναμου επιπέδου προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ, ιδίως σε ό, τι αφορά στην καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης. Η θέσπιση αυτών των δύο πράξεων είναι το αποτέλεσμα πολυετών διαπραγματεύσεων και αποτελεί απόδειξη της δέσμευσης των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των κρατών-μελών όσον αφορά στην καταπολέμηση της απάτης που βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ: 1η: η οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ (η αποκαλούμενη οδηγία PIF).5 Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης δεν αφορά μόνο στη διαχείριση των πιστώσεων του προϋπολογισμού, αλλά επεκτείνεται και σε όλα τα μέτρα που επηρεάζουν αρνητικά ή που απειλούν να επηρεάσουν αρνητικά τα στοιχεία ενεργητικού της ΕΕ, καθώς και εκείνα των κρατών-μελών, εφόσον τα εν λόγω μέτρα σχετίζονται με τις πολιτικές της ΕΕ. Η σύμβαση που καταρτίστηκε με βάση το άρθρο 18 της Συνθήκης για την ΕΕ,6 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 7 5 As of 6 July 2019, Member States need to have Directive (EU) 2017/1371 on the fight against fraud to the Union’s financial interests by means of criminal law transposed into their national laws (‘PIF Directive’). The new rules will increase the level of protection of the EU budget by harmonising the definitions, sanctions and limitation periods of criminal offences affecting the Union’s financial interests. Not only is the Directive an essential instrument for the harmonisation of the criminal law of the Member States in the area of crimes against the Union budget but it also lays the foundation for the future European Public Prosecutor’s Office, which will investigate, prosecute and enforce the offences in practice. 6 Με την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, την 1η Δεκεμβρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά νομική προσωπικότητα και αναλαμβάνει τις αρμοδιότητες που είχε προηγουμένως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο καθίσταται «Δίκαιο της Ένωσης», περιλαμβάνοντας όλες τις εκδοθείσες στο παρελθόν διατάξεις δυνάμει της Συνθήκης για την ΕΕ όπως αυτή είχε προ της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ωστόσο, θα χρησιμοποιείται ο όρος «Κοινοτικό Δίκαιο» όταν παρατίθεται η προγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας νομολογία του Δικαστηρίου. Παράλληλα με την ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ) εξακολουθεί να υφίσταται. Δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου σχετικά με την Ευρατόμ είναι, καταρχήν, οι ίδιες με εκείνες που ασκούσε στο πλαίσιο της ΕΕ – και για να καταστεί η παρουσίαση πιο ευανάγνωστη – κάθε αναφορά στο Δίκαιο της Ένωσης θα καλύπτει επίσης το δίκαιο της Ευρατόμ. 7 Βλ. και στη Συνθήκη της 26ης Ιουλίου 1995, καθώς και τα πρωτόκολλα αυτής: της27ης Σεπτεμβρίου 1996, της 29ης Νοεμβρίου 1996 και της 19ης Ιουνίου 1997. 36 καθιερώνει ελάχιστους κανόνες όσον αφορά στον προσδιορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων σε περιπτώσεις απάτης που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Τα κράτη-μέλη κατάρτισαν τη σύμβαση στην οποία τονίστηκε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η απάτη που θίγει τα έσοδα και τις δαπάνες της ΕΕ δεν περιορίζεται σε μία μόνο χώρα και συχνά διαπράττεται από δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος. Σε αυτό το πνεύμα, η σύμβαση αναγνωρίζει ήδη ότι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ καθιστά επιτακτική την ποινική δίωξη κάθε δόλιας συμπεριφοράς που θίγει τα εν λόγω συμφέροντα. Παράλληλα, εκδίδεται ο κανονισμός (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/1995 του Συμβουλίου. Ο συγκεκριμένος κανονισμός θέτει γενικούς κανόνες περί ομοιογενών ελέγχων, διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που αφορούν παρατυπίες σχετικά με το ενωσιακό δίκαιο, ενώ παράλληλα, αναφέρεται σε τομεακούς κανόνες σε αυτό το πεδίο, σε δόλιες πράξεις όπως ορίζονται στη σύμβαση, και στην εφαρμογή του ποινικού δικαίου και των ποινικών διαδικασιών των κρατών-μελών. 2η: ο κανονισμός σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της EPPO. Την 8η Ιουνίου 2017, είκοσι (20) κράτη-μέλη της ΕΕ8 καταλήγουν σε πολιτική συμφωνία ως προς τη σύσταση της νέας Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας. Ο κανονισμός για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων την 12 η Οκτωβρίου 2017 και τέθηκε σε ισχύ την 20η Νοεμβρίου 2017. Την 1η Αυγούστου 2018, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη συμμετοχή των Κάτω Χωρών στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ την 7η Αυγούστου 2018, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η Μάλτα θα είναι το 22ο κράτος-μέλος της ΕΕ που θα συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η εδαφική επικράτεια και η διεύρυνσή της στην ΕΕ σχετίζεται με «τις ανάγκες τις ανακρίσεως, διώξεως, εκδικάσεως και εκτελέσεως καταδικαστικών αποφάσεων» και θεωρείται ότι συγκροτεί «έναν ενιαίο δικαστικό χώρο» (άρθρο 18, παρ. 1, της Συνθήκης της ΕΕ). Εισάγεται δηλαδή, η αρχή της ευρωπαϊκής εδαφικότητας, δηλαδή η θεώρηση των κρατών-μελών ως ενιαίου δικαστικού χώρου, με κύριο σκοπό την αποφυγή των δυσκολιών στη συνεργασία και τον 8Με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, 22 κράτη-μέλη επιθυμούν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να ενισχύσουν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αποτελεί βασικό παράγοντα στην καταπολέμηση των εγκλημάτων εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Αυτό θα είναι σημαντικό βήμα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Τα μη συμμετέχοντα κράτη- μέλη θα έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να προσχωρήσουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αργότερα. Ο κανονισμός για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας, εκδόθηκε την 12η Οκτωβρίου 2017 και άρχισε να ισχύει την 20η Νοεμβρίου 2017. Μέχρι σήμερα, συμμετέχουν 22 χώρες της ΕΕ. Τα κράτη-μέλη που συμμετέχουν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού είναι τα εξής: Αυστρία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ισπανία, Ιταλία, Κροατία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχική Δημοκρατία και Φινλανδία. Κατόπιν, από τον Αύγουστο του έτους 2018, προστίθενται το Βέλγιο η Ολλανδία και η Μάλτα. 37 συντονισμό μεταξύ των διαφόρων δικαστικών αρχών για την καταστολή των οικονομικών εγκλημάτων. Επίσης, για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού προτείνεται η ίδρυση μίας «Ευρωπαϊκής Εισαγγελικής Αρχής», που θα εκπροσωπείται από αντίστοιχες υπηρεσίες σε κάθε κράτος-μέλος. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Corpus Juris,9 η Εισαγγελική αυτή Αρχή θα αποτελείται από τον Ευρωπαϊκό Γενικό Εισαγγελέα και από τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς εγκατεστημένους σε κάθε κράτος-μέλος υποβοηθούμενος από τις Εισαγγελικές Αρχές των κρατών- μελών. Ορίζεται ακόμη ότι θα είναι ανεξάρτητη, απέναντι τόσο στις εθνικές αρχές, όσο και στα κοινοτικά όργανα, θα είναι αδιαίρετη και τα μέλη της θα διαθέτουν αίσθημα ευθύνης και αλληλεγγύης. Όταν θα πληροφορείται από τις εθνικές αρχές, τα κοινοτικά όργανα και την OLAF για τα διαλαμβανόμενα εγκλήματα, θα ασκεί ποινική δίωξη σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας. Μπορεί όμως να αποφασιστεί, είτε να διαβιβάσει την υπόθεση στις εθνικές αρχές, αν αυτή δεν είναι σημαντική ή αν αφορά κυρίως εθνικά συμφέροντα, είτε να αρχειοθετήσει την υπόθεση, εφόσον ο διωκόμενος παραδεχθεί την ενοχή του και αποκαταστήσει τη ζημιά που προκάλεσε, είτε ακόμη, να εξουσιοδοτήσει την εθνική αρχή που το έχει ζητήσει να προβεί σε συμβιβασμό. Οι ανακριτικές αρμοδιότητες, των οποίων τη διεύθυνση και τον συντονισμό θα διαθέτει η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, κατανέμονται μεταξύ αυτής, των Ευρωπαϊκών Εκπροσώπων Εισαγγελέων και των εθνικών αρχών. Επίσης, με τη δημιουργία της Αρχής αυτής, θα αποφεύγεται η προσφυγή σε διαδικασίες μακρές και σύνθετες διμερούς συνεργασίας, συχνά χρονοβόρες και αναποτελεσματικές, καθώς και οι αιτήσεις για δικαστική συνδρομή και έκδοση, αφού οι αποφάσεις της θα είναι εκτελεστές σε όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης. Το έτος 2001 εκδίδεται η «Πράσινη βίβλος σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και τη δημιουργία ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής» (COM/2001/0715). Στην ανακοίνωση της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, η Επιτροπή προτείνει να εγγραφούν στη Συνθήκη μόνον τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του ευρωπαίου εισαγγελέα (διορισμός, απαλλαγή από τα καθήκοντα, αποστολή, ανεξαρτησία) και να γίνεται παραπομπή στο παράγωγο δίκαιο10 όσον αφορά στους απαραίτητους κανόνες και τους τρόπους λειτουργίας του. 9 Με το Corpus Juris γίνεται ένα βήμα πλήρους διεθνοποίησης του ποινικού δικαίου στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκρίνοντάς το με αυτό της ίδρυσης του Διαρκούς Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Σε καμία όμως περίπτωση όμως, το βήμα διεθνοποίησης του Ποινικού Δικαίου, που γίνεται με το Corpus Juris, δεν είναι συγκρίσιμο επί της διαδικασίας και του αποτελέσματος με αυτό του Διαρκούς Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. 10 Παράγωγο Δίκαιο: Το παράγωγο δίκαιο αποτελείται από τις λεγόμενες μονομερείς πράξεις και συμφωνίες. Οι μονομερείς πράξεις είναι κυρίως όσες περιλαμβάνονται στο άρθρο 288, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) και αφορούν σε αποφάσεις, γνωμοδοτήσεις και συστάσεις. Επιπλέον, υπάρχουν συγκεκριμένες πράξεις που βασίζονται σε προηγούμενες Συνθήκες: για παράδειγμα, στον τομέα των ποινικών υποθέσεων εξακολουθούν να ισχύουν «αποφάσεις-πλαίσια» (είχαν εκδοθεί προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, όταν η δικαστική και αστυνομική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις υπαγόταν σε ειδικό καθεστώς και σχετίζονταν με ποινικές υποθέσεις μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2009. Αναφέρουμε ενδεικτικά και τη σημασία 38 Η απάτη εις βάρος των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων συνδέεται συνήθως με σημαντικές υποθέσεις και επιβάλλει την επέμβαση της ποινικής δικαιοσύνης περισσοτέρων κρατών-μελών. Πρόκειται για σύνθετες περιπτώσεις με έντονα διακρατικό χαρακτήρα. Η ιδιαιτερότητα του οικονομικού εγκλήματος απαιτεί ειδική λύση. Λόγω του ιδιαιτέρου χαρακτήρα της, η αντιμετώπιση αυτή πρέπει να έχει κατασταλτική διάσταση, που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Το άρθρο 280, της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθιστά υποχρεωτική, στο εξής, την αποτελεσματική, αποτρεπτική και ισοδύναμη σε όλα τα κράτη-μέλη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κοινότητα οφείλει να εγγυάται στα κράτη-μέλη και στους ευρωπαίους φορολογούμενους ότι ασκείται αποτελεσματική δίωξη, περιλαμβανομένου του ποινικού σκέλους, των πράξεων οικονομικού εγκλήματος, απάτης και διαφθοράς. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι μια ανεξάρτητη και αποκεντρωμένη εισαγγελική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αρμοδιότητες έρευνας, άσκησης διώξεων και παραπομπής στη δικαιοσύνη εγκλημάτων που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ, όπως η απάτη, η διαφθορά ή η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ για ποσά μεγαλύτερα των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα λειτουργεί ως ενιαία αρχή προς όλα τα συμμετέχοντα κράτη-μέλη και θα συνδυάζει ευρωπαϊκές και εθνικές προσπάθειες επιβολής του νόμου σε μια ενιαία, αδιάλειπτη και αποδοτική προσέγγιση. Είναι γεγονός ότι, στη σημερινή εποχή, τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ δεν προστατεύονται επαρκώς και η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ προκαλεί σημαντικές απώλειες στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Πρώτον, τα υφιστάμενα όργανα της Ένωσης: η OLAF, η Eurojust (ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης) και η Europol (Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία) δεν μπορούν να διενεργούν ποινικές έρευνες ή να ασκούν διώξεις σε υποθέσεις απάτης. Η OLAF μπορεί να ενημερώνει μόνο για τα αποτελέσματα των διοικητικών της ερευνών τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες στη συνέχεια αποφασίζουν ανεξάρτητα εάν πρέπει ή όχι να κινηθεί ποινική δίωξη με βάση τις διαπιστώσεις της OLAF. Δεύτερον, οι προσπάθειες των εθνικών διωκτικών αρχών είναι αποσπασματικές και περιορίζονται στα όρια στα εκάστοτε οικείου κράτους- μέλους, τα οποία δεν λαμβάνουν πάντοτε τα μέτρα, με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που διαθέτουν, τα οποία απαιτούνται για την αντιμετώπιση των οικονομικών εγκλημάτων εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Σήμερα, μόνο περίπου το 50% των συστάσεων-προτάσεων για κίνηση δικαστικών διαδικασιών τις οποίες απευθύνει η OLAF στις εθνικές εισαγγελικές αρχές καταλήγουν σε παραπομπή στη δικαιοσύνη. Επιπλέον, τα ποσοστά παραπομπής διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών. Τρίτον, ο μικρός αριθμός διώξεων συνοδεύεται από χαμηλά ποσοστά ανάκτησης των ποσών που έχουν απολεσθεί λόγω απάτης. Τα πρόσωπα που διαπράττουν απάτες εις βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης ή που του πρωτογενούς δικαίου, σε σχέση με το παράγωγο, όπου το πρωτογενές δίκαιο θεωρείται ως η υπέρτατη πηγή δικαίου στην ΕΕ. Βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και αποτελείται κυρίως από τις Συνθήκες της ΕΕ. 39 δημιουργούν περίπλοκα σχήματα για τη διάπραξη απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, με απώλεια εσόδων για τους εθνικούς προϋπολογισμούς τουλάχιστον 50 δισεκατομμυρίων ευρώ, γνωρίζουν ότι έχουν πολλές πιθανότητες να οικειοποιηθούν το προϊόν των εγκλημάτων τους, καθώς βασίζονται στην έλλειψη συνεκτικής επιβολής του νόμου στην ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι μια ανεξάρτητη και εξαιρετικά εξειδικευμένη εισαγγελική υπηρεσία. Οι εισαγγελείς της θα έχουν δικαίωμα να διενεργούν συντονισμένες έρευνες σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη-μέλη, ανταλλάσσοντας πληροφορίες με ταχείες διαδικασίες και καταβάλλοντας κοινές προσπάθειες για τη διασφάλιση του συντονισμού των ερευνών, την ταχεία δέσμευση ή κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και, όπου απαιτείται, την υποβολή αιτημάτων σύλληψης υπόπτων, και όλα αυτά στο πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη διενέργεια ερευνών και την άσκηση διώξεων. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αξιοποιεί τις δυνατότητες των κρατών- μελών και θα συγκεντρώνει εμπειρογνωσία-τεχνογνωσία σε τομείς όπως η ανάλυση του εγκλήματος, η φορολογία, η λογιστική ή η πληροφορική και θα εγγυάται ομαλούς διαύλους επικοινωνίας χωρίς γλωσσικούς φραγμούς. Οι εισαγγελείς της θα συνεργάζονται με απρόσκοπτες διαδικασίες ως μέλη μιας ενιαίας υπηρεσίας, υπερβαίνοντας το πλαίσιο της χρονοβόρας και περίπλοκης ad hoc συνεργασίας ανά υπόθεση μεταξύ διαφορετικών εθνικών αρχών. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει μια ευρύτερη εικόνα της κατάστασης και ως εκ τούτου θα εντοπίζει και θα παρακολουθεί ευκολότερα υποθέσεις απάτης και άλλα εγκλήματα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα δομείται σε δύο επίπεδα: σε κεντρικό και σε εθνικό. Το κεντρικό επίπεδο θα αποτελείται από την Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέα, από είκοσι δύο (22) Ευρωπαίους Εισαγγελείς (έναν ανά συμμετέχον κράτος-μέλος), δύο εκ των οποίων θα είναι αναπληρωτές της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, από τον διοικητικό διευθυντή και από ειδικό τεχνικό και ανακριτικό προσωπικό. Το αποκεντρωμένο, εθνικό επίπεδο θα αποτελείται από Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς η έδρα των οποίων θα βρίσκεται στα συμμετέχοντα κράτη-μέλη. Το κεντρικό επίπεδο θα εποπτεύει τη διενέργεια ερευνών και την άσκηση διώξεων σε εθνικό επίπεδο. Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς θα είναι λειτουργοί της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά κανόνα, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς θα διενεργούν έρευνες και θα ασκούν διώξεις στο κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκονται, σε στενή συνεργασία με τις εθνικές διωκτικές αρχές και εφαρμόζοντας την εθνική νομοθεσία. Οι ενέργειές τους θα συντονίζονται από μια κεντρική αρχή της οποίας θα προΐσταται η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, η οποία θα διασφαλίζει τη συνοχή και την αποδοτικότητα των ενεργειών αυτών σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη-μέλη. Χάρη σ' αυτήν την αποκεντρωμένη δομή, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση στην εθνική εμπειρογνωσία, όπως για παράδειγμα στην ενδελεχή γνώση του εθνικού δικαστικού συστήματος και της εθνικής γλώσσας, στη δομή των τοπικών εισαγγελικών αρχών, στην πρακτική εμπειρία γύρω από τον χειρισμό υποθέσεων ενώπιον των τοπικών δικαστηρίων κ.λπ. Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς θα μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους ως εθνικοί εισαγγελείς, έχοντας έναν διττό ρόλο. Ωστόσο, όταν ενεργούν κατόπιν εντολής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα είναι πλήρως ανεξάρτητοι από τις εθνικές εισαγγελικές αρχές στις οποίες υπάγονται. 40 Η συνθήκη της Λισαβόνας (01.12.2009) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος με διασυνοριακή διάσταση. Η νομική βάση και οι κανόνες για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προβλέπονται στο άρθρο 86, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο ορίζει τα εξής: Για την καταπολέμηση των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία μέσω κανονισμών, μπορεί να συστήσει Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκ της Eurojust. Το άρθρο 86, της ΣΛΕΕ προβλέπει επίσης τη δυνατότητα σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μέσω ενισχυμένης συνεργασίας, εάν το επιθυμεί ομάδα εννέα (9) τουλάχιστον κρατών-μελών της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι αρμόδια για αδικήματα που επηρεάζουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ, όπως ορίζεται στην οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ μέσω του ποινικού δικαίου (οδηγία ΠΟΣ),11 που εκδόθηκε την 5η Ιουλίου 2017. Προς το συμφέρον όλων των πολιτών, ο κανονισμός EPPO περιλαμβάνει αρκετές διασφαλίσεις σε σχέση με τους υπόπτους, τους μάρτυρες και τα εμπλεκόμενα άτομα με το οικονομικό έγκλημα και τη διαφθορά και, προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα και η συμμόρφωση με το δίκαιο της ΕΕ, καθώς και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των ερευνών της. H EPPO θα υπόκειται σε πολυεπίπεδες εγγυήσεις. Πρώτον, όπως και σε κάθε όργανο της ΕΕ, είναι υποχρεωμένη να σέβεται πλήρως τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα υπεράσπισης και το τεκμήριο αθωότητας (άρθρα 47 και 48), καθώς και η αρχή «ne bis in idem» (άρθρο 50, της ΧΘΔΕΕ). Όπως κάθε άλλη εισαγγελική αρχή, η EPPO θα υπάγεται σε μηχανισμό δικαστικού ελέγχου που θα διεξάγεται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του κράτους-μέλους όπου λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα του EPPO. Επιπλέον, το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ) θα μπορεί να προβαίνει σε προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με τα θέματα εγκυρότητας των διαδικαστικών πράξεων του EPPO που έχουν υποβληθεί ενώπιον οποιουδήποτε εθνικού δικαστηρίου, την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, τους κανονισμούς και την ερμηνεία των διατάξεων του των οικείων κανονισμών σχετικά με τις υλικές αρμοδιότητες του ΕΟΠΠ ή την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας σε σχέση με ενδεχόμενες συγκρούσεις που ενδέχεται να προκύψουν με τις εθνικές αρχές. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις διασφαλίσεις των προσωπικών δεδομένων που θα επεξεργάζεται ο EPPO μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων ή θα μεταβιβάζει σε άλλους ελεγκτικούς μηχανισμούς των κρατών- μελών και της ΕΕ. Τα δεδομένα αυτά θα προστατεύονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) θα είναι υπεύθυνος τόσο για την παροχή συμβουλών στην EPPO όσο και 11ΠΟΣ, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 27ης Μαΐου 2016: «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης». 41 για τον έλεγχο της τήρησης των κανόνων προστασίας των προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων. Επίλογος Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα λειτουργεί ως ενιαία υπηρεσία σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και δεν θα χρειάζεται να βασίζεται στα παραδοσιακά εργαλεία του δικαίου της ΕΕ για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών των διαφόρων κρατών μελών. Θα συγκεντρώνει εμπειρογνωμοσύνη και πείρα και θα λειτουργεί ως ενιαία υπηρεσία σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Θα είναι σε θέση να ενεργεί άμεσα σε διασυνοριακές υποθέσεις, χωρίς να απαιτούνται χρονοβόρες διαδικασίες δικαστικής συνεργασίας. Θα έχει επίσης το περιθώριο να ακολουθεί ενιαία πολιτική σε ό, τι αφορά την άσκηση διώξεων, βάζοντας έτσι τέλος στην υφιστάμενη αποσπασματική προσέγγιση. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα χειρίζεται υποθέσεις απάτης που αφορούν χρήματα της ΕΕ άνω του ποσού των 10.000 ευρώ, καθώς και περίπλοκες υποθέσεις διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ στις οποίες η ζημία θα υπερβαίνει τα 10 εκατ. ευρώ. Αναμένεται ότι η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα σε ό, τι αφορά στην άσκηση διώξεων και την ανάκτηση χρηματικών ποσών που απωλέσθηκαν λόγω απάτης. Το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα ενεργεί προς το συμφέρον της ΕΕ συνολικά και ούτε θα ζητεί ούτε θα λαμβάνει οδηγίες από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα. Θα διασφαλίζει ότι τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της ΕΕ, καθώς και τα κράτη-μέλη θα σέβονται την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και δεν θα επιδιώκουν να την επηρεάσουν κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι διαρθρωτικά ανεξάρτητη καθώς δεν θα εντάσσεται σε κανένα θεσμικό όργανο ή υπηρεσία της ΕΕ. Ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας θα διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης για υποβολή υποψηφιοτήτων. Μια ομάδα που θα αποτελείται από πρώην μέλη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μέλη των εθνικών ανώτατων δικαστηρίων, των εθνικών εισαγγελικών αρχών και/ή δικηγόρους αναγνωρισμένου κύρους θα συμβάλλει στη σύνταξη του καταλόγου τελικής επιλογής με τους επικρατέστερους υποψηφίους. Η θητεία της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως περιορίζεται σε επτά (7) χρόνια και δεν είναι ανανεώσιμη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας δεν θα επηρεάζεται από σκοπιμότητες με στόχο την ανανέωσή της. Η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας παύεται μόνο με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρώπης ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επίσης, σε ό, τι αφορά στους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, ο κανονισμός διασφαλίζει ότι οι εθνικοί εισαγγελείς που διορίζονται για να εργαστούν για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι τελείως ανεξάρτητοι από τις εθνικές εισαγγελικές αρχές. Είναι σημαντικό να επισημανθούν οι νομικές εγγυήσεις για την προστασία των φυσικών και των νομικών προσώπων που αποτελούν 42 αντικείμενο έρευνας ή κατά των οποίων ασκείται δίωξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προβλέπεται ένα ενισχυμένο και ολοκληρωμένο σύνολο δικονομικών εγγυήσεων, που θα διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων των υπόπτων και των άλλων προσώπων που εμπλέκονται σε έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με βάση τόσο την υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ όσο και τα εθνικά δικαιώματα υπεράσπισης. Ο κανονισμός του έτους 2017 διασφαλίζει ότι οι ύποπτοι έχουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία της ΕΕ και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δικαιώματα αυτά παρατίθενται ρητά και περιλαμβάνουν τα εξής: το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση, το δικαίωμα ενημέρωσης και πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και ενημέρωσής τους σε περίπτωση κράτησης, το δικαίωμα σιωπής και σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, το δικαίωμα στο ευεργέτημα της πενίας, το δικαίωμα προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, ορισμού εμπειρογνωμόνων και εξέτασης μαρτύρων. Ο ύποπτος έχει τα δικαιώματα υπεράσπισης που αναγνωρίζονται από την εθνική νομοθεσία η οποία διέπει τη διαδικασία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα εδρεύει στο Λουξεμβούργο. Προβλέπεται ότι, μετά από μια προπαρασκευαστική φάση διαρκείας τριών (3) ετών, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αναλάβει τα καθήκοντά της στα τέλη του έτους 2020 ή το αργότερο στις αρχές του έτους 2021. Βιβλιογραφία-Πηγές Doganis, C. (2009), Στις Απαρχές της Διαφθοράς. Δημοκρατία και κατάδοση στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, εκδόσεις Πολύτροπον. http://www.europarl.europa.eu, 2019. Λασκούμ, Π. (2003), Διαφθορά, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτης. 43 Η Ελληνική Φιλελεύθερη Στροφή: Πρόσκαιρη Μετατόπιση ή Βαθύτερη Αλλαγή; Γεώργιος Αρχόντας1 Περίληψη Το άρθρο εξετάζει τα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές της μετατόπισης προς τον φιλελευθερισμό που καταγράφεται στην Ελλάδα μετά το 2015 τόσο στο πεδίο των εκλογικών αποτελεσμάτων, όσο και σ’ αυτό του ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού. Βασική θέση του συγγραφέως είναι ότι η «ελληνική φιλελεύθερη στροφή» πρέπει να αναλυθεί στα διακριτά, αλλά αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοεπηρεαζόμενα επίπεδα του αυτοπροσδιορισμού, της διατύπωσης και εφαρμογής επιμέρους πολιτικών προτάσεων για την ενίσχυση της ατομικής ελευθερίας στην οικονομία και τα δικαιώματα, καθώς και της ενίσχυσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Το βάθος και η διάρκεια της στροφής αυτής εξαρτάται από την πυκνότητα και την ποιότητα των συνδέσεων που θα αναπτυχθούν ανάμεσα στα τρία αυτά επίπεδα. Λέξεις κλειδιά: ελληνικός φιλελευθερισμός, ιδεολογικός αυτοπροσδιορισμός, θεσμική εμπιστοσύνη, οικονομικός φιλελευθερισμός, κοινωνικός φιλελευθερισμός, κεντροδεξιά. Εισαγωγή: Ελληνική φιλελεύθερη στροφή – πώς τεκμαίρεται; Η διαπίστωση μιας «φιλελεύθερης στροφής» στην Ελλάδα συνδέεται κυρίως με τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα μετά το 2015 και την ανάληψη της εξουσίας αρχικά από την κυβερνητική συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και στη συνέχεια από τον ΣΥΡΙΖΑ με την υποστήριξη ανεξάρτητων βουλευτών. Η στροφή αυτή τεκμαίρεται από τη ρητορική και προτασιακή μετατόπιση της Νέας Δημοκρατίας, τις καταγεγραμμένες μετατοπίσεις στον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό των Ελλήνων, καθώς και τα εκλογικά αποτελέσματα. Κεντρικό σημείο αφετηρίας στο πολιτικό επίπεδο είναι η εκλογή του αυτοπροσδιοριζόμενου ως φιλελεύθερου Κυριάκου Μητσοτάκη ως προέδρου της Νέας Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 2016, η οποία, ως είθισται στον συγκεκριμένο χώρο μετά από εκλογή νέας ηγεσίας, αποτυπώθηκε εμφανώς στον πολιτικό λόγο του κόμματος τόσο στο επίπεδο της ρητορικής, όσο και σ’ αυτό των προτάσεων πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, ο 1 Εντεταλμένος διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
[email protected]/
[email protected]45 φιλελευθερισμός συνδέθηκε εντονότερα με το ευρύτερο αίτημα για κυβερνητική επάρκεια, αποτελεσματικότητα και εφαρμογή θετικών μεταρρυθμίσεων.2 Σημαντικό ακόμη τεκμήριο της φιλελεύθερης στροφής είναι οι μετατοπίσεις στον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό των Ελλήνων και η τοποθέτησή τους απέναντι σε επιμέρους ζητήματα πολιτικής, όπως αυτά καταγράφονται ιδιαίτερα σε κυλιόμενες έρευνες κοινής γνώμης, όπως η Τι Πιστεύουν οι Έλληνες που διεξάγει η ΔιαΝΕΟσις από το 2015. Χαρακτηριστικό προς τούτο είναι ότι στην τελευταία δημοσίευση της έρευνας για το 2018, ο φιλελευθερισμός αναδείχθηκε ο δημοφιλέστερος ιδεολογικός αυτοπροσδιορισμός με 19%, έναντι 13,4% της σοσιαλδημοκρατίας, ενώ οι απαντήσεις «φιλελευθερισμός» και «νεοφιλελευθερισμός» αθροίζουν 27,2% έναντι 22,4% του αντίστοιχου αθροίσματος των απαντήσεων «σοσιαλδημοκρατία» και «σοσιαλισμός», σημειώνοντας αύξηση σε σχέση με τις προηγούμενες έρευνες. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από την πανελλαδική έρευνα που διεξήχθη για το ΚΕΦίΜ (ΚΕΦίΜ & Μarc, 2020), σύμφωνα με την οποία ο φιλελευθερισμός είναι ο δημοφιλέστερος αυτοπροσδιορισμός μεταξύ των Ελλήνων με 28,9%, ενώ ακολουθούν η σοσιαλδημοκρατία (19,7%) και ο σοσιαλισμός (11,5%). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει δε το πώς τοποθετούνται όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι στο παραδοσιακό ιδεολογικό φάσμα: Το 32,2% εξ αυτών αυτοτοποθετείται στην Κεντροδεξιά, και ακολουθούν το Κέντρο (23,3%), η Δεξιά (16,4%), η Κεντροαριστερά (6,6%) και η Αριστερά (2,5%), ενώ το 17,8 των ερωτηθέντων απάντησαν ότι δεν τους εκφράζει ο άξονας αυτός. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μαυρής (2017), συγκρίνοντας έρευνες της Public Issue το 2009 και το 2017 συμπεραίνει ότι «οι αξίες της ‘Δεξιάς’ και του ‘Νεοφιλελευθερισμού, ενώ αρχικά αποδυναμώθηκαν με την άνοδο της Αριστεράς και την ανάληψη της διακυβέρνησης από αυτήν, μετά την πτώση της βγαίνουν ενισχυμένες», με την κοινωνική αποδοχή του ιδιωτικού τομέα να αυξάνεται κατά την περίοδο αυτή κατά 18% (74% το 2017, έναντι 56% το 2009), της Δεξιάς κατά 12% (34% έναντι 22%), και του νεοφιλελευθερισμού κατά 8% (37% έναντι 29%). Η μετατόπιση καταγράφεται τέλος στα εκλογικά ποσοστά των αναμετρήσεων που ακολούθησαν τις εκλογές του 2015. Χαρακτηριστικά, στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 η Νέα Δημοκρατία έλαβε 33,12% και ο ΣΥΡΙΖΑ 23,75%, έναντι αντίστοιχων ποσοστών 22,72% και 26,56% στις ευρωεκλογές του 2014, ενώ στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου 2019 η Νέα Δημοκρατία έλαβε 39,85% και ο ΣΥΡΙΖΑ 31,53%, έναντι αντίστοιχων ποσοστών 27,81% και 36,34%. Πόσο φιλελεύθερη είναι η στροφή; Παρ’ όλα αυτά, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της μετατόπισης εγείρονται ενστάσεις ιδίως ως προς το βαθμό ανταπόκρισης του δηλούμενου φιλελεύθερου αυτοπροσδιορισμού με το κανονιστικό περιεχόμενο της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Σύμφωνα με αυτές τις κριτικές, η καταγραφόμενη φιλελεύθερη στροφή είναι σε μεγάλο βαθμό ένα επιφαινόμενο που μεταβάλλει μόνο βραδέως και περιορισμένα ριζωμένες πολιτικές θέσεις και συμπεριφορές. 2Για την επίδραση της κομματικής ηγεσίας στον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό των ψηφοφόρων βλ. Beyme 1996, Karvonen, 2010, Mughan 2009, Poguntke & Webb, 2005. 46 Ενδεικτικά, ο Μοσχονάς (2016) επισημαίνει την ιδεολογική κυριαρχία των αξιών του οικονομικού φιλελευθερισμού στο πλαίσιο «μιας ισορροπημένης οικονομικής κουλτούρας με πολλά σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία», διακρίνοντας ταυτόχρονα ένα συντηρητικό πλειοψηφικό ρεύμα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα πολιτισμικών αξιών. Αντιστοίχως, ο Χατζής (2017) διαπιστώνει ότι ενώ υπάρχει μια σαφής στροφή της ελληνικής κοινωνίας προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό, αυτή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχης έντασης φιλελεύθερες θέσεις στα ζητήματα των δικαιωμάτων, καταλήγοντας ότι «τουλάχιστον οι μισοί που αυτοπροσδιορίζονται φιλελεύθεροι ή νεοφιλελεύθεροι, στην πραγματικότητα έχουν συντηρητικές απόψεις». Σύμφωνα με τον Μαραντζίδη (2017), τα δεδομένα καταδεικνύουν πως «η ελληνική είναι μια κοινωνία με μεικτή κουλτούρα στην οποία κυριαρχούν οι ευρωπαϊκές αξίες, ο οικονομικός φιλελευθερισμός, αλλά και ο πολιτισμικός συντηρητισμός», συμπέρασμα με το οποίο συμφωνεί και ο Μαύρος (2018), ο οποίος διακρίνει κυριαρχία του οικονομικού φιλελευθερισμού «που όμως όταν συναντά τις τομές της οικονομικής με την κοινωνική πολιτική μεταλλάσσεται σε ένα είδος ‘συντηρητικού φιλελευθερισμού’». Τέλος ο Κονιόρδος (2018), σχολιάζοντας τα πορίσματα της ελληνικής εκδοχής του 7 Γύρου της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών συμπεραίνει ότι δεν προκύπτει με απόλυτη ου σαφήνεια η κατεύθυνση που ακολουθείται απέναντι στο δίλημμα «οικονομική αποτελεσματικότητα – κοινωνική προστασία» διαπιστώνοντας αφενός μια «μερική αντιφατικότητα» σε ό,τι αφορά τα επιμέρους ερωτήματα και αφετέρου μια αντίληψη συγκερασμού της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική προστασία. Χαρακτηριστικό των εσωτερικών εντάσεων είναι ότι σύμφωνα με την έρευνα Τι Πιστεύουν οι Έλληνες; για το 2018, το 39% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ απαντούν ότι ο «νεοφιλελευθερισμός» αντιπροσωπεύει κάτι «καλό» γι’ αυτούς προσωπικά, έναντι ποσοστού 43,3% για τους οποίους αντιπροσωπεύει κάτι «κακό», ενώ «καλός» είναι ο νεοφιλελευθερισμός και για το 15,4% των ψηφοφόρων του ΚΚΕ. Ενδιαφέρον εξάλλου παρουσιάζει το εύρημα ότι το 77% όσων αυτοπροσδιορίζονται ως ανήκοντες στην άκρα αριστερά είναι υπέρ των ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα. Αντιστοίχως, στην έρευνα του ΚΕΦίΜ (2020), το 47,9% των ερωτηθέντων απαντά ότι η λέξη «φιλελευθερισμός» αντιπροσωπεύει γι΄ αυτούς κάτι θετικό, και το 17,1% κάτι μάλλον θετικό, ενώ οι αντίστοιχες απαντήσεις μεταξύ όσων ψήφησαν ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουλίου 2020 είναι 28% και 16,5%. Αυτή η όχι αμελητέα αναντιστοιχία ανάμεσα στον φιλελεύθερο ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό, την τοποθέτηση απέναντι σε επιμέρους πολιτικά ζητήματα και την εκλογική συμπεριφορά μακροπρόθεσμα δεν είναι βιώσιμη. Η ισορροπία θα επέλθει είτε με την αποδοχή των φιλελεύθερων προτάσεων από όσους αυτοπροσδιορίζονται έτσι, είτε με τη μονιμότερη προσαρμογή του πολιτικού περιεχομένου του φιλελευθερισμού, είτε με την σταδιακή εγκατάλειψη αυτού του αυτοπροσδιορισμού. Μια εξήγηση των εντάσεων Οι έντονες φαινομενικές αυτές αντιφάσεις αποκαλύπτουν ωστόσο σημαντικές πτυχές της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής των συγκεκριμένων ιδεολογικών αυτοπροσδιορισμών, της λειτουργίας τους, καθώς και της αλληλεπίδρασής τους με το πεδίο της εκλογικής συμπεριφοράς και της ωρίμανσης επιμέρους πολιτικών προτάσεων. 47 Πρώτον, ο φιλελεύθερος αυτοπροσδιορισμός για όσους παράλληλα ενστερνίζονται ιδέες και προτάσεις που παραδοσιακότερα συνδέονται κυρίως με τον συντηρητισμό είναι πιθανότατα σε μεγάλο βαθμό μια αποφατικού χαρακτήρα επιλογή. Η υιοθέτησή του σηματοδοτεί πρωτίστως την υπαγωγή σε ένα «αντιαριστερό» μέτωπο. Δευτερευόντως, ιδίως – αλλά όχι μόνο – μεταξύ νέων ή επαναπατρισθέντων ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, σηματοδοτεί τη δυσαρέσκεια απέναντι σε νοοτροπίες που αποδίδονται στα παραδοσιακά κόμματα που θεωρούνται ότι οδήγησαν στην κρίση. Υπό το πρίσμα αυτό, ο φιλελεύθερος αυτοπροσδιορισμός για αυτούς τους ψηφοφόρους μπορεί να λειτουργεί ως επιχείρημα μιας στάσης εκλογικής μεν στήριξης της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά όχι και παράλληλης υπαγωγής στην κατηγορία του «Νεοδημοκράτη». Εξάλλου, ο φιλελεύθερος αυτοπροσδιορισμός στην τρέχουσα ελληνική συνθήκη φαίνεται να συμπυκνώνει τόσο καθαυτό φιλελεύθερες προτάσεις πολιτικής και ιεραρχήσεις, όσο και ευρύτερα επιμέρους αιτήματα περί επιστροφής στην κανονικότητα, και εφαρμογής μεταρρυθμίσεων με θετικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Χαρακτηριστικό είναι ως προς αυτό το γεγονός ότι το θετικό μέρος του φιλελεύθερου αυτοπροσδιορισμού αφορά κυρίως το αίτημα για λιγότερους φόρους, μικρότερο κράτος, ξένες επενδύσεις και ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, αιτήματα που υιοθετούνται σε παράδοξα μεγάλο ποσοστό ακόμη κα από άτομα διαφορετικού ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού ως πιθανές απαντήσεις στην κρίση. Δεύτερον, δεδομένου ότι η παραδοσιακή διαιρετική τομή «αριστερά-δεξιά» φαίνεται να παραμένει ανθεκτική, ο φιλελεύθερος αυτοπροσδιορισμός πιθανότατα δεν είναι αποκλειστικός, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά προς άλλους αυτοπροσδιορισμούς, παραδοσιακότερους και με πιο εμπεδωμένα στην πρόσληψη των ερωτώμενων επιμέρους χαρακτηριστικά, όπως του συντηρητικού, του κεντροδεξιού, του κεντρώου, ή του κεντροαριστερού. Προς τούτο, θα είχε ενδιαφέρον η συστηματικότερη διατύπωση της σχετικής ερώτησης σε μελλοντική έρευνα ώστε να επιτρέπονται παραπάνω από μία θετικές απαντήσεις, καθώς και η ιεράρχησή των απαντήσεων αυτών βάσει της προτεραιότητάς τους. Τρίτον, ειδικά για τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, η υιοθέτηση του φιλελεύθερου αυτοπροσδιορισμού πιθανόν δηλώνει κομματική αφοσίωση, δεδομένου ότι ταυτίζεται με το ιδιαίτερο ιδεολογικό στίγμα του νυν προέδρου του κόμματος. Τέταρτον, μέρος της καταγεγραμμένης δημοτικότητας του φιλελευθερισμού μπορεί να συνδέεται ως ένα βαθμό με το έργο διάδοσης των φιλελεύθερων ιδεών και προτάσεων πολιτικής από δεξαμενές σκέψης όπως το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών – Μάρκος Δραγούμης, τις συστηματικότερες εκδοτικές προσπάθειες φιλελεύθερων έργων που αναλήφθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια, καθώς και την προβολή από μέσα ενημέρωσης - φορείς δηλαδή που έχουν αξιοποιήσει το ιδεολογικό και πολιτικό κενό που προκάλεσε η κρίση για να παρουσιάσουν τον φιλελευθερισμό ως βιώσιμη εναλλακτική πολιτική πρόταση. Προοπτικές διάρκειας και βάθους της ελληνικής φιλελεύθερης στροφής Η διατύπωση ασφαλούς πρόβλεψης ως προς τη διάρκεια και το βάθος της ελληνικής φιλελεύθερης στροφής είναι βεβαίως αδύνατη, δεδομένου του πλήθους, και της πολυπλοκότητας των εμπλεκόμενων περαμέτρων. Παρ’ όλα αυτά, είναι εφικτή η 48 υπογράμμιση της βαρύτητας επιμέρους τέτοιων παραμέτρων στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Δεδομένου του ότι η Κυβέρνηση Μητσοτάκη θεωρείται σήμερα ως ο κύριος πολιτικός εκφραστής του φιλελευθερισμού στη χώρα, σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η δυνατότητα παραγωγής συγκεκριμένων και αισθητώς θετικών αποτελεσμάτων ιδίως στο οικονομικό πεδίο από τις κυβερνητικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Ήδη, οι επιμέρους φορολογικές μειώσεις καθώς και η διακηρυγμένη βούληση για την προσέλκυση νέων επενδύσεων – στόχοι των οποίων το πρόσημο προσλαμβάνεται ευρέως ως φιλελεύθερο – προβάλλονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης, τη δημιουργία νέων και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, την ενίσχυση του εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς και την ανακοπή του ρεύματος φυγής ιδίως νέων Ελληνίδων και Ελλήνων στο εξωτερικό. Σημαντικός είναι θα εξάλλου ο χρονισμός της παραγωγής και παρουσίασης των θετικών αποτελεσμάτων εντός του εκλογικού κύκλου.3 Η χαλαρή σχέση του ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού και της στάσης απέναντι στα επιμέρους ζητήματα πολιτικής σε συνδυασμό με την αναγωγή της Κυβέρνησης Μητσοτάκη ως του κύριου πολιτικού φορέα του ελληνικού φιλελευθερισμού, συνεπάγεται ακόμη ότι το μέλλον της φιλελεύθερης στροφής θα κριθεί επίσης και από τις κυβερνητικές επιδόσεις σε πεδία που αφορούν τον στόχο της «αποκατάστασης της κανονικότητας», όπως η αποτελεσματική διαχείριση του μεταναστευτικού-προσφυγικού, η δημόσια τάξη και τα ελληνοτουρκικά, ζητήματα που μαζί με την οικονομία (ανάπτυξη, ανεργία, φορολογία, ασφαλιστικό) συνθέτουν σταθερά τα σημαντικότερα προς επίλυση προβλήματα σύμφωνα με τους ερωτώντες σε έρευνες γνώμης. Ευρύτερα, σημαντική παράμετρος είναι ο βαθμός θεσμικής και πρακτικής αποκατάστασης των πυλώνων της φιλελεύθερης δημοκρατίας – μεταξύ άλλων, της πολιτικής σταθερότητας, του κράτους δικαίου / νομοκρατίας, και της σχέσης πολίτη και κράτους. Η διασφάλιση εύρωστων, ανοικτών θεσμών είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός γνήσιου φιλελεύθερου κινήματος, καθώς θεσμικά προβλήματα όπως οι πελατειακές σχέσεις πατρωνίας, η εκτεταμένη προσοδοθηρία και η λειτουργία παράλληλων άτυπων θεσμών έναντι των αντίστοιχων ατροφούντων τυπικών (Pelagidis & Mitsopoulos 2011, Trantidis 2013, Trantidis 2015, Trantidis & Tsagroni 2014, Χατζής 2012), δεν επιτρέπουν την σύνθεση και επιδίωξη ενός γενικού καλού μέσα από την πολιτική διαδικασία και διαιωνίζουν προβλήματα τραγωδίας των κοινών πόρων, τα οποία έγιναν ιδιαίτερα εμφανή κατά την εξέλιξη και τη διαχείριση της τελευταίας κρίσης. Εφόσον επιμείνουν οι συναρτήσεις κινήτρων που παράγονται από ένα τέτοιο ελλειμματικά θεσμικό περιβάλλον για τα υποκείμενα δράσης, είναι πιθανό να περιορίσουν τη λειτουργία του φιλελεύθερου αυτοπροσδιορισμού ως μιας στρατηγικής ενός παιγνίου κατά βάση μηδενικού αθροίσματος στο πλαίσιο του παραδοσιακού διπόλου «αριστεράς-δεξιάς». Τέλος, επισημαίνεται ο ρόλος που θα διαδραματίσει η αποτελεσματικότητα των πρωτοβουλιών για την αύξηση της απήχησης των καθαυτό φιλελεύθερων ιδεών και προτάσεων από δεξαμενές σκέψεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Τούτων δοθέντων, το φαινόμενο της «ελληνικής φιλελεύθερης στροφής» μπορεί να εξελιχθεί στις εξής κατευθύνσεις: Πρώτον, η τάση τόσο του φιλελεύθερου αυτοπροσδιορισμού όσο και της υποστήριξης επιμέρους πολιτικών προτάσεων που συνδέονται με το κανονιστικό του 3 Για τη σημασία του χρονισμού ιδίως στο ελληνικό πολιτικό πλαίσιο, βλ. Σκάλκος 2016: 115-122. 49 περιεχόμενο να αποδειχθεί πρόσκαιρη και να υποχωρήσει, ιδίως στην περίπτωση που η εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική αποτύχει να παραγάγει επαρκή θετικά αποτελέσματα στη συνείδηση των εκλογέων. Η τυχόν πολιτική αυτή αποσύνδεση φιλελευθερισμού και Νέας Δημοκρατίας, ιδίως μετά από την επόμενη αλλαγή κομματικής ηγεσίας όποτε κι αν αυτή συμβεί, μπορεί να καταστήσει πιθανή την ενίσχυση ενός αυτόνομου φιλελεύθερου ρεύματος, με περιορισμένη όμως, τουλάχιστον αρχικά, επιρροή και επίδραση. Δεύτερον, να συσχετιστεί εντονότερα ο φιλελευθερισμός στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής με την εφαρμογή κατά βάση κεντροδεξιών «φιλελεύθερων-συντηρητικών» επιμέρους πολιτικών, στο πλαίσιο της διαχρονικά σχετικά σταθερής τοποθέτησης στον «μεσαίο χώρο» του μεγαλύτερου μέρους των ψηφοφόρων τόσο της Νέας Δημοκρατίας (Βερναρδάκης 2005: 6, Βερναρδάκης 2010). Τρίτον, οι φιλελεύθερες πολιτικές προτάσεις που αφορούν το οικονομικό πεδίο να συνδεθούν με δεξιότερες πολιτικές στα υπόλοιπα πεδία πολιτικής διαμορφώνοντας ένα ιδεολογικό μείγμα που θα έχει ομοιότητες με την αμερικανική alt-right, μια εξέλιξη που μπορεί να ενισχυθεί σημαντικά από τυχόν αρνητικές εξελίξεις στα ζητήματα της ασφάλειας, του μεταναστευτικού-προσφυγικού, των ελληνοτουρκικών ή και της προοπτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της συμμετοχής της χώρας σ’ αυτήν. Ήδη υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, αλλά και φωνές εντός και στις παρυφές της Νέας Δημοκρατίας, που διατυπώνουν έναν καθαρά δεξιό λόγο, τον οποίο μεταξύ άλλων θεμελιώνουν στην ανάγκη υποστήριξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας – ή έστω του πυρήνα της - από κινδύνους εξωτερικής ασφάλειας και εσωτερικής αποσταθεροποίησης Τέταρτον, να ενισχυθεί περαιτέρω η τάση του φιλελεύθερου αυτοπροσδιορισμού και να συνδεθεί εντονότερα με την υποστήριξη επιμέρους πολιτικών που καθαυτό στοχεύουν στην ενίσχυση της ατομικής ελευθερίας στο πεδίο της οικονομίας και των δικαιωμάτων. Η τάση αυτή θα μπορούσε να εκφραστεί τόσο εντός της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας στο πλαίσιο ενδοπαραταξιακών στρατηγικών και τακτικών συμμαχιών με άλλους όμορους ιδεολογικούς χώρους, όσο και αυτόνομα. Συμπερασματικά, η ελληνική φιλελεύθερη στροφή προς το παρόν έχει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα μιας κατ’ αρχήν θετικής προδιάθεσης απέναντι στον φιλελευθερισμό, στον οποίο έχουν επενδυθεί ευρύτερες προσδοκίες για την έξοδο από την κρίση, την αποκατάσταση της κανονικότητας, και την ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η επίλυση των εντάσεων και αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν αυτή την εξέλιξη εξαρτάται από τον βαθμό επιτυχίας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στα καθαυτό φιλελεύθερα πεδία ιδίως της οικονομίας, τις επιδόσεις της στα πεδία που συνδέονται με την κανονικότητα, και την αποτελεσματικότητά της να ενισχύσει θεσμικά τη φιλελεύθερη δημοκρατία, αποδυναμώνοντας ριζωμένες πρακτικές που δυσχεραίνουν την ανάπτυξη ενός πυκνού στο περιεχόμενό του φιλελεύθερου κινήματος στη χώρα. Βιβλιογραφία Beyme, K. von (1996), “Party Leadership and Change in Party Systems: Towards a postmodern party state?” Government and Opposition 31: 135-159. 50 Karvonen, L. (2010), The Personalisation of Politics: A study of parliamentary systems, Colchester: ECPR Press. Mughan, A. (2009), “Partisan Dealignment, Party Attachments and Leader Effects”, Journal of Elections, Public Opinion & Parties, 19(4): 413-431. Pelagidis, T. & Mitsopoulos, M. S. (2009), “Vikings in Greece: Kleptocratic interest groups in a closed, rent-seeking economy, The Cato Journal 29 (3): 399-416. Poguntke, T. & Webb, P. (επιμ.) (2005), The Presidentialization of Politics: A comparative study of modern democracies. Oxford and New York, Oxford University Press. Trantidis, A. & Tsagkroni, V. (2014), Clientelism and Corruption: Institutional adaptation of state capture strategies in view of resource scarcity in Greece, The British Journal of Politics and International Relations, 19 (2): 263-281. Trantidis, A. (2015), Clientelism and the Classification of Dominant Party Systems, Democratization 22(1): 113-133. Trantidis, A. (2016), Clientelism and Economic Policy: Hybrid characteristics of collective action in Greece, Journal of European Public Policy 23 (10): 1460-1480. Βερναρδάκης, Χ. (2005), «Πολιτικά Κόμματα και ‘Μεσαίος Χώρος’. Οι ιδεολογικές, πολιτικές και πολιτισμικές συντεταγμένες των σημερινών πολιτικών δυνάμεων», στο Χρ. Βερναρδάκης (επιμ.), Η Κοινή Γνώμη στην Ελλάδα 2004. Εκλογές, κόμματα, ομάδες συμφερόντων, χώρος και κοινωνία, Αθήνα, εκδόσεις Σαββάλας, σσ. 57-85. Βερναρδάκης, Χ. (2010), Πολιτικά Κόμματα, Εκλογές και Κομματικό Σύστημα: Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλας. ΚΕΦίΜ & Μarc, (υπό δημοσίευση) (2020), «Πανελλαδική Έρευνα: 1821». Κονιόρδος, Σ. (2018), Έκθεση Παρουσίασης της Ελληνικής Εκδοχής του 7ου Γύρου της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών (World Values Survey – 7). Αθήνα, διαΝΕΟσις, https://www.dianeosis.org/wp- content/uploads/2018/09/WVS_Ekthesi_SKoniordos__Upd_250918.pdf. Μαραντζίδης, Ν. (2017), Οι Έλληνες Αλλάζουν Ιδέες για την Ευρώπη και τον Κόσμο; Αθήνα, διαΝΕΟσις, https://www.dianeosis.org/wp- content/uploads/2017/03/Ti_Pistevoun_oi_Ellines_2017_Marantzidis._ .pdf. Μαύρος, Δ. (2018), Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες Το 2018, https://www.dianeosis.org/2018/03/greeks- believe-2018/. Μοσχονάς, Γ. (2016), Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες: Ένας αξιακός χάρτης της ελληνικής κοινωνίας, https://www.dianeosis.org/2016/02/ti-pistevoyn-oi-ellines-enas-aksiakos-xartis-tis-ellinikis- koinonias/. Σκάλκος, Δ. (2016), Αλλάζει η Ελλάδα; Η Πολιτική Οικονομία των Μεταρρυθμίσεων, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Επίκεντρο. Χατζής, Α. (2012), Πολιτική χωρίς Ρομαντισμό. Διανεμητικές συσπειρώσεις και προσοδοθηρία, στο Τόμος τιμητικός Πέτρου Ι. Παραρά, Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλας, σσ: 1121-1136. Χατζής, Α. (2017), Τα Μαθήματα της Κρίσης, https://www.dianeosis.org/2017/03/ti-mas-emathe- i-krisi/. 51 Η Άσκηση του Δικαιώματος του Εκλέγειν για τα Άτομα με Αναπηρία. Μια Διαδρομή μέσα από ένα Ναρκοθετημένο Λαβύρινθο Δημήτριος Κ. Βάντσης* Περίληψη Η εισήγηση αυτή εστιάζει στην εξέταση του κατά πόσο το θεσμοθετημένο δικαίωμα του εκλέγειν, τόσο στην εθνική όσο και στη διεθνή έννομη τάξη, μπορεί να ασκηθεί χωρίς δυσκολίες στην Ελλάδα. Σε ένα περιβάλλον που δειλά εξέρχεται από ένα καθεστώς οικονομικής δυσπραγίας –που ήδη επιδείνωσε μια κακή κατάσταση- η εφαρμογή των σχετικών άρθρων του συντάγματος της χώρος, εθνικών και διεθνών νομικών κειμένων φαίνεται να απέχει πολύ από τη βιωμένη πραγματικότητα. Αναδεικνύονται κενά και εντοπίζονται τα σημεία που επιδέχονται βελτιώσεις και συζητιούνται ενδεχόμενοι τρόποι αντιμετώπισης ορισμένων από τις δυσκολίες και εμπόδια που καλούνται να υπερκεράσουν τα άτομα με αναπηρία σε όλη τη διαδικασία της συμμετοχής τους στα κοινά ως ψηφοφόροι. Λέξεις κλειδιά: άτομα με αναπηρία, δικαίωμα του εκλέγειν, εμπόδια Εισαγωγή Είναι γενικής αποδοχής η θέση ότι η συμμετοχή στις εκλογές –είτε ως ψηφοφόρος, είτε ως υποψήφιος για κάποια θέση αιρετού εκπροσώπου του λαού – συνιστά, από τη μια πλευρά, κορυφαίο δικαίωμα των πολιτών μιας χώρας η οποία επιθυμεί να αποκαλείται δημοκρατική. Από την άλλη, συγκροτεί το αποκορύφωμα της έκφρασης της δημοκρατικής διαδικασίας και της ισχύος του λαού ο οποίος αποφασίζει για εκείνους που θα τον διοικούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Βεβαίως, η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν απεικονίζει συνήθως την ταύτιση με την πολιτική ατζέντα των κομματικών σχηματισμών που αναζητούν την υποστήριξη των εκλογέων, αλλά και την προσπάθεια επίτευξης στόχων και ανάπτυξης πολιτικών που κατευθύνονται σε πλαίσια και αφορούν πλευρές της ζωής των ψηφοφόρων που χαρακτηρίζονται ως σημαντικές με τρόπους που αυτοί θεωρούν επιθυμητούς και εύλογους. Ίσως μια από τις πιο εμβληματικές ομάδες που βιώνουν τη στέρηση του δικαιώματος να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία είναι τα άτομα με αναπηρία. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει σαφής στέρηση του δικαιώματος, όπως στις περιπτώσεις της δικαστικής συμπαράστασης (τουλάχιστον της πλήρους), ένας αριθμός νομικών, δομικών, κοινωνικών και άλλων εμποδίων ορθώνονται μπροστά τους στην προσπάθειά τους να ασκήσουν ίσως το πιο κεντρικό και δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται ως πολιτών ενός κράτους. Τα εμπόδια αυτά θα συζητηθούν τόσο σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον της χώρας μας το οποίο δεν θα μπορούσε * M.Phil., Υ/Δ Τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης,
[email protected]53 κανείς να το χαρακτηρίσει ως ευνοϊκό για τα άτομα με αναπηρία ούτε ότι συνεισφέρει θετικά στην απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν. Κατόπιν θα συζητηθούν πιθανοί τρόποι αντιμετώπισης των δυσκολιών που εντοπίζονται και ο τρόπος με τον οποίο αυτές τις έχουν διαχειριστεί άλλα κράτη- μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) και σε κάποιες περιπτώσεις ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Αυστραλία. Εμπόδια ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ1 Κτιρίων Πλήθος εμποδίων αναγνωρίζεται ότι συγκροτούν κεντρικό ζήτημα και ανυπέρβλητο πρόσκομμα στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν. Τέτοιες δυσκολίες έχουν εντοπιστεί από διεθνείς οργανισμούς (EASP 2019, Pater 2019, OSCE 2017, FRA 2014,2 WHO and WB 20113) αλλά και από πρόσφατες και παλαιότερες ερευνητικές προσπάθειες (Bigby et al. 2019, Friedman 2019, 2018, Belt 2016, Kingston 2014, Matsubayashi & Ueda 2014, Agran et al. 2013, Guldvik et al. 2013, Schur & Adya 2013, Schur et al. 2013, Hammel et al. 2008, Tokaji & Colker 2006, Schur et al. 2005β, Bundy 2003, Schur et al. 2002, Weiss 1988, Armstrong 1976). Στη χώρα μας ζητήματα πρόσβασης αποτελούν αντικείμενο διεκδίκησης από την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑEΑ 1996). Σε παρεμφερείς διαπιστώσεις και έχουν καταλήξει έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ (2003)4 σε σχέση με την απασχόληση, τις υπηρεσίες υγείας (Matsaganis & Leventi 2014),5 αλλά το χώρο του τουρισμού (Vantsis 2009, 2008, Βάντσης 2007, Smith et al. 1996, Datillo 1994). Η αποτελεσματική διευθέτηση των όποιων δομικών δυσκολιών για προσέγγιση στο εκλογικό τμήμα όμως, δεν εξασφαλίζει ότι εξαλείφονται οι διακρίσεις. Σημεία εισόδου (Bundy 2003, Weiss 1988), σχεδιασμός συσκευών και μηχανισμών ψηφοφορίας (Friedman 2018, Femec et al. 2017, Schur et al. 2013, 1 Η ‘πρόσβαση’ αναφέρεται –σε γενικές γραμμές- στο δικαίωμα της συμμετοχής από όλους τους πολίτες –περιλαμβανομένης της αυτόνομης και ίσης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία- σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας είτε σε αυτούς που σχετίζονται με υλικά αγαθά (π.χ. κτίρια, εξοπλισμός, εγκαταστάσεις, κ.λπ.), είτε σε υπηρεσίες, διαδικασίες και σε μη υλικά αγαθά (π.χ. σε ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία, την εκπαίδευση, τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, τον αθλητισμό, κ.λπ.). Η πρόσβαση, με άλλα λόγια, συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα της συμμετοχής στην κοινωνία. Η «προσβασιμότητα», από την άλλη πλευρά, αποτελεί το ποιοτικό χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος, της υπηρεσίας ή των αγαθών που επιτρέπουν την αυτόνομη και ίση πρόσβαση κάθε χρήστη σε αυτού ανεξάρτητα από ηλικία, αναπηρία, τα σωματικά και άλλα ατομικά του/της χαρακτηριστικά (ύψος, δύναμη, καλή όραση και ακοή, κατάσταση ψυχικής υγείας, κ.λπ. (ΕΣΑΕΑ 2008: 10). 2 FRA = European Union Agency for Fundamental Rights 3 WHO= World Health Organization, WB= World Bank 4 ΕΛΣΤΑΤ= Ελληνική Στατιστική Αρχή 5 Η σύνδεση μεταξύ βλάβης και ηλικίας δεν είναι βέβαια δεδομένη και με γενική ισχύ, όμως, δεν μπορούμε να μην δεχτούμε ότι μεγάλος αριθμός ατόμων με αναπηρία (με διάφορες βλάβες με αυξανόμενη περίπτωση της εμφάνισης κάποιου τύπου άνοιας ή άλλης εκφυλιστικής νόσου του εγκεφάλου) εντάσσεται στην κοινωνική κατηγορία των «ηλικιωμένων». 54 Tokaji & Colker 2006, Bundy 2003, Weiss 1988), μολύβια (Friedman 2018, Schur et al. 2013, Weiss 1988) και λοιπό εκλογικό υλικό (φάκελοι, ψηφοδέλτια, κ.λπ.) (Agran et al. 2013) πολλαπλασιάζουν την αποτρεπτική ισχύ ενός περιβάλλοντος που σχεδιάστηκε να λειτουργεί μόνο για τους «ικανούς». Τέλος, το ίδιο το προσωπικό έχει αναφερθεί ως παράγοντας που δυσχεραίνει την άσκηση του δικαιώματος από άτομα με αναπηρία (Bigby et al. 2019, Despott 2017, Kingston 2014, Matsubayashi & Ueda 2014, Agran et al. 2013, Schur et al. 2013, Redley 2008, Danielsen & Zimmerman 2005). Μεταφορών Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει –αρνητικό τις περισσότερες περιπτώσεις- η επικρατούσα κατάσταση στα μέσα μαζικής μεταφοράς (Friedman 2018, Friedman & Rizzolo 2017, OSCE 2017, FRA 2014, Kingston 2014, Matsubayashi & Ueda 2014, Guldvik et al. 2013, Schur & Adya 2013, Hammel et al. 2008, Schur et al. 2002, Weiss 1988). Εκτός των ίδιων των οχημάτων, αρνητική επίπτωση ασκούν και τα υφιστάμενα δρομολόγια των μέσων σε συνδυασμό με το πλήθος, τη συχνότητα και το ωράριο μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να τα αξιοποιήσει (Friedman 2018, FRA 2014, Guldvik et al. 2013). Η φύση της βλάβης Σε ορισμένες περιπτώσεις ορίζεται η ίδια η βλάβη (συχνά εμφανίζεται ως «αναπηρία») ως εμπόδιο για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν (Garland- Thomson 2019, Friedman & Rizzolo 2017, Ryan et al. 2016, WHO 2015, Guldvik et al. 2013, Schur & Adya 2013, Schur et al. 2002, Schur & Kruse 2000). Εφόσον οι οργανικές βλάβες μπορεί να δυσκολεύουν την κίνηση, ακόμη και με τη χρήση βοηθητικής τεχνολογίας, θεωρείται ότι η προσπάθεια των ατόμων με αναπηρία (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, με κινητικές βλάβες) καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη για να προσεγγίσουν τους χώρους της εκλογικής διαδικασίας ή να χρησιμοποιήσουν τα υφιστάμενα μέσα (έντυπα ή/και ηλεκτρονικά), ή εναλλακτικούς τρόπους (επιστολική ψήφος, ψήφος μέσω Η/Υ και διαδικτύου) άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος. Βλάβες υλικού Εκτός από τον σχεδιασμό για πολλούς, αλλά όχι για όλους, που παρατηρείται σε πολλά σημεία κει επίπεδα πρόσβασης, αυτό που σπάνια χαρακτηρίζεται ως εμπόδιο είναι οι βλάβες υλικού. Τέτοιες μπορεί να αφορούν συσκευές ψηφοφορίας, μεταφορές, πρόσβαση σε δίκτυο και ιδιαίτερες υπηρεσίες εντεταλμένες για τη διεξαγωγή εκλογών (Schur et al. 2013). Από την άλλη πλευρά, η εφαρμογή του Σχεδιασμού για Όλους, ενώ αποτελεί μια καλή αρχή, δεν αντιμετωπίζει υποχρεωτικά και αποτελεσματικά προβλήματα βλαβών, υπερφόρτωσης δικτύων και συσκευών (Bigby et al. 2019, FRA 2014, Guldvik et al. 2013, Weiss 1988). ΈΛΛΕΙΨΗ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ Η σπανιότητα θεσμοθετημένης συστηματικής βοήθειας και υποστήριξης σε όλα τα στάδια άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν εμφανίζεται ως ο κανόνας παρά τις 55 όποιες εξαιρέσεις. Από την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, τη χρήση ποικιλίας εργαλείων (έντυπων και ηλεκτρονικών) ο/η ψηφοφόρος με αναπηρία καλείται να επιδοθεί σε ένα ηράκλειο έργο χωρίς να ελπίζει ότι θα τύχει της υποστήριξης που δικαιούται ως πολίτης/ις Δυτικών δημοκρατιών (Bigby et al. 2019, Despott 2017, Friedman & Rizzolo 2017, Friedman & Spassiani 2017, Agran et al. 2013, Agran & Hughes 2013, Guldvik et al. 2013, Kjellberg & Hemmingson 2013, Schur et al. 2013, Schur & Adya 2013, Keeley et al. 2008). Βεβαίως η υποστήριξη δεν μπορεί να περιορίζεται στους χώρους που έχουν οριστεί για την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου αλλά εκτείνεται και σε άλλους τέτοιους όπως το σπίτι, το ταχυδρομείο, την κλειστή δομή, τους χώρους εργασίας. Κρίσιμο ρόλο, συνήθως όμως περιοριστικό, παίζει η οικογένεια (Schur & Adya 2013, Puumalainen 2011, Keeley et al. 2008, Skelton and Valentine 2003), το κόστος των απαραίτητων μέσων για την άσκηση του δικαιώματος, η τεχνολογία προσαρμοσμένη στο χρήστη και οι δυσνόητες έως και ανύπαρκτες οδηγίες χρήσης εργαλείων επιτέλεσης διαδικασιών (Friedman 2018, Despott 2017, Agran et al. 2013, Kjellberg & Hemminson 2013, Schur et al. 2013). Η κοινωνική κατασκευή της αναπηρίας Αποτελεί γεγονός ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει επικρατήσει –όπως συμβαίνει ως επί το πλείστον- το ατομικό μοντέλο της αναπηρίας πάνω στο οποίο δομείται η κατανόηση, αντίληψη και –επομένως- η αντίδραση και αντιμετώπιση του φαινομένου της αναπηρίας ως ατομικού, αμιγώς σχεδόν (ενίοτε με «πινελιές» κοινωνικών διασυνδέσεων συνήθως ασαφών και απεκδυμένων από πολιτικά συμφραζόμενα) ιατρικό «πρόβλημα» του ατόμου στο οποίο εμμέσως τουλάχιστον καταλογίζεται ευθύνη για την «κατάστασή» του. Η αναγνώριση της ταύτισης της βλάβης με την αναπηρία (UPIAS 1976) ως κυρίαρχο ιδεολογικό ακρογωνιαίο λίθο αυτής της θεώρησης αποτέλεσε τη βάση για την άρθρωση και διασπορά του κοινωνικού μοντέλου που βρίσκει τις απαρχές του στη Βρετανία (ενδεικτικά: Oliver 1983, 1990, 1996, Finkelstein 1980). Η κοινωνικοποίηση που συντελείται μέσα στα δομικά και κοινωνικά όρια του σπιτιού το στίγμα που συνοδεύει και περιβάλλει τα άτομα με αναπηρία (Goffman 1963/2001) μόνο θετικά δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι επιδρά στον τομέα αυτό αν και τείνει να εντοπίζεται σε προγενέστερες γενιές και αντίστοιχες μορφές κοινωνικές οργάνωσης (Schur et al. 2005α). Στερεότυπα που προωθούνται, επιβάλλονται και διοχετεύονται από τα ΜΜΕ οργανώνονται γύρω από «πρότυπα κανονικότητας» (Garland-Thomson 2019) επιδεινώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποία τα άτομα με αναπηρία επιδιώκουν να απολαύσουν τα νόμιμα αναγνωρισμένα δικαιώματά τους (Despott 2017, Schur & Adya 2013, Bergstresser 2008, Prince 2007, Schur & Kruse 2000, Schriner et al. 1997). ΠΟΡΟΙ ΓΕΝΙΚΑ Η έλλειψη πόρων (Schur & Adya 2013, Schur et al. 2013, Hammel et al. 2008, Redley 2008, Schur et al. 2002, Kruse 1998) αναστέλλει συχνά τις προσπάθειες άσκησης του δικαιώματος της ψήφου. Οικονομικοί (Schur & Kruse 2016, Schur & Adya 2013, Prince 2007, Schur et al. 2002, Schur & Kruse 2000, Kruse 1998) και εκπαιδευτικοί πόροι (WHO 2015, Agran et al. 2013, Schur & Adya 2013, Redley 2008, Prince 2007, 56 Schur et al. 2002, Kruse 1998, Schriner et al. 1997) αποκτούν κεντρικό ρόλο χωρίς να υποβαθμίζεται η σημασία άλλων όπως η απόκτηση σχετικής νοοτροπίας και δεξιοτήτων μέσα από την κοινωνικοποίηση στο σπίτι και από τη συμμετοχή σε θεσμούς της κοινότητας (Brady et al. 1995, Verba et al. 1995). ΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΟΜΕΣ Επιπρόσθετο ανάχωμα στην προσπάθεια των ψηφοφόρων με αναπηρία να ασκήσουν το πιο βασικό δικαίωμα ενός πολίτη συγκροτεί η μακρόχρονη διαμονή σε δομές κλειστής περίθαλψης (Friedman & Rizzolo 2017, FRA 2014, Keeley et al. 2008, Armstrong 1976, Klein and Grossman 1967). Παρά την από ετών εκπεφρασμένη βούληση της κατάργησης κλειστών δομών (ΚΕΠΕ 1989), κάτι τέτοιο μάλλον ως μακρινό όνειρο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Το προσωπικό που υπηρετεί στις δομές αυτές λειτουργεί ως τροχοπέδη στην άσκηση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία (Bigby et al. 2019, Friedman 2019, 2018, Despott 2017, Friedman & Rizzolo 2017, Ryan et al. 2016, Agran et al. 2013, Kjellberg & Hemmingson 2013, Bergstresser 2008, Karlawish et al. 2006). Αν και πλέον σπάνια θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για «ολοπαγή» ιδρύματα (Goffman 1994), οι όποιες προσπάθειες (επανά)κτησης δικαιωμάτων των πρώην ενοίκων κλειστών δομών (Φραγκούλη 2003), το προσωπικό δεν φαίνεται να έχει αποδεσμευτεί από συνήθειες του παρελθόντος και απλώς «μεταφέρει» τις συμπεριφορές αυτές σε κοινοτικές δομές (Φλεβάρη κ.α. 2019). ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Ένα εμπόδιο που ορθώνεται –μερικές φορές ανυπέρβλητο- είναι αυτό της κείμενης νομοθεσίας που αφορά είτε σε ορισμένα είτε σε όλα τα άτομα με αναπηρία. Εδώ αναφερόμαστε σε προβλέψεις, παραλείψεις ή ασάφειες του εκλογικού και λοιπού νομικού οπλοστασίου που δυσκολεύουν, όταν καθιστούν αδύνατη, την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν (Bigby et al. 2019, FRA 2019, Ryan et al. 2016, Beckman 2014, FRA 2014, Agran & Hughes 2013, FRA 2013, Beckman 2007, Schur et al. 2002). Η Ελληνική πραγματικότητα Ζητήματα που άπτονται της άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν ρυθμίζονται από το άρθρο 51 του συντάγματος της χώρας, το ΠΔ 26/2012 και επικουρικά από το νόμο 4074/12. Ακόμη, εγκύκλιοι του υπουργείου Εσωτερικών (2019α και 2019β) (17/12-4-19 και 67/25-6-19 αντίστοιχα) προτρέπουν τους δικαστικούς αντιπροσώπους να παρέχουν τις αναγκαίες διευκολύνσεις στους ψηφοφόρους με αναπηρία να και περιορίζονται στα άτομα με κινητικές βλάβες. Αναφορικά με τις μεταφορές, ακόμη και στα αεροπλάνα έχουν εντοπισθεί δυσκολίες στην πρόσβαση όπως επίσης και στα πλοία που εκτελούν δρομολόγια εσωτερικού. Στις υπεραστικές συγκοινωνίες, η μετακίνηση ενός ατόμου με κινητικές βλάβες δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρεαλιστική προοπτική ακόμη και με τα πιο σύγχρονα οχήματα τύπου Euro 6. Παρεμφερείς αρνητικές εμπειρίες αφορούν και άτομα που κινούνται με πατερίτσες. Άρρηκτα συνδεδεμένη με τα προβλήματα στις δημόσιες μεταφορές είναι και η πληθώρα παραβάσεων που αφορούν τη στάθμευση σε θέση που προβλέπεται για όχημα που οδηγεί/μεταφέρει άτομο με αναπηρία. 57 Επιπρόσθετα, καταγράφονται πολύ λίγα ταξί με δυνατότητα μεταφοράς επιβατών που κινούνται με αμαξίδιο. Η ΕΣΑμεΑ (2019α) εντοπίζει πληθώρα δομικών εμποδίων που εκκινούν από τα προγράμματα των κομμάτων και το εκλογικό υλικό τα οποία είναι σχεδόν απρόσιτα σε άτομα με αισθητηριακές βλάβες. Η χρήση της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας ή/και υποτίτλων συνιστά σε προεκλογικές ομιλίες/συζητήσεις συνιστά την εξαίρεση και έρχεται να λειτουργήσει σωρευτικά στα προβλήματα πρόσβασης σε κτίρια και δημόσιους χώρους. Πρακτικές όπως η ψήφος στο πεζοδρόμιο ή ακόμη και σε τουαλέτες δεν είναι ασυνήθιστες. Άλλα προβλήματα ανακύπτουν με το καθεστώς πλήρους ή μερικής δικαστικής συμπαράστασης με την υφιστάμενη ελλιπή τουλάχιστον κατάρτιση των δικαστικών αντιπροσώπων με αποτέλεσμα μια ad hoc αντιμετώπιση ατόμων με νοητική βλάβη που δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί πάντοτε ως θετική. Νέα εμπόδια ορθώνονται για άτομα που διαβιούν σε κλειστές δομές 6 καθώς η κείμενη νομοθεσία φαίνεται να τους «παραβλέπει». Δεν παρέχονται εναλλακτικοί τρόποι ψηφοφορίας, αυξάνοντας έτσι τα προβλήματα και καθιστώντας ανέφικτη την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν για αυτούς. Κλείνοντας, η ΕΣΑμεΑ τονίζει την ασάφεια των εγκυκλίων που αφορούν στην εκλογική διαδικασία και στο περιορισμένο εύρος υποχρεωτικών δράσεων που φαίνεται να εξαντλείται στο να προηγούνται εκλογείς με αναπηρία έναντι όλων των άλλων και σε μια ομιχλώδη υποχρέωση παροχής βοήθειας με ευρεία περιθώρια ερμηνείας και εφαρμογής παρά τις συνταγματικές επιταγές των άρθρων 4, 5 και 21 (Βουλή των Ελλήνων 2008). Σε παρεμφερείς διαπιστώσεις καταλήγει και αναφορά της OSCE (Organisation for Security and Co-operation in Europe) του 2019 που αφορά στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στη χώρα μας όπου αναφέρεται ότι ακόμη οι υποδομές της χώρες πόρρω απέχουν από το να θεωρούνται προσβάσιμες για ψηφοφόρους με αναπηρία. Κι εδώ αναδεικνύεται η έλλειψη εναλλακτικών μορφών αυτόνομης έκφρασης της πολιτικής βούλησης αυτής της πληθυσμιακής ομάδας. Ακόμη επικεντρώνεται στις δυσκολίες των περιθαλπόμενων σε κλειστές δομές να ψηφίσουν, χωρίς να λησμονεί να καταδείξει την περιστασιακή και σπάνια χρήση της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας. Αντιμετώπιση δυσκολιών και εμποδίων ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Ίσως το πιο σημαντικό θεσμικό μέτρο που μπορεί να ληφθεί είναι η θέσπιση και η μεταβολή του νομικού πλαισίου (Friedman & Rizzolo 2017, Priestley et al. 2016, Beckman 2014, Schur et al. 2013, Danielsen & Zimmerman 2005, Schur et al. 2002, Schriner et al. 1997). Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο θετικό για τους εκλογείς με αναπηρία αν επαφίεται στην καλή προαίρεση ατόμων και δεν συνοδεύεται από την υποχρεωτική επιβολή κυρώσεων. Η ανάγκη για 6 Η απουσία τρόπων άσκησης του εκλογικού δικαιώματος σε κλειστές δομές από τους διαμένοντες σε αυτές δεν αφορά όσους βρίσκονται έγκλειστοι σε καταστήματα κράτησης για τους οποίους προβλέπεται η άσκηση του δικαιώματος εντός του καταστήματος κράτησης μετά τη συγκρότηση ειδικών εκλογικών καταλόγων όπως προβλέπει το ΠΔ 26/2012 και πρόσφατη κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ 31335/25-4-2019) που αφορούσε στις εκλογές εθνικών αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 58 υποχρεωτικότητα των μέτρων που καθορίζουν τα εθνικά κοινοβουλευτικά σώματα έχει ήδη εντοπιστεί από διεθνείς οργανισμούς (WHO & WB 2011), αλλά και από την ΕΣΑμεΑ (2019β). Ένα πρώτο μέτρο το οποίο μπορεί να θεσπιστεί είναι η επιστολική ψήφος (Matsubayashi & Ueda 2014, Schur et al. 2013, Tokaji & Colker 2006, Bundy 2003). Ήδη μια τέτοια επιλογή παρέχεται σε 39 πολιτείες των ΗΠΑ, τρεις από τις οποίες αποστέλλουν επιστολική ψήφο σε όλους τους ψηφοφόρους (NCSL 2019). Παρόμοιες επιλογές είναι διαθέσιμες στον Καναδά (Elections Canada 2019, Prince 2007), την Ιαπωνία -εκτός αυτών που κατοικούν εκτός Ιαπωνίας- (Matsui 2007) και την Αυστραλία όπου δίνεται η δυνατότητα επιστολικής ψήφου, κινητής ψήφου αλλά και τηλεφωνικής τέτοιας για άτομα με προβλήματα όρασης (AEC 2019). Η ηλεκτρονική ψήφος εφαρμόστηκε μόνο σε μια κοινότητα στην Ιαπωνία και εγκαταλείφθηκε κυρίως λόγω κόστους συντήρησης (The Mainichi 2018). Αναφορικά με το καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, αυτό αυτόματα αποκλείει στη χώρα μας άτομα με αναπηρία από τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία ως ψηφοφόροι. Παρεμφερείς εμπειρίες καταγράφονται σε άλλες οκτώ χώρες της ΕΕ (Βουλγαρία, Κύπρος, Εσθονία, Γερμανία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Πολωνία, Ρουμανία) (Pater 2019). Μόνο σε επτά κράτη-μέλη της ΕΕ διασφαλίζεται το δικαίωμα ψήφου ακόμη και για όσους βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης (Αυστρία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, Κροατία, Λετονία, Ολλανδία, Σουηδία) (Priestley et al. 2016, FRA 2014). Σε πιο πρόσφατη έκθεση προστέθηκαν στα αμέσως παραπάνω άλλα πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ (Δανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ισπανία, Σλοβακία) (Pater 2019). Στις ΗΠΑ ισχύει επίσης ο αποκλεισμός από τις εκλογές για όσους βρίσκονται υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης παρά τις όποιες επιφυλάξεις που αφορούν στο υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται μια τέτοια δικαστική πρακτική (Friedman 2018, Friedman & Rizzolo 2017, Vorhaus 2005). Και στην Αυστραλία, όμως, τα άτομα υπό δικαστική συμπαράσταση συχνά στερούνται μερικώς ή συνολικά το δικαίωμα στην ψηφοφορία (Despott 2017). Στην Ιαπωνία, το καινούριο εθνικό νομικό καθεστώς κινείται σε μια κατεύθυνση υποστήριξης και όχι αποκλεισμού των ατόμων που βρίσκονται σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση ώστε να διευκολυνθούν στην άσκηση αυτού του δικαιώματος (Ryan et al. 2016). Σε όλες τις περιφέρειες του Καναδά υπάρχει η δυνατότητα συνοδείας ψηφοφόρου στο θάλαμο για να τον/την βοηθήσει στην άσκηση του δικαιώματος (Prince 2007). Όμως, τα άτομα που βρίσκονται υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης θα μπορούσαν ενδεχομένως να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν εάν τύχουν υποστήριξης και βοήθειας (Bigby et al. 2019, Handeo 2019, OSCE 2017, Ryan et al. 2016, Keeley et al. 2008, Redley 2008, Beckman 2007). Στο πλαίσιο αυτό θα βοηθούσε να διαπιστωθεί, με τη χρήση ψυχομετρικών εργαλείων, ποια άτομα από αυτά που βρίσκονται σε καθεστώς συμπαράστασης θα μπορούσαν να ασκήσουν μετά από καθοδήγηση και ενημέρωση το δικαίωμα της ψήφου (Redley 2008). Άλλη μια δυνατότητα είναι η εντατικοποίηση της επιπρόσθετης ατομικής αξιολόγησης από κοινωνικές υπηρεσίες της ικανότητας του ατόμου (όπως προβλέπεται από το άρθρο 1674 του Αστικού Κώδικα στο άρθρο 13 του Ν 2447/1996) ώστε να μη βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά το δικαστήριο στην ιατρική διάγνωση προκειμένου να αποφασίσει για την υπαγωγή ενός ατόμου με αναπηρία σε καθεστώς πλήρους ή μερικής δικαστικής συμπαράστασης (Strati 2013). 59 ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ Χωρίς να ακυρώνονται οι μέχρι τώρα βελτιώσεις του νομοθετικού πλαισίου και των συνθηκών μετακίνησης μέσα στα αστικά περιβάλλοντα της χώρας, κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι έχει επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο προσβασιμότητας σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Πέρα από τα ζητήματα νομοθεσίας και σχετικών προβλέψεων και κυρώσεων, ο στόχος της πλήρους πρόσβασης σε κτίρια, δομημένο περιβάλλον, πληροφορία και συστήματα επικοινωνίας απαιτεί πολιτική βούληση και μηχανισμούς συμμόρφωσης στα προβλεπόμενα (ΕΣΑμεΑ 2019β, WHO & WB 2011). Στην ΕΕ δίνεται η δυνατότητα της εγγραφής σε προσβάσιμο εκλογικό κέντρο (Ουγγαρία, Σλοβενία, Δανία), η μεταφορά σε προσβάσιμο εκλογικό κέντρο (Ιταλία, Βουλγαρία) και σε ορισμένα άλλα κράτη- μέλη (Πολωνία, Κροατία, Λιθουανία, Ολλανδία, Γερμανία), μπορεί να γίνει επιλογή εκλογικού κέντρου με ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τις διαδικασίες (Pater 2019). Στην Ιαπωνία το άρθρο 28 του Νόμου 84 του 1970 όπως αναθεωρήθηκε με το Νόμο 90 του 2011 προβλέπει υποχρέωση κυβερνητικών και εθνικών δημόσιων οργανισμών να αναπτύξουν εγκαταστάσεις και εργαλεία στα εκλογικά τμήματα ώστε να διευκολύνεται η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν από άτομα με αναπηρία.7 Η πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν. Η χρήση των εργαλείων που παρέχονται στο διαδίκτυο (ιστοσελίδες υπηρεσιών, κοινωνικής δικτύωσης, κ.λπ.), τα οποία θα είναι προσβάσιμα σε άτομα με αναπηρία, αναμένεται ότι θα επηρεάσει θετικά την επίτευξη του στόχου της προσβασιμότητας χώρων και πληροφορίας. Ένας τρόπος να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι να συναρτάται η κρατική επιχορήγηση προς κομματικούς σχηματισμούς από τη διαθεσιμότητα προσβάσιμου εκλογικού υλικού (προγράμματα, θέσεις κομμάτων, προφίλ υποψήφιων βουλευτών κ.λπ.). Στα πιο πάνω δεν πρέπει να λησμονήσουμε να προσθέσουμε την ταυτόχρονη διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα και ηχητική περιγραφή κατά τη διάρκεια τηλεμαχιών, πολιτικών προεκλογικών ομιλιών και συνεντεύξεων, σε εκπομπές ανάλυσης και περιγραφής των προγραμμάτων των πολιτικών κομμάτων (Priestley et al. 2016). Η απλή παροχή υπηρεσιών teletext που παρέχεται ήδη (Strati 2013) από τα ιδιωτικά και εθνικά κανάλια κάπως αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό αλλά προϋποθέτει σχετική συσκευή τηλεόρασης, οικειότητα με τη χρήση του εν λόγω εργαλείου, γνώση της ύπαρξης αυτής της επιλογής, και απευθύνεται σε άτομα χωρίς προβλήματα όρασης. Στην ΕΕ έχουν υιοθετηθεί διαφορετικές προσεγγίσεις στην ενημέρωση των ψηφοφόρων με αναπηρία από διαφορετικά κράτη-μέλη. Ξεκινώντας πρέπει να αναφερθεί ότι σε Δανία και Λιθουανία αποστέλλεται ενημερωτικό υλικό σε όλους τους ψηφοφόρους ταχυδρομικά και με άλλους τρόπους. Στη Σουηδία ο ιστότοπος της αρχής που είναι υπεύθυνη για τη διεξαγωγή των εκλογών παρέχει πληροφορίες σε μια πλειάδα γλωσσών και στη νοηματική επίσης. Εκτός αυτού, σε Σουηδία και Γερμανία λειτουργεί σχετική «ομιλούσα» διαδικτυακή πύλη. Στη Βουλγαρία έχει 7Το σύνολο του νομικού κειμένου μεταφρασμένο από τα ιαπωνικά στα αγγλικά βρίσκεται: http://www.japaneselawtranslation.go.jp/law/detail/?ft=2&re=02&dn=1&yo=BASIC+ACT+F OR+PERSONS+WITH+DISABILITIES+&x=0&y=0&ia=03&ja=04&ph=&ky=&page=1&id=2436 &lvm=01 60 δημιουργηθεί ειδική ταινία όπως και στην Ισπανία και το Βέλγιο. Υλικό σε γραφή Braille είναι διαθέσιμο σε ψηφοφόρους στη Σλοβακία και τη Φινλανδία. Άλλα κράτη- μέλη προσφέρουν άλλου είδους ενημερωτικές επιλογές: φυλλάδιο που προσαρμόζεται στις εκάστοτε ανάγκες των ατόμων με αναπηρία στην Τσεχία, συνεντεύξεις τύπου με χρήση διερμηνείας στη νοηματική στην Πολωνία όπως και ενημερωτικοί ιστότοποι για τις δυνατότητες μεταφοράς ψηφοφόρων με αναπηρία, δωρεάν τηλεφωνική γραμμή στην οποία παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο και τη διαδικασία των εκλογών στην Ιρλανδία, έντυπο ενημερωτικό υλικό σε νοσοκομεία και κλειστές δομές στη Σλοβενία. Τέλος, όπως και στη χώρα μας, η Ρουμανία και η Ισπανία παρέχουν ηλεκτρονικά τη δυνατότητα εντοπισμού των εκλογικών κέντρων και του τρόπου προσέγγισής του (Pater 2019). Εναλλακτικές μορφές ψηφοφορίας Νομοθετικές πρωτοβουλίες χρειάζεται να αναληφθούν προκειμένου να καταστήσουν εφικτή την υιοθέτηση νέων τεχνικών που θα επιτρέπουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από τους ψηφοφόρους με αναπηρία με ενδεικτική αναφορά στην επιστολική ψήφο (Matsubayashi & Ueda 2014, Schur et al. 2013, Tokaji & Colker 2006, Schur et al. 2005β, Bundy 2003). Ήδη στη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και την Ισπανία όλοι ανεξαιρέτως οι ψηφοφόροι μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη μορφή άσκησης του δικαιώματος. Σε άλλες χώρες (Αυστρία, Ιρλανδία, Πολωνία, Σλοβενία, Σουηδία) η πρόβλεψη αυτή αφορά ορισμένες μόνο πληθυσμιακές ομάδες όπως τα άτομα με αναπηρία. Στη Δανία ακολουθείται ένα μικτό σύστημα κυρίως για όσους διαμένουν σε νοσοκομεία ή κλειστές δομές (Pater 2019). Στη χώρα μας, όπως φάνηκε από τις πρόσφατες συζητήσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση, σημαντικό μέρος των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Μέρα25) δεν την ενστερνίζεται ως ρεαλιστική εναλλακτική (To Βήμα 2019). Τελικώς πείσθηκε και το πλειοψηφούν τμήμα των κομμάτων στη Βουλή (ΝΔ και ΚΙΝΑΛ) ώστε να μην επιλεγεί η επιστολική ψήφος και να διασφαλιστεί η συνταγματική αναθεώρηση, με αυξημένη μάλιστα πλειοψηφία, ως προς την ψήφο των αποδήμων Ελλήνων (Γιακουμής 2019). Μια ακόμη επιλογή που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί, και έχει εφαρμοστεί σε ορισμένες περιπτώσεις στην Ελλάδα όπως επισημαίνει η ΕΣΑμεΑ (2019α) είναι η ψήφος στο πεζοδρόμιο (Tokaji & Colker 2006, Danielsen & Zimmerman 2005, Bundy 2003). Στην Κροατία εφαρμόζεται ένα τέτοιο μέτρο και στο Βέλγιο ο ειδικός προσβάσιμος θάλαμος ψηφοφορίας μπορεί να μεταφερθεί και εκτός εκλογικού τμήματος, ενώ στη Σλοβακία η ίδια η κάλπη μπορεί να μεταφερθεί εκτός εκλογικού κέντρου (Pater 2019). Κάτι τέτοιο, όμως, είναι πολύ πιθανό − όπως φαίνεται και από τα όσα αναφέρει η ΕΣΑμεΑ (2019α)− να βρει ασύμφωνους πολλούς τέτοιους ψηφοφόρους καθώς, και όχι άδικα, θεωρούν ότι έτσι καταστρατηγούνται συνταγματικά δικαιώματά τους. Αυτό το μέτρο θα μπορούσε να εφαρμόζεται μόνο κατά περίπτωση σε πολύ απομακρυσμένες κοινότητες ή σε περιστάσεις που, για λόγους που δεν σχετίζονται με την υιοθέτηση του «Σχεδιασμού για όλους», δεν είναι δυνατή η μετατροπή των κτιρίων και των οδών προσέγγισης σε αυτά (π.χ. διατηρητέα κτίρια). Εννοείται ότι μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να λειτουργήσει επικουρικά σε συνδυασμό με την επιστολική ψήφο. Άλλη επιλογή, παρεμφερής ως προς τη «λογική» της αλλά με αλλαγή του μέσου θα ήταν και αυτή της ψήφου μέσω διαδικτύου (Matsubayashi & Ueda 2014, 61 Schur et al. 2013). Τέτοιες επιλογές ήδη παρέχονται σε ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ όπως στην Εσθονία και, ηλεκτρονικά στους χώρους των εκλογικών τμημάτων, στο Βέλγιο (Pater 2019). Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί το σύστημα Taxis και οι κωδικοί του σε συνδυασμό με άλλους τρόπους αναγνώρισης (π.χ. αποτυπώματος) που δεν έχουν μεγάλο κόστος. Στην ίδια γραμμή, της ανάληψης πρωτοβουλιών ανάπτυξης, εφαρμογής και διάδοσης και εναλλακτικών τρόπων άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν κινείται πρόσφατα και η ΕΣΑμεΑ καθώς την έχει εντάξει στο πλαίσιο των συστάσεών της αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 29 της Συνθήκης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία (ΕΣΑμεΑ 2019α και 2019β). Επίσης ευθυγραμμίζεται με τις πρόσφατες συστάσεις της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία του ΟΗΕ (Committee on the Rights of Persons with Disabilities 2019) που συστήνει τη δημιουργία προσβάσιμου υλικού κάθε είδους. Αξιοποίηση της τεχνολογίας Καθώς πλέον το επιτρέπει η τεχνολογία, θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε εναλλακτικά τις μηχανές DRE (Direct Recording Machines) (Danielsen & Zimmerman 2005) σε εκλογικά τμήματα. Αν και έχουν εγερθεί ζητήματα κόστους αναφορικά με την εγκατάσταση, τη συντήρηση και την αναβάθμισή τους (The Mainichi 2018), τέτοιες μηχανές, προσαρμοσμένες καθ’ ύψος και στις ανάγκες των ψηφοφόρων με αναπηρία (Ismirle et al. 2018) οι οποίοι μπορεί να βιώνουν προβλήματα με τη χρήση των δακτύλων τους, να χρησιμοποιούν μόνο το ένα χέρι, ή να έχουν άλλες ιδιαιτερότητες, πρέπει να ληφθούν υπόψη. Στο ίδιο πλαίσιο θα ήταν και η αποδοχή και χρησιμοποίηση φορητών συσκευών ψήφου (Ismirle et al. 2018) που θα διευκόλυναν πολύ άτομα με σοβαρές κινητικές ή/και άλλες βλάβες που διαμένουν σπίτι τους ή σε κλειστές δομές. Εκτός των φορητών συσκευών, η χρήση «βοηθού» του/της ψηφοφόρου (φίλος, συγγενής, μέλος του προσωπικού κλειστών δομών) με παρουσία ή όχι του δικαστικού αντιπροσώπου θεωρείται πολύ βοηθητική. Στην ΕΕ ήδη έχουν προβλεφθεί βοηθοί σε διάφορα επίπεδα: από τις εκλογικές επιτροπές (Σουηδία, Λουξεμβούργο, Γερμανία), από δικαστικό αντιπρόσωπο ή εκλογικό βοηθό (Φινλανδία), από άτομα της επιλογής του ψηφοφόρου ή δυο μέλη της εκλογικής επιτροπής (Ουγγαρία), ακόμη και βοηθοί χωρίς ηλικιακό όριο, π.χ. δικαιοπρακτικής ικανότητας ή συμμετοχής στις εκλογές, (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Λιθουανία, Πολωνία, Σουηδία) (Pater 2019). Το παράδειγμα των Aides Humaines της Γαλλίας που μπορεί να είναι είτε μέλη της οικογένειας, είτε του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου, είτε και επαγγελματίες που προέρχονται από Υπηρεσίες Βοήθειας και Συνοδείας στο Σπίτι [Services d’aide et d’ accompagnement à domicile (SAAD)] (Handeo 2019) θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην Ελλάδα. Ως «δεξαμενή» βοηθών θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το προσωπικό των δημοτικών κοινωνικών υπηρεσιών, ακόμη και στελέχη εθελοντικών οργανώσεων όταν αδυνατούν ή απουσιάζουν τα οικεία στον/στην ψηφοφόρο πρόσωπα. 62 Επίλογος Οι δυσκολίες που βιώνουν οι εκλογείς με αναπηρία δεν συνιστούν ένα ενδημικό ελληνικό φαινόμενο, αλλά μάλλον παγκόσμιο με διαφορετική ένταση, έκταση, συνέπειες και τρόπους αντιμετώπισης από τις εθνικές, περιφερειακές και δημοτικές αρχές. Μόνο με αταλάντευτη πολιτική βούληση, συντονισμένη συνέργια μεταξύ των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρία, εθνικών και τοπικών αρχών και διεθνών οργανισμών μπορεί να ευελπιστεί κανείς ότι μπορούν να υπερκεραστούν τα υφιστάμενα εμπόδια. Εκτός από τους τομείς που αναπτύχθηκαν, υπάρχει μεγάλο περιθώριο ευελιξίας και ανάπτυξης τόσο για την εκπαίδευση προσωπικού, του οικογενειακού περιβάλλοντος και των ίδιων των εκλογέων στην άσκηση του δικαιώματός τους όσο και για την εμπλοκή αυτής της πληθυσμιακής ομάδας (ατομικά και ευρύτερα) στην πολιτική ζωή της χώρας της οποίας πρέπει αποτελούν πολίτες πρώτης και όχι υποδεέστερης κατηγορίας. Βιβλιογραφία AEC (Australian Electoral Commission) (2019), Voting Options, available at: https://www.aec.gov.au/voting/ways_to_vote/ Agran, Martyn & Hughes, Carolyn (2013), “’You can’t Vote! You’re mentally incompetent!’: denying democracy to people with severe disabilities”, Research and Practice for Persons with Severe Disabilities, 38, No. 1, σσ. 58-62. Agran, M. et al. (2013), “Teaching People with Intellectual Disability to Vote”, Education and Training in Autism and Developmental Disabilities, 50 (4): 388–396. Armstrong, B. (1976), “The Mentally Disabled and the Right to Vote”, Hospital and Community Psychiatry, 27 (8): 577-582. Beckman, L. (2007), “Political Equality and the Disenfranchisement of People with Intellectual Impairments”, Social Policy and Society, 6 (1): 13-23. Beckman, L. (2014), “The Accuracy of Electoral Regulations: The case of the right to vote by people with cognitive impairments”, Social Policy and Society, 13 (2): 221-233. Belt, R. (2016), “Contemporary Voting Rights Controversies Through the Lens of Disability”, Stanford Law Review, 67 (7): 1491-1550. Bergstresser, S. M. (2008), “Citizenship and Social Participation. Voting for people with psychiatric disabilities”, Anthropology News, 49 (8): 7-8. Bigby, C. et al. (2019), “Final Report: Strategies to support people with intellectual disabilities to participate in voting”, Living with Disability Research Centre, Bundoora, Victoria, La Trobe University. Brady, H. E., Verba, S. & Schlozman, K. L. (1995), “Beyond SES: A resource model of political participation”, The American Political Science Review, 89 (2): 271-294. Bundy, H. (2003), “Election Reform, Polling Place Accessibility, and the Voting Rights of the Disabled”, Election Law Journal, 2 (2): 217-240. Committee on the Rights of Persons with Disabilities (2019), “Concluding Observations on the Initial Report of Greece”, διαθέσιμο από http://docstore.ohchr.org/SelfServices/FilesHandler.ashx?enc=6QkG1d%2fPPRiCAqhKb 7yhskOcZ9cO6iPa1r3wEJzoMtZPRlsn2F8be6qzYChDHrmBTMH%2bqHKEyy9lkIKsnfl7v Ym%2b%2fX3mXiOTCPBgssnHiOpTdzNgr31DcGr9iV91p4N2 Danielsen, C. S. & Zimmerman, M. (2005), “Electronic Voting: Conflicts within the general public and the disabled community”, Human Rights, 32 (2): 9-11. 63 Dattilo, J. (1994), Inclusive Leisure Services – Responding to the rights of people with disabilities, Philadelphi, Venture Publishing. Despott, N. (2017), Electoral Inclusion: Rights, barriers and global campaign strategies for voters with intellectual disability, Melbourne, Inclusion Melbourne. EASPD (European Association of Service Providers for Persons with Disabilities) (2019), The Right to Vote for Persons with Disabilities, Brussels, EASPD. Elections Canada (2019), Ways to Vote, διαθέσιμο από https://www.elections.ca/content.aspx?dir=voteanddocument=indexandlang=eandsecti on=vot Femec, L, Kis-Glavas, L. & Masic, V. (2017), “Voting Opportunities for Persons with Disabilities”, Hrvatska revija za rehabilitacijska istraživanja, 53, Supplement: 1-14. Finkelstein, V. (1980), Attitudes and Disabled People: Issues for discussion, monograph number five, New York, World Rehabilitation Fund, διαθέσιμο από http://pf7d7vi404s1dxh27mla5569.wpengine.netdna-cdn.com/files/library/finkelstein- attitudes.pdf FRA (2013), The Right to Political Participation of Persons with Mental Health Problems and Persons with Intellectual Disabilities, Luxembourg, Publications Office of the European Union. FRA (2014), The Right to Political Participation for Persons with Disabilities: Human rights indicators, Luxembourg, Publications Office of the European Union. FRA (2019), Who Will (Not) Get to Vote in the 2019 European Parliament Elections? Developments in the right to vote of people deprived of legal capacity in EU Member States, Vienna: FRA (European Union Agency for Fundamental Rights). Friedman, C. (2018), “‘Every Vote Matters’: Experiences of people with intellectual and developmental disabilities in the 2016 United States General Election”, Review of Disability Studies: An International Journal, 14 (1): 1-13. Friedman, C. (2019), “People with Intellectual and D disabilities: Reactions to Donald Trump winning the 2016 United States presidential election”, International Journal on Disability and Human Development, 18 (1): 1-9 (ενδεικτική αρίθμηση). Friedman, C. & Rizzolo, M. C. (2017), “Correlates of Voting Participation of People with Intellectual and Developmental Disabilities”, Journal of Social Work in Disability and Rehabilitation, 16 (3-4): 347-360. Friedman, C. & Spassiani, N. A. (2017), “Getting Out There: Community support services for people with intellectual and developmental disabilities in Medicaid HCBS waivers”, Inclusion, 5 (1): 33–44. Garland-Thomson, R. (2019), “World Building, Citizenship, and Disability: The strange world of Kazuo Ishiguro’s Never Let Me Go,” σε B. Waltermeyer, J. McKenzie & L. Swartz (επιμ.) The Palgrave Handbook of Disability and Citizenship in the Global South, London, Palgrave, Macmillan, σσ. 27-40. Goffman, E. (1994), Άσυλα, μετάφραση Ξ. Κομνηνός, Τρίκαλα, Ευρύαλος. Goffman, Ε. (1963/2001), Στίγμα-Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Μτφ. Μακρυνιώτη Δ.. Αθήνα, Αλεξάνδρεια. Guldvik, Ι., Askheim, Ο. P. & Johansen, V. (2013), “Political Citizenship and Local Political Participation for Disabled People”, Citizenship Studies, 17 (1): 76-91. Hammel, J., Magasi, S. R., Heinemann, A., Whiteneck, G. G., Bogner, J. A. & Rodriguez, E. (2008), “What does Participation Mean? An insider perspective from people with disabilities”, Disability and Rehabilitation, 30 (19): 1445–1460. Handeo (2019), Aides Humaines: Comment favoriser l’ acces au vote des personnes handicapees? Paris, Handeo. http://www.ncsl.org/research/elections-and-campaigns/absentee-and-early-voting.aspx Ismirle, J., O’Bara, I., Swierenga, S. J. & Jackson, J. E. (2016), “Touchscreen Voting Interface Design for Persons with Disabilities: Insights from usability evaluation of mobile voting prototype”, Proceedings of the Human Factors and Ergonomics Society 2016 Annual Meeting, 60 (1): 780-784. 64 Karlawish, J., Appelbaum, P. S., Bonnie, R, Karland, P. & McConnell, S. (2006), “Policy Statement on Voting by Persons with Dementia Residing in Long Term Care Facilities”, Alzheimer’s and Dementia, 2: 243-245. Keeley, H., Redley, M., Holland, A. J. & Clare I. C. H. (2008), “Participation in the 2005 General Election by Adults with Intellectual Disabilities”, Journal of Intellectual Disability Research, 52 (3): 175–181. Kingston, L. N. (2014), “Political Participation as a Disability Rights Issue”, Disability and Health Journal, 7 (3) 259-261. Kjellberg, A. & Hemmingsson, H. (2013), “Citizenship and Voting: Experiences of persons with intellectual disabilities in Sweden”, Journal of Policy and Practice in Intellectual Disabilities, 10 (4): 326-333. Klein, M. & Grossman, S. A. (1967), “Voting Pattern of Mental Patients in a Community State Hospital”, Community Mental Health Journal, 3 (2): 149-152. Kruse, D. L. (1998), “Persons with Disabilities: Demographic, income, and health care characteristics, 1993”, Monthly Labor Review, September, σσ. 13-22. Lid, I. M. (2015), “Vulnerability and Disability: A citizenship perspective”, Disability and Society, 30 (10): 1554-1567. Matsaganis, M. & Leventi, Ch. (2014), “Poverty and Inequality during the Great Recession in Greece”, Political Studies Review, 12: 209-223. Matsubayashi, T. & Ueda, M. (2014), “Disability and Voting”, Disability and Health Journal, 7 (3): 285-291. Matsui, S. (2007), “The Voting Rights of Japanese Citizens Living Abroad”, International Journal of Constitutional Law, 5, No. 2, σσ. 332-342. NCSL (National Conference of State Legislatures) (2019), Absentee and early voting available at: Oliver, M. (1990), The Politics of Disablement, Basingstoke, Palgrave Macmillan. Oliver, M. (1996), Understanding Disability-From theory to practice, Basingstoke, Palgrave. Oliver, Μ. (1983), Social Work with Disabled People, London, Palgrave Macmillan. OSCE (Organisation for Security and Co-operation in Europe) (2017), Persons with disabilities and ensuring their right to participated in political and public life, Βαρσοβία, OSCE. OSCE (2019), “Greece: Parliamentary elections October 2019, ODIHR Needs assessment report 10-12 April 2019”, Βαρσοβία, OSCE. Pater, K. (2019), «Τα Πραγματικά Δικαιώματα Ψήφου στις Ευρωεκλογές των Ατόμων με Αναπηρίες, Ενημερωτική Έκθεση», Βρυξέλλες: Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Priestley, M., Stickings, M., Loja, E., Grammenos, S., Lawson, A., Waddington, L. & Fridiksdottir, B. (2016), “The Political Participation of Disabled People in Europe: Rights, accessibility and representation”, Electoral Studies, 42Q 1-9. Prince, M. J. (2007), The Electoral Participation of Persons with Special Needs, Toronto, Chief Electoral Officer of Canada. Puumalainen, J. (2011), “Participation in Community and Political Life of Persons with Severe Disabilities”, International Journal of Rehabilitation Research, 34 (4): 274-281. Redley, M. (2008), “Citizens with Learning Disabilities and the Right to Vote”, Disability and Society, 23 (4): 375-384. Ryan, T., Henderson, A. & Bonython, W. (2016), “Voting with an ‘Unsound Mind’? A comparative study of the voting rights of persons with mental disabilities”, University of New South Wales Law Journal, 30 (3): 1038-1071. Schriner, K., Ochs L. A. & Shields, T. G. (1997), “The Last Suffrage Movement: Voting rights for persons with cognitive and emotional disabilities”, Publius: The Journal of Federalism, 27 (3): 75-96. Schur, L. A. & Kruse, D. L. (2000), “What Determines Voter Turnout?: Lessons from citizens with disabilities”, Social Science Quarterly, 81 (2): 571-587. Schur, L. & Adya, M. (2013), “Sidelined or Mainstreamed? Political Participation and Attitudes of People with Disabilities in the United States”, Social Science Quarterly, 94 (3): 811-839. 65 Schur, L. & Kruse, D. (2016), Projecting the Number of Eligible Voters with Disabilities in the November 2016 Elections, New Jersey, Rutgers University. Schur, L., Adya, M. & Kruse, D. (2013), Disability, Voter Turnout, and Voting Difficulties in the 2012 Elections, Report to the U.S. Election Assistance Commission and Research Alliance for Accessible Voting, New Jersey, Rutgers University. Schur, L., Shields, T. & Schriner, K. (2005α), “Generational Cohorts, Group Membership, and Political Participation by People with Disabilities”, Political Research Quarterly, 58 (3): 487-496. Schur, L., Shields, T. & Schriner, K. (2005β), “Voting”, σε G. Albrecht (επιμ.) Encyclopedia of Disability, Thousand Oaks, Sage, σσ. 1615-1619. Schur, L., Shields, T., Kruse, D. & Schriner, K. (2002), “Enabling Democracy: Disability and voter turnout”, Political Research Quarterly, 55 (2): 167-190. Skelton, T. & Valentine, G. (2003), “Political Participation, Political Action and Political Identities: Young D/deaf people's perspectives”, Space and Polity, 7 (2): 117-134. Smith, R. W., Austin, D. R., & Kennedy, D. W. (1996), Inclusive special recreation. Opportunities for persons with disabilities, third edition, Madison, Brown and Benchmark. Strati, E. (2013), “Country Reports on Citizenship and Political Participation, European network of academic experts in the field of disability (ANED)”, Leeds, University of Leeds. Sutton, H. (2019), “Disabled Community Voting Bloc Holds Potential Power”, Disability Compliance for Higher Education, 24 (6): 9, DOI 10.1002/dhe The Mainichi (2018), Last Municipality in Japan Scraps Electronic Voting System, 4 April 2018, available at: https://mainichi.jp/english/articles/20180404/p2a/00m/0na/023000c Tokaji, D. P. & Colker, R. (2006), “Absentee Voting by People with Disabilities: Promoting access and integrity”, McGeorge Law Review, 38 (4): 1015-1064. Union of Physically Impaired Against Segregation (UPIAS) (1976), Fundamental Principles of Disability, London, UPIAS and the Disability Alliance, available at: http://www.leeds.ac.uk/disability- studies/archiveuk/UPIAS/fyndamental%20principles.pdf Vantsis, D., K. (2008), “Disabled People and Tourism: Thoughts and considerations for the tourist industry”, at the conference organised by DRATTE titled: 1st International Conference on Tourism and Hospitality Management, Athens 13-15/6/2008, σσ. 340- 349. Vantsis, D., K. (2009), “Archaeological Sites, Monuments and Museums in Greece: ‘A bridge too far’ for the disabled tourists?”, 2nd Regional Two-day Conference (SE Europe- Mediterranean) on the accessibility of building and urban infrastructure titled: Tourists and tourism, Novi Sad 23-24/4/2009. Verba, S., Schlozman K. L. & Brady H. E. (1995), Voice and Equality, Civic voluntarism in American politics, Cambridge, Mass., Harvard University Press. Vorhaus, J. (2005), “Citizenship, Competence and Profound Disability”, Journal of Philosophy of Education, 39 (3): 461-475. Weiss, D. V. (1988), “Work with Local Election Officials to Make Polling Places Accessible”, Journal of Rehabilitation, 54 (2): 8-9. World Health Organization (WHO) (2015), Global Disability Action Plan 2014-2021, Geneva, World Health Organization. World Health Organization (WHO) & The World Bank (WB) (2011), World Report on Disability, Malta, World Health Organization. Βάντσης, Δ. Κ. (2007), «Αναπηρία και Τουρισμός. Προκαταλήψεις, Προκλήσεις και Ευκαιρίες», σε Ν. Σακκάς (επιμ.), 1ο Περιφερειακό Διήμερο Εργασίας (ΝΑ Ευρώπη- Μεσόγειος) για την προσπελασιμότητα των κτιριακών και αστικών υποδομών με θέμα: Προσπελασιμότητα και τουρισμός, 29-30 Σεπτεμβρίου 2006, Χερσόνησος Κρήτης, σσ. 1- 16 (ενδεικτική αρίθμηση). Βουλή των Ελλήνων (2008), Σύνταγμα της Ελλάδας Όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008 της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων. 66 Γιακουμής, Ε. (2019), Ψήφος Ελλήνων του εξωτερικού – Συναίνεση με αστερίσκους- Χάθηκε η επιστολική ψήφος, CNN Greece 23/10/2019, available at: https://www.cnn.gr/news/politiki/story/194830/psifos-ellinon-exoterikoy-synainesi- me-epifylaxeis-xathike-i-epistoliki-psifos ΕΛΣΤΑΤ 2003. Άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία (Αποτελέσματα έρευνας), Δελτίο Τύπου, 3.6.2013, Αθήνα, ΕΛΣΤΑΤ. ΕΣΑΕΑ (Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες) (1996), Έκθεση για την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα – Εξίσωση των ευκαιριών- καταπολέμηση των διακρίσεων, χ.τ.: ΕΣΑΕΑ. ΕΣΑμεΑ (Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία) (2008), Η κοινωνία τοποθετείται για την αναπηρία και απαιτεί τη λήψη μέτρων για την προστασία των ατόμων με αναπηρία από τις διακρίσεις και τον αποκλεισμό, Αθήνα: ΕΣΑμεΑ. ΕΣΑμεΑ (Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία) (2019α), Ανθρώπινα Δικαιώματα και Άτομα με Αναπηρία – Εναλλακτική Έκθεση – Ελλάδα 2019 (τελική έκδοση) και απαντήσεις στον Κατάλογο Θεμάτων και Συστάσεις για τη 22 Σύνοδο (Αύγουστος 26-Σεπτέμβριος 20), Αθήνα: ΕΣΑμεΑ. ΕΣΑμεΑ (Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία) (2019β.) Οι συστάσεις του ΟΗΕ για την εφαρμογή της Σύμβασης των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρίες, ισχυρή εντολή για τη χώρα μας, πολύτιμο εργαλείο για το αναπηρικό κίνημα, Αθήνα: ΕΣΑμεΑ. ΚΕΠΕ (1989), Κοινωνική Πρόνοια, Αθήνα: ΚΕΠΕ. ΚΥΑ 31335/25-4-2019 Άσκηση εκλογικού δικαιώματος των κρατουμένων κατά τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαΐου 2019, ΦΕΚ 1453, τεύχος Β. Νόμος 2447/96, «Κύρωση σε Κώδικα του Σχεδίου Νόμου ‘Υιοθεσία, Επιτροπεία και Αναδοχή Ανηλίκου, Δικαστική Συμπαράσταση, Δικαστική Επιμέλεια Ξένων Υποθέσεων και Συναφείς Ουσιαστικές, Δικονομικές και Μεταβατικές Διατάξεις’», ΦΕΚ 278, τεύχος Α. Νόμος 4067/12, «Νέος Οικοδομικός Κανονισμός», ΦΕΚ 79, τεύχος Α. Νόμος 4074/12, «Κύρωση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες», ΦΕΚ 88, τεύχος Α. ΠΔ 26/15-3-2012, «Κωδικοποίηση σ’ Ενιαίο Κείμενο των Διατάξεων της Νομοθεσίας για την Εκλογή Βουλευτών», ΦΕΚ 57, τεύχος Α. Το Βήμα (2019), «Ψήφος Αποδήμων: Τι πιστεύουν τελικά τα κόμματα και ποια η αλήθεια», Το Βήμα 12/10/19, διαθέσιμο από: https://www.tovima.gr/2019/10/12/vimatv/psifos- apodimon-ti-pisteyoun-telika-ta-kommata-kai-poia-i-alitheia/ Υπουργείο Εσωτερικών (2012), «Διευκολύνσεις για την Άσκηση του Εκλογικού Δικαιώματος από Πολίτες με Αναπηρίες κατά τις Γενικές Βουλευτικές Εκλογές της 6ης Μαΐου 2012», Εγκύκλιος 20/19-4-2012, Υπουργείο Εσωτερικών (2019α), «∆ιευκολύνσεις για την Άσκηση του Εκλογικού Δικαιώµατος από Πολίτες µε Αναπηρία στις Αυτοδιοικητικές Εκλογές της 26ης Μαΐου 2019 και τις Επαναληπτικές τους, καθώς και τις Εκλογές για την Ανάδειξη των Μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαΐου 2019», Εγκύκλιος 17/12-4-2019. Υπουργείο Εσωτερικών (2019β), Διευκολύνσεις για την Άσκηση του Εκλογικού Δικαιώματος από Πολίτες με Αναπηρία στις Γενικές Βουλευτικές Εκλογές της 7 ης Ιουλίου 2019, Εγκύκλιος 67/25-6-2019 Φλεβάρη, Κ., Τζανάκης, Μ. & Αλεξιάς, Γ. (2019), «Από το Όραμα της Αποϊδρυματοποίησης στη Διαχείριση της Ψυχοκοινωνικής Αναπηρίας», σε Α. Ζήση & Μ. Σαββάκης (επιμ.), Αναπηρία και Κοινωνία – Σύγχρονες θεωρητικές προκλήσεις και ερευνητικές προοπτικές, Θεσσαλονίκη, Τζιόλα, σσ. 143-173. Φραγκούλη, Α. (2003), «Συνεταιρισμοί και Εργασιακή Αποκατάσταση. Στοιχεία για οργανώσεις και κινήματα χρηστών ψυχικής υγείας σε διάφορες χώρες», σε Δ. Δαμίγος (επιμ.), Αποασυλοποίηση και η Σχέση της με την Πρωτοβάθμια Περίθαλψη, Αθήνα: Παπαζήση, σσ. 532-545. 67 Στάσεις της Ελληνικής Κοινωνίας Απέναντι στη Μετανάστευση: Ερευνητικά Αποτελέσματα και Τάσεις κατά την Τελευταία Εικοσαετία Χριστίνα Βαρουξή1 Περίληψη Η αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών αφίξεων στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία έχει αποτελέσει μείζον ζήτημα της δημόσιας συζήτησης, άλλοτε με όρους αποδοχής και ένταξης των μεταναστευτικών πληθυσμών και άλλοτε με όρους απόρριψης και απομάκρυνσης των πληθυσμών αυτών από τη χώρα. Στην παρούσα εισήγηση θα εξετάσουμε το βαθμό στον οποίο έχουν μεταβληθεί οι στάσεις των Ελλήνων απέναντι στη μετανάστευση προς τη χώρα, κατά την τελευταία εικοσαετία, καθώς και τη σχέση της μεταβολής αυτής με τις αντιλήψεις τους για τις αρνητικές ή θετικές επιδράσεις της παρουσίας μεταναστευτικών πληθυσμών στην οικονομία, την πολιτιστική ζωή και την ποιότητα ζωής στην Ελλάδα. Λέξεις-κλειδιά: μεταναστευτικοί πληθυσμοί, αποδοχή, απόρριψη, στάσεις των Ελλήνων, ερευνητικά αποτελέσματα. Εισαγωγή Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η Ελλάδα γνωρίζει ένα πρωτόγνωρο κύμα μαζικής ροής μεικτών μεταναστευτικών ρευμάτων και από παραδοσιακή χώρα αποστολής μεταναστών σε άλλες χώρες έχει μετατραπεί σε χώρα υποδοχής τους.2 Η ανατροπή αυτή έχει διαμορφώσει συνθήκες ανασύνθεσης του πληθυσμού καθώς και μεταστροφής των στάσεων της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες. Ως αποτέλεσμα, η αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών εισροών προς τη χώρα έχει αναδειχθεί σε μείζον ζήτημα της πολιτικής και δημόσιας συζήτησης, άλλοτε με όρους αποδοχής, αξιοπρεπούς υποδοχής και μακροπρόθεσμης ένταξης των μεταναστευτικών πληθυσμών και άλλοτε με όρους απόρριψης, αποτροπής και απομάκρυνσης των μετακινούμενων πληθυσμών από την Ελλάδα. 3 Στην παρούσα εισήγηση θα εξετάσουμε το βαθμό στον οποίο έχουν μεταβληθεί οι στάσεις των Ελλήνων πολιτών απέναντι στην παρουσία των μεταναστών στη χώρα κατά την τελευταία εικοσαετία, καθώς και τη σχέση της μεταβολής αυτής με τις αντιλήψεις τους για τις αρνητικές ή θετικές επιδράσεις της μετανάστευσης στην οικονομία, την πολιτιστική ζωή, την ευημερία και την ποιότητα ζωής στην Ελλάδα. 1Ειδική Λειτουργική Επιστήμονας, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών,
[email protected]2 Για μια συνοπτική περιγραφή των μεταναστευτικών εισροών στην Ελλάδα, βλ. Κοτζαμάνης & Καρκούλη 2016, Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, 2019. 3 Για μια κριτική αποτίμηση της πολιτικής διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, βλ. ενδεικτικά Γεωργαράκης 2009, Βαρουξή 2009, Βαρουξή και Στρατουδάκη 2015. 69 Για τις ανάγκες της εισήγησης θα αξιοποιήσουμε δεδομένα από έρευνες στις οποίες συμμετείχε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, όπως την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα4 και την Παγκόσμια Έρευνα Αξιών,5 καθώς και δεδομένα από έρευνες του Ευρωβαρόμετρου,6 οι οποίες διαχρονικά καταγράφουν τις δημόσιες στάσεις στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δεδομένα που αντλούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα καλύπτουν, σε γενικές γραμμές, την πρώτη δεκαετία της εξεταζόμενης περιόδου (2002-2011), ενώ τα δεδομένα της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών και του Ευρωβαρόμετρου ανιχνεύουν τη διαμόρφωση τάσεων στη διάρκεια της δεύτερης δεκαετίας (2012-2019). Στόχος της εισήγησης είναι να περιγράψει συνοπτικά, βάσει επιλεγμένων θεματικών δεδομένων και όπου αυτό κρίνεται εφικτό με μεθοδολογική ασφάλεια, τη δεκτικότητα ή τη δυσανεξία της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση, όπως έχει αυτή διαμορφωθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στάσεις απέναντι στους μετανάστες: ευρήματα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας Σε ότι αφορά την πρώτη δεκαετία της εξεταζόμενης περιόδου, σύμφωνα με τα ευρήματα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, η ελληνική κοινωνία φαίνεται να επιδεικνύει μια σταθερά αρνητική στάση απέναντι στη μετανάστευση, διακρίνοντας μάλιστα ανάμεσα σε διαφορετικούς τύπους μεταναστών και με μια σαφή ιεραρχία προτιμώμενου μετανάστη αυτού της ίδιας φυλής ή εθνικής ομάδας. Στην ερώτηση εάν οι Έλληνες προτιμούν η χώρα τους να επιτρέψει την πρόσβαση σε πολλούς ή λίγους μετανάστες, η οποία διακρίνεται στα ερωτήματα «σε ποιό βαθμό πιστεύετε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να επιτρέπει σε άτομα που ανήκουν στην ίδια φυλή ή εθνική ομάδα στην οποία ανήκει και η πλειοψηφία των Ελλήνων να έρθουν και να ζήσουν εδώ», «ποιά η άποψή σας για τα άτομα από διαφορετική φυλή ή εθνική ομάδα», «τί πιστεύετε για τα άτομα που προέρχονται από τις φτωχότερες χώρες εκτός Ευρώπης», οκτώ στους δέκα Έλληνες απαντούν ότι πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε λίγους ή σε κανέναν μετανάστη η είσοδος και παραμονή στη χώρα, όταν αυτοί ανήκουν σε διαφορετική φυλή ή εθνική ομάδα (πίνακας 1, διάγραμμα 1), ή όταν προέρχονται από φτωχότερες χώρες εκτός Ευρώπης (πίνακας 2, διάγραμμα 2). 4 Τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας που αξιοποιούνται στην παρούσα εισήγηση αφορούν τους τέσσερις γύρους της έρευνας στους οποίους συμμετείχε η Ελλάδα με ευθύνη του Ε.Κ.Κ.Ε. και ειδικότερα τον 1ο γύρο (2002-2003), τον 2ο γύρο (2004-2005), τον 4ο γύρο (2008-2009) και τον 5ο γύρο (2010-2011) της έρευνας. Για μια λεπτομερή παρουσίαση των βασικών ευρημάτων της έρευνας σχετικά με τη μετανάστευση στην Ελλάδα, βλ. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών 2003, Καφετζής, Μαλούτας & Τσίγκανου 2007, Τσίγκανου 2010, Παπλιάκου, Σταθοπούλου & Στρατουδάκη 2011. 5 Τα δεδομένα της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών που αξιοποιούνται στην παρούσα εισήγηση αφορούν τον 7ο γύρο της έρευνας (2017-2019), στον οποίο συμμετείχε το Ε.Κ.Κ.Ε. Για μια αδρομερή παρουσίαση βασικών ευρημάτων του 7ου γύρου της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών για την Ελλάδα βλ. διαΝΕΟσις 2018, Κονιόρδος 2018. 6 Τα δεδομένα του Ευρωβαρόμετρου που αξιοποιούνται στην παρούσα εισήγηση αφορούν τόσο τις εξαμηνιαίες μετρήσεις του Τακτικού Ευρωβαρόμετρου (2012-2019), όσο και τις έρευνες του Ευρωβαρόμετρου για την ένταξη των μεταναστών στην Ε.Ε. (2011 και 2017). 70 Πίνακας 1: Πολιτική για άτομα διαφορετικής φυλής ή εθνικής ομάδας « ..για ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετική φυλή ή εθνική ομάδα, η (χώρα) οφείλει … » 1ος Γύρος 2ος Γύρος 4ος Γύρος 5ος Γύρος 2002/2003 2004/2005 2008/2009 2010/2011 Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ν=2566 Ν=42359 Ν=2406 Ν=47537 Ν=2072 Ν=43099 Ν=2715 Ν=50781 Να επιτρέπει σε πολλούς να έρχονται 3,0 9,4 4,4 11,6 4,2 12,5 4,6 13,0 και να ζουν εδώ Να επιτρέπει σε αρκετούς να έρχονται 10,7 37,4 14,8 35,7 11,1 35,6 10,5 35,1 και να ζουν εδώ Να επιτρέπει σε λίγους να 58,1 36,6 54,2 32,8 54,5 33,9 43,6 32,2 έρχονται και να ζουν εδώ Να μην επιτρέπει σε κανέναν να 24,6 11,6 25,6 16,1 28,5 14,5 39,9 16,0 έρχεται και να ζει εδώ ΔΓ/ΔΑ 3,6 4,9 0,9 3,8 1,6 3,5 1,4 3,7 Σύνολο 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα Διάγραμμα 1: «... για ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετική φυλή ή εθνική ομάδα, η (χώρα) οφείλει ...» "Να επιτρέπει σε λίγους - σε κανέναν" 90% 80% 70% 60% 50% Ελλάδα 40% Ευρώπη 30% 20% 10% 0% 2003 2005 2009 2011 Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα. 71 Πίνακας 2: Πολιτική για τους Αλλοδαπούς από Φτωχότερες Χώρες εκτός Ευρώπης «… για ανθρώπους που προέρχονται από φτωχότερες χώρες εκτός Ευρώπης, η … (χώρα) οφείλει …» 1ος Γύρος 2ος Γύρος 4ος Γύρος 5ος Γύρος 2002/2003 2004/2005 2008/2009 2010/2011 Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ν=2566 Ν=4235 Ν=2406 Ν=47537 Ν=2072 Ν=43099 Ν=2715 Ν=50781 9 Να επιτρέπει σε πολλούς να 2,9 10,2 4,4 11,1 3,6 11,5 4,5 11,4 έρχονται και να ζουν εδώ Να επιτρέπει σε αρκετούς να έρχονται 11,0 37,5 14,8 33,9 11,0 32,9 8,5 31,7 και να ζουν εδώ Να επιτρέπει σε λίγους να 59,2 36,3 53,2 33,2 49,6 34,1 42,7 32,8 έρχονται και να ζουν εδώ Να μην επιτρέπει σε κανέναν να 23,4 10,9 26,6 17,7 34,2 17,3 42,7 19,9 έρχεται και να ζει εδώ ΔΓ/ΔΑ 3,5 5,1 1,0 4,1 1,7 4,2 1,6 4,2 Σύνολο 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα. Διάγραμμα 2: «… για ανθρώπους που που προέρχονται από τις φτωχότερες χώρες εκτός Ευρώπης, η … (χώρα) οφείλει …» "Να επιτρέπει σε λίγους - σε κανέναν" 90% 80% 70% 60% 50% Ελλάδα 40% Ευρώπη 30% 20% 10% 0% 2003 2005 2009 2011 Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα 72 Όπως αποτυπώνεται στους παραπάνω πίνακες, το ελληνικό κοινό θεωρεί ως πλέον αποδεκτή πολιτική απέναντι στους μετανάστες εκείνη που επιτρέπει μόνο σε λίγους ή σε κανέναν την είσοδο και παραμονή στη χώρα, με την Ελλάδα μάλιστα να συγκεντρώνει αυξημένα ποσοστά απορριπτικών στάσεων τα οποία, συγκριτικά με αυτά άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όχι μόνο παγιώνονται σε υψηλά επίπεδα, αλλά οξύνονται διαρκώς στη διάρκεια της δεκαετίας. Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας αφορά στο πώς αξιολογούνται οι επιπτώσεις της παρουσίας μεταναστών στις κοινωνίες υποδοχής και ειδικότερα στην ποιότητα ζωής, την οικονομία και την πολιτιστική ζωή της κάθε χώρας. Ειδικότερα, οι Έλληνες ερωτήθηκαν εάν η παρουσία των ξένων στη χώρα «κάνουν την Ελλάδα καλύτερο ή χειρότερο μέρος για να ζήσει κανείς», εάν «η πολιτιστική ζωή της Ελλάδας γενικά υποβαθμίζεται ή εμπλουτίζεται» και εάν είναι «γενικά καλό ή κακό για την ελληνική οικονομία το ότι έρχονται να ζήσουν εδώ άνθρωποι από άλλες χώρες». Οι ερωτηθέντες έδωσαν τις απαντήσεις τους σε μια κλίμακα από το 0 έως το 10, με το 0 να δηλώνει την πλέον αρνητική επίδραση και το 10 την πλέον θετική επίδραση των μεταναστών. Όπως αποτυπώνεται στα ευρήματα, περίπου ένας στους δύο Έλληνες, με αυξημένη δυσανεξία σε βάθος δεκαετίας, εκτιμά ότι η παρουσία των μεταναστών στην Ελλάδα απειλεί τόσο τη γενικότερη ευημερία και ποιότητα ζωής στη χώρα, όσο και την πολιτιστική ζωή και την εθνική της οικονομία (πίνακες 3, 4 και 5). Πιο συγκεκριμένα, οι πολίτες της Ελλάδας, σε αντίθεση με τους περισσότερους ευρωπαίους πολίτες, εκτιμούν ότι η άφιξη μεταναστών στη χώρα την κάνει χειρότερο μέρος για να ζει κανείς, ότι η πολιτιστική ζωή (και άρα ομοιογένεια) της χώρας τους υποβαθμίζεται και ότι η παρουσία των ξένων είναι κακή για την οικονομία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ελληνικό ποσοστό ανασφάλειας όσον αφορά την επίδραση των ξένων στη χώρα διαμορφώνεται σε 49,3% το 2003 (Ευρώπη: 24,1%), 51,8% το 2005 (Ευρώπη: 27%), 53,6% το 2009 (Ευρώπη: 24,9%) και 62,9% το 2011 (Ευρώπη: 27,1%). Όσον αφορά την πολιτιστική ζωή το ελληνικό ποσοστό ανασφάλειας διαμορφώνεται σε 46,2% το 2003 (Ευρώπη: 16,8%), 46,6% το 2005 (Ευρώπη: 22%), 50,4% το 2009 (Ευρώπη: 21%) και 55,9% το 2011 (Ευρώπη: 24,2%) και όσον αφορά την εθνική οικονομία το ελληνικό ποσοστό ανασφάλειας διαμορφώνεται σε 48,3% το 2003 (Ευρώπη: 24,3%), 46% το 2005 (Ευρώπη: 29,1%), 51,7% το 2009 (Ευρώπη: 26,2%) και 57,2% το 2011 (Ευρώπη: 30,1%). Όπως παρατηρείται και στα τρία ερωτήματα, η Ελλάδα συγκεντρώνει ιδιαίτερα υψηλά αρνητικά ποσοστά, τα οποία αυξάνουν σε βάθος δεκαετίας και σε σύγκριση με αυτά του συνόλου των ευρωπαϊκών χωρών, διαμορφώνονται σε σχεδόν διπλάσια επίπεδα. 73 Πίνακας 3: Επίδραση των ξένων στην ποιότητα ζωής της … (χώρα) Κλίμακα μέτρησης 0-10, όπου 0 = ‘οι ξένοι κάνουν τη … (χώρα) χειρότερο μέρος για να ζήσει κανείς’, 10 = ‘οι ξένοι κάνουν τη … (χώρα) καλύτερο μέρος για να ζήσει κανείς’. 1ος Γύρος 2ος Γύρος 4ος Γύρος 5ος Γύρος 2002/2003 2004/2005 2008/2009 2010/2011 Θέσεις Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Κλίμα- Ν=2566 Ν=42359 Ν=2406 Ν=47537 Ν=2072 Ν=43099 Ν=2715 Ν=50781 κας 0 12,6 4,5 10,7 5,4 15,9 4,8 17,4 5,1 1 11,5 3,6 13,7 4,4 12,1 3,9 14,1 4,5 2 11,1 6,3 14,1 7,2 13,2 6,7 16,0 7,3 3 14,1 9,7 13,3 10,0 12,4 9,5 15,4 10,2 4 12,4 10,5 10,7 10,0 10,1 9,8 11,4 10,4 5 20,7 32,2 19,1 28,0 21,9 28,0 15,5 27,1 6 5,4 8,6 6,2 8,9 5,2 9,8 3,9 9,4 7 3,7 8,5 4,6 8,7 4,2 10,1 2,6 9,4 8 2,3 6,5 3,0 6,8 2,1 7,6 1,5 7,0 9 1,1 2,0 1,1 2,1 ,8 2,5 0,7 2,1 10 1,2 2,3 1,4 2,4 ,6 2,4 0,2 2,3 ΔΓ/ΔΑ 3,9 5,2 2,1 6,1 1,5 4,9 1,3 5,3 Σύνολο 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 Μέσος 3,4 4,8 3,4 4,7 3,2 4,9 2,8 4,7 όρος Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα Πίνακας 4: Επίδραση των ξένων στην (εθνική) πολιτιστική ζωή Κλίμακα μέτρησης 0-10, όπου 0 = ‘με τους ξένους η πολιτιστική ζωή υποβαθμίζεται’, 10 = ‘με τους ξένους η πολιτιστική ζωή εμπλουτίζεται’. 1ος Γύρος 2ος Γύρος 4ος Γύρος 5ος Γύρος 2002/2003 2004/2005 2008/2009 2010/2011 Θέσεις Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Κλίμακας Ν=2566 Ν=42359 Ν=2406 Ν=47537 Ν=2072 Ν=43099 Ν=2715 Ν=50781 0 12,5 3,4 9,8 4,5 15,3 4,1 15,3 4,8 1 10,9 2,7 10,7 3,7 12,1 3,5 13,4 4,1 2 10,9 4,4 12,7 5,8 10,2 5,5 12,8 6,5 3 11,9 6,3 13,4 8,0 12,8 7,9 14,4 8,8 4 11,7 6,7 10,8 7,5 9,9 7,6 11,2 8,2 5 17,7 20,9 17,5 19,4 19,3 18,3 17,5 19,9 6 5,7 9,9 7,3 10,1 8,2 10,5 5,2 10,3 7 5,1 14,6 6,2 13,1 5,4 14,3 4,5 13,4 8 3,6 13,8 5,2 12,5 3,1 13,2 2,7 11,1 9 2,0 5,6 1,6 4,6 1,0 5,0 0,8 4,0 10 1,6 5,9 1,5 5,4 1,3 5,2 0,7 4,3 ΔΓ/ΔΑ 6,6 5,7 3,4 5,5 1,4 4,8 1,5 4,7 Σύνολο 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 Μέσος 3,6 5,8 3,8 5,4 3,5 5,5 3,2 5,2 όρος Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα 74 Πίνακας 5: Επίδραση των ξένων στην (εθνική) οικονομία Κλίμακα μέτρησης 0-10, όπου 0 = ‘οι ξένοι είναι κακό για την (εθνική) οικονομία’, 10 = ‘οι ξένοι είναι καλό για την (εθνική) οικονομία’ 1ος Γύρος 2ος Γύρος 4ος Γύρος Ε.Κ.Ε. 5ος Γύρος Ε.Κ.Ε. 2002/2003 2004/2005 2008/2009 2010/2011 Θέσεις Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Ελλάδα Ευρώπη Κλίμα- Ν=2566 Ν=42359 Ν=2406 Ν=47537 Ν=2072 Ν=43099 Ν=2715 Ν=50781 κας 0 15,7 5,4 10,1 6,3 13,8 5,1 18,6 6,3 1 10,8 3,8 9,6 4,8 11,2 4,3 11,7 5,1 2 10,5 6,2 13,5 7,6 14,0 7,1 12,6 8,0 3 11,3 8,9 12,8 10,4 12,7 9,7 14,3 10,7 4 8,7 8,4 9,1 9,7 8,6 9,1 10,6 9,8 5 17,1 25,9 16,6 22,5 18,2 22,6 17,3 22,9 6 4,9 9,9 6,6 9,6 8,5 11,0 4,5 10,3 7 6,4 11,4 9,2 10,3 6,1 11,9 4,0 10,5 8 5,5 8,6 5,7 8,1 3,7 9,0 3,6 7,2 9 2,9 2,7 2,2 2,4 1,1 2,6 0,9 2,1 10 1,5 2,8 1,5 2,7 ,9 2,7 0,5 2,4 ΔΓ/ΔΑ 4,7 6,1 3,1 5,7 1,1 4,8 1,4 4,8 Σύνολο 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 Μέσος 3,6 5,0 3,9 4,7 3,5 4,9 3,1 4,6 όρος Πηγή: Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα Συνοψίζοντας τα ευρήματα για την πρώτη δεκαετία της εξεταζόμενης περιόδου, όπως αυτά αποτυπώνονται στους διαδοχικούς γύρους της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (2002-2011), γίνεται προφανές ότι το ελληνικό κοινό καταγράφει υψηλά ποσοστά δυσανεξίας προς τους μετανάστες. Σε γενικές γραμμές, οι Έλληνες πολίτες δεν προσδίδουν στη μετανάστευση θετικές συνέπειες για τη ώρα και πιστεύουν πως η παρουσία των μεταναστών απειλεί τα οικονομικά αλλά και τα συμβολικά συμφέροντα του πληθυσμού. Όπως εκτιμάται, η ραγδαία αύξηση του αριθμού των μεταναστών σε βάθος δεκαετίας ενεργοποίησε αμυντικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας και τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας και, σε συνδυασμό με το βάρος των προβλημάτων που συνδέθηκαν κυρίως με την οικονομία και την αγορά εργασίας, συνέβαλε αποφασιστικά σε μια γενικευμένη αίσθηση κοινωνικής και οικονομικής ανασφάλειας, η οποία εν πολλοίς χρεώθηκε στους μετανάστες. Στάσεις Απέναντι στους Μετανάστες: Ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου Συνεχίζοντας στη δεύτερη δεκαετία της εξεταζόμενης περιόδου, κατά την οποία η Ελλάδα γνωρίζει μια οξεία οικονομική κρίση και μια πρωτόγνωρη αύξηση των προσφυγικών ροών από το 2015 και μετά, η μετανάστευση αποτελεί μια από τις πιεστικότερες προκλήσεις της χώρας. Οι εξελίξεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την παγίωση της απορριπτικής στάσης της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες. 75 Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ποιοτικής έρευνας του Ευρωβαρόμετρου για την ένταξη των μεταναστών, καταγράφεται ότι σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, οι μετανάστες δεν είναι ευπρόσδεκτοι στις κοινωνίες υποδοχής, είτε λόγω της αυξανόμενης εισροής τους, είτε λόγω της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας στην τοπική αγορά εργασίας. Βάσει των πορισμάτων της έρευνας, οι μη κοινοτικοί μετανάστες προσλαμβάνονται ως απειλή τόσο για τις θέσεις εργασίας του ντόπιου πληθυσμού όσο και για την τοπική κουλτούρα, ενώ ως επιβαρυντικοί παράμετροι της αρνητικής πρόσληψης των μεταναστών από την ελληνική κοινωνία αναφέρονται και η απουσία μιας εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής που θα στοχεύει στην ένταξή τους, αλλά και η έλλειψη επιθυμίας εκ μέρους τους να ενταχθούν στη νέα τους κοινωνία.7 Όπως επίσης διαπιστώνεται από τις εξαμηνιαίες μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου,8 συνεχές εύρημα για πολλά χρόνια αποτελεί η έντονη δυσαρέσκεια των Ελλήνων πολιτών για τη μετανάστευση ανθρώπων από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πιο συγκεκριμένα, σχεδόν 8 στους 10 Έλληνες δηλώνουν σταθερά ότι η μετανάστευση από χώρες εκτός Ε.Ε. τους προκαλεί συνολικά αρνητικά συναισθήματα, με τα ελληνικά αρνητικά ποσοστά να ξεπερνούν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (πίνακας 6, διάγραμμα 3). Πίνακας 6: Θετικό ή αρνητικό συναίσθημα Η μετανάστευση από χώρες εκτός Ε.Ε. (% - ΣΥΝΟΛΟ ‘ΑΡΝΗΤΙΚΟ’) ΕΒ 82 ΕΒ 83 ΕΒ 84 ΕΒ 85 ΕΒ 86 ΕΒ 87 ΕΒ 88 ΕΒ 89 ΕΒ 90 ΕΒ 91 ΕΒ 92 11/20 5/20 11/20 5/20 11/20 5/20 11/20 3/20 11/20 6/201 11/20 14 15 15 16 16 17 17 18 18 9 19 EL 75 78 75 73 70 72 76 74 77 68 72 EU 57 56 59 58 56 54 54 52 53 48 44 Πηγή: Τακτικά Ευρωβαρόμετρα 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91,92. 7 Qualitative Eurobarometer - Aggregate Report, July 2011. 8 Τακτικά Ευρωβαρόμετρα, 2012-2019. 76 Διάγραμμα 3: Θετικό ή αρνητικό συναίσθημα Η μετανάστευση από χώρες εκτός Ε.Ε. Ελλάδα 2014-2019 45% 40% 35% 30% 25% 20% 15% 10% 5% 0% 11/2014 5/2015 11/2015 5/2016 11/2016 5/2017 11/2017 3/2018 11/2018 6/2019 11/2019 Πολύ θετικό Αρκετά θετικό Αρκετά αρνητικό Πολύ αρνητικό ΔΓ/ΔΑ Πηγή: Τακτικό Ευρωβαρόμετρο Επιπρόσθετα, όπως καταγράφεται σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, η πλειοψηφία των Ελλήνων αξιολογεί αρνητικά τη συνεισφορά των μεταναστών στη χώρα, με τα ελληνικά αρνητικά ποσοστά να υπερβαίνουν κατά πολύ αυτά του συνόλου των ευρωπαϊκών χωρών, τα οποία διαμορφώνονται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα (πίνακας 7, διάγραμμα 4). Πίνακας 7: Συνεισφορά μεταναστών στη χώρα Οι μετανάστες συνεισφέρουν πολύ στη χώρα μας (% - ΣΥΝΟΛΟ ‘ΔΙΑΦΩΝΩ’) ΕΒ 77 ΕΒ 81 ΕΒ 83 ΕΒ 84 ΕΒ 85 ΕΒ 86 ΕΒ 87 ΕΒ 88 ΕΒ 89 ΕΒ 90 ΕΒ 91 ΕΒ 92 5/201 5/201 5/201 11/201 5/201 11/201 5/201 11/201 3/201 11/201 6/201 11/201 2 4 5 5 6 6 7 7 8 8 9 9 EL 66 60 68 67 78 72 71 74 75 71 68 76 E 43 45 44 50 52 49 46 45 45 43 40 40 U Πηγή: Τακτικά Ευρωβαρόμετρα 77, 81, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92 77 Διάγραμμα 4: Οι μετανάστες συνεισφέρουν πολύ στη χώρα μας (% - ΣΥΝΟΛΟ ‘ΔΙΑΦΩΝΩ’) 2012 -2019 100% 80% 60% 40% EL 20% 0% EU Πηγή: Τακτικό Ευρωβαρόμετρο. Σε αυτές τις συνθήκες, η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινής γνώμης κρίνει απαραίτητη τη λήψη πρόσθετων μέτρων για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνολικά ποσοστά συμφωνίας τόσο υψηλά, που σχεδόν διαγράφουν μια ομόφωνη αποδοχή των πρόσθετων μέτρων (πίνακας 8, διάγραμμα 5). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα ειδικής έρευνας του Ευρωβαρόμετρου το 2017, 58% των Ελλήνων εκτιμά ότι οι μετανάστες που διαμένουν παράνομα στη χώρα είναι περισσότεροι από όσους διαμένουν νόμιμα (21%). Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο που καταγράφεται στην έρευνα μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης καθώς και πολύ υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (29%).9 Πίνακας 8: Λήψη πρόσθετων μέτρων για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης από χώρες εκτός Ε.Ε. (% - ΣΥΝΟΛΟ ‘ΣΥΜΦΩΝΩ’) ΕΒ 82 ΕΒ 83 ΕΒ 84 ΕΒ 85 ΕΒ 86 ΕΒ 87 ΕΒ 88 ΕΒ 89 ΕΒ 90 ΕΒ 91 11/2014 5/2015 11/2015 5/2016 11/2016 5/2017 11/2017 3/2018 11/2018 6/2019 EL 96 99 97 98 95 96 94 95 97 94 EU 82 85 89 89 86 87 86 85 86 82 Πηγή: Τακτικά Ευρωβαρόμετρα 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91 9 Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 469, Απρίλιος 2018. 78 Διάγραμμα 5: Λήψη πρόσθετων μέτρων για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης ατόμων εκτός Ε.Ε. (% ΣΥΝΟΛΟ ‘ΣΥΜΦΩΝΩ’) 2014 - 2019 100% 90% 80% 70% 60% 50% 40% EL 30% EU 20% 10% 0% Πηγή: Τακτικό Ευρωβαρόμετρο Το αρνητικό κλίμα απέναντι στους μετανάστες, όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω, επιβεβαιώνεται και από ευρήματα που αφορούν τις αντιλήψεις του ελληνικού κοινού για τον αντίκτυπο των μεταναστών στην κοινωνία. Όπως καταγράφεται στη σχετική έρευνα, 10 μόνο ένα 4% των Ελλήνων εκτιμά τον αντίκτυπο των μεταναστών πολύ θετικά, ενώ 61% των Ελλήνων εκφράζουν αρνητικές αντιλήψεις. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, το ελληνικό αρνητικό ποσοστό αποτελεί ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αρνητικής πρόσληψης του αντίκτυπου των μεταναστών στην κοινωνία, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τα ποσοστά της Βουλγαρίας (64%) και της Ουγγαρίας (60%), ενώ αποκλίνει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (ΕΕ:30%) (πίνακας 9). Πίνακας 9: Αντιλήψεις σχετικά με τον αντίκτυπο των μεταναστών στην κοινωνία (%) Μείγμα Πολύ Σχετικά Σχετικά Πολύ Σύνολο Σύνολο θετικών & θετική θετική αρνητική αρνητική θετική αρνητική αρνητικών αντίληψη αντίληψη αντίληψη αντίληψη αντίληψη αντίληψη αντιλήψεων EL 4 16 15 38 23 20 61 EU 13 29 23 21 9 42 30 Πηγή: Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 469 `Ως προς τις επιμέρους εκφάνσεις του αντίκτυπου αυτού, 62% των Ελλήνων πιστεύουν ότι οι μετανάστες βοηθούν να συμπληρωθούν θέσεις εργασίας για τις οποίες είναι δύσκολο να βρεθούν εργαζόμενοι στη χώρα μας, 60% ότι δεν εμπλουτίζουν την εθνική πολιτιστική ζωή, 75% ότι αποτελούν βάρος για το σύστημα 10 όπ. π. 79 πρόνοιας της χώρας, 70% ότι επιδεινώνουν τα προβλήματα εγκληματικότητας, 67% ότι δεν έχουν συνολικά θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία και ότι δεν φέρνουν νέες ιδέες ή/και δεν ενισχύουν την καινοτομία, ενώ 73% πιστεύει ότι παίρνουν τις δουλειές από τους εργαζόμενους στη χώρα (πίνακας 10). Πίνακας 10: Απόψεις σχετικά με τον αντίκτυπο των μεταναστών στην κοινωνία της χώρας (%) Σύνολο Συμφωνώ Σύνολο Διαφωνώ Ελλάδα Ε.Ε. Ελλάδα Ε.Ε. Βοηθούν να συμπληρωθούν θέσεις εργασίας για τις οποίες είναι δύσκολο να βρεθούν εργαζόμενοι στη 62 72 37 24 χώρα Εμπλουτίζουν την εθνική πολιτιστική ζωή (τέχνη, 38 61 60 34 μουσική, γαστρονομία, κλπ.) Αποτελούν βάρος για το σύστημα πρόνοιάς μας 75 56 23 38 Επιδεινώνουν τα προβλήματα εγκληματικότητας στη 70 55 28 38 χώρα Έχουν συνολικά θετικό αντίκτυπο στην εθνική 29 51 67 40 οικονομία Φέρνουν νέες ιδέες ή/και ενισχύουν την καινοτομία 30 49 67 41 στη χώρα Παίρνουν τις δουλειές από τους εργαζόμενους στη 73 39 27 57 χώρα Πηγή: Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 469. Σύμφωνα με τα ευρήματα της παραπάνω έρευνας, 63% των Ελλήνων εκτιμούν επίσης ότι η μετανάστευση από χώρες εκτός Ε.Ε. αποτελεί περισσότερο πρόβλημα παρά ευκαιρία για τη χώρα. Το αρνητικό αυτό ποσοστό είναι το υψηλότερο που καταγράφεται μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., μαζί με αυτά της Μάλτας (63%) και της Ουγγαρίας (63%), ενώ αποκλίνει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (ΕΕ:38%) (πίνακας 11). Πίνακας 11: Η μετανάστευση από χώρες εκτός της Ε.Ε. αποτελεί περισσότερο πρόβλημα ή περισσότερο ευκαιρία για τη χώρα μας σήμερα; (%) Ελλάδα Ε.Ε. Η μετανάστευση αποτελεί περισσότερο πρόβλημα 63 38 Η μετανάστευση αποτελεί εξίσου πρόβλημα και ευκαιρία 23 31 Η μετανάστευση αποτελεί περισσότερο ευκαιρία 3 20 Η μετανάστευση δεν αποτελεί ούτε πρόβλημα ούτε ευκαιρία 10 8 Πηγή: Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 469. Σε αυτό το πλαίσιο ωστόσο, κι ενώ οι Έλληνες πολίτες δεν βλέπουν με θετικό μάτι τη μετανάστευση από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η στάση τους για τον προσφυγικό πληθυσμό διαφοροποιείται, με τις μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου να καταγράφουν υψηλά ποσοστά συμφωνίας στο ότι η Ελλάδα πρέπει να βοηθά τους πρόσφυγες. Όπως παρατηρείται, αν και τα ελληνικά θετικά ποσοστά έχουν 80 υποχωρήσει από το 2015, χρονιά ραγδαίας αύξησης των προσφυγικών ροών προς την Ελλάδα, ωστόσο εξακολουθούν να παραμένουν υψηλότερα από αυτά του συνόλου των κρατών μελών της Ένωσης, αναδεικνύοντας την αλληλεγγύη των Ελλήνων προς τους πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα (πίνακας 12, διάγραμμα 6). Πίνακας 12: Η χώρα μας πρέπει να βοηθά τους πρόσφυγες (% - ΣΥΝΟΛΟ ‘ΣΥΜΦΩΝΩ’) ΕΒ 84 ΕΒ 85 ΕΒ 86 ΕΒ 87 ΕΒ 88 ΕΒ 89 ΕΒ 90 ΕΒ 91 ΕΒ 92 11/20 5/201 11/201 5/201 11/201 3/201 11/201 6/201 11/201 15 6 6 7 7 8 8 9 9 EL 85 68 72 77 70 78 75 74 71 EU 65 63 66 67 67 67 69 69 69 Πηγή: Τακτικά Ευρωβαρόμετρα 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91,92. Διάγραμμα 6: Η χώρα μας πρέπει να βοηθάει τους πρόσφυγες (% ΣΥΝΟΛΟ ‘ΣΥΜΦΩΝΩ’) 2015 -2019 100% 80% EL 60% EU 40% 11/2015 5/2016 11/2016 5/2017 11/2017 3/2018 11/2018 6/2019 11/2019 Πηγή: Τακτικό Ευρωβαρόμετρο. Στάσεις απέναντι στους Μετανάστες: Ευρήματα της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών Ολοκληρώνοντας την περιγραφή επιλεγμένων ερευνητικών αποτελεσμάτων για τις στάσεις των Ελλήνων απέναντι στη μετανάστευση την τελευταία δεκαετία, θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ορισμένα συγγενή θεματικά δεδομένα του 7ου γύρου της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών (2017-2019), τα οποία συμπληρώνουν την τεκμηρίωση των τάσεων που χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία σε σχέση με την πρόσληψη της μετανάστευσης. Βάσει των ευρημάτων της έρευνας, στο ερώτημα για το πώς οι Έλληνες αποτιμούν την επίδραση των μεταναστών στην ανάπτυξη της χώρας, σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες (47,4%) την εκτιμά ως αρνητική (17,6%: πολύ αρνητική και 29,8%: αρκετά αρνητική). Όσον αφορά τις επιμέρους επιπτώσεις της μετανάστευσης στην ανάπτυξη της Ελλάδας, 36,6% των Ελλήνων συμφωνεί ότι αυτή καλύπτει σημαντικά κενά θέσεων εργασίας, 46% ότι ενισχύει την πολιτιστική πολυμορφία, 72,2% ότι παρέχει άσυλο σε πολιτικούς πρόσφυγες, 66,8% ότι αυξάνει το ποσοστό 81 της εγκληματικότητας, 63,9% ότι αυξάνει τον κίνδυνο της τρομοκρατίας, 68% ότι παρέχει σε ανθρώπους από φτωχές χώρες μια καλύτερη ζωή, 63,5% ότι αυξάνει την ανεργία και 57% ότι οδηγεί σε κοινωνικές συγκρούσεις (πίνακας 13). Πίνακας 13: Επιπτώσεις της μετανάστευσης στην ανάπτυξη της Ελλάδας (%) Δύσκολο Δεν Μη Συμφωνώ Διαφωνώ Σύνολο να πω γνωρίζω απάντηση Καλύπτει σημαντικά 36.6 20.7 39.8 2.8 0.1 100 κενά θέσεων εργασίας Ενισχύει την πολιτιστική 46.0 15.7 33.1 4.7 0.5 100 πολυμορφία Αυξάνει το ποσοστό της 66.8 17.4 15.3 0.4 0.1 100 εγκληματικότητας Παρέχει άσυλο σε πολιτικούς πρόσφυγες 72.2 16.3 9.1 2.1 0.3 100 που διώκονται Αυξάνει τον κίνδυνο της 63.9 18.1 16.8 1.2 0.1 100 τρομοκρατίας Παρέχει σε ανθρώπους από φτωχές χώρες μια 68 16.6 14.3 0.7 0.3 100 καλύτερη ζωή Αυξάνει την ανεργία 63.5 17.3 18.2 1 100 Οδηγεί σε κοινωνικές 57 20.3 19.6 2.7 0.5 100 συγκρούσεις Πηγή: Παγκόσμια Έρευνα Αξιών. Επιπλέον, στο ερώτημα για τη στάση που πρέπει να έχει η κυβέρνηση για άτομα από άλλες χώρες που έρχονται εδώ για να εργαστούν, 55,3% των ερωτηθέντων Ελλήνων δηλώνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να βάλει αυστηρά όρια στον αριθμό των ξένων που μπορούν να έρθουν, 25,2% ότι πρέπει να επιτρέψει σε όποιον θέλει να έρθει αρκεί να υπάρχουν διαθέσιμες δουλειές, 16,6% ότι πρέπει να απαγορεύσει τη μετανάστευση από άλλες χώρες πλήρως και ένα μικρό ποσοστό 1,9% ότι η κυβέρνηση πρέπει να επιτρέψει σε όποιον θέλει να έρθει (πίνακας 14).11 Πίνακας 14: Αντιμετώπιση της κυβέρνησης προς τους μετανάστες (%) Να επιτρέψει σε όποιον θέλει να έρθει 1,9 Να επιτρέψει σε όποιον θέλει να έρθει, αρκεί να υπάρχουν διαθέσιμες δουλειές 25,2 Να βάλει αυστηρά όρια στον αριθμό των ξένων που μπορούν να έρθουν 55,3 Να απαγορεύσει να έρχονται από άλλες χώρες 16,6 Δεν γνωρίζω 0,6 Μη απάντηση/άρνηση 0,4 Σύνολο 100 Πηγή: Παγκόσμια Έρευνα Αξιών. 11 World Values Survey - wave 7 (διαΝΕΟσις 2018). 82 Συνοψίζοντας τα ευρήματα της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών για την Ελλάδα, προς το τέλος της εξεταζόμενης περιόδου, επιβεβαιώνεται ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να επιδεικνύει αρνητική στάση απέναντι στους μετανάστες, εμμένοντας σε μια πολιτική αυστηρού περιορισμού της έλευσης τους στη χώρα και συνδέοντας την παρουσία τους με οικονομικές και κοινωνικές απειλές, τόσο κατά της προσωπικής ευημερίας και ασφάλειας των πολιτών, όσο και κατά της συνοχής και ομοιογένειας της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της. Συμπεράσματα Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνών που συνοπτικά περιγράψαμε παραπάνω, την τελευταία εικοσαετία διαφαίνεται η τάση παγίωσης της αρνητικής στάσης που έχουν οι Έλληνες για τη μετανάστευση προς τη χώρα. Πράγματι, με αρνητικά ποσοστά που συχνά είναι πολύ υψηλότερα αυτών του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και οι τρεις έρευνες που αξιοποιήσαμε στην παρούσα εισήγηση αναδεικνύουν ότι οι Έλληνες πολίτες εκφράζουν έντονα αντι-μεταναστευτικά συναισθήματα, δεν προσδίδουν στη μετανάστευση θετικές συνέπειες, αξιολογούν αρνητικά τη συνεισφορά των μεταναστών στην κοινωνία και ζητούν τον περιορισμό της νόμιμης και την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης. Στη διαμόρφωση αυτής της απορριπτικής στάσης σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι αρνητικές συνθήκες που επικράτησαν στην ελληνική κοινωνία τις προηγούμενες δεκαετίες εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της έξαρσης των μεικτών μεταναστευτικών ροών. Οι επιπτώσεις αυτής της σκληρής πραγματικότητας συχνά χρεώνονται συλλήβδην στους μετανάστες, ωθώντας τους Έλληνες πολίτες σε αντι-μεταναστευτικές στάσεις και συμπεριφορές. Ωστόσο, με δεδομένο το μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας σε μια de facto κοινωνία υποδοχής μεικτών μεταναστευτικών ροών, καθώς και την ανάγκη προσαρμογής της σ’ ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον αμοιβαίου σεβασμού των διαφορετικών πληθυσμών και πολιτισμών, προσβλέπουμε ερευνητικά σε μια πιο ανεκτική κοινωνία, η οποία θα σέβεται το δικαίωμα στη διαφορά και θα ευημερεί στο σύνολό της. Βιβλιογραφικές αναφορές European Commission (July 2011), Qualitative Eurobarometer: Migrant Integration - Aggregate Report, Luxemburg, European Commission. Βαρουξή, Χ. (2009), «Μεταναστευτική Πολιτική και Δημόσια Διοίκηση: Μια ανθρωποδικαιωματική προσέγγιση. Συμπεράσματα έρευνας πεδίου», στο Χ. Βαρουξή, Ν. Σαρρής & Α. Φραγκίσκου (επιμ.), Όψεις Μετανάστευσης και Μεταναστευτικής Πολιτικής στην Ελλάδα Σήμερα, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, σσ. 101-122. Βαρουξή, Χ. & Στρατουδάκη, Χ. (2015), «Δημόσια διοίκηση και ένταξη των μεταναστών στην Ελλάδα», στο Ν. Γ. Γεωργαράκης & Ν. Δεμερτζής (επιμ.), Το Πολιτικό Πορτραίτο της Ελλάδας. Κρίση και η Αποδόμηση του Πολιτικού, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών & Gutenberg, σσ. 440-455. Γεωργαράκης, Ν. (2009), «Η Μεταναστευτική Πολιτική: Στάσεις και αντιστάσεις στην ελληνική διοίκηση», στο Χ. Βαρουξή, Ν. Σαρρής & Α. Φραγκίσκου (επιμ.), Όψεις 83 Μετανάστευσης και Μεταναστευτικής Πολιτικής στην Ελλάδα Σήμερα, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, σσ. 33-60. διαΝΕΟσις (2018), World Values Survey -Wave 7, Πανελλαδική Έρευνα - Έκθεση Αποτελεσμάτων, Σεπτέμβριος 2018, Αθήνα, διαΝΕΟσις. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (2003), Ελλάδα - Ευρώπη: Κοινωνία – Πολιτική - Αξίες. Αποτελέσματα της μεγάλης Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2012-2019), Τακτικά Ευρωβαρόμετρα 77, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91,92, Λουξεμβούργο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Απρίλιος 2018), Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 469, Ένταξη των Μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Λουξεμβούργο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Καφετζής, Π., Μαλούτας, Θ. & Τσίγκανου, Ι. (επιμ.) (2007), Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες. Ανάλυση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας - ESS, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Κονιόρδος, Σ. (2018), Έκθεση Παρουσίασης της Ελληνικής Εκδοχής του 7ου Γύρου της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών (World Values Survey-7), Σεπτέμβριος 2018, Αθήνα, διαΝΕΟσις. Κοτζαμάνης, Β. & Καρκούλη, Α. (2016), «Οι Μεταναστευτικές Εισροές στην Ελλάδα την Τελευταία Δεκαετία: Ένταση και βασικά χαρακτηριστικά των παρατύπως εισερχομένων ως και των αιτούντων άσυλο», Δημογραφικά Νέα, Νο 26, Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Παπλιάκου, Β., Σταθοπούλου, Θ. & Στρατουδάκη, Χ, (επιμ.) (2011), Θεσμοί, Αξίες, Συμπεριφορές: Μελέτη των ευρημάτων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (2008-2009), Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Τσίγκανου, Ι. (επιμ.) (2010), Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα (European Social Survey-ESS), Πορίσματα Έρευνας Πεδίου 4ου κύματος, Ελλάδα-Ευρώπη 2009 - Μια πρώτη ανάγνωση, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής (Ιούλιος 2019), Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη. ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα: http://www.europeansocialsurvey.org/ Ευρωβαρόμετρο: https://ec.europa.eu/COMMFrontOffice/publicopinion/index.cfm Παγκόσμια Έρευνα Αξιών: http://www.worldvaluessurvey.org/wvs.jsp 84 Συνταγματική Αναθεώρηση και Μορφές Άμεσης Δημοκρατίας Ηλίας Βασιλειάδης1 Περίληψη Η εισήγηση εστιάζει στην περίπτωση της Ελλάδας και εξετάζει τις προοπτικές για την καθιέρωση θεσμών άμεσης δημοκρατίας, υπό το πρίσμα των συνταγματικών περιορισμών και της τελευταίας διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζονται συνοπτικά οι βασικές πολιτικές και επιστημονικές διαφοροποιήσεις επί του θέματος, ενώ παράλληλα διατυπώνονται συναφείς προτάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις συνθήκες της εποχής όσο και τον διαρκώς αυξανόμενο κίνδυνο που διατρέχει πλέον το μοντέλο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Λέξεις κλειδιά: άμεση δημοκρατία, Σύνταγμα, αναθεώρηση. Η ρύθμιση των μορφών άμεσης δημοκρατίας υπό το ισχύον Σύνταγμα. Στη μόλις ολοκληρωθείσα διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, το ζήτημα της άμεσης συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας αποτέλεσε ένα από τα πεδία που συζητήθηκαν αρκετά στον δημόσιο διάλογο, με την κατάθεση σχετικών προτάσεων από τα κόμματα, τη συναφή επιστημονική κοινότητα αλλά και από τους πολίτες. 2 Ο τρόπος άσκησης των τριών λειτουργιών που συνθέτουν την κρατική εξουσία, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής (Βενιζέλος 2008: 381-386), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη σκοπιά της συνταγματικής και της πολιτικής θεωρίας, προκαλώντας βέβαια και έντονες διαφωνίες. Τα θέματα αυτά είναι εξάλλου τα κρισιμότερα όλων, αφού προσδιορίζουν τους βασικούς άξονες διαμόρφωσης της κοινής πορείας των μελών μιας πολιτείας και καθορίζουν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση του συλλογικού βίου σε βάθος χρόνου.3 1 Υπ. Διδάκτωρ του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς,
[email protected]. 2 Οι προτάσεις της επιστημονικής κοινότητας και των πολιτών αναρτήθηκαν στον ιστότοπο της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/, ο οποίος δημιουργήθηκε για τον σκοπό αυτόν. 3 Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας σε μια πολιτεία είναι από τις πλέον σημαντικές παραμέτρους της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης, αφού είναι αυτός που θέτει τους βασικούς κανόνες περί δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, ελευθεριών και δεσμεύσεων. Γι’ αυτό άλλωστε αποτελεί το κύριο αντικείμενο των θεμελιωδών νόμων των κρατών, δηλαδή των συνταγματικών τους κειμένων (Τσάτσος 1982: 3). Σύμφωνα εξάλλου με μια άλλη προσέγγιση, το συνταγματικό δίκαιο αποτυπώνει σε κεντρικό επίπεδο τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει και επιβάλλει η εκάστοτε κυρίαρχη εξουσία (Μάνεσης 1980: 66). Ορθά πάντως παρατηρείται ότι οι 85 To πλέον σημαντικό και ενδιαφέρον σημείο του σχετικού προβληματισμού αφορά την παροχή της δυνατότητας στους πολίτες να συμμετέχουν άμεσα στην κορυφαία λειτουργία μιας συντεταγμένης πολιτείας, αυτήν της νομοθέτησης.4 Το ζήτημα της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας προκύπτει στις μέρες μας, στον 21ο αιώνα, πολύ πιο έντονα σε σχέση με το παρελθόν για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, την κρίση που αντιμετωπίζει το μοντέλο της πρακτικά απόλυτης αντιπροσώπευσης. 5 Δεύτερον, τις δυνατότητες που παρέχει σήμερα η τεχνολογία, οι οποίες καθιστούν εφικτή πρακτικά την ενεργητική και πολύ πιο συχνή συμμετοχή των πολιτών στις διεργασίες του δημόσιου βίου.6 Η άμεση συμμετοχή των πολιτών στη νομοθετική λειτουργία είναι μια διαδικασία που παραπέμπει στην άμεση δημοκρατία, υπό την έννοια της ευθείας λήψης των αποφάσεων που ρυθμίζουν τον κοινωνικό βίο από το αντίστοιχο σώμα των πολιτών στο σύνολό του. Στο ίδιο πλαίσιο, ως μορφές άμεσης δημοκρατίας θα μπορούσαν να νοηθούν και οι τρόποι αμεσότερης συμμετοχής των πολιτών στην εκτελεστική και τη δικαστική λειτουργία. Εξ ορισμού όμως, αυτές οι πτυχές είναι πιο περιορισμένες, καθώς η εφαρμογή των νόμων και η εκδίκαση υποθέσεων προϋποθέτουν σε κάθε περίπτωση τη μεσολάβηση αντιπροσωπευτικών οργάνων.7 Αντιθέτως, η νομοθετική λειτουργία μπορεί να αποτελέσει το κατεξοχήν αντικείμενο καθολικής και αδιαμεσολάβητης τυχόν αλλαγές στο Σύνταγμα δεν μπορούν να επιλύσουν αυτόματα κάθε πρόβλημα που αφορά την πολιτική συγκρότηση και λειτουργία μιας οργανωμένης κοινωνίας (Χριστόπουλος 2013). 4 Κορυφαία όχι υπό την έννοια της ανέλεγκτης, αλλά από την άποψη ότι έχει την κύρια αρμοδιότητα θέσπισης των κανόνων που ρυθμίζουν κατά τρόπο δεσμευτικό την κοινωνική συμβίωση. Στην πράξη βέβαια συχνά ετεροκαθορίζεται καταλυτικά στο πλαίσιο κομματικών, κυβερνητικών και γραφειοκρατικών σκοπιμοτήτων, χωρίς όμως αυτό να αλλοιώνει το γεγονός ότι ο ρόλος της, στη γνήσια μορφή του, είναι να χαράσσει το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλουν να κινούνται όλες οι άλλες κρατικές λειτουργίες και οι αντίστοιχοι φορείς. Σχετικά με τον προβληματισμό που αφορά την καθοριστική επικυριαρχία της κυβερνητικής εξουσίας επί των τριών κρατικών λειτουργιών και τη διάκρισή της από την αμιγώς εκτελεστική λειτουργία, βλ. Καστοριάδης 1999: 33-34. 5 Δεδομένου ότι δεν υπάρχει πτυχή της κρατικής εξουσίας η οποία να ασκείται άμεσα από τους πολίτες στους οποίους απευθύνεται, γεγονός το οποίο εύλογα αναδεικνύεται με εμφατικό τρόπο σε περιόδους σοβαρών κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, οι οποίες προκαλούν την αμφισβήτηση των παραδοσιακών μορφών άσκησης της εξουσίας. 6 Καθώς στις μέρες μας, μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού, αυτή του προσδιορισμού και της καταβολής των φόρων, διενεργείται πλέον αποκλειστικά μέσω διαδικτύου, γεγονός που καταδεικνύει εναργώς την πρακτική δυνατότητα άμεσης συμμετοχής σε κάθε όψη της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. 7 Οργάνων εκτελεστικών και δικαστικών, που έχουν ως αντικείμενο τη διακυβέρνηση στο πλαίσιο που διαγράφουν οι νόμοι, καθώς και την ερμηνεία και την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένες βιοτικές σχέσεις που υπάγονται στο ρυθμιστικό τους πεδίο. Για την αναγκαστική αντιπροσώπευση στα ζητήματα της εκτελεστικής λειτουργίας μέσω οργάνων που επιφορτίζονται με την υλοποίηση των όσων αποφασίζονται από τον λαό ως νομοθετικό σώμα, βλ. Ρουσσώ 2016: 112-113. Όσο για τη δικαστική λειτουργία, η συγκρότηση δικαστικού σχηματισμού, ανεξαρτήτως του τρόπου επιλογής και του αριθμού των μελών του, συνιστά εξ ορισμού συγκρότηση αντιπροσωπευτικού οργάνου το οποίο αναλαμβάνει να ασκήσει δικαστικά καθήκοντα. 86 συμμετοχής των πολιτών που θεωρούνται κατάλληλοι8 για τη λήψη αποφάσεων αυτού του βεληνεκούς (Παπαδοπούλου 2014: 64-67). Το ζήτημα συνεπώς της άμεσης συμμετοχής στη νομοθετική λειτουργία, ως η κατεξοχήν μορφή άμεσης δημοκρατίας, μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικές επιμέρους πτυχές και να συνδεθεί ως προς αυτές με τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, δηλαδή η εκκίνηση της νομοθετικής διαδικασίας με πρωτοβουλία των πολιτών και την υποβολή πρότασης για τη θέσπιση, κατάργηση ή τροποποίηση νόμου. Η δεύτερη πτυχή είναι αυτή της λήψης απόφασης από τους πολίτες, δηλαδή η διενέργεια δημοψηφίσματος9 στο οποίο εκφράζουν με τρόπο αποφασιστικό τη γνώμη τους επί υποβληθείσας πρότασης νόμου ή επί ισχύοντος νόμου. Είναι σαφές ότι η ολοκληρωμένη άμεση συμμετοχή των πολιτών στη νομοθετική λειτουργία θα συνδύαζε, σε ένα ιδανικό σχήμα, και τις δύο προαναφερθείσες πτυχές. Είναι ομοίως προφανές ότι η πλέον σημαντική είναι η δεύτερη πτυχή, αφού περιλαμβάνει την αποφασιστική έκφραση του λαού ως εκλογικού σώματος για την ισχύ και το περιεχόμενο νομοθετικών διατάξεων.10 Οι παραπάνω όψεις της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας συνδέονται με τα άρθρα 44 και 73 του Συντάγματος11. Ειδικότερα, το άρθρο 44, στην παρ. 2, προβλέπει τα ακόλουθα: O Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Kανονισμός της Bουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Bουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη συνταγματική ρύθμιση, η υπάρχουσα κατάστρωση των σχετικών θεμάτων, περιλαμβάνει τα εξής επιμέρους χαρακτηριστικά όσον αφορά τη διενέργεια δημοψηφισματικής διαδικασίας: α) έγκριση της Βουλής με την απόλυτη πλειοψηφία του αριθμού των βουλευτών 8 Κατάλληλοι υπό την έννοια ότι έχουν το εκλογικό δικαίωμα και ανήκουν έτσι στον λαό ως εκλογικό σώμα, δηλαδή ως όργανο του κράτους. Για τον λαό υπό τη στενή του έννοια, ως κρατικό όργανο που αποτελείται από όσους έχουν το δικαίωμα της ψήφου, βλ. Σπυρόπουλος 2006: 13. 9 Για τον θεσμό του δημοψηφίσματος και τη σημασία του, βλ. αναλυτικά Δημητρόπουλος 1997. 10 Αυτή η πτυχή συχνά δεν τονίζεται αρκετά στον δημόσιο διάλογο, στον οποίο η έμφαση δίνεται στην παροχή δυνατότητας στους πολίτες να προτείνουν νομοθετικές διατάξεις προς θέσπιση. Το πραγματικά κρίσιμο βέβαια είναι να αποκτήσουν οι πολίτες τον ρόλο όχι ενός συμβουλευτικού ή προτείνοντος σώματος, αλλά του αποφασίζοντος οργάνου. 11 Σύνταγμα της Ελλάδας, διαθέσιμο σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148- f24dce6a27c8/SYNTAGMA1_1.pdf . 87 εφόσον πρόκειται για κρίσιμο εθνικό ζήτημα, β) έγκριση της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία του αριθμού των βουλευτών εφόσον πρόκειται για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, γ) εξαίρεση των δημοσιονομικών θεμάτων από αυτά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της δημοψηφισματικής διαδικασίας, δ) περιορισμός των δημοψηφισμάτων που μπορούν να διενεργηθούν για ψηφισμένο νομοσχέδιο σε δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο. Περαιτέρω, στο άρθρο 73 που αφορά τη νομοθετική πρωτοβουλία, δεν υφίστατο μέχρι την ολοκλήρωση της πρόσφατης αναθεωρητικής διαδικασίας ρύθμιση για τη συμμετοχή των πολιτών σε αυτήν.12 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ως προς την άμεση συμμετοχή των πολιτών, στις υφιστάμενες μέχρι πρότινος συνταγματικές ρυθμίσεις δεν περιλαμβάνεται καθόλου η δυνατότητα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, δηλαδή η πρώτη ως άνω αναφερθείσα πτυχή της άμεσης συμμετοχής στη νομοθετική λειτουργία. Περιλαμβάνεται μόνο μια στενή εκδοχή της δεύτερης ως άνω αναφερθείσας πτυχής, ήτοι της λήψης απόφασης από τους πολίτες. Η εκδοχή αυτή αφορά την έκφραση γνώμης για σοβαρό εθνικό θέμα ή για εγκριθέν νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, υπό συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις και περιορισμούς.13 Πιο αναλυτικά, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έγκριση της Βουλής, ενώ ο περιορισμός αφορά τον αριθμό των δημοψηφισμάτων που μπορούν να διενεργηθούν για ψηφισθέντα νομοσχέδια και την εξαίρεση των δημοσιονομικών θεμάτων από αυτά. Παράλληλα, η συνταγματική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει ρητή αναφορά στις συνέπειες των δημοψηφισμάτων, δηλαδή στο κατά πόσο διαθέτουν αποφασιστικό ή απλά συμβουλευτικό χαρακτήρα για τα όργανα των κρατικών λειτουργιών.14 Συνάγεται λοιπόν ευχερώς ότι το Σύνταγμα δεν παρέχει ιδιαίτερες δυνατότητες άμεσης συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας (Παπαδοπούλου 2014: 338). Αναγνωρίζει επί της ουσίας τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης σε περιορισμένο κύκλο θεμάτων, κρίσιμου μεν χαρακτήρα, αλλά χωρίς σαφή περιγραφή των συνεπειών της γνώμης αυτής. Περαιτέρω, όσον αφορά την αμιγώς νομοθετική λειτουργία, η δυνατότητα που αναγνωριζόταν μέχρι την ολοκλήρωση της πρόσφατης αναθεωρητικής διαδικασίας στους πολίτες είναι κατασταλτικού χαρακτήρα, αφού αφορά κατά κύριο λόγο την πιθανή τροποποίηση ή ολοσχερή απόσυρση μιας ήδη θεσπισθείσας νομοθετικής ρύθμισης, και μάλιστα υπό έναν ιδιαίτερα αυστηρό 12 Στη μόλις ολοκληρωθείσα (τελευταία ψηφοφορία στις 25/11/2019) διαδικασία συνταγματικής αναθώρησης, προστέθηκε παράγραφος 6 στο άρθρο 73, με την οποία παρέχεται πλέον δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας στους πολίτες - βλ. αναλυτικά κατωτέρω. 13 Σχετικά με την αμφίβολη πρακτική σημασία του δημοψηφίσματος για ψηφισθέν νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, υπό το πρίσμα των υφιστάμενων προϋποθέσεων, βλ. Χρήστου 2017: 922. 14 Για την αμφισβήτηση ως προς τον αποφασιστικό ή συμβουλευτικό χαρακτήρα του δημοψηφίσματος που αφορά κρίσιμο εθνικό θέμα, καθώς και για την έλλειψη τέτοιας αμφισβήτησης ως προς τον αποφασιστικό χαρακτήρα του δημοψηφίσματος που αφορά ψηφισμένο νομοσχέδιο για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα βλ. Παπαδοπούλου 2014: 289-293, 301-303. Ορθότερο πάντως είναι να θεωρούνται και οι δύο αυτές εκδοχές του δημοψηφίσματος ως αποφασιστικού χαρακτήρα, αφού τα ζητήματα τίθενται ενώπιον του λαού, δηλαδή του ανώτατου κρατικού οργάνου (Σπυρόπουλος 2006: 196, Βενιζέλος 2008: 362). 88 αριθμητικό περιορισμό και μια σημαντικότατη εξαίρεση. Παράλληλα, οι σχετικές διαδικασίες τελούν υπό τον πλήρη έλεγχο και την αναγκαία έγκριση της Βουλής ως αντιπροσωπευτικού σώματος, συνιστώντας έτσι ετεροκαθοριζόμενες προοπτικές για τις οποίες είναι εντελώς αμφίβολο το αν και το πόσο συχνά μπορούν να ενεργοποιηθούν.15 Συνακόλουθα, καθίσταται σαφές ότι η συνταγματική διάταξη που αφορά το δημοψήφισμα δεν αποτυπώνει την παροχή μιας δυνατότητας ουσιαστικής συμμετοχής στη διαδικασία της νομοθέτησης, αλλά περισσότερο μια αναγνώριση της πιθανότητας «βέτο» σε εντελώς οριακές περιπτώσεις, στις οποίες έχουν θεσπιστεί κανόνες δικαίου επί σοβαρών κοινωνικών ζητημάτων που προκαλούν ιδιαίτερα έντονες και πρωτοφανείς κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις (Καμτσίδου 2013). Προκειμένου όμως να υπάρξει λυσιτελής συζήτηση για το κατά πόσο είναι δυνατόν να αναμορφωθεί το υφιστάμενο περιοριστικό και σχεδόν ασφυκτικό ως προς τις μορφές άμεσης δημοκρατίας πλαίσιο, είναι αναγκαίο να διερευνηθούν οι σχετικές δυνατότητες που προκύπτουν από το Σύνταγμα, καθώς πρόκειται για τον θεμελιώδη νόμο του κράτους ο οποίος τροποποιείται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και εντός προκαθορισμένων ορίων. Οι δυνατότητες συνταγματικής αναθεώρησης ως προς τις μορφές άμεσης δημοκρατίας. Το ελληνικό Σύνταγμα προσδιορίζει τα διαδικαστικά και ουσιαστικά όρια της αναθεώρησής του στο άρθρο 110 (Βενιζέλος 2008: 77). Ειδικά ως προς τα ουσιαστικά όρια, η παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζει ότι: Oι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Kοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφοι 1, 4 και 7, 5 παράγραφοι 1 και 3, 13 παράγραφος 1 και 26. Προκύπτει συνεπώς το ερώτημα αν η παροχή ευρείας δυνατότητας συμμετοχής των πολιτών στην κρατική εξουσία και ιδίως στη νομοθετική λειτουργία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θίγει τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, αλλά και τη διάκριση των κρατικών λειτουργιών. Σύμφωνα με τη συντηρητική οπτική στη συνταγματική θεωρία, η αναγνώριση άμεσων νομοθετικών αρμοδιοτήτων στον λαό ως εκλογικό σώμα θα ανέτρεπε τον αντιπροσωπευτικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος (Βενιζέλος 2018) και θα παραβίαζε τον κατοχυρωμένο τρόπο διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, γεγονός που την καθιστά ανεπίτρεπτη με βάση τα ουσιαστικά όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα ως προς την αναθεώρησή του (Σωτηρέλης 2016). Από την άλλη πλευρά όμως, εκφράζεται και η αντίθετη οπτική, σύμφωνα με την οποία η αναγνώριση τέτοιων άμεσων αρμοδιοτήτων στον λαό όχι απλά δεν είναι ανεπίτρεπτη, αλλά αντιθέτως 15Η πλειοψηφική μάλιστα κατάστρωση των σχετικών ρυθμίσεων, θέτει ουσιαστικά τις διαδικασίες προκήρυξης δημοψηφίσματος υπό τον κυβερνητικό έλεγχο και τις καθιστά πρόσφορο έδαφος εξυπηρέτησης κυβερνητικών σκοπιμοτήτων (Καμτσίδου 2013). 89 βρίσκεται σε αρμονία με τις γενικές αρχές που διέπουν το Σύνταγμα και αποτελεί τον αναγκαίο τρόπο εξέλιξης και προσαρμογής του στη μεταβαλλόμενη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα (Παπαδοπούλου 2013). Εστιάζοντας στη δεύτερη ως άνω οπτική, παρατηρείται ότι μπορούν να αντληθούν συγκεκριμένα επιχειρήματα υπέρ αυτής από το ίδιο το συνταγματικό κείμενο. Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, αναγνωρίζει ως θεμέλιο του πολιτεύματος τη λαϊκή κυριαρχία, ενώ στην παρ. 3 ορίζει ρητά ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού. Επιπλέον, στο άρθρο 44 παρ. 2, το οποίο μπορεί να αναθεωρηθεί, δίνεται η δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για σημαντικά από κοινωνικής σκοπιάς ψηφισμένα νομοσχέδια. Παράλληλα, το άρθρο 26, δεν επιφυλάσσει κάποιο απόλυτο προνόμιο ως προς την εσαεί και αποκλειστική άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία εξάλλου ήδη σχετικοποιείται από την κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης που προβλέπει άρθρο 4316, αλλά κατοχυρώνει ως μη αναθεωρήσιμη τη διάκριση μεταξύ των κρατικών λειτουργιών, δηλαδή την πρόβλεψη κάποιας μορφής κατανομής αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα κρατικά όργανα που να διασφαλίζει την εξισορρόπηση και τον αμοιβαίο έλεγχο των αρμοδιοτήτων που ασκούν (Παπαδοπούλου 2014: 346). Πέρα από τις ως άνω διατάξεις, από τη συνολική επισκόπηση του συνταγματικού κειμένου προκύπτει ότι ως κορυφαία βάση του πολιτεύματος τίθεται η δημοκρατική αρχή, δηλαδή η άσκηση κάθε μορφής εξουσίας με σεβασμό στις δημοκρατικά ειλημμένες αποφάσεις, στα κατοχυρωμένα δικαιώματα και στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Προκύπτουν περαιτέρω ορισμένες αρχές που χαρακτηρίζουν την κατάστρωση των συνταγματικών διατάξεων και προσδιορίζουν την ερμηνεία τους, όπως είναι η αρχή της ενότητας, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αποφεύγονται οι αντινομίες μεταξύ τους, η αρχή της πρακτικής αρμονίας, σύμφωνα με την οποία μπορεί να περιοριστεί το κανονιστικό εύρος διατάξεων που έρχονται σε κάποιας μορφής αντίθεση ώστε να διασφαλιστεί η μερική έστω εφαρμογή όλων, καθώς και η αρχή της προσαρμοστικότητας, σύμφωνα με την οποία η όποια προσέγγιση του συνταγματικού κειμένου οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και ιδίως τις τυχόν σημαντικές αλλαγές που συντελούνται στο πεδίο αυτό.17 Εξετάζοντας συνεπώς το Σύνταγμα υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών ως ερμηνευτικών εργαλείων, συνάγεται ότι ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος δεν είναι απόλυτος ούτε αδιάρρηκτος, καθώς σχετικοποιείται και συμπληρώνεται από την υφιστάμενη δυνατότητα προκήρυξης δημοψηφίσματος (Παπαδοπούλου 2014: 340-343), το οποίο κατά την κρατούσα άποψη, ιδίως όσον αφορά τα ψηφισμένα νομοσχέδια, είναι εξοπλισμένο με δεσμευτική δύναμη. Περαιτέρω, προκύπτει ότι το άρθρο 110 δεν κατοχυρώνει ως βάσεις του πολιτεύματος μόνο την αντιπροσώπευση και τον κοινοβουλευτισμό, αλλά και τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως το 16 Σχετικά με το γενικό πλαίσιο της κανονιστικής αρμοδιότητας της διοίκησης υπό το ισχύον Σύνταγμα, βλ. Μουκίου 2010: 53-56. 17 Για τις ειδικές αρχές της ερμηνείας του Συντάγματος και το περιεχόμενό τους, βλ. Σπυρόπουλος 2006: 156-163. 90 δημοψήφισμα, αναγνωρίζοντας μάλιστα δυνατότητα ενίσχυσης και διεύρυνσής τους (Βενιζέλος 2008: 81). Ο συντακτικός νομοθέτης δεν έχει συνεπώς επιλέξει μια αυστηρά αντιπροσωπευτική μορφή του πολιτεύματος, αλλά έχει αναγνωρίσει το καθόλα επιτρεπτό της ύπαρξης και λειτουργίας θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, η ανάθεση της τελικής απόφασης στους πολίτες για την έγκριση ή μη των νομοσχεδίων, τουλάχιστον των πιο σημαντικών που καταρτίζονται, δηλαδή η πληρέστερη και ουσιαστικότερη πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας, δεν είναι εξ ορισμού έξω από κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες και τα όρια της αναθεώρησης. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, καθώς το ισχύον Σύνταγμα προβλέποντας ήδη δημοψήφισμα για εγκριθέντα νομοθετήματα, αφήνει το περιθώριο για την εμβάθυνση και διεύρυνση της δημοκρατικής αρχής και την, μέσω της αναθεωρητικής διαδικασίας, εξέλιξή του προς αυτήν την κατεύθυνση. Επιπρόσθετα, όσον αφορά τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, αξίζει να σημειωθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν θίγεται από την τυχόν συνταγματική απονομή στον λαό ως όργανο του κράτους άμεσων νομοθετικών αρμοδιοτήτων. Πιο συγκεκριμένα, σε μια τέτοια εκδοχή, η οποία θα συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην την ψήφιση πολύ λιγότερων και απλούστερα συνταχθέντων νόμων, η εκτελεστική λειτουργία, εξ ορισμού ασκούμενη μέσω αντιπροσωπευτικών οργάνων, θα αποκτούσε ευρύτερες και πιο ουσιαστικές αρμοδιότητες ορθής εξειδίκευσης και εφαρμογής των νόμων, υπό τον έλεγχο της επίσης ασκούμενης αντιπροσωπευτικά δικαστικής λειτουργίας. Παράλληλα, ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας δεν θα μπορούσε να αρθεί ούτε στο πεδίο της νομοθετικής λειτουργίας, καθώς η Βουλή, ως το αντιπροσωπευτικό σώμα του λαού, θα εστίαζε στον ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο της κατάρτισης και πρότασης των προς έγκριση από τους πολίτες νόμων. Υπό το ίδιο πρίσμα, η απονομή νομοθετικών αρμοδιοτήτων στον λαό δεν ανατρέπει ούτε τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, απλά τον νοηματοδοτεί διαφορετικά. Ως προς την κυβέρνηση, η εμπιστοσύνη της Βουλής παραμένει σε κάθε περίπτωση απαραίτητη για τον σχηματισμό και τη λειτουργία της (Παπαδοπούλου 2014: 344), ενώ ως προς τη νομοθετική λειτουργία, η όποια πρόταση νόμου θα πρέπει καταρχήν να διαμορφώνεται και να εγκρίνεται σε ένα πρώτο επίπεδο από τους βουλευτές. Σε αυτήν τη λογική, το να λαμβάνει την τελική νομοθετική απόφαση το αναδεικνύον τη Βουλή και ανώτατο όργανο του κράτους, δηλαδή ο λαός ως εκλογικό σώμα, δυσχεραίνει αλλά και αναβαθμίζει ταυτόχρονα τον ρόλο των βουλευτών, οι οποίοι καλούνται να επωμιστούν το δύσκολο αλλά κορυφαίο δημοκρατικό έργο της κατάρτισης νόμων που μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητοί και αποδεκτοί από τους πολίτες. Συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, η εισαγωγή και η ενίσχυση θεσμών άμεσης δημοκρατίας, ή με άλλη διατύπωση λαϊκής συμμετοχής, οι οποίοι προφανώς θα αφορούν κατά πρώτο και κύριο λόγο τη νομοθετική λειτουργία, δεν συνιστούν ανατροπή ούτε του αντιπροσωπευτικού ούτε του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος. Αντιθέτως, αποτελούν διεργασίες επιτρεπτής διαφοροποίησης ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα κρατικά όργανα, οι οποίες πραγματώνουν πληρέστερα τη δημοκρατική αρχή ως θεμελιώδη βάση του πολιτεύματος. Εξάλλου, η ενδεχόμενη αλλαγή του οργάνου του κράτους που λαμβάνει την τελική απόφαση στη νομοθετική λειτουργία δεν σημαίνει οποιαδήποτε αλλαγή 91 στο υπόλοιπο θεσμικό πλαίσιο: είναι στην πραγματικότητα μια συντεταγμένη αλλαγή του τελικώς αποφασίζοντος οργάνου, γεγονός που συνεπάγεται αυτονόητα ότι οι φηφιζόμενοι νόμοι υπάγονται πλήρως στον δικαστικό έλεγχο (Παπαδοπούλου 2018) και οφείλουν να βρίσκονται σε αρμονία με το ουσιαστικό περιεχόμενο τόσο του Συντάγματος όσο και του ενωσιακού δικαίου.18 Οι σχετικές προτάσεις των κομμάτων στο πλαίσιο της τρέχουσας διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης. Οι δυνατότητες απονομής νομοθετικών αρμοδιοτήτων στον λαό ως εκλογικό σώμα δεν αμφισβητήθηκαν ιδιαίτερα στο πλαίσιο της πρόσφατης διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης. Αντιθέτως, στον απόηχο της βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που σημάδεψε τη χώρα την τελευταία δεκαετία, ενδεχομένως δηλαδή σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των αδιεξόδων της αντιπροσώπευσης τα οποία ήρθαν στην επιφάνεια με κατηγορηματικό τρόπο, σημειώθηκε ένας πληθωρισμός προτάσεων που αφορούν την αμεσότερη συμμετοχή των πολιτών στη νομοθετική λειτουργία. Οι προτάσεις αυτές σχετίζονται κυρίως με την αναθεώρηση του άρθρου 44 του Συντάγματος. Ειδικότερα, η κοινοβουλευτική ομάδα της τότε κυβέρνησης, του ΣΥΡΙΖΑ, πρότεινε την τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 44, ώστε να καθιερωθεί ο θεσμός του δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία. Σύμφωνα με την πρόταση, το δημοψήφισμα θα προκηρύσσεται για κρίσιμα εθνικά θέματα μετά από αίτηση πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών, ενώ για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα μετά από αίτηση ενός εκατομμυρίου πολιτών. Το κατά πόσο το αιτηθέν δημοψήφισμα αφορά κρίσιμο εθνικό θέμα ή ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, θα το αποφασίζει η Βουλή με απόλυτη πλειοψηφία. Στην ίδια λογική, προτάθηκε και η τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 28, ώστε να οριστεί ότι διεθνής συνθήκη ή συμφωνία που προβλέπει μεταβίβαση κρατικών κυριαρχικών αρμοδιοτήτων κυρώνεται υποχρεωτικά με δημοψήφισμα, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 73, ώστε να αναγνωριστεί η δυνατότητα σε εκατό χιλιάδες πολίτες να υποβάλλουν προτάσεις νόμου, οι οποίες θα εισάγονται υποχρεωτικά στη Βουλή για συζήτηση, επεξεργασία και ψήφιση.19 Όσον αφορά τα κόμματα της τότε αντιπολίτευσης, η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ πρότεινε σε σχέση με το άρθρο 44 μόνο την εισαγωγή κανόνων 18 Δεδομένου ότι οι κανόνες δικαίου, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον θεσπίζονται, αποτελούν μέρος ενός ιεραρχικά δομημένου συνόλου και ανάλογα με την ιεραρχική βαθμίδα στην οποία ανήκουν εξοπλίζονται με την αντίστοιχη τυπική ισχύ. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κανόνες του Συντάγματος και του ενωσιακού δικαίου ανήκουν σε ιεραρχικά υπέρτερη βαθμίδα από τους κανόνες της κοινής νομοθεσίας ενός κράτους- μέλους της ΕΕ (Δαγτόγλου 2015: 56, 120). 19 Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/Έγγραφο%20από%20Σαρωτή%20(215135).pdf . 92 καλής διενέργειας δημοψηφισμάτων.20 Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΕ, πρότεινε να τροποποιηθεί η παρ. 2 του άρθρου 44, ώστε να προβλέπεται η δυνατότητα διενέργειας δεσμευτικών δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία, καθώς και το άρθρο 73, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα υποβολής πρότασης νόμου από τους πολίτες, εφόσον συγκεντρώνεται ένας αριθμός υπογραφών που να ευνοεί την άσκηση αυτού του δικαιώματος (ενδεικτικά αναφέρθηκαν οι είκοσι χιλιάδες υπογραφές).21 Τέλος, από την κοινοβουλευτική ομάδα των Ανεξάρτητων Ελλήνων προτάθηκε η τροποποίηση του άρθρου 44, ώστε να δίνεται η δυνατότητα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να προτείνει στη Βουλή, μία φορά σε κάθε σύνοδό της, την έγκριση διενέργειας δημοψηφίσματος για σοβαρό εθνικό θέμα, αλλά και να καθιερώνεται η υποχρεωτική προκήρυξη δημοψηφίσματος, με δεσμευτικό αποτέλεσμα εφόσον συμμετέχει το ήμισυ του εκλογικού σώματος, μέχρι δύο φορές σε κάθε βουλευτική σύνοδο ως εξής: α) έπειτα από πρόταση ενός εκατομμυρίου εκλογέων εφόσον πρόκειται για ψηφισμένο νομοσχέδιο, β) έπειτα από πρόταση πεντακοσίων χιλιάδων εκλογέων εφόσον πρόκειται για κρίσιμο εθνικό θέμα και γ) έπειτα από πρόταση εκατό χιλιάδων εκλογέων εφόσον πρόκειται για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα.22 Οι πιο πάνω προτάσεις κατέληξαν στο να εγκρίνει τελικώς η προτείνουσα προηγούμενη Βουλή, όσον αφορά τις διατάξεις για τις οποίες κλήθηκε να αποφασίσει η παρούσα αναθεωρητική Βουλή που προέκυψε μετά τις τελευταίες εκλογές,23 την αναθεώρηση του άρθρου 28 παρ. 2 προς την κατεύθυνση της υποχρέωσης κύρωσης με δημοψήφισμα διεθνών συνθηκών που προβλέπουν μεταβίβαση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων του κράτους, του άρθρου 44 παρ. 2 προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία, καθώς και του άρθρου 73 προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.24 Εάν εξεταστούν συνολικά οι προτάσεις αυτές, είναι σαφές ότι σε πρώτο επίπεδο συγκλίνουν στην αναγνώριση της ανάγκης πιο άμεσης λαϊκής συμμετοχής στη νομοθετική διαδικασία. Σε δεύτερο επίπεδο όμως, διαπιστώνεται ότι η αναγνώριση αυτής της ανάγκης 20 Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/4854.pdf . 21 Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/5120.pdf . 22 Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Ανεξάρτητων Ελλήνων για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/4832.pdf . 23 Για τη συμμετοχή της Βουλής ως προτείνουσας και ως αναθεωρητικής στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, βλ. Κοντιάδης 2017: 1767-1769. 24 Βλ. σχετικά με τις εγκριθείσες προς αναθεώρηση διατάξεις, Συνεδρίαση Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων 14/03/2019, Συζήτηση και λήψη απόφασης επί των προτάσεων Αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής (δεύτερη ψηφοφορία), διαθέσιμη σε ηλεκτρονική μορφή στον ιστότοπο https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a- 09f4c564609d/es20190314.pdf (πρόσβαση 7/11/2019). 93 μεταφράζεται όχι τόσο ως παροχή αποφασιστικής νομοθετικής αρμοδιότητας στον λαό ως εκλογικό σώμα, αλλά περισσότερο ως αναγνώριση της δυνατότητας των πολιτών να προτείνουν τη διενέργεια δημοψηφισμάτων και τη συζήτηση νόμων, υπό συγκεκριμένες − κατά κύριο λόγο ιδιαίτερα απαιτητικές − διαδικαστικές και αριθμητικές προϋποθέσεις, οι οποίες διατηρούν τη Βουλή ως το κυρίαρχο και αποφασίζον όργανο στη νομοθετική λειτουργία. Με άλλα λόγια, οι εν λόγω προτάσεις εστίασαν στην πρώτη ως άνω αναφερθείσα πτυχή της άμεσης συμμετοχής στη νομοθετική λειτουργία, αυτή που αφορά την εκκίνηση μιας διαδικασίας νομοθετικού χαρακτήρα με πρωτοβουλία των πολιτών, και όχι στη δεύτερη πτυχή, αυτή που αφορά τη λήψη απόφασης από τους πολίτες για τα προτεινόμενα νομοθετήματα. Χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, είναι σαφές ότι οι προτάσεις των κομμάτων με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στην τελευταία διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, εμφορούνται συνολικά από έναν καταλυτικό δισταγμό ως προς το να επιχειρηθεί η αναγνώριση στον λαό ως κρατικό όργανο της κύριας αποφασιστικής νομοθετικής αρμοδιότητας, έστω και για τα πλέον σημαντικά νομοθετήματα. Ως εκ τούτου, δεν διατυπώθηκε καμία πρόταση που να καθιερώνει, έστω και για περιορισμένο αριθμό νομοσχεδίων ανά κοινοβουλευτική περίοδο, τη Βουλή ως προτείνον και τον λαό ως αποφασίζον όργανο, γεγονός που καθιστά τις σχετικές προτάσεις, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, αποσπασματικές και απρόσφορες ως προς το να συμβάλλουν πράγματι στην άμεση και αποφασιστική συμμετοχή των πολιτών στη νομοθετική λειτουργία. Τελικώς, η αναθεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 44 και της παρ. 2 του άρθρου 28 απορρίφθηκαν, ενώ εγκρίθηκε η προσθήκη παρ. 6 στο άρθρο 73, με το ακόλουθο περιεχόμενο: Με υπογραφή πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, μπορούν να καταρτίζονται και να κατατίθενται έως δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο προτάσεις νόμων στη Βουλή, οι οποίες με απόφαση του Προέδρου της παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή προς επεξεργασία και εν συνεχεία εισάγονται υποχρεωτικά προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια του Σώματος. Οι προτάσεις νόμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Νόμος ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.25 Προκύπτει συνεπώς ότι ουδεμία βελτίωση του θεσμού του δημοψηφίσματος έγινε δεκτή, ενώ η ως άνω εγκριθείσα ρύθμιση αφορά την παροχή δυνατότητας στους πολίτες να προτείνουν νόμους προς ψήφιση από τη Βουλή, μόνο δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο,26 με συγκεκριμένες εξαιρέσεις και μόνο εφόσον συγκεντρωθούν πεντακόσιες χιλιάδες υπογραφές. Είναι σαφές ότι θα ήταν είναι πολύ πιο ουσιαστικό, όσον αφορά την άμεση συμμετοχή των πολιτών, να καθιερωθεί η υποχρέωση της Βουλής να 25 Βλ. ΦΕΚ Α 187/28-11-2019, Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του από 25 Νοεμβρίου 2019 Ψηφίσματος της Θ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «Ψήφιση, δημοσίευση και έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος». 26 Η κοινοβουλευτική περίοδος αφορά τη θητεία της Βουλής, η οποία κανονικά είναι τέσσερα συναπτά έτη - βλ. άρθρο 53 του Συντάγματος. 94 υποβάλλει στην κρίση τους έναν συγκεκριμένο αλλά επαρκή αριθμό νομοθετημάτων προς έγκριση κατ’ έτος, παρά η παροχή της δυνατότητας να προτείνουν εντελώς σποραδικά, και μάλιστα με δυσχερώς εκπληρώσιμες προϋποθέσεις, την ψήφιση νόμων στη Βουλή ή τη διενέργεια δημοψηφισμάτων σε οριακές περιπτώσεις. Το κρίσιμο εξάλλου δεν είναι τόσο το ποιός προτείνει, όσο το ποιός αποφασίζει τελικά. Οι μορφές άμεσης δημοκρατίας ως ζητούμενο. Ο προαναφερθείς δισταγμός των κομμάτων ως προς το να διατυπώσουν και να εγκρίνουν προτάσεις ουσιαστικής μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στον λαό ως κρατικό όργανο είναι εύλογος, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι στο εσωτερικό των κομμάτων δεν υφίσταται καν ολοκληρωμένη, πολλώ δε μάλλον άμεση, δημοκρατική λειτουργία. 27 Ο δισταγμός αυτός όμως δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο πραγματικά κρίσιμο ερώτημα που αφορά το εν θέματι ζήτημα. Ειδικότερα, και δεδομένου ότι πιθανές πρακτικές δυσκολίες σχετικά με την άμεση συμμετοχή των πολιτών στη λήψη νομοθετικών αποφάσεων αναιρούνται διαρκώς χάρη στις τεχνολογικές εξελίξεις, το κρίσιμο ερώτημα είναι το κατά πόσο θεωρείται σκόπιμο και ουσιαστικά εφικτό το να αποφασίζει το σύνολο των πολιτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα για τις θεσπιζόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις. Τα βασικά επιχειρήματα που αρνούνται αυτήν την προοπτική εστιάζουν στην ελλιπή γνώση και ενημέρωση των πολιτών για τα διάφορα ζητήματα που ρυθμίζονται νομοθετικά. Αναιρούνται όμως ευχερώς σε τεχνικό επίπεδο, καθώς πλέον οι δυνατότητες ταχύτατης πρόσβασης στην πληροφορία και αμεσότατης επικοινωνίας και ενημέρωσης είναι ευρύτερες από ποτέ. Εξάλλου, η ανάθεση νομοθετικών αρμοδιοτήτων στους πολίτες θα συνέβαλε καθοριστικά στην αντιμετώπιση της πολυνομίας και της κακονομίας,28 αφού σε διαφορετική περίπτωση οι εκάστοτε προτεινόμενες νομοθετικές διατάξεις δεν θα είχαν αρκετές πιθανότητες να εγκριθούν. Ταυτόχρονα, θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη υπευθυνότητα την εκτελεστική λειτουργία ως προς την κανονιστική εξειδίκευση και την εφαρμογή των εξ ορισμού απλούστερων νομοθετημάτων, αλλά και στην αναβάθμιση του ρόλου της δικαστικής λειτουργίας ως προς την ολοκληρωμένη ερμηνεία τους. Τα ως άνω επιχειρήματα πάντως αναιρούνται και σε ένα πολύ πιο ουσιαστικό επίπεδο. Το γεγονός ότι οι πολίτες στην κοινοβουλευτική δημοκρατία θεωρείται ότι διαθέτουν γενικά τα απαραίτητα εφόδια για να επιλέγουν περιοδικά τους καταλληλότερους αντιπροσώπους στους οποίους αναθέτουν πλήρως τις τύχες του συλλογικού τους βίου για κάποια χρόνια, 27 Η κατάσταση αυτή οδηγεί στη στρεβλή εκδήλωση του κομματικού φαινομένου και στην ασφυκτική επικυριαρχία του επί του νομοθετικού σώματος. Ως εκ τούτου αντανακλάται, μεταξύ άλλων, και στο μοντέλο του «εκλογικευμένου κοινοβουλευτισμού» που προβλέπεται συνταγματικά στη χώρα μας, δηλαδή του κοινοβουλευτικού συστήματος το οποίο στηρίζεται σε αμφίβολης ουσιαστικής αποτελεσματικότητας τεχνικές επίτευξης κυβερνητικής σταθερότητας και υποβαθμίζει αντίστοιχα τον ρόλο του κοινοβουλίου, καθιστώντας το μια παθητική «συνέλευση καταγραφής κυβερνητικών αποφάσεων (Νικολόπουλος 1997). 28 Σχετικά με το ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα της κακής νομοθέτησης και τον καθοριστικό ρόλο της εκτελεστικής λειτουργίας σε αυτό, βλ. Καμτσίδου 2018. 95 συνεπάγεται προφανώς ότι θα πρέπει να θεωρείται εξίσου, αν όχι περισσότερο, αυτονόητο το να μπορούν να εκφράζουν αποφασιστική γνώμη για ένα απλό νομοσχέδιο (Παπαδοπούλου 2018).29 Στην πραγματικότητα βέβαια, τα προαναφερθέντα επιχειρήματα κατά της δυνατότητας των πολιτών να συμμετέχουν ενεργά και ουσιαστικά στην ψήφιση των νόμων, υποκρύπτουν σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη ότι δεν είναι όλοι οι πολίτες εξίσου ικανοί να εκφέρουν αποφασιστική γνώμη για τα κοινά ζητήματα. Πρόκειται για μια οπτική που συνδέει, άλλοτε ρητά και άλλοτε έμμεσα, την ικανότητα έκφρασης αποφασιστικής γνώμης των πολιτών με την κοινωνική θέση, τη θεωρητική κατάρτιση, το εκπαιδευτικό επίπεδο, την επαγγελματική εξειδίκευση, αλλά ακόμα και με την οικονομική κατάσταση, ως κριτήρια που υποτίθεται ότι διασφαλίζουν τη δυνατότητα ολοκληρωμένης κατανόησης των κοινών θεμάτων, σε αντιδιαστολή με εκείνους που δεν τα πληρούν σε επαρκή βαθμό. Η αντίληψη αυτή συνήθως χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα έμμεσης ανάδειξής της την ποικιλομορφία και τη συνθετότητα των προς ρύθμιση ζητημάτων στις σύγχρονες κοινωνίες, προκειμένου να αιτιολογήσει τη διάκριση μεταξύ των πολιτών την οποία προωθεί. Στη λογική αυτή, ακόμα και όταν εμφανίζεται συγκαλυμμένη στην πρακτική πολιτικών φορέων που κατά τα λοιπά προβάλλονται ως ένθερμοι υποστηρικτές της δημοκρατίας και της εμβάθυνσής της, η εν λόγω αντίληψη συνιστά επί της ουσίας επαναφορά των αριστοκρατικών και ολιγαρχικών πεποιθήσεων περί πολιτικής και διακυβέρνησης. Συνακόλουθα, ο δισταγμός που παρατηρείται στα κόμματα ως προς το να προτείνουν και να εγκρίνουν στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης ρυθμίσεις που θα ενίσχυαν ουσιαστικά την άμεση συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, σχετίζεται με την ανωτέρω υποβόσκουσα αντίληψη, η οποία διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα, παρουσιάζοντας βέβαια και τις αντίστοιχες διαβαθμίσεις, καθώς σε ορισμένα κόμματα είναι πολύ πιο διαδεδομένη και ισχυρή σε σχέση με άλλα. Η ίδια αντίληψη αιτιολογεί σε μεγάλο βαθμό και την απουσία γνήσιας δημοκρατικής λειτουργίας στο εσωτερικό των κομμάτων, κάτι που αποδεικνύεται και από την απουσία πρότασης για τη συνταγματική κατοχύρωση μιας τέτοιας λειτουργίας.30 Το πρόβλημα δηλαδή 29 Όπου σημειώνεται χαρακτηριστικά: Οι πολίτες είναι πλέον εξίσου, αν όχι περισσότερο, μορφωμένοι από τα μέλη του αντιπροσωπευτικού σώματος. Οι πολιτικοί στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εφόσον και καθόσον ομνύουν στην τελευταία, έχουν υποχρέωση να προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες για την ορθότητα των ουσιαστικών τους αποφάσεων, όχι μόνον για τη δική τους ικανότητα να τους αντιπροσωπεύουν. 30Δηλαδή για την αναθεώρηση του άρθρου 29 του Συντάγματος προς αυτήν την κατεύθυνση. Η υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου προβλέπει ότι η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή έμμεσα επιβάλλει την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων με δημοκρατικό τρόπο. Με βάση όμως τη διαχρονική πραγματικότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των ελληνικών κομμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται σχεδόν απόλυτα από αρχηγικά μοντέλα και πλήρη κυριαρχία κομματικών γραφειοκρατιών, είναι σαφές ότι απαιτείται ρητή εξειδίκευση, υποχρεωτικού χαρακτήρα, ως προς την καθιέρωση διαδικασιών δημοκρατικής λήψης των αποφάσεων στο εσωτερικό τους. 96 δεν είναι τα ουσιαστικά όρια που θέτει το Σύνταγμα ως προς την αναθεώρησή του, αλλά η απουσία της πολιτικής πεποίθησης και βούλησης για την απόδοση ουσιαστικών και άμεσων αρμοδιοτήτων στον λαό ως όργανο του κράτους. Συμπερασματικά, η πρόσφατη διαδικασία αναθεώρησης αποτέλεσε μία εν πολλοίς χαμένη ευκαιρία ως προς τη ριζική τροποποίηση του Συντάγματος στην κατεύθυνση της ουσιαστικής ενίσχυσης των μορφών άμεσης λαϊκής συμμετοχής. Τα θετικά στοιχεία είναι αυτά που αφορούν την καθιέρωση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, έστω και με την ανωτέρω αναφερθείσα άκρως περιοριστική μορφή. Κυρίως όμως, η σημαντικότερη πολιτική και νομική πτυχή της μόλις ολοκληρωθείσης διαδικασίας, αφορά τη σχεδόν καθολική (έστω και έμμεση) αναγνώριση ότι η ενίσχυση των μορφών άμεσης δημοκρατίας δεν παραβιάζει τα ουσιαστικά όρια που προβλέπονται για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η συνταγματική κατοχύρωση ουσιαστικών δυνατοτήτων άμεσης λαϊκής συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, ως η κρισιμότερη παράμετρος για τη δημοκρατική και τη συνταγματική εξέλιξη στον αιώνα που διανύουμε, δηλαδή σε μια εποχή κατά την οποία η δημοκρατία ως έννοια αλλά και ως πραγματικό κοινωνικό βίωμα είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει σημαντικότατες προκλήσεις και αμφισβητήσεις. Στον πυρήνα τελικά του όποιου σχετικού προβληματισμού, βρίσκεται η αναγνώριση μιας θεμελιώδους δημοκρατικής αξίας, η οποία δεν έχει ακόμα δυστυχώς εμπεδωθεί ή αγνοείται συνειδητά: ότι, σε μια γνήσια δημοκρατία, οι μόνοι αρμόδιοι για να αποφασίζουν σχετικά με τους κανόνες που ρυθμίζουν υποχρεωτικά την κοινωνική συμβίωση, είναι εξ ορισμού και ανεξαιρέτως όλοι όσοι υπάγονται σε αυτούς. Βιβλιογραφία Βενιζέλος, Ε. (2008) Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας. Βενιζέλος, Ε. (2018), «Η Φενάκη της Άμεσης Δημοκρατίας και η Φθορά της Ευρωπαϊκής Φιλελεύθερης Δημοκρατίας», διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/2018-11-12-veniselos-amesi-dimokratia/. Δαγτόγλου, Π. (2015), Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. Δημητρόπουλος, Α. (1997), Το Δημοψήφισμα. Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη δημοκρατία, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας. Επιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, διαθέσιμο σε: http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/. Καμτσίδου, Ι. (2013), «Το Δημοψήφισμα ως Φενάκη και ως Μηχανισμός Λογοδοσίας», διαθέσιμο σε: http://law-constitution.web.auth.gr/kamtsidou/2013/06/28/το- δημοψήφισμα-ως-φενάκη-και-ως-μηχανι/ . Καμτσίδου, Ι. (2018), «Μορφές Εμφάνισης και Συνέπειες της Κακής Νομοθέτησης στο Πεδίο της Διοίκησης», διαθέσιμο σε: http://law- constitution.web.auth.gr/kamtsidou/2018/04/28/πτυχές-κακής-νομοθέτησης-και- οι-επιπτ/ . Καστοριάδης, Κ. (1999), Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η Σημασία της για Μας Σήμερα, Αθήνα, εκδόσεις Ύψιλον. 97 Κοντιάδης, Ξ. (2017), «Ερμηνεία του Άρθρου 110», σε Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (επιμ.), Σύνταγμα. Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. Κουρουνδής, Χ. (2019), «Το Αντιπροσωπευτικό Σύστημα στη Σκέψη του Αριστόβουλου Μάνεση και το Αίτημα Διεύρυνσης της Δημοκρατικής του Νομιμοποίησης», διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/to-antiprosopeftiko-sistima-sti- skepsi-tou-aristovoulou-manesi/ . Μάνεσης, Α. (1980), Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. Μουκίου, Χ. (2010), Η Κανονιστική Αρμοδιότητα της Διοίκησης υπό το Πρίσμα Νεότερων Νομολογιακών Εξελίξεων, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας. Νικολόπουλος, Η. (1997), «Ο Εκλογικευμένος Κοινοβουλευτισμός», Τετράδια Εργασίας, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Παπαδοπούλου, Λ. (2013), «Μορφές ‘Άμεσης Νομοθεσίας’: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία», διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/papadopoulou-direct-democracy/ . Παπαδοπούλου, Λ. (2014), Θεσμοί «άμεσης δημοκρατίας» στο Σύνταγμα. Συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων ουσίας, Αθήνα, εκδόσεις Ευρασία. Παπαδοπούλου, Λ. (2018), «Εμβαθύνουν τα Δημοψηφίσματα τη Δημοκρατία;», διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/2018-11-11-papadopoulou-lina- dimopsifismata/ . Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/4854.pdf . Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε ηλεκτρονική μορφή στον ιστότοπο https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/5120.pdf (πρόσβαση 7/11/2019). Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/Έγγραφο%20από%20Σαρωτή%20(215135).pdf . Πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Ανεξάρτητων Ελλήνων για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6- aebdc768f4f7/4832.pdf . Ρουσσώ, Ζ.-Ζ. (2016), Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Σπυρόπουλος, Φ. (2006), Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας. Συνεδρίαση Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων 14/03/2019, Συζήτηση και λήψη απόφασης επί των προτάσεων Αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής (δεύτερη ψηφοφορία), διαθέσιμη σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a- 09f4c564609d/es20190314.pdf . Σύνταγμα της Ελλάδας, διαθέσιμο σε: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148- f24dce6a27c8/SYNTAGMA1_1.pdf . Σωτηρέλης, Γ. (2016), «Παρανοήσεις και Στρεβλώσεις για την “Άμεση Δημοκρατία”», διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/2016-sotirelis-amesi-dimokratia/ . Τσάτσος, Δ. (1982), Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας. ΦΕΚ Α 187/28-11-2019, Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του από 25 Νοεμβρίου 2019 Ψηφίσματος της Θ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων 98 «Ψήφιση, δημοσίευση και έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος». Χρήστου, Β. (2017), «Ερμηνεία του Άρθρου 110», σε Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/ Γεραπετρίτης (επιμ.), Σύνταγμα. Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. Χριστόπουλος, Δ. (2013), «Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Συνταγματικού Βερμπαλισμού», Επίκαιρα Θέματα Συνταγματικού Δικαίου, τ. 24, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, διαθέσιμο σε: https://www.cecl2.gr/attachments/article/217/teyxos%2024.pdf . 99 Το ‘Δίκαιο των Λαών’ την Εποχή της Παγκοσμιοποίησης – Για μια Νέα Κατανόηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού στις Διεθνείς Σχέσεις Νίκος Βλαχάκης Περίληψη Στο έργο του «Το Δίκαιο των λαών» ο John Rawls σκιαγραφεί ένα κανονιστικό-δεοντολογικό πρότυπο για την επικράτηση της έννοιας της καντιανής «διαρκούς ειρήνης» στις διεθνείς σχέσεις μέσω της γενίκευσης ισχύος του πολιτικού φιλελευθερισμού, αλλά και ενός κώδικα συμπεριφοράς διαλογικής και συναινετικής ηθικής στις σχέσεις των εθνών-κρατών στηριγμένου σε κοινές αξίες. Πως όμως αυτό μπορεί να γίνει εφικτό την εποχή της παγκοσμιοποίησης, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η πολυπολικότητα, η ανάδυση μη κρατικών παραγόντων (actors), η μείωση ισχύος των παραδοσιακών κρατών καθώς και οι ποικίλες διαδικασίες περιφερειακών ολοκληρώσεων που λαμβάνουν χώρα, μεταβάλουν διαρκώς την ισορροπία ισχύος; Μπορεί το διεθνές δίκαιο (jus gentium) υπ’ αυτές τις συνθήκες να έχει αξίωση καθολικής ισχύος ή απαιτείται μια μορφή «συνταγματοποίησης» του σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας, κατά την άποψη του Jurgen Habermas; Αυτό είναι το επίδικο ζήτημα σήμερα για μια νέα «ρεαλιστική ουτοπία», σε μια αντίληψη «μαλακής ισχύος» που όμως θα έχει λειτουργικότητα στις σύγχρονες διακρατικές και διεθνείς σχέσεις. Λέξεις κλειδιά: Δίκαιο των Λαών, παγκοσμιοποίηση, πολιτικός φιλελευθερισμός, συνταγματοποίηση, διεθνείς σχέσεις, Rawls, Habermas Εισαγωγή: Η παρακαταθήκη του Rawls Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στα μεγάλα δεινά του παρελθόντος και του παρόντος να υπονομεύσουν την ελπίδα μας για το μέλλον της κοινωνίας μας ως μέλους μίας κοινωνίας φιλελεύθερων και ευπρεπών Λαών σε παγκόσμια κλίμακα ... . Αντίθετα, οφείλουμε να υποστηρίξουμε και να δυναμώσουμε την ελπίδα αναπτύσσοντας μια εύλογη και υλοποιήσιμη αντίληψη της πολιτικής ορθότητας και της δικαιοσύνης, που να εφαρμόζεται στις σχέσεις μεταξύ των λαών. Για να το πετύχουμε αυτό, μπορούμε να ακολουθήσουμε το δρόμο του Καντ και να ξεκινήσουμε από την πολιτική σύλληψη μίας εύλογα δίκαιης συνταγματικής δημοκρατίας την οποία έχουμε ήδη διατυπώσει. Στη συνέχεια προχωρούμε προεκτείνοντας αυτή την αντίληψη προς τα έξω, προς την κοινωνία των φιλελεύθερων και ευπρεπών λαών. Μία τέτοια πορεία υιοθετεί τη λογική του πολιτικού φιλελευθερισμού και η ανάπτυξη ενός εύλογου Δικαίου των Λαών από τον πολιτικό φιλελευθερισμό επιβεβαιώνει τον εύλογο χαρακτήρα του. Αυτό το Δίκαιο υποστηρίζεται από τα θεμελιώδη συμφέροντα των συνταγματικών δημοκρατιών και άλλων ευπρεπών κοινωνιών. Παύουμε πια να νοσταλγούμε, η ελπίδα μας γίνεται μια εύλογη ελπίδα (Ρωλς 2002: 48-49). Υποψ. Διδάκτορας Φιλοσοφίας – Πανεπιστήμιο Σόφιας «Σβετί Κλήμεντ Όχριντσκι» E-mail:
[email protected]101 Στο βιβλίο του Rawls Θεωρία της Δικαιοσύνης (Rawls 1971) βλέπουμε την έννοια της λεγόμενης «δικαιοσύνης ως ακριβοδικίας» (Justice as fairness), ο κύριος σκοπός της οποίας ήταν να γενικεύσει και να μεταφέρει σε υψηλότερη βαθμίδα αφαίρεσης το παραδοσιακό δόγμα του κοινωνικού Συμβολαίου, που αποτελεί την καταλληλότερη βάση για τους θεσμούς μιας δημοκρατικής κοινωνίας, να αποτελεί την κύρια εννοιολογική κατηγορία. Όμως η κοινωνική «συμβολαιακή» (socio-contractarian) παράδοση θεωρείται μέρος της ηθικής φιλοσοφίας και δεν γίνεται διάκριση μεταξύ της ηθικής και της πολιτικής φιλοσοφίας. Έτσι στη Θεωρία ένα ηθικό δόγμα της δικαιοσύνης δεν διακρίνεται από μια αυστηρά πολιτική αντίληψη της δικαιοσύνης, όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Rawls. Αλλά ο Rawls έχει στο μυαλό του το σοβαρό πρόβλημα σχετικά με την «μη ρεαλιστική ιδέα μιας σωστά διατεταγμένης κοινωνίας» ή «εύτακτης κοινωνίας» (well-ordered society), όπως φαίνεται στη θεωρία του, ότι σε μια τέτοια κοινωνία που συνδέεται με την ωφελιμότητα, οι πολίτες γενικά υποστηρίζουν ένα ολοκληρωμένο ηθικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό δόγμα, με βάση τη χρησιμότητα του, κάνοντας έτσι μια σαφή διάκριση μεταξύ μιας πολιτικής αντίληψης της δικαιοσύνης και της ίδιας της συνολικής φιλοσοφικής διδασκαλίας αυτής καθ’ αυτής. Με άλλα λόγια αυτή η πραγματικότητα μιας πληθώρας λογικών αλλά ασυμβίβαστων μεταξύ τους «περιεκτικών δογμάτων» (comprehensive doctrines) − το γεγονός της λογικής πολυφωνίας (reasonable pluralism) − δείχνει ότι, όπως χρησιμοποιείται στην θεωρία, η ιδέα μιας σωστά διατεταγμένης κοινωνίας και της «δικαιοσύνης ως ευθυδικίας», είναι μη ρεαλιστική. Το Δίκαιο των Λαών ως «ρεαλιστική ουτοπία» Ως εκ τούτου, το κύριο πρόβλημα του πολιτικού φιλελευθερισμού που θέτει ο Rawls είναι: Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει με την πάροδο του χρόνου, μια σταθερή και δίκαιη κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών βαθιά διαιρεμένη όμως, από λογικά (reasonable) αν και ασυμβίβαστα θρησκευτικά, φιλοσοφικά και ηθικά δόγματα. Με άλλο τρόπο τίθεται επίσης το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να επικρατούν στη συνείδηση των πολιτών, αν και λογικά, εντούτοις διαμετρικά αντίθετα περιεκτικά δόγματα και όλα όμως να επιβεβαιώνουν την πολιτική αντίληψη ενός συνταγματικού καθεστώτος; Και ποια είναι η πολιτική αντίληψη ενός συνταγματικού καθεστώτος; ποια είναι η δομή και το περιεχόμενο μιας πολιτικής αντίληψης που κερδίζει την υποστήριξη μιας τέτοιας «αλληλεπικαλυπτόμενης συναίνεσης» (overlapping consensus), όπως την ονομάζει ο ίδιος; Αυτά είναι τα κύρια ερωτήματα που ο πολιτικός φιλελευθερισμός προσπαθεί να απαντήσει και μπορεί κανείς να βρει σ’ αυτά μερικές από τις αναφορές που έγιναν στο λεγόμενο «Διαφωτιστικό έργο» προσδίδοντας στην αντίληψη του αυτή ένα βαθιά κανονιστικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τον Rawls, ο δυϊσμός» στον πολιτικό φιλελευθερισμό μεταξύ της άποψης της πολιτικής αντίληψης και των πολλών απόψεων των περιεκτικών δογμάτων δεν είναι ένας δυϊσμός που προέρχεται από τη φιλοσοφία, αλλά προέρχεται από την «ιδιαίτερη φύση της δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας, τον εύλογο πλουραλισμό της, καθώς και τα διάφορα προβλήματα της πολιτικής φιλοσοφίας στο σύγχρονο σε σχέση με τον αρχαίο κόσμο. Αξίζει να αναφερθεί εδώ η άποψη του Rawls ότι όταν η ηθική φιλοσοφία ξεκίνησε με το Σωκράτη, η αρχαία θρησκεία ήταν μια «πολιτική 102 θρησκεία της δημόσιας κοινωνικής πρακτικής, των δημοτικών εορτών και των δημόσιων εορτασμών». Αντίθετα όμως με άλλες θρησκείες που βασίζονται σε κάποιο ιερό κείμενο τη Βίβλο ή το Κοράνι ή τις Βέδες του Ινδουισμού, οι Έλληνες γιόρταζαν τον Όμηρο και τα ομηρικά ποιήματα, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, αποτελώντας βασικό μέρος της εκπαίδευσής τους, αλλά ποτέ δεν θεωρούνταν ιερά κείμενα. Η αρχαία θρησκεία δεν ήταν θρησκεία «σωτηριολογική», με τη χριστιανική έννοια και δεν υπήρχε τάξη ιερέων που να διανείμει τα απαραίτητα μέσα της θείας χάριτος. Έτσι η ελληνική ηθική φιλοσοφία ξεκινά μέσα στο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο μιας θρησκείας πολιτών μιας πόλης στην οποία τα ομηρικά έπη παίζουν κεντρικό ρόλο αλλά έχουν πολιτικό, εκπαιδευτικό σκοπό, αλλά και πολιτισμικό χαρακτήρα (Rawls 2005: xxiii- xxvii). Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η πολιτική φιλοσοφία με τη μορφή του πολιτικού φιλελευθερισμού είναι «ρεαλιστικά ουτοπική» όταν επεκτείνεται στα όρια αυτού που θεωρούμε ως «πρακτική πολιτική δυνατότητα». Με άλλα λόγια, εξηγώντας τον σκοπό του, ο Rawls γράφει: Η ελπίδα μας για το μέλλον της κοινωνίας μας στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η φύση του κοινωνικού κόσμου επιτρέπει λογικά απλώς συνταγματικές δημοκρατικές κοινωνίες που υπάρχουν ως μέλη της κοινωνίας των λαών. Σε έναν τέτοιο κοινωνικό κόσμο θα επιτευχθεί ειρήνη και δικαιοσύνη μεταξύ φιλελεύθερων και αξιοπρεπών λαών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό τους. Η ιδέα αυτής της κοινωνίας είναι ρεαλιστικά ουτοπική, καθώς απεικονίζει έναν εφικτό κοινωνικά κόσμο που συνδυάζει το πολιτικό δικαίωμα και τη δικαιοσύνη για όλους τους φιλελεύθερους και τους αξιοπρεπούς λαούς σε μια κοινωνία των λαών (Rawls 2002: 6). Έτσι, εάν το προηγούμενο έργο του Αμερικανού φιλόσοφου είχε την πρόθεση να απαντήσει στο ερώτημα πώς είναι δυνατή η ύπαρξη μιας φιλελεύθερης και εύτακτης κοινωνίας, εδώ φιλοδοξεί να καταδείξει το πώς: μια παγκόσμια κοινωνία φιλελεύθερων και αξιοπρεπών λαών θα ήταν δυνατή, πιστεύοντας ότι παρά τα πολλαπλά ουτοπικά στοιχεία που συνοδεύουν ένα παρόμοιο εγχείρημα, η ιδέα της ρεαλιστικής της πραγματοποίησης, αφ’ εαυτής, είναι πολύ σημαντικό ζήτημα. Το κίνητρο για ένα τέτοιο σχέδιο προέρχεται από δύο βασικές ιδέες: η πρώτη είναι ότι τα μεγάλα κακά της ανθρώπινης ιστορίας – όπως ο άδικος πόλεμος (unjust war) και η καταπίεση, οι θρησκευτικές διώξεις και η άρνηση της ελευθερίας συνείδησης, της λιμοκτονίας και της φτώχειας, όπως επίσης και οι γενοκτονίες και η μαζικές δολοφονίες, οφείλονται στην ύπαρξη πολιτικής αδικίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η δεύτερη κύρια ιδέα, που συνδέεται με την πρώτη, είναι ότι οι πιο σοβαρές μορφές πολιτικής αδικίας δύνανται να εξαλειφθούν και τελικά να εξαφανισθούν, εάν και μόνο οικοδομήσουμε βασικούς θεσμούς σε διεθνές επίπεδο. Και οι δύο αυτές ιδέες συνδέονται με αυτό που ο Rawls χαρακτήρισε ως «ρεαλιστική ουτοπία». Kατ' ανάλογο τρόπο προς τη διαδικασία της «Θεωρίας της Δικαιοσύνης», ο Rawls διατυπώνει τις οκτώ θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης μεταξύ των ελεύθερων και δημοκρατικών λαών, καθορίζοντας ταυτόχρονα και το κανονιστικό-δεοντολογικό πλαίσιο της θεωρίας, ως εξής: Οι λαοί είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και η ελευθερία και η ανεξαρτησία τους πρέπει να γίνονται σεβαστές από άλλους λαούς. Οι λαοί πρέπει να τηρούν τις συνθήκες και τις δεσμεύσεις. Οι λαοί είναι ίσοι και είναι συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες που τους δεσμεύουν. Οι λαοί πρέπει να τηρούν το καθήκον της μη- επέμβασης. 103 Οι λαοί έχουν το δικαίωμα της αυτοάμυνας, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να υποκινούν τον πόλεμο για λόγους άλλους από την αυτοάμυνα. Οι λαοί πρέπει να τιμούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι λαοί πρέπει να τηρούν συγκεκριμένους περιορισμούς στη διεξαγωγή πολέμου. Οι λαοί έχουν καθήκον να βοηθούν άλλους λαούς που ζουν κάτω από δυσμενείς συνθήκες οι οποίες εμποδίζουν την ύπαρξη ενός δίκαιου ή αξιοπρεπούς πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος (Rawls 2002: 37). Οι προαναφερθείσες αρχές αποτελούν την κωδικοποίηση ενός «τρόπου συμπεριφοράς» μεταξύ των εθνών κατά την άποψη μας, εν προκειμένω μεταξύ φιλελεύθερων αλλά και εύτακτων (descent) κοινωνιών. Ο Καντ εξέφρασε επίσης μια παρόμοια ιδέα στο Δεύτερο Οριστικό άρθρο της διαρκούς ειρήνης και συγκεκριμένα στα δικαιώματα των εθνών που «θα βασίζονται σε μια ομοσπονδία ελεύθερων κρατών» καθόσον «στα έθνη, οι λαοί μπορούν να θεωρηθούν ως μεμονωμένα άτομα που τραυματίζουν το ένα από το άλλο μέσα από την εγγύτητά τους, ενώ ζουν στην κατάσταση της φύσης. Για χάρη της δικής του ασφάλειας κάθε έθνος μπορεί και πρέπει να ζητήσει από τους άλλους να συνάψουν μια σύμβαση που μοιάζει με την αστική και να εγγυάται τα δικαιώματα καθενός. Αυτή θα είναι μια ομοσπονδία εθνών, αλλά δεν πρέπει να είναι ένα έθνος αποτελούμενο από έθνη» (Kant 2003: 12). Έτσι, σκιαγραφώντας την έννοια του «Δικαίου των λαών» Rawls έχει μια σαφέστερη αναφορά στο Καντιανό έργο της «Διαρκούς Ειρήνης» (Perpetual Peace), περισσότερο από την υπαγωγή του στη θεωρία της δικαιοσύνης στην ίδια φιλοσοφική παράδοση. Αλλά είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι το Δίκαιο των λαών αναπτύσσεται στο πλαίσιο του πολιτικού φιλελευθερισμού, όπως τονίσαμε ήδη, ο οποίος επεκτείνεται σε διεθνές επίπεδο. Αυτό το αφετηριακό σημείο σημαίνει ότι ο νόμος των λαών είναι μια επέκταση μιας φιλελεύθερης αντίληψης της δικαιοσύνης από ένα εγχώριο, εσωτερικό, καθεστώς σε μια «κοινωνία των λαών». Ως «κοινωνία των λαών» πρέπει να κατανοήσουμε τους ελεύθερους και ισότιμους φιλελεύθερους λαούς (όχι πολίτες πλέον) συζητώντας τις αμοιβαίες μεταξύ τους σχέσεις που πρέπει να διαμορφώσουν με σκοπό την ειρηνική συνύπαρξη. Η συνταγματική δημοκρατία και η επέκτασή της στις διεθνείς σχέσεις – H άποψη του Habermas «Το Δίκαιο πραγματοποιείται σε πρώτη φάση υπό τη μορφή συστατικών νόμων» (Hegel 2005: 112), λέει ο Χέγκελ και όπως είναι ευρέως γνωστό, η φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ είναι μια θεωρία του «αντικειμενικού πνεύματος» που συνειδητοποιείται με τη μορφή του ως "Volksgeist" (το πνεύμα ενός έθνους ή και αυτό το πνεύμα είναι προφανώς η συνταγματική αρχή κάθε έθνους για αυτοδιάθεση και αυτο-θεσμοποίηση ή όπως o ίδιος προσδιορίζει: «το πολιτικό σύνταγμα είναι η οργάνωση του κράτους και η διαδικασία της οργανικής ζωής του σε σχέση με τον εαυτό του) . Σε αυτή τη διαδικασία το κράτος διακρίνει μέσα του τα στοιχεία του και τα ξεδιπλώνει σε αυτοπραγμάτωση του». Προσθέτει επίσης ότι: «το σύνταγμα είναι ορθολογικό, εφόσον τα ενεργά τμήματα εργασίας του κράτους συμφωνούν με τη φύση της {καταστατικής} αντίληψης» (Hegel 2005: 155). Μπορούμε να δούμε τη σχέση ανάμεσα στο «πνεύμα ενός έθνους» ως ένα συλλογικό Sittlichkeit (ηθική) αυτού του ίδιου έθνους και το σύνταγμα ως μια οργάνωση που αντικατοπτρίζει ένα είδος ορθολογισμού. Αυτό ίσως είναι η γραμμή για να κατανοήσουμε τη συνταγματική σκέψη 104 του Χέγκελ, στην οποία εμπεριέχονται οι ηθικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές και άλλες αξίες μιας δεδομένης κοινωνίας, ολόκληρη η πνευματική ζωή ως έκφραση του «Απόλυτου πνεύματος». Συγκρίνοντας αυτή την έννοια του Hegel με τον Habermas, ο Buchwalter θα γράψει ότι «με ορισμένες γενικές απόψεις η έννοια του συνταγματισμού του Hegel είναι παρόμοια με τον Habermas». Για τον Hegel, ο συνταγματισμός επιδιώκει να ενώσει την φροντίδα για ένα κοινό καλό με μια περισσότερο φιλελεύθερη δέσμευση όσον αφορά τα θεσμικά όρια και το κράτος δικαίου. Ωστόσο, ο Χέγκελ επιδιώκει αυτούς τους στόχους λιγότερο με διαδικαστικά απ’ ότι με δημοκρατικά μέσα, συμμετέχοντας ξανά στο συναίσθημα και όχι στη δομή (Buchwalter 2002: 139). Και αν αυτό συμβαίνει στον Χέγκελ, στον Χάμπερμας, η συνταγματική θεώρηση παίζει σημαντικό ρόλο στη φιλοσοφία του δικαίου: Ταυτόχρονα, όμως, ο Habermas αγκαλιάζει τη δημόσια διάσταση της συνταγματικής θεωρίας όχι στο πραγματικό συναίσθημα των ατόμων αλλά στην επίσημη θεσμοθέτηση διαδικασιών που εξασφαλίζουν τους όρους της δημόσιας επικοινωνίας (Buchwalter 2002: 133). Με άλλα λόγια το σύνταγμα θέτει αυτές τις πολιτικές διαδικασίες σε καθημερινή βάση που οι πολίτες μπορούν να οργανώσουν και να ολοκληρώσουν με επιτυχία την απλή κοινή ζωή τους. Περισσότερο από την πολιτισμική πλευρά, η έννοια της διαδικασίας είναι αυτή που κυριαρχεί εξετάζοντας κάποιος τις διαφορές του Χάμπερμας με τον Χέγκελ. Αυτού του είδους η «διαδικαστική αντίληψη» (Proceduralism) προϋποθέτει την εγκυρότητα ενός είδους «δημοκρατικού ήθους» που πρέπει να είναι συμβατό με τον καθιερωμένο πλουραλισμό της σύγχρονης κοινωνίας, που σε ορισμένες πτυχές μπορεί να προσομοιάζει με την κανονιστικότητα (Normativität) του Χέγκελ από τη μια και τη Χαμπερμασιανή διαδικαστική αντίληψη από την άλλη, συσχετίζοντας το (αυτό το δημοκρατικό ήθος) με το ρόλο του Συντάγματος, ως την οργανωτική εκείνη αρχή για το κράτος (η οποία είναι η κυρίαρχη έννοια στον Χέγκελ) και τη δημοκρατία (η οποία αντίστοιχα καθίσταται κομβική στον Habermas). Επιπλέον, ο Χάμπερμας τονίζει, όπως κάνει και ο Χέγκελ, τη σημασία της συλλογικής ερμηνείας όπως επίσης και μιας ερμηνευτικής του νοήματος σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα του συντάγματος αυτή καθαυτή. Κάθε σύνταγμα είναι ένα ζωντανό έργο που μπορεί να αντέξει μόνο ως συνεχής ερμηνεία που συνεχώς μεταφέρεται και διαχέεται σε όλα τα επίπεδα της νομοθετικής παραγωγής. Από αυτή την άποψη, ο Habermas διακρίνει τη συνταγματική του θεωρία από την «κονστρουκτιβιστική» προσέγγιση του Rawls, η οποία, όπως και η θεωρία του κοινωνικού Συμβολαίου, συνδέει τη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης με την απαίτηση μιας αρχικής συμφωνίας σε κάποιες θεμελιακές συνταγματικές αρχές. Μια τέτοια κατανόηση για το σύνταγμα υπογραμμίζει φυσικά τη σημασία της διαλεκτικής σκέψης στη φιλοσοφία του δικαίου ή στην ανάλυση φαινομένων όπως ο πατριωτισμός και η σχέση με την εθνική ιστορία. Όπως ο ίδιος ο Habermas παραδέχεται, ότι έχει ασχοληθεί με την ιδέα του κοσμοπολίτικου νόμου (Cosmopolitan law) του Καντ αρκετές φορές μεταξύ 1995 και 2005, σε πολλά κείμενα του το πιο γνωστό είναι το δοκίμιο του με τίτλο: Μεταξύ φυσικού και θρησκευτικού λόγου ή το δοκίμιό του «Ιθαγένεια και εθνική ταυτότητα: μέλλον της Ευρώπης». Σε αυτή την πρώτη συλλογή δοκιμίων μπορούμε να διαβάσουμε μια πολύ σημαντική για την πολιτική και τη δικαιοσύνη θεωρία σχετικά με τα «προ- πολιτικά θεμέλια του συνταγματικού κράτους» καθώς και την πρότασή του για τις 105 προοπτικές επιτυχίας του σχεδίου μιας «κοσμοπολίτικης κατάστασης». Τα βασικά ευρήματα του Habermas σε αυτά τα κείμενα θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε σε γενικές γραμμές ότι έχουν ως εξής: − Οι αγορές οι οποίες, σε αντίθεση με τις κρατικές διοικήσεις, δεν μπορούν να εκδημοκρατιστούν, αναλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο ρυθμιστικές λειτουργίες σε τομείς της ζωής που συνηθίζονταν με κανόνες − με άλλα λόγια με πολιτικά μέσα ή με προπολιτικές μορφές επικοινωνίας. − Λαμβάνοντας υπόψη τις συγκρούσεις και τις καταφανείς κοινωνικές αδικίες μιας πολύ κατακερματισμένης παγκόσμιας κοινωνίας, η απογοήτευση αυξάνεται με κάθε επιπλέον αποτυχία στη διαδικασία «συνταγματοποίησης» του διεθνούς δικαίου που ξεκίνησε μετά το 1945. Οι μεταμοντέρνες θεωρίες πλαισιώνουν αυτές τις κρίσεις όσον αφορά την επιλεκτική εκμετάλλευση των ορθολογικών πόρων που εμπεριέχονται στη δυτική νεωτερικότητα αλλά και ως το λογικό αποτέλεσμα ενός καταστρεπτικού προγράμματος πνευματικής και κοινωνικής ορθολογικής οργάνωσης (Habermas 2008: 107-108). Τα προαναφερθέντα αποσπάσματα αποτελούν το φιλοσοφικό πλαίσιο για να συμπεράνουμε ότι: Στην πραγματικότητα, η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών εθνών σε πολυμερή δίκτυα ή σε διακρατικά συστήματα διαπραγμάτευσης έχει σε πολλές περιπτώσεις δημιουργήσει τις νομικές μορφές ενός συντάγματος των διεθνών οργανισμών χωρίς κρατικά χαρακτηριστικά, τα οποία αγνοούν τις γνωστές μορφές νομιμοποίησης μέσω της βούλησης μας οργανωμένης κοινωνίας πολιτών. Αυτά τα συντάγματα ρυθμίζουν τη λειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ των εθνικών κρατών. Έτσι, ο φιλελεύθερος τύπος του συντάγματος που περιορίζει τη δύναμη του κράτους χωρίς να το συγκροτεί κατ’ ανάγκη, παρέχει επίσης ένα εννοιολογικό πρότυπο για μια «συνταγματοποίηση του διεθνούς δικαίου με τη μορφή μιας πολιτικά συσταθείσας παγκόσμιας κοινωνίας χωρίς παγκόσμια κυβέρνηση» (Habermas 2008: 316). Ως εκ τούτου, ο Habermas εδώ πλαισιώνει μια διαδικασία μετάβασης από έναν «κρατικό-κεντρικό διεθνές δίκαιο» − που είναι η βασική αντίληψη γύρω από την οποία κινείται και αναπτύσσεται η θεωρία του Rawls − σε μια νέα «κοσμοπολίτικη έννομη τάξη», εφόσον τα εθνικά κράτη θα περιοριστούν στο πεδίο δράσης τους, χωρίς όμως να χάσουν το καθεστώς τους ως υποκείμενα της παγκόσμιας έννομης τάξης − αυτή η τάξη ουσιαστικά καθιερώθηκε μαζί με την νεωτερικότητα – ενώ θα πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη πρόκληση για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής αυτού που σημαίνει «υποκείμενο του διεθνούς δικαίου» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και τις συνθήκες μιας κοσμοπολίτικης ηθικής. Παράλληλα βέβαια, ανερχόμενη είναι και η πρόκληση για την ανάδυση των ατόμων και των ξεχωριστών πολιτών ως υποκείμενα επίσης του διεθνούς δικαίου, εισάγοντας την έννοια του παγκόσμιου πολίτη (world citizen) που επίσης καθίσταται φορέας δικαιωμάτων. Αυτή η διαδικασία «συνταγματοποίησης του διεθνούς δικαίου» προβλέπει στην ουσία ένα είδος συγχώνευσης των βασικών λειτουργιών και αρχών ενός φιλελεύθερου πολιτειακού προτύπου -που έχει συνταγματικά χαρακτηριστικά- υπεράνω του εθνικού επίπεδου, ασκώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιρροή στη διεθνή διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά ταυτόχρονα όμως απαιτώντας ένα είδος μιας νομιμοποιητικής ανάδρασης (feedback) μέσω των εθνικών διαύλων νομιμοποίησης (κοινοβούλια, αντιπροσωπευτικά όργανα, διακυβερνητικές ρυθμίσεις κ.λπ.). Ως εκ τούτου είναι σημαντικό να διευκρινισθεί ότι μια τέτοια διαδικασία δεν καθοδηγείται από επαναστατικές μάζες, όπως ήταν ιστορικά η περίπτωση του «πρώτου κύματος» του 106 συνταγματισμού, αλλά σε πρώτη φάση καθοδηγείται από την ορθολογική και κυρίαρχη επιλογή των εθνών-κρατών ή των περιφερειακών συμμαχιών των κρατών και σε μια δεύτερη φάση από την αποκαλούμενη παγκόσμια κοινωνία των πολιτών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για μια παρόμοια διαδικασία, σύμφωνα με τον Habermas, είναι η ευρωπαϊκή διαδικασία ενοποίησης παρά το γεγονός ότι οι κανονιστικές παράμετροί της δεν έχουν δώσει ακόμη απάντηση στο ζήτημα του αμετάκλητου − δηλαδή εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξελιχθεί σε ομοσπονδιακό κράτος των εθνών με έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις ή εάν θα συνεχίσει να επεκτείνεται στο επίπεδο ενός υπερεθνικού οργανισμού χωρίς να προσλαμβάνει τις ιδιότητες ενός κράτους. Στο πλαίσιο του θεωρητικού αυτού παραδείγματος της ενοποίησης των διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών, ο Habermas προτείνει τρεις πτυχές «από τις οποίες η ιδέα του Καντ για τη μετατροπή του διεθνούς δικαίου σε κοσμοπολίτικο νόμο» και επιπλέον τρεις άλλες προσαρμογές που περιγράφουν την «κοσμοπολίτικη δημοκρατία» ως εξής: Πίνακας Aspects of transformation in state-centered Adjustments of the political theory – outline of a international law into cosmopolitan law.1 cosmopolitan republic Federalist idea of divided sovereignty and the The concept of national sovereignty must be general concept of a multilevel system. adapted to the new forms of governance beyond the nation-state. 2) Two distinctive types of constitution: b) The idea that supranational law is backed up a) constituting political authority by sanctioning powers preserving the b) constraining power (constitutional court) competence of nation-states. Both could be linked in a new way in the political constitution of a world society without a world government. 3) Gradual advances in the constitutionalization c) To identify the mechanism that explains how of international law supported more by nations can change their self-understanding, governments than by citizens. transforming them into conscious members of international organizations with rights and duties. Σύμφωνα με αυτή την κατανόηση του Habermas, η «συνταγματοποιημένη παγκόσμια κοινωνία» είναι ένα πολυεπίπεδο σύστημα διακυβέρνησης που επιτρέπει σε ένα τέτοιο σύστημα να λειτουργήσει σε διάφορους τομείς (εξωτερική πολιτική, οικονομικές σχέσεις, περιβαλλοντική συνεργασία κ.λπ.) χωρίς μια και μόνη κυβέρνηση αλλά ως ένα σύστημα αλληλεπιδράσεων και επικοινωνίας μεταξύ πολλών παικτών και δρώντων, πέρα από το παραδοσιακό έθνος-κράτος, όπως οι παγκόσμιες οργανώσεις, οι διεθνείς ΜΚΟ, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί κ.ά.. «Από αυτή την άποψη, μοιάζει περισσότερο με μια ένωση εθνών [Völkerbund] παρά με την ιδέα του Καντ για ένα καθολικό κράτος των εθνών [Völkerstaat]», σημειώνει ο Habermas, προσθέτοντας ότι 1Η διαμόρφωση του πίνακα αναφέρεται και στηρίζεται στο εννοιολογικό πλαίσιο του Habermas από το βιβλίο του Between Naturalism and Religion, ό.π., σελ. 318–321. 107 «οι συλλογικοί δρώντες δεν θα εξαφανιστούν χωρίς ίχνος στη νέα τάξη, την οποία πρέπει πρώτα να καθιερώσουν με το μοναδικό μέσο που διαθέτουν, δηλαδή μια Συνθήκη επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου» (Habermas 2008: 323). Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει σήμερα ένα μοντέλο πολιτικής ένταξης διαφόρων κρατών, τα οποία θεωρούν ότι συναποτελούν έναν πλανητικό αστερισμό (constellation), υπό την έννοια που ο Habermas ονομάζει ως «συνταγματοποιημένη παγκόσμια κοινωνία» μετατρέποντάς τα, μέσω μιας νέας διαρθρωμένης μαθησιακής διαδικασίας , ως ειρηνικά μέλη της διεθνούς κοινότητας και ενεργούς παράγοντες στη διεθνή ζωή, στο βαθμό που η διαδικασία αυτή «εσωτερικεύει» τους θεσμούς και τους κανόνες αυτών των οργανισμών, δημιουργώντας με τη σειρά της μια νέα νομιμότητα (new legitimacy) στην εσωτερική έννομη τάξη. Μέχρι στιγμής, ο Habermas, ίσως θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι αρκετά αισιόδοξος για το αν ο πολιτιστικός πλουραλισμός ή η πολιτισμική αντιπαράθεση θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο σε αυτή τη «συνταγματοποιημένη» παγκόσμια κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι: «η κινητοποίηση των μαζών μέσω των θρησκειών, η εθνοτικές ή εθνικιστικές διεγέρσεις θα είναι σταδιακά λιγότερο πιθανές, καθώς ολοένα και περισσότερο οι προσδοκίες της ανοχής που ενυπάρχουν σε ένα φιλελεύθερο πολιτικό ήθος τείνουν να διαπεράσουν την πολιτική κουλτούρα και σε εθνικό επίπεδο» (Habermas 2008: 327), υποστηρίζοντας παράλληλα, ότι η «εθνική συνείδηση» αποτελεί μια ιδιαίτερα έντονη εκδήλωση της σύγχρονης πολιτιστικής ολοκλήρωσης όπως αυτή διαμορφώνεται σε εθνικό επίπεδο. Αλλά αυτό είναι κάτι που προφανώς χρειάζεται να συζητηθεί περαιτέρω. Οι Προκλήσεις της Παγκοσμιοποίησης Πως όμως αυτό μπορεί να γίνει εφικτό την εποχή της παγκοσμιοποίησης, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η «πολυπολικότητα», η ανάδυση μη κρατικών παραγόντων (actors), η μείωση ισχύος των παραδοσιακών κρατών καθώς και οι ποικίλες διαδικασίες περιφερειακών ολοκληρώσεων που λαμβάνουν χώρα, μεταβάλλοντας διαρκώς την ισορροπία ισχύος; Επιπλέον, η μετάβαση από την έννοια της διεθνούς κοινωνίας στην έννοια της διεθνούς κοινότητας, με τη συνεπακόλουθη ανάγκη δημιουργίας θεσμών «παγκόσμιας διακυβέρνησης» (world governance) δοκιμάζουν αυτή την αντίληψη ενός κλασικού νεωτερικού προτύπου το οποίο είχε στον πυρήνα του το έθνος κράτος, καθιστώντας το πιο ευάλωτο σε τάσεις για πιο ισχυροποιημένες και συγκεντρωτικές διαδικασίες επιβολής της παγκόσμιας τάξης αντί μιας πλουραλιστικής αξιακής θεώρησης. Μπορεί το διεθνές δίκαιο (jus gentium) υπ’ αυτές τις συνθήκες να έχει αξίωση καθολικής ισχύος ή απαιτείται μια μορφή «συνταγματοποίησης» του σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας, κατά την άποψη του Jurgen Habermas; Αυτό είναι το επίδικο ζήτημα σήμερα για μια νέα «ρεαλιστική ουτοπία», σε μια αντίληψη «ήπιας ισχύος» που όμως θα έχει λειτουργικότητα στις σύγχρονες διακρατικές και διεθνείς σχέσεις. Αντίληψη ήπιας ισχύος όπως αυτή που ο Joseph Nye διατύπωσε στο βιβλίο του, Soft Power: The Means to Success in World Politics (Nye 2005). Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι ούτε απλές, ούτε μονοδιάστατες στο βαθμό που και τα δύο πολιτικά υποδείγματα (τόσο του Rawls όσο και του Habermas) στηρίζονται κατά βάση στη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία, πράγμα που συσχετίζει την εφαρμογή τους με το μέλλον αυτό καθαυτό, του ίδιου του 108 φιλελευθερισμού, στο σύγχρονο «παγκοσμιοποιημένο» ή «παγκοσμιοποιούμενο» τάχιστα κόσμο. Από την άλλη, αυτές οι απαντήσεις πρέπει να διασυνδεθούν με τις εξελίξεις μιας διαδικασίας παγκόσμιας διακυβέρνησης ως τρόπο αντιμετώπισης των παγκόσμιων προκλήσεων. Οι επικριτές της παγκοσμιοποίησης επισημαίνουν την κοινωνική διάσταση των μετασχηματιστικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο όνομα της και την αύξηση της παγκόσμιας φτώχειας μαζί με την αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ. Ο J. Stiglitz πιστεύει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει διαδραματίσει θετικό ρόλο στις μεγαλύτερες επιτυχίες, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις στις αποτυχίες. Το παράδειγμα της Κίνας είναι μια «ιστορία επιτυχίας» που έχει επιτύχει μια οικονομική επίδοση που βασίζεται στις εξαγωγές και έχει απομακρύνει από την ακραία φτώχεια εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο, η Κίνα έχει επιδείξει προσοχή στην παγκοσμιοποίηση, πραγματοποιώντας αργό άνοιγμα της εγχώριας αγοράς προς τις εισαγωγές. Αλλά η μεγάλη αποτυχία και χαλάρωση αυτής της διαδικασίας είναι στην πραγματικότητα η Αφρική, όπου το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε ακραία φτώχεια έχει αυξηθεί από 41,6% το 1981 σε 46,9% το 2001 και δεδομένου ότι ο αυξανόμενος πληθυσμός της που ζει σε ακραία φτώχεια σχεδόν διπλασιάστηκε , από 164 εκατομμύρια σε 316 κατοίκους. Η Αφρική είναι η περιοχή που πλήττεται περισσότερο, ενώ έγινε θύμα εκμετάλλευσης από την παγκοσμιοποίηση την περίοδο της αποικιοκρατίας, καθώς ο δυτικός κόσμος πήρε τους πόρους της, αλλά έδωσε ελάχιστη αποζημίωση, ως αποτέλεσμα της οποίας, κατευθύνθηκαν νέα κύματα μετανάστευσης από την ήπειρο αυτή, προς τις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα μέχρι σήμερα. Ο Stiglitz, βασισμένος στη διαπίστωση ότι η παγκοσμιοποίηση πρέπει να μεταρρυθμιστεί προκειμένου να «λειτουργήσει» ως νέα παγκόσμια κατάσταση, προτείνει έξι κύριους τομείς, όπου η «αλλαγή παραδείγματος» είναι αδήριτη αναγκαιότητα με σκοπό την υπέρβαση των παγκόσμιων ανισοτήτων και ασυμμετριών. Τομείς οι οποίοι είναι οι εξής: o Η μείωση της ακραίας φτώχειας o η ανάγκη για συνολική βοήθεια και ελάφρυνση του παγκόσμιου χρέους o η ανάγκη να καταστεί δίκαιος και ισορροπημένος ο παγκόσμιος εμπορικός ανταγωνισμός o οι περιορισμοί της περαιτέρω απελευθέρωσης και των ιδιωτικοποιήσεων που βασίζονται στη λεγόμενη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» (Washington consensus). o την προστασία του περιβάλλοντος o και, τέλος, προτείνει ένα «νέο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης» και τον εκδημοκρατισμό της λήψης αποφάσεων στους διεθνείς δημόσιους θεσμούς και μεγαλύτερη διαφάνεια προκειμένου να αντιμετωπίσει το «δημοκρατικό έλλειμμα» και την έλλειψη δημοκρατικής νομιμότητας (Stiglitz 2006: 13-19). Ο Μετα-φιλελευθερισμός και το «κοσμοπολιτικό μοντέλο δημοκρατίας» ως νέα πολιτικά αφηγήματα Κάποιοι αναλυτές π.χ. ο Jean Hampton θεωρούν ότι πιο σύγχρονες αντιλήψεις κινούνται πλέον στην κατεύθυνση της υπέρβασης του φιλελεύθερου παραδείγματος του Rawls, σε κάτι που ονομάζεται «μετα-φιλελευθερισμός» (post-liberalism) ο οποίος θεωρεί ότι δεν είναι μόνο ο κρατικός εξαναγκασμός που μπορεί να απειλήσει τις ατομικές ελευθερίες και την ισότητα, αλλά κάθε είδους καταπιεστική κοινωνική πρακτική (Hampton 1997). Η πολιτική αυτή θεωρία τελεί ακόμη υπό διαμόρφωση. 109 Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων μια τέτοια θεώρηση προωθεί την αντίληψη της «εξισωτικής αναδιανεμητικής δικαιοσύνης» (egalitarian redistributive justice) ταυτόχρονα με μια αντίληψη κοσμοπολιτικής ηθικότητας (cosmopolitan morality), ενώ ταυτόχρονα προωθεί θεσμούς παγκόσμιας διακυβέρνησης παρόμοιους με αυτούς που ο Χάμπερμας προτείνει. Τέτοια αναδιάταξη των διεθνών δημοκρατικών θεσμών είναι το μοντέλο που προτείνει ο David Held ονομάζοντας το ως «κοσμοπολιτικό πρότυπο δημοκρατίας» (“Cosmopolitan model of Democracy”) (Held 2008: 311). Ένα τέτοιο πρότυπο κατά τη γνώμη μας θέτει εκ νέου σε ανταγωνισμό παλαιά και νέα συμβιοτικά κοινωνικά πρότυπα, όπως το μοντέλο της «οικουμενικής κοσμόπολης» (global cosmopolis) φέρνοντας στην επιφάνεια νέους ανταγωνισμούς μεταξύ της έννοιας της κοινωνίας και της κοινότητας και των εκατέρωθεν διαμεσολαβήσεων τους πλέον σε διεθνές επίπεδο, η ανάλυση των οποίων όμως δεν είναι του παρόντος. Συμπερασματικά Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η θεωρία του Rawls αποτελεί την καλύτερα επεξεργασμένη εκδοχή και διατύπωση μιας νέο-καντιανής αντίληψης της «διαρκούς ειρήνης», εντασσόμενης σε ένα κανονιστικό-δεοντολογικό πλαίσιο που υπερβαίνει τη μεταφυσική αντίληψη περί ηθικής και δικαίου, όπως άλλωστε και το αρχικό καντιανό της πρότυπο, στη βάση των αρχών ενός πολιτικού φιλελευθερισμού που διαμορφώθηκε μεν για τις ανάγκες εφαρμογής μιας «διανεμητικής δικαιοσύνης» που θέλει να διαμορφώσει τη «δημόσια λογική» στο εσωτερικό μιας κοινωνίας, επεκτεινόμενης όμως σε διεθνές επίπεδο, διεκδικεί την ανάγκη της καθολικότητας ισχύος της, ώστε να καταστεί ένα συγκροτημένο «δίκαιο των λαών». Η προσδοκία μιας τέτοιας πραγμάτωσης της δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια «ρεαλιστική ουτοπία» την εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου οι αντιθέσεις οξύνονται σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ οι πολλαπλές ανισότητες δεν καταργούν τις πραγματικές αιτίες του πολέμου. Η ανάγκη λοιπόν συμπλήρωσης της από την έννοια μιας «αναδιανεμητικής δικαιοσύνης» (redistributive justice) είναι κατά την άποψη μας απαραίτητη, σε μια διαδικασία αναθεώρησης της και επικαιροποίησης της στον 21ο αιώνα, δεδομένης της μεθοδολογικής και θεωρητικής της αξίας. Επιδιώκοντας να υπερβεί τη βάση της κρατο-κεντρικής λογικής του Rawls, ο Habermas προτείνει μια δεσμευτική «συνταγματοποίηση» των κανόνων του διεθνούς συστήματος, στο πλαίσιο πάντα της ίδιας φιλοσοφικής παράδοσης, δηλ. ενός πολιτικού, κοινωνικο-συμβολαιακού φιλελευθερισμού που γίνεται ιδεολογικά «ουδέτερος», μέσα από μια διαδικαστική αντίληψη πραγμάτωσης της ίδιας της δημοκρατίας και εξασφάλισης συναίνεσης υπό την επίδραση μιας διαλογικής ηθικής (Discourse ethic). H άρση των αντιθέσεων του παγκοσμιοποιημένου κόσμου μπορεί να καταστεί εφικτή, υπ’ αυτή την έννοια, εάν το επίπεδο αυτό-δέσμευσης των διεθνών δρώντων διεκπεραιώνεται μέσα από διεθνώς νομιμοποιημένους δημοκρατικούς θεσμούς. Συνάγεται λοιπόν ότι η διαρκής ειρήνη ως αίτημα, συναρθρώνεται με το αίτημα εκδημοκρατισμού των διεθνών σχέσεων και κατά τούτο – αν και η θεωρία του Rawls συμπεριλαμβάνει επίσης αντίστοιχα διαδικαστικά στοιχεία – οι δύο θεωρίες αλληλοσυμπληρώνονται κατά το κανονιστικό-δεοντολογικό τους πρόταγμα. Συνεπώς, τόσο ο Rawls όσο και ο Habermas τέμνονται στο αίτημα τους για «θεσμοποίηση» της διαρκούς ειρήνης, μέσα από μηχανισμούς παγκόσμιας διακυβέρνησης και όχι «παγκόσμιας κυβέρνησης», πλην όμως για τον μεν πρώτο αυτό έχει το χαρακτήρα μιας διάδοσης της φιλελεύθερης πολιτικής κουλτούρας σε 110 παγκόσμιο επίπεδο υπό τη μορφή της «δικαιοσύνης ως ευθυδικίας», ενώ για τον δεύτερο αποτελούν την έκφραση της ανάγκης ενός οικουμενικού εκδημοκρατισμού. Ως εκ τούτου και οι δύο θεωρίες, συγκλίνουν στο ότι αποτελούν το αναγκαίο θεωρητικό υπόβαθρο ανασυγκρότησης των σύγχρονων διεθνών σχέσεων κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης, πέραν της έννοιας της ισχύος και των ρεαλιστικών αντιλήψεων του διεθνούς συστήματος. Ενσαρκώνουν, την έννοια της «συμφιλίωσης μέσω της Δημόσιας χρήσης του Λόγου» και κατά τούτο είναι ως αφηγήσεις, βαθιά λογοκρατικά. ΝΒ. Βιβλιογραφία Buchwalter, A. (2002), “Habermas, Hegel and the Concept of Law”, σε R. von Schomberg & K. Baynes (επιμ.), Discourse and Democracy: Essays on Habermas’ between facts and norms, Albany NY, State University Press of NY, σσ. 129-152. Habermas, J. (2008), Between Naturalism and Religion, Polity Press. Hampton, J. (1997), Political Philosophy, USA, Westview Press. Hegel, G. W. F. (2005), Philosophy of Right, translated by S. W. Dyde, Mineola-NY, Dover Philosophical Classics. Held, D. (2008), “Democracy: From City-State to a Cosmopolitan Order?”, σε T. Pogge and D. Moellendorf (επιμ.), Global Justice: Seminal Essays, USA, Paragon House, σσ. 311-345. James, G. F. & Freyenhagen, F. (επιμ.) (2001), Habermas and Rawls: Disputing the political, NY, Routledge. Kant, I. (2003), To Perpetual Peace – A philosophical sketch, Hackett Publishing Company. Nye, J. (2005), Soft Power: The Means to Success in World Politics, New Edition, USA, Public Affairs. Rawls, J. (1971), A Theory of Justice, London Massachusetts, Harvard University Press. Rawls, J. (2002), The Law of Peoples, 4th ed., USA, Harvard University Press. Rawls, J. (2005), Political Liberalism, NY, Columbia University Press. Stiglitz, Joseph (2006), Making Globalization work, London, Penguin Books. Ρωλς, Τ. (2002), Το Δίκαιο των Λαών, μτφ. Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις Ποιότητα. 111 Η Πολιτική Επικοινωνία των Ελλήνων Ευρωβουλευτών μέσω των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης Αλέξανδρος Α. Βρης1 και Παναγιώτα Αντωνοπούλου2 Περίληψη Η δραστηριοποίηση των πολιτικών στελεχών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί τη σύγχρονη έκφραση της πολιτικής επικοινωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη την δυναμική και την διείσδυση που έχουν τα νέα μέσα και στην Ελλάδα, η παρούσα μελέτη εστιάζει στον τρόπο χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους εν ενεργεία Έλληνες Ευρωβουλευτές με στόχο να εξάγει συμπεράσματα για τον τρόπο δραστηριοποίησης τους και τον αντίκτυπό που προκύπτει στους χρήστες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (social media). Η μελέτη, εκτός από ποσοτική εμβαθύνει και σε ποιοτική ανάλυση των δεδομένων, κατηγοριοποιώντας τις δημοσιεύσεις ως προς το είδος, την κατηγορία και το περιεχόμενο. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν συμβάλλουν στην απεικόνιση της υπάρχουσας κατάστασης και αποτελούν σημαντικό οδηγό δημιουργίας περιεχομένου προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ολοκληρωμένης παρουσίας στα κοινωνικά μέσα, της ανάπτυξης αμφίδρομης επικοινωνίας και εν τέλει της δημιουργίας σταθερής σχέσης με τους χρήστες. Λέξεις-κλειδιά: Ευρωεκλογές, πολιτική επικοινωνία, μέσα κοινωνικής δικτύωσης Εισαγωγή Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τη σύγχρονη έκφραση της κοινωνικής αλληλόδρασης. Αναφέρονται δηλαδή στην δραστηριότητα κατά την οποία οι άνθρωποι ως κοινωνικά όντα μέσω της επικοινωνίας εμπλέκονται στην παραγωγή και ανταλλαγή πληροφοριών και συμβολικών περιεχομένων (John B. Thompson 1995: 29). Στην εμφάνιση αλλά και τη ραγδαία ανάπτυξή τους συνέβαλε η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας, γεγονός που επέτρεψε στην επικοινωνία να εξαπλώνεται πλέον σε παγκόσμια κλίμακα. Σήμερα, ο χώρος έχει αποδεσμευθεί από το χρόνο ενώ με τις δυνατότητες που παρέχουν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (social media) η ροή της επικοινωνίας είναι άμεση και αμφίδρομη. Η σχεδόν καθολική αποδοχή και χρήση των κοινωνικών μέσων σε παγκόσμια κλίμακα έχει συμβάλει στην διείσδυσή τους σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Η πολιτική και ειδικότερα ο κλάδος της πολιτικής επικοινωνίας αποτελεί ένα ιδιαιτέρως 1 Υπ. Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Αθλητισμού,
[email protected],
[email protected]2 Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Αθλητισμού,
[email protected]113 αναπτυσσόμενο πεδίο εφαρμογής των κοινωνικών δικτύων τα οποία λειτουργούν ως μέσο έκφρασης και εξάπλωσης ιδεών και πεποιθήσεων αλλά και ως δίαυλοι επικοινωνίας που ευνοούν την αλληλεπίδραση με τους πολίτες. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι μέσα από τη συλλογή και ανάλυση των δεδομένων που προκύπτουν από την δραστηριότητα των Ελλήνων Ευρωβουλευτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για των τρόπο χρήσης τους και τον αντίκτυπό που έχει στους χρήστες των social media. Μεθοδολογία Προς επίτευξη του σκοπού της μελέτης, αναλύθηκαν με την χρήση του στατιστικού προγράμματος R δεδομένα που εξήχθησαν από τους επίσημους προσωπικούς λογαριασμούς των εκλεγμένων κατά την εκλογική διαδικασία της 26ης Μάϊου, Ελλήνων Ευρωβουλευτών, στα εξεταζόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η μελέτη αναφέρεται μόνο στους Ευρωβουλευτές των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, αποκλείοντας αυτομάτως τους δύο εκλεγμένους Ευρωβουλευτές της Χρυσής Αυγής. Το εξεταζόμενο ημερολογιακό διάστημα ορίζεται σε ένα μήνα (30 ημέρες), από τις 11 Μάϊου 2019 έως την 10η Ιουνίου 2019. Ειδικότερα θέτοντας ως επίκεντρο του διαστήματος μελέτης την ημέρα διεξαγωγής των Ευρωεκλογών (26 Μάϊου 2019), πραγματοποιήθηκε συλλογή δεδομένων δεκαπέντε (15) ημέρες πριν και μετά από την ημέρα αυτή. Η μελέτη εστίασε στην ανάλυση δεδομένων που προέκυψε από την δραστηριότητα των Ελλήνων Ευρωβουλευτών στα κοινωνικά δίκτυα Instagram, Twitter και You Tube. Η επιλογή των τριών αυτών μέσων κοινωνικής δικτύωσης προέκυψε για λόγους καλύτερης σύγκρισης και αποτύπωσης των δεδομένων τους καθώς το κοινωνικό δίκτυο του Facebook εκτός της ασύγκριτα μεγαλύτερης διείσδυσης του, προσφέρει πλήθος επιλογών η ανάλυση των οποίων χρίζει ειδικής μελέτης. Για τις ανάγκες ομαδοποίησης και σύγκρισης των δεδομένων που συλλέχθηκαν, πραγματοποιήθηκε η κατηγοριοποίηση τους σε τρία στάδια: ως προς τον τύπο, την κατηγορία και το περιεχόμενο. Ο «Τύπος» διαχωρίζεται στις υποκατηγορίες: κείμενο, φωτογραφία, βίντεο και σύνδεσμος ώστε να οριστεί ο τρόπος με τον οποίο επιλέχθηκε να «εκφραστεί» ο εκάστοτε Ευρωβουλευτής. Οι υποκατηγορίες φωτογραφία, βίντεο και σύνδεσμος δύναται να συνοδεύονται και από κείμενο. Η «Κατηγορία» αναφέρεται σε μία γενική προσέγγιση του περιεχομένου της εκάστοτε δημοσίευσης. Οι υποκατηγορίες που την απαρτίζουν είναι: Διαφημιστική Προβολή: Πρόκειται φωτογραφίες, φυλλάδια και βίντεο που στοχεύουν διαφήμιση του έργου των δράσεων ή του ίδιου του προσώπου στο οποίο αναφέρονται. ΜΜΕ (Συνέντευξη/Πάνελ): Περιλαμβάνει την παρουσία σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, μέσω συνεντεύξεων, παρουσίας σε πάνελ εκπομπών, αρθρογραφίας, κ.λπ. 114 Πολιτική Δραστηριότητα: Αναφέρεται σε συναντήσεις, επισκέψεις εκδηλώσεις και άλλες δράσεις με την ιδιότητα του πολιτικού προσώπου. Δήλωση/Status: Πρόκειται για έκφραση άποψης ή γνώμης μέσω των κοινωνικών δικτύων. Δήλωση Στήριξης: Αποτελεί την δημοσιοποίηση της στήριξης ενός τρίτου προσώπου στο πολιτικό πρόσωπο που αναφέρεται. Τέλος, το «Περιεχόμενο» εμβαθύνει στο περιεχόμενο της ανάρτησης και αναλύεται στις παρακάτω κατηγορίες: Ευρωπαϊκά θέματα: Το περιεχόμενο της ανάρτησης αναφέρεται σε θέματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εθνικά θέματα: Περιλαμβάνει αναφορές σε θέματα της εσωτερικής πολιτικής σκηνής ή που αναφέρονται γενικότερα εντός των συνόρων. Προσωπικά θέματα: Πρόκειται για δημοσιεύσεις προσωπικών στιγμών (πχ με την οικογένεια και τους φίλους) που αναφέρονται στην προσωπική ζωή ή σε προσωπικές απόψεις και δηλώσεις εκτός της πολιτικής δραστηριότητας του ατόμου. Αναγγελία για ΜΜΕ: Αφορά δημοσιεύσεις που αναγγέλλουν την παρουσία του πολιτικού προσώπου σε κάποιο Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης. Δυσκολίες/Παραδοχές Μελέτης Η κατηγοριοποίηση της κοινωνικής δραστηριότητας προέκυψε κατόπιν εξέτασης του συγκεκριμένου διαστήματος που αναλύει η μελέτη και πραγματοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει ταυτόχρονα τις ανάγκες όλων των κοινωνικών δικτύων που περιλαμβάνονται. Η μελέτη έλαβε υπόψη της μόνο τους επίσημους προσωπικούς λογαριασμούς των Ελλήνων Ευρωβουλευτών στα εξεταζόμενα κοινωνικά δίκτυα. Στην περίπτωση χρήσης κομματικών λογαριασμών κοινωνικών δικτύων από τους Ευρωβουλευτές, τα στοιχεία αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη. Στο κοινωνικό δίκτυο Twitter, προσμετρούνται τόσο τα tweets όσο και τα retweets στην γενική δραστηριότητα των Ευρωβουλευτών. Αντίθετα μόνο για τα δικά τους tweets πραγματοποιείται ειδικότερη ανάλυση (τύπος, κατηγορία, περιεχόμενο) καθώς θεωρείται ότι μόνο αυτά αποτελούν πραγματικά στοιχεία για την επιλογή του τρόπου δραστηριοποίησης και προβολής του εκάστοτε Ευρωβουλευτή στα κοινωνικά μέσα. Αποτελέσματα Μελέτης Κοινωνικό Δίκτυο: Instagram Το instagram αποτελεί το πλέον ανερχόμενο μέσο κοινωνικής δικτύωσης και έχει αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές τα τελευταία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο των κόσμο. Ακολουθώντας την τάση που έχει διαμορφωθεί η πλειοψηφία (62%) των Ελλήνων Ευρωβουλευτών έχει προσωπικό λογαριασμό στο 115 κοινωνικό δίκτυο έναντι του 38% που δεν έχουν (Διάγραμμα 1). Από το σύνολο αυτών που διαθέτουν λογαριασμό το 61,5% ανήκει στη Νέα Δημοκρατία, το 23,1% στον ΣΥΡΙΖΑ και το 15,4% στο ΚΙΝΑΛ (Διάγραμμα 2). Διάγραμμα 1 Διάγραμμα 2 116 Κατά το εξεταζόμενο διάστημα η Ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Έλενα Κουντουρά κατέγραψε το μεγαλύτερο αριθμό δημοσιεύσεων (45), ενώ ακολουθούν ο επικεφαλής του Ευρωψηφοδελτίου της Νέας Δημοκρατίας, Ευάγγελος Μεϊμαράκης με 40 δημοσιεύσεις και ο Πέτρος Κόκκαλης (ΣΥΡΙΖΑ) με 37 (Διάγραμμα 3 & Πίνακας 1). Από το ίδιο διάγραμμα (Διάγραμμα 3) εκτός της γενικής δραστηριότητας που αποτυπώνεται για τον εκάστοτε Ευρωβουλευτή, γίνεται εύκολα αντιληπτή η ραγδαία μεταβολή της δραστηριοποίησης τους πριν και μετά την ημερομηνία διεξαγωγής των Ευρωεκλογών. Ειδικότερα η συντριπτική πλειοψηφία (92,5%) των δημοσιεύσεων πραγματοποιήθηκε πριν τις εκλογές και μόλις το 7,5% μετά. Διάγραμμα 3 117 Πίνακας 1 Όνομα pre post total Έλενα Κουντουρά 46 0 46 Βαγγέλης Μεϊμαράκης 35 5 40 Πέτρος Κόκκαλης 36 1 37 Μανώλης Κεφαλογιάννης 27 2 29 Μαρία Σπυράκη 24 4 28 Ελίζα Βόζενμπεργκ 22 2 24 Γιώργος Κύρτσος 21 2 23 Νίκος Ανδρουλάκης 15 1 16 Αννα Μισέλ Ασημακοπούλου 11 0 11 Εύα Καϊλή 10 1 11 Στέλιος Κυμπουρόπουλος 4 3 7 Αλέξης Γεωργούλης 5 0 5 Θοδωρής Ζαγοράκης 3 0 3 Σύνολο 259 21 280 Κάνοντας τη σχετική αναγωγή των δημοσιεύσεων σε επίπεδο κόμματος (Διάγραμμα 4), προκύπτει ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο ενεργά στο κοινωνικό δίκτυο του Instagram κατά το διάστημα πριν τις Ευρωεκλογές με 29 δημοσιεύσεις κατά μέσο όρο ο καθένας. Το αντίστοιχο διάστημα οι Ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας είχαν μέσο όρο 18,5 δημοσιεύσεις ενώ του ΚΙΝΑΛ 12,5. Μετά τις εκλογές, η εικόνα μεταστρέφεται με τη μεγαλύτερη δραστηριοποίηση να έχουν οι εκλεγμένοι πλέον Ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας (2,3 δημοσιεύσεις) και να ακολουθούν του ΚΙΝΑΛ (1 δημοσίευση) και του ΣΥΡΙΖΑ (0,3 δημοσίευση). Διάγραμμα 4 118 Εμβαθύνοντας στον τρόπο που επέλεξε ο κάθε Ευρωβουλευτής να δραστηριοποιηθεί στο Instagram, παρατηρείται ότι η πλειοψηφία των δημοσιεύσεων σε ποσοστό 68,6% ήταν φωτογραφίες και το 31,4% βίντεο (Διάγραμμα 5). Διάγραμμα 5 Συσχετίζοντας το είδος της εκάστοτε δημοσίευσης με τον αριθμό των αντιδράσεων (δηλαδή το άθροισμα των likes και των σχολίων) από την ανάλυσή προκύπτει στατιστικά σημαντική διαφορά σύμφωνα με την οποία οι αντιδράσεις στα βίντεο είναι περισσότερες σε σχέση με τις αντιδράσεις που προσελκύουν οι φωτογραφίες (Διάγραμμα 6). Το γεγονός αυτό, καταδεικνύει ότι οι δημοσιεύσεις βίντεο είναι περισσότερο αποδοτικές. 119 Διάγραμμα 6 Κατηγοριοποιώντας τις δημοσιεύσεις των Ευρωβουλευτών, συμπεραίνεται ότι επιλέγεται κατά κύριο λόγο (47,9%) η προβολή της πολιτικής δραστηριότητας, δηλαδή συναντήσεις, εκδηλώσεις και περιοδείες που μετέχουν (Διάγραμμα 7). Σχεδόν με το ίδιο ποσοστό ακολουθούν η Διαφημιστική προβολή (21,8%) και οι Δηλώσεις/Status (20%) ενώ πολύ χαμηλότερα βρίσκονται τα ΜΜΕ (9.3%) (Διάγραμμα 7). Διάγραμμα 7 120 Ολοκληρώνοντας την ανάλυση του περιεχομένου των δημοσιεύσεων στο Instagram, διακρίνεται μία σταθερή αναλογία πριν και μετά τις Ευρωεκλογές με τα Ευρωπαϊκά θέματα να κυριαρχούν και στις δύο περιόδους (Διάγραμμα 8 & Πίνακας 2). Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι το ποσοστό δημοσιεύσεων για προσωπικά θέματα, που αφορούν κυρίως δημοσιεύσεις είτε με συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα είτε αναφέρονται στην εκτός πολιτικής επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου (Διάγραμμα 8 & Πίνακας 2). Διάγραμμα 8 Πίνακας 2 Περιεχόμενο pre post Αναγγελία για ΜΜΕ 3,50% 4,80% Εθνικά θέματα 10,00% 9,50% Ευρωπαϊκά θέματα 77,20% 76,20% Προσωπικά θέματα 9,30% 9,50% 100,00% 100,00% Συσχετίζοντας το περιεχόμενο της δημοσίευσης με τις αντιδράσεις που προκαλούν (δηλ. likes και σχόλια), από την ανάλυση προκύπτει στατιστικά σημαντική διαφορά στο βαθμό αλληλεπίδρασης. Όπως διακρίνεται και στο σχετικό διάγραμμα οι δημοσιεύσεις προσωπικού χαρακτήρα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο βαθμό αντιδράσεων από τους χρήστες του κοινωνικού δικτύου, γεγονός που θα 121 πρέπει να κατευθύνει τους δημιουργούς περιεχομένου προς αυτή την κατεύθυνση (Διάγραμμα 9). Διάγραμμα 9 Κοινωνικό Δίκτυο: Twitter Αν και στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως το μέσο της ατάκας σε παγκόσμιο επίπεδο το Twitter χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για ενημέρωση ενώ αποτελεί το βήμα για την διασπορά σημαντικών ανακοινώσεων από πολιτικά και όχι μόνο πρόσωπα. Τη δυναμική αυτή του Twitter φαίνεται ότι ενστερνίζεται η πλειοψηφία των Ευρωβουλευτών, αφού το 72,6% έχει προσωπικό λογαριασμό στο κοινωνικό δίκτυο, έναντι του 23,8% που δεν διαθέτει (Διάγραμμα 10). Τη μερίδα του λέοντος κατέχει η Νέα Δημοκρατία με ποσοστό 43,7% επί της συνολικής παρουσίας στο twitter και ακολουθούν ο ΣΥΡΙΖΑ με 37,5%, το ΚΙΝΑΛ με 12,5% και η Ελληνική Λύση με 6,3% (Διάγραμμα 11). 122 Διάγραμμα 10 Διάγραμμα 11 Η ανάλυση της δραστηριοποίησης των Ευρωβουλευτών στο Twitter που ακολουθεί, αναφέρεται στα δεδομένα που προέκυψαν από την ανάλυση των δικών τους tweets. Με άλλα λόγια δεν λαμβάνει υπόψη τα retweets που δημοσίευσαν κατά το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα. Ο λόγος είναι ότι με την επιλογή αυτή δεν αλλοιώνεται η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων, αφού λαμβάνεται υπόψη μόνο ο 123 τρόπος που ο εκάστοτε Ευρωβουλευτής επέλεξε να προβληθεί στο κοινωνικό δίκτυο. Παρά την ύπαρξη αρκετών επιλογών είδους δημοσίευσης, όπως και το Instagram έτσι και στο Twitter η ανάρτηση φωτογραφιών προηγείται στις προτιμήσεις με 44,7 %. Ακολουθεί η δημοσίευση με επισύναψη link με 26,8% και έπονται το Κείμενο (15,6%) και η ανάρτηση Βίντεο (12,9%) (Διάγραμμα 12). Διάγραμμα 12 Παρά την τελευταία θέση που λαμβάνει στην κατάταξη προτίμησης του είδους δημοσίευσης, το βίντεο καταγράφει το μεγαλύτερο βαθμό αντιδράσεων από όλες τις υπόλοιπες επιλογές (Διάγραμμα 13). Το αποτέλεσμα αυτό που προκύπτει από την συσχέτιση είδους δημοσίευσης και αντιδράσεων (like, retweet και σχόλια) επιβεβαιώνει την υψηλή αποδοτικότητα των βίντεο στο να προσελκύουν εμπράκτως το κοινό. 124 Διάγραμμα 13 Εμβαθύνοντας στον τρόπο χρήσης του Twitter, αυτό χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για την προβολή της παρουσίας των Ευρωβουλευτών στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (42%) και έπονται η Διαφημιστική προβολή (25,2%), η Δήλωση/Status (15,9%), η Πολιτική Δραστηριότητα (15,7%) και η Δήλωση Στήριξης (0,3%) (Διάγραμμα 14). Διάγραμμα 14 125 Τέλος αναφορικά με το περιεχόμενο, από τη μελέτη προκύπτει ότι οι Ευρωβουλευτές προβάλλουν κυρίως πολιτικά θέματα μέσω του κοινωνικού δικτύου. Αξιοπρόσεκτο είναι μάλιστα το γεγονός ότι προεκλογικά αναφέρονται κυρίως σε Ευρωπαϊκά θέματα (61%) ενώ μετά το πέρας αυτών εστιάζουν σε θέματα εθνικού ενδιαφέροντος (45%) (Διάγραμμα 15 & Πίνακας 3). Η μεταστροφή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι το αποτέλεσμα των Εκλογών ακολούθησε η προκήρυξη εθνικών εκλογών, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον στην εσωτερική πολιτική επικαιρότητα, αλλά και την ανάγκη των Ευρωβουλευτών να στηρίξουν τον προεκλογικό αγώνα των κομμάτων προέλευσης τους. Διάγραμμα 15 Πίνακας 3 Περιεχόμενο pre post Αναγγελία για ΜΜΕ 17,90% 15,40% Εθνικά θέματα 17,30% 45,00% Ευρωπαϊκά θέματα 61,00% 30,80% Προσωπικά θέματα 3,80% 8,80% 100,00% 100,00% 126 Κοινωνικό Δίκτυο: YouTube To You Tube λειτουργεί συνήθως συμπληρωματικά στα άλλα κοινωνικά δίκτυα, ωστόσο οι χρήστες του διαδικτύου αλληλεπιδρούν και στις αναρτήσεις βίντεο που γίνονται εκεί. Η παρουσία των Ευρωβουλευτών είναι μεν μειωμένη σε σχέση με τα υπόλοιπα κοινωνικά δίκτυα, ωστόσο πάνω από τους μισούς (52,4%) έχουν προσωπικό κανάλι, έναντι του 47,6% που δεν έχουν παρουσία (Διάγραμμα 16). Η πλειοψηφία σε επίπεδο κομματική προέλευσης ανήκει και σε αυτό το μέσο κοινωνικής δικτύωσης στη Νέα Δημοκρατία με 54,5%, με δεύτερο το ΣΥΡΙΖΑ (27,3%) και τρίτο το ΚΙΝΑΛ (18,2%) (Διάγραμμα 17). Διάγραμμα 16 127 Διάγραμμα 17 Παρά ταύτα, όπως φαίνεται και στο διάγραμμα δημοσιεύσεων των Ευρωβουλευτών (Διάγραμμα 18 & Πινάκας 4), τις τρεις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (Δημ. Παπαδημούλης 40 δημοσιεύσεις, Πέτρος Κόκκαλης 40 και Έλενα Κουντουρά 14) με ξεκάθαρη μάλιστα διαφορά από τους υπόλοιπους. Η εικόνα αυτή, γίνεται ακόμα πιο σαφής, στο διάγραμμα της μελέτης που αποτυπώνει την δραστηριοποίηση ανά κόμμα. Ειδικότερα, ο κάθε Ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ έχει 27,6 δημοσιεύσεις πριν τις εκλογές, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός είναι 7 για το ΚΙΝΑΛ και 6 για τη Νέα Δημοκρατία. Άξιο παρατήρησης είναι ακόμα το γεγονός ότι το εξεταζόμενο διάστημα μετά τις εκλογές, όλοι πλην του Ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρη Παπαδημούλη σταματούν τις δημοσιεύσεις περιεχομένου (Διάγραμμα 19). 128 Πίνακας 4 Όνομα pre post total Δημήτρης Παπαδημούλης 29 11 40 Πέτρος Κόκκαλης 40 0 40 Έλενα Κουντουρά 14 0 14 Εύα Καϊλή 12 0 12 Βαγγέλης Μεϊμαράκης 8 0 8 Αννα Μισέλ Ασημακοπούλου 7 0 7 Μανώλης Κεφαλογιάννης 7 0 7 Ελίζα Βόζενμπεργκ 2 0 2 Νίκος Ανδρουλάκης 2 0 2 Θοδωρής Ζαγοράκης 0 0 0 Μαρία Σπυράκη 0 0 0 121 11 132 Διάγραμμα 18 129 Διάγραμμα 18 Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των δημοσιεύσεων στο Youtube, είναι η χρονική διάρκεια των βίντεο που αναρτώνται. Στην παρούσα μελέτη ο κύριος όγκος των βίντεο είναι έως 10 λεπτά με μία μέση διάρκεια τα 3 λεπτά, ενώ παρατηρήθηκαν κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις δημοσιεύσεων που ξεπερνούν τα 20 λεπτά (Διάγραμμα 20). Διάγραμμα 19 130 Η πλειοψηφία των δημοσιεύσεων αναφέρεται στην παρουσία των πολιτικών στελεχών στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (68,9%) ενώ με μεγάλη διαφορά και σε μικρή απόσταση μεταξύ τους βρίσκονται η διαφημιστική προβολή (15,2%) και η πολιτική δραστηριότητα (14,4%) (Διάγραμμα 21). Διάγραμμα 20 Εμβαθύνοντας στο περιεχόμενο των βίντεο, είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη η μεταβολή της θεματολογίας πριν και μετά τις εκλογές. Ειδικότερα πριν την ημέρα της εκλογικής διαδικασίας των Ευρωεκλογών το 99,2% των βίντεο αναφέρεται σε ευρωπαϊκά θέματα. Από την επόμενη ημέρα των εκλογών, το περιεχόμενο των βίντεο σε ποσοστό 90,9% αναφέρεται σε εθνικά θέματα (Διάγραμμα 22 & Πίνακας 5). Πίνακας 5 Περιεχόμενο pre post Εθνικά θέματα 0,80% 90,90% Ευρωπαϊκά θέματα 99,20% 9,10% 100,00% 100,00% 131 Διάγραμμα 21 Τέλος αναφορικά με την προσέλκυση των θεατών σε σχέση με το περιεχόμενο των βίντεο, τα ευρωπαϊκά θέματα προσελκύουν περισσότερο το ενδιαφέρον των θεατών σε σχέση με τα εθνικά θέματα (Διάγραμμα 23). Διάγραμμα 22 132 Ειδικά Συμπεράσματα Συμμετοχή Ολοκληρώνοντας τη μελέτη, το αρχικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι η σημαντική συμμετοχή των Ευρωβουλευτών, και μάλιστα άνω του 50% επί του συνόλου, σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με κορυφαίο το Twitter. Επιπρόσθετα, χαρακτηριστική είναι η απουσία των στελεχών του ΚΚΕ από κάθε δραστηριότητα στα κοινωνικά μέσα. Από τους συμμετέχοντες Ευρωβουλευτές, η Νέα Δημοκρατία έχει το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής σε επίπεδο κομματικής προέλευσης. Παρόλα αυτά, μπορεί σε επίπεδο δραστηριοποίησης η Νέα Δημοκρατία να κρατά το προβάδισμά της στο Twitter, ωστόσο στο Instagram και το Youtube ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει στον αριθμό των δημοσιεύσεων (Διάγραμμα 24). Διάγραμμα 24 Σε επίπεδο κοινωνικού δικτύου, το Twitter καταγράφει τη μεγαλύτερη δραστηριοποίηση (Διάγραμμα 25).Τέλος, ιδιαίτερης προσοχής χρίζει η ραγδαία μεταβολή που καταγράφεται στο πλήθος των δημοσιεύσεων πριν και μετά την εκλογική διαδικασία, οπότε και οι δημοσιεύσεις πέφτουν κατακόρυφα (Διάγραμμα 26). 133 Διάγραμμα 23 Διάγραμμα 26 Είδος δημοσίευσης Τόσο στο Instagram όσο και στο Twitter που υπάρχει δυνατότητα επιλογής ως προς το είδος της δημοσίευσης, οι Ευρωβουλευτές προτιμούν κυρίως την ανάρτηση φωτογραφιών. Η επανεξέταση της επιλογής τους είναι χρήσιμη αφού και στα δύο 134 κοινωνικά δίκτυα το βίντεο προσελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον των χρηστών, λαμβάνοντας μεγαλύτερο βαθμό αντιδράσεων από τις υπόλοιπες επιλογές. Στο Youtube, έχοντας μοναδική επιλογή είδους δημοσίευσης το βίντεο, η διάρκεια του είναι το χαρακτηριστικό που χρίζει ιδιαίτερης προσοχής από τους δημιουργούς περιεχομένου. Κατηγορία Δημοσίευσης Στο σύνολο των δημοσιεύσεων των κοινωνικών δικτύων, οι Ευρωβουλευτές εστιάζουν κυρίως στην προβολή της παρουσίας τους στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (36,1% πριν τις εκλογές και 43,90% μετά), αναπαράγοντας το περιεχόμενο συνεντεύξεων, παρεμβάσεων και αρθογραφίας τους (Διάγραμμα 27 & Πίνακας 6). Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το Instagram στο οποίο η πλειοψηφία των δημοσιεύσεων αναφέρεται στην πολιτική δραστηριότητα των Ευρωβουλευτών. Εξήγηση για αυτό θα μπορούσε να αποτελεί η αδυναμία εφαρμογής συνδέσμων στο Instagram. Πίνακας 6 Κατηγορία pre post Δήλωση Στήριξης 0,70% 0,00% Δήλωση/Status 12,60% 32,50% Διαφημιστική Προβολή 23,90% 16,30% ΜΜΕ (Συνέντευξη/Πάνελ) 36,10% 43,90% Πολιτική Δραστηριότητα 26,70% 7,30% 100,00% 100,00% 135 Διάγραμμα 24 Περιεχόμενο Δημοσίευσης Η πλειοψηφία των αναρτήσεων κατά το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα αναφέρεται σε θέματα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (70,8% πριν τις εκλογές και 36,6% μετά). Άξια παρατήρησης είναι η σύγκριση του περιεχομένου πριν και μετά την εκλογική διαδικασία. Πριν από τις εκλογές η κυριαρχία των Ευρωπαϊκών θεμάτων (70,8%) είναι αδιαμφισβήτητη ενώ το διάστημα μετά τη διεξαγωγή τους τα εθνικά θέματα (43,10%) κυριαρχούν στο περιεχόμενο των αναρτήσεων (Διάγραμμα 28 & Πίνακας 7). Ως πιθανή αιτία θα μπορούσε να αναφερθεί η προκήρυξη των εθνικών εκλογών και η ανάγκη των Ευρωβουλευτών να στηρίξουν το κόμμα προέλευσής τους. Πίνακας 7 Περιεχόμενο pre post Αναγγελία για ΜΜΕ 11,30% 12,20% Εθνικά θέματα 13,00% 43,10% Ευρωπαϊκά θέματα 70,80% 36,60% Προσωπικά θέματα 4,90% 8,10% 100,00% 100,00% 136 Διάγραμμα 28 Γενικά Συμπεράσματα Συνοψίζοντας, η ενεργή παρουσία των πολιτικών στελεχών σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα είναι σημαντική προκειμένου να επιτυγχάνεται μία ολοκληρωμένη παρουσία στα νέα μέσα και να αναπτύσσονται πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας με τους πολίτες. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας είναι η συνέπεια μέσω της διαρκούς παραγωγής περιεχομένου, κάτι το οποίο συμβάλλει στην ανάπτυξη σταθερής σχέσης με τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Αναφορικά με το είδος των δημοσιεύσεων αυτό θα πρέπει να επιλέγεται αναλόγως τον σκοπό που επιδιώκεται και να έχει εκείνα τα τεχνικά χαρακτηριστικά που θα αντανακλούν τον απαιτούμενο επαγγελματισμό και θα συμβάλλουν στην καλύτερη προβολή του περιεχομένου. Τέλος, τα πολιτικά στελέχη θα πρέπει να δημιουργούν περιεχόμενο το οποίο θα παρακινεί τους χρήστες να αντιδράσουν. Με τον τρόπο αυτό εκτός της αύξησης της ορατότητας που θα πετύχουν οι δημοσιεύσεις τους, θα ενισχυθεί ο διάλογος προς όφελος και των δύο πλευρών. Βιβλιογραφία Thompson J. (1995), Νεωτερικότητα και Μέσα Επικοινωνίας, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. 137 Μετανεωτερικότητα και Νεομυθολογία: Οι Μύθοι της Μετανεωτερικότητας Μαρία-Ελευθερία Γαλάνη1 & Ιωάννης Ξυδάκης2 Περίληψη Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να αναδειχθεί η σχέση των μύθων που παρουσιάζουν οι πλοκές των σύγχρονων προϊόντων ψυχαγωγίας, με τα τυπικά χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Στο μετανεωτερικό πλαίσιο δημιουργείται μία νεομυθολογία, η οποία εμφανίζει όντα και κόσμους που φέρουν υπερφυσικά και φαντασιακά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ενώ οι ιδιότητές τους παρουσιάζονται με λογικό και επιστημονικοφανή τρόπο. Σε αυτόν τον μυθικό χώρο, όντα τεχνητής νοημοσύνης επιδιώκουν από τη μία την ανεξαρτησία τους από τον άνθρωπο και από την άλλη, την επίτευξη της συνειδησιακής αυτονομίας τους. Οι φανταστικοί χαρακτήρες, με τη μορφή ανδρών, γυναικών ή ακόμη και δίφυλων όντων, ανήκουν σε ένα κοινωνικό-πολιτισμικό σύστημα και γίνονται σωτήρες ή καταστροφείς του ή και τα δύο. Παράλληλα με τις υπερφυσικές τους εκδηλώσεις, σκέφτονται και ενεργούν πρακτικά, επιδιώκοντας να αναβαθμιστούν και να συσσωρεύσουν ψηφιακά πλούτη. Τα προϊόντα της λαϊκής κουλτούρας επιβεβαιώνουν έτσι τη μυθική όψη της μετανεωτερικότητας, παράγοντας και αναπαράγοντας τους νέους μύθους της σύγχρονης κοινωνίας. Λέξεις κλειδιά: μετανεωτερικότητα, μυθολογία, τεχνητή νοημοσύνη, φύλο, χρήμα, δυτικός πολιτισμός Εισαγωγή Στη Δύση, μετά το δεύτερο μισό του 20ου αι., συμβαίνουν έντονες πολιτισμικές αλλαγές, οι οποίες προκύπτουν από παράγοντες, όπως η μεσολάβηση της νέας τεχνολογίας και του καπιταλισμού, με τους ριζικούς κοινωνικούς, οικονομικούς και τεχνολογικούς μετασχηματισμούς που αυτοί επέφεραν. Οι επιστήμονες προσδιορίζουν το φαινόμενο των αλλαγών ως «μετανεωτερικότητα». Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται, για να δηλώσει την εμφάνιση και γενίκευση μίας περιόδου που αντιδιαστέλλεται προς την περίοδο της νεωτερικότητας. Ως «νεωτερικότητα» προσδιορίζεται το σύνολο των αλλαγών που έλαβαν χώρα στον δυτικό κόσμο μετά τον 19ο αι. Στο επίκεντρο αυτών των αλλαγών βρίσκεται βέβαια η εκβιομηχάνιση, με το σύνολο των ριζικών πολιτισμικών επιδράσεών της (Habermas & Ben-Habib 1981: 9, Harvey 1992: 35). Χρονικά, η μετανεωτερικότητα χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό μετά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και κυρίως μετά τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Από την ακαδημαϊκή θεωρία μέχρι και την κοινωνική πρακτική, η 1 Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
[email protected]2 Δρ. Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., Ανεξάρτητος Ερευνητής,
[email protected]139 μετανεωτερικότητα στρέφεται κριτικά απέναντι στα δόγματα της νεωτερικότητας, όπως είναι η απόλυτη αισιοδοξία και πίστη στην επιστήμη και την τεχνολογία καθώς και η πεποίθηση στην παντοδυναμία της λογικής αναφορικά με την προσέγγιση και κατανόηση του φυσικού κόσμου (Jameson 2000: 56, Huyssen 1986: 119, Habermas 1989: 4, Bell 1973, Barsky 2003: 304). Η εμφάνιση λοιπόν της μετανεωτερικότητας συνδέεται με το σύνολο των αλλαγών που συγκλόνισαν τη σύγχρονη μεταπολεμική κοινωνία, καθώς και με το φαινόμενο της αμφισβήτησης των αρχών του νεωτερικού πνεύματος. Όμως αυτό το κύμα αλλαγών και αμφισβητήσεων είναι διάχυτο και επηρεάζει κάθε πτυχή της κοινωνίας, δηλαδή τόσο την καθημερινότητα όσο και την τέχνη, τη λογοτεχνία, την επιστήμη. Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές επιχείρησαν, ήδη από τη δεκαετία του 1970, να ερευνήσουν αυτό το εκτεταμένο και ασαφές φαινόμενο των κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών. Στο πλαίσιο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, οι αλλαγές αυτές αναφορικά με τον επαναπροσδιορισμό ρόλων, ιδιοτήτων και μορφών συμπεριφοράς έγιναν εμφανείς εξαιτίας της διαφοροποίησής τους από τα αντίστοιχα μοτίβα της δυτικής προπολεμικής κοινωνίας. Λόγω όμως της έκτασης των αλλαγών και ανάλογα με την οπτική του κάθε μελετητή ως προς το φαινόμενο, προκύπτουν τελικά, κυρίως στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, αρκετοί όροι και ορισμοί, των οποίων ο κοινός παρονομαστής είναι ότι αναφέρονται στη δυτική μεταπολεμική κοινωνία. Στη βιβλιογραφία λοιπόν, όταν γίνεται αναφορά στη δυτική κοινωνία και στα μοτίβα της μετά το 1960, χρησιμοποιούνται αρκετές φορές χωρίς διάκριση και συγκεχυμένα οι όροι «postmodernity» και «postmodernism». Ακόμη παρατηρούνται οι όροι «postindustrial society» και «postcapitalism» (Giddens 1990: 2). Βέβαια, στον παραπάνω κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους Mike Featherstone και Anthony Giddens η έννοια postmodernism δεν εκφράζει κάθε πτυχή του κοινωνικού και πολιτισμικού φαινομένου της μετανεωτερικότητας, αλλά μόνο το σύνολο των αισθητικών ανησυχιών για τη φύση της νεωτερικότητας, όπως ακριβώς το εκφράζουν καλλιτεχνικά κινήματα των δεκαετιών μετά το 1960-1970 (Giddens 1990: 45, Featherstone 2007: 7). Ο Alvin Toffler κάνει λόγο για super-industrialism και super-industrial society αναφερόμενος στις ραγδαίες εξελίξεις της σύγχρονης κοινωνίας σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής (1971: 15, 39, 52, 77, 80). Ο όρος «postindustrial society» σε συνδυασμό με τον όρο “postmodernity” χρησιμοποιείται από τον Jean-François Lyotard, για να τονιστεί όχι τόσο μία εποχή ριζικού ανασχηματισμού της νεωτερικότητας, αλλά κυρίως μία εποχή αναδυόμενης κατάστασης εντός του νεωτερικού πλαισίου (1984: xxiii, 3, 26, 37, 79). Οι Pamela Lee, Bryan Turner και Jennifer Ashton προσδιορίζουν το φαινόμενο με τον γνωστό όρο “postmodernism” και το συνδέουν με τον επαναπροσδιορισμό των μηχανισμών γνώσης και σκέψης, της ηθικότητας και της αισθητικής στα όρια της σύγχρονης τεχνολογικής εποχής. Στο πλαίσιο του χώρου του postmodernism, οι δομές των μεγάλων αφηγήσεων (grand narratives), των ηρωικών και ηθικών δηλαδή ιστοριών του παρελθόντος έχουν πλέον ξεπεραστεί. Σημασία τώρα έχει η εμπειρία του ατόμου, η διαίσθηση, η προσωπική πρόσληψη των πραγμάτων και ένας πολύπλευρος τρόπος οπτικής 140 που σε κάθε περίπτωση εγκαταλείπει το μεταφυσικό και το υπερβατικό και εστιάζει στο πραγματικό και το εγκοσμιοποιημένο (Lee 2013: 132, 135, 136, 138, 157, 159, Turner 1992: 142, 164, Ashton 2005: 1-2, 13, 19, 27, 154). Το σχήμα αυτό θα το συναντήσουμε και παρακάτω ως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νεομυθολογίας, δηλαδή της μυθολογίας του σύγχρονου, μετανεωτερικού κόσμου. Η μετανεωτερικότητα Η μετανεωτερικότητα ως ο πολιτισμικός χώρος ο οποίος αναπτύσσεται στον δυτικό κόσμο μετά τη μεταπολεμική περίοδο και λόγω των κοινωνικών μετασχηματισμών, της εμφάνισης νέων κοινωνικών συνθηκών και της δράσης νέων κοινωνικών κινημάτων, χαρακτηρίζεται από ποικιλία γνωρισμάτων και σχημάτων. Σε γενικές γραμμές, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μετανεωτερικότητας, τα μοτίβα δηλαδή που προκύπτουν μέσα από την έρευνα της μετανεωτερικής περιόδου είναι τα ακόλουθα: Α. Η διευρυμένη έννοια των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Επανακαθορίζεται η έννοια του «εαυτού», σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος οφείλει να εκμεταλλευτεί το πλήθος των δυνατοτήτων του, να αποκτήσει δεξιότητες και να φθάσει στην κατάσταση της αυτοπραγμάτωσης (self-realization) (Taylor 2000: 516, Harvey 1992: 38, 110, 288, 19, Habermas & Ben-Habib 1981: 6). Στο μετανεωτερικό πλαίσιο, με τη μεσολάβηση της τεχνολογίας, ένα θέμα που θα εξεταστεί και παρακάτω, την παντοδυναμία του θεάματος και της εικόνας, την ευελιξία και τις δυνατότητες των σύγχρονων εικονικών κόσμων όπως είναι τα βιντεοπαιχνίδια, ο σύγχρονος άνθρωπος παίζει και πειραματίζεται με τα όρια, τον ρόλο και τη μορφή του εαυτού του (T. Dunn & Castro 2012: 2, Chaput 2003: 182-183, Mellor & Shilling 1997: 6-7, 26, 32, Debord 1992: 7). Β. Σύμφωνα και με το προηγούμενο σχήμα τονίζεται ο επαναπροσδιορισμός του σώματος αλλά παράλληλα και των σχέσεων των δύο φύλων και ειδικότερα της θέσης της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο. Ως προς το πρώτο, το σώμα γίνεται πεδίο ελεύθερης ή τολμηρής επέμβασης˙ είναι το αντικείμενο διαχείρισης και ικανοποίησης επιθυμιών και αναγκών. Με άλλα λόγια, κατασκευάζεται ως αποτέλεσμα ατομικής ή συλλογικής επιθυμίας (Karra 2012: 2, 5, 6, 11, 18, Mellor & Shilling 1997: 32). Ως προς το δεύτερο, ο ρόλος της γυναίκας και του άνδρα στη σύγχρονη κοινωνία προσδιορίζεται πλέον ως «κοινωνικό φύλο», δηλαδή ως ένα σύνολο μορφών συμπεριφοράς και προσδιοριστικών κινήσεων που τους υπαγορεύεται (σε άνδρες και γυναίκες), κυρίως από την κοινωνία και όχι τόσο από τη βιολογία. Με άλλα λόγια, το πολιτισμικό περιεχόμενο του φύλου, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως βιολογικό στοιχείο, αναζητείται εντός του μετανεωτερικού πλαισίου (Poxon 2003: 148-149, Schneider & Gould 1987: 124- 125). Γ. Η επανεκτίμηση της επιστήμης και των ορίων της σε σχέση πάντοτε με τη δυνατότητά της να δίνει απαντήσεις και νόημα στην πραγματικότητα (Habermas & Ben-Habib 1981: 13, Bell 2000: 430, Lyotard 1984: 26, Giddens 1990: 2). 141 Στο πλαίσιο αυτό, η παντοδυναμία της επιστήμης αμφισβητείται και η αισιοδοξία για την προοπτική της περιορίζεται. Ο Jean-Francois Lyotard κάνει λόγο για τον επανακαθορισμό της λειτουργίας του γλωσσικού παιγνίου της επιστήμης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει (language game of science) (1984: 28, 53, 60) και ο Bryan Turner μιλά για την κατάρρευση των υψηλών αφηγημάτων (the grand narratives), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγει και την επιστήμη, με τον τρόπο που η νεωτερικότητα την είχε αρχικά προβάλλει (1992: 142). Δ. Η νέα θέση της τεχνολογίας ως μεσολαβητικό στοιχείο μεταξύ των κοινωνικών σχέσεων και των διαδικασιών. Γι’ αυτό ακριβώς ο Raphael Sassower τονίζει τη δυαδικότητα της επιστήμης και της τεχνολογίας ως χαρακτηριστικό στοιχείο της μετανεωτερικότητας (2003: 389) και αναπτύσσει έτσι τη θέση του Lyotard για την technoscience, δηλαδή για τη σύγχρονη τεχνοεπιστημονική κοινότητα, που διαμορφώνεται σύμφωνα με το τρίπτυχο «μηχανική, τεχνολογία και επιστήμη» (Lyotard 1984: 76). Ο Alvin Toffler, διαβλέποντας την άφιξη μίας οικοτεχνολογικής ανάπτυξης (eco-technological development), θεωρεί τη νέα τεχνολογία ως καταλυτικό στοιχείο της κοινωνικής και πολιτισμικής διαμόρφωσης (1971: 186, 215, 242, 445, 455). Από την άλλη, ο Bryan Turner διαπιστώνει πόσο ριζικές αλλαγές επιφέρει η νέα τεχνολογία στην περίπτωση της κατανόησης της ίδιας της ανθρώπινης φύσης και της εικόνας του σώματος με τον ερχομό νέων τεχνολογικών και νοήμονων οντοτήτων όπως είναι τα ανδροειδή (cyborg) (1992: 95). Ε. Η οπτική του χρήματος ως καθοριστικό και καταλυτικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Γι’ αυτό ακριβώς οι Bell και Jameson συνδέουν τη νέα τεχνολογία, όπως προσδιορίστηκε προηγουμένως, με τη δράση του καπιταλιστικού συστήματος, με την οικονομική ανάπτυξη και την εμφάνιση μίας νέας οικονομικής πραγματικότητας, στην οποία διαμορφώνονται σχέσεις αγοραστή και πωλητή και προβάλλεται το χρήμα ως κοινός παρονομαστής των δυτικών κοινωνιών (Bell 1973, Jameson 2000: 562). Είναι λοιπόν βέβαιο ότι η μετανεωτερικότητα δεν επαναπροσδιορίζει απλώς τα όρια του σύγχρονου δυτικού κόσμου, τουλάχιστον όπως καθιερώθηκαν μετά τον Διαφωτισμό, αλλά, όπως λέει και ο Anthony Giddens, κλονίζει τα θεμέλια της βέβαιης γνώσης και αμφισβητεί τον τελικό σκοπό της ιστορίας (1990: 2, 48, 50, 52). Όμως, όπως θα δούμε και παρακάτω, αυτός ο κλονισμός του βέβαιου, δηλαδή της βέβαιης γνώσης, της επιστήμης, της θρησκείας καθώς και καθετί παραδοσιακού, οδήγησε όχι στην εξαφάνισή τους, αλλά στην αντικατάστασή τους από μία άλλης μορφής «βεβαιότητα», δηλαδή από άλλες φαντασιακές και μυθικές πραγματικότητες οι οποίες στη δημιουργία και διάδοσή τους παράγουν και αναπαράγουν τα μετανεωτερικά μοτίβα. Η νεομυθολογία Ο όρος «νεομυθολογία» προσδιορίζει τη σύγχρονη τάση, σύμφωνα με την οποία θρησκευτικοί όροι, σύμβολα, θρησκευτικά και μυθικά πρόσωπα της παγκόσμιας ιστορίας, απομακρύνονται από το φυσικό τους περιβάλλον, από τη θρησκεία 142 τους και επανερμηνεύονται, «κατασκευάζοντας» ένα νέο μύθο (Xidakis 2018, Hexham & Poewe 1997: 92-94, 152-154, Hanegraaff 1999: 153, 158). Mε αυτήν την έννοια του νέου μύθου και κυρίως ως φαντασιακό στοιχείο της πλοκής ψυχαγωγικών προϊόντων του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως είναι οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας, τα κόμιξ και τα βιντεοπαιχνίδια, η νεομυθολογία μπορεί να ενταχθεί εντός της μετανεωτερικότητας αποτελώντας ένα χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογής των μετανεωτερικών σχημάτων. Προηγουμένως έγινε αναφορά στα μοτίβα τα οποία σχηματίζονται από τις θεωρήσεις της μετανεωτερικότητας. Σε αυτό το σημείο θα διαπιστώσουμε τη συσχέτιση της νεομυθολογίας με αυτά. Θα εξετάσουμε δηλαδή πώς τα νεομυθολογικά σχήματα εμπνέονται και επηρεάζονται από τα μοτίβα της μετανεωτερικότητας, αναπαράγοντας έτσι τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματά της. Ως πρώτο παράδειγμα θα χρησιμοποιήσουμε το Neuromancer του William Gibson. Αποτελεί μυθιστόρημα του 1984 και από τα πρώτα που περιγράφει τον κυβερνοχώρο (cyberspace) ως έναν χώρο που κατασκευάζεται μέσω υπολογιστικών γραφικών και στον οποίον απεικονίζονται τα υπολογιστικά δεδομένα. Σε αυτόν τον ψηφιακό χώρο, οι χρήστες συνδέουν απευθείας τον εγκέφαλό τους μέσω ηλεκτρικών συνδέσμων. Το Neuromancer λοιπόν είναι γνωστό και σημαντικό ως κείμενο αναφοράς, γιατί περιγράφει τη λειτουργία ενός διαδικτύου, για την ακρίβεια ενός πλέγματος υπολογιστών (matrix), και με βάση αυτό το σκηνικό παρουσιάζει μία ιστορία χαρακτήρων που επιδιώκουν την απάρνηση της σωματικότητάς τους, για να αφιερωθούν σε αυτόν τον χώρο της ψηφιακής πληροφόρησης, για να εισέλθουν σε αυτήν την εικονική πραγματικότητα της νέας τεχνολογίας. Σε αυτό το περιβάλλον του παγκόσμιου δικτύου, η ανθρώπινη και η τεχνητή νοημοσύνη αναμειγνύονται μεταξύ τους. Η πρώτη ανακαλύπτει τα όρια του ψηφιακού εαυτού της, δηλαδή μία άλλη εκδοχή της ταυτότητάς της, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν και προηγουμένως, όταν έγινε αναφορά στα μοτίβα της μετανεωτερικότητας. Η δεύτερη, η τεχνητή νοημοσύνη, γνωστή στην πλοκή ως Wintermute και Neuromancer, φθάνει στα όρια της αυτοσυνειδησίας της και γίνεται η πρώτη από μία φυλή ψηφιακών νοήσεων (Gibson 1984, Jones 2008: 11-13, 81, Davis 2004: 233, Marie-Laure Ryan 2001: 233). Η υπόθεση του Matrix (1999) αναπτύσσει ακόμη περισσότερο τα αφηγηματικά στοιχεία του Neuromancer. Με βάση την πλοκή του Matrix διακρίνεται μία ενδιαφέρουσα μυθική πραγματικότητα στην οποία: α. μεταξύ εικονικού κόσμου και πραγματικού, η ταυτότητα του ήρωα επανακαθορίζεται˙ μαζί με αυτόν και η ίδια η ανθρώπινη φύση, β. ο ήρωας αλλά και κάθε χαρακτήρας της πλοκής, ο οποίος αποκτά πρόσβαση στον εικονικό κόσμο, ελέγχει έναν δεύτερο εαυτό που στην ουσία δεν αποτελεί κάτι το φανταστικό αλλά μία πτυχή του ίδιου του εαυτού του, γ. το ίδιο το σώμα επαναπροσδιορίζεται και η είσοδος στο δίκτυο το προικίζει με υπεράνθρωπες δυνάμεις και το τοποθετεί σε μία ιδανική κατάσταση, στην οποία αυτό μπορεί να κάνει οτιδήποτε, να τρέχει ασταμάτητα, να πετά, να αντέχει σε χτυπήματα, να αποφεύγει αστραπιαία σφαίρες πυροβόλου όπλου, να ανασταίνεται, να παραμένει όμορφο, νεαρό, υγιές και σχεδόν αιώνιο, δ. η τεχνολογία προβάλλεται παντοδύναμη˙ είναι εργαλείο σωτηρίας των ανθρώπων ή εργαλείο τιμωρίας τους και ταυτόχρονα εμφανίζεται να διαθέτει 143 νοημοσύνη, να δημιουργεί φυλές και κάστες τεχνητών-εικονικών όντων, να συνθέτει από την αρχή ένα νέο κόσμο, και στο τέλος της ταινίας να ανακαλύπτει τα όρια της ανθρώπινης φύσης, ακόμη και την ωφέλεια του συναισθήματος πέρα από την τετράγωνη λογική, ε. η μάχη μεταξύ μηχανών και ανθρώπων καθορίζεται όχι μόνο από τις ιδιότητες του εκλεκτού ήρωα ή από τη δύναμη των μηχανών αλλά και από τη συσσώρευση όπλων, εικονικών χρημάτων, από την άμεση και γρήγορη πρόσβαση των χαρακτήρων σε ικανότητες και δεξιότητες όπως είναι η πλοήγηση αεροσκαφών και μοτοσυκλετών, ιπτάμενων μηχανών και περίπλοκων μηχανημάτων. Όλα αυτά είναι για τον κόσμο του Matrix αγαθά προς πώληση και αγορά, όπως φαίνεται και από την πλοκή της διάδοχης ταινίας, του Matrix Reloaded («Matrix Reloaded») Το Matrix λοιπόν μέσα από έναν συνδυασμό λογικών και μη λογικών στοιχείων, παράγει έναν σύγχρονο μύθο. Την ίδια στιγμή όμως αναπαράγει και αρκετά από τα σχήματα της μετανεωτερικότητας. Σε κόμιξ, όπως είναι αυτά της Marvel και της DC, τα οποία είναι γεμάτα με μύθους και περιπέτειες υπερηρώων, μπορούμε να αναγνωρίζουμε παρόμοια στοιχεία της μετανεωτερικότητας: α. Θεούς, που οφείλουν τη δύναμή τους σε μία νέα τεχνολογία, δηλαδή στην υπερτεχνολογία τους, όπως είναι οι Gods of Asgard (Teitelbaum & Forbeck 2014: 148-149), αλλά και δημιουργούς θεούς, όπως είναι η Gaea, αλλιώς Mother Earth, η οποία παρουσιάζεται ως η ενσάρκωση του φυσικού κύκλου. Ειδικά στη Gaea, μπορούμε να δούμε τον συνδυασμό της οικολογίας με την τεχνολογία, καθόσον η ίδια, αν και βλαστική θεά, παρουσιάζεται ως δημιουργός ενός οικοτεχνολογικού, όπως θα έλεγε ο Toffler, πολιτισμού της Asgardia (Brevoort & Forbeck 2014: 142). β. Χαρακτήρες που μπορεί να φέρουν οποιαδήποτε μορφή και να παίζουν ταυτόχρονα με τα όρια του σώματος και του φύλου τους. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ιστορία της θεότητας Hathor-Sekhmet, η οποία εμφανίζεται αρχικά να φέρει θηλυκά χαρακτηριστικά, αλλά σε μεταγενέστερες εκδοχές της ιστορίας της εμφανίζεται και ως άντρας. Η αλλαγή στο φύλο εξαρτάται από τις αντιδράσεις και τις μορφές συμπεριφοράς των υπηκόων της απέναντί της. Πάντως, όταν λειτουργεί ως γυναίκα, είναι ορμητική, γεμάτη έντονα συναισθήματα, όπως είναι η οργή, ενώ, όταν εμφανίζεται ως άντρας, έχει περισσότερο τον ρόλο του ηγεμόνα και του επιστάτη θεού («Hathor-Sekhmet»). γ. Τεχνολόγους και επιστήμονες, όπως είναι ο Batman (Manning 2016: 28-30) αλλά και μάγους, όπως είναι ο Doctor Strange (Sanderson & Forbeck 2014: 112), που όμως χρησιμοποιούν τη μαγεία ως επιστήμη, δηλαδή ως συστηματοποιημένη, καταγεγραμμένη, οργανωμένη και εφαρμόσιμη γνώση σε σχέση με την πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να τονίσουμε δύο ιδιαίτερα στοιχεία τόσο της μετανεωτερικότητας όσο και της μοντέρνας μυθολογίας, η οποία γεννιέται και αναπτύσσεται εντός του χώρου της. Πρώτον, πρόκειται για το στοιχείο της προβολής μίας άλλης εκδοχής της επιστήμης, μίας νέας επιστήμης, η οποία μπορεί ταυτόχρονα να λειτουργεί όπως η παραδοσιακή μαγεία, δηλαδή να παράγει αυθαίρετα και αυτόματα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα. 144 Δεύτερον, και ως συνέπεια του προηγούμενου, δηλαδή της προβολής μίας νέας επιστήμης, κυριαρχεί η ένταξη του θεϊκού, του υπερβατικού στοιχείου στον υλικό και ερμηνεύσιμο κόσμο. Με άλλα λόγια, σε καμία περίπτωση το ανώτερο και θεϊκό που βλέπουμε σε νεομυθολογικές πλοκές δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό που βρίσκεται εντελώς έξω από την ιστορία, την ύλη, τον κόσμο. Κατά αυτόν τον τρόπο, θεοί και υπεράνθρωποι τοποθετούνται σε έναν υπερφυσικό χώρο, ο οποίος αιτιολογείται πάντοτε ως πιθανός και πιστευτός. Αυτή η πιθανή και πιστευτή πραγματικότητα και κυρίως με την έννοια της συσσώρευσης χρήματος και πλούτου, προσδιορίζει τους ποικίλους φαντασιακούς κόσμους των βιντεοπαιχνιδιών. Ο πιο γνωστός εικονικός χαρακτήρας που με τη ζωή του κάνει πράξη το σύνθημα «η απληστία αποδίδει», είναι ο κακός δίδυμος του γνωστού στα βιντεοπαιχνίδια Μάριο, ο Γουάριο. Συγκεκριμένα, στο Wario Land: Super Mario Land 3 (Nintendo 1994), ο Γουάριο εκφοβίζει και εκβιάζει προκειμένου να αποκτήσει αρκετά χρυσά νομίσματα, για να αγοράσει το πολυπόθητο κάστρο του. Είναι φανερό από το παίξιμο (gameplay) και από το σενάριο (plot), ότι ο ίδιος υπάρχει μόνο και μόνο για να πλουτίζει. Έτσι, για χάρη του χρήματος και της συσσώρευσής του, θα εξοντώσει αντιπάλους, θα εξερευνήσει τα πάντα, θα καταστρέψει τμήματα από τον εικονικό χώρο του, θα αναβαθμίσει τις δυνάμεις του (αιώρηση, υπερδύναμη, πυροκίνηση), θα βρει θησαυρούς που θα αποδείξουν στον εαυτό του ότι είναι ο καλύτερος και στο τέλος, θα χάσει τα πάντα, γιατί θέλησε να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του, γι’ αυτό και τα παίζει στα χαρτιά. Αυτό είναι το τέλος του Super Mario Land 3, και η ιστορία του Γουάριο («Wario Land: Super Mario Land 3», J. Ryan 2011: 146). Σύμφωνα επομένως με τα προηγούμενα παραδείγματα βλέπουμε να διαμορφώνεται ένα νέο μυθικό πλαίσιο, το οποίο είναι στην ουσία όχι απλώς ένας χώρος εφαρμογής της μετανεωτερικότητας, αλλά μία από τις εμφανέστερες όψεις και τις πλέον δημοφιλείς εκφράσεις της, αυτή που γίνεται γνωστή ως «μοντέρνα» μυθολογία ή αλλιώς «νεομυθολογία». Συμπεράσματα Στους κόσμους και στους χαρακτήρες των πλοκών επιστημονικής φαντασίας, κυριαρχεί το στοιχείο του μύθου. Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο αξιοποιείται το μυθολογικό στοιχείο αλλά και το σύνολο των μοτίβων που προκύπτουν μέσα από την παραγωγή του νέου μύθου, αποδεικνύει ότι υπάρχει αντιστοιχία ή σύνδεση ανάμεσα στα μοτίβα που συναντάμε στο νεομυθολογικό χώρο με τα μοτίβα του πολιτισμικού πλαισίου που αυτή ανήκει, δηλαδή με τη μετανεωτερικότητα. Με βάση τα μοτίβα αυτού του νεομυθολογικού χώρου: Πρώτον, διαπιστώνουμε ότι στις πλοκές των προϊόντων της σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας τα στοιχεία των μυθολογιών του παρελθόντος και της παραδοσιακής θρησκευτικότητας είναι μεν παρόντα, αλλά διατυπώνονται από την αρχή. Αυτή ακριβώς η επαναδιατύπωση των μυθολογικών στοιχείων επιβεβαιώνει την αλληλεξάρτηση του νεομυθολογικού υλικού με τη μετανεωτερικότητα. Κατά αυτόν τον τρόπο οι πλοκές βιντεοπαιχνιδιών, κόμιξ 145 και ταινιών εμπνέονται από τα μετανεωτερικά μοτίβα και τα αναπαράγουν αναφορικά με: α. τη νέα τεχνολογία και τη χρήση της επιστήμης, β. τον προσδιορισμό του εαυτού, του σώματος και του φύλου, γ. την αξία του χρήματος και τον προσδιορισμό του ατόμου ως αγοραπωλησιακού όντος. Δεύτερον, πρωταγωνιστές και συνοδευτικά πρόσωπα, σύμβολα και αντικείμενα που κατακλύζουν τις πλοκές των σύγχρονων ψυχαγωγικών προϊόντων, αποτελούν μέρος ενός «φανταστικού σύμπαντος» που χαρακτηρίζεται από μία διττή φύση, δηλαδή από την ταυτόχρονη συνύπαρξη: α. Πιστευτών και πιθανών, αλλά ταυτόχρονα και φαντασιακών σκηνικών, όπως μεσαιωνικών βασιλείων, διαστημικών κοινωνιών, τεχνολογικών αντικειμένων καθώς και μαγικών ή αλλόκοτων τεχνουργημάτων, και β. Οικείων, αλλά ταυτόχρονα ανοίκειων μορφών συμπεριφοράς, λόγω της συνύπαρξης αντιφατικών στοιχείων στους τρόπους δράσης των νεομυθολογικών όντων. Κατά αυτόν τον τρόπο, η επικοινωνία, η σύγκρουση και η συμφιλίωση των ηρώων με την καθημερινότητά τους γίνεται εντός των ορίων ενός μυθικού περιβάλλοντος που κατακλύζεται από καθετί το περίεργο και αλλόκοτο. Αυτό όμως το μυθικό περιβάλλον παράλληλα διαθέτει τους δικούς του μηχανισμούς, τη δική του εσωτερική λογική και βεβαιότητα. Με άλλα λόγια, αυτός ο περίεργος νεομυθολογικός χώρος, γεμάτος από μάγισσες, υπερφυσικά τέρατα, μαγικά και τεχνολογικά θαύματα, που δίνει τη δυνατότητα να αναγεννηθούν οι ήρωες του και να αντέξουν οι κακοί, αν και έχουν πυροβοληθεί κατ’ επανάληψη, παρουσιάζεται όχι ως ανεξήγητος, αλλά ως αληθοφανής και επιστημονικοφανής. Με βάση λοιπόν όλο αυτό το φαντασιακό υπόβαθρο που ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στον δυτικό άνθρωπο, βλέπουμε τελικά ότι ο μυθικός χώρος όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, εντός των ορίων της σύγχρονης ζωής και κυρίως μετά την περίοδο του 1960-1970, αλλά επανεμφανίζεται δριμύτερος και μάλιστα με τη μορφή μίας νέας γνώσης και μίας νέας βεβαιότητας. Δηλαδή το μυθικό στοιχείο είναι σήμερα ζωντανό και έντονα παρόν, αλλά πάντοτε εμφανίζεται ως άμεσα ερμηνεύσιμο, πιθανό και πιστευτό. Είναι με άλλα λόγια παραλλαγμένο σε σχέση με την παραδοσιακή μυθολογία, προσαρμοσμένο απόλυτα στις επιθυμίες και τις ανάγκες του σύγχρονου, μετανεωτερικού ανθρώπου. Παρόλη όμως την προσαρμογή του μύθου στη σημερινή πραγματικότητα του δυτικού κόσμου, η ίδια ακριβώς ύπαρξη της νεομυθολογίας, με τη μορφή τόσων υπερηρωϊκών και φανταστικών κόσμων, τελικά μας κάνει να αναλογιστούμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, δηλαδή ο άνθρωπος της μετανεωτερικότητας, μπορεί να είναι και να παραμένει ένα ον που αναζητά και ενισχύει τον μύθο, έστω και αν κάποτε υπερηφανευόταν ότι τον είχε υπερβεί. Βιβλιογραφία “Hathor-Sekhmet (Earth-616)”, στο Fandom, διαθέσιμο on line, https://marvel.fandom.com/wiki/Hathor-Sekhmet_(Earth-616), προσπελάστε στις 30/11/2019. 146 “Matrix Reloaded”, Wikipedia, διαθέσιμο on line: https://en.wikipedia.org/wiki/The_Matrix_Reloaded, προσπέλαση στις 29/11/2019. “Wario Land: Super Mario Land 3”, Wikipedia, διαθέσιμο on line: http://en.wikipedia.org/wiki/Wario_Land:_Super_Mario_Land_3, προσπελάστε στις 30/11/2019. Ashton, J. (2005), From Modernism to Postmodernism: American poetry and theory in the Twentieth century, Cambridge, Cambridge University Press. Barsky, R. (2003), “Postmodernity”, σε V. E. Taylor & C. E. Winquist (επιμ.), Encyclopedia of Postmodernism, London, Routledge, σσ. 304-308. Bell, D. (1973), The Coming of Post-Industrial Society: A venture in social forecasting, New York, Basic Books. Bell, D. (2000), “The Coming of Post-Industrial Society”, σε L. E. Cahoone (επιμ.), From Modernism to Postmodernlsm: An anthology, Malden, Massachusetts, Blackwell Publishers, σσ. 423-436. Brevoort, T. & Forbeck, M. (2014), “Gaea”, σε A. Dougall (επιμ.), Marvel Encyclopedia: The definitive guide to the characters of the Marvel universe, 3rd edition, New York, DK Publishing, σ. 142. Chaput, C. (2003), “Hyperreality”, σε Victor E. Taylor & Charles E. Winquist (επιμ.), Encyclopedia of Postmodernism, London, Routledge, σσ. 182-184. Davis, E. (2004), TechGnosis: Myth, magic and mysticism in the age of information, 5η έκδ. New York, 5-Star. Debord, G. (1992), Society of the Spectacle, London, Rebel Press. Dunn, T., & Castro, A. (2012), “Postmodern Society and the Individual: The structural characteristics of postmodern society and how they shape who we think we are”, The Social Science Journal, 49 (3): 1-7, διαθέσιμο on line: https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1016/j.soscij.2012.02.001, προσπέλαση στις 13/9/2019. Featherstone, M. (2007), Consumer Culture and Postmodernism, 2nd edition, London, SAGE Publications. Gibson, W. (1984), Neuromancer: Remembering tomorrow, Ace Books. Giddens, A. (1990), The Consequences of Modernity, Cambridge, Polity Press. Habermas, J. & Ben-Habib, S. (1981), “Modernity versus Postmodernity”, στο New German Critique, No. 22: 3-14, διαθέσιμο on line: http://www.jstor.org/stable/487859, προσπέλαση στις 10/9/2019. Habermas, J. (1989), The New Conservatism: Cultural criticism and the historians' debate Cambridge, Massachusetts, The MIT Press. Hanegraaff, W. J. (1999), “New Age Spiritualities as Secular Religion: A historian's perspective”, Social Compass 46 (2): 145–160, διαθέσιμο on line: http://scp.sagepub.com/cgi/content/abstract/46/2/145, προσπέλαση στις 22/12/2019. Harvey, D. (1992), The Condition of Postmodernity: An enquiry into the origins of cultural change, Cambridge, Blackwell Publishers. Hexham, I. & Poewe, K. (1997), New Religions as Global Cultures: Making the human sacred, Colorado, Westview Press. Huyssen, A. (1986), After the Great Divide: Modernism, mass culture, postmodernism, London, The Macmillan Press. Jameson, F. (2000), “The Cultural Logic of Late Capitalism”, σε L. E. Cahoone (επιμ.), From Modernism to Postmodernlsm: An anthology, Malden, Massachusetts, Blackwell Publishers, σσ. 556-572. Jones, S. E. (2008), The Meaning of Video Games: Gaming and textual strategies, New York, Routledge, Taylor & Francis Group. Karra, M. (2012), «Η Εικόνα του Σώματος των Γυναικών που υποβλήθηκαν σε αφαίρεση του στήθους λόγω του Καρκίνου στο Μαστό», Αθήνα, ανέκδοτη εργασία, 147 διαθέσιμο on line: https://www.academia.edu/39628232/THE_BODY_IMAGE_OF_WOMEN_UNDERGOI NG_BREAST_CANCER_REMOVAL_INCLUDED_INTERVIEWS_WITH_BREAST_CANCER _SURVIVORS, προσπέλαση στις 13/11/2019. Lee, P M. (2013), New Games: Postmodernism after contemporary art, New York, Routledge. Lyotard, J.-F. (1984), The Postmodern Condition: A report on knowledge, Manchester, Manchester University Press. Manning, M. (2016), “Batman”, στο C. Ridout (επιμ.), The DC Comics Encyclopedia: the definitive guide to the characters of the DC universe, London, Dorling Kindersley, σσ. 28-30. McKee, D. (2003), “Cyberculture”, στο V. E. Taylor & C. E. Winquist (επιμ.), Encyclopedia of Postmodernism, London, Routledge, σσ. 75-76. Mellor, P. A. & Shilling, C. (1997), Re-forming the Body: Religion, community and modernity, London, Sage Publications. Poxon, J. L. (2003), “Gender”, στο V. E. Taylor & C. E. Winquist (επιμ.), Encyclopedia of Postmodernism, London, Routledge, σσ. 48-149. Ryan, J. (2011), Super Mario: How Nintendo conquered America, New York, Portfolio Penguin. Ryan, M.-L. (2001), Narrative as Virtual Reality Immersion and Interactivity in Literature and Electronic Media, Baltimore, Johns Hopkins University Press. Sanderson, P. & Forbeck, M. (2014), “Doctor Strange”, στο A. Dougall (επιμ.), Marvel Encyclopedia: The definitive guide to the characters of the Marvel universe, 3rd edition, New York, DK Publishing, σ. 112. Sassower, R. (2003), “Technology”, στο Victor E. Taylor & Charles E. Winquist, Encyclopedia of Postmodernism, London, Routledge, σσ. 389-390. Schneider, B. E. & Gould, M. (1987), “Female Sexuality: Looking back into the future”, σε B. B. Hess & M. M. Feree (επιμ.), Analyzing Gender: A handbook of social science research, Newbury Park, California, Sage Publications. Taylor, M. C. (2000), “Erring: A Postmodern A/theology”, στο L. E. Cahoone (επιμ.), From Modernism to Postmodernlsm: An anthology, Malden, Massachusetts, Blackwell Publishers, σσ. 514-533. Teitelbaum, M. & Forbeck, M. (2014), “Gods of Asgard”, σε Alastair Dougall (επιμ.), Marvel Encyclopedia: The definitive guide to the characters of the Marvel universe, 3η έκδοση, New York, DK Publishing, σσ. 148-149. Toffler, A. (1971), Future Shock, New York, Bantam Book. Turner, B. S. (1992), Regulating bodies: Essays in medical sociology, London, Routledge. Xidakis, I. (2018), «Το Καλό και το Κακό στον Κόσμο των Βιντεοπαιχνιδιών: Θρησκειολογική μελέτη», Αθήνα, ανέκδοτη διδακτορική εργασία, Ε.Κ.Π.Α., διαθέσιμη on line: https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/43668. 148 Το Οργανωμένο Έγκλημα στο Κόσοβο και το Μαυροβούνιο: Πολιτικές και Οικονομικές Επιπτώσεις Ιωάννης Δ. Γκατζούνας1 Περίληψη Το ζήτημα του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή των Βαλκανίων αποτελεί ένα εξαιρετικά ιδιαίτερο και περίπλοκο πεδίο μελέτης. Παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες των κυβερνήσεων των κρατών της περιοχής, δεν υπάρχει πλήρης σταθερότητα ιδιαίτερα σε επίπεδο ασφάλειας και προστασίας των χωρών από τις μορφές του οργανωμένου εγκλήματος. Τα Βαλκάνια αποτελούν πόλο έλξης των εγκληματικών στοιχείων, καθώς είναι η πύλη μεταξύ Ευρώπης - Ασίας και δίνεται η ευκαιρία να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους ξεπερνώντας τα σύνορα, με αποτέλεσμα το οργανωμένο έγκλημα να ευδοκιμεί. Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο βαλκανικός διάδρομος που δημιουργούν οι χώρες των Βαλκανίων, είναι ο χώρος με την βοήθεια του οποίου διακινούνται οι μεγαλύτερες ποσότητες ναρκωτικών που παράγονται σε χώρες της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Παράλληλα, η δραστηριότητα αυτή που αναπτύσσεται στα Βαλκάνια, οδηγεί στην διατάραξη των πολιτικών και οικονομικών δραστηριοτήτων κάθε χώρας, τόσο όσων χωρών εμπλέκονται άμεσα, όσο και των χωρών που αποτελούν παράπλευρη απώλεια του οργανωμένου εγκλήματος. Λέξεις-κλειδιά: Οργανωμένο Έγκλημα, Κόσοβο, Μαυροβούνιο Εισαγωγή Τα Βαλκάνια εμπεριέχουν μια ποικιλία πολιτισμών όπου ο κάθε ένας έχει βιώσει τις δικιές σου καταστάσεις που τον διαμόρφωσαν ως κρατική οντότητα στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και ακόμα γενικότερα, της Ευρώπης. Παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες των κυβερνήσεων, ακόμα και στην σημερινή εποχή δεν υπάρχει πλήρης σταθερότητα ιδιαίτερα σε επίπεδο ασφάλειας. Όλες οι χώρες στην περιοχή έχουν έρθει αντιμέτωπες με πολλές προκλήσεις. Οι κυριότερες πτυχές του οργανωμένου εγκλήματος είναι το εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, οργάνων και παράνομων προϊόντων. Η διαφθορά του πολιτικού συστήματος συνδέεται άρρηκτα με το οργανωμένο έγκλημα και με αυτή την παραδοχή δύσκολα μπορεί να περιοριστεί. Πως ακριβώς ορίζεται όμως το οργανωμένο έγκλημα; Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Διακρατικό Οργανωμένο Έγκλημα (UNTOC), μην έχοντας αποδώσει σαφή ορισμό, είχε σκοπό να επιτρέψει την ευρύτερη εφαρμογή της σε νέους τύπους εγκλημάτων που εμφανίζονται συνεχώς καθώς οι παγκόσμιες, περιφερειακές και τοπικές συνθήκες αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Στο άρθρο 2, περιγράφει το οργανωμένο έγκλημα ως μια ομάδα τριών ή περισσοτέρων ατόμων που δεν δημιουργήθηκε τυχαία και υφίσταται για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενεργώντας σε συνεννόηση και με σκοπό την διάπραξη τουλάχιστον ενός 1 Πολιτικός Επιστήμονας,
[email protected]149 εγκλήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τεσσάρων ετών. Η διάπραξη του εγκλήματος αποσκοπεί σε οικονομικό ή υλικό όφελος, άμεσα ή έμμεσα (UNTOC 2019). Δεν είναι λίγοι, όμως, αυτοί οι οποίοι υποστηρίζουν σθεναρά ότι το οργανωμένο έγκλημα ευνοείται από την εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης όπου ενθαρρύνεται με τον τρόπο αυτό η δραστηριότητα εκτός συνόρων των άμεσα εμπλεκόμενων χωρών. Ύστερα από την πτώση του κομμουνισμού και την αναδιαμόρφωση των συνόρων και των κρατικών οντοτήτων στην Βαλκανική χερσόνησο, οι οργανώσεις αυτές προσπάθησαν να δωροδοκήσουν το πολιτικό και δικαστικό σύστημα. Κατάφεραν να ξεπεράσουν τα σύνορα των κρατών και να δραστηριοποιηθούν σε περισσότερο από μια χώρες. Δημιουργήθηκε, με τον τρόπο αυτό, με την πάροδο των χρόνων, μια βιομηχανία κέρδους η οποία έφτασε να επηρεάζει την πολιτική και οικονομική υπάρχουσα σταθερότητα στην περιοχή. Η ύπαρξη του οργανωμένου εγκλήματος στις βαλκανικές χώρες έχει επιφέρει πολιτικές συνέπειες που δυσχεραίνουν την διατήρηση της ασφάλειας. Τα κράτη αυτά χαρακτηρίζονται από ελλιπή νομοθεσία, κακή περιφρούρηση συνόρων και αδύναμους εθνικούς θεσμούς. Οι πολιτικοί παράγοντες κάθε ξεχωριστής κρατικής οντότητας, φαίνεται να μην μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να περιοριστεί το έγκλημα. Εκτός των πολιτικών συνεπειών, οι χώρες καλούνται να αντιμετωπίσουν και τις οικονομικές συνέπειες που επιφέρει το οργανωμένο έγκλημα. Η εμφάνισή του, τόσο σε εθνική όσο και σε διεθνή κλίμακα, καθώς επίσης και η σύμπραξη των εγκληματικών στοιχείων με τους εκπροσώπους των κρατών επιφέρει την ανάπτυξη της «γκρίζας οικονομίας». Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζουν την ασφάλεια στο εσωτερικό των κρατών, απειλούν τους δημοκρατικούς θεσμούς και εμποδίζουν την προσπάθεια των χωρών να βελτιώσουν την οικονομική κατάστασή τους. Τα παραπάνω οδηγούν στο εύλογο συμπέρασμα ότι το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο. Κοινωνικό επειδή αφορά ολόκληρη την κοινωνία, η οποία πολλές φορές φαίνεται να το παραβλέπει αλλά και οικονομικό, καθώς επωφελείται η παραοικονομία (UNCTAD 2016). Σκοπός, Δομή και Μεθοδολογία Ο σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι η βαθύτερη ανάλυση και κατάδειξη του προβλήματος που ονομάζεται οργανωμένο έγκλημα, και το οποίο καλούνται να αντιμετωπίσουν οι χώρες των Βαλκανίων και συγκεκριμένα το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο, ήδη από τις αρχές δημιουργίας των κρατών αυτών. Εν συνεχεία, θα μελετηθούν οι επιπλοκές του οργανωμένου εγκλήματος τόσο στον πολιτικό, όσο και οικονομικό τομέα κάθε ξεχωριστού κράτους, καθώς επίσης και τα εμπόδια που το ίδιο το έγκλημα θέτει στις χώρες αυτές αναφορικά με τις σχέσεις τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντικείμενο της εργασίας αυτής είναι να παρουσιάσει το πώς το οργανωμένο έγκλημα παρουσιάζεται και εμφανίζεται στην Βαλκανική χερσόνησο, με ποιες δηλαδή μορφές, και κατ’ επέκταση να προσπαθήσει να εξηγήσει για ποιο λόγο ο πολιτικός και οικονομικός χώρος των χωρών των Βαλκανίων, επηρεάζονται συθέμελα, με αποτέλεσμα την αλλοίωση και παγίωση των σχέσεων τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιδιώκει, περιγράφοντας την εξέλιξη του οργανωμένου εγκλήματος, να διερευνήσει ποιοι επίσης παράγοντες είναι αυτοί που συγκαλύπτουν 150 το οργανωμένο έγκλημα και βοηθούν έμμεσα στην εξάπλωσή του στην βαλκανική οδό που ενώνει την Δυτική Ευρώπη με την Ασία και την Αφρική. Στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας, θα γίνει λόγος για την δράση του οργανωμένου εγκλήματος στο Κόσοβο, και πιο συγκεκριμένα ποιοι παράγοντες συνέβαλαν σε αυτό και πως έχει επηρεάσει το ίδιο το κράτος. Στην συνέχεια, στο επόμενο κεφάλαιο, θα μελετηθεί το οργανωμένο έγκλημα για την περίπτωση του Μαυροβουνίου. Στο επόμενο κεφάλαιο, θα διατυπωθούν οι επιπτώσεις που έχει το οργανωμένο έγκλημα σε αυτές τις χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου και στην συνέχεια θα μελετηθεί η σχέση που έχουν οι χώρες αυτές με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε πάνω στο ποιοτικό μοντέλο μεθοδολογίας. Η περίπτωση του Κοσόβου Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, ο όρος οργανωμένο έγκλημα δεν συμπεριλαμβανόταν στο λεξιλόγιο των Βαλκανικών κρατών. Το οργανωμένο έγκλημα θεωρείτο, ως τότε, ως ένα από τα προβλήματα που υπήρχε μόνο στις περιοχές του δυτικού καπιταλισμού. Αρκετοί όμως παράγοντες προέκυψαν που συνέβαλαν στην επέκταση του οργανωμένου εγκλήματος στο Κόσοβο. Ο βασικότερος παράγοντας από αυτούς, που συνέβαλε στην ραγδαία ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή του Κοσόβου, ήταν η αποσύνθεση της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα (Ντάλης 1999: 105). Αφού ανέλαβε τον έλεγχο του Κοσόβου, το καθεστώς Μιλόσεβιτς το 1989, προκλήθηκαν μαζικές απολύσεις Αλβανών του Κοσόβου από τους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, της βιομηχανίας, του εμπορίου και φυσικά από τον τομέα της δημόσιας διοίκησης. Ως συνέπεια όλων αυτών των ξαφνικών απολύσεων των Αλβανών Κοσοβάρων, παρουσιάστηκαν οι παράνομες δραστηριότητες στον οικονομικό τομέα καθώς μάλιστα και τα δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος. Σταδιακά παρουσίαζαν ενδυνάμωση και άρχισαν να παίζουν έναν κρίσιμο ρόλο στην οικονομία της περιοχής (Stražišar 2007: 8). Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας που επικρατούσαν, σε συνδυασμό με την γεωγραφική θέση του Κοσόβου ως μία από τις κύριες διόδους λαθραίας διακίνησης παράνομων προϊόντων, όπως τα ναρκωτικά, στην βαλκανική χερσόνησο, αποτέλεσαν βασικοί παράγοντες για τους Αλβανούς του Κοσόβου, να συμμετάσχουν κι αυτοί στα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η πρόσφατη καθαίρεση της αυτονομίας του Κοσόβου, αλλά και οι σκληρές διώξεις που έλαβαν χώρα από το καθεστώς Μιλόσεβιτς ενάντια στον αλβανικό πληθυσμό στις αρχές του 1990, είχαν ως συνέπεια να προξενήσει ένα γενικό μποϊκοτάζ του Γιουγκοσλαβικού κράτους από τους Αλβανούς του Κοσόβου. Επίσης δημιουργήθηκε η ανάγκη για δημιουργία μιας παράλληλης κοινωνικής δομής υπό την σκιά εθνικιστικών, απελευθερωτικών και εγκληματικών οργανώσεων που απέβλεπαν στην καλύτερη αντιμετώπιση των Αλβανών του Κοσόβου. Σε αυτή την κοινωνική δομή, τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος διαμορφώθηκαν με βάση τους οικογενειακούς δεσμούς. Η διοίκηση και η συντήρηση αυτής της νέας κοινωνικής τάξης, πέρασαν στα χέρια μεγάλων αλβανικών οικογενειακών δεσμών. Επιπλέον η συνεχής αύξηση της Αλβανικής Διασποράς στο Κόσοβο, επέτρεψε στο αλβανικό οργανωμένο έγκλημα να δημιουργήσει ένα συγκροτημένο δίκτυο στην 151 Ευρώπη, έχοντας ως αποτέλεσμα να λαμβάνουν ένα σημαντικό κεφάλαιο κυρίως από την διακίνηση ηρωίνης (Stojarová 2007: 13). Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο παραπάνω κείμενο, η ενεργή συμμετοχή του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσόβου στα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος της περιοχής, έχοντας ως κύρια επιδίωξη την αυτοχρηματοδότησή του για την επέκταση των δραστηριοτήτων του, είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Μετά το τέλος της σύγκρουσης που επικρατούσε στο Κόσοβο από τις 28 Φεβρουαρίου του 1998 έως και τον Ιούνιο του 1999, η Αποστολή Προσωρινής Διοίκησης των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο (UNMIK) ανέλαβε την διοίκηση της επαρχίας της περιοχής του Κοσόβου, και η οργάνωση UCK οδηγήθηκε σε αποστράτευση, με αποτέλεσμα να μετατραπεί μακροπρόθεσμα σε ένα όργανο που ονομαζόταν Σώμα Προστασίας του Κοσόβου (KPC).2 Ωστόσο παρατηρήθηκε ότι πρώην μέλη του UCK δεν αποτάχθηκαν εξ’ ολοκλήρου από νεοσύστατο KPC. Σύμφωνα με μαρτυρίες πρώην μέλη του UCK, μετά την διαχείριση των κρίσεων και την αποκατάσταση της τάξης στη περιοχή του Κοσόβου, πολλά μέλη εμφανίστηκαν να επιστρέφουν στον τομέα της πολιτικής και άλλοτε να συμμετέχουν ενεργά στα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος. Κάποιοι, εντάσσονταν σε άλλες παραστρατιωτικές οργανώσεις της περιοχής (Ströhle 2010: 88). Σχεδόν όλα εκείνα τα πρόσωπα που συνδέονται συχνά με τις σημαντικές θέσεις στο οργανωμένο έγκλημα στην περιοχή του Κοσόβου, είναι προηγούμενα μέλη του UCK, πολλά από τα οποία έφτασαν να κατέχουν διοικητικές θέσεις μέσα στο πρόσφατα δημιουργημένο KPC. Οι διάφορες σχέσεις της ηγεσίας του KPC με πρώην διοικητές του UCK, είχε ως συμπέρασμα ότι το οργανωμένο έγκλημα είχε διεισδύσει ενεργά στα θεμέλια της διοίκησης του KPC (Clewlow 2010: 13). Σύμφωνα με πηγές του ΝΑΤΟ, τα μέλη του UCK τα οποία κατείχαν διοικητικές θέσεις μέσα στο KPC, δεν ήταν λίγες φορές, που είχαν κατηγορηθεί για συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες όπως την διακίνηση ναρκωτικών αλλά και το trafficking. Μετά την λήξη της ένοπλης σύρραξης και την διάλυση του UCK, διάφορες εκθέσεις και αναφορές από πηγές της CIA κάνουν λόγο ότι τα ηγετικά μέλη του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσόβου υπήρξαν πρώην ή και ακόμα ενεργά μέλη στα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή. Υπάρχουν αναφορές εκθέσεων του ΝΑΤΟ, οι οποίες κάνουν λόγο για τις σχέσεις και την επικοινωνία που ανέπτυσσαν ένας πρώην ηγέτης του UCK, ο Xhavit Ηaliti με τον Hashim Thac. Η έκθεση χαρακτηρίζει τον Haliti ως έναν σημαντικό εγκληματικό ηγέτη και του προσάπτει κατηγορίες για ποικίλα σημαντικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του πολύ σοβαρού θέματος αναφορικά με στοχευόμενες δολοφονίες. (Minear, Baarda, Sommers 2000: 126–131). Η σύρραξη στην περιοχή συνέτεινε αποφασιστικά στην αύξηση της διακίνησης παράνομων ειδών και ουσιών, ενώ το οργανωμένο έγκλημα θεωρήθηκε η οικονομική βάση για την συνέχιση των διεκδικήσεων. Η ένοπλη οργάνωση των 2 Το Σώμα Προστασίας του Κοσόβου είναι ένα ένοπλο σώμα ασφαλείας, το οποίο έχει ως αρμοδιότητα την διεξαγωγή επιχειρήσεων που αφορούν την αντιμετώπιση και διαχείριση κρίσεων στο Κόσοβο και κατ’ επέκταση την εφαρμογή πολιτικής προστασίας. Οι κύριες αποστολές του σώματος αυτού έχουν να κάνουν με δραστηριότητες στους τομείς της διάσωσης και της εξουδετέρωσης εκρηκτικών και λοιπών επικίνδυνων υλικών. Το Σώμα Προστασίας είναι εξοπλισμένο με όπλα ελαφριού τύπου. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση του Κοσόβου επιδιώκει να αναβαθμίσει το Σώμα σε στρατό ξηράς, καθώς επίσης, τόσο η κυβέρνηση όσο και η διεθνής κοινότητα επιθυμούν και προσπαθούν να φέρουν την δύναμη του Σώματος Προστασίας σύμφωνα με τα πρότυπα του ΝΑΤΟ. 152 Κοσοβάρων, στήριξε τις διεκδικήσεις της στην διακίνηση παράνομων ειδών και όπλων, γεγονός που είχε προβληθεί βάσει τεκμηρίων από τα διεθνή ΜΜΕ, δίχως οι ίδιες καταγγελίες να έχουν αποδειχθεί για άλλες οργανώσεις που έχουν θεωρηθεί αντίστοιχες, όπως στο κουρδικό ζήτημα. Η αύξηση των καταγγελιών στον Τύπο των Βαλκανίων αλλά και στον Διεθνή Τύπο, γνωστοποίησε στην κοινή γνώμη τις πηγές χρηματοδότησης του UCK, αλλά δεν ανέτρεψε την διεθνή και ευρωπαϊκή άποψη για τις διεκδικήσεις των ίδιων σε βάρος της εθνικής ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας (Ντάλης 1999: 108–109). Γεγονός είναι ότι η βαλκανική οδός, όπως λεγόταν, των ναρκωτικών, υπέστη πολλές αλλαγές κυρίως λόγω του πολέμου. Τα ναρκωτικά ερχόμενα από την Τουρκία, διοχετεύονται πλέον στην Βόρεια Μακεδονία και από εκεί, μέσω της αλβανικής μειονότητας, περνούν, τόσο στην Αλβανία λόγω του ότι έχει πρόσβαση στην θάλασσα, και επιτρέπει την διακίνησή τους προς την Ιταλία, όσο και στο Κόσοβο, κάτι το οποίο είχε ξεκινήσει να συμβαίνει από τον UCK. Ήδη από τις αρχές του 2000, η Europol, με αφορμή τον πόλεμο του 1999, ξεκίνησε τον έλεγχο της περιοχής για να δώσει λύση στο πρόβλημα των δικτύων λαθρεμπορίου ναρκωτικών και όπλων (Λαμπροπούλου & Βυθούλκα 1999). Ωστόσο, στο Κόσοβο, το εμπόριο ναρκωτικών δεν συνδέεται πλέον με το παράνομο διασυνοριακό εμπόριο όπλων και λοιπού ελαφρού οπλισμού. Το τελευταίο είναι μάλλον μικρής σημασίας, τουλάχιστον σε συγκριτικά επίπεδα με το εμπόριο όπλων στα γειτονικά βαλκανικά κράτη. Το χαμηλό επίπεδο εμπορίου αναφορικά με τα όπλα οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ένας εκ των οποίων είναι το γεγονός ότι η αγορά όπλων είναι σχετικά κορεσμένη, καθώς υπάρχουν ήδη 330.000 έως 460.000 μικρά όπλα στο Κοσσυφοπέδιο. Εκτός από τους φορείς παροχής ασφάλειας, όπως η αστυνομία της UNMIK και η KFOR3, υπάρχει πληθώρα επιχειρήσεων αλλά και πολιτών που διαθέτουν την ειδική εξουσιοδότηση χρήσης και κατοχής όπλων, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας και ορισμένων πολιτικών. Η σημερινή ζήτηση προέρχεται κυρίως από αυτούς τους φορείς που αναβαθμίζουν τακτικά τον εξοπλισμό τους. Τα όπλα ανήκουν και σε απλούς πολίτες: περίπου το 60-70% των νοικοκυριών στο Κοσσυφοπέδιο έχουν στην κατοχή τους όπλα, κυρίως για τη δική τους προσωπική ασφάλεια (Stražišar 2007: 11). Η εμπορία ανθρώπων και κυρίως γυναικών, φαίνεται να παραμένει ευρέως διαδεδομένη στο Κοσσυφοπέδιο. Συνήθως σχετίζεται με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, ενώ δεν έχουν ανιχνευθεί άλλες μορφές εμπορίας ανθρώπων, όπως η καταναγκαστική εργασία ή η αφαίρεση οργάνων. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης του Κοσσυφοπεδίου, οι κύριες αιτίες της εμπορίας ανθρώπων είναι η ανεργία, η φτώχεια, οι ανισότητες μεταξύ των φύλων, οι κοινωνικές και πολιτιστικές συμπεριφορές και η ζήτηση για σεξουαλικές υπηρεσίες και τέλος, φθηνή εργασία. Η επαρχία χρησιμοποιείται ως διαμετακόμιση καθώς και ως περιοχή προορισμού. Παρόλο που η παρουσία διεθνών στρατιωτικών δυνάμεων έπαιξε αρχικά δυστυχώς σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτής της παράνομης δραστηριότητας, υπολογίζεται ότι κατά προσέγγιση το 90% των πελατών που αναζητούν σεξουαλικές υπηρεσίες είναι επί του παρόντος εγχώριοι κι όχι από άλλα κράτη (Stražišar 2007: 12). 3Η Δύναμη Κοσσυφοπεδίου (KFOR) αποτελεί μία διεθνή ειρηνευτική δύναμη υπό την ηγεσία του ΝΑΤΟ η οποία, από το 1999 έως και σήμερα, έχει την αρμοδιότητα να μεριμνά για τη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος στο Κόσοβο. Η δράση της έγινε υψίστης σημασίας μετά την διακήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσόβου το 2008. 153 Το Κόσοβο, παρόλη την δυσμενή κατάσταση που επικρατεί εντός του, επιχειρεί να ενταχθεί στην Interpol, επιδιώκοντας την μείωση του οργανωμένου εγκλήματος τόσο εντός του, όσο και στις χώρες που σχετίζονται με τα δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος του Κοσόβου. Όμως, ο πρωθυπουργός του Κοσσυφοπεδίου το 2017, Ramush Haradinaj, επιβεβαίωσε ότι η χώρα εγκαταλείπει τις προσπάθειές της να συμμετάσχει στη Interpol, αφού απέτυχε να εξασφαλίσει αρκετή υποστήριξη για να συμμετάσχει από τα υπάρχοντα μέλη. Δήλωσε ότι η ιδιότητα του Κοσόβου ως μέλος της Ιντερπόλ ήταν ιδιαίτερα σημαντική ως προς την συμβολή του στην καταπολέμηση του διεθνούς εγκλήματος και της τρομοκρατίας που υπάρχει στην χώρα και ότι ήταν έτοιμοι σαν κράτος να αναλάβει τις πλήρεις ευθύνες ως μέλος της Interpol. Ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης είχε δηλώσει ότι ναι μεν η δουλειά για να γίνουν μέλος της Interpol έχει γίνει, αλλά όχι σε σημαντικό βαθμό, συγκριτικά με άλλες χώρες, ήδη μέλη. Σε όλο αυτό, η Σερβία εξέφρασε έντονα την αντίθεσή της στην αίτηση του Κοσσυφοπεδίου προς την Interpol, υποστηρίζοντας ότι οι σχέσεις της πρώην επαρχίας της με την Interpol έχουν ήδη καθιερωθεί μέσω της αποστολής του ΟΗΕ στο Κοσσυφοπέδιο (UNMIK). Ωστόσο, πρόσφατα, με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κλήθηκαν τα κράτη μέλη της Europol και της Interpol να δεχθούν το Κοσσυφοπέδιο ως νέο μέλος, λέγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα βελτιώσει την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος (Isufi 2017). Καθώς η γενική συνέλευση της Interpol, κλήθηκε εκ νέου να ψηφίσει για την ένταξη του Κοσσυφοπεδίου σε αυτήν, στο Ντουμπάι, ο υπουργός Εξωτερικών του Κοσσυφοπεδίου Behgjet Pacolli δήλωνε αισιόδοξος στην θετική ψήφο των απαιτούμενων μελών, θεωρώντας ότι μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, αυτή είναι η πιο σημαντική στιγμή μέχρι στιγμής. Ως μέλος της Interpol, το Κοσσυφοπέδιο θα είναι μέρος του συστήματος ασφαλείας στη διεθνή σφαίρα και θα είναι ευκολότερο να καταπολεμήσει το έγκλημα, κάνοντας την ασφάλεια στην Ευρώπη περισσότερο βιώσιμη. Παρόλα αυτά, δεν έγινε δεκτό το αίτημα με βασικό αντίπαλο την Σερβία να στέκεται ενάντια στο αίτημα αυτό, λέγοντας πως η εγκληματικές οργανώσεις που συνεργάζονται με την αστυνομία, θα πολιτικοποιηθούν πλήρως και μελλοντικά θα γίνει παραβίαση του διεθνούς δικαίου (Pajaziti 2018). Παράλληλα, τα ζητήματα του οργανωμένου εγκλήματος που φτάνουν στο σημείο να καταδικαστούν, αποτελούν μία εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία. Η αποστολή της ΕΕ για την προάσπιση του κράτους δικαίου, η EULEX, δήλωσε στο Βαλκανικό Δίκτυο Αναφορών (Balkan Investigative Reporting Network – BIRN) ότι εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι η υπόθεση Medicus4 θα αποσυρθεί μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, που ανατρέπει την ετυμηγορία που καταδικάζει τρεις άνδρες του Κοσόβου που εμπλέκονται σε ένα δίκτυο διακίνησης οργάνων σε μία κλινική κοντά στην Πρίστινα το 2008, και προχωράει σε επανεκδίκαση. Άνθρωποι από την Τουρκία, τη Ρωσία, τη Μολδαβία και το Καζακστάν ήρθαν στην κλινική, αφού συμφωνήθηκε ότι θα λάβουν 15.000 ευρώ για 4 Η υπόθεση Medicus είναι μία περίπτωση διεθνούς κυκλώματος εμπορίας οργάνων και διενέργειας παράνομων μεταμοσχεύσεων. Από τον Μάρτιο έως και τον Νοέμβριο του 2008, στην κλινική Medicus στο Κόσοβο, έγιναν 24 παράνομες μεταμοσχεύσεις νεφρών από γιατρούς που ήταν μέλη του κυκλώματος. Το κύκλωμα είχε εκμεταλλευτεί την δύσκολη θέση των δοτών (οικονομικά προβλήματα) αλλά και των ληπτών, καταλήγοντας να εισπράττει τεράστια οικονομικά ποσά μέσω των μεταμοσχεύσεων. 154 τα νεφρά τους. Ο εισαγγελέας της EULEX στην υπόθεση, ανέφερε ότι οι παραλήπτες κατέβαλαν περισσότερα από 70.000 ευρώ για τα νεφρά (Bytyci 2018). Τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος, δεν εξασθενούν αλλά έχουν εισχωρήσει σε σημαντικά πεδία του κράτους του Κοσόβου. Εναργές παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση του Albert Veliu, που ήταν υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών του κράτους, οδηγώντας τον Πρόξενο του Κοσόβου στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Διεξήγαγε επικερδή επιχείρηση ως μεταφορέας όπλων και ναρκωτικών, διατηρώντας παράλληλα επαφές με την Cosa Nostra και το Αλβανικό οργανωμένο έγκλημα στη Νέα Υόρκη και Τσεχική Δημοκρατία. Είχε προμηθεύσει όπλα κατά τη διάρκεια ταξιδιών του στο Κοσσυφοπέδιο το 2017, όπου αργότερα συνελήφθησαν συνεργάτες του στην Νέα Υόρκη. Ταυτόχρονα, κατηγορήθηκαν και για ξέπλυμα χρήματος ύψους 800.000 δολαρίων σε Κόσοβο και Ιταλία (Angelovski & Marzouk 2017). Η περίπτωση του Μαυροβουνίου Το Μαυροβούνιο, σαν χώρα, έχει τραβήξει τα βλέμματα της διεθνούς κοινής γνώμης, καθώς αποτελεί πλέον χώρα διαμετακόμισης, προέλευσης και προορισμού για άνδρες, γυναίκες και κορίτσια που υπόκεινται σε εμπορία ανθρώπων, κάνοντάς το, συγκριτικά με άλλες χώρες των Βαλκανίων και πάντα σκεπτόμενοι την έκταση και πληθυσμό της χώρας, το κράτος αυτό που έχει τεράστια ποσοστά εμπορίας ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι αυτοί οδηγούνται εκεί για να βρεθούν σε συνθήκες καταναγκαστικής πορνείας και καταναγκαστικής εργασίας. Τα θύματα εμπορίας είναι ως επί το πλείστον γυναίκες από την Ουκρανία, την Μολδαβία, την Σερβία, την Ρουμανία, την Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο, οι οποίες μεταναστεύουν ή διακινούνται μέσω της χώρας προς άλλους προορισμούς και υπόκεινται σε συνθήκες καταναγκαστικής πορνείας στο Μαυροβούνιο. Τα παιδιά Ρομά εξαναγκάζονται σε οργανωμένη επαιτεία δρόμου στη χώρα. Σύμφωνα με ΜΚΟ και διεθνείς εμπειρογνώμονες, οι ξένοι άνδρες και τα νεότερα αγόρια υποβάλλονται σε καταναγκαστική εργασία στον τομέα της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας του Μαυροβουνίου Οι γυναίκες και τα κορίτσια του Μαυροβουνίου υπόκεινται σε καταναγκαστική πορνεία, τόσο εντός της χώρας τους, όσο και σε άλλες βαλκανικές χώρες. Τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος που λειτουργούν στην αναπτυσσόμενη τουριστική βιομηχανία του Μαυροβουνίου έχουν εμπλακεί στην εμπορία ανθρώπων, για να εξυπηρετήσουν τον σκοπό της καταναγκαστικής πορνείας. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Μαυροβουνίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, σαν χώρα αμφισβητούν την επίσημη στάση της κυβέρνησης του Μαυροβουνίου ότι υποτίθεται το Μαυροβούνιο δεν έχει σημαντικό πρόβλημα διακίνησης ανθρώπων (U.S. State Department 2010). Ενώ ο αριθμός των αναγνωρισμένων θυμάτων στο Μαυροβούνιο ήταν πάντοτε χαμηλός, λίγο πριν την ανεξαρτητοποίησή του, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση αναφορικά με τον προσδιορισμό των θυμάτων. Η μείωση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κακή διαχείριση των υποθέσεων που σχετίζονται με την εμπορία ανθρώπων και την βοήθεια που προσφέρεται σε αυτούς, και στη συνέχεια στην 155 αποσυναρμολόγηση του Προγράμματος Προστασίας Θυμάτων.5 Ενώ, κατά την διάρκεια του 2004 μόνο δύο θύματα εντοπίστηκαν και υποβοηθήθηκαν από το πρόγραμμα προστασίας που ήταν αρμόδιο, το δεύτερο εξάμηνο του ίδιου έτους σημειώθηκε σημαντική άνοδος στην ταυτοποίηση των θυμάτων με την βοήθεια της επιβολής του νόμου που αφορά τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος. Από τον Αύγουστο και έπειτα, εντοπίστηκαν 16 επιπλέον θύματα. Από αυτούς, η πλειοψηφία ήταν αλλοδαποί και δύο ήταν υπήκοοι του Μαυροβουνίου. Αυτή η άνοδος στον προσδιορισμό των θυμάτων οφείλεται σε δύο εξελίξεις. Η πρώτη είναι η εκπαίδευση των αξιωματούχων των συνόρων του κράτους στο Μαυροβούνιο από τον Διεθνή Οργανισμό για την Μετανάστευση, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών και το Τμήμα της Συνοριακής Αστυνομίας. Συνολικά 301 αξιωματούχοι των συνόρων και επτά αντίστοιχοι υπάλληλοι εκπαιδεύτηκαν σχετικά με την εμπορία και την αναγνώριση των θυμάτων. Παράλληλα, υπήρξε εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους δικαστές και τους εισαγγελείς το οποίο βοήθησε στα στελέχη του δικαστηρίου να οδηγηθούν ευκολότερα στην αναγνώριση των διακινητών. Η δεύτερη εξέλιξη ήταν η κινητοποίηση πολλών μονάδων καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων στα επτά κέντρα που βρίσκονται σε ολόκληρη τη χώρα του Μαυροβουνίου, παίρνοντας εθνικές διαστάσεις με την βοήθεια του Υπουργείου Εσωτερικών. Αυτές οι μονάδες είναι αρμόδιες με τον εντοπισμό και παραπομπή των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στη Δημοκρατία του Μαυροβουνίου, καθώς και την διερεύνηση της εμπορίας ανθρώπων και των συναφών παραβιάσεων. Αυτές οι εξελίξεις συμβάλλουν στην εξήγηση της αυξημένης αναγνώρισης των θυμάτων και ο εντοπισμός των ανδρών για την εμπορία εργασίας σηματοδοτεί επίσης την ευαισθητοποίηση ορισμένων αξιωματούχων του Μαυροβουνίου ότι η εμπορία ανθρώπων γίνεται και για σκοπούς άλλους πέρα από την σεξουαλική εκμετάλλευση (European Commission 2013: p. 52–54). Η ομοιότητα με την Σερβία είναι ότι το Μαυροβούνιο έχει ισχυρή αστυνομική δύναμη ήδη από την δεκαετία του 1990, όπου η αστυνομία είχε ισχυρούς δεσμούς με τα άτομα του πολιτικού χώρου, καθώς και με τον κόσμο που συσχετιζόταν με τις παράνομες ενέργειες και τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος. Το Μαυροβούνιο ξεκίνησε ως ένα κράτος που κατείχε και κατέχει μία από τις ισχυρότερες αστυνομικές δυνάμεις για τον πληθυσμό σε αναλογία με τον συνολικό πληθυσμό στην Ευρώπη και τα κράτη της. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, η αστυνομία του Μαυροβουνίου είχε 5000 εργαζόμενους στην διάθεσή της, ενώ με τον ερχομό της νέας χιλιετίας, υπήρχαν 18000 άτομα στην αστυνομική υπηρεσία του Μαυροβουνίου. Η αστυνομία έως σήμερα ασχολείται συχνά με τις παράνομες δραστηριότητες που 5 Victim Assistance and Witness Protection (Βοήθεια για τα θύματα και προστασία των μαρτύρων): Ο αντίκτυπος του εγκλήματος στα θύματα από οποιαδήποτε μορφή οργανωμένου εγκλήματος μπορεί να είναι βαθύς. Τα θύματα μπορεί να υποφέρουν από σωματικές, πνευματικές, συναισθηματικές και οικονομικές βλάβες, από τις οποίες κάποιοι μπορεί να μην ανακάμψουν ποτέ. Εκτός από τα ισχυρά κίνητρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την επερχόμενη παροχή βοήθειας και την προστασία των ατόμων που έχουν πέσει θύματα ή έχουν παρακολουθήσει σοβαρά εγκλήματα, υπάρχουν κίνητρα για την αποκατάσταση της ποινικής δικαιοσύνης. Η συνεργασία των θυμάτων και των μαρτύρων είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχή δίωξη εγκληματιών αλλά και εν τέλει, την μαζική και ολοκληρωτική διάλυση οργανωμένων εγκληματικών ομάδων. Ωστόσο, μια από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν πολλά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης πάνω στην διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων, είναι η επίτευξη αυτής της συνεργασίας μεταξύ θυμάτων και μαρτύρων. 156 λαμβάνουν χώρα στο Μαυροβούνιο και παράλληλα το κράτος αυτό από όταν ανεξαρτητοποιήθηκε, έχει μετατραπεί σε παράδεισο για κάθε είδους διακίνηση. Πρωταρχικά, η χώρα του Μαυροβουνίου έγινε ευρέως γνωστή στην βαλκανική χερσόνησο από την εισαγωγή κλεμμένων οχημάτων από τη Δυτική Ευρώπη γενικότερα αλλά, αξίζει να σημειωθεί, και σε μεγάλο βαθμό, και από τη Σερβία. Έκτοτε, και με την πάροδο των ετών που το Μαυροβούνιο υπάρχει σαν αυτόνομο κράτος, είναι λίγο δύσκολο να ειπωθεί και να ισχυριστεί κανείς ότι η μαφία που χτίστηκε και δρα στο Μαυροβούνιο, βοηθήθηκε και ενισχύθηκε από την αστυνομία, αλλά η μαφία είναι σίγουρα συνδεδεμένη και ως έναν βαθμό συνεργάστηκε με την τοπική αστυνομία, είτε έκδηλα είτε περισσότερο κρυφά. Το Μαυροβούνιο πάντως, είναι γνωστό, όχι μόνο για τον αριθμό των αστυνομικών που έχει στην υπηρεσία του αλλά και για τον αριθμό των όπλων κατά κεφαλήν. Ο πληθυσμός στο Μαυροβούνιο είναι πολύ καλά οπλισμένος, καθώς οι κάτοικοί του6 στο τέλος του 20ού αιώνα και λόγω του πολέμου αλλά και συνεχίζουν και στον 21ο αιώνα, έχουν συνολικά 79800 όπλα στην διάθεσή τους, δηλαδή ένα όπλο ανά οκτώ κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και των ηλικιωμένων. Παλαιότερα, κατά την περίοδο του πολέμου και έπειτα, η αστυνομία του Μαυροβουνίου κατέσχεσε 6370 όπλα, 446 βόμβες και 93 κιλά εκρηκτικών που βρίσκονταν σε παράνομη κατοχή (Stojarová 2007: 15 – 16). Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η ετήσια εθνική έκθεση του Μαυροβουνίου σχετικά με το εμπόριο όπλων αναφέρει ότι η χώρα εξήγαγε όπλα αξίας περίπου 11,3 εκατομμυρίων ευρώ το 2016. Ο κατάλογος των χωρών στις οποίες το Μαυροβούνιο προωθεί και πουλάει τα όπλα του, περιλαμβάνει 23 χώρες, μεταξύ των οποίων η Πολωνία, η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ουκρανία. Το Μαυροβούνιο εξήγαγε πυρομαχικά, εξοπλισμό αεροπορίας για στρατιωτική χρήση, ρουκέτες και ναυτικό εξοπλισμό. Όσον αφορά τις εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού, το Μαυροβούνιο αγόρασε όπλα αξίας περίπου 17,8 εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως από το Ισραήλ. Εταιρείες από το Μαυροβούνιο αγόρασαν επίσης όπλα από τη Σερβία και τη Μακεδονία, κυρίως πυρομαχικά και εξοπλισμό για στρατιωτική χρήση (Tomovic 2016). Κατά πόσο όμως η πολιτική ηγεσία είναι σε θέση να απεμπλακεί από τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος στα οποία, με την πάροδο των χρόνων, αναμειγνύεται όλο και περισσότερο; Ένα πρόσφατο περιστατικό είναι η ανάμειξη του ηγέτη της αντιπολίτευσης του Μαυροβουνίου σε επιχείρηση ξεπλύματος χρήματος. Πιο συγκεκριμένα, ο Nebojsa Medojevic και άλλοι 11 κατηγορούνται από την Ειδική Εισαγγελία για Οργανωμένο Έγκλημα για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που συνδέονταν με την χρηματοδότηση του Ρώσικου Δημοκρατικού Μετώπου κατά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2016. Από την πλευρά βέβαια των κατηγορουμένων λέγεται ότι δεν ενεπλάκησαν ουδέποτε σε τέτοιες διαδικασίες με την Ρωσία, και πως αυτό είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Djukanovic με τις δικαστικές αρχές, καθώς ως αντιπολίτευση, ο Medojevic είναι ο ισχυρότερος αντίπαλος και προσπαθούν, κατά τα λεγόμενά του, να τον απομακρύνουν από το πολιτικό παιχνίδι, κάτι το οποίο δεν ευσταθούσε εν τέλει, σύμφωνα με το δικαστήριο (Tomovic 2018). Παράλληλα, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες που έγιναν στο Μαυροβούνιο από την ΜΚΟ MANS (Network for Affirmation of the NGO Sector), εξαιτίας των 6Σύμφωνα με την καταμέτρηση του Επίσημου Στατιστικού Γραφείου του Μαυροβουνίου, το 2003, ο πληθυσμός του Μαυροβουνίου ανερχόταν στους 620.145 κατοίκους. 157 διαδηλώσεων έναντι του Προέδρου του Μαυροβουνίου Djukanovic και την 30ετή κυβέρνησή του, η ηγεσία αυτή βασίζεται σε παράνομες οικονομικές δραστηριότητες που αποφέρουν και καλά αποτελέσματα στις εκλογικές αναμετρήσεις. Η αντίληψη που επικρατεί είναι ότι με το να δανείζουν χρηματικά ποσά στο κυβερνόν κόμμα, βοηθά όσους δανείζουν να εξελίξουν τις επιχειρηματικές τους προσπάθειες με την βοήθεια της πολιτικής ηγεσίας. Μάλιστα, πολλά χρηματικά ποσά που βρίσκονται στα χέρια του κόμματος DPS (Democratic Party of Socialists of Montenegro), προέρχονται από τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος, και με τον τρόπο αυτό χρηματοδοτούνταν οι καμπάνιες του κόμματος και εξαγοράζονταν ψήφοι, ενώ συμβολικά, χάριζαν ποσά στις φτωχιές οικογένειες της περιοχής, με σκοπό να κερδίσει την ψήφο τους (TV Vijesti 2019). Το κυβερνόν κόμμα, προχώρησε μάλιστα σε πρόσληψη νέων για την κατοχύρωση των ψήφων, τόσο των δικών τους, όσο και των οικογενειών τους. Ο Djukanovic σε όλα αυτά, έχει δηλώσει πως είναι φήμες που προωθούν οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Η αγορά των ψήφων για εργοδοσία και παροχή ιατρικής περίθαλψης, εκτροχιάστηκε όταν παρατηρήθηκε πως υπήρχαν στις λίστες με τους πολίτες άτομα που δεν ζούσαν, κάτοικοι που είχαν αλλάξει χώρα καθώς και διπλά ονόματα, τα οποία και καλύφθηκαν με την αγορά πλαστών ταυτοτήτων ώστε να μπορούν να ψηφίσουν. Μάλιστα, άλλοι κατάφεραν και ψήφισαν δίχως να είναι επίσημοι κάτοικοι του Μαυροβουνίου (ghost voters), και λάμβαναν χρηματική ανταμοιβή για την ψήφο που κατέθεταν (OSCE 2018: 5-6). Πολιτικές και Οικονομικές Επιπτώσεις Η πλειοψηφία των πολιτών στις χώρες του Κοσόβου και του Μαυροβουνίου δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στους θεσμούς που τους περιβάλλουν και φροντίζουν για αυτούς. Είναι αναμενόμενο να εκτιμούν την περιοχή αυτή ως ένα κέντρο εγκληματικότητας και ότι με το πέρασμα των ετών, τα κράτη αυτά θα αποδυναμώνονται. Όπως γίνεται αντιληπτό, η επίτευξη και επιβολή της ασφάλειας δεν εφαρμόζεται πλήρως. Κάθε επίτευγμα πάνω στον τομέα της υγείας, της εκπαίδευσης ή στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπάρχουν πιθανότητες με εύκολο τρόπο να πάψει να υφίσταται εάν δεν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ασφάλειας αλλά και ενός υγιούς πολιτικού συστήματος για αυτά τα δύο νεοσύστατα κράτη. Η έλλειψη που υπάρχει στον τομέα της πολιτικής σταθερότητας και οι ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα, κυρίως στο Κόσοβο παλαιότερα, αποτελούν πόλο έλξης για την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην έλλειψη πολιτικής σταθερότητας περιλαμβάνεται και η αδύναμη επιβολή του νόμου. Οι πολιτικές συνέπειες βέβαια μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την χώρα, αλλά υπάρχουν και κάποια χαρακτηριστικά κοινά για τις χώρες που εξετάζονται στην παρούσα έρευνα. Οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι των χωρών δεν λογοδοτούν για τις πράξεις τους και κατά συνέπεια δεν υπάρχει μεγάλη διαφάνεια. Οι πολιτικοί μηχανισμοί ελέγχου δεν λειτουργούν συνεχώς καθώς επίσης σπάνια θα εφαρμοστούν τα κανονιστικά πλαίσια. Τα φαινόμενα αυτά οδηγούν τους πολίτες σε αντιδραστικές συμπεριφορές προς την πολιτική ηγεσία (United Nations 2008: 99- 100). Η αύξηση των δικτύων του οργανωμένου εγκλήματος, έχει άμεσο αντίκτυπο στους πολίτες του Κοσόβου και του Μαυροβουνίου. Προκαλείται μια τάση 158 απομάκρυνσης των πολιτών από τα κοινά και ο δεσμός ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος αποδυναμώνεται. Όσο η στάση του κράτους έναντι στην κοινωνία είναι απόμακρη, τόσο πιο εύκολα μπορεί το οργανωμένο έγκλημα να εξαπλωθεί στο εσωτερικό των κρατών. Οι πολίτες, κάτω από αυτές τις συνθήκες, εμφανίζονται ουδέτεροι και αδιάφοροι απέναντι στην κυβέρνηση και κατά συνέπεια δεν φαίνονται να υποστηρίζουν τις πολιτικές αποφάσεις και ενέργειες της ηγεσίας λόγω της έλλειψης ικανοτήτων για παροχή ασφάλειας στους πολίτες. Αλυσιδωτά, επηρεάζεται και η εκτελεστική εξουσία, που αδυνατεί να επιβάλει και εφαρμόσει τον νόμο. Ένα άλλο γεγονός το οποίο συνδέεται άμεσα με το οργανωμένο έγκλημα είναι η διαφθορά εντός του πολιτικού συστήματος που σταδιακά εξαπλώνεται, τόσο στο Κόσοβο όσο και το Μαυροβούνιο. Αποτελεί ένα αποτέλεσμα τόσο της κακής διακυβέρνησης στο Κόσοβο από τους Hashim Thaçi και Ramush Haradinaj και στο Μαυροβούνιο από τους Milo Đukanović και Duško Marković, όσο και της έλλειψης κράτους δικαίου. Η δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της πολιτικής ισότητας, ενώ η διαφθορά του δημόσιου τομέα οδηγεί στην άνιση μεταχείριση των πολιτών. Σε μια δημοκρατία, η πολιτική ισότητα αντισταθμίζει τις ανισότητες στον πλούτο και την εξουσία. Αλλά η διαφθορά του δημόσιου τομέα ενισχύει αυτές τις ανισότητες (Pavone 2014: 1-2). Η διαφθορά όμως που υπάρχει αντικατοπτρίζει τόσο το πολιτικό, όσο και το οικονομικό και δικαστικό σύστημα μίας χώρας. Η διαφθορά είναι σε μικρά επίπεδα, όσο η δημοκρατία που υπάρχει στις χώρες αυτές εφαρμόζεται με την ολοκληρωτική έννοια της λέξης. Επομένως, η διαφθορά είναι αποτέλεσμα των κακών μεθόδων διακυβέρνησης. Αναμφίβολα, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών σε αυτές τις χώρες, ανεξαρτήτως της κυβέρνησης, έχει επέλθει σε σημείο να μην καταδικάζει τις ενέργειες που προκαλούνται από τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος προς το πολιτικό σύστημα. Η αποξένωση των πολιτών από το κράτος, που οφείλεται στην αποτυχία των οργάνων του κράτους να κρατήσουν μακριά το οργανωμένο έγκλημα και να διατηρήσουν πολιτική σταθερότητα, οδήγησε το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων των κοινωνιών των κρατών αυτών, να θεωρούν την διαφθορά ως μία συνήθεια που αποφέρει οικονομικά κυρίως κέρδη. Η εύρυθμη λειτουργία του κράτους και η καλή διακυβέρνηση ήταν δύσκολο να καθιερωθούν, κι αυτό οφείλεται στην πλέον διαδεδομένη διαφθορά που έχει επέλθει και στην πολιτική ηγεσία, όντας καταστροφική για τα κράτη. Παρόλο που οι ηγεσίες των χωρών αυτών προσπαθούν να επιφέρουν αλλαγές στην κατάσταση με την βοήθεια άλλων οργάνων (πχ Interpol), αν δεν περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό η διαφθορά από το οργανωμένο έγκλημα προς το πολιτικό σύστημα, τότε οι κοινωνίες θα εξακολουθούν να απομακρύνονται από το πολιτικό σκηνικό και να μην είναι οπαδοί της δημοκρατίας, αναζητώντας με άλλα μέσα την ασφάλεια (BiE 2017: 4–8). Για τα Βαλκάνια, η τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από πληθώρα οικονομικών προβλημάτων. Τα κράτη του Κοσόβου και του Μαυροβουνίου δεν κατάφεραν να πετύχουν την μετάβαση στην Δημοκρατία χωρίς να επηρεαστεί ο οικονομικός τομέας. Κι αυτό αποδεικνύεται από την τεράστια μείωση του ΑΕΠ7 στις χώρες που εξετάζονται, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, αυξανόταν σταθερά. 7Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν είναι δείκτης που μετριέται η ανάπτυξη, δηλαδή είναι το άθροισμα της ετήσιας παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών μίας χώρας. Από χρόνο σε χρόνο αυτό αυξάνεται ή μειώνεται, κι αυτό εξαρτάται από τις τιμές. Για να μπορούμε να κρίνουμε την αύξηση της πραγματικής ευμάρειας μίας χώρας, χρησιμοποιούμε το ΑΕΠ. 159 Τα κράτη βρέθηκαν αντιμέτωπα με τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας και φτώχειας, τα οποία και δυσκολεύτηκαν να περιορίζουν, και σταδιακά κατέστη πολύ δύσκολο για τις χώρες αυτές να ελκύσουν στον χώρο τους ξένους επενδυτές. Προέβησαν σε σημαντικές προσπάθειες αναφορικά με την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και κατάφεραν μακροπρόθεσμα να βελτιώσουν ελάχιστα το κατά κεφαλήν εισόδημα. Όμως από την στιγμή που το οργανωμένο έγκλημα έκανε αισθητή την παρουσία του, δημιούργησε συνθήκες που δεν ευνοούσαν τις επενδύσεις σε καμία από τις χώρες αυτές. Υπήρχαν όμως και άλλοι, πολλοί παράγοντες που μπορούσαν να επιφέρουν την ανάπτυξη, όπως το εμπόριο και ο ανταγωνισμός στις αγορές. Οι παράγοντες όμως αυτοί δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν και να καρποφορήσουν από την στιγμή που η νομοθεσία δεν εφαρμοζόταν με τον σωστό τρόπο (UNODC 2008: 101-102). Είναι λογικό, η οικονομία τόσο του Κοσόβου, όσο και του Μαυροβουνίου, να συνδέονται με την γνωστή παραοικονομία, καθώς τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος αυξάνονταν. Τα παράνομα έσοδα των χωρών αυτών δεν ήταν εφικτό να υπολογιστούν, να καταγραφθούν και εν τέλει να φορολογηθούν, με αποτέλεσμα την ύπαρξη υψηλών επιτοκίων και την μείωση των επενδύσεων από τις γειτονικές και μη χώρες. Η απομάκρυνση των ξένων επενδύσεων προκάλεσε σοβαρές βλάβες στην οικονομία των χωρών αυτών, καθώς οι άμεσες ξένες επενδύσεις θεωρούνταν αδιάβλητες και επικερδείς σε μεγάλο βαθμό (UNCTAD 2016). Το οργανωμένο έγκλημα προωθούσε επίσης παράνομες δραστηριότητες και αποθάρρυνε τον ανταγωνισμό και το νόμιμο εμπόριο. Είχε παράλληλα, μεγάλα πλεονεκτήματα συγκριτικά με τους νόμιμους ανταγωνιστές του στην αγορά εργασίας. Οι επιχειρήσεις οργανωμένου εγκλήματος έχουν στη διάθεσή τους οικονομικούς πόρους πολύ υψηλότερους από εκείνους των κανονικών επιχειρήσεων και δεν χρειάζεται να βασίζονται σε εξωτερική χρηματοδότηση μέσω τραπεζικών δανείων. Επιπλέον, τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος, υποστήριζαν τις επενδύσεις σε μη παραγωγικούς τομείς, όπως αυτοί της ακίνητης περιουσίας και της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας. Οι τομείς αυτοί, ναι μεν δεν αποτελούν ισχυρό και έξυπνο επιχειρηματικό βήμα για μακροπρόθεσμα καλά κέρδη και ανάπτυξη, αλλά απέφεραν κέρδη άμεσα και με τον τρόπο αυτό νομιμοποιούσαν και τα χρήματα που έρχονταν παρανόμως (Serbos 2013: 14-16). Από την πλευρά της μακροοικονομίας, το οργανωμένο έγκλημα μεταξύ χωρών διευκόλυνε τις οικονομίες αυτών με την παράνομη ανακατανομή του εθνικού πλούτου αλλά όπως ήταν αναμενόμενο σαν συνέπεια, επιδείνωσε την άνιση κατανομή του εισοδήματος. Άλλωστε, η σχέση μεταξύ του υψηλού επιπέδου διαφθοράς και του υψηλού επιπέδου ανισότητας στην περιοχή είναι μεγάλη, καθώς οι χώρες που χαρακτηρίζονται από χαμηλά εισοδήματα, δεν επηρεάζονται τόσο από την διαφθορά. Το Κόσοβο βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. Σημειώθηκε κάποια πρόοδος, ιδίως μέσω σημαντικών νομοθετικών μεταρρυθμίσεων στον τομέα του κράτους δικαίου σχετικά με τη διερεύνηση και δίωξη υποθέσεων υψηλού επιπέδου. Απαιτούνται όμως μέτρα για να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχει αυστηρή πολιτική επίδραση στις δραστηριότητες των φορέων επιβολής του νόμου και της εισαγγελικής αρχής. Η κατάσταση στο βόρειο τμήμα του κράτους, όσον αφορά το οργανωμένο έγκλημα, εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Το Κόσοβο ακολούθησε εν μέρει τις συστάσεις της έκθεσης του 2018 της Επιτροπής, συγκεκριμένα σχετικά με την ιστορία, την κατάρτιση και την πρόσληψη εισαγγελέων και την έγκριση νομοθετικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, ορισμένες από τις συστάσεις παραμένουν έγκυρες, ενώ 160 άλλες θα προχωρήσουν εν καιρώ σε εφαρμογή. Το επόμενο έτος, το Κόσοβο πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην πλήρη εφαρμογή του αναθεωρημένου νομοθετικού πλαισίου στον τομέα του κράτους δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης και της ευαισθητοποίησης, ώστε να καταστεί αποτελεσματικό εργαλείο για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Επίσης, θα χρειαστεί περαιτέρω αύξηση του αριθμού των εισαγγελέων στην Ειδική Εισαγγελία που διερευνούν και διώκουν υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος και παρέχουν κατάρτιση για την ενίσχυση της ικανότητάς τους να διενεργούν οικονομικές έρευνες και να προστατεύουν αποτελεσματικά τους μάρτυρες (European Commission 2019: 32-34). Το Μαυροβούνιο, σταδιακά έχει επέλθει σε ένα επίπεδο προετοιμασίας για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και την ομαλότερη ένταξή του στην ΕΕ. Σύμφωνα με τις αναφορές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των τελευταίων ετών, έχει επέλθει σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση του προβλήματος με το πέρασμα των ετών. Η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος παρουσιάζει καλύτερα αποτελέσματα από τα προηγούμενα έτη, εν μέρει λόγω της ενισχυμένης αστυνομικής συνεργασίας με τα κράτη μέλη της ΕΕ. Από εδώ και πέρα, το Μαυροβούνιο πρέπει ειδικότερα να καθιερώσει μια ολοκληρωμένη επιχειρησιακή προσέγγιση προς όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και να τους παράσχει τα απαραίτητα νομικά και επιχειρησιακά εργαλεία για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μίας ομαλής συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της ΕΕ. Θα πρέπει επίσης να βελτιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των οικονομικών ερευνών με την ενημέρωση του κτηματολογίου και να εργαστεί για την δημιουργία ενός κεντρικού μητρώου τραπεζικών λογαριασμών, σύμφωνα με τις διατάξεις της 5ης οδηγίας της ΕΕ για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τέλος, το Μαυροβούνιο θα πρέπει στην συνέχεια να λάβει τα κατάλληλα νομικά μέτρα για την έναρξη της μεταρρύθμισης της αστυνομίας, προκειμένου να αυξήσει το επίπεδο επαγγελματισμού της, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό μια εναργή και προσανατολισμένη υπηρεσία που θα συνδράμει στην πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος (European Commission 2019: 32-33). Βιβλιογραφία Angelovski, I. & Marzouk, L. (2017), ‘’Kosovo Embassy Driver Charged with Weapons Dealing, Balkan Insight’’, Pristina, BIRN, June 30 [online], διαθέσιμο από: https://balkaninsight.com/2017/06/30/kosovo-embassy-driver-charged-with-weapons- dealing-06-30-2017-1/. Bytyci, F. (2018), ‘’Kosovo Doctors' Organ Trafficking Convictions Confirmed’’, REUTERS, May 24, 2018 [online], διαθέσιμο από: https://www.reuters.com/article/us-kosovo-organ- trafficking/kosovo-doctors-organ-trafficking-convictions-confirmed-idUSKCN1IP2JV. Clewlow, A. (2010), ‘’The Kosovo Protection Corps: A critical study of its de-activation as a transition’’, The Norwegian Institute of International Affairs [online], διαθέσιμο από: https://nupi.brage.unit.no/nupi-xmlui/bitstream/handle/11250/276436/SIP-04-10- Clewlow-NUPI+Report.pdf?sequence=3. Commission Staff Working Document (2013), ‘’Montenegro 2013 Progress Report’’, European Commission, Enlargement Strategy and Main Challenges 2013-2014, 2013, Brussels [online], διαθέσιμο από: 161 https://web.archive.org/web/20131216104128/http://www.business-anti- corruption.com/media/4000093/EU_montenegro_2013.pdf. European Commission (2019), ‘’Kosovo 2019 Report’’, Commission Staff Working Document, Brussels, 29 May, 2019 [online], διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/neighbourhood- enlargement/sites/near/files/20190529-kosovo-report.pdf. European Commission (2019), ‘’Montenegro 2019 Report’’, Commission Staff Working Document, Brussels, 29 May, 2019 [online], διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/neighbourhood-enlargement/sites/near/files/20190529- montenegro-report.pdf. Isufi, P. (2017), ‘’Kosovo Abandons Bid to Join Interpol This Year’’, Balkan Insight, Pristina, BIRN, September 21, 2017 [online], διαθέσιμο από: https://balkaninsight.com/2017/09/21/kosovo-abandons-bid-to-join-interpol-this-year- 09-21-2017/. Minear, L., Baarda, T. & Sommers, M. (2000), ‘’NATO and Humatarian Action in the Kosovo Crisis’’, Institute for International Studies, Brown University, USA [online], διαθέσιμο από: https://www.unhcr.org/partners/PARTNERS/3bb051c54.pdf. OSCE, (2018), ‘’International Election Observation Mission, Montenegro – Presidential Election 15 April 2018’’, Statement of Preliminary Findings and Conclusion, European Parliament, 16 April, 2018 [online], διαθέσιμο από: https://www.osce.org/odihr/elections/montenegro/377899?download=true. Pajaziti, M. (2018), ‘’Το Κοσσυφοπέδιο δεν είχε Στήριξη από Χώρες που το Αναγνώρισαν για να Γίνει Μέλος της Interpol’’, Independent Balkan News Agency, Νοέμβριος 18, 2018 [online], διαθέσιμο από: https://balkaneu.com/%cf%84%ce%bf- %ce%ba%ce%bf%cf%83%cf%83%cf%85%cf%86%ce%bf%cf%80%ce%ad%ce%b4%ce %b9%ce%bf-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%b5%ce%af%cf%87%ce%b5- %cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%be%ce%b7-%ce%b1%cf%80%cf%8c- %cf%87/. Pavone, T. (2014), ‘’Political Culture and Democratic Homeostasis: A critical review of Gabriel Almond and Sidney Verba’s The Civic Culture’’, April 7, 2014 [online], διαθέσιμο από: https://scholar.princeton.edu/sites/default/files/tpavone/files/almond_verba- _the_civic_culture_critical_review_0.pdf. Serbos, S. (2013), ‘’Western Balkans, Organized Crime and the Euro Crisis: Myths and Realities on the road to Accession’’, Jean Monnet European Centre of Excellence, March [online], διαθέσιμο από: https://jmce.gr/portal/wp- content/uploads/2017/04/WP_Serbos_01.pdf. Stojarová, V. (2007), ‘’Organized Crime in the Western Balkans’’, Masaryk University & Ministry of Education - Czech Republic [online], διαθέσιμο από: http://www.ispo.fss.muni.cz/uploads/2download/Working_papers/ispo_wp_2007_5.pdf. Stražišar Teran, N. (2007), ‘’Peacebuilding and Organized Crime: The cases of Kosovo and Liberia, swisspeace’’, Switzerland [online], διαθέσιμο από:: http://edoc.vifapol.de/opus/volltexte/2011/2440/pdf/WP_1_2007_Kosovo_und_Liberi_n eu.pdf. Ströhle, I. (2010), ‘’Veterans Politics and Policies towards the Veterans of the Kosovo Liberation Army’’, Leipziger University [online], διαθέσιμο από: https://www.comparativ.net/v2/article/view/365/300. Tomovic, D. (2016), ‘’Montenegro Earns More Cash From Arms Sale’’, Balkan Insight, Podgorica, BIRN, July 13, 2016 [online], διαθέσιμο από:: https://balkaninsight.com/2016/07/13/montenegro-arms-exports-continue-to-surge- 07-12-2016/. TV Vijesti (2019), KOVERAT, dokumentarni film, 24 August, 2019 [online], διαθέσιμο από:: https://www.youtube.com/watch?v=LjI8D_bECVY&feature=youtu.be&fbclid=IwAR2sapj 42D4GGREodshX50kFnrzH_gdpMhHP3MPB874ZEDyBgbMamkf6H2Y. 162 UNCTAD−United Nations Cooperation on Trade and Development, (2016), ‘’World Investment Report’’, various issues [online], διαθέσιμο από: https://unctad.org/SearchCenter/Pages/results.aspx?k=balkans. United Nations (2008), ‘’Crime and Its Impact on the Balkans and Affected Countries’’, Office on Drugs and Crime, March 2008 [online], διαθέσιμο από: https://www.unodc.org/documents/data-and-analysis/Balkan_study.pdf. United Nations (n.d.), Office on Drugs and Crime, ‘’UNODC World Drug Report 2012: Heroin’’, [online], διαθέσιμο από: https://www.unodc.org/documents/data-and- analysis/tocta/5.Heroin.pdf. United Nations Convention on Transnational Organized Crime (UNTOC) (n.d.), Organized Crime [online], διαθέσιμο από: https://www.unodc.org/unodc/en/organized- crime/intro.html. USLegal (n.d.), Organized Crime Law and Legal Definition [online], διαθέσιμο από: https://definitions.uslegal.com/o/organized-crime/. Λαμπροπούλου, Β. & Βυθούλκα, Δ. (1999), ‘’Ο Χάρτης της Εγκληματικότητας’’, εφημερίδα Το Βήμα, της 2ης Μαΐου 1999. Ντάλης, Σ. (1999), Η Κρίση στο Κόσσοβο, η Ελλάδα, η Διεθνής Κοινότητα και τα ΜΜΕ, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα. 163 Η Μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ορισμένες Σκέψεις και Εμπειρίες για τον Αποτελεσματικό Σχεδιασμό της Ράλλης Γκέκας1 Περίληψη Έχει επανέλθει στην επικαιρότητα το θέμα της μεταρρύθμισης, που σχετίζεται με το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.) ή την μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ο Φ.Α.Π. δεν είναι ένας εύκολος φόρος. Επηρεάζει και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όχι μόνο οικονομικούς. Στόχος της παρέμβασης είναι να καταδειχθεί ότι: α) η μεταρρύθμιση του Φ.Α.Π. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα. Θα πρέπει να αποτελέσει στοιχείο μιας συνολικότερης διοικητικής μεταρρύθμισης του ελληνικού κράτους β) η επιτυχία της μεταρρύθμισης εξαρτάται από τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και διαχείριση του και γ) η μεταρρύθμιση αυτή απαιτεί βάθος χρόνου. Λέξεις-κλειδιά: Αποκέντρωση, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Φόρος Ακίνητης Περιουσίας Εισαγωγή Τη δεκαετία της κρίσης, σε όλη την Ευρώπη τέθηκε ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Τι γίνεται με τα δημόσια οικονομικά. Το ερώτημα αυτό τέθηκε από δύο πλευρές: Oι πολίτες έθεσαν το θέμα της φορολογικής δικαιοσύνης. Πόσο δίκαια, δηλαδή, κατανέμεται το φορολογικό βάρος. Οι κυβερνήσεις, με τη σειρά τους, έθεσαν το θέμα της αποδοτικότητας των φορολογικών συστημάτων. Επειδή η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έβαινε μειούμενη, για να διατηρηθούν τα συνολικά φορολογικά έσοδα, έπρεπε να βρεθεί τρόπος να καταστεί πολύ πιο αποτελεσματική η λειτουργία του φορολογικού συστήματος. Σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, τη δεκαετία της κρίσης, παρατηρήθηκαν φορολογικές μεταρρυθμίσεις. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των φορολογικών μεταρρυθμίσεων ήταν ότι ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ) αποκεντρώθηκε, μεταβιβάστηκε δηλαδή από το Κεντρικό Κράτος προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στη χώρα μας έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες διαβούλευσης για τη νέα διοικητική μεταρρύθμιση. Σημαντικό στοιχείο για την επιτυχία αυτής της προσπάθειας, είναι η οικονομική της στήριξη. Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας αποτελεί μία από τις σημαντικές φορολογικές πήγες, που θα μπορούσαν να αποκεντρωθούν και να υποστηρίξουν τη διοικητική μεταρρύθμιση. Σε αυτή την παρέμβαση θα προσπαθήσουμε, χρησιμοποιώντας και την πρόσφατη ευρωπαϊκή εμπειρία, να εντοπίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει η μεταφορά του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας από το Κεντρικό Κράτος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. 1 Διδάσκων στο Τμήμα ΠΕΔΙΣ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου,
[email protected]165 Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.) και η Τοπική Αυτοδιοίκηση Ο Φ.Α.Π. θεωρείται ότι έχει έντονα «τοπικά χαρακτηριστικά» διότι: 1. Η φορολογική του βάση δεν μπορεί να μετακινηθεί. 2. Η ακίνητη περιουσία δεν είναι εύκολο να αποκρυφτεί, ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο. 3. Στο σωστό δημοσιονομικό πλαίσιο, δεν προκαλεί φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ο.Τ.Α.. 4. Η είσπραξη του Φ.Α.Π. δεν προκαλεί οικονομίες κλίμακας. Η αποκεντρωμένη διαχείριση του, έχει αποδειχθεί διεθνώς, ότι παρουσιάζει μικρότερο διαχειριστικό κόστος, από ότι η συγκεντρωτική. 5. Είναι πολύ εύκολος ο προϋπολογισμός των εσόδων του. 6. Τα έργα, κυρίως υποδομής, των Ο.Τ.Α. επενεργούν θετικά στην αξία των ακινήτων. Προκαλείται δηλαδή, ένα όφελος των ιδιοκτητών ακινήτων. Ο Φ.Α.Π., ουσιαστικά, είναι ένας τρόπος για να χρηματοδοτηθούν οι Τοπικές Δημόσιες Δαπάνες από εκείνους οι οποίοι, πρώτα και κύρια, ωφελούνται από αυτές. 7. Οι τοπικοί φόροι ιδιοκτησίας προάγουν την τοπική αυτονομία και την υπευθυνότητα, λόγω της σύνδεσης τους με υπηρεσίες που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά προσδίδουν στον αποκεντρωμένο Φ.Α.Π. προστιθέμενη αξία. Η αποτελεσματική διαχείριση του από την ΤΑ, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, μπορεί να οδηγήσει: Σε μείωση του συνολικού φορολογικού βάρους των πολιτών, Σε αντιμετώπιση φαινομένων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής Σε δίκαιη κατανομή του. Ίσως ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της τοπικής διαχείρισης του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας είναι ότι ο φόρος αυτός μπορεί να συνδεθεί, στη συνείδηση του φορολογούμενου, με την «αντιπαροχή» συγκεκριμένων έργων τοπικών αναπτυξιακών και πολεοδομικών υποδομών. Επιπλέον ο Φ.Α.Π. συμβάλλει ώστε: Οι αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικές, στην περίπτωση που μεγάλο μέρος του δημοτικού προϋπολογισμού χρηματοδοτείται από τον Φ.Α.Π., επειδή οι φορολογούμενοι θα υποστηρίξουν πιθανώς τις δραστηριότητες για τις οποίες έλαβαν ή προσδοκούν οφέλη. Η διαχείριση του δημόσιου χρήματος γίνεται πιο υπεύθυνη, από τους αιρετούς της Τ.Α., αφού η αύξηση του φορολογικού βάρους τω δημοτών προκαλεί πολιτικό κόστος. Κυρίως όμως, σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, η φορολογική αποκέντρωση συνδέεται ευθέως με την ανάπτυξη, (Blöchliger 2013). Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας είναι ο βασικός φόρος της Ευρωπαϊκής Τ.Α. Για τους παραπάνω λόγους, ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας παραμένει ο βασικός φόρος της Ευρωπαϊκής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στο Γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζεται η συμμετοχή των Ευρωπαϊκών Τ.Α. στα φορολογικά έσοδα του Φ.Α.Π. 166 Πηγή: United Nations Human Settlements Programme (2013) Από το παραπάνω γράφημα προκύπτει: Α) Όλες οι Ευρωπαϊκές ΤΑ, εκτός της Μάλτας, επιβάλλουν ή συμμετέχουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, Φόρο Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.). Β) Σε ορισμένες χώρες ο Φ.Α.Π. ανήκει αποκλειστικά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Παρατηρείται ότι οι χώρες αυτές είναι κυρίως νέα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το νέο φορολογικό σύστημα στις χώρες αυτές έχει δημιουργηθεί με την, τουλάχιστον, εμπειρογνωμοσύνη και συμβολή, των διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Διεθνής Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σηματοδοτεί τη διεθνή τάση, ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας να διαχειρίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η ευρεία χρήση του Φ.Α.Π. από την Τ.Α. προσφέρει την δυνατότητα πλούσιας εμπειρίας. Η οποία δεν είναι πάντα θετική. Ο Φ.Α.Π., όπως όλοι οι φόροι, έχει τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του, που καλό είναι να τα λαμβάνουμε υπόψιν όταν επιθυμούμε να σχεδιάσουμε μία αποτελεσματική μεταφορά του από το Κεντρικό Κράτος στην Τ.Α. Τα πλεονεκτήματα του Φ.Α.Π. Ο Φ.Α.Π. μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πολιτικής για τη σταθεροποίηση των τιμών στην αγορά ακινήτων. Οι Φόροι Ακίνητης Περιουσίας μπορούν να περιορίσουν την αστάθεια και τις υπερβολικές αυξήσεις των τιμών των ακινήτων. Η 167 σταθεροποιητική επίδραση του Φ.Α.Π. στις τιμές των ακινήτων μπορεί να αποδοθεί στην κεφαλαιοποίηση, δηλαδή στην αντίστροφη σχέση μεταξύ των τιμών- μισθωμάτων των ακινήτων και του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας. Διεθνείς εμπειρικές αναλύσεις παρέχουν στοιχεία για την επίδραση των Φόρων επί της Ακίνητης Περιουσίας στην επιβράδυνση της διακύμανσης της αγοράς ακινήτων. Διπλασιασμός του λόγου φόρου ως προς το ΑΕΠ - π.χ. αυξάνοντας από 0,5%, που είναι ο μέσος όρος στα κράτη- μέλη του ΟΟΣΑ, σε 1% - θα περιόριζε την αστάθεια των τιμών των ακινήτων από 1% έως 4%. (Blöchliger κ.ά., 2015). Τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι οι Φόροι στην Ακίνητη Περιουσία δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη ευαισθησία στους οικονομικούς κύκλους και συνεπώς παρέχουν μια σχετικά σταθερή πηγή εσόδων. Η αντί-κυκλική συμπεριφορά τους μπορεί να είναι το αποτέλεσμα δύο αντισταθμιστικών δυνάμεων: α) οι φόροι ακίνητης περιουσίας ενδέχεται να έχουν σταθεροποιητικό αποτέλεσμα στην οικονομία, μειώνοντας την αστάθεια των τιμών των ακινήτων και β) μπορεί να έχουν σταθεροποιητικό αποτέλεσμα, λόγω της σχετικής αδράνειας τους κατά τον οικονομικό κύκλο. (Muellbauer 2005: 99-117). Η φορολογία των ακινήτων μπορεί επίσης να συμβάλλει στη βιώσιμη χρήση και διαχείριση της γης. Η χρήση γης αποτελεί ένα εξέχον θέμα περιβαλλοντικής πολιτικής. Η ανάπτυξη και η εξάπλωση των αστικών περιοχών απειλεί, σε πολλές περιπτώσεις, τη βιοποικιλότητα, τα τοπία και τη χρήση της γης για αναψυχή. Δεδομένου ότι ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας είναι - τουλάχιστον εν μέρει - φόρος επί της γης και της χρήσης της, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πολιτικής για την αποτελεσματική εφαρμογή της διαχείρισης της. Θα μπορούσε να μειώσει την πίεση στην «ανάπτυξη» συγκεκριμένων περιοχών ή να την κατευθύνει προς περιοχές που αποτελούν στρατηγική προτεραιότητα ή έχουν ήδη συνδεθεί με τις υποδομές. (Brandt, 2014). Οι Φόροι στην Ακίνητη Περιουσία μπορούν να σχεδιαστούν για την προώθηση «πράσινων» επενδύσεων. Υπάρχει πλούσια εμπειρία στην εργαλειακή αυτή χρήση του Φ.Α.Π.. Πολλές πολιτειακές κυβερνήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έχουν θεσπίσει φορολογικά κίνητρα για την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης και της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα ακίνητα. Επίσης, στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Ιταλία, στη Νορβηγία και την Ισπανία παρέχονται φορολογικές ελαφρύνσεις για εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. (Blöchliger κ.ά. 2015). Τέλος, Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας θεωρείται συνήθως ως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς και λιγότερο επιβλαβείς για την οικονομική ανάπτυξη, φόρους. (Arnold et al. 2011: 59-80). Τα μειονεκτήματα του Φ.Α.Π. Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας δεν έχει μόνο πλεονεκτήματα. Έχει και ισχυρά μειονεκτήματα, για τα οποία έχει χαρακτηριστεί ως ο "φόρος που αγαπάει ο καθένας να μισεί" (Rosengard 2012). Ως μειονεκτήματα του Φ.Α.Π., μπορούν να θεωρηθούν: Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας είναι ένας ορατός φόρος. Ένα μεγάλο μέρος της δημοφιλούς αντιδημοφιλίας στο Φόρο Ακίνητης Περιουσίας βασίζεται στη «διαφάνεια» του. Σε αντίθεση με το Φόρο Εισοδήματος, ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας δεν παρακρατείται στην πηγή. Σε αντίθεση επίσης με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, 168 δεν καταβάλλεται τμηματικά, σε μικρές ποσότητες με κάθε ημερήσια αγορά. Αντ' αυτού, ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας πρέπει να καταβάλλεται απευθείας από τους φορολογούμενους μία φορά το χρόνο ή σε κάποιες δόσεις. (Cabral & Hoxby, 2012) Οι Φόροι στην Ακίνητη Περιουσία μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα ρευστότητας για ορισμένους φορολογούμενους. Μια σημαντική πτυχή του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας είναι ότι δεν αντικατοπτρίζει μία πραγματική ταμειακή ροή, (Johannesson-Linden & Gayer 2012). Η ατελής συσχέτιση μεταξύ του εισοδήματος των ιδιοκτητών ακινήτων και των φόρων επί των ακινήτων αυτών, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε κατηγορίες φορολογουμένων, όπως οι ηλικιωμένοι με χαμηλό εισόδημα. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι στους φόρους ιδιοκτησίας είναι συχνά ηλικιωμένοι, πολλοί από τους οποίους μπορεί να έχουν μεγάλη ακίνητη περιουσία, αλλά περιορισμένη ρευστότητα. Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας είναι ανελαστικός. Τα έσοδα από το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας είναι σχετικά ανελαστικά, καθώς εάν δεν αλλάξει η φορολογική βάση ή ο φορολογικός συντελεστής τα έσοδα δεν αλλάζουν. Σε αντίθεση με τους φόρους εισοδήματος ή πωλήσεων, οι φόροι ιδιοκτησίας δεν αυξάνονται αυτόματα με την ανάπτυξη. Ακόμη και αν η πιθανή φορολογική βάση, αυξάνεται λόγω της ανάπτυξης, όπως στη περίπτωση Φ.Α.Π. που βασίζεται στην αγοραία αξία, οι τιμές στην αγορά ακινήτων αντιδρούν, γενικά, πιο αργά στις μεταβολές της οικονομικής δραστηριότητας από ό, τι τα εισοδήματα ή οι πωλήσεις. Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας είναι ένας τεκμαρτός φόρος. Ένας επιπλέον λόγος, για τον οποίο οι φορολογούμενοι δεν «συμπαθούν» το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας είναι επειδή δεν συμφωνούν με την αποτίμηση της φορολογικής του βάσης. Οι περισσότεροι φόροι βασίζονται σε ροές-έσοδα ή πωλήσεις. Παρόλο που η φορολογική βάση μπορεί μερικές φορές να αποτελέσει την αιτία διαφωνίας μεταξύ του φορολογούμενου και της φορολογικής αρχής, υπάρχει μια μετρήσιμη οικονομική δραστηριότητα βάσει της οποίας εισπράττονται οι φόροι. Η «αντικειμενική» αξία του ακινήτου που χρησιμεύει ως βάση για την εκτίμηση του φόρου στη χώρα μας, είναι τεκμαρτή με αποτέλεσμα ο ΕΝΦΙΑ να καθίσταται στο σύνολο του, ένας τεκμαρτός φόρος. Ο Φ.Α.Π. μπορεί να διευρύνει τις δημοσιονομικές ανισότητες των δήμων. Ο υπαρκτός κίνδυνος διεύρυνσης των ανισοτήτων μεταξύ «πλούσιων» και «φτωχών» δήμων, αντιμετωπίζεται μόνο με το συνδυασμό του φορολογικού συστήματος με το σύστημα κατανομής των κρατικών επιχορηγήσεων και την ύπαρξη ενός ισχυρού αναδιανεμητικού μηχανισμού. Ο Φ.Α.Π. έχει περιορισμένη δυναμικότητα, λόγω της ανελαστικότητας που εντοπίστηκε προηγούμενα. Τοπικές Αυτοδιοικήσεις που βασίστηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, στον Φ.Α.Π., όπως στο Λουξεμβούργο και στην Ιρλανδία και δεν προχώρησαν σε τακτές αλλαγές στην φορολογική του βάση ή τον φορολογικό του συντελεστή, πολύ γρήγορα βρέθηκαν σε οικονομικό αδιέξοδο. Η εκτίμηση της φορολογικής βάσης του Φ.Α.Π. είναι δύσκολη, κυρίως σε χώρες που δεν έχουν εθνικό κτηματολόγιο. Τέλος, ο Φ.Α.Π. είναι ένας φόρος, που από την άποψη της φορολογικής δικαιοσύνης, είναι «αδιάφορος» και οι δυνατότητες αναδιανεμητικής πολιτικής είναι περιορισμένες (Zodrow 2001: 139-156), ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα με έντονη την παρουσία της μικρής ιδιοκτησίας και της ιδιοκατοίκησης. 169 Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (ΚΑΠ) θα πρέπει να αλλάξουν στόχο και διάρθρωση. Η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση στη φορολογία ακινήτων πρέπει να συνδεθεί με μεταρρυθμίσεις των διαβαθμιδικών δημοσιονομικών πλαισίων (Blöchliger 2015). Άρα, με βάση και τα παραπάνω, οι ΚΑΠ όχι μόνο δεν πρέπει να καταργηθούν αλλά να ενισχυθούν με μία σύγχρονη στόχευση και να ενταχθούν σε ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό οικονομικό σύστημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν είναι τυχαίο, όπως προκύπτει και από το παρακάτω γράφημα, ότι δεν υπάρχει καμία χώρα του κόσμου, ανεξάρτητα από το πόσο αποκεντρωμένο είναι το φορολογικό της σύστημα, που να μην χρησιμοποιεί κρατικές επιχορηγήσεις προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, στην προσπάθεια να αμβλύνει τις αντιθέσεις που μπορεί να δημιουργηθούν και να ενισχύσει τα θετικά αποτελέσματα της φορολογικής αποκέντρωσης. Πηγή: OECD 2018 Οι στόχοι των ΚΑΠ, συμβαδίζοντας με την Ευρωπαϊκή εμπειρία, θα μπορούσαν να προσανατολιστούν σε τρεις μεγάλους στόχους: α) Περιορισμός των εισοδηματικών διαφορών. Ώστε οι «φτωχοί» δήμοι να μπορούν να προσφέρουν της ίδιας ποιότητας και ποσότητας Τοπικές Δημόσιες Υπηρεσίες και Αγαθά, όπως οι «πλούσιοι» ομόλογοι τους. β) Αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τις εξωτερικές οικονομίες ή επιβαρύνσεις. Ώστε να αντιμετωπιστεί το επιπλέον κόστος που δημιουργείται σε ορισμένους δήμους όπως στους κεντρικούς και τουριστικούς. γ) Ενθάρρυνση της παροχής ενός ελάχιστου επίπεδου παρεχομένων υπηρεσιών ορισμένων Τοπικών Δημοσίων Αγαθών. Ώστε δήμοι, όπως οι μικροί νησιώτικοι και 170 ορεινοί, που το κόστος παραγωγής είναι αντικειμενικά ακριβότερο, λόγω κόστους μεταφοράς η περιορισμένου ανταγωνισμού επειδή η τοπική αγορά είναι μικρή, να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις σύγχρονες απαιτήσεις. Αυτή την εποχή στην Φιλανδία πραγματοποιείται διοικητική μεταρρύθμιση, όσον αφορά στον Φ.Α.Π. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Φιλανδική Τ.Α. θεωρείται από τις πρωτοπόρες στην Ευρώπη και ίσως παγκοσμίως, όπου ο Φ.Α.Π. ανήκει ήδη κατά ένα μεγάλο ποσοστό στην Τ.Α. Από αυτή την άποψη είναι πολύ χρήσιμη η εμπειρία, του πως σχεδιάζεται μία ανάλογη μεταρρύθμιση, σε μία από τις πιο αποκεντρωμένες χώρες της Ευρώπης. Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας στην Φινλανδία Ο φορολογικός συντελεστής του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας στην Φιλανδία καθορίζεται από το τοπικό δημοτικό συμβούλιο και η φορολογική βάση σχετίζεται με τη φορολογητέα αξία του ακινήτου. Είναι ένας δημοτικός φόρος. Παραδοσιακά, ο φόρος είναι σχετικά χαμηλός. Το φορολογικό του βάρος ανέρχεται, κατά μέσο όρο, στα 190 ευρώ ανά άτομο, ετησίως. Τα φορολογικά του έσοδα παρουσιάζουν μία σταθερή ανοδική πορεία. Οι δήμοι έχουν τη φορολογική ελευθερία να καθορίσουν το φορολογικό συντελεστή για διαφορετικά είδη κτιρίων. Για να αποφευχθεί ο φορολογικός ανταγωνισμός, ο νόμος ορίζει τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθούν οι δημοτικοί φορολογικοί συντελεστές που είναι: 1. 0,93% – 2,00% για το γενικό φόρο ακίνητης περιουσίας 2. 0,41% – 1,00% για μόνιμες κατοικίες 3. 0,93% – 2,00% για άλλες κατοικίες 4. 2,00% – 6,00% για μη δομημένους χώρους. Η δυνατότητα να ορίζουν οι δήμοι τους φορολογικούς συντελεστές του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα του δήμου τους, δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον φορολογικό μωσαϊκό. Η διαφοροποίηση που παρουσιάζεται στον παραπάνω χάρτη δεν απεικονίζει απλώς τις διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες ή ιδιαιτερότητες κάθε Δήμου. Επαναφέρει στη μνήμη μας τα πλεονεκτήματα της αποκέντρωσης, έτσι όπως έχουν θεμελιωθεί από τους θεωρητικούς της δημοσιονομικής αποκέντρωσης (Oates 1972). Τα ερωτήματα που τίθεται είναι: Εάν δεν υπήρχε φορολογική ελευθερία στη Φιλανδική ΤΑ, πώς θα ήταν ο παραπάνω χάρτης, με βάση μία εθνική πολιτική μέσων όρων; Ποια τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα θα χάνονταν και δεν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, προς την κατεύθυνση της τοπικής και γενικότερα εθνικής ανάπτυξης; Πόσο άδικος θα ήταν αυτός ο φόρος, όσον αφορά στη χωρική συνοχή, ιδιαίτερα στις περιοχές εκείνες που επλήγησαν από την κρίση; Πώς θα μπορούσε ο φόρος αυτός να συμβάλλει στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην κοινωνική συνοχή; 171 Πηγή: Henrik Rainio 2019 Η μεταρρύθμιση του ΦΑΠ Παρατηρούμε ότι στην Φιλανδία είναι σε λειτουργία όλοι οι μέσο-μακροπρόθεσμοι στόχοι που, τα τελευταία χρόνια, έχει θέσει η Ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση. Φορολογική αποκέντρωση, ενδυνάμωση των ιδίων πόρων, φορολογική ελευθερία, μεταφορά του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, οικονομική αυτοδυναμία. Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί στην Φιλανδία, η οποία βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή πρωτοπορία, προσπαθούν να εκσυγχρονίσουν περαιτέρω το τοπικό φορολογικό τους σύστημα; Στόχος της φορολογικής μεταρρύθμισης στην Φιλανδία είναι το 2022 να θεσπιστεί ένας πλήρης εκσυγχρονισμός του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, ιδιαίτερα όσον αφορά στο κομμάτι του καθορισμού της φορολογικής του βάσης. Η φορολογική βάση του νέου ΦΑΠ, δεν θα στηρίζεται στην φορολογητέα ή αντικειμενική αξία, αλλά στην πραγματική αξία του ακινήτου. Ο καθορισμός της πραγματικής αξίας των ακινήτων θα πραγματοποιείται με βάση στατιστικά δεδομένα, τα οποία θα είναι ελεύθερα προσβάσιμα σε μία GIS (Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών), εφαρμογή. Ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά στοιχεία, που προβλέπονται σε αυτή τη μεταρρύθμιση, είναι ότι κατά μέσο όρο το φορολογικό βάρος του Φιλανδού πολίτη δεν θα επιβαρυνθεί από τη μεταρρύθμιση αυτή. Συμπέρασμα Εάν προσπαθούσαμε να κωδικοποιήσουμε τα συμπεράσματα, από την παραπάνω ανάλυση, ιδιαίτερα στον τομέα της μεταρρύθμισης και της μεταφοράς του Φ.Α.Π. στην Τ.Α., θα καταλήγαμε στα εξής: 1. Η μεταρρύθμιση του Φ.Α.Π. αφορά στο σύνολο του φορολογικού συστήματος με άμεσες επιπτώσεις στην κοινωνική, περιβαλλοντική, χωροταξική και αναπτυξιακή πολιτική. 172 1. Η μεταφορά του Φ.Α.Π. στους δήμους αποτελεί μία σημαντική μεταρρύθμιση, που δημιουργεί αναπτυξιακές προοπτικές. 2. Η μεταφορά του Φ.Α.Π. στους δήμους επιτρέπει τη δυνατότητα μείωσης του φορολογικού βάρους των πολιτών και τον περιορισμό των αδικιών που δημιουργεί ο «εισπρακτικός» προσανατολισμός του ΕΝΦΙΑ. 3. Η μεταφορά του Φ.Α.Π. στους δήμους θα πρέπει να συνδυαστεί με την τροποποίηση των ΚΑΠ και τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου τοπικού οικονομικού συστήματος που θα αποβλέπει στην ύπαρξη ενός ισχυρού αναδιανεμητικού μηχανισμού, στην επάρκεια των εσόδων και τη φορολογική δικαιοσύνη. 4. Η μεταφορά του Φ.Α.Π. στους δήμους θα πρέπει να συνδυαστεί με λύσεις για το τοπικό φορολογικό σύστημα όπως για το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, τα Τέλη Καθαριότητας και το Φόρο Ηλεκτροδοτουμένων Χώρων, που έχουν την ακίνητη περιουσία ως φορολογική τους βάση. 5. Ο Φ.Α.Π. δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός φόρος της ΤΑ. Σημειώνεται ότι Ευρωπαϊκές ΤΑ που στηρίχθηκαν, τη δεκαετία του ’80, αποκλειστικά στον Φ.Α.Π., αναγκάστηκαν τη δεκαετία του ’90 να εφαρμόσουν εκτεταμένες φορολογικές μεταρρυθμίσεις. 6. Η αποτελεσματική μεταφορά του Φ.Α.Π. στους δήμους απαιτεί ένα μεταβατικό διάστημα, κατά το οποίο οι δήμοι θα οργανώσουν τους εισπρακτικούς και ελεγκτικούς τους μηχανισμούς, αξιοποιώντας το τραπεζικό σύστημα και τις σύγχρονες επιστημονικές πρακτικές. (Blöchliger και Vammalle, 2012). 7. Ο σχεδιασμός του νέου Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη, θα πρέπει να γίνει με μεγάλη προσοχή, χωρίς εξωγενείς μοχλούς πίεσης και να λάβει υπόψη του, όχι μόνο τη θεσμική μνήμη της χώρας μας, αλλά και τη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα. Εν κατακλείδι, ο Φ.Α.Π. δεν είναι ένας «καλός» φόρος ούτε αυτός «που λατρεύουμε να μισούμε». Όλα εξαρτώνται από τον επιτυχή σχεδιασμό του και την αποτελεσματική διαχείριση του. Για να επιτευχθούν όμως αυτά χρειάζεται ολιστική προσέγγιση και κυρίως νηφάλιος διάλογος εφ’ όλης της ύλης, στηριγμένος σε επιστημονικά δεδομένα και απαλλαγμένος από πολιτικές ακρότητες. Βιβλιογραφία Arnold, J. M., Brys, B., Heady, C., Johansson, Å., Schwellnus, C. & Vartia, L. (2011), “Tax Policy for Economic Recovery and Growth”, The Economic Journal, 121: 59-80. Blöchliger H. (2013), “Decentralisation and Economic Growth - Part 1: How fiscal federalism affects long-term development”, OECD Working Papers on Fiscal Federalism No. 14. Blöchliger H. (2015), “Reforming the Tax on Immovable Property. Taking care of the unloved”, OECD, Economics Department Working Papers No. 1205 Blöchliger, H. & C. Vammalle (2012), Reforming Fiscal Federalism and Local Government: Beyond the zero-sum game, OECD Publishing, Paris. Brandt, N. (2014), «Greening the Property Tax», OECD Working Papers on Fiscal Federalism, No. 17, OECD Publishing, Paris. Cabral, M. & C. Hoxby (2012), “The Hated Property Tax: Salience, tax rates, and tax revolts”, NBER Working Paper, No. w18514 173 Johannesson-Linden, A. & Gayer, C. (2012), Possible Reforms of Real Estate Taxation: Criteria for successful policies, European Commission, Directorate-General for Economic and Financial Affairs, Occasional Papers 119 Muellbauer, J. (2005), “Property Taxation and the Economy after the Baker Review”, Economic Journal, 115: 99-117. Oates W.E. (1972), Fiscal Federalism, Harcourt Brace Jovanovich, New York Rainio H. (2019), “Παρουσίαση της Φιλανδικής Διοικητικής Μεταρρύθμισης”, στο Expert group (local finance) του C.E.M.R. Rosengard, J. K. (2012), The Tax Everyone Loves to Hate: Principles of property tax reform, Harvard Kennedy School Working paper series. United Nations (2013), Property Tax Regimes in Europe, Human Settlements Programme, The Global Urban Economic Dialogue Series. Zodrow, G. R. (2001), “The Property Tax as a Capital Tax: A room with three views”, National Tax Journal, 54 (1): 139-156. 174 Οι Πόλεις που Μαθαίνουν: Οι Προκλήσεις Μεταρρύθμισης της Δια Βίου Μάθησης στην Ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση Γεωργία Γκόνου⁎ Περίληψη Η συμβολή και η συνεισφορά της Δια Βίου Μάθησης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και την τοπική ανάπτυξη αποτελεί ένα θέμα, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης για τη μεταρρύθμιση των σύγχρονων πολιτικών, τόσο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, όσο και την Εκπαίδευση. Η Δια Βίου Μάθηση και η ικανότητα των τοπικών δρώντων να μαθαίνουν και να προσαρμόζονται αποτελεσματικά στις διαρκείς αλλαγές του κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στον 21ο αιώνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής αυτής αποτελεί το νέο μοντέλο της πόλης που μαθαίνει. Στο πλαίσιο αυτό, σκοπό της εργασίας αποτελεί η αξιολόγηση της πολιτικής για τη Δια Βίου Μάθηση στην Ελλάδα, εστιάζοντας στην περίπτωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η διερεύνηση του βαθμού στον οποίο μπορεί να συμβάλει το μοντέλο της πόλης που μαθαίνει, μέσα από τη συζήτηση για το αποκεντρωμένο σύστημα της Διά Βίου Μάθησης στην Ελλάδας και την ανάδειξη καλών πρακτικών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Λέξεις-κλειδιά: δια βίου μάθηση, εκπαίδευση, τοπική αυτοδιοίκηση, τοπική ανάπτυξη, πόλεις που μαθαίνουν. Oι πόλεις που μαθαίνουν θα αρχίζουν να εμφανίζονται στο προσκήνιο μόνο όταν η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι ίδιοι οι πολίτες σε μια περιοχή συνεργαστούν από κοινού ώστε να γίνει η ιδέα πραγματικότητα P. Jarvis (2007) Η Δια Βίου Μάθηση αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της βιώσιμης κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής ανάπτυξης, καθώς και της κοινωνικής σταθερότητας και συνοχής. Αυτό αποδεικνύεται από το έντονο και συνεχές ενδιαφέρον διεθνών και διεθνικών οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και η UNESCO (Illeris 2003, ΟECD 1961, 1971, 1977, 1996, UNESCO 1975, 1976, 1996, 2002).1 Στη σημερινή συγκυρία, όπου με ταχείς ρυθμούς επαναπροσδιορίζονται κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά πρότυπα, η φιλοσοφία της ΔΒΜ παραμένει βαθιά ριζωμένη στους πολιτισμούς όλου του κόσμου. Παρότι οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες για τη χάραξη στρατηγικής στο συγκεκριμένο πεδίο, οι διαρκείς Διευθύντρια Έρευνας, Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), Αθήνα,
[email protected]1 Αναφέρονται σε Ε. Πανατσίδου (2013: 13). 175 αλλαγές απαιτούν δέσμευση σε τοπικό επίπεδο, όπου η κοινωνία της γνώσης διαδραματίζει ζωτικής σημασίας παράμετρο στην ενίσχυση των πολιτών. Ο όρος «Πόλεις που μαθαίνουν» ανήκει στην Unesco, που αρχές της δεκαετίας του 2010 δημιούργησε το Παγκόσμιο Δίκτυο των Πόλεων που Μαθαίνουν (UNESCO Global Network of Learning Cities). Σήμερα το Παγκόσμιο Δίκτυο των Learning Cities αριθμεί 224 μέλη από 52 κράτη-μέλη της UNESCO.2 Ανάμεσά τους δώδεκα Ελληνικοί Δήμοι.3 Είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι η Ελλάδα είναι η Τρίτη, σε αριθμό συμμετοχών πόλεων-Δήμων, χώρα στο Παγκόσμιο Δίκτυο της Unesco. Το Δίκτυο αποτελεί μίας από τις εμβληματικές πρωτοβουλίες της Unesco που στηρίζει τις πολιτικές, που παρέχουν έμπνευση και τεχνογνωσία, που βελτιώνουν τις πρακτικές δια βίου μάθησης στις πόλεις, προωθώντας τον πολιτικό διάλογο και την αμοιβαία μάθηση μεταξύ τους, την ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων, την παροχή βελτίωσης ικανοτήτων, καθώς και την ανάπτυξη μέσων ενθάρρυνσης και αναγνώρισης της προόδου που σημειώνεται σε αυτές. Τα μέλη του δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες τους να μαθαίνουν και να αναπτύσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Παράλληλα, στο πλαίσιο ενός συμμετοχικού σχεδιασμού, δίνουν φωνή σε φορείς της πόλης να αλληλεπιδράσουν και τελικά να συλλάβουν και να υλοποιήσουν πρωτότυπες ιδέες που παρεμβαίνουν δυναμικά στον κοινωνικό ιστό. Το 2015 η Unesco θέσπισε το Διεθνές Βραβείο Unesco Learning City, το οποίο απονέμεται κάθε δύο χρόνια και αποτελεί μια αναγνώριση της υποδειγματικής προόδου των πόλεων στην προώθηση της συμμετοχικής εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης στις τοπικές κοινωνίες. Η Λάρισα ήταν η πρώτη Ελληνική Πόλη που έλαβε το διεθνές βραβείο, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου 2017 για τις Πόλεις που Μαθαίνουν στο Κορκ της Ιρλανδίας, ενώ δύο χρόνια αργότερα η πόλη του Ηρακλείου Κρήτης παίρνει το αντίστοιχο βραβείο, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου 2019 για τις Πόλεις που Μαθαίνουν στο Medellín της Κολομβίας. Στην ίδια εκδήλωση η πόλη της Λάρισας, από κοινού με την πόλη Yeonsu της Νότιας Κορέας, ορίστηκαν συντονίστριες πόλεις του Ινστιτούτου Δια βίου Μάθησης της UNESCO, σε διεθνές επίπεδο, για τη θεματική ενότητα Citizenship Education (εκπαίδευση για ενεργούς πολίτες). Περιφέρειες και πόλεις, ως εκ τούτου, στηρίζουν, σε παγκόσμιο επίπεδο, την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή των περιοχών τους στην έννοια και το περιεχόμενο της ΔΒΜ. Περιεχόμενο με ισχυρή κοινωνική-αναδιανεμητική διάσταση, το οποίο υπό προϋποθέσεις μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην ένταση της απασχόλησης, αλλά και στην κοινωνική ενσωμάτωση. Αποκαλύπτεται διττή η εννοιολογική πρόσληψη της ΔΒΜ: αφ ενός ως επένδυση για το ανθρώπινο δυναμικό, για την απόκτηση των απαραίτητων δεξιοτήτων και ικανοτήτων που είναι αναγκαίες για την είσοδό του στην αγορά εργασίας, αλλά και τη παραμονή του σε αυτή, ευθέως συνδεδεμένη με τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της δυναμικής της αγοράς εργασίας και της οικονομικής ανάπτυξης κάθε χώρας, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και 2 Στοιχεία 1ης Ιανουαρίου 2019. 3 Αθήνα, Άλιμος, Βόλος, Ελευσίνα, Θέρμη, Ηράκλειο Κρήτης, Κορδελιό-Εύοσμος, Λάρισα, Πυλαία-Χορτιάτης, Σάμος, Σέρρες, Τρίκαλα (στοιχεία 1ης Ιανουαρίου 2019). 176 αφετέρου ως μία έμφυτη πτυχή της δημοκρατικής ζωής εστιάζοντας στην προσωπική ανάπτυξη κάθε ατόμου ανεξαιρέτως, δίχως αυτή να είναι προνόμιο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης ή μιας συγκεκριμένης ηλικίας (UNESCO Faure et al. 1972: 160 – 161). Στον 21ο αιώνα, μάλιστα, που χαρακτηρίζεται από έντονους μετασχηματισμούς (δημογραφική κατάσταση, οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση, δημοσιονομική κρίση, μεταναστευτικές ροές, ραγδαίες μεταβολές στη αγορά εργασίας, δυναμική εξέλιξη των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας) και που οι άνθρωποι-πολίτες θα πρέπει να είναι: αυτόνομοι, ευέλικτοι με κριτικές, αναλυτικές, και αναπροσαρμοστικές δεξιότητες, να μαθαίνουν συνεργατικά, να παίρνουν πρωτοβουλίες και να ηγούνται, να έχουν επικοινωνιακές δεξιότητες, να είναι ανοιχτοί σε αλλαγές και προκλήσεις, να αξιοποιούν τις διαφορετικές ευφυΐες και εμπειρίες τους με διαφορετικούς τρόπους και να έχουν γενική παιδεία (Kalantzis & Cope 2005),4 H εστίαση στην έννοια και το περιεχόμενο της ΔΒΜ αποτελεί θεμελιώδη προτεραιότητα. Η πρόσφατη συζήτηση στην Ευρώπη επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην ανάγκη προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης με τρόπο που να μεταφράζεται στην καλύτερη ευημερία των ανθρώπων (Veneri & Murtin 2016) και στο ρόλο που αναδεικνύεται στην έννοια του τόπου. Οι Veneri & Murtin (2016) αναφέρουν τρία επιχειρήματα: η ευημερία των ανθρώπων εξαρτάται πέρα από τα ατομικά χαρακτηριστικά τους και από τα χαρακτηριστικά του τόπου, όπου ζουν: οι τοπικές συνθήκες επηρεάζουν την τρέχουσα ικανοποίηση της ζωής των ανθρώπων, καθώς και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της. Αναφέρονται διαπιστώσεις όπου η ικανοποίηση της ζωής συνδέεται με την παρουσία πρασίνων χώρων για τους αστούς πολίτες (Ambrey & Fleming 2013, White et al. 2013), τη βελτίωση του κλίματος (Ferreira & Moro 2010, Rehdanz & Maddison 2005, Frey et al. 2009), καθώς και το μικρότερο μέγεθος της πόλης (Morrison 2011). Oι διαφορές στην ευημερία των ανθρώπων μεταξύ των περιοχών της ίδιας χώρας είναι συχνά υψηλότερες από τις διαφορές ανάμεσα στις χώρες, καθιστώντας τους εθνικούς μέσους όρους παραπλανητικούς. Παρατηρείται δηλαδή μια σημαντική περιφερειακή διαφοροποίηση στη κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και την ευημερία των ανθρώπων εντός των χωρών. Για παράδειγμα, οι περιφερειακές διαφορές στο ποσοστό απασχόλησης στην Ιταλία το 2013 κυμαίνονταν από 40% στην Καμπανία έως 73% στην περιοχή του Bolzano, κάτι που μοιάζει με το εύρος που παρατηρείται σε εθνικό επίπεδο σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Tο τρίτο επιχείρημα αφορά στους αποκεντρωμένους (υποεθνικούς) φορείς χάραξης πολιτικής. Στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, τα υποεθνικά επίπεδα διακυβέρνησης συμβάλλουν σημαντικά στον 4Kalantzis & Cope, with the learning by design project group, (2005) learning by design Victorian Schools Innovation Commission in cooperation with Common Ground Publishing Pty Ltd, Melbourne, Australia. 177 σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας σειράς πολιτικών που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή των ανθρώπων και που προάγουν μια ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ, οι υποεθνικές κυβερνήσεις πραγματοποιούν περίπου το 40% των συνολικών δημόσιων δαπανών στον ΟΟΣΑ. Διαπιστώνεται, ως εκ τούτου, η ιδιαίτερη σημασία της κοινοτικής εκπαίδευσης, της τοπικής δηλαδή διάστασης της διά βίου μάθησης. «Το πεδίο της ΔΒΜ θα πρέπει να αποτελεί οριζόντια πολιτική για τη κοινωνική, εκπαιδευτική, πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των πόλεων και των περιφερειών» αναφέρουν οι Kearns & Kearns (2012) και συμπληρώνουν ότι «η εταιρικότητα, η συνέργεια και η δικτύωση αποτελούν τη θεμελιώδη ικανή συνθήκη για την επίτευξη της κοινοτικής εκπαίδευσης». Η προσέγγιση της κατά συνέπεια θα πρέπει να είναι ολιστική και να αποτελεί προϊόν πολλαπλών αλληλεπιδρώντων δυνάμεων (Downes 2011), όπου «η ιστορία, ο πολιτισμός, οι πολιτικές εξελίξεις κάθε χώρας, αλλά και οι ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής θα πρέπει να συνυπολογίζονται» (Xiaoping 2014, Perez & Templanza 2012, Bowl & Tobias 2011, Cloonan & Crossan 2002). Το κράτος, στη περίπτωση αυτή, αναδεικνύει την αξία του επιτελικού του ρόλου, μέσω πλαισίων χρηματοδότησης, καθώς και του σχεδιασμού και της εφαρμογής συστημάτων υποστήριξης, παρακολούθησης και αποτίμησης σφαιρικών σχεδίων δράσης στο τομέα της διά βίου μάθησης σε τοπικό επίπεδο (Kearns & Kearns 2012, Downes 2011). Η πραγματική εμβάθυνση, κατά συνέπεια, στη σημασία και στη λειτουργία της ΔΒΜ αποτελεί προαπαιτούμενο της επιλογής της ως προτεραιότητα της περιφερειακής και τοπικής στρατηγικής σε επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Προτεραιότητα που απαιτεί πολιτική βούληση, στήριξη και δέσμευση. Σε ένα παγκόσμιο και ευρωπαϊκό περιβάλλον, με εμβληματική προτεραιότητα την «κοινωνία της γνώσης», η Ελλάδα, ήδη από τη δεκαετία του 1990, αύξησε την παροχή προγραμμάτων δια βίου εκπαίδευσης, με έμφαση στη διαμόρφωση ενός συστήματος αρχικής και συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης. Πραγματοποιήθηκε μία μεταστροφή από μια «κυβερνητική πολιτική» σε μια «κυβερνητική στρατηγική», που υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει τον έλεγχο στα αποτελέσματα της πολιτικής και περιορίζεται στην «οργάνωση των μέσων» (Πρόκου 2007: 190), συνδέοντας τη διαμόρφωση της κοινωνίας της μάθησης και την επέκταση των μαθησιακών ευκαιριών με την ταυτόχρονη μετάθεση της ευθύνης στο άτομο να συμμετέχει σε προγράμματα διά βίου μάθησης, ώστε να ενταχθεί στην απασχόληση. Οι πολιτικές όμως της δια βίου μάθησης δεν περιορίζονται μόνο στην απασχολησιμότητα. Η, κατά τον P. Jarvis (2004), ομαδοποίηση των τεσσάρων στόχων της δια βίου μάθησης – εκπαίδευσης ενηλίκων (απασχολησιμότητα, ενεργός ιδιότητα του πολίτη, κοινωνική ένταξη, προσωπική ολοκλήρωση) καταδεικνύει τη σημαντικότητα της όχι μόνο για την εργασία, την απασχόληση και την κοινωνία της γνώσης, αλλά και για τον ίδιο τον άνθρωπο, τις ικανότητες, τις δυνατότητές του και εν γένει την ευημερία του, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία μιας κοινωνίας με ανθρώπινο δυναμικό μορφωμένο, καταρτισμένο και ενημερωμένο το οποίο μπορεί να συμμετέχει στη διακυβέρνηση (ibid.). 178 Οι συγκεκριμένες, ως εκ τούτου, πολιτικές οφείλουν να στοχεύουν στην ενεργό συμμετοχή του δημοκρατικού πολίτη, στην κοινωνική ενσωμάτωση, στην προστασία του περιβάλλοντος, στην ίδια την ποιότητα της ζωής. Η κριτική εκπαίδευση ενηλίκων αναδεικνύεται και από καλές πρακτικές, σε κρίσιμη παράμετρο διαμόρφωσης μιας δημοκρατικής κοινωνίας με μορφωμένους πολίτες, ενεργά μέλη των τοπικών κοινωνιών τους και με δυνατότητα παρέμβασης στις διεργασίες δια-κυβέρνησης και ουσιαστικής συμβολής στους κοινωνικά αποκλεισμένους. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα5 δίδει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μια ευκαιρία/δυνατότητα να χαράξει ολοκληρωμένες και συντονισμένες πολιτικές ΔΒΜ με την αξιοποίηση των περιφερειακών και τοπικών δομών ΔΒΜ που να ανταποκρίνονται σε όλων των κατηγοριών ΔΒΜ ανάγκες των πολιτών όλων των ηλικιών. Η θεσμοθέτηση του αποκεντρωμένου συστήματος δια βίου μάθησης ταυτίστηκε χρονικά με τη δεύτερη διοικητική μεταρρύθμιση στη χώρα, το Πρόγραμμα Καλλικράτης.6 Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει αφ’ ενός το θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και αφ’ ετέρου το πεδίο της Δια Βίου Μάθησης, έχει ρητά εξουσιοδοτήσει τις Περιφέρειες με την αρμοδιότητα εξειδίκευσης του προγραμματισμού της επαγγελματικής κατάρτισης σε περιφερειακό επίπεδο και τους Δήμους με την αρμοδιότητα της εξειδίκευσης του προγραμματισμού της Γενικής Εκπαίδευσης Ενηλίκων σε τοπικό επίπεδο. Τομείς, όπου ο ν. 3879/2010 έχει αναδείξει ως ισότιμους πυλώνες της δια βίου μάθησης. Σε συνδυασμό δε με τις ήδη υφιστάμενες αρμοδιότητες στους Δήμους στους τομείς της παιδείας,7 αλλά και γενικότερα στους τομείς του πολιτισμού, του αθλητισμού και της άσκησης κοινωνικής πολιτικής, αναδεικνύεται η θεσμική δυνατότητά τους για ολιστική παρέμβαση στον τομέα της Γενικής Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Σε αυτή όμως την αισιόδοξη συγκυρία διαπιστώνονται, όμως, σημαντικοί ανασταλτικοί παράγοντες (Κότιος & Κουτουλάκης 2014, αναφέρεται σε Τσακμάκης 2018: 30-35): Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας που θεσμικά διέπει τα πεδία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Διά Βίου Μάθησης Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, με συνταγματική τη κατοχύρωση της ως θεσμός ευθύνης των τοπικών υποθέσεων και αντιπροσωπευτικού οργάνου της τοπικής κοινωνίας, παραμένει δομή δημόσιου δικαίου αντί δομή δημόσιου συμφέροντος. Το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων έχει τη διοικητική ευθύνη του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος σε όλους τους τομείς, υπηρεσίες και 5Ν. 3879/2010 περί «Ανάπτυξη της Δια Βίου Μάθησης και λοιπές διατάξεις». 6 Ν. 3852/2010 περί της «Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης». 7 ακίνητη και κινητή περιουσία, δημοτικές επιτροπές παιδείας, σχολικές επιτροπές, επισκευή και συντήρηση σχολικών κτιρίων, κατανομή πιστώσεων για αντιμετώπιση λειτουργικών δαπανών σχολείων, εποπτεία και έλεγχος συλλόγων γονέων και κηδεμόνων, οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων για μαθητές, μίσθωση μεταφορικού μέσου για κάλυψη σχολικών αναγκών, επιβολή κυρώσεων για μη εγγραφή παιδιών στο σχολείο ή αμέλεια τακτικής φοίτησης, διακοπή μαθημάτων λόγω εκτάκτων συνθηκών, καθορισμός κοινωφελούς χρήσης σχολείων σε περίπτωση παύσης λειτουργίας τους, κ.α. (άρθρο 94 νόμου 3852/2010 και άρθρο 75 νόμου 3463/2006). 179 βαθμίδες και αδειοδοτεί/εποπτεύει τους φορείς μη τυπικής εκπαίδευσης. Η αναγκαιότητα πληθώρας κανονιστικών πράξεων για την ενεργοποίηση των νόμων, η πολυδαίδαλη νομοθεσία και γραφειοκρατία και η διαφαινόμενη απουσία λειτουργικής συνεργασίας των καθ ύλη αρμόδιων κεντρικών/ κρατικών φορέων, δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση των στόχων του εκάστοτε νομοθέτη. Το έλλειμμα στο στρατηγικό σχεδιασμό δημόσιων πολιτικών Ο ν. 1622/1986, ο οποίος προσδιόριζε τον αναπτυξιακό σχεδιασμό με την εκπόνηση μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προγραμμάτων, παρότι θεσμικά ισχύει, βρίσκεται σε αδράνεια, ενώ ο αναπτυξιακός σχεδιασμός της χώρας τείνει να προσδιορίζεται θεσμικά από το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο διαχείρισης των εκάστοτε ΕΣΠΑ. Η αναφορά του νόμου στη θέσπιση του αποκεντρωμένου συστήματος διά βίου μάθησης το 2010 παρουσιάζεται ως σχήμα οξύμωρο σε σχέση με το πώς στρατηγικά διαμορφώνονται οι δημόσιες πολιτικές στη χώρα. Τα στερεότυπα στις δομές και στη κουλτούρα του ανθρώπινου δυναμικού Το σημαντικό ζήτημα της διαβούλευσης, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, που, ενώ θεσμικά έχει προβλεφθεί για τους ΟΤΑ (Επιτροπές Διαβούλευσης), αποτελεί πουκάμισο αδειανό, καθώς απουσιάζει η κουλτούρα στην ελληνική κοινωνία. Η ανάπτυξη οδηγών, η δημιουργία προτύπων που έχουν διακινηθεί στην πλειοψηφία τους δεν έχουν αποδώσει. Η δημιουργία κουλτούρας είναι μια μακροχρόνια και επίπονη διεργασία που διαφαίνεται ότι περισσότερο αποτελεί ζητούμενο του πεδίου της διά βίου μάθησης. Τα θεσμικά και κοινωνικά ελλείμματα, καθώς και η καθυστέρηση της χρηματοδότησης και κατά συνέπεια της υλοποίησης δράσεων γενικής εκπαίδευσης ενήλικων και επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούν τις κύριες αιτίες της αδυναμίας των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να κατανοήσουν το ρόλο τους – κυρίως ως φορέας διοίκησης – στο νέο θεσμικό πλαίσιο, με έντονο το ενδιαφέρον της πλειοψηφίας κυρίως των Ελληνικών Δήμων μόνο για την χρηματοδότηση των προγραμμάτων δια βίου μάθησης, που υλοποιούνται από κοινού με τη Γενική Γραμματεία. Αντίστοιχα, όποιες πρωτοβουλίες των Ελληνικών Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων, στο συγκεκριμένο πεδίο, αν υπάρχουν, δεν έχουν τύχει δημοσιότητας. Αναφέρθηκαν όμως πρωτοβουλίες της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που εμβάθυναν στο πεδίο της διά βίου μάθησης, θέτοντας την ως τοπική στρατηγική προτεραιότητα και που αποδεικνύουν ότι η σταθερή πολιτική βούληση ξεπερνά τα όποια εμπόδια. Η βασική πολιτική επιλογή της δημοτικής αρχής να διαμορφώσει μια κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ των τοπικών φορέων και των ενεργών πολιτών, με τον πολλαπλασιασμό κοινών δράσεων στη βάση των αρχών της ΔΒΜ οδήγησε στην συγκρότηση επιτροπής φορέων της πόλης, υπό την αιγίδα του Δημοτικού Συμβουλίου, με τη συμμετοχή άνω των εβδομήντα πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών φορέων, στη θεσμοθέτηση της δράσης 180 «Κατασκήνωση στη πόλη»,8 στη δημιουργία «κοινωνικού φροντιστηρίου» με στόχο το δικαίωμα της ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση για όλα τα παιδιά της πόλης (Δ. Δεληγιάννης σε Μπαγάκης et al.: 80), στην ένταξη εκπαιδευτικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων στα ΚΑΠΗ, όπως το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «μάθε παππού μου Facebook», στην ανάπτυξη εκπαιδευτικής κοινότητας μέσα σε συνοικία Ρομά, και τέλος στη λειτουργία του θεσμού του Πανεπιστημίου Πολιτών με στόχους, μεταξύ των άλλων την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των συμμετεχόντων, την αμφισβήτηση στερεοτυπικών ιδεών με τρόπο μετασχηματιστικό και την παροχή γνώσεων και διαμόρφωση ικανοτήτων χρήσιμων για τους πολίτες στην κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική σφαίρα της ζωής (ibid.: 84). Τα ευρήματα, από τις καλές πρακτικές και τη βιβλιογραφική επισκόπηση σηματοδοτούν και τις προϋποθέσεις διαμόρφωσης τοπικής στρατηγικής για τη δια βίου μάθηση – γενική εκπαίδευση ενηλίκων και συγκεκριμένα: σταθερή πολιτική βούληση και όραμα μακροχρόνια επένδυση στο όραμα ανάπτυξη συμμαχιών και συνεργασιών σε τοπικό επίπεδο συνέργειες με όλα τα επίπεδα διοίκησης επικοινωνιακό σχέδιο, με στόχο την ενεργό συμμετοχή των πολιτών Συνάγεται, ως εκ τούτου, ότι η υποχρέωση των Δήμων να εκπονούν Τοπικό Πρόγραμμα ΔΒΜ, με τη συμμετοχή όλων των τοπικών αρμόδιων φορέων και η δυνατότητά τους να παρέχουν προγράμματα γενικής εκπαίδευσης ενηλίκων, αφορά δράσεις ολιστικής κοινωνικοποίησης των πολιτών, δράσεις που οδηγούν στον κριτικό στοχασμό και την επικοινωνία (Freire, 1972), στην κριτική αντίληψη της πραγματικότητας και του κόσμου (Mezirow, 1990), ενώ δράσεις ενίσχυσης της επαγγελματικής τους κατάρτισης και επάρκειας (Knox, 1986) αποτελούν αρμοδιότητα της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης και του Περιφερειακού Προγράμματος ΔΒΜ, προκειμένου, ως το θεσμικό όχημα της περιφερειακής ανάπτυξης, να ενισχύσουν μια αγορά εργασίας που απαιτεί εργατικό δυναμικό με υψηλές και σύνθετες δεξιότητες, με ικανότητες αφ ενός προσαρμογής σε διάφορα επαγγέλματα, αλλά και αντίληψης του συνεχούς κοινωνικού μετασχηματισμού. Πηγές – Βιβλιογραφία Bow, M. & Tobias, R. (2011), “Learning from the Past, Organizing for the Future: Adult and community education in Aotearoa/New Zealand”, Adult Education Quarterly, 62 (3): 272-286. 8 Το πρόγραμμα είναι δωρεάν και σχεδιάζεται και υλοποιείται από έμπειρους παιδαγωγούς των 26 δημοτικών παιδικών σταθμών και του δικτύου των 11 Κέντρων Δημιουργικής Απασχόλησης (ΚΔΑΠ) του Δήμου. Βασίζεται στη δικτύωση 20 φορέων … και είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες και επιθυμίες των παιδιών που συμμετέχουν». Το καλοκαίρι του 2018 συμμετείχαν 2.000 παιδιά (Δ. Δεληγιάννης σε Μπαγάκης et al.: 78). 181 Cloonan, M. & Crossan, B. (2002), Lifelong Learning: Exploring the issues in an area of social deprivation in Scotland, Scottish Educational Review, 2002 - academia.edu. Cope, B. & Kalantzis, M. (2005), A Pedagogy of Multiliteracies Designing Social Futures, Taylor & Francis.com. Downes, P. (2011), “Community Based Lifelong Learning Centres: Developing a European strategy informed by international evidence and research”, Cardiff, Wales, Neset research paper published, Network of Experts on Social Aspects of Education and Training. Faure, E. et al. (1972), Learning to Be: Τhe world of education today and tomorrow, Paris, UNESCO. Freire, P. (1972), Pedagogy of the Oppressed, Harmondsworth, Penguin. Jarvis, P. (2004), Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Κατάρτιση, Θεωρία και πράξη, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Jarvis, P. (επιμ.) (2007), Οι Θεμελιωτές της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Αθήνα, Μεταίχμιο. Kalantzis, M., Cope, B. & Harvey, A. (2003), Assessing Multiliteracies and the New Basics, Assessment in Education, 10 (1). Knox, Α.Β., (1986), Helping Αdults Learn, Jossey-Bass Publishers, San Francisco. Merizow, J. & Associates (επιμ.) (1990), Fostering Critical Reflection in Adulthood: A guide to transformative and emancipatory learning, San Francisco, Jossey Bass. Perez M. J. & Templanza M. R. (2012), “Local Studies Centers: Transforming history, culture and heritage in the Philippines”, IFLA Journal, 38 (4): 297-309. Reghenzani-Kearns, D. & Kearns, P. (2012), “Lifelong Learning in German Learning Cities/Regions”, Australian Journal of Adult Learning, 52 (2). Veneri, P., & Murtin, F., (2016), “Where is Inclusive Growth Happening? Mapping multi - dimensional living standards in OECD Regions”, Working Paper No. 67, OECD Statistics Working Papers 2016/01. Xiaoping, P. (2014), “An Analysis of Chinese Community Education Policy”, Canadian Social Science, 10 (1): 154-158. Γκόνου, Γ. (2018), “Τοπική Αυτοδιοίκηση και Δια Βίου Μάθηση: Ανάλυση των κέντρων διά βίου μάθησης επτά Δήμων”, Διπλωματική Εργασία Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Κόρινθος. Καραμέτου, Ρ. (2016), «Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση και Μορφές Συνεργασίας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ και Β΄ βαθμού», Διπλωματική Εργασία Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη και Αυτοδιοίκηση», Πανεπιστήμια Πελοποννήσου, Πειραιά, Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης και Δημοκρίτειου Θράκης. Κότιος, Α. & Κουτουλάκης, Μ. (2014), Πυλώνας «Ενίσχυση της Ικανότητας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Σχετικά με την Εκπόνηση Λειτουργικού Σχεδιασμού και Υλοποίηση Επενδυτικών Ταμείων και Διαρθρωτικά Ταμεία», Concept Paper, Πειραιάς. Μπαγάκης, Γ., Δεληγιάννης, Δ. Κουλαουζίδης, Γ. & Ηλιοπούλου, Μ. (επιμ.) (2019), Πόλεις που Μαθαίνουν. Καλές πρακτικές, μεθοδολογίες και πολιτικές στην Αθήνα, Θέρμη, Κόρινθο και Λάρισα, Αθήνα, εκδόσεις Γρηγόρη. Νόμος 1622/1986 (ΦΕΚ Α' 92/14-7-1986) Τοπική Αυτοδιοίκηση - Περιφερειακή Ανάπτυξη - Δημοκρατικός Προγραμματισμός. Νόμος 3852/2010 (ΦΕΚ 87/2010), περί της «Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης αι της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης». Νόμος 3879/2010 (ΦΕΚ 163Α/2010), περί «Ανάπτυξης της Δια Βίου Μάθησης και λοιπές διατάξεις». Πανιτσίδου, Ε. (2013), Δια Βίου Εκπαίδευση: Μια σύγχρονη «πανάκεια»; Ευρύτερα ατομικά και κοινωνικά οφέλη, εκδόσεις Πανεπιστήμιου Μακεδονίας. Παπαδάκης, Ν. (2006), Προς την «Κοινωνία των Δεξιοτήτων;», Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλα. 182 Παπαδάκης, Ν. (2016), Η Ανέκκλητη Ειμαρμένη (;). Ευρωπαϊκή πολιτική εκπαίδευσης και κατάρτισης, κοινωνική ενσωμάτωση και απασχόληση: Η εικοσαετία των μετασχηματισμών (1995 – 2015), Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Πρόκου, Ε. (2007), Η «Κυβερνητική Στρατηγική» για τη Διά Βίου Εκπαίδευση στην Ευρώπη και την Ελλάδα, Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη, 2 (2): 179-192. Τσακμάκη, Α. (2018), «Ο Αναπτυξιακός Προγραμματισμός των ΟΤΑ μέσα από τις Μεταρρυθμίσεις από το 1980 έως και Σήμερα», Διπλωματική Εργασία Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη και Αυτοδιοίκηση», Πανεπιστήμια Πελοποννήσου, Πειραιά, Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης και Δημοκρίτειου Θράκης. 183 184 Επαναπροσδιορίζοντας την Πολιτειότητα υπό το Πρίσμα της Επικοινωνιακής Απορύθμισης Γεωργία Γούγα1 Περίληψη Αποτελεί σύγχρονο κοινός διεπιστημονικός τόπος η ανησυχία για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή στο πεδίο της δυτικής νωτερικότητας. Ιδιαίτερα οι δονήσεις της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης ενέτειναν την προσπάθεια των μελετητών από χώρους όπως η διεθνής πολιτική, η κοινωνική πολιτική, η κοινωνιολογία και τα οικονομικά να διερευνήσουν τις συνθήκες διακινδύνευσης του κοινωνικοπολιτικού με επίκεντρο τις συνθήκες συγκρότησης της πολιτειότητας. Σκοπό της παρούσας μελέτης αποτελεί η προσπάθεια να συνεισφέρει στην ευρύτερη συζήτηση για τους όρους και τις συνθήκες συγκρότησης της πολιτειότητας (citizenship). Συνδέοντας την αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού με το πολιτικό, ανιχνεύονται διαφοροποιήσεις που αφορούν σε διαδικασίες απορύθμισης και επαναρύθμισης που νοηματοδοτούν και την μεταλλαγή της πολιτειότητας. Υπό αυτό το πρίσμα το τρίπτυχο διακινδύνευση, ασφάλεια και εμπιστοσύνη αποκτά νέα σημασία, όχι μόνο για τις δυτικές κοινωνίες και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αλλά και για τις αφηγήσεις ζωής των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων. Λέξεις-κλειδιά: κλειδιά: πολιτειότητα, δημοκρατία, διακινδύνευση, ασφάλεια, εμπιστοσύνη. Εισαγωγή Είναι σύγχρονος κοινός διεπιστημονικός τόπος η ανησυχία για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή στο πεδίο της δυτικής νεωτερικότητας. Η σύγχρονη συζήτηση σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο επικεντρώνεται και αφορά στη μεταλλαγή και και στην υποχώρηση του κράτους πρόνοιας (welfare state) ως αποτέλεσμα της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης, μιας κρίσης επώδυνης και κρίσιμης, ιδαίτερα στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας. Η χρηματοοικονομική κρίση συνοδεύτηκε και από σημαντικές αλλαγές τόσο στο επίπεδο των θεσμών όσο και στο επίπεδο των σχέσεων του πολίτη με το κοινωνικό και τους θεσμούς. Η συμμετοχή στο κοινωνικό και δημόσιο αγαθό δεν είναι πια διασφαλισμένη ως μέρος της λειτουργίας του κοινωνικού κράτους, καθώς η υποχώρησή του επέτρεψε νέες οργανωτικές μορφές να αναδυθούν και κυρίως η Αγορά, ως οργανωτικός λόγος, να καταλάβει τον κοινωνικό χώρο που αφήνει το 1 Επιστημονική συνεργάτης Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας,
[email protected]185 κοινωνικό κράτος τόσο σε δομικό επίπεδο, όσο και στο πεδίο των υποκειμενικών αφηγήσεων. Είναι ακόμη χαρακτηριστικό πως η διακινδύνευση (Risk) αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων αφηγήσεων που συνοδεύουν τους παραπάνω μετασχηματισμούς (Βeck 1992). Ισχυρή είναι ακόμη και η κριτική και η αμφιβολία που διεέπει τις σχέσεις των κοινωνικών υποκειμένων υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης αλλά και των αφηγήσεων της Αγοράς, που τείνουν εδώ και δεκαετίες να αποτελέσουν κυρίαρχες αφηγήσεις (Pasias & Flouris 2011). Αυτές ακριβώς οι διαδικασίες και τα φαινόμενα ενέτειναν την προσπάθεια των μελετητών από χώρους όπως η διεθνής πολιτική, η κοινωνική πολιτική, η κοινωνιολογία και τα οικονομικά να διερευνήσουν τις συνθήκες διακινδύνευσης του κοινωνικοπολιτικού, με επίκεντρο τις συνθήκες συγκρότησης της πολιτειότητας (Rumford 2003). Συμπερασματικά, σκοπό της παρούσας μελέτης αποτελεί η προσπάθεια να συνεισφέρει στην ευρύτερη συζήτηση για τους όρους και τις συνθήκες συγκρότησης της πολιτειότητας (citizenship). Πιο συγκεκριμένα, αντλώντας ενδεικτικά και συγκριτικά από το συγκείμενο, επιχειρούμε να συνεισφέρουμε σε μια κατανόηση των όρων και των συνθηκών σύγχρονης συγκρότησης της πολιτειότητας. Θεωρούμε πως η σύγχρονη συγκρότηση της πολιτειότητας επιτρέπει δύο τουλάχιστον αναγνώσεις. Καταρχάς συγκροτείται από από μια συγκινησιακά φορτισμένη ρητορική. Όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο ο μελετητής συνδέοντας την αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού με το πολιτικό, ανιχνεύει διαφοροποιήσεις οι οποίες αφορούν σε διαδικασίες απορύθμισης και επαναρύθμισης που νοηματοδοτούν και την μεταλλαγή της πολιτειότητας. Σημαντικοί στην διαμόρφωση της μεταβασης του κοινωνικο-πολιτικού είναι παράγοντες όπως οι νέες τεχνολογιές και η επικοινωνια. Η γραμμικότητα της επικοινωνίας αντικαθίσταται από τον ντετερμινισμό της πολυσημίας όπου ο ρόλος των Νέων Μέσων είναι σημαντικός. Η σημασία τους έγκειται όχι μόνο στην οικονομική χρήση και επίδρασή τους στην παραγωγή, αλλά και στο κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο, καθώς κατασκευάζουν για τους χρήστες τους ψηφιακά περιβάλλοντα δικτύων ως σημαντικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Εξαιτίας των εργαλείων αυτών, η πολυσημία και η αμφισημία, η αβεβαιότητα, η συνεχής αλλαγή, η διαφοροποίηση, η μετάβαση και ο μετασχηματισμός − με όρους τόσο δομικούς όσο και ατομικούς − αποτελούν κυρίαρχα χαρακτηριστικά του πεδίου (Clark 1996). Την συζήτηση για τους μετασχηματισμούς και τις διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται έχει στο επίκεντρό της και αυτή η μελέτη. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να επικεντρώσουμε στα παραπάνω φαινόμενα που θεωρούμε πως συνδέονται άμεσα με διαφοροποίηση της πολιτειότητας και τις νέες νοηματοδοτήσεις που αναδύονται. Αβεβαιότητα, διαφοροποίηση και διακινδύνευση Είναι καταρχήν ενδεικτικό της αναζήτησης της διεθνούς αλλά και της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας, η επικέντρωση στη σύνδεση της μεταλλαγής του κοινωνικοοικονομικού με το πολιτικό επίπεδο. Υπό το πρίσμα αυτό ο μελετητής ανιχνεύει διαφοροποιήσεις που αφορούν σε διαδικασίες απορύθμισης και επαναρύθμισης, οι οποίες με την σειρά τους νοηματοδοτούν και την μεταλλαγή της 186 πολιτειότητας. Παράγοντες όπως η χρηματοοικονομική κρίση, το προσφυγικό αλλά και οι νέες τεχνολογίες, εδώ και δεκαετίες συνεπιδρούν, θέτοντας σε αναζητήσεις συνολικά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Κοινωνικοοικονομικά ζητήματα όπως η φτώχεια και η ανισότητα προκύπτουν τόσο σε επίπεδο ευρωπαϊκών περιφερειών (Βορράς- Νότος) όσο και σε εθνικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο (Calhoun 2003). Σε περιφερειακό επίπεδο έιναι σημαντικό να αναφερθεί πως για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου όπως η Ελλάδα, από τη στιγμή που εντάχθηκαν στο Μηχανισμό Στήριξης, οι εξελίξεις και οι κοινωνικο-οικονμικές διαδρομές ήταν ήδη δεδομένες, αφού οι εφαρμογή των «συνταγών» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) είχαν δοκιμαστεί σε χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής όπως η Αργεντινή κ.ά. Η διεθνής βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις των πολιτικών του ΔΝΤ (IMF), ιδιαίτερα στα πεδία της Υγείας και της Παιδείας είναι αποκαλυπτική (Stuckler & Basu 2009, Armijo & Faucher 2002). Έτσι, είναι σημαντικό να επισημανθεί στο σημείο αυτό, η ευρωπαϊκή μέριμνα για την διαμόρφωση θεσμικών δομών που θα είχαν σκοπό την αναίρεση της κοινωνικής ανισότητας και του αποκλεισμού, ενώ θα ενίσχυαν τα κοινωνικά δικαιώματα, τον πολιτισμό και την οικονομία. Είναι ενδεικτικά επίσης τα καταστατικά κείμενα ευρωπαϊκών μηχανισμών όπως αυτό του Συμβουλίου της Ευρώπη,ς όπου στο πρώτο άρθρο του κάνει λόγο για την οικονομία με προσανατολισμό προς την κοινωνία των δικαιωμάτων και του πολιτισμού ή η σύνταξη του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Το Συμβούλιο της Ευρώπης αποτελεί την κατεξοχήν δομή προαγωγής των κοινωνικών δικαιωμάτων και της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής, του πυρήνα δηλαδή της δυτικής νεωτερικότητας (Βενιέρης 2002). Πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο διαφοροποιήθηκαν, καθώς ο οικονομικός φιλελευθερισμός κατέλαβε τον χώρο του προνοιακού καπιταλισμού που φαίνεται να υποχωρεί υπό το βάρος της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Η ενδυνάμωση του κοινωνικού και ο επαναπροσανατολισμός του πολιτικού μακριά από οικονομικούς ντετερμινισμούς έγιναν το σημαντικό ζητούμενο (Βενιέρης & Παπαθεοδώρου, 2003). Υπό αυτό το πρίσμα το τρίπτυχο: διακινδύνευση, ασφάλεια και εμπιστοσύνη αποκτά νέα σημασία, όχι μόνο για τις δυτικές κοινωνίες και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αλλά και για τις αφηγήσεις ζωής των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων (Γούγα & Καμαριανός 2011). Το κράτος πρόνοια και η απορρύθμιση. Υποχώρηση ή μετάβαση Τα επείγοντα διακυβεύματα της ενίσχυσης του κοινωνικού και του επαναπροσανατολισμού του πολιτικού σε πλαίσιο διαφοροποιημένο από κάθε είδους οικονομικό ντετερμινισμό, συνδέονται άμεσα με τις μετεξελίξεις του μηχανισμού του κοινωνικού κράτους. Η αμφισβήτηση του κοινωνικού κράτους έχει την αφετηρία του στα 1970, στην πετρελαϊκή κρίση στα τέλη της δεκαετίας. Η συγκεκριμένη χρονική στιγμή σήμανε την κυριαρχία των αφηγήσεων της αγοράς και την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, καθώς αναδύθηκαν νέες μη κρατικές ή ημικρατικές μορφές κοινωνικής πολιτικής. Η κρίση του 1973 αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο ιδιαίτερα για την νομιμοποίηση της κριτικής του κράτους πρόνοιας. Όπως αναφέραμε, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 187 είναι κυρίαρχη η αφήγηση για ένα κράτος πρόνοιας αναποτελεσματικό, μη αποδοτικό, γραφειοκρατικό. Πολλοί αναλυτές θεωρούν την κριτική αυτή ως κρίση του κοινωνικού κράτους (Σακελαρόπουλος 2011) . Από την άλλη όμως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε συμφωνα με την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία πως πρόκειται για μια φάση μεταλλαγής της κοινωνικής πολιτικής και του κοινωνικού κράτους. Μια τέτοια αποδοχή θα έχει ανάλογες συνέπειες και στη νοηματοδότηση των σύγχρονων κοινωνικών και πολτικών σχέσεων στο επίπεδο της πολιτειότητας. Συμπερασματικά, με δεδομένο πως ο απώτερος στόχος των υπερβάσεων των προκλήσεων που αντιμετωπίζει το κοινωνικό κράτος είναι η ρύθμιση της σχέσης του με την αγορά, ως τελικό ζητούμενο αναδύεται ο συνδυασμός της επίτευξης και της νοηματοδότησης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας. Η κριτική στο κοινωνικό κράτος αποτέλεσε ένα κοινό τόπο πολιτικών και θεωρητικών τοποθετήσεων, τόσο από την πλευρά των αναλυτών της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης όσο και από την πλευρά των μαρξιστών θεωρητικών. Επίκεντρο των προσεγγίσεων, είτε από την μία είτε από την άλλη πλευρά, αποτέλεσε η κρίση και η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους και από την άλλη η η κυριαρχία του λόγου της Αγοράς. Ο γάλλος διανοητής M. Foucault στο έργο του η Γέννηση της Βιοπολιτικής με επίκεντρο το παραπάνω δίπολο, καταγράφει πως αυτή ακριβώς η κυριαρχία του Λόγου της Αγοράς ως νεοφιλελεύθερη πρόσέγγιση της οικονομίας αλλά και των κοινωνικών σχέσεων υπό το πρίσμα της βιοπολιτικής σημαίνει την μετάβαση από την κοινωνική λογική στη λογική της Αγοράς (Foucault 2012). Είναι η καταφυγή ή η κυριαρχία του λόγου της Αγοράς η Λύση; Η κάμψη της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας ανέδειξε μια σειρά αντινομιών στο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ολοένα αυξανόμενη συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων αποτελεί μια πραγματικότητα (Piketty 2014). Ήδη από την δεκαετία του ’80 η λειτουργία του κράτους νομιμοποίησε και συστηματοποίησε μια σειρά θεσμικών λειτουργιών ανάμεσα στις οποίες είναι και η σύνδεση των κρατικών δράσεων και μιας ευρείας ποικιλίας ανάλογων δράσεων ιδιωτικών, εθελοντικών και φιλανθρωπικών οργανώσεων (Parton 1996; p. 5). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ισχύς της Ευρωπαϊκής οικονομίας γίνεται το κυρίαρχο μέλημα. Ήδη τα δεδομένα της Eurostat του 2008 (Eurostat 2010) κατέδειχναν τη δυσκολία των ευρωπαϊκών μηχανισμών, κυρίως του Ευρωπαϊκού Νότου όπως η Ελλάδα, να αντιμετωπίσουν σημαντικά ζητήματα για την κοινωνική και πολιτική συνοχή, όπως η φτώχεια, η ανισότητα αναδιανομής εισοδήματος, ή ακόμα και η χαμηλή αγοραστική δύναμη (Petmesidou 1996). Η χρηματοικονομική κρίση επιδεινώνει τα φαινόμενα και τα οικονομικά δεδομένα. (Αλεξάκης 2011, Koniordos 2011). Η κυριαρχία της οικονομίας της αγοράς όχι μόνο με όρους καθημερινής πρακτικής αλλά και με όρους Λόγου (Reason) αποκόπτει τον εργαζόμενο ως κοινωνικό υποκείμενο από το κοινωνικο-πολιτικό συγκείμενο, καθιστώντας το φόβο κυρίαρχο συναίσθημα και την αναίρεση της ανασφάλειας κυρίαρχο μέλημα τόσο υποκειμενικά, σε καθημερινό μίκρο επίπεδο- όσο και σε μακρο επίπεδο σε επίπεδο δηλαδή κοινωνικής πολιτικής (Giroux 2002). Έτσι, στο νέο πεδίο αναδύονται και 188 παγιώνονται νέα χαρακτηριστικά όπως, η αβεβαιότητα, και κυρίως η συνεχής μεταβολή. Η εξατομίκευση της Αγοράς είναι το σημαντικό χαρακτηριστικό μεταλλαγής του τομέα της Πρόνοιας. Το δρών υποκείμενο καθίσταται πελάτης/καταναλωτής, ενώ το δυναμικό management αναδεικνύει με επίταση τα ζητήματα της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας. Έτσι, σε τομείς όπως η Εκπαίδευση και η Υγεία και με κριτήριο την λογική της Αγοράς, το κόστος και η ευθύνη περνούν στην σύμβαση ως επιλογή του «καταναλωτή» (Ball 2008). Ως θεσμική απάντηση στα αγωνιώδη ερωτήματα των κοινωνιών της διακινδύνευσης προωθήθηκε το πλαίσιο που παράγεται από το μείγμα της εργασιακής ασφάλειας και της ευελιξίας της Αγοράς (Flexicurity) (E.C., 2005 & European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions, 2007). Οι μεγάλες και γραμμικές αφηγήσεις παίρνουν τέλος. Οι βραχυχρόνιες επιμέρους συμβάσεις επιλογής και η χάραξη υποκειμενικών διαδρομών, όπως για παράδειγμα στην εκπαίδευση μέσα από τρίχρονα ή και συντομότερα προγράμματα σπουδών, καθιστούν τις σύντομες και αποκομμένες υποκειμενικές στρατηγικές ως τις κυρίαρχες αφηγήσεις του κοινωνικού (Kiprianos et al. 2011). Οι μικρο-αφηγήσεις εμπεριέχουν τη ρήξη με το παρελθόν. Η γραμμικότητα και το δεδομένο αντικαθίστανται από το ντετερμινισμό της μεταβλητότητας. Η ρήξη της μικροαφήγησης, η υποχώρηση του Κοινωνικού κράτους, η μεταλλαγή του προνοιακού καπιταλισμού προς μια φιλελεύθερη καπιταλιστική σύλληψη της Αγοράς, η αναίρεση της ασφάλειας και το σημαντικότερο, η συνείδηση της διακινδύνευσης των κοινωνιών, σημασιοδότησαν το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα (Καμαριανός & Γούγα 2011). Συμπερασματικά, η παρατηρούμενη κυριαρχία του οικονομικού φιλελευθερισμού επί του προνοιακού καπιταλισμού, όπως με τον καλύτερο τρόπο αναδείχθηκε υπό το βάρος της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο και τις αντινομίες που δεν επέτρεψαν την επικράτηση του πολιτικού και τη ζητούμενη θωράκιση του κοινωνικού (Καμαριανός & Γούγα 2011). Στα 1944, ο Karl Polanyi, στο τελευταίο μέρος του έργου, Ο Mεγάλος Mετασχηματισμός (The Great Transformation) (2001), συνδέει άμεσα την αποτυχία της Αγοράς και τον αυταρχισμό (Polanyi 1944: 231-244). Τελικά, απομένει η παθολογία του πολιτικού, δηλαδή της σφαίρας της λήψης των αποφάσεων, η ποιότητα του οποίου προοικονομεί την νέα ρύθμιση. Υπό το πρίσμα της παθολογίας της δυτικής νεωτερικότητας του J. Habermas η οικονομία ως ραχοκοκκαλιά της δυτικής νεωτερικότητας συνδέεται με την πτώση του πολιτικού και οδηγούμαστε στην ανάδυση απολυταρχικών μορφών. Στη διαχείριση του προσφυγικού και γενικότερα της ετερότητας οι Νέες Τεχνολογίες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδεικνύονται σημαντικά για την ανάδυση και την μορφοποίηση των νέων πολιτικών ταυτοτήτων. Ειδικά οι Νέες τεχνολογίες αποδεικνύονται ως τα βασικά εργαλέια της ταχύτητας των αλλαγών και της ρευστότητας του κοινωνικού συνολικά, καθώς από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδεικνονται κυρίαρχα βπεριβάλλοντα δράσεων των κοινωνικών υποκειμένων. Στα περιβάλλοντα αυτά η πολυσημία, η αποκομμένες αφηγήσεις και η ρευστότητα αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά (Kamarianos, 2009). Τελικά θεωρούμε σημαντικό στο νέο προσδιορισμό της πολιτειότητας να συνυπολογίσουμε και την σημασία των αποκομέμνων αφηγήσεων και της ρευστότητας που ευαγγελίζονται τα κοινωνικά αυτά περιβάλλοντα. Άλλωστε προνομικαό πεδίο της απορύθμισης αποτέλεσαν τα μέσσα επικοινωνίας και της 189 δεκαετία του 1980. Αντί συμπεράσματος: από την απορύθμιση της παθολογίας του πολιτικού στον επαναπροσδιορισμό της πολιτειότητας Η απορύθμιση ως όρος που κατά τη δεκαετία το 1980 νοηματοδότησε θσμικές αλλαγές σε σημαντικούς χώρους όπως τα ΜΜΕ στην Ελλάδα είχε ως νοημομοποιητική βάση το επιχείρημα της ανάγκη της αγοράς για ελευθερία δράσης, ιδιαίτερα από την πλευρά του κοινωνικού υποκειμένου -καταναλωτή. Την ίδια στιγμή το διακίωμα συμμετοχής του κοινωνικού υποκειμένου στα δημόσια αγαθά διασφαλιζόταν ποιοτικά κ την λειτουργία του κοινωνικού κράτους. Η αυξανόμενη απαξίωση του δημόσιου αγαθού όλο και περισσότερο σήμανε την αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα και την μείωση της δυνατότητας ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Κατά τον γερμανό διανοητή Jurgen Habermas (1984 & 2006) η «αποιεκιοποίηση του βιόκοσμου» από την οικονομία αποτελεί σημαντικό ζήτημα για την ευρωπαική κοινωνική συνοχή και πολιτειότητα. Καθώς το Κράτος υποχωρούσε ως προς τον κοινωνικό του ρόλο και νέα πολύ-πολικά περιβάλλοντα και συνεργασίες δημιουργούνταν, τα κοινωνικά και οικονομικά στατιστικά δεδομένα αναδείκνυαν με έμφαση τα φαινόμενα αποικιοποίησης του Βιόκoσμου κατά Habermas. Νεόπτωχοι, νεοάστεγοι, αυξανόμενη ανεργία, ανισότητα και ασύμμετρες κοινωνικοπολιτικές σχέσεις. Οι προωθούμενες πολιτικές απορρύθμισης είχαν και έχουν στην αρχή τους την εισαγωγή της Αγοράς και του Λόγου της Αγοράς στην κοινωνική λειτουργία με άμεση επίπτωση τη μείωση των χρηματοδοτήσεων και την ουσιαστική υποχώρηση του Κράτους. Σύντομες και αποκομμένες υποκειμενικές στρατηγικές αποτελούν πια ιδiωτικούς γρίφους που καλούνται να λύσουν τα κοινωνικά υποκείμενα για την επιτυχία των στρατηγικών κνητικότητας ή και επιβίωσης. Η θεσμική απάντηση στα αγωνιώδη ερωτήματα των κοινωνιών της διακινδύνευσης, προϋποθέτει αφετηριακά την ύπαρξη εμπιστοσύνης αλλά και διαλογικής πρόθεσης ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη τους συλλογικούς ή μη δρώντες. Οι αξιώσεις συμμετοχής και εγκυρότητας, διασφαλίζουν την προοπτική μιας δημοκρατικής κοινωνικής πολιτικής ταυτότητας, αναιρώντας επικοινωνιακές ανισότητες και αποκλεισμούς. Υπό αυτό το πρίσμα η ρύθμιση της δημοκρατικής πολιτειότητας (citizenship) συνδέεται με την επιδίωξη της επικοινωνιακής ισότητας ως διαλογική πρόθεση αξιοπιστίας και εγκυρότητας. Υπό αυτό το πρίσμα είναι δυνατή η νοηματοδότηση της ποιότητας του επαναπροσδιορισμού των πολιτικών ταυτοτήτων με πρόταγμα τα δημακρατικά χαρακτηριστικά, επαναπροσδιορίζοντας ταυτόχρονα και τις δυνατότες σύγκλισης στο σχεδιασμό κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών. Βιβλιογραφία Ball, S. (2008), The Education Debate, London, Polity Press. 190 Beck, U. (1992), Risk Society: Towards a new modernity, New Delhi, Sage. Calhoun, C. (2003), “The Democratic Integration of Europe: Interests, identity, and the public sphere, σε” M. Berezin & M. Schain (επιμ.), Europe Without Borders: Re-mapping territory, citizenship and identity in a transnational age, Baltimore, Johns Hopkins University Press. Clark, J. (1996), “After Social Work;”, σε N. Parton (επιμ.), Social Theory, Social Change and Social Work, London, Routledge. Foucault M., (2012), Η Γέννηση της Βιοπολιτικής: Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978- 1979), Αθήνα, εκδόσεις Πλέθρον. Giroux, H. (2002), “Neoliberalism, Corporate Culture, and the Promise of Higher Education: The university as a democratic public sphere”, Harvard Educational Review, 72(4): 425-464. Habermas J. (2006), Time of Transitions, Cambridge, Polity Press. Habermas, J. (1984), The Theory of Communicative Action. Reason and the rationalization of society, v.1 &. 2., Oxford: Polity Press. Kamarianos, I. (2009), “Identity and ICT: the influence of rationality, market society and ICT in the classroom”, in J. A. Spinthourakis & I. Kamarianos (επιμ.), special issue titled: “From a National Identity to a European One”, Social Science Tribune, 55: 49-59. Kiprianos P., Kamarianos, I., Stamelos, G., & Balias, S. (2011), “Market and the Higher European Educational Policies: When the markets fail-the case of Greece”, Revista Educação Skepsis, n. 2, (I) http://academiaskepsis.org/revistaEducacao.html Koniordos S. (2011), “Living on Borrowed Money: On the social context and response of the current Greek crisis”, Economic Sociology the European Electronic Newsletter, 12 (3): 48-57. Parton, N. (ed.) (1996), Social Theory, Social Change and Social Work, London, Routledge. Pasias, G. & Flouris, G. (2011), “The European Citizensip Paradigm in a Dystopian Context: Weak symbolisms, profound deficits and measurable competences”, Citizenship, Teaching and Learning, 6 (2), σσ. 189-203. Petmesidou, M. (1996), “Social Protection in Greece: A brief glimpse of a welfare state”, Social Policy and Administration, 30(4): 324-347. Piketty Th. (2014), Capital in 21st Century, London, Harvard University Press. Polanyi K. (2001 [1944]), The Great Transformation. The political and economic origins of our time, 2nd edition, Boston, Beacon Press. Polanyi-Levitt, K. (επιμ.). (1990), The Life and Work of Karl Polanyi: A celebration, Ν.Υ., Black Rose Books. Rumford, C. (2003), “European Civil Society or Transnational Social Space? Conceptions of society in discourses of EU citizenship, governance and the democratic deficit: An emerging agenda”, European Journal of Social Theory, 6 (1): 25-43. Venieris, D. (2011), “Social Policy versus Social Inequality: Just compromising injustices?" (2011), The Greek Review of Social Research, special issue No 136c: 25-43. Αλεξάκης, Μ. (2011), «Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και Ελλάδα» στο Σ. Κονιόρδος & M. Αντωνοπούλου (επιμ.), “Ελληνική Κοινωνία 1975-2010: Μετασχηματισμοί, ανακατατάξεις, sσυγκρούσεις”, Πρακτικά 3ου Συνεδρίου της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας, Αθήνα, σσ. 21-20. Βενιέρης Δ. & Παπαθεοδώρου Χ. (2003), Η Κοινωνική Πολιτική στην Ελλάδα, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα. Γούγα, Γ. & Ι. Καμαριανός (2011), «Κοινωνιολογική Θεωρία, Κοινωνική Πολιτική και η Κρίση Χρέους: Αναιρώντας τη νομοτέλεια», 4ο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνικής Πολιτικής, Ο Ρόλος της Κοινωνικής Πολιτικής Σήμερα. Αθήνα, Ε.Ε.Κ.Π.., σσ. 1-14. Ανακτήθηκε από: http://www.eekp.gr/media/files/conf_4_sessions /fakelos4/arxeio4.3.pdf. στις 30-52015. Σακελλαρόπουλος, Θ. (2011), «Αναζητώντας το Νέο Κοινωνικό Κράτος», Social Policy Issues, σσ. 25-74. 191 192 Ζητήματα Μετα-Δημοκρατίας Ανδρέας Δ. Δαβαλάς1 Περίληψη Στις αρχές του 21ου αιώνα και στον απόηχο μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η παραδοσιακή αστική δημοκρατία δυτικού τύπου, φαντάζει ως καρικατούρα του εαυτού της. Η ακαδημαϊκή συζήτηση που μετρά ήδη αρκετά χρόνια, προσπαθεί να σκιαγραφήσει το νέο πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η μεταδημοκρατία. Αρχικά θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι ενώ το θεσμικό – νομικό πλαίσιο της δημοκρατίας εκσυγχρονίζεται, η ποιοτική της λειτουργία υποβαθμίζεται σε τέτοιο βαθμό που μιλάμε πλέον για έλλειμμα αντιπροσωπευτικότητας ή μια δημοκρατία που νοσεί. Μερικές βασικές παράμετροι που ορίζουν τις ανωτέρω εξελίξεις σχετίζονται με την υποβάθμιση της πολιτικής έναντι της οικονομικής εξουσίας, το ρόλο των ΜΜΕ και γενικότερα τη διαχείριση της πληροφορίας και τέλος με την ευρύτερη έννοια της κοινωνίας του ρίσκου. Καθώς για την δημοκρατία δεν υπάρχουν υποκατάστατα, είναι επιτακτική η ανάγκη να δουλέψουμε έγκαιρα για την λειτουργική της αναβάθμιση, πριν γίνουμε μάρτυρες κοινωνικών παθογενειών που θα δοκιμάσουν τα όρια συνοχής της κοινωνίας μας. Λέξεις-κλειδιά: μεταδημοκρατία, κρίση της δημοκρατίας, έλλειμμα αντιπροσωπευτικότητας Η λήξη του ψυχρού πολέμου και η επέλαση της παγκοσμιοποίησης, άλλαξε αμετάκλητα τον τρόπο θέασης του κόσμου. Σε επίπεδο οικονομίας, αναπτύχθηκε μια φιλολογία αέναης ανάπτυξης βασισμένης στην απρόσκοπτη επικράτηση του καπιταλισμού, η οποία με τη σειρά της θα τροφοδοτούσε την κοινωνική ευημερία και το στέριωμα της αστικής δημοκρατίας. Αυτή η φαινομενικά αναπάντεχη ιδεολογική καταρράκωση του αντιπάλου δέους, γέμισε με υπερφίαλη αυτοπεποίθηση το δυτικό μπλοκ και οδήγησε σε μια (ψευδ)αίσθηση του τέλους της ιστορίας. Όμως, όπως συμβαίνει στις περισσότερες αντίστοιχες περιπτώσεις, η ιστορία δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Έτσι η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και διαδόθηκε όπως η φωτιά στα ξερά χόρτα, έφερε τον καπιταλισμό αντιμέτωπο με τις ίδιες του τις αδυναμίες. Η ανάλυση των αιτιών της κρίσης εκφεύγει από τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης, ωστόσο έπαιξε καθοριστική σημασία στην ανάδειξη του θέματος που θα μας απασχολήσει εδώ, ήτοι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οικοδομείται η μεταδημοκρατία της εποχής μας. Παρότι λοιπόν η έννοια της μεταδημοκρατίας συγκροτήθηκε πριν την κρίση, 2 έχουμε την εντύπωση ότι κρίση εμπλούτισε τον σχετικό προβληματισμό και ταυτόχρονα 1 Δρ. Πολιτικής Κοινωνιολογίας Παν/μιου Αιγαίου, mail:
[email protected]2 Βλ. ενδεικτικά, Giddens (2001), C. Crouch (2003) και Ch. Mouffe (2004). 193 τον γείωσε στις πραγματικές προκλήσεις που αυτή αποκάλυψε σε όλη τους την ένταση. Αρχικά θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε τον όρο της μεταδημοκρατίας με την έννοια ότι η πρόθεση μετά- δεν υποδηλώνει κυρίως το επέκεινα αλλά μια ποιοτική μετάλλαξη πάνω σε μια υφιστάμενη δομή που είναι ιστορικά παρούσα. Πόσο μάλλον όταν σε θεσμικό επίπεδο, η δημοκρατία έχει θεσμικά κατοχυρωθεί σε αξιοζήλευτο βαθμό. Πέρα από τη συνταγματοποίηση ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, (αρχή του κράτους δικαίου, της διάκρισης των λειτουργιών και του κοινωνικού κράτους) ο νομικός μας πολιτισμός έχει ενσωματώσει ένα ευρύ αξιακό πλαίσιο που προασπίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την ισότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημοκρατική αρχή. 3 Ταυτόχρονα όμως, και κυρίως όταν η κρίση ενέσκηψε, το έλλειμμα ουσιαστικής δημοκρατικής νομιμοποίησης, 4 κατέστη ορατό για γυμνού οφθαλμού. Η πιο προωθημένη εκδοχή της δυτικής δημοκρατίας του 21ου αιώνα φάνηκε ανίσχυρη να αναμετρηθεί με τον ακροδεξιό λαϊκισμό και εκφάνσεις κοινωνικής παθολογίας (ρατσισμός, ξενοφοβία, κοινωνικός αποκλεισμός κλπ) που θεωρούσαμε ότι είχαν καταδικασθεί αμετάκλητα μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Εξάλλου η οικονομική κρίση, απέδειξε ότι ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στέκονταν σε γυάλινα πόδια, στο βαθμό που ο ευρωσκεπτικισμός κατέστη δημοφιλής πολιτική ιδεολογία στους κόλπους πολλών κρατών. Οι προβληματισμοί που διατυπώθηκαν με την επέλαση της παγκοσμιοποίησης, αποδείχθηκαν επιεικείς μπροστά στα δημοκρατικά αδιέξοδα που προκάλεσε η κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο των ανατροπών και της συνεχούς ρευστότητας, όπου το παλιό φαίνεται ξεπερασμένο και το νέο αργεί να γεννηθεί, η δημοκρατία ακροβατεί επικίνδυνα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ο Ulrich Beck το διατύπωσε προφητικά λέγοντας ότι οι μικροαστικές προσόψεις της παλιάς δημοκρατίας της Δύσης διατηρούνται και πίσω απ’ αυτές αλλάζουν ταυτοχρόνως οι τοίχοι και τα πατώματα, δεν μένει ούτε πέτρα, ούτε μια αρχή στη θέση της (Beck 1996: 253-254 . Κατά συνέπεια δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η συζήτηση για τη μεταδημοκρατία εμφιλοχωρεί στο διάκενο μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής δημοκρατίας. Ας προσπαθήσουμε όμως να περιγράψουμε σε αδρές γραμμές, το πλαίσιο μέσα στο οποίο η μεταδημοκρατία καλείται να δώσει απαντήσεις στις προκλήσεις του μέλλοντος. Η υποβάθμιση της πολιτικής έναντι της οικονομικής εξουσίας Το κράτος, καθώς διαθέτει πεπερασμένες δυνατότητες σε ένα ασταθές παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, αδυνατεί να εγγυηθεί την κοινωνική συνοχή και τις δημοκρατικές κατακτήσεις των πολιτών του. Ο Al. Touraine (2011: 32) 3Βλ. ενδεικτικά: Κοϊμτζόγλου & Τσιμάρας (2011). 4Το φαινόμενο αυτό δηλ. οι «ώριμες» δυτικές δημοκρατίες να προκαλούν μεγαλύτερο βαθμό απογοήτευσης στους πολίτες και μικρότερο δείκτη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς, ο Giddens (2001: 118) το αποκάλεσε «δημοκρατικό παράδοξο». 194 σε μια εύστοχη κοινωνιολογική ανάλυση της κρίσης διαπίστωσε: «Η παγκοσμιοποίηση του οικονομικού συστήματος αποδυναμώνει κυρίως τα μέσα παρέμβασης που διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα εθνικό πλαίσιο, ιδιαίτερα την ικανότητα ρύθμισης και ελέγχου των σχέσεων ανάμεσα σε οικονομικά υποκείμενα». Και ο M. Arriaga (2015: 35) συμπλήρωσε: «Ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός αποφάσεων λαμβάνεται σε υπερεθνικό επίπεδο και οι εθνικές κυβερνήσεις δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να τις εφαρμόσουν». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί πως η σταδιακή αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής μετά το 89, δεν υπερκέρασε απλώς τις ψυχροπολεμικές διακρίσεις μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, αλλά την υποβάθμισε σε επίπεδο διαχειριστή των δυσλειτουργιών της αγοράς. Με τους τεχνοκράτες να έχουν τον πρώτο λόγο και τους πολιτικούς να ενδίδουν στην παντοδυναμία των αγορών που διψούσαν για ελαχιστοποίηση των κρατικών παρεμβάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία στριμώχθηκε στο περίφημο τρίτο δρόμο του Μπλέρ, δηλαδή μια καμουφλαρισμένη θατσερική εκδοχή του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Τις ολέθριες συνέπειες για την ίδια πρωτίστως την οικονομία τις περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Fr. Morin: Πρέπει λοιπόν να εξετάσουμε όχι μόνο τις άμεσες αιτίες της χρηματοπιστωτικής αναταραχής, αλλά και εκείνο που βρίσκεται στα ίδια της τα θεμέλια: το παράλογο χάσμα που δημιουργήθηκε εδώ και τριάντα χρόνια ανάμεσα στον χρηματοοικονομικό τομέα και στην πραγματική οικονομία. Το χάσμα αυτό γεννήθηκε μέσα από τη διαδικασία απελευθέρωσης των νομισματικών και χρηματοοικονομικών αγορών (Morin 2011: 33): Ωστόσο η γιγάντωση της δύναμης των αγορών και των κερδοσκοπικών funds, τους κατέστησε υπέρτατους κριτές των κρατικών πολιτικών στο βαθμό που έχουν την δυνατότητα να τιμωρούν με αυξημένο κόστος δανεισμού όσα κράτη δεν συμμορφώνονται με την οικονομική «ορθοδοξία» του νεοφιλελευθερισμού. Με το σκεπτικό αυτό, «οι πολιτικοί, από τη στιγμή που αναλαμβάνουν κάποιο αξίωμα, ανακαλύπτουν ότι είναι τελικά ανίσχυροι να αλλάξουν ακόμα και ελάσσονες παραμέτρους στη λειτουργία της κοινωνίας» (Arriaga 2015: 33). Αλλά ακόμα κι αν κάποιος θαρραλέος οραματιστής επιχειρήσει να υπερβεί τα εσκαμμένα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απειλή απόσυρσης των «επενδυτικών» κεφαλαίων από τη χώρα του, που θα επιφέρει τον οικονομικό μαρασμό και την πολιτική αστάθεια. Ο Th. Piketty στη διάσημη πραγματεία του για το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα, επεσήμανε από την αρχή κιόλας του έργου του, τους κινδύνους που περιέχει η διελκυστίνδα οικονομίας – πολιτικής, για την δεύτερη εξ αυτών: Εφόσον το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου υπερβαίνει διαρκώς το ρυθμό αύξησης του εισοδήματος, ο καπιταλισμός παράγει μηχανικά ανισότητες αφόρητες και αυθαίρετες, υποσκάπτοντας τις αρχές της αξιοκρατίας στις οποίες θεμελιώνονται οι δημοκρατικές μας κοινωνίες (Piketty 2017: 15). 195 Ο ρόλος των ΜΜΕ και η διαχείριση της πληροφορίας Στο βαθμό που τα ΜΜΕ έχουν καταστεί όργανο μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, και η πολιτική είναι δεμένη στο άρμα της οικονομίας, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να συνειδητοποιήσουμε ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι απίθανο να αγνοήσει τα ζωτικά συμφέροντα των απανταχού ισχυρών. Πόσο μάλλον όταν η άμβλυνση των ιδεολογικών διαχωριστικών γραμμών, έχει καταστήσει τον πολίτη, υποψήφιο πελάτη κάθε απαστράπτουσας προεκλογικής καμπάνιας. Ο David Runciman το διατύπωσε παραστατικά ως εξής: Οι εκλογές αναδεικνύουν τον νικητή της διαφημιστικής κούρσας – και έχουν κερδηθεί και χαθεί περιουσίες στο παιχνίδι της παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών στους πολιτικούς προκειμένου να επικρατήσει το δικό τους προϊόν στην εκάστοτε αγορά (Runciman 2019: 220). Παράλληλα, το ίδιο το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου υποβαθμίζεται όταν προσπαθεί να προσαρμοσθεί στα καλούπια της επικοινωνιακής στρατηγικής και σε κάθε περίπτωση αποκλείεται να ριζοσπαστικοποιηθεί υπό το καθεστώς της μηντιακής δημοκρατίας. Ο Colin Crouch (2006: 58) το διατυπώνει εύστοχα: Μολονότι διεξάγονται εκλογές και οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν, ο προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ανταγωνιστικές ομάδες επαγγελματιών ειδικευμένων στις τεχνικές της πειθούς, και επικεντρώνεται στενά σε ένα μικρό φάσμα θεμάτων που επιλέγονται από τις συγκεκριμένες ομάδες (Crouch 2006: 58) . Αλλά και η ίδια η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού δεν μένει ανέπαφη από τη μηντιοποίηση της πολιτικής. Τα κόμματα σε αγαστή συνεργασία με τα κανάλια έχουν την δυνατότητα να επηρεάζουν έμμεσα αλλά δραστικά, τις πολιτικές προτιμήσεις των ακροατών. Οι image makers μπορούν εύκολα να κατασκευάζουν και να προβάλλουν ως κατάλληλα, τα επιθυμητά πολιτικά πρόσωπα από τα οποία προσδοκούν είτε ότι θα προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, είτε ότι θα εγγυηθούν δια της αδρανείας τους, τη μη μεταβολή του status quo. Σε κάθε πάντως περίπτωση, κι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αν δεν έχεις μηντιακό αποτύπωμα δεν υπάρχεις στην πολιτική σκηνή. Αυτή η εξίσωση της πολιτικής με το star system όχι απλώς στερεί ευκαιρίες εκλογής σε νέους, αδέκαστους πολιτικούς, αλλά διαιωνίζει ένα παιχνίδι εναλλασσόμενης απογοήτευσης στο εκλογικό κοινό που τελικά έχει απαξιώνει την ίδια τη δημοκρατία στο βαθμό που επικρατεί ο μηδενισμός. Ωστόσο η εμφάνιση και η ραγδαία εξάπλωση της χρήσης του διαδικτύου κατά τη δεκαετία του 90, δημιούργησε βάσιμες ελπίδες για τον εκδημοκρατισμό της πληροφόρησης καθώς επρόκειτο για θεωρητικά ακηδεμόνευτο και εκ της φύσης του πλουραλιστικό μέσο διάδοσης της ενημέρωσης. Παρά ταύτα το διαδίκτυο συμβολίζει την επανάσταση που δεν έγινε, παρότι πολλά κοινωνικά κινήματα υπήρξαν αποτέλεσμα επιτυχούς αυτοοργάνωσης των πολιτών. Αν όμως αναλογισθούμε ότι η εκλογική επικράτηση του Donald Trump βασίστηκε 196 στο ίδιο μέσο, τότε δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το internet έχει υποκύψει σε μεγάλο βαθμό, στην επιχειρηματική μηντιοκρατία. Η κοινωνία του ρίσκου που παράγει αστάθεια στα όρια αντοχής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο Ulrich Beck μίλησε προφητικά για την κοινωνία του ρίσκου ως ορόσημο της μετανεωτερικότητας. Εισήγαγε έτσι την έννοια της διαχείρισης της αβεβαιότητας και των κινδύνων που η ίδιες οι κοινωνίες προκαλούν υπό συνθήκες διαρκούς ρευστότητας. Πρόκειται γι αυτό που ο Giddens (2001: 64) αποκάλεσε αργότερα, κατασκευασμένο ρίσκο, ως επίδραση της εξελισσόμενης γνώσης πάνω στον κόσμο μας. Αξίζει να συνοψίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας κοινωνικής αρχιτεκτονικής όπως την περιέγραψε ο Beck (2015: 50-52): Α) Οι διακινδυνεύσεις στην ύστερη νεωτερικότητα διαφέρουν ουσιαστικά από την κατανομή του πλούτου, παρότι δεν αποκλείεται η κατανομή τους κατά ένα διαστρωματωμένο ή ταξικό τρόπο. Β) Ενέχουν το σύνδρομο του μπούμερανγκ δηλαδή σε αντίθεση με τις κλασικές ταξικές κοινωνικές ανισότητες, μπορεί να μετατρέψουν και τους θύτες σε θύματα. Γ) Η διάχυση της διακινδύνευσης και η επέκτασή της σε νέα πεδία, απειλεί να μετατρέψει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε κανόνα. Παρότι όμως η κοινωνία του ρίσκου δεν αναδιανέμει τον πλούτο με τα κλασικά ταξικά χαρακτηριστικά, προσφέρει ισομερώς την αίσθηση της διαρκούς αστάθειας στα όρια του υπαρξιακού άγχους. Σε συνέχεια των ανωτέρω, ρευστοποιούνται οι βεβαιότητες εκείνες που πλήττουν το αξιακό οπλοστάσιο της δημοκρατίας. Οι κοινωνικές κατακτήσεις της εργασίας και της πρόνοιας υποκαθίστανται από την απασχόληση και την ελεημοσύνη, σε ένα πλαίσιο ατομοκεντρισμού και διάχυτου φόβου. Τα μηνύματα που εκπέμπονται από τους χώρους της πολιτικής εξουσίας προς τους εύπορους αλλά και προς τους δύσμοιρους παρουσιάζουν την αύξηση της ευελιξίας ως τη μοναδική θεραπεία για την ήδη αφόρητη ανασφάλεια (Bauman 2017: 35). Η παράπλευρη απώλεια της εν λόγω «συνταγής» μπορεί να είναι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, καθώς το ανελέητο κυνήγι της ανταγωνιστικότητας, μετατρέπει βίαια πρώην εργαζόμενους σε άνεργους και πρώην ευκατάστατους σε νεόπτωχους. Ο Bauman (2017: 120) το περιέγραψε εύγλωττα γράφοντας: «Σήμερα, μόνο μια λεπτή διαχωρίζει τους ανέργους, και ιδιαίτερα τους μακροχρόνια ανέργους, από την πτώση στη χοάνη της τάξης των παριών». 197 Αντί συμπεράσματος. Η μεταδημοκρατία σε σταυροδρόμι Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διαβαίνουμε ένα ιστορικό σταυροδρόμι μετάλλαξης της δημοκρατίας. Τα διλήμματα για το μέλλον της δεν είναι θεωρητικά, αλλά προσδιοριστικά του μέλλοντος της κοινωνίας. Η μεταδημοκρατία, είτε θα υποστασιοποιήσει μια πολιτική όπου μια ολιγαρχία θα διαχειρίζεται σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του κόσμου και θα χειραγωγεί τις μάζες (Crouch 2006: 6), είτε θα ξανασμίξει με την κοινωνία για να εκφράσει τις ανάγκες της και να υπηρετήσει τα οράματά της. Στο πρώτο σενάριο ελλοχεύει ο κίνδυνος αποδόμησης της κοινωνικής αλληλεγγύης και υποβάθμισης της πολιτικής σε επίπεδο πυροσβέστη των κρίσεων που θα ξεσπούν με αυξημένη συχνότητα. Θα διολισθήσουμε έτσι σε μια απολιτίκ εκδοχή τυπικής δημοκρατίας όπου η απάθεια θα απονευρώσει κάθε ανανεωτική δυναμική. Αντιθέτως, αν η δημοκρατία εμπλουτισθεί με την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών, τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος θα ισχυροποιηθούν και η μεταδημοκρατία θα ανοίξει νέες προοπτικές ευημερίας των λαών. Βιβλιογραφία Arriaga, M. (2015), Για την Επανεκκίνηση της Δημοκρατίας, μτφ. Ηλ. Παπαζαχαρίας, Αθήνα, εκδόσεις Αιώρα. Bauman, Z. (2017), Ρευστοί Καιροί, μτφ. Κων. Γεώρμας, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίμιο. Beck, U. (1996), Η Επινόηση του Πολιτικού, μτφ. Κων. Καβουλάκος, Αθήνα, εκδόσεις Λιβάνη. Beck, U. (2015), Κοινωνία της Διακινδύνευσης, μτφ. Ηρ. Οικονόμου, Αθήνα, εκδόσεις Πεδίο. Crouch, C. (2006), Μεταδημοκρατία, μτφ Αλ. Κιουπκιολής, Αθήνα, εκδόσεις Εκκρεμές. Giddens, A. (2001), Ο Κόσμος των Ραγδαίων Αλλαγών, μτφ. Κων. Γεώρμας, Αθήνα, Μεταίχμιο. Morin, F. (2011), Ένας Κόσμος Χωρίς τη Wall Street; μτφ. Αρ. Κομνηνέλλη, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Piketty, T. (2017), Το Κεφάλαιο τον 21ο Αιώνα, μτφ. Ελ. Παπαδάκη, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Runciman, D. (2019), Έτσι Τελειώνει η Δημοκρατία; Μτφ. Π. Γεωργίου, Αθήνα, Πατάκης. Touraine, A. (2011), Μετά την Κρίση, μτφ. Μ. Μαλαφέκα, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Κοϊμτζόγλου, Ι. & Τσιμάρας, Κ. /νος (2011), Συνταγματικό Δίκαιο−Σημειώσεις, εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα, στο http://users.uoa.gr/~ahatzis/EAP_Notes1.pdf 198 Ο Βίος της Αιγυπτιακής Κοπτικής Κοινότητας μετά την ‘Αραβική Άνοιξη’ Σταύρος Ι. Δρακουλαράκος1 Περίληψη Οι Κόπτες της Αιγύπτου αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακά χριστιανική κοινότητα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ. Η εγκατάσταση του Προέδρου Αλ-Σίσι στην εξουσία συνοδεύτηκε από την άμεση στήριξη της θρησκευτικής και πολιτικής τους ηγεσίας, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον Πάπα της Κοπτικής Εκκλησίας της Αιγύπτου Θεόδωρο Β’. Τα αίτια που οδήγησαν στην στήριξη του Προέδρου Αλ-Σίσι εντοπίζονται στην προηγούμενη κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο βίος του κοπτικού πληθυσμού είχε υποβαθμιστεί σημαντικά, στα ζητήματα κοινωνικής συνύπαρξης με τον μουσουλμανικό πληθυσμό, καθώς και σε θέματα αναφορικά με την στοχοποίηση της χριστιανικής κοπτικής κοινότητας από τρομοκρατικούς παράγοντες. Τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο τα ληφθέντα μέτρα της αιγυπτιακής ηγεσίας έχουν τη δυνατότητα να συμβάλλουν ουσιαστικά και σε βάθος χρόνου στην καταπολέμηση του κοινωνικού διχασμού μεταξύ των Κοπτών και των Σουνιτών, καθώς και στην προστασία της κοπτικής κοινότητας από εξωγενείς τρομοκρατικούς παράγοντες. Λέξεις-κλειδιά: Αίγυπτος, Κόπτες, Αλ-Άζαρ, Μέση Ανατολή, τρομοκρατία, Χριστιανοί Οι Κόπτες της Αιγύπτου αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακά χριστιανική κοινότητα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ. Εκτιμάται ότι αριθμούν περί τα δέκα εκατομμύρια άτομα, ή περί το 10% του πληθυσμού της χώρας. Η χριστιανική, μαζί με τη μουσουλμανική και την εβραϊκή αποτελούν επίσημες αναγνωρισμένες θρησκείες από το αιγυπτιακό κράτος. Παρά το γεγονός αυτό, οι Κόπτες συχνά θεωρούνται στην καθημερινότητά τους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή και ως άπιστοι στην Αίγυπτο (Ibrahim 2019). Η εγκατάσταση του Προέδρου Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι στην εξουσία το 2013 με στρατιωτικό πραξικόπημα συνοδεύτηκε από την άμεση στήριξη της θρησκευτικής και πολιτικής τους ηγεσίας, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον Πάπα της Κοπτικής Εκκλησίας της Αιγύπτου Θεόδωρο Β’ (ή Tawandros). Τα αίτια που οδήγησαν στην στήριξη του Προέδρου Αλ-Σίσι εντοπίζονται στην προηγούμενη βραχύβια κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Πρόεδρου Μοχάμεντ Μόρσι του 2012-2013 μετά την έκρηξη της αραβικής άνοιξης ένα έτος νωρίτερα και τη διεξαγωγή εκλογών 1 Διευθυντής Έκδοσης, Κέντρο Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
[email protected]199 (Makar 2016, Middle East Eye 2018). Κατά τη διάρκεια της θητείας του Μόρσι, ο βίος του κοπτικού πληθυσμού είχε υποβαθμιστεί σημαντικά σε σύγκριση με την εποχή του Προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την άνοδο του Αλ-Σίσι στην εξουσία σημειώθηκαν σοβαρά περιστατικά με αντίποινα κατά των Κοπτών από υποστηρικτές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η εποχή Αλ-Σίσι συνοδεύτηκε από υποσχέσεις περί ειρηνικής διαβίωσης και προστασίας από ακραία περιστατικά, την επισκευή εκκλησιών από τον στρατό, καθώς και την εθιμική του πλέον παρουσία σε χριστιανικές εορταστικές τελετές όπως των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Το γεγονός αυτό έδινε έμφαση στην κρατική αναγνώριση αναφορικά με το ότι οι Χριστιανοί της χώρας αποτελούν ισότιμους πολίτες με τον υπόλοιπο πληθυσμό (Hoyle 2020). Ωστόσο, η διαβίωση υπό τον Πρόεδρο Αλ-Σίσι συνέχισε να περιβάλλεται από προβλήματα, τόσο στο επίπεδο της κοινωνικής συνύπαρξης με τον μουσουλμανικό πληθυσμό, όσο και σε ζητήματα αναφορικά με την στοχοποίηση της χριστιανικής κοπτικής κοινότητας από τρομοκρατικούς παράγοντες. Τουλάχιστον μία φορά το μήνα από την άνοδο του Αλ-Σίσι στην εξουσία, σημειώνεται ένα περιστατικό βίας κατά του κοπτικού πληθυσμού, είτε αυτό είναι σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Θα αναφέρουμε συνοπτικά την καταστροφή εκκλησιών, αυθαίρετων τόπων λατρείας και νεκροταφείων, τους διωγμούς χριστιανικών πληθυσμών από τις οικίες τους, τις ξαφνικές βίαιες συμπλοκές (ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή προσβολή στα μουσουλμανικά ήθη) κατά Κοπτών πολιτών με στόχο τον εξευτελισμό τους ή τη δολοφονία τους, όπως και προσπάθειες να αλλαξοπιστήσουν και απαγωγές γυναικών και κοριτσιών κοπτικής θρησκείας (Makar 2016, Hoyle 2020). Συγκεκριμένα, η άσκηση του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας των Κοπτών αντιμετωπίζει εγγενή προβλήματα όσον αφορά τη νομιμοποίηση και απρόσκοπτη λειτουργία των εκκλησιών τους, όπως και την αντιμετώπισή τους από το κράτος σε περιπτώσεις αντιδικίας με τους σουνίτες συμπολίτες τους. Το μεγαλύτερο βάρος της κρατικής προστασίας και παρέμβασης φαίνεται να εντοπίζεται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας. Αντιθέτως ιδιαίτερα ευάλωτη εμφανίζεται η επαρχία και ιδιαίτερα η περιοχή του Αλ-Μίνια στο κέντρο της χώρας όπου παρατηρούνται και τα περισσότερα περιστατικά (77 μεταξύ 2011-2016 βάσει του Egyptian Initiative for Personal Rights). Συνηθέστερη έκβαση των διαπληκτισμών μεταξύ κοπτικών και μουσουλμανικών πολιτών είναι η σύσταση επιτροπών διαμεσολάβησης και συμφιλίωσης (με εκπροσώπους των κοινοτήτων και κάποιον αμέτοχο μεσολαβητή) αντί της υποβολής σε επίσημα δικαϊκά μέσα, οι οποίες καταλήγουν σχεδόν παραδοσιακά προς όφελος του μουσουλμανικού πληθυσμού (El- Mahdawy 2019, Kartveit 2017). Επιπρόσθετα, η συνεχής στοχοποίηση των Κοπτών από ριζοσπαστικούς και τρομοκρατικούς παράγοντες κατέστησε επιτακτική τη λήψη σημαντικότερων μέτρων ασφαλείας, τα οποία θα εξασφάλιζαν την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των χριστιανικών εορτών. Είναι γνωστό πλέον ότι οι Κόπτες αποτελούν το αγαπημένο θήραμα των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, όπως έχουν υπερηφανευτεί κατά καιρούς ηγετικές προσωπικότητες του (Tadros 2017). Το ζήτημα των παράνομων και αυθαίρετων εκκλησιών αποτελεί θέμα του οποίου οι προσπάθειες επίλυσης δημιούργησαν επιπρόσθετα προβλήματα χωρίς ουσιαστική αποκλιμάκωση της κατάστασης. Με την προώθηση και ψήφιση νομοσχεδίου το καλοκαίρι του 2017 αναφορικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να 200 έχουν χριστιανικές εκκλησίες για να θεωρούνται νόμιμες αλλά και να μπορούν να χτιστούν καινούργιες, η κυβέρνηση Αλ-Σίσι προσπάθησε να οριοθετήσει ένα πλαίσιο, χάρη στο οποίο οι χριστιανικοί τόποι λατρείας δεν θα αποτελούσαν στόχο ακραίων επιθέσεων και θα οδηγούσαν στην ομαλότερη διαβίωση των θρησκευτικών κοινοτήτων μεταξύ τους. Παρά το γεγονός ότι η πρωτοβουλία αυτή οδήγησε στη νομιμοποίηση, αναστήλωση και κατασκευή εκκλησιών, το φαινόμενο των επιθέσεων κατά των εκκλησιών δεν ατόνησε. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να δοθεί και στο ότι το νομοσχέδιο όριζε πως σε περίπτωση που θεωρούσε ο αρμόδιος νομάρχης ότι η ίδρυση εκκλησίας μπορούσε να οδηγήσει σε διαπληκτισμούς μεταξύ των κοινοτήτων, τότε το ζήτημα της εκκλησίας δεν θα προχωρούσε (World Watch Monitor 2018, Human Rights Watch 2016, Watkins 2019). Ωστόσο, θα σημειώσουμε τα πρόσφατα (1/2019) εγκαίνια – παρουσία του Αλ-Σίσι – του μεγαλύτερου καθεδρικού ναού στη Μέση Ανατολή κοντά στο Νέο Κάιρο (η νέα διοικητική πρωτεύουσα της χώρας) υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας, ο οποίος παρουσιάστηκε ως σύμβολο των καλών και αγαθών σχέσεων μεταξύ της Αιγύπτου και της κοπτικής κοινότητας. Αναμφισβήτητα, η διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης Αλ-Σίσι, των οπαδών της μουσουλμανικής αδελφότητας και των οπαδών του Ισλαμικού Κράτους βρίσκει την κοπτική κοινότητα στο επίκεντρό της, λόγω της σταθερής στήριξής τους στην κυβέρνηση από το 2013. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι οι Κόπτες έχουν θρησκευτικό τατουάζ με τον σταυρό στον καρπό τους δεν βοηθά στο να μην αποτελούν εύκολα θύματα για τα ακραία ρεύματα της αιγυπτιακής κοινωνίας. Οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους και τα ακραία ρεύματα έχουν με την πάροδο των ετών και εισχωρήσει στην Αίγυπτο και προωθούν την ατζέντα τους εις βάρος της κοπτικής χριστιανικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τις συχνές επιθέσεις κατά εκκλησιών (πχ Άγιος Πέτρος και Άγιος Παύλος δίπλα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάρκου στο Κάιρο το 2016), καθώς και σε περιοχές με σημαντικό κοπτικό πληθυσμό όπως αυτή του Σινάι (πχ επιθέσεις σε λεωφορεία). Στην τελευταία, έχει σημειωθεί σημαντική μετατόπιση του κοπτικού πληθυσμού λόγω της έλλειψης παροχής εχεγγύων ασφαλείας από τα κρατικά μέσα (Azer 2019, Shea 2017, El-Fekki & Malsin 2019). Γι’ αυτό το λόγο παρατηρείται μια προσπάθεια από την πλευρά της κυβέρνησης («Θρησκευτική Επανάσταση») καθώς και από το Πανεπιστήμιο του Αλ-Άζαρ να μεταρρυθμίσουν το θρησκευτικό curriculum που διδάσκεται στην Αίγυπτο ώστε να καταστεί η κοινωνική θρησκευτική συνύπαρξη εφικτή στο μέλλον (Linn & Linn 2015, Marisya 2016). Έτσι, σημειώθηκαν ενέργειες όπως αυτή της ίδρυσης των fatwa kiosks σε σημεία με σημαντικό πληθυσμό, τα οποία είχαν ως στόχο την ενημέρωση των πολιτών αναφορικά με τις αρχές του Ισλάμ, αλλά και ενεργότερη ενασχόληση και παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την περιθωριοποίηση των τηλεοπτικών ιμάμηδων ως φερέφωνων του Ισλάμ (Ahram Online 2017, Al-Shahid 2018, Asharq Al- aswat 2019, Egypt Today 2019). Ωστόσο, η σύμπλευση μεταξύ της κυβέρνησης και του Αλ-Άζαρ δεν είναι πάντα δεδομένη, καθώς το τελευταίο επιδιώκει να διατηρήσει την αυτονομία του από τα πολιτικά πράγματα ως σύμβολο θρησκευτικής αρχής για το Ισλάμ (Eltohamy 2019, Khalid 2017). Παρά ταύτα, τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο τα ληφθέντα μέτρα της αιγυπτιακής ηγεσίας έχουν τη δυνατότητα να συμβάλλουν ουσιαστικά και σε βάθος χρόνου στην καταπολέμηση του κοινωνικού διχασμού μεταξύ των Κοπτών και των Σουνιτών, καθώς και στην προστασία της κοπτικής κοινότητας από εξωγενείς 201 τρομοκρατικούς παράγοντες (Amin 2016). Δεδομένου ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν αποτελεί πρότυπο δημοκρατικού πολιτεύματος σε όλους τους τομείς, ερωτάται κανείς το κατά πόσο οι προσπάθειές της αναφορικά με τον κοπτικό πληθυσμό θα προσφέρουν τα απαραίτητα εχέγγυα ώστε η κοπτική κοινότητα να μπορέσει να παραμένει στη γενέτειρά της και να μην αναγκαστεί να μεταβεί σε άλλες χώρες όπως παλαιότερα ο ακμάζων εβραϊκός πληθυσμός. Βιβλιογραφία Ahram Online (2017), “Azhar Opens Fatwa Kiosks in Cairo Metro Station to Counter Extremism”, διαθέσιμο από: http://english.ahram.org.eg/NewsContent/1/64/273950/Egypt/Politics- /Azhar-opens-fatwa-kiosks-in-Cairo-metro-station-to.aspx Al-Shahid (2018), “Will Northern Sinai’s New Cultural Centers Promote Moderate Islam?”, διαθέσιμο από: https://alshahidwitness.com/northern-sinai-centers-islam/ Amin, S. (2016), “President Sisi’s Promise of Religious Revolution Remains Unfulfilled”, Egyptian Streets, διαθέσιμο από: https://egyptianstreets.com/2016/07/05/president-sisis-promise- of-religious-revolution-remains-unfulfilled/ Asharq Al-awsat (2019), “Azhar Celebrates Easter with Copts, Criticizes Use of Religion in Fueling Conflicts”, διαθέσιμο από: https://aawsat.com/english/home/article/1698691/azhar-celebrates-easter-copts- criticizes-use-religion-fueling-conflicts Azer, S. (2019), “Egypt’s Coptic Christians: Between the hammer of an authoritarian regime and the anvil of terrorism”, Mada Masr, διαθέσιμο από: https://madamasr.com/en/2019/01/07/opinion/u/egypts-coptic-christians-between-the- hammer-of-an-authoritarian-regime-and-the-anvil-of-terrorism/ Egypt Today (2019), “Academy for Preachers to be Inaugurated on Jan. 20”, διαθέσιμο από: http://www.egypttoday.com/Article/1/63218/Academy-for-preachers-to-be-inaugurated- on-Jan-20 El-Fekki, A. & Malsin, J., “Anti-Christian Violence Surges in Egypt, Prompting an Exodus”, The Wall Street Journal, διαθέσιμο από: https://www.wsj.com/articles/anti-christian-violence- surges-in-egypt-prompting-an-exodus-11556290800 El-Mahdawy, H. (2019), “Coptic Christian Place of Worship Shuttered in Minya after Muslim Residents Protest”, Mada Masr, διαθέσιμο από: https://madamasr.com/en/2019/01/16/news/u/coptic-christian-place-of-worship- shuttered-in-minya-village-after-protests-by-muslim-residents/ Eltohamy, A. (2019), “Sisi Keeps Watchful Eye on Al-Azhar's Growing Role Abroad”, Al-Monitor, διαθέσιμο από: https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2019/04/azhar-grand-imam- moderate-islam-terrorism-organizaitons.html#ixzz5oILNwPow Hoyle, C. (2020), “Saviour or Dictator: Copts in Sisi's Egypt trapped by a strongman's balancing act”, The New Arab, διαθέσιμο από: https://www.alaraby.co.uk/english/indepth/2020/2/4/copts-in-egypt-trapped-between-a- strongman-and-saviour Human Rights Watch (2016), “New Church Law Discriminates Against Christians”, διαθέσιμο από: https://www.hrw.org/news/2016/09/15/egypt-new-church-law-discriminates- against-christians 202 Ibrahim, R. (2019), “'Reconciling' Egypt's Coptic Christians to Second-Class Status”, Coptic Solidarity, διαθέσιμο από: https://www.copticsolidarity.org/2019/05/14/reconciling- egypts-coptic-christians-to-second-class-status/ Karveit, B. H. (2017), “Egyptian Copts Under Attack: The frailty of a national unity discourse”, Middle East Institute, διαθέσιμο από: https://www.mei.edu/publications/egyptian-copts- under-attack-frailty-national-unity-discourse Khalid, H. (2017), “Who Will Dictate Religious Discourse in Egypt?”, Al-Monitor, διαθέσιμο από: http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2017/01/egypt-endowments-ministry- sermon-regulate-al-azhar.html Kurancid, E. (2019), “For Egypt’s Copts, Always Another Fire Around the Corner”, Le Monde Diplomatique, διαθέσιμο από: https://mondediplo.com/outsidein/egypt-copts-fire-corner Linn, E. C. & Linn, N. (2015), “Sisi’s Islam”, Foreign Policy, available at https://foreignpolicy.com/2015/06/02/sisis-islam-egypt-muslim-brotherhood-arab- spring/ Makar, J. (2016), “How Egypt’s Copts Fell Out of Love with President Sisi”, Foreign Policy, διαθέσιμο από: https://foreignpolicy.com/2016/12/09/how-egypts-copts-fell-out-of-love- with-president-sisi/ Marisya, A. (2016), “Egypt Orders Muslim Preachers to Deliver Identical Weekly Sermons”, Egypt Independent, διαθέσιμο από: http://www.egyptindependent.com//news/egypt-orders- muslim-preachers-deliver-identical-weekly-sermons Middle East Eye (2018), “'A Divine Act': Egyptian religious leaders hail anniversary of Sisi's takeover”, διαθέσιμο από: https://www.middleeasteye.net/news/divine-act-egyptian- religious-leaders-hail-anniversary-sisis-takeover Shea, N. (2017), “Do Copts have a Future in Egypt?”, Foreign Affairs, διαθέσιμο από: https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2017-06-20/do-copts-have-future-egypt Tadros, S. (2017), “Coptic Christians: Islamic State’s ‘favorite Prey”, The New York Times, διαθέσιμο από: https://www.nytimes.com/2017/05/26/opinion/coptic-christians-islamic- states-favorite-prey.html Watkins, D. (2019), “Egypt ‘Legalizes’ over 1,100 Churches Built without Permits”, Vatican News, διαθέσιμο από: https://www.vaticannews.va/en/church/news/2019-08/egypt-legalizes- coptic-churches-built-without-permits.html World Watch Monitor (2018), “Church Construction Slows under Egypt’s New Church-building Law”, διαθέσιμο από: https://www.worldwatchmonitor.org/2018/12/church-construction- slows-under-egypts-new-church-building-law/ 203 Μεταρρυθμίσεις, από Εθνικό σε Διεθνές Πρόβλημα Δρώντων Βασίλειος Θ. Ζούμπος1 Περίληψη Η επιρροή που ασκείται από φορείς της διεθνούς ανάπτυξης, σε υπερεθνικό επίπεδο, παραμένει τεράστια, ενώ οι ίδιοι παραμένουν οι κύριοι stakeholders των πρακτικών χάραξης πολιτικής και χρηματοδότησης των τοπικών κυβερνήσεων (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα), με τις τελευταίες να έχουν στρατηγικά οικειοποιηθεί ότι η επιρροή αυτή μπορεί να θεωρηθεί προς όφελος των οικονομιών τους με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (άμεσες ξένες επενδύσεις, χρηματοδοτική βοήθεια, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις κ.α.). Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι «εργαλειοθήκες» των υπερεθνικών οργανισμών περιλαμβάνουν πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, απελευθέρωση αγορών και αναδιαμόρφωση του κανονιστικού περιβάλλοντος των κρατικών δομών. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις «σκληρού τύπου» αποτελούν εχέγγυα για τις «παρεμβάσεις». Μετά την τελευταία κρίση, σημαντικές αποφάσεις που ελήφθησαν σε υπερεθνικό επίπεδο από δρώντες άλλαξαν όχι μόνο το χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής σε χώρες όπου πραγματοποιήθηκαν δημοσιονομικές «παρεμβάσεις», με τα μέτρα που λαμβάνονται για την επίλυση των κρίσεων να εμπλέκουν διαφορετικές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, αλλά και με την συνειδητοποίηση για περισσότερο αποτελεσματική και πολυεπίπεδη οικονομική διακυβέρνηση (περιφερειακή, εθνική, διεθνή και υπερεθνική). Λέξεις–κλειδιά: Μεταρρυθμίσεις, big data, κυβερνητική αποτελεσματικότητα, εξευρωπαϊσμός, εθνικοί και υπερεθνικοί δρώντες Εισαγωγή Ανάμεσα στα μείζονα προβλήματα των συζητήσεων που αναπτύσσεται σε κρατικούς και μη κρατικούς «δρώντες» είναι και η «διακυβέρνηση». Η διακυβέρνηση ορίζεται ως η άσκηση εξουσίας μέσω τυπικών ή άτυπων θεσμών με σκοπό τη διαχείριση και κατανομή των κρατικών πόρων. Το κεντρικό ζήτημα στην προσέγγισή μας για τους δρώντες με αυτό το σκοπό είναι η ικανότητα μέτρησης και σύγκρισης, δηλαδή με την παραγωγή «δεικτών» οι οποίοι τροφοδοτούν με ειδικό στόχο τις συζητήσεις περί μεταρρυθμίσεων. Η έννοια που προσέρχεται σταθερά είναι η κυβερνητική αποτελεσματικότητα και αναφέρεται στο βαθμό όπου οι δομές της δημόσιας διοίκησης επιτυγχάνουν τόσο τους στόχους όσο και την αποστολή τους (Rainey & Steinbauer 1999), προσανατολισμένες στο βαθμό όπου οι δημόσιες υπηρεσίες αντιλαμβάνονται τις 1 Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμ. Κοινωνιολογίας, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών,
[email protected]203 ανάγκες των πολιτών και την ποιότητα εξυπηρέτησης που εφαρμόζουν, εξασφαλίζοντας με το στόχο αυτό μεγαλύτερο βαθμό λογοδοσίας (Huther & Shah 1998), το οποίο αποτελεί ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας από «μη κρατικούς δρώντες». Ένα ευρύ ερευνητικό φάσμα έχει δείξει ότι η βελτίωση της διακυβέρνησης οδηγεί σε καλύτερα αναπτυξιακά αποτελέσματα, τα οποία αποτυπώνονται και μετρούνται με τη βοήθεια μεταβλητών, ανάμεσα τους δημόσιες επενδύσεις, άμεσες ξένες επενδύσεις και το ΑΕΠ (Gupta et al. 1998, Mauro 1998, Boswell & Richardson 2003, McKinney & Moore 2007). Η μελέτη και μέτρηση της καλής διακυβέρνησης έχει καταστεί ιδιαίτερο αντικείμενο από μη κρατικούς δρώντες όπως συμβαίνει με τις αναλύσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, για αυτό δε το σκοπό τα αποτελέσματά της παράγονται μέσα από την ανάπτυξη ενός πλέγματος δεικτών (WBGI) (Kaufmann et al. 2004, 2008), λαμβάνοντας υπόψη διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των κυβερνήσεων (Andrews 2010) που θεωρούνται σημαντικά για την ανάπτυξη. Οι επιμέρους δείκτες που απασχολούν τους μη κυβερνητικούς δρώντες κατευθύνονται στο δείκτη μέτρησης της αποτελεσματικότητας μιας κυβέρνησης (LaPorte 2005). Σε αυτόν περιλαμβάνονται μεταβλητές που μετρούν τις αντιλήψεις της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και το βαθμό ανεξαρτησίας τους από πολιτικές πιέσεις, το βαθμό αποτελεσματικότητας στο σχεδιασμό πολιτικών και υλοποίησης τους, καθώς και την αξιοπιστία και δέσμευση της κυβέρνησης προς αυτές. Στο πνεύμα αυτό ο δείκτης κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, αντανακλά την αποτελεσματικότητα του συνόλου του κυβερνητικού έργου, αντλώντας στοιχεία από πηγές δεδομένων που αντικατοπτρίζουν αντιλήψεις για την ποιότητα διακυβέρνησης και που προέρχονται από διαφορετικούς stakeholders, όπως π.χ. αναλυτές, επιχειρήσεις, δημοσίους οργανισμούς. Ενώ ο δείκτης αυτός είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την αποτύπωση και μελέτη της ποιότητας διακυβέρνησης, οι χρήστες συχνά αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη περιορισμούς (Arndt 2008, Andrews 2010, Pollitt 2011), όπως έλλειψη διαφάνειας, απουσία μιας ελλοχεύουσας θεωρίας περί καλής διακυβέρνησης, στερεότυπα και προκαταλήψεις, έλλειψη συγκρισιμότητας χρονοσειρών.2 Ο δείκτης δημοκρατίας είναι μια ακόμη μεταβλητή η οποία απασχολεί τους μη κρατικούς δρώντες. Η ανάλυσή του δείχνει ότι η απάντηση στο ερώτημα τί καθορίζει την «Δημοκρατία», και πώς αυτή πρέπει διακρίνεται από άλλα είδη πολιτεύματος, συνιστά αναμφίβολα μια μακροχρόνια συζήτηση στην πολιτική θεωρία, έχει όμως διεισδύσει σε τεχνικές αναλύσεις και δεξαμενές σκέψης που χαρακτηρίζουν μη κρατικούς δρώντες. Ασφαλώς «Δημοκρατία» και «Αποτελεσματική Διακυβέρνηση» δεν συμπίπτουν εννοιολογικά ούτε η εμπειρική έρευνα είναι κοινή (Schmitter & Karl, 1991). Η διαφορά οφείλεται στο γεγονός της εσωτερικής ετερογένειας των καθεστώτων, την οποία έχουν εντοπίσει διάφοροι ερευνητές. (Montinola & Jackman 2001, Back & Hadenius 2008, Charron & Lapuente 2010). Πράγματι, σε μια αναθεώρηση των αποδεικτικών στοιχείων, οι Holmberg et al. (2009: 138) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, «εμπειρικά, δεν υπάρχει καμία άμεση 2Ωστόσο, γεγονός είναι ότι οι δείκτες αυτοί παράγονται από διεθνείς οργανισμούς με άρτιο επιστημονικό δυναμικό, ενώ παράλληλα οι Kauffman et al. (2008) έχουν διαψεύσει αυτές τις επικρίσεις ως εννοιολογικά εσφαλμένες και εμπειρικά αβάσιμες. 204 σχέση μεταξύ δημοκρατίας και ποιότητας της διακυβέρνησης, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας». Αν οι δημοκρατίες διαφέρουν όσον αφορά το «πώς» διέπονται, αυτό θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην ικανοποίηση ή όχι των πολιτών με τον τρόπο που αυτές λειτουργούν. Αν οι πολίτες είναι σε θέση να σκεφτούν ορθολογικά το κατά πόσο οι δρώντες σε μια δημοκρατία καλύπτουν τις ανάγκες και απαιτήσεις τους (Torcal & Moncagatta 2011), με άλλα λόγια να αξιολογήσουν το βαθμό αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης, τότε αυτό φανερώνει μια συσχέτιση μεταξύ βαθμού δημοκρατίας και κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Μια υψηλή ικανοποίηση σχετικά με το βαθμό αποτελεσματικότητας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, σχετίζεται με την αυξημένη απόδοση της κυβέρνησης σε πολιτικό επίπεδο, η οποία έχει να κάνει με την πραγματική ή αντιληπτή ποιότητα των θεσμικών οργάνων της διακυβέρνησης (Wagner et al. 2009, Curini et al. 2012) και ιδιαίτερα με την κυβερνητική αποτελεσματικότητα (Dahlberg & Holmberg 2012). Μεταρρυθμιστική έννοια για τους κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες Η συζήτηση αυτή εντάσσεται σε ένα σταθερό θεωρητικό και εμπειρικό κλίμα. Τα δεδομένα που παράγουν οι μη κρατικοί δρώντες λαμβάνοντας υπόψη αυτά που παράγουν οι κρατικοί δρώντες παράλληλα με τις τεχνικές ελέγχου, επεξεργασίας και διαχείρισής τους αποτελούν ένα σημείο ιδιαίτερης πρόκλησης για τη θέση τους στην αντίληψη που δημιουργείται για τα κράτη, τις λειτουργίες τους και την ανάγκη μεταρρυθμίσεων που, πότε και πώς, με έννοιες ιδιαίτερα επιχειρησιακές, όπως ο «εξευρωπαϊσμός» (έννοια που μας απασχολεί εδώ) καθώς και δείκτες μέτρησής των αποτελεσμάτων του και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων του (όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα). Ειδικότερα, «εξευρωπαϊσμός» χρησιμοποιείται μεταξύ των μελετητών (διόλου άγνωστος όρος στο 19ο αι. με μεγάλους εθνικούς ανταγωνισμούς, όπως και η έννοια «δυτικοποίηση») για να υποδηλώσει ένα σύνολο προσανατολισμένων αλλαγών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης. Ο όρος χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά από πολλούς κλάδους κοινωνικών επιστημών, ωστόσο, η ιδιότυπη χρήση του όρου σε διαφορετικά πλαίσια μπορεί να συγκαλύψει εύκολα τη σημασία του. Ο «εξευρωπαϊσμός» -όπως και η «παγκοσμιοποίηση»- αποτελεί έννοια που βοηθά στην κατανόηση ή/και ερμηνεύει αλλαγές που προκαλούνται προς μια ορισμένη κατεύθυνση στην κοινωνία και στην πολιτική. Σπεύδουμε να σημειώσουμε ότι η έννοια του «εξευρωπαϊσμού» έχει μικρή αξία αν επαναλαμβάνει μια υπάρχουσα ιδέα και ακόμη περισσότερο αν δεν συνιστά συνώνυμο μια ειδικής κατεύθυνσης για τα ευρωπαϊκά κράτη, αυτό της ευρωπαϊκής «περιφερειακής ολοκλήρωσης» (μια έννοια που εντάσσεται στο διανοητικό ρεύμα του «νεο-λειτουργισμού») (Haas 1958) ή της «σύγκλισης» - η πρόκληση των μετρήσεων για τους κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Από μια οριακή οπτική, οι δομικές αλλαγές που συνεπάγεται αποτελούν φαινόμενο το οποίο παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά που κυριαρχούν στην Ευρώπη, ενώ στο χαμηλότερο δυνατό σημείο προσέγγισης της έννοιας, ο «εξευρωπαϊσμός» περιλαμβάνει τις επιδράσεις από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής 205 Ένωσης (ΕΕ). Σε αυτό το πλαίσιο, το πεδίο εφαρμογής του «εξευρωπαϊσμού» δείχνει το εύρος, το οποίο εκτείνεται στα σημερινά κράτη μέλη αλλά και τις υποψήφιες χώρες. Ως όρος επίσης στις κοινωνικές επιστήμες, μεταβάλλεται διαχρονικά, αποτελώντας μια διαδικασία διαρθρωτικών αλλαγών, που επηρεάζουν ποικιλοτρόπως τις ιδέες και τα ενδιαφέροντα των φορέων και των θεσμικών οργάνων κάθε χώρας. Ένα από τα χαρακτηριστικά του εξευρωπαϊσμού είναι η δυναμική τους: οι θεσμικές επιπτώσεις του δεν είναι απαραίτητα μόνιμες ή μη αναστρέψιμες. Οι επιδράσεις του, είναι προσαυξανόμενες, ασύμμετρες και άνισες, τόσο χρονικά όσο και χωρικά, εθνικά και υποεθνικά. Η αιτιολόγηση αυτών ακριβώς των επιδράσεων αποτελεί και τον πόλο έλξης για τη μελέτη της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού από πολλούς θεωρητικούς των κοινωνικών επιστημών. Ο εξευρωπαϊσμός χαρακτηρίζεται από «πολυπλοκότητα» καθώς μέσα στο διεθνές σύστημα είναι δύσκολο να διακριθεί από την παγκοσμιοποίηση. Αυτό δείχνουν «μελέτες περιπτώσεων» που εκπονούνται για την υιοθέτηση των διεθνών πολιτικών από τα κράτη (Hennis 2001). Η αιτία και το αποτέλεσμα της διαδικασίας «εξευρωπαϊσμού», από την άλλη, μπορεί να είναι παραπλανητικά: για παράδειγμα, σχετικά μικρές τεχνικές υποχρεώσεις της ΕΕ μπορούν να έχουν εκτεταμένες εσωτερικές διακλαδώσεις σε ορισμένα περιβάλλοντα και να αποτελούν υπεκφυγή για περαιτέρω αλλαγές. Η μελέτη της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» κινείται σε διαφορετικό επίπεδο. Αυτό γιατί το ενδιαφέρον των ερευνητών στρέφεται λιγότερο προς την κατηγοριοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περισσότερο στην επεξήγηση των διαδικασιών και των αποτελεσμάτων (Caporaso 1996: 30). Η εμπειρική ανάλυση συνεπώς μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της έκτασης και της σημασίας των πιθανών προσαρμογών που γίνονται στο πλαίσιο του «εξευρωπαϊσμού». Ένα ακόμη ζήτημα είναι η σχέση μεταξύ δομής και οργανισμών που εμπλέκεται με τον «εξευρωπαϊσμό». Οι δρώντες σε αυτήν την εμπλοκή μπορεί να είναι διαφόρων τύπων (ατομικοί, συλλογικοί ή εταιρικοί) και στη διαδικασία «εξευρωπαϊσμού», οι δομές και οι οργανισμοί, είναι καλύτερα κατανοητοί, αν τις αντιμετωπίσουμε ως εγγενώς σχεσιακές έννοιες. Οι οργανισμοί εντός της διαδικασίας του «εξευρωπαϊσμού» δεν είναι μόνο δομημένοι, αλλά μπορεί επίσης να είναι και υπό δόμηση (Dyson & Featherstone 1999: 776-82). Αλλαγές είναι δυνατό να συμβούν με βάση ένα πλήθος συν-εξελισσόμενων, παράλληλων και όχι κατ’ ανάγκην στενά συνδεδεμένων διαδικασιών (Bhaskar 1979, Giddens 1984, Checkel 1998). Ένα ακόμη ζήτημα είναι το εύρος διάχυσης της έννοιας του «εξευρωπαϊσμού», όπως αντλούμε από τη σχετική βιβλιογραφία. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι θα ήταν παραπλανητικό να δεχθούμε ότι ο «εξευρωπαϊσμός» και οι τεχνικές ανάλυσής του έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως ως ένα αυτόνομο εννοιολογικό πλαίσιο. Αντιθέτως, οι σχετικές μελέτες είναι συχνά διατυπωμένες στο πλαίσιο καθιερωμένων θεωρητικών πλαισίων, όπως του «φιλελεύθερου διακυβερνητισμού», της «πολυεπίπεδης διακυβέρνησης», των «δικτύων άσκησης πολιτικής» με χαλαρές αναφορές στον «εξευρωπαϊσμό» (Marks 1996: 39—63, cf. Peterson & Bomberg, 1999. Ενώ πολλοί χρησιμοποιούν τον όρο «εξευρωπαϊσμός», λίγοι συγγραφείς έχουν προσπαθήσει να ορίσουν την ακριβή σημασία του, πολύ δε περισσότερο να το εντάξουν αφενός στο ρόλο και τη διάκριση κρατικών και μη κρατικώς δρώντων και τις τεχνικές ανάλυσής του- θέμα που μας απασχολεί στη συνέχεια. 206 Ο εξευρωπαϊσμός είναι η δια νόμου (de jure) μεταφορά της κρατικής κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα πρέπει να διακρίνεται από την έννοια της «ευρω- ενοποίησης» που συνιστά το, εκ των πραγμάτων, μοίρασμα της ισχύος ανάμεσα σε κράτη μέλη και Ευρωπαϊκή Ένωση (Lawton 1999) Έτσι, η έννοια του εξευρωπαϊσμού εντοπίζεται λόγω της ανάδειξης ανταγωνιστικών πιέσεων εντός της Ένωσης. Από μια άλλη οπτική, η Börzel (1999), ορίζει τον εξευρωπαϊσμό ως «διαδικασία με την οποία εγχώρια (εθνικά) πεδία πολιτικής καθίστανται ολοένα και περισσότερο υποκείμενα των ευρωπαϊκών διαδικασιών λήψης αποφάσεων». Οι Risse, Cowles & Caporaso παρέχουν ένα διαφορετικό περιεχόμενο στον όρο (Cowles et.al. 2000). Γι’ αυτούς εξευρωπαϊσμό ορίζουν «την εμφάνιση και ανάπτυξη στο Ευρωπαϊκό επίπεδο διακριτών επιπέδων διακυβέρνησης, δηλαδή πολιτικών, νομικών και κοινωνικών θεσμών που σχετίζονται με διαδικασίες λύσης προβλημάτων οι οποίες προκαλούν διαδράσεις μεταξύ των συμμετεχόντων και των δικτύων πολιτικής που εξειδικεύονται στη δημιουργία Ευρωπαϊκών κανόνων». Ο ορισμός αυτός, κατά τον Radaelli, σε σημεία του ενδεχομένως μπορεί να μην αποδίδει ορθά το νόημα του εξευρωπαϊσμού. Ένα από αυτά είναι ότι δίνεται ιδιαίτερη έμφαση και υπερτονίζεται το Ευρωπαϊκό επίπεδο, τα δίκτυα πολιτικής και η δημιουργία κανόνων. Θα επανέλθει με μια άλλη εννοιολόγηση, ότι ο Landrech οριοθετεί την έννοια του εξευρωπαϊσμού ως μια «προσαυξητική διαδικασία επαναπροσδιορισμού της κατεύθυνσης και διαμόρφωσης των πολιτικών συστημάτων έως το βαθμό όπου πολιτικές και οικονομικές δυναμικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθίστανται τμήματα της οργανωσιακής λογικής των εθνικών πολιτικών συστημάτων και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων» (Landrech 1994) Ο Radaelli επισημαίνει εδώ ότι δίδεται, περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, έμφαση στις οργανώσεις και τη λογική που τις συνοδεύει. Χρησιμοποιώντας όμως τον ορισμό του Landrech, ο Radaelli θα προτείνει για τον ορισμό του εξευρωπαϊσμού τις «Διαδικασίες: α) δόμησης, β) διάχυσης και, γ) θεσμοθέτησης τυπικών και άτυπων κανόνων, διαδικασιών, παραδειγμάτων πολιτικής, στυλ, πρακτικών και κοινών πεποιθήσεων και νορμών που πρώτα ορίζονται και παγιώνονται κατά τη διαδικασία δημιουργίας πολιτικής της ΕΕ και, εν συνεχεία, ενσωματώνονται στη λογική των εσωτερικών λόγων, ταυτοτήτων, πολιτικών δομών και δημόσιων πολιτικών». Ο ορισμός αυτός στη σκέψη του Radaelli δίνει έμφαση στην σημασία της αλλαγής στη λογική της πολιτικής συμπεριφοράς. Αφορά τόσο τις οργανώσεις όσο και τα μεμονωμένα άτομα φαίνεται ότι ικανοποιεί, καθώς μπορεί να έχει εφαρμογή όχι μόνον για κράτη μέλη της ΕΕ αλλά και για άλλα κράτη. Δεν εμμένει αυστηρά στο παραγόμενο δίκαιο της ΕΕ αφού περικλείει τρόπους διακυβέρνησης που ενδέχεται να χρησιμοποιούν άλλες μεθόδους υιοθέτησης και εφαρμογής πολιτικών, όπως είναι η «ανοικτή μέθοδος συντονισμού». Δείχνει να είναι πεπεισμένος ότι ο ορισμός που προτείνει τονίζει τη διαδικασία παραγωγής πολιτικής, δίχως να υποθέτει ότι υπάρχει, οπωσδήποτε, μια συνεκτική, ορθολογική βάση από την οποία αναδύεται ο εξευρωπαϊσμός. Για να επιστρέψουμε στον Ladrech, διαπιστώσαμε ότι παρείχε έναν από τους πρώτους ορισμούς με πολλές, μετέπειτα, αναφορές. Στην ανάλυσή του ο «εξευρωπαϊσμός» είναι μια διαδικασία αναπροσανατολισμού της κατεύθυνσης και της μορφής της πολιτικής στο βαθμό που η ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική δυναμική γίνεται μέρος της οργανωτικής λογικής των εθνικών πολιτικών (Ladrech 1994: 69). 207 Αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της αντίληψης είναι η ιδέα ότι οι φορείς επαναπροσδιορίζουν τα συμφέροντα και τη συμπεριφορά τους έτσι ώστε να ανταποκριθούν στις επιταγές, τις προδιαγραφές, και τη λογική της ένταξης στην ΕΕ. Παρά το γεγονός ότι έχει τη δύναμη της ενσωμάτωσης τόσο των «πολιτισμικών κοινωνιών» και «τη χάραξη πολιτικής», παραμένει σε ένα βαθμό χαλαρός ορισμός. Η υπόθεση της χαλαρότητας συνδέεται με την εσωτερική διάσταση της νεολειτουργικής θεωρίας αλλά είναι αυτή η σύνδεση που δυσκολεύει τον αναλυτή να εκτιμήσει το βαθμό του «εξευρωπαϊσμού». Ένα βήμα πιο μακριά από την «οργανωτική λογική των εθνικών πολιτικών» είναι η ανάλυση του «εξευρωπαϊσμού» σε σχέση με την εξωτερική πολιτική συνεργασία και την προσαρμογή. Σε αυτήν την προοπτική, έχουμε υποχρεωθεί να λάβουμε υπόψη τις σχετικά αδύναμες αρμοδιότητες της ΕΕ στον τομέα αυτό, σε σύγκριση με πολλές πτυχές ρύθμισης της αγοράς. Οι Tonra, Manners & Whitman αναγνωρίζουν τον «εξευρωπαϊσμό» της εξωτερικής πολιτικής σαν ένα μετασχηματισμό στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται οι εθνικές εξωτερικές πολιτικές (Tonra et al. 2000: 245). Μάλιστα στην ανάλυση του Smith προτείνεται η επεξεργασία τεσσάρων δεικτών για την εγχώρια προσαρμογή στην εξωτερική πολιτική συνεργασίας και αυτοί είναι η «κοινωνικοποίηση των ελίτ», η «γραφειοκρατική αναδιοργάνωση», η «συνταγματική αλλαγή» και η «αύξηση της κρατικής στήριξης για προγράμματα συνεργασίας» (Smith 2012: 617-28). Η συμμετοχή στις διαδικασίες της ΕΕ έχει επιπτώσεις στις εθνικές εξωτερικές πολιτικές, λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών τους, όπου συνεπάγεται την τακτική επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ των κρατών, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται με συναίνεση και θέματα που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα για ένα ή περισσότερα κράτη και θεωρούνται, κατά τον Smith «εκτός πλαισίου» (Smith 2000: 616). Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν έμφαση στην επίλυση προβλημάτων και, όπως σημειώνει ο Goetz (2000: 222), συνιστούν τον κρίκο που λείπει ανάμεσα (σε επίπεδο ΕΕ) στις πιέσεις για αλλαγή και την αντίληψη (εγχώρια) για ουσιαστικές προσαρμογές που συνδέουν τις μελέτες του εξευρωπαϊσμού σε διάφορους τομείς. Η οντολογική πρόκληση είναι να διευκρινιστεί ο ρόλος της δομής και των υπηρεσιών στο εσωτερικό της διαδικασίας εξευρωπαϊσμού, αναγνωρίζοντας του μηχανισμούς που αποτελούν το διαδραστικό σύνδεσμο ανάμεσα στους τομείς δραστηριότητας στο εσωτερικό και την ΕΕ. Ο Olsen προσπάθησε να συλλάβει τον «εξευρωπαϊσμό» για την άσκηση συγκριτικής πολιτικής, συσχετίζοντάς τον με προηγούμενες προσεγγίσεις στην εθνική ολοκλήρωση και διαφοροποίηση (Olsen 2002). Από αυτή τη σκοπιά, τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη ενσωματώνονται και το αντίθετο με μη συγχρονισμένο τρόπο, ενώ ο «εξευρωπαϊσμός» αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση στις αλλαγές που συντελούνται στα εγχώρια συστήματα (Olsen 1996). Ο μελλοντικός αντίκτυπος της ΕΕ εξακολουθεί για τον Olsen, να καθορίζεται από την εξέλιξη της δικής της πολιτικής ισορροπίας. Σε μεταγενέστερο κείμενο του διακρίνει έναν αριθμό (πέντε) πιθανών χρήσεων του «εξευρωπαϊσμού» παράλληλα με την τυπολογία (Olsen 2002). Αυτή η σύλληψη δείχνει να διαμορφώνει ένα ηγεμονικότερο σχήμα από αυτό της «Ευρωπαϊκής Ένωσης» και το οποίο δεν σηματοδοτεί την κίνηση «από πάνω προς τα κάτω», υπό την έννοια ότι ενσωματώνει τη δημιουργία θεσμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να ολοκληρώσουμε την ενότητα αυτή, στο πνεύμα που μας απασχολεί, δηλαδή των μεταρρυθμίσεων στην οπτική του εξευρωπαϊσμού και των τεχνικών 208 ανάλυσής του από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες θα σταθούμε στο ερώτημα που λανθάνουν μείζονα θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα: η ανάλυση αφορά «θεσμούς» ή «μηχανισμούς»; Ο «εξευρωπαϊσμός» μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τοποθετείται, όλο και πιο συχνά, αντιμετωπίζεται μέσα σε μορφή «θεσμικής προσέγγισης». Σε μια μεγάλη συγκριτική μελέτη, ο Caporaso (2001), βλέπει τον «εξευρωπαϊσμό» ως «πολιτική ιδρυματοποίηση». Η υπόθεση αυτή περιλαμβάνει την ανάπτυξη επίσημων και ανεπίσημων κανόνων, διαδικασιών και πρακτικών που διέπουν την πολιτική σε ευρωπαϊκό, εθνικό και υποεθνικό επίπεδο. Η εστίασή του γίνεται στις αλληλεπιδράσεις πολλαπλών επιπέδων και ερμηνεύεται στο πλαίσιο της ιστορικής θεσμικής πολιτικής. Αναγνωρίζει διαφορετικά επίπεδα στα οποία ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να πραγματοποιηθεί και αυτά είναι η δημιουργία θεσμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι επιπτώσεις της ένταξης στην ΕΕ σε εθνικό επίπεδο και η απάντηση στην «παγκοσμιοποίηση». Πρόκειται για μια χρήσιμη και ευρεία προσέγγιση, αν και φαίνεται να προκαλεί ερωτηματικά για την επέκτασή της εστίασης πέραν από τις «εγχώριες» επιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η εμπειρική αυτή εφαρμογή της χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση και ερμηνεία. Η αντίθεση «θεσμικής προσέγγισης» και «μηχανισμών» δεν λείπει από την έννοια του «εξευρωπαϊσμού». Σε ένα από τα πιο σαφή πλαίσια που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα, οι Knill & Lehmkuhl (2002), αναλύουν τρεις μηχανισμούς «εξευρωπαϊσμού». Σε αντίθεση με τον Caporaso (1996), εστιάζουν αποκλειστικά στην διαδικασία «top-down». Σύμφωνα με τη θέση τους, κάθε μηχανισμός περιλαμβάνει περιορισμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο που μπορεί ενδεχομένως να επιφέρουν εγχώριες θεσμικές αλλαγές. Άλλες μορφές του «εξευρωπαϊσμού» – όπως είναι η θεσμοθέτηση στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή η διεθνικότητα μεταξύ των κρατών – δεν υπολογίζονται. Ο πρώτος μηχανισμός που αναγνωρίζουν οι Knill & Lehmkuhl λαμβάνει την μορφή της «θετικής ολοκλήρωσης» και παρατηρείται όταν οι υποχρεώσεις της Ε.Ε υποδεικνύουν ένα θεσμικό μοντέλο στο οποίο οι εσωτερικές ρυθμίσεις πρέπει να προσαρμοστούν, με περιορισμένη εθνική κατεύθυνση. Ο δεύτερος μηχανισμός χαρακτηρίζεται ως «αρνητική ολοκλήρωση» και πραγματοποιείται εκεί όπου η νομοθεσία της Ε.Ε μεταβάλλει τους εθνικούς κανόνες του παιχνιδιού. Ο τρίτος και πιο αδύναμος μηχανισμός, είναι αυτός όπου η ευρωπαϊκή πολιτική αλλάζει τις πεποιθήσεις και προσδοκίες των εγχώριων πρωταγωνιστών, κάτι που πιθανώς με την σειρά του συνεπάγεται αλλαγή στις προτιμήσεις και στις στρατηγικές, όπως και θεσμικές αλλαγές. Η τυπολογία τους αντλείται, σε μεγάλο μέρος της, από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία. Ο πρώτος μηχανισμός αντανακλά μια νέα προσέγγιση θεσμικής προσαρμογής. Ο δεύτερος οδηγεί στην ανάλυση των πολυεπίπεδων παιγνίων διαπραγμάτευσης, με κριτήριο την ορθολογική επιλογή. Ο τρίτος μηχανισμός συνδέεται περισσότερο με την κοινωνιολογική προσέγγιση (Checkel 1998). Παρόλο που η τυπολογία δεν καλύπτει όλες τις πλευρές του τι θα ήταν λογικό να περιέχει ο ορισμός του «εξευρωπαϊσμού», σαν ένα σχήμα εγχώριων δομικών μετασχηματισμών, αντιπροσωπεύει αξιοσημείωτη εννοιολογική βελτίωση και προσφέρει μια ομάδα εμπειρικών ερωτημάτων για τον ερευνητή. Τονίζει τη δυνητική σημασία των διαφορών μεταξύ των διαφορετικών εθνικών ρυθμίσεων, ικανοποιώντας τις ασυμμετρίες της διαδικασίας. 209 Στην κατεύθυνση αυτή της τυπολογίας εντάσσεται η περισσότερο πρόσφατη μελέτη του Schmidt (2000). Στο σχετικό άρθρο του, προσδιορίζει τις τρεις βασικές διαστάσεις της προσαρμογής, δηλαδή την οικονομική, την θεσμική και την ιδεατή. Ο Schmidt (1997), υποστηρίζει ότι η επίδραση των πολιτικών της Ε.Ε είχε διαφορετικές επιπτώσεις στο εσωτερικό των κρατών μελών, εξαρτώμενη από έναν αριθμό μεταβλητών. Το κύριο χαρακτηριστικό των πολιτικών της Ε.Ε, σε αυτή την περίπτωση, είναι το πόσο στενά αυτές ορίζουν τους κανόνες εφαρμογής με βάση συγκεκριμένους παράγοντες όπως είναι η οικονομική ευπάθεια σε παγκόσμιες και ευρωπαϊκές πιέσεις, η πολιτική θεσμική ικανότητα ανταπόκρισης, η προσαρμογή των πολιτικών της Ε.Ε με τις εθνικές πολιτικές και προτιμήσεις και οι ομιλίες που επηρεάζουν τις πολιτικές προτιμήσεις. Όπως ο Schmidt, έτσι ο Caporaso και οι Knill & Lechnkuhl μελετούν σε βάθος τα νέα θεσμικά επιχειρήματα και η διάκρισή τους αποσαφηνίζει το πλαίσιο της ανάλυσης (Hall & Taylor 1996). Η πρώτη πτυχή είναι ότι κάθε μελέτη εξετάζει τη δυνατότητα καλής προσαρμογής μεταξύ των διαδικασιών της Ε.Ε, τις πολιτικές και τους θεσμούς που βρίσκονται σε εγχώριο επίπεδο. Η δεύτερη πτυχή που ενδιαφέρει εδώ είναι η έννοια πως υπάρχουν δύο «λογικές» στη λειτουργία των θεσμών. Αυτή η αντίληψη βασίζεται στην πλέον κλασική μελέτη των March & Olsen (1989) οι οποίοι πρόβαλαν μια «λογική καταλληλότητας» με βάση την οποία τα ιδρύματα επηρεάζουν τη συμπεριφορά των παραγόντων, η οποία προκαλεί την εσωτερίκευση των κανόνων και αναπτύσσονται ταυτότητες που είναι συμβατές με αυτήν. Με άλλα λόγια, οι παράγοντες αναπτύσσουν μια δέσμευση στους θεσμούς ή έχουν πειστεί για τη νομιμότητα των ισχυρισμών τους. Η δεύτερη λογική, «λογική συνέπειας/συνεπειοκρατίας», επηρεάζει τις ευκαιρίες και τους περιορισμούς των παραγόντων εντός των θεσμικών οργάνων, δηλαδή την κατανομή της εξουσίας. Κάθε μία από αυτές τις πτυχές ασκεί σημαντική επιρροή στην εκπόνηση των διαδικασιών του «εξευρωπαϊσμού». Οι Borzel (1999) και Risse (2000), έχουν αφετηρία τους την αντίληψη «καλής προσαρμογής» και προσπαθούν να συνδυάσουν τις δύο λογικές του March & Olsen (1989). Η «λογική της καταλληλότητας» και οι διαδικασίες της πειθούς, τοποθετούνται στο πλαίσιο της κοινωνιολογικής θεσμικής προσέγγισης. Η «λογική της συνέπειας», που ασχολείται με τη διαφορική ενδυνάμωση, τοποθετείται στο πλαίσιο της ορθολογιστικής θεσμικής πολιτικής. Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας τους είναι ότι οι δύο λογικές του March & Olsen δεν είναι ασύμβατες. Αυτό αποτελεί μια ξεχωριστή θέση υπό υιοθέτηση αφού οι «ιδέες» και τα «συμφέροντα» θέτουν συνήθως ξεχωριστά πλαίσια. Υποστηρίζουν, με αρκετή πειστικότητα, ότι και οι δύο λογικές συχνά συμβαίνουν ταυτόχρονα ή χαρακτηρίζουν τις διάφορες φάσεις της διαδικασίας εξευρωπαϊσμού. Επιπλέον, ο αντίκτυπος του εξευρωπαϊσμού είναι διαφορετικός μεταξύ πολιτικών και πολιτισμικών κοινωνιών. Οι καθοριστικοί παράγοντες των δύο λογικών διαφέρουν, ωστόσο καθώς η «λογική της καταλληλότητας» εξαρτάται από τις δραστηριότητες των επιχειρηματιών και τη φύση του πολιτικού πολιτισμού ενώ η «λογική της συνεπειοκρατίας» στηρίζεται στην ύπαρξη πολλαπλών σημείων βέτο και την κατανομή των πόρων μεταξύ των θεσμικών φορέων. Η ερμηνεία της «καλής προσαρμογής» σε σχέση με την «πίεση προσαρμογής» απασχολεί ιδιαίτερα την έρευνα. Ο Haverland (2000) υποστηρίζει ότι ακόμα και με μη προσαρμογή σε εθνικό επίπεδο, άλλες συνθήκες πρέπει να υπάρχουν πριν συμβούν μετατοπίσεις. Η απροθυμία της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις κατάλληλες αλλαγές στην 210 πολιτική δεν μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη θέλησης, αλλά μάλλον στο αποτέλεσμα καθυστερήσεων εξαιτίας των εγχώριων αντιδράσεων. Το επιχείρημα αυτό βελτιώνει την κατανόηση των στρατηγικών διλημμάτων που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις. Πράγματι, θα ήταν γόνιμο να εμπλουτιστεί το αναλυτικό πλαίσιο περαιτέρω, με υποδιαίρεση της κυβέρνησης σε ξεχωριστούς δρώντες. Οι Borzel & Risse αναγνωρίζουν ότι η «μη προσαρμοστικότητα», είναι μια αναγκαία αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για εγχώρια αλλαγή. Επιπλέον, σε μια κρίσιμη αξιολόγηση του πλαισίου τους, σημειώνουν ότι η «καλή προσαρμογή» δεν είναι ένα στατικό φαινόμενο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι οι θεσμικές ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών εξελίσσονται, δεν είναι σταθερές, και έχει σημασία να φανούν οι συνεπείς πράξεις και των δύο. Δεδομένα και Αναλύσεις Το ερώτημα που απασχολεί την έρευνα μας είναι αν και πως η «κυβερνητική αποτελεσματικότητα» (ως εξαρτημένη μεταβλητή) στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, την εποχή της κρίσης των ετών 2007-2018, επηρεάζεται από το οικονομικό και το πολιτικό περιβάλλον. Η χρονική περίοδος της πλήρους απεικόνισης των στοιχείων, υπό τον περιορισμό των ελλειπουσών τιμών (missing data) για το έτος 2018, περιορίζεται στη χρονική περίοδο από το 2008-2017. Σχετικά με το οικονομικό περιβάλλον οι μεταβλητές που εισάγουμε, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις, τα φορολογικά έσοδα και η ανεργία, συσχετίζονται με το πολιτικό περιβάλλον του οποίου οι μεταβλητές είναι το κράτος δικαίου, ο έλεγχος διαφθοράς και η πολιτική σταθερότητα. Σε αυτήν την κατεύθυνση έρευνας με δεδομένα που παράγουν «μη κυβερνητικοί δρώντες» χρησιμοποιούμε την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και ως ανεξάρτητη μεταβλητή εξετάζοντας πως ο Δείκτης Δημοκρατίας επηρεάζεται από αυτήν. Η σημαντικότητα του ερωτήματος πηγάζει από το γεγονός ότι οι διάφορες σχολές σκέψης κάνουν λόγο για κυβερνητική αναποτελεσματικότητα που απορρέει από το ασταθές οικονομικό περιβάλλον καθώς και από το βαθμό εκδημοκρατισμού. Εδώ επιχειρούμε να αποτυπώσουμε πως η «κυβερνητική αποτελεσματικότητα» δρα πότε ως εξαρτημένη («μη κρατικοί δρώντες») και πότε ως ανεξάρτητη μεταβλητή («κρατικοί δρώντες»), σε τι βαθμό δε επηρεάζεται από την οικονομική και πολιτική κατάσταση. Το ερώτημα δεν φαίνεται να είναι ανεξάρτητο της πηγής προέλευσης των δεδομένων ή σχηματικά θα λέγαμε μεταξύ κρατικών ή μη κρατικών δρώντων, χωρίς να αποκλείουμε και τις εσωτερικές τους αποκλίσεις. Μια συνοπτική εκδοχή του θεωρητικού μοντέλου που υιοθετούμε εμφανίζεται στο διάγραμμα 1. 211 Διάγραμμα 1 - Το θεωρητικό Μοντέλο (προσαρμογή από το συγγραφέα) Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των ποσοτικών στοιχείων της έρευνας αντλήθηκαν από την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Economist. Είναι χαρακτηριστικό ότι για λόγους ομοιογένειας και κοινής μεθοδολογίας ως προς την άντληση των δεδομένων,3 επιλέχθηκε η άντληση δεδομένων από την Παγκόσμια Τράπεζα και όχι εκείνα της Eurostat. Ήτοι, τα στοιχεία του οικονομικού περιβάλλοντος και της Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας αντλήθηκαν από την Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ του Δείκτη Δημοκρατίας από τον Economist. Ως εξαρτημένη μεταβλητή θεωρούμε την Κυβερνητική αποτελεσματικότητα, η οποία νοείται ως ο βαθμός αποτελεσματικότητας της Κυβέρνησης στο σχεδιασμό και την εφαρμογή δημοσίων πολιτικών η οποία να συνάδει με τις δεσμεύσεις της, ανεπηρέαστη από πολιτικές και άλλες πιέσεις με στόχο την μεγιστοποίηση της λειτουργικότητας της δημόσιας διοίκησης. Από την άλλη, στο οικονομικό περιβάλλον, έχουμε τις άμεσες ξένες επενδύσεις οι οποίες νοούνται ως ροές κεφαλαίων σε μια χώρα, οι οποίες επιτυγχάνονται με την ίδρυση θυγατρικών εταιριών σε αυτή από μια εταιρία της αλλοδαπής (Krugman & Obstfeld 2005). Στη συνέχεια λαμβάνουμε υπόψιν τα φορολογικά έσοδα τα οποία ορίζονται ως έσοδα από άμεσους και έμμεσους φόρους και την ανεργία η οποία 3 Για τα δεδομένα βλ. Ανάλυση Συσχέτισης, ANOVA Test, Τεστ Πολυσυγγραμμικότητας με βάση ιστορικά Δεδομένα 2008-2018 (Οικονομικό Περιβάλλον, Πολιτικό Περιβάλλον, Δείκτης Δημοκρατίας και Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα). Ομάδα χωρών: Κύπρος, Ελλάδα, Μάλτα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία. Πηγή: World Bank, World Development Indicators, https://databank.worldbank.org/source/world-development-indicators (assesssed on 13/8/2019), Ζούμπος (2019), ό.π. 212 εκφράζεται ως ποσοστό και είναι το πηλίκο της διαίρεσης του αριθμού των ανέργων διαιρούμενο με το σύνολο του εργατικού δυναμικού. Τέλος, στο πολιτικό περιβάλλον οι μεταβλητές που το αποτελούν είναι η πολιτική σταθερότητα, η οποία προσδιορίζεται από τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος εξαιτίας εξωγενών παραγόντων π.χ. βίας και τρομοκρατίας, ο έλεγχος της διαφθοράς, ο οποίος προσδιορίζεται διττά τόσο από το βαθμό που η δύναμη της δημόσιας διοίκησης ασκείται υποκειμενικά υπέρ συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων όσο και από το βαθμό εξάρτησης των δημοσίων αρχών από συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα, το κράτος δικαίου, το οποίο συγκεντρώνει και μετρά την ποιότητα των δρώντων που παράγουν Δικαιοσύνη (Δικαστική Εξουσία, Αστυνομία) αλλά και του βαθμού αποδοχής και τήρησης του Νόμου. Ο δείκτης εκδημοκρατισμού, ο οποίος μετρά την κατάσταση της δημοκρατίας και ομαδοποιεί τις χώρες σε ένα από τους τέσσερις τύπους καθεστώτων: ώριμες δημοκρατίες, ατελείς δημοκρατίες, υβριδικά καθεστώτα και αυταρχικά καθεστώτα. Η δύναμη των μετρήσεων από μη κρατικούς δρώντες και οι μεταρρυθμιστικές προεκτάσεις της Η έρευνα, όπως συμβαίνει πάντα, εμπίπτει σε περιορισμούς τόσο για τα θεωρητικά όσο και μεθοδολογικά στοιχεία τα οποία εδώ εντάσσονται στη σύνδεση δρώντων και στόχων, ένα ζήτημα το οποίο απαιτεί πρόσθετη και πολύ πιο διευρυμένη έρευνα. Μερικές αναγκαίες υπομνήσεις και προεκτάσεις για αυτήν τη δύναμη των μετρήσεων. Ως προς την προέλευση των δεδομένων, ο δείκτης εκδημοκρατισμού καταρτίζεται από το Economist Intelligence Unit (EUI, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο), το οποία μετρά την κατάσταση της Δημοκρατίας σε 167 χώρες, εκ των οποίων τα 166 είναι κυρίαρχα κράτη, ενώ τα 165 αποτελούν μέλη του ΟΗΕ4. Ο δείκτης προέρχεται από μέτρηση, χρησιμοποιώντας κριτήρια από 60 διαφορετικούς δείκτες τα οποία ομαδοποιούνται σε πέντε διαφορετικές κατηγορίες, όπως: εκλογική διαδικασία και πολυφωνία, βαθμός ελευθερίας πολιτών, λειτουργία της κυβέρνησης, συμμετοχικότητα και πολιτική κουλτούρα. Κάθε κατηγορία έχει μια βαθμολόγηση σε μια κλίμακα 0-10, ενώ ο συνολικός δείκτης είναι ο απλός μέσος όρος των πέντε κατηγοριών. Επιπλέον, και σύμφωνα με την κατάταξη, ο δείκτης κατηγοριοποιεί χώρες με βάση τέσσερα είδη καθεστώτος: πλήρως δημοκρατικές (μ.ο από 8 έως 10), ατελώς δημοκρατικές (μ.ο από 6 έως 7.9) υβριδικά καθεστώτα (μ.ο από 4 έως 5.9) και τέλος, αυταρχικά καθεστώτα (μ.ο μικρότερος από 4). Οι Παγκόσμιοι Δείκτες Διακυβέρνησης (Worldwide Governance Indicators - WGI) είναι ένα μακροχρόνιο ερευνητικό έργο της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank) το 4 Τα Ιστορικά Δεδομένα 2008-2017 αφορούν: Πολιτική Σταθερότητα, Κράτος Δικαίου, Δείκτης Δημοκρατίας, Έλεγχος Διαφθοράς, (Πολιτικό Περιβάλλον). Ομάδα χωρών: Κύπρος, Ελλάδα, Μάλτα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία. Πηγές: 3. World Bank, World Governance Indicators, https://info.worldbank.org/governance/wgi/#home(assesssed on 13/8/2019), Economist Intelligence Unit, Democracy Index, http://www.eiu.com/Handlers/WhitepaperHandler.ashx?fi=Democracy_ Index_2018.pdf&mode=wp&campaignid=Democracy2018, (assessed on 13/8/2019). Στο ίδιο. 213 οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη δεικτών διακυβέρνησης, σε πάνω από 200 χώρες από το 1996, με την παραγωγή έξι σύνθετων δεικτών: φωνή και λογοδοσία, πολιτική σταθερότητα και απουσία βίας/τρομοκρατίας, κυβερνητική αποτελεσματικότητα, ρυθμιστικό πλαίσιο, κράτος δικαίου, και έλεγχος διαφθοράς (στο ίδιο). Οι δείκτες αυτοί βασίζονται σε αρκετές εκατοντάδες μεταβλητές που προέρχονται από 31 διαφορετικά αρχεία προέλευσης δεδομένων, εμπεριέχοντας αντιλήψεις περί διακυβέρνησης από μη κυβερνητικές οργανώσεις, εταιρείες παροχής εμπορικών/επιχειρηματικών πληροφοριών και δημόσιες επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο. Για κάθε ένα από τους δείκτες, χρησιμοποιείτε η στατιστική μέθοδος του «Μοντέλου Μη Παρατηρήσιμων Στοιχείων» (Unobserved Components Model) (Harvey 1989), η οποία τυποποιεί τα δεδομένα από αυτές τις πολύ διαφορετικές πηγές σε συγκρίσιμες μονάδες, κατασκευάζει ένα συγκεντρωτικό δείκτη διακυβέρνησης σε σταθμισμένο μέσο όρο των μεταβλητών από τις υποκείμενες πηγές και προβαίνει στην κατασκευή περιθωρίων σφάλματος που αντανακλούν την αναπόφευκτη ασάφεια στη μέτρηση τους. Με πρόσθετο σημείο ενδεικτικής αναφοράς μας μελέτες της «panel analysis» επικεντρωμένες σε μια χώρα (Margalit 2013, Naumann et al. 2016), η σχέση μεταξύ ανεργίας και κυβερνητικής αποτελεσματικότητας μπορεί να εξαρτηθεί από τον επιπολασμό ορισμένων καταστάσεων (οικονομική κρίση), βάσει των οποίων οι άνεργοι κατηγορούν την κυβέρνηση ή το πολιτικό σύστημα για την ανεργία. Αν και τα αποτελέσματα στην ανάλυση παλινδρόμησης μεταξύ των δυο αυτών μεταβλητών δεν είναι σχετικά συνεπή μεταξύ των χωρών, περισσότερα δεδομένα πάνελ από ένα ευρύτερο σύνολο χωρών θα μπορούσαν να επιτρέψουν στους ερευνητές να διερευνήσουν τέτοιες δυνατότητες για την εξάρτηση τους, με διαφορετικό οικονομικό πλαίσιο. Επίσης ο παράγοντας χρόνος φαίνεται ότι έχει σημασία. Έτσι, η μακροχρόνια ανεργία επηρεάζει σε μεγαλύτερο βαθμό τις πολιτικές αξιολογήσεις και την κυβερνητική αποτελεσματικότητα από τη βραχυπρόθεσμη ανεργία. Ωστόσο μια μελέτη των πολιτικών στάσεων των πολιτών που αποκλείστηκαν από την αγορά εργασίας για μεγάλα χρονικά διαστήματα είναι σημαντική, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις για το πώς η αυξημένη κυβερνητική αποτελεσματικότητα μπορεί να μειώσει το επίπεδο ανεργίας. Όσον αφορά τα οικονομετρικά ζητήματα, οι περισσότερες έρευνες αντιμετωπίζουν κυρίως προβλήματα επιλογής δεδομένων/μεταβλητών. Λόγω των παραλλαγών των εννοιών και των αντιλήψεων για τις πολιτικές μεταβλητές, έχουν θεσπιστεί διάφορες πηγές δεδομένων. Οι περισσότερες εμπειρικές μελέτες έχουν βασιστεί στο Freedom House (για τη Δημοκρατία) και στην Taylor & Banks (για πολιτική αστάθεια). Στην περίπτωση μας τα πολιτικά δεδομένα αντλήθηκαν από το EIU και την Παγκόσμια Τράπεζα, με την ανάλυση να βασίζεται μόνο σε διαθέσιμα δεδομένα δέκα ετών. Επίσης, η αντιμετώπιση πολλών ανεξάρτητων μεταβλητών για τη μέτρηση των διαφορετικών διαστάσεων του πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος, δυσκολεύει την αποτύπωση ασφαλών συμπερασμάτων. Το ιδανικό θα ήταν να επιλέξουμε τις κατάλληλες μεταβλητές ελέγχου για κάθε εξαρτημένη μεταβλητή, κάτι βέβαια που θα είχε καταστήσει τα μοντέλα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. και θα είχε επεκτείνει το πεδίο της συζήτησης σχετικά με τις μεταβλητές ελέγχου πολύ περισσότερο. Ένας άλλος περιορισμός που γεννά η επικέντρωση σε κράτη-μέλη του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ξεπεραστεί αν συμπεριλάβουμε περισσότερες χώρες, 214 ενδεχομένως με μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, μελετώντας την επίπτωση της οικονομικής απόδοσης στη δημοκρατική ποιότητα, πρόβλημα όμως που συνδέεται με την «ανισότητα» των δεδομένων μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δρώντων. Μια περαιτέρω εξέλιξη μπορεί να είναι η αντιμετώπιση της αντιστροφής της αιτιώδους συνάφειας, με την ευθύνη της ποιότητας της Δημοκρατίας για καλύτερη οικονομική απόδοση. Έτσι για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι η Ισπανία είναι βιομηχανικά ασθενέστερη από την Ιταλία, η πρώτη ήταν σε καλύτερη θέση να αντιμετωπίσει την κρίση λόγω της υψηλότερης ποιότητας των παραγόντων που αφορούσαν το κράτος δικαίου, ενώ αντιθέτως, η Ελλάδα είχε σοβαρότερα προβλήματα στην αντιμετώπιση της κρίσης λόγω ελλείψεων στο θέμα αυτό. Καθώς η Δημοκρατία παρουσιάζει φαινόμενα ελλείμματος σε όλο τον κόσμο και η εμπιστοσύνη του κοινού στους πολιτικούς θεσμούς αλλά και στους Πολιτικούς μειώνεται, θα ήταν σημαντικό να διερευνήσουμε την αιτία. Πρόσθετος παράγοντας για την έρευνα (αλλά και τρόπος αντιμετώπισης των δεδομένων από τους «δρώντες») είναι η ποιότητα της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, η οποία επηρεάζει αρνητικά τον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της δημοκρατίας. Συνέπεια των παρατηρήσεων αυτών είναι η πλήρης κατανόηση για τον τρόπο που η εμπιστοσύνη των πολιτών στην εξουσία των «πολιτικών κυβερνήσεων» και στη δύναμη των «μη κρατικών δρώντων» εξελίσσεται στο χρόνο. Στην σκιά όλων αυτών βρίσκεται η επίπτωση πολιτιστικών παραγόντων στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν τους δημόσιους και ιδιωτικούς θεσμούς στοιχείο που καθιστά τη σύγκριση μεταξύ δρώντων ιδιαίτερα προκλητική. Ίσως το σημαντικότερο είναι ότι πολλές υφιστάμενες έρευνες δεν σχεδιάστηκαν για να υποστηρίξουν την ανάλυση «πολιτικής δρώντων» ή να οδηγήσουν σε συστάσεις πολιτικής τους. Επίλογος Η εμπειρία από τις προκλήσεις της χρηματοπιστωτικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης του πρόσφατου παρελθόντος συνέβαλε σε μια ευρεία έρευνα σχετικά με τον ρόλο των κρατικών και μη κρατικών δρώντων στις σύγχρονες οικονομίες και κοινωνίες. Ο ρόλος της εμπιστοσύνης αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο από τους ηγέτες και τους αναλυτές ως το δυνητικά αγνοούμενο στοιχείο για καλύτερη διαχείριση κρίσεων και καλύτερη απόδοση. Η κατανόηση και η βελτίωση της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, όπως προκύπτει από αναλύσεις «μη κρατικών δρώντων» φαίνεται να απαιτούν ένα συγκροτημένο πρόγραμμα δράσης με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Πρώτον, υπάρχει ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη μέτρηση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, όπου απαιτεί την ενίσχυση και κατανόηση της γνώσης για την έννοια της εμπιστοσύνης και της αποτελεσματικότητας. Θα ήταν απαραίτητη μια τακτική, διεθνώς συγκρίσιμη μέτρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των επιχειρήσεων στην κυβέρνηση. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη βελτίωση της θέσης «μη κρατικών δρώντων» και ιδίως ερευνητικών στόχων και ουδέτερων συμπερασμάτων που συνδυάζουν στοιχεία υφιστάμενων ερευνών ή με τη βελτίωση τους, όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα, τη μεθοδολογία και το σχεδιασμό αλλά και τη διατύπωση των ερωτήσεων και των προσαρτημένων κλιμάκων. Αξίζει να 215 σημειωθεί ότι επί του παρόντος δεν εμπλέκονται εθνικές στατιστικές υπηρεσίες στη μέτρηση της εμπιστοσύνης και της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης. Δεύτερον, είναι ακόμη πιο αναγκαία η ενίσχυση ενός αναλυτικού πλαισίου που θα ακολουθήσουν πιο εξελιγμένες οικονομετρικές τεχνικές σε συνθήκες big data για να διερευνηθούν σε μεγαλύτερο βάθος οι σχέσεις μεταξύ εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και των διαφόρων θεσμών με τις κυβερνητικές επιδόσεις προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα που θα μπορούσαν να εντοπίσουν ισχυρούς τομείς. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε τους ρόλους και τις ευθύνες όλων των επιπέδων και θεσμών της κυβέρνησης που επηρεάζουν την εμπιστοσύνη της, ξεκινώντας από την ηγεσία, τους διάφορους τομείς πολιτικής σε τοπικό επίπεδο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται, διαβιβάζονται και υλοποιούνται οι αποφάσεις. Το σημαντικότερο από όλα, ωστόσο, φαίνεται να είναι η εστίαση στην κυβερνητική εμπιστοσύνη, η οποία και μπορεί να φέρει μια νέα προοπτική στη δημόσια διακυβέρνηση, ενισχύοντας τον ρόλο των πολιτών. Σε θεσμικό επίπεδο, αυτό προάγει την έννοια του «κοινωνικού συμβολαίου» μεταξύ πολιτών και κράτους, όπου οι πρώτοι συμβάλλουν όχι μόνο με την καταβολή φόρων και την τήρηση του νόμου, αλλά και με το να είναι δεκτικοί στις δημόσιες πολιτικές και να συνεργάζονται στο σχεδιασμό και την εφαρμογή τους. Ωστόσο, για να αποκτήσουν αυτή τη στήριξη από τους πολίτες, οι κυβερνήσεις πρέπει να είναι περισσότερο περιεκτικές, διαφανείς, δεκτικές και αποτελεσματικές. Η αναγνώριση και η βελτιωμένη κατανόηση του κρίσιμου ρόλου που διαδραματίζει η αξιολόγηση εμπιστοσύνης («κρατικοί δρώντες» έναντι «μη κρατικών δρώντων») στις αποτελεσματικές «δημόσιες πολιτικές» ενισχύει «κρατικούς» και «μη κρατικούς δρώντες» απέναντι στο μεταρρυθμιστικό εύρος του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, στο πολιτικό «βέλος του χρόνου». Βιβλιογραφικές αναφορές Andrews, M. (2010), “Good Government Means Different Things in Different Countries”, Governance, 23 (1): 7-35, doi:10.1111/j.1468-0491.2009.01465.x Arndt, C. (2008). “The Politics of Governance Ratings”, International Public Management Journal, 11 (3): 275-297, doi:10.1080/10967490802301278 Back, H., & Hadenious, A. (2008). “Democracy and State Capacity: Exploring a J-Shaped Relationship”, Governance, 21(1): 1-24, doi:10.1111/j.1468-0491.2007.00383.x Bhaskar, R. (1979), The Possibility of Naturalism: A philosophical critique of the contemporary human sciences, Brighton, The Harvester Press. Borzel, T. (1999), “Towards Convergence in Europe? Institutional adaptation to Europeanisation in Germany and Spain”, Journal of Common Market Studies, 39 (4): 573-96. Boswell, N. & Richardson, P. (2003), “Anti-corruption: Unshackling economic development - Commentary”, Economic Perspectives, 8 (2): 16-18. Caporaso, J. (1996), “The European Union and Forms of State: Westphalian, regulatory or post- modern?”, Journal of Common Market Studies, 34 (1): 29-52. Caporaso, J. A. & Joseph J. (2001), “The Europeanization of Social Policy and Domestic Political Change” σε by M. Green Cowles, J. A. Caporaso & T. Risse (επιμ.), Transforming Europe. Europeanization and Domestic Change, Ithaca, NY, Cornell University Press. 216 Charron, N. & Lapuente, V. (2010), “Does Democracy Produce Quality of Government?”, European Journal of Political Research, 49 (4): 443-470, doi:10.1111/j.1475- 6765.2009.01906.x Checkel, J. (1998), “The Constructive Turn in International Relations Theory”, World Politics, 50 (2): 324-348. Cowles, M. G. Caporaso, J. & Risse, T., (2001), Transforming Europe: Europeanization and domestic change, Ithaca and London, Cornell University Press. Curini, L., Jou, W. & Memoli, V. (2012), “Satisfaction with Democracy and the Winner-loser Debate: The role of policy preferences and past experience, British Journal of Political Science, 42 (2): 241-261. Dahlberg, S. & Holmberg, S. (2012), “Understanding Satisfaction with the Way Democracy Works”, QoG Working Paper 2012 (8), Gothenburg, Quality of Government Institute. Dyson, K. (επιμ.) (2002), European States and the Euro: Europeanization, variation, and convergence, Oxford, Oxford University Press. Featherstone, K. (1999), The Road to Maastricht. Negotiating Economic and Monetary Union, Oxford, Oxford University Press. Giddens, A. (1984), The Constitution of Society, Cambridge, Polity. Gupta, S., Davoodi, H., & Alonso-Terme, R. (1998), “Does Corruption Affect Income Inequality and Poverty?”, IMF Working Papers, WP/98/76, doi:10.5089/9781451849844.001 Haas Ε. (1958), The Uniting of Europe, 2nd edition, Stanford, Stanford University Press. Hall, P. & Taylor, R. (1996), “Political Science and the Three New Institutionalisms”, Political Studies, 44: 936-957. Haverland, M. (2000), “National Adaptation to European Integration: The importance of institutional veto points”, Journal of Public Policy, 20 (1): 83-103. Hennis M. (2001), “Europeanization and Globalization: The missing link”, Journal of Common Market Studies, 39 (5): 829-850. Holmberg, S. Rothstein, B. & Nasiritousi, N. (2009), “Quality of Government: What you get, Annual Review of Political Science, 12 (1): 135-161, doi:10.1146/annurev-polisci-100608- 104510 Huther, J. & Shah, A. (1998), Applying a Simple Measure of Good Governance to the Debate on Fiscal Decentralization (English), Policy, Research working paper, no. WPS 1894, Washington, DC, World Bank. http://documents.worldbank.org/curated/en/673221468766535925/Applying-a-simple- measure-of-good-governance-to-the-debate-on-fiscal-decentralization (assessed on 13/8/2019) Kaufmann, D. (2004), Governance Matters III: Governance Indicators for 1996, 1998, 2000, and 2002. The World Bank Economic Review, 18 (2): 253-287. doi:10.1093/wber/lhh041 Kaufmann, D. Kraay, A. & Mastruzzi, M. (2008), “Governance Matters VII: Aggregate and Individual Governance Indicators, 1996-2007”, SSRN Electronic Journal, doi:10.2139/ssrn.1148386 Knill, C. & Lehmkuhl, D. (2002), The National Impact of European Union Regulatory Policy: Three Europeanization Mechanisms, European Journal of Political Research, 41 (2): 255-80. Krugman, P. R. & Obstfeld, M. (2005), International Economics: Theory and policy, Addison Wesley, Boston. La Porte, T. M. (2005), “E-government II. Being good and doing well: Organizational openness and government effectiveness on the World Wide Web”, Bulletin of the American Society for Information Science and Technology, 31 (3): 23-27, doi:10.1002/bult.1720310310 Ladrech, R. (1994), “Europeanisation of Domestic Politics and Institutions: The case of France”, Journal of Common Market Studies, 32 (1): 69-88. 217 Lawton, T. (1999), Governing the Skies: Conditions for the Europeanisation of airline policy, Journal of Public Policy, 19(1): 91-112. March, J. C. & Olsen, J. P. (1989), Rediscovering Institutions: The organizational basis of politics, New York: Free Press. Margalit, Y. (2013). “Explaining Social Policy Preferences: Evidence from the Great Recession”, American Political Science Review, 107 (1): 80–103, doi: https://doi.org/10.1017/S0003055412000603 Marks, G. (1996), “An Actor-centered Approach to Multi-level Governance”, Regional and Federal Studies, 6 (2): 20–38. Mauro, P. (1998), “Corruption and the Composition of Government Expenditure”, Journal of Public Economics, 69 (2): 263-279, doi:10.1016/s0047-2727(98)00025-5 McKinney, J. A. & Moore, C. W. (2007), “International Bribery: Does a written code of ethics make a difference in perceptions of business professionals?”, Journal of Business Ethics, 79 (1-2): 103-111, doi:10.1007/s10551-007-9395-3 Montinola, Gr. R. & Jackman, R.W. (2001), “Sources of Corruption: A cross-country study”, British Journal of Political Science, 32 (1): 147-170, doi:10.1017/s0007123402000066 Naumann, E. Buss, C. & and Bähr, J. (2016), “How Unemployment Experience Affects Support for the Welfare State: A real panel approach”, European Sociological Review, 32 (1): 81-92, https://doi.org/10.1093/esr/jcw009 Olsen, J. P. (2002), The Many Faces of Europeanization”, Arena Working Papers, no.01/02, 2002, Olsen, J.P. (2002), retrieved from http://www.sv.uio.no/arena/english/research/publications/arena- publications/workingpapers/working-papers2002/wp02_2.htm. Olsen, J. P. (1996), “Europeanisation and Nation-State Dynamics”, σε S. Gustavsson & L. Lewin (επιμ.), The Future of the Nation-State, London, Routledge, σσ. 245-85. Peterson, J. & Bomberg, E. (1999), Decision-making in the European Union, Basingstoke: Palgrave. Pollitt, C. (2011), “Moderation In All Things: International comparisons of governance quality”, Financial Accountability & Management, 27 (4): 437-457, doi:10.1111/j.1468- 0408.2011.00532.x Rainey, H. G. & Steinbauer, P. (1999), “Galloping Elephants: Developing elements of a theory of effective government organizations”, Journal of Public Administration Research and Theory, 9 (1): 1-32, doi:10.1093/oxfordjournals.jpart.a024401 Risse, T. (2000), “When Europe Hits Home. Europeanisation and Domestic Change”, paper presented to the annual meeting of the American Political Science Association, Washington, DC, 31 August-3 September 2000. Schmidt, V A. & Radaelli, C. M. (2002), “Europeanisation, Discourse, and Policy Change: Mapping the new research agenda”, paper Prepared For the ECPR Joint Sessions of Workshops Turin, Italy, 22-27 March. Schmidt, V. A. (2000), “Discourse and the Legitimation of Economic and Social Policy Change in Europe”, Unpublished manuscript. Schmidt, V. A. (1997), “Discourse and (dis)integration in Europe: The cases of France, Germany, and Great Britain”, Daedalus, 126 (3): 167-97. Schmitter, P. C. & Karl, T. L. (1991), “What Democracy Is and Is Not”, Journal of Democracy, 2 (3): 75-88, doi:10.1353/jod.1991.0033 Smith, M.P. (επιμ.) (2012), Europe and National Economic Transformation: The EU after the Lisbon Decade, Houndmills, Basingstoke. Tonra, B. (2000b), “Denmark and Ireland”, σε I. Manners & R. G. Whitman (επιμ.), The Foreign Policies of European Union Member States, Manchester, Manchester University Press, σσ. 224-242. 218 Torcal & Paolo Moncagatta, M. (n.d.), “Support, Political”, International Encyclopedia of Political Science, doi:10.4135/9781412959636.n592 Wagner, A. F., Schneider, F. & Halla, M. (2009), “The Quality of Institutions and Satisfaction with Democracy in Western Europe − A panel analysis”, European Journal of Political Economy, 25(1): 30-41, doi:10.1016/j.ejpoleco.2008.08.001 219 220 Λαϊκισμός και Συνωμοσιολογία στην Ελλάδα της Κρίσης: Μια Συνδυαστική-Εκρηκτική Απειλή για τη Δημοκρατία Ευάγγελος Π. Καραγιάννης1 & Βασιλική Π. Καραγιάννη2 Περίληψη Στην εισήγηση αυτή, μετά από τη συμβατική εννοιολόγηση του λαϊκισμού και της συνωμοσιολογίας, τονίζεται η αμφίπλευρη δόμηση ενός δυναμικού πεδίου, λίαν επικίνδυνου για τη δημοκρατία. Η επίκοινη αυτή περιοχή (προσδι)ορίζεται, μεταξύ άλλων, από την επίκληση-κλήση του λαού έναντι κάποιου υποθετικού εχθρού με την κομβική μεσολάβηση ενός αυτόκλητου χαρισματικού ηγέτη. Επισημαίνονται οι βασικές αρχές συγκρότησης της συνωμοσιολογικής και λαϊκιστικής αφήγησης και δίνεται έμφαση στην ταχύτητα και την έκταση διάδοσής της λόγω της ψευδο-εξηγητικής της αξίας. Προβάλλεται ο πυρηνικός ρόλος ορισμένων αφετηριακών γεγονότων, τα οποία παρερμηνεύονται και ενισχύουν τη συνωμοσιολογική και λαϊκιστική σκέψη, με ενδεικτικό παράδειγμα την πρόσφατη παγκόσμια αλλά και ελληνική οικονομική κρίση. Αναφέρονται, τέλος, τα γενικά χαρακτηριστικά του «δεξιού» και του «αριστερού» λαϊκισμού, που αμαυρώνουν την έννοια της δημοκρατίας, και διαπιστώνεται η άρρηκτη σύνδεσή τους με το συνωμοσιολογικό φαντασιακό. Λέξεις-κλειδιά: λαϊκισμός, συνωμοσιολογία, δημοκρατία, οικονομική κρίση. Εισαγωγή Θα παραβιάζαμε ανοικτές πύλες, αν υποστηρίζαμε ότι κατά τη διάρκεια της ελληνικής (οικονομικής) κρίσης εντάθηκε το φαινόμενο του λαϊκισμού με άμεσα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά επακόλουθα. Άλλωστε, ο λαϊκισμός μπορεί να θεωρηθεί ως η παιδική ασθένεια των «αεί παίδων Ελλήνων». Ωστόσο, αυτό που κεντρίζει την ερευνητική προσοχή είναι το κράμα λαϊκισμού και συνωμοσιολογίας, το οποίο κυριάρχησε στο ελληνικό σκηνικό με εντυπωσιακές εξάρσεις και συνδηλώσεις, συνιστώντας μία ευθεία και καίρια απειλή για τη δημοκρατία. Πριν, όμως, γίνει αναφορά στην ελληνική περίπτωση, πρέπει να επιχειρηθεί η σημασιοδότηση ορισμένων βασικών ερευνητικών όρων. Να σημειωθεί, προκαταρκτικά, ότι στην εισήγηση αυτή γίνεται κατά κόρον αξιοποίηση της ορολογίας και της αναλυτικής μεθοδολογίας του φιλοσόφου και ιστορικού των πολιτικών ιδεών Pierre-André Taguieff. Η εννοιοδότηση του λαϊκισμού καθίσταται προβληματική λόγω της απουσίας επιστημονικής συναίνεσης για την ακριβή σημασιολογική οριοθέτησή του. Σε γενικές γραμμές και με μια απλοποιητική τάση, ο λαϊκισμός μπορεί να 1 Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ, Ταξιαρχών 51, Τρίπολη, 22131,
[email protected]2 Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ, Ρήγα Φεραίου 33, Τρίπολη, 22132,
[email protected]221 ορισθεί ως η πράξη κατά την οποία κάποιος παίρνει δημόσια το μέρος του λαού εναντίον των ελίτ ή εξωτερικών κινδύνων ή ακόμα και ως λαϊκή λατρεία. Ο λαϊκισμός κινείται μεταξύ της κλήσης του λαού και της λατρείας του λαού (Taguieff 2013: 69). Με τους όρους θεωρίες συνωμοσίας (conspiracy theories) ή, ορθότερα, συνωμοσιολογικές αφηγήσεις νοούνται αφελείς ερμηνείες που αντιτίθενται στις επισήμως υποστηριζόμενες θέσεις και στοχοποιούν διάφορες συλλογικότητες που δρουν συνήθως παρασκηνιακά, προκειμένου να κυριαρχήσουν παγκοσμίως ή να εξαλείψουν συγκεκριμένες κοινωνικές-κρατικές οντότητες, προκαλώντας συγκλονιστικά και συνταρακτικά γεγονότα (πολέμους, καταστροφές, οικονομικές κρίσεις, δολοφονίες κ.λπ.) που διαθέτουν υψηλή κοινωνική σημασιοδότηση και φόρτιση (Taguieff 2015: 35-36). Η δημιουργία ενός επίκοινου χώρου μεταξύ λαϊκισμού και συνωμοσιολογίας Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό η συγκρότηση του επίκοινου χώρου μεταξύ λαϊκισμού και συνωμοσιολογίας μέσω κάποιων βασικών οριζουσών. Ήδη υπονοήθηκε ότι αφετηριακό στοιχείο του λαϊκισμού όλων των τύπων είναι η κλήση στον λαό (Canovan 1982: 552). Η κλήση προς τον λαό γίνεται από έναν ηγέτη, (αυτο)παρουσιαζόμενο ως χαρισματικό, και μπορεί να απευθύνεται σε ολόκληρο τον λαό ή στον πραγματικό λαό (αυτόν που διαθέτει συγκεκριμένα ταυτοτικά χαρακτηριστικά). Το κάλεσμα προς τον λαό μπορεί να λάβει και δημοψηφισματικό χαρακτήρα, υπό την έννοια της ανανέωσης των δημοκρατικών πρακτικών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων αυτών δεν διαστρεβλώνονται a posteriori, και εντοπίζονται πρόσφατα και απτά παραδείγματα επ’ αυτού. Στην Ελλάδα της κρίσης κόμματα του συνόλου του πολιτικού φάσματος, από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά, επικαλέστηκαν τον λαό ή τμήμα του (τον «υγιή» λαό), προκειμένου να αντιδράσει με έντονο ή λιγότερο έντονο τρόπο απέναντι στα δυσμενή μέτρα που ελήφθησαν κατά τη μνημονιακή περίοδο, ακόμα και σε περιπτώσεις που τα κόμματα αυτά, κατά ειρωνικό τρόπο, ήταν εκείνα ακριβώς που προσυπέγραφαν αυτά τα μέτρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο συνωμοσιολογικό σύμπαν καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι λεγόμενοι «γνωσιοκράτες» (Mason 2002: 46-47), οι αυτοανακηρυγμένοι ειδήμονες ως προς τις συνωμοσίες, οι οποίοι λειτουργώντας απομυστικοποιητικά καλούν τον «νουνεχή» λαό, τους «γνωσιοπρολετάριους» (Pipes 1997: 30-36), να εγερθεί από τον ύπνο της μακαριότητας και να αντιδράσει έναντι όσων τον επιβουλεύονται. Στη μνημονιακή Ελλάδα αναδείχθηκαν ποικίλοι «χαρισματικοί» απομυστικοποιητές αυτού του είδους με τάσεις ηρωοποίησης. Επιπλέον, ο λαϊκισμός αποτελεί μια κλήση ενάντια σε κάποιον/κάτι, δηλαδή είναι μία «κλήση κατά» (Πανταζόπουλος 2001: 49). Ο εικαζόμενος εχθρός μπορεί να είναι εσωτερικός (οι λεγόμενες ελίτ), οπότε πρόκειται για λαϊκισμό διαμαρτυρίας, ή εξωτερικός (ξένοι ποικιλόσχημοι παράγοντες), οπότε πρόκειται για ταυτοτικό λαϊκισμό-εθνικολαϊκισμό (Taguieff 1998: 5-26). Στην Ελλάδα της κρίσης ανέκυψε ο αντιελιτισμός, καθώς μεγιστοποιήθηκαν οι ευθύνες των πολιτικών και οικονομικών ελίτ για το ξέσπασμα και τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, και κυριάρχησε μια συγκρουσιακή-διχαστική λογική που έπληξε τη δημοκρατία. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και ο εθνικολαϊκισμός, 222 αφού στοχοποιήθηκαν ποικιλώνυμοι ξένοι φορείς ως υπεύθυνοι της κρίσης και δυνητικοί ολετήρες του ελληνισμού, όπως το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι οίκοι αξιολόγησης, το ευρωπαϊκό κατεστημένο ή ο αμερικανικός παράγοντας. Σε συνωμοσιολογικό πλαίσιο δαιμονοποιήθηκε το πολιτικό κατεστημένο που κυβέρνησε τη χώρα μετά τη μεταπολίτευση και μάλιστα συνέπραξε ανερυθρίαστα στη συγκυβέρνηση, πριν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην εξουσία. Στην ίδια «λογική», η άπατρις εσωτερική ολιγαρχία εξυπηρέτησε πρόθυμα τα σχέδια έξωθεν δυνάμεων, οι οποίες συνωμότησαν εναντίον της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ειδικά κατά το πρώτο στάδιο της διακυβέρνησής της, προκειμένου αυτή να παραδοθεί άνευ όρων και να αποτελέσει μια σύντομη αριστερή παρένθεση. Η διχαστική ρητορική, πάντοτε απειλητική για τη δημοκρατία, επανήλθε δριμύτερη. Έτσι, θεωρήθηκε ύποπτη η στάση της Γερμανίας και της τρόικας-θεσμών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως δούρειο ίππο για την επίτευξη του ανίερου σκοπού τους το εγχώριο και ξένο τραπεζικό σύστημα. Αναπτύχθηκε, λοιπόν, σε πολιτικό και ρητορικό επίπεδο ένας άκρατος αντιγερμανισμός που μετεξελίχθηκε σε αντιευρωπαϊσμό με απρόβλεπτες συνέπειες. Θεμελιακά ερωτήματα και απαντήσεις Στο σημείο αυτό πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: ποιες είναι οι βασικές αρχές δόμησης των συνωμοσιολογικών – και λαϊκιστικών εν πολλοίς − αφηγήσεων και πού έγκειται η ευρεία αποδοχή τους, ειδικά σε περιόδους κρίσης; Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, ο πυρήνας των θεωριών συνωμοσίας συνίσταται στα εξής: τίποτα δεν είναι τυχαίο, οτιδήποτε συμβαίνει είναι το αποτέλεσμα προθέσεων ή κρυμμένων βουλήσεων, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, αλλά τα φαινόμενα απατούν, τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους αλλά με τρόπο σκοτεινό και ό,τι προβάλλεται από επίσημες πηγές ως αληθινό πρέπει να γίνεται αντικείμενο (υπερ)κριτικής και ενδελεχούς έρευνας (Taguieff 2017: 190-191). Αναφορικά με την primam causam που οι λαϊκιστικές και συνωμοσιολογικές αφηγήσεις γνωρίζουν τέτοια απήχηση, ειδικά σε περιόδους κρίσης, ορθά έχει επισημανθεί (Taguieff 2015: 36-39) ότι το μεγάλο atout των αφηγημάτων αυτών είναι η «υψηλή» εξηγητική και ερμηνευτική τους αξία. Κατά κύριο λόγο ο λαϊκισμός και η συνωμοσιολογία απαντούν σε ένα επείγον αίτημα νοηματοδότησης. Το αίτημα αυτό, για παράδειγμα, ανέκυψε στην Ελλάδα της κρίσης, όταν οι Έλληνες ήρθαν αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες γι’ αυτούς καταστάσεις που τους προκάλεσαν εύλογο, ως έναν βαθμό, ηθικό και γνωσιακό πανικό. Η οικονομική κατάρρευση της χώρας, η εκτίναξη της ανεργίας και η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας επέφεραν ένα συλλογικό τραύμα στην εθνική συνείδηση, η ανάγκη επεξεργασίας του οποίου τροφοδότησε αφηγήσεις λαϊκιστικής και συνωμοσιολογικής υφής. Αυτές με έναν ορθολογίζοντα μανδύα έδωσαν γοητευτικές ψευδο-εξηγήσεις και τη δυνατότητα νοηματοδότησης και φαινομενικής συνοχής των δυσερμήνευτων έως τότε συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Τα ψευδο-εξηγητικά αυτά σχήματα, έχοντας αναγωγικό (ευθύνεται ο παγκόσμιος καπιταλισμός) ή επαγωγικό (ευθύνονται οι εγχώριες και ευρωπαϊκές ελίτ) χαρακτήρα, συνέθεσαν γεγονοτολογικές αλυσίδες που υποτίθεται ότι διέθεταν αυταπόδεικτη αξία, καταπολεμώντας μεν τον γνωσιακό 223 πανικό, αντικαθιστώντας τον δε με μια γνωσιακή εξάρτηση ιδιαίτερα παραπλανητική και απειλητική για τη δημοκρατία. Ας εστιαστεί έτι περαιτέρω το ερευνητικό ενδιαφέρον στην περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, καθώς δίνεται η δυνατότητα για να μελετηθεί το λαϊκιστικό και συνωμοσιολογικό φαινόμενο συγκριτικά, σε ελληνικό, αμερικανικό και παγκόσμιο επίπεδο. Να υπενθυμιστεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανθήσει η συνωμοσιολογική και λαϊκιστική σκέψη είναι η ύπαρξη ορισμένων αφετηριακών – και παραδειγματικών εν συνεχεία − γεγονότων τραυματικής συνήθως υφής. Σε αυτό το πλαίσιο η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009 αντιμετωπίστηκε ως απόρροια της συνωμοσίας των μεγάλων τραπεζών που είχαν προκαλέσει ουσιαστικά την κρίση, πρώτα στις ΗΠΑ και στη συνέχεια, μέσω της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, τη διέδωσαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Επόμενο ήταν να τροφοδοτηθεί η υπόθεση αυτή από ένα αντικαπιταλιστικό – αντινεοφιλελεύθερο μένος που σε ορισμένες περιπτώσεις έφθανε μέχρι τον αντιαμερικανισμό, τον αντισημιτισμό και τον αντιευρωπαϊσμό. Η ελληνική οικονομική κρίση εντάχθηκε σε αυτό το συνωμοσιολογικό-λαϊκιστικό συνεχές, με αποτέλεσμα να δαιμονοποιηθεί εντός των τειχών το εγχώριο αλλά και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι προεκτάσεις του. Συγκροτήθηκαν, λοιπόν, ερμηνευτικές κοινότητες γύρω από το αφετηριακό γεγονός της οικονομικής κρίσης στη βάση του παρερμηνευμένου ρωμαϊκού αξιώματος: «Is fecit cui prodest». Οι κοινότητες αυτές αφενός βρίσκονταν τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος και αφετέρου αντλούσαν «νομιμοποίηση» από συνωμοσιολογικές αφηγήσεις σχετικά με την κρίση, οι οποίες γίνονταν αντικείμενο (πολιτικής) εκμετάλλευσης από λαϊκιστές ηγέτες με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Δεξιός − αριστερός λαϊκισμός και συνωμοσιολογία Με εφαρμογή και στην ελληνική περίπτωση, εν είδει συμπεράσματος, αξίζει να παρατεθούν αδρομερώς τα χαρακτηριστικά του «δεξιού» και του «αριστερού» λαϊκισμού που φαλκιδεύουν την έννοια της δημοκρατίας, ώστε να διαπιστωθεί αν συναρμόζονται με συνωμοσιολογικές θεωρήσεις. Η ερευνητική οπτική ας αποκεντρωθεί από την οικονομική κρίση και ας διευρυνθεί. Ο «δεξιός» λαϊκισμός υπερτονίζει τις υφιστάμενες απειλές (παραβατικότητα, ανασφάλεια, τρομοκρατία) και προσθέτει νέες ή και φανταστικές, που στηρίζονται ενίοτε σε παρατηρήσιμα φαινόμενα (μετανάστευση, ισλαμοποίηση της Ευρώπης, ηθική σήψη). Με τον τρόπο αυτό προκαλούνται φοβικά σύνδρομα, τα οποία γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από λαϊκιστές ηγέτες. Ο «αριστερός» λαϊκισμός εκμηδενίζει ή παραβλέπει τις πραγματικές απειλές (παραβατικότητα, τρομοκρατία, ανεξέλεγκτη μετανάστευση) και προτάσσει άλλες που κινούνται στη σφαίρα του φαντασιακού και συνήθως συνδέονται με τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και έναν αναπλαισιωμένο φασισμό. Έτσι, ευδοκιμεί το λαϊκιστικό φαινόμενο. Συχνά, η λαϊκιστική αριστερά προβάλλει τους ένδοξους αγώνες του παρελθόντος, ενώ η λαϊκιστική δεξιά αποπνέει μια αύρα ευταξίας και ασφάλειας (Taguieff 2013: 102-103). Γίνεται πρόδηλο, λοιπόν, ότι αυτές οι δεξιόστροφες ή αριστερόστροφες 224 παραμορφώσεις της πραγματικότητας καθιστούν ευεπίφορο το έδαφος για την ανάπτυξη συνωμοσιολογικών θεωρήσεων. Συμπεράσματα Επιλογικά, στην εισήγηση αυτή, αφού σημασιοδοτήθηκαν συμβατικά οι θεμελιακοί όροι του λαϊκισμού και της συνωμοσιολογίας, επισημάνθηκε η συγκρότηση εξ αυτών ενός επίκοινου χώρου, απειλητικού για τη δημοκρατία, ο οποίος οριοθετήθηκε μεταξύ άλλων από την κλήση του λαού έναντι κάποιου εικαζόμενου εχθρού. Αναφέρθηκαν οι πυρηνικές αρχές συγκρότησης των συνωμοσιολογικών και λαϊκιστικών αφηγημάτων και τονίστηκε ότι η ευρύτατη απήχησή τους εδράζεται στην ψευδο-ερμηνευτική τους αξία μέσω μιας εκλογικευτικής διαδικασίας. Τέλος, υπογραμμίστηκε η αναγκαιότητα ύπαρξης κάποιων αφετηριακών γεγονότων, τα οποία μεθερμηνευόμενα και παρερμηνευόμενα τροφοδοτούν τη συνωμοσιολογική και λαϊκιστική σκέψη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσφατη παγκόσμια αλλά και ελληνική οικονομική κρίση. Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, ως έναν βαθμό, είναι ένα ον μυθοδίαιτο, μυθολόγο, ενίοτε και μυθοποιητικό. Ίσως, μάλιστα, η πρόοδος του ανθρώπου συνίσταται στο αέναο πέρασμα ακριβώς από τον μύθο στον λόγο με τις όποιες υπαναχωρήσεις του. Ωστόσο, αν η μυθολογία αυτή εργαλειοποιηθεί στα χέρια λαϊκιστών ηγετών μέσω συνωμοσιολογικών αφηγήσεων, καθίσταται επισφαλής η ομαλή λειτουργία αλλά και η ίδια η ύπαρξη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ελληνική οικονομική κρίση μας εφοδίασε με οδυνηρή αλλά χρήσιμη πείρα. Βιβλιογραφία Canovan, M. (1982), “Two Strategies for the Study of Populism”, Political Studies, 30(4): 544-552. Mason, F. (2002), “A Poor Person’s Cognitive Mapping”, σε P. Knight (επιμ.), Conspiracy Nation: The Politics of Paranoia in Postwar America, New York, New York University Press, σσ. 40-56. Pipes, D. (1997), Conspiracy: How the paranoid style flourishes and where it comes from, New York, The Free Press. Taguieff, P.-A. (1998), “Populismes et Antipopulismes: Le Choc des Argumentations”, Mots, 55: 5-26. Taguieff, P.-A. (2013), Ο Νέος Εθνικο-λαϊκισμός, (Μτφρ.-Επιμ. Αν. Ηλιαδέλη, Ανδρ. Πανταζόπουλος), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Επίκεντρο. Taguieff, P.-A. (2015), Συνωμοσιολογική Σκέψη και «Θεωρίες της Συνωμοσίας», (Μτφρ.- Επιμ. Αν. Ηλιαδέλη, Πρόλ. Ανδρ. Πανταζόπουλος), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Επίκεντρο. Taguieff, P.-A. (2017), Ο Εξτρεμισμός και τα Είδωλά του: Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία, (Πρόλ.- Μτφρ.-Επιμ. Ανδρ. Πανταζόπουλος), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Επίκεντρο. Πανταζόπουλος, Ανδρέας (2001), Για το Λαό και το Έθνος: Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου 1965-1989, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. 225 226 Επιστροφή στο Μέλλον: Θεωρητικές Προσεγγίσεις της Διασποράς στον 21ο Αιώνα Γεράσιμος Καραμπελιάς1 Περίληψη Ο (προσδι)ορισμός της έννοιας της διασποράς ως μιας πολύπλοκης κοινωνικής διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από την απομάκρυνση ανθρώπων από το πάτριο έδαφος, τα συναισθήματα της αλλοτρίωσης και έλλειψης ασφαλούς νοικοκυριού αλλά και την ανάπτυξη συλλογικής ταυτότητας και κοινοτικής ζωής στη νέα χώρα, δεν είναι νεωτερικό στοιχείο. Οι δραστικές αλλαγές όμως στην τεχνολογία της επικοινωνίας σε συνδυασμό με την έντονη παρουσία εξτρεμιστικής ιδεολογίας έχουν δημιουργήσει μια πλειάδα ερωτημάτων σχετικά με την επιρροή της πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής, και εθνοτικής ταυτότητα των νέων μεταναστευτικών/διασπορικών ομάδων και τις διαδρομές συνύπαρξης με τις πληθυσμιακές ομάδες που εκλαμβάνονται ως γηγενής. Μέσω της ενδελεχούς αποτίμησης των κύριων θεωρητικών ρευμάτων της διασποράς, το παρών άρθρο πιστεύει ότι θα αναδείξει την ανάγκη για περισσότερη και πιο εστιασμένη έρευνα στο συγκεκριμένο φαινόμενο. Διότι οι νέες μεταναστευτικές ομάδες μπορεί να αποτελέσουν είτε θετικό παράγοντα για πολιτικο-οικονομική ανάπτυξη είτε αρνητικό για κοινωνικο-οικονομικές συγκρούσεις στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Λέξεις κλειδιά: διασπορά, μετανάστευση, ταυτότητες, Ελλάδα, Ευρώπη Θεωρητικές προσεγγίσεις και τυπολογίες περί της διασποράς Η λέξη διασπορά εντοπίζεται εδώ και αρκετές δεκαετίες στη ξένη βιβλιογραφία ως δάνειο από την ελληνική (Reis 2004: 44). Όμως, με μια προσεκτικότερη ματιά θα διαπιστώσουμε ότι οι προγονοί μας δεν χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο όρο, για να περιγράψουν την μετεγκατάσταση κατοίκων του ελληνικού χώρου στα μήκη και πλάτη της Μεσογείου αλλά λέξεις όπως αποικία, παροικία και μετοικεσία (Ψυρούκης 1974, Χασιώτης 1993). Αντίθετα, η λέξη διασπορά κάνει την εμφάνισή της αρκετές φορές στη σπουδαιότερη από τις πρώτες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης, στην ελληνιστική γραφή τους από τους Εβδομήκοντα, μεταξύ 3ου και 1ου αι. π.Χ. (Δευτερονόμιο 28:25, Ιερεμίας 16:7). Η λέξη διασπορά κάνει όμως την εμφάνισή της και στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (7: 35). Παραδοσιακά, ο όρος διασπορά έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει άτομα μιας θρησκευτικής/εθνοτικής ομάδας τα οποία βρίσκονται «διάσπαρτα» εκτός των συνόρων της χώρας καταγωγής των (Soysal 2000: 2). Οι κοινωνικές επιστήμες, αποδεχόμενες ως φυσιολογική την αποβολή της εθνικής/εθνοτικής ταυτότητας των μεταναστών και την εξομοίωσή τους με τους κανόνες, τα ήθη 1Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Λεωφόρος Συγγρού 136, 17671 Αθήνα,
[email protected]227 και έθιμα των κρατών υποδοχής των, έδειξαν να χρησιμοποιούν τον όρο αυτό χωρίς δεύτερη σκέψη, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (Shuval 2000). Η σύγχρονη αντίληψη περί της διασποράς, λοιπόν, χρησιμοποιείται, για να περιγράψει πολυάριθμες κοινότητες «εκτοπισμένων», κυρίως από χώρες του πρώην Τρίτου Κόσμου αλλά όχι αποκλειστικά, οι οποίες συχνά επαναπροσδιορίζονται μέσα από το πρίσμα της ασφάλειας/ανασφάλειας και της ενσωμάτωσης/αφομοίωσης των ή μη στις χώρες υποδοχής. Το φαινόμενο της διασποράς οφείλει να προσδιοριστεί ως μια περίπλοκη κοινωνική διαδικασία που χαρακτηρίζεται, αφενός από την απομάκρυνση ανθρώπων από το πάτριο έδαφος και τα συναισθήματα της αλλοτρίωσης, της έλλειψης στέγης και νοικοκυριού, και αφετέρου από τη δράση και την ανάπτυξη συλλογικής ταυτότητας γύρω από θέματα διαμονής/ένταξης/ενσωμάτωσης στη νέα χώρα αλλά και την προσπάθεια δημιουργίας μια νέας κοινοτικής ζωής. Ανάλογες προσπάθειες προσδιορισμού της έννοιας της διασποράς από μια πλειάδα πανεπιστημιακών έχει οδηγήσει στην οικοδόμηση μιας τυπολογίας της διασποράς που συμπεριλαμβάνει τις μορφές καλλιέργειας των σχέσεων μεταξύ των κοινοτήτων της διασποράς και των κρατών καταγωγής και υποδοχής, καθώς και των αναμνήσεων που «διατηρούν/μεταφέρουν» μαζί τους τα μέλη των. Τυπολογίες περί της Διασποράς Αν και κάποιοι ερευνητές έχουν υπερθεματίσει στην αναγνώριση ενός κλειστού συνόλου χαρακτηριστικών και συνθηκών που οφείλουν να χαρακτηρίζουν τις κοινότητες της διασποράς, άλλοι χρησιμοποιούν ευρύτερες αποδόσεις της. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν μελετητές παραδοσιακών κοινοτήτων της διασποράς όπως οι Εβραίοι. Χρησιμοποιώντας τη συγκεκριμένη ομάδα ως σημείο αναφοράς, ο Safran υποστηρίζει ότι η έννοια της διασποράς θα πρέπει να εφαρμοστεί σε εκπατρισμένες μειονοτικές κοινότητες των οποίων τα μέλη έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: 1) αυτοί ή οι πρόγονοί τους διασκορπίστηκαν από ένα συγκεκριμένο αρχικό «κέντρο» σε δύο ή περισσότερες «περιφερειακές» ή ξένες περιοχές, 2) διατηρούν μια συλλογική μνήμη, όραμα ή μύθο για την αρχική πατρίδα καταγωγής των-τη φυσική τους θέση στον κόσμο, την ιστορία, καθώς και τα επιτεύγματά τους, 3) πιστεύουν ότι δεν είναι-και ίσως δεν μπορούν-να καταστούν πλήρως αποδεκτές από τη χώρα υποδοχής των και ως εκ τούτου αισθάνονται εν μέρει αλλοτριωμένες και απομονωμένες από αυτήν, 4) θεωρούν το σπίτι των προγόνων τους αληθινή, ιδανική κατοικία τους και τόπο στον οποίο αυτοί ή οι απόγονοί τους θα επέστρεφαν ή θα όφειλαν να πράξουν, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, 5) πιστεύουν ότι πρέπει συλλογικά να δεσμευτούν για τη συντήρηση/ αποκατάσταση του τόπου καταγωγής των αλλά και για την ασφάλεια και την ευημερία των συμπατριωτών τους και 6) συνεχίζουν να σχετίζονται προσωπικά με αυτή την πατρίδα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και η εθνική-σωματειακή τους συνείδηση και αλληλεγγύη καθορίζονται σημαντικά από την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης (Safran 1991: 83- 84). 228 Στο ίδιο μονοπάτι σκέψης βαδίζει και ο Cohen, που υποστηρίζει ότι ένας ορισμός της διασποράς πρέπει να έχει τα ακόλουθα κοινά χαρακτηριστικά: α) να διακρίνει μια απόσταση από μια πρωτότυπη πατρίδα, συχνά τραυματική, σε δύο ή περισσότερες ξένες περιοχές, β) την απομάκρυνση από μια πατρίδα στην προσπάθεια αναζήτησης εργασίας, στην επιδίωξη αύξησης/ενδυνάμωσης του εμπορίου ή σε περαιτέρω αποικιακές φιλοδοξίες, γ) στη συλλογική μνήμη και τους μύθους για την πατρίδα, συμπεριλαμβανομένης της θέσης της και της ιστορίας τους, δ) τον ιδεαλισμό της προγονικής εστίας και τη συλλογική δέσμευση για τη συντήρηση, την αποκατάσταση, την ασφάλεια και την ευημερία του, ακόμη και για την (επανα)δημιουργία του, ε) την ανάπτυξη ενός κινήματος επιστροφής το οποίο θα αποκτήσει την έγκριση της πλειοψηφίας, στ) μια ισχυρή συνειδησιακή εθνοτική ομάδα που διατηρείται εδώ και πολύ καιρό και βασίζεται σε μια αίσθηση διακριτικότητας, μια κοινή ιστορία και πίστη σε μια κοινή μοίρα, ζ) μια ταραγμένη σχέση με τις κοινωνικές ομάδες στις χώρες υποδοχής, γεγονός που υποδηλώνει την έλλειψη αποδοχής ή και την πιθανότητα να σημειωθεί μια άλλη καταστροφή στη διασπορική ομάδα, η) στο αίσθημα ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης με ομοεθνείς σε άλλες χώρες διαμονής και θ) η δυνατότητα μιας ξεχωριστής αλλά δημιουργικής ζωής στις χώρες υποδοχής με ανοχή στον πλουραλισμό» (Cohen 1997: 180).. O ίδιος ωστόσο υπογραμμίζει ότι οι διασκορπισμένες κοινότητες των διαφόρων εθνικών διασπορών μπορεί να μην εκπληρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που έχει καθορίσει (Cohen 1996: 515). Επιπρόσθετα, ο Cohen κατηγοριοποιεί τις διασπορές σε πέντε ομάδες: ως προς τα θύματα, την εργασία, το εμπόριο και την αυτοκρατορική και πολιτιστική διασπορά. Κάθε μία από αυτές τις υποομάδες έχει ονοματισθεί με βάση τα πρότυπα μετανάστευσης. Ο κλασικός όρος της διασποράς που αποδίδεται στην αναγκαστική μετανάστευση, διακρίνει τις διασπορές των θυμάτων όπως ήταν γενικά οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι, οι Αφρικανοί, οι Ιρλανδοί κ.ο.κ. Ενώ εκείνοι που χαρακτηρίζονται ως εργατική διασπορά απομακρύνθηκαν από τον κλασικό ορισμό και αναγνωρίστηκαν ως άτομα που μεταναστεύουν λόγω ανάγκης ανεύρεσης εργασίας πχ οι Ιταλοί, οι Κινέζοι. οι Βαλκάνιοι, κ.λπ. Η εμπορική διασπορά χαρακτηρίζει τις παλαιότερες κοινότητες που διασκορπίστηκαν από την πατρίδα τους εδώ και πολλές γενιές σε πολλές χώρες υποδοχής με σκοπό να εκπληρώσουν/διεκπεραιώσουν ενδιάμεσους οικονομικούς ρόλους. Ως αυτοκρατορική διασπορά ορίζει εκείνες τις κοινότητες που επεκτείνονταν για τη δημιουργία/ολοκλήρωση θρησκευτικών ή/και πολιτικών/αποικιακών στόχων και σκοπών. Τέλος, προσδιορίζει ως πολιτιστική διασπορά τις κοινότητες που δημιουργήθηκαν από άτομα που δεν ήταν ιθαγενείς της χώρας από την οποία μετανάστευσαν, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την περίπτωση των κοινοτήτων της διασποράς από την Καραϊβική. Όμως, δεν παραλείπει να τονίσει ότι κάθε ομάδα/κοινότητα θα μπορούσε να παρουσιάζει συνδυασμό χαρακτηριστικών γνωρισμάτων από διάφορες κατηγορίες και όχι από μόνο μια, καθώς μια κοινότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί τόσο πολιτιστική όσο και εργατική διασπορά (Cohen 1996: 26-29). 229 Για τον Bruneau, η τυπολογία της διασποράς καθορίζεται από το είδος της οργάνωσης των κοινοτήτων της και τις κατηγοριοποιεί σε τρείς ομάδες: 1. τις επιχειρηματικές διασπορές (π.χ. Κινέζοι, Λιβανέζοι), 2. τις θρησκευτικές διασπορές (πχ Εβραίοι, Έλληνες) και 3. τις πολιτικές διασπορές (πχ. Παλαιστίνιοι, Θιβετιανοί) (Bruneau 2010). Ο Medan αντίστοιχα πρότεινε μια τυπολογία που βασίζεται στο βαθμό συνοχής και δυναμισμού της ίδιας της κοινότητας και τις διαχωρίζει σε «αποκρυσταλλωμένες» κοινότητες της διασποράς και σε «ρευστές». Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι δυναμικές διασπορές που χαρακτηρίζονται από την αποτελεσματικότητα των διεθνικών τους δικτύων και στη δεύτερη οι αναποτελεσματικές και αδύναμες (Medam 1993). Ο Butler ενσωματώνει αρκετά από τα βασικά χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά επιπλέον τονίζει τη σημασία της ύπαρξης διασποράς σε δύο ή περισσότερους «προορισμούς» και ότι η διασπορά πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο «γενεές». Τα καθοριστικά γνωρίσματα της διασποράς είναι: i. Η διασπορά σε δύο ή περισσότερους προορισμούς ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία δεσμών μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών της διασποράς, ii. η σχέση με μια πραγματική ή όπως την έχουν φαντασθεί πατρίδα, iii. μια συνείδηση και αυτογνωσία της ταυτότητας της ομάδας και iv. Η ύπαρξη τουλάχιστον δύο γενεών»(Butler 2001: 192-193). Τα χαρακτηριστικά που αναγνώρισαν στον ορισμό της διασποράς ο Safran, ο Cohen, ο Butler και οι άλλοι υποδηλώνουν μια ισχυρή σύνδεση των μελών της κοινότητας της διασποράς με την πατρίδα τους. Οι τελευταίοι διατηρούν συλλογική μνήμη και ταυτότητα του παρελθόντος τους και τις μοιράζονται με παρόμοιες κοινότητες σε άλλες περιοχές ή ακόμη και την επιθυμία για επιστροφή στην πατρίδα. Όπως, όμως, επισημαίνει και η Τσαγκαρουσιάνου, ο πιο πάνω κατάλογος, αν και χρήσιμος, είναι αρκετά περιορισμένος και περιοριστικός, καθώς στρέφεται σαφώς γύρω από τη σχέση της ομάδας της διασποράς με την πατρίδα της και υποβαθμίζει άλλες σημαντικές σχέσεις και δεσμούς που μας πληροφορούν για την κατάσταση στην ίδια τη διασπορά (Tsagarousianou 2004: 55). Οι Kennedy και Roudometof μάλιστα, τονίζουν χαρακτηριστικά ότι «οι κοινότητες είναι οριοθετημένες ενότητες/σώματα, τα μέλη των οποίων αντιλαμβάνονται ότι μοιράζονται ηθικές, αισθητικές/εκφραστικές ή γνωστικές έννοιες, αποκτώντας έτσι αίσθηση προσωπικής και ομαδικής ταυτότητας». Παρότι αυτό μπορεί να θέτει όρια μεταξύ του ποιος εκλαμβάνεται ως μέλος της και ποιος όχι, οι «κοινότητες ... συνειδητά κατασκευάζονται και αναδιαμορφώνονται συνεχώς» (Kennedy & Roudometof 2001: 9, 17). Στην αντίπερα όχθη, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IMΝ) χρησιμοποιεί έναν ευρύ ορισμό της διασποράς, καθώς την περιγράφει ως τα μέλη εθνικών και εθνικών κοινοτήτων, που έχουν εγκαταλείψει, αλλά διατηρούν [στενούς] δεσμούς με τις πατρίδες τους. Ο όρος «διασπορά» προσδιορίζει διακρατικές πληθυσμιακές ομάδες, που ζουν σε ένα μέρος, 230 διατηρώντας παράλληλα όμως, σχέσεις με τις γενέθλιες πατρίδες των είναι [δηλαδή] ταυτόχρονα και ‘εδώ’ και ‘εκεί’ (Ionescu 2006: 13). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται ο Sheffer που υποστηρίζει τον ακόλουθο ορισμό της διασποράς: μια εθνοτική-εθνική διασπορά είναι ένας κοινωνικο- πολιτικός σχηματισμός που δημιουργείται είτε ως εκούσια ή αναγκαστική μετανάστευση, τα μέλη της οποίας θεωρούν ότι έχουν την ίδια εθνοτική-εθνική καταγωγή και διαμένουν μόνιμα ως μειονότητες σε μία ή περισσότερες χώρες υποδοχής. Τα μέλη των εν λόγω φορέων διατηρούν τακτικές ή περιστασιακές επαφές με αυτό που θεωρούν πατρίδα τους και με άτομα και ομάδες του ίδιου υπόβαθρου που κατοικούν σε άλλες χώρες υποδοχής. Βάσει των συνολικών αποφάσεων για τη μόνιμη εγκατάστασή τους στις χώρες υποδοχής αλλά για τη διατήρηση μιας κοινής ταυτότητας, οι διασπορικές κοινότητες επιδεικνύουν αλληλεγγύη με την ομάδα τους και ολόκληρο το έθνος τους και οργανώνουν και δραστηριοποιούνται στον πολιτιστικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό τομέα. Μεταξύ των δραστηριοτήτων τους, τα μέλη τέτοιων διασπορών δημιουργούν διακρατικά δίκτυα που αντικατοπτρίζουν περίπλοκες σχέσεις μεταξύ των διασπορών, των χωρών υποδοχής τους, των πατρίδων τους αλλά και των διεθνών παραγόντων (Sheffer 2003: 9-10). Ο Bruneau υποδηλώνει ότι τα πιο κοινά χαρακτηριστικά μιας διασποράς που προτείνουν οι περισσότεροι συγγραφείς-μελετητές θα μπορούσαν να κατανεμηθούν ως εξής: Ι. Ο πληθυσμός που ονομάζεται διασπορά βρίσκεται σε πίεση, διασκορπισμένος σε πολλές χώρες/περιοχές πέρα από τον τόπο καταγωγής του. II. Ο προορισμός της μετανάστευσης ακολουθεί το ήδη καθιερωμένο πρότυπο που σημαίνει ότι οι μετανάστες συνδέονται με ανθρώπους που έχουν ήδη μεταναστεύσει σε ένα κράτος φιλοξενίας. Και αυτό διότι οι άνθρωποι που έχουν ενταχθεί/ενσωματωθεί στη χώρα υποδοχής λειτουργούν ως πύλη τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στην κοινωνική και πολιτική ζωή αυτής της χώρας. Επίσης, οι κάτοικοι, οι οποίοι έχουν ήδη μεταναστεύσει, φέρουν ή αισθάνονται φορείς «καθηκόντων κηδεμόνα» του εθνικού τους πολιτισμού. III. Ο μεταναστευτικός πληθυσμός διατηρεί υψηλό βαθμό κοινής εθνικής/πολιτιστικής ταυτότητας, μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της διασποράς του, ακόμη και αν κάποιες ομάδες/μέλη του ενσωματώνονται στην κοινωνία της χώρας υποδοχής. Αυτό φανερώνει ότι μια ισχυρή αίσθηση ταυτότητας κυριαρχεί. IV. Η ομάδα που ονομάζεται διασπορά διατηρεί και βελτιώνει τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ τους, τόσο εντός της διασποράς όσο και με ανθρώπους και ομάδες από τον τόπο προέλευσης. V. Η μεταναστευτική διασπορά έχει μακροχρόνια εμπειρία διασποράς την οποία και μεταδίδει ιστορικά από γενιά σε γενιά. VI. Αυτές οι ομάδες της διασποράς τείνουν να είναι αυτόνομοι κοινωνικοί σχηματισμοί και επομένως ανεξάρτητοι τόσο από τα δρώμενα στη χώρα υποδοχής όσο και από το κράτος καταγωγής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όλοι οι πολιτιστικοί, πολιτικοί και θρησκευτικοί σύλλογοι ζουν μέσα σε μια διασπορά (Bruneau,2010: 36-37). Ο Clifford, από την άλλη, υποστηρίζει ότι 231 πρέπει να προσέξουμε [όλες τις απόπειρες να] κατασκευάσουμε τον εργασιακό ορισμό ενός όρου όπως η διασπορά με την προσφυγή σε έναν ιδανικό τύπο. Μπορεί οι Εβραίοι να είναι ένας ιδεώδης τύπος διασποράς, που έχει μελετηθεί από διάφορους ερευνητές, όμως, τονίζει ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στα σύνορα του ορισμού της διασποράς αντί για την αναζήτηση των ουσιωδών ή κοινών χαρακτηριστικών της (Clifford 1994: 306- 307). Επίσης, επισημαίνει ότι η γλώσσα της διασποράς δημιουργεί συνθήκες για «μειονοτική συζήτηση», καθώς ο «λόγος» των μελών της διασποράς μπορεί πολύ εύκολα να καταστεί κατανοητός ως προσπάθεια αναζήτησης μη δυτικών μοντέλων κοινωνικής και πολιτικής διαστρωμάτωσης που αντιτίθενται στην έννοια του εθνικού κράτους υποδοχής και στις ιδέες της ένταξης/ενσωμάτωσης που αυτό προωθεί. Ο ίδιος σημειώνει ότι, [συχνά] η γλώσσα της διασποράς φαίνεται να αντικαθιστά ή τουλάχιστον να συμπληρώνει τον λόγο μιας μειονοτικής ομάδας. Οι διασυνοριακές συνδέσεις παραβιάζουν τη δυαδική σχέση των μειονοτικών κοινοτήτων με την κοινωνία της πλειοψηφίας − εξάρτηση που διαμορφώνει έργα τόσο αφομοίωσης όσο και αντίστασης (Clifford 1994: 311). Προτείνει, μάλιστα, ότι ο καλύτερος τρόπος ορισμού της διασποράς ίσως είναι να οριστεί τι δεν αποτελεί μια διασπορά. ιδικότερα, επικεντρώνεται στην αντιπαράθεση της έννοιας αυτής με τις αντίστοιχες του «έθνους-κράτους» και με τις ιδέες των «αυτοχθόνων». υποστηρίζει ότι «ο όρος διασπορά είναι σημαίνον, όχι της διακρατικότητας και της ανάπτυξης, αλλά των πολιτικών μαχών». Καθώς αναλύει τη χρήση της γλώσσας των κοινοτήτων της διασποράς στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο, επισημαίνει ότι οι φυλετικές κοινωνίες δεν είναι διασπορές, το αίσθημα της ρίζας τους στην περιοχή είναι καθοριστικά αυτό που δεν έχουν τα μέλη της διασποράς».(Clifford,1994: 308-310). O van Hear προσπαθώντας να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν οι παλαιότεροι αποδεκτοί ορισμοί της διασποράς έχουν ή μπορούν να διαθέτουν την ίδια εφαρμογή και στη σύγχρονη εποχή των ραγδαίων εξελίξεων στους τομείς των μεταφορών και της επικοινωνίας, καταλήγει σε ορισμό της ως της κοινότητας των ανθρώπων που η συγκρότησή της εδράζεται σε τρία ελάχιστα κριτήρια: 1. Την διαρκή παρουσία των κοινοτήτων στο εξωτερικό, αν και η εξορία δεν είναι απαραιτήτως μόνιμη, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει κίνηση μεταξύ πατρίδας και νέων χωρών υποδοχής. 2. Την εμμονή στην παρουσία των κατοικούντων εκτός των συνόρων της πατρίδας των , ανεξάρτητα αν η διαμονή αυτή δεν είναι απαραιτήτως μόνιμη , και δεδομένου ότι οι μετακινήσεις μεταξύ της χώρας προέλευσης και των νέων κρατών υποδοχής μπορούν να αναπτυχθούν, και 3. υπάρχει πάντα κάποιο είδος ανταλλαγής-κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής ή πολιτιστικής-μεταξύ των διαχωρισμένων πληθυσμιακών ομάδων που αποτελούν τη διασπορά. Ο van Hear πιστεύει ότι αυτός είναι ένας πιο περιεκτικός ορισμός/τυπολογία της διασποράς, καθώς αγκαλιάζει τις παραδοσιακές κοινότητες της διασποράς αλλά και τους πληθυσμούς που είναι συνεχόμενοι και όχι διάσπαρτοι εκτός των συνόρων της χώρας τους, ενώ εγείρει και το ερώτημα 232 αν είναι η διαμόρφωση διεθνικών κοινοτήτων και διασποράς την παρούσα χρονική περίοδο αποτέλεσμα μόνο των σύγχρονων μορφών μετανάστευσης (Van Hear 1998: 5-6). Ο Vertovec αναλύει τρεις έννοιες που συνδέονται με τη διασπορά: «τη διασπορά ως κοινωνική μορφή, ως είδος συνείδησης και ως τρόπο πολιτιστικής παραγωγής» (Vertovec 1997: 2). Η προσπάθειά του για προσδιορισμό της διασποράς, αποτέλεσμα της ενασχόλησής του με τις διασυνοριακές συνδέσεις των κοινοτήτων της διασποράς στον χώρο της Νότιας Ασίας, αποτελεί ένα μέσο αποφυγής «της τρέχουσας υπερχρησιμοποίησης και της μη θεωρητικοποίησης της έννοιας της «διασποράς» μεταξύ ακαδημαϊκών, διανοουμένων κρατικών και «κοινοτικών ηγετών» [που] απειλεί την περιγραφική χρησιμότητα [του όρου]» (Vertovec 1997: 1). Πιστεύει ότι οι σημερινοί ερευνητές είναι υπερβολικά ελαστικοί στην αξιοποίηση του όρου αυτού σε μια συνεχώς διευρυνόμενη παγκόσμια κοινότητα μέσω μεταναστευτικών (τόσο εθελοντικών όσο και αναγκαστικών) ροών. Προσδιορίζει τα χαρακτηριστικά της διασποράς μέσω ενός «καταλόγου» κοινωνικών σχέσεων όπως: α) των δεσμών που δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα εθελοντικής ή αναγκαστικής μετανάστευσης από έναν κοινό τόπο κατοικίας σε τουλάχιστον δύο ή περισσότερες χώρες, β) λόγω της συνειδητής διατήρησης της συλλογικής ταυτότητας, η οποία συχνά διαφυλάσσεται σημαντικά με αναφορά σε έναν «εθνοτικό μύθο» κοινής καταγωγής, σε ιστορικές εμπειρίες και κάποιου είδους αναγωγή σ’ έναν γεωγραφικό τόπο, γ) με τη θεσμοθέτηση δικτύων ανταλλαγής και επικοινωνίας που ξεπερνούν τα εδαφικά κράτη υποδοχής και δημιουργούν νέες κοινωφελείς οργανώσεις, δ) διά μέσου της διατήρησης ποικίλων ρητών και έμμεσων δεσμών με τις πατρίδες τους, ε) με την ανάπτυξη σχέσεων αλληλεγγύης με μέλη ομοεθνών σε άλλες χώρες υποδοχής και στ) εξαιτίας της απροθυμίας των μελών της να καταστούν πλήρως αποδεκτοί από την «κοινωνία υποδοχής» − ενισχύοντας έτσι τα συναισθήματα της αλλοτρίωσης ή του κοινωνικο-πολιτικού αποκλεισμού ή άλλου είδους «διαφορές» (Vertovec 1997: 3). Επιπρόσθετα, ο Vertovec εισάγει την ιδέα ύπαρξης μιας «τριαδικής σχέσης», ενός συνεχούς διαλόγου μεταξύ της διασκορπισμένης διασποράς στις χώρες διαμονής με τη «μητέρα-πατρίδα», καθώς είναι εύλογη η ύπαρξη ή η δημιουργία εντάσεων λόγω των διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών και του βαθμού αφοσίωσης που διαθέτουν τα μέλη των έναντι της «νέας» και της «παλαιάς» πατρίδας αλλά και μεταξύ τους (Vertovec 1997: 4-5). Εξετάζει τη διασπορά ως ένα είδος συνείδησης διότι, κατά την άποψή του, έχει δημιουργηθεί, είτε ηθελημένα ή χωρίς τη βούληση των μελών της, ένα είδος «διπλής συνείδησης», που αντιστοιχεί τόσο στις σύγχρονες κοινότητες της διασποράς όσο και της μητέρας-πατρίδας (Vertovec 1997: 8). Επίσης συζητά/ερευνά τον τρόπο πολιτιστικής παραγωγής, καθώς η διασπορά μπορεί να προχωρήσει στη σύνθεση/παραγωγή και αναπαραγωγή πολυεθνικών κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων.(Vertovec,1997: 27). Επικεντρώνει την προσοχή του στην «ρευστότητα των δομημένων μορφών και των ταυτοτήτων μεταξύ των μελών της διασποράς» και υποδεικνύει τη σημασία της ενεργητικής εναρμόνισης στις νέες «υβριδικού τύπου» εθνικές ταυτότητες 233 (Vertovec 1997: 19). Μέσω της προβολής της διασποράς ως μέσου πολιτιστικής παραγωγής, ο Vertovec προβαίνει σε μια έκκληση για μελέτες που περιλαμβάνουν «τόσο τη δομή (ιστορικές συνθήκες) όσο και τις έννοιες και πρακτικές που ασκούνται από κοινωνικούς φορείς» και οι οποίες μέσω συγκριτικής ανάλυσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματικούς τρόπους κατανόησης του διαχρονικού φαινομένου της διασποράς (Vertovec 1997: 24). Η Διασπορά στον 21ο αιώνα Η παραπάνω επανεκτίμηση των χαρακτηριστικών, των ορισμών και των ταξινομήσεων των κοινοτήτων της διασποράς προτρέπει σε μια περαιτέρω (επαν)εξέταση της συγκεκριμένης έννοιας. Ιδιαίτερα, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, το φαινόμενο της διασποράς «ενεπλάκη» στη γενικότερη συζήτηση περί της πολιτικής της προστασίας και της ασφάλειας, λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος κρατών αλλά και πολιτών για την πορεία εξέλιξης της μετανάστευσης. Ο Freitas τονίζει το γεγονός ότι οι ομάδες της διασποράς δύνανται να μεταφέρουν συγκρούσεις από τις «πατρίδες τους» στα κράτη και τις κοινωνίες υποδοχής -ιδίως όταν εμπλέκονται αντιμαχόμενες εθνοτικές ή θρησκευτικές ομάδες. Σε αυτή την περίπτωση, οι κοινωνίες και τα κράτη φιλοξενίας γίνονται θέατρα βίαιων εθνοτικών, θρησκευτικών ή πολιτικών αντιπαραθέσεων και διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες να τις επηρεάσουν, καθώς αυτές διαδραματίζονται σε διαφορετικό χώρο. Αυτή η διακρατικοποίηση των συγκρούσεων, αν και όχι συνηθισμένη, μπορεί τελικά να μετασχηματίσει ορισμένες ομάδες της διασποράς σε απειλές για την ασφάλεια των χωρών υποδοχής, αντί για εταίρους σε διεθνείς πρωτοβουλίες για την επίλυση συγκρούσεων (Freitas 2012: 4). Οι περισσότερες σύγχρονες αναφορές γύρω από το φαινόμενο της διασποράς αφήνουν να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι πλέον αποδεκτός ένας άκαμπτος ορισμός της, καθώς οι ιδιαίτερες ιστορικές συνδέσεις και διασυνδέσεις τείνουν να διαδραματίζουν διαφορετικό ρόλο σε κάθε μια από τις προαναφερθείσες συνιστώσες. Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά και ο Clifford, οι διακρατικές συνδέσεις που συνδέουν τη διασπορά δεν χρειάζεται να αρθρώνονται κυρίως μέσω μιας πραγματικής ή συμβολικής πατρίδας ... Αποκεντρωμένες, πλευρικές συνδέσεις μπορεί να είναι εξίσου σημαντικές με εκείνες που σχηματίζονται γύρω από μια τελεολογία προέλευσης/επιστροφής. Και μια κοινή, συνεχιζόμενη ιστορία εκτόπισης, ταλαιπωρίας, προσαρμογής ή αντίστασης μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την προβολή μιας συγκεκριμένης [ιστορίας/μύθου] προέλευσης (Clifford 1997: 249-250). Τις τελευταίες δεκαετίες, έχει υπάρξει μια ερευνητική στροφή σχετικά με τον βαθμό συμμετοχής της τοπικής κοινότητας στη δημιουργία ενός πιο δημοκρατικού πολιτικού εδάφους που θα συνδράμει στην ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ των μελών της διασποράς/μεταναστών και της τοπικής κοινωνίας των κρατών υποδοχής. Οι Rogers & Robinson ορίζουν την εμπλοκή της κοινότητας ως «την ευκαιρία, την ικανότητα και την προθυμία των ατόμων να εργαστούν συλλογικά, για να διαμορφώσουν τη δημόσια ζωή» (Rogers & 234 Robinson 2004: 434). Η κοινοτική δέσμευση μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες στους περιθωριοποιημένους κατοίκους να αναπτύξουν τις δεξιότητες και τα δίκτυα τα οποία μπορούν να τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό. Διότι, όπως αναφέρει και η Mavroudi, οι έννοιες της κοινότητας τίθενται υπό αμφισβήτηση, όταν τα μέλη της διασποράς διαπραγματεύονται την αίσθηση του ανήκειν και την ταυτότητά τους (Mavroudi 2010). Η κοινότητα, δηλαδή, μπορεί να λειτουργήσει είτε ως ένας ενοποιητικός χώρος ή ως χώρος για εντάσεις και κατασκευές διακρίσεων, προκαλώντας ανάλογα θετικές ή αρνητικές επιρροές και στην ευρύτερη λειτουργία του κράτους. Στα κράτη όμως, όπου αντιφατικές δυνάμεις καλούνται να λειτουργήσουν υπό αυξανόμενη πίεση, πχ από τη μια πλευρά της ανάγκης αφομοίωσης των μελών της διασποράς και από την άλλη της παραδοσιακής πρακτικής της περιθωριοποίησης από τις κοινωνίες υποδοχής, (Spencer, 2006: 5-6 και EPR, 2016) η δημιουργία παράλληλων κοινωνιών και ομάδων είναι δεδομένη και μαζί της και η ανάπτυξη ακραίων ιδεολογικών φρονημάτων και πρακτικών. (Feron & Lefort, 2019: 39-42) Τα κράτη και οι κοινωνίες της Δύσης δείχνουν, στον 21ο αιώνα, να έχουν καθυστερήσει να αναγνωρίσουν τις συνέπειες της ανάπτυξης των γκέτο των μεταναστών/προσφύγων στα αστικά περιβάλλοντα με αποτέλεσμα να έχουν καθυστερήσει (αν και μπορεί να είναι εν γένει αναποτελεσματικοί) στην υιοθέτηση πολιτικών/προγραμμάτων για την προώθηση πιο αποτελεσματικών πολιτικών ένταξης/ενσωμάτωσης /αφομοίωσης των τελευταίων. Η μερική αποτυχία τους έχει μια προφανή, επιβλαβή συνέπεια, ότι η παρατεταμένη περιθωριοποίηση αφήνει τις κοινότητες της διασποράς ευάλωτες στη χαρισματική ικανότητα των φορέων που προωθούν ακραίες ιδεολογίες και συμπεριφορές. (Zimmermann and Rosenau, 2009: 11) Η ελληνική κοινωνία και πολιτεία, εθισμένη στην εξαγωγή μεταναστών και τη δημιουργία διασπορικών κοινοτήτων στις πέντε ηπείρους της υφηλίου, (Λιανός & Καβουνίδης, 2012) έδειξε και συνεχίζει να τελεί υπό καθεστώς σύγχυσης μετά την είσοδο μεγάλων μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών στη χώρα από το 2015 έως και τις ημέρες μας. Η διαχείριση των ροών προκαλεί όχι μόνο ζητήματα ανθρωπιστικής φύσεως καθώς η πλειοψηφία των προσφύγων/μεταναστών ανήκει στις ευπαθείς/ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (Fotaki, 2019) αλλά και έντονες διακρατικές τριβές είτε με κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Ουγγαρία) είτε με αυτά που βρίσκονται στην περιφέρεια της ΕΕ (πχ Τουρκία). Η αθρόα συμμετοχή μη-Κυβερνητικών Οργανώσεων αλλά και διεθνών/ υπερεθνικών οργανισμών στην προσπάθεια διαχείρισης του ζητήματος αυτού, (Παπαδόπουλος & Φρατσέα, 2014 και Sklepais & Armakolas 2016) ιδιαίτερα σε Ελλάδα και Ιταλία, προσθέτει ερωτήματα για την πορεία επίλυσής του. Η θεματική η οποία δείχνει να είναι απούσα από τις ερευνητικές προσπάθειες που έχουν πραγματοποιηθεί ή είναι σε διαδικασία ολοκλήρωσης, είναι ο ρόλος των κοινοτήτων της διασποράς από Ασία και Αφρική στη μετακίνηση των γηγενών πληθυσμιακών ομάδων σε Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση (Beine, Docquier & Özden, 2010). Συμπερασματικά, η εποχή κατά την οποία η λέξη διασπορά γινόταν κατανοητή ως αναφερόμενη στην πληθυσμιακή εκείνη ομάδα η οποία για λόγους οικονομικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς εγκατέλειπε τη χώρα καταγωγής της, εγκαταστάθηκε σε δύο ή περισσότερες χώρες υποδοχής, εντάχθηκε/ενσωματώθηκε δε σταδιακά στην κοινωνική, οικονομική 235 και πολιτική της ζωή δίχως να απολέσει μνήμες, αξίες και σύμβολα από την πατρίδα της φαίνεται ότι ανήκει στο παρελθόν. Οι ραγδαίες αλλαγές στους τομείς της επικοινωνίας και των μεταφορών, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες στους τομείς της εκπαίδευσης και της ασφάλειας, έχουν δημιουργήσει περισσότερα ερωτήματα για τις έννοιες της διασποράς και της μετανάστευσης παρά τις όποιες απαντήσεις. Η αυξημένη παρουσία ερευνητικών προγραμμάτων, επιστημονικών περιοδικών, συγγραμμάτων και μονογραφιών τα τελευταία έτη, σε συνδυασμό με την ευαισθητοποίηση κοινού και πολιτείας, στα κράτη της Δύσης, λόγω των αυξανόμενων ισλαμιστικών τρομοκρατικών επιθέσεων, πιστοποιεί το αναδυόμενο «ενδιαφέρον» του κλάδου των κοινωνικών επιστημών για το φαινόμενο της διασποράς. Βιβλιογραφία Beine, M., Docquier, F. & Özden, Ç. (2010), “Diaspora Effects in International Migration: Key questions and methodological issues”, Swiss Journal of Economics and Statistics (SJES), 146 (4): 639-659. Bruneau, M. (2010), “Diasporas: Transnational spaces and communities”, σε R. Baubock & T. Faist (επιμ.), Diaspora and Transnationalism: Concepts, theories and methods, Amsterdam, Amsterdam University Press, σσ. 35-50. Butler, K. (2001), “Defining Diaspora, Refining a Discourse”, Diaspora, 10 (2): 189-219. Clifford, J. (1994), “Diasporas”, Cultural Anthropology, 9 (3): 302-338. Clifford, J. (1997), Routes: Travel and translation in the late twentieth century, Cambridge, MA, Harvard University Press. Cohen, R. (1996), “Diaspora and the Nation-State: From victims to challengers”, International Affairs, 72 (3): .507–520. Cohen, R. (1997), Global Diasporas: An introduction, London, UCL Press. EPR, (2016) Briefing Paper on Migration: Challenges and opportunities for the integration of migrants in Europe, Brussels, European Platform for Rehabilitation. Feron, E & B. Lefort, (2019), “Diasporas and Conflicts-Understanding the nexus”, Diaspora Studies, 12 (1): 34-51. Fotaki, M. (2019), “A Crisis of Humanitarianism: Refugees at the gates of Europe”, International Journal of Health Policy and Management, 8 (6): 321-324. Freitas, A. (2012), Diaspora Groups in Peace Processes: Lessons learned and potential for engagement by the EU, Brussels, European Union, Institute for Security Studies. Ionescu, D. (2006), “Engaging Diasporas as Development Partners for Home and Destination Countries: Challenges for policymakers”, IOM Migration Research Series, Paper No. 26. Kennedy, P. & Roudometof, V.(2001), “Communities across Borders under Globalising Conditions: New immigrants and transnational cultures”, ESRC Transnational Communities Research Working Paper. Mavroudi, E. (2010), “Contesting Identities, Differences and a Unified Palestinian Identity”, Environment and Planning: Society and Space, 28 (2): 239–253. Medam, A. (1993), “Diaspora/Diasporas. Archétype et Τypologie”, Revue Européenne des Migrations Internationales, 9 (1): 59-66. Reis, M. (2004), “Theorizing Diaspora: Perspectives on 'classical' and 'contemporary' Diaspora”, International Migration, 42 (2): 41-60 236 Rogers, B. & Robinson, E. (2004), The Benefits of Community Engagement: A review of the evidence, London, Home Office Communication Directorate on behalf of the Active Citizenship Centre. Safran, W. (1991), “Diasporas in Modern Societies: Myths of homeland and return”, Diaspora: A Journal of Transnational Studies, 1 (1): 83-99. Sheffer, G. (2003), Diaspora Politics: At home abroad, New York, Cambridge University Press. Shuval, J. (2000), “Diaspora Migration: Definitional ambiguities and a theoretical paradigm”, International Migration, 38 (5): 41-56. Skleparis, D. & Armakolas, I. (2016), ‘The Refugee Crisis and the Role of NGOs, Civil Society, and Media in Greece’, σε D. L. Phillips (επιμ.), Balkan Human Corridor: Essays on the refugee and migrant crisis from scholars and opinion leaders in Southeast Europe, Columbia University, σσ.171-184 Soysal, Y. (2000), “Citizenship and Identity: Living in diasporas in post-war Europe”, Ethnic and Racial Studies, 23 (1): 1-15. Spencer, S (2006), “The Challenge of Integration in Europe” σε D. Papademetriou (επιμ.), Europe and its Immigrants in the 21st Century: A new deal or a continuing dialogue of the deaf?, Washington, DC, Migration Policy Institute. Tsagarousianou, R. (2004), “Rethinking the Concept of Diaspora: Mobility, connectivity and communication in a globalised world”, Westminster Papers in Communication and Culture, 1 (1): 52-65. Van Hear, N. (1998), New Diasporas: The mass exodus, dispersal and regrouping of migrant communities, London, UCL Press. Vertovec, S. (1997), “Three Meanings of ‘Diaspora’, Exemplified among South Asian AReligions”, Diaspora: A Journal of Transnational Studies, 6 (3): 277-299. Zimmermann, D & W. Rosenau, (2009) “Introduction”, σε D. Zimmermann & W. Rosenau (επιμ.), The Radicalization of Diasporas and Terrorism, Zurich, ETH, σσ. 9-16. Λιανός, Θ & Τ. Καβουνίδης, (2012) Μεταναστευτικά Ρεύματα στην Ελλάδα στον 20ο αιώνα, Αθήνα, Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) Παπαδόπουλος, Α & Φρατσέα, Λ.-Μ. (2014), «Οι Άγνωστες Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών: Κοινότητες και οργανώσεις μεταναστών στην Ελλάδα», Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης (ΕΕΠΕ), τευχ. 42. Χασιώτης, Ι. (1993), Επισκόπηση της Ιστορίας της Νεοελληνικής Διασποράς Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Βάνιας. Ψυρούκης, Ν. (1974), Το Νεοελληνικό Παροικιακό Φαινόμενο, Αθήνα, εκδόσεις Επικαιρότητα. 237 238 Το Φαινόμενο του Υβριδικού Πολέμου. Η Περίπτωση του Κινεζικού Θαλάσσιου Υβριδικού Πολέμου Κωνσταντίνος Καρανικολός1 Περίληψη Στην παρούσα εισήγηση αναλύεται το φαινόμενο του Υβριδικού Πολέμου της Κίνας στο Θαλάσσιο Πεδίο. Στην ανάλυση απαντώνται κατά σειρά τα ακόλουθα ερωτήματα: 1) Πως ορίζεται ο Υβριδικός Πόλεμος; 2) Ο Υβριδικός Πόλεμος είναι κάτι καινούργιο (Σύγκριση με το κλασσικό παράδειγμα); 3) Σε ποιες θεωρίες, σε ποια δόγματα και σε ποιες στρατηγικές και τακτικές βασίζεται ο Θαλάσσιος Υβριδικός Πόλεμος της Κίνας και με ποια μέσα και τεχνικές υλοποιείται; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα προκύπτει μέσω της μελέτης των επικρατέστερων ορισμών του Υβριδικού Πολέμου από Διεθνείς Δρώντες. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα βασίζεται στο έργο του Κλαούσεβιτς “On War” και στο debate ειδικών για το κατά πόσο δόκιμος είναι ως όρος. Τέλος, η απάντηση στο τρίτο ερώτημα δίδεται μέσω της εξέτασης των θεωριών του Σουν Τζου και του Μάο Ζεντόνγκ, του λεγόμενου δόγματος των «Τριών Πολέμων» και τακτικών-στρατηγικών όπως “salami slicing” και “cabbage strategy” αλλά και μέσω της επεξήγησης των μέσων και τακτικών που εφαρμόζει η Κίνα (π.χ. θαλάσσιες πολιτοφυλακές, ακτοφυλακή, δημιουργία και στρατιωτικοποίηση τεχνητών νησιών). Λέξεις-κλειδιά: υβριδικός, πόλεμος, Κλαούσεβιτς, Κίνα, Τζού, Μάο Ζεντόνγκ. Εισαγωγή Σκοπός της παρούσας εισήγησης είναι να συμβάλει στην κατανόηση του φαινομένου του Υβριδικού Πολέμου μέσω της περιπτωσιολογικής ανάλυσης του Κινεζικού Υβριδικού Πολέμου στο Θαλάσσιο Πεδίο. Για τον σκοπό αυτό θα προηγηθεί η αναφορά των απαραίτητων ορισμών, θεωριών, δογμάτων και στη συνεχεία η ανάλυση των μέσων, μεθόδων και τεχνικών που εφαρμόζει η Κίνα στοχεύοντας/επενεργώντας στο θαλάσσιο πεδίο όπως αυτά/αυτές έχουν διαπιστωθεί/καταγραφεί έως σήμερα. Συναφώς με τα ανωτέρω, θα απαντηθούν τα ακόλουθα ερωτήματα: 1) Πως ορίζεται ο Υβριδικός Πόλεμος; 2) Ο Υβριδικός Πόλεμος είναι κάτι καινούργιο; 3) Σε ποιες θεωρίες, σε ποια δόγματα και σε ποιες στρατηγικές και τακτικές βασίζεται ο Θαλάσσιος Υβριδικός Πόλεμος της Κίνας και με ποια μέσα και τεχνικές υλοποιείται; Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο γράφων, στην εισήγηση του, χρησιμοποιεί τον όρο «υβριδικός πόλεμος», που συνήθως χρησιμοποιείται περισσότερο από τους ακαδημαϊκούς, έναντι του όρου «υβριδική απειλή», που 1Εν ενεργεία Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές, Απόφοιτος της Ναυτικής Σχολής Πολέμου, Δόκιμος ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στις ομάδες Ναυτικής Στρατηγικής και Θαλάσσιας Ασφάλειας και Ανατολικής Ασίας, καθώς και μέλος της ερευνητικής ομάδας Maritime and Sea Power Analyses’ Group,
[email protected]. 239 συνήθως χρησιμοποιείται σε στρατιωτικά-κρατικά κείμενα και εκδόσεις, εκτιμώντας ότι είναι πιο δόκιμος όπως θα αναδειχθεί και στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσας εισήγησης με την παράθεση των διαφορετικών ορισμών. Κεφάλαιο 1 - Ορισμοί Υβριδικού Πολέμου στο Θαλάσσιο Πεδίου Παρότι η εμφάνιση των όρων «υβριδικοί πόλεμοι», «υβριδικές απειλές» και «υβριδικές συγκρούσεις» χρονολογείται περίπου στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της δεύτερης χιλιετηρίδας στην περίπτωση της σύγκρουσης του Ισραήλ με την οργάνωση Hezbollah στο Λίβανο το 2006 (Glenn 2009) δηλαδή σχετικά πρόσφατα, εντούτοις μέθοδοι και τεχνικές αυτού που σήμερα ονομάζουμε Υβριδικός Πόλεμος συναντάμε ακόμα και στο ιστορικό παρελθόν (McCuen 2008: 107-113). 2 Επί του παρόντος, δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός του Υβριδικού Πολέμου κάτι που έχει οδηγήσει σε συζήτηση για το αν ο όρος είναι δόκιμος. Συχνά γίνεται χρήση εναλλακτικών όρων όπως «υβριδική απειλή», «μη γραμμικός πόλεμος» και «μη συμβατικός πόλεμος». Ορισμένοι αναλυτές και ειδικοί υποστηρίζουν ότι ο όρος «υβριδικός πόλεμος» είναι υπερβολικά αφηρημένος και μόνο ο εναλλακτικός του, δηλαδή «μη συμβατικός πόλεμος», αναφέρεται σε μη συμβατικές μεθόδους για την αντιμετώπιση μιας συμβατικά ανώτερης δύναμης. Παράλληλα, η «αφηρημένη έννοια» του όρου οδηγεί πολλές φορές στο να χρησιμοποιείται, λανθασμένα, μόνο για τις μη γραμμικές απειλές (Glenn 2009), (Fleming 2011: 2-4), (Grant 2008). Αν και, όπως αναφέρθηκε, δεν υπάρχει ένας μόνο ορισμός του Υβριδικού Πολέμου, για τους σκοπούς της ανάλυσης ο γράφων θεωρεί σκόπιμο να παρατεθούν εκείνοι που χρησιμοποιούνται από διεθνείς δρώντες όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ο Υβριδικός Πόλεμος ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως μια κατάσταση στην οποία μια χώρα ή συνασπισμός χωρών ή μια οντότητα (θρησκευτική, παραστρατιωτική, τρομοκρατική) ασκεί εμφανώς (overt) στρατιωτική απειλή σε μια άλλη χώρα μαζί με ένα μείγμα άλλων απειλητικών μέσων όπως οικονομικών, πολιτικών, διπλωματικών και προπαγανδιστικών (Pawlak 2015). Σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, που προτιμάει την χρήση του όρου «υβριδική απειλή», ως Υβριδικές Απειλές ορίζονται «εκείνες που δημιουργούνται από τους αντιπάλους, με την ικανότητα να χρησιμοποιούν συμβατικά και μη συμβατικά μέσα προσαρμοστικά για την επιδίωξη των στόχων τους» (Miklaucic 2011). Επιπρόσθετα και βάσει του ορισμού που αναρτήθηκε επίσημα από το ΝΑΤΟ στο διαδίκτυο το 2018, «Υβριδική Απειλή είναι η απειλή εκείνη που συνδυάζει συμβατικές, μη συμβατικές και ασύμμετρες δραστηριότητες σε χρόνο και τόπο» (NATO Glossaries AAP-06 2018). Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ανεπίσημος ορισμός που εμφανίζεται σε έκθεση του Government Accountability Office (GAO) των ΗΠΑ σχετικά με τον «Υβριδικό Πόλεμο» καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν την κυρίαρχη χώρα στο διεθνές σύστημα. Σύμφωνα με την έκθεση ο Υβριδικός Πόλεμος είναι 2 Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ο Quintus Fabius Maximus (280 π.Χ.–203 π.Χ.) «ιδρυτής» της στρατηγικής του παρατεταμένου πολέμου τριβής από την οποία μετέπειτα εμπνεύστηκαν τόσο ο Τζόρτζ Ουάσιγκτον (George Washington) όσο και ο Μάο Ζεντόνγκ (Máo Zédōng). 240 «σύγκρουση που εκτελείται από κρατικές ή / και μη κρατικές απειλές που χρησιμοποιεί πολλαπλές μορφές πολέμου και περιλαμβάνουν συμβατικές δυνατότητες, ακανόνιστες τακτικές και εγκληματικές ενέργειες» (GAO 2010: 18). Στις προαναφερθείσες πηγές της ΕΕ και των ΗΠΑ αναγράφονται αντίστοιχα και οι ορισμοί των «Υβριδικών Απειλών». Έτσι σύμφωνα με την ΕΕ «Υβριδική Απειλή» είναι «ένα φαινόμενο που προκύπτει από τη σύγκλιση και τη διασύνδεση διαφόρων στοιχείων, οι οποίες μαζί αποτελούν μια πιο πολύπλοκη και πολυδιάστατη απειλή» (Pawlak 2015), ενώ στην έκθεση του GAO αναφέρονται τρείς παραπλήσιοι ορισμοί που προέρχονται από διαφορετικές αμερικανικές στρατιωτικές και ακαδημαϊκές πηγές με κοινό στοιχείο την διάκριση μεταξύ «υβριδικού πολέμου» και «υβριδικής απειλής» (GAO 2010: 18). Συνεπώς, από τους ανωτέρω ορισμούς συμπεραίνεται ότι μεταξύ του «Υβριδικού Πολέμου» και της «Υβριδικής Απειλής» υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα της έντασης της απειλής και της σκοπιμότητας των εμπλεκόμενων φορέων, καθιστώντας τον όρο «Υβριδικός Πόλεμος» πιο δόκιμο. Συναφώς, για τον σκοπό της ανάλυσης ο γράφων θα χρησιμοποιήσει τον πληρέστερο, κατά την άποψη του, γενικό ορισμό που έχει προτείνει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Διευθυντής Ερευνών του ΕΛΙΣΜΕ. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό ο «Υβριδικός Πόλεμος» ορίζεται ως μια ολιστική μορφή πολέμου, η οποία περιλαμβάνει συμβατικές και μη συμβατικές επιχειρήσεις, σύμμετρες και ασύμμετρες ικανότητες, συνδυαστική εφαρμογή κλασικών πολεμικών ενεργειών με τρομοκρατικές δράσεις, προπαγάνδα και πληροφορικές επιχειρήσεις, ψυχολογικό πόλεμο, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις, επιδείξεις και προβολή ισχύος κλπ. Το «πακέτο» των ενεργειών που διαμορφώνουν το μείγμα αυτό έχει σπονδυλωτή φύση και είναι ανοιχτό, λαμβάνοντας υπόσταση ανά περίπτωση. Το σημαντικότερο είναι ότι το μοντέλο του «υβριδικού πολέμου» δεν περιλαμβάνει απλώς παράλληλες και συνδυαστικές εφαρμογές συμβατικών και μη συμβατικών μεθόδων προβολής ισχύος, αλλά την ενσωμάτωσή τους σ’ ένα ενιαίο, αδιαίρετο και συνθετικό πλαίσιο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του «υβριδικού πολέμου» είναι η ρευστή του μορφή και η δυνατότητα να εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα μιας αντιπαράθεσης, από το τακτικό μέχρι αυτό της υψηλής στρατηγικής. Και το σημαντικότερο όλων είναι ότι ο «υβριδικός πόλεμος» δεν αναγνωρίζει τα συμβατικά όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου και δεν περιορίζεται απ’ αυτά, ενοποιώντας τον πόλεμο και την ειρήνη σε ενιαία και αδιαίρετη γκρίζα ζώνη. Κεφάλαιο 2 – Ομοιότητες και διαφορές του Υβριδικού Πολέμου (στο Θαλάσσιο Πεδίο) σε σχέση με το κλασσικό παράδειγμα Σχετικά με την απάντηση στο ερώτημα αν ο Υβριδικός Πόλεμος (στο Θαλάσσιο Πεδίο) είναι κάτι καινούργιο, θα πρέπει να εξεταστεί το αν και σε τι βαθμό ο Υβριδικός Πόλεμος στο σύνολο του είναι ένα νέο φαινόμενο ή όχι. Αν δηλαδή παρουσιάζει και σε τι βαθμό ομοιότητες και διαφορές με το κλασσικό παράδειγμα. Σε αυτήν την ερώτηση, την παλιότερη ίσως απάντηση την δίνει ο γνωστός θεωρητικός του πολέμου Carl von Clausewitz στο έργο του “On War” στο οποίο αναφέρει ότι War is more than a true chameleon that slightly adapts its characteristics to the given case. As a total phenomenon its dominant tendencies always make war a paradoxical trinity--composed of primordial violence, hatred, and enmity, which are to be regarded as a blind natural force; of the play of chance and probability 241 within which the creative spirit is free to roam; and of its element of subordination, as an instrument of policy, which makes it subject to reason alone που σε απόδοση στα ελληνικά σημαίνει ότι Ο πόλεμος είναι κάτι περισσότερο από έναν πραγματικό χαμαιλέοντα, ο οποίος προσαρμόζει ελαφρώς τα χαρακτηριστικά του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως ένα ολοκληρωτικό φαινόμενο, οι κυρίαρχες τάσεις του τον καθιστούν πάντοτε μια παράδοξη τριάδα – αποτελούμενη από πρωτογενή βιαιότητα, μίσος και εχθρότητα, τα οποία πρέπει να θεωρηθούν ως μια τυφλή φυσική δύναμη. Από το παιχνίδι της ευκαιρίας και της πιθανότητας στο πλαίσιο του οποίου το δημιουργικό πνεύμα είναι ελεύθερο να περιπλανάται. Και από τα στοιχεία της υπαγωγής, ως όργανο της πολιτικής, το οποίο τον καθιστά υποκείμενο στη λογική (Clausewitz 1989: 90-94). Για να απαντηθεί το κατά πόσο καινούργιος είναι και κατά πόσο μπορεί να προσφέρει στην θεωρία ο όρος «Υβριδικός Πόλεμος» πρέπει να εξετασθεί η «συνέπεια» του και η «πρωτοτυπία» του. Αρκετοί ειδικοί θεωρούν τον όρο ελλιπή και ως προς τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με αυτούς, ο όρος δεν θεωρείται ως υπερβολικά συνεπής υπό το πρίσμα της δυνατότητας εφαρμογής του στις προκλήσεις ασφάλειας του σήμερα και του αύριο. Ενώ και ως προς την πρωτοτυπία του δεν θεωρείται ότι η υβριδική έννοια είναι επαρκώς πρωτότυπη για να αξίζει να προστεθεί στον στρατιωτικό πνευματικό λόγο και - τελικά - στο δόγμα των ένοπλων δυνάμεων ως ξεχωριστή μορφή πολέμου (Glenn 2009). Πάντως, υπάρχει και η αντίθετη άποψη που υποστηρίζει ότι αν βασιστούμε στην «μεθοδολογική ένδειξη» του Grotius σχετικά με την απόρριψη των άκρων (στην περίπτωση μας, συμβατικός και ασύμμετρος πόλεμος), τότε αυτή η έννοια «ανθίσταται» λόγω της σημασίας της για την προσαρμογή / αναδιατύπωση του νόμου των ένοπλων συγκρούσεων στο μέλλον ως αναγκαιότητα απάντησης στην «υβριδοποίηση του σύγχρονου πολέμου» και συνεπώς η θεωρία του «Υβριδικού Πολέμου» είναι χρήσιμη και αποτελεί μοντέλο για την πρόβλεψη μελλοντικών πολέμων (Panait 2015). Επιπλέον, η περαιτέρω εξέταση του συνόλου των προαναφερθέντων γενικών ορισμών του «Υβριδικού Πολέμου» και του «Υβριδικού Πολέμου στο Θαλάσσιο Πεδίο» στο Μέρος 1, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν διαφορές με το κλασσικό παράδειγμα του πολέμου αναφορικά με τα παραδοσιακά επίπεδα αυτού, τη διεξαγωγή του, τους δρώντες, την κλασσική διάκριση Πολέμου και Πολιτικής και τέλος με την μη γραμμικότητα έναντι του παραδοσιακού πολέμου (Μπαζίνης 2018: 4-5). Εξετάζοντας τα παραδοσιακά επίπεδα του πολέμου παρατηρείται ότι λόγω της ποικιλίας των μέσων, μεθόδων και τεχνικών που δύνανται να χρησιμοποιηθούν, είναι δυνατό να παραχθούν αποτελέσματα σε περισσότερα του ενός επίπεδα του πολέμου (στρατηγικό, επιχειρησιακό, τακτικό). Ακόμα μπορεί ένα μέσο, μέθοδος ή τεχνική να στοχεύει σε διαφορετικό επίπεδο από το εφαρμοζόμενο. Σχετικά με τους δρώντες (actors) παρατηρείται η διαφοροποίηση έναντι της παραδοσιακής θεώρησης του πολέμου που διεξάγεται μεταξύ κρατικών οντοτήτων με χρήση συμβατικής στρατιωτικής ισχύος καθώς ο υβριδικός πόλεμος συμπεριλαμβάνει και μη κρατικούς δρώντες όπως παραστρατιωτικές δυνάμεις, τρομοκρατικές ομάδες, ιδιωτικούς στρατούς, εγκληματικές ομάδες κτλ που μπορούν να δράσουν στο έδαφος του αντιπάλου (Μπαζίνης 2018: 5). Η κλασσική έννοια του Πολέμου περιελάμβανε μέχρι σήμερα κατά κύριο λόγο τα φυσικά (προϋπάρχοντα) πεδία (αέρας, θάλασσα, ξηρά, διάστημα) ως 242 πεδία σύγκρουσης και πολύ λιγότερο τομείς όπως οι Ψυχολογικές Επιχειρήσεις που σήμερα θεωρούμε ότι ανήκουν στον υβριδικό πόλεμο. Με τον Υβριδικό Πόλεμο έρχονται να προστεθούν και οι διαστάσεις του κυβερνοχώρου και του «ανθρώπινου-κοινωνικού πεδίου (human-social domain)», ενώ κάποιοι ισχυρίζονται ότι η τεχνολογία είναι αυτή που έδωσε τεράστια ώθηση σε τομείς/στοχεύσεις που καίτοι λαμβάνονταν υπόψη παλαιότερα εντούτοις ήταν σχετικά παραμελημένοι/μη προσπελάσιμοι. Τα νέα αυτά πεδία δεν αποτελούν ξεχωριστά πεδία δράσης αλλά επιδρούν καθοριστικά και διαμορφώνουν τις εξελίξεις στα προϋπάρχοντα (Μπαζίνης 2018: 6). Επιπρόσθετα, είναι δυνατόν ένα μέσο, μέθοδος ή/και τεχνική που δραστηριοποιείται σε ένα από τα πεδία να στοχεύει σε άλλο/άλλα πεδία. Κλασσικό παράδειγμα η χρήση δορυφόρων για επίδραση σε επιχειρήσεις αέρος, ξηράς ή θάλασσας ή αντίστροφα, η δυνατότητα καταστροφής δορυφόρου μέσω πυραύλου. Έτσι, παρατηρείται ότι βασικό χαρακτηριστικό του υβριδικού πολέμου είναι οι, ταυτόχρονα, συμπληρωματικά ή/και συνδυαστικά, εφαρμοζόμενες υβριδικές τακτικές σε πολλαπλά πεδία (φυσικό, κοινωνικό, ηθικό, κυβερνοχώρο), κατά των υποκειμένων αυτών (όπλα, άτομα, κυβερνήσεις, κοινωνίες, δίκτυα) (Μπαζίνης 2018: 4-7). Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, αυτό το χαρακτηριστικό «επεκτείνεται» και στον Υβριδικό Πόλεμο στο Θαλάσσιο Πεδίο. Επειδή ο Υβριδικός Πόλεμος αποκλίνει από την παραδοσιακή γραμμική εξέλιξη μίας διαμάχης σε ένοπλη σύγκρουση, που συνίσταται από την διένεξη σε πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, εν συνεχεία την κρίση/ένταση, κατά τρίτον την ένοπλη σύγκρουση και χρήση (συμβατικών) μέσων ισχύος και τέλος την διπλωματική διευθέτηση, συχνά αναφέρεται ως μη γραμμικός. Δηλαδή στον υβριδικό (μη γραμμικό) πόλεμο τα μη συμβατικά - μη στρατιωτικά μέσα ισχύος χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα από την κλασσικές φάσεις εξέλιξης της διένεξης, προ ή μετά των εχθροπραξιών. Επιπλέον, όπως εύστοχα έχει εντοπισθεί από τους αναλυτές, στον Υβριδικό Πόλεμο παρατηρείται άρση της μονόδρομης σχέσης Πολιτικής – Πόλεμου καθώς ενώ στο κλασσικό παράδειγμα ο πόλεμος είναι μέσο άσκησης της πολιτικής όπου η διεξαγωγή του γίνεται με χρήση της στρατιωτικής ισχύος, στον Υβριδικό τροποποιείται αυτή η σχέση, καθώς εισάγονται πολιτικά μέσα στην πολεμική σύγκρουση, διαστέλλοντας το πεδίο της σύγκρουσης (Μπαζίνης 2018: 6). Τούτων δοθέντων, φαίνεται ότι ο Υβριδικός Πόλεμος, εκ των πραγμάτων, δημιουργεί την απαίτηση να επεκταθεί έτι περαιτέρω, η γνωστή φράση του Carl von Clausewitz ότι «ο πόλεμος είναι απλά η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» (Clausewitz 1989: 624-625), αφού ο (Υβριδικός) Πόλεμος αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής και «ενυπάρχει σε αυτήν καθιστώντας θολά και δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου» (Λαμπρόπουλος 2019). Μάλιστα, πολλές φορές οι ειδικοί, αναφερόμενοι στον Υβριδικό Πόλεμο, αναφέρονται και στην πτυχή του που συνήθως συναντάται στην βιβλιογραφία με τον όρο «Πολιτικός Πόλεμος» (political warfare) (Mattis 2018). Παρ’ όλη την κριτική που έχει δεχθεί και συνεχίζει να δέχεται ο Clausewitz για την διαχρονικότητα ή μη του έργου του και για το κατά πόσο αυτό μπορεί ακόμα να εξηγήσει τον (Υβριδικό) Πόλεμο όπως αυτός διεξάγεται σήμερα, αν εξετασθεί προσεκτικά η περίφημη Τριάδα του, παρατηρείται ότι περιγράφει χαρακτηριστικά της φύσης του πολέμου, τα οποία παραμένουν αναλλοίωτα από 243 τότε που εμφανίστηκαν στις πρωτόγονες κοινωνίες του ανθρώπου έως σήμερα (Μαυρόπουλος 2014). Εν κατακλείδι, η απάντηση που προκύπτει στο ερώτημα που διατυπώθηκε στην αρχή του παρόντος Μέρους, δηλαδή το αν και σε τι βαθμό ο Υβριδικός Πόλεμος και κατ’ επέκταση ο Υβριδικός Πόλεμος στο Θαλάσσιο Πεδίο στο σύνολο του είναι ένα νέο φαινόμενο ή όχι, είναι πως εξετάζοντας τόσο τις διαφορές όσο και τις ομοιότητες του Υβριδικού Πολέμου με τον παραδοσιακό Πόλεμο, διαπιστώνεται ότι ο Υβριδικός Πόλεμος γενικά δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο, καθώς αφενός, οι περισσότερες μέθοδοι/τεχνικές του Υβριδικού Πολέμου έχουν εφαρμοσθεί πολλαπλά στο ιστορικό παρελθόν και αφετέρου τα χαρακτηριστικά της φύσης του πολέμου παραμένουν ίδια ακόμα και στον Υβριδικό Πόλεμο (Μπαζίνης 2018: 11). Ωστόσο, η αλλαγή που εισάγει ο Υβριδικός Πόλεμος είναι ότι αυτές οι μέθοδοι/τεχνικές κατά το παρελθόν προσδιορίζονταν συμπληρωματικά και αναφέρονταν αποκλειστικά σε σχέση με την συμβατική στρατιωτική δράση κάτι που με τον Υβριδικό Πόλεμο έχει αλλάξει. Κεφάλαιο 3– Ο Θαλάσσιος Υβριδικός Πόλεμος της Κίνας Ο Υβριδικός Πόλεμος της Κίνας βασίζεται σε δόγματα, τακτικές και στρατηγικές επηρεασμένα/ες κατά κύριο λόγο από τις θεωρήσεις και το έργο του Μάο Ζεντόνγκ (Máo Zédōng) και του μεγάλου θεωρητικού του πολέμου Σούν Τζού (Sun Tzu), με γνωστότερο ίσως δόγμα το λεγόμενο δόγμα των «Τριών Πολέμων» (Three Warfares) που έχει ως στόχο τον διαρκή αγώνα ανατροπής των συσχετισμών τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ πολέμου στοχεύοντας το ψυχολογικό-γνωσιακό υπόβαθρο του αντιπάλου, ενώ σημαντική είναι και η εφαρμογή τακτικών-στρατηγικών όπως “salami slicing”3 και “cabbage strategy”45 (Burger&Romaniuk 2017, Phillipp 2019). Η «φιλοσοφία» του Υβριδικού Πολέμου της Κίνας μπορεί ίσως να συμπυκνωθεί σε μία γνωστή φράση του Μάο σύμφωνα με την οποία «ο αντάρτης πρέπει να κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους όπως το ψάρι κολυμπά στην θάλασσα» (Burger&Romaniuk 2017) αλλά και στις θεωρήσεις του Σούν Τζού που διασώζονται από το περίφημο έργο του Η Τέχνη του Πολέμου» και ειδικά εκείνη που αναφέρει ότι «το αποκορύφωμα της στρατηγικής ικανότητας δεν είναι να δώσεις εκατό μάχες και να κερδίσεις και τις εκατό. Αποκορύφωμα είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς να δώσεις ούτε μία μάχη (Tzu 2008: 17). 3 Αναφέρεται στην στρατηγική όπου μια σειρά από πολλές μικρές ενέργειες, εκτελούνται συχνά με παράνομα μέσα, έτσι ώστε να αποτελούν ένα συσσωρευμένο σύνολο που να παράγει μια πολύ μεγαλύτερη δράση ή αποτέλεσμα που θα ήταν δύσκολο ή παράνομο να εκτελεσθεί ταυτόχρονα. Αν και ο «τεμαχισμός σαλαμιού» χρησιμοποιείται συχνά για την πραγματοποίηση παράνομων δραστηριοτήτων, είναι μια στρατηγική για να κερδίσει ένας δρών πλεονέκτημα με την πάροδο του χρόνου, έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με νόμιμους τρόπους. 4 Αναφέρεται στην στρατηγική της συνδυασμένης συγκαλυμμένης δράσης της ακτοφυλακής και των θαλάσσιων πολιτοφυλακών της Κίνας για την προώθηση των διεκδικήσεων της. 5 Χρησιμοποιούνται κατά κόρον από την Κίνα στην Νότια Κινεζική Θάλασσα. 244 Από την περίοδο που αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού της Κίνας (People’s Liberation Army Navy-PLAN) ήταν ο ναύαρχος Λιού Χουακίνγκ (Liu Huaqing)6 και ειδικότερα τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί ότι η Κίνα εφαρμόζει έναν Υβριδικό Πόλεμο στο Θαλάσσιο Πεδίο (Καρανικολός 2017) με τα ακόλουθα κύρια χαρακτηριστικά: (1) Χρήση πολιτικών μέσων, παρέχοντας οικονομικά κίνητρα και αμοιβαία ωφελήματα στα κράτη της περιοχής7 εντείνοντας έτσι την πίεση τους, προκειμένου είτε αυτές να κάνουν αποδεκτές τις διεκδικήσεις της στη Νότια Κινεζική Θάλασσα και στην Ανατολική Κινεζική Θάλασσα είτε να μαλακώσουν την στάση εκείνων που κρατούν πιο σκληρή στάση (Καρανικολός 2017). (2) Κατά το δοκούν ερμηνεία της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea-UNCLOS), η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ιδεολογικό πεδίο με ιστορικές αναφορές και αφηγήσεις σχετικά με τα «ιστορικά δικαιώματά» της στην περιοχή (Καρανικολός 2017). «Για το σκοπό αυτό έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια στην ίδρυση σταθμών ερευνών ενάλιων αρχαιοτήτων και στην ανάπτυξη σκαφών ενάλιων αρχαιολογικών ερευνών διεκδικώντας την κυριότητα των ευρημάτων» (Μπαζίνης 2018). (3) Αύξηση της ναυτικής της ισχύος και «υβριδοποίηση» της θαλάσσιας στρατηγικής της ώστε να περιλαμβάνει τη δημιουργία και στρατιωτικοποίση τεχνητών νήσων στην Νότια Κινεζική Θάλασσα, χρήση της ακτοφυλακής προκειμένου να επιληφθεί μια σειρά θαλάσσιων περιστατικών αλλά και τη χρήση παραστρατιωτικών ομάδων, μέσω της εκμετάλλευσης του τεράστιου αλιευτικού στόλου που διαθέτει η Κίνας, και που στην βιβλιογραφία συχνά αναφέρονται ως “Little blue men” (Καρανικολός 2017) (Μπαζίνης 2018: 9). (4) Και τέλος, η προσπάθεια ανατροπής των συσχετισμών τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ πολέμου στοχεύοντας το ψυχολογικό-γνωσιακό υπόβαθρο του αντιπάλου με την εφαρμογή του δόγματος των «Τριών Πολέμων» (Raska 2016). Η Κίνα σήμερα διαθέτει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο στον κόσμο με 200.000 και πλέον αλιευτικά που απασχολούν πάνω από 14.000.000 άτομα αποτελώντας το 25% των αλιέων παγκοσμίως. Η Κίνα για να προωθήσει τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις της κυρίως στην Νότια Κινεζική Θάλασσα, όλο και περισσότερο, βασίζεται σε μη συμβατικές δυνάμεις όπως οι «θαλάσσιες πολιτοφυλακές» (maritime militia), τους προαναφερθέντες ως “Little Blue Men” κατά αντιστοιχία με τους “Little Green Men” που χρησιμοποιήθηκαν από την Ρωσία στην προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα που τους παρέχει το διεθνές δίκαιο για την προστασία τους, ως πολιτικά πλοία και μη στρατιωτικό προσωπικό, οι «αλιείς» αυτοί χαρτογραφούν θαλάσσιες περιοχές προς όφελος της Κίνας καθώς μπορούν να συλλέξουν πληροφορίες και να παρακολουθήσουν τις κινήσεις πολεμικών πλοίων άλλων χωρών. Τα αλιευτικά αυτά εκτιμάται ότι φέρουν σύγχρονα συστήματα επικοινωνίας, ραντάρ, 6 Ο Λιού Χουακίνγκ έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό του PLAN και την επικράτηση του στην περιοχή του Ειρηνικού μέσω τριών σταδίων, με το πρώτο στάδιο να αποτελεί τον απόλυτο έλεγχο της λεγόμενης πρώτης νησιωτικής αλυσίδας που ουσιαστικά περιλαμβάνει όλη την Νότια κινεζική Θάλασσα. Για περισσότερα διαβάστε http://www.idis.gr/?p=4548. 7 Για παράδειγμα, η πολιτική πίεση που ασκεί μέσω της συμμετοχής στην Association of Southeast Asian Nations (ASEAN) αλλά και τα οικονομικά κίνητρα που έχει προσδώσει στο εγχείρημα της για τον Νέο Δρόμο του Μεταξιού (Belt and Road Initiative-BRI). Για περισσότερα διαβάστε http://www.idis.gr/?p=4548. 245 δορυφορικό εξοπλισμό, μικρά όπλα και συστήματα υδρογράφησης, είναι δε επιστρατεύσιμα σε περίπτωση πολέμου (Καρανικολός 2017), διοικούνται από τις τοπικές στρατιωτικές διοικήσεις του Λαϊκού Στρατού της Κίνας, χρηματοδοτούνται από τις τοπικές και επαρχιακές κυβερνήσεις και αναφέρουν στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (Peoples Liberation Army, PLA) και σε άλλα κυβερνητικά στοιχεία και οι αποστολές διατάσσονται και χρηματοδοτούνται από το κινεζικό κράτος. Επιπλέον, το κράτος παρέχει στο προσωπικό αυτών των μονάδων στρατιωτική εκπαίδευση και σπουδές στις πολιτικές επιστήμες (Καρανικολός 2017). Τα τελευταία χρόνια, οι μονάδες θαλάσσιων πολιτοφυλακών (maritime militia) έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε μια σειρά από «συναντήσεις» και αψιμαχίες στα διεθνή ύδατα διεξάγοντας επιχειρήσεις διεκδίκησης κυριαρχίας (sovereignty operations) όπως η εκχέρσωση υφάλων και ξερών και οι οργανωμένες επιχειρήσεις αλιείας σε διεκδικούμενες/αμφισβητούμενες περιοχές. Το 2012, για παράδειγμα, συμμετείχαν στην κατάληψη από την Κίνα του Scarborough Shoal των Φιλιππίνων, και το 2014 βοήθησαν την Κίνα να απωθήσει βιετναμέζικα πλοία από μια εξέδρα άντλησης πετρελαίου που η Κίνα είχε τοποθετήσει κοντά στα αμφισβητούμενα νησιά Πάρασελ ενώ η ιαπωνική ακτοφυλακή διέταξε 208 κινεζικά αλιευτικά να απομακρυνθούν από την ευρύτερη περιοχή της μόνο το πρώτο εννεάμηνο του 2014, ενώ πλέον τέτοια περιστατικά και δράσεις των θαλάσσιων πολιτοφυλακών έχουν αποκτήσει συχνότητα «ρουτίνας». Με αυτό τον τρόπο οι πολιτοφυλακές αποτελούν ένα χρήσιμο εργαλείο στο σχέδιο της Κίνας να προωθήσει αναίμακτα τις ναυτικές απαιτήσεις της, αφού η συχνά πολιτική περιβολή τους επιτρέπει στο Πεκίνο να αρνηθεί την συμμετοχή του στις εμπλοκές. Παράλληλα εκμεταλλεύεται τους κανόνες εμπλοκής του Ναυτικού των ΗΠΑ, που ένεκα και του διεθνούς δικαίου είναι περιορισμένες κατά μη στρατιωτικών πλοίων καθώς αυτά διενεργούν συχνά «στρατιωτικές» αποστολές με την κάλυψη της ιδιότητας του αλιευτικού σκάφους. Επιπλέον, κατά αυτόν τον τρόπο η Κίνα περιορίζει τις όποιες διεθνείς επικρίσεις για τις ενέργειες της, διατηρώντας το προφίλ της ειρηνικής υπερδύναμης, επιδιώκοντας να αποφύγει την επέμβαση των ΗΠΑ στην περιοχή (Καρανικολός 2017) (Μπαζίνης 2018: 9-10). Σημαντικό ρόλο στον Υβριδικό Πόλεμο που εφαρμόζει η Κίνα στην Νότια Κινεζική Θάλασσα παίζουν και τα στρατιωτικοποιημένα τεχνητά νησιά που έχει δημιουργήσει σε υφάλους εντός αυτής. Το υψηλότερο ποσοστό «αναπτυξιακής δραστηριότητας» τεχνητών νησιών της Κίνας λαμβάνει χώρα στις νησιωτικές αλυσίδες Πάρασελ και Σπράτλι (Paracel and Spratly Islands) με τα μεγαλύτερα να βρίσκονται στους Υφάλους Subi και Fiery Cross στα νησιά Σπράτλι (Καρανικολός 2017). Τα στρατιωτικοποιημένα τεχνητά νησιά είναι εξοπλισμένα πλέον με σύγχρονα ραντάρ για εντοπισμό και παρακολούθηση στόχων επιφανείας και αέρος, σταθμούς ελέγχου και επικοινωνιών, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου (Stashwick 2019), εξελιγμένα πυραυλικά συστήματα, ενώ και κάποια εξ αυτών διαθέτουν αεροδρόμια. Η ύπαρξη μέσων όπως: 1) παρουσία κατευθυνόμενων υπερηχητικών και cruise βλημάτων εναντίον πλοίων με αυξημένο βεληνεκές που μπορεί να φτάσει έως και τα 2.500 μίλια, όπως τα Κ/Β DF-21D και DF-26, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί και ως «φονιάδες των αεροπλανοφόρων», 2) η χρήση μη επανδρωμένων αυτόνομων ή τηλεκατευθυνόμενων υποβρύχιων οχημάτων ή οχημάτων επιφανείας (ASV-Autonomous Surface Vehicles, UUV-Unmanned Underwater Vehicles) 3) και drones-UAV (Unmanned Air Vehicles γνωστά και ως “little grey (un)men” σε συνδυασμό με την εφαρμογή των ανωτέρω δογμάτων, δημιουργεί ένα συνδετικό πλέγμα υβριδικών μέσων και τεχνικών που δίνει 246 πρωτοβουλία κινήσεων στην Κίνα ειδικά στη Νότια Κινεζική Θάλασσα αλλά και γενικότερα (σταδιακά) στο Θαλάσσιο Πεδίο του λεγόμενου Ινδο-Ειρηνικού (Καρανικολός 2017) (Interest 2019). Τέλος, με την εφαρμογή του δόγματος των «Τριών Πολέμων» (san zhong zhanfa),8 όπως «προστάζει» και η 2.500 ετών θεωρία του Sun Tzu, η Κίνα προσπαθεί να εξαλείψει την αντίσταση των αντιπάλων και να επιτύχει τους εθνικούς της στόχους με ελάχιστες ή καθόλου πραγματικές μάχες. Το δόγμα αυτό εφαρμόζεται κυρίως στην Νότια Κινεζική Θάλασσα και βασίζεται σε τρείς αμοιβαία-ενισχυτικές στρατηγικές. (1) Τη συντονισμένη χρήση των στρατηγικών ψυχολογικών επιχειρήσεων που συνίσταται στην προ της σύγκρουσης στάση των στρατιωτικών/παραστρατιωτικών δυνάμεων ή εφαρμογή άλλων εθνικών δυνατοτήτων (διπλωματικές, οικονομικές, πολιτιστικές) με σκοπό να εκφοβίσουν τους αντιπάλους και να ενθαρρυνθεί η συναίνεση για τα επιθυμητά αποτελέσματα. (2) Την εμφανή και συγκαλυμμένη χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης ώστε η χρήση των υλικών που παραδίδονται στο κοινό μέσω των καθιερωμένων ΜΜΕ, ανεπίσημων ιστότοπων στο διαδίκτυο και άλλων κοινωνικών μέσων ενημέρωσης να επηρεάσει τις εσωτερικές και διεθνείς οπτικές που συνδέονται με συνεχιζόμενες διαμάχες που αφορούν τα συμφέροντα της Κίνας, και (3) τον νομικό πόλεμο με σκοπό την μόχλευση των υφιστάμενων νομικών καθεστώτων και διαδικασιών για τον περιορισμό της συμπεριφοράς των αντιπάλων, την αμφισβήτηση των δυσμενών συνθηκών, τη σύγχυση του νομικού προηγουμένου και τη μεγιστοποίηση του πλεονεκτήματος σε καταστάσεις που σχετίζονται με τα βασικά συμφέροντα της Κίνας (Raska 2016). Αντί Επιλόγου Η Κίνα, μέσω της συνδυαστικής δράσης των θαλάσσιων πολιτοφυλακών και της ακτοφυλακής στη Νότια και στην Ανατολική Κινεζική Θάλασσα αλλά και της δημιουργίας και στρατιωτικοποίησης τεχνητών νήσων στη Νότια Κινέζικη Θάλασσα, επιδιώκει, κατά κύριο λόγο, να εξασφαλίζει τις διεκδικήσεις επί των θαλασσίων ζωνών και συνεπώς να «παράξει σε μακροπρόθεσμο επίπεδο αποτελέσματα δικαίου» (Μπαζίνης 2018: 8) ενώ παράλληλα με την εφαρμογή του δόγματος των «Τριών Πολέμων» προσπαθεί να ανατρέψει τους συσχετισμούς τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ πολέμου. Είναι σίγουρο ότι η πολυπλοκότητα και το πλήθος των μέσων, μεθόδων και τεχνικών του Υβριδικού Πολέμου της Κίνας στο Θαλάσσιο Πεδίο που αναλύθηκαν (συναρτήσει και της διατιθέμενης διάρκειας της εισήγησης) είναι τέτοια που τον καθιστούν το τέλειο παράδειγμα ώστε ο ακροατής να κατανοήσει περισσότερο το φαινόμενο του Υβριδικού Πολέμου. Επιπροσθέτως, η παρούσα εισήγηση αποτελεί και έναν οδηγό για την μελέτη και άλλων υβριδικών πολέμων μερικοί εκ των οποίων έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπως για παράδειγμα ο Υβριδικός Πόλεμος της Τουρκίας. 8 Το εν λόγω δόγμα εγκρίθηκε το 2003 από την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή του Κουμμουνιστικού Κόμματος της Κίνας για να δώσει την κατευθυντήρια εννοιολογική ομπρέλα στις επιχειρήσεις Πληροφοριακού Πολέμου του PLA και αρχικά στόχευε την Taiwan. Σήμερα η εφαρμογή του έχει επεκταθεί ώστε να στοχεύει και πέραν της Taiwan «στόχους» που κατά κύριο λόγο βρίσκονται στην Ασία και στην Ευρώπη. Για περισσότερα διαβάστε http://www.css.ethz.ch/en/services/digital- library/articles/article.html/195268/pdf . 247 Μάλιστα η περαιτέρω μελέτη του συγκεκριμένου υβριδικού πολέμου παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με αυτόν της Κίνας σε σημείο που αρκετοί αναλυτές να θεωρούν ότι ο Υβριδικός Πόλεμος της Τουρκίας σχεδόν μιμείται τον αντίστοιχο της Κίνας. Βιβλιογραφία Clausewitz, C. von, (1989), On War, Princeton, New Jersey, Princeton University Press. D’Agostino, D. M. (2010), Hybrid Warfare, Washington, Government Accountability Office (GAO). Fleming, B. P. (2011), The Hybrid Threat Concept: Contemporary war, military planning and the advent of unrestricted operational art, Fort Leavenworth, Kansas, School of Advanced Military Studies United States Army Command and General Staff College. Glenn, R. W. (2009), “Thoughts on Hybrid Conflict”, Small Wars Journal, διαθέσιμο από: https://smallwarsjournal.com/jrnl/art/thoughts-on-hybrid-conflict. Grant, G. (2008), “Hybrid Wars: What if the battles of the future are neither conventional nor irregular, but a combination of both?”, Government Executive, 1 May 2008, διαθέσιμο από: https://www.govexec.com/magazine/features/2008/05/hybrid- wars/26799/. Mattis, P. (2018), China’s Three Warfares In perspective, warontherocks.com, 30 Ιανουάριος 2018, διαθέσιμο από: https://warontherocks.com/2018/01/chinas-three- warfares-perspective/. McCuen, J. J (2008), “Hybrid Wars”, Pittsburgh, Military Review, Μάρτιος-Απρίλιος, σσ. 107-113. Miklaucic, M. (2011), “NATO Countering the Hybrid Threat”, NATO Allied Command transformation, 23 July 2011, διαθέσιμο από: https://www.act.nato.int/nato- countering-the-hybrid-threat. NSO NATO (2018), https://nso.nato.int/natoterm, 12 April 2018, διαθέσιμο από: https://nso.nato.int/natoterm/Web.mvc . Panait, I. (2015), “The Hybrid War Concept-arguments for and versus”, Research and Science Today, https://www.rstjournal.com, Ιούλιος 2015, διαθέσιμο από: https://www.rstjournal.com/mdocs-posts/16-ion-panait-the-hybrid-war-concept- arguments-for-and-versus/. Pawlak, P. (2015), Understanding Hybrid Threats, European Union, European Parliamentary Research Service. Phillipp, J., (2019), “US finally Stands up to China’s Cabbage Strategy”, The Epoc Times, 29 April 2019, διαθέσιμο από: https://www.theepochtimes.com/us-finally-stands-up-to- chinas-cabbage-strategy_2899090.html. Raska, M. (2016), Hybrid Warfare with Chinese Chracteristics, Eidgenössische Technische Hochschule Zürich, 20 January 2016, διαθέσιμο από: http://www.css.ethz.ch/en/services/digital-library/articles/article.html/195268/ . Romaniuk, S. N. & Burgers, T. (2017), “Hybrid Warriors: China’s unmanned, guerrilla-style warfare in Asia’s littorals”, The Diplomat, 16 Φεβρουάριος 2017, διαθέσιμο από: https://thediplomat.com/2017/02/hybrid-warriors-chinas-unmanned-guerilla-style- warfare-in-asias-littorals/ . Stashwick, S. (2019), “China May Deploy New Maritime Surveillance Platforms in South China Sea”, The Diplomat, 3 April 2019, διαθέσιμο από: https://thediplomat.com/2019/04/china-may-deploy-new-maritime-surveillance- platforms-in-south-china-sea/?fbclid=IwAR130rNpKnAOYmV9RmCGORo9W- 1yLgbSXg4LCiOR8qalAMDGIv9eAD6I9ps . 248 The National Interest (2019), “Can China Really Sink US Navy Aircraft Carrier?”, 2 Μαïου 2019, διαθέσιμο από: https://nationalinterest.org/blog/buzz/can-china-really-sink- us-navy-aircraft-carrier- 55382?fbclid=IwAR3aMXHfiYejzweA9b7tXai_bO7xH8KpOIDOJ- HCuLwm51zaprtVsISvhNA. Tzu, S. (1910), The Art of War, E-Asia Digital Library, Oregon University. Vest, J., (2001), “Fourth Generation Warfare”, The Atlantic, December, διαθέσιμο από: https://www.theatlantic.com/magazine/archive/2001/12/fourth-generation- warfare/302368/ . Καρανικολός, Κ. (2017), “Η Θαλάσσια Στρατηγική της Κίνας και Ανταγωνισμοί στην Νότια Κινεζική Θάλασσα”, Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, 10 Ιούλιος 2017, http://www.idis.gr/?p=4548#_ftn1 (πρόσβαση Σεπτέμβριος 3, 2019). Λαμπρόπουλος, Κ. (2019), «Οι Απειλές του Υβριδικού Πολέμου», parapolitika.gr, 14 Απρίλιος 2019. https://www.parapolitika.gr/stiles/kwnstantinos- lampropoylos/article/354125/apiles-tou-ivridikou-polemou/ (πρόσβαση Απρίλιος 18, 2019). Μαυρόπουλος, Π. (2014), «Η Παράδοξη Τριάδα του Κλαούζεβιτς», Πόλεμος και Στρατηγική, Δεκέμβριος, σσ. 2-11. Μπαζίνης, Θ. (2018), “Ο Υβριδικός Πόλεμος και Περιπτώσεις Εφαρμογής στο Θαλάσσιο Περιβάλλον”, Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων, 10: 2-11. 249 250 Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Δικτύωση Πόλεων: Κίνητρα και Μορφές ενός Μεταρρυθμιστικού Εξευρωπαϊσμού Αντώνιος Καρβούνης1 Περίληψη Η πολιτική αναγνώριση του διεθνούς ρόλου των τοπικών αρχών από τα όργανα της ΕΕ, στο πλαίσιο ενός νέου προτύπου ήπιας διακυβέρνησης των δικτύων, σε συνδυασμό με το περιορισμένο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τις ευρωπαϊκές διαδημοτικές συνεργασίες τις τελευταίες δεκαετίες, συνιστούν το πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η οποία ασχολείται με την ευρωπαϊκή δικτύωση των ελληνικών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού στη διάρκεια της προγραμματικής περιόδου 2007-2013. Αξιοποιώντας το θεωρητικό πλαίσιο του εξευρωπαϊσμού, η μελέτη εξετάζει τα αποτελέσματα της συμμετοχής των ελληνικών δήμων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων. Το γενικότερο εμπειρικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η συμμετοχή των ελληνικών δήμων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων συνεπάγεται αλλαγές σε επίπεδο δομών, πολιτικών και διαδικασιών (διοικητικός εξευρωπαϊσμός), προώθησης τοπικών συμφερόντων και ταυτότητας της τοπικής αρχής (πολιτικός εξευρωπαϊσμός), συμμετοχής σε ευρωπαϊκά προγράμματα (χρηματοδοτικός εξευρωπαϊσμός), τεχνογνωσίας (γνωστικός εξευρωπαϊσμός), ενίσχυσης της ευρωπαϊκής συνείδησης (ιδεαλιστικός εξευρωπαϊσμός) και δημιουργίας ευνοϊκού εσωτερικού περιβάλλοντος για οργανωσιακές αλλαγές και μακρόπνοες συνεργασίες (βιώσιμος εξευρωπαϊσμός). Το μεταρρυθμιστικό δυναμικό αυτών των μορφών εξευρωπαϊσμού μετριάζεται από το ενδογενές πλαίσιο λειτουργίας των ελληνικών δήμων. Λέξεις-κλειδιά: ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, εξευρωπαϊσμός, διακυβέρνηση, μεταρρυθμίσεις Εισαγωγή H παρούσα έρευνα εντάσσεται στην ευρύτερη προβληματική του εξευρωπαϊσμού της δημόσιας διοίκησης και το αντικείμενό της είναι η εξέταση των αποτελεσμάτων της συμμετοχής των ελληνικών δήμων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιείται το θεωρητικό πλαίσιο του εξευρωπαϊσμού, προκειμένου να διερευνηθεί η επίδραση των ευρωπαϊκών πολυμερών συνεργασιών στο τοπικό επίπεδο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μελέτης εκείνων των δημοτικών αρχών, που τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο συμμετείχαν σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων. 1Στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών, Πρόεδρος της Διυπουργικής Επιτροπής για τις Διεθνείς Συνεργασίες των ΟΤΑ & Μέλος ΣΕΠ, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πρόγραμμα Σπουδών «Δημόσια Διοίκηση»,
[email protected]251 To Πολιτικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής δικτύωσης πόλεων Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ήδη από το 1989, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε συνηγορήσει στη δημιουργία ευρωπαϊκών τοπικών και περιφερειακών δικτύων μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης με την πρωτοβουλία RECITE I και II (προάγγελος των προγραμμάτων INTERREG, URBACT που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες). Στο δεύτερο εξάμηνο του 2008, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, η Γαλλία έκανε ένα βήμα παραπάνω, θέτοντας ως προτεραιότητα την ανάδειξη του ρόλου των τοπικών αρχών στη διεθνή αναπτυξιακή συνεργασία (Botenbal 2009: 17). Το 2009 η Επιτροπή των Περιφερειών στη Λευκή Βίβλο για την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση υπογράμμισε ότι «η διακυβέρνηση διαρθρώνεται όλο και περισσότερο σε δίκτυα … σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο στην Ευρώπη και ανά τον κόσμο» (Επιτροπή των Περιφερειών 2009: 4). Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι τα ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων δραστηριοποιούνται σε τομείς δημόσιας πολιτικής, όπως η απασχόληση, οι μεταφορές, ο πολιτισμός, και η εκπαίδευση (CEC 2011: 54). Ακόμη και στην ανάπτυξη μιας Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής στην ΕΕ, οι παράκτικες κοινότητες και τα δίκτυά τους θεωρούνται σημαντικοί εταίροι (Καρβούνης 2017γ: 10). Σε διεθνές επίπεδο, ήδη από το 2002, το αναπτυξιακό πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για τους ανθρώπινους οικισμούς (UN-HABITAT) επέλεξε τη διεθνή διαδημοτική συνεργασία ως κύριο θέμα της Παγκόσμιας Ημέρας Ανθρώπινων Οικισμών, επισημαίνοντας τον ολοένα αυξητικό αριθμό διαδημοτικών συμπράξεων και δικτύων σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπολογίζεται ότι το 70% των πόλεων παγκοσμίως συμμετέχει σε κάποια μορφή διεθνούς συνεργασίας (αδελφοποιήσεις πόλεων, δίκτυα πόλεων, διεθνή προγράμματα κλπ.). Με τη σειρά της, το 2004 η UNESCO σύστησε Δίκτυα Πόλεων για τη δημιουργικότητα των αστικών κέντρων και την καταπολέμηση του ρατσισμού (Δίκτυο Δημιουργικών Πόλεων & Διεθνής Συνασπισμός των Πόλεων κατά του Ρατσισμού) (Botenbal 2009: 18). Στο πρόσφατο πρόγραμμα της ΕΕ για τη Διεθνή Αστική Συνεργασία (2016-19) προωθείται η δικτύωση ευρωπαϊκών πόλεων με πόλεις της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, της Ινδίας, της Ιαπωνίας, της Βόρειας Αμερικής και της Ασίας σε θέματα βιώσιμης αστικής ανάπτυξης (Καρβούνης 2017β: 7). Κατόπιν τούτου, γίνεται αντιληπτό ότι τα διεθνή δίκτυα πόλεων και οι συμπράξεις των τοπικών αρχών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο παραπέμπουν σε ένα άλλο μοντέλο διακυβέρνησης (Bontenbal 2009: 75), στο πλαίσιο μιας «τοπικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής» (Hocking 1993: 27), όπου οι υποεθνικές αρχές υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους σε διεθνές επίπεδο, αμφισβητώντας τις παραδοσιακές διαδικασίες σχεδιασμού και χάραξης της εξωτερικής πολιτικής. Πράγματι, σύμφωνα με τον Thakur (2008: 289), αυτή η νέα μορφή διακυβέρνησης είναι «ένα πολύπλοκο σύνολο τυπικών και άτυπων θεσμών, μηχανισμών, σχέσεων και διαδικασιών μεταξύ κρατών, αγοράς, πολιτικών και οργανισμών, διακυβερνητικών και μη κυβερνητικών, μέσω των οποίων συλλογικά συμφέροντα αρθρώνονται, δικαιώματα και υποχρεώσεις θεσμοθετούνται και διαφορές διαμεσολαβούνται». Υπό αυτό το πρίσμα, ανατέλλει μια νέα διαλεκτική σχέση μεταξύ παγκόσμιου και τοπικού επιπέδου (Beck 2005: 145, Castells 2008: 472). Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, 252 παραμένει επίκαιρο το θέμα του συνεδρίου του Τορόντο με τίτλο Thinking Globally, Acting Locally που διοργάνωσε το 1980 η World Future Society. Όπως χαρακτηριστικά έχει τονίσει ο Robert Doyle, τέως δήμαρχος Μελβούρνης, «τα Έθνη μιλούν, οι Πόλεις ενεργούν» (Curtis 2016: 4). Σε αυτό το νέο μοντέλο πολυ-επίπεδης διακυβέρνησης, σύμφωνα με την Bouteligier (2008, 2011: 153, 2014: 58), οι διεθνείς συμπράξεις των τοπικών αρχών, αφενός συστήνονται για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων μέσω ανταλλαγών τεχνογνωσίας και εμπειριών, και αφετέρου, αναδεικνύονται ως απόρροια χωρικών στρατηγικών. Αν και η Σύμβαση της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις (1961) δεν παρέχει στις τοπικές αρχές αναγνώριση και διακριτή νομική προσωπικότητα κατά την υλοποίηση των διεθνών συνεργασιών τους, και σε καμία περίπτωση διεθνή δικαιοπρακτική ικανότητα, ωστόσο, καθίσταται αναγκαία μια διαφορετική προσέγγιση στις κρατικές στρατηγικές των διεθνών συνεργασιών τους, με την ενεργό συνδρομή του υποεθνικού επιπέδου διοίκησης. Βιβλιογραφική επισκόπηση Παρά την αύξηση των μελετών για τη διεθνή δικτύωση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, η υφιστάμενη βιβλιογραφία παρουσιάζει κενά, καθώς δεν διαθέτει, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, καταγεγραμμένη την εμπειρία των στελεχών των δήμων που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκά δίκτυα. Πιο συγκεκριμένα, οι Kern & Bulkeley (2009: 310) υποστηρίζουν ότι η διεθνής δικτύωση των υποεθνικών αρχών προσεγγίζεται από τη βιβλιογραφία, κυρίως από την πλευρά του χωροταξικού σχεδιασμού, αποσιωπώντας άλλα σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Ένα δεύτερο σημείο που οφείλουμε να επισημάνουμε είναι η επικέντρωση της βιβλιογραφίας στη χρηματοδότηση ως το πλέον ορατό κίνητρο για τη συμμετοχή φορέων σε διεθνή δίκτυα πόλεων (McAleavy & Mitchell 1994, Benington & Harvey 1994: 946-947, Lawrence 2000). Όπως θα δούμε όμως στη συνέχεια, η δικτύωση των δήμων είναι σημαντική για την ανταλλαγή καλών πρακτικών, τη χάραξη καινοτόμων πολιτικών (Payre 2010, Salskov-Iversen 2006a, 2006b), συμβάλλει στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας (Phelps et al. 2002), ενώ συνδέεται και με το νέο δημόσιο μάνατζμεντ. Τρίτον, αρκετές συνδρομές στη βιβλιογραφία είναι ιδιαιτέρως περιγραφικές, στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν και να κατηγοριοποιήσουν τις δράσεις των δικτύων (Bennington & Harvey 1994). Μάλιστα οι Ward & Williams (1997: 441) σημειώνουν ότι αυτές οι περιγραφικές προσεγγίσεις και κατηγοριοποιήσεις δεν συνδράμουν στην κατανόηση των δικτύων. Απέναντι σε αυτά τα ζητήματα που θέτει η σύγχρονη βιβλιογραφία, και, λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό ρόλο των διεθνών δικτύων στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (Ansell 2000: 303, Kohler-Koch 2002: 2, Börzel & Heard-Lauréote 2009), η απάντηση είναι η εξέταση της δυναμικής, της λειτουργίας και, ίσως πιο σημαντικό, της επίδρασης και της αποτελεσματικότητας της δράσης τους σε τοπικό και ενωσιακό επίπεδο. Μάλιστα, το θέμα της αποτελεσματικότητας έχει εν μέρει προσεγγιστεί από τη βιβλιογραφία (Provan & Kenis 2007, Turrini, Cristofoli, Frosini & Nasi 2010) αλλά σε πολύ γενικό επίπεδο. 253 Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μελέτες του Salskov-Iversen (2006a, 2006b) που εξετάζουν τη δικτυακή δραστηριότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης της Δανίας στους τομείς της ανταλλαγής γνώσεων και καινοτομίας· του Payre (2010) που μελετά τη συμμετοχή της γαλλικής πόλης Λυών στο ευρωπαϊκό δίκτυο Eurocities, τόσο όσον αφορά την ανταλλαγή πρακτικών, όσο και στην προβολή της δημοτικής αρχής σε ευρωπαϊκό επίπεδο˙ και των Betsill & Bulkelley (2004), Kern & Bulkelley (2009), Bouteligier (2013) και Ward και Williams (1997), οι οποίες εξετάζουν τα διεθνή δίκτυα πόλεων στην περιβαλλοντική διακυβέρνηση. Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης ξεχωρίζει το έργο της Bouteligier (2013: 94-95), η οποία, εξετάζοντας την εσωτερική και εξωτερική διάσταση των διεθνών δικτύων πόλεων για το περιβάλλον, υποστηρίζει ότι υπάρχει μια απόσταση, ένα χάσμα ανάμεσα στην ανταλλαγή καλών πρακτικών μέσω των δικτύων και της εφαρμογής τους. Η Bouteligier σημειώνει ότι το εθνικό πλαίσιο, θεσμικές και διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ των πόλεων- εταίρων στέκονται εμπόδια στην εφαρμογή των πρακτικών. Μελετώντας τα δίκτυα Metropolis και C40, η Bouteligier κατέληξε ότι «υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της ανταλλαγής γνώσεων για βέλτιστες πρακτικές – οι οποίες συμβαίνει να είναι πολύ επιτυχημένες – και της υλοποίησης των βέλτιστων πρακτικών σε άλλα μέρη, κάτι το οποίο είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί» (Bouteligier 2013: 94). Η έρευνα της Bouteligier κατέληγε, επίσης, στο συμπέρασμα ότι τα ελλείμματα εφαρμογής των καλών πρακτικών δεν έχουν να κάνουν τόσο με τις ομοιότητες ή τις διαφορές των πόλεων, όσο με τις σχέσεις εξουσίας εντός των δικτύων όπου μια μικρή ομάδα πόλεων υπαγορεύει την ατζέντα στις υπόλοιπες δημοτικές αρχές-εταίρους. Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήγει και ο Χωριανόπουλος, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα ευρωπαϊκά εργοκεντρικά δίκτυα πόλεων χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα διακυβέρνησης που προέρχεται κυρίως από τις βόρειες χώρες. Οι νότιες χώρες δυσκολεύονται να την υιοθετήσουν επί της ουσίας και εφαρμόζουν τις σχετικές πολιτικές, μάλλον επιφανειακά για λόγους απορρόφησης κονδυλίων (Chorianopoulos 2003). Αυτό που συγκρατείται από τη μελέτη της Bouteligier και έχει ιδιαίτερη αξία για το θέμα του παρόντος πονήματος είναι η ανάδειξη της μεταβλητής του εθνικού πλαισίου, ως παράγοντα καταλυτικού για την αποτυχία ή την επιτυχία μιας επιτυχημένης πρακτικής, αλλά και της μεταβλητής του διεθνούς δικτύου, ως ρυθμιστή του μεταρρυθμιστικού δυναμικού των πόλεων-εταίρων. Όπως θα δούμε παρακάτω, η μεταρρυθμιστική τους δυνατότητα επηρεαζόταν από τις εγχώριες συνθήκες που επικρατούσαν σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Πάντως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, απουσιάζουν τέτοιου είδους εξειδικευμένες μελέτες αναφορικά με το μεταρρυθμιστικό δυναμικό των ευρωπαϊκών δικτύων πόλεων ως εργαλείων ενός ήπιου εξευρωπαϊσμού σε τοπικό επίπεδο και το ρόλο των εγχώριων παραγόντων στις δράσεις τους. Πρόκειται για ένα βιβλιογραφικό κενό που φυσικά διευρύνεται αισθητά όταν αναφερόμαστε στην ελληνική περίπτωση, όπου ξεχωρίζουν μόνο κάποιες ελάχιστες προσπάθειες χαρτογράφησης της ευρωπαϊκής δικτύωσης και της σημασίας της για τις ελληνικές πόλεις, στο πλαίσιο προγραμμάτων εδαφικής συνεργασίας για την ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας της προγραμματικής περιόδου 1989-1993 (Μπεριάτος 1999: 529-551), στην περίοδο που προηγήθηκε του Προγράμματος Καλλικράτης (Karvounis 2011: 211-232), και πιο πρόσφατα, στο πλαίσιο της καταγραφής των κινήτρων και 254 της ασυνέχειας της ευρωπαϊκής δικτύωσης των ελληνικών δημοτικών αρχών στις αρχές της προγραμματικής περιόδου 2014-2020 (Καρβούνης 2016: 229- 256). Στην τελευταία μελέτη διαπιστώθηκε ότι, παρά το σημαντικά υψηλό ποσοστό των ελληνικών δήμων που συμμετείχαν σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων (48% το 2016), από την ανάλυση των στοιχείων που διαθέτει το Υπουργείο Εσωτερικών προκύπτει η αδυναμία πλήρους αξιοποίησης του δυναμικού των ανωτέρω δικτύων, καθώς και της διατήρησης μιας αξιοπρεπούς συμμετοχής σε αυτά που θα διασφάλιζε σημαντικά οφέλη από αυτή. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε ανεπαρκής υποστήριξη από το ανάλογο ανθρώπινο δυναμικό των αρμόδιων οργανικών μονάδων των δήμων που παρακολουθούσαν και συμμετείχαν σε δράσεις των δικτύων στα οποία οι φορείς τους ήταν μέλη. Από το σύνολο των 156 δήμων που συμμετείχαν σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, μόνον σε 30 είχε προβλεφθεί η ύπαρξη μιας διακριτής δομής υποστήριξης των στελεχών που παρακολουθούσαν τη δράση αυτών των δικτύων. Σε αρκετές περιπτώσεις κρίθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. Επίσης, λόγω των οικονομικών υποχρεώσεων που συνεπάγεται αυτή η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά δίκτυα και των περιορισμένων διαθέσιμων οικονομικών πόρων τους, αρκετοί δήμοι έπαψαν να αποτελούν ενεργά μέλη τους, χωρίς απαραίτητα να αποχωρούν από αυτά. Ακόμη και ο μεγαλύτερος Δήμος της χώρας (Αθηναίων) είχε αναγκαστεί να αναστείλει την ενεργό συμμετοχή του σε αρκετά από τα 14 ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων όπου ήταν μέλος, λόγω της αδυναμίας να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του. Περαιτέρω, σε ορισμένους δήμους παρατηρήθηκε διάχυση της ευθύνης και της αρμοδιότητας παρακολούθησης των εν λόγω δικτύων. Χαρακτηριστικό πάλι το παράδειγμα του Δήμου Αθηναίων, του οποίου η συμμετοχή και η παρακολούθηση των ευρωπαϊκών δικτύων πόλεων, στα οποία ήταν μέλος, είχε ανατεθεί σε 6 οργανικές μονάδες και νομικά πρόσωπά του με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να απουσιάζει ο συντονισμός και η ενημέρωση για τις δράσεις που επωμιζόταν η καθεμιά. Τέλος, η διοικητική ασυνέχεια που χαρακτηρίζει την ελληνική δημόσια διοίκηση έχει αντίκτυπο και στις διεθνείς συνεργασίες των δήμων με αποτέλεσμα οι πολιτικές αλλαγές σε επίπεδο αιρετού προσωπικού να συνεπάγονται πολλές φορές και αλλαγή προτεραιοτήτων ως προς τη συμμετοχή σε συγκεκριμένες πολυμερείς συνεργασίες (Καρβούνης 2016: 251-252). Όπως προκύπτει από την προηγηθείσα βιβλιογραφία, αν και σε σχετικά μικρό βαθμό μέχρι σήμερα, το ερευνητικό ενδιαφέρον για τη συμμετοχή των πόλεων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων έχει στραφεί πια στην εξήγηση των αποτελεσμάτων αυτής της εμπλοκής των δημοτικών αρχών. Η ανάγκη να διερευνηθούν αυτού του είδους οι παράμετροι της ευρωπαϊκής δικτύωσης πόλεων επέφερε τη συστηματική χρήση του όρου του εξευρωπαϊσμού. Μεθοδολογία Βάσει του μεθοδολογικού πλαισίου της έρευνας πεδίου (ερωτηματολόγια- συνομιλίες-ημιδομημένες συνεντεύξεις-αναζήτηση στοιχείων), η μελέτη καταλήγει καταρχάς, στην καταγραφή εκείνων των δημοτικών αρχών που συμμετείχαν σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, και, στη συνέχεια, στην επιλογή εκείνων των δήμων στους οποίους διαπιστώνεται μια μορφή εξευρωπαϊσμού, ως απόρροια αυτής της συμμετοχής. Μετά από την αποστολή ερωτηματολογίων 255 στους 325 δήμους της χώρας και τη συλλογή στοιχείων από τη διυπουργική Επιτροπή του άρθ.4 παρ.2β του ν.3345/2005 του Υπουργείου Εσωτερικών (αρμόδια αρχή που χορηγεί σύμφωνη γνώμη στις διεθνείς συνεργασίες των ΟΤΑ), αναφορικά με τις εγκεκριμένες συμμετοχές των δήμων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, διαμορφώθηκε μια ξεκάθαρη εικόνα για την πορεία της κύριας έρευνας πεδίου (συνεντεύξεις, αναζήτηση στοιχείων). Στους δήμους, τις βασικές πηγές άντλησης δεδομένων για τη μελέτη αποτέλεσαν το ανθρώπινο δυναμικό (πολιτικό και διοικητικό) και επίσημα έγγραφα που αφορούσαν τις διεθνείς συνεργασίες τους (ποσοτικά δευτερογενή στοιχεία) που αντλήθηκαν, κυρίως, από τις Διευθύνσεις Προγραμματισμού, τα Γραφεία Διεθνών και Δημοσίων Σχέσεων και τα Νομικά Πρόσωπά τους. Ως γνωστόν, τα δευτερογενή στοιχεία μας επιτρέπουν να έχουμε μια γενική εικόνα για τις πρωτοβουλίες αυτές, ενώ τα πρωτογενή στοιχεία μας οδηγούν σε πιο εξειδικευμένα θέματα. Ο Εξευρωπαϊσμός των Πόλεων Ο εξευρωπαϊσμός των πόλεων ή αστικός εξευρωπαϊσμός συνεπάγεται ένα θεμελιώδη μετασχηματισμό σύμφωνα με τον οποίο η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε τοπικό επίπεδο γίνεται μέρος του ενωσιακού πολιτικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα οι ευρωπαϊκές ιδέες και πρακτικές βρίσκονται στο κέντρο αυτής της διαδικασίας (John 2000: 182). Από αυτήν την άποψη, ο αστικός εξευρωπαϊσμός θεωρείται μια κυκλική, δυναμική και διαδραστική διαδικασία αλληλεξάρτησης μεταξύ ΕΕ και τοπικής αυτοδιοίκησης και ορίζεται ως η διάδραση ανάμεσα σε φορείς και θεσμούς σε ενωσιακό και τοπικό επίπεδο που οδηγεί σε εκατέρωθεν αλλαγές σε πολιτικές, θεσμούς, προτιμήσεις, αξίες, κανόνες και συστήματα πεποιθήσεων (Hamedinger & Wolffhardt 2010: 28). Η θεωρητική επισκόπηση του εξευρωπαϊσμού υποδηλώνει ότι για την τοπική αυτοδιοίκηση ο εξευρωπαϊσμός συνεπάγεται ευκαιρίες (π.χ. ενωσιακή χρηματοδότηση, εκπροσώπηση συμφερόντων, ανταλλαγή γνώσεων και πρακτικών) και προκλήσεις (π.χ. νομική συμμόρφωση). Αρκετοί συγγραφείς έχουν ταξινομήσει τις τοπικές αρχές σύμφωνα με το ‘βαθμό εξευρωπαϊσμού τους’ (Goldsmith & Klausen 1997) ως αντιδραστικές, παθητικές, και ενεργητικές. Εν προκειμένω, η διεθνής δικτύωση των πόλεων συνιστά έναν ανώτερο βαθμό εξευρωπαϊσμού. Πιο συγκεκριμένα, στο αναλυτικό πλαίσιο του εξευρωπαϊσμού που έθεσε ο John (2001), προκειμένου να αξιολογήσει τις τοπικές αρχές όσον αφορά τη θέση τους στη διαδικασία του εξευρωπαϊσμού, διακρίνονται διαφορετικές διαστάσεις/μορφές του εξευρωπαϊσμού σε μια κλιμακωτή διαβάθμιση. Στη μινιμαλιστική φάση του εξευρωπαϊσμού, στο κάτω μέρος της κλίμακας, οι τοπικές αρχές απλώς επιδιώκουν να είναι συνεπείς στις ενωσιακές θεσμικές επιταγές (π.χ. εφαρμογή Κανονισμών), να συλλέξουν πληροφορίες για τις ευρωπαϊκές πολιτικές και τους κανόνες και να διαχέουν την πληροφόρηση στους φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Μόλις εισέλθουν στη δεύτερη φάση («οικονομικός προσανατολισμός»), οι πόλεις επιδιώκουν να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού για τη 256 διεκδίκηση ενωσιακών χρηματοδοτήσεων προκειμένου να προωθήσουν την οικονομική ανάπτυξη της εδαφικής επικράτειάς τους. Η ακόλουθη τρίτη φάση της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού συνιστά τη «δικτύωση». Αυτή περιλαμβάνει δύο ακόμη επίπεδα: τη σύνδεση με άλλες τοπικές αρχές της ΕΕ, καθώς και τη συμμετοχή σε επίσημα ενωσιακά δίκτυα πόλεων (π.χ. Eurocities) και τη συνεργασία σε κοινά έργα. Στην τελευταία φάση, η τοπική αρχή θεωρείται «πλήρως εξευρωπαϊσμένη». Οι πόλεις εσωτερικεύουν στην εγχώρια τοπική θεματολογία ενωσιακές πολιτικές και συμμετέχουν στην ενωσιακή διαδικασία λήψης αποφάσεων (John 2001: 72). Η θεωρητική συνεισφορά του John είναι σημαντική, καθώς αναδεικνύει τη διεθνή δικτύωση των πόλεων ως υψηλό βαθμό εξευρωπαϊσμού, στο πλαίσιο της κλιμάκωσης της διαδικασίας σε διαφορετικά επίπεδα. Κάθε τοπική αρχή διακρίνεται για τον ιδιαίτερο βαθμό εξευρωπαϊσμού της. Η παρούσα μελέτη αποβλέπει στην αποτύπωση των επιμέρους διαστάσεων και βαθμών εξευρωπαϊσμού των ελληνικών πόλεων, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δικτύωσής τους, ζήτημα στο οποίο η βιβλιογραφία δεν έχει ακόμη εισέλθει. Γι’ αυτό, σε σχέση με το μοντέλο του John, το ζητούμενο που αναπόδραστα τίθεται για την παρούσα μελέτη είναι η διερεύνηση εντός της φάσης της «δικτύωσης» αυτών των επιμέρους μορφών εξευρωπαϊσμού. Σε κάθε περίπτωση, η διάδραση εθνικού και ενωσιακού έχει απρόβλεπτο χαρακτήρα και τα αποτελέσματα δεν είναι προκαθορισμένα εξαρχής, κάτι που διαπιστώνεται και σε τοπικό επίπεδο, όπως θα δούμε εν συνεχεία. Κίνητρα και Αντίκτυπος Ευρωπαϊκής Δικτύωσης Ελληνικών Δήμων, 2007-2013 Η παρούσα έρευνα βασίζει το εμπειρικό της μέρος στην έρευνα των συνολικά 114 ευρωπαϊκά δικτυωμένων ελληνικών δήμων (35% επί του συνόλου των ΟΤΑ α΄ βαθμού της χώρας) που συμμετείχαν σε 136 ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων κατά την εξεταζόμενη προγραμματική περίοδο 2007-2013. Σε αυτό το πλαίσιο, εδώ αναλύονται οι επιμέρους μορφές εξευρωπαϊσμού (διοικητικός, γνωστικός, πολιτικός, χρηματοδοτικός, ιδεαλιστικός και βιώσιμος) ευρωπαϊκά δικτυωμένων ελληνικών δήμων. Σύμφωνα με την κλίμακα εξευρωπαϊσμού του John (2001: 21), και όπως προέκυψε από τα ερωτηματολόγια και τις συνεντεύξεις με στελέχη των υπηρεσιών τους, οι συγκεκριμένοι δήμοι δεν ήταν απλώς δικτυωμένοι, αλλά δρομολόγησαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, μια μεταρρυθμιστική διαδικασία σε εσωτερικό επίπεδο, ενώ προσπάθησαν να ασκήσουν και επιρροή σε ενωσιακό επίπεδο. Παράλληλα με την ανάλυση των επιμέρους μορφών εξευρωπαϊσμού των ελληνικών δήμων εξετάζονται και οι εσωτερικές συνθήκες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, λειτούργησαν ανασταλτικά στα μεταρρυθμιστικά ερεθίσματα των δικτύων. Οι εσωτερικές συνθήκες φαίνεται να απορροφούν τις εξωτερικές πιέσεις για μεταρρύθμιση και διαμορφώνουν εσωτερικές αντιδράσεις απέναντι σε αυτές. (α) Διοικητικός Εξευρωπαϊσμός (administrative Europeanization) Ο διοικητικός εξευρωπαϊσμός διαπιστώνεται στους δικτυωμένους δήμους σε τρία επίπεδα αλλαγών: σε επίπεδο διοικητικών δομών, δημοσίων πολιτικών και 257 ανθρωπίνου δυναμικού. Σε αυτό το πλαίσιο, ενδεικτικά, κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013 ξεχωρίζουμε την περίπτωση του Δήμου Αθηναίων στο εργοκεντρικό δίκτυο URBACT MARKETS του προγράμματος εδαφικής συνεργασίας URBACT ΙΙ. Στο πλαίσιο του εν λόγω έργου, από πόλη με μηδενικό ποσοστό επισιτιστικής αυτάρκειας μέχρι την εισαγωγή της διατροφικής πολιτικής ως προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα, η Αθήνα σημείωσε σημαντική πρόοδο (Κεράνης 2015: 4). Επίσης, ο Δήμος Καβάλας, με τη συμμετοχή του στο δίκτυο «Together» (URBACT II), σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή ως πιλοτική ενέργεια το Κοινωνικό Φαρμακείο - Ιατρείο. Περαιτέρω, ο Δήμος Ρόδου συμμετείχε στο εργοκεντρικό δίκτυο πόλεων CTUR (URBACT II), αναδεικνύοντας το ζήτημα της ανάπλασης του πλέον υποβαθμισμένου τομέα της πόλης, δηλαδή της βιομηχανικής περιοχής ΚΟΒΑ και της ευρύτερης γειτνιάζουσας αστικής περιοχής και του παραλιακού μετώπου (Δήμος Ρόδου 2011). Πράγματι, πέντε έτη μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του ανωτέρω δικτύου, με την υπ’ αριθ. 3064/19-10-2017 απόφαση του Περιφερειάρχη Νοτίου Αιγαίου εγκρίθηκε η Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης της περιοχής Κόβα, συνολικής δημόσιας δαπάνης ύψους 4.928.000 ευρώ, η οποία χρηματοδοτείται από πόρους του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Νότιο Αιγαίο 2014 – 2020». Περαιτέρω, ως επιστέγασμα της μακράς συνεργασίας και της αδελφοποίησης με τον γερμανικό Δήμο Detmold, o Δήμος Ωραιοκάστρου συμμετείχε στο εργοκεντρικό δίκτυο πόλεων για την οικονομική κρίση αγροτικών περιοχών του, και τη μεταφορά καλών πρακτικών (C.E.P.), στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος ‘Ευρώπη για τους Πολίτες, 2007-2013’ (Δ. Ωραιοκάστρου 2015: 48). Τέλος, γνωρίζοντας ότι τα προβλήματα των αστικών κέντρων δεν περιορίζονται στα όρια της πόλης, ο Δήμος Τρικκαίων συμμετείχε στο ευρωπαϊκό δίκτυο πόλεων City Region Net (URBACT II) για την εφαρμογή και λειτουργία Ολοκληρωμένου Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS) για τη μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων ανάπτυξης της περιοχής. Συντάχθηκαν ψηφιακοί χάρτες για όλο το Νομό Τρικάλων σε σύστημα GIS απ’ όπου στη συνέχεια υπάρχει η δυνατότητα χρήσης τους από GPS.2 (β) Γνωστικός Εξευρωπαϊσμός (cognitive Europeanization) Κατά την εξεταζόμενη προγραμματική περίοδο, αρκετοί ελληνικοί δήμοι έδωσαν έμφαση στην ανταλλαγή καλών πρακτικών και την επιμόρφωση του ανθρωπίνου δυναμικού τους, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δικτύωσης. Για παράδειγμα, από τον Οκτώβριο του 2008 ο Δήμος Γρεβενών συμμετέχει, μέσω της Αναπτυξιακής Γρεβενών, Αναπτυξιακή ΑΕ ΟΤΑ, στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Προορισμών Αριστείας για το Βιώσιμο Τουρισμό (EDEN) για την ανταλλαγή καλών πρακτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο θέμα της βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης.3 Ο δε Δήμος Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννης εντάχθηκε το 2011 στο Δίκτυο Αγροτικών Δήμων για την Ενεργειακή Ουδετερότητα (RURENER)4 2 Συνέντευξη με τον κ. Ο. Ράπτη, Διευθύνων Σύμβουλο της E-Trikala Α.Ε. (16/6/2014). 3 Συνέντευξη με την κα Χρ. Κρυθαριώτη, στέλεχος της Αναπτυξιακής Γρεβενών, Αναπτυξιακή ΑΕ ΟΤΑ (14/6/2014). 4 Συνέντευξη με τον κ. Ν. Σκουμπρή, στέλεχος του Τμήματος Περιβάλλοντος-Γραφείο Προγραμματισμού του Δήμου Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννης (13/9/2014). 258 με σκοπό, μεταξύ άλλων, 5 την πληροφόρηση σε θέματα αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και εξοικονόμησης ενέργειας μέσω εμπειριών από καλές πρακτικές που έχουν υλοποιηθεί, και την εκπαίδευση 1 ή 2 στελεχών του Δήμου στη χρήση των παραπάνω εργαλείων. (γ) Χρηματοδοτικός Εξευρωπαϊσμός (fiscal Europeanization) Με στόχο την αξιοποίηση των ενωσιακών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, σημαντικός αριθμός δήμων επιλέγουν τη συμμετοχή τους σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων. Ενδεικτικά, σύμφωνα με το επιχειρησιακό πρόγραμμα του Δήμου Χανίων 2011-2014, στον τομέα του πολιτισμού διατυπώνεται με σαφήνεια το ενδιαφέρον της δημοτικής αρχής «για συμμετοχή σε ευρωπαϊκά πολιτιστικά δίκτυα … και συμμετοχή στα προγράµµατα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (Δ. Χανίων 2012: 17, 102 & 192). Επίσης, σύμφωνα με το επιχειρησιακό πρόγραμμα του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη, η τοπική αρχή συμμετείχε στην προγραμματική περίοδο 2007-2013 στα ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων Eurocities, Q-Cities, και στο Ευρωμεσογειακό Δίκτυο για τον Πολιτισμό και την Κληρονομιά (Arianna) με σκοπό τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα (Δ. Πυλαίας-Χορτιάτη 2011: 229). Περαιτέρω, με την υποστήριξη από το Αυτοτελές Τμήμα Προγραμματισμού, ο Δήμος Ναυπακτίας, ως ιδρυτικό μέλος του, συμμετέχει στο ευρωπαϊκό δίκτυο πόλεων με λίμνες από το 2012 για την « … αξιοποίηση προγραμμάτων που θα βοηθήσουν την προστασία και ταυτόχρονα την ήπια αξιοποίηση της Ευηνολίμνης αλλά και της ευρύτερης περιοχής της ορεινής Ναυπακτίας».6 (δ) Πολιτικός εξευρωπαϊσμός (Political Europeanization) Η άσκηση επιρροής σε πολιτικές που διαμορφώνονται σε ενωσιακό επίπεδο και η προβολή της εικόνας και των συμφερόντων των δικτυωμένων δήμων σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνοψίζουν την έννοια του πολιτικού εξευρωπαϊσμού. Εν προκειμένω, στην προγραμματική περίοδο 2007-2013, ο Δήμος Αγρινίου εμφανίζεται να δραστηριοποιείται σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, καθώς, όπως προκύπτει και από το επιχειρησιακό πρόγραμμα της περιόδου 2012-2014, η δικτύωση αναδεικνύεται ως ευκαιρία για «τη σωστή προβολή και προώθηση του πολιτιστικού κεφαλαίου» (Δήμος Αγρινίου 2011: 111). Από την πλευρά του, ο Δήμος Ηρακλείου, με ισχυρό brandname στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω του ισχυρού τουριστικού ρεύματος προς την Κρήτη, συμμετέχει στα ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων Eurocities, Energy Cities, Αστικό Αναπτυξιακό Ευρωπαϊκό Δίκτυο Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την Ευρωπαϊκή Συμμαχία Πόλεων και Περιφερειών για την Ένταξη των Ρομά του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποσπώντας τις εξής σημαντικές διακρίσεις: ανάδειξη ως μιας από τις 21 πιο έξυπνες πόλεις του κόσμου˙ λήψη πρώτου Ευρωπαϊκού Ενεργειακού Βραβείου (Μάιος 2013) ανάμεσα σε Δήμους από 7 κράτη της Μεσογείου (Δ. Ηρακλείου 5Βλ. αριθ.244/2011 απόφαση δημοτικού συμβουλίου Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννης με θέμα «Συμμετοχή του Δήμου Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Άννας στο ΔΙΚΤΥΟ RURENER «Δίκτυο μικρών αγροτικών Κοινοτήτων για ενεργειακή Ουδετερότητα» 6 Συνέντευξη με τον κ. Β. Μαθιουδάκη, στέλεχος του Αυτοτελούς Τμήματος Προγραμματισμού, Οργάνωσης, Πληροφορικής και Διαφάνειας του Δήμου Ναυπακτίας (4/12/2014). 259 2013: 399)˙ απονομή δεύτερου Βραβείου DOSTA! του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις δράσεις του στον τομέα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και συγκεκριμένα, για τις δράσεις και τις δομές που αφορούν τους Ρομά. Περαιτέρω, από το 2005 ο Δήμος Πάρου συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ιστορικών Πόλεων Πολιτισμού (Euroart) με σκοπό την τουριστική και πολιτιστική προβολή του και την ανάπτυξη και λειτουργία ενός δικτύου πολιτιστικού τουρισμού μεταξύ των πόλεων και νησιών πολιτισμού.7 Επιπλέον, ο Δήμος Ναυπλιέων συμμετέχει στο ευρωπαϊκό δίκτυο πόλεων «Ι. Καποδίστριας» από το 2007 με μόνο ουσιαστικό αποτέλεσμα της συμμετοχής στο εν λόγω δίκτυο την περαιτέρω ενίσχυση του brandname του Δήμου. Τέλος, το 2013 ο Δήμος Κω εντάχθηκε στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πόλεων και Περιφερειών για την Κοινωνική Οικονομία (REVES) με το οποίο υποστηρίζεται ότι «ανοίγεται ένας δίαυλος επικοινωνίας με τα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων … ».8 (ε) Βιώσιμος Εξευρωπαϊσμός (sustainable Europeanization) Οι δήμοι που οργανωτικά δημιούργησαν τις προϋποθέσεις επιτυχούς συμμετοχής σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, πολύ πριν ενταχθούν σε αυτά, συνέβαλαν σε ένα βιώσιμο εξευρωπαϊσμό που δεν εξαντλείται σε ανταλλαγή καλών πρακτικών και εργαλειακή προσέγγιση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Ο Δήμος Αμαρουσίου παρουσιάζεται κατά την εξεταζόμενη περίοδο ένας από τους πλέον ενεργούς και επιτυχημένους Δήμους στην ευρωπαϊκή δικτύωση πόλεων σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι ο συγκεκριμένος Δήμος προχώρησε στην εισαγωγή καινοτόμων διοικητικών εργαλείων (Κοινό Πλαίσιο Αξιολόγησης) στην εσωτερική λειτουργία του πριν δραστηριοποιηθεί σε επίπεδο πολυμερών συνεργασιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αρκετό διάστημα πριν ηγηθεί της σύστασης του σχετικού ευρωπαϊκού δικτύου πόλεων. Πράγματι, η ιδέα για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πόλεων για Θέματα Ποιότητας (Q-cities) ξεκίνησε από το Γραφείο Ποιότητας του Δήμου το 2004,9 δημιουργώντας το κατάλληλο περιβάλλον για να αξιοποιήσει τα αποτελέσματα από τη συμμετοχή του στο εν λόγω Δίκτυο. Παρόμοια, στο Δήμο Νέας Ιωνίας Βόλου, ξεκίνησε από το Φεβρουάριο του 2003 εκπαίδευση στο σύστημα διασφάλισης ποιότητας ISO 9000. Τα οφέλη από την υλοποίηση ενός συστήματος διασφάλισης ποιότητας αφορούσαν ένα αρχικό «συμμάζεμα» στην εσωτερική λειτουργία του οργανισμού, σταδιακές αλλαγές στην καθημερινή πρακτική, την καθιέρωση μιας φιλοσοφίας «κοινής προσπάθειας και κοινών στόχων», καθώς και την έναρξη της εμπέδωσης μιας κουλτούρας προσανατολισμένης σε μια πιο ποιοτική εργασία. Το 2004 ο Δήμος προχώρησε σε επίσημη συνεργασία με το ευρωπαϊκό ίδρυμα για τη διαχείριση της ποιότητας (EFQM). Η φιλοσοφία που επισφραγίζει αυτές τις πρωτοβουλίες είναι ότι οποιαδήποτε προσπάθεια για βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προϋποθέτει την επικράτηση μιας γενικότερης αντίληψης που θέλει την ποιότητα να σφραγίζει κάθε ανθρώπινη 7 Συνέντευξη με την κα Κ. Αλιμπραντή, στέλεχος του Γραφείου Δημάρχου Πάρου (15/7/2014). 8 Συνέντευξη με την κα Α. Γεωργουδάκη, στέλεχος της Δ/νσης Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής του Δήμου Κω (13/7/2013). 9 Συνέντευξη με τον κ. Μ. Χριστάκη, Γενικό Γραμματέα του Δήμου Αμαρουσίου (6/5/2014) 260 δραστηριότητα και να ορίζει μακροπρόθεσμα μια νέα αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής.10 Σε αυτό το πλαίσιο, το 2007 ο Δήμος εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό δίκτυο πόλεων Q-cities. (στ) Ιδεαλιστικός Εξευρωπαϊσμός (idealistic Europeanization) Στην τελευταία όψη εξευρωπαϊσμού συναντάται η προσπάθεια των δικτυωμένων δήμων να προωθήσουν, μέσω της συμμετοχής τους σε αυτές τις πολυμερείς συνεργασίες, την ευρωπαϊκή συνείδηση και ταυτότητα. Ο Δήμος Λαμιέων έχει επιλέξει να συμμετάσχει σε ευρωπαϊκά δίκτυα προκειμένου να ικανοποιήσει στρατηγικούς στόχους και πολιτικές, όπως «…η καλλιέργεια ευρωπαϊκής συνείδησης» (Δ. Λαμιέων 2012: 303). Παρόμοια, ο Δήμος Καστοριάς συμμετείχε σε δύο δίκτυα πόλεων, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος ‘Ευρώπη για τους Πολίτες, 2007-2013’,11 προκειμένου «να δοθεί μια μοναδική ευκαιρία στους εταίρους να μάθουν για την καθημερινή ζωή των πολιτών των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, να μιλήσουν και να συνεργαστούν μαζί τους για τη σύναψη σταθερών σχέσεων φιλίας που προωθούν μια αίσθηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και του ανήκειν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα δοκιμάζοντας μία νέα προσέγγιση στην αδελφοποίηση, βασιζόμενη σε ένα κοινό όραμα προαγωγής των δυνατοτήτων των νέων ατόμων, του διαλόγου μεταξύ των γενεών και της προώθησης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας» (Καρβούνης 2017α: 102-103). Τέλος, ο Δήμος Αγίας Παρασκευής προχώρησε στη σύσταση ενός θεματικού δικτύου πόλεων με τον τίτλο ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ (‘Ευρώπη για τους Πολίτες’)12 για «τη συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας Ευρώπης ακόμα πιο προσιτής, δημοκρατικής και με παγκόσμιο προσανατολισμό, όπως επίσης, την ανάπτυξη αισθήματος της ευρωπαϊκής ταυτότητας, βασισμένης σε κοινές αξίες, κοινή ιστορία και πολιτισμό, την καλλιέργεια του αισθήματος των ευρωπαίων πολιτών ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση τους ανήκει, τη βελτίωση της ανεκτικότητας και της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, μέσα από το σεβασμό και την προαγωγή της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας, συμβάλλοντας παράλληλα στο διαπολιτισμικό διάλογο (Καρβούνης 2017α: 103). Τα όρια του Εξευρωπαϊσμού των Ελληνικών Δήμων Τα προβλήματα που προέκυψαν από τη συμμετοχή των ελληνικών δήμων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων σχετίζονταν με πολιτικές επιλογές, την αδυναμία έκφρασης ενός τεχνοκρατικού λόγου στις οργανικές μονάδες των δήμων, τα οργανωτικά ελλείμματα σε επίπεδο δομών και προσωπικού, τους περιορισμούς της γραφειοκρατίας, και εν γένει ένα πολιτισμικό πλαίσιο που δεν ανέχεται αλλαγές. 10 Συνέντευξη με τον κ. Ε. Νικηφόρου, Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Προγραμματισμού του Δήμου Βόλου (19/12/2014) 11 Συνέντευξη με την κα Ρ. Γκέρατς, στέλεχος της Δ/νσης Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής του Δήμου Καστοριάς (23/7/2015). 12 Βλ. Επίσημη Ιστοσελίδα του Δήμου Αγ. Παρασκευής, https://www.agiaparaskevi.gr/~agiapara/ portal/index.php/dimos/adelfopoiisi (Τελευταία επίσκεψη: 1/11/2017). 261 Ενδεικτικά, παρόλο που επιδιώχθηκε μέσω των πολυμερών συνεργασιών η «διεθνής εξειδίκευση της πόλης του Ηρακλείου» επισημάνθηκαν προβλήματα «ελλιπούς στελέχωσης του γραφείου ευρωπαϊκών προγραμμάτων», ενώ υπογραμμίζονταν η «έλλειψη κουλτούρας σε θέματα διαδημοτικής συνεργασίας» (Δήμος Ηρακλείου 2013: 448). Η επιβεβαίωση των ανωτέρω ενδογενών ορίων στον εξευρωπαϊσμό των Δήμων ήταν η απόφαση περί της μη αναγκαιότητας ύπαρξης δομής υποστήριξης της συμμετοχής του Δήμου Θεσσαλονίκης (από το 2013) στην Ευρωπαϊκή Συμμαχία των Πόλεων εναντίον του Ρατσισμού (ECCAR). 13 Στο ίδιο μήκος κύματος, στο Δήμο Ξάνθης διαπιστώθηκαν αντικειμενικές δυσκολίες στη διάχυση γνώσεων και πληροφοριών μεταξύ των στελεχών του, στην κατανόηση των πλεονεκτημάτων εισαγωγής και άσκησης ενός νέου μοντέλου διοίκησης που στόχευε στη βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας και παραγωγικότητας των υπηρεσιών του Δήμου, στην προσαρμογή των στελεχών στην εφαρμογή σύγχρονων συστημάτων διαχείρισης και λειτουργίας, στη χαμηλή συνεργασία μεταξύ των εμπλεκομένων Τμημάτων και των Διευθύνσεων του Δήμου, στη σταδιακή απαξίωση της διαθέσιμης τεχνογνωσίας, λόγω της μη συστηματικής υλοποίησης των κατάλληλων προγραμμάτων συνεχιζόμενης κατάρτισης, στην προσαρμογή των στελεχών του Δήμου στις νέες Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (Δήμος Ξάνθης 2014: 263, 264, 265, 267, 271). Στην ίδια διαπίστωση κατέληξαν και στο Δήμο Αιγάλεω όπου διαπιστώθηκε η «έλλειψη οργανωμένης μονάδας» για την αξιοποίηση της συμμετοχής σε διευρωπαϊκά δίκτυα, παρότι η ανάγκη για «δημιουργία δικτύων και ανάπτυξη συνεργασιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο» εξακολουθεί να θεωρείται σημαντική στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής (Δήμος Αιγάλεω 2015: 107). Παρόμοια, παρά τα οφέλη που προέκυψαν από την υλοποίηση ενός συστήματος διασφάλισης ποιότητας στο Δήμο Νέας Ιωνίας Βόλου, διαπιστώθηκαν δυσκολίες αλλαγής και αντίσταση απέναντι στο «καινούριο», καθώς υπήρξε έντονη κριτική από τους εργαζόμενους για το αν ένα τέτοιο σύστημα που προέρχεται από τεχνοκρατικούς χώρους μπορεί να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες μιας κοινωνικής υπηρεσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, και στο Δήμο Καστοριάς αναδείχθηκε η αδυναμία του να αφομοιώσει, σε επιχειρησιακό επίπεδο, την εξωστρέφεια των πολυμερών συνεργασιών με την πρόβλεψη ανάλογων διοικητικών υποστηρικτικών δομών και την ενίσχυση της εσωτερικής ανάπτυξης του Δήμου ως οργανισμού. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και η κατάτμηση των τομεακών αντικειμένων περιόρισαν τις δυνατότητες συμμετοχής και αξιοποίησης των δικτυακών συνεργασιών και προγραμμάτων.14 Επίμετρο: Ο μεταρρυθμιστικός εξευρωπαϊσμός Η εξέταση της συμμετοχής των ελληνικών πόλεων σε ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, δεν επιδιώκει απλώς να καταγράψει τα τυχόν αποτελέσματα αυτών 13 Συνέντευξη με την κα Τ. Κατσαούνη, στέλεχος της Δ/νσης Υποστήριξης Πολιτικών Οργάνων, Τμήμα Δ.Υ. Λοιπών Συλλογικών και Μονοπρόσωπων Οργάνων, Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Θεσσαλονίκης (22/12/2014). 14 Βλ. υπ’ αριθ. 204/2016 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Καστοριάς «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα – Ψήφιση Σχεδίου Στρατηγικού Σχεδιασμού Δήμου Καστοριάς 2015-2019», σ.122. 262 των πρωτοβουλιών, αλλά και τις προϋποθέσεις για τη βιωσιμότητα αυτών των αποτελεσμάτων, που ούτως ή άλλως απαιτείται χρόνος για να «μεταφραστούν» σε νέες πολιτικές, δομές, κατάρτιση ανθρωπίνου δυναμικού, κ.τλ. Η παρούσα μελέτη δεν αρκείται σε μια στατική αποτύπωση της ευρωπαϊκής δικτύωσης των ελληνικών δήμων σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο· προχωρά και στην ανίχνευση εκείνων των συνθηκών που δημιουργούν προσδοκίες ώστε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες να αποφέρουν βιώσιμα αποτελέσματα. Πιο συγκεκριμένα, σε επίπεδο προτάσεων πολιτικής, τα βήματα που ακολουθούν μας δίνουν ένα είδος οδικού χάρτη για εποικοδομητικές πολυμερείς συμπράξεις με ισχυρό αντίκτυπο σε τοπικό αλλά και σε ενωσιακό επίπεδο. Πρώτον, σύμφωνα με τον εν λόγω οδικό χάρτη, αφετηρία των ευρωπαϊκών συμπράξεων δυνητικά θα μπορούσε να είναι η προηγούμενη αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του φορέα που επιθυμεί να δικτυωθεί, αφενός για να μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν τη συνεργασία, και αφετέρου, για να δημιουργηθεί εκείνο το περιβάλλον που θα «υποδεχθεί» και θα αξιοποιήσει στο έπακρον τις νέες ιδέες, πρακτικές, και συνεργασίες. Ακόμη και στις περιπτώσεις δήμων με μεταρρυθμιστική εμπειρία, το εσωτερικό τους περιβάλλον δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένο, με προβλήματα επικοινωνίας σε διυπηρεσιακό επίπεδο και αδυναμία προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η στελέχωση των Διευθύνσεων Προγραμματισμού των δήμων με προσωπικό καταρτισμένο σε ευρωπαϊκές υποθέσεις, η ανάθεση σε αντιδήμαρχο της αρμοδιότητας για την ανάπτυξη της διπλωματίας πόλεων, η ενίσχυση της επικοινωνίας και συνεργασίας με τις λοιπές οργανικές μονάδες τους, η εμπέδωση μιας κουλτούρας εξωστρέφειας και ευρωπαϊκής αντίληψης των τοπικών υποθέσεων, η πρόβλεψη πιστώσεων στον προϋπολογισμό τους για διεθνείς συνεργασίες, η επιμόρφωση στις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών είναι μερικές από τις πρώτες ενέργειες για τη δημιουργία εκείνων των εσωτερικών προϋποθέσεων που θα καταστήσουν τη διεθνή δικτύωση έναν επιπλέον πόρο για τις δημοτικές αρχές. Επομένως, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο βιώσιμος εξευρωπαϊσμός, όπως τον ορίσαμε στην παρούσα μελέτη, έχοντας πάντοτε συναίσθηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, δύναται να αποτελέσει προϋπόθεση, την ικανή συνθήκη, τη βάση για τη μακροημέρευση των αποτελεσμάτων και των υπολοίπων μορφών εξευρωπαϊσμού που επέδειξαν οι ελληνικοί δήμοι κατά την εξεταζόμενη προγραμματική περίοδο, στο πλαίσιο ενός μεταρρυθμιστικού εξευρωπαϊσμού, σύμφωνα με το κάτωθι σχήμα. Πιο συγκεκριμένα, ένας δήμος μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών για τη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την υποδοχή αλλαγών, στο πλαίσιο της συμμετοχής του σε ένα ευρωπαϊκό δίκτυο πόλεων, μπορεί, στη συνέχεια, να προχωρήσει και στις υπόλοιπες μορφές εξευρωπαϊσμού, διεκδικώντας ενωσιακά προγράμματα (χρηματοδοτικός εξευρωπαϊσμός)˙ αποκτώντας τεχνογνωσία και καλές πρακτικές μέσω αυτών των προγραμμάτων (γνωστικός εξευρωπαϊσμός)˙ εισάγοντας διοικητικές καινοτομίες ως απόρροια αυτών των πρακτικών (διοικητικός εξευρωπαϊσμός)˙ προβάλλοντας το brand name της τοπικής αρχής και ασκώντας επιρροή σε όργανα της ΕΕ σε θέματα καινοτομίας (πολιτικός εξευρωπαϊσμός)˙ και τέλος, εμπεδώνοντας την ευρωπαϊκή ταυτότητα και συνείδηση (ιδεαλιστικός εξευρωπαϊσμός). 263 Σχήμα − Η Πυραμίδα ενός δυνητικού Μεταρρυθμιστικού Εξευρωπαϊσμού Ευρωπαϊκά Δικτυωμένων Δήμων Σε δεύτερο επίπεδο, κρίνεται σκόπιμη η ενίσχυση των θεσμών της τοπικής δημοκρατίας και η συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της δημοτικής αρχής. Η τεχνογνωσία των ΜΚΟ και η απαραίτητη εμπλοκή των κατοίκων στο σχεδιασμό έργων και δράσεων συνιστούν όρους ενίσχυσης της νομιμοποίησης και διαφάνειας της διεθνούς δράσης των δημοτικών αρχών. Διότι δεν είναι μόνον τα οργανωτικά και οικονομικά ελλείμματα των συμπράξεων και των εταίρων τους ο λόγος για την αυτοακύρωση των αποτελεσμάτων των πρωτοβουλιών τους· σε αυτό συμβάλλει και η έλλειψη συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Τρίτον, τέλος, ο χρονικός ορίζοντας των συνεργασιών με ευρωπαίους εταίρους στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος, δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια ad hoc βάση για την υλοποίηση ενός συγκεκριμένου έργου. Ο κύκλος ζωής αυτών των συμπράξεων δεν κλείνει με την ολοκλήρωση ενός παραδοτέου. Αντιθέτως, ο επιχειρησιακός ορίζοντας αυτών των συνεργασιών ξεπερνά νομικούς περιορισμούς και αυστηρά χρονοδιαγράμματα και αξιοποιεί περαιτέρω τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αρχική συνεργασία, διευρύνοντας είτε τον κύκλο των ενδιαφερομένων φορέων, είτε τον κύκλο των εργασιών και των τομέων του αρχικού έργου. Βιβλιογραφία Ansell, C. (2000), “The Networked Polity: Regional development in western Europe”, Governance, 13 (2): 279–291. Beck, U. (2005), “The Cosmopolitan State: Redefining power in the global age”, International Journal of Politics, Culture, and Society, 18 (3/4): 143-159. Benington, J. & Harvey, J. (1994), “Spheres or Tiers? The significance of transnational local authority networks”, Local Government Policy Making, 20 (5): 21-30. 264 Betsill, M. M. & Bulkeley, H. (2004), ‘Transnational Networks and Global Environmental SGovernance: The cities for climate protection program”, International Studies Quarterly, 48 (2): 471–493. Bontenbal, M. (2009), Cities As Partners, Eburon Delft, Postbus. Börzel, A. T. & Heard-Lauréote, K. (2009), “Networks in EU Multi-level Governance: Concepts and contributions’, Journal of Public Policy, 29 (2): 135–152. Bouteligier, S. (2008), “Global Cities and Networks for Global Environmental Governance”, Ανακοίνωση στην 49η Ετήσια Συνδιάσκεψη της Ένωσης Διεθνών Σπουδών, Μάρτιος, San Francisco (USA ). Bouteligier, S. (2011), “Global Cities and Networks for Global Environmental Governance”, PhD, KU Leuven, Leuven. Bouteligier, S. (2014), “A Networked Urban World: Empowering cities to tackle environmental challenges”, στο S. Curtis (επιμ.), The Power of Cities in International Relations, London and New York, Routledge, σσ. 57-68. Bouteligier, S. (2013), Cities, Networks and Global Environmental Governance. Spaces of innovation, places of leadership, Routledge, New York and London. Castells, M. (2008), Information and Networks, σε C. Lemert (επιμ.), Social Theory: The multicultural and classical readings, Westview, Philadelphia, PA. CEC (2011), Cities of Tomorrow. Challenges, visions, ways forward, DG REGION, Commission of the European Communities, Brussels. Chorianopoulos, I. (2003), “North-South Local Authority and Governance Differences in EU Networks”, European Planning Studies, 11 (6): 671-695. Curtis, S. (2016), “Introduction”, στο S. Curtis (επιμ.), The Power of Cities in International Relations, Routledge, London and New York. Hamedinger, A. & Wolffhardt, A. (2010), “Understanding the Interplay between Europe and the Cities: Frameworks and perspectives”, σε A. Hamedinger & A. Wolffhardt (επιμ.), The Europeanisation of Cities. Policies, urban changes & urban networks, Amsterdam, Techne Press, σσ.9-39. Hocking, B. (1993), Localising Foreign Policy. Non-central governments and multilayered diplomacy, New York, St. Martin’s Press. John, P. (2000), “The Europeanisation of Sub-National Governance”, Urban Studies, 37(5/6): 877-894. John, P. (2001), Local Governance in Western Europe, London, Sage. Karvounis, A. (2011), “The Europeanization of the Local Government in the EU Multilevel Governance System: The city networking paradigm and the Greek case.” σε E. Van Bever, H. Reynaert, & K. Steyvers (επιμ.), The Road to Europe: Main street or backward alley for local governments in Europe?, Brugge, Vanden Broele, σσ. 211- 231. Kern, K., & Bulkeley, H. (2009), “Cities, Europeanization and Multi-level Governance: Governing climate change through transnational municipal networks”, Journal of Common Market Studies, 47(2): 309–332. Kohler-Koch, B. (2002), “European Networks and Ideas: Changing national policies?”, European Integration Online Papers, 6(6), http://eiop.or.at/eiop/texte/2002- 006a.htm . Lawrence, R. (2000), “Battling for the Regions: Local government policy networks and the reform of the European structural funds”, Local Government Studies, 26 (4): 58– 70. McAleavey, P., & Mitchell, J. (1994), “Industrial Regions and Lobbying in the Structural Funds Reform Process”, Journal of Common Market Studies, 32 (2): 237–248. Payre, R. (2010), “The Importance of Being Connected. City networks and urban government: Lyon and Eurocities (1990–2005)”, International Journal of Urban and Regional Research, 34 (2): 260–280. 265 Phelps, A. N., McNeill, D., & Parsons, N. (2002), “In Search of a European Edge Urban Identity: Trans-European networking among edge urban municipalities”, European Urban and Regional Studies, 9 (3): 211–224. Provan, G. K. & Kenis, P. (2007), “Modes of Network Governance: Structure, management, and effectiveness”, Journal of Public Administration Research and Theory, 18: 229–252. Salskov-Iversen, D. (2006a), “Global Interconnectedness – The case of Danish local government”, σε H. K. Hansen & J. Hoff (επιμ.), Digital Governance: Networked societies – Creating authority, community and identity in a globalized world, Frederiksberg, Samfundslitteratur Press, σσ. 141-170. Salskov-Iversen, D. (2006b), “Learning across Borders: The case of Danish local government’, International Journal of Public Sector Management, 19 (7): 673–686. Thakur, R. (2008), “Conclusion: National diplomacy and global governance”, σε A. F. Cooper, B. Hocking & W. Maley (επιμ.), Global Governance and Diplomacy: Worlds αpart?, Basingstoke and New York, Palgrave Macmillan Ltd, σσ. 289-299. Turrini, A., et al. (2010), “Networking Literature about Determinants of Network Effectiveness”, Public Administration, 88 (2): 528–550. Ward, S. & Williams, R. (1997), “From Hierarchy to Networks? Sub-central government and EU urban environment policy’, Journal of Common Market Studies, 35 (3): 439– 464. Δήμος Αγρινίου (2011), Επιχειρησιακό Πρόγραμμα 2012-2014, Δ. Αγρινίου, Αγρίνιο. Δήμος Αιγάλεω (2015) Στρατηγικό Σχέδιο Δήμου Αιγάλεω 2012-2014, Δ. Αιγάλεω, Αιγάλεω. Δήμος Ηρακλείου (2013), Επικαιροποιημένο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Ηρακλείου 2011-2014, Α΄ Φάση Στρατηγικός Σχεδιασμός, Δεκέμβριος, Δ. Ηρακλείου, Ηράκλειο. Δήμος Λαμιέων (2012), Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Λαμιέων 2011-2013, Δ. Λαμιέων, Λαμία. Δήμος Ξάνθης (2014) Στρατηγικό Σχέδιο 2015-2019 Δήμου Ξάνθης-Α΄ Φάση Επιχειρησιακού Σχεδίου, Δ. Ξάνθης, Ξάνθη. Δήμος Πυλαίας-Χορτιάτη (2011), Επιχειρησιακό Πρόγραμμα 2012-2014, Δ. Πυλαίας- Χορτιάτη, Πανόραμα. Δήμος Ρόδου (2011), CTUR Citynews. CTUR in Rhodes Greece, no 8/2011, URBACT II Programme· Commune di Napoli (2012) URBACT II European Programme, CTUR Thematic Network- Cruise Traffic and Urban Regeneration, Final Report and Good Practices Guide, Δ. Ρόδου, Ρόδος. Δήμος Χανίων (2012), Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Χανίων 2012-2014. Μέρος Β΄, Επιχειρησιακός Σχεδιασμός, Οικονομικός Προγραμματισμός, Δείκτες Παρακολούθησης και Αξιολόγησης, Δ. Χανίων, Χανιά. Δήμος Ωραιοκάστρου (2015), Επιχειρησιακό Πρόγραμμα 2015-2019 Δήμου Ωραιοκάστρου, Α΄Φάση Επιχειρησιακού Σχεδίου, Στρατηγικός Σχεδιασμός, Δ. Ωραιοκάστρου, Ωραιόκαστρο. Επιτροπή των Περιφερειών (2009), Λευκή Βίβλος για την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση της Επιτροπής των Περιφερειών, ΕτΠ, Βρυξέλλες. Καρβούνης, Α. (2016), «Η Συνεργατική Δημιουργικότητα των Πόλεων: Μορφές, κίνητρα και ασυνέχειες της ευρωπαϊκής δικτύωσης των ελληνικών Δήμων’, σε Β. Αυδίκος & Θ. Καλογερέσης (επιμ.), Κείμενα για τη Δημιουργική Οικονομία. Αγορές, εργασία, πολιτικές, Αθήνα, εκδόσεις Επίκεντρο, σσ. 229-253. Καρβούνης, Α. (2017α), Ευρώπη για τους Πολίτες, 2007-2013. Η Ελληνική Συμμετοχή, Υπουργείο Εσωτερικών, Αθήνα. Καρβούνης, Α. (2017β), ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΠΟΛΕΩΝ ΙV. Η Πολιτιστική Διπλωματία των Διεθνών Δικτύων Πόλεων, Υπουργείο Εσωτερικών, Αθήνα. Καρβούνης, Α. (2017γ), ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΠΟΛΕΩΝ V. Η Γαλάζια Διπλωματία των Διεθνών Δικτύων Πόλεων, Υπουργείο Εσωτερικών, Αθήνα. 266 Κεράνης, Γ. (2015), Βιώσιμη Διατροφή για την Αθήνα. Σχέδιο Δράσης, ΕΑΤΑ, Αθήνα. Μπεριάτος, Η. (1999), «Η Σημασία των Δικτύων Συνεργασίας στην Ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών και Ελληνικών Πόλεων», σε Δ. Οικονόμου & Γ. Πετράκος (επιμ.) Η Ανάπτυξη των Ελληνικών Πόλεων: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Αθήνα-Βόλος, Gutenberg/Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, σσ. 529-551. 267 268 Η Παγκόσμια Νέα Δεξιά: Θέσεις και Δίκτυα Επικοινωνίας Δημήτρης Κοσμόπουλος1 και Δήμητρα Μαρέτα2 Περίληψη Η ανοδική πορεία της νέας δεξιάς και της Alt-right στις Ηνωμένες Πολιτείες η οποία ενισχύθηκε σημαντικά από τη νίκη του Donald Trump το 2016 έχει διευκολύνει την άνοδο της νέας δεξιάς στην Ευρώπη. Η ανοδική αυτή τάση επιβεβαιώνεται τόσο από την αυξανόμενη δημόσια παρουσία των εκπροσώπων της νέας δεξιάς όσο και από τις εκλογικές νίκες των κομμάτων σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες, και την επικράτηση του Brexit στη Μεγάλη Βρετανία. Στην Ευρώπη έχει δημιουργηθεί ένας συνασπισμός κομμάτων υπό τον τίτλο «Κίνημα για μια Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας». Σκοπός της παρούσας εισήγησης είναι να ανιχνεύσει τα δίκτυα επικοινωνίας και τις πολιτικές συγγένειες των κομμάτων της παγκόσμιας νέας δεξιάς, καθώς και τους κοινούς τόπους γύρω από τους οποίους διαρθρώνεται αυτή η πολιτική κίνηση. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην απόπειρα της νέας δεξιάς να εμφανιστεί ως η μοναδική δύναμη η οποία υπερασπίζεται τους λαούς, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Λέξεις-κλειδιά: νέα δεξιά, ελευθερία, Breibart.com, Κίνημα για μια Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας, Ταυτότητα και Δημοκρατία Εισαγωγή Ο όρος νέα δεξιά δεν είναι ένας ολοκαίνουργιος όρος, είναι όμως ένας όρος ο οποίος έχει γίνει ιδιαίτερα επίκαιρος και δημοφιλής τα πολύ τελευταία χρόνια. Αξίζει να σημειώσουμε ότι πρόκειται για έναν όρο ο οποίος άρχισε να χρησιμοποιείται έπειτα από την ύφεση της δεκαετίας του 1970 και περιέγραφε την αντίδραση από συντηρητικής πλευράς στις κεϋνσιανές πολιτικές στην Ευρώπη και στο New Deal και την Great Society στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έπειτα από αυτή την αρχική του εμφάνιση ο όρος ατόνησε για να επανέλθει δυναμικά την τρέχουσα δεκαετία κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και ειδικά τα πρώτα χρόνια έπειτα από την παγκόσμια κρίση του 2008. Στις Ηνωμένες Πολιτείες εκδηλώθηκε και σχηματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό ως αντίδραση στη διακυβέρνηση Obama και ως βασική ιδεολογική και πολιτική πλατφόρμα για την προεδρία Trump. Στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ιταλία η Λίγκα δεν ήταν ούτε η μοναδική ούτε η πρώτη έως τώρα χώρα στην οποία κόμμα της νέας δεξιάς βρέθηκε στην κυβέρνηση μέσω του κυβερνητικού συνασπισμού με τα Πέντε Αστέρια, έστω και αν αυτός αργότερα και συγκεκριμένα μέσα στο καλοκαίρι του 2019 κατέρρευσε· ωστόσο, ο Matteo Salvini, ο γενικός γραμματέας της, είναι ο 1 Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, Université Paris-Dauphine, PSL,
[email protected]2 Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών,
[email protected]269 πρώτος ο οποίος συγκέντρωσε τόση δημοσιότητα στο πρόσωπό του και έφερε δυναμικά στην επικαιρότητα τη νέα δεξιά. Μέχρι τώρα και στη νέα του, επικαιροποιημένη εκδοχή, ο όρος νέα δεξιά έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μία τάση της συντηρητικής έως ακροδεξιάς σκέψης η οποία έχει προκύψει εντός του ευρύτερου ρεύματος και φαινομένου του συντηρητισμού και σχετίζεται με άλλες εκδοχές του, όπως η alt right ή alternative right, η εναλλακτική δεξιά, ο παλαιοσυντηρητισμός και σε ορισμένες περιπτώσεις νεοσυντηρητισμός. Το φαινόμενο περιλαμβάνει ορισμένα βασικά στοιχεία της παραδοσιακής συντηρητικής και ακροδεξιάς σκέψης εμπλουτισμένα με ορισμένα άλλα νέα τα οποία της αποδίδουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Η πορεία και η εξέλιξη των κομμάτων της νέας δεξιάς δεν είναι ούτε ενιαία ούτε γραμμική, καθώς εμφανίζουν διαφορετική εκλογική δύναμη, απήχηση και επιρροή σε κάθε χώρα. Αφ’ ενός ακριβώς εξαιτίας αυτής της ανομοιογένειας και αφ’ ετέρου επειδή πρόκειται για ένα καινούργιο ειδικά στην Ευρώπη πολιτικό φαινόμενο, είναι δύσκολο και παρακινδυνευμένο να γίνει οποιαδήποτε πρόβλεψη σχετικά με την εξέλιξη των κομμάτων αυτών τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να έχουμε κατά νου ότι ειδικά στις χώρες στις οποίες τα κόμματα αυτά έχουν κατακτήσει μια αξιόλογη θέση στο πολιτικό σκηνικό, εμφανίζονται ιδιαίτερα ανθεκτικά και σε σταθερά ανοδική τάση. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελούν ο Εθνικός Συναγερμός της Marine Le Pen στη Γαλλία η οποία ήρθε δεύτερη στις τελευταίες προεδρικές εκλογές και η Λίγκα του Matteo Salvini στην Ιταλία ο οποίος, αν και βρίσκεται εκτός κυβέρνησης από το καλοκαίρι του 2019, σημειώνει εξαιρετικά ποσοστά τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και σε τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις στη χώρα. Κυβερνητική παρουσία είχε και το EKRE (Συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα) στην Εσθονία που συμμετείχε στον κυβερνητικό σχηματισμό με το φιλελεύθερο κόμμα αλλά και το στην Αυστρία όπου μετά τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 2017 η συμφωνία προέβλεπε ότι το Κόμμα της Ελευθερίας θα αναλάβει τα υπουργεία τα οποία σχετίζονται με τον σκληρό πυρήνα του κράτους αλλά και του ιδεολογικού προσανατολισμού των κομμάτων της νέας δεξιάς, όπως το υπουργείο εσωτερικών και το υπουργείο άμυνας (https://gr.euronews.com/ 2017). Θα εξετάσουμε στη συνέχεια τις βασικές κατευθύνσεις των θέσεων και των οργανωτικών τους προσπαθειών των κομμάτων της νέας δεξιάς με αναφορά κυρίως στους σημαντικότερους εκπροσώπους της, καθώς, παρά τις όποιες αδυναμίες τους, τα κόμματα φαίνεται ότι θα μπορούσαν να πρωταγωνιστούν στην πολιτική των χωρών τους τα επόμενα χρόνια. Χαρτογραφώντας τους κοινούς τόπους της νέας δεξιάς Η νέα δεξιά έχει αναδυθεί μέσα από τους κόλπους της συντηρητικής πολιτικής και σκέψης και αντλεί θέσεις και ιδέες από αυτή χωρίς να ταυτίζεται μαζί της. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ιστορικές της ρίζες εντοπίζονται στον τρόπο σκέψης του συντηρητισμού από το 1945 και έπειτα, ενώ η μεγάλη της διαφορά από την παραδοσιακή συντηρητική δεξιά εντοπίζεται κυρίως στη στρατηγική και την οργάνωση (Liebman & Wuthnow 1983: 18-21). Αντίστοιχα έχει αρθρωθεί η νέα δεξιά στην Ευρώπη, καθώς τα κόμματά της επικαλούνται κατ’ εξοχήν συντηρητικές έννοιες της παραδοσιακής δεξιάς, όπως το έθνος και η πατρίδα, η πολιτιστική ταυτότητα και η εθνική κυριαρχία, και διαφοροποιούνται από αυτή τόσο ως προς επιμέρους αλλά θεμελιώδη σημεία της πολιτικής τους αντίληψης όσο και ως προς την οργανωτική 270 τους πορεία. Ωστόσο, το αν οι θέσεις τους συγκροτούνται σε ενιαία ιδεολογία είναι ακόμη αμφίβολο, καθώς τα κόμματα της νέας δεξιάς εμφανίζουν διαφοροποιήσεις τόσο ως προς τις θέσεις τους όσο και ως προς την πολιτική τους στρατηγική με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να εξαχθεί μία ενιαία και κοινή ιδεολογία. Στην Ευρώπη γίνεται τα τελευταία χρόνια μία σταθερή προσπάθεια τα κόμματα αυτά να αναπτύξουν ένα σύνολο κοινών θέσεων και μία κοινή στρατηγική ώστε να εκφράζονται πλέον με έναν πιο ενιαίο τρόπο κυρίως μέσω του Κινήματος «Ταυτότητα και Ιδεολογία». Τα κόμματα της νέας δεξιάς, αν και σαφώς δεξιόστροφα και ακροδεξιά, διαφοροποιούνται από τα αμιγώς (νέο)φασιστικά και (νεο)ναζιστικά κόμματα και διατηρούν τη δική τους ατζέντα και αυτονομία τόσο ως προς τη θεματική όσο και ως προς τη ρητορική τους με αποτέλεσμα να παρατηρούνται επιμέρους συμμαχίες και ομαδοποιήσεις αλλά όχι μία πλήρης στοίχιση και μία ευρύτερη ενσωμάτωση όλων των κομμάτων αυτού του πολιτικού φάσματος σε έναν ενιαίο φορέα. Έτσι, για παράδειγμα, το ισπανικό VOX του βασκικής καταγωγής Santiago Abascal, παρ’ όλο που πρόκειται για ένα καθαρά ακροδεξιό και ξενοφοβικό κόμμα με αντιμεταναστευτική ρητορική και βασικό σύνθημα "los españoles primero" (Πρώτα οι Ισπανοί), δεν συνεργάζεται με το Κίνημα «Ταυτότητα και Ιδεολογία» εξαιτίας της υποστήριξης της αυτονομίας της Καταλονίας από τους Φλαμανδούς εθνικιστές. Από την άλλη πλευρά, το πολωνικό Fidesz (Hungarian Civic Alliance) του Viktor Orbán, αν και είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος – συνομιλεί με το Κίνημα «Ταυτότητα και Δημοκρατία», καθώς και η Εναλλακτική για τη Γερμανία. Οι θέσεις των κομμάτων και των οργανώσεων της νέας δεξιάς έχουν προσεγγιστεί (Capps 1994: 4-5) κυρίως ως πρωταρχικά ένστικτα τα οποία λειτουργούν ως κινητήριος δύναμη και έπειτα μετασχηματίζονται σε θέσεις και αρχές προκειμένου να αποκτήσουν την απαραίτητη πολιτική και κοινωνική αποδοχή. Σε αυτό το πλαίσιο κεντρικό ρόλο κατέχει η λεγόμενη πολιτιστική οργή έτσι όπως αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από τα επιχειρήματα περί παρακμής της πατριαρχίας και της παραδοσιακής θρησκείας ως βασικών πυλώνων οργάνωσης της ζωής των κοινωνιών αλλά και ως βασικών αρχών οργάνωσης και επιβολής της εξουσίας επί των δυτικών κοινωνιών (Thompson 2007: 39-41). Αυτή η πολιτιστική οργή, το αίσθημα του αποκλεισμού από την αντιπροσώπευση στους τους θεσμούς παραγωγής ιδεολογίας και επικοινωνίας παράγει και δικαιολογεί με τη σειρά της τη νέα αποκλειστική ιδεολογία του αυταρχικού λαϊκισμού και αναζητά συνήθως έναν υπαίτιο για αυτόν τον αποκλεισμό, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, έναν εχθρό εναντίον του οποίου να μπορεί να στραφεί κατηγορώντας τον ότι δεν ανήκει στον λαό και είναι υπεύθυνος για την παρακμή του (Thompson: 31-33). Ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο, αυτή η οργή μπορεί να τρέφεται από διαφορετικές πηγές, όπως συμβαίνει από το 2008 με τη χρηματοοικονομική – και όχι μόνο – κρίση, τον αντι-ισλαμισμό και το τρέχον προσφυγικό ρεύμα στην Ευρώπη. Ο αντι-ισλαμισμός είναι ένας κοινός τόπος της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής νέας δεξιάς, την ίδια όμως στιγμή το κίνημα εναντίον των αμβλώσεων κινητοποιεί την αμερικανική νέα δεξιά πολύ περισσότερο από την ευρωπαϊκή. Συνεπώς, όταν αναφερόμαστε στις θέσεις της νέας δεξιάς, αναφερόμαστε σε εκείνες τις οποίες θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ως τις βασικότερες και πιο κοινές θέσεις των κομμάτων της νέας δεξιάς και όχι στο σύνολο των θέσεων όλων των κομμάτων και των οργανώσεών της, καθώς υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα της κάθε χώρας και τις διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες και συγκυρίες εντός των οποίων τα κόμματα αυτά δρουν και διαμορφώνουν την πολιτική τους ατζέντα. 271 Από τις πιο κοινές είναι η θέση περί λευκής ανωτερότητας (white supremacy) και πρόκειται κατά μία έννοια για τον γνωστό, κλασικό ρατσισμό των λευκών έναντι όλων των άλλων και ειδικότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι των Αφροαμερικανών και των Λατινοαμερικάνων (HoSang & Lowndes 2019) που επαναφέρει και επιμένει να πρεσβεύει τη φυλετική ιεραρχία. Είναι ένα χαρακτηριστικό πολύ πιο έντονο στις Ηνωμένες Πολιτείες με τη μεγάλη παράδοση φυλετικού ρατσισμού, μίσους και διχασμού το οποίο βέβαια τέμνει όλες τις δυτικές πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει σε σημαντικό βαθμό συνδεθεί με την αστυνομική βία εις βάρος των Αφροαμερικανών και έχει πυροδοτήσει ένα αξιόλογο κίνημα αντίστασης και διεκδικήσεων από την πλευρά των τελευταίων, το γνωστό Black Lives Matter, τη δεκαετία του 2010. Μία σημαντική καινοτομία της νέας δεξιάς έγκειται στην περηφάνια για το ότι είναι κανείς δεξιός (proud to be right). Οι οπαδοί της νέας δεξιάς είναι περήφανοι για την πολιτική τους ταυτότητα, δεν θεωρούν ότι πρέπει να είναι απολογητικοί για τις ιδέες τους ούτε για τις καταβολές των ιδεών αυτών ούτε ασφαλώς για τις πράξεις τους. Πρόκειται για μία θέση την οποία μπορεί κανείς να βρει στην αρχική σελίδα της Νέας Δεξιάς, του κόμματος του Φαήλου Κρανιδιώτη, όπου συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «[δ]εν μας αφορούν οι ενοχές και οι ανοχές των πολιτικών φεουδαρχών και των γόνων τους, αυτών που ντρέπονται να πουν πως είναι δεξιοί» (Νέα Δεξιά α). Η περηφάνια του να ανήκει κανείς στη νέα δεξιά σε έναν βαθμό συνδέεται με την αντι- αριστερή ρητορική αυτών των κομμάτων: ο αντικομμουνισμός θεωρείται από τις βασικές αναφορές της νέας δεξιάς (Liebman & Wuthnow 1983: 18) και, αν διατρέξει κανείς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Salvini για παράδειγμα, θα διαπιστώσει ότι αναφέρεται ή υποδέχεται τη νίκη του στις τοπικές εκλογές οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ιταλία από το φθινόπωρο του 2019 ως νίκες με τις οποίες απελευθερώνουν ο ίδιος και οι ψηφοφόροι του τις περιοχές αυτές από την αριστερά (Salvini, α, β, γ), ενώ η Νέα Δεξιά αναφέρεται στη μάχη της ενάντια «[σ]την παρακμιακή ιδεολογική επικυριαρχία της Αριστεράς» (Νέα Δεξιά β). Στον τομέα της οικονομίας η θέση των κομμάτων τείνει να έχει έναν κοινό παρονομαστή, την ελεύθερη οικονομία και την προστασία του ατομικού εισοδήματος από την υπερβολική φορολογία από την πλευρά του κράτους. Αυτή τη θέση διατυπώνει η ελληνική Νέα Δεξιά (Νέα Δεξιά γ) αλλά και το αμερικανικό Tea Party Patriots (Tea Party Patriots α). Ο Εθνικός Συναγερμός τάσσεται υπέρ ενός πατριωτικού παραδείγματος υπέρ της εργασίας με την εκ νέου βιομηχανοποίηση της χώρας, τη στήριξη των γαλλικών επιχειρήσεων και την απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων τα οποία δεν σέβονται τους κανόνες της παραγωγής της Γαλλίας, ενώ δίνει έμφαση στη στήριξη των μικρομεσαίων γαλλικών επιχειρήσεων και υπόσχεται την προστασία στρατηγικών τομέων της γαλλικής οικονομίας (Le Rassemblement National). Παράλληλα, από την πλευρά της Νέας Δεξιάς έχει διατυπωθεί μία σαφής εναντίωση στον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση ως των μεγαλύτερων εχθρών της Ευρώπης (The Movement for a Europe of Nations and Freedom), ενώ την ίδια θέση θα μπορούσαμε να πούμε ότι υιοθετεί και ο Εθνικός Συναγερμός της Marine Le Pen η οποία ανάμεσα στις 144 δεσμεύσεις στο όνομα το λαού έχει συμπεριλάβει την ακύρωση των συμφωνιών παγκόσμιου εμπορίου TAFTA και CETA υπέρ ενός οικονομικού πατριωτισμού και προστατευτισμού (Le Rassemblement National 2017). Με αυτόν τον τρόπο η Le Pen επιδιώκει την αναδιοργάνωση της χώρας και την επιστροφή των επιχειρήσεων στη Γαλλία ως μία πατριωτική επιλογή ενάντια στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, 272 η οποία επιδιώκει να καταστρέψει τις σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές μας ισορροπίες, η οποία επιθυμεί την κατάργηση όλων των συνόρων, οικονομικών και φυσικών, και η οποία επιθυμεί πάντοτε περισσότερη μετανάστευση και λιγότερη συνοχή ανάμεσα στους Γάλλους (Le Rassemblement National 2017). Η Le Pen κωδικοποιώντας το όραμά της για τη γαλλική οικονομία εκφράζει ένα ακόμη σημείο σύγκλισης των κομμάτων της νέας δεξιάς: την εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση. Από την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι αυτή η εναντίωση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση εναντίωση στην επιχειρηματικότητα, καθώς η υπεράσπισή της αποτελεί κοινό τόπο όχι μόνο του Εθνικού Συναγερμού ή της Νέας Δεξιάς αλλά και των κομμάτων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς σε ορισμένες από τις χώρες αυτές οι ηγέτες των κομμάτων της νέας δεξιάς είναι και οι ίδιοι επιτυχημένοι επιχειρηματίες: για παράδειγμα, ο Σλοβάκος Boris Kollár, ο Βούλγαρος Veselin Mareshki και ο τσεχικο-ιαπωνικής καταγωγής Tomio Okamura. Ο Salvini, από την πλευρά του, στο οικονομικό του πρόγραμμα δίνει περισσότερη έμφαση στη μείωση των φόρων προκειμένου να ενισχυθεί η ιταλική οικονομία (Agenzia Italia 2018) χωρίς να αναφέρεται σε αυτό που συνήθως καλείται «η μεγάλη εικόνα». Στην ίδια οικονομική λογική κινείται σταθερά και η αμερικάνικη νέα δεξιά, καθώς ο οικονομικός ελευθερισμός (economic libertarianism) και η δυνατότητα του κάθε Αμερικανού πολίτη να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο αποτελεί μία σταθερά της τόσο από τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής της (Liebman & Wuthnow 1983: 18) όσο και στην τρέχουσα εκδοχή της (Tea Party Patriots α) αλλά και στην οικονομική πολιτικού του Προέδρου Donald Trump ο οποίος δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Davos ότι “[τ]ο υψηλότερο καθήκον ενός έθνους είναι έναντι των δικών του πολιτών. Τιμώντας αυτή την αλήθεια είναι ο μοναδικός τρόπος να οικοδομήσουμε πίστη και εμπιστοσύνη στο σύστημα των αγορών» ή, με άλλα λόγια, όπως ανήγγειλε το www.breitbart.com τη δήλωσή του: μόνο ο εθνικισμός μπορεί να σώσει την ελεύθερη αγορά (www.breitbart.com 2019). Κοινή θέση των κομμάτων και των οργανώσεων της νέας δεξιάς είναι ο λεγόμενος ευρωσκεπτικισμός, η στάση τους στην Ευρώπη εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών κατά τον προσφιλή τους χαρακτηρισμό ή των ελίτ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο σκεπτικισμός εναντίον των ελίτ, εκτός της συνήθους ελίτ, μπορεί επιπλέον να συνοδεύει την αναφορά σε εκείνους οι οποίοι συνδέονται με την κυβέρνηση και γνωρίζοντας πώς αυτή λειτουργεί μπορούν να τη χειραγωγούν (Washington’s insiders) προκειμένου να προωθούν τα ιδιαίτερα οικονομικά τους συμφέροντα και τις επιχειρήσεις τους εις βάρος των υπολοίπων πολιτών και επιχειρηματιών (Tea Party Patriots α). Η συγκεκριμένη θέση για τα κόμματα της Ευρώπης συνδέεται στενά με μία πολύ κεντρική θέση των ευρωπαϊκών κομμάτων υπέρ της Ευρώπης των εθνών και όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μία θέση η οποία βρίσκεται στη βάση της συνάντησης και της συνεργασίας των κομμάτων αυτών. Αρκεί ίσως να αναφέρουμε ότι η πρώτη ομαδοποίηση αυτών των κομμάτων έγινε υπό το σχήμα «Κίνημα για μία Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας» (MENF – Movement for a Europe of Nations and Freedom) πριν μετεξελιχθεί στο παρόν σχήμα «Ταυτότητα και Δημοκρατία». Τόσο το αρχικό σχήμα όσο και το τρέχον – το οποίο έλαβε αυτή τη μορφή έπειτα από τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του Μαΐου 2019 – ουσιαστικά συμπυκνώνει το βασικό πολιτικό περιεχόμενο της ομαδοποίησης αυτής και των επιδιώξεων της νέας δεξιάς, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή νέα δεξιά θεωρεί θεμελιώδη την ανάγκη υπεράσπισης των επιμέρους εθνικών ταυτοτήτων των ευρωπαϊκών κρατών οι οποίες απειλούνται τόσο από τον υπερεθνικό και 273 συγκεντρωτικό σχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τη μετανάστευση η οποία θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα των πολιτικών των τεχνοκρατών των Βρυξελλών και στοχεύει στην πολιτισμική εξόντωση των ευρωπαϊκών εθνών. ο Gerolf Annemans άνοιξε το συνέδριο με την αξιόλογη ομιλία του. Μας προειδοποίησε για τη συστηματική εξάλειψη της πολιτιστικής μας ταυτότητας η οποία προκαλείται από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό. Προσπαθούν να επιβάλλουν μετανάστες σε εμάς στη Φλάνδρα! Αντιμέτωποι με τον Macron και τη Merkel, επιβάλλουμε τη φωνή του λαού (Identity and Democracy α). Απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία των ευρωπαϊκών και δυτικών κοινωνιών είναι ο έλεγχος της μετανάστευσης και ο έλεγχος των συνόρων. Στο σύνολό τους τα κόμματα και οι οργανώσεις της νέας δεξιάς τάσσονται κατά της μετανάστευσης και ειδικότερα κατά της παράνομης μετανάστευσης, διότι αποτελεί απειλή για την κοινωνική συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών και κίνδυνο για την αλλοίωσή τους. Συνιστά κεντρικό άξονα της άσκησης της πολιτικής τους το αίτημα για έλεγχο της μετανάστευσης και των συνόρων, ακόμα και όταν αιτιολογείται με διαφορετικά σκεπτικά: στις Ηνωμένες Πολιτείες με επίκληση της ανάγκης σεβασμού των συνταγματικών δικαιωμάτων των νόμιμων πολιτών και του κράτους δικαίου από την Ουάσιγκτον ώστε να μην απειλούνται τα δικαιώματα των πολιτών από ένα κράτος το οποίο το ίδιο πρώτα δεν σέβεται το κράτος δικαίου (Tea Party Patriots β), ενώ στην Ευρώπη έχει τόσο τον χαρακτήρα εναντίωσης στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών και στην επιβολή πολιτικών στα κράτη από την πλευρά τους (Identity and Democracy β) όσο και ανάγκη υπεράσπισης και προάσπισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των επιμέρους εθνικών πολιτισμών από την εισβολή η οποία είναι σε εξέλιξη εξαιτίας της πολιτικής των ανοικτών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Identity and Democracy γ). Ο Εθνικός Συναγερμός δεν προτείνει μόνο την πάταξη της παράνομης μετανάστευσης αλλά επιπλέον προτείνει την κατάργηση του δικαίου του εδάφους και την απόκτηση της γαλλικής υπηκοότητας υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις οι οποίες θα συνδέονται με την καταγωγή ή την αίτηση απόκτηση υπηκοότητας αποσυνδεδεμένης ωστόσο από το δίκαιο του εδάφους (Le Rassemblement National). Σε εποικισμό και αποτυχημένη πολυπολιτισμικότητα αναφέρεται και η Νέα Δεξιά και προτείνει, μεταξύ άλλων, τη μη αποδοχή των σχετικών ευρωπαϊκών συμφωνιών, τη φύλαξη των συνόρων από τον στρατό, κατάργηση της απόδοσης ιθαγένειας με επαναφορά του νόμου του αίματος και περιορισμό της απόδοσης ασύλου. Η Νέα Δεξιά συνδέει το μεταναστευτικό τόσο με το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας όσο και με μία ισλαμοφοβική ρητορική, καθώς ζητά μια σειρά μέτρων εναντίον του Ισλάμ, από την κατάργηση του τεμένους μέχρι την απαγόρευση χρήση ισλαμικών θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους (Νέα Δεξιά δ). Στη ρητορική των κομμάτων της νέας δεξιάς εναντίον της μετανάστευσης και των μεταναστών, ειδικά στον βαθμό που πλέον η συντριπτική τους πλειονότητα προέρχεται από μουσουλμανικές χώρες, θα μπορούσε κανείς να δει τη σύγχρονη εκδοχή του αποδιοπομπαίου τράγου, στην αναπαραγωγή της συνθήκης του αποκλεισμού από τους οπαδούς της νέας δεξιάς οι οποίοι αισθάνονται αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας ή το πολιτικό σύστημα και την αντιπροσώπευση στη χώρα τους. Σε αυτό το πλαίσιο είναι δυνατό να ενταχθεί το βασικό σύνθημα της νέας δεξιάς σε αρκετές χώρες: «Πρώτα οι Ιταλοί» (prima gli italianoi) είναι το κεντρικό σύνθημα της προεκλογικής εκστρατείας της Λίγκας, με το σύνθημα «Πρώτα οι Ισπανοί» (los españoles primero) εισήλθε για πρώτη φορά το Vox στην ισπανική βουλή, στο «όνομα του λαού» (au nom du peuple) ήταν το σύνθημα του Εθνικού Συναγερμού στις 274 τελευταίες προεδρικές εκλογές – και αυτός ο λαός συγκροτείται στη βάση αποκλεισμών - και, τέλος, σε αντίστοιχο πνεύμα βασίζεται η προεδρία Trump, στη λεγόμενη πλατφόρμα «Πρώτα η Αμερική» (“America First”) (Donald J. Trump for President). Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις θέσεις των κομμάτων της νέας δεξιάς σχετικά με την οικογένεια και τη θέση της γυναίκας και σχετικά με τη θρησκεία. Όσον αφορά τις θέσεις σχετικά με την οικογένεια και τη θέση της γυναίκας, είναι σημαντικό να αναφέρουμε κατ’ αρχάς ότι στη νέα δεξιά η οικογένεια κατέχει κεντρική θέση και ανακτά τη χαμένη της αίγλη ως κεντρικής αξίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Σε αυτό το πλαίσιο προωθούνται οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων και μία ατζέντα εναντίον του φεμινισμού και υπέρ τα πατριαρχίας, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες (Thompson 2007: 144-163). Αυτή είναι μία αρκετά κοινή προσέγγιση αλλά δεν είναι η μοναδική. Έτσι, για παράδειγμα, παρατηρούμε ότι στον λόγο της Νέας Δεξιάς, και συγκεκριμένα στο καταστατικό της, η γυναίκα υπάρχει μόνο ως η Ελληνίδα μητέρα, ως η μητέρα που έχει το καθήκον της αναπαραγωγής του έθνους: [β]ασική προτεραιότητα της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ είναι η προστασία της οικογένειας, η προστασία κι ενθάρρυνση με ηθικά και υλικά κίνητρα της μητρότητας, της Ελληνίδας Μάνας και των παιδιών της, ώστε να αντιμετωπιστεί νικηφόρα ο θανάσιμος κίνδυνος από την υπογεννητικότητα (Νέα Δεξιά ε). Την ίδια στιγμή στη Γαλλία η Marine Le Pen ηγείται του Εθνικού Συναγερμού, του μεγαλύτερου και σημαντικότερου ίσως κόμματος της νέας δεξιάς στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, και προτάσσει ως βασικό τρόπο για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών τον αγώνα ενάντια στον ισλαμισμό ο οποίος υποχρεώνει σε οπισθοδρόμηση τις θεμελιώδεις ελευθερίες τους, και τη μισθολογική ισότητα ανδρών και γυναικών, καθώς και τον αγώνα ενάντια στην επαγγελματική και κοινωνική επισφάλεια των γυναικών (Le Rassemblement National). Ο αγώνας ενάντια στον ισλαμισμό ως πρωταρχικός τρόπος υπεράσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών εύλογα εγείρει το ερώτημα περί ισλαμοφοβίας, καθώς τα δικαιώματα των γυναικών είναι γνωστό ότι πλήττονται με πολλούς τρόπους και με ιδιαίτερη ένταση στο σύνολο των χωρών της Ευρώπης, εντός όλων των κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών πλαισίων και όχι μόνο εντός των ορίων του μουσουλμανικού της πληθυσμού. Πρόκειται για μία θέση αμφιλεγόμενη ως προς τη βασική και ουσιαστική της στόχευση και ασφαλώς χρειάζεται να ερευνηθεί περαιτέρω. Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού πλήττεται ένα βασικό γυναικείο δικαίωμα μέσω της απαγόρευσης και της ποινικοποίησης των αμβλώσεων. Σε μεγάλο βαθμό οι οπαδοί της νέας δεξιάς τάσσονται γενικά εναντίον των αμβλώσεων και ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είναι γνωστό ότι το ζήτημα αυτό διαιρεί βαθιά και διαχρονικά την κοινωνία, εκφράζονται ιδιαίτερα μέσω του Κινήματος Υπέρ της Ζωής (“Pro-Life Movement”). Με την ανάδυση της νέας δεξιάς έχουμε, επίσης, το παράδοξο της επιστροφής της θρησκείας και ειδικότερα του χριστιανισμού στην πολιτική, ακόμα και σε χώρες και κοινωνίες οι οποίες είναι και θεωρούνται διαχρονικά κοσμικές, όπως η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία. Αυτή η επιστροφή της θρησκείας οφείλεται σημαντικά στο γεγονός ότι η νέα δεξιά έχει αναδυθεί ως ένα αντιδραστικό ρεύμα το οποίο λειτουργεί με βάση τους αποκλεισμούς. Η στράτευση εναντίον του Ισλάμ, των μουσουλμάνων μεταναστών και της λεγόμενης μουσουλμανικής εισβολής στις δυτικές κοινωνίες είναι βασικό εργαλείο αυτής της στράτευσης. Από την πλήρως ανοίκεια σε πρόεδρο επίθεση του Donald Trump 275 εναντίον των βουλευτών του Δημοκρατικού Κόμματος Ilhan Omar και Rashida Tlaib – η πρώτη Σομαλή πρόσφυγας στις Ηνωμένες Πολιτείες και πολιτογραφημένη Αμερικανίδα πολίτης και η δεύτερη Αμερικανίδα πολίτης, γεννημένη στις Ηνωμένες Πολιτείες με καταγωγή από την Παλαιστίνη – μέχρι τις συνεχείς αναφορές της Le Pen στο Ισλάμ και στη σύνδεση της ιστορίας και του πολιτισμού της Ευρώπης με τη Notre- Dame (Marine Le Pen α), η άσκηση πολιτικής με αναφορά στη θρησκεία έχει επανέλθει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η συχνή επίκληση της εκκοσμίκευσης (laïcité) από την πλευρά της Le Pen θα μπορούσε να θεωρηθεί τουλάχιστον αμφιλεγόμενη τόσο εξαιτίας της σύνδεσής της με την ασφάλεια, τις αξίες της Γαλλίας και τον ισλαμισμό – και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, η σύνδεσή της αυτή αξίζει να ερευνηθεί περαιτέρω σχετικά με το αν πρόκειται και εδώ για μία θέση η οποία ουσιαστικά υποκρύπτει ισλαμοφοβία και συνδέεται με τα ζητήματα ασφαλείας και τρομοκρατίας τα οποία αντιμετωπίζει η Γαλλία για λόγους πολιτικού καιροσκοπισμού και ψηφοθηρίας – όσο και γιατί η ίδια η Le Pen, εκτός από τις αναφορές στα χριστιανικά θρησκευτικά σύμβολα, παραβαίνει η ίδια την αρχή αυτή, όταν φωτογραφίζεται, για παράδειγμα, με χριστιανικά σύμβολα τα Χριστούγεννα (Marine Le Pen β). Στις Ηνωμένες Πολιτείες η επίδραση του χριστιανισμού στη νέα δεξιά είναι ιδιαίτερα δυνατή και θεωρείται ότι έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάδυση και την εδραίωσή της ήδη από τη δεκαετία του 1970 (Thompson 2007: 84-106). Εκκινώντας από τη θέση ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της ευλάβειας του κάθε ατόμου και του πατριωτισμού του, η νέα δεξιά υποστήριξε ότι μόνο ένας καλός χριστιανός μπορεί να είναι καλός πατριώτης και καλός δημοκράτης και ότι εν τέλει οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα χριστιανικό έθνος. Τελικός στόχος είναι η ευθυγράμμιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και των πολιτικών ιδεών και ιδανικών (Capps 1994: 6). Καθώς η απόπειρα αυτής της «επανένωσης» κράτους και εκκλησίας έχει θεωρηθεί επικίνδυνη για την ελευθερία και το κράτος δικαίου, έχει αποτραπεί έπειτα από εφέσεις είτε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών (Thompson 2007: 125-143). Κλείνοντας την αναφορά στην επιστροφή της θρησκείας στον λόγο της νέας δεξιάς, θα αναφερθούμε σε ένα tweet του Salvini ο οποίος επικαλούμενος τον Πάπα Giovanni Paolo II θέτει το όριο της νέας δεξιάς για την Ευρώπη συνολικά: «Η Ευρώπη ή είναι χριστιανική ή δεν είναι Ευρώπη» (Salvini δ). Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στο εξής απόσπασμα από τη συνέντευξη τύπου του Φαήλου Κρανιδιώτη στη συνδιάσκεψη του Κινήματος στην Μπρατισλάβα το οποίο συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό τον βασικό πολιτικό προσανατολισμό των κομμάτων της νέας δεξιάς: Ο Πρόεδρος της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ αναφέρθηκε στην απόλυτη εκτροπή της Ε.Ε. από τις ευρωπαϊκές αξίες, τόνισε πως η ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ και τα κόμματα του ΜΕΝL είναι οι μαχητές για την αληθινή Ευρώπη, οι υπερασπιστές της ταυτότητας, της Ελευθερίας των Ευρωπαϊκών Εθνών, απέναντι στον ισλαμικό εποικισμό, την παγκοσμιοποίηση και την επίθεση στην οικογένεια. Χαρακτηριστικά είπε ‘λέμε δυνατά και καθαρά την αλήθεια που άλλοι δεν τολμούν ούτε να ψιθυρίσουν. Είμαστε οι Έλληνες στρατιώτες στον αγώνα για μια άλλη Ευρώπη, μια συμμαχία ελευθέρων Εθνών Κρατών’ (Νέα Δεξιά στ). 276 Μορφές οργάνωσης και δίκτυα επικοινωνίας: η νέα δεξιά μεταξύ χαλαρής δικτύωσης και πρωτοβουλιών θεσμοποίησης Όσον αφορά την οργανωτική διάσταση της νέας δεξιάς διεθνώς, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα χώρο ο οποίος διακρίνεται από ρευστότητα καθώς βλέπουμε να συνυπάρχουν διαφορετικού τύπου φορείς όπως κόμματα, κινήματα, ιστοσελίδες, προσωπικότητες ή δεξαμενές σκέψης. Καθοριστικό στην κίνηση μορφοποίησης της νέας δεξιάς έτσι όπως την ανιχνεύουμε εδώ είναι η ώσμωση εμπειριών, οργανωτικών μοντέλων και κουλτούρας μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Πιο συγκεκριμένα, η εγκατάσταση του Steve Bannon στον ευρωπαϊκό χώρο και την ανάμειξή του στα ευρωπαϊκά πολιτικά ζητήματα σηματοδοτεί και τη μεταφορά κάποιων από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αμερικανικής νέας δεξιάς στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ιδιαιτερότητα στην οποία θα αναφερθούμε εδώ δεν αφορά τόσο το ιδεολογικό κομμάτι αλλά επικεντρώνεται στο οργανωτικό. Σε αυτό το επίπεδο η αμερικάνικη νέα δεξιά δεν είναι μια σαφώς αποκρυσταλλωμένη οργανωτική δομή, μάλλον απέχει πολύ από αυτό. Αντίθετα πρόκειται κυρίως για άτομα, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, ακτιβιστές εντός κοινωνικών δικτύων, ομάδες εντός φορέων όπως το Tea Party, δεξαμενές σκέψης, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορους χώρους, χωρίς όμως οι ιδέες τους να ενσωματώνονται και να εκφέρονται αποκλειστικά από οργανωμένους φορείς όπως το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Αντιθέτως τα διάφορα λίγο ως πολύ άτυπα δίκτυα τέμνουν τις παραδοσιακές πολιτικές οργανώσεις (Hawley 2017, 2019). Με άλλα λόγια, στην αμερικανική της εκδοχή, η νέα δεξιά συναρθρώνεται γύρω από ένα γαλαξία διαφορετικών “παιχτών” οι οποίοι φαίνεται να συγκλίνουν μέσα από την καμπάνια του Trump κατά τη διάρκεια της τελευταίας προεκλογικής περιόδου και να εκφράζονται κυρίως μέσα από το Breitbart.com. Η νίκη του Trump το 2016 και η παρουσία του Bannon μέσα στον Λευκό Οίκο τείνει να δώσει μια ομογενοποιητική χροιά στον χώρο χωρίς ποτέ όμως αυτός να δίνει σημάδια αυτόνομης οργάνωσης στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αντιθέτως, στην Ευρώπη η νέα δεξιά εκφράζεται, ή τουλάχιστον τείνει να μορφοποιηθεί κυρίως μέσα από τα πολιτικά κόμματα της παραδοσιακής ακροδεξιάς. Εδώ πρόκειται για θεσμικά πολιτικά όργανα τα οποία σε έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και ανάλογα με τις εθνικές περιπτώσεις, απορροφούν ή συνδιαλέγονται με τις προβληματικές της νέας δεξιάς. Αυτό που αναδύεται λοιπόν τα τελευταία χρόνια είναι ένας πλουραλισμός οργανωσιακών μορφών με οργανώσεις διαφορετικού επιπέδου ως προς τον βαθμό θεσμοποίησης, αφού στον ευρωπαϊκό χώρο εισέρχονται τόσο οι παραδόσεις της αμερικανικής νέας δεξιάς, όπως για παράδειγμα η δημιουργία του αγγλικού Breitbart και ο πολλαπλασιασμός της κινητικότητας στα κοινωνικά δίκτυα, όσο και οι παραδοσιακές μορφές έκφρασης και οργάνωσης μέσα από κομματικούς σχηματισμούς. Ο πλουραλισμός αυτός δεν είναι κάτι το νέο στις οργανωτικές παραδόσεις της ακροδεξιάς με την ευρύτερη έννοια. Άτυπα δίκτυα, επαφές μέσω διαδυκτύου και κοινωνικών μέσων, πρωτοβουλίες διεθνικού χαρακτήρα όπως διοργανώσεις φεστιβάλ ή συνεδρίων φαίνονται να αποτελούν έναν κοινό τόπο στις πρωτοβουλίες διεθνικοποίησης (transnationalization) της ακροδεξιάς (Schlembach 2011, Macklin 2013). Στον ελάχιστο ορισμό του, ο διακρατικός χαρακτήρας αναφέρεται σε οργανωμένα διασυνοριακά δίκτυα που χαρακτηρίζονται από ανταλλαγές, ροές πληροφοριών και δεσμούς μεταξύ ομάδων και ατόμων (Vertovec 2009: 9). Ως εκ τούτου, η διακρατική πλευρά ενός κινήματος μπορεί να αναφέρεται σε διάφορες διαστάσεις του: θέματα, στόχους, κινητοποίηση και οργάνωση (Rucht 1999). 277 Υπό αυτήν την έννοια, η νέα δεξιά φαίνεται να ακολουθεί ολοένα και περισσότερο μία διεθνοτικού (transnationalism) χαρακτήρα δικτύωση που μας οδηγεί στο να μιλήσουμε με όρους ρευστότητας αλλά και όσμωσης. Βασικός μοχλός σε αυτήν τη διαδικασία δικτύωσης στον ευρωπαϊκό χώρο φαίνεται να είναι η κίνηση Τhe Μovement υπό τον Bannon. Η συγκεκριμένη κίνηση φαίνεται να είναι μια οργάνωση η οποία εξυπηρετεί τον σκοπό της σύγκλισης, του συντονισμού και της όσμωσης μεταξύ των διαφόρων φορέων της νέας δεξιάς. Αν παρατηρήσουμε τη δραστηριότητα του στην Ευρώπη θα δούμε ότι παίρνει τα χαρακτηριστικά χτισίματος ενός πανευρωπαϊκού δικτύου νέας δεξιάς. Φαίνεται χαρακτηριστικά ότι το ίδιο το Τhe Μovement διατηρεί μια χαλαρή οργανωτική μορφή και δεν μπαίνει στη διαδικασία να συσταθεί ως πολιτικός φορέας. Σε αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε την αποφυγή διαφάνειας που διέπει ολόκληρη τη δραστηριότητα του φορέα καθώς οι μόνες πληροφορίες που μπορεί να αντληθούν είναι από τις δημόσιες εμφανίσεις του ίδιου του Bannon. Αντίθετα, το Τhe Μovement δεν διαθέτει επίσημη ιστοσελίδα ή κάποια άλλη πλατφόρμα επικοινωνίας, ενώ όσες σελίδες Facebook φέρονται να πρόσκεινται σε αυτό αναπαράγουν ως επί το πλείστον τις δημόσιες δηλώσεις και εμφανίσεις του Bannon. Ο ίδιος ο Bannon φαίνεται να αποτελεί τον βασικότερο ίσως πόρο του κινήματος. Ως επιχειρηματίας, εκδότης, πρώην σύμβουλος του Trump και βασική φιγούρα της αμερικανικής νέας δεξιάς, συγκεντρώνει στο πρόσωπό του ένα ιδιαίτερο πολιτικό κεφάλαιο το οποίο χρησιμοποιεί με σκοπό να διευρύνει την νέα δεξιά και να προσεταιριστεί ευρωπαίους εταίρους. Οι συνεχείς του επαφές με αρχηγούς πολιτικών κομμάτων ή ακόμα και με αρχηγούς κυβερνήσεων, οι διαρκείς προσκλήσεις σε συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις ανά την Ευρώπη δείχνει ακριβώς το ιδιαίτερο συμβολικό κύρος που φαίνεται να απολαμβάνει μεταξύ των ηγετών της νέας δεξιάς. Από το 2016-17 ο Bannon όχι μόνο εδράζει αρχικά στο Παρίσι και μετά στο Βέλγιο αλλά διοργανώνει ένα πλήθος συναντήσεων με αρχηγούς πολιτικών κομμάτων της Ευρώπης και χτίζει σταδιακά σταθερούς δεσμούς. Η παρουσία του δίπλα σε αρχηγούς κομμάτων κατά τη διάρκεια επίσημων γεγονότων όπως ένα συνέδριο ή οι πανηγυρισμοί κατά τη διάρκεια ενός εκλογικού αποτελέσματος αποσκοπούν στην εμπέδωση των δεσμών και εν τέλει στη δημιουργία ενός ενιαίου πολιτικού χώρου. Επιπλέον, ο Bannon φαίνεται να αποτελεί και βασικό χρηματοδότη των κινήσεων, παρ’ ότι τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν επιτρέπουν μια πιο λεπτομερή ανάλυση του φαινομένου. Υπό αυτούς τους όρους, η δραστηριοποίηση του Bannon σε όλη την Ευρώπη επιφέρει τόσο συμβολικούς όσο και υλικούς πόρους για την εξάπλωση του κινήματος. Επιπλέον ο Bannon φέρεται και ως φορέας μιας συγκεκριμένης τεχνογνωσίας. Ως εκδότης του Breitbart φαίνεται να επενδύει ιδιαίτερα στους επικοινωνιακούς διαύλους του νέου κινήματος χρησιμοποιώντας τόσο τα αμερικανικά μέσα για τους σκοπούς του στην Ευρώπη όσο και νέους διαύλους επικοινωνίας μέσω του Τhe Movement. Όπως προαναφέρθηκε, το Τwitter κι άλλα μέσα φαίνεται να αποτελούν προνομιούχους χώρους εξάπλωσης ιδεών, δημιουργούν σταθερές εικονικές κοινότητες που μοιράζονται κοινές αντιληπτές «απειλές» όπως η διατήρηση της λευκή φυλής, αλλά και δημιουργίας ενός είδους κοινότητας που συνδέει άτομα και οργανώσεις του ευρύτερου ακροδεξιού χώρου (Froio & Ganesh 2019). Το κίνημα λοιπόν φαίνεται να είναι αισθητό κυρίως μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, τις παρεμβάσεις του Bannon και γενικότερα από την επικοινωνιακή πολιτική, παρά από μια φυσική παρουσία μελών. Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το όλο εγχείρημα πάσχει από μία έλλειψη θεσμικής υπόστασης, δηλαδή από αυτά τα χαρακτηριστικά που μπορούν να του 278 προσδώσουν μια συνέχεια μέσα στο χρόνο. Παράλληλα λοιπόν με τη δημιουργία άτυπων δικτύων, η δραστηριότητα του Bannon φαίνεται να αποσκοπεί και στη σύσταση πιο σταθερών σχηματισμών μέσα από τις ευκαιρίες που προσφέρει το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και τα όργανα της ΕΕ ευρύτερα. Για τον λόγο αυτό το κίνημα δεν είναι τυχαίο ότι εδράζεται στις Βρυξέλλες. Η συμμετοχή στα ευρωπαϊκά όργανα και η δημιουργία μιας σταθερής ευρωπαϊκής ομάδας κομμάτων της νέας δεξιάς συνδέονται άμεσα με τις προσπάθειες σύστασης ενός κοινού μετώπου όπως το πρεσβεύει ο Bannon. Υπό αυτό το πρίσμα τα ευρωπαϊκά όργανα αποτελούν έναν προνομιούχο χώρο για την θεσμική διάσταση της ευρωπαϊκής δεξιάς λόγω ακριβώς της δυνατότητας όσμωσης μέσα από τα επίσημα όργανα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Σε αυτό το πλαίσιο το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και τα όργανα της ΕΕ φαίνεται να αποτελούν έναν κομβικό πόρο, τόσο υλικό όσο και οργανωτικό για τα διάφορα μέλη του κινήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι χωρίς αυτήν τη δυνατότητα συνύπαρξης κάτω από μια τέτοια επίσημη σκέπη, η προσπάθεια ουσιαστικής δικτύωσης και θεσμοποίησης του εγχειρήματος θα ήταν μάλλον αδύνατη. Πράγματι, η συμμετοχή στο ευρωκοινοβούλιο είναι πολλαπλά κερδοφόρα. Η σχετική βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι οι ευρωπαϊκές ομοσπονδίες κομμάτων ενεργούν ως οργανώσεις που διευκολύνουν τη διάδοση ιδεών και πρακτικών πέρα από τα σύνορα (Delwit 2001). Η δημιουργία ευρωπαϊκών κομμάτων επιτρέπει στα συμμετέχοντα κόμματα να αναπτύξουν δραστηριότητες που περιλαμβάνουν ανταλλαγές ιδεών, προγραμμάτων και μορφών πολιτικής επικοινωνίας. Πρόκειται λοιπόν σε έναν πρώτο βαθμό για εργαστήρι πολιτικής κοινωνικοποίησης και όσμωσης. Επιπλέον, η συμμετοχή στα όργανα δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής ή και βέτο στις αποφάσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει μία ώσμωση γύρω από τη διαδικασία επεξεργασίας πολιτικών και λήψης (McDonnell & Werner 2018). Γενικότερα οι ευρωπαϊκές ομάδες μπορούν να εμφανιστούν δυνητικά ως ένα εργαστήρι άσκησης κοινής γραμμής σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση, ζητήματα τα οποία βρίσκονται ιδιαίτερα ψηλά στην ατζέντα της νέας δεξιάς. Η δυνατότητα δημιουργίας μόνιμων διαύλων επικοινωνίας και διαλόγου μεταξύ κομμάτων της ίδιας οικογένειας, ο εναρμονισμός των δράσεων και των λόγων αποτελούν βασική παράμετρο στις πρωτοβουλίες δημιουργίας και σταθεροποίησης της ευρωπαϊκής νέας δεξιάς. Η ομάδα Ευρώπη των Εθνών και αργότερα, το κίνημα για την Ταυτότητα και την Δημοκρατία αποτελούν την βασική πρωτοβουλία για τη δημιουργία της νέας δεξιάς. Ο βασικός φορέας συνεργασίας για τα κόμματα της νέας δεξιάς στην Ευρώπη ήταν αρχικά το Κίνημα για μια Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας που δημιουργήθηκε μετά τις ευρωεκλογές του 2014. Οι συγκεκριμένες ευρωεκλογές είχαν αναδείξει την ευρωσκεπτικιστική ακροδεξιά ως έναν εκ των νικητών της κάλπης που φαίνεται να σημαδεύτηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την ατζέντα του ευρωσκεπτικισμού, εκφρασμένου τόσο σε σχέση με τις πολιτικές λιτότητας όσο και με τις πολιτικές μετανάστευσης. Μάλιστα, φαίνεται πως το ζήτημα της μετανάστευσης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αναδεικνύεται ως ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα τόσο σε πολιτικό όσο και σε εκλογικό επίπεδο από το 2010 και μετά, γεγονός το οποίο καθιστά πιο επείγουσα (και δικαιολογημένη) τη συμμετοχή τους σε έναν κοινό συνασπισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο (McDonnell & Warner 2018). Άρα βλέπουμε ήδη να δημιουργείται ένας σκληρός πυρήνας κοινής πολιτικής ατζέντας ο οποίος διευκολύνει τη δημιουργία συμπράξεων σε ζητήματα ευρωπαϊκής ατζέντας. 279 Συμπέρασμα Η μελέτη της νέας δεξιάς είναι ουσιαστικά η μελέτη ενός φαινομένου εν εξελίξει. Όταν αναφερόμαστε ειδικότερα στο πολιτικό φαινόμενο της νέας δεξιάς στην Ευρώπη, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι πρόκειται για νέο σχετικά φαινόμενο το οποίο είναι πολύ νωρίς να αποτιμηθεί. Εμφανίζει μια αξιοσημείωτη δυναμική η οποία επηρεάζεται από τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες της κάθε χώρας και εμφανίζει διαφορετικά εκλογικά και δημοσκοπικά αποτελέσματα. Έτσι, για παράδειγμα, στην Ιταλία η Λίγκα έπειτα από την αποχώρησή της από τον κυβερνητικό συνασπισμό εμφανίζει σταθερά ανοδική πορεία στις δημοσκοπήσεις, στη Γαλλία ο Εθνικός Συναγερμός παραμένει σταθερά η δεύτερη πολιτική δύναμη, στην Αυστρία το Κόμμα της Ελευθερίας έμεινε εκτός κυβέρνησης έπειτα από τις πρόσφατες εκλογές του Οκτωβρίου του 2019, παρ’ όλη την ιδεολογική του συγγένεια με το κυβερνών κόμμα του καγκελάριου Sebastian Kurz, ενώ στην Ελλάδα η Νέα Δεξιά σημειώνει σταθερά χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά, γεγονός που οφείλεται τόσο στην έντονη πόλωση του πολιτικού σκηνικού στη χώρα όσο και στο ότι πολλά στοιχεία της έχουν ενσωματωθεί και εκφράζονται από το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Στις προκλήσεις της βιωσιμότητας της νέας δεξιάς θα πρέπει να αναφέρουμε στην παραδοσιακή δυσκολία, ως και αποτυχία δημιουργίας συνεκτικών δεσμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Startin, 2010). Οι Minkenberg & Perrineau (2007: 51), εξετάζοντας τις πρωτοβουλίες κοινής οργάνωσης των ακροδεξιών κομμάτων στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο ανέφεραν ότι « δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να ιδρύσεις από μία διεθνή ομάδα εθνικιστών» Υπό αυτό το πρίσμα και έχοντας υπ΄όψιν τόσο την ιδεολογική όσο και την οργανωτική ρευστότητα της φορέων που αναλύσαμε, θα λέγαμε ότι η νέα δεξιά πρέπει να ιδωθεί περισσότερο ως μια πολιτική οικογένεια που τείνει να μορφοποιηθεί παρά ως κάτι το δεδομένο. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο όχι μόνο εξαιτίας της εκλογικής του επιτυχίας όσο κυρίως εξαιτίας της ευφυίας και της πρωτοτυπίας της ρητορικής του και της ιδιαίτερης ικανότητας και αποτελεσματικότητάς του στο να διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα και να προσελκύει ψηφοφόρους και γι’ αυτό η μελέτη του θεωρούμε ότι αξίζει να συνεχιστεί. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία πρώτη συνεισφορά σε αυτή την προσπάθεια. Βιβλιογραφία Agenzia Italia (2018), “Il programma di governo firmato da Berlusconi, Salvini e Meloni”, 11 punti chiave, 20 Ιανουαρίου 2018, Διαθέσιμο από: https://www.agi.it/politica/il_programma_di_governo_firmato_da_berlusconi_salvini_e_me loni_in_11_punti_chiave-3390360/news/2018-01-20/. Capps, H. W. (1994), The New Religious Right. Piety, Patriotism, and Politics, South Carolina, University of South Carolina Press. Delwit, P., Van de Walle, C. & Külahci, E. (2001) (επιμ.), Les fédérations européennes de partis. Organisation et influence, Bruxelles, Éditions de l’Université de Bruxelles. Trump, D. J. for President, About/The 45th President of the United States Donald J. Trump, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου, 2020], Διαθέσιμο από: https://www.donaldjtrump.com/about/. 280 Euronews (2017), «Αυστρία: Ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση με ισχυρή ακροδεξιά», 18 Δεκεμβρίου 2017, [πρόσβαση 8 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο από: https://gr.euronews.com/2017/12/18/orkistike-h-nea-kivernisi-ths-austrias. Froio, C. & G., Bharath (2019), “The Transnationalisation of Far Right Discourse on Twitter”, European Societies, 21 (4): 513-539. Hawley, G. (2017), Making Sense of the Alt-Right, New York, Columbia University Press. Hawley, G. (2018), The Alt-Right: What everyone needs to know, Oxford, Oxford University Press. HoSang, D. & Lowndes, J. E., (2019), Producers, Parasites, Patriots: Race and the new right-wing politics of precarity, Minneapolis, University of Minnesota Press. https://twitter.com/matteosalvinimi/status/1213810927067377664. Identity and Democracy α. Still Some Hope Left for Europe, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.id-party.eu/still_hope_left. Identity and Democracy β, Visegrád group – Migrant Quota, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.id-party.eu/migrant_quota. Identity and Democracy γ. Platform. https://www.id-party.eu/platform και https://www.id- party.eu/conference_antwerp. Le Pen, M. α (2019), «Notre Europe est la fille des soldats qui se sont battus pour sa liberté, des bâtisseurs du Duomo et de Notre-Dame, mais aussi de Léonard de Vinci et de Jeanne d’Arc. JAMAIS nous n’accepterons d’être dépossédés de ce patrimoine matériel et immatériel !» #PiazzaDuomo #Milan [Twitter], 18 Μαίου, [πρόσβαση 22 Ινουαρίου, 2020]. Διαθέσιμο από: https://twitter.com/MLP_officiel/status/1129774021715877888. Le Pen, M. β (2019), «Je vous souhaite à tous un très #JoyeuxNoël, avec une pensée affectueuse et chaleureuse pour ceux qui sont confrontés à la solitude, à la maladie ou au dénuement. Je souhaite à la France de retrouver les voies de l'unité, de la concorde et de la fraternité». [Twitter]. 24 Δεκεμβρίου [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://twitter.com/MLP_officiel/status/1209428383362408448. Le Rassemblement National, 144 Engagements Présidentiels, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://rassemblementnational.fr/pdf/144-engagements.pdf. Liebman, R. C. & Wuthnow, R. (1983) (επιμ.), The New Cristian Right: Mobilization and legitimation, Νέα Υόρκη, Aldine Publishing Company. Macklin, G. (2013), “Transnational Networking on the Far Right: The case of Britain and Germany”, West European Politics, 36 (1): 176-198. McDonnell, D. & Werner, A. (2018), “Respectable Radicals: Why some radical right parties in the European Parliament forsake policy congruence”, Journal of European Public Policy, 25 (5): 747-763. Rucht, D. (1999) “The Transnationalization of Social Movements: Trends, causes, problems”, στο D. della Porta, H. P. Kriesi & D. Rucht (επιμ.), Social Movements in a Globalizing World, Palgrave Macmillan, σσ. 206-222. Salvini, M. (2020), “Dai che il 26 gennaio liberiamo anche l'Emilia-Romagna, alla faccia di chi ci vuole male, #26gennaiovotoLega #BorgonzoniPresidente @BorgonzoniPres” [Twitter], 7 Ιανουαρίου 2020 [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://twitter.com/matteosalvinimi/status/1214545319343611906. Salvini, M. β (2020), “Che dire, Cesenatico, una domenica mattina: grazie, grazie, GRAZIE! Tra venti giorni non saranno elezioni regionali, sarà una festa di popolo e di liberazione!”, [Twitter], 5 Ιανουαρίου 2020 [Accessed 22 January 2020]. Διαθέσιμο από: Salvini, M. γ (2020), “P.s. QUESTI sono i sondaggi che contano! Vi assicuro che l'Emilia- Romagna LA LIBERIAMO! #26gennaiovotoLega #BorgonzoniPresidente @BorgonzoniPres” [Twitter], 5 Ιανουαρίου 2020 [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://twitter.com/matteosalvinimi/status/1213776126373437440. Salvini, M. δ (2019), «"L'Europa o è Cristiana o non è Europa" (San Papa Giovanni Paolo II)» [Twitter], 23 Δεκεμβρίου [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://twitter.com/matteosalvinimi/status/1209209206827626501. 281 Schlembach, R. (2011), “The Transnationality of European Nationalist Movements”, Revue belge de philologie et d'histoire, 89: 1331-1349. Startin, N. (2010), “Where to for the Radical Right in the European Parliament? The rise and fall of transnational political cooperation”, Perspectives on European Politics and Society, 11 (4): 429-449. Tea Party Patriots α, Our Vision: Core Values, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.teapartypatriots.org/ourvision/economic-freedom/. Tea Party Patriots β, Immigration, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.teapartypatriots.org/ourvision/immigration/. Thompson, M. J. (επιμ.) (2007), Confronting the New Conservatism. The rise of the Right in America, Νέα Υόρκη/Λονδίνο, New York University Press. Vertovec, S. (2009), Transnationalism, Λονδίνο/Νέα Υόρκη, Routledge. www.breitbart.com, (2020), Trump at Davos: Only Nationalism Can Save Free Markets, 21 Ιανουαρίου 2020, available at: https://www.breitbart.com/economy/2020/01/21/trump- at-davos-only-nationalism-can-save-free-markets/ τελευταία επίσκεψη 21 Ιανουαρίου 2020. Νέα Δεξιά α. Νέα Δεξιά, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.neadexia.gr/. Νέα Δεξιά β. Ιδρυτική Διακήρυξη, [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.neadexia.gr/iotadeltarhoupsilontauiotakappaeta- deltaiotaalphakappaetarhoupsilonxieta.html. Νέα Δεξιά γ. Πολιτικές θέσεις/Οικονομία [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Available from: https://www.neadexia.gr/omicroniotakappaomicronnuomicronmuiotaalpha.html. Νέα Δεξιά δ, Πολιτικές θέσεις/Δημογραφικό-Μεταναστευτικό [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.neadexia.gr/deltaetamuomicrongammarhoalphaphiiotakappaomicron- muepsilontaualphanualphasigmatauepsilonupsilontauiotakappaomicron.html. Νέα Δεξιά ε, Καταστατικό [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.neadexia.gr/kappaalphataualphasigmataualphatauiotakappaomicron.html. Νέα Δεξιά στ (2019), Η Νέα Δεξιά στη Συνδιάσκεψη του MENL στη Μπρατισλάβα (15 Μαΐου 2019), [πρόσβαση 22 Ιανουαρίου 2020]. Διαθέσιμο από: https://www.neadexia.gr/deltarhoalphasigmatauetarhoiotaomicrontauetatauepsilonsigma /-menl3244417. 282 Ενοικιαζόμενοι της Εθνodata: Μια Πρώτη Προσπάθεια Ερμηνείας ενός ‘Επιτυχούς’ Συνδικαλιστικού Φορέα Άννα Κουμανταράκη1 και Αθανάσιος Τσακίρης2 Περίληψη Στόχος εκείνης της εισήγησης ήταν να αναδειχθεί η ταξική διαφοροποίηση μεταξύ ενοικιαζόμενων και μονίμων υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας. Οι δύο αυτές ομάδες εργαζομένων μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν σε δύο ξεχωριστές τάξεις με βάση τη Μαρξική και τη Βεμπεριανή ανάλυση. Η εισήγηση ειδικότερα αναλύει τον ανταγωνισμό και τον αποκλεισμό από εργασιακά δικαιώματα που βίωσαν οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι της Εθνοdata μιας θυγατρικής εταιρείας της Εθνικής Τράπεζα. Τα βιώματα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως σύμπτωμα ταξικής έντασης ανάμεσα στους ενοικιαζόμενους, τους μόνιμους υπαλλήλους. Αναλύοντας την περίπτωση των ενοικιαζόμενων η εισήγηση προσπαθεί να συμβάλλει στη θεωρητική συζήτηση για τις τάξεις τόσο από την πλευρά της Κλασσικής κοινωνικής θεωρίας όσο και από τις σύγχρονες Μεταμαρξιστικές προσεγγίσεις. Λέξεις-Κλειδιά: Ενοικιαζόμενη εργασία, ταξική ανάλυση, Μεταμαρξιστικές προσεγγίσεις Εισαγωγή Στόχος εκείνης της εισήγησης ήταν να αναδειχθεί η ταξική διαφοροποίηση μεταξύ ενοικιαζόμενων και μονίμων υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας. Οι δύο αυτές ομάδες εργαζομένων μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν σε δύο ξεχωριστές τάξεις με βάση α) την Μαρξική προσέγγιση η οποία τονίζει τη διάσταση της κυριαρχίας αλλά και του ανταγωνισμού που υπάρχει μεταξύ των δύο ομάδων (Aron 1994: 208-212, Σακελλαρόπουλος 2014: 195)3 και β) την Βεμπεριανή προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η διαφοροποίηση μεταξύ ενοικιαζόμενων και μόνιμων υπαλλήλων μπορεί να οριοθετηθεί με βάση το κύρος και την ανισότητα στην κοινωνική αποδοχή που απολαμβάνουν οι δύο ομάδες.4 Όπως αναδείχθηκε στην εισήγηση υπάρχει ταξική 1 Διδάσκουσα ΣΕΠ στο ΕΑΠ,
[email protected]2 Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης ΕΚΠΑ,
[email protected]3 Χρησιμοποιώντας την Μαρξιστική προσέγγιση στο θέμα των τάξεων και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος δίνει έμφαση στις σχέσεις κυριαρχίας στην εργασία και έχει υποστηρίξει ότι: ένας ιεραρχικά ανώτερος μισθωτός εργαζόμενος, ένας προϊστάμενος π.χ. σε ένα γραφείο δεν εκμεταλλεύεται έναν υφιστάμενο του αλλά λόγω της διαφορετικής τους θέσης στην παραγωγή και εξαιτίας των σχέσεων κυριαρχίας που απορρέουν από αυτήν ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις (Σακελλαρόπουλος 2014: 195). 4 … ενώ ο Μαρξ ορίζει τις κοινωνικές τάξεις στο επίπεδο της παραγωγής, ο Βέμπερ επικεντρώνεται στο επίπεδο της αγοράς. Για τον Βέμπερ η τάξη ορίζεται στη βάση της θέσης που τα άτομα κατέχουν στην αγορά, στο βαθμό που αυτή προσδιορίζει τις βασικές τους 283 διαφοροποίηση ανάμεσα στους ενοικιαζόμενους και τους μόνιμους η οποία πραγματώνεται στην ανισότητα μισθολογικών απολαβών στην ιεραρχική κατάτμηση αλλά και στον ανταγωνισμό και στη σχετική εχθρότητα μεταξύ των δύο ομάδων. Η συνθήκη αυτή της ταξικής έντασης με Μαρξικούς όρους, μπορεί να θεωρηθεί ως συνέπεια της κυριάρχησης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης στο χώρο των τραπεζών. Αν και τόσο ο Μαρξ αλλά και ο Βέμπερ όρισαν την τάξη σαν μια μεγάλη κοινωνική κατηγορία που άρα ξεπερνά κατά πολύ τον αριθμό των υπαλλήλων της Εθνικής τράπεζας και μάλιστα των ενοικιαζόμενων, η πρόκληση που μας έθετε η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε την εμπειρία των ενοικιαζόμενων στηριγμένοι σε κατηγοριοποιήσεις της κλασσικής κοινωνικής θεωρίας. Και ο Μαρξ και ο Βέμπερ θεώρησαν την ύπαρξη ατομικής ιδιοκτησίας ως την βάση της ταξικής διαστρωμάτωσης (Wright 2015: 33-34). Η έλλειψη ατομικής ιδιοκτησίας ήταν ο λόγος για τον οποίο οι εργαζόμενοι ήταν αναγκασμένοι να εργαστούν με καπιταλιστικούς όρους. Για τον Μαξ Βέμπερ αυτή η διαδικασία δεν σηματοδοτούσε την εκμετάλλευση των μισθωτών από τους καπιταλιστές, όπως θεωρούσε ο Μαρξ, αλλά μια διαδικασία εξορθολογισμού της αγοράς εργασίας μέσα από την οποία η σχέση εργοδοτών και εργαζόμενων μετατρεπόταν σε μια απρόσωπη ορθολογικά οργανωμένη σχέση όπου προσωπικές χάρες προς ορισμένους εργαζόμενους θα εξέλειπαν για τα καλά (Wright 2015: 27 -32). Η περίπτωση των ενοικιαζόμενων θα μπορούσε στο πλαίσιο αυτό να ιδωθεί σαν μια παρέκκλιση από την διαδικασία εξορθολογισμού εφόσον ουσιαστικά σηματοδοτούσε την ύπαρξη στον ίδιο εργασιακό χώρο ομάδων εργαζομένων που ανήκαν σε διαφορετικές αγορές εργασίας που διαφοροποιούντο θεσμικά στο βαθμό ασφάλειας της εργασίας. Ενώ οι ενοικιαζόμενοι μπορούσαν εύκολα και με συνοπτικές διαδικασίες να απολυθούν οι μόνιμοι εργαζόμενοι προστατεύονταν από μια σειρά θεσμούς στους οποίους ένα ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα ήταν μια εξέχουσα μορφή. Παράλληλα οι ενοικιαζόμενοι δεν έπαιρναν προαγωγές και εργάζονταν εκτός υπαλληλικού κανονισμού, γεγονός που καθιστούσε στα μάτια τους τους μόνιμους τραπεζικούς μια ιδιαίτερα προνομιούχα ομάδα. Εδώ βλέπουμε λοιπόν την πραγμάτωση του αποκλεισμού μιας ομάδας εργαζομένων η οποία μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτική ταξικής έντασης μεταξύ «προνομιούχων» και των αποκλεισμένων από εργασιακά δικαιώματα ομάδων εργαζομένων. Σύμφωνα με τον Max Weber η πρόσβαση μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας στην ιδιοκτησία και την εκπαίδευση συνοδεύεται με τον αποκλεισμό μιας άλλης ομάδας από την πρόσβαση αυτή. Ο αποκλεισμός δεν πραγματοποιείται με βάση το κριτήριο ισότιμης αξίας αλλά με βάση τη βίαιη κυριαρχία που προσδίδει ο πλούτος στην προνομιούχα ομάδα. Με βάση τα κριτήρια αυτά, η πρόσβαση στην αγορά που ο Weber θεωρεί κριτήριο ταξικής κατηγοριοποίησης στηρίζεται στην ανισότητα ευκαιριών μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. ευκαιρίες. Αυτές οι βασικές ευκαιρίες αναφέρονται όχι απλά σε υλικά οφέλη, αλλά γενικότερα σε οτιδήποτε είναι επιθυμητό για τα άτομα, όπως οι συνθήκες ζωής και εργασίας, οι ευκαιρίες για εκπαίδευση, η ανάπαυση, τα ταξίδια, ο πολιτισμός. Έτσι «τάξη» είναι μια ομάδα ατόμων που βρίσκονται αντικειμενικά στην ίδια κατάσταση από την άποψη της θέσης ή της δύναμης που έχουν στην αγορά ... . Με άλλα λόγια πρόκειται για μια ομάδα ατόμων που συνδέονται μεταξύ τους από το γεγονός ότι διαθέτουν τις ίδιες βιοτικές ευκαιρίες στην έκταση που αυτό προσδιορίζεται από τη δυνατότητα ή όχι να κινητοποιήσουν μέσα με σκοπό να αποκτήσουν εισόδημα στην αγορά (Μοσχονάς 1998: 21-22). 284 Μια θεώρηση της αγοράς εργασίας που μπορεί να αναφερθεί εδώ ως υποστηρικτική των απόψεων του Weber για την ταξική διαφοροποίηση, είναι αυτή των Peter Doeringer & Michael Piore (1985) για την ύπαρξη «εσωτερικών αγορών εργασίας» (internal labour markets). Oι Doeringer και Piore υποστηρίζουν την ύπαρξη εσωτερικών αγορών εργασίας παρά το γεγονός ότι αυτές οι αγορές με βάση την κλασσική οικονομική θεωρία θεωρούνται μια ανωμαλία, μια παρέκκλιση από την κανονικότητα. Σύμφωνα με τους συγκεκριμένους συγγραφείς, η ύπαρξη των εσωτερικών αγορών εργασίας οφείλεται στη τάση των εργοδοτών να αναζητούν εξειδικευμένες δεξιότητες από του εργαζόμενους. Στην προσπάθεια τους λοιπόν να πείσουν εργαζόμενους υψηλών δεξιοτήτων να παραμείνουν στις θέσεις τους, προβαίνουν στο διαφοροποίηση των μισθών και των προνομίων που προσφέρουν σε διαφορετικές κατηγορίες εργαζόμενων (Doeringer and Piore 1985: 13-18). Ο Weber χρησιμοποίησε τον όρο «απαλλοτρίωση» (expropriation) των μέσων παραγωγής από τους εργάτες εκ μέρους του κεφαλαίου. Σε αυτά τα μέσα παραγωγής ο Weber περιλαμβάνει και τις επαγγελματικές δεξιότητες των εργατών (Giddens 1973: 48-51).5 Ενοικιαζόμενη Εργασία: Μια προσπάθεια ορισμού της Τι είναι όμως η ενοικιαζόμενη εργασία; Η ενοικιαζόμενη εργασία έχει θεσμοθετηθεί στην Ελλάδα από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη και ολόκληρο το νομικό πλαίσιο που συγκροτήθηκε την δεκαετία του 2000 ενίσχυσε σημαντικά τις ευέλικτες σχέσεις απασχόλησης. Οι επιχειρήσεις που ενοικιάζουν εργαζόμενους έχουν μεγάλα κέρδη που ανεβάζουν το κόστος εργασίας για τους έμμεσους εργοδότες που συνήθως είναι μεγάλες επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τράπεζες. Παρά όμως το υψηλό κόστος οι έμμεσοι εργοδότες προτιμούν αυτή τη μορφή εργασίας θεωρώντας ότι εξασφαλίζει την υποταγή του προσωπικού τους στις αποφάσεις τους σχετικά με μείωση μισθών και απολύσεις. Στο παρακάτω μέρος της παρουσίασης θα δούμε την περίπτωση των ενοικιαζόμενων εργαζομένων της Εθνοdata μιας θυγατρικής εταιρείας της Εθνικής Τράπεζας και του σωματείου που συγκρότησαν ως αντίδραση στην υποτίμηση της εργασίας τους. Μεθοδολογία Στην έρευνα μας προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή με εργαζόμενους και συνδικαλιστές που ανήκουν στο χώρο της ενοικιαζόμενης εργασίας. Η προσπάθεια όμως αυτή έδωσε πενιχρά αποτελέσματα αφού μόνο τρία άτομα – συνδικαλιστές του σωματείου των ενοικιαζόμενων της Εθνοdata –, δύο γυναίκες και ένας άνδρας δέχθηκαν να μας δώσουν συνέντευξη. Η δυσκολία αυτή οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην άρνηση των ενοικιαζόμενων να συζητήσουν την συνδικαλιστική τους εμπλοκή σε μια περίοδο που οι σχέσεις των εργαζόμενων με την διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας βρίσκονται σε ένταση εξαιτίας της απόφασης της διοίκησης να προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις. Επίσης, ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να δεχθούν οι συνεντευξιαζόμενοι να 5Αν και ο Weber δεν χρησιμοποιεί τον όρο «εκμετάλλευση» για να περιγράψει τις σχέσεις μισθωτών και καπιταλιστών, ο όρος «απαλλοτρίωση» που χρησιμοποιεί είναι πολύ κοντά, γιατί ουσιαστικά σημαίνει την απαλλοτρίωση των πνευματικών δεξιοτήτων των εργαζομένων που θα μπορούσαν να ορισθούν ως η μόνη ιδιοκτησία που κατέχουν, από τους εργοδότες τους. 285 συζητήσουν εις μάκρος τις συνθήκες εργασίας στην Τράπεζα ιδιαίτερα όταν θεωρούσαν ότι αυτές οι συνθήκες έθιγαν την αξιοπρέπεια τους ως εργαζομένων.6 Ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι στην Εθνική Τράπεζα Μέσα στο πλαίσιο των ευέλικτων μορφών εργασίας, η θεσμοθέτηση ατομικών συμβάσεων εργασίας στη θέση των συλλογικών και επιχειρησιακών ισχυροποίησαν τη θέση του εργοδότη έναντι των εργαζομένων ενώ δημιούργησαν σοβαρά κενά στην συνδικαλιστική εκπροσώπηση των ευέλικτών εργαζομένων. Τα σωματεία των μόνιμων υπαλλήλων αρνούνταν να συμπεριλάβουν τους εκπροσώπους των ενοικιαζόμενων εργαζομένων στις οργανώσεις τους με το σκεπτικό ότι αυτοί είχαν προσληφθεί «άτυπα», χωρίς διαγωνισμό όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι. Συνεπώς δεν δικαιούνταν συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Στην κατηγορία των ενοικιαζόμενων περιλαμβάνονταν συνεργάτες της τράπεζας με υψηλές αμοιβές οι οποίοι έφθαναν να κατέχουν και ανώτατες διευθυντικές θέσεις. Ενώ όμως τα συνδικάτα στήριζαν την άρνηση τους σε μια διακριτή ομάδα προνομιούχων υπαλλήλων, οι περισσότεροι ενοικιαζόμενοι είχαν απολαβές της τάξης των 600 ευρώ, χωρίς τη δυνατότητα προαγωγής και άρα μισθολογικής βελτίωσης. Συγχρόνως αντιμετώπιζαν σε μεγάλο βαθμό των ανταγωνισμό των μονίμων υπαλλήλων που τους αντιμετώπιζαν σαν εργαζομένους δεύτερης κατηγορίας. Η υποτίμηση αυτή δεν ήταν συμβατή με το μορφωτικό επίπεδο των ενοικιαζόμενων το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Ανάμεσα στους εργαζόμενους αυτούς υπήρχαν άτομα με μεταπτυχιακά και μεγάλη επαγγελματική εμπειρία. Χαρακτηριστικό είναι ότι το σωματείο των ενοικιαζόμενων της Εθνοdata γνώρισε την μεγαλύτερη ανάπτυξη του και έφθασε σε υψηλό σημείο μαχητικότητας και οργάνωσης όταν γράφθηκαν σε αυτό μαζικά 200 επιστήμονες της πληροφορικής. Οι άνθρωποι αυτοί ανέβασαν το κύρος των ενοικιαζόμενων και σε αντίθεση με ότι συνέβη με ενοικιαζόμενους συναδέλφους τους σε άλλες τράπεζες αποφάσισαν να δράσουν συλλογικά και όχι ατομικά, και να διεκδικήσουν μέσω του σωματείου τους την μονιμοποίηση τους. Πράγμα που τελικά και πέτυχαν. Εδώ το ειδικό πολιτισμικό κεφάλαιο των εργαζομένων στην Εθνοdata πρέπει να συνεκτιμηθεί ως παράγοντας που οδήγησε τόσο στην συλλογική τους οργάνωση όσο και στην εμπέδωση της μεταξύ τους αλληλεγγύης. Θα μπορούσαμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε μια τρίτη θεωρητική προσέγγιση για την έννοια της τάξης, αυτήν που αναλύουν David B. Grusky και Gabriela Galescu (2005) ως μιας μικρότερης κοινωνικής ομάδας από αυτήν που θεωρεί ο Μαρξ που προσδιορίζεται με βάση το επάγγελμα και την συναδελφική αλληλεγγύη. Βασική αναφορά στην σκέψη των δύο θεωρητικών είναι το έργο του Εμίλ Ντυρκέμ για την κοινωνική αλληλεγγύη. Υπάρχει λοιπόν μια ταξική θεωρία η οποία όμως δεν αναφέρεται στις πολυπληθείς μεγάλες κοινωνικές τάξεις που ανέλυσε ο Μαρξ αλλά σε μικρότερες επαγγελματικές κατηγορίες οι οποίες έχουν έντονη την αίσθηση μιας ξεχωριστής επαγγελματικής ταυτότητας που δένει τα μέλη τους. Αυτές οι μικρότερες επαγγελματικές ομάδες έχουν έντονο το στοιχείο της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας και είναι πρόθυμες να ακολουθήσουν μαχητικούς συνδικαλιστικούς αγώνες όταν θίγονται τα συμφέροντα τους. Ουσιαστικά οι εργατικοί αγώνες δεν ήταν ποτέ, υποστηρίζουν οι δύο μελετητές – 6Στην περίπτωση αυτή μας ζητούσαν επίμονα να κλείσουμε το μαγνητόφωνο με το οποίο γινόταν η συνέντευξη. 286 αγώνες μιας μεγάλης πολύμορφης τάξης αλλά αγώνες συγκεκριμένων σωματείων τα οποία αγωνίζονταν για μερικότερα συντεχνιακά αιτήματα. Οι συλλογικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων εξακολουθούν να είναι, παρά τα όσα διατείνονται οι μεταμοντέρνοι αναλυτές κύριες μορφές κοινωνικών κινημάτων. Η ταυτότητα του εργαζόμενου μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής κατηγορίας δεν είναι μια ταυτότητα που οι φορείς της προσπαθούν να αποφύγουν αλλά αντίθετα, και την επιδιώκουν αλλά και τους επιβάλλεται στις συνδιαλλαγές τους με το κράτος και άλλους φορείς. Αποτελεί την κύρια ταυτότητα του καθενός μας και διαμορφώνει την ψυχολογία και τον τρόπο ζωής μας προς μια ιδιαίτερη κατεύθυνση. Επίσης η απόκτηση της είναι συνδεδεμένη με την ένταξη μας σε κοινωνικό δίκτυο συναδέλφων με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινές επιδιώξεις και συμφέροντα (Grusky & Galescu 2005: 322-359). Η θεωρία αυτή ισχύει σε μεγάλο βαθμό στην περίπτωση των ενοικιαζόμενων στην Εθνοdata, οι οποίοι με βάση τα λεγόμενα των συνεντεύξεων τονίζουν τόσο τη συλλογική τους ταυτότητα όσο και το διακριτό τους ρόλο στο σύστημα εργασιακών σχέσεων που επικρατεί στην Εθνική Τράπεζα.7 Σε κάποια άλλη τράπεζα μπορείς να βρεις υπαλλήλους με υψηλή ειδίκευση και να αμείβονται καλά και να μην έχουν καμία διάθεση. Σε αυτήν την περίπτωση παντρεύτηκε και το ότι ‘παιδιά ας το κάνουμε όλοι μαζί γιατί και εσείς που είστε ψηλά, οι καιροί αλλάζουν μπορεί να βρεθείτε χαμηλά’, και άρα ήτανε ένα στοίχημα που δεν ήτανε δοσμένο από την αρχή. Ε. Πως, πως οργανώθηκε αυτό; Α. Ήταν το ότι βάλαμε σαν στόχο από την αρχή και ήταν άνθρωποι που το στήριξαν μέχρι τέλους, φτάσαμε ως το τέλος. Έπεσε κα στην περίοδο της κρίσης που όσα θεωρούσαμε σαν δεδομένα δεν ήταν δεδομένα όλα τελικά χαμηλά δηλαδή ήταν με περίοδο που ξεφούσκωνε … . Έπειτα η τράπεζα ήταν κρατική, υπάρχει μια παράδοση συνδικαλιστική η οποία παράδοση σε βοηθάει να συνεχίσεις. Όταν μπήκαμε εκεί ήταν δεδομένο το ότι όταν κάνει απεργία η ΓΣΕΕ κάνουμε απεργία (Υλικό από Συνέντευξη Ιωάννας). 7Παρά το γεγονός ότι εδώ η αναφορά στη τάξη ως μια μικρότερη κοινωνική κατηγορία φαίνεται να μπορεί να ερμηνεύσει την περίπτωση των εργαζομένων της Εθνοdata, θα πρέπει εδώ να αναφερθούμε και στην κριτική που άσκησε ο Wright στις απόψεις του Grusky και των συνεργατών του. Ο Wright θεωρούσε ότι οι τελευταίοι έκαναν κακή χρήση της έννοιας της τάξης αναφερόμενοι σε μια πλειάδα ομάδων εργαζομένων που δεν είχαν σύνδεση μεταξύ τους. Με βάση τη δική τους λογική η Αμερικανική κοινωνία συγκροτήθηκε από περισσότερες από εκατό ή ακόμα και χιλιάδες κοινωνικές τάξεις. Νομίζουμε ότι η συνεισφορά του Grusky και των συνεργατών του συνίσταται στην προσπάθεια τους να εκφέρουν μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής συνδικαλιστικής δράσης από τη ταξική διαφοροποίηση. Ο Wright εντάσσει το ζήτημα της κοινωνικής δράσης στη θεματική της κατά Weber διαφοροποίησης της τάξης από τις νομοκατεστημένες τάξεις που προσδιορίζονται με βάση το κοινωνικό κύρος και άρα μοιράζονται μια κοινή κοινωνική ταυτότητα και στα κόμματα που αναλαμβάνουν και πολιτική δράση (Wright 2015: 24-27). Εδώ αξίζει να αναφερθεί και η άποψη του Anthony Giddens (1973) ο οποίος γράφει ότι και το μοντέλο του Weber για τις τάξεις είναι πλουραλιστικό αν και υπάρχουν ισχυροί ενοποιητικοί δεσμοί ανάμεσα στους αναρίθμητους συνδυασμούς ταξικών συμφερόντων οι οποίοι γίνονται δυνατοί χάρη στην έννοια της «ταξικής κατάστασης» (class situation) την οποία ο μεγάλος Γερμανός κοινωνιολόγος προέβαλε (Giddens 1973: 48). 287 Να σε προγκίξει ένας υπάλληλος που σε πραγματικό διαγωνισμό και σε πραγματική διαδικασία, ήταν πολύ, δεν… ξέρουμε ότι δεν τηρόντουσαν οι κανόνες έτσι; Δηλαδή πόσες φορές κάποιος προσλήφθηκε ως επιλαχών ενός διαγωνισμού και δεν ξέρει τι σειρά επιλαχών έχει φέρει, που πήγανε οι άλλοι, γιατί δεν πήγανε, πως κοπήκανε οι υπόλοιποι, όλο αυτό δημιουργεί ένα κλίμα ... . Άρα δεν σου λέει ούτε καν αυτό και είναι ένας συγχωνευμένος υπάλληλος και σου λέει ‘η τράπεζα θέλει εσάς να δουλεύετε πιο πάνω από το οκτάωρο για να μπορούμε να τηρούμε εμείς το δικό μας ωράριο’ (Υλικό από τη συνέντευξη του Γεράσιμου). Ήταν το πρώτο σωματείο ενοικιαζομένων στις τράπεζες το δικό μας, … και βασικός μας στόχος ήταν να μπούμε στην Εθνική Τράπεζα. Ε. Σαν μόνιμοι; Α. Σαν μόνιμοι. Να μπαίνουμε στις επιχειρησιακές συμβάσεις, να μην υπάρχει διάκριση μεταξύ… γιατί και το επιχείρημα μας ήτανε ότι κάνουμε την ίδια δουλειά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην είμαστε μόνιμοι και από τη στιγμή που στοιχίζουμε και περισσότερο … . Οπότε φτιάξαμε το σωματείο μας, το σωματείο μας ήτανε πάρα πολύ δυναμικό, έφερε μια ρήξη στο συνδικαλιστικό χώρο και στην Εθνική Τράπεζα γιατί λειτουργούσε όπως λειτουργούσε το σωματείο της Εθνικής το ‘80, με απεργίες, με κινητοποιήσεις. Κινητοποιούσαμε τη βάση των εργαζομένων γιατί αυτοί ήταν η δύναμη μας, και απόδειξη αυτού του πράγματος ήταν ότι τώρα που φτάσαμε στο τέλος που μπήκαμε στην Εθνική Τράπεζα, το σωματείο μας υπάρχει ακόμα και βγήκε απόφαση στην τελευταία γενική συνέλευση να συνεχίσει να υπάρχει δεν θα καταργηθεί (Υλικό από τη συνέντευξη της Έλλης). Κατά τη γνώμη μας η ομάδα των εργαζόμενων της Εθνοdata βίωσε τη σχέση της με τους εργοδότες και τους μόνιμους υπαλλήλους σαν ταξική σχέση με το νόημα που δίνουν στην έννοια της τάξης και η Μαρξική θεωρία (ανταγωνισμός με εργοδότες και μόνιμους) και η Βεμπεριανή (μειωμένη κοινωνική αποδοχή) αλλά και η Ντυρκαμιανή παράδοση (κοινή ταυτότητα με συναδέλφους στην ίδια μοίρα). Η δε τελευταία παράδοση που συνδέεται και με την κοινωνική αλληλεγγύη είναι πολύ σημαντική για τη θέαση ότι μεταξύ των εργαζομένων της Εθνοdata υπήρχε ένα κοινό «εμείς» που άμβλυνε τον ατομικό ανταγωνισμό και ενδυνάμωνε τη συλλογική του ταυτότητα του σωματείου. Σημαντικοί παράγοντες που κινητοποιούσαν τη συλλογική δράση ήταν τόσο η κρίση που προκάλεσε μια αναζωπύρωση της πολιτικής διαμαρτυρίας γενικότερα αλλά και όπως τονίζουν και οι ίδιοι συνεντευξιαζόμενοι η προϋπάρχουσα συνδικαλιστική κουλτούρα στο συγκεκριμένο εργασιακό χώρο. Οι μόνιμοι υπάλληλοι παρά τις διαφορές τους με τους ενοικιαζόμενους δεν δυσφορούσαν με τις απεργιακές τους κινητοποιήσεις, το αντίθετο συνέβαινε: προσπαθούσαν μάλιστα να χρησιμοποιήσουν τους ενοικιαζόμενους ως μοχλό πίεσης για την ικανοποίηση και δικών τους εργασιακών αιτημάτων. Αυτή η στάση ανοχής ή και έμμεσης στήριξης δεν υιοθετείτο και από τα σωματεία των μονίμων, τα οποία αρνούνταν να στηρίξουν τα αιτήματα των ενοικιαζόμενων Εμείς τους ταράξαμε τα νερά εκεί πέρα. Γιατί κάναμε σωματείο και αρχίσαμε να διεκδικούμε πράγματα και δεν ήμασταν ούτε ΠΑΣΟΚ ούτε Νέα Δημοκρατία. Δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί μας, δηλαδή δεν ξέρανε τι να μας κάνουνε κάπου. Τους ζητούσαμε να μας βοηθήσουν και μας έλεγαν, πολύ σωστά κατά τη δική τους οπτική: ‘Δεν είστε της Εθνικής Τράπεζας. Δεν έχετε λόγο. Εμείς είμαστε σωματείο για τους μόνιμους. Δεν είμαστε για τους ενοικιαζόμενους’. Δηλαδή υπάρχει τείχος: από εδώ συνδικαλιστικά ενοικιαζόμενοι από εκεί εργαζόμενοι. Υπάρχει τείχος συνδικαλιστικά. 288 Αυτό δεν διαπερνάται. Μετά από τόσα χρόνια και μετά και τους δικούς μας αγώνες και τους αγώνες των άλλων παιδιών το εργοδοτικό τείχος έπεσε για εμάς. Το συνδικαλιστικό δεν έπεσε. Είναι εκεί. Και αυτό είναι φοβερό και έχει να κάνει με την νοοτροπία ‘κρατάμε τα δικά μας. Έτσι κρατάμε να μη μας φύγουνε, και δεν αφήνουμε τίποτα κανέναν άλλο να μπει’ (Υλικό από τη συνέντευξη της Έλλης). Ενοικιαζόμενοι και κοινωνική τάξη Όμως θα μπορούσε να μας απευθύνει κάποιος την ερώτηση: πόσο έγκυρη είναι η χρησιμοποίηση του όρου «τάξη» στην περίπτωση των εργαζόμενων της Εθνοdata. H τάξη αναφέρεται συνήθως σε μια μεγάλη ομοιογενή ομάδα ατόμων με κοινά συμφέροντα. Οι ταξικοί αγώνες στο παρελθόν αφορούσαν τους αγώνες της εργατικής τάξης και υπερέβαιναν σε σημασία σύμφωνα με την κοινωνιολογική θεωρία την κατηγοριοποίηση των κοινωνικών ομάδων με βάση το φύλο και την εθνοτική ομάδα. Οι εργαζόμενοι της Εθνοdata είναι υπάλληλοι και όχι εργάτες και κατά δεύτερον αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος του ελληνικού εργατικού δυναμικού. Άρα γιατί να εστιάσουμε στην δική τους περίπτωση και να ονομάσουμε τους αγώνες τους ταξικούς; Θα προσπαθήσουμε εδώ να δώσουμε μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη απάντηση. Η συζήτηση εναντίον της πρωτοκαθεδρίας της τάξης στην νοηματοδότηση των κοινωνικών ανισοτήτων και ανταγωνισμών αναπτύχθηκε κυρίως από το ρεύμα αμφισβήτησης του Μαρξισμού και συγκροτήθηκε από τους μεταμαρξιστές στοχαστές. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι η πρωτεύουσα σημασία των οικονομικών παραγόντων έναντι των πολιτισμικών στη συγκρότηση κοινωνικών ταυτοτήτων. Μετά την εξέγερση του Μάη του ’68 έγινε φανερό στους ριζοσπάστες διανοητές ότι το εργατικό κίνημα έδωσε τη θέση του στα νέα κοινωνικά κινήματα στην πρωτοπορία της κοινωνικής αμφισβήτησης. Για μια σύντομη περίοδο το 1968, φαινόταν μια ισχυρή πιθανότητα να σημειωθούν σημαντικές πολιτικές αλλαγές σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο ως αποτέλεσμα της μαζικές κινητοποιήσεις στις οποίες συμμετείχαν φοιτητές, συνδικαλιστές, διαδηλωτές εναντίον πολέμου κατά του Βιετνάμ, φιλελεύθερους κομμουνιστές και μαχητικούς σοσιαλιστές. Αυτό δεν έγινε στη Γαλλία, όπου ο αγώνας ήταν αναμφισβήτητα ο πιο έντονος, κι αυτό οδήγησε στην πτώση της τεράστιας επιρροής που ασκούσε προηγουμένως το μεγάλο Κομμουνιστικό Κόμμα (στο οποίο συμμετείχαν οι περισσότεροι διανοούμενοι). Αυτή η απογοήτευση οδήγησε στην αποδέσμευση τους από την πολιτική και στην έλλειψη εμπιστοσύνης σε μεγάλες θεωρίες, όπως ο μαρξισμός, με τις προσπάθησαν, αλλά απέτυχαν να εξηγήσουν την πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής και άρχισαν να διαμορφώνουν ιδέες που εντάχθηκαν στα θέματα που διερευνούν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες. Παρά τις πολλές διαφωνίες τους, τόνισαν τον αποσπασματικό και πλουραλιστικό χαρακτήρα της πραγματικότητας. Αρνήθηκαν να σκέφτονται οι άνθρωποι την ικανότητα να φτάσουν σε οποιοδήποτε αντικειμενικό απολογισμό αυτής της πραγματικότητας. Οποιαδήποτε ιδεολογία ή κοινωνική θεωρία που δικαιολόγησε την ανθρώπινη δράση ως μέσο προόδου καταδικάστηκε ως άνευ νοήματος. Μεγάλες κοινωνικές θεωρίες ή αφηγήσεις που δικαιολόγησαν την ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι πλέον αξιόπιστες. Δεν υπάρχουν καθολικές αλήθειες. Το μόνο που έχουν κάνει στο παρελθόν είναι η νομιμοποίηση της εξουσία των γνωριζόντων. Παράλληλα η δυνατότητα των εθνών-κρατών να αποφασίζουν αυτόνομα για την τύχη των πολιτών τους μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος συρρικνώθηκε. Η όψη 289 της κοινωνίας δεν ορίζεται πλέον ως μια περιοχή με σαφή σύνορα όπου το μονοπώλιο της εξουσίας το έχει το έθνος-κράτος αλλά σαν ένα σύνολο κοινωνικών δικτύων που η εξουσία κατανέμεται σε υπερεθνικούς παίκτες. Μέσα σε αυτό πλαίσιο η χωρική διάσταση της εργασίας σχετικοποιείται μαζί με την αποσάθρωση της θεσμικής αναγνώρισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων από το κράτος. Στο επίκεντρο αυτών των «Νέων Χρόνων» ήταν η μετάβαση από την οικονομία της φορντικής μαζικής παραγωγής σε μια νέα, πιο ευέλικτη, μεταφορντική τάξη βασισμένη στους υπολογιστές, την πληροφορική τεχνολογία, το διαδίκτυο και τη ρομποτική. Η μαζική παραγωγή, ο μαζικός καταναλωτής, η μεγάλη πόλη, ο μεγάλος αδελφός, η εκτεταμένη κατοικία και το έθνος-κράτος βρίσκονται σε παρακμή: η ευελιξία, η πολυμορφία, η διαφοροποίηση, η κινητικότητα, η επικοινωνία, η αποκέντρωση και η διεθνοποίηση. Στη διαδικασία αυτή μεταμορφώνονται οι δικές μας ταυτότητες, η αίσθηση του εαυτού μας, οι υποκειμενικότητες μας. Βρισκόμαστε διαρκώς σε μετάβαση σε μια νέα εποχή. Oι Ernesto Laclau και Chantal Mouffe που οι απόψεις τους περί «Νέων Καιρών» εκφράζανε ένα μίγμα «μεταμοντερνισμού» και «μεταμαρξισμού». Στο επίκεντρο των Νέων Καιρών βρίσκεται μια μεταβολή από την παλιά φορντιστική οικονομία της μαζικής παραγωγής σε μια νέα, περισσότερο ευέλικτη μεταφορντιστική τάξη βασισμένη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στην πληροφορική και στην ρομποτική. Όμως, οι Νέοι Καιροί δεν περιορίζονται μόνο στην οικονομική αλλαγή. Ο κόσμος μας ξαναφτιάχνεται. Η μαζική παραγωγή, ο μαζικός καταναλωτής, η μεγάλη πόλη, το κράτος-μεγάλος αδελφός, η άτακτη οικιστική εξάπλωση, και το έθνος-κράτος, βρίσκονται σε φάση παρακμής. Αντιθέτως, σε άνοδο βρίσκονται η ευελιξία, η ποικιλομορφία, η διαφοροποίηση, η κινητικότητα, η επικοινωνία, η αποκέντρωση και η διεθνοποίηση. Στην πορεία μετασχηματίζονται οι ίδιες οι ταυτότητές μας, η αίσθηση του εαυτού μας, οι ίδιες οι υποκειμενικότητές μας. Σε αντιπαράθεση με τον Μαρξισμό ο Laclau θεωρούσe ότι οι ταξικοί αγώνες είναι μια ειδική μορφή αγώνων που δεν καθορίζουν την κοινωνία σαν ολότητα. Αυτή η ειδική μορφή αγώνων κατέχει μία ισότιμη θέση δίπλα με τους αγώνες των γυναικών και των άλλων κοινωνικών κινημάτων. Δεν είναι μια μορφή αγώνα που κυριαρχεί πάνω στις άλλες. Η μεταμόρφωση της εργατικής τάξης ως τάξης «για αυτήν» προϋποθέτει την κοινωνική ολότητα με βάση τις σχέσεις παραγωγής και μάλλον δεν αντιστοιχεί στην ιστορική πραγματικότητα (Laclau 1990: 163). Με βάση αυτή τη συλλογιστική, εάν δεν παραδεχτεί η Αριστερά αυτούς τους Νέους Καιρούς, θα πρέπει να ζήσει στο περιθώριο. Οι μετανάστες και οι εργαζόμενοι στις ευέλικτες σχέσεις απασχόλησης εργάζονται ουσιαστικά χωρίς κρατική προστασία αποτελώντας σύμφωνα με το Zygmunt Bauman τους πλάνητες και τα θύματα της παγκοσμιοποίησης που όμως δεν εξεγείρονται κατά της κακής τους μοίρας όπως θα έκανε στο παρελθόν το εργατικό κίνημα, αλλά προσπαθούν να ακολουθήσουν τα πρότυπα ζωής (life style) των προνομιούχων ομάδων (Δεμερτζής & Περεζούς 2010: 355-359). Η περίπτωση των εργαζομένων της Εθνοdata είναι σημαντική γιατί το σωματείο τους προσπαθεί αμφισβητήσει αυτή την σκυθρωπή εικόνα με σχετική μάλιστα επιτυχία. Το σωματείο αυτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα μιας σειράς άλλων σωματίων όπως αυτά των αναπληρωτών καθηγητών, των εργατών της αυτοδιαχειριζόμενης ΒΙΟΜΕ, τους ταχυμεταφορείς, που δρουν στο περιθώριο των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, διακρίνονται για το υψηλό αίσθημα συλλογικότητας και δημοκρατικής λειτουργίας αλλά και την επιτυχή για τα μέλη τους κατάληξη των αγώνων τους. Αφορούν συνήθως μικρές ομάδες εργαζομένων που η επαγγελματική τους ταυτότητα είναι η κυρίαρχη κοινωνική ταυτότητα ανάμεσα στα μέλη τους και δεν λειτουργεί σε 290 σύγκρουση αλλά σε αλληλοϋποστήριξη με άλλες κοινωνικές ταυτότητες που χαρακτηρίζουν τους συγκεκριμένους εργαζόμενους όπως αυτή του φύλου. Μια μεταμαρξιστική θεωρητική προσέγγιση που θα αγνοούσε συστηματικά την ύπαρξη τους ουσιαστικά θα επιβεβαίωνε τα πρότυπα ομοιομορφίας που έχουν επιβάλει οι Μαρξιστές για την τάξη, και άρα με αυτό τον τρόπο θα ακύρωνε την θεωρητική της πρόταση ενάντια στις μεγάλες αφηγήσεις. Πρέπει λοιπόν να δούμε τις ταξικές ταυτότητες με νέους όρους. Μια εναλλακτική προσέγγιση που μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί είναι αυτή του Γιούργκεν Χάμπερμας που μας καλεί να προχωρήσουμε την κοινωνική θεωρία πέρα από τις ταξικές συγκρούσεις κα επανεξετάσουμε την πιθανότητα επικοινωνίας ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες που με Μαρξιστικούς όρους έχουν αντίθετα συμφέροντα (Φωτόπουλος 2010: 340-344). Η χρήση του όρου του Χάμπερμας του «βιόκοσμου» ταιριάζει μάλλον περισσότερο στην περίπτωση των εργαζομένων της Εθνοdata παρά αυτός της μεγάλης ταξικής κατηγορίας. Πράγματι οι συνδικαλιστές της Εθνοdata προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τους διευθυντές και τους συναδέλφους τους όπως δείχνουν σε πολλές περιπτώσεις οι συνεντεύξεις τους. Θέλουν να συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές διαβουλεύσεις και να δρουν «εντός κανονισμού», πατώντας σε ένα ολισθηρό και ασχηματοποίητο θεσμικό πλαίσιο που δεν έχει ακόμα αποδεχτεί ακόμα την ορθότητα της συμμετοχής τους. Εδώ πάλι μπαίνει το ερώτημα του μικρού μεγέθους του σωματείου τους. Όπως λένε και οι συνδικαλιστές τους, το σωματείο των ενοικιαζόμενων της Eθνodata απέδειξε με τους αγώνες του ότι η συνδικαλιστική δράση των εργαζόμενων στις ευέλικτες σχέσεις εργασίας δεν είναι ανέφικτη, και ότι έχει τη δύναμη να εξαναγκάσει την εργοδοσία να δει θετικά τα αιτήματα της δικής τους κατηγορίας εργαζομένων. Η περίπτωση του μικρού μεγέθους του σωματείου ως αντιστρόφως ανάλογο της επιρροής του, δεν παρουσιάζεται μόνο στους ενοικιαζόμενους. Και τα σωματεία των αναπληρωτών καθηγητών χρησιμοποίησαν το μικρό μέγεθος των κινητοποιήσεων τους ως αποτελεσματικό μοχλό πίεσης. Σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, αρκούσε η κατάληψη σε ένα μόνο σχολείο για να ματαιωθούν οι εξετάσεις του ΑΣΕΠ που η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη είχε προκηρύξει. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι εξετάσεις του ΑΣΕΠ τελικά πραγματοποιήθηκαν, οι πιέσεις των σωματείων των αναπληρωτών επέδρασαν θετικά στην απόφαση του Υπουργού Παιδείας Γεράσιμου Αρσένη να αποδεχτεί την μονιμοποίηση μιας μεγάλης μερίδας αναπληρωτών με βάση την επετηρίδα, το οποίο ήταν εν μέρει και το ζητούμενο στους αγώνες τους (Κουμανταράκη 2018: 670 – 694). Στην περίπτωση των ενοικιαζόμενων η επιτυχία του αγώνα τους οδήγησε την Εθνική τράπεζα να στραφεί σε άλλες μορφές ευέλικτης απασχόλησης που συνίστανται κυρίως στην αγορά δεξιοτήτων και στην άρνηση τους να διαιωνίσουν στον χώρο τους την ενοικιαζόμενη εργασία. Η απαίτηση των εργαζόμενων της Εθνοdata εκφράζει την επιθυμία τους για παραμονή στις θέσεις απασχόλησης τους με την προϋπόθεση ότι εργάζονται εντός κανονισμού και ότι η εργοδοσία δεν θα τους οδηγήσει, χωρίς τη θέληση τους, σε εργασία υψηλής απόδοσης πέραν των συμφωνημένων στην επιχειρησιακή τους σύμβαση. Καθώς όμως η τράπεζα πιέζει τους εργαζόμενους για εργασία υψηλής απόδοσης οι συνδικαλιστές φοβούνται ότι η σύγκρουση του σωματείου τους με την εργοδοσία είναι αναπόφευκτη. Αξίζει να τονισθεί όμως ότι αυτή δεν είναι μια εξέλιξη που εκείνοι επιδιώκουν. 291 Συμπέρασμα Παρουσιάζεται λοιπόν ένα κενό στη θεωρητική νοηματοδότηση των εργατικών αγώνων των ευέλικτων εργαζόμενων το οποίο ενισχύεται και από αυτό που εμείς αποκαλούμε «πολιτικό ντετερμινισμό» της μεταμαρξιστικής κοινωνικής θεωρίας που αρνείται να λάβει σοβαρά υπόψη τους νέους εργατικούς αγώνες στα θεωρητικά της σχήματα. Όπως οι Μαρξιστές έχουν κατηγορηθεί για οικονομικό ντετερμινισμό, με τον ίδιο τρόπο οι μεταμαρξιστές μπορούν να θεωρηθούν ως δέσμιοι ενός πολιτικού ντετερμινισμού στο πλαίσιο του οποίοι οι ευέλικτα εργαζόμενοι ως πολιτικά υποκείμενα δεν είναι ορατοί. Στη περίπτωση αυτή ο όρος τάξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά του όρου λαός και να συμπεριλάβει κοινωνικές ομάδες που δεν προσδιορίζονται με βάση την εργασία και την συνδικαλιστική στράτευση (Σταυρακάκης 2019: 85-108). Βιβλιογραφία Aron, R. (1994), Η Εξέλιξη της Κοινωνιολογικής Σκέψης, α’ τόμος, μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα, εκδόσεις Γνώση. Doeringer, P. & Piore, Μ. (1985), Internal Labour Markets and Manpower Analysis, London, M.E. Sharpe Publishers. Giddens Anthony (1973), The Class Structure of the Advanced Societies, London, Hutsinson. Grusky, D. B. & Galescu, G. (2005), “Is Durkheim a Class Analyst?”, σε J. C. Alexander & P. Smith (επιμ.), The Cambridge Companion to Durkheim, Cambridge, Cambridge University Press, σσ. 322-359, kindle edition. Laclau E. (1990), New Reflections of the Revolution of Our Time, London, Verso. Wright, E. O. (2015), Understanding Class, London, Verso. Δεμερτζής, Ν. & Περέζους, Κ. (2010), «Ο Ζίγκμουντ Μπαουμαν και η Διφορούμενη Νεωτερικότητα», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα. Αθήνα, Gutenberg, σσ. 347 – 370. Κουμανταράκη, Ά. (2018), «Οι Συνέπειες της Εκπαιδευτικής Πολιτικής του ΠΑΣΟΚ στο Διδακτικό Προσωπικό την Περίοδο 1998–2004», σε Χ. Τάσσης & Β. Ασημακόπουλος (επιμ.), ΠΑΣΟΚ 1974-2018: Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, κυβερνητικές πολιτικές, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg, σσ. 670–694. Μοσχονάς, Α. (1998), Τάξεις και Στρώματα στις Σύγχρονες Κοινωνίες, Αθήνα, εκδόσεις Οδυσσέας. Σακελλαρόπουλος, Σ. (2014), Κρίση και Κοινωνική Διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου Αιώνα, Αθήνα, εκδόσεις Τόπος. Σταυρακάκης, Γ. (2019) Λαϊκισμός. Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί, Αθήνα, εκδόσεις ΕΑΠ Α.Ε. Φωτόπουλος, Ν. (2010), «Από τον Μονοδιάστατο Άνθρωπο στην Αποικιοποίηση του Βιοκόσμου: Χέρμπερτ Μαρκούζε και Γιούργκεν Χάμπερμας απέναντι στη νεωτερικότητα», σε Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg, σσ. 325-346. 292 Η Πολιτική, Οικονομική, Πολιτισμική και Κοινωνική Θεώρηση της Παγκοσμιοποίησης και η Επίδρασή της στην Κοινωνική Πολιτική Στέφανος Κόφφας1 Περίληψη Η έννοια της παγκοσμιοποίησης ως οργάνωση του κόσμου με ενιαία μορφή, έχει πνευματική και υλική χροιά και η πραγμάτωσή της επιδρά στην άσκηση της κοινωνικής πολιτικής. Σημαντικό στοιχείο στην παγκοσμιοποίηση αποτελεί η ρευστότητα των αξιών και η κατασκευή ενός βαθμιαία επιβαλλόμενου πολιτισμού στην οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική του διάσταση, με την χρήση της τεχνολογίας. Ως παράγωγο δε της παγκοσμιοποίησης, αναδεικνύονται μια σειρά τυποποιήσεων στον τρόπο δράσης, με βασικότερο τον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης και την σύγκρουση που παρατηρείται μεταξύ αξιών και του υλιστικού προσανατολισμού. Η κρατική παρέμβαση σε πολλές πτυχές της καθίσταται κατευθυνόμενη προς τυποποιημένες μορφές υποστήριξης, από την μεριά του κοινωνικού κράτους, ιδιαίτερα με την μορφή συστημάτων αύξησης της συναντίληψης της ατομικής ευθύνης. Η δε αναδιανεμητική λειτουργία αμφισβητείται και στην θέση της εμφανίζονται ποικίλες μικροσυλλογικότητες που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον ιδιωτικό χώρο, το ατομικό συμφέρον με τάσεις ομογενοποίησης των δράσεων των προγραμμάτων και των προτύπων. Επιπλέον στα πλαίσια σύγκλισης της ΕΕ εξετάζονται υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης τα ζητήματα ενός όσο το δυνατό ομοιογενοποιημένου από άποψη διοίκησης και ορθολογικής διαχείρισης των πόρων κοινωνικού κράτους. Λέξεις-κλειδιά: Παγκοσμιοποίηση, κοινωνική πολιτική, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική θεώρηση Εισαγωγή – Ορισμός Τις τελευταίες δεκαετίες η επικράτηση και η ευρεία χρήση των τεχνολογιών της πληροφορικής και της ψηφιακής διάδοσης πληροφοριών και δεδομένων, οδήγησε στην κατάργηση των χωροχρονικών συνόρων και συνέβαλε στη διεθνοποίηση του εμπορίου, την αύξηση των πολιτισμικών σχέσεων και των διεθνών διαντιδράσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης,2 της μετατροπής, δηλαδή της οικουμένης σε μία ενιαία οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επικράτεια. 1 Λέκτορας, Επιστημονικός συνεργάτης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Λάρισα,
[email protected]2 Αν και η χρήση της έννοιας παγκοσμιοποίηση συναντάται σε συγγράμματα ακόμα και πίσω στο 1944, προς το τέλος του Β' Παγκόσμιου πολέμου, έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο Levitt ήταν εκείνος που διέδωσε τον όρο στην επιχειρηματική κοινότητα τον Μάιο του 1983, μέσα από ένα άρθρο του «Globalization of Markets» στο περιοδικό Harvard Business Review (Βλάδος 2017: 49). 293 Ο γενικός ορισμός για την παγκοσμιοποίηση που έχει δοθεί από τον ΟΗΕ «περιλαμβάνει όλο και πιο περίπλοκο φάσμα διασυνοριακών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των φυσικών προσώπων, επιχειρήσεων, ιδρυμάτων και αγορών, το οποίο εκδηλώνεται μέσα από την επέκταση των ροών αγαθών, τεχνολογιών και οικονομικών πόρων, την σταθερή αύξηση της επιρροής των διεθνών θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, τις παγκόσμιες δραστηριότητες των πολυεθνικών εταιριών, τη σημαντική διεύρυνση διασυνοριακών επικοινωνιών και ανταλλαγής πληροφοριών, κυρίως μέσω του Διαδικτύου, τη διασυνοριακή μετάδοση των ασθενειών και των περιβαλλοντικών προβλημάτων, καθώς και όλο και περισσότερο συνδεδεμένων ειδών εγκληματικών δραστηριοτήτων» (http://hdr.undp.org/sites/default/files/reports/260/hdr_1999_en_nostats.pdf). Σύμφωνα με τους Πέτρας & Βελτμάγιερ, ο όρος παγκοσμιοποίηση έχει διττή χρήση. Ως περιγραφικός άξονας (εξήγηση), αναφέρεται στη διεύρυνση και εμβάθυνση της διεθνούς ροής εμπορικών συναλλαγών, κεφαλαίου, τεχνολογίας και πληροφορίας σε μια ενοποιημένη παγκόσμια αγορά. Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη χρήση της παγκοσμιοποίησης, αυτή που τη θέλει άξονα διαμόρφωσης πολιτικών απελευθέρωσης εθνικών και παγκόσμιων αγορών. Η χρήση αυτή είναι ιδεολογική και συνδέεται με μια αντίληψη του φαινομένου ως συνόλου αλληλένδετων διαδικασιών, εγγεγραμμένων στις δομές του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής. Από αυτή τη σκοπιά, το φαινόμενο θεωρείται ως αναπόφευκτο» (Πέτρας & Βελτμέγιερ 2005: 237). Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης, η παγκοσμιοποίηση ως απόρροια των ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών, κεφαλαίων και πληροφοριών επηρεάζει τις υπάρχουσες ιδεολογίες οργάνωσης και διοίκησης σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο, τις ασκούμενες πολιτικές και τις αντίστοιχες πρακτικές εφαρμογής τους σε κάθε κράτος, ανάλογα με τον βαθμό διείσδυσής της στην οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Πηγή: Βλάδος 2017: 50. 294 Μορφές της παγκοσμιοποίησης και επιδράσεις τους στην κοινωνική πολιτική Η ιδεολογική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης καλείται να εξηγήσει την σύνδεση της υλικής με την πνευματική της διάσταση όσον αφορά το αποτέλεσμα, δηλαδή την αντίληψη από τον άνθρωπο του κόσμου ως ενιαίου σε πολλά σημεία χρησιμοποιώντας: α) την τάση προς την καθολικότητα και την χρήση κοινών στοιχείων για την ύπαρξή του ανθρώπου β) την τεχνολογία ως σημαντικό μέσο για την επίτευξη της ομοιογενοποίησης και γ) την τάση επιβολής - διεκδικητικότητας που έχει από την φύση του ο άνθρωπος (Σούρλας, 2008). Το τελευταίο στοιχείο γίνεται περισσότερο έντονο λόγο του καπιταλιστικού συστήματος που επικρατεί σχεδόν παντού στον κόσμο, έχοντας πλέον επηρεάσει ατομικές συμπεριφορές, πολιτισμικά πρότυπα αλλά και τις διακρατικές σχέσεις. Πρόκειται για την ονομαζόμενη μεταβολή του πολιτισμού, όπου μέσω της ρευστότητας των αξιών συντελείται βαθμιαία η κατασκευή ενός επιβαλλόμενου πολιτισμού. Ενισχυτικό δε ρόλο στην προσπάθεια αυτή παίζει η εξέλιξη και η ευρεία χρήση της τεχνολογίας με την μεταφορά κάθε είδους πληροφοριών ως μέσων καθιέρωσης συγκεκριμένων, αλλά και εξίσου σημαντικό, καθοδηγούμενων επιρροών, εξελίξεων και προτύπων. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί η προσπάθεια ελέγχου και επιβολής με διάφορους τρόπους και μέσα όχι απαραίτητα στρατιωτικής βίας (Σάσεν, 2009). Κι αυτό διότι η οικονομική ισχύς αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό εργαλείο επιβολής με την δημιουργία υπερεθνικών κέντρων ελέγχου ολόκληρων κρατών και λαών. Ο συνδιασμός δε της τεχνολογίας με τα σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα στις οικονομικές συναλλαγές αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της επιβολής, και κατά συνέπεια της ένταξης ή του αποκλεισμού ανθρώπων και κρατών.3 Όσον αφορά την σημασία του κράτους έχει περιοριστεί, η πολιτική κυριαρχία και η οικονομική αυτοτέλεια σε πολλές πτυχές τους είναι επηρεαζόμενες αλλά και ελεγχόμενες. Στο πλαίσιο αυτό οι σχέσεις μεταξύ των κρατών έχουν μετασχηματιστεί σε σχέσεις εξουσίας, συμφερόντων, επιβολής αλλά και υιοθέτησης συγκεκριμένων συστημάτων οργανωτικής και διοικητικής λειτουργίας. Χαρακτηριστική είναι η σχεδόν μαζική επικράτηση του φιλελεύθερου μοντέλου μανατζμεντ του κράτους που αναδεικνύει την πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική κατάσταση σε μια σειρά από προβλήματα και απειλές όπως αυτά του περιβάλλοντος, της ταξικής διάκρισης όσον αφορά την ποιότητα ζωής, της διαχείρισης πρώτων υλών, της λειτουργίας υπηρεσιών και οργανισμών και της εφαρμογής αξιών (Αλμπάνης 2003: 49). Το αξιακό σύστημα σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο κρατικής λειτουργίας αλλά και ατομικής-κοινωνικής αλληλεπίδρασης παίζει σημαντικό ρόλο στην ένταση της εμφάνισης αυτών των φαινομένων. Αυτό που εκτρέφει τέτοιου είδους προβλήματα με βασικότερο την σύγκρουση που παρατηρείται μεταξύ του υλιστικού 3Οι Νέγκρι και Χαρντ στο έργο τους με τίτλο «Αυτοκρατορία» θα διατυπώσουν τη θέση της αμετάκλητης παγκοσμιοποίησης των οικονομικών και πολιτισμικών ανταλλαγών στη βάση της πυραμίδας της αυτοκρατορίας τριών επιπέδων. Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας βρίσκονται οι ΗΠΑ, οι οποίες διαθέτουν την ικανότητα και την επιλογή άσκησης βίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο ίδιο επίπεδο, στην αμέσως επόμενη βαθμίδα, βρίσκονται οι χώρες του G7/G8, οι οποίες ελέγχουν τους θεσμούς του παγκόσμιου συστήματος χρηματοοικονομικών θεσμών. Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκονται οι υπερεθνικές εταιρείες που διαμορφώνουν μέσα από δίκτυα την παγκόσμια αγορά. Στις εταιρείες αυτές βρίσκονται υποταγμένα, όχι όλα, αλλά τα περισσότερα εθνικά κράτη. Στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο βρίσκεται το πλήθος, το οποίο διαμορφώνεται στο πλαίσιο των εθνικών κρατών και μέσα από τους αντιπροσωπευτικούς τους θεσμούς (Hardt & Negri 2002). 295 προσανατολισμού και της εφαρμογής του αξιακού κοινωνικού υπόβαθρου, σχετίζεται με το «κατά πόσο εφαρμόζεται το θεσμικό πλαίσιο (ακέραια ή κατά βούληση), με την χρήση ποιων μέσων (θεμιτών ή αθέμιτων), από ποιους (θεσμοθετημένους φορείς ή ενδιάμεσους) με ποιους τρόπους (δικαιωματικά ή ανταποδοτικά) και με τι είδους διοικητική σχέση (συναλλαγή ή διαπλοκή)» (Κόφφας 2011: 202, Σδρόλιας κ.ά. 2016: 42-44). Το συλλογικό συναίσθημα εκλείπει, οι αξίες της ελευθερίας και της αλληλεγγύης αποδυναμώνονται. Κοινό στοιχείο αποτελεί το γεγονός, ότι η ιδεολογία περιθωριοποιείται και υποκαθίσταται από εγωιστικά υλιστικά πρότυπα ζωής με χαρακτηριστικά την συσσώρευση, την προβολή ισχύος και την επιβολή σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο, που εκδηλώνεται στο μίκρο-επίπεδο των ατομικών σχέσεων, στο μεσο-επίπεδο της κοινωνικοποίησης αλλά και στο μάκρο-επίπεδο των διεθνείς σχέσεις μεταξύ των κρατών. Αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογικής θεώρησης είναι οι μορφές οικονομική, πολιτική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση με τις οποίες γίνεται συνήθως αντιληπτή η λειτουργία του κόσμου ως ενιαίου και επηρεάζει μεταξύ άλλων και την κοινωνική πολιτική. Πολιτική παγκοσμιοποίηση Η πολιτική παγκοσμιοποίηση4 αφορά το κράτος, την λειτουργία του, τους θεσμούς και τα σύμβολα και την σημασία τους που έχουν τόσο μέσα στον εθνικό χώρο όσο και στο παγκόσμιο σύστημα διεθνών διεργασιών. Οι στενότερες σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί σήμερα μεταξύ των κρατών, ιδιαίτερα λόγο των μεταβολών που παρατηρούνται στα στοιχεία που συνθέτουν τον δυτικότροπο πολιτισμό, έχουν οδηγήσει στην αποδυνάμωση του έθνους, στην απαξίωση των εθνικών συμβόλων και στην απώλεια της σημασίας που έχει η κοινή εθνική συνείδηση για την οργάνωση της κοινωνίας και της ζωής των ανθρώπων σε τοπικό επίπεδο. Το κράτος χάνει την ισχύ και την κυριαρχία του στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και μετατρέπεται περισσότερο σε μηχανισμό τοπικής διαχείρισης. Μαζί τους χάνει σε δύναμη και η πολιτική ελευθερία και συνάμα η αυτοδυναμία λήψης αποφάσεων, των δημοκρατικών αξιών αλλά και του πολιτειακού συστήματος, διότι «η δυνατότητα της εθνικής πολιτικής κοινότητας να λαμβάνει αποφάσεις (άρα: να αυτοκαθορίζεται πολιτικά) με βάση τη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, σχετικοποιείται» (Παπακωνσταντίνου 2007:8). Στην θέση της αμφισβητούμενης πολιτικής λειτουργίας εμφανίζονται ποικίλες μικροσυλλογικότητες που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον ιδιωτικό χώρο, το ατομικό συμφέρον με τάσεις ομοιογενοποίησης της συμπεριφοράς και των προτύπων (Αλμπάνης 2001: 21-23). Η άσκηση της πολιτικής ακολουθεί τις οικονομικές επιταγές της αγοράς, σύμφωνα με τα συμφέροντα των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών κρατών στην παγκόσμια κατάταξη. Η τάση περιορισμού του ρόλου της πολιτικής και της σημασίας της 4 Η χαρακτηριστικότερη ίσως επίπτωση της πολιτικής παγκοσμιοποίησης είναι η σχετικοποίηση της κρατικής κυριαρχίας. Από δύναμη ασυμβίβαστη και ακαταγώνιστη, με δεδομένο και αμετάλλακτο νόημα και προκαταβολική λειτουργία, που επιβάλλεται αξιωματικά και καταναγκαστικά, τείνει να μετεξελιχθεί σε δύναμη ρευστή που διαχέεται και επιμερίζεται σε κέντρα εξουσίας, εθνικά και υπερεθνικά, κρατικά και ημι-κρατικά, δημόσια ή και ιδιωτικά και εκδηλώνεται μέσα από διαδικασίες, τυπικές ή άτυπες, επικοινωνίας και αλληλοεπίδρασης (Μανιτάκης 2000: 75-76). 296 οφείλεται περισσότερο στην τάση επιβολής των διεθνικών κέντρων ισχύος που χαράσσουν κατευθυντήριες γραμμές εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα ως ένα σημείο και τις πολιτικές αποφάσεις οικονομικά υποκείμενων κρατών. Στα πλαίσια των στενών εμπορικών-οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών, η δύναμη της αγοράς έχει ξεπεράσει σε πολλές περιπτώσεις την δύναμη που έχει η πολιτική και η ισχύς που έχουν πολλά συνήθως μικρά σε μέγεθος και πλούτο κράτη (Panitch 2001: 320). Η παγκόσμια ροή ομοιογενοποίησης επιδρά στις πολιτικές αποφάσεις για την διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής, σε επίπεδο α) διοικητικό όσον αφορά την λειτουργία και την διαχείριση των συστημάτων που την απαρτίζουν, β) οικονομικό όσον αφορά την κατάρτιση του προϋπολογισμού και της διάθεσης πόρων και γ) ευρωπαϊκό όσον αφορά τις δεσμεύσεις για την κοινή ευρωπαϊκή σύγκλιση των κρατών μελών της ΕΕ. Όπως τονίζεται, αδιαμφισβήτητα η ασκούμενη διεθνοποίηση των οικονομιών με την έντονη κινητικότητα κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού, περιορίζουν σημαντικά το ρόλο του εθνικού κράτους στην χάραξη των πολιτικών για την εργασία, την ασφάλιση, την σύνταξη, αλλά και την φροντίδα-πρόνοια του γηγενούς πληθυσμού, καθότι επιδρά στην βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, θέτει όρια σε χώρες υπό οικονομική εποπτεία όπως η Ελλάδα για τις κοινωνικές δαπάνες που αφορούν τα συστήματα ασφάλισης, υγείας, πρόνοιας μέσω ελέγχου της φορολόγηση των πολιτών, αλλαγών στην οργάνωση της διοίκησης και ελέγχου αποτελεσματικότητας των πόρων για την κοινωνική πολιτική (Muntaner et al. 2012). Ταυτόχρονα, η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για χαλάρωση των υπαρχόντων εργασιακών δικαιωμάτων, την συρρίκνωση των αμοιβών και των όρων εργασίας με γνώμονα το νέο μοντέλο ευελιξίας με ασφάλεια και την άσκηση πίεσης προς συμμόρφωση σε λιγότερο συγκαταβατικές κυβερνήσεις, με την φυγή των επενδυτών και τον προσανατολισμό των κεφαλαίων προς αναπτυσσόμενες χώρες με χαμηλό εργασιακό κόστος. Χαρακτηριστικά η ευελιξία με ασφάλεια στις μορφές απασχόλησης αποτελεί απλή αμφίεση της νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης για απορρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών εργασίας, με στόχο αυτές να καταστούν πιο ευέλικτες μέσω της διάβρωσης των κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων (Raveaud 2007). Οι αλλαγές περιεχομένου αντανακλούν αντίστοιχες αλλαγές στον ταξικό συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όπως αυτός αποκρυσταλλώνεται στο ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο στα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά και στους ιδεολογικο- πολιτικούς συσχετισμούς στο διακυβερνητικό-κοινοτικό επίπεδο (Καραμεσίνη 2011: 225). Η ρυθμιστική παρέμβαση των εθνικών κυβερνήσεων τείνει έτσι να καταστεί στους τομείς αυτούς περισσότερο ονομαστική παρά ουσιαστική. Συνάμα προκρίνονται «νέες μορφές πολυμερούς και παγκόσμιας πολιτικής όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία συνιστά το σημαντικότερο επιστημολογικό παράδειγμα σταδιακής συγκέντρωσης, με τη μέθοδο της απορρόφησης, σε υπερεθνικό επίπεδο τμημάτων κρατικής κυριαρχίας σε τομείς μάλιστα που εντάσσονται στον πυρήνα της (οικονομία, νόμισμα, εμπόριο)» (Παπακωνσταντίνου 2007: 19). Η προωθούμενη από την διαδικασία ευρωπαϊκής οικονομικής σύγκλισης νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της διεθνοποιημένης οικονομίας αναπτύσσεται με γνώμονα τις ευκαιρίες που υπάρχουν στην ελεύθερη ευρωπαϊκή αγορά χωρίς σύνορα, προβάλλεται ως μοντέλο κοινωνικής 297 και οικονομικής ανάπτυξης, με προϋπόθεση την μικρή κρατική παρέμβαση στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες. Πηγή: Βλάδος 2017: 59. Οικονομική παγκοσμιοποίηση Η οικονομική παγκοσμιοποίηση 5 είναι η διεθνοποίηση της οικονομίας με την οργάνωση της λειτουργίας της ως ενιαίας μονάδας σε παγκόσμιο επίπεδο (Hirst & Thompson, 2000:18). Αυτό που διαφαίνεται σήμερα είναι, ότι η προσπάθεια οικονομικής επιβολής λόγο των δυνατοτήτων της παγκοσμιοποίησης, μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα τάξη πραγμάτων όπου θα υπάρχουν δομές επιβολής και εξουσίας. δηλ. έναν κόσμο που θα βασίζεται στην αντίληψη μιας κεντρικής διοίκησης με γνώμονα την παγκόσμια διακυβέρνηση της οικονομικής ισχύος και των εμπορικών συμφερόντων ελέγχου και διακίνησης πρώτων υλών την οποία λαμβάνουν μέρος και υπακούουν τα κράτη και η οποία θα βασίζεται στην αρχή προστασίας παγκόσμιων αγαθών και λιγότερο αξιών. Αυτό σημαίνει πρακτικά δημιουργία πόλωσης μεταξύ των δύο άκρων, φτωχών και πλουσίων κρατών δηλαδή αυτών που διοικούν-ελέγχουν και των υπόλοιπων που είναι εξαρτημένα οικονομικά (Αλμπάνης 2001:31). Σε εθνικό επίπεδο η οικονομική πολιτική χάνει την αυτονομία της, αποτελώντας μέρος μιας υπερεθνικής οικονομικής δραστηριότητας και δεν μπορεί πλέον η ίδια να ρυθμίζει τους δείκτες της οικονομίας, εφόσον νομισματικά όσο και δημοσιοοικονομικά είναι έξωθεν ελεγχόμενη (Σακελλαρόπουλος 1999:48). Ταυτόχρονα αυξάνεται ο ρόλος πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες ελέγχουν πόρους, διακίνηση πληροφοριών και χρηματοοικονομικά προϊόντα και μπορούν να 5Η Παγκόσμια οικονομία έχει διεθνοποιηθεί στη βασική της δυναμική, κυριαρχείται από μη ελεγχόμενες δυνάμεις της αγοράς και έχει βασικούς οικονομικούς παράγοντες και σημαντικούς παράγοντες αλλαγής τις πραγματικά υπερεθνικές εταιρίες, που δεν υποτάσσονται σε κανένα έθνος-κράτος και εδρεύουν όπου τους υπαγορεύει το πλεονέκτημα της παγκόσμιας αγοράς (Hirst & Thompson 2000: 18). 298 επηρεάσουν τα οικονομικά δρώμενα, ακόμη και ενάντια στην θέληση των εξαρτημένων οικονομικά κρατών. Επίσης η οικονομική παγκοσμιοποίηση συμβάλει στην αλλαγή των οικονομικών συναλλαγών, με ενίσχυση των άυλων μορφών της σε βάρος της πραγματικής παραγωγής και έχει οδηγήσει σε έναν παγκόσμιο αθέμιτο ανταγωνισμό. Συνεπικουρημένη δε από το καπιταλιστικό σύστημα ως κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής πολιτικής, δρα σχεδόν ανεξέλεγκτα με την απουσία ουσιαστικών (δια)κρατικών ρυθμίσεων, υπό το επιχείρημα ότι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις αποτελούν εμπόδιο στις παγκόσμιες οικονομικές ισορροπίες (Ζαρίντας 2012). Η οικονομική παγκοσμιοποίηση δοκιμάζει την αυτονομία του κράτους φτάνοντας σε σημείο να το υποκαθιστά, αφού μεταξύ άλλων θίγει τα θεμέλια του κοινωνικού κράτους κατά πολλούς τρόπους. Πρώτον, θίγει τη μακροοικονομική αυτοτέλεια του κράτους και άρα και την ικανότητα του να διαμορφώσει και να ασκήσει κοινωνική πολιτική (απώλεια παραδοσιακών φορολογικών και νομισματικών εργαλείων όπως π.χ. κευνσιανός έλεγχος πολιτικής ζήτησης λόγω του φόβου των αντιδράσεων των οίκων αξιολόγησης και μιας ενδεχόμενης οικονομικής υποτίμησης). Δεύτερον, έχει οδηγήσει σε μια κατίσχυση του διεθνούς κεφαλαίου και ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού που εκμεταλλευόμενο τη μεγαλύτερη διαπραγματευτική του δύναμη λόγω της ευχέρειας παγκόσμιας κινητικότητας τους ασκούν σημαντική πίεση στην άρση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας και στη μείωση του μισθολογικού κόστους (Γεράσιμος 2014). Περαιτέρω η εθνική οικονομική κυριαρχία εκχωρείται σε οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η ΕΕ με αποτέλεσμα την ποσόστωση της φοροεισπρακτικής ικανότητα του κράτους στην προσπάθεια συμμόρφωσής του με τους όρους των δανειστών, αλλά και ταυτόχρονη την μείωση της αναδιανεμητικής του λειτουργίας (Χάμπερμας 2011). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η ευρωπαϊκή ενοποίηση στηρίζεται εξαρχής στην πρόταξη της ανταγωνιστικότητας της αγοράς ως βασικής αρχής του νεοφιλελευθερισμού και παρά το γεγονός, ότι επιδιώκει πλέον και κοινωνικούς στόχους θέτοντας την οικονομική ενοποίηση ως μέσο για την επίτευξη μιας Ευρώπης στηριγμένης στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στη δημοκρατία και στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην πράξη διαφαίνεται ότι συχνά υποτάσσει τους κοινωνικούς στόχους στις οικονομικές επιδιώξεις ενός μονεταριστικού οικονομικού μοντέλου (Γεράσιμος 2014). Τέλος, η φιλελευθεροποίηση του παγκόσμιου εμπορίου με τη νεοφιλελεύθερη εμμονή στην αυτορρύθμιση της αγοράς (ακόμα και σε περιόδους οικονομικής κρίσης) και στην πρόταξη της ανταγωνιστικότητας με όποιο κοινωνικό κόστος έχει οδηγήσει στη σταδιακή διείσδυση και τελικά υιοθέτηση πρακτικών από τον ιδιωτικό τομέα. Προκρίνεται δηλαδή η μείωση της κρατικής παρέμβασης με ταυτόχρονη αναπλήρωσή του ποσοστού της από την συμμετοχή των ατόμων με τις δικές τους δυνάμεις και πόρους. Πρόκειται δηλαδή για την συναντίληψη της ατομική ευθύνης κατά την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομίας στην προσπάθεια σύζευξης του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα ως εν δύναμη «συνεταίρων» στην άσκηση της κοινωνικής πολιτικής. Αυτό που πρακτικά σημαίνει την αποδοχή της λειτουργίας του ατομισμού6 στον οποίο κυριαρχεί η πεποίθηση ότι κάθε άτομο 6Ο όρος ατομισμός στην κοινωνική θεωρία χρησιμοποιήθηκε από τους οπαδούς του γάλλου φιλοσόφου και οικονομολόγου Claude Henri de Rouvroy de Saint-Simon. Σύμφωνα με αυτή 299 πρέπει να αναπτύξει τη δική του κρίση και συμπεριφορά και να θεωρείται υπεύθυνο για την ζωή του. Με βάση αυτή τη θεωρία τα κράτη που ακολουθούν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο κοινωνικής πολιτικής μεταβιβάζουν σημαντικό μέρος της ευθύνης για υπηρεσίες υγείας στο κάθε άτομο και την συμπεριφορά του. Κι αυτό γιατί η πρόνοια, η υγεία, η ασφάλιση, η εκπαίδευση αποτελούν οικονομικά αγαθά, όπως και τα υπόλοιπα, όπου το κάθε άτομο ξεχωριστά έχει αυτόνομο ρόλο στην διασφάλιση και εξασφάλισή τους. Έτσι η γενική αντίληψη για το επίπεδο συμμετοχής διαφοροποιείται, ανάλογα με το βαθμό που επιτρέπεται να εκδηλωθεί η αυτόνομη προσωπική ευθύνη του ατόμου, ώστε να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες που υπάρχουν ή παρουσιάζονται (Κόφφας 2014:2). Σύμφωνα με τον Ζαρίντα αυτό δημιουργεί μια «έξωθεν εμβόλιμη οικονομική κατάσταση που αμφισβητεί τον κοινωνικό ρόλο του κράτους «έχοντας στο μάτι τον αναδιανεμητικό ρόλο του και ιδίως τις κοινωνικές παροχές» (Βεργόπουλος 1999: 65). Υπ’ αυτό το πρίσμα, η κοινωνική συνοχή των σύγχρονων κρατών διασαλεύεται διότι τίθεται εν αμφιβόλω η υποχρέωση του κράτους να αναδιανέμει τους πόρους και να μεριμνά, ώστε να υπάρχει ισονομία, εισοδηματική δικαιοσύνη, πρόνοια προς τους κοινωνικά αποκλεισμένους και δυσπραγούντες. Αυτό που διαμορφώνεται είναι ένα παγκόσμιο ελεύθερο άναρχο πεδίο, όπου όλοι μπορούν δυνητικά να πετύχουν (ή και να αποτύχουν). Επειδή όμως οι συμμετέχοντες σε καμία περίπτωση δεν συναγωνίζονται επί ίσοις όροις, οι υφιστάμενες ανισότητες διαιωνίζονται» (Ζαρίντας 2012), η αναγκαιότητα κοινωνικοπολιτικής παρέμβασης παραμένει και το κράτος μένει εκτεθειμένο όσον αφορά την προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και του δημοσίου συμφέροντος προνοιακής κάλυψης των αναγκών. Πηγή: Βλάδος 2017: 56 . την ιδεολογία το άτομο είναι υπεύθυνο για την κατάσταση της υγείας του, και κατ επέκταση η οικογένειά του θεωρείται συνυπεύθυνη (Μάρδας 2005: 256). 300 Πολιτισμική παγκοσμιοποίηση Η έννοια της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης είναι δύσκολο να οριστεί διότι μπορεί να σχετίζεται με την μεταβολή του πολιτισμού μέσω της αξιακής ρευστότητας και της επιβολής ενός κατασκευασμένου πολιτισμού, ωστόσο παρουσιάζεται με διαφορετικές μορφές στις διάφορες χώρες (Αλμπάνης 2003:35). Στο πολιτισμικό επίπεδο, υπάρχει μια διχοτομία ανάμεσα στις τάσεις της παγκοσμιοποίησης να προωθήσει την τυποποίηση και την πολιτισμική ομοιογένεια, από το ένα μέρος, και, από το άλλο, να δημιουργήσει μεγαλύτερη κατάτμηση μέσω κινημάτων με τοπικιστικό προσανατολισμό. Μια άλλη επίσης εναλλακτική εκδοχή είναι η συνύπαρξη της πολιτισμικής ομοιογένειας με την πολιτισμική ανομοιογένεια (Barber 1995). Η ουσία της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης είναι το γεγονός της διαμόρφωσης πολιτισμικής συλλογικότητας στη βάση της κοινής ανθρώπινης συνείδησης δηλ. ότι υπάρχουν κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά για όλους τους ανθρώπους που βασίζονται σε κοινές αξίες και όχι στη βάση της συλλογικής ιδιαιτερότητας δηλ. με κριτήριο την ανωτερότητα ή την κατωτερότητα στοιχείων μιας κοινωνίας ή ενός πολιτισμού π.χ. ο αμερικανικός πολιτισμός. Ο πολιτισμός οριζόμενος ως σύνολο έκφρασης αξιών αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την διαμόρφωση της πορείας του κόσμου και την εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης (Kiely 1998, Αλμπάνης 2001). Για τον λόγο αυτό ο πολιτισμός και ο τρόπος χειρισμού των αξιών που τον απαρτίζουν είναι το στοιχείο που θα καθορίσει ποια τάση θα επικρατήσει. Π.χ. εάν προτεραιότητα έχει η υλιστική αντίληψη τότε η συγκέντρωση υλικών αγαθών θα καταστεί κυρίαρχη με αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη κοινωνική πόλωση και την δημιουργία ανισοτήτων εις βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης, γεγονός που δυσχεραίνει την άσκηση της κοινωνικής πολιτικής. Περαιτέρω η πρόκριση της ύλης επηρεάζει αποφασιστικά όλα τα επιμέρους στοιχεία του πολιτισμού όπως η γλώσσα, η θρησκεία, η τέχνη, η διανόηση, η επικοινωνία καθώς προάγει τα καταναλωτικά πρότυπα ως τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας και των συστημάτων δραστηριοποίησής της (Κόφφας 2017: 628). Βάση του πολιτισμού είναι η γνώση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την ανθρώπινη ελευθερία που την σειρά της είναι προαπαιτούμενο για τον σεβασμό των ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η γνώση σήμερα παρόλο που δείχνει να είναι ελεύθερη στην εποχή της απεριόριστης πληροφόρησης, ωστόσο πολλές φορές είναι καθοδηγούμενη, επιλεκτική, περιοριζόμενη από συμφέροντα αλλά και μη προσβάσιμη σε πολλούς λόγο έλλειψης τεχνολογικών υποδομών (Αλμπάνης 2003). Αυτό έχει ως τελική συνέπεια τον έλεγχο και την καταστολή της ελεύθερης ανθρώπινης προσωπικότητας και τον περιορισμό των δικαιωμάτων ως συνεπειών της οικονομικής παγκοσμιοποίησης (π.χ. κοινωνικό Dumping, περιορισμός εργασιακών ελευθεριών και δικαιωμάτων). Η υλιστική κατεύθυνση του σύγχρονου πολιτισμού πρώτον αλλοτριώνει την ανθρώπινη συνείδηση, στάση και συμπεριφορά και δεύτερον αποτελεί κίνδυνο εξάλειψης της ατομικής ετερότητας με την καθιέρωση μιας τυποποιημένης και κακώς νοούμενης ομοιογενούς συλλογικότητας. Αποτέλεσμα είναι ότι οι βασικές αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης ως βασικοί πυλώνες ιδεολογικής ύπαρξης για την κοινωνική πολιτική αποδυναμώνονται. Η σημασία του κράτους πρόνοιας υπακούει στην εργαλειακή λειτουργία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, προσδιοριζόμενο και κατευθυνόμενο με 301 βάση δείκτες αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας. Η κρατική παρέμβαση καθίσταται κατευθυνόμενη προς τυποποιημένες μορφές υποστήριξης, ιδιαίτερα με την μορφή συστημάτων αύξησης της συναντίληψης της ατομικής ευθύνης. Η αναδιανεμητική λειτουργία αμφισβητείται και στην θέση της εμφανίζονται σχήματα παρέμβασης που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον ιδιωτικό χώρο, με τάσεις ομογενοποίησης των δράσεων των προγραμμάτων βάσει οικονομοτεχνικών προτύπων. Στην πολιτισμική παγκοσμιοποίηση, η συζήτηση για τον κοινωνικό πλουραλισμό, η οποία έχει αποτελέσει το πλαίσιο της πολυπολιτισμικής διαντίδρασης στις αναπτυγμένες κοινωνίες, έχει αντίκτυπο και στην κοινωνικοπολιτική παρέμβαση. Εκεί οι πολιτισμικές ετερότητες μεγαλώνουν, η αίσθηση της αλληλεξάρτησης υπό την σκέπη της πολυπολιτισμικής συλλογικότητας παρόλο που είναι αναγκαία αμβλύνεται, λόγω διαφορετικής κουλτούρας, παράδοσης, συνήθειας και διαφορετικού τρόπου λειτουργίας συστημάτων, οργανισμών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την λειτουργία παράλληλων κοινωνιώνκαι ειδών υποκουλτούρας μέσα στην ίδια πολυπολιτισμική κοινωνία. 7 Η ανάπτυξη δεσμών δείχνει να γίνεται πιο αφηρημένη, απρόσωπη και περισσότερο έμμεση τα κοινά ενδιαφέροντα υποσκελίζονται και συνοδεύονται με φαινόμενα περιθωριοποίησης, αποκλεισμού ή και ατομισμού, τοπικισμού αλλά εθνισμού (Meyer & Weil 2002). Στο βαθμό που η συλλογική συνείδηση μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση της κοινωνικοποίησης και γενικότερα της συλλογικής ταυτότητας και της ανάπτυξης κοινής δράσης των ατόμων, το ζήτημα της πολυπολιτισμικής παγκοσμιοποίησης παρεμβαίνει ως δρών παράγοντας στη δυναμική της κοινωνικής σύγκρουσης μεταξύ κοινωνικών ομάδων ως αποτέλεσμα της κατά τόπου ανταπόκρισης στις παγκόσμιες μεταμορφώσεις. Στο πλαίσιο αυτό ο πλουραλισμός της κοινωνικής πολιτικής διαπερνά όλα τα θέματα της ανθρώπινης δραστηριότητας και το παγκόσμιο πλαίσιο, διευρύνει τα όρια συνδιαλλαγών μεταξύ δρώντων πέρα από την οικογένεια, την κοινότητα, το έθνος. Οι σημερινές κοινωνίες παρουσιάζονται πολυσχιδείς και μεταβαλλόμενες. Η οικογένεια, η εργασία και η ιθαγένεια, που ήταν οι κύριες πηγές της διαμόρφωσης της συλλογικής πολιτισμικής ταυτότητας του πολίτη, παραμένουν βέβαια σπουδαίες, αλλά γίνονται πιο κινητικές και πιο ανταγωνιστικές επηρεαζόμενες από παγκοσμιοποιητικές αρχές και πρότυπα, προκαλώντας επιτακτικές τις απαιτούμενες προσαρμογές – αλλαγές στην κοινωνικοπολιτική παρέμβαση. Συμπεράσματα Η επίδραση της παγκοσμιοποίησης στην κοινωνική πολιτική σχετίζεται με το ρόλο του κράτους στην εκπλήρωση των κοινωνικοπρονοιακών του υποχρεώσεων μέσα στο διεθνικό πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Αυτό, πρακτικά σημαίνει, την εξισορρόπηση της λειτουργίας του κοινωνικού φιλελευθερισμού8 στο περιβάλλον 7 Ο Wilhelm Heitmeyer χρησιμοποίησε το 1996 ως πρώτος επιστήμονας την λέξη της παράλληλης κοινωνίας σε άρθρο του στην εφημερίδα der Tageszeitung „Der Vater der Parallelgesellschaft“, έκδοση από τις 16.04.2007. 8 Η ιδεολογία του κοινωνικού φιλελευθερισμού αναπτύχθηκε στην Αγγλία κυρίως στα τέλη του 19ου-αρχές 20ού αιώνα ως μια αντίδραση ή επαναδιατύπωση των αρχών του κλασικού φιλελευθερισμού των αρχών του 19ου αιώνα. Πρωταρχική αρχή του είναι η έννοια της 302 της οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, έτσι ώστε να πληρούνται τα κριτήρια της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ως θεμελιώδη στοιχεία του κοινωνικού κράτους. Ως θεωρία συμφιλίωσης των αντίθετων άκρων, συντηρητισμού-σοσιαλισμού, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός επιδιώκει την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς με αξιοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας αλλά την ίδια στιγμή τάσσεται υπέρ της αναγκαιότητας της ρυθμιστικής κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και την κοινωνία με την μορφή της θετικής ελευθερίας (Αρβανιτόπουλος 2012: 171). Η υλοποίηση της ελευθερίας, νοουμένης ως δυνατότητας εκπλήρωσης στόχων, απαιτεί την ύπαρξη των οικονομικών και κοινωνικών πόρων που μόνο ένα κράτος με δομημένη κοινωνικοπολιτική παρέμβαση μπορεί να διαθέσει. Στο άτομα σύμφωνα με αυτή την αντίληψη προσφέρεται η δυνατότητα να αναπτύξουν τις πλήρεις δυνατότητές τους με τη δημόσια αρωγή σε τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση, η σταδιοδρομία, η δημιουργία οικογένειας. Έτσι το σύγχρονο κράτος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης με βάση τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, είναι ένας χώρος στον οποίο μπορεί να ενθαρρύνεται η ελευθερία και ο παρεμβατικός ρόλος των υπηρεσιών του κράτους, με βάση τον πλουραλισμό. Επιπλέον, η κατανομή των «αγαθών» της παγκοσμιοποίησης θεωρητικά οφείλει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε η συνέργεια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα, να μην προσκρούουν στα οφέλη της θετικής ελευθερίας. Μέσα στο συγκεκριμένο δομημένο κανονιστικό πλαίσιο ο κάθε άνθρωπος θεωρητικά μπορεί ελεύθερα να αναπτύξει τις δυνατότητές του, και να ακολουθήσει ανεμπόδιστα τα δικά του προσωπικά πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά ενδιαφέροντα και επιδιώξεις. Ο ανταγωνισμός αποτελεί στην συγκεκριμένη διαδικασία τη ρυθμιστική δύναμη η οποία καθορίζει ότι, τα άτομα κατά την επιδίωξη των ατομικών στόχων τους δεν δρουν ανεξέλεγκτα, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετούν και το καλό του συνόλου. Κι αυτό διότι κατά τον ανταγωνισμό για κοινωνική καταξίωση και θέση, εισόδημα και ιδιοκτησία, για ιεραρχική θέση και κύρος, παραγωγή και κατανάλωση υπάρχει μια περισσότερο ή λιγότερο έντονη επιλογή. Η επιλογή γίνεται προς όφελος όλων με την έννοια ότι, μέσω του ανταγωνισμού επικρατούν οι ικανότεροι όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, οι καλύτερες ιδέες και προϊόντα, η πλειοψηφούσα προτιμητέα πολιτική ιδεολογία και οι αντιπρόσωποί της. Εξ αιτίας όμως του γεγονότος ότι, σε μια ανταγωνιστική διαδικασία, όπως είναι αυτή της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχουν μόνον κερδισμένοι, αλλά και χαμένοι, στο τέλος της επιλογής προκύπτουν σημαντικές διαφορές στην κοινωνική θέση και ιδιαίτερα στην κοινωνική κατάσταση των συμμετεχόντων, ατόμων ή και κρατών. Κατά αυτό τον τρόπο δύναται ελευθερία και ισότητα ευκαιριών να συνοδεύονται από κοινωνική ανισότητα. Για την ιδεολογία του κοινωνικού φιλελευθερισμού στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, αυτή η ανισότητα αποτελεί στην ουσία επακόλουθο της διαφορετικής αποτελεσματικότητας και γι αυτό ακριβώς τον λόγο πρέπει να γίνεται αποδεκτή. Κι αυτό διότι ο ανταγωνισμός θεωρείται ότι λειτουργεί σωστά, μόνον όταν ελευθερίας. Για τους κοινωνικούς φιλελεύθερους η έννοια της ελευθερίας είναι πιο διευρυμένη από αυτή των κλασσικών φιλελευθέρων και παραπέμπει στις δυνατότητες που έχει ένα άτομο να επιτύχει τους στόχους του. Αυτή είναι η λεγόμενη «θετική» ερμηνεία της ελευθερίας. Με άλλα λόγια, η «αρνητική» έννοια της ελευθερίας παραπέμπει σε σχέσεις μεταξύ ανθρώπων ενώ η «θετική» στη δυνατότητα της υλοποίησης των στόχων/επιλογών του ατόμου (Αρβανιτόπουλος 2012). 303 συνυπάρχουν ευκαιρίες για κέρδος αλλά ταυτόχρονα και ρίσκο για απώλειες και μαζί τους ένα διπλό κίνητρο για τις καλύτερες δυνατές αποδώσεις (Zerche & Grüdger 1982, Siegel 2002: 38-40). Η ίδια η δυναμική της παγκοσμιοποίησης, στην πραγματικότητα, ενοποιεί σε όλα τα επίπεδά της πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, τις επιδράσεις της στα μοντέλα κοινωνικής πολιτικής και τα συστήματα που τα απαρτίζουν, κατ' αυτό τον τρόπο, υφίσταται, πλέον, ως η κυρίαρχη τάση νοηματοδότησης της θετικής ελευθερίας για την κατοχύρωση της δικαιοκρατικής αρχής της κοινωνικοπολιτικής παρέμβασης. Βιβλιογραφία Barber, B. (1995), Jihad vs McWorld, New York, Ballantime Books. Habermas J. (2011), Ο Τελευταίος Ευρωπαίος, http://www.antinews.gr/2011/11/28/135673/ Hardt, M. & Negri, A. (2002), Αυτοκρατορία, Αθήνα, εκδόσεις Scripta. Hirst, P. & Thompson, G. (2000), Η Παγκοσμιοποίηση σε Αμφισβήτηση, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. Koffas, S. (2017), “Principles and Values as Essential Elements that Shape Social Policy”, Sociology and Anthropology, 5 (1): 627-634. Meyer, T. & Weil, R., (2002), Die Bürgergesellschaft. Perspektiven für Bürgerbeteiligung und Bürgerkommunikation, Bonn, Dietz-Verlag, σσ. 343-372. Muntaner, C., Borrell, C., Ng E., Chung, H., Espelt, A., Rodriguez‐Sanz, M., Benach, J. & O’Campo, P. (2011), “Politics, Welfare Regimes and Population Health: Controversies and evidence“, Sociol Health Illn, 33 (6): 946-964. Panitch, L. (2001), «H Παγκοσμιοποίηση σε Κρίση: Η επάνοδος του (ιμπεριαλιστικού) κράτους», σε Ά. Ρήγος & Κ. Τσουκαλάς (επιμ.), Η Πολιτική Σήμερα: Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, εκδόσεις Θεμέλιο - Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, σσ. 320 επ. Raveaud, G. (2007), “The European Employment Strategy: Towards more and better jobs”, Journal of Common Market Studies, 45 (2): 411-434. Richter M, Rathman K, Nic Gabhainn S. et al. (2012), “Welfare State Regimes, Health and Health Inequalities in Adolescence: A multilevel study in 32 countries”, Social Health Illn, 34 (6): 858-879. Sdrolias, L., Kakkos, N., Skodova-Parmova, D., Rolinek, L., Cudlınova, E., Aspridis, G., Dvorakova-Lıskova, Z. & Kazantzi, V. (2016), “Cultural Product and Cultural Communication as a Dynamic Bipolar Interaction and Creative Contribution to the Structural Recompiled of the Local Cultural Units”, σε V. Katsoni & A. Stratigea (επιμ.), Tourism and Culture in the Age of Innovation, Heidelberg, Springer, σσ. 41-67. Siegel, N. (2002), Baustelle Sozialpolitik, Frankfurt, Campus. Zerche, J. &. Gründger, F. (1982), Sozialpolitik. Einführung in die ökonomische Theorie der Sozialpolitik, Düsseldorf, Werner. Αλμπάνης, Ε. (2001), Ανιχνεύοντας το Μέλλον. Κείμενα για την παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Libro. Αλμπάνης, Ε. (2003), Παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Libro. Αλμπάνης, Ε. (2005), Ελλάδα και Παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Libro. Αρβανιτόπουλος, Κ. (2012), Κοινωνικός Φιλελευθερισμός. Για την Ελλάδα της ελευθερίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης, Αθήνα, εκδόσεις Πολιτεία. 304 Βλάδος, Χ. Μ., (2017), Παγκόσμια Κρίση, Καινοτομία και Διαχείριση Αλλαγής, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Γεράσιμου, Γ. (2014), «Το Κοινωνικό Κράτος σε Μετάβαση», 12/05/2014 Επικαιρότητα, http://www.nostimonimar.gr/to-kinoniko-kratos-se-metavasi-tou-gianni-gerasimou/ . Εθνοσυνέλευση των 54 Συνόδων της Γενικής Συνέλευσης, (1999), Έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, http://hdr.undp.org/sites/default/files/reports/260/hdr_1999_en_nostats.pdf . Ζαρίντας, Α. (2012), «Οικονομική Παγκοσμιοποίηση και Κοινωνικό Κράτος», http://ekpaideusi.blogspot.com/2012/02/blog-post.html . Κiely, R. (1998), “Globalization, Post-fordism and the Contemporary Context of Development”, International Sociology, 13 (1): 95-116. Καραμεσίνη, Μ. (2011), «Η Πολιτική Απασχόλησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης», σε Θ. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Η Κοινωνική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθήνα, εκδόσεις Διόνικος, σσ. 187-250. Κόφφας, Σ. (2014), «Πολιτική Υγείας και η Συναντίληψη της Ατομικής Ευθύνης στο Νεοφιλελεύθερο Μοντέλο», Κοινωνική Εργασία, τεύχος 115, σσ. 25-40. Κόφφας, Σ. (2011), «Τάσεις και Ιδιομορφίες κατά την Άσκηση της Κοινωνικής Πολιτικής στην Ελλάδα και την Γερμανία. Η επίδραση της κουλτούρας και της νοοτροπίας ως παράγοντες διαφορετικής σκέψης και δράσης κατά την άσκηση των μοντέλων κοινωνικής πολιτικής», Κοινωνική Εργασία, τεύχος 104, σσ. 199-221. Μανιτάκη, Α. (2000), «Τα Δεινοπαθήματα της Δημοκρατίας στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης», σε Ελλάδα-Ευρώπη-Κόσμος στον 21ον αιώνα, Αθήνα, εκδόσεις Προσκήνιο, σσ. 71-86. Παπακωνσταντίνου, Α. (2007), «Κρατική Κυριαρχία και Διοίκηση στην Εποχή της Ππαγκοσμιοποίησης: Το παράδειγμα της εξωτερικής αρμοδιότητας», Επιθεώρηση Διοικητικής Επιστήμης, τεύχ. 13, εκδόσεις Σάκκουλα, http://www.pspa.uoa.gr/fileadmin/pspa.uoa.gr/uploads/Research/EDE/Conferences/S DE_2005/Papers/Papakonstantinou_Apostolos.pdf . Πέτρας, Τζ. & Βελτμέγιερ, Χ. (2005), Η Παγκοσμιοποίηση Χωρίς Μάσκα – Ο ιμπεριαλισμός στον 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδόσεις ΚΨΜ . Σακελλαρόπουλος, Θ. (1999), Η Μεταρρύθμιση του Κοινωνικού Κράτους, τόμος α’, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Σάσεν, Σ. (2009), Κοινωνιολογία της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Σούρλας, Π. (2008), Ο Φόβος της Καθολικότητας, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/o-fobos-tis-katholikotitas/ . 305 306 Εθνική Ασφάλεια και η Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδας με τον Αραβικό Κόσμο Άννα Κωνσταντινίδου1 και Θεόδωρος Κατσουγιαννόπουλος2 Περίληψη Το άρθρο εξετάζει την Εθνική Ασφάλειας ενός Κράτους και απαντά στα παρακάτω ερωτήματα: α. πόσο προστατευμένη είναι μία Πολιτεία από εξωγενείς κινδύνους, όταν είναι μέλος ενός Διεθνούς Οργανισμού, β. κατά πόσο ένας Οργανισμός μπορεί να παρέμβει άμεσα στις εσωτερικές υποθέσεις ενός Κράτους, γ. τι γίνεται στην περίπτωση κατά την οποία δύο Κράτη που παρουσιάζουν μεταξύ τους ανταγωνισμό είναι μέλη του ίδιου Διεθνούς Οργανισμού, δ. είναι αρκετό τη σημερινή εποχή τής μετανάστευσης και των έντονων διπλωματικών μετασχηματισμών, όταν ένα κράτος έχει ιστορικές διπλωματικές σχέσεις με την πλειονότητα των μουσουλμανικών κρατών να θεωρεί, ότι έχει διασφαλισμένο το εθνικό περιβάλλον του; Για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα, θα πρέπει να κατανοήσουμε, ότι ένα κράτος είναι αναγκαίο να έχει οργανώσει την Εθνική Στρατηγική και Αμυντική Πολιτική του. Η Ελλάδα είναι μία χώρα που έχει διπλωματικούς δεσμούς με τις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες. Ποιος είναι ο ρόλος τού κράτους μας στο διεθνές σκηνικό την παρούσα στιγμή; Λέξεις-κλειδιά: Εθνική Ασφάλεια, μετανάστευση, μουσουλμανικός κόσμος, εξωτερική πολιτική Η διάσταση της εθνικής ασφάλειας τη σημερινή εποχή μπορεί και πρέπει να θεωρηθεί ως διακύβευμα, το οποίο συναρτάται από ένα σύμπλεγμα παραγόντων. Κι αυτό διότι, η έννοιά της, προσδιοριζόμενη στην ετυμολογική διάσταση τού εθνικού συμφέροντος, καθώς στην ουσία των πραγμάτων οροθετείται ως η ανάγκη των Κρατών να περιφρουρήσουν την αυθυπαρξία τους από εξωγενείς κινδύνους, παρατηρούμε, ότι στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον η εθνική ασφάλεια –σε αρκετές περιπτώσεις-διαμορφώνεται στα πλαίσια των διεθνών Οργανισμών στους οποίους ένα κρατικό μόρφωμα είναι μέλος. Αυτό δεν σχετίζεται – σε καμία περίπτωση με το γεγονός – ότι η εθνική ασφάλεια ενός κράτους καθορίζεται από τις υπόλοιπες συμμαχικές χώρες – εταίρους στον διεθνή Οργανισμό όπου κι αυτές είναι μέλη, αλλά σύμφωνα με την αντίληψη του Πολιτικού Ρεαλισμού και του Νεό- Ρεαλισμού, αν και τα κράτη επιδιώκουν την εθνική τους ασφάλεια, ωστόσο, δεν εκφράζουν την ανάγκη αυτή πρόδηλα και άμεσα, αλλά μέσα από τους διεθνείς 1 Ιστορικός-Διεθνολόγος, Ερευνητικό Προσωπικό Νομικής Σχολής ΑΠΘ,
[email protected]2 Αντχος ΠΝ, Μεταπτυχιακός φοιτητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ,
[email protected]307 θεσμούς, οι οποίοι αναπτύσσονται μέσα στα πολυμερή εθνικά περιβάλλοντα όπου οι χώρες είναι μέλη (Ηλιόπουλου χχ). Έτσι, από το σημείο που στο παρελθόν η εθνική ασφάλεια εκφραζόταν – ουσιωδώς και κυρίως – μέσα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, πλέον και κυρίως μετά το 1990, εκφράζεται μέσα από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνισταμένες και δράσεις. Δηλαδή, σε όσους περισσότερους οργανισμούς είναι ένα κράτος μέλος, αυτό αποτελεί και κατά κάποιο τρόπο το εχέγγυο, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι εξωγενείς κίνδυνοι και ως εκ τούτου να διασφαλιστεί η εθνική ακεραιτότητά του. Άλλωστε με την Συνθήκη της Λισσαβόνας (2009) υιοθετήθηκαν μία σειρά μέτρων που διευρύνουν και ενισχύουν την δυνατότητα συνεργασίας των κρατών-μελών της ΕΕ στον αμυντικό τομέα, αποδεικνύοντας, εκτός των άλλων, και όπως εκφράστηκε μέσω του θεσμικού πλαισίου για την Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας που ψήφισε το 1999 στην Κολωνία το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο,3 ότι η διασφάλιση τής ακεραιότητας ενός Κράτους υποβοηθείται από την συνύπαρξή του με άλλες χώρες σε ένα διεθνές Όργανο, το οποίο έχει την «τεχνογνωσία» και τα μέσα να επιβάλλει και να διαμορφώσει ένα ήρεμο εξωγενές περιβάλλον για τις χώρες που υπάγονται θεσμικά σε αυτό. Το θέμα είναι να δούμε τι γίνεται στην περίπτωση που δύο κράτη, αν και είναι μέλη του ίδιου διεθνούς Οργανισμού, ωστόσο, όμως μεταξύ τους αντιμετωπίζουν διακρατικά ζητήματα (όπως λόγου χάρη συμβαίνει στην περίπτωση τής Ελλάδας με την Τουρκία ή της Ελλάδας με την Αλβανία που όλες είναι μέλη του ΝΑΤΟ). Πόσο η παρέμβαση του στρατιωτικού οργανισμού «αλλοιώνει» ή ελαχιστοποιεί τη δυνατότητα ενός κράτους να αποφασίσει το ίδιο για τα εθνικά δίκαιά του. Επιπρόσθετα, ακόμα ένα καθοριστικό ερώτημα που προκύπτει, είναι πόσης ουσιώδους σημασίας είναι το γεγονός, όταν ενώ μία χώρα- μέλος ενός Διεθνούς Οργάνου διατηρεί ιστορικά άριστες σχέσεις σε διπλωματικό επίπεδο με κράτη, τα οποία, ωστόσο, η πληθώρα αυτών δεν έχουν αναπτυγμένες διακρατικές σχέσεις με τις υπόλοιπες χώρες- μέλη του Διεθνούς Οργανισμού. Ένα απτό παράδειγμα είναι οι παραδοσιακά στενές σχέσεις που έχει αναπτύξει η Ελλάδα με το μεγαλύτερο μέρος των αραβικών κρατών, σε αντίθεση με Δυτικές χώρες -που ίσως και εξαιτίας περισσότερο του φαινομένου της αποικιοκρατίας περασμένων δεκαετιών, αλλά και του φαινομένου της ριζοσπαστικοποίησης του Ισλάμ, έτσι, όπως ραγδαία εξελίσσεται τη σημερινή εποχή – κάθε άλλο παρά αγαστές σχέσεις φέρουν με τα αυτά (Κωνσταντινίδου 2019). Με άλλα λόγια, πού αρχίζει και πού καταλήγει η έμμεση (ή και η άμεση) παρέμβαση ενός διεθνούς οργάνου στα εθνικά πράγματα ενός κράτους και κατά πόσο η παρέμβαση αυτή αναγκάζει ή δημιουργεί προβλήματα στην εξωτερική πολιτική και διπλωματία του κράτους αυτού που διατηρεί στενές σχέσεις με χώρες, που ωστόσο, πολλές από αυτές λογίζονται – όχι λίγες φορές – σημειακά (;) εχθροί τής πλειονότητας των κρατών τής Διεθνούς Κοινότητας; Σε αυτά τα ερωτήματα έρχεται να δώσει απάντηση το εννοιολογικό περιεχόμενο των μέτρων που υιοθετούνται από ένα κρατικό μόρφωμα στη διαμόρφωση των συνισταμένων για την Εθνική Ασφάλεια, υποδηλώνοντας πολύ απλά το αυτονόητο, ότι δηλαδή ένα κράτος, αν και μέλος Διεθνούς 3 www.europarl.europa.eu›pdf (τελευταία πρόσβαση 14 Νοεμβρίου 2019). 308 Οργάνου, δεν μπορεί να εξαναγκαστεί από κανέναν να υποκύψει χωρίς διαβούλευση σε αποφάσεις τρίτων, οι οποίες διακυβεύουν ή είναι επικίνδυνες για τα εθνικά δίκαιά του. Οι ενέργειες που θα γίνουν από μία χώρα με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της Εθνικής Ασφάλειας είναι στην πραγματικότητα οι διπλωματικοί, οικονομικοί, ακόμα δε, και οι στρατιωτικοί χειρισμοί της, προκειμένου αφενός να αποφύγει μία στρατιωτική επέμβαση αφετέρου να διασφαλίσει την εθνική κυριαρχία του. Όταν ένα κρατικό μόρφωμα έχει σχεδιάσει τον τρόπο που θα ενεργήσει, ώστε να διασφαλίσει την Εθνική Ασφάλειά του μπορεί πολύ εύκολα να αποφύγει την άμεση παρέμβαση ακόμα και συμμαχικών κρατών στα εσωτερικά και τα εξωτερικά διπλωματικά του πράγματα. Και πώς θα σχεδιαστεί όλο αυτό το πλαίσιο της Εθνικής Ασφάλειας μίας χώρας; Όταν η χώρα έχει διαμορφώσει την Εθνική Στρατιωτική και Αμυντική Στρατηγική του, η οποία σημαίνει ότι το κράτος αυτό έχει τόσο τον αμυντικό εξοπλισμό όσο και τις στρατιωτικές παραμέτρους να αντιμετωπίσει μόνο του έναν εχθρό, ωσάν να μην ήταν μέλος ενός Διεθνούς Οργανισμού. Επίσης, μία ακόμη σημαντική παράμετρος που οδηγεί στην περιφρούρηση της εθνικής ακεραιότητας αποτελεί η συνοχή που υπάρχει στο εσωτερικό περιβάλλον, υποδηλώνοντας ότι και στην περίπτωση μεταβολών κοινωνικής, οικονομικής ή και δημογραφικής φύσης δεν θα διακυβευτεί η Εθνική Ασφάλεια. Ένα απτό παράδειγμα, είναι η αθρόα μετανάστευση εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων σε διάφορα εθνικά περιβάλλοντα και η επίδραση που έχει η εγκατάσταση αυτή για την Εθνική Ασφάλεια των χωρών που δέχονται μεταναστευτικό/προσφυγικό πληθυσμό. Αν ένα κράτος έχει διαμορφώσει τα πλαίσια κάτω από τα οποία οι πολίτες του συνέχονται με ισχυρούς δεσμούς, ό,τι και να συμβεί σε εσωτερικό επίπεδο, δεν θα εξαναγκαστεί το κράτος να εκχωρήσει στοιχεία από την εθνική κυριαρχία του. Και η τρίτη συνισταμένη που συμβάλλει στην Εθνική Ασφάλεια είναι, όταν η χώρα έχει σχεδιάσει την Πολιτική τής Εσωτερικής Ασφάλειάς του, δηλαδή έχει δημιουργήσει τους κατάλληλους μηχανισμούς, ώστε να μην υπονομεύεται από ομάδες που ζουν στο εσωτερικό περιβάλλον της (Κοππά 2017, Ηλιόπουλου χχ). Και επειδή αυτός ο τελευταίος παράγοντας μπορεί να δεχτεί παρερμηνεία, αν ένα κράτος σέβεται και νομοθετεί για τη διαφορετικότητα που διαβιώνει στον εσωτερικό ιστό του, τότε ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο για υπονομευτικές τάσεις εκ των έσω. Στη βάση αυτή, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, μία χώρα δεν χάνει την υπόστασή της, καθώς υιοθετώντας κατάλληλους «μηχανισμούς» έχει το δικαίωμα να ενεργήσει αυτοβούλως και να θέσει τα όρια στην «παρεμβατικότητα» που μπορεί να έχει από τον Διεθνή Οργανισμό ή τους Διεθνείς Οργανισμούς που είναι μέλος. Ενδεικτικό παράδειγμα, είναι η χώρα μας, η οποία την χρονική περίοδο 2004- 2008, προκειμένου να είναι μέσα στο «διεθνές παιχνίδι» και να θεωρείται χώρα με ισχύ, επειδή άρχισε να βιώνει μετά το πέρας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 οικονομικούς κλυδωνισμούς, αν και μέλος του ΝΑΤΟ, σύναψε συμβάσεις για την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού από το ρωσικό κράτος, ώστε υπό τη βάση αυτή να έχει την ευχέρεια τής διαρκούς ανανέωσης των στρατιωτικών μέσων της με σύγχρονο (για την εποχή), φθηνό και αξιόπιστο υλικό. Και σε καμία περίπτωση, η στάση αυτή τής Ελλάδας δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως διπολική απέναντι στο ΝΑΤΟ και τους Ευρωπαίους εταίρους της, καθώς υποδηλώνει την αναγκαιότητα επιβίωσής της σε ένα διεθνές περιβάλλον που η ισχύς ενός Κράτους περιχαρακώνεται και προσμετράται στα αμυντικά μέτρα. 309 Όσον αφορά τώρα την εξωτερική πολιτική τής Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο, αυτή είναι γνωστή και παραδοσιακά ιστορική. Τη σημερινή εποχή, με τη συνεχόμενη μετανάστευση εθνικών και θρησκευτικών ομάδων από τη Μέση Ανατολή, αυτές οι στενές σχέσεις που έχει δημιουργήσει το κράτος μας με την πλειονότητα των αραβικών χωρών, θεωρείται μία ισχυρή αφορμή, ώστε η χώρα μας να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην βελτίωση και ενδεχομένως στην εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στη Δύση και σε πολλά από τα ανατολικά περιβάλλοντα, μετά βέβαια και εξαιτίας τής έξαρσης σε τρομοκρατικά χτυπήματα που αντιμετωπίζουν πολλά δυτικά κράτη από μουσουλμάνους έποικους/μετανάστες. Αυτό που πρέπει να καταθέσουμε είναι δύο πράγματα: α. Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ μετανάστη και χώρας- υποδοχής εξαρτάται τόσο από το πολιτισμικό και κοινωνικό επίπεδο τού μετανάστη/ πρόσφυγα όσο και από το πόσο ανεκτικό μπορεί να είναι ένα κρατικό/ κοινωνικό περιβάλλον με το εθνικά ξένο. Κοινωνιολογικά έχει αποδειχθεί, ότι χώρες με πολιτισμικό υπόβαθρο είναι πιο ανεκτικές απέναντι στο εθνολογικά ξένο σε σχέση με κράτη που αν και οικονομικά αναπτυγμένα, επειδή συγκροτήθηκαν σε ύστερους χρόνους, έχοντας πολλές από αυτές σχηματίσει εθνική ταυτότητα στη βάση κοινωνικών ή οικονομικών παραγόντων (λχ Μ. Βρετανία, Βόρειες Χώρες), είναι περισσότερο επιφυλακτικές με το εθνολογικά ή θρησκευτικά ξένο (Ishay 2008). Αυτό είναι μία πτυχή, όπως και β. μία δεύτερη πτυχή είναι η θέση που είχε μία χώρα κατά την ιστορική περίοδο του αποικιοκρατισμού (Olivier 2006). Ωστόσο, επειδή η μετανάστευση δεν αποτελεί το κύριο μέρος της παρούσας εισήγησης, ώστε να αναλυθεί κοινωνιολογικά, αυτό που μπορούμε να πούμε είναι, ότι είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, καθώς εκτός από τις αιτίες και τις αφορμές κάτω από τις οποίες γίνεται, έχει να κάνει και με ζητήματα πολιτικής φύσης. Οι Έλληνες είχαν ανέκαθεν αναπτύξει στενές σχέσεις με χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, καθώς αφενός όταν είχαν κατά το παρελθόν μεταναστεύσει στα περιβάλλοντα αυτά, δεν είχαν συμπεριφερθεί ως αποικιοκράτες, αναπτύσσοντας στενές σχέσεις με το γηγενές στοιχείο, αφετέρου κατά τους αραβοϊσραηλινούς Πολέμους, αλλά και χρονικά μεταγενέστερα είτε διατηρούσαν ουδέτερη στάση είτε στάθηκαν στο πλευρό των Αράβων, όσον αφορά κυριότατα με το Παλαιστινιακό Ζήτημα (Κωνσταντινίδου 2017). Ακόμα και τώρα, που οι περισσότερες χώρες της Δύσης διατηρούν μία εχθρική στάση ως προς τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς από τη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα, αντίθετα, όλους αυτούς τους πληθυσμούς προσπαθεί σε μεγάλο βαθμό να τους ενσωματώσει στον κρατικό ιστό της παρά τα προβλήματα που η ίδια αντιμετωπίζει ως κράτος. Και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, κάθε άλλο παρά σχετίζονται στην πραγματικότητα, από την διακύβευση τής εθνικής ασφάλειας, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι το ελληνικό κράτος ακόμα δεν έχει συνέλθει από τη αβεβαιότητα που ζούσαν σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο οι Έλληνες πολίτες για δέκα συναπτά έτη. Όλη αυτή η απογοήτευση που έχουν οι Έλληνες απέναντι στο κράτος τους είναι φυσικό και εύλογο, να δημιουργεί ακόμα και ακραίες συμπεριφορές. Το αν οι Έλληνες είναι εθνικιστές θα πρέπει να το εξετάσουμε υπό το πρίσμα των συμπεριφορών και αντιδράσεών τους, όταν τη δεκαετία του 1990 δέχτηκε η χώρα μας μεγάλο κύμα μεταναστών από την πρώην κομμουνιστικές χώρες, και αναλογιζόμενοι πώς είχαν αντιδράσει το 1923, όταν στο ελλαδικό περιβάλλον που είχε τα ανάλογα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά με το σημερινό συνέρρευσαν οι χιλιάδες των ομοεθνών προσφύγων. Σε ποια από τις δύο περιπτώσεις που 310 αναφέρθηκαν οι γηγενείς εκφράστηκαν με πιο ακραίο τρόπο; Τη δεκαετία του 1990 ή τη δεκαετία του 1920; Για να κατανοηθεί ο ρόλος που σήμερα διαδραματίζει το ελληνικό κράτος στα διεθνή πράγματα και πόσο οι ισχυρές σχέσεις του με τις αραβικές χώρες αποτελεί γνώμονα για την επίτευξη τής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, είναι επιβεβλημένο να γίνει μία σύντομη ιστορική ανασκόπηση που αποδεικνύει έμπρακτα, ότι οι σχέσεις Ανατολής και Δύσης διαμορφώθηκαν στη βάση των οικονομικών συμφερόντων για τα ενεργειακά ζητήματα. Η αναδιάταξη των κύριων παιχτών στην ευρύτερη περιοχή εδράζεται σε ένα σύμπλεγμα παραγόντων με κυριότερο αυτών τα συμφέροντα που διαμορφώνει ένα κράτος την εκάστοτε χρονική περίοδο. Μετά την Πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού τη δεκαετία του 1990 –κι ως εκ τούτου- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Δύση με την Ανατολή, οι οποίες εκφράζουν σε πολιτική, οικονομική και κοινωνική διάσταση δύο διαφορετικούς Κόσμους, έπρεπε να βρουν ένα νέο σημείο αντιπαραθέσεων, προκειμένου να συνεχίζουν να νοηματοδοτούν με την παρουσία τους στο παγκόσμιο «γίγνεσθαι» αυτή τη δομική διαφοροποίηση που ανέκαθεν έχουν μεταξύ τους. Και παρά το γεγονός, ότι πλέον τα κράτη δεν έχουν –τυπικά- εχθρούς, αλλά οικονομικούς και πολιτικούς συμπορευτές, η αλλαγή «στρατοπέδων» -ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντά τους- αυτομάτως, οριοθετεί τις χώρες στο συνασπισμό που θέλουν να παραμείνουν της Ανατολής ή της Δύσης. Αυτοί οι δύο Κόσμοι παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, ποτέ δε θα μπορέσουν να τεμνηθούν. Όταν το 1989 «έπεφτε» το Τείχος του Βερολίνου, «γκρεμιζόταν» – φαινομενικά και μόνο, όπως ταυτόχρονα χρονικά αποδείχτηκε – η διαφοροποίηση τού «πλούσιου Βορρά από το φτωχό Νότο» ή μάλλον – για την ακρίβεια των λεγομένων – η ισχυρή Δύση από την υπό ανάπτυξη Ανατολή κι αυτό έγινε εμφανές με τον Πόλεμο του Κόλπου. Το πεδίο τής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αυτούς τους δύο διαφορετικούς Κόσμους συνέχιζε να αποτελεί η περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου κι όχι άδικα, καθώς το συγκεκριμένο γεωγραφικό κομμάτι παρουσίαζε και παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο από άποψη γεωπολιτική όσο και από οικονομική. Η εκμετάλλευση της ενέργειας και των ενεργειακών πόρων ήταν – και συνεχίζει να είναι – συνυφασμένη με την επιστημονική, τεχνολογική και οικονομική πρόοδο των κοινωνιών, πόσω δε μάλλον τη σημερινή εποχή που το περιβάλλον και η σημασία που διαδραματίζει για τα αναπτυγμένα κράτη, καθίσταται κύριο θέμα στο πορτφόλιο των διασκέψεων των Διεθνών Οργανώσεων και Παγκόσμιων Οργανισμών. Εκτός, όμως, από το γεγονός, ότι η ευρύτερη μεσογειακή περιοχή παρουσιάζει ιδιαίτερο πολιτικό –οικονομικό ενδιαφέρον, το πεδίο των συγκρούσεων κάθε φορά είναι ένα και μοναδικό, δηλαδή οι χώρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής κι αυτό διότι, οι πολιτικό- πολιτισμικές συνθήκες των κοινωνιών αυτών ευνοούν στην παγίωση αυτής της κατάστασης, η οποία – στην πραγματικότητα – πριμοδοτεί τα συμφέροντα των ισχυρών κρατών εκατέρωθεν των δύο γεωγραφικών οριζόντων, της Ανατολής και της Δύσης. Στο σημείο αυτό που οφείλουμε να μείνουμε και να τονίσουμε είναι, ότι κάθε φορά που οι χώρες του αραβικού Κόσμου αισθάνονταν εγκλωβισμένες στα δυτικά συμφέροντα, κατέφευγαν με οποιοδήποτε μέσο και τρόπο στις πολιτισμικές αρχές και τις παραδόσεις τους, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα προστατέψουν αφενός την κοινωνική αυθυπαρξία του εσωτερικού τους 311 κατεστημένου από το δυτισμό αφετέρου τον ορυκτό πλούτο τους που εγγυόνταν την οικονομική ανάπτυξη της Πολιτείας τους. Το αυτό συνέβη και με το Ιράκ. Η εν λόγω χώρα ως σιιτική κοινωνία θεωρητικά ήταν ένα φιλελεύθερο περιβάλλον, συγκριτικά με τα υπόλοιπα σουνιτικά κράτη του Κόλπου και ευρύτερα της Ανατολής. Οι πετρελαϊκές εταιρείες δυτικών συμφερόντων που είχαν εγκατασταθεί ήδη από τη δεκαετία του 1960, διοχέτευαν στην ιρακινή αγορά μεγάλο «όγκο» πετροδολαρίων κι αυτό είχε ως συνέπεια, οι εκάστοτε κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν «κατά το δοκούν» τα δυτικά συμφέροντα που εξαπλώνονταν στην περιοχή. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης του Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος αφενός εναρμόνισε τις πολιτικές κινήσεις του στη βάση ενός αραβικού εθνισμού αφετέρου – τουλάχιστον – μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 διαχειριζόταν με χαμαιλεοντικό τρόπο τη δυτική επιχειρηματική και διπλωματική παρουσία στην περιοχή. Καμπή των εξελίξεων ήταν, η από το 1985 σταδιακή μετάλλαξη τής σοβιετικής πολιτικής που βρισκόταν «προ των πυλών» στη μετάβαση προς το καπιταλιστικό μοντέλο διακυβέρνησης. Τότε, όλα τα κράτη της Ανατολής προσπάθησαν με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο να βγουν μπροστά ως ηγήτορες στο νέο – από κάθε άποψη Κόσμο − που διανοιγόταν στο ευρύτερο γεωγραφικό περιβάλλον. Και ήταν φυσικό, οι χώρες που διέθεταν σημαντικό ορυκτό πλούτο να διεκδικήσουν έναν καινούριο πολιτικό και πιο αποφασιστικό ρόλο στη Μέση Ανατολή, ένα ρόλο που είχε ψήγματα έντονου εθνισμού. Έτσι, το ζήτημα των Παλαιστινίων ήρθε εκ νέου στο φως από ένα Ιράκ που διαμόρφωνε την εξωτερική πολιτική του με βάση το φυλετισμό του, επαναφέροντας το δόγμα του Παναραβισμού, όπως λίγες δεκαετίες νωρίτερα και κάτω από τα ίδια πολιτικής διάστασης πλαίσια είχε πράξει ο Αιγύπτιος, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των διπλωματικών εξελίξεων στη μεσανατολική περιοχή και προκειμένου η Δύση, έχοντας την ισχυρή μνήμη των γεγονότων του πρόσφατου παρελθόντος, να προλάβει αλυσιδωτές αντιδράσεις από ένα καινούριο Παναραβικό Κίνημα, βρήκε ως εφαλτήριο την επιδρομή του Ιράκ στις πετρελαϊκές πηγές του Κουβέιτ. Με το «μανδύα του Ανθρωπισμού», ο δυτικός Κόσμος επενέβη στρατιωτικά στο ιρακινό κράτος το 1991. Η αλλαγή της πολιτικής στάσης του Σαντάμ Χουσεΐν απέναντι στη Δύση, δείχνοντας τις προθέσεις του για την ανάληψη ενός νέου διπλωματικού ρόλου στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή μετά την κατάρρευση του Σοβιετισμού, φάνηκε από την ανάληψη πρωτοβουλιών από μέρους του να εκδώσει το Νόμο 46 του 1988, ο οποίος απαγόρευε τις ξένες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα της χώρας, επιφυλάσσοντας για το κράτος το μονοπώλιο της εκμετάλλευσης (Hadi 2017). Αν και η επιδίωξη του ιρακινού ηγέτη ήταν να καταστεί ο κύριος δρων στο μεσανατολικό χώρο, συσπειρώνοντας όλους τους Άραβες,4 ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα υπερίσχυσαν της φυλετικής ενοποίησης. Οι ηγεμονεύουσες αραβικές χώρες του OPEC για άλλη μία φορά (η πρώτη αφορούσε την στάση τους το 1950 απέναντι στην Αίγυπτο) αποφάσισαν να «στρουθοκαμηλίσουν», κρατώντας μία ουδέτερη στάση – έως και εχθρική – απέναντι στις ιρακινές φιλοδοξίες, γεγονός, όμως, που ουσιαστικά είχε αρνητικό αντίκτυπο στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, το οποίο είχε ανακινήσει με την πολιτική στάση του ο Σαντάμ Χουσεΐν (Καραμπελιάς 1992). Δυστυχώς, οι λαοί της Μέσης 4Κάτι ανάλογο είχε πράξει ο Νάσερ τη δεκαετία του 1950, ωστόσο, δε βρήκε την υποστήριξη των ισχυρών πετρελαιοπαραγωγών αραβικών κρατών. 312 Ανατολής δεν μπορούν να ενοποιηθούν στη βάση ενός φυλετικού οράματος, καθώς οι δεκαετίες του άκρατου αποικιοκρατισμού τις οποίες βίωσαν, τούς κατέστησαν κοινωνικά και πολιτισμικά ανώριμους σε ιδέες και αρχές που εγκόλπωσαν συνειδησιακά κράτη και έθνη της Δύσης. Η κοινωνική και πολιτειακή ιδιοσυγκρασία τους είχε «σχηματιστεί» σε ένα συνονθύλευμα καθημερινών βιωμάτων, έντονου θρησκευτικού δογματισμού και σε έναν «αδιασάλευτο» οικονομικό ντετερμινισμό. Το Ιράκ, όπως και η πλειονότητα των χωρών της Μέσης Ανατολής, διεκδικούσαν ένα νέο ηγετικό ρόλο, «σχεδιάζοντας χωρίς τον ξενοδόχο», ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση ήταν το τουρκικό κράτος. Η Τουρκία, ούσα κράτος της Εγγύς Ανατολής και μέλος του ΝΑΤΟ, ήδη από τη δεκαετία του 1950 είχε καταστεί το «φερέφωνο» της δυτικής – και κυρίως της αμερικανικής – διπλωματίας στο νοτιοανατολικό μεσογειακό χώρο. Ο τρόπος που ανεξαρτητοποιήθηκε το κυπριακό κράτος από το βρετανικό προστατευτισμό απέδειξαν και αποδεικνύουν περίτρανα, ότι η Δύση – μέχρι το 2010 - διαμόρφωσε το νεοαποικιακό δόγμα της στη βάση των πολιτικών επιδιώξεων της τουρκικής Πολιτείας, την οποία θεωρούσε ισχυρό σύμμαχο. Το Καθεστώς των Εγγυητριών Δυνάμεων με το συνακόλουθο διαχωρισμό των κυπριακών περιφερειών σε οριοθετημένες διακοινοτικές περιοχές και την ταυτόχρονη δημιουργία Κοινοτικών διοικητικών Συνελεύσεων των δύο πολυπληθέστερων θρησκευτικών ομάδων, αποδείκνυε έμπρακτα, ότι η Δύση επιδίωκε να διασφαλίσει αφενός και να εγκαθιδρύσει αφετέρου την Τουρκία, όχι μόνο ως ρυθμίστρια της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, αλλά ως επίγονο της νεοαποικιακής δυτικής πολιτικής στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Και φτάνουμε στο σήμερα και το τώρα. Μετά το ατιμωτικό για την ελληνοκυπριακή πλευρά και τα εθνικά μας συμφέροντα, Σχέδιο Ανάν (2004), οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό συνεχίζονται, ωστόσο, πλέον κάτω από νέο πρίσμα. Κι αυτό διότι η Τουρκία έχει πλέον έχει επέλθει – ως φαίνεται – στη διπλωματική δυσμένεια των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προκειμένου να κατανοήσουμε το ενεργειακό «παιχνίδι» που διαμορφώνεται σήμερα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο εξαιτίας της γεώτρησης υδρογονανθράκων στην Κυπριακή περιοχή, είναι – αρχικά – επιβεβλημένο να καταγραφούν οι λόγοι που το τουρκικό κράτος τη δεδομένη χρονική στιγμή έχει καταστεί ο «περιθωριοποιημένος σύμμαχος» της Δύσης, επεξηγώντας – ως εκ τούτου – πολλά από τα διπλωματικά θέματα που λαμβάνουν χώρα τη δεδομένη περίοδο. Η ίδια η Τουρκία είναι αυτή που γκρεμίζει την πιθανότητα να καταστεί κράτος-μέλος της ΕΕ. Όχι, ότι και η ευρωπαϊκή οικογένεια (λόγω διαφορετικών κοινωνολογικών χαρακτηριστικών) θα ήταν έτοιμη να συμπεριλάβει ένα μουσουλμανικό κράτος,5 αλλά τώρα, εξαιτίας των σοβαρών ατοπημάτων τής πολιτικής ηγεσίας τής τουρκικής χώρας, έχει – ως διαφαίνεται από τις πρόσφατες εξελίξεις – αποδεσμευτεί από αυτήν την πολιτική υπόσχεση που κατά καιρούς έδινε στη γείτονα χώρα, προκειμένου αφενός ο ευρωπαϊκός οργανισμός να κρατά τις διπλωματικές ισορροπίες με την Ουάσιγκτον αφετέρου 5 Παρά τις ιδιαίτερα στενές διπλωματικές σχέσεις και τις διαβεβαιώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων μέσω των προενταξιακών συνομιλιών. Ωστόσο, οι πολιτισμικές προσλαμβάνουσες της Τουρκίας (όπως είναι η θρησκεία και πώς τη διαχειρίζεται κατά περίπτωση και περίσταση) αποτελούν τροχοπέδη στη συνύπαρξη με τα εκδημοκρατισμένα και χριστιανικά ευρωπαϊκά κράτη. 313 να ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες ανάρρησης στο γεωπολιτικό προσκήνιο μιας ισχυρής Ρωσίας. Ο Τούρκος άνδρας αυτήν τη φορά βρίσκεται πολιτικά μεταξύ «φθοράς και αφθαρσίας».6 Η αμετροέπεια που τον χαρακτηρίζει από το 2014, στάθηκε ικανή να ανατρέψει ένα ολόκληρο διπλωματικό προσκήνιο που συναινούσε υπέρ του. Παρά τις προσπάθειές του να καταστεί σημαντικός ρυθμιστής στα συριακά πράγματα, αναγκάστηκε να βάλει «αρκετό νερό στο κρασί του», προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες δημιουργίας ενός ισχυρού Κουρδιστάν. Ακόμα και το γεγονός, ότι τόσο η Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επί Κυβέρνησης Ομπάμα, κυρία Νούλαντ όσο και ο μέχρι πρότινος διαπραγματευτής Έιντεν αποτελούσαν ισχυρούς συμμάχους τού Τούρκου Προέδρου για τα τουρκικά πολιτικά «παζάρια» του στην ευρύτερη νοτιανατολική περιοχή (συμπεριλαμβανομένου και του Κυπριακού Ζητήματος),7 η απευθείας σύγκρουση του Ερντογάν με το ΝΑΤΟ (και κατ’ ουσίαν με την ίδια την Αμερική) ήταν αρκετή να βάλει σε νέα τροχιά, όχι μόνο τις αμερικανοτουρκικές διπλωματικές σχέσεις, αλλά και τις ευρωτουρκικές. Γιατί, ας μην το λησμονούμε αυτό, η Ευρώπη είναι το «μαξιλάρι» των ΗΠΑ στην Ασία και την Αφρική Φυσικά, μετά τις εκλογές στο αμερικανικό κράτος, τα πράγματα με την εκλογή Τραμπ φαίνονται, ότι έχουν αλλάξει. Κι αυτό διότι, ο νέος Πρόεδρος προσπαθεί να αλλάξει την οικονομική και διπλωματική πολιτική που εφάρμοζαν μέχρι πρότινος οι προκάτοχοί του με την περιφέρεια. Ερμηνεύοντας τις κατά καιρούς δηλώσεις τού Πρόεδρου των ΗΠΑ, ο οποίος πρεσβεύει μία νέα μορφή διακυβέρνησης για την Αμερική με χαρακτηριστικά «κλειστής κοινωνίας», ωστόσο, είναι τουλάχιστον ανεδαφικό να πιστεύει η Διεθνής Κοινότητα, ότι ο Τραμπ έχει τη δυνατότητα να αλλάξει από μόνος του το παγκόσμιο παιχνίδι (Γκλαβίνη 2017). Κι αυτό διότι, αφενός πλέον η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία στην οποία ζούμε έχει διαμορφωθεί στη βάση της «ανοιχτής αγοράς» κι επομένως της «ανοιχτής οικονομίας», όπου οι εταιρείες – κι όχι αυτά καθ’ αυτά τα κράτη – διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο αφετέρου η Κίνα αναρριχάται στο διεθνές προσκήνιο σε παγκόσμια οικονομική δύναμη κι ως εκ τούτου σε παγκόσμιο εντολοδότη.8 Ακόμα και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ να στοχεύει πρώτα και κυρίαρχα να βάλει σε μια «νέα τάξη» τα «του οίκου του», οι ίδιες οι αμερικανικές εταιρείες θα αποτελέσουν το εμπόδιο στην εφαρμογή των λεγομένων του. Αν (κατά καιρούς στη βάση των λεγομένων του Αμερικανού Προέδρου) υπήρχε στη διπλωματική ατμόσφαιρα μία ευσεβής διπλωματική σύγκλιση μεταξύ Τραμπ και Πούτιν θέτοντας στο περιθώριο την ίδια την ΕΕ, κάτι τέτοιο ήταν ανεδαφικό να εφαρμοστεί, καθώς οι χώρες τους θα είχαν τεθεί σε καθεστώς παγκόσμιου απομονωτισμού. Από τη μια πλευρά, η Ρωσία δε θα μπορούσε με σύμμαχο την Τουρκία να «παίξει» το γεωπολιτικό της παιχνίδι στη Μέση Ανατολή, καθώς η Κίνα – ούσα εκκολαπτόμενη σύμμαχος της ΕΕ − θα ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο 6 Ακόμα κι αν πολλοί θεωρήσουν, ότι μετά την τελευταία συνάντηση (Νοέμβριος 2019) ανάμεσα σε Τραμπ και Ερντογάν οι σχέσεις ανάμεσα στις χώρες επανακαθορίστηκαν. Δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση να παραβλέπεται, ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία θα τηρούν διπολική στάση απέναντι στο τουρκικό κράτος μέχρι η Κίνα να κάνει αισθητή την θέση της στην περιοχή ως προς την επιλογή συμμάχων. 7 www.geopolitics.com.gr, , καθώς και στο www.anixneuseis.gr 8 Και ίσως σε δεύτερο χρόνο ακολουθεί η Ινδία, καθώς δεν πρέπει να παραβλέπουμε τον δυτικότροπο προσανατολισμό της. 314 απέναντι στις ενέργειες της χώρας του Πούτιν.9 Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να υποσκελίσουν τη γεωγραφική σημασία των κρατών της «γηραιάς ηπείρου» τόσο για τα οικονομικά τους συμφέροντα όσο και τα στρατιωτικά. Έτσι, όπως εξελίσσονται τα παγκόσμια διπλωματικά πράγματα, ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά, ότι τώρα «παίζει το τελευταίο χαρτί του» στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Και παρά την κυβερνητική πολιτική τού Τραμπ στις ΗΠΑ (με τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του και την επαμφοτερίζουσα στάση του σε διεθνή θέματα) και παρά την – φαινομενική – αποκατάσταση των σχέσεων του Τούρκου άνδρα με το ρωσικό κράτος, οι καλά γνωρίζοντες των διεθνών σχέσεων, καταλαβαίνουν, ότι οι ανορθολογικές εκβιαστικές αυτές ενέργειες του Τούρκου Προέδρου, αποτελούν το «κύκνειο άσμα του» στην πολιτική σταδιοδρομία του. Οι κινήσεις αυτές απευθύνονται κυρίως και πρωταρχικά στο λαό του, ως μία μορφή «άρτου και θεάματος», προκειμένου να τον κρατά εν υπνώσει. Ο Ερντογάν θέλει να παρουσιάζει στους πολίτες του, ότι η Τουρκία είναι ένα κράτος ισχυρό στη Διεθνή Κοινωνία, παρά τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αυτοί βιώνουν. Οι συλλήψεις αντιφρονούντων δεν είναι τίποτα άλλο παρά η φίμωση ανθρώπων υψηλού κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου που δεν πιστεύουν στους βερμπαλισμούς αυτούς και γι’ αυτό ασκούν ευθεία κριτική στον Τούρκο πολιτικό άνδρα. Ο επανακαθορισμός των ρωσοτουρκικών σχέσεων σε νέες βάσεις (και κυρίως μετά την αγορά των οπλικών ρωσικών συστημάτων S400)10 πρέπει να αναγνωστεί από τους διεθνολόγους με επιφυλακτικότητα. Κι αυτό γιατί, ο Πούτιν γνωρίζει καλά, ότι η πολιτική του Ερντογάν έχει έντονες διακυμάνσεις και δίνοντας – κατ’ ουσίαν – το ρωσικό κράτος βήμα καθοριστικό σε μία Τουρκία ενός αμετροεπούς ηγέτη, υποσκελίζει – εκτός όλων των άλλων – την παρουσία του ιδίου στην ευρύτερη περιοχή. Ο Ρώσος Πρόεδρος κατανοεί, ότι δύο κράτη στην ίδια περιοχή που θα διεκδικούν ηγετικό ρόλο στα γεωπολιτικά πράγματα, μόνο καταστροφικά αποτελέσματα θα επιφέρουν στα συμφέροντα της χώρας του. Άλλωστε, η Ρωσία την παρούσα περίοδο έχει να αντιμετωπίσει γειτονικά μουσουλμανικά κράτη που μέχρι πριν λίγες δεκαετίες ανήκαν στην ομοσπονδία της και τα οποία φλερτάρουν έντονα με τις ενεργειακές εταιρείες. Παρά τις αγεφύρωτες διαφορές που επικρατούν στα δόγματα του Ισλαμισμού, 11 πρέπει να κατανοήσουμε αυτό, ότι η Τουρκία καθ’όλη τη διάρκεια της πολιτικής της ιστορίας χρησιμοποίησε τη θρησκεία ως μέσο12 με μοναδικό στόχο την ευόδωση των εθνικιστικών επιδιώξεών της. Ο Ερντογάν ήταν ένας μετριοπαθής ηγέτης μέχρι το 2010, οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και κυρίως, στην Αίγυπτο του 9 Η Κίνα δημιουργεί την εξωτερική πολιτική της στη βάση αποκλειστικά και μόνο των εθνικών της συμφερόντων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις «στρατηγικές» συμμαχίες της τις εκάστοτε χρονικές περιόδους. 10 Αλλά και τις συμφωνίες για τους πυρηνικούς αντιδραστήρες στο Akkuyu και τις διαπραγματεύσεις για αντικατάσταση των αμερικανικών αεροσκαφών F-35 με τα SU- 57 (βλ. χαρ. Στο https://www.onalert.gr/eksoplismoi/soygkaef-i-rosia-tha-voithisei-tin- toyrkia-na-anaptyxei-to-diko-tis-machitiko-5is-genias/368720/ ) 11 Όπως αποδείχτηκε μετά τη σύλληψή του, ο μακελάρης της Κωνσταντινούπολη που επιτέθηκε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ήταν Τσετσένος στην καταγωγή. 12 Βλ. χαρακτηριστικά για το ζήτημα της μουσουλμανικής θρησκείας στο Άννα Ι. Κωνσταντινίδου, ό.π.. 315 Μόρσι (Ντόκος 2014) τού εμφύσησαν την επιδίωξη, ότι με την αλλαγή της πολιτικής του σε ακραίο ισλαμικό κράτος, θα διανοίγονταν οι ορίζοντες για την «ηγεμονική» επικράτησή του στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Η Τουρκία, όπως και η πλειονότητα των κρατών στα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά «παιχνίδια» των οικονομικά ισχυρών δυνάμεων. Οι επίπλαστες προσδοκίες των χωρών αυτών να καταστούν ρυθμιστές των πραγμάτων, τροφοδοτούνται εσκεμμένα από τους ισχυρούς παγκόσμιους εντολοδότες. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Έλληνες πρέπει να κατανοήσουν, ότι η Τουρκία είναι «πιόνι» της διεθνούς διπλωματίας και με σκωπτικό τρόπο οφείλουν να αντιμετωπίζουν τους βερμπαλισμούς τού Ερντογάν. Αυτήν τη φορά, η Ευρώπη (με προμετωπίδα το γαλλικό κράτος) είναι αυτή που αναδιαμοιράζει τη «διπλωματική τράπουλα» της νοτιοανατολικής περιοχής.13 Και παρά τις κατά καιρούς αντιθέσεις που – φαινομενικά και μόνο – αναπτύσσονται ανάμεσα στην ΕΕ και την ηγεσία των ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι γνωρίζουν καλά, ότι η γεωγραφική κατανομή των κρατών μελών του οργανισμού αποτελούν «δικλείδα ασφαλείας» για τη διπλωματική παρουσία 13Αυτό γίνεται εμφανές από τον τρόπο που το γαλλικό Κράτος ενεργεί απέναντι στις συριακές εξελίξεις, το οποίο «βγαίνει μπροστά» ως προστάτρια δύναμη απέναντι στην κουρδική μειονότητα που διαβιώνει εντός των ορίων της Συρίας. Είναι δυνατόν, το γαλλικό κράτος να αφήσει το πρώην προτεκτοράτο της να «δηωθεί διπλωματικά» από τα χέρια του Ερντογάν; Και γιατί τότε με τους χειρισμούς της συναίνεσε στη δημιουργία και εξέλιξη του συριακού Εμφυλίου; Στοχεύει – κατ’ ουσίαν – η Δύση στη δημιουργία ενός Κουρδιστάν; Οι διπλωματικοί χειρισμοί στην περιοχή, εξαιτίας των ενεργειακών εξελίξεων, αφενός είναι εξαιρετικά «εύθραυστοι» αφετέρου ιδιαίτερα πολύπλοκοι. Όταν ξέσπασε ο συριακός Εμφύλιος, η δυτική Διπλωματία, δυστυχώς, δεν διέγνωσε τα κύματα μουσουλμάνων μεταναστών – μέσα στους οποίους υπήρχαν εξτρεμιστές – που θα είχαν κατακλύσει το ευρωπαϊκό έδαφος. Η Δύση το μόνο που επιδίωκε τότε, ήταν να παροπλίσει από την «ενεργειακή πίττα» τις αξιώσεις των Ρώσων στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή και στη βάση αυτή κινήθηκαν και εναντίον των «στρατηγικών» εταίρων που αυτή είχε στην συγκεκριμένη ζώνη. Όμως, ο τρόπος που αυτήν την στιγμή εξελίσσονται τα γεγονότα στην Ευρώπη, όπου το Πολιτικό Ισλάμ μέσω των μεταναστών οπαδών του εξαπλώνεται, η ευρωπαϊκή Διπλωματία έχει μεταστρέψει την πολιτική της και χρειάζεται –όσο ποτέ άλλοτε – τη ρωσική βοήθεια στα Βαλκάνια και στη μεσανατολική περιοχή, με αποτέλεσμα να αλλάξει και τους χειρισμούς της απέναντι στο συριακό εμφύλιο. Η Ρωσία – όσο και να φαίνεται οξύμωρο – αποτελεί το θεματοφύλακα της ευρωπαϊκής πολιτικής στη Μέση και Εγγύς Ανατολή. Οι Δυτικοί – μετά το διπλωματικό «μάθημα» που πήραν από το μέχρι πρότινος αγαπημένο διπλωματικό «παιδί» τους, την Τουρκία – κάθε άλλο παρά θα συμβάλλουν και θα επιτρέψουν τη δημιουργία ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους. Αυτό δεν είναι οξύμωρο; Όχι, δεν είναι! Γιατί, οι Κούρδοι, έχοντας ένα διαμορφωμένο διπολικό «πρόσωπο» τόσο απέναντι στη Δύση όσο και απέναντι στο ίδιο το φύλο τους, καθίστανται ασταθείς –ενδεχόμενοι- «διπλωματικοί εταίροι» για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Και πρέπει να αναρωτηθεί κανείς αυτό. Είναι δυνατόν, να οριοθετήσει η δυτική Διπλωματία ένα πολιτειακό μόρφωμα, όπου μέσα σε αυτό θα υπάρχει το σχεδόν 50% τού πετρελαίου που κινείται στην παγκόσμια αγορά; Αν ήθελε να δημιουργήσει ένα κουρδικό κράτος, θα το είχε πράξει μετά τις επαναστάσεις αποαποικισμού (1950- 1960), όταν η παρουσία της στην περιοχή άρχισε να φθίνει. Όμως, διέβλεψε, ότι η συνέχιση του ελέγχου από αυτές της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής θα επιτυγχανόταν μέσω των εθνολογικών – και κυρίως – θρησκευτικών αντιθέσεων που θα ανέπτυσσαν οι διάφορες μειονότητες μέσα στα πολιτειακά μορφώματα της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. 316 των ΗΠΑ στην περιοχή. Και η πολιτική και η διπλωματική ιστορία της Αμερικής έχει καταδείξει, ότι το νέο-αποικιακό δόγμα της άνθισε χάρη στην ύπαρξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τέλος, πρέπει να τονιστεί για άλλη μία φορά η δύναμη της Θρησκείας, που οι τρέχουσες αναλύσεις των διεθνολόγων πάνω στα επίμαχα παγκόσμιου ενδιαφέροντος ζητήματα – τεχνηέντως – δεν αναφέρουν συχνά ή ακόμα συχνότερα παραβλέπουν. Οποιοδήποτε θρησκευτικό δόγμα αποτελεί μία κοινωνιολογική πτυχή που διαμορφώνει την πολιτική και τη διπλωματία και που επιβάλλεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη για να ερμηνεύσουμε πολιτικές ενέργειες και αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί. Οι χώρες, που αυτήν την στιγμή καθορίζουν τις διεθνείς σχέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι οι Πολιτείες που ασπάζονται τον χριστιανισμό. Ο ίδιος ο Τραμπ δόμησε την προεκλογική του εκστρατεία στην καταγωγή και το θρησκευτικό δόγμα του απερχόμενου Προέδρου των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα. Η Ιστορία είναι αναγκαίο να αποτελεί το φάρο για την ανάγνωση πολλών ζητημάτων. Λόγου χάρη, η χριστιανική Δύση είχε δομήσει το ιμπεριαλιστικό μοντέλο διακυβέρνησής της στην έννοια της αποικίας, έχοντας εγκαθιδρύσει τη συγκεκριμένη καθεστηκυία τάξη σε χώρες που ασπάζονταν –ως επί το πλείστον- το Μουσουλμανισμό. Πώς είναι δυνατόν, τώρα, στη νέα οικονομική εποχή που ανοίγεται με τα ενεργειακά, τα δυτικά κράτη να κάνουν συνέταιρο μία μουσουλμανική χώρα, όπως είναι η Τουρκία; Όταν το 2011, η εταιρεία Noble Energy με έδρα το Τέξας των ΗΠΑ αναλάμβανε την πρωτοβουλία για έρευνα υδρογονανθράκων στο νότιο τμήμα της Κύπρου, ενώ ταυτόχρονα, το ίδιο το αμερικανικό κράτος ίδρυε Γραφείο Ενεργειακών Πόρων (της Νοτιοανατολικής Μεσογείου), εντάσσοντάς το στο Υπουργείο Εξωτερικών, αφενός διαφαινόταν, ότι η εξωτερική πολιτική της Αμερικής μεταστρεφόταν de facto στο συγκεκριμένο τμήμα της Μεσογείου, αφετέρου παγιωνόταν ο λόγος που μερικές δεκαετίες νωρίτερα η Μεγάλη Βρετανία, θέτοντας το καθεστώς των εγγυήσεων, εξέτρεφε ένα νέο μοντέλο προστατευτισμού της χώρας. Η Κύπρος αποτελούσε το δίαυλο που ένωνε τη Δύση με την Ανατολή κι ως εκ τούτου, η Ευρώπη είχε ανάγκη την παραμονή τού εν λόγω κρατιδίου υπό την πατρωνία της, προκειμένου να πραγματοποιείται προς αυτήν η απρόσκοπτη μεταφορά πετρελαίου. Μετά τα γεγονότα της δεκαετίας του 1950, κατά την οποία ο αραβικός εθνικισμός αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στα επιχειρηματικά σχέδια των Δυτικών στα μεσανατολικά εδάφη, ένα κράτος, όπως η Κύπρος που είχε τις ίδιες πολιτισμικές προσλαμβάνουσες και τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις με τη Δύση (το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του), ήταν αδύνατο για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα να απωλέσουν την κηδεμονία. Μετά το 2010, οι μεταβολές στη διπλωματία της περιοχής ήταν ραγδαίες, καθώς ο πλέον στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, το Ισραήλ σε μία επίδειξη αφενός ισχύος αφετέρου απόδειξης της μεταστροφής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως προς την Τουρκία, το 2012 ζήτησε από την ελληνοκυπριακή πλευρά τη χρήση από τα ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη τής αεροπορικής βάσης, «Ανδρέας Παπανδρέου», η οποία είχε περιέλθει σε «παροπλισμό» μετά την υποβάθμιση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας- Κύπρου. Τα ισραηλινά πολεμικά πέταξαν νότια της Τουρκίας κι επιδεικτικά, αγνοώντας την αεροπορική βάση της Τύμπου (που μετά το πραξικόπημα του 1974 ανήκει στην κατεχόμενη πλευρά) προσγειώθηκαν στην ελληνική βάση της Πάφου, αναγνωρίζοντας «την κυριαρχία της Κύπρου σε όλο το FIR της Λευκωσίας» 317 (Λεβέντης 2017). Το ίδιο το χρονικό διάστημα, η κυπριακή κυβέρνηση προέβη σε επαφές με τα γειτνιάζοντα κράτη, Αίγυπτο, Ισραήλ και Λίβανο, προκειμένου τη μεθόδευση μίας σειράς ενεργειών για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων που βρίσκονται στα κοινά ύδατα. Μία σειρά υπογραφών διμερών συμβάσεων ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη αντικατόπτριζε από τις εμπλεκόμενες πλευρές την αναγνώριση της κυπριακής κυβέρνησης ως κύρια ρυθμίστρια των ενεργειακών ζητημάτων που αφορούν το συγκεκριμένο κράτος. Ήδη από τις αρχές του καλοκαιρού (2017), οι ενεργειακές εταιρείες μετά από άδεια του κυπριακού Κράτους έχουν αρχίσει αφενός τις γεωτρήσεις στο οικόπεδο 11 αφετέρου την έρευνα και στα υπόλοιπα οικόπεδα. Παρόλο που η Τουρκία δεν έχει υπογράψει ούτε την αρχική Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας (1958) ούτε τις μεταγενέστερες (1982) και πρόσφατες αναθεωρήσεις, ωστόσο, προβάλλει μία σειρά veto απέναντι στην ελληνοκυπριακή πλευρά όσον αφορά το δικαίωμα της δεύτερης να διαχειρίζεται την κυπριακή ΑΟΖ χωρίς τη συμμετοχή τής κατοχικής κυβέρνησης. Σε αυτό που πρέπει να σταθούμε, θέτοντας δύο κατ’ ουσίαν ρητορικά ερωτήματα είναι, κατά πόσο η γείτονα χώρα μπορεί να προβάλλει αρνησικυρία απέναντι σε μία κρατική οντότητα που είναι μέλος διεθνών οργανισμών και συμβατικό μέλος του Δικαίου της Θάλασσας; Και επίσης είναι παράδοξο, ενώ η ίδια αρνούμενη να υπογράψει το διεθνές κείμενο για τα θαλάσσια κράτη, πώς χρησιμοποιεί την εν λόγω σύμβαση, για να διεκδικήσει – όπως ισχυρίζεται − τα δικαιώματα που φέρει τόσο απέναντι στον υποθαλάσσιο χώρο που έχει με την Ελλάδα όσο και με την Κύπρο; Σε όλα αυτά, οφείλουμε να προσθέσουμε και την εκφρασμένη θέση του Κύπριου Προέδρου απέναντι σε Διεθνή Όργανα, για τη δημιουργία ενός Ταμείου όπου θα καταθέτονται τα έσοδα από τις γεωτρήσεις και από τα οποία θα επωφελούνται και οι Τουρκοκύπριοι πολίτες, παρουσιάζοντας με τον τρόπο αυτό τη συναίνεση και την πρόθεση της ελληνικής πλευράς να διαπραγματευτεί για μία βιώσιμη λύση του Κυπριακού (Λεβέντης, ό.π., σσ. 13-15). Από την άλλη πλευρά, το γειτονικό κράτος τηρεί αδιάλλακτη στάση, πυροδοτώντας την ένταση τόσο ανάμεσα σε αυτό και την Ελλάδα όσο και με τους Ελληνοκυπρίους κατά τη διάρκεια των εργωδών διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα ανάμεσα στις τρεις εμπλεκόμενες πλευρές με τη συμμετοχή της Μεγάλης Βρετανίας και εκπροσώπου του ΟΗΕ. Την παρούσα χρονική στιγμή, το «διπλωματικό γάντι πέφτει» στον Πρόεδρο των Κατεχομένων, Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος είναι αντιμέτωπος με ένα ισχυρό δίλημμα. Θα συμβάλλει με την στάση του στις παράνομες και παράλογες – με βάση το Διεθνές Δίκαιο − κυριαρχικές διεκδικήσεις του Τούρκου Προέδρου επί του εδάφους και της ΑΟΖ ή θα συμπεριφερθεί ως αυτόφωτος ηγέτης, που τηρώντας υπεύθυνη στάση απέναντι στα μείζονα θέματα του Κυπριακού, θα αξιώσει με τον τρόπο του τη συμμετοχή στα οικονομικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από τις ενεργειακές εξελίξεις στην περιοχή; Μέχρι στιγμής, ο ηγέτης της μουσουλμανικής Κοινότητας –παρά το χωρίς αμφιβολία μετριοπαθές του πρόσωπο- δείχνει να συμπεριφέρεται ως «συγκυβερνήτης» στα ζητήματα των ενεργειακών. Η στάση του αυτή, ενδεχομένως οφείλεται, σε ένα συμβιβαστικό και «νομιμόφρων» πρόσωπο που την παρούσα περίοδο θέλει να επιδείξει απέναντι στον Ερντογάν, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ πολιτικής «φθοράς και αφθαρσίας», εξαιτίας των παρορμητικών κινήσεών του τόσο απέναντι στον Συριακό Εμφύλιο όσο κι απέναντι στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Είναι γνωστό στη Διεθνή Κοινότητα, 318 άλλωστε, ότι ο Τούρκος Πρόεδρος δεν διάκειται ευμενώς απέναντι στον Ακιντζί, γεγονός που έχει αποδειχτεί τόσο κατά την προεκλογική περίοδο στην ΤΔΒΚ όσο και ότι – κατά καιρούς – κορυφαία στελέχη της Κυβέρνησης των Κατεχομένων έχουν μπει στο στόχαστρο του Ερντογάν για συνεργασία τους με το Γκιουλέν. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Τουρκοκύπριος άνδρας δέχεται ισχυρή αντιπολίτευση από τα πολιτικά κόμματα της ΤΔΒΚ, τα οποία στην πλειονότητά τους πρόσκεινται στον Πρόεδρο της γείτονας χώρας. Άλλωστε, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης στο Βόρειο τμήμα της Κύπρου είναι ο γιος του Ντενκτάς. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι μετά την ατελέσφορη διάσκεψη της Γενεύης στις 12 Ιανουαρίου 2017, ο ηγέτης της μουσουλμανικής Κοινότητας δέχθηκε ιδιαίτερα επικριτικά σχόλια από τους πολιτικούς αντιπάλους του, ότι παρουσιάζει μία ιδιαίτερα συμβιβαστική στάση απέναντι στις εξελίξεις και τις αξιώσεις της ελληνικής πλευράς.14 Η γεώτρηση των υδρογονανθράκων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, πλέον είναι συνυφασμένη, με το διπλωματικό επανακαθορισμό του Κυπριακού Ζητήματος. Άλλωστε, οι ίδιες οι πετρελαϊκές εταιρείες στο επενδυτικό σημείο, το οποίο βρίσκονται, δεν έχουν την «πολυτέλεια» να αντιμετωπίζουν διαρκώς τις προκλήσεις της τουρκικής πλευράς για παύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην περιοχή μέχρι τη διευθέτηση των κυπριακών θεμάτων. Και θα ήταν τελείως ανεδαφικό να υποστηριχθεί, ότι η Τουρκία δεν γνωρίζει την αποφασιστικότητα που υπάρχει τη δεδομένη χρονική περίοδο για την επένδυση στην κυπριακή ΑΟΖ, η οποία ενισχύει από κάθε άποψη την εξεύρεση μίας λύσης για το Κυπριακό, διότι πλέον η Κύπρος δεν είναι απλά μία χώρα διέλευσης, αλλά μία χώρα με αποθέματα ορυκτού πλούτου. Το εν λόγω κράτος ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια, έχοντας ισότιμα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τα υπόλοιπα μέρη, όπως επίσης, ενεργώντας στη βάση του ευρωπαϊκού κεκτημένου διασφαλίζει κυρίαρχα την ευρωπαϊκή και κατ΄επέκταση δυτική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Με μία Τουρκία που παρουσιάζει χαμαιλεοντικό πρόσωπο απέναντι στη Δύση –ιδιαίτερα μετά τα ακραία εθνικιστικά κινήματα της Ανατολής των τελευταίων ετών- πώς είναι δυνατόν, οι εταιρείες και οι χώρες προέλευσής τους να κατοχυρώσουν την Τουρκία ως ρυθμίστρια στην περιοχή μετά τις τελευταίες εξελίξεις; Η Ελλάδα –από το «περιθωριοποιημένο παιδί» της Δύσης—εξελίσσεται, εξαιτίας των ενεργειακών επενδύσεων, σε κράτος της Διπλωματίας που είναι στη διακριτή και μόνο ευχέρειά της «να αρπάξει την ευκαιρία», ώστε να καταστεί κυρίαρχη δύναμη στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Τόσο η Συμφωνία στην πόλη Μπερ Σεβά του Ισραήλ (20/12/2018) ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ (και με την παρουσία του Αμερικανού Πρέσβη στο Ισραήλ) για την κατασκευή του αγωγού EastMed όσο και η τριμερής (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ με την παρουσία του Υφυπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ) στην Αθήνα τον Αύγουστο του 2019 αποδεικνύουν,15 ότι οι διπλωματικοί συσχετισμοί έχουν αλλάξει στην περιοχή –και γιατί όχι- συναινούν σε μία νέα φάση διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, που αυτήν την φορά – έτσι, όπως 14Διαδικτυακή εφημερίδα protothema.gr, Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017. 15Βλ. χαρακτηριστικά για τις διπλωματικές προεκτάσεις, στο Θεόδωρος Τσακίρης, Οι γεωστρατηγικές και ενεργειακές προεκτάσεις της Συμφωνίας της Μπερ Σεβά, στο www.kathimerini.gr 319 διαφαίνονται τα πράγματα – το ελληνικό Κράτος μπορεί να διαπραγματευτεί σε νέα βάση τα κυρίαρχα δικαιώματα του ελληνοκυπριακού λαού στην Κύπρο. Βιβλιογραφία Ishay, M. R. (2008), Η Ιστορία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Από την αρχαιότητα ως την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, εκδόσεις Σαββάλας. Olivier, R. (2006), Το Παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ, Αθήνα, εκδόσεις Scripta. Γκλαβίνης, Π., Ανδρεάδης, Η., Κολοβός, Η., Κωνσταντινίδου, Ά. & Σέμκου, Α. (2019), «Η Ολοκλήρωση των Αγορών Ενέργειας στην Ευρύτερη Ευρώπη», σε Περιβάλλον και Δίκαιο-Φυσικό Περιβάλλον Ενέργεια-Χωροταξία-Πολεοδομία-Δόμηση-Δημόσια Έργα- Μνημεία, 88 (2), σσ. 183-208. Γκλαβίνης, Π., Το Χαμένο Παιχνίδι της Αμερικής, διαθέσιμο από: www.ethnos.gr Ηλιόπουλου Η., (χχ), Εθνικό Συμφέρον και Πολιτική της Εθνικής Ασφάλειας - Θεμελιώδεις έννοιες και στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, διαθέσιμο από: http://www.elesme.gr/elesmegr/periodika/t36/t36_06.htm Καραμπελιάς, Γ. (1992), Ο Προφήτης, το Πετρέλαιο και ο Κορμοράνος – ο Πόλεμος στον Κόλπο, το πετρέλαιο και το Ισλάμ, Αθήνα, εκδόσεις Εξάντας. Κοππά, Μ. (2017), Η Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας, Αθήνα, εκδόσεις Πατάκη. Κωνσταντινίδου, Ά. Ι. (2017), Ο Ρόλος της Ελληνικής Παροικίας στην Αίγυπτο:- Η έξοδος και το Αιγυπτιακό ζήτημα, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη. Κωνσταντινίδου, Ά. Ι. (2019), Ισλάμ και το Ενεργειακό Ζήτημα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη/Ιωάννης Αρχ. Χαρπαντίδης. Λεβέντης, Γ. (2012), «Η Πρόθεση Ελέγχου των Θερμών Υδάτων: Οι τουρκικές στάσεις για την ηγεμονία των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο», σε H. Faustmann, A. Gϋler & G. M. Reichberg (επιμ.), Κυπριακοί Υπεράκτιοι Υδρογονάνθρακες. Περιφερειακή πολιτική και κατανομή του πλούτου, Έκθεση 1/2012, Ινστιτούτα Friedrich Ebert Stiftung & Prio Cyprus Center. Ντόκος, Θ. Π. (2014), «Ενεργειακές Εξελίξεις και το Μεταβαλλόμενο Περιβάλλον Ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Δίκαιο του Κυπριακού Ζητήματος, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. www.anixneuseis.gr www.europarl.europa.eu›pdf www.geopolitics.com.gr, www.onalert.gr www.protothema.gr 320 Διαλεκτικό Ισλάμ: Η Διάσταση του Ισλαμικού Φεμινισμού στην Τουρκία Μαρία Κωνσταντοπούλου1 Περίληψη Σε ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, ο όρος Διαλεκτική επανέρχεται ως μεταβλητή, για να περιγράψει με σαφήνεια τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που συντελούνται στη ζώσα πραγματικότητα και δη στη σύγχρονη Τουρκία. Πιο συγκεκριμένα, ως μελέτη περίπτωσης, η Τουρκία είναι ένας χώρος διαπάλης και αντιπαραθέσεων μεταξύ του κοσμικού κεμαλικού κατεστημένου και του ισλαμικού κινήματος. Οι δύο αυτοί πόλοι, μέσα από μια συνεχόμενη συγκρουσιακή σχέση, διαμορφώνουν το πλαίσιο της σημερινής Τουρκίας, κατά τη διακυβέρνηση Erdoğan. Σε αυτή τη βάση, ο πυρήνας της συγκεκριμένου άρθρου αφορά στην ανάλυση του φαινομένου του Ισλαμικού Φεμινισμού στην Τουρκία, μέσα από τη διαμόρφωση του Διαλεκτικού Ισλάμ, όπου με τον όρο αυτό εννοούμε ένα Ισλάμ που εγκολπώνει τις δυτικές αξίες και προβαίνει στις αντίστοιχες επανανοηματοδοτήσεις. Λέξεις κλειδιά: Διαλεκτικό Ισλάμ, Τουρκία, Ισλαμικός Φεμινισμός, AK Parti, Κεμαλισμός. Εισαγωγή Οι λέξεις Ισλάμ και φεμινισμός, μαζί, μάλλον ενστάσεις προκαλούν παρά συγκατάβαση. Προκύπτουν εύλογα ερωτήματα, όπως: «Είναι δυνατή μια τέτοια συνύπαρξη;», «Σε τι μεθοδολογικά εργαλεία άραγε βασίζεται η ανάλυση μιας τέτοιας ‘ασύμβατης’ εννοιολογικής συγκρότησης;». Και αν υποθέσουμε πως το Ισλάμ και ο φεμινισμός είναι συμβατές μεταξύ τους έννοιες, άραγε ποια από τις δύο θα πρέπει να «χωρέσει στα παπούτσια της δεύτερης»; Φαίνεται λοιπόν πως το Ισλάμ αφενός και το φεμινιστικό κίνημα αφετέρου ικανοποίησαν μερικώς ή καθόλου τα αιτήματα των γυναικών του ισλαμικού κόσμου και κυρίως της Τουρκίας, που αποτελεί τη μελέτη περίπτωσης στο παρόν άρθρο. Η έρευνα χρονικά ανιχνεύει τις πρώτες κυβερνήσεις του AK Parti και την πολιτική που ακολούθησε, η οποία έφερε το ισλαμικό κίνημα σε πρώτο πλάνο και αναδιαμόρφωσε με ιδιαίτερο τρόπο το ρόλο της γυναίκας στην τουρκική κοινωνία. Αναφορικά με το φεμινιστικό κίνημα στην Τουρκία, όπως διαμορφώθηκε κατά την κεμαλική περίοδο, η παράμετρος της θρησκείας είχε εξοβελιστεί από το κάδρο του κινήματος. Στοιχείο όμοιο με αυτό που είχαν πράξει οι 1 Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο,
[email protected]321 φεμινίστριες της Δύσης οι οποίες θεωρούσαν πως η θρησκεία έχει πατριαρχικές καταβολές και άρα εκ των πραγμάτων ήταν ασύμβατη με το γυναικείο κίνημα. Από την άλλη πλευρά, οι μουσουλμάνες γυναίκες υποστηρίζουν πως το «πραγματικό Ισλάμ δεν εξυψώνει την πατριαρχία, αντιθέτως στηρίζει την ισότητα των φύλων» (Zahra 2014: 24). Ενώ παράλληλα, το Κοράνι που είναι ο λόγος του θεού, δεν είναι δυνατόν να περιέχει λάθη, ούτε ο Θεός μπορεί να υποπέσει στο σφάλμα του διαχωρισμού των φύλων, άρα τα στοιχεία αυτά αποτελούν εγγύηση για τα δικαιώματα των γυναικών μέσα στο Ισλάμ (Zahra 2014: 16). Η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης πλευράς συνιστούσε αυτόματα τον αποκλεισμό της δεύτερης. Η διαλεκτική σύγκρουση για επικράτηση της μιας ή της άλλης, ως θέση-αντίθεση, γέννησε τη σύνθεση των δύο αντίθετων πόλων, η οποία με τη σειρά της έφερε το μοντέλο του ισλαμικού φεμινισμού, ως το πλέον βιώσιμο μοντέλο για μια μετανεωτερική κοινωνία στην οποία άλλωστε «η αναζήτηση της βεβαιότητας για τη μετανεωτερικότητα αποτελεί πλάνη, γιατί η βεβαιότητα μπορεί να είναι μόνο προσωρινή» (Bryson 2004: 358). Ο ισλαμικός φεμινισμός θα μπορούσε να αποτελεί ένα καλό παράδειγμα συγκερασμού των αντίθετων και αντικρουόμενων τάσεων όχι μόνο μέσα σε μια κοινωνία αλλά και για όλα εκείνα τα άτομα που «ο ‘αυτονομισμός’ (separatism) δεν αποτελεί επιλογή τους, αλλά πιστεύουν στη δυνατότητα δημιουργίας συνθηκών στις οποίες ως ‘ολόκληρα’ άτομα μπορούν να ζήσουν σε ‘ολόκληρες’ κοινωνίες» (Cooke 2001: 56). Θεωρητικό Πλαίσιο και Ανάδυση του Ισλαμικού Φεμινισμού Παρόλο που ο όρος «ισλαμικός φεμινισμός» καταρχάς φαίνεται να μας ξενίζει, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως τις σημαντικότερες στιγμές προόδου της επιστήμης, η ίδια τις βίωσε μέσα από «διαψεύσεις καθολικά αποδεκτών θεωριών, είτε μέσα από διατυπώσεις τολμηρών υποθέσεων» (Κάλφας 1997: 83). Στη μετανεωτερικότητα υπάρχει ένας εξελισσόμενος «υβριδισμός» ιδεών, αξιών, γνώσεων και θεσμών, «όπου αυτές οι αντιφατικές τάσεις εγγράφονται στην ίδια τη δυναμική παγκοσμιοποίηση, μια διαδικασία εξ ορισμού διαλεκτική» (McGrew 2003: 118). Η ανάγκη για «μεθερμήνευση» του Ισλάμ δεν προέκυψε ως φαινόμενο της μετανεωτερικότητας. Με το πέρασμα στη νεωτερικότητα, αρχικά τον 19ο αιώνα όπου βγαίνει στο προσκήνιο μια ιδεολογική μουσουλμανική μεταρρύθμιση και αργότερα τον 20ο αιώνα όπου βγαίνουν κινήματα απέναντι στον εθνικισμό και την αποικιοκρατία, μπορούμε να πούμε πως εμφανίζεται ένας «ενδογενής» φεμινισμός (Zahra 2014: 18). Tα πρώτα ψήγματα της νεωτερικής ισλαμικής κίνησης τέθηκαν στη Μέση Ανατολή από τον Cemaleddin Afgani (1839-1897), στην Αίγυπτο τον Muhammed Abduh (1849-1905) και τον μαθητή του M. Reşid Rıza (1865-1935), και στην ευρύτερη περιοχή της Ινδίας και του Πακιστάν τον Muhammed İkbal (1877-1938), ενώ στην περιοχή της Τουρκίας ήταν ο Said Halim Paşa (1863- 322 1921), ο Ziya Gökalp (1876-1924),2 ο Mehmet Akif Ersoy3 (1873-1936), ο İsmail Hakkı İzmirli (1868-1946) και ο M. Şemseddin Günaltay (1883-1961) (Alperen 2003: 54). Kαι ενώ η Δύση βρισκόταν σε τροχιά εξέλιξης σε όλους τους τομείς, οι ισλαμικές κοινωνίες είτε ήταν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας είτε αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα προσδιορισμού της θρησκευτικο- κοινωνικής τους ταυτότητας (Alperen 2003: 1). Εφόσον, όμως η κοινωνία δεν ήταν στατική δεν θα μπορούσε να παραμείνει στατική η θρησκεία, η οποία από τη στιγμή που θα βγει στον δημόσιο βίο, υποχρεωτικά ακολουθεί τους διαλεκτικούς κανόνες της διαρκώς εν κινήσει κοινωνίας. Αφορμή για τη διαμόρφωση της έννοιας ισλαμικός φεμινισμός στάθηκε η έκδοση στην Αμερική τα έτη 1895-1898 του βιβλίου με τίτλο «η Βίβλος των Γυναικών» της Elisabeth Cady Stanton που αποτελεί το πρώτο τεκμήριο φεμινιστικής θεολογικής σκέψης (Cady 1895-98). Η Stanton ανήκοντας στο ρεύμα του ριζοσπαστικού Φεμινισμού και έχοντας την εμπειρία πως η Βίβλος συχνά χρησιμοποιείται στα επιχειρήματα των υπερασπιστών της ανδρικής κυριαρχίας κατά της ισότητας των δύο φύλων ανέπτυξε το μοντέλο της «Βίβλου των Γυναικών» με σκοπό να αποκαταστήσει τη θέση της γυναίκας στο ιερό βιβλίο και στα μάτια των πιστών. Μια ανάλογη προσπάθεια και πατώντας πάνω στα ίδια μεθοδολογικά εργαλεία είναι και το βιβλίο της Ηidayet Şefkatli Tuksal που αποτελεί και τη διδακτορική της διατριβή, η οποία μάλιστα εκπονήθηκε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Άγκυρας (Tuksal 2014). Συνεπώς για την Τουρκία και όχι μόνο, ένα βιβλίο που αποτελεί επιτομή για τον Ισλαμικό Φεμινισμό είναι το βιβλίο της Tuksal το οποίο δεν αναλύει μόνο το φαινόμενο του Ισλαμικού Φεμινισμού, αλλά προχωρά απευθείας στην ουσία του φαινομένου και επιχειρεί με τόλμη να επανερμηνεύσει το Κοράνι. Σε αυτή την τροχιά, τα βιβλία που γράφονται γύρω από αυτό το ζήτημα θέτουν σαφώς την ανάγκη για επανερμηνεία του Κορανίου, αλλά η πρώτη που το τόλμησε επίσημα στην Τουρκία είναι η Ηidayet Şefkatli Tuksal. Η Tuksal ήταν εκείνη που δεν δίστασε να θέσει ανοιχτά στην επιστημονική κοινότητα το ζήτημα των προκαταλήψεων εις βάρος των γυναικών στο Κοράνι και στην ιερή παράδοση των Χαντίθ. Η 2Ο θεωρητικός του τουρκισμού, κουρδικής καταγωγής Ziya Gökalp στο έργο του με τον τίτλο Türkçülüğün Esasları (Οι Αρχές του Τουρκισμού) γράφει για την πολιτισμική δομή πριν από την έλευση του Ισλάμ στην Τουρκία, και συγκεκριμένα τονίζει πως οι ‘παλαιοί Τούρκοι’ ήταν και δημοκράτες και φεμινιστές. Εξάλλου η έννοια της δημοκρατίας φέρει εγγενώς και την έννοια του φεμινισμού, καθώς και η δημοκρατία είναι (βασική) αρχή αυτών που υπερασπίζονται την ισότητα. Για το ότι οι Τούρκοι είναι φεμινιστές υπάρχει ένας ακόμα σημαντικός λόγος που το ενισχύει. Και αυτό είναι το γεγονός ότι πίστευαν στη θρησκεία του Σαμανισμού (Kaya 2004: 61). Τα λόγια αυτά του Gökalp είναι σημαντικά αφενός γιατί μας δίνουν μια εικόνα εκ των έσω για το τι πιστεύουν οι ίδιοι οι Τούρκοι για την προέλευση της ταυτότητάς τους, αφετέρου γιατί αυτός που τα λέει είναι ο «θεωρητικός» της κεμαλικής ιδεολογίας. 3 O Mehmet Akif Ersoy, είναι σημαντικός λόγιος της εποχής και ο εθνικός ποιητής της Τουρκίας αφού έγραψε τον εθνικό ύμνο. Για τη ζωή και το έργο του αναλυτικά βλέπε: Εφημερίδα Hürriyet, Mehmet Akif Ersoy kimdir? Mehmet Akif Ersoy'un hayatı. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.hurriyet.com.tr/gundem/mehmet-akif-ersoy-kimdir-mehmet-akif- ersoyun-hayati-40768725 (πρόσβαση στις 25/10/2018). 323 Tuksal υποστηρίζει πως υπάρχουν αντιφάσεις πολλές όσον αφορά στη θέση της γυναίκας στα λόγια και στις πράξεις που αποδίδονται στον προφήτη Μωάμεθ και ισχυρίζεται πως «δεν μπορεί να φανταστεί έναν προφήτη να «κακομεταχειρίζεται» γυναίκες… . Τα Χαντίθ που τον παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο θα πρέπει να εξαλειφθούν» (Haynes 2008: 183). Αντιστοίχως, το βασικό επιχείρημα των ισλαμιστριών φεμινιστριών είναι πως το Κοράνι έχει ερμηνευτεί αποκλειστικά από άνδρες και γι’ αυτό αντικατοπτρίζει τις πατριαρχικές θέσεις της κοινωνίας. Άλλωστε, καμία ερμηνευτική μέθοδος του Κορανίου δεν είναι δυνατόν να είναι εντελώς αντικειμενική (Wedud-Muhsin 2005: 19). Η λύση, λοιπόν, στο ζήτημα της πατριαρχικής προσέγγισης του ιερού βιβλίου θα πρέπει να αναζητηθεί στις θρησκείες που επανερμηνεύονται από τη σκοπιά των γυναικών και τονίζεται η σημασία των «θεοτήτων» και των «αγίων» θηλυκού γένους (Wedud-Muhsin 2005: 9). Ο όρος «ισλαμικός φεμινισμός», ξεκίνησε την εμφάνισή του, διστακτικά, τη δεκαετία του 1990, σε διαφορετικές χώρες (Zahra 2014: 39). Συγκεκριμένα, η Margot Badran μας ενημερώνει πως ο όρος είναι αρκετά πρόσφατος στη διεθνή βιβλιογραφία. Σύμφωνα με τις Ιρανές καθηγήτριες Afsaneh Najmabadi και Ziba Mir-Housseini, ο όρος Ισλαμικός Φεμινισμός χρησιμοποιήθηκε στο Ιράν το 1992 και συγκεκριμένα στην Τεχεράνη από την Shahla Sherkat εκδότρια του περιοδικού Zanan.4 Ενώ η συγγραφέας Mai Yamani με καταγωγή από τη Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησε πρώτη φορά τον όρο το 1996 στο βιβλίο της “Feminism and Islam: Legal and literary perspectives” (Zahra 2014: 39).5 Στην Τουρκία, από την άλλη πλευρά, ο όρος εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1990, όταν τον χρησιμοποίησαν σε άρθρα τους οι πανεπιστημιακοί Yeşim Arat και Feride Acar, και η Nilüfer Göle στο βιβλίο της (Göle 1991) στην τουρκική εκδοχή του το 1991 και στην αγγλική εκδοχή του “The Forbidden Morden” το 1996 (Zahra 2014: 40). Ένα παράδειγμα κοινωνίας στην οποία ήταν πρόσφορες οι συνθήκες για να εμφανιστεί ένα τέτοιο μετανεωτερικό φαινόμενο ήταν η τουρκική. Η Τουρκία αποτελεί μια χώρα της οποίας επίσημη θρησκεία είναι το Ισλάμ. Η γειτνίαση της με την Ελλάδα και η εμφάνιση του πρόσφατου σχετικά όρου «ισλαμικός φεμινισμός», την καθιστούν ερευνητικά ενδιαφέρον παράδειγμα μελέτης του παραπάνω φαινομένου. Παρόλο που το φαινόμενο του ισλαμικού φεμινισμού στην Τουρκία δεν έχει αποκρυσταλλώσει τη δυναμική και τη θέση του στην κοινωνία, εντούτοις η ανίχνευσή του καθίσταται ουσιώδους σημασίας. Και τούτο διότι: «στην πολιτική επιστήμη μας ενδιαφέρει κάθε μορφής οργάνωση, τυπική ή άτυπη, επίσημα θεσμοθετημένη ή χαλαρή, που επιδιώκει να επηρεάσει δημόσιες πολιτικές» (Λάβδας 2004: 38). 4 To Zanan είναι το μόνο μηνιαίο γυναικείο περιοδικό που εκδίδεται στο Ιράν. Το περιοδικό έπαυσε τη λειτουργια του το 2008, αλλά ξεκίνησε ξανά στις 29 Μαΐου 2014. Το Σεπτέμβριο του 2014, η εκδότρια του περιοδικού Shahla Sherkat κατηγορήθηκε στο δικαστήριο Τύπου του Ιράν τον Απρίλιο του 2015. Crétois, Jules, Muslim Women Redefine Feminism. Εφημερίδα AL- Monitor, 4/4/2013. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: https://www.al-monitor.com/pulse/culture/2013/04/muslim-feminists- activism.html# (πρόσβαση στις 15/10/2018) 5 Αναλυτικότερα για την Mai Yamani βλέπε στο δικτυακό της τόπο: https://www.maiyamani.com (πρόσβαση στις 20/10/2018). 324 Πηγαίνοντας σε ένα άλλο σκέλος της ανάλυσης και παρατηρώντας την ταυτότητα της μουσουλμάνας γυναίκας, τον τρόπο ζωής της ακόμη και την πολιτική της στάση, μέσα από το πρίσμα της νεωτερικότητας, βλέπουμε τα εξής: η κοινωνιολόγος Nilüfer Göle, αναλύοντας το Ισλάμ και τη νεωτερικότητα συγκαταλέγει τις γυναίκες με μαντίλα ως αποτυχία της νεωτερικότητας και δεν διστάζει να τις τοποθετεί, στο τέλος του βιβλίου της, στη «σκοτεινή πλευρά της νεωτερικότητας» (Göle 2001: 170). Βασίζει μάλιστα τη θέση της στον εξής ισχυρισμό πως «οι (μουσουλμάνες φεμινίστριες) γυναίκες επαναστατούν εναντίον του σύγχρονου κόσμου, φορώντας τη μαντίλα στη δράση τους», πράγμα που φαντάζει οξύμωρο Göle 2001: 15). Η Göle επιχειρεί να ενισχύσει αυτήν την προσέγγιση, αναφερόμενη στο παράδειγμα της τουρκικής νεωτερικότητας. Με άλλα λόγια, ο εκσυγχρονισμός που επιβλήθηκε από «τα πάνω», από το κράτος στο λαό, δεν παρείχε εξίσου και με τον ίδιο τρόπο πρόσβαση σε όλους τους ανθρώπους από τα ανατολικά έως τα δυτικά της χώρας. Ως εκ τούτου, ενώ ένα μέρος του λαού ήταν σε διαδικασία εκσυγχρονισμού, ένα άλλο μέρος απέρριψε αυτή την προοπτική που ανοίχτηκε μπροστά του, φτάνοντας άλλες φορές ακόμα και στο σημείο να αντισταθεί σθεναρά (Göle 2001: 43-99). Στην ίδια κατεύθυνση, ενώ οι μουσουλμάνες γυναίκες ζητούν να ενταχθούν στον δημόσιο χώρο, εντός της υπαρξιακής τους σφαίρας, όπως αυτή περιβάλλεται από την ισλαμική πεποίθηση, τείνουν να καταστήσουν το ισλαμικό πλαίσιο συμβατό με τη σύγχρονη εποχή. Δηλαδή να το συμβιβάσουν με τις δυνατότητες που ανοίγει η σύγχρονη πραγματικότητα για τις γυναίκες, και να θέσουν, στην ημερήσια διάταξη, τις δικές τους εκδοχές «εκσυγχρονισμού», δηλαδή να «αναστρέψουν τον μοντερνισμό» και να τον «αυτό-εκσυγχρονίσουν», κατά κάποιο τρόπο (lyasoğ lu 1994: 133). Στόχευση των γυναικών αυτών είναι να απελευθερωθούν από τα όρια του παραδοσιακού, να καθορίσουν τα όρια μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών τομέων, να δημιουργήσουν τις δικές τους εκδοχές κοινωνικοποίησης και να εξασφαλίσουν μια ασφαλή υπαρξιακή σφαίρα στο επίπεδο της πίστης. Η μουσουλμάνα γυναίκα στον κόσμο των φεμινιστριών δεν μπήκε για να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που επιβάλλονται από την κυρίαρχη φεμινιστική σκέψη, αλλά για να διαπιστώσει τις μεθόδους, εκφράσεις και την προβληματική τους απέναντι στο ζήτημα της ανισότητας των φύλων (Zahra 2014: 14). Συνεπώς, αναφορικά με τον ισλαμικό φεμινισμό βλέπουμε ότι αποτελεί μια γυναικεία οπτική στην οποία διαφαίνεται το όραμα μιας άλλης δομής των σχέσεων των δύο φύλων, και κατ’ επέκταση, διατυπώνεται μια άλλη αντίληψη για τη θεολογία, την κοινωνία, τον έμφυλο διαχωρισμό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψη του Fazlurrahman, αναφορικά με το ζήτημα της θέσης του Κορανίου στο σύγχρονο κόσμο. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται πως υπάρχουν δύο τρόποι να διαβιούν οι μουσουλμάνοι στον σύγχρονο κόσμο. Είτε να εναρμονιστούν με την κοσμική Δύση στο σύνολό της, είτε να επαναφέρουν το Ισλάμ, σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, ερμηνεύοντας το με μια νέα ιστορικιστική ερμηνευτική μέθοδο «içtihat» (Karaman 2003: 30). Έτσι, οι μουσουλμάνοι θα παρουσιάσουν ένα εναλλακτικό μοντέλο στον σύγχρονο κόσμο, που δεν είναι κοσμικό, αλλά βασίζεται σε νέους θεσμούς και κανόνες που ταιριάζουν στους ηθικούς και κοινωνικούς στόχους του Κορανίου και όχι της ισλαμικής παράδοσης (Karaman 2003: 30). Σύμφωνα με τον Fazlurrahman, ο τρόπος που θα αποτελούσε το καλύτερο μοντέλο διαβίωσης 325 των μουσουλμάνων στη Δύση είναι ο δεύτερος. Άρα αναπλαισιώνοντας τον ισχυρισμό του Fazlurrahman, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο ισλαμικός φεμινισμός αποτελεί μια μορφή ομαλής συμβίωσης Ισλάμ και κοσμικότητας στην μετανεωτερική εποχή, όπου πλέον το Ισλάμ δεν είναι ίδιο με αυτό το Ισλάμ της νεωτερικότητας αλλά μιλάμε για ένα διαλεκτικά μετασχηματισμένο Ισλάμ ή ένα «διαλεκτικό Ισλάμ», όρος που αποτελεί γλωσσική επίνεια της γράφουσας. Καταληκτικά, είτε αποδεχόμαστε είτε απορρίπτουμε τον όρο ισλαμικός φεμινισμός το ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως από τη στιγμή που στην Τουρκία εκφράστηκε δημόσια και στηρίχτηκε ο όρος επιστημονικά, ανεξάρτητα από το έρεισμα που έχει στην κοινωνία, ο ερευνητής οφείλει να σκύψει πάνω από αυτό το μετανεωτερικό φαινόμενο και να το τοποθετήσει στο επιστημονικό του μικροσκόπιο. Χρήζει προσοχής παράλληλα πως η χρονική περίοδο εμφάνισης του φαινομένου στην Τουρκία κάθε άλλο παρά τυχαία δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Συγκεκριμένα, αν επί κυβέρνησης AK Parti δεν είχε «απελευθερωθεί» η μαντίλα στον δημόσιο χώρο, οι μουσουλμάνες γυναίκες δεν θα είχαν μπει στα πανεπιστήμια και δεν θα είχαν εργαστεί είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, δεν θα είχε αλλάξει το βιοτικό τους επίπεδο και τέλος δεν θα είχαν ψάξει τρόπους για να αλλάξουν και να μετουσιώσουν αυτή την αλλαγή σε όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, όπως ήταν το Ισλάμ. Σύμφωνα λοιπόν με τον ισχυρισμό του Fazlurrahman, όπως παρουσιάστηκε προηγουμένως, θα μπορούσε να υποστηριχτεί πως η Τουρκία και συγκεκριμένα το AK Parti αποτελεί την απτοποίηση της πρότασης για ένα Ισλάμ σε διαρκή διαλεκτική ώσμωση με τη Δύση. Η Περίπτωση της Τουρκίας Από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας μέχρι και τη δεκαετία του ‘90 η διαιρετική τομή στην πολιτική και στην κοινωνία της Τουρκίας ήταν η ίδια με αυτή του φεμινιστικού κινήματος, δηλαδή κεμαλιστές-μη κεμαλιστές. Ενώ, οι κοινωνικές εντάσεις θα συνεχιστούν πάνω στα δίπολα κοσμικοί-μη κοσμικοί (Laik-antilaik), προοδευτικοί-συντηρητικοί (ilerici-gerici), σύγχρονοι- παραδοσιακοί (modern-gelenekçi) (Güngör 1993: 22-23, 69). Οι συζητήσεις αυτές έχουν ως επίκεντρο το διαχωρισμό (και αναλυτικά μιλώντας τη διαιρετική τομή) σε κέντρο-περιφέρεια, πλαίσιο που αποτελεί το υπόβαθρο των πολιτιστικών αναλύσεων της ανόδου της ισλαμικής επιρροής (Gülalp 2003). Αυτό το πλαίσιο υποδηλώνει ότι η διαίρεση, ανάμεσα στο Κεμαλισμό, στο κοσμικό, προνομιούχο «κέντρο» και την «περιφέρεια» που ορίζονται από το ισλαμικό «κοινωνικό ήθος» αποτελεί τη θεμελιώδη πηγή της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής διαστρωμάτωσης στην Τουρκία (Mardin 1973: 169–190). Όπως υποστηρίζει ο Haldun Gülalp, οι μελέτες που βασίζονται στη διάκριση μεταξύ κέντρου-περιφέρειας επικεντρώνονται σε έναν «πολιτιστικό αγώνα», μεταξύ του Κεμαλισμού, του δημοκρατικού κοσμικού «κέντρου» και της ισλαμικής «περιφέρειας», προκειμένου να αναλυθούν οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις στην Τουρκία (Gülalp 2003). Η διαίρεση αυτή μάς φέρνει κοντά στην έννοια της «διαιρετικής τομής» που αν και προσιδιάζει στις δυτικές κοινωνίες, όπως προτάσσουν οι γεννήτορες της και σχετίζονται με τη Βιομηχανική Επανάσταση, εν τούτοις, μπορεί να 326 επαναπλαισιωθεί στην περίπτωση της τουρκικής κοινωνίας ή καλύτερα του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας. Με άλλα λόγια, αν η νεωτερικότητα (και αυτόματα και η μετανεωτερικότητα) δεν είναι μόνο δυτικό προνόμιο, τότε αδήριτα και οι διαιρετικές τομές μπορούν να βρεθούν και στην περίπτωση της Τουρκίας, αποκτώντας το αντίστοιχο σημασιολογικό και πολιτικό περιεχόμενο. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε να δούμε τη διαιρετική τομή πως για ό,τι συνιστούσε στη νεωτερική Τουρκία ο «κεμαλισμός» αποτελούσε και στη μετανεωτερική Τουρκία ο «ερντογανισμός». Εντούτοις, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως και στις δύο περιπτώσεις τόσο ο Kemal όσο και ο Erdoğan αποτελούν φορείς μιας εποχής την οποία «έτυχε» να σφραγίσουν με την προσωπικότητά του ο καθένας, αντίστοιχα. Η μετακίνηση της διαιρετικής τομής από τον κεμαλισμό – μη-κεμαλισμό στον ερντογανισμό – μη-ερντογανισμό, μαρτυρά ταυτόχρονα και την πολιτική ηγεμονία της δεύτερης έναντι της πρώτης. Παρόμοια μετακίνηση της διαιρετικής τομής πάνω στον πολιτικό άξονα συναντούμε και στο φεμινιστικό κίνημα στην Τουρκία. Συγκεκριμένα, από το διαχωρισμό σε κεμαλίστριες – μη-κεμαλίστριες και σε κοσμικές – μη-κοσμικές, οδηγηθήκαμε στις ισλαμίστριες – μη-ισλαμίστριες και ΑΚΠλήδες – μη-ΑΚΠλήδες. Οι γυναίκες που δεν εκπροσωπήθηκαν και δεν εκφράστηκαν από το κεμαλικό καθεστός φαίνεται πως εισέβαλαν δυναμικά στο δημόσιο χώρο και διεκδίκησαν το μερίδιο που τους αναλογεί όχι μόνο από τους άνδρες αλλά, και από το ήδη υπάρχον φεμινιστικό κίνημα της Τουρκίας. Από τη στιγμή που το Ισλάμ και η μαντίλα τέθηκε ως μεταβλητή στη συνάρτηση του φεμινιστικού κινήματος, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια νέα μορφή φεμινιστικού λόγου που διευρυνόταν και απευθυνόταν στο προφίλ των θηλυκού γένους ψηφοφόρων του AK Parti. Ανιχνεύοντας τη συγκεκριμένη προβληματική διαγιγνώσκουμε ότι το AK Parti δεν είναι λίγες οι φορές που έχει κατηγορηθεί για αντί-γυναικεία πολιτική και συνακόλουθο αντί-γυνακείο πολιτικό λόγο. Μεταξύ των επικριτών του βρίσκονται τόσο οι πολιτικοί αντίπαλοι του κόμματος που έχουν έναν άλλο προσανατολισμό για το ζήτημα της γυναίκας (όπως είναι το πρότυπο που είχε επιβληθεί από τον Mustafa Kemal) όσο και πολλές δυτικές χώρες που αντιλαμβάνονται το ισλαμικό στοιχείο του κόμματος ως ένα στοιχείο καταπιεστικό για τις γυναίκες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αντί-γυναικείου πολιτικού λόγου, σύμφωνα με κάποιους φεμινιστικούς κύκλους της Τουρκίας φαίνεται να εκφράζεται από τον Erdoğan, ο οποίος σε ομιλία του στο KADEM στις 24 Νοεμβρίου 2014 είχε δηλώσει: Αυτό που χρειάζονται οι γυναίκες δεν είναι η ισότητα, αλλά ίση αξία, με άλλα λόγια, δικαιοσύνη. Δεν μπορείτε να τοποθετήσετε τη γυναίκα και τον άνδρα σε ισότιμη θέση (Kadın ile erkeği eşit konuma getiremezsiniz). Η δημιουργία-φύση (στον λόγο του χρησιμοποιεί την αραβική λέξη του κορανίου fıtra) τους είναι διαφορετική … .6 Η ομιλία αυτή του Erdoğan προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων από κάποιες φεμινιστικές οργανώσεις της Τουρκίας και δημοσιεύτηκαν πολλά άρθρα κυρίως από τον ξένο τύπο που έφεραν ως τίτλο με μικρές παραλλαγές, πως ο Erdoğan 6 Σύλλογος Γυναικών και Δημοκρατίας (Kadın ve Demokrasi Derneğ i − KADEM): http://kadem.org.tr/turkiye-cumhurbaskani-sayin-recep-tayyip-erdoganin-acilis- konusmasi-en/ (τελευταία πρόσβαση στις 1/1/2019). 327 είπε ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες.7 Σε αναλυτικό- επιστημονικό επίπεδο, διαπιστώνουμε πως η αντιπαράθεση του Erdoğan με μία μερίδα φεμινιστικών οργανώσεων αντανακλά ουσιαστικά τη διαφορετική ιδεολογική αφετηρία στη σκέψη του Erdoğan και στη σκέψη των φεμινιστριών. Το ενδιαφέρον στοιχείο στην υπόθεση αυτή είναι το γεγονός πως την ομιλία του αυτή ο Erdoğan την παρουσίασε στο Σύλλογο Γυναικών και Δημοκρατίας (Kadın ve Demokrasi Derneğ i − KADEM) που αποτελεί μια δραστήρια γυναικεία οργάνωση, η οποία βέβαια διοικείται και από την κόρη του Erdogan, Sümmeyye. O Erdoğan, λοιπόν, δεν συμμερίζεται τα αιτήματα του φεμινιστικού κινήματος, καθώς κατηγορεί τις φεμινίστριες πως αντιτίθενται στο πιο σημαντικό κομμάτι της γυναικείας φύσης που είναι η μητρότητα. Εκείνες με τη σειρά τους βλέπουν στον πολιτικό λόγο του Erdoğan μια αντί-γυναικεία διάθεση, εφόσον τα επιχειρήματά του στηρίζονται στο Ισλάμ, το οποίο ως θρησκεία είναι εγγενώς πατριαρχική. Ακόμα κι αν μας ξενίζει το γεγονός πως την ομιλία του ο Erdoğan τη παρουσίασε στα ευήκοα ώτα μιας γυναικείας οργάνωσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας πως το AK Parti παρέσυρε τη διαιρετική τομή της πολιτικής σε μια πιο ισλαμική ρητορική και κατά συνέπεια συμπαρέσυρε και το φεμινιστικό κίνημα σε αυτό το πλαίσιο. Ένα ακόμα σημείο που δίχασε στο λόγο του Erdoğan είναι οι παραινέσεις του στον τουρκικό λαό πως πρέπει να έχουν «τουλάχιστον 3 παιδιά» για να γίνει η Τουρκία μια δυνατή πληθυσμιακά χώρα.8 Ενώ μερικά χρόνια αργότερα παροτρύνει για 5 παιδιά λέγοντας: «όχι 3 αλλά 5 παιδιά να κάνετε. Εσείς είστε το μέλλον της Ευρώπης».9 Στη βάση των τελευταίων το όποιο κριτικό πρίσμα δεν μπορεί να μην θεωρήσει ότι η αναπαραγωγική διαδικασία τίθεται στην υπηρεσία της πολιτικής σκοπιμότητας και της πληθυσμιακής υπεροχής. Φυσικά μια τέτοια προτροπή, εκ μέρους του Erdoğan, σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται με βάση το γυναικείο κίνημα. Η δημογραφική πολιτική της χώρας δεν αποτελεί άλλοθι σε καμιά περίπτωση για την εργαλειοποίηση της γυναίκας, για να κάνει τα παιδιά που θέλει ή που δεν θέλει κάποιος. Μια τέτοια παρότρυνση-προτροπή από το στόμα του Erdoğan, εν είδει «προστατευτικής αγάπης» τελικά, (Αθανασίου 2012: 12) αντιτίθεται στο αυτεξούσιο των γυναικών και σύμφωνα με το γυναικείο κίνημα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αποτελεί «οπισθοχώρηση» στην πολιτική ισότητας των δύο φύλων που φαίνεται πως υιοθετεί το AK Parti. Στην ίδια κατεύθυνση, ένα σημαντικό για την τουρκική κοινωνία ζήτημα είναι αυτό με τις «ανήλικες νύφες», κυρίως στις περιοχές της νοτιοανατολικής 7 BBC NEWS, Turkey president Erdogan: Women are not equal to men, 24/11/2014 https://www.bbc.com/news/world-europe-30183711 (τελευταία πρόσβαση στις 1/1/2019) Τ 24, Dünya medyası, Erdoğan'ın 'kadın ve erkek eşit değildir' sözlerini nasıl yorumladı? https://t24.com.tr/haber/dunya-medyasi-erdoganin-kadin-ve-erkek-esit-degildir- sozlerini-nasil-yorumladi,278264 (τελευταία πρόσβαση στις 1/1/2019). 8 NTV, Erdoğan: İş işten geçmeden en az 3 çocuk, 10/10/2009 https://www.ntv.com.tr/turkiye/erdogan-is-isten-gecmeden-en-az-3- cocuk,ZEQhCeWHVkS06lEDhd72Ng (τελευταία πρόσβαση στις 20/1/2019) 9 CNN TÜRK, Erdoğan gurbetçilere seslendi: 3 değil 5 çocuk yapın, 17/03/2017 https://www.cnnturk.com/turkiye/erdogan-gurbetcilere-seslendi-3-degil-5-cocuk- yapin (τελευταία πρόσβαση στις 20/1/2019) 328 Τουρκίας. Τα κορίτσια σε αυτές τις περιοχές παντρεύονται σε πολύ νεαρή ηλικία. Ο νέος Αστικός Κώδικας της Τουρκίας οριοθέτησε την ηλικία του γάμου για να εμποδίσει τα παιδιά να παντρευτούν σε νεαρή ηλικία. Η μικρότερη ηλικία γάμου για τα κορίτσια είναι 17 ετών πάντα με τη συγκατάθεση των γονέων, ενώ με απόφαση του δικαστηρίου το ηλικιακό όριο ορίστηκε στα 16 έτη (Çaha, Aydın, & Çaha 2014: 44). Η ρύθμιση του θέματος από το νόμο ασφαλώς δεν αρκεί, αλλά σίγουρα αποτελεί μία ακόμα δικλείδα ασφαλείας για την προστασία των κοριτσιών αυτών. Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα που η τουρκική κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει. Το Ίδρυμα «Morçatı Vakfı» είναι ένας σημαντικός θεσμός που συλλέγει στοιχεία για την ενδοοικογενειακή βία στην Τουρκία.10 Από τις γυναίκες που απευθύνθηκαν στο ίδρυμα, «το 83% δήλωσαν ότι βίωσαν σωματική βία και το 73% ότι υπέστη συναισθηματική βία. Σε έρευνα που διενεργήθηκε το 2010, σε όλη την Τουρκία, με πρωτοβουλία της «Γενικής Διεύθυνσης για τη Θέση της Γυναίκας» (Kadının Statüsü Genel Müdürlüğü), με θέμα την ενδοοικογενειακή βία, το 39,3% των γυναικών φαίνεται να απάντησε πως έχει πέσει θύμα σωματικής βίας, σε κάποια περίοδο της ζωής του από έναν σύντροφο ή από τον σύζυγο. Το ποσοστό των γυναικών που βίωσαν σωματική βία τους τελευταίους 12 μήνες είναι 9,9%. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, το ποσοστό των γυναικών που ανέφεραν ότι είχαν υποστεί σεξουαλική βία κάποια στιγμή στη ζωή τους ήταν 15,3%, ενώ το ποσοστό αυτό για τους τελευταίους 12 μήνες ήταν 7%. Αυτή η έρευνα έδειξε επίσης ότι «η σωματική βία και η σεξουαλική ή ψυχολογική κακοποίηση υπήρξαν ταυτόχρονα σε πολλές περιπτώσεις» (Çaha, Aydın, & Çaha 2014: 51-52). Συγκεκριμένα, στο πολιτικό επίπεδο, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως το φεμινιστικό κίνημα στην Τουρκία, μέχρι την άνοδο του AK Parti στην εξουσία, εκπροσωπούνταν κυρίως από τις κεμαλίστριες, οι οποίες είχαν εξοβελίσει τον παράγοντα της θρησκείας από τον λόγο τους, όπως άλλωστε είχε πράξει και ο Kemal. Ο «κεμαλικός» φεμινισμός είχε τα χαρακτηριστικά που ευρωπαϊκού-γαλλικού φεμινιστικού μοντέλου. Αντίθετα, μέσα από τη θέση του Erdoğan, όπως παρουσιάζεται στην ομιλία του, εκπροσωπούνται όλες οι μουσουλμάνες γυναίκες που ήταν αποκλεισμένες από την προηγούμενη κατάσταση. Συνεπώς, όταν αναπόφευκτα το Ισλάμ ήρθε σε επαφή με τα αιτήματα των μουσουλμάνων γυναικών στη Τουρκία, το φεμινιστικό κίνημα με τη μέχρι πρότινος μορφή του έπαψε να αποτελεί ζητούμενο. Άλλωστε, το AK Parti που επεδίωκε να απλώσει την πολιτική του ηγεμονία σε όλα τα επίπεδα, δεν ήταν δυνατόν να άφηνε το πεδίο των γυναικών ανεπηρέαστο. Ενώ, λοιπόν, τα αιτήματα των γυναικών στην Τουρκία παραμένουν, ο τρόπος διαχείρισης αλλάζει. Και από τον κεμαλικό φεμινισμό η τουρκική κοινωνία μετατοπίζεται στον ισλαμικό φεμινισμό ή στη μεταμοντέρνα εκδοχή του. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως αυτό συμβαίνει γιατί στην εποχή της ευρωκεντρικής νεωτερικότητας το «κεμαλικό καθεστώς βλέπει» το φεμινιστικό κίνημα, ολιστικά, μέσα σε αυστηρά οριοθετημένο πλαίσιο, ενώ στην εποχή της 10 Ίδρυμα Καταφύγιο Γυναικών «Mor Çatı Kadın Sığınağı Vakfı» https://www.morcati.org.tr/en/ . 329 μετανεωτερικότητας το «ερντογανικό καθεστώς βλέπει» το φεμινιστικό κίνημα εξατομικευμένα και κατακερματισμένο σε επιμέρους στόχους και πεδία, που «εξυπηρετούν» το άτομο. Κατεξοχήν, μπορούμε θεμιτά να υποστηρίξουμε πως με δίαυλο το AK Parti «άνοιξε» χώρος στην τουρκική κοινωνία για τη διαμόρφωση ενός «Ισλαμικού Φεμινισμού», με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν. Είτε το AK Parti συναινεί, είτε όχι στην τελευταία απόφανση, το σίγουρο είναι πως, επί δικής του διακυβέρνησης, εμφανίστηκε στην Τουρκία αυτή η νέα τάση της φεμινιστικής θεολογίας, πράγμα που σύμφωνα με τη γράφουσα δεν είναι τυχαίο. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν είναι επίτευγμα του κόμματος η τάση της φεμινιστικής θεολογίας στο φεμινιστικό κίνημα, τελικά η εν γένει κοινωνικό- πολιτική μετασχηματιστική πολιτική που ακολούθησε το AK Parti γέννησε την ανάγκη για την εμφάνισή του. Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε πως η κυρίαρχη ιδεολογία στην Τουρκία βλέπει τις γυναίκες ως κοινωνικό σύμμαχο στη μάχη για πολιτική επικράτηση. Παράλληλα, με την αποσύνθεση του «παλαιού» το νέο έρχεται και επικάθεται, διαλεκτικά, πάνω στα απομεινάρια της προηγούμενης κατάστασης. Το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην ενεργό πολιτική δείχνει να μην έχει αλλάξει δραστικά, εντούτοις, το πέρασμα του AK Parti όλα αυτά τα χρόνια από τη θέση της κυβέρνησης της χώρας έχει αλλάξει ολωσδιόλου τη σύσταση της κοινωνίας. Το υπό εξέταση κόμμα τελικά έπραξε αυτό που υποσχέθηκε σε αυτές που το υποσχέθηκε, οι οποίες δεν ήταν άλλες από τις μουσουλμάνες ψηφοφόρους του. Και αφού τελικά το ζητούμενο μετατράπηκε πλέον σε δεδομένο στην εξίσωση και οι άλλοτε παραχωρήσεις στις μουσουλμάνες γυναίκες πλέον δεν επαρκούν, το AK Parti, αν δεν μετασχηματιστεί, σε αυτό το κομμάτι, για να εκφράσει ευρύτερα τμήματα του γυναικείου πληθυσμού, μέσα από νέες συμμαχίες και συνέργειες, κινδυνεύει να αρχίσει πλέον να έχει διαρροές στο ποσοστό των γυναικείων ψηφοφόρων του, που αδιαμφισβήτητα αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη δυναμική του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως πλέον γυναίκες με μαντίλα συναντούμε στις πολιτικές συγκεντρώσεις όλων των κομμάτων, ακόμα και του κεμαλικού, το οποίο τις είχε αποκλείσει. Η «θηλυκότητα» του AK Parti εδράζεται ακριβώς στο ότι έβγαλε από την αφάνεια, με έναν αλήθεια, ξεχωριστό και ιδιότυπο τρόπο, ένα μεγάλο τμήμα μη προνομιούχων, που δεν ήταν άλλες από τις γυναίκες που το κοσμικό κεμαλικό καθεστώς είχε θέσει στο περιθώριο. Συμπεράσματα Οι σύγχρονες κοινωνίες, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, η οποία αποτελεί τη βάση τους, δεν μπορούν να διατηρηθούν σε μία κατάσταση στατική, ούτε δύναται να ερμηνευτούν μονοδιάστατα. Πράγμα, που συμβαίνει εξίσου με τον ίδιο τρόπο και στη Φύση. Άρα, ο νόμος της διαλεκτικής δεν είναι τίποτα άλλο από την προσαρμογή στην πραγματική αυτή κατάσταση της φύσης και της κοινωνίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση της Τουρκίας, το κεμαλικό καθεστώς αναδείχθηκε, μέσα από ζυμώσεις που συντελέστηκαν στην εποχή της νεωτερικότητας και έφερε εγγενώς την αδιαλλαξία των νεωτερικών κανονικοτήτων που απέκλειαν καθετί ασύμβατο με αυτή. Ενώ, αντίθετα, το AK Parti εξέφρασε τις μετανεωτερικές ανάγκες της τουρκικής κοινωνίας, 330 ανταποκρινόμενο στις επιταγές του διεθνούς παράγοντα, που έπειτα από μια μακρά περίοδο καταπίεσης του ισλαμικού της στοιχείου, αποφάσισε να υιοθετήσει τον διαλεκτικό συγκερασμό σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο. Ουσιαστικά, απτοποιώντας το «διαλεκτικό» σχήμα σύγκρουση Θέσης-Αντίθεσης και παραγωγή της Σύνθεσης, βλέπουμε μια αναδιοργάνωση της κοινωνίας που διατηρεί στοιχεία από το παρελθόν, ενώ παράλληλα προσαρμόζεται στο παρόν. Ακριβώς στη διαλεκτική αυτή βάση, το κεμαλικό καθεστώς αποτελεί τη Θέση, ενώ το καθεστώς του AΚ Parti την Αντίθεση και μέσα από τον κοινωνικοπολιτικό μετασχηματισμό θα επέλθει η Σύνθεση που θα δημιουργήσει με τη σειρά της τη νέα Θέση, μέχρι να προκύψει η νέα Αντίθεση. Η σύνθεση λοιπόν, θα επέλθει, ως «διαλεκτικό Iσλάμ» σε μία μετά- Erdoğan εποχή. Φυσικά όλο αυτό το σχήμα δεν προκύπτει έξω και πέρα από το διεθνή παράγοντα, καθώς η Τουρκία είναι μια χώρα που βρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με το διεθνές περιβάλλον. Τόσο ο Kemal όσο και ο Erdoğan, τεχνηέντως και κονστρουκτιβιστικά, σύμφωνα με τη γράφουσα, αφουγκράστηκαν επιτυχώς τις ανάγκες της εποχής τους και αποφάσισαν να γίνουν πρωτεργάτες σε αυτές τις κρίσιμες μεταβατικές περιόδους της Τουρκικής κοινωνικοπολιτικής ιστορίας. Για να κατανοήσουμε το μετασχηματισμό του Ισλάμ, κατά τα χρόνια διακυβέρνησης του AK Parti, καλό θα ήταν να ακολουθήσουμε τη σκέψη του Gellner που ισχυρίζεται πως: η ακμάζουσα αστική τάξη έσκυβε στις γραφές (ιερό βιβλίο) για να βρει μία επιβεβαίωση του δικού της άνετου τρόπου ζωής, ενώ οι κατώτερες τάξεις αναζητούσαν μέσα από μια θρησκεία τη διέξοδο από τη δική τους άθλια κατάσταση (Gellner 1996: 64-65). Άρα μεταφέροντας και προεκτείνοντας τη σκέψη του Gellner, στο παράδειγμα της Τουρκίας, όσο το Ισλάμ στη χώρα εκπροσωπούνταν κυρίως από κατώτερες τάξεις, οι οποίες μάλιστα ήταν περιορισμένες στον ιδιωτικό χώρο, λόγω του αποκλεισμού που βίωναν από το κεμαλικό κατεστημένο, τόσο η θρησκεία είχε μια πιο πνευματική και εκστατική διάσταση, με σκοπό να αποτελέσει το «αποκούμπι» στη δύσκολη πραγματικότητα που βίωναν. Αντίστοιχα, όταν αυτή η «περιθωριοποιημένη» τάξη ήρθε στα πράγματα με το AK Parti, παράλληλα με τον τρόπο ζωής της, άλλαξε και η αντίληψή της για το Ισλάμ. Συγκεκριμένα, έπαψε πια να είναι η κατώτερη τάξη και πήρε τη θέση της ακμάζουσας αστικής τάξης. Συνεπώς, για τη νέα ακμάζουσα ισλαμική αστική τάξη ή τη μπουρζουαζία της Μαντίλας» − όπως ονομάστηκε από τη γράφουσα − το ζητούμενο πλέον ήταν η εύρεση των δικών της ερεισμάτων στο Ισλάμ, για την επιβεβαίωση του δικού της άνετου τρόπου ζωής. Δηλαδή, μέσα από τον κοινωνικό μετασχηματισμό, στη μετανεωτερικότητα, το Ισλάμ της Τουρκίας κλήθηκε να καλύψει τις νέες εκκοσμικευμένες ανάγκες της τάξης που εκπροσωπεί στην τουρκική κοινωνία. Κοντολογίς, με την αποσύνθεση του «παλαιού» το νέο έρχεται και επικάθεται, διαλεκτικά, πάνω στα απομεινάρια της προηγούμενης κατάστασης. Το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην ενεργό πολιτική δείχνει να μην έχει αλλάξει δραστικά, εντούτοις, το πέρασμα του AK Parti όλα αυτά τα χρόνια από τη θέση της κυβέρνησης της χώρας έχει αλλάξει ολοσδιόλου τη σύσταση της κοινωνίας. Το υπό εξέταση κόμμα τελικά έπραξε αυτό που υποσχέθηκε σε αυτές που το υποσχέθηκε, οι οποίες δεν ήταν άλλες από τις μουσουλμάνες 331 ψηφοφόρους του. Και αφού τελικά το ζητούμενο μετατράπηκε πλέον σε δεδομένο στην εξίσωση και οι άλλοτε παραχωρήσεις στις μουσουλμάνες γυναίκες πλέον δεν επαρκούν, το AK Parti, αν δεν μετασχηματιστεί, σε αυτό το κομμάτι, για να εκφράσει ευρύτερα τμήματα του γυναικείου πληθυσμού, μέσα από νέες συμμαχίες και συνέργειες, κινδυνεύει να αρχίσει πλέον να έχει διαρροές στο ποσοστό των γυναικείων ψηφοφόρων του, που αδιαμφισβήτητα αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη δυναμική του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως πλέον γυναίκες με μαντίλα συναντούμε στις πολιτικές συγκεντρώσεις όλων των κομμάτων, ακόμα και του κεμαλικού, το οποίο τις είχε αποκλείσει. Βιβλιογραφία AL-Monitor, 4/4/2013. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: https://www.al- monitor.com/pulse/culture/2013/04/muslim-feminists-activism.html# (πρόσβαση στις 15/10/2018) Ali, ., (2014), İslami Feminizmler (μτφρ. Τουρκικά Öykü Elitez), İstanbul, İletişim. Alperen, A., (2003), Sosyolojik Açıdan Türkiye de İslam ve Modernleşme, Adana, Karahan Kitabevi. BBC NEWS, Turkey president Erdogan: Women are not equal to men, 24/11/2014 https://www.bbc.com/news/world-europe-30183711(τελευταία πρόσβαση στις 1/1/2019) Bryson, V., (2004), Φεμινιστική πολιτική θεωρία, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Cady, E., (1895-98), Woman’s Bible, New York, European Publishing Company. Çaha, H., κ.ά. (2014), Değişen Türkiye΄de Kadın, İstanbul, ΚΑDΕΜ. Cooke, M. (2001), Women claim Islam: creating Islamic feminism through literature. Routledge, New York-London. Cumhuriyet Εφημερίδα, Kadın ile erkeği eşit konuma getiremezsiniz, fıtratına aykırı http://www.cumhuriyet.com.tr/haber/turkiye/148663/_Kadin_ile_erkegi_esit_konu ma_getiremezsiniz__fitratina_aykiri_.html (τελευταία πρόσβαση στις 10/1/2019) Ernest, G. (1996), Η Κοινωνία Πολιτών και οι Αντίπαλοι της: Συνθήκες Ελευθερίας, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. Gökalp, Z. (1976), Türkçülüğün Esasları, İstanbul, Haz. Mehmet Kaplan. Göle, N. (1991), Modern Mahrem Medeniyet ve Örtünme, 13, Baskı, Istanbul, Metis Yayıncılık. Gülalp, H. (2003), Kimlikler Siyaseti: Türkiye’de Siyasal Islamın Temelleri, Istanbul, Metis. Güngör, E. (1993), İslam’ın Bugünkü Meseleleri, İstanbul, Ötüken Yayınları. Haynes, J. (2008), Development studies, Cambridge UK, Polity Press. Hürriyet, Mehmet Akif Ersoy kimdir? Mehmet Akif Ersoy'un hayatı. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.hurriyet.com.tr/gundem/mehmet-akif-ersoy-kimdir- mehmet-akif-ersoyun-hayati-40768725 (πρόσβαση στις 25/10/2018) İlyasoğ lu, A. (1994), Örtülü Kimlik, Istanbul, Metis Yayınları. Karaman, H. (2003), «Tefsirde Eski-Yeni Tartışması», στο Kur’an’ı Kerim, Tarihselcilik ve Hermenötik, İzmir, Yeni Ü mit Kitaplığ I. Kaya, I. (2004), Social Theory and Later Modernities: The Turkish experience, Liverpool, Liverpool University Press. Mai Y. βλέπε στο δικτυακό της τόπο: https://www.maiyamani.com (πρόσβαση στις 20/10/2018). Mardin, Ş. (1973), “Center-Periphery Relations: A key to Turkish politics?”, Daedalus, 102 (1). McGrew, A. (2003) «Μια Παγκόσμια Κοινωνία;», σε S. Hall, D. Held & A. McGrew (επιμ.), Η Νεωτερικότητα Σήμερα: Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός, Αθήνα, εκδόσεις Σαββάλας. 332 Tezel, S. (1983), Atatürk ve Kadın Hakları, Ankara, İstanbul Üniversitesi Kütüphanesi. Tuksal, Η. Ş. (2014), Kadın Karşıtı Söylemin İslam Geleneğindeki İzdüşümleri (5.Baskı), Ankara, OTTO. Tunç F. & Tunç T. (1981), Dünyada ve Türkiye de Tarih Boyunca Kadın, Ankara, Tan Kitabevi. Wedud-Muhsin, A. (2005), Kuran ve Kadın. Çev: N. Şişman, İstanbul, İz. Αθανασίου, Α. (2012), Η Κρίση ως ‘Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης’: Κριτικές και αντιστάσεις, Αθήνα, εκδόσεις Σαββάλας. Κάλφας, Β. (1997), Επιστημονική Πρόοδος και Ορθολογικότητα: Προς μια ρεαλιστική ανασυγκρότηση της σύγχρονης επιστημολογίας, Αθήνα, εκδόσεις Νήσος. Λάβδας, Α. Κ., (2004), Συμφέροντα & Πολιτική: Οργάνωση συμφερόντων και πρότυπα διακυβέρνησης, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Σύλλογος Γυναικών και Δημοκρατίας (Kadın ve Demokrasi Derneğ i − KADEM): http://kadem.org.tr/turkiye-cumhurbaskani-sayin-recep-tayyip-erdoganin-acilis- konusmasi-en/ (τελευταία πρόσβαση στις 1/1/2019) Τ 24, Dünya medyası, Erdoğan'ın 'kadın ve erkek eşit değildir' sözlerini nasıl yorumladı? https://t24.com.tr/haber/dunya-medyasi-erdoganin-kadin-ve-erkek-esit-degildir- sozlerini-nasil-yorumladi,278264(τελευταία πρόσβαση στις 1/1/2019). 333 334 Οι Μεταβολές στα Προεκλογικά Προγράμματα των Κομμάτων για τη Δημόσια Διοίκηση: Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ (2004-2015) Κωνσταντίνα Κωτσιοπούλου1 Περίληψη Η παρούσα εισήγηση επιχειρεί τη συγκριτική ανάλυση των θέσεων των κομμάτων Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ που αφορούν στον νευραλγικό τομέα της δημόσιας διοίκησης. Η περίοδος ανάλυσης που καλύπτει τις εθνικές εκλογές 2004-2015 είναι σημαντική για τη δημόσια διοίκηση καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση από την περίοδο του εξευρωπαϊσμού/εκσυγχρονισμού στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Έτσι, η ανάγκη ένταξης στο μηχανισμό στήριξης συνοδεύεται από σημαντικές αλλαγές στα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων και το πολιτικό σύστημα συνολικά. Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρείται η συγκριτική ανάλυση των θέσεων των κομμάτων για τη δημόσια διοίκηση, κάθετα και οριζόντια, ήτοι, των θέσεων του κάθε κόμματος ανά εκλογική αναμέτρηση και των θέσεων των κομμάτων μεταξύ τους. Με αυτό τον τρόπο αναμένεται να εξαχθούν καίρια συμπεράσματα α) για τις πιθανές μεταβολές που εμφανίζει το κάθε κόμμα ανά εκλογική αναμέτρηση στα προεκλογικά του προγράμματα και β) πιθανές συγκλίσεις ή διαφοροποιήσεις των θέσεων των κομμάτων μεταξύ τους. Λέξεις-Κλειδιά: Δημόσια Διοίκηση, Προεκλογικά Προγράμματα, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Εκλογές Εισαγωγή Το πλαίσιο με βάση το οποίο συγκροτείται και λειτουργεί η δημόσια διοίκηση εξαρτάται εν πολλοίς από τη σχέση των πολιτικών κομμάτων και του διοικητικού μηχανισμού. Η εξάρτηση αυτή σχετίζεται επίσης με τον βαθμό αυτονομίας και τον ορθολογισμό της λειτουργίας της διοίκησης και της ποιότητας του πολιτικού συστήματος. Στην περίπτωση της Ελλάδας, στην περίοδο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, ο δημόσιος τομέας συχνά αποτέλεσε πεδίο κομματικών αντιπαραθέσεων και διεκδικήσεων μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, ενώ αντίστοιχα οι διοικητικοί θεσμοί παρουσίαζαν χαμηλό βαθμό αυτονομίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα (Λαμπροπούλου & Οικονόμου2017: 525). Έτσι, αρκετές από τις παθογένειες που εμφανίζει μέχρι και σήμερα η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα, φαίνεται πως σχετίζονται άμεσα με την επίδραση του πολιτικού στοιχείου στη δράση της. Φαινόμενα όπως η πολιτικοποίηση, η διαφθορά, η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα, οι αλληλεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων, η κακοδιοίκηση, 1Υπ.Διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
[email protected]335 o έντονος «νομικισμός» (Μακρυδημήτρης 2010) σχετίζονται άμεσα με τη «συμβιωτική σχέση» του διοικητικού και του πολιτικού συστήματος (Spanou 2001) και της εδραίωσης των σχέσεων μεταξύ κομμάτων και διοίκησης (γραφειοκρατίας) με τον ταυτόχρονο στενό έλεγχό της από τον κομματικό μηχανισμό (Sotiropoulos 1994). Μεθοδολογία Η παρούσα εισήγηση επιχειρεί τη συγκριτική ανάλυση των θέσεων της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ για τον τομέα της δημόσιας διοίκησης. Ως περίοδος ανάλυσης επιλέχθηκε η περίοδος 2004-2015, ήτοι οι εθνικές εκλογές 2004, 2007, 2009, 2012 και οι δυο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015.2 Αξίζει να αναφερθεί πως το κύριο πρόταγμα της υπό εξέταση περιόδου είναι αρχικά, την περίοδο 2004-2009, η «ανάπτυξη», οπότε και η ρητορική τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ φαίνεται πως είναι πλέον μη ιδεολογικά φορτισμένη. Ακολούθως, μετά την είσοδο της χώρας στο μηχανισμό στήριξης και των νέων δεδομένων που πλέον έχουν διαμορφωθεί, το κύριο διακύβευμα είναι ο «εξορθολογισμός» και η «προσαρμογή», οπότε και παρατηρείται η πλήρης υποχώρηση του ιδεολογικού στοιχείου. Ως μέσο ανάλυσης επιλέχθηκαν τα προεκλογικά προγράμματα καθότι παρέχουν μια έγκυρη και αξιόπιστη εκτίμηση των πολιτικών θέσεων των κομμάτων και αυτό διότι το προεκλογικό πρόγραμμα αποτελεί προϊόν πολιτικής ζύμωσης το οποίο αντιπροσωπεύει − τυπικά τουλάχιστον − σχεδόν όλα τα μέλη του κόμματος. Επιπλέον, τα προεκλογικά προγράμματα αναδιαμορφώνονται σε κάθε προεκλογική περίοδο, γεγονός που τα καθιστά συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα προγράμματα άλλων κομμάτων αλλά και με προγενέστερα ή μεταγενέστερα προγράμματα του ίδιου κόμματος (Budge 2001). Σχετικά με κάποιους Περιορισμούς Στην παρούσα ανάλυση επιχειρείται η αποτύπωση των θέσεων των κομμάτων για το συγκεκριμένο πεδίο της δημόσιας διοίκησης και οι αντίστοιχες παρατηρούμενες συγκλίσεις και αποκλίσεις. Συνεπώς, η ανάλυση δεν συμπεριλαμβάνει τη συμβολή άλλων παραγόντων στις παρατηρούμενες μεταβολές και δη τις ιδεολογικές μετατοπίσεις των κομμάτων που προκύπτουν από ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας του κόμματος ή ιδεολογικού αναπροσανατολισμού των συγγενών κομμάτων διεθνώς, καθώς κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε να εξεταστεί ολόκληρη η μεταπολιτευτική περίοδος και όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Οι θέσεις σχετίζονται και αναλύονται σε συνάρτηση με το κύριο διακύβευμα της εκάστοτε περιόδου, πολλώ δε μάλλον την τελευταία περίοδο ανάλυσης όπου οι θέσεις για τη δημόσια διοίκηση εμφανίζονται ως τεχνοκρατικά πλέον δομημένες στο πλαίσιο «συμμόρφωσης» με τις μνημονιακές δεσμεύσεις. 2Και το 2012 πραγματοποιήθηκαν διπλές εκλογές τον Μάιο και τον Ιούνιο, ωστόσο τα κόμματα δεν εμφάνισαν διαφορετικά προγράμματα. Για μια ανάλυση των εκλογών του 2012 βλ. Βούλγαρης & Νικολακόπουλος 2014. 336 Εθνικές εκλογές 2004 Για τις εθνικές εκλογές του 2004 η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει το πρόγραμμα με τίτλο «Το κυβερνητικό μας πρόγραμμα για τη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση» με βασική αρχή την «επανίδρυση του κράτους» (Νέα Δημοκρατία 2004). Ο βασικός στόχος του προγράμματος ήταν να παρουσιάσει έναν εκτενή «χάρτη» συνολικής αναδιάρθρωσης και ανασύστασης του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, ο οποίος περιλάμβανε όλους τους τομείς που σχετίζονταν με αυτήν, παράλληλα με τη διατύπωση προτάσεων και μέτρων, μέσω των οποίων θα επιτευχθεί ο στόχος της επανίδρυσης. Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, η Νέα Δημοκρατία θέτει ως βασικές προτεραιότητες για τη δημόσια διοίκηση, μεταξύ άλλων, την ανάγκη για κατοχύρωση της διαφάνειας, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την αξιολόγηση σε όλα τα επίπεδα, την προώθηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, την ποιοτική αναβάθμιση, τη μείωση του συγκεντρωτισμού, την πάταξη της γραφειοκρατίας, την προώθηση της ηλεκτρονικής διοίκησης και αξιοποίησης της πληροφορικής, την ανάπτυξη της τοπικής αυτοδιοίκησης, την άρση της πολυνομίας, τη βελτίωση των ελέγχων και τη σύσταση ανεξάρτητων αρχών (Νέα Δημοκρατία 2004). Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική της σχετικά με τις «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις» επικεντρώνεται στα εξής σημεία: κυβέρνηση με λιγότερα υπουργεία και συλλογική λειτουργία, μικρότερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία και την κοινωνία, κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων και υπηρεσιών, μεταβίβαση πόρων και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στις αποκεντρωμένες και αυτοδιοικούμενες μονάδες του κράτους, αξιοκρατία, αξιολόγηση και περισσότερα κίνητρα για το προσωπικό, τον περιορισμό της πολυνομίας την Ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών, Σύγχρονο μοντέλο Διοίκησης, προσανατολισμένο στους στόχους και τα αποτελέσματα, Ηλεκτρονική Διοίκηση και Διακυβέρνηση, Δημόσια Διοίκηση ουδέτερη και αμερόληπτη , Διαφάνεια και έλεγχος παντού, ΑΣΕΠ με Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιας Διοίκησης, Αναβάθμιση ΚΕΠ (Νέα Δημοκρατία 2004). Αντίστοιχα, για τις εκλογές του 2004, το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνει το προεκλογικό πρόγραμμα με τίτλο «2004-2008 Το Κυβερνητικό Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Το σχέδιο για τη χώρα. Η αντίληψή μας. Οι προτάσεις μας». Στο εν λόγω πρόγραμμα, η ρητορική του κόμματος φαίνεται να αλλάζει σε σχέση με το προηγούμενο «εκσυγχρονιστικό» πλαίσιο. Η νέα ηγεσία υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος διαδέχθηκε τον Κώστα Σημίτη, φαίνεται να στοχεύει σε σημαντικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος, σε σχέση με την εκσυγχρονιστική περίοδο. Έτσι, με την υιοθέτηση του προτάγματος της συμμετοχικής δημοκρατίας που σηματοδοτεί την «αλλαγή εποχής» (Ελευθερίου & Τάσσης 2013: 153), εστιάζει προγραμματικά στην καθημερινότητα του πολίτη. Στα μέτρα που προτείνονται από το ΠΑΣΟΚ είναι μεταξύ άλλων η διαφάνεια, η δημοσιότητα, η λογοδοσία και η αξιολόγηση. Σε επίπεδο αυτοδιοίκησης, προτείνεται η ενίσχυσή της και η παράλληλη αποκέντρωση. Επιπλέον, αναφέρεται στην ανάγκη ενίσχυσης των ανεξάρτητων αρχών, την πρόσβαση σε διοικητικά στοιχεία, την καθιέρωση αυστηρότερων ποινών, τη δημιουργία ενός επιτελικού κράτους που θα εφαρμόζει τη διοίκηση μέσω στόχων, τον ποιοτικό έλεγχο των διοικητικών διαδικασιών με την παράλληλη σύσταση μονάδας της διοικητικής αποτελεσματικότητας, τη συνεχή αξιολόγηση με εξωτερικούς αξιολογητές, την 337 αναβάθμιση του ΑΣΕΠ, την επιμόρφωση των υπαλλήλων και την εξέλιξη βάσει απόδοσης (ΠΑΣΟΚ 2004). Κατά το ίδιο έτος στην Εκλογική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ με τίτλο «Το νέο γεννιέται στα κινήματα, το μέλλον είναι αριστερά» φαίνεται να επικεντρώνεται περισσότερο σε οικονομικά και αναπτυξιακά θέματα, ενώ δεν φαίνεται να δίνει έμφαση στη δημόσια διοίκηση. Έτσι, αναφορές γίνονται σε ό,τι αφορά στην ανάπτυξη μέσω των δημόσιων επενδύσεων, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τη συνεπαγόμενη εκποίηση του δημόσιου πλούτου, την προστασία και την αναβάθμιση του δημόσιου τομέα ενώ δεν συμπεριλαμβάνει θέσεις για τη δημόσια διοίκηση (ΣΥΡΙΖΑ 2004). Εθνικές εκλογές 2007 Κατά το έτος 2007, η Νέα Δημοκρατία, δεν παρουσίασε προεκλογικό πρόγραμμα και περιορίστηκε στον απολογισμό πεπραγμένων από το 2004 έως το 2007, αποτιμώντας την κατάσταση που παρέλαβε ως κυβέρνηση και των αντίστοιχων πολιτικών στις οποίες προέβη.3 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, Στα τριάμισι χρόνια που πέρασαν, έγιναν πολλά. Έχουμε, όμως, να κάνουμε πολλά περισσότερα. Ιδίως, μάλιστα, για την πλήρη εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και την εδραίωση της δυναμικής ανάπτυξης που πετύχαμε. Αλλά και, προπάντων, για να δώσουμε νέα δυναμική, νέα ταχύτητα, στη μετάβαση σ’ ένα Κράτος πραγματικά αποτελεσματικό. Κράτος ουσιαστικά κοινωνικό, που να βρίσκεται δίπλα σ’ όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη (ΝΔ 2007). Όσον αφορά στη δημόσια διοίκηση, η Νέα Δημοκρατία αναφέρεται μόνο στο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών που προγραμματίζεται να εφαρμοσθούν για την ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στο αντίστοιχο έντυπο με την ονομασία «Οι κυβερνητικές μας προτεραιότητες. Οι δεσμεύσεις μας γίνονται Πράξη. Μαζί πάμε την Ελλάδα μπροστά» όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: Η εφαρμογή ολοκληρωμένης ψηφιακής στρατηγικής για τη Δημόσια Διοίκηση. Αιχμή του δόρατος είναι το Εθνικό Σύστημα Αυθεντικοποίησης, στο οποίο θα συνδεθούν όλα τα επιμέρους ψηφιακά συστήματα που αναπτύσσουν οι δημόσιοι φορείς. Το σύστημα αυτό διαρθρώνεται σε τρία, άρρηκτα συνδεδεμένα μέρη: Α. το δίκτυο «ΣΥΖΕΥΞΙΣ», Β. την Κεντρική Δικτυακή Πύλη «ΕΡΜΗΣ» και Γ. τη διαχείριση των ψηφιακών πιστοποιητικών του Δημοσίου (ΝΔ 2007). Συγκριτικά με την «Επανίδρυση του Κράτους» της προηγούμενης προεκλογικής περιόδου, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται πιο μετριοπαθής, καθώς περιορίζεται στον απολογισμό των δράσεών της. 3 Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο του 2007 προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές κατά την περίοδο όπου κύριο θέμα αποτελούσε η αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, που ξεκίνησαν τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στο πλαίσιο των πρόωρων εκλογών, τα κόμματα πιθανότατα να μην είχαν τον απαραίτητο χρόνο για την διαμόρφωση ολοκληρωμένου προγράμματος. 338 Το ΠΑΣΟΚ το 2007 θέτει ως βασικό στόχο της πολιτικής του τη «δίκαιη κοινωνία». Έτσι, στο προεκλογικό πρόγραμμα με τίτλο «Για μια Δίκαιη Κοινωνία, για μια δυνατή Ελλάδα» το οποίο κυκλοφορεί παράλληλα με το έντυπο «Βίβλος αναξιοπιστίας: 3 χρόνια κυβέρνηση ΝΔ-3 χρόνια εξαπάτησης του Πολίτη», το ΠΑΣΟΚ θέτει ως βασικό άξονα της πολιτικής του για τη δημόσια διοίκηση τη δημοκρατική της λειτουργία. Στο πλαίσιο αυτό προσπαθεί να εισάγει νέους όρους όπως «κράτος των πολιτών» και «η δημοκρατία της καθημερινότητας», προαναγγέλλοντας νέους μηχανισμούς διαβούλευσης και λογοδοσίας (ΠΑΣΟΚ 2007). Το ΠΑΣΟΚ ασκεί κριτική στην πολιτική της Νέας Δημοκρατίας όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση κάνοντας λόγο για «κομματική άλωση», «διόγκωση» της γραφειοκρατίας και των υπουργείων και «κρατική σπατάλη» (ΠΑΣΟΚ 2007). Όπως και στο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, έτσι και στο αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ, παρατηρείται η φθίνουσα συχνότητα εμφάνισης θέσεων που αφορούν στη διοικητική μεταρρύθμιση και η σταδιακή υιοθέτηση μιας πιο μετριοπαθούς στάσης. Στο ίδιο πλαίσιο με το 2004, ο ΣΥΡΙΖΑ κυκλοφορεί το 2007 το έντυπο με τίτλο «Ενωτικά και αριστερά κάνουμε τα αδύνατα δυνατά» στο οποίο επικεντρώνεται κυρίως στο να αναδείξει τις εσφαλμένες πολιτικές, τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ, όταν ήταν στην κυβέρνηση και εστιάζει την κριτική του, κυρίως σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων επιχειρήσεων αλλά και τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Στο συγκεκριμένο έντυπο, δεν υπάρχουν θέσεις που να αφορούν στην δημόσια διοίκηση (ΣΥΡΙΖΑ 2007). Εθνικές εκλογές 2009 Οι εθνικές εκλογές για το 2009 χαρακτηρίζονται από την οικονομική κρίση η οποία έχει διεθνή χαρακτήρα και φαίνεται να απειλεί την ελληνική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, στο προεκλογικό πρόγραμμα του 2009 υπό τον τίτλο «Απόφαση Ευθύνης», η Νέα Δημοκρατία θέτει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της διεθνούς οικονομικής κρίσης μέσω της υιοθέτησης υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής (Νέα Δημοκρατία 2009). Στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται ότι διαμορφώνει τις προτεραιότητες της πολιτικής της σύμφωνα με την αναγκαιότητα δημοσιονομικής προσαρμογής. Στα θέματα της δημόσιας διοίκησης, κεντρικοί άξονες της πολιτικής της είναι το πρόγραμμα διοικητικής μεταρρύθμισης, η μείωση του κόστους της γραφειοκρατίας, η ριζική αναμόρφωση της διοικητικής δομής του κράτους και η ανάγκη αποκέντρωσης. Σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο προεκλογικό της πρόγραμμα γίνεται λόγος για την ανάγκη λιγότερων δήμων και η θέσπιση περιφερειακής αυτοδιοίκησης β’ βαθμού (Νέα Δημοκρατία 2009). Το πλαίσιο του κυβερνητικού προγράμματος με τίτλο «Πρώτα ο Πολίτης» που κυκλοφορεί το ΠΑΣΟΚ για το 2009, αντικαθιστά το πρόταγμα της «δίκαιης κοινωνίας» του 2007 και συμπεριλαμβάνει το «σχέδιο ανάτασης» για όλους τους τομείς του κράτους και μιας «νέας ριζοσπαστικής διοικητικής μεταρρύθμισης». Μέσω αυτού του σχεδίου προτείνεται η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης, της διάρθρωσης και της λειτουργίας του κράτους. Όσον αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση προτείνεται η ουσιαστική αποκέντρωση με την παράλληλη ενίσχυσή της («πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση με ισχυρούς δήμους») και η περιφερειακή αυτοδιοίκηση. Η ενίσχυση της περιφέρειας συμπεριλαμβάνεται στις προτεραιότητες του προγράμματος ΕΣΠΑ 2007-2013, το οποίο 339 θα αξιοποιηθεί προς χάριν μιας πιο λειτουργικής και αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης. Στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός επιτελικού κράτους-στρατηγείου, επιχειρείται ο διαχωρισμός επιτελικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων (υπουργεία- στρατηγεία). Στον τομέα της διαφάνειας στο πρόγραμμα αναφέρεται η ανάγκη ενδυνάμωσης των ανεξάρτητων αρχών, της χρήσης της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και της εν γένει δημιουργίας νέας αρχιτεκτονικής του διοικητικού συστήματος. Όσον αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους, προτείνεται η δημιουργία επαγγελματικού περιγράμματος θέσεων εργασίας, η ενίσχυση των κινήτρων της κινητικότητας, η αξιολόγηση και η καθιέρωση νέου-ενιαίου μισθολογίου. Για την εξυπηρέτηση του πολίτη, δημιουργούνται γραφεία ολοκληρωμένης εξυπηρέτησης πολιτών και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση συμβάλει στην απλοποίηση των διαδικασιών (ΠΑΣΟΚ 2009). Στην εκλογική διακήρυξη του 2009 με τίτλο «ΣΥΡΙΖΑ Ισχυρός στη Βουλή και στους Αγώνες», ο ΣΥΡΙΖΑ εστιάζει στην οικονομική κρίση. Στην ανάλυσή του ωστόσο, δεν τονίζει τη διεθνή της διάσταση, αλλά θεωρεί τα κόμματα της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ως υπεύθυνα για την κρίση στην ελληνική οικονομία λόγω των πολιτικών που ακολούθησαν στο παρελθόν. Επιπλέον, ασκεί κριτική στις προεκλογικές εξαγγελίες τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ κάνοντας λόγο για αντιλαϊκά μέτρα τα οποία δηλώνει ότι δεν προτίθεται να ψηφίσει, προκειμένου να προστατεύσει τους κοινωνικά αδύναμους. Η μόνη αναφορά που εντοπίζεται για τη δημόσια διοίκηση είναι η ανάγκη εξάλειψης του κομματικού κράτους και της αδιαφάνειας (ΣΥΡΙΖΑ 2009). Εθνικές εκλογές 2012 Κατά το έτος 2012, η χώρα έχει ήδη εισέλθει στο μηχανισμό στήριξης και κύριο θέμα της περιόδου αποτελεί και πάλι η οικονομική σταθεροποίηση και η «έξοδος της χώρας από την κρίση». Στο πλαίσιο αυτό, οι αναφορές για τη δημόσια διοίκηση από τη Νέα Δημοκρατία είναι περιορισμένες και η στόχευσή τους φαίνεται να επηρεάζεται αρκετά από τη διαδικασία διαπραγμάτευσης της χώρας με τη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ήτοι «Τρόικα» όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα). Η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει το «Οικονομικό Πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας», γνωστό ως «Ζάππειο ΙΙΙ». Όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση, προτείνονται διορθωτικές αλλαγές που αφορούν στο «χτύπημα της γραφειοκρατίας και παράκαμψής της από όλες τις πλευρές, μικρό και ευέλικτο υπουργικό σχήμα (15 υπουργεία στην αρχή και 10 στο τέλος της τετραετίας) και συνένωση υπηρεσιών δημοσίου» (Νέα Δημοκρατία 2012). Στο ίδιο πλαίσιο και τα πολιτικά προγράμματα του ΠΑΣΟΚ, εστίαζαν πλέον στις επιπτώσεις της κρίσης και τα μέτρα αντιμετώπισης αυτής. Έτσι, το προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για το 2012 με τίτλο «12+1 Σημεία για την Εθνική Ανασυγκρότηση», εστιάζει στη νέα μορφή του κράτους το οποίο προτείνεται να είναι ένα νέο πιο μικρό και αποτελεσματικό κράτος, μέσω του περιορισμού της γραφειοκρατικής υποδομής και των μετακλητών. Επιπλέον, προτείνεται η ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και η δημιουργία ενιαίου κώδικας διοικητικής διαδικασίας και δικονομίας που θα διέπει τη δράση της δημόσιας διοίκησης. Για τους δημοσίους υπαλλήλους τονίζεται η εφαρμογή της αξιολόγησης και η δημιουργία νέου πειθαρχικού δικαίου (ΠΑΣΟΚ 2012). 340 Κατά το έτος 2012, στο προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ «Κάνουμε τα Μνημόνια Παρελθόν, Ανοίγουμε Δρόμο στην Ελπίδα» παρατηρείται μια μεγάλη διαφορά σε σχέση με τα προεκλογικά προγράμματα του κόμματος κατά την προηγούμενη υπό εξέταση περίοδο, καθώς έχει πλέον συγκεκριμενοποιήσει τις θέσεις του σχετικά με τη δημόσια διοίκηση και το κράτος. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση, διατυπώνει τη θέση ότι οι θεσμοί χρειάζεται να μεταρρυθμιστούν, ώστε να διευρυνθούν οι δυνατότητες αποφασιστικής συμμετοχής των πολιτών σε τοπικό επίπεδο. Επιπλέον, αναφέρεται στη διάλυση του πελατειακού συστήματος το οποίο θα είναι αποτέλεσμα συνδυασμένων ενεργειών «από τα κάτω» και «από τα πάνω» (ΣΥΡΙΖΑ 2012). Στην ανάλυσή του ο ΣΥΡΙΖΑ συσχετίζει τις πολιτικές παρεμβάσεις τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ στη δημόσια διοίκηση ως πρακτικές διαφθοράς οι οποίες αποτελούν εμπόδιο στη εύρυθμη λειτουργία του δημοσίου αλλά και στην αποδοτικότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, απαιτείται η «απομάκρυνση των εστιών διαφθοράς και πολιτικής παρέμβασης στη δημόσια διοίκηση, που υπονομεύουν τις προσπάθειες και τις δυνατότητες της πλειονότητας όσων εργάζονται με αφοσίωση και ευσυνειδησία στον δημόσιο τομέα (ΣΥΡΙΖΑ 2012). Επίσης, ένα από τα κυρίαρχα θέματα που θέτει είναι η εναντίωσή του με την πολιτική παρέμβαση της Τρόικα. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, Δεν περιμένουμε να µας πουν οι άλλοι ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση νοσεί. Δεν περιµέναµε να µας το πει η τρόικα. Δεν περιµέναµε να µας πει η τρόικα ότι θέλουμε µια δημόσια διοίκηση και µια δικαιοσύνη που να λειτουργούν µε διαφάνεια, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα (ΣΥΡΙΖΑ 2012). Στο πλαίσιο αυτό, οι αλλαγές που προτείνονται στη δημόσια διοίκηση είναι η αξιολόγηση των υπηρεσιών και του προσωπικού, ένα νέο, μικρότερο και αποτελεσματικότερο περιφερειακό κράτος, η πραγματική άσκηση του δικαιώματος του αναφέρεσθαι και του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και ο προσανατολισμός σε μια πιο φιλοαναπτυξιακή δημόσια διοίκηση (ΣΥΡΙΖΑ 2012). Εθνικές εκλογές 2015 (Ι) Στο προεκλογικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας του 2015 με τίτλο «Το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας−Ελλάδα 2021», φαίνεται να μην υπάρχουν εκτενείς αναφορές στη δημόσια διοίκηση, παρά μόνο η ανάγκη για ένα «μικρότερο, ευέλικτο και λειτουργικό κράτος» (Νέα Δημοκρατία 2015α). Στον απολογισμό της δράσης της για τη δημόσια διοίκηση, η Νέα Δημοκρατία επισημαίνει τη δραστική μείωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, την εισαγωγή αξιολόγησης και λογοδοσίας και το ηλεκτρονικό κράτος (ηλεκτρονική εφορία). Στους στόχους της συμπεριλαμβάνει την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ενίσχυσης της αξιοπιστίας και της διαφάνειας. Ως προς την κρατική λειτουργία, επισημαίνεται η ανάγκη για επενδύσεις, αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και προώθηση αποκρατικοποιήσεων (Νέα Δημοκρατία 2015α). 341 Στην ίδια λογική φαίνεται να κινείται και το προεκλογικό πρόγραμμα τοu ΠΑΣΟΚ που τιτλοφορείται «Θέσεις για την Ελλάδα του Αύριο-Τώρα μαζί μπορούμε, Αλλαγή Σελίδας με Σταθερότητα και Ασφάλεια». Έτσι, στόχος της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ είναι η ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών, η αξιοκρατική διαδικασία προσλήψεων των δημοσίων υπαλλήλων, η αξιολόγηση, η κινητικότητα, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και η αυτονομία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων σε αυτή, ενώ για το ζήτημα της στελέχωσης των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών προτείνεται η ενίσχυση του ΑΣΕΠ και η διαδικασία ένταξης όλων των προσλήψεων σε αυτό (ΠΑΣΟΚ 2015α). Ο ΣΥΡΙΖΑ στο προεκλογικό πρόγραμμα για τον Ιανουάριο του 2015 υπό τον τίτλο «Η Ελπίδα Έρχεται» παρουσιάζει συγκεκριμένες θέσεις που αφορούν στη δημόσια διοίκηση. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στη ριζική μεταρρύθμισή της η οποία «εκκινεί από τον μετασχηματισμό των δομών και των λειτουργιών της» (ΣΥΡΙΖΑ 2015α). Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα που προτείνονται από τον ΣΥΡΙΖΑ για την εν λόγω διοικητική μεταρρύθμιση είναι η αλλαγή της δομής της Κυβέρνησης, η οποία θα επιτευχθεί με τη συγχώνευση υπουργείων και την κατάργηση κυβερνητικών οργάνων. Επιπλέον, αναφέρεται στην αποσυμφόρηση του δημόσιου τομέα από μετακλητούς υπαλλήλους και συμβούλους και την προώθηση της αντίστοιχης στελέχωσης με δημοσίους υπαλλήλους. Όσον αφορά τις μνημονιακές δεσμεύσεις που αφορούν στη δημόσια διοίκηση, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει την κατάργηση της νομοθεσίας για το πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, την κατάργηση του θεσμού της διαθεσιμότητας, την αποκατάσταση των αντισυνταγματικά απολυμένων και την κατάργηση του «αντισυνταγματικού νόμου» για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων (ΣΥΡΙΖΑ 2015α). Εθνικές εκλογές 2015 (ΙΙ) Στις δεύτερες εκλογές του 2015, η Νέα Δημοκρατία θέτει ως προτεραιότητα τη σύσταση εθνικής ομάδας διαπραγμάτευσης και εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, στο πρόγραμμα με τίτλο «Επανεκκίνηση της Οικονομίας». Στον τομέα του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, αναφέρεται στη διαφάνεια, την αναμόρφωση του κράτους, την οικοδόμηση μιας νέας Δημόσιας Διοίκησης και την εκχώρηση αρμοδιοτήτων των υπουργείων σε εκείνη. Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του κράτους, ώστε αυτό να είναι αποτελεσματικότερο, προτείνει το «Νέο Εθνικό Πρόγραμμα Μεγάλων Αλλαγών». Όσον αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση, η Νέα Δημοκρατία επαναφέρει την ανάγκη αποκέντρωσης και την οικονομική αυτοτέλεια (Νέα Δημοκρατία 2015β). Πριν τις δεύτερες εκλογές του 2015, στις 30 Αυγούστου, το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Αριστερά δημιουργούν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και από κοινού συμφωνούν στην υπογραφή της προγραμματικής συμφωνίας για τον μεταξύ τους συνασπισμό με τίτλο «10+1 Θέσεις της Δημοκρατικής Συμπαράταξης». Στις θέσεις για τη δημόσια διοίκηση περιλαμβάνεται η εξυπηρέτηση του πολίτη, η καθιέρωση δεικτών και εργαλείων μέτρησης της αποτελεσματικότητας, η αξιολόγηση και η καθιέρωση απλούστερων διαδικασιών. Η γενικότερη τάση είναι αυτή της δημιουργίας ενός «νέου παραγωγικού μοντέλου» όπου το κράτος θα είναι αποτελεσματικότερο και αποδοτικότερο καθώς και αρωγός στην επιχειρηματική δράση των πολιτών. Επιπλέον, αναφέρεται πως 342 κομβικής σημασίας θα είναι ο ρόλος της αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών μέσω της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (Δημοκρατική Συμπαράταξη 2015). Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τις δεύτερες εκλογές του 2015 που τιτλοφορείται ως «Σχέδιο Κυβερνητικού Προγράμματος» περιλαμβάνει την θεσμική ανασυγκρότηση της διοίκησης, σύμφωνα με την οποία προτείνεται η αποκέντρωση σε συνδυασμό με αποτελεσματική διοίκηση και ισχυρή αυτοδιοίκηση καθώς και ο δημοκρατικός προγραμματισμός (ΣΥΡΙΖΑ 2015β). Οι προγραμματικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνουν την πάταξη της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα, την οργανωτική αλλαγή σε όλο τον δημόσιο τομέα, την προώθηση της κινητικότητας, την αποτίμηση και την αξιολόγηση του παραγόμενου έργου της δημόσιας διοίκησης και την αναβάθμιση του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης ως επίσημου συμβούλου του κράτους σε ζητήματα που αφορούν άμεσα τη δημόσια διοίκησης (ΣΥΡΙΖΑ 2015β). Συγκλίσεις-αποκλίσεις Πριν τις εκλογές του 2004, πριν από την υπό εξέταση περίοδο, με την ψήφιση του ν.3230/2004 από το ΠΑΣΟΚ περί «διοίκησης μέσω στόχων» φαίνεται να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο προγραμματικής σύγκλισης ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας, καθώς η Νέα Δημοκρατία υιοθετεί, όπως είδαμε στο προεκλογικό της πρόγραμμα, ως βασικό στόχο την «επανίδρυση του κράτους». Έτσι, ήδη από το 2004 ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία συμπεριλαμβάνουν τη διοικητική μεταρρύθμιση στις προτεραιότητες της κυβερνητικής τους πολιτικής, εμφανίζοντας μεγάλο βαθμό σύγκλισης στις θέσεις τους. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρουσιάζει ακόμα δομημένο πρόγραμμα σχετικά με τις θέσεις που αφορούν στο εν λόγω πεδίο και πάντως φαίνεται να έρχεται σε απόκλιση τόσο με τη Νέα Δημοκρατία όσο και με το ΠΑΣΟΚ σχετικά με τη λειτουργία του κράτους. Αξίζει να σημειωθεί πως, όπως προκύπτει από τη νομοθεσία της εν λόγω περιόδου, η Νέα Δημοκρατία, σε πλήρη σύγκλιση των θέσεων της με το ΠΑΣΟΚ, υλοποιεί αρκετές από τις θέσεις της σε αντίστοιχα κυβερνητικά μέτρα. Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία φάνηκε αρκετά πιο μετριοπαθής στις πολιτικές της, παρά τις δεσμεύσεις της στο πρόγραμμα περί επανίδρυσης του κράτους. Επιπλέον, δεν εφήρμοσε το ν. 3230/2004 του ΠΑΣΟΚ περί διοίκησης μέσω στόχων, ο οποίος φάνηκε να είναι αρκετά συναφής των εξαγγελιών της περί μετρήσεως αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης. Το 2007, οι θέσεις των κομμάτων πλέον περιορίζονται δραστικά όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση. Στο πλαίσιο που υπάρχουν ήδη οι πρώτες ενδείξεις για τη φθίνουσα δημοσιονομική πορεία της χώρας, η Νέα Δημοκρατία περιορίζεται στον απολογισμό των δράσεων της κατά την τελευταία τριετία με ελάχιστες αναφορές στη δημόσια διοίκηση και μόνο σε ό,τι αφορά τη συνέχιση του έργου της. Αξίζει να σημειωθεί πως στην παραγωγή της νομοθεσίας της περιλαμβάνονται θέσεις του 2004 που υλοποιούνται τώρα σε αντίστοιχους νόμους (π.χ. ενίσχυση ανεξάρτητων αρχών, συγχωνεύσεις υπουργείων). Αντίστοιχα και το ΠΑΣΟΚ, διανέμει τη «Βίβλο Αναξιοπιστίας» όπου παραθέτει τις αντίστοιχες εξαγγελίες της Νέας Δημοκρατίας και ασκεί κριτική στο «τι έκανε τελικά». Στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ εντοπίζονται ελάχιστες προεκλογικές θέσεις, κυρίως ό,τι αφορά στην ανάγκη δημοκρατικής λειτουργίας της διοίκησης και εισαγωγής νέων μηχανισμών διαβούλευσης και λογοδοσίας. Επομένως, κατά την περίοδο αυτή, η σύγκλιση μεταξύ Νέας 343 Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ παρατηρείται στο πλαίσιο της εμφάνισης «μη θέσεων». Ο ΣΥΡΙΖΑ, στο ίδιο πλαίσιο με το 2004, δεν εμφανίζει θέσεις για το υπό εξέταση πεδίο. Κατά το έτος 2009, τα δημοσιονομικά ζητήματα της χώρας μονοπωλούν το δημόσιο ενδιαφέρον και κατ’ επέκταση και τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων. Σε συνάφεια με την προηγούμενη περίοδο, ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, εμφανίζουν σύγκλιση ως προς τα θέματα της αποκέντρωσης και διοικητικής μεταρρύθμισης, ενώ μάλιστα το ΠΑΣΟΚ προσθέτει στις προτάσεις του και την ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών. Ο ΣΥΡΙΖΑ και πάλι δεν εμφανίζει δομημένες θέσεις για τη δημόσια διοίκηση παρά μεμονωμένες αναφορές για ανάγκη εξάλειψης του κομματικού κράτους και της ύπαρξης αδιαφάνειας. Περνώντας στο 2012, το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να συγκλίνουν ξανά και να ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης με την ΕΕ και το ΔΝΤ με άξονα την ανάγκη για εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης. Έτσι, τα κυβερνητικά μέτρα που ακολούθησαν εμφανίζονται περισσότερο ως εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές επιταγές παρά ως υλοποίηση των ιδίων θέσεων των κομμάτων. Κατά την ίδια περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ, αρχίζει να αποκτά πιο δομημένες θέσεις για τη δημόσια διοίκηση με αναφορές στην ανάγκη αποτελεσματικότητας και διαφάνειας. Σε επίπεδο αρχιτεκτονικής της διακυβέρνησης, φαίνεται να ασκεί κριτική στον Καλλικράτη και να προτείνει μια νέα μορφή περιφερειακής συγκρότησης του κράτους. Όσον αφορά την αντίστοιχη νομοθεσία, συναντώνται και εδώ μέτρα για τον εκσυγχρονισμό, τον περιορισμό του κράτους και την απλοποίηση των διαδικασιών, στο πλαίσιο των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που πρέπει να υλοποιηθούν. Τα εν λόγω μέτρα παρότι ενσωματώθηκαν σε προγράμματα που είχαν ως στόχο τη διοικητική μεταρρύθμιση, δεν είχαν κάποιο ιδεολογικό πρόσημο το οποίο να συνδέεται με τις εξαγγελίες των τριών κομμάτων, καθώς αποτέλεσαν εν πολλοίς συμμόρφωση στις μνημονιακές δεσμεύσεις. Κατά το έτος 2015, πριν τις πρώτες εκλογές, η σύγκλιση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ στις προεκλογικές τους θέσεις είναι εμφανής. Και τα δύο κόμματα συμπεριλαμβάνουν τεχνοκρατικά στοιχεία όσον αφορά τη διοικητική μεταρρύθμιση. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα, παρουσιάζει πλέον σαφείς θέσεις για τη δημόσια διοίκηση στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος. Πριν τις δεύτερες εκλογές του 2015, η ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένη καθώς προσλαμβάνει στο λόγο του πιο τεχνοκρατικά στοιχεία που αφορούν την αποκέντρωση και τη θεσμική ανασυγκρότηση. Η Νέα Δημοκρατία και η Δημοκρατική Συμπαράταξη παρουσιάζουν και πάλι σύγκλιση στις θέσεις τους. Όσον αφορά τη νομοθεσία, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να κινείται στο ίδιο πλαίσιο με την προηγούμενη συγκυβέρνηση, υιοθετώντας μέτρα που απαντούν στις μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας. Σημαντικότερο ίσως αποτελεί το πρόγραμμα ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ με το ν. 4555/2018 όπου μεταρρυθμίζεται το θεσμικό πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης και υλοποιείται η διοικητική αποκέντρωση και η ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θέση που συμπεριλαμβάνουν και τα τρία κόμματα στο πρόγραμμά τους. Μεμονωμένα, οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ όπως προκύπτουν από τα προεκλογικά του προγράμματα είναι πιο εκτενείς κατά το έτος 2004 και 2007. Από το 2009, το κόμμα φαίνεται να συμπεριλαμβάνει λιγότερες θέσεις για τη δημόσια διοίκηση και να επανέρχεται το 2012, με νέους τεχνοκρατικούς όρους, όπως αξιολόγηση, αξιοκρατία στις προσλήψεις και ενδυνάμωση ανεξάρτητων αρχών. Αντίστοιχα η Νέα Δημοκρατία, φαίνεται να παρουσιάζει τον μεγαλύτερο όγκο προτάσεων και θέσεων στο προεκλογικό 344 πρόγραμμα του 2004 και ακολουθώντας και αυτή φθίνουσα πορεία εμφάνισης θέσεων, υιοθετεί τελικά πιο τεχνοκρατικούς όρους όπως αποκρατικοποιήσεις, αποτελεσματικότητα-αποδοτικότητα και αξιολόγηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αποκτά από το 2012 συγκεκριμένες θέσεις για τη δημόσια διοίκηση, κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της μετάβασης από κόμμα της αντιπολίτευσης σε κόμμα που διεκδικεί με αξιώσεις την κυβερνητική εξουσία. Συμπεράσματα Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, που αφορά στα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και πιο συγκεκριμένα γύρω από τις θέσεις τους για τη δημόσια διοίκηση, παρατηρείται η φθίνουσα συχνότητα εμφάνισης θέσεων για το συγκεκριμένο θέμα. Έτσι, το 2004 είναι σημαντικό ως αφετηρία ανάλυσης καθώς εκλαμβάνεται ως η χρονιά με τη μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας αλλά και ως η χρονιά που δόθηκε περισσότερη έμφαση στη δημόσια διοίκηση, στο πλαίσιο της υιοθέτησης των προταγμάτων του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους αντίστοιχα, ως βασικών αιτημάτων για τη δημόσια διοίκηση. Ωστόσο, σταδιακά, παρατηρούνται λιγότερο δομημένες και ολοκληρωμένες προτάσεις για τη διοικητική μεταρρύθμιση και περισσότερο γενικότερες αναφορές στον εν γένει εκσυγχρονισμό για τη δημόσια διοίκηση. Η απουσία συγκεκριμένων θέσεων για τον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης οφείλεται στις πρόσφατες συγχωνεύσεις των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ και την οικονομική ενίσχυση των δευτεροβάθμιων με ιδίους πόρους, δράσεις οι οποίες απαιτούσαν εύλογο χρονικό διάστημα ενσωμάτωσης και προσαρμογής. Όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση, κατά τα έτη 2007 και 2009 φαίνεται να μην αποτελεί πρωτεύον ζήτημα στα προγράμματα των κομμάτων καθώς η προτεραιότητα τους είναι η σταθεροποίηση της οικονομίας. Από το 2012, η μεταβολή εντοπίζεται στα αυστηρότερα μέτρα που παρουσιάζουν στις θέσεις τους για την αναγκαία διοικητική μεταρρύθμιση στο πλαίσιο του γενικότερου εξορθολογισμού. Συμπερασματικά, βλέπουμε την προσαρμοστικότητα των κομμάτων στο πρόταγμα της εκάστοτε περιόδου, με αποτέλεσμα να παρατηρείται η σύγκλιση των θέσεων μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ παράλληλα με την υιοθέτηση κοινών θέσεων. Η ενσωμάτωση της στρατηγικής του κράτους ως κομματικής στρατηγικής με την παράλληλη απουσία έκφρασης των κοινωνικών αιτημάτων οδήγησε το πολιτικό σύστημα σε κρίση. Στο πλαίσιο μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τα δύο μεγάλα κόμματα λόγω της σύγκλισης που παρουσιάζουν παρέχουν μόνο μία επιλογή, οδηγώντας τους ψηφοφόρους στην άνοδο και την ανάδειξη ως κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος φάνηκε να καλύπτει το αίτημα της αντιπροσώπευσης των πολιτών έναντι των θεσμών. Η αναδίπλωση ωστόσο του ΣΥΡΙΖΑ και η εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, ενίσχυσε την κρίση του πολιτικού συστήματος και της ίδιας της δημοκρατίας, διαμορφώνοντας πλέον ένα νέο πολιτικό σκηνικό. 345 Βιβλιογραφία Budge, I. (2001), “Validating Party Policy Placements”, British Journal of Political Science, 31(1): 210-223. Sotiropoulos, D. (1994), “Bureaucrats and Politicians: A case study of the determinants of perceptions of conflict and patronage in the Greek bureaucracy under PASOK rule, 1981-1989”, The British Journal of Sociology, 45 (3): 349-365. Spanou, C. (2001), “(Re)shaping the Politics-administration Nexus in Greece: The decline of a symbiotic relationship”, σε B. G. Peters & J. Pierre (επιμ.), Politician, Bureaucrats and Administrative Reform, London & New York, Routledge, σσ. 101-111. Βούλγαρης, Γ. & Νικολακόπουλος, Η. (επιμ.) (2014), 2012: Ο Διπλός Εκλογικός Σεισμός, Αθήνα, Θεμέλιο. Δημοκρατική Συμπαράταξη (2015), 10+1 Θέσεις: Η προγραμματική συμφωνία της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, Αθήνα. Ελευθερίου, Κ. & Τάσσης, Χ. (2013), ΠΑΣΟΚ, η Άνοδος και η Πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος, Αθήνα, Σαββάλας. Λαμπροπούλου, Μ. & Οικονόμου, Γ. (2017), «Η δημόσια διοίκηση υπό το πρίσμα της μετεξέλιξης του ΠΑΣΟΚ: Πολιτικές και Προγράμματα (1974-2018)», σε Β. Ασημακόπουλος & Χ. Τάσσης (επιμ.), ΠΑΣΟΚ 1974-2018: Πολιτική Οργάνωση, Ιδεολογικές Μετατοπίσεις, Κυβερνητικές Πολιτικές, Αθήνα, Gutenberg, σσ. 525-556. Μακρυδημήτρης, Α. (2010), Δημόσια Διοίκηση – Στοιχεία διοικητικής οργάνωσης, Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλας. Νέα Δημοκρατία (2004), Το κυβερνητικό μας πρόγραμμα για τη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, Αθήνα. Νέα Δημοκρατία (2007), Οι κυβερνητικές μας προτεραιότητες. Οι δεσμεύσεις μας γίνονται Πράξη. Μαζί πάμε την Ελλάδα μπροστά, Αθήνα. Νέα Δημοκρατία (2009), Προεκλογικό πρόγραμμα. Απόφαση Ευθύνης, Αθήνα. Νέα Δημοκρατία (2012), Οικονομικό Πρόγραμμα Νέας Δημοκρατίας (Ζάππειο ΙΙΙ), Αθήνα. Νέα Δημοκρατία (2015α), Το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας-Ελλάδα 2021, Αθήνα. Νέα Δημοκρατία (2015β), Επανεκκίνηση της οικονομίας. Όλοι μαζί μπορούμε να πάμε την Ελλάδα μπροστά, Αθήνα. ΠΑΣΟΚ (2004), 2004 – 2008 Το Κυβερνητικό Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Το σχέδιο για τη χώρα .Η αντίληψή μας. Οι προτάσεις μας, Αθήνα. ΠΑΣΟΚ (2007), Βίβλος Αναξιοπιστίας: 3 χρόνια κυβέρνηση ΝΔ-3 χρόνια εξαπάτησης του Πολίτη, Αθήνα. ΠΑΣΟΚ (2007), Προεκλογικό Πρόγραμμα ΠΑΣΟΚ. Για μια δίκαιη κοινωνία, για μια δυνατή Ελλάδα, Αθήνα. ΠΑΣΟΚ (2009), Πλαίσιο Κυβερνητικού Προγράμματος. Πρώτα ο πολίτης, Αθήνα. ΠΑΣΟΚ (2012), 12+1 Σημεία για την Εθνική Ανασυγκρότηση, Αθήνα. ΠΑΣΟΚ (2015), Θέσεις για την Ελλάδα του Αύριο- Τώρα μαζί μπορούμε, Αλλαγή Σελίδας με Σταθερότητα και Ασφάλεια, Αθήνα. ΣΥΡΙΖΑ (2004), Το Νέο Γεννιέται στα Κινήματα, το Μέλλον είναι αριστερά, Αθήνα. ΣΥΡΙΖΑ (2007), Ενωτικά και Αριστερά Κάνουμε τα Αδύνατα Δυνατά, Αθήνα. ΣΥΡΙΖΑ (2009), Εκλογική Διακήρυξη. ΣΥΡΙΖΑ ισχυρός στη Βουλή και στους αγώνες, Αθήνα. ΣΥΡΙΖΑ (2012), Προεκλογικό Πρόγραμμα. Κάνουμε τα μνημόνια παρελθόν, ανοίγουμε δρόμο στην ελπίδα, Αθήνα. ΣΥΡΙΖΑ (2015α), Προεκλογικό Πρόγραμμα. Η ελπίδα έρχεται, Αθήνα. ΣΥΡΙΖΑ (2015β), Κυβερνητικό Πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ, Αθήνα. 346 Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ & Πτυχές Προστασίας της Οικογενειακής Ζωής Κωνσταντίνος Μαργαρίτης1 Περίληψη Δυνάμει του άρθρου 7 ΧΘΔΕΕ «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του». Στο ανωτέρω άρθρο, ο Χάρτης εγγυάται το σεβασμό της ιδιωτικής σφαίρας, όπως αυτή εκδηλώνεται στις ειδικότερες πτυχές της. Στο πλαίσιο προστασίας της οικογενειακής ζωής, η Οδηγία 2004/38/ΕΚ επεκτείνει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην επικράτεια των κρατών μελών και σε μέλη της οικογένειάς τους τα οποία απολαμβάνουν δευτερογενώς τα σχετικά δικαιώματα. Ωστόσο, ζήτημα προκύπτει ως προς την οριοθέτηση της έννοιας του/της «συζύγου», αν περιλαμβάνει και σύζυγο ιδίου φύλου, υπήκοο μη κράτους μέλους της ΕΕ, αν το κράτος μέλος υποδοχής δεν αναγνωρίζει γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε το ΔΕΕ στην υπόθεση C-673/16 Coman και Λοιποί. Σκοπό της παρούσας αποτελεί η αποκωδικοποίηση των σκέψεων του Δικαστηρίου αναφορικά με το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, καθώς και η διάπλαση του δικαιώματος αυτού στην ενωσιακή έννομη τάξη. Στο πλαίσιο της νέας αυτής δυναμικής, θα υπογραμμισθούν σημαντικές αλλαγές που θα μπορούσαν να προωθηθούν σε επίπεδο δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου, ως επόμενο βήμα για την ουσιαστική ενίσχυση του δικαιώματος οικογενειακής ζωής, υπό το πρίσμα του άρθρου 7 ΧΘΔΕΕ. Λέξεις κλειδιά: Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, προστασία οικογενειακής ζωής, Οδηγία 2004/38/ΕΚ, C-673/16 Coman και Λοιποί. Εισαγωγή Τον Δεκέμβριο του 2019, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: Χάρτης, ΧΘΔΕΕ) γιόρτασε τα 10α γενέθλιά του ως κείμενο πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Πράγματι, με την αναθεώρηση της Λισαβόνας η οποία τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Δεκεμβρίου 2009, το άρθρο 6, παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρει: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Η πορεία προς αυτό το επίτευγμα πέρασε από διάφορα στάδια και ακολούθησε εξελικτικό χαρακτήρα. Οι λόγοι που οδηγούσαν κάθε φορά στην 1 Διδάσκων, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης,
[email protected]347 ολοκλήρωση κάποιου βήματος στην μακρόχρονη αυτή πορεία εξέλιξης διαφέρουν. Πέραν της κοινής φιλοσοφικής αντίληψης, η προστασία των δικαιωμάτων αποτυπώθηκε στην τότε Κοινότητα εν πολλοίς ως προϊόν πίεσης εκ μέρους δικαστηρίων κρατών μελών με απώτερο σκοπό τη διαφύλαξη της ενότητας του κοινοτικού δικαίου. Η κατάσταση αυτή αποτέλεσε αφορμή περαιτέρω διαλόγου ως προς την επαρκή κατοχύρωση δικαιωμάτων μόνο σε νομολογιακό επίπεδο, δεδομένης και της ραγδαίας αύξησης των αρμοδιοτήτων της ΕΚ/ΕΕ κατά τη δεκαετία του 90. Η σταδιακή, αλλά σταθερή αναβάθμιση του ζητήματος δημιούργησε μια προωθητική δύναμη η οποία δύσκολα θα μπορούσε να ανατραπεί και ως εκ τούτου η Ένωση οδηγήθηκε στην πλήρη θεσμική κατοχύρωση θεμελιωδών δικαιωμάτων (Μαργαρίτης 2016, Pernice 2008). Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη οριοθετείται στο άρθρο 51, παρ. 1 ΧΘΔΕΕ όπου αναφέρεται ότι οι διατάξεις του απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και στους οργανισμούς της Ένωσης, καθώς και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Το εύρος της διάταξης αυτής καλύπτει όλο το φάσμα εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου και από τη σκοπιά των οργάνων και οργανισμών της ΕΕ και από τη σκοπιά των κρατών μελών. Έτσι επιτυγχάνεται πληρέστερα ο στόχος της προστασίας των ευρωπαίων πολιτών στη βάση των αρχών και αξιών της ίδιας της Ένωσης (Τζέμος 2019, Ward 2014, De Schutter 2006). Από την επίσημη θεσμοθέτηση του Χάρτη ως πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και εντεύθεν, δόθηκε η δυνατότητα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΔΕΕ, Δικαστήριο) να ερμηνεύσει και να διαμορφώσει τα περιεχόμενα στο Χάρτη δικαιώματα. Στην παρούσα εργασία θα αναλυθεί μια σημαντική απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-673/16 Coman και Λοιποί, όπου επιλύθηκαν ζητήματα που ανάγονται στο γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαιώματος μετακίνησης και διαμονής. Σκοπό της παρούσας αποτελεί η αποκωδικοποίηση των σκέψεων του Δικαστηρίου αναφορικά με το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, καθώς και η διάπλαση του δικαιώματος αυτού στην ενωσιακή έννομη τάξη. Στο πλαίσιο της νέας αυτής δυναμικής, θα υπογραμμισθούν σημαντικές αλλαγές που θα μπορούσαν να προωθηθούν σε επίπεδο δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου, ως επόμενο βήμα για την ουσιαστική ενίσχυση του δικαιώματος οικογενειακής ζωής. Το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός της Ένωσης Δυνάμει του άρθρου 7 του Χάρτη, «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του». Έτσι, υπό το σκοπό περιφρούρησης της γενικής έννοιας της ιδιωτικότητας, το άρθρο 7 κατοχυρώνει τέσσερα εννοιολογικώς διακριτά δικαιώματα: α) στην ιδιωτική ζωή, β) στην οικογενειακή ζωή, γ) στην κατοικία και δ) στις επικοινωνίες (Παπαδημητρίου & Μαργαρίτης 2019). Η διάταξη του άρθρου 7 του Χάρτη έχει την ίδια έννοια και εμβέλεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52, παρ. 3 του Χάρτη, με την αντίστοιχη διάταξη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ), καθώς αντιστοιχεί σε δικαίωμα το οποίο θεσπίζεται εκεί. Ειδικότερα, 348 στην επεξήγηση της διάταξης του Χάρτη ρητά αναφέρεται η παραπομπή στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, το σχετικό δικαίωμα ερμηνεύεται βάσει της τελευταίας και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) (Ροζάκης 2001).2 Η θέση αυτή της ΕΣΔΑ στην ενωσιακή έννομη τάξη δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχική αντιμετώπιση του ζητήματος προστασίας δικαιωμάτων στην έννομη τάξη της ΕΕ, η ΕΣΔΑ κατείχε δεσπόζουσα θέση. Αρχικά ως πηγή έμπνευσης για την άντληση δικαιωμάτων από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της προστασίας δικαιωμάτων σε νομολογιακό επίπεδο, 3 ελλείψει σχετικών διατάξεων στις ιδρυτικές Συνθήκες και μετέπειτα ως αναφορά στη Συνθήκη του Μάαστριχτ από όπου απέρρεε σχετική υποχρέωση σεβασμού.4 Πλέον, κατά τη σύνταξη του Χάρτη, όπως είναι εύκολο να παρατηρηθεί από τις συνοδευόμενες επεξηγήσεις, η πλειοψηφία των εκεί κατοχυρωμένων δικαιωμάτων βασίζονται στην ΕΣΔΑ. Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσε να τονισθεί η ιδιαίτερη βαρύτητα της ΕΣΔΑ στο σύστημα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση, με απώτερη επιδίωξη τη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ του Χάρτη και της ΕΣΔΑ. Σε επίπεδο παράγωγου ενωσιακού δικαίου, η Οδηγία 2004/38/ΕΚ (εφεξής: Οδηγία) επεκτείνει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην επικράτεια των κρατών μελών και σε μέλη της οικογένειάς τους που είναι πολίτες τρίτων κρατών, τα οποία απολαμβάνουν δευτερογενώς τα σχετικά δικαιώματα, στο πλαίσιο προστασίας της οικογενειακής ζωής.5 Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 2, παρ. 2 της Οδηγίας, ως μέλος της οικογένειας του πολίτης της Ένωσης νοείται, μεταξύ άλλων, α) ο (η) σύζυγος και β) ο (η) σύντροφος με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης, βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, εφόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο, και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.6 Η Οδηγία πράγματι εμπερικλείει στην κατηγορία αυτή, πέραν του/της συζύγου και τα πρόσωπα που συνδέονται με τον ευρωπαίο πολίτη στη βάση καταχωρισμένου συμφώνου συμβίωσης, ανεξαρτήτως κατ’ αρχήν σεξουαλικού προσανατολισμού, παραπέμποντας ωστόσο, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, 2 Υφίσταται ζήτημα τυπικής δεσμευτικότητας δυνάμει του άρθρου 52, παρ. 3 ΧΘΔΕΕ, καθώς κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ αυτή τελεί υπό την αίρεση της προσχώρησης της Ένωσης στην ΕΣΔΑ (βλ. ενδεικτικά C-601/15PPU J.N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie), ζήτημα το οποίο δεν απασχολεί στην παρούσα εργασία. Για εν γένει ερμηνεία του άρθρου 52 του Χάρτη βλέπε Τζέμο 2019, Peers και Prechal 2014, De Schutter 2006. 3 Για την αναγνώριση αυτή βλ. κυρίως C-36/75 Rutili και C-44/79 Liselotte Hauer. 4 Άρθρο F, παρ. 2. 5 Βλ. σχετικά άρθρο 6, παρ. 2, άρθρο 7, παρ. 2 και άρθρο 16, παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ. 6 Η διάταξη του άρθρου 2, παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ προβλέπει άλλες δύο κατηγορίες μελών της οικογένειας: τους απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνους του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου και τους συντηρούμενους απευθείας ανιόντες καθώς και εκείνους του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου. 349 στους όρους που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής. Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 3, παρ. 2 της Οδηγίας, διευκολύνεται η διαμονή κάθε άλλου μέλους της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, που δεν εμπίπτει στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2, παρ. 2 της Οδηγίας, καθώς και του (της) συντρόφου με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη. Μέσω ενός πλέγματος διατάξεων παράγωγου ενωσιακού δικαίου αναδεικνύεται η βούληση του νομοθέτη να καλύψει όλα τα πρόσωπα που πιθανόν συνδέονται με τον πολίτη της Ένωσης ως μέλη της οικογένειάς του, όταν ο πολίτης αυτός αποφασίσει να ασκήσει τη θεμελιώδη ενωσιακή ελευθερία μετακίνησης και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ. Σκοπό του νομοθετικού πλαισίου αποτελεί η ομαλή μετάβαση και συνέχιση της εδραιωμένης οικογενειακής ζωής του πολίτη της Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος, ιδανικά κατά τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Δημιουργείται έτσι δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης ως κομβική πτυχή του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελευθερία μετακίνησης και διαμονής εντός της Ένωσης. Η υπόθεση Coman και Λοιποί Πολίτης ρουμανικής, άρα και ενωσιακής ιθαγένειας, ο κ. Coman, συνήψε γάμο με πολίτη τρίτου κράτους, ιδίου φύλου, τον κ. Hamilton, αμερικανικής ιθαγενείας στις Βρυξέλλες, όπου τότε εργαζόταν. Στο πλαίσιο της επιθυμίας τους να εγκατασταθούν στη Ρουμανία, απευθύνθηκαν στις αρχές της χώρας προκειμένου να ενημερωθούν σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο κ. Hamilton θα μπορούσε, ως μέλος της οικογένειας του κ. Coman, να αποκτήσει δικαίωμα νόμιμης διαμονής στη Ρουμανία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Η απάντηση που έλαβαν ήταν αρνητική καθώς σύμφωνα με τον αστικό κώδικα της χώρας δεν αναγνωρίζεται γάμος προσώπων ιδίου φύλου και άρα δεν θα ήταν δυνατόν να παραταθεί το δικαίωμα του κ. Hamilton για προσωρινή διαμονή στη Ρουμανία για λόγους οικογενειακής επανένωσης.7 Εν συνεχεία, οι ανωτέρω πολίτες προσέφυγαν δικαστικά. Στο πλαίσιο της ένδικης αυτής διαφοράς, προέβαλαν ενστάσεις αντισυνταγματικότητας· έτσι, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας, με τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής, απέστειλε ερωτήματα στο ΔΕΕ αναφορικά με την αποσαφήνιση του όρου «σύζυγος» στην Οδηγία 2004/38/ΕΚ, αν περιλαμβάνει και τον έχοντα το ίδιο φύλο σύζυγο και αν ως εκ τούτου υποχρεώνεται το κράτος μέλος υποδοχής να του χορηγήσει δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του δυνάμει 7Άρθρο 277 του ρουμανικού αστικού κώδικα: 1. Ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου απαγορεύεται. 2. Οι γάμοι μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, οι οποίοι συνάπτονται ή τελούνται στην αλλοδαπή από Ρουμάνους υπηκόους ή από αλλοδαπούς, δεν αναγνωρίζονται στη Ρουμανία. Ωστόσο η παρ. 4 θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποιο ερμηνευτικό περιθώριο: Οι νομοθετικές διατάξεις οι οποίες αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία στην επικράτεια της Ρουμανίας των πολιτών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου παραμένουν εφαρμοστέες. 350 των σχετικών διατάξεων της Οδηγίας σε συνδυασμό και με το άρθρο 7 του Χάρτη. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, το Συνταγματικό Δικαστήριο διερωτάται αν ο έχων το ίδιο φύλο σύζυγος θα μπορούσε να υπαχθεί στον όρο «άλλο μέλος της οικογένειας» ή να θεωρηθεί σύντροφος με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη, δυνάμει του άρθρου 3, παρ. 2 της Οδηγίας. Ως προς την εξέταση του πρώτου ερωτήματος, προβαίνοντας σε γραμματική - αναλογική, αλλά και τελολογική ερμηνεία των οικείων διατάξεων, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο όρος «σύζυγος», κατά την έννοια του άρθρου 2, παρ. 2 της Οδηγίας 2004/38, είναι ουδέτερος όσον αφορά το φύλο και μπορεί επομένως να περιλαμβάνει ιδίου φύλου σύζυγο πολίτη της Ένωσης (C-673/16 Coman και Λοιποί: σκ. 35). Η ουδετερότητα αυτή του όρου «σύζυγος» απορρέει από γραμματική ερμηνεία του στοιχείου α της παραγράφου 2 του άρθρου 2, κατ’ αναλογία εφαρμοζόμενο προς το στοιχείο β της ίδιας διάταξης. Πράγματι για τον χαρακτηρισμό ως «μέλους της οικογένειας» ενός συντρόφου με τον οποίο πολίτης της Ένωσης έχει σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης, το στοιχείο β θέτει επιπλέον προϋποθέσεις που ανάγονται στη σχετική εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, σε αντίθεση με το στοιχείο α το οποίο δεν θέτει κάποια επιπλέον προϋπόθεση (C-673/16 Coman και Λοιποί: σκ. 36). Επομένως, ελλείψει ρητής αναφοράς, ένα κράτος μέλος δεν είναι δυνατόν να επικαλείται το εθνικό του δίκαιο προκειμένου να αποκλείσει την αναγνώριση στο έδαφός του γάμου που συνήψε ο υπήκοος τρίτου κράτους με τον ιδίου φύλου πολίτη της Ένωσης εντός άλλου κράτους μέλους. Η απαγόρευση αυτή επίκλησης του εθνικού δικαίου εφαρμόζεται, όπως εμφατικά υπογραμμίζει το Δικαστήριο, μόνο αναφορικά με τη χορήγηση του παράγωγου δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτου κράτους, ως συζύγου δηλαδή του πολίτη της Ένωσης. Εν κατακλείδι, ελλείψει περαιτέρω προϋποθέσεων, η έννοια του «συζύγου» ερμηνεύεται κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ως αναφερόμενη στο πρόσωπο εκείνο που έχει ενωθεί με άλλο πρόσωπο με τα δεσμά του γάμου (C-673/16 Coman και Λοιποί: σκ. 34). Η δεύτερη παρατήρηση ως προς την ουδετερότητα του όρου «σύζυγος» αφορά στον εν γένει σκοπό της διάταξης της Οδηγίας. Ασφαλώς, όπως αναγνώρισε και το ίδιο το Δικαστήριο, η αρμοδιότητα διαμόρφωσης κανόνων σχετικών με το γάμο ανήκει στα κράτη μέλη (δεν υφίσταται δηλαδή σχετική αρμοδιότητα της Ένωσης), τονίζοντας ωστόσο ότι κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους αυτής, οφείλουν να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης, στην προκειμένη περίπτωση, με την ελευθερία κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει στο έδαφος των κρατών μελών. Εντούτοις, στην ελευθερία αυτή περιλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε και το δικαίωμα του πολίτη να διάγει ομαλή οικογενειακή ζωή και στο κράτος μέλος υποδοχής, προφανώς με τα μέλη της οικογένειάς του. Σκοπό δηλαδή της διάταξης του άρθρου 2 της Οδηγίας αποτελεί η επανένωση του πολίτη της Ένωσης που επιλέγει να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος, με τα μέλη της οικογένειάς του, ώστε εκεί να συνεχίσει την ήδη εδραιωμένη οικογενειακή του ζωή. Εξ’ αυτού του λόγου εξάλλου το εν λόγω δικαίωμα χορηγείται δευτερογενώς και σε πολίτες τρίτων κρατών, όπως στην υπό εξέταση υπόθεση. Έτσι, τυχόν δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν ή να αρνούνται την είσοδο και τη διαμονή στο έδαφός τους σε υπήκοο τρίτου 351 κράτους, ο οποίος έχει συνάψει γάμο με ιδίου φύλου πολίτη της Ένωσης, αναλόγως του αν ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου προβλέπουν ή όχι τον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, θα είχε ως αποτέλεσμα να διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης που έχουν ήδη κάνει χρήση της ελευθερίας αυτής, αναλόγως των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου (C-673/16 Coman και Λοιποί: σκ. 39), καθιστώντας έτσι την πραγμάτωση του σκοπού της οικογενειακής επανένωσης που επιτάσσει το άρθρο 2 της Οδηγίας, μη αποτελεσματική. Με απλά λόγια, η ποιότητα της ελευθερίας μετακίνησης θα διαφοροποιούνταν ουσιωδώς, καθώς ο πολίτης της Ένωσης που έχει συνάψει γάμο με ίδιου φύλου πολίτη τρίτου κράτους, θα στερούνταν κατά την άσκηση του δικαιώματός του στην ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, του παρεπόμενου δικαιώματος στη συνέχιση της ομαλής οικογενειακής ζωής στη βάση της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού. Τέλος, στην παρατήρηση ορισμένων κυβερνήσεων για τη δυνατότητα περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας, βασιζόμενου σε λόγους δημόσιας τάξης και σεβασμού της εθνικής ταυτότητας κρατών μελών που δεν αναγνωρίζουν γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, το Δικαστήριο αφού υπενθύμισε την πάγια θέση του ότι η έννοια της «δημόσιας τάξης» ως δικαιολόγηση παρεκκλίσεως από θεμελιώδη ελευθερία πρέπει να ερμηνεύεται στενά και πάντοτε υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, διαπίστωσε ότι η υποχρέωση ενός κράτους μέλους να αναγνωρίσει τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου που έχει συναφθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τη νομοθεσία του, αποκλειστικά για τη χορήγηση παράγωγου δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτου κράτους δεν επιβάλει στο εν λόγω κράτος μέλος να προβλέψει στο εθνικό του δίκαιο τον θεσμό του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Ως εκ τούτου, η αναγνώριση του γάμου στο πλαίσιο δικαιώματος που αντλείται από το δίκαιο της Ένωσης δεν ταυτίζεται, κατά το Δικαστήριο, με αναγνώριση γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών ως θεσμό εθνικού δικαίου, επομένως δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης κανόνα δημόσιας τάξης ή μη σεβασμού της εθνικής ταυτότητας (C-673/16 Coman και Λοιποί: σκ. 42-46). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο κ. Hamilton, ως σύζυγος του κ. Coman έχει δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών στο έδαφος της Ρουμανίας· το δε παράγωγο αυτό δικαίωμα διαμονής δεν είναι δυνατόν να υπόκειται σε προϋποθέσεις αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 7 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ. Δεδομένης της επίλυσης του ζητήματος, το Δικαστήριο δεν εξέτασε τα επικουρικά ερωτήματα του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας. Η σημασία της απόφασης ως προς τη διάπλαση ενωσιακού δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή Η σημασία της απόφασης στην υπόθεση Coman πρέπει να αποτυπωθεί σε συνάρτηση με την κατάσταση αναγνώρισης ή/και απαγόρευσης γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών στα κράτη μέλη της Ένωσης. Από τα 28 κράτη μέλη, τα 14 αναγνωρίζουν γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, αντιθέτως 6 προσδιορίζουν συνταγματικά το γάμο ως ένωση άνδρα και γυναίκας, απαγορεύοντας ταυτόχρονα τη διεύρυνσή του σε πρόσωπα του ίδιου φύλου και μάλιστα με 352 κανόνα ανώτερης τυπικής ισχύος.8 Υπό το καθεστώς αυτό, γίνεται εύκολα αντιληπτός ο περιορισμός του δικαιώματος στη συνέχιση της εδραιωμένης οικογενειακής ζωής για ομόφυλο ζευγάρι που επιλέγει στο πλαίσιο της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής τα μισά κράτη μέλη της Ένωσης, αν η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Coman ήταν διαφορετική. Υπό την οπτική αυτή, το ενωσιακό δικαίωμα σε ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή θα αποδυναμωνόταν αισθητά στο βαθμό που δεν θα εφαρμοζόταν ομοιόμορφα προς όλους τους πολίτες της Ένωσης σε όλο το εύρος του. Θίγεται ευθέως έτσι η θεμελιώδης αρχή της ομοιόμορφης και αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εν γένει διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Για να προσδιορίσει την έννοια του «συζύγου» το Δικαστήριο εμφατικά υπογράμμισε ότι το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη είναι θεμελιώδες, αναγνωρίζοντας τη σημασία του Χάρτη και των εκεί κατοχυρωμένων δικαιωμάτων για τους πολίτες της Ένωσης (C-673/16 Coman και Λοιποί: σκ. 48). Έτσι, εθνική νομοθεσία που παρακωλύει την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή των προσώπων, όπως στην υπό εξέταση υπόθεση, μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εφόσον είναι συμβατή με τα κατοχυρωμένα στο Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 7 ΧΘΔΕΕ έχει, λόγω της σχετικής επεξήγησης, την ίδια έννοια και εμβέλεια με τη διάταξη του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, ακολουθώντας τη νομολογία του ΕΔΔΑ, δυνάμει του άρθρου 52, παρ. 3 του Χάρτη. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με παγιωμένη νομολογία του ΕΔΔΑ, η σχέση που διατηρεί ένα ζεύγος ομοφύλων μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της «ιδιωτικής ζωής», καθώς και της «οικογενειακής ζωής», όπως ακριβώς και η σχέση ενός ζεύγους ετεροφύλων ευρισκόμενου στην ίδια κατάσταση. Επομένως, στη λογική της διασύνδεσης των δύο ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή του άρθρου 7 ΧΘΔΕΕ εφαρμόζεται ομοίως σε ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγάρια, στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Η συγκεκριμένη προσέγγιση προσδίδει και έναν ιδιαίτερο συμβολικό χαρακτήρα εντός της ενωσιακής έννομης τάξης ως προς ζητήματα ισότητας στο γάμο, τα οποία δεν έχουν ακόμη αναγνωρισθεί σε αρκετά κράτη μέλη, ο οποίος αναδείχθηκε ιδιαίτερα με τη μη αποδοχή εξαίρεσης για λόγους δημόσιας τάξης ή σεβασμού εθνικής ταυτότητας κατά την εφαρμογή του υπό ανάλυση δικαιώματος. Εμπεδώνεται έστω και σε αυτό το επίπεδο ένας γενικότερος προσανατολισμός της Ένωσης κατά των διακρίσεων όπως εμφαίνεται εξάλλου στο άρθρο 21 του Χάρτη, ο οποίος αντανακλά τις αρχές και αξίες στις οποίες βασίζεται. Από την άλλη, σημαντικό είναι να τονισθεί ότι το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών στην ΕΕ (de Mozzi 2019). Η Ένωση βασίζεται στην αρχή της δοτής αρμοδιότητας σύμφωνα με την οποία ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν. Κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες 8Άρθρο 46 του Συντάγματος της Βουλγαρίας, άρθρο 61 του Συντάγματος της Κροατίας, άρθρο 110 του Συντάγματος της Λετονίας, άρθρο 38 του Συντάγματος της Λιθουανίας, άρθρο L του Συντάγματος της Ουγγαρίας, άρθρο 18 του Συντάγματος της Πολωνίας. 353 ανήκει στα κράτη μέλη.9 Το πεδίο διαμόρφωσης της σχετικής με το γάμο νομοθεσίας ανήκει στα κράτη μέλη όπου η Ένωση δεν μπορεί να παρέμβει. Σε αντίθετη περίπτωση θα διατάρασσε λεπτές θεσμικές ισορροπίες στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών. Δέον να σημειωθεί ότι η απόφαση αφορά μόνο σε υποθέσεις πραγματικής διαμονής σε κράτος μέλος ώστε να έχει εδραιωθεί οικογενειακή ζωή η οποία οφείλει να συνεχισθεί σε άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση μετακίνησης. Ως εκ τούτου δεν καλύπτει περιπτώσεις σύντομης μετακίνησης με σκοπό τη σύναψη γάμου σε κράτος μέλος που αυτό επιτρέπεται για τα ομόφυλα ζευγάρια και άμεση επιστροφή στο κράτος μέλος διαμονής, περιπτώσεις δηλαδή τουρισμού με σκοπό το γάμο. Η οριοθέτηση του όρου «πραγματική διαμονή» δημιουργεί προβληματισμό και όπως έχει επισημανθεί, θα μπορούσε να ερμηνευθεί καταχρηστικά από κράτη μέλη, δημιουργώντας εμπόδια σε ομόφυλα ζευγάρια (Kochenov & Belavusau 2019: 13-14). Τέλος, σημαντικό ζήτημα που δημιουργεί ανισότητα απορρέει από το γεγονός ότι η απόφαση δεν θα κάλυπτε περιπτώσεις συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, αφού, στην περίπτωση αυτή, η Οδηγία 2004/38 ρητά παραπέμπει στη νομοθεσία των κρατών μελών. Εάν δηλαδή οι κκ. Coman και Hamilton είχαν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης αντί γάμου, η απόφαση του δικαστηρίου ενδεχομένως να διέφερε. Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο πολύπλοκο, δεδομένης της άρνησης κρατών μελών να συμμορφωθούν με την επιταγή της νομολογίας του ΕΔΔΑ περί νομικής αναγνώρισης των ενώσεων προσώπων του ίδιου φύλου με θεσμό εσωτερικού δικαίου (Oliari και Λοιποί κατά Ιταλίας, αριθμ. προσφ. 18766/11 και 36030/11: σκ. 185). Επαφίεται δηλαδή στην προαίρεση κάθε κράτους μέλους να εφαρμόσει το δικαίωμα στη συνέχιση της οικογενειακής ζωής πολίτη της Ένωσης που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με πολίτη τρίτου κράτους, ιδίου φύλου, στο πλαίσιο της ελευθερίας μετακίνησης και διαμονής, κατά ευθεία παράβαση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, αλλά και των γενικότερων αρχών της Ένωσης περί μη διάκρισης. Συμπερασματικές παρατηρήσεις Η απόφαση στην υπό εξέταση υπόθεση έχει σαφές περιεχόμενο ως προς την πτυχή αυτή του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή, στο πλαίσιο δηλαδή της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας καθώς όπως είναι δομημένη η απόφαση καλύπτει και τα κράτη μέλη με συνταγματική απαγόρευση γάμου ομόφυλων ζευγαριών, στη βάση της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού, συμπεριλαμβανομένου και του Συντάγματος. Με αφορμή τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ, το ΔΕΕ αποκρυστάλλωσε κάποιες θέσεις που αντανακλούν το γενικότερο αξιακό σύστημα της Ένωσης. Αυτή η αξιακή προσέγγιση πρέπει να αποτυπωθεί στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο. Το στοιχείο β της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ που εξαρτά την έννοια του μέλους της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης στη βάση καταχωρισμένης συμβίωσης από την εθνική νομοθεσία κάθε 9 Άρθρο 5, παρ. 1 και 2 ΣΕΕ. 354 κράτους μέλους οδηγεί σε παραβίαση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, αναφορικά με τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά και σε ουσιαστική παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή καθώς όλο και περισσότερα ζευγάρια επιλέγουν αυτόν τον τρόπο ένωσης. Επομένως, στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της, η Οδηγία θα μπορούσε να τροποποιηθεί ως προς αυτό το σκέλος, ασκώντας έτσι και κάποιας μορφής πίεση προς συμμόρφωση των κρατών μελών με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η Ένωση βρίσκεται ακόμη μακριά από την αναγνώριση «ομοσπονδιακού δικαιώματος στο γάμο» που να καλύπτει και τα ομόφυλα ζευγάρια σε όλες τις εκφάνσεις του. Η απόφαση Coman δεν αποτελεί την ενωσιακή Obergefell vs. Hodges,10 σε κάθε περίπτωση όμως δημιουργεί σημαντικό προηγούμενο που θα μπορούσε δυνητικά να εξελιχθεί προς αποκατάσταση ανισοτήτων στη βάση του γενετήσιου προσανατολισμού. Βιβλιογραφία De Mozzi, B. (2019), “Powers Conferred Upon the EU and the Powers of the Court of Justice: The protection afforded to same-sex couples in a stable relationship”, σε P. Pinto de Albuquerque & K. Wojtyczek (επιμ.), Judicial Power in a Globalized World: Liber Amicorum Vincent de Gaetano, Cham, Springer. De Schutter, O. (2006), “Article 51. Champ d’ application”, σε O. De Schutter (επιμ.), Commentary of the Charter of Fundamental Rights of the European Union, σσ. 389- 396, διαθέσιμο από: https://sites.uclouvain.be/cridho/documents/Download.Rep/NetworkCommentary Final.pdf, De Schutter, O. (2006), “Article 52. Portée des droits garantis”, σε O. De Schutter (επιμ.), Commentary of the Charter of Fundamental Rights of the European Union, σσ. 397- 408, διαθέσιμο από: https://sites.uclouvain.be/cridho/documents/Download.Rep/NetworkCommentary Final.pdf,. Kochenov, D. & Belavusau, U. (2019), “Same-Sex Spouses in the EU after Coman: more free movement, but what about marriage?”, Working Paper, EUI LAW, 2019/03, διαθέσιμο από: https://cadmus.eui.eu/bitstream/handle/1814/64525/LAW_2019_03.pdf?sequence =1&isAllowed=y. Peers, S. & Prechal, S. (2014), “Article 52”, σε S. Peers, T. Hervey, J. Kenner and A. Ward (επιμ.), The EU Charter of Fundamental Rights: A Commentary, Oxford, Hart Publishing, σσ. 1455-1522. Pernice, I. (2008), “The Treaty of Lisbon and Fundamental Rights”, σε S. Griller and J. Ziller (επιμ.), The Lisbon Treaty. EU constitutionalism without a constitutional treaty?, Wien-New York, Springer, σσ. 235-256. Ward, A. (2014), “Article 51”, in S. Peers, T. Hervey, J. Kenner and A. Ward (eds.), The EU Charter of Fundamental Rights: A commentary, Oxford, Hart Publishing, σσ. 1413- 1454. 10Με την απόφαση Obergefell vs. Hodges το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ υποχρέωσε τις Πολιτείες να αναγνωρίσουν γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου, συμπεριλαμβανομένου γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου που έχει τελεστεί νόμιμα εκτός της επικράτειας της Πολιτείας. 355 ΔΕΕ, C-36/75 Rutili, ECLI:EU:C:1975:137. ΔΕΕ, C-44/79 Liselotte Hauer, ECLI:EU:C:1979:290. ΔΕΕ, C-601/15PPU J.N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2016:84. ΔΕΕ, C-673/16 Coman και Λοιποί, ECLI:EU:C:2018:385. ΕΔΔΑ, Oliari και Λοιποί κατά Ιταλίας, αριθμ. προσφ. 18766/11 και 36030/11. Μαργαρίτης, Κ. (2016), Η Προστασία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην ΕΕ και η Συνθήκη της Λισαβόνας, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη. Παπαδημητρίου, Θ. & Μαργαρίτης, Κ. (2019), «Άρθρο 7 – Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», σε Β. Γ. Τζέμος (επιμ.), Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, σσ. 88-103. Ροζάκης, Χ. (2001), «Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πλέγμα της Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Ευρώπη», Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, ειδικό τεύχος στη Μνήμη Κ. Ιωάννου, σσ. 427-440. Τζέμος, Β. (2019), «Άρθρο 51 – Πεδίο εφαρμογής», σε Β. Γ. Τζέμος (επιμ.), Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, σσ. 604-632. Τζέμος, Β. (2019), «Άρθρο 52 – Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και αρχών», στο Β. Γ. Τζέμος (επιμ.), Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, σσ. 633-657. 356 Ο Δίκαιος Πόλεμος και η Επίκλησή του από την Ισλαμική Τρομοκρατία Παρασκευάς Μαρκοπουλιώτης1 και Ανδρέας Θεοφίλης2 Περίληψη Το άρθρο επικεντρώνεται στη ρητορική που χρησιμοποιούν οι ισλαμιστές φονταμενταλιστές για να δικαιολογήσουν τη δραστηριότητά τους. Υποστηρίζεται ότι υιοθετούν έννοιες που παραπέμπουν στο Δίκαιο Πόλεμο όπως τον νοηματοδότησε ο Waltzer. Η ταυτοποίηση των χρησιμοποιούμενων όρων και η διαπίστωση του κατά πόσο αυτοί παραπέμπουν σε επίκληση δικαίου πολέμου βασίστηκε σε λεξικομετρική ανάλυση σε μια σειρά εγγράφων, που καλύπτουν την περίοδο από το 1979 έως το 2019 και αφορούν την επικοινωνία μεταξύ τζιχάντικων κινημάτων, ισλαμικών φονταμενταλιστικών ομάδων, κ.λπ. Μέσω της ανάλυσης συνάγεται ότι η ρητορική των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών περιέχει έννοιες που σαφώς παραπέμπουν στον δίκαιο πόλεμο. Λέξεις-κλειδιά: Δίκαιος Πόλεμος, τζιχάντ, λεξικομετρική ανάλυση Εισαγωγή “Inter arma enim silent leges” «Εν μέσω των όπλων, οι νόμοι σιωπούν». Κικέρωνας (Marcus Tullius Cicero, 106-43 π.Χ.) Ο Βρετανός θεωρητικός της στρατηγικής, Χένρυ Λίντελ Χαρτ (Henry Liddell Hart) σημείωσε ότι «αν θέλεις ειρήνη, πρέπει να κατανοήσεις τον πόλεμο» (Sheehan, 2013). Ο πόλεμος, στις διάφορες μορφές του, είναι τόσο παλιός όσο και η ιστορία της ανθρωπότητας. Από τον Τρωϊκό πόλεμο έως τις σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις που περιλαμβάνουν τη χρήση τεχνολογικά προηγμένων μέσων και μεθόδων, δηλαδή την εποχή της επανάστασης στις στρατιωτικές υποθέσεις (RMA - Revolution in Military Affairs), τα δομικά και εγγενή στοιχεία του πολέμου έχουν παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτα. Ειδικότερα, τα καθολικά στοιχεία του πολέμου συνίστανται στη «βία, την τύχη και την αβεβαιότητα» (ό.π: 303). Η μορφή όμως του πολέμου αλλάζει αναλόγως της ιστορικής πραγματικότητας. Αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ των εγγενών και των μεταβαλλόμενων στοιχείων του πολέμου, έκανε τον Clausewitz να αναφερθεί στα αντικειμενικά και στα υποκειμενικά του στοιχεία. Τα πρώτα αφορούν στοιχεία κοινά 1 Απόφοιτος Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. 2 Απόφοιτος Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Απόφοιτος ΠΜΣ «Παγκόσμιες Προκλήσεις και Συστήματα Αναλύσεων» του ίδιου τμήματος. E-mail Ανδρέα Θεοφίλη:
[email protected]357 σε όλους τους πολέμους και τα δεύτερα αυτά που κάνουν τον κάθε πόλεμο ξεχωριστό (ό.π.). Σύμφωνα με την L’Heuillet (2013), η φύση του πολέμου αλλάζει ριζικά με τη Γαλλική Επανάσταση, οπότε ο πόλεμος γίνεται υπόθεση του λαού. Έτσι η ανάμειξη του λαού στη νοηματοδότηση του πολέμου είναι ένα σημαντικό στοιχείο της γενεαλογίας της τρομοκρατίας, διότι (…) η εντολή στην οποία υπακούει [ο τρομοκράτης] (…) αφορά τη σωτηρία και τη μοίρα ενός λαού στον οποίο ανήκε» (ό.π: 28). Από τη μεριά του ο Jalata (2017) αξιολογεί ως τρομοκρατική τη δράση των πρώτων αποίκων στην Αμερική έναντι των ιθαγενών, τοποθετώντας έτσι τις πηγές της τρομοκρατίας στον 15 αιώνα. Οι Chaliand & Blin (2007) αναφέρουν τους Ζηλωτές και τους Ασσασίνους ως κλασσικές τρομοκρατικές οργανώσεις, χαρακτηρίζοντας τη δράση τους ως προϊστορία της τρομοκρατίας. Βρίσκουν μάλιστα αρκετά κοινά στη δράση ιδίως των Ασσασίνων με τη μορφή της σύγχρονης τρομοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση η τρομοκρατία, με τους πολυάριθμους ορισμούς της και τις διάφορες μορφές της, δεν είναι ένα νέο φαινόμενο. Είτε ως κρατική τρομοκρατία είτε ως επαναστατική τρομοκρατία, είτε ακόμα ως κρατικά υποκινούμενη τρομοκρατία, είναι παρούσα στην ανθρώπινη ιστορία (Chaliand & Blin 2007). Ωστόσο, στον 21ο αιώνα παρουσιάζει έξαρση η θρησκευτική τρομοκρατία, και ειδικά η ισλαμική, αφήνοντας στο περιθώριο, τουλάχιστον από τα φώτα της δημοσιότητας, άλλες μορφές που κυριάρχησαν κατά το παρελθόν, όπως η αναρχική (1880-1920), η αντί- αποικιακή ( 1920-1960) και η νέο-αριστερή (1960-1980). Ιδιαίτερα μετά την 11/9, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, αλλά και η αντίδραση της Δύσης σε αυτόν με τον Πόλεμο κατά του Τρόμου, άνοιξαν ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της τρομοκρατίας. Η παγκοσμιοποίηση και η συνακόλουθη εξάπλωση του διαδικτύου ανά τον κόσμο διευκόλυναν τόσο τη διάδοση εικόνων τρομοκρατικής δράσης όσο και της επικοινωνίας του μηνύματος των τρομοκρατών. Συνεπώς, μπορούμε να παρατηρήσουμε μια ιδιότυπη διαλεκτική μεταξύ του πομπού και του δέκτη του μηνύματος. Οι τρομοκρατικές οργανώσεις, λειτουργώντας ως πομπός πληροφόρησης, χρησιμοποιούν τη σύγχρονη τεχνολογία έτσι ώστε να ενισχύσουν το αίσθημα του τρόμου προωθώντας ανάλογες εικόνες. Παράλληλα, διακινούν περιεχόμενο ικανό να δικαιολογήσει τη δράση τους. Έτσι, το ακροατήριο που στοχεύουν μέσω της χρήσης του διαδικτύου μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις κατηγορίες (Weimann 2004): 1. Τους υφιστάμενους και δυνητικούς υποστηρικτές. 2. Τη διεθνή κοινή γνώμη. 3. Όσους οι τρομοκράτες αντιλαμβάνονται ως εχθρούς. Με τη σειρά του, το περιεχόμενο του μηνύματος των τρομοκρατών διαφοροποιείται αναλόγως της κατηγορίας του κοινού στην οποία αυτοί απευθύνονται. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τη χρήση του διαδικτύου από μέρους των τρομοκρατών ως εξής ( ό.π): 1. Μήνυμα που αξιολογείται ως ψυχολογικός πόλεμος. Σε αυτή την περίπτωση το διαδίκτυο λειτουργεί ως ενισχυτής, εντείνοντας το φόβο του κοινού που γίνεται δέκτης εικόνων τρομοκρατικής δράσης, αφού οι εικόνες περιέχουν, σχεδόν πάντοτε, βίαιες σκηνές. 2. Μήνυμα που αξιολογείται ως προπαγάνδα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι τρομοκράτες -ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τις επιδιώξεις τους- προβάλλουν ζητήματα ανελευθερίας και καταπίεσης των 358 ίδιων, των ομάδων για λογαριασμό των οποίων υποστηρίζουν ότι δρουν ή/και φυλακισμένων συντρόφων τους. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη δράση τους, τόσο στο φιλικό για αυτούς κοινό όσο και σε ένα παγκόσμιο κοινό, του οποίου αποσκοπούν να προκαλέσουν τον οίκτο και τελικά να κερδίσουν την ανοχή, αν όχι τη συμπάθειά του. Εστιάζοντας στην τελευταία κατηγορία περιεχομένου, διαπιστώνουμε ότι συχνά οι τρομοκράτες προσπαθούν να επιτύχουν δικαιολόγηση των πράξεών τους ισχυριζόμενοι ότι μάχονται δίκαια. Για να επιτύχουν την δικαιολόγηση προβάλουν θέσεις ανάλογες αυτών που σημειώνει ο Walzer (2006: 55). Υποστηρίζουν, δηλαδή, ότι δέχτηκαν επίθεση, απειλήθηκαν με επίθεση ή βοηθούν το θύμα κάποιας άλλης άδικης επίθεσης. Εκκινώντας λοιπόν από την προσπάθεια των τρομοκρατών να νομιμοποιήσουν κατά μία έννοια τη δραστηριότητά τους, στην παρούσα εργασία θα ερευνήσουμε το μήνυμά τους ώστε να απαντήσουμε στο ποια είναι η λεκτική αιτιολόγηση του δίκαιου της δράσης τους. Έτσι, αρχικά θα οριοθετήσουμε το τι συνιστά έναν δίκαιο πόλεμο σύμφωνα με την προσέγγιση του Walzer περί Δίκαιου και Άδικου Πολέμου. Ακολούθως, θα δομήσουμε λεξικό με όρους οι οποίοι είναι κλειδιά για την επίκληση ενός δίκαιου πολέμου. Κατόπιν, μέσω λεξικομετρικής ανάλυσης θα εκτιμήσουμε την παρουσία των όρων του λεξικού σε μια σειρά από δικτυακά έγγραφα, ώστε να απαντήσουμε στο ερευνητικό μας ερώτημα. Ο δίκαιος πόλεμος Η έννοια του δικαίου πολέμου Ο Clausewitz όρισε τον πόλεμο ως «πράξη βίας που έχει ως στόχο να εξαναγκάσει τους αντιπάλους μας να πραγματοποιήσουν τη δική μας επιθυμία» (Baylis et al. 2013: 304). Άρα, ο πόλεμος αποτελεί μια προσπάθεια επίτευξης ενός σκοπού, εκ μέρους μιας πολιτικής ομάδας, με χρήση βίας. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να κρίνουμε έναν πόλεμο με δύο τρόπους. Σε πρώτο επίπεδο, αξιολογώντας τους λόγους για τους οποίους διεξάγεται, δηλαδή εξετάζοντας το jus ad bellum. Αυτό καθορίζει αρχικά αν πρόκειται περί δίκαιου ή άδικου πολέμου. Σε δεύτερο επίπεδο, μπορούμε να κρίνουμε έναν πόλεμο ως προς τα υιοθετούμενα μέσα. Έτσι, εξετάζουμε το jus in bello, που καθορίζει το αν πρόκειται περί δίκαιου ή άδικου πολέμου, κατά τη διάρκειά του. Υπό αυτό το πρίσμα, η καταφυγή στη βία άλλοτε αξιολογείται ως αναπόφευκτη, οπότε και μπορεί να δικαιολογηθεί, και άλλοτε ως δυσανάλογη ή και αχρείαστη, οπότε κρίνεται ως αδικαιολόγητη. Αλλά, οι δύο τρόποι που καθορίζουν την κρίση μας δεν είναι αμοιβαία συνδεόμενοι. Δηλαδή, η αναίτια επίθεση είναι έγκλημα, με βάση το jus ad bellum. Ωστόσο, αν και η αντίσταση σε μιαν αναίτια επίθεση μπορεί να είναι ηθικά ορθή, ο τρόπος πραγμάτωσης της αντίστασης υπόκειται σε ηθικούς περιορισμούς. Έτσι, η παράλληλη εξέταση του jus ad bellum και του jus in bello μπορεί να συμβάλει στην αξιολογική κρίση ενός πολέμου, αναφορικά τόσο με το γιατί ξεκίνησε όσο και στο πώς διεξάγεται. Για το Walzer η ηθική πραγματικότητα του πολέμου συνοψίζεται στο ότι: «Ο πόλεμος, διακρίνεται από τη δολοφονία και τη σφαγή, μόνο όταν επιβάλλονται περιορισμοί [η έμφαση δική μας] πριν ξεκινήσει η μάχη» (ό.π.: 89). Η συλλογιστική του 359 Walzer περί περιορισμών που βασίζονται στην ηθική αποτυπώνει την ιεξέλιξη του θεσμού του διεθνούς δικαίου. Πατέρας του όρου jus gentium, του νόμου των εθνών, αν και με διαφορετική έννοια από αυτήν που απέκτησε αργότερα, θεωρείται ο Κικέρωνας (Marcus Tullius Cicero, 106-43 π.Χ.). Στο εμπνευσμένο από τη στωική φιλοσοφία έργο του υποστήριξε ότι ο καθολικός νόμος της φύσης κατευθύνει το νόμο όλων των λαών, δημιουργώντας τους τη δέσμευση αποδοχής κανόνων που προωθούν την ανθρώπινη κοινωνία (Coleman, 2005). Η ουσιαστική, όμως, διαμόρφωση και σταδιακή ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου, υπό τη σύγχρονη νοηματοδότηση και νομική απόδοσή του, έλαβε χώρα κατά τους τελευταίους τέσσερις αιώνες κυρίως στη Δύση. Ο Γάλλος πολιτικός D'Aguesseau (1668-1751) στα γραπτά του αναφέρθηκε στον όρο δίκαιο των ανθρώπων (droit entre le gens), συντασσόμενος με τη σκέψη του Ολλανδού διπλωμάτη, συγγραφέα και ποιητή Γκρότιους (Grotius ή Hugo de Groot, 1583-1645), όπως αυτή εκφράστηκε στο έργο του (Grotius 2005). Ο Γκρότιους στηρίχτηκε στην έννοια του φυσικού δικαίου που συγκροτεί τους αναγκαστικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, στην περίπτωση του ισλαμικού κόσμου, οι αξιολογικές κρίσεις για τον πόλεμο είναι στενά συνυφασμένες με τη νομική κουλτούρα που απορρέει από το Κοράνι (Mayer 1991). Έτσι, όπως σημειώνει ο Walzer, η νομιμότητα της ηθικής άποψης, προέρχεται από την οπτική γωνία του δρώντος. Άρα, είναι δεδομένο ότι μία πράξη, όσο στυγνή και να χαρακτηρίζεται από κάποιους, για κάποιους άλλους μπορεί να θεωρείται ως αναγκαία. Επομένως, η επίκληση του δικαίου, είναι καταλυτικός παράγοντας για τη δικαιολόγηση της προσφυγής στη βία. Ομοίως και στην προσπάθεια δικαιολόγησης της τρομοκρατίας, η οποία στις σύγχρονες εκδηλώσεις της συνιστά την «πλέον ολοκληρωτική μορφή πολέμου και πολιτικής», η επίκληση του δικαίου είναι αποφασιστικής σημασίας τόσο για την ηθική δικαιολόγηση των δρώντων όσο και για την προώθηση της οπτικής τους (Walzer 2006: 307-308). Τελικά, η αξιολόγηση για το δίκαιο ή όχι ενός πολέμου, πηγάζει από τα ηθικά επιχειρήματα που συνοδεύουν τη διεξαγωγή του, ξεπερνώντας τους αποκλειστικά νομικούς κανόνες (Walzer 2006). Η έννοια της jihad Τόσο στα Ιερά Βιβλία − της Παλαιάς Διαθήκης, της Κενής Διαθήκης, του Κορανίου- και στις αντίστοιχες θρησκείες − προβάλλονται προσπάθειες περιορισμού ή και ρύθμισης της χρήσης της βίας (Little 1991). Από την άλλη όμως, συχνά οι θρησκείες, κυρίως μέσω εργαλειακής ερμηνείας των Ιερών Βιβλίων προσέφεραν μια δικαιολογητική βάση προσφυγής στη βία. Στην περίπτωση του Χριστιανισμού αυτό έγινε με την έννοια του «Ιερού πολέμου» (“Holly War”), ενώ στην περίπτωση του Ισλάμ με την έννοια της jihad. Ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέουμε τις δύο έννοιες (του Ιερού πολέμου και τη jihad), αφού παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές, κυρίως αναφορικά με το ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο έλαβαν ή και λαμβάνουν χώρα (Lawrence 1991). Αρκετοί θεωρητικοί του Ισλάμ πραγματεύτηκαν τη νοηματοδότηση-απόδοση του όρου jihad. O Rashid Rida, υποστήριξε μια διασταλτική προσέγγιση της «αμυντικής» jihad. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρούσε ότι οι επεκτατικοί πόλεμοι των μουσουλμάνων Αράβων έναντι του Βυζαντίου ήταν αποτέλεσμα της δράσης του τελευταίου που απέτρεπε τη διάδοση του μηνύματος του Προφήτη Μωάμεθ. Υποστήριξε ότι η θρησκεία μας δεν είναι όπως άλλες που υπερασπίζονται τον εαυτό τους (…) η υπεράσπιση της δικής μας θρησκείας είναι η διακήρυξη της αλήθειας και η 360 απομάκρυνση στρεβλώσεων και ψευδών δηλώσεων περί αυτής [της θρησκείας] (Cook 2005: 96), τασσόμενος έτσι υπέρ του εννοιολογικού προσδιορισμού της jihad ως μιας σχεδόν εξ ολοκλήρου πνευματικής διεργασίας κήρυξης της αλήθειας, στην οποία η ένοπλη δράση εμπλέκεται μόνο σαν έσχατη «αμυντική» λύση. Έτσι, αρκετοί υποστηρίζουν ότι η ακριβέστερη έννοια της jihad είναι αυτή του αμυντικού στρατιωτικού αγώνα ενάντια σε έναν αλλόθρησκο εισβολέα. Αυτή τη διάσταση υιοθέτησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για να νομιμοποιήσει την άμυνά της έναντι των δυνάμεων της Αντάντ. Ακόμη, χρησιμοποιήθηκε ως αιτιολόγηση του αγώνα μουσουλμάνων του 20ού αιώνα ενάντια στην αποικιοκρατία (Wagemakers 2012). Ο Hasan al-Banna, ιδρυτής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, θεωρούσε την έννοια της jihad ως αυστηρά «αμυντική». Σημείωσε ότι «ο Αλλάχ υποχρεώνει τους Μουσουλμάνους στη διεξαγωγή jihad όχι ως μέσο επιθετικότητας ή εκπλήρωσης προσωπικών φιλοδοξιών, αλλά ως μέσο προστασίας της διάδοσης της αλήθειας Του» (Cook 2005: 98). Από την πλευρά του, ο Abul A'la Maududi έγραψε με απολογητικό χαρακτήρα, αποδίδοντάς στη jihad τόσο «αμυντικό» όσο και «επιθετικό» χαρακτήρα. Για τον Ινδό-Πακιστανό, σκοπός της jihad είναι να αντιμετωπίσει την τυραννία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο μέσω της απελευθέρωσης. Έτσι, είναι δικαίωμα και υποχρέωση των Μουσουλμάνων να διακηρύσσουν και να πολεμούν τη διαφθορά στο παγκόσμιο σύστημα, προς όφελος των αδυνάτων. Αυτή η προσέγγιση που παρουσιάζει ο Maududi, εμφανίζει συγγένειες με σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές θεωρήσεις, όπως σημειώνει ο Cook (2005). Ο Abu Muhammad al-Maqdisi αναφέρεται στη jihad ως το καταλληλότερο μέσο να καταστραφούν τα τυραννικά ή ειδωλολατρικά καθεστώτα. Στα τελευταία περιλαμβάνει καθεστώτα που έχουν αναγάγει σε υπέρτατη αρχή κοσμικούς νόμους, θέτοντας στο περιθώριο τη Σαρία. Έτσι, στην περίπτωσή του η ιδέα της jihad είναι πολύπλευρη, περιλαμβάνοντας τόσο βίαιες όσο και μη βίαιες μορφές (Wagemakers 2012). Ο al-Maqdisi διαχωρίζει τον κόσμο των απίστων σε όσους δεν είναι Μουσουλμάνοι από τη μία, και στους αποστάτες, δηλαδή αυτούς που παρότι ασπάζονται το Ισλάμ, έχουν απομακρυνθεί από τις αρχές του από την άλλη, θεωρώντας ότι η μη εφαρμογή του ισλαμικού νόμου (Sharia) αποτελεί παραβίαση. Έτσι, οι μουσουλμάνοι έχουν το θρησκευτικό δικαίωμα, αν όχι την υποχρέωση, να διεξάγουν jihad έναντι και των δύο συνιστωσών των απίστων (Brooke 2006). Μια άλλη διάσταση, αυτή της παγκόσμιας jihad, προωθεί την άποψη ότι για να ανατραπούν τα καθεστώτα του αραβικού κόσμου που έχουν απομακρυνθεί από τις αρχές του Ισλάμ και δεν εφαρμόζουν τη Sharia, οι Μουσουλμάνοι πρέπει να εστιάσουν την προσοχή τους στους Δυτικούς υποστηρικτές αυτών των καθεστώτων. Επί της ουσίας, η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει ότι πολεμώντας τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της θα αδυνατίσει η δυτική υποστήριξη σε συγκεκριμένα, αποστοιχισμένα από τη Sharia αραβικά καθεστώτα. Εκ των βασικών υποστηρικτών αυτής της προσέγγισης ήταν ο Ayman al-Zawahiri, αρχηγός της al-Qaida μετά το θάνατο του Bin Laden (Wagemakers 2012). Άλλοι υποστηρίζουν ότι από τις αρχές του 20ου αιώνα και έπειτα, η έννοια της jihad έχει απομακρυνθεί από την κλασική της έκφανση κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ο αραβικός κόσμος δέχτηκε μεγάλη επιρροή από τους δυτικούς − είτε άμεσα μέσω κατάκτησης είτε έμμεσα μέσω στήριξης φιλοδυτικών αραβικών ελίτ. Η επιρροή αυτή είχε σαν αποτέλεσμα για μεγάλο μέρος του αραβικού-μουσουλμανικού κόσμου η Sharia να μην αποτελεί πλέον τη βασική πηγή του νόμου (Cook 2005). Λαμβάνοντας 361 υπόψη το γεγονός ότι η Sharia αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο στη ζωή ενός Μουσουλμάνου, τυχόν υποβάθμιση του ρόλου της ενίοτε μπορεί να εκληφθεί και ως απειλή έναντι του Ισλάμ (Kelsay 2009). Συνοψίζοντας, η νοηματοδότηση της jihad παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στην πορεία του χρόνου. Όταν η jihad γίνεται αντιληπτή ως αποκλειστικά πνευματική διαδικασία, τότε δεν οδηγεί σε ενέργειες που να χρειάζονται αιτιολόγηση. Όταν όμως προωθεί διαστάσεις ένοπλης δράσης, τότε η αναγκαιότητα δικαιολόγησης της καταφυγής σε αυτή μοιάζει απαραίτητη. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να διακρίνουμε τα παρακάτω ενδεχόμενα: Εισβολή αλλόθρησκων σε μουσουλμανικά εδάφη Τότε, η αιτιολόγηση επιτυγχάνεται απευθείας με χρήση ρητορικής παρόμοιας με αυτή του δίκαιου πολέμου. Απομάκρυνση-αποστοίχιση μουσουλμανικών καθεστώτων από τη Sharia λόγω δυτικής επιρροής ή δυτικής στήριξης σε αυτά τα καθεστώτα. Τότε, η εισβολή μπορεί να ερμηνευθεί διασταλτικά με την έννοια της άλωσης της ουσίας του Ισλάμ, οπότε η καταφυγή στη ρητορική του δίκαιου πολέμου μπορεί να προσφέρει ικανοποιητική αιτιολόγηση της προσφυγής στην ένοπλη δράση. Αμιγώς επιθετική jihad. 1. Προσπάθειες διάδοσης του Ισλάμ μέσω επιθετικών πολέμων, οπότε δεν υπάρχει καμία σύνδεση με τη έννοια του δίκαιου πολέμου. 2. Περιπτώσεις όπου οι μουσουλμάνοι προχωρούν σε αντίποινα έναντι ενεργειών Δυτικών, αλλόθρησκων ή «αλλοτριωμένων» μουσουλμανικών καθεστώτων. Τότε, τα αντίποινα μπορεί να επιχειρηθεί να δικαιολογηθούν είτε ως μέσο τερματισμού μιας προηγούμενης και συνεχιζόμενης αδικοπραξίας είτε στη λογική ότι μια ανήθικη αντίδραση είναι η απάντηση σε μια ανήθικη επίθεση ((Walzer 2006). Λεξικομετρική ανάλυση Η δόμηση του λεξικού Ο Walzer, αν και δηλώνει ότι δεν αποπειράται να υπερασπιστεί τις πολιτικές δολοφονίες, παρουσιάζει και την εκδοχή μιας τρομοκρατίας η οποία ενσωματώνει κάποιον κώδικα τιμής και κατά συνέπεια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί de facto άδικη– όσο οξύμωρο και αν φαίνεται αυτό. Ο Walzer επιχειρηματολογώντας προσφεύγει σε τρεις διαφορετικές ιστορικές περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά την απόπειρα δολοφονίας ενός Ρώσου αξιωματούχου στις αρχές του 20ου αιώνα, η δεύτερη τη βομβιστική εκστρατεία του IRA στην Βρετανία το 1938-39, και η τρίτη τη δολοφονία του Λόρδου Μόιν και την επακόλουθη σύλληψη των δολοφόνων το 1944. Κοινό σημείο των τριών ιστοριών είναι «η ηθική διάκριση που χαράζουν οι ‘τρομοκράτες’ ανάμεσα σε ανθρώπους που μπορεί και σε ανθρώπους που δεν μπορεί να σκοτωθούν» (Walzer 2006: 302). Ωστόσο, οι σύγχρονες εκδηλώσεις της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης της ισλαμικής, αποτελούν την πλέον ολοκληρωτική μορφή πολέμου και πολιτικής η οποία «καταστρέφει τη σύμβαση πολέμου (…) και ξεπερνά τα ηθικά όρια, πέρα από τα οποία δεν υπάρχει κανένας πλέον περιορισμός» (Walzer 2006: 203). 362 Παρόλο όμως που η δικαιολόγηση της σύγχρονης τρομοκρατίας καθίσταται σχεδόν ανέφικτη στη βάση των υιοθετούμενων μέσων, η ανάγκη λεκτικής δικαιολόγησης της προσφυγής σε αυτή συννεχίζει να υφίσταται. Επομένως, για να απαντήσουμε στο ερευνητικό μας ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις που θέτει ο Walzer, ως αιτιολόγηση της εισόδου σε μία πολεμική δράση, με τις διαφορετικές διαστάσεις της jihad, ώστε να εξάγουμε αντιστοιχίες στη ρητορική που χρησιμοποιείται. Με αυτόν τον τρόπο θα δομήσουμε το λεξικό για τη λεξικομετρική ανάλυση στα δικτυακά δημοσιεύματα που προωθούν οι τρομοκράτες. Αναλυτικότερα, η σημαντικότερη αιτιολόγηση ενός πολέμου είναι η αντίσταση έναντι μιας επίθεσης. Άρα, περιπτώσεις ένοπλης jihad ως αποτέλεσμα εισβολής σε μουσουλμανικά εδάφη δύναται να επιχειρηθεί να αιτιολογηθούν ως δίκαιες. Η δήλωση του Bin-Laden (1996) εστιάζει στην κατοχή των δύο ιερών πόλεων του Ισλάμ της Μέκκας και της Μεδίνας. Απόρροια αυτής της κατοχής είναι η αλλοτρίωση των εκεί μουσουλμανικών καθεστώτων με συνακόλουθη την αντικατάσταση της Sharia από κοσμικούς νόμους. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η δήλωση του World Islamic Front (Bin- Ladin et al. 1998), την οποία συνυπογράφουν ηγετικές φυσιογνωμίες του ισλαμικού φονταμενταλιστικού χώρου. Σύμφωνα με αυτή, η οποία σημειώνει τους θεμελιώδης λόγους προσφυγής στην ένοπλη jihad: Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κυριεύσει εδάφη του Ισλάμ στην Αραβική Χερσόνησο, λεηλατώντας τον πλούτο και ταπεινώνοντας τους κατοίκους της περιοχής. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους προκάλεσαν τρομερά δεινά στον Ιρακινό λαό. Οι ΗΠΑ αποσκοπούν να αποπροσανατολίσουν τη διεθνή κοινή γνώμη από την Ισραηλινή κατοχή της Ιερουσαλήμ και των βαρβαροτήτων έναντι του εκεί μουσουλμανικού πληθυσμού. Τα παραπάνω συνιστούν έναν πόλεμο των ΗΠΑ και των συμμάχων τους κατά του Αλλάχ, του μηνύματός Του και των μουσουλμάνων. Το 2001, μετά την 11/9, ο Abu Mus’ab al-Zarqawi, αρχηγός της Al Qaeda στο Ιράκ, δήλωσε ότι οι Ισλαμιστές κληρικοί των περιοχών που ελέγχονται από τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή έχουν συμμαχήσει με αυτές τις τυραννικές δυνάμεις. Αυτή η συμμαχία έχει οδηγήσει στην εγκατάλειψη των μουσουλμάνων στο έλεος των τυράννων (Wiktorowicz 2006: 226). Μολονότι στο πέρασμα του χρόνου έχουν υπάρξει αντιδικίες και διχογνωμίες μεταξύ των ηγετών των ισλαμικών ριζοσπαστικών ομάδων (Ελευθεριάδου 2014), από τις παραπάνω δηλώσεις-κείμενα μπορούμε να δομήσουμε το παρακάτω λεξικό από όρους που χρησιμοποιούνται για την αιτιολόγηση της ένοπλης jihad ώστε να απαντήσουμε στο ερευνητικό μας ερώτημα: Άδικο Ιερουσαλήμ Αλλοτρίωση Ισλαμικός νόμος Αμαρτίες Ισραήλ Αμερικάνοι Κατάσχεση Αμερικάνοι Μέκκα Αραβική χερσόνησος Παλαιστίνη Γη του Ισλάμ Παύση3 3 Αναφέρεται στην παύση της Sharia και την αντικατάστασή της από κοσμικούς νόμους. 363 Εβραίοι Σιωνιστές Εγκλήματα Σταυροφόροι Εισβολή Στρατεύματα Επίθεση Συμμαχία Εχθρός Ταπείνωση ΗΠΑ Τυραννία-ος-οι Τα αποτελέσματα της ανάλυσης Η λεξικομετρική ανάλυση βασίστηκε σε 58 κείμενα μεταφρασμένα στα Αγγλικά και διεκπαιρεώθηκε στην πλατφόρμα KNIME. Τα 30 από αυτά αντλήθηκαν από το συντηρητικό δικτυακό τόπο “jihad Intel” (Middle East Forum 2019). Τα υπόλοιπα 28 προέρχονται από τη στρατιωτική ακαδημία West Point των ΗΠΑ (Combating Terrorism Center 2019). Τα κείμενα της πρώτης συλλογής, που σχετίζονται κυρίως με τον ISIS, καλύπτουν την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2013 έως τον Ιανουάριο του 2019, και αφορούν επικοινωνία μεταξύ ισλαμικών φονταμεταλιστικών ομάδων, διακηρύξεις του Ισλαμικού Κράτους, κ.ά. Τα κείμενα της δεύτερης συλλογής καλύπτουν την περίοδο από την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν και φέως το 2013. Σε αυτή τη συλλογή κυριαρχούν γράμματα του Bin Ladin προς άλλους ηγέτες του τζιχαντιστικού κινήματος. Οι όροι του λεξικού που συναντήθηκαν και στις δύο συλλογές είναι: Αμερική, Ισραήλ, Αραβική Χερσόνησος, Επίθεση, Εχθρός, Σιωνιστές, Ιερουσαλήμ, Μέκκα, Σαρία. Για την ανάλυσή μας χρησιμοποιήσαμε δύο τεχνικές, τη συχνότητα εμφάνισης ενός όρου (Term Frequency-TF) και την τιμή TF*IDF (Term Frequency-Inverse Document Frequency). Ο TF μετράει το πόσο συχνά εμφανίζεται ένας όρος μέσα σε ένα έγγραφο. Συχνή εμφάνιση του όρου σημαίνει ότι ο όρος είναι σημαντικός για το συγκεκριμένο έγγραφο. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο όρος να εμφανίζεται και σε άλλα έγγραφα με την ίδια συχνότητα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο όρος ίσως τελικά να μην είναι τόσο αντιπροσωπευτικός για τη συγκεκριμένη συλλογή εγγράφων (Παπαδόπουλος κ.ά. 2015).4 Έτσι, ο TF*IDF «χρησιμοποιείται ως δείκτης της σημασίας ενός όρου για την αντιπροσώπευση ενός εγγράφου» (Mehare 2018: 2321), αποδίδοντας μία βαρύτητα σε ένα έγγραφο, η οποία είναι: 1. μεγαλύτερη όταν ο όρος εμφανίζεται πολλές φορές μέσα σε ένα μικρό αριθμό εγγράφων της συλλογής, 2. μικρότερη όταν ο όρος εμφανίζεται λίγες φορές σε ένα έγγραφο ή εμφανίζεται σε πολλά έγγραφα της συλλογής. Σύμφωνα με τη συχνότητα εμφάνισης ενός όρου (TF), τόσο στα κείμενα της πρώτης (Διάγραμμα 1) όσο και σε αυτά της δεύτερης συλλογής ( Διάγραμμα 2) οι συνηθέστερα χρησιμοποιούμενοι όροι είναι η Αμερική και η επίθεση.5 Έτσι, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι οι ριζοσπάστες ισλαμιστές εκλαμβάνουν 4 Στην περίπτωσή μας, όπως αποτυπώνεται και στα Διαγράμματα 1 και 2, υπάρχει διαφοροποίηση στην αντίληψη αναφορικά με το στόχο της νοούμενης επίθεσης, αλλά αυτή η διαφοροποίηση πηγάζει από τη συχνότητα συγκεκριμένων όρων σε ένα έγγραφο και δεν χαρακτηρίζει το σύνολο των αντίστοιχων συλλογών εγγράφων. 5 Με βάση την απόλυτη συχνότητά τους. 364 τη στάση των ΗΠΑ σαν μια μορφή επίθεσης εναντίον τους. Ωστόσο, στην περίπτωση της πρώτης συλλογής, της οποίας μεγάλο μέρος των κειμένων προέρχεται από στελέχη του ISIS, αρκετά έγγραφα προτάσσουν την υπεράσπιση της Sharia η οποία απειλείται από την αμερικανική επίθεση. Αντίθετα, στα κείμενα της 2ης συλλογής τα περισσότερα εκ των οποίων προέρχονται από αλληλογραφία του Bin Laden, σε πολλά έγγραφα η επίθεση των ΗΠΑ γίνεται αντιληπτή περισσότερο με εδαφικούς όρους, αφού υπάρχουν συχνές αναφορές στην Αραβική χερσόνησο. Διάγραμμα 1− Απόλυτη συχνότητα κειμένων 1ης συλλογής TF ABS Average 7 6,1 6 5 4 3,1 3 3 2 2 2 1,5 1,25 1 1 1 0 Αμερική Επίθεση Σαρία Αραβική Ιερουσαλήμ Σιωνισμός Ισραήλ Εχθρός Μέκκα Χερσόνησος Διάγραμμα 2 −Απόλυτη συχνότητα κειμένων 2ης συλλογής TF ABS Average 7 5,8 6 5 4,08 4 2,85 3 2 1,5 1,5 1,33 1,25 1 1 1 1 1 1 1 0 Σύμφωνα με την τεχνική TF*IDF, οι όροι που χαρακτηρίζουν την πρώτη συλλογή είναι Αραβική Χερσόνησος, Αμερική, Ισραήλ και επίθεση. Έτσι, μπορούμε να 365 εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η δικαιολόγηση της τζιχαντιστικής δράσης εκ μέρους του ISIS στηρίζεται στην ασκούμενη πολιτική των ΗΠΑ, πρωτίστως, και του Ισραήλστην Αραβική χερσόνησο (Πίνακας 3). Πίνακας 1 − Σταθμισμένη ταξινόμηση όρων 1ης συλλογής Όρος Ranking Αραβική Χερσόνησος 1 Αμερική 2 Ιερουσαλήμ 3 Επίθεση 4 Μέκκα 5 Εχθρός 6 Σιωνισμός 7 Ισραήλ 8 Αναφορικά με τη 2η συλλογή εγγράφων, ο πιο χαρακτηριστικός όρος της είναι η Αμερική, και έπονται οι όροι εχθρός, Ιερουσαλήμ, Εβραίοι και Αραβική Χερσόνησος (Πίνακας 2). Επομένως με βάση αυτή τη συλλογή, η δικαιολόγηση της προσφυγής στη βία συνδέεται τόσο με το Παλαιστινιακό ζήτημα όσο και με την αμερικανική διείσδυση στην Αραβική χερσόνησο. Στη συλλογή αυτή υπάρχει ευθεία αναφορά στην έννοια της αδικίας από μέρους των ΗΠΑ, με τη χρήση του όρου αδικία. Πίνακας 2 − Σταθμισμένη ταξινόμηση όρων 2ης συλλογής Όρος Ranking Αμερική 1 Εχθρός 2 Ιερουσαλήμ 3 Εβραίοι 4 Αραβική Χερσόνησος 5 Ισραήλ 6 Μέκκα 6 Επίθεση 8 Αδικία 9 Σαρία 10 Συμμαχία 11 ΗΠΑ 12 Σιωνιστές 13 Ο συνδυασμός των ευρημάτων των δύο μεθόδων μας οδηγεί στα εξής συμπεράσματα: 1. Οι ΗΠΑ γίνονται αντιληπτές ως η κύρια απειλή έναντι του Ισλάμ. 2. H νοούμενη αμερικανική επίθεση ορίζεται κυρίως με εδαφικούς όρους, στρεφόμενη κατά των εδαφών του Ισλάμ, αν και στην πρώτη συλλογή σημειώνεται συχνά και η απόπειρα διάβρωσης της Sharia. 366 3. Αν και υπάρχει σχετική ταύτιση μεταξύ των δύο συλλογών εγγράφων αναφορικά με το θύτη (ΗΠΑ) και το στόχο της επίθεσης (εδάφη του Ισλάμ), παρατηρείται διαφοροποίηση στην εστίαση των εδαφών. Η πρώτη συλλογή εστιάζει πρώτα στην Αραβική χερσόνησο και ύστερα στην Ιερουσαλήμ, ενώ η δεύτερη συλλογή το αντίστροφο. Επομένως, ως δικαιολογητική βάση προβάλλεται κυρίως η διείσδυση αλλόθρησκων σε μουσουλμανικά εδάφη και ακολούθως η διάβρωση της Σαρία. Ακόμη, η έστω και μικρή αναφορά στον όρο αδικία, παραπέμπει στη λογική της αντίδρασης έναντι προηγούμενης και συνεχιζόμενης αδικοπραξίας. Τελικά, αν προχωρούσαμε στην κατασκευή δύο υποθετικών προτάσεων που να συμπυκνώνουν το νόημα των εγγράφων των δύο συλλογών, αυτές θα ήταν αντίστοιχα: 1. «Η επίθεση στα μουσουλμανικά εδάφη της Αραβικής Χερσονήσου απειλεί τη Σαρία» 2. «Η Αμερική, με τη βοήθεια των Εβραίων, επιτίθενται άδικα στην Ιερουσαλήμ και την Αραβική Χερσόνησο», Επομένως, και στις δύο συλλογές εγγράφων, προβάλλεται η θέση ότι τα μουσουλμανικά εδάφη έχουν δεχτεί, και συνεχίζουν να δέχονται, μια ανήθικη επίθεση. Θύτες αυτής της επίθεσης είναι πρωτίστως οι Αμερικάνοι και δευτερευόντως οι Εβραίοι σύμμαχοί τους. Άρα, προβάλεται η θέση ότι η καταφυγή από μέρους των μουσουλμάνων σε ένοπλη jihad είναι δικαιολογημένη ως το έσχατο μέσο απέναντι στην επίθεση που δέχονται. Συμπεράσματα Η τρομοκρατία αποτελεί μία ακραία διάσταση του πολέμου. Ως τέτοια, για τη δικαιολόγησή της απαιτούνται επαρκή επιχειρήματα τόσο για την καταφυγή σε αυτή όσο και για τα μέσα και τις πρακτικές που υιοθετούνται. Η πλήρης δικαιολόγησή της δηλαδή απαιτεί επαρκή κάλυψη του jus ad bellum και του jus in bello. Στην παρούσα έρευνα εξετάσαμε το πώς το φονταμενταλιστικό Ισλάμ επικαλείται οπτικές του δίκαιου πολέμου, όπως αυτός νοηματοδοτείται από το Walzer. Έτσι, ερευνήσαμε μία σειρά εγγράφων τα οποία είτε διακινήθηκαν μεταξύ ηγετών του τζιχαντιστικού κινήματος είτε απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό. Για την έρευνά μας επιλέξαμε την τεχνική της λεξικομετρικής ανάλυσης. Για να την πραγματοποιήσουμε δομήσαμε ένα λεξικό όρων που υπονοούν τη διεξαγωγή δίκαιου πολέμου. Με βάση τα ευρήματα της λεξικομετρικής ανάλυσης μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι σε πολλές περιπτώσεις η ρητορική των τζιχαντιστών, τόσο στη μεταξύ τους επικοινωνία όσο και σε αυτή που απευθύνεται στον υπόλοιπο κόσμο, περιέχει νοηματοδοτήσεις που σαφώς παραπέμπουν στην επίκληση του δίκαιου πολέμου. Το φονταμενταλιστικό Ισλάμ θεωρεί πρωτίστως ότι έχει λάβει χώρα εισβολή αλλόθρησκων σε μουσουλμανικά εδάφη. Τελικά, υπό αυτό το πρίσμα η καταφυγή στη βία είναι δικαιολογημένη. Η εισβολή έχει οδηγήσει στην αλλοτρίωση τοπικών μουσουλμανικών καθεστώτων, αφού αυτά έχουν περιθωριοποιήσει τον Ισλαμικό νόμο αντικαθιστώντας τον με κοσμικές νομικές διευθετήσεις. Αυτή η περιθωριοποίηση συνιστά για τους φονταμενταλιστές μια συνεχιζόμενη αδικοπραξία η οποία δικαιολογεί την προσφυγή σε ένοπλη δράση ως απάντηση σε μια ανήθικη επίθεση. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η μετάφραση των εγγράφων που εξετάστηκαν στην αγγλική γλώσσα 367 δυσχεραίνει σε αρκετές περιπτώσεις την ακριβή απόδοσή τους και κατά συνέπεια την αξιολόγησή τους. Έτσι, μία έρευνα που θα εστίαζε στη λεξικομετρική ανάλυση των πρωτότυπων εγγράφων ίσως φώτιζε πτυχές που παραμένουν κρυφές στην παρούσα έρευνα. Επιπλέον, η άντληση κειμένων που σχετίζονται με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό από το διαδίκτυο καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη, αφού αρκετές ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης φράσουν την διακίνηση σχετικού περιεχομένου, οδηγώντας σε πεπερασμένο αριθμό προσπελάσιμων εγγράφων. Βιβλιογραφία Baylis, J., Smith, S., & Owens, P. (επιμ.) (2013), Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής: Μια εισαγωγή στις διεθνείς σχέσεις, Θεσσαλονικη, εκδόσεις Επίκεντρο. Bin-Laden, U. (1996), Declaration of Jihad against the Americans Occupying the Land of the Two Holiest Sites, διαθέσιμο στη δ/νση: https://ctc.usma.edu/harmony-program/declaration- of-jihad-against-the-americans-occupying-the-land-of-the-two-holiest-sites-original- language-2/. Πρόσβαση 10/10/2019. Bin-Ladin, U., Al-Zawahiri, A., Ahmad Taha, A.-Y., Mir Hamzah, S., & Rahman, F. (1998), Jihad Against Jews and Crusaders, διαθέσιμο στη δ/νση: https://fas.org/irp/world/para/docs/980223-fatwa.htm. Πρόσβαση: 02/10/2019. Brooke, S. (2006), “The Preacher and the Jihadi”, 16 February, ανακτήθηκε από Hudson Institute website, διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.hudson.org/research/9888-the- preacher-and-the-jihadi Πρόσβαση: 02/10/2019. Chaliand, G., & Blin, A. (επιμ.) (2007), The History of Terrorism: From antiquity to al Qaeda. Berkeley, University of California Press. Coleman, J. (2005), Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης. Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Combating Terrorism Center (2019), “Harmony Program”, διαθέσιμο στη δ/νση https://ctc.usma.edu/harmony-program/details-commentary-and-respond-to-the-islamic- army-letter-original-language-2/ . Πρόσβαση 12/10/2019. Cook, D. (2005), Understanding Jihad, Berkeley, University of California Press. Grotius, H. (2005), The Rights of War and Peace, τόμος 1, επιμ. R. Tuck, Libery Fund, Indianapolis, Indiana, διαθέσιμο στη δ/νση http://files.libertyfund.org/files/1425/1032- 01_LFeBk.pdf , πρόσβαση: 10 Οκτωβρίου 2019. Jalata, A. (2016). Phases of Terrorism in the Age of Gobalization: From Christopher Columbus to Osama bin Laden, New York, Palgrave Macmillan. Kelsay, J. (2009), Arguing the Just War in Islam, Cambridge (Massachusetts), Harvard University Press. L’Heuillet, H. (2013), Στις Πηγές της Τρομοκρατίας, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Lawrence, B. (1991), “Holy War (jihad) in Islamic Religion and Nation-State Ideologies”, σε J. Kelsay & J. T. Johnson (επιμ.), Just War and Jihad: Historical and theoretical perspectives on war and peace in western and Islamic traditions, New York, Greenwood Press, σσ. 141-160. Little, D. (1991), “‘Holy War’ Appeals and Western Christianity: A reconsideration of Bainton’s approach”, σε J. Kelsay & J. T. Johnson (επιμ.), Just War and Jihad: Historical and theoretical perspectives on war and peace in western and Islamic traditions, New York, Greenwood Press, σσ. 121–139. Mayer, A. E. (1991), “War and Peace in the Islamic Tradition and International Law”, σε J. Kelsay & J. T. Johnson (επιμ.), Just War and Jihad: Historical and theoretical perspectives on war and peace in western and Islamic traditions, New York, Greenwood Press, σσ. 195-220. 368 Mehare, D. D. (2018), “Introduction to TF-IDF: To Represent Importance of Keyword within whole Dataset”, International Journal for Research in Applied Science and Engineering Technology, 6 (3): 2321-2323, https://doi.org/10.22214/ijraset.2018.3369 Middle East Forum (2019), “Jihad Intel”, διαθέσιμο στη δ/νση: https://jihadintel.meforum.org/ πρόσβαση 12/10/2019. Sheehan, M. (2013), «Ο Μεταβαλλόμενος Χαρακτήρας του Πολέμου», σε Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής (3ο έκδ.), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Επίκεντρο. Wagemakers, J. (2012), A Quietist Jihadi: The ideology and influence of Abu Muhammad al- Maqdisi, Cambridge and New York, Cambridge University Press. Walzer, M. (2006), Δίκαιοι και Άδικοι Πόλεμοι (μετφρ. Γ. Δημητροπούλου), Αθήνα, εκδόσεις Ιωλκός - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης. Weimann, G. (2004), “How Modern Terrorism Uses the Internet”, March, special report 116, United States Institute for Peace website, διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.usip.org/sites/default/files/sr116.pdf , πρόσβαση 10/10/2019. Wiktorowicz, Q. (2006), “Anatomy of the Salafi Movement”, Studies in Conflict & Terrorism, 29 (3)” 207-239, https://doi.org/10.1080/10576100500497004 Ελευθεριάδου, Μ. (2014), «Οι Σχέσεις Κέντρου-περιφέρειας στο Τζιχαντικό κίνημα: Ένα ιδιόμορφο ‘σχέδιο Καλλικράτης’», Μiddle East Bulletin, ελληνική έκδοση, 25: 10-14, διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.cemmis.edu.gr/index.php/component/k2/item/469- middle-east-bulletin-25 , πρόσβαση 08/10/2019. Παπαδόπουλος, Α., Μανωλόπουλος, Ι. & Τσίχλας, Κ. (2015), «Ανάκτηση Πληροφορίας», διαθέσιμο στη δ/νση: http://hdl.handle.net/11419/4191 , πρόσβαση 20/10/2019. 369 370 Λαϊκισμός και/ως Ιδεολογία: Σχέσεις, Διαφορές, Συγκλίσεις Ηρακλής Μαυρίδης1 Περίληψη Η παρουσίαση αυτή είναι μια πρώτη προσέγγιση στο σύνθετο ζήτημα των σχέσεων μεταξύ λαϊκισμού και ιδεολογίας. Συγκεκριμένα δοκιμάζουμε μια σειρά από ιδέες που αφορούν εννοιακά προβλήματα αλλά και λειτουργίες της ιδεολογίας μέσα στο κοινωνικο-πολιτικό πεδίο και διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν ομοιότητες και αντιστοιχίες μεταξύ των δύο μορφών του λόγου, καταλήγουμε δε συμβατικά ότι ο λαϊκισμός μπορεί να θεωρηθεί μορφή του ιδεολογικού λόγου, ίσως όχι με την έννοια της «σκληρής» πολιτικής ιδεολογίας αλλά με την έννοια μιας «λεπτής» ιδεολογίας. Λέξεις-κλειδιά: λαϊκισμός, ιδεολογία Εισαγωγή Η παρουσίαση αυτή στοχεύει στο να διερευνήσει σε ένα πρώτο επίπεδο τις σχέσεις μεταξύ του λαϊκισμού - ότι και αν είναι αυτό – και της ιδεολογίας σε μια πρώτη προσπάθεια θεωρητικής κατανόησης των δύο αυτών μορφωμάτων του λόγου. Είναι σίγουρα αδύνατο να αντιμετωπίσουμε τα πολλά και σύνθετα ζητήματα στα πλαίσια μιας σύντομης παρουσίασης αλλά αυτό αποτελεί ένα βήμα ενός σχετικού ερευνητικού ενδιαφέροντος μας γύρω από τα θέματα αυτά. Τα βασικά μας ερωτήματα είναι δύο, δηλαδή πρώτον, αν αυτές οι δύο διαφορετικές τάξεις του λόγου σχετίζονται, αν έχουν ομοιότητες ή/και διαφορές και αν αποτελεί ο λαϊκισμός μια συνήθη – ίσως κυρίαρχη, ίσως όμως και αντι-κυρίαρχη – μορφή ιδεολογίας σήμερα. Έτσι θα πάρουμε ενδεικτικά κάποιες βασικές εννοήσεις της ιδεολογίας, οι οποίες σίγουρα αποτελούν ένα μικρό μέρος από όλες τις πιθανές εννοιολογήσεις, και θα καταλήξουμε – πάντα προσωρινά και υπό αίρεση – ότι ο λαϊκισμός όντως αποτελεί μια μορφή ιδεολογικού λόγου, αν όχι με την σκληρή έννοια μιας συγκροτημένης πολιτικής ιδεολογίας, τουλάχιστον με μια «μαλακή» ή «λεπτή» έννοια, αυτό που κάποιοι ερευνητές ονομάζουν «λεπτή ιδεολογία» (thin ideology).2 Θα μπορούσε επίσης να τεθεί το ερώτημα εάν και κατά πόσο το ολοένα και διερευνώμενο σώμα της επιστημονικής έρευνας διεθνώς γύρω από τον λαϊκισμό τα τελευταία χρόνια – που έχει γίνει πλέον μια πραγματική «ερευνητική βιομηχανία» – σχετίζεται με το αυτό που έχει καταγραφεί ιστορικά ως «θεωρία της ιδεολογίας», μια ετερογενή παράδοση (-εις) που αναδύεται στους τελευταίους δύο αιώνες ως 1 Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Ε-mail:
[email protected]2 Το θέμα αυτό θα το αντιμετωπίσουμε παρακάτω και σε σχέση με το κείμενο των Cas Mudde and Cristóbal Rovira Kaltwasser (2017). 371 καθοριστική στην κοινωνική και πολιτική ανάλυση. 3 Εδώ συναντάμε τόσο τις κλασσικές μαρξικές ρίζες της παράδοσης αυτής και τις διάφορες προεκτάσεις της (Γκράμσι, Κριτική Θεωρία, Αλτουσέρ, κ.λπ.) όσο και σύγχρονες μετα-μαρξιστικές προοπτικές (Λακλάου, Ζίζεκ) αλλά και μη μαρξιστικές προσεγγίσεις όπως του Κάρλ Μάνχαιμ για την οποία θα κάνουμε μια σύντομη μνεία· και το ερώτημα εδώ είναι ποιες είναι οι σχέσεις αυτής της παράδοσης με τον χώρο της σύγχρονης ανάλυσης γύρω από τον λαϊκισμό. Ωστόσο πρέπει να είναι σαφές ότι στα παραπάνω δεν συμφωνούν πολλοί σύγχρονοι μελετητές στο βαθμοί που άλλοι χαρακτηρίζουν τον λαϊκισμό ως κίνημα, ως λογική, ως στρατηγική ακόμα και ως στυλ αλλά όχι ως ιδεολογία και όλα αυτά αποτελούν μια πολύ σύνθετη συζήτηση4 – εμείς στο σύντομο αυτό κείμενο θα εστιάσουμε μόνο στο τελευταίο. Έτσι επιλέξαμε να διαρθρώσουμε το κείμενο σε τέσσερεις ενότητες, που η κάθε μια εστιάζει σε διαφορετικές πλευρές του ζητήματος αυτού – χωρίς βεβαίως να το εξαντλεί. Βασικά στοιχεία του προβλήματος Ο λαϊκισμός στον απλούστερο ορισμό του αποτελεί μια τάξη του πολιτικού λόγου5 – ή καλύτερα μια μορφή συνάρθρωσης ετερογενών στοιχείων του πολιτικού λόγου η οποία πρώτον, θέτει εκ προοιμίου μια δυαδική δομή αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο πολιτικά υποκείμενα: τις «ελίτ» απέναντι στο «λαό» σε ένα δυαδικό σχήμα που ενέχει έννοιες καθαρότητας και μη, εντιμότητας και μη (άρα έχει και ηθικές/ηθικιστικές διαστάσεις), και κυρίως «αλήθειας» και «ψεύδους», κ.λπ.6 Δεύτερον, το ερώτημα που δεν μπορούμε απαντήσουμε εδώ (και για το οποίο υπάρχει ένα τεράστιο σώμα βιβλιογραφίας πλέον) είναι εάν οι λαϊκιστικοί λόγοι, οι οποίοι μπορεί να είναι πολλών πολιτικών/ιδεολογικών αποχρώσεων, τόσο αριστερών όσο και δεξιών, έχουν συγκεκριμένα κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να τους διακρίνουμε από ιδεολογικές ή/και άλλες μορφές του κοινωνικο-πολιτικού λόγου.7 Τρίτον θα αποδεχθούμε συμβατικά – χωρίς να μπορούμε να το τεκμηριώσουμε σε μια σύντομη παρουσίαση – ότι αυτό που κάνει ένα λόγο λαϊκιστικό είναι, όπως και με την ιδεολογία, κυρίως οι συγκεκριμένες λειτουργίες του μέσα στο κοινωνικο-πολιτικό πεδίο και όχι τόσο τα «περιεχόμενα» του, το «τι κάνει» και όχι το «τι λέει» όπως ίσως θα ήθελαν να ισχυρισθούν οι όποιοι αυτοαποκαλούμενοι «αντι-λαϊκιστές». Ως πρώτο βήμα συνεπώς της διερεύνησης μας θα επισημάνουμε ότι από τη μεριά της θεωρίας της ιδεολογίας υπάρχουν κάποια κλασσικά ζητήματα που τίθενται μέσα σ’ωαυτή – δηλαδή πρώτον το θέμα της αλήθειας και δεύτερον το θέμα του 3 Από τα πολλά κείμενα που κυκλοφορούν μια καλή εισαγωγή και αναδρομή στην παράδοση αυτή βρίσκεται στο Hawkes (1996). 4 Για μια πρώτη ανασκόπηση διαφορετικών προσεγγίσεων για το τι είναι λαϊκισμός, βλέπε το κείμενο των Moffitt & Tormey (2014). 5 Για τη σημαντική αυτή προβληματική βλέπε σχετικά Stavrakakis (2017). 6 Ορισμοί προφανώς υπάρχουν πάρα πολλοί, τόσοι που θα χρειαζόταν ένα κείμενο από μόνο του για να τους απαριθμήσει κάποιος – πάντως το πρόσφατο θεωρητικό και εμπειρικό ενδιαφέρον για το ζήτημα, εκτός από την ιστορική συγκυρία την ίδια, πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Ernesto Laclau και της «σχολή» του Essex - μπορεί κάποιος να ξεκινήσει από το «κλασσικό» Laclau (2005a) On Populist Reason. Για κάτι πιο συνοπτικό, δες το κείμενο Laclau (2005b). 7 Για την μορφολογική προσέγγιση βλέπε μεταξύ άλλων Mudde & Kaltwasser Rovira (2013). 372 υποκειμένου – και επίσης, τρίτον, το θέμα της εξάρτησης της ιδεολογίας από κάτι που είναι έξω από αυτή (υλική βάση, οικονομικά συμφέροντα κλπ), θέμα ωστόσο με το οποίο δεν μπορούμε να ασχοληθούμε εδώ.8 Ως προς το πρώτο ο λαϊκισμός φαίνεται να έχει το ίδιο βασικό πρόβλημα με όλες τις μορφές του ιδεολογικού λόγου, δηλαδή η διάκριση και ο ορισμός του τι είναι και κυρίως τι δεν είναι λαϊκισμός αλλά και εάν δεχθούμε ότι ο λαϊκιστικός λόγος, όπως και η ιδεολογία, «διαστρέφει» ή «διαστρεβλώνει» την πραγματικότητα ή έστω την παρουσιάζει «χρωματισμένη» από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, έχουμε το θέμα της διάκρισης του αληθούς – που εδώ ταυτίζεται με την «πραγματικότητα» – και του ψευδούς, του πλαστού και του «κατασκευασμένου». Και αυτό γιατί την ετικέτα (και εν πολλοίς, την κατηγορία) «λαϊκισμός» επάνω σε ένα δημόσιο λόγο την θέτουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία πρώτον αυτοί που μπορούν, που έχουν τη δύναμη και τη δυνατότητα από τις υπάρχουσες κατανομές της εξουσίας (δηλαδή κατέχουν την πολιτική, οικονομική και μιντιακή εξουσία), και δεύτερον, αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους και τον δικό τους λόγο μη- ή αντι-λαϊκιστικό τόσο στο δημόσιο χώρο όσο και μέσα στην επιστημονική συζήτηση,9 όπου βέβαια υπάρχουν και πιο στρατευμένες (κυρίως οι υπερασπιστές της αστικής δημοκρατίας)10 αλλά και πιο ουδέτερες ή πιο φιλικές προς τον λαϊκισμό προσεγγίσεις. Η αλήθεια είναι ότι στον δημόσιο, πολιτικό λόγο τουλάχιστον ο λαϊκισμός, όπως και η ιδεολογία και το επίθετο «ιδεολογικός», χρησιμοποιείται πολλές φορές με την υποτιμητική έννοια ενός «όπλου», ενός «μπαστουνιού» με το οποίο μπορεί κάποιος να χτυπάει τον αντίπαλο του, κατηγορώντας και υποτιμώντας τον ως λαϊκιστή. Πάντως στο γενικό δυαδικό σχήμα αυτό υποτίθεται ότι από τη μια μεριά βρίσκονται οι δυνάμεις της αλήθειας, της εντιμότητας, της σοβαρότητας, της ψυχραιμίας και κυρίως του «ρεαλισμού» – που εδώ θέτει το μείζον επιστημολογικό ερώτημα ποιος, πως και γιατί ορίζει, άρα και κατασκευάζει, την «αληθή», ρεαλιστική πραγματικότητα11 – και από την άλλη υποτίθεται ένας λόγος αναληθής, παραπλανητικός, ανέντιμος, ένθερμος, δημαγωγικός, και κυρίως μη-ρεαλιστικός που σκοπό έχει, όπως και συγκεκριμένες εννοιολογήσεις της ιδεολογίας, να παραπλανήσει, να χειραγωγήσει, να διαστρέψει την οπτική των μαζών – του λαού – προς εξυπηρέτηση πάντοτε «αλλότριων» συμφερόντων.12 Άρα και εδώ υπάρχει όπως και στις περισσότερες εκδοχές της έννοιας της ιδεολογίας το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ αληθούς και ψευδούς που όμως καταστατικά και πάντοτε το ένα εξαρτάται από τον ορισμό του άλλου – και βέβαια ενάντια σε απλοϊκές επιστημολογίες που θεωρούν αυτά τα ζητήματα λυμένα, δεδομένα και αυτονόητα – και άρα το τι κατηγοριοποιείται ως λαϊκισμός στον δημόσιο λόγο εξαρτάται καταστατικά και πάντα από το αντίθετο του· οι δύο έννοιες δεν είναι απλά αντιθετικές αλλά η μια ορίζει και προϋποθέτει την άλλη και άρα την 8 Με αναφορά σε μια συνέντευξη του Michel Foucault όπου εξηγεί γιατί είναι επιφυλακτικός, τι βρίσκει προβληματικό και γιατί δεν χρησιμοποιεί την έννοια της ιδεολογίας βλ. το άρθρο Μαυρίδης Η. (2001). 9 Μια ενδιαφέρουσα αναφορά στην τρέχουσα συζήτηση στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα για τον λαϊκισμό και την σχετική θεωρία, υπάρχει στο καλό βιβλίο του Γιάννη Σταυρακάκη (2019). 10 Βλέπε σχετικά Müller (2017). 11 Μια πραγματικότητα η οποία υποτίθεται ενέχει μόνο συγκεκριμένες, προκαθορισμένες δυνατότητες άσκησης πολιτικής και αποκλείει πλείστες άλλες προτάσεις, δηλαδή αυτές που θεωρούνται ως «λαϊκιστικές». 12 Ένα σχόλιο επάνω σε αυτό και άλλα ενδιαφέροντα σχετικά υπάρχει στην συνέντευξη που παραχώρησε ο Γιάννης. Σταυρακάκης (Stavrakakis 2017). 373 διχάζει, την διασπά και δεν την αφήνει ποτέ να «κλείσει» και να «ολοκληρωθεί»· εμείς θα λέγαμε συνεπώς ότι αυτές είναι μάλλον έννοιες αλληλοεξαρτώμενες και συμπληρωματικές παρά αντιθετικές. Το μείζον ζήτημα, κατά την άποψη μας, παραμένει το τι ορίζεται σε κάθε κοινωνικο-ιστορική συγκυρία ως αληθές ιστορικά και τι ψευδές, τι ρεαλιστικό και τι μη ρεαλιστικό και κυρίως ποιος ορίζει, γιατί ορίζει, πως ορίζει και με ποια κριτήρια ορίζει – αυτό είναι εδώ κρίσιμο πολιτικά και θεωρητικά. Δεδομένων όλων των σημαντικών εξελίξεων στην επιστημολογία στον 20ο και στον τρέχοντα αιώνα, θα πρέπει να επισημάνουμε την απλοϊκότητα της ιδέας ότι ένας λόγος απλά «αντανακλά» ή «αναπαριστά» την πραγματικότητα, στο βαθμό που η όποια ιστορικά καθορισμένη «πραγματικότητα» δομείται (κατασκευάζεται) και υπάρχει πάντα εντός ενός πεδίου λόγου ως ρηματική κατασκευή (discursive formation) – δηλαδή όλες οι προσεγγίσεις που ανήκουν στη προοπτική του «κοινωνικού κονστρουκτιβισμού».13 Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κοινές συμβάσεις αλήθειας – και «αληθειολογίας» – σε ισχύ σε κάθε εποχή για τι είναι η «πραγματικότητα» αλλά επισημαίνουμε το πόσο απλοϊκή είναι η ιδέα ότι ο λαϊκισμός π.χ. απλά «διαστρεβλώνει» την πραγματικότητα (άρα είναι «ψευδής») ενώ ο λόγος των άλλων («αντι-λαϊκιστών») εκφράζει την πραγματικότητα «έτσι όπως ακριβώς είναι» (άρα είναι «αληθής»). Πρέπει να είναι σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η όποια πραγματικότητα επικαλούνται τα δύο μέρη δομείται εντός των αντίστοιχων μορφών λόγου, αποτελεί οπτική πάντα μερικευτική (και εδώ υπεισέρχεται το θέμα της ιδεολογίας) και ποτέ «ολιστική» και ότι συνδέεται με δομές και σχέσεις εξουσίας (για να ξεφύγουμε από την στενή έννοια του «συμφέροντος») μέσα στο πολιτικό πεδίο. Αυτό σημαίνει ότι, όπως και στη θεωρία της ιδεολογίας υπάρχει εγγενώς μια συζήτηση, ένα διακύβευμα και μια αμφισημία εδώ ως προς μια «σκληρή» τουλάχιστον διάκριση του αληθούς και του ψευδούς λόγου στο κοινωνικο-πολιτικό πεδίο – και αυτό αφορά τον «αντι-λαϊκιστικό» λόγο που σήμερα είναι κυρίαρχος αλλά σίγουρα και τις διάφορες μορφές του λαϊκισμού οι οποίες πολλές φορές ενέχουν τη λογική ότι «εμείς σας λέμε την αλήθεια που σας κρύβουν οι άλλοι». Μια κριτική προσέγγιση πρέπει να αποκαλύψει τις προϋποθέσεις, συνέπειες και παραδοχές του κάθε λόγου καθώς και την συγκεκριμένη τοποθέτηση του μέσα στο πεδίο των κοινωνικο-πολιτικών ανταγωνισμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να πάρει θέση υπέρ το ενός ή του άλλου λόγου, στο βαθμό που δεν υπάρχει «ουδέτερη» ανάλυση αλλά συνδέεται εγγενώς και πάντοτε (είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι – θετικισμός) με συγκεκριμένα αξιακά, πολιτικά και ιδεολογικά προτάγματα και προοπτικές (δεξιές ή αριστερές)· και είναι όντως ένα σημαντικό θέμα εμπειρικής ανάλυσης οι διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού «λαϊκισμού». Δεύτερον, όπως και η ιδεολογία ο λαϊκιστικός λόγος – όπως και ο αντιλαϊκιστικός – έχουν πάντα ως αναφορά (αλλά και φορείς) κάποια κοινωνικο- πολιτικά υποκείμενα και στην περίπτωση αυτή πάντα τον «λαό» και το «λαϊκό» - και εμμέσως βέβαια το «αντίθετό» του, τις ελίτ. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να ασχοληθούμε εδώ με την γενεαλογία και την ιστορική συγκρότηση αυτής της έννοιας14 και θα αρκεστούμε στο να επισημάνουμε κάποια βασικά στοιχεία. Πρώτον ο λαός δεν είναι μια έννοια ούτε δεδομένη ούτε αυτονόητη, η ανάδυση της είναι ιστορικά καθορισμένη και διαφορετικά νοηματοδοτημένη σε κάθε ιστορική περίοδο μέσα στο λόγο και εξαρτάται αλλά και ορίζεται και διχάζεται και αυτή, όπως και προηγουμένως, από το αντίθετό της που καταστατικά και πάντα το προϋποθέτει – 13 Ένα σχετικό μου σχόλιο υπάρχει στο Μαυρίδης (2005). 14 Βλέπε όπως παραπάνω Σταυρακάκης Γ. (2019). 374 αυτό που είναι «εκτός του λαού» ανεξάρτητα αν αυτό ονομάζεται άρχουσα, τάξη, κυρίαρχες ομάδες ή ελίτ.15 Συνάμα «ο λαός» ως υποκείμενο είναι πάντοτε πληθυντικό, ετερογενές και συγκροτημένο φαντασιακά βάσει κάποιων κοινών χαρακτηριστικών το σημαντικότερο εκ των οποίων είναι ακριβώς ο αποκλεισμός του από τις «ελίτ», τα προνόμια και τις κυρίαρχες κατανομές της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Ενώ δηλαδή ο λαός αποτελεί μια «πλειοψηφία», γεγονός θεμελιακό σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα από την αρχαία Αθήνα και Ρώμη μέχρι τις σύγχρονες δημοκρατίες στο βαθμό όπου συνταγματικά, πάντοτε «κάθε εξουσία πηγάζει από τον λαό», αυτός πρέπει να αντιδιαστέλλεται με και να διαχωρίζεται από κάτι που είναι εκτός αυτού, σε μια πιο κλασσική μαρξιστική προσέγγιση «η άρχουσα τάξη» ή σε μια πιο ουδέτερη έννοια της πολιτικής κοινωνιολογίας, οι «ελίτ». Ωστόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ τους είτε φανερός είτε συγκαλυμμένος, είτε άμεσος είτε έμμεσος είναι ανεξάλειπτος σε όλες τις δημοκρατικές (και μη) κοινωνίες και ο λαϊκισμός εδώ γίνεται η συνήθης αρνητική ετικέτα κάθε λόγου που φαίνεται να απειλεί τα συμφέροντα των ελίτ. Αφορά δηλαδή την προσπάθεια προστασίας και αναπαραγωγής των κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικών τους προνομίων και συμφερόντων, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης στο βαθμό που δεν μπορούν/ δεν θέλουν να διαχειριστούν ή να ικανοποιήσουν τα διαφορετικά «λαϊκά» αιτήματα. Συνήθως ο λόγος που αφορά αλλά και συναρθρώνει διαφορετικά τέτοια αιτήματα χαρακτηρίζεται από τις ελίτ16 ως «λαϊκιστικός» και «λαϊκισμός» σε μια προσπάθεια απαξίωσης και απονομιμοποίησης του – έτσι «δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα η δημαγωγία θεωρείται συνώνυμη του λαϊκισμού» (Σταυρακάκης 2019: 16), όπως διαπιστώνει και οποιοσδήποτε παρακολουθεί πολιτικά talk shows στην τηλεόραση. Επίσης, θα συμφωνήσουμε εδώ με τον Laclau ότι η ανάδυση ενός λόγου είναι επιτελεστική,17 εμφανίζει δηλαδή και το αντίστοιχο αντικείμενο αναφοράς/αναπαράστασης το οποίο «αναπαριστά», που εδώ στη περίπτωση του λαϊκισμού είναι γενικά το υποκείμενο «ο λαός». Άρα ο λαός αναδύεται ως πολιτικό υποκείμενο μέσα από τον/στον λόγο του λαϊκισμού ως ανταγωνιστικό προς τις εκάστοτε ελίτ – και βεβαίως αυτή η γενεαλογία μπορεί ίσως να πίσω στην Γαλλική ή στην Αμερικανική Επανάσταση ή και παλαιότερα. Πάντως το θέμα του συλλογικού υποκειμένου και των ταυτοτήτων είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που, και στον λαϊκισμό και στη θεωρία της ιδεολογίας, πρέπει να αντιμετωπίζει η σύγχρονη ανάλυση γύρω από τα θέματα αυτά. Όπως και με την ιδεολογία, όπου κανένας λόγος δεν είναι εγγενώς ιδεολογικός, κανένας λόγος δεν είναι εγγενώς και από τη «φύση» του, δηλαδή στην «ουσία» του λαϊκιστικός (δηλαδή μια λογική ουσιοκρατική) όπως ίσως θα ήθελαν να ισχυρίζονται οι αντίπαλοι του · εκείνο που θα προτείνουμε είναι ότι λαϊκιστικός γίνεται ένας λόγος μέσα στις συγκεκριμένες λειτουργίες και θέσεις του μέσα στο 15 Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τις ελίτ ως συμμετρικού όρου του λαού. Ένα μόνο από πάρα πολλά σχόλια επάνω στο ζήτημα της φαντασιακής κατασκευής του «λαού» βρίσκεται στην ομώνυμη εισαγωγή του Panizza Francisco (2005). 16 Χωρίς να μπορούμε να μπούμε εδώ σε ζητήματα πολιτικής κοινωνιολογίας, όταν λέμε ελίτ εδώ αναφερόμαστε απλά στην τριγωνική διαπλοκή και αλληλοστήριξη των κυρίαρχων πολιτικών, οικονομικών και μιντιακών ομάδων στις σύγχρονες δημοκρατίες στις οποίες μπορεί να εναλλάσσονται και τα ίδια πρόσωπα (π.χ. η περίπτωση Μπερλουσκόνι) αλλά κυρίως στηρίζει η μια τα συμφέροντα της άλλης στις κυρίαρχες κατανομές της εξουσίας – και που στην ουσία θα μπορούσε να το ονομάσει κάποιος και «κοινοβουλευτική ολιγαρχία»! 17 Η κλασσική διατύπωση αυτού του επιχειρήματος που είναι σημείο αναφοράς για τις μεταδομιστικές προσεγγίσεις είναι το βιβλίο του Ernesto Laclau (2005a). 375 πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού και το μείζον εμπειρικό και θεωρητικό ερευνητικό ερώτημα εδώ (με το οποίο όμως δεν μπορούμε εδώ να ασχοληθούμε)18 είναι αν οι χαρακτηριζόμενοι ως λαϊκιστικοί λόγοι ενέχουν συγκεκριμένα κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά στις επιμέρους αρθρώσεις τους, αλλά και κοινωνικο- πολιτικές τους «λειτουργίες». Ωστόσο, όπως και με την ιδεολογία (στην αρνητική της εκδοχή), θα υποστηρίξουμε ότι πρώτον, κάθε αντιθετικός ή αντι-συστημικός λόγος μπορεί εν δυνάμει να χαρακτηριστεί από τους αντιπάλους του ως λαϊκιστικός και δεύτερον, ότι όπως θα δούμε και παρακάτω στην περίπτωση του Μάνχαϊμ, μπορεί να αλλάξει θέση όταν αλλάζουν οι εκάστοτε κατανομές της εξουσίας· μπορεί δηλαδή ένας πρώην λαϊκιστικός λόγος να γίνει κυρίαρχη άποψη/ιδεολογία σε μια ιστορική συγκυρία αλλά και το αντίθετο, στο βαθμό που οι θέσεις αυτές είναι προϊόν ανταγωνισμού και κατάκτησης και άρα ιστορικά προσωρινές και όχι παντοτινές και δεδομένες. Λειτουργίες του λαϊκισμού και της ιδεολογίας Έχουμε συνεπώς ήδη κάποιες σαφείς ενδείξεις ότι ο λόγος της ιδεολογίας και του λαϊκισμού αντιμετωπίζουν συναφείς συνθήκες και παράλληλα προβλήματα και θέλουμε να κάνουμε μια αναφορά σε μια άποψη σύμφωνα με την οποία, στη τυπολογία των λειτουργιών των ιδεολογιών ο λαϊκισμός ανταποκρίνεται τουλάχιστον στις βασικές της λειτουργίες για τις οποίες θα κάνουμε και ένα σύντομο σχόλιο. Σύμφωνα λοιπόν με την τυπολογία των Λίποβατς και Δεμερτζή (1994), η πρώτη λειτουργία των ιδεολογιών είναι η δικαίωση/νομιμοποίηση εξουσιαστικών και κυριαρχικών σχέσεων και αυτή η αφορά τον λαϊκισμό μόνο στις συνθήκες όπου λαϊκιστικά κινήματα, κόμματα ή ηγέτες (π.χ. Περόν, Λατινική Αμερική αλλά και ο Ορμπάν, και ο Τράμπ) έχουν κατακτήσει την εξουσία εκκινώντας όμως από μια θέση αντισυστημική και (φαινομενικά ή πραγματικά, δεν έχει σημασία) αντιθετική ως προς τις υπάρχουσες κατανομές εξουσίας ή/και ελίτ. Θα πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι εφόσον αυτές οι κατανομές εξουσίας δεν είναι παντοτινές και δεδομένες και άρα είναι προϊόν ιστορικού ανταγωνισμού, οι φορείς του λαϊκιστικού λόγου – κόμματα, κινήματα, ηγέτες, κ.λπ. – μπορούν να βρεθούν σε θέσεις εξουσίας από διαφορετικές άκρες του πολιτικού φάσματος, από δεξιά (κυρίως) αλλά και από αριστερά.19 Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν ο μέχρι τότε λαϊκισμός γίνεται, μέσω κυβερνητικής αλλαγής, η κυρίαρχη άποψη ή κυρίαρχη ιδεολογία, αρχίζει να κατηγορεί τις αντιπολιτευόμενες δυνάμεις και λόγους ως λαϊκιστές! – και αυτό μεταξύ των άλλων, σημαίνει ότι τελικά οι περισσότερες μορφές πολιτικού λόγου, εκτός από τις ακραία σκληρές, αυταρχικές και ολοκληρωτικές, ενέχουν στον λόγο τους στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «λαϊκίστικά», στο βαθμό που επιδιώκουν πάντα μια κάποια συναίνεση των πολιτών αλλά και προσπαθούν να εξωραΐσουν όσο είναι δυνατόν την δημόσια εικόνα τους και να «κολακεύσουν» το πολιτικό ακροατήριο τους. Άρα ενώ ο λόγος του λαϊκισμού εμφανίζεται στην 18Μια βασική αναφορά στις λεγόμενες μορφολογικές προσεγγίσεις είναι το άρθρο του Ben Stanley (2008). 19 Η περίπτωση της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έχει μελετηθεί σχετικά. Δες ενδεικτικά Stavrakakis et al. (2018). 376 πλειονότητα του «αντισυστημικός» και «αντιπολιτευτικός» - επικαλούμενος πάντα τα «αυθεντικά» λαϊκά συμφέροντα στα οποία έχει προνομιακή πρόσβαση και απ’ όπου αντλεί και την νομιμοποίηση του – δεν είναι απλά και αδιαμεσολάβητα αντίθετος με την «κυρίαρχη ιδεολογία», γιατί σε μια δεδομένη αλλαγή των κατανομών της εξουσίας μπορεί με προσαρμογές να καταλάβει τη θέση της· και μπορεί βεβαίως να συμβεί και το αντίθετο. Άρα ο λόγος της κυρίαρχης ιδεολογίας20 και ο λαϊκιστικός λόγος ενώ εμφανίζονται τις περισσότερες φορές ως αντιθετικοί και ανταγωνιστικοί, στην πραγματικότητα η σχέση τους είναι πιο σύνθετη, μπορεί να είναι συμπληρωματική και να κατέχουν θέσεις εναλλάξιμες ως προς την κατανομή της εξουσίας. Ούτως ή άλλως οι θέσεις αυτές είναι πάντοτε ιστορικά ασταθείς και ρευστές και μεταβάλλονται και εναλλάσσονται διαρκώς μέσα στον παιχνίδι του κοινωνικο-πολιτικού ανταγωνισμού. Εκείνο που είναι επίσης ενδιαφέρον στην τυπολογία των Λίποβατς και Δεμερτζή είναι ότι οι βασικές ρηματικές στρατηγικές με τις οποίες λειτουργεί η ιδεολογία που θα μπορούσαν να είναι και στρατηγικές του λόγου του λαϊκισμού, δηλαδή η ενοποίηση, η κατάτμηση και η συγκάλυψη. (Λίποβατς & Δεμερτζής: 93 – 94) Ως προς το πρώτο σίγουρα ο λόγος του λαϊκισμού απευθύνεται αλλά την ίδια στιγμή επιτελεστικά ενοποιεί το διάσπαρτο, ετερογενές και διχασμένο υποκείμενο «λαός» σε μια και ενιαία συλλογικότητα, φορέα, πηγή αλλά και απεύθυνση ταυτόχρονα του λαϊκισμού, άρα ενοποιεί. Την ίδια στιγμή ο λόγος του λαϊκισμού από τη μεριά του, αλλά και οι κυρίαρχες δομές εξουσίας που τον χαρακτηρίζουν ως τέτοιο, χρησιμοποιούν την στρατηγική της κατάτμησης επάνω σε ένα διχαστικό, ανταγωνιστικό πολιτικό άξονα «Εμείς» εναντίον «Αυτών», όπου τα υποκείμενα εδώ είναι ο λαός και το «έτερον» του, οι ελίτ ·και δεν είναι τυχαίο ότι και οι τελευταίες, οι ελίτ, χρησιμοποιούν την κατάτμηση ως μια βασική κατηγορία και καταγγελία ενάντια στον λαϊκισμό, δηλαδή ότι διασπά την (υπό αυτών όμως οριζόμενη) «εθνική ενότητα» ή το «εθνικό συμφέρον», «χωρίζει τη χώρα», κ.λπ. Τέλος η συγκάλυψη ως ρηματικός τρόπος ανήκει τόσο στον λαϊκισμό όσο και στην ιδεολογία στο βαθμό που κανένας λόγος – ούτε και ο επιστημονικός – δεν μπορεί να παρουσιάσει «ολόκληρη» την «αλήθεια» με την έννοια μιας υπεριστορικής, «αντικειμενικής» ολότητας αλλά ενέχει καταστατικά και πάντοτε συγκεκριμένες οπτικές γωνίες, ρητορικές αρθρώσεις, μερικευτικές ερμηνείες, τυφλά σημεία, συγκαλύψεις και αντιφάσεις. Για να το πούμε διαφορετικά, κανένας λόγος καταστατικά δεν μπορεί να είναι πλήρως «διαφανής» στον εαυτό του, στις προϋποθέσεις του και στις συνέπειες του, άρα και ο λαϊκιστικός λόγος αφορά καταστατικά μορφές συγ-κάλυψης (που είναι ταυτόχρονα και μορφές από-κάλυψης, ανάδυσης μιας «πραγματικότητας»)στο βαθμό που ενέχει πάντα αξιώσεις «αλήθειας», «εγκυρότητας» και «πραγματικότητας» γιατί υποτίθεται ότι παρουσιάζει/ αναπαριστά – αλλά τελικά κατασκευάζει, όπως όλοι οι λόγοι – την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα από την «ορθή» οπτική γωνία, που είναι αυτή του «λαού» ή των «λαϊκών συμφερόντων», στην οποία όμως μόνο αυτός υποτίθεται ότι έχει προνομιακή πρόσβαση – αυτό άλλωστε στηρίζει και την νομιμοποίηση του. 20Στην απλούστερη έννοια της, η κυρίαρχη ιδεολογία δεν εννοείται εδώ μόνο με την μαρξική έννοια ως «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης» («Γερμανική Ιδεολογία») αλλά μια ιστορικά συγκεκριμένη άρθρωση ετερογενών ιδεών που στηρίζουν /νομιμοποιούν/ αναπαράγουν τις υπάρχουσες οικονομικές – κοινωνικές – πολιτικές ρυθμίσεις και που διαχέονται ευρύτατα μέσω των μιντιακών και άλλων μηχανισμών μέσα στο κοινωνικο-πολιτικό σώμα. Ωστόσο η γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας (αντί κυριαρχίας) φαίνεται θεωρητικά πιο ενδιαφέρουσα και ιστορικά δυναμική και για το θέμα αυτό βλ. Stavrakakis (2017b). 377 Για να περάσουμε στην κατά Λίποβατς και Δεμερτζή δεύτερη βασική λειτουργία της ιδεολογίας, αλλά και του λαϊκισμού, που είναι η κινητοποίηση, αυτή είναι πολύ σημαντική στο βαθμό που στη γενεαλογία του, υπήρξε μια βασική παράμετρος της κινητοποίησης των μαζών στην ιστορία, ίσως από τον 18ο αιώνα, ίσως και παλαιότερα (και αυτό είναι ενδιαφέρον, μια γενεαλογία του λαϊκισμού που θα πήγαινε πίσω στις απαρχές της δημοκρατίας, στην αρχαία Αθήνα και στην Ρώμη) μέχρι και σήμερα. Και εδώ βέβαια αφορά – αλλά και συμβάλει ενεργά στη - στη δημιουργία στις νεωτερικές κοινωνίες (αλλά και σε όλες τις res publica) ενός δημόσιου χώρου συζήτησης, διαλόγου, διαφωνίας, συμφωνίας και αντιπαράθεσης που είναι ίδιον του δημοκρατικού παιχνιδιού – και βέβαια την πάντα και καταστατικά ανεξάλειπτη δυνατότητα/πιθανότητα της χειραγώγησής του στο βαθμό που δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.21 Ο λαϊκισμός ως μορφή ιδεολογικού λόγου αφορά κυρίως μια, μελλοντική, δυνητική έστω, ενότητα θεωρίας και δράσης και επειδή ο λαϊκιστικός λόγος είναι κυρίως λόγος αντι-συστημικός – ότι και αν σημαίνει κατά περίπτωση αυτό – προσανατολίζει τη συλλογική δράση (κινήματα ή κόμματα) προς διάφορα αιτήματα κοινωνικής - πολιτικής αλλαγής, περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικά· θα μπορούσαμε ίσως να διακινδυνεύσουμε ότι η συλλογική/κινηματική δράση είναι ανεξάλειπτα δεμένη με τον λαϊκιστικό λόγο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.22 Ο λαϊκιστικός λόγος όπως και η ιδεολογία – και εδώ διαφοροποιούμαστε κάπως από τους Λίποβατς και Δεμερτζή – παρουσιάζει και χαρακτηρίζεται από μια επίφαση ορθολογισμού, μια φαινομενική τουλάχιστον ορθολογικότητα που ανήκει σίγουρα στο σύμπαν του δυτικού, και ειδικά του νεωτερικού, λόγου και αφορά την προσδοκία του νεωτερικού υποκειμένου ότι μπορεί ορθολογικά και συλλογικά να αλλάξει τον κόσμο του· αλλά την ίδια στιγμή απευθύνεται και στο συναίσθημα και στο θυμικό των μαζών (ζητήματα δηλαδή κοινωνικής – πολιτικής ψυχολογίας) και μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να υποκρύπτει πολύ βαθείς ανορθολογισμούς (φασισμός, ναζισμός, αντισημιτισμός κλπ) κάτω από μια φαινομενική επίφαση ορθολογικότητας. Οι συγγραφείς ωστόσο επισημαίνουν δύο σημαντικές στρατηγικές της ιδεολογίας ως λειτουργίες κινητοποίησης των μαζών που θεωρώ ότι είναι σημαντικές και για τον λόγο του λαϊκισμού. Η πρώτη στρατηγική είναι η καθολίκευση – που είναι συμπληρωματική και όχι αντίθετη με το βασικό δυαδικό, αντιθετικό σχήμα και του λαϊκισμού και της ιδεολογίας «εμείς»-«αυτοί». H καθολίκευση αφορά την βασική απεύθυνση του λαϊκισμού στο καθολικό ή τουλάχιστον στους περισσότερους, «εμείς, ο λαός», «εμείς, οι πολλοί, η πλειοψηφία, το 99%, κ.λπ., που φαίνεται να υπερβαίνει το ατομικό συμφέρον και το εμφανίζει ως καθολικό ή πλειοψηφικό, άρα και νομιμοποιημένο. Η δεύτερη στρατηγική είναι η φυσικοποίηση και όπως αναφέρουν οι συγγραφείς «η στρατηγική αυτή τείνει να παρουσιάσει ως «φυσικό» και «αμετάβλητο» ένα αίτημα ή μια κατάσταση η συγκρότηση των οποίων υπήρξε συγκεκριμένο αποτέλεσμα ιστορικών (και άρα συντυχιακών) διεργασιών» (Λίποβατς & Δεμερτζής 98)· και αυτό επίσης θα μπορούσε να είναι μια βασική στρατηγική νομιμοποίησης του λαϊκιστικού λόγου ως προς τα όποια «λαϊκά» αιτήματα θεωρεί ότι νόμιμα εκπροσωπεί. 21 Η σχέση λαϊκισμού και δημοκρατίας είναι μια σύνθετη συζήτηση με πολλές παραμέτρους, είτε θεωρεί κάποιος τον λαϊκισμό μεγάλο κίνδυνο για τις δημοκρατικές κοινωνίες είτε τον θεωρεί ένα ανεξάλειπτο μέρος του δημοκρατικού παιχνιδιού. Για μια βασική τοποθέτηση των ζητημάτων αυτών βλ. Cristóbal Rovira Kaltwasser (2012). 22 Αυτό πρώτον, δεν αποτελεί μια αρνητική συνθήκη και αξιολόγηση και δεύτερον, υπάρχουν μειοψηφικά κινήματα πολιτικών «πρωτοποριών» που όμως γενικά φιλοδοξούν σε ένα απώτερο μέλλον να γίνουν πλειοψηφικά. 378 Τέλος η τρίτη λειτουργία των ιδεολογιών την οποία επισημαίνουν οι συγγραφείς, η οποία αφορά επίσης και τον λόγο του λαϊκισμού, είναι η συμβολή τους στη συγκρότηση των συλλογικών (και άρα και ατομικών) ταυτοτήτων και ειδικά στα κοινωνικά κινήματα – κόμματα που μπορεί ή όχι να διεκδικούν και την εξουσία. Οι δύο συγγραφείς πιστεύουν ότι «διαμέσου των ιδεολογιών τα υποκείμενα συγκροτούνται σε προσωπικότητες και αποκτούν ατομικές και συλλογικές συνειδήσεις.» (Λίποβατς & Δεμερτζής 1994) και το εξηγούν αυτό με αναφορά στην κοινωνική ψυχολογία και την ψυχανάλυση· το ίδιο συμβαίνει και μέσω του λαϊκιστικού λόγου, τουλάχιστον όσων (συν)ανήκουν ενεργά23 σε τέτοια κινήματα και καθ-ορίζουν/ανα-γνωρίζουν ένα σημαντικό κομμάτι της ταυτότητας τους μέσα και μέσω αυτών. Αυτό συνδέεται επίσης και με τη παραπάνω αναφερθείσα λειτουργία της κινητοποίησης του λαού με βάση συγκεκριμένες προγραμματικές/πολιτικές αρχές ή/και αιτήματα. Καταλήγουμε συνεπώς συμβατικά ότι σύμφωνα με τις συγκεκριμένες λειτουργίες της ιδεολογία που παρατίθενται στο κείμενο αυτό ο λαϊκισμός μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή του ιδεολογικού λόγου στο βαθμό που ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις λειτουργίες αλλά και τις ρητορικές τεχνικές και στρατηγικές της ιδεολογίας. Πέραν των παραπάνω θέλουμε να κάνουμε και μια σύντομη αναφορά σε ένα κλασσικό κείμενο της θεωρίας της ιδεολογίας, το Ιδεολογία και Ουτοπία του Κάρλ Μάνχαιμ (Mannheim 1997) γιατί πιστεύουμε ότι αυτό θα είχε ένα ερευνητικό ενδιαφέρον σε μελλοντική ανάπτυξη του. Η διάκριση λοιπόν που κάνει ο Μάνχαιμ μεταξύ ιδεολογίας και ουτοπίας έχει καταγραφεί ιστορικά μέσα στην θεωρία της ιδεολογίας αλλά δεν έγινε τελικά αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα, στο βαθμό που, σε τελευταία ανάλυση, όλες αυτές οι μορφές του λόγου θεωρήθηκαν ως «ιδεολογία». Για τον συγγραφέα, ενώ η ιδεολογία αφορά μορφές της συνείδησης που λειτουργούν σταθεροποιητικά, νομιμοποιητικά και αναπαραγωγικά ως προς την «υφιστάμενη τάξη πραγμάτων» σε κάθε ιστορική συγκυρία, η ουτοπία αναφέρεται σε μορφές της συνείδησης – εμείς λέμε πλέον ρηματικές μορφές (discursive formations) και μορφές της ιδεολογίας − που ευαγγελίζονται/προσδοκούν μια διαφορετική από την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων – στην περίπτωση αυτή διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές διευθετήσεις, οι οποίες όμως θεμελιώνονται επάνω σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία των υπαρχόντων. Ο ίδιος γράφει: Ουτοπικό θα ονομάζαμε εκείνο μόνο τον προσανατολισμό που όχι μόνο «υπερβαίνει την πραγματικότητα» αλλά και που, καθώς περνά στη δράση, διασπά συνάμα, εν μέρει ή τελείως, την εκάστοτε υφιστάμενη τάξη του είναι (Μάνχαϊμ 1997: 231). Με την έννοια αυτή και στο βαθμό που ο λαϊκιστικός λόγος χαρακτηρίζεται γενικά ως «αντι-συστημικός», με την έννοια ότι διατυπώνει αιτήματα που υπερβαίνουν την υφιστάμενη ιστορική κατάσταση,24 αποτελεί μια ουτοπία − που 23 Προφανώς όταν αναφερόμαστε σε ταυτότητες μιλάμε για μορφές και δομές συμ- περίληψης και συν-ανήκειν μαζί με άλλους σε ένα κοινό σκοπό, αγώνα, λόγο, αίτημα που την ίδια στιγμή, όσο ευρείς και αν είναι, καταστατικά και πάντοτε αποτελούν και δομές αποκλεισμού κάποιων «άλλων»· δεν υπάρχει καμία ταυτότητα που να περιλαμβάνει τους πάντες, βλέπε μεταξύ άλλων Meléndez & Kaltwasser (2019). 24 Και που βεβαίως επανέρχεται στο θέμα ποιος και με ποιους τρόπους (καθ)ορίζει/ κατασκευάζει αυτή την κυρίαρχη «κατάσταση» - πραγματικότητα. 379 μπορεί όμως να «γεμίζει» με διαφορετικά περιεχόμενα σε διαφορετικές ιστορικές περιστάσεις – η οποία αντιμάχεται αυτό που θεωρείται «κατεστημένο» (status quo) σε κάθε ιστορική περίσταση και θέτει το αίτημα ενός άλλου ιστορικού σχεδίου, δηλαδή κατά Μάνχαϊμ, μια κατάσταση «υπερβατική του είναι» επειδή στη δεδομένη βιοτική τάξη πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να πραγματωθεί ποτέ το εννοούμενο περιεχόμενό τους και επειδή πραγματικά δεν θα μπορούσε κανείς να ζει και να δρα σύμφωνα με αυτές (Μάνχαϊμ 1997: 234). Άρα ο λαϊκισμός στις περισσότερες ιστορικές εκφάνσεις του θα μπορούσε να ανήκει σε αυτή την κατηγορία της ουτοπίας λόγω ακριβώς του αντισυστημικού του προσανατολισμού και του αιτήματος μιας άλλης τάξης πραγμάτων. Ωστόσο στην πρωτότυπη για την εποχή της σύλληψη του Μάνχαϊμ υπάρχουν διάφορα προβλήματα, κάποια εκ των οποίων δείχνει να αντιλαμβάνεται και ο ίδιος στο κείμενο του. Πρώτον είναι δύσκολο να διακρίνουμε γενικά την ιδεολογία από την ουτοπία και αυτό πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα σε κάθε ιστορική περίσταση – δεν υπάρχει δηλαδή κοινό, υπεριστορικό και σταθερό κριτήριο διάκρισης μεταξύ τους. Δεύτερον οι ιστορικά καθορισμένες αυτές μορφές αλλάζουν και είναι ρευστές στο βαθμό που αυτό που θεωρείται ουτοπία σήμερα μετά την αλλαγή της κατανομής της πολιτικής εξουσίας γίνεται ιδεολογία - αλλά και το αντίθετο. Τρίτον, το μείζον θέμα είναι ποιος, με ποια εξουσιοδότηση και πως ορίζει (συλλογικό υποκείμενο – ομάδα, ελίτ) την «υφιστάμενη τάξη πραγμάτων» η οποία βέβαια και αυτή δεν είναι ποτέ απόλυτα στατική και συντηρητική αλλά ενέχει πάντα συγκεκριμένες προσδοκίες/σχέδια για το μέλλον. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ίδιος γράφει κάτι για την ουτοπία το όποιο θα μπορούσε να ισχύει και για τον λαϊκισμό Την έννοια της ουτοπίας την καθορίζει πάντοτε το κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα, το οποίο βρίσκεται σε απροβλημάτιστη συμφωνία με την υφιστάμενη τάξη του είναι, ενώ εκείνη της ιδεολογίας την καθορίζει πάντοτε το κοινωνικό στρώμα που πασχίζει να ανέλθει και βρίσκεται σε υπαρξιακή εναντιότητα προς την υφιστάμενη πραγματικότητα του είναι (Μάνχαϊμ 1997: 243). Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος του λαϊκισμού φαίνεται να πλησιάζει την κατά Μάνχαϊμ έννοια της ουτοπίας, η οποία όμως στη σύγχρονη συζήτηση θεωρείται πλέον ως μορφή ιδεολογικού λόγου, και έχει καταγραφεί πλέον ως κομμάτι της «θεωρίας της ιδεολογίας». Πιστεύουμε συνεπώς ότι όλη η εκτενής ανάλυση που κάνει ο Μάνχαϊμ στην δομή και την μορφολογία της «ουτοπικής συνείδησης» θα μπορούσε, αν μελετηθεί λεπτομερώς, να συσχετισθεί με και να συμβάλει στη ανάλυση του λαϊκίστικού λόγου. Όπως επισημαίνει ο Μάνχαϊμ, οι λόγοι αυτοί αφορούν θέσεις εναλλάξιμες και δυναμικές μέσα στην κοινωνικο-πολιτική χωροθεσία και η ουτοπία του σήμερα μπορεί – και πολλές φορές συμβαίνει – να γίνει η ιδεολογία του αύριο αλλά και το αντίθετο, σημερινές ιδεολογίες μπορεί με την αλλαγή των κατανομών της εξουσίας να γίνουν μετά ουτοπίες. Εν κατακλείδι Θα πρέπει λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε ότι η μορφή του λόγου που ονομάζεται λαϊκισμός όπως και η βασική αναφορά του, ο «λαός», είναι ένα «κενό σημαίνον», μια ρηματική υποδοχή που ιστορικά και κατά περίπτωση μπορεί να υποδεχθεί και να 380 (συν)αρθρώσει διαφορετικά περιεχόμενα.25 Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα και μοναδικό, προνομιακό περιεχόμενο του λαϊκιστικού λόγου γιατί γνωρίζουμε ότι ιστορικά υπήρχαν και υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί λαϊκισμοί που ακολουθούν διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές κατευθύνσεις. Υπάρχουν δηλαδή λαϊκίστικοί λόγοι της δεξιάς όπως και της αριστεράς,26 εθνικιστικοί27 ή υπερεθνικοί (π.χ. να γίνουμε Ευρώπη), ξενοφοβικοί ή φιλό-ξενοι, ομοφοβικοί, θρησκευτικοί ή εγκόσμιοι, αντισημιτικοί αλλά προοδευτικοί, σοσιαλιστικοί κλπ. Το συγκεκριμένο περιεχόμενο του λόγου του λαϊκισμού, εκτός από την βασική αναφορά στον λαό που όμως έχει διαφορετικές νοηματοδοτήσεις, δεν μπορούμε να το προκαταβάλουμε και πρέπει να αντιμετωπισθεί συγκεκριμένα στην εμπειρική ανάλυση του κάθε λόγου – το ίδιο όμως και η ιδεολογία που είναι μια έννοια «ομπρέλα» διαφορετικών ρηματικών πρακτικών, ένα «κενό σημαίνον», με ετερογενές περιεχόμενο και συναρθρώσεις. Θεωρούμε ωστόσο ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ιδεολογία με την έννοια της συγκεκριμένης «σκληρής», πολιτικής ιδεολογίας γιατί δεν πληροί τα μορφολογικά κριτήρια μιας συγκροτημένης πολιτικής ιδεολογίας ως (σχετικά πάντα) συγκροτημένο – αρθρωμένο σώμα πολιτικών ιδεών που βασίζονται επάνω σε σταθερές βασικές παραδοχές και έχουν μια διάσταση ερμηνευτική της πραγματικότητας αλλά και κανονιστική – όπως π.χ. ο μαρξισμός, ο φιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός, ο φασισμός, η σοσιαλδημοκρατία, κ.λπ. Ωστόσο εδώ υπάρχει μια παρανόηση: το τεράστιο ζήτημα στην κοινωνική και πολιτική θεωρία, που ονομάζεται «θεωρία της ιδεολογίας» δεν εξαντλείται μόνο στις συγκεκριμένες πολιτικές ιδεολογίες από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα αλλά είναι πολύ ευρύτερο (και μέσα στην επιστημονική βιβλιογραφία) και αφορά και άλλες μορφές και δομές του λόγου που ενδιαφέρουν κοινωνιολόγους, ανθρωπολόγους και ιστορικούς. Εκτός από τις «σκληρές» πολιτικές ιδεολογίες υπάρχουν κάποιες άλλες «μαλακές» ή «λεπτές» ιδεολογίες (thin ideologies), δηλαδή λόγοι που κάνουν πράγματα, κινητοποιούν ανθρώπους, πουλάνε πράγματα, ιδέες, διαμορφώνουν κυρίαρχες ή μη αντιλήψεις, αναπαράγουν ή νομιμοποιούν θεσμούς (ή και αντιπαρατίθενται με αυτούς), πολιτικές, κοινωνικές, αισθητικές ή ηθικές απόψεις (κυρίαρχες και μη) που είναι διάχυτες μέσα στο κοινωνικό σώμα, και δει στον σημερινό μιντιακό κόσμο, στις ειδήσεις, στο μάρκετινγκ, στην μαζική κουλτούρα και σε κάθε μορφής επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής. Παραδείγματα τέτοιων ιδεολογιών είναι ο καταναλωτισμός, ο τεχνοκρατισμός, η ανδροκρατία, ο ατομικισμός, ο οικολογισμός, ο υγιεινισμός, κ.λπ. – τέτοιου τύπου «μαλακή» ή «λεπτή» ιδεολογία θεωρούμε ότι είναι και ο λαϊκισμός.28 Με αυτή την έννοια διαφωνούμε με τον Ασλανίδη29 ότι βασικό συστατικό κάθε ιδεολογικού λόγου είναι η συνοχή γιατί οι «μαλακές» ιδεολογίες – αλλά ουσιαστικά και οι «σκληρές» πολιτικές ιδεολογίες – δεν είναι ποτέ απόλυτα συνεκτικά συστήματα αλλά συντυχιακές συναρθρώσεις ετερογενών και πολλές φορές αντιφατικών στοιχείων/αιτημάτων που συνδέονται με συγκεκριμένους πολιτικούς (ή και άλλους) σκοπούς και την κινητοποίηση των μαζών/λαού προς ένα 25 Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του θέματος στην γραμμή Laclau και με αναφορές στην λακανική ψυχανάλυση βλέπε σχετικά Stavrakakis (2019). 26 Για το θέμα αυτό βλ. Mouffe (2016). 27 Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα στο βαθμοί που πολλοί λαϊκιστικοί λόγοι σήμερα συναρθρώνονται με εθνικιστικούς λόγους (με την θετική, την αρνητική ή την ουδέτερη έννοια) – βλέπε σχετικά De Cleen & Stavrakakis (2017). 28 Τα επιχειρήματα αυτά βρίσκονται σε πολλά άρθρα μεταξύ των οποίων Canovan (2002), Mudde (2004) αλλά και στο Stanley (2008). 29 Βλέπε σχετικά και το ενδιαφέρον άρθρο Aslanidis (2015). 381 στόχο (πολιτικό, εκλογικό, εμπορικό κλπ) - και άρα είναι μορφές λόγων γεμάτες από αντιφάσεις, ρωγμές, αντιθέσεις και «νεκρά σημεία» που πολλές φορές έχουν την επίφαση μιας συνεκτικότητας και μιας ορθολογικότητας.30 Μια εκδοχή αυτού του επιχειρήματος υπάρχει στην άποψη των Mudde & Kultwasser περί «λεπτής ιδεολογίας» ή «ιδεολογίας με λεπτό κέντρο» (thin centre ideology) (Mudde & Kaltwasser 2017. Αυτό που εννοούν εδώ είναι ότι ο λαϊκισμός είναι μια «ιδεολογία με λεπτό κέντρο η οποία θεωρεί ότι η κοινωνία είναι τελικά διχασμένη ανάμεσα σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα «του καθαρού λαού» εναντίων «της διεφθαρμένης ελίτ» και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική πρέπει να είναι μια έκφραση της γενικής θέλησης (general will) του λαού» (ibid.: 10), μετάφραση δική μου). Αυτό σημαίνει τελικά ότι ο λαϊκισμός δεν αποτελεί μια ιδεολογία από μόνος του αλλά είναι ιδεολογικού τύπου λόγος, ο οποίος έχει ένα περιορισμένο «ιδεολογικό κέντρο» και κατά περίπτωση μπορεί να κολλήσει σε ή να γεμίσει με διαφορετικά περιεχόμενα από τις λεγόμενες «σκληρές» πολιτικές ιδεολογίες – και αυτό μπορεί να γίνει και επιλεκτικά από διαφορετικές ιδεολογίες. Αυτό σημαίνει ότι ο λαϊκισμός μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και κατά την άποψη τους «Δεν είναι τόσο πολύ μια συνεπής ιδεολογική παράδοση όσο ένα σετ από ιδέες οι οποίες, στον πραγματικό κόσμο, εμφανίζεται σε συνδυασμό με πολύ διαφορετικές και μερικές φορές αντιφατικές ιδεολογίες» (ibid., μετάφραση δική μου). Ωστόσο δεν θα συμφωνήσουμε αναγκαστικά μαζί τους στην εκτίμηση ότι ο λαϊκισμός αδυνατεί να δώσει σύνθετες ή συνεκτικές απαντήσεις στα πολιτικά προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών – αυτό είναι μια πολιτική εκτίμηση που μπορεί να ισχύει αλλά μπορεί και όχι, και σίγουρα πρώτον, δεν υπάρχει ένας μόνο λαικισμός αλλά πολλοί και διαφορετικοί που ίσως κάποιοι μπορούν να «δώσουν λύσεις» (και αυτό αποτελεί μια αντίφαση με τις προηγούμενες θέσεις τους ότι μπορεί να ενέχει διαφορετικά περιεχόμενα) και δεύτερον, εμείς δεν ξέρουμε τι και πως μπορεί «να δώσει λύσεις» (τι τύπος αιτήματος είναι αυτός, ούτως ή άλλως;) συνεκτικές, σύνθετες, συνολικές, κ.λπ., σε μείζονα σύγχρονα προβλήματα που πλέον έχουν μια τεράστια συνθετότητα και είναι παγκόσμια. Τελειώνοντας να πούμε ότι εμείς θεωρούμε ότι ο λαϊκισμός αποτελεί μια καταστατική συνθήκη, πιθανότητα και ανεξάλειπτη διακινδύνευση (και εδώ ακριβώς τίθεται το θέμα της αξιολόγησης του) κάθε δημοκρατικού παιχνιδιού στο βαθμό που υπάρχει πάντοτε η ανάγκη αντι-προσώπευσης (στο όνομα) των πολλών, εξ΄ ου και η έννοια της δημοκρατίας – δηλαδή, αυτή η εγγενής «δια-στρέβλωση» όπως και στην ιδεολογία, αυτή η στιγμή του λαϊκίστικού λόγου ως προσδοκία ή ουτοπία (ρεαλιστική ή όχι, μεσσιανική ή μη) ενός ιστορικού μέλλοντος διαφορετικού από το υπάρχον. Και ακόμη περισσότερο σήμερα, στην εποχή της ΤΙΝΑ, του υποτιθέμενου δηλαδή ιστορικού μονόδρομου των πολιτικών σχεδίων βέβαια, αυτό εμφανίζεται εγγενώς απαράδεκτο για τις κυρίαρχες ελίτ που ορίζουν και περιχαρακώνουν το «παιχνίδι»· το μήνυμα το οποίο στέλνουν με διάφορους άμεσους ή έμμεσους τρόπους με την όλη συζήτηση στα μίντια και τις ποικίλες «καταδίκες» του λαϊκισμού είναι: «ούτε να το διανοηθεί κανείς», δηλαδή δεν υπάρχει καμία δυνατότητα διαφορετικής πολιτικής από αυτή που εφαρμόζεται - και όλα τα υπόλοιπα είναι απλά ένας «κακός» «λαϊκισμός» που χειραγωγεί και παρασέρνει τις μάζες. Η ουσία όμως είναι ότι δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το δημοκρατικό παιχνίδι χωρίς τον λαϊκιστικό λόγο (και τους υπαρκτούς κινδύνους για την δημοκρατία που σίγουρα αυτός ενέχει – ακροδεξιός λαϊκισμός) – αλλά και χωρίς την ιδεολογία γενικότερα, που αποτελεί 30 Ένα παλαιότερο σχετικό σχόλιο μου βρίσκεται στο Μαυρίδης (2001). 382 εγγενές κομμάτι του εδώ και πολλούς αιώνες. Και την ίδια στιγμή κάθε πολιτικός – δημόσιος, πολιτικός λόγος στο βαθμό που ενέχει πάντα ιδεολογικούς επικαθορισμούς, περιεχόμενα, συνέπειες και λειτουργίες είναι εγγενώς αδύνατο να απαλλαγεί τόσο από αυτούς όσο και από προσπάθειες πειθούς και κινητοποίησης του «λαού» προς αιτήματα που μπορούν ανάλογα με την οπτική γωνία να χαρακτηρισθούν ως «λαϊκιστικά» και να αξιολογηθούν ανάλογα ως «καλά» ή «κακά»31 − πάντως κατ’ ελάχιστον, ως ένας λόγος που ανοίγεται σε ένα μέλλον διαφορετικό και που από την οπτική της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων αποτελεί πάντα ένα διακύβευμα, μια απειλή και, μια διακινδύνευση. Βιβλιογραφία Aslanidis, P. (2015), “Is Populism an Ideology? A refutation and a new perspective”, Political Studies, 64: 88-104. Canovan M. (2002), “Taking Politics to the People: Populism as the ideology of democracy”, σε Y., Mény & Y. Surel (επιμ.), Democracies and the Populist Challenge, London, Palgrave Macmillan. Canovan Μ. (2004), “Populism for Political Theorists?”, Journal of Political Ideologies, 9 (3): 241-252. Canovan, M. (1981), Populism, London, Junction Books. De Cleen, Β. & Stavrakakis, Υ. (2017), “Distinctions and Articulations: A discourse theoretical framework for the study of populism and nationalism”, Javnost-The Public 24 (4): 301- 319. Eagleton, T. (2018), Ιδεολογία: Μια εισαγωγή, μετ. Μ. Λάμπρου, Αθήνα εκδόσεις Πεδίο. Freeden M (ed.) (2007), The Meaning of Ideology: Cross-disciplinary perspectives, London, Routledge. Freeden, M. (ed.) (2001), Reassessing Political Ideologies: The durability of dissent, London, Routledge. Freeden, Μ. (2003), Ideology: A very short introduction, Oxford, Oxford University Press. Hawkes, D, (1996), Ideology, London, Routledge. Howarth, D. & Stavrakakis, Y. (2000), “Introducing Discourse Theory and Political Analysis”, σε D. Howarth, A. J. Norval & Y. Stavrakakis (επιμ.), Discourse Theory and Political Analysis: Identities, hegemony and social change, Manchester, Manchester University Press, σσ. 1- 23. Howarth, D., Norval, A. J. and Stavrakakis, Y. (επιμ.) (2000), Discourse Theory and Political Analysis, Manchester, Manchester University Press. Kaltwasser, Cristóbal, R. (2012), The Ambivalence of Populism: Threat and corrective for democracy, Democratization, 19 (2): 184-208. Laclau, E. (2005 a), On Populist Reason, London, Verso. Laclau, E. (2005b), “Populism: What’s in a name”, σε F. Panizza (επιμ.) (2005), Populism and the Mirror of Democracy, Verso. 31 Και εδώ υπεισέρχεται, σε ένα άλλο επίπεδο, πάντα το θέμα των ιδεολογικών προσανατολισμών και άρα και των αξιολογήσεων του λαϊκισμού όχι μόνο ατομικά αλλά και συλλογικά/ιστορικά π.χ. ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν ένας λαϊκιστικός λόγος που ακολούθησαν τότε εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη ως «σωτηρία» από την κρίση της εποχής τους και που μετά την εμπειρία του πολέμου και του Ολοκαυτώματος, άλλαξε το ιστορικό πρόσημο του. 383 Mannheim, K. (1997), Ιδεολογία και Ουτοπία (μετ. Γ. Ανδρουλιδάκης), Αθήνα, εκδόσεις Γνώση. Meléndez, C., & Rovira Kaltwasser, C. (2019), “Political Identities: The missing link in the study of populism”, Party Politics, 25 (4): 520-533. Moffitt, B., & Tormey, S. (2014), Rethinking Populism: Politics, mediatisation and political style, Political Studies, 62 (2): 381–397. Mouffe, C. (2016), “In Defense of Left-wing Populism”, The Conversation, 29 April 2016. https://theconversation.com/in-defence-of-left-wing-populism-55869 Mudde, C & Kaltwasser, Rovira C. (2013), “Exclusionary vs. Inclusionary Populism: Comparing contemporary Europe and Latin America”, Government and Opposition, 48 (2): 147-174. Mudde, C. & Kaltwasser, Rovira, C. (2017), Populism: A very short introduction, Oxford, Oxford University Press. Mudde, C. & Kaltwasser, Rovira, C. (επιμ.) (2012b), Populism in Europe and the Americas: Threat or corrective for Democracy?, Cambridge, Cambridge University Press. Mudde, C. (2004), ‘The Populist Zeitgeist”, Government and Opposition, 39 (4): 542-563. Müller J.-W. (2017), Τι Είναι ο Λαϊκισμός;, μετ: Δ. Αντωνίου, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Panizza F. (επιμ.) (2005), Populism and the Mirror of Democracy, Verso. Salter, L. (2016), “Populism as a Fantasmatic Rupture in the Post-political Order: Integrating Laclau with Glynos and Stavrakakis”, Kōtuitui: New Zealand Journal of Social Sciences Online, 11(2): 116-132. Stanley, B. (2008), “The Thin Ideology of Populism”, Journal of Political Ideologies, 13 (1): 95- 110. Stavrakakis, Y. (2017), “Discourse Theory in Populism Research: Three challenges and a dilemma”, Journal of Language and Politics, 1-12. Stavrakakis, Y. (2017), “How did ‘Populism’ become a Pejorative Concept? And why is this important today? A genealogy of double hermeneutics”, Populismus Working Papers No. 6, Thessaloniki April 2017 Stavrakakis, Y. (2017), “Populism and Hegemony”, σε P. Taggart, et al. (επιμ.), The Oxford Handbook of Populism, Oxford, Oxford University Press. Stavrakakis, Y. (2019), “The People is an Empty Signifier”, Interview for Jacobin Italia, no. 5, 2019 https://jacobinitalia.it/il-popolo-e-un-significante-vuoto/ Zienkowski, J. & Breeze, R. (επιμ.) (2019), Imagining the Peoples of Europe: Populist discourses across the political spectrum, John Benjamins Publishing Company. Λίποβατς, Θ. & Δεμερτζής, Ν. (1994), Δοκίμιο για την Ιδεολογία, εκδόσεις Οδυσσέας. Μαυρίδης, Η. (2001), «Σύγχρονες Τάσεις στη Θεωρία της Ιδεολογίας: Κριτική της ιδεολογίας και αποδόμηση», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τ. 18: 33-70. Μαυρίδης, Η. (2003), «Ερνέστο Λακλάου: Για μια σύγχρονη θεώρηση του πολιτικού», Αξιολογικά, τεύχος 14: 242-275. Μαυρίδης, Η. (2005), «Για την Κατασκευή της Κοινωνικής Πραγματικότητας: Μετα- φαινομενολογικές προοπτικές του κοινωνικού κονστρουξιονισμού», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 15: 197-228. Σταυρακάκης, Γ. (2019), Λαϊκισμός: Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί, εκδόσεις ΕΑΠ. 384 Εθνικοί Θεσμοί Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Έλεγχοι και Ισορροπίες ως Απάντηση στο Έλλειμμα Εμπιστοσύνης στην Κρατική Κυριαρχία Άννα Ειρήνη Μπάκα1 Περίληψη Η παρούσα συνεισφορά καταπιάνεται με τους Εθνικούς Θεσμούς Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΘΑΔ), τα ανεξάρτητα εθνικά όργανα προστασίας και προώθησης δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία ιδρύθηκαν και λειτουργούν στη βάση των λεγόμενων Αρχών των Παρισίων. Στην Ελλάδα, ο θεσμός αυτός είναι η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ). Μετά από μία σύντομη επισκόπηση των Αρχών των Παρισίων και της ΕΕΔΑ, η συνεισφορά παρουσιάζει και αξιολογεί τρεις a priori παραδοχές της ύπαρξης και λειτουργίας των ΕΘΑΔ: την έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς διεθνούς έννομης τάξης στην κρατική κυριαρχία, την παραδοχή ότι η δημοκρατία και ο δημόσιος λόγος μπορούν να χειραφετήσουν στρεβλότητες, καθώς και τη διεθνώς προερχόμενη ανάγκη θεσμοθέτησης ενός ακόμα ανεξάρτητου, μη-κρατικού ερμηνευτή και εφαρμοστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και τα τρία αυτά a priori καταδεικνύουν τη διεθνή τάση να προκρίνονται νέες, φυγόκεντρες δομές ελέγχου της κρατικής εξουσίας. Λέξεις-κλειδιά: Εθνικοί Θεσμοί Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΘΑΔ), Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), Αρχές των Παρισίων, Δικαιώματα του Ανθρώπου, Φιλοσοφία του Δικαίου Εισαγωγή Το παρόν κεφάλαιο καταπιάνεται με τους Εθνικούς Θεσμούς Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΘΑΔ), τα κατεξοχήν αρμόδια, ανεξάρτητα εθνικά όργανα προστασίας και προώθησης δικαιωμάτων του ανθρώπου στις εθνικές έννομες τάξεις στις οποίες έχουν συσταθεί. Η πηγή έμπνευσης της ίδρυσής τους όπως και η νομιμοποιητική τους βάση ανευρίσκεται στις λεγόμενες Αρχές των Παρισίων,2 οι οποίες και αποτελούν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία αξιολογούνται, και κατά τακτά χρονικά διαστήματα, επαναξιολογούνται, από το Παγκόσμιο Συντονιστικό Όργανο των ΕΘΑΔ (Global Alliance of National Human Rights Institutions, GANHRI). Με βάση την αξιολόγηση αυτή τους αποδίδεται status A (πλήρης συμμόρφωση) ή status Β (ελλιπής συμμόρφωση), το οποίο και καθορίζει τη δυνατότητά τους να συμμετέχουν σε μία σειρά από διεθνείς μηχανισμούς ελέγχου 1 Επιστημονική Συνεργάτιδα στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου,
[email protected]. 2 Όπως εγκρίθηκαν στη συνέχεια από την Επιτροπή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (E/RES/1992/54, 3.3.1992) και τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (A/RES/48/134, 20.12.1993). Διαθέσιμες σε: https://nhri.ohchr.org/EN/AboutUs/Pages/ParisPrinciples.aspx. 385 του ΟΗΕ, όπως το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Council), τα ελεγκτικά όργανα των διεθνών συμβάσεων για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Treaty Bodies), τις λεγόμενες Ειδικές Διαδικασίες (Special Procedures), το μηχανισμό Οικουμενικής Περιοδικής Αξιολόγησης (Universal Periodic Review), αλλά και σε μηχανισμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως την Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (CPT), την Επιτροπή κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας (ECRI) κλπ. ΕΘΑΔ διαπιστευμένοι με status Α ή Β λειτουργούν ήδη στα περισσότερα Κράτη μέλη της ΕΕ. Αυτή τη στιγμή, λειτουργούν 122 ΕΘΑΔ σε αντίστοιχο αριθμό χωρών, εκ των οποίων οι 78 είναι διαπιστευμένοι με status A, 34 με status Β ενώ 10 δεν έχουν ακόμη διαπιστευθεί.3 Η παρούσα συνεισφορά θα ακολουθήσει το εξής πλάνο: αφού παρουσιάσει τις αρχές των Παρισίων και τον Ελληνικό ΕΘΑΔ, την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), θα αναφερθεί σε ορισμένες a priori παραδοχές που αφορούν την ύπαρξη και λειτουργία τους, και ειδικότερα την έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς διεθνούς έννομης τάξης στην κρατική κυριαρχία, την παραδοχή ότι η δημοκρατία και ο δημόσιος λόγος μπορούν να χειραφετήσουν στρεβλότητες, καθώς και τη διεθνώς προερχόμενη ανάγκη θεσμοθέτησης ενός ακόμα ανεξάρτητου, μη-κρατικού ερμηνευτή και εφαρμοστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και τα τρία αυτά (ενδεικτικά) a priori καταδεικνύουν τη διεθνή τάση να προκρίνονται νέες, φυγόκεντρες δομές ελέγχου της κρατικής εξουσίας. Τόσο οι a priori παραδοχές όσο και τα συμπεράσματα της παρούσας συνεισφοράς εκφράζουν την προσωπική γνώμη της γράφουσας, και σε καμία περίπτωση δεν αντανακλούν την επίσημη θέση της ΕΕΔΑ. Οι Αρχές των Παρισίων4 Οι Αρχές των Παρισίων αποτελούν το βασικό κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τους ΕΘΑΔ. Μολονότι θεωρούνται «soft law», δηλαδή δίκαιο μη δεσμευτικό, είναι, στην πραγματικότητα, ένα σύνολο κατευθυντήριων αρχών και κριτηρίων που θεωρούνται μεταξύ των Κρατών στα οποία έχουν συσταθεί αλλά και διεθνών και περιφερειακών οργανισμών ως τα ελάχιστα διεθνή πρότυπα λειτουργίας των ΕΘΑΔ. Οι Αρχές των Παρισίων υιοθετήθηκαν με το Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης 48/134 της 20ης Δεκεμβρίου 1993. Ως προς τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα, Αρμοδιότητα και καθήκοντα, ένας εθνικός θεσμός επιφορτίζεται με την αρμοδιότητα να προωθεί και να προστατεύει τα δικαιώματα του ανθρώπου, ενώ πρέπει να έχει όσο το δυνατόν ευρύτερη εντολή, η οποία ορίζεται με σαφήνεια σε συνταγματικό ή νομοθετικό κείμενο, προσδιορίζοντας τη σύνθεση και τη σφαίρα αρμοδιότητάς του. Ένας εθνικός θεσμός έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να υποβάλλει στην Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο και κάθε άλλο αρμόδιο όργανο, σε συμβουλευτική βάση, είτε ύστερα από αίτημα των ενδιαφερόμενων Αρχών, είτε ασκώντας την αρμοδιότητά του να επιλαμβάνεται ενός ζητήματος αυτεπάγγελτα, γνωμοδοτήσεις, συστάσεις, προτάσεις και εκθέσεις για κάθε ζήτημα σχετικά με την προώθηση και 3https://nhri.ohchr.org/EN/Documents/Status%20Accreditation%20Chart%20%2804%20 March%202019.pdf. 4 Όπως έχουν μεταφραστεί από την ΕΕΔΑ. 386 προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο εθνικός θεσμός δύναται να αποφασίσει τη δημοσιοποίησή τους. Αυτές οι γνωμοδοτήσεις, συστάσεις, προτάσεις και εκθέσεις, καθώς και κάθε αρμοδιότητα του εθνικού θεσμού, αφορούν στους ακόλουθους τομείς: Σε κάθε νομοθετική ή διοικητική διάταξη, καθώς και διατάξεις που σχετίζονται με δικαστικούς οργανισμούς, οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση και διεύρυνση της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός θεσμός εξετάζει τις νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις σε ισχύ, καθώς και νομοσχέδια και προτάσεις νόμου, και απευθύνει τις αναγκαίες συστάσεις ώστε να διασφαλίσει ότι αυτές οι διατάξεις συμμορφώνονται με τις θεμελιώδεις αρχές των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Προτείνει, όπου κρίνεται αναγκαίο, την υιοθέτηση νέας νομοθεσίας, την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας και την υιοθέτηση ή τροποποίηση διοικητικών μέτρων. o Σε οποιαδήποτε περίπτωση παραβίασης δικαιωμάτων του ανθρώπου της οποίας επιλαμβάνεται. o Στην προετοιμασία εκθέσεων για την κατάσταση των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη Χώρα γενικότερα, και για ειδικότερα ζητήματα. o Στην επισήμανση στην κυβέρνηση περιπτώσεων, ανά την Επικράτεια, όπου παραβιάζονται δικαιώματα του ανθρώπου και την υποβολή προτάσεων για την ανάληψη πρωτοβουλιών με σκοπό τον τερματισμό των καταστάσεων αυτών και, όπου κρίνεται αναγκαίο, τη διατύπωση γνώμης σχετικά με τις θέσεις και τις αντιδράσεις της κυβέρνησης. Ένας εθνικός θεσμός έχει την αρμοδιότητα να προωθεί και να διασφαλίζει την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας, των κανονισμών και πρακτικών με τα διεθνή κείμενα για τα δικαιώματα του ανθρώπου, στα οποία το Κράτος είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή τους, να ενθαρρύνει την επικύρωση των προαναφερθέντων κειμένων ή την προσχώρηση σε αυτά, και να διασφαλίζει την εφαρμογή τους, να συνεισφέρει στις εκθέσεις που υποβάλλουν τα Κράτη στα όργανα και τις επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών και σε περιφερειακούς θεσμούς, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να διατυπώνει γνώμη σχετικά, με το δέοντα σεβασμό για την ανεξαρτησία του. Έχει, επιπλέον, την αρμοδιότητα να συνεργάζεται με τα Ηνωμένα Έθνη και κάθε άλλο οργανισμό του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, με τους περιφερειακούς θεσμούς και τους εθνικούς θεσμούς άλλων χωρών που είναι αρμόδιοι για την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, να συνδράμει στη διαμόρφωση προγραμμάτων για την εκπαίδευση και την έρευνα στα δικαιώματα του ανθρώπου και να συμμετέχει στην υλοποίησή τους στα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τους επαγγελματικούς κύκλους. Τέλος, έχει την αρμοδιότητα να δημοσιοποιεί τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις προσπάθειες για καταπολέμηση κάθε μορφής διακρίσεων, και συγκεκριμένα των φυλετικών διακρίσεων, αυξάνοντας την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, ιδίως μέσω της πληροφόρησης και της εκπαίδευσης και αξιοποιώντας όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η ανεξαρτησία και ο πλουραλισμός αποτελούν στοιχεία που πρέπει να ενυπάρχουν στους ΕΘΑΔ, προκειμένου αυτοί να λειτουργούν σύμφωνα με τις Αρχές των Παρισίων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις Αρχές, η σύνθεση του εθνικού θεσμού και ο διορισμός των μελών του, είτε μέσω εκλογών, είτε με άλλο τρόπο, πραγματοποιούνται σύμφωνα με διαδικασία που παρέχει όλα τα αναγκαία εχέγγυα 387 για τη διασφάλιση της πλουραλιστικής αντιπροσώπευσης των κοινωνικών δυνάμεων (της κοινωνίας των πολιτών) που συμμετέχουν στην προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ιδίως με αρμοδιότητες που επιτρέπουν την εδραίωση αποτελεσματικής συνεργασίας με, ή μέσω της παρουσίας, αντιπροσώπων μη κυβερνητικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της καταπολέμησης των φυλετικών διακρίσεων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενδιαφερόμενων κοινωνικών και επαγγελματικών οργανώσεων, όπως για παράδειγμα, ενώσεων δικηγόρων, γιατρών, δημοσιογράφων και επιστημόνων εγνωσμένου κύρους, τάσεων της φιλοσοφικής και πολιτικής σκέψης, πανεπιστημίων και διακεκριμένων εμπειρογνωμόνων, του Κοινοβουλίου και κυβερνητικών υπηρεσιών (εάν αυτές περιλαμβάνονται, οι εκπρόσωποί τους πρέπει να συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις μόνο με συμβουλευτική αρμοδιότητα). Ένας ΕΘΑΔ θα πρέπει να διαθέτει την κατάλληλη υποδομή για την ομαλή διεξαγωγή των δραστηριοτήτων του, και συγκεκριμένα επαρκή χρηματοδότηση. Ο σκοπός αυτής της χρηματοδότησης θα πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να του επιτρέπει να διαθέτει δικό του προσωπικό και εγκαταστάσεις, ώστε να είναι ανεξάρτητος από την Κυβέρνηση και να μην υπόκειται σε οικονομικό έλεγχο, ο οποίος ενδέχεται να επηρεάσει την ανεξαρτησία του. Προκειμένου να διασφαλιστεί μία σταθερή εντολή για τα μέλη του εθνικού θεσμού, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ανεξαρτησία, ο διορισμός τους πραγματοποιείται με επίσημη πράξη η οποία καθορίζει την ακριβή διάρκεια της εντολής. Η εντολή αυτή μπορεί να ανανεωθεί, υπό τον όρο ότι διασφαλίζεται η πλουραλιστική σύνθεση του θεσμού. Εντός του πλαισίου της λειτουργίας του, ένας ΕΘΑΔ εξετάζει ελεύθερα οποιοδήποτε ζήτημα εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, είτε υποβάλλεται από την κυβέρνηση είτε εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το θεσμό, κατόπιν πρότασης μέλους του ή οποιουδήποτε αιτούντος, δέχεται οποιοδήποτε πρόσωπο και αποκτά οποιαδήποτε πληροφορία και έγγραφα που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση καταστάσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, απευθύνεται στην κοινή γνώμη άμεσα ή μέσω οποιουδήποτε μέσου μαζικής επικοινωνίας, ιδίως ώστε να δημοσιοποιεί τις γνωμοδοτήσεις και τις συστάσεις του, συνέρχεται σε τακτική βάση και όποτε κρίνεται απαραίτητο με την παρουσία όλων των μελών του εφόσον έχουν προσηκόντως κληθεί, συγκροτεί ομάδες εργασίας αποτελούμενες από τα μέλη του ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες και δημιουργεί τοπικά ή περιφερειακά τμήματα για να τον επικουρούν κατά την εκπλήρωση των λειτουργιών του, διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τα υπόλοιπα, δικαιοδοτικά ή άλλα, όργανα τα οποία είναι αρμόδια για την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ιδίως Συνηγόρους του πολίτη, διαμεσολαβητές και παρεμφερείς θεσμούς). Επίσης, ενόψει του θεμελιώδους ρόλου που διαδραματίζουν οι μη κυβερνητικές οργανώσεις στη διεύρυνση του έργου των εθνικών θεσμών, αναπτύσσει σχέσεις με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο τομέα της προώθησης και της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την καταπολέμηση του ρατσισμού, την προστασία ιδιαίτερα ευάλωτων ομάδων (ιδίως παιδιών, εργαζόμενων μεταναστών, προσφύγων, ατόμων με σωματική και διανοητική αναπηρία) ή σε άλλους εξειδικευμένους τομείς. Τέλος, σύμφωνα με τις Αρχές των Παρισίων, ένας ΕΘΑΔ μπορεί να έχει εξουσιοδότηση να επιλαμβάνεται και να εξετάζει καταγγελίες και αναφορές σχετικά με ατομικές περιπτώσεις. Υποθέσεις μπορούν να εισαχθούν ενώπιόν του από ιδιώτες, 388 τους αντιπροσώπους τους, τρίτα μέρη, μη κυβερνητικές οργανώσεις, σωματεία συνδικαλιστικών οργανώσεων ή άλλες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, και με την επιφύλαξη των αρχών που προαναφέρθηκαν σχετικά με τις άλλες αρμοδιότητες των επιτροπών, οι λειτουργίες που τους ανατίθενται μπορούν να θεμελιωθούν στις ακόλουθες αρχές: Την αναζήτηση ενός φιλικού διακανονισμού μέσω συμβιβασμού ή, εντός των ορίων που καθορίζονται από το νόμο, μέσω δεσμευτικών αποφάσεων ή, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, στη βάση της εμπιστευτικότητας. Την ενημέρωση του μέρους που κατέθεσε την αναφορά σχετικά με τα δικαιώματά του, ιδίως σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα που διαθέτει και την προώθηση της πρόσβασης σε αυτά. Την ακρόαση κάθε καταγγελίας ή αναφοράς ή τη διαβίβασή τους σε κάθε άλλη αρμόδια Αρχή, εντός των ορίων που καθορίζονται από το νόμο. Τη διατύπωση συστάσεων προς τις αρμόδιες Αρχές, ιδίως προτείνοντας τροπολογίες ή αναθεώρηση νόμων, κανονισμών και διοικητικών πρακτικών. Ο Ελληνικός ΕΘΑΔ Ο Ελληνικός ΕΘΑΔ είναι η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ). Η ΕΕΔΑ διαθέτει βαθμό διαπίστευσης Α ήδη από το 2001. Η ΕΕΔΑ ιδρύθηκε με το Νόμο 2667/1998,5 ως το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας (άρθρο 1, παρ.1), κατ’ εφαρμογή των Αρχών των Παρισίων. Σκοπός της ΕΕΔΑ είναι η προώθηση και η παρακολούθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, καθώς και η συνεχής επισήμανση σε όλα τα όργανα της Πολιτείας της ανάγκης αποτελεσματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου όλων όσων διαβιούν στην ελληνική Επικράτεια. Σύμφωνα με το νόμο της, η κύρια αποστολή της ΕΕΔΑ συνίσταται στη διαρκή παρακολούθηση της εξέλιξης των θεμάτων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τη συνεχή ενημέρωση και προώθηση της σχετικής έρευνας, στην ανταλλαγή εμπειριών σε διεθνές επίπεδο με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΑΣΕ, με τις ομόλογες Επιτροπές άλλων Κρατών και με την Κοινωνία των Πολιτών, καθώς και στη διαμόρφωση προτάσεων πολιτικής σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η ανεξαρτησία της ΕΕΔΑ διακηρύσσεται στο κείμενο του νόμου της, ενώ η αρχή του πλουραλισμού κατοχυρώνεται με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα χάρη στη συμμετοχή στη σύνθεσή της πρόσωπα υποδειχθέντα από 42 φορείς, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ανεξάρτητες αρχές, πανεπιστημιακές σχολές νομικών και πολιτικών επιστημών, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ, πολιτικά κόμματα και υπουργεία, που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα δικαιωμάτων, συνεχώς διευρυνόμενο. Με τον τρόπο αυτό η ΕΕΔΑ, όπως συστήνουν άλλωστε και οι Αρχές των Παρισίων, λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ της Πολιτείας και της Κοινωνίας των 5 ΦΕΚ Α 281/18.12.1998. 389 Πολιτών, προσφέροντας έτσι στην Ελληνική Πολιτεία με ιδιαίτερη προστιθέμενη στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ΕΕΔΑ επιπλέον μετέχει της ΕΕΔΑ τον Οκτώβριο 2018 για δεύτερη συνεχόμενη θητεία (2019-2022) στην Ευρωπαϊκή Συντονιστική Επιτροπή (European Coordinating Committee, ECC), η οποία αποτελεί το εκτελεστικό όργανο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εθνικών Θεσμών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (European Network of National Human Rights Institutions, ENNHRI). Επιπλέον κατά την ίδια Γενική Συνέλευση του ENNHRI που έγινε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2018, η ΕΕΔΑ εξελέγη ως μέλος του Γραφείου (Bureau) της Παγκόσμιας Συμμαχίας Εθνικών Θεσμών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Global Alliance of National Human Rights Institutions, GANHRI). Πέραν της συμμετοχής της στην διοίκηση, η ΕΕΔΑ μετέχει ενεργά στις συναντήσεις, εκδηλώσεις και Ομάδες Εργασίας του GANHRI και του ENNHRI. ΕΘΑΔ και οι a priori παραδοχές που διέπουν την ύπαρξη και τη λειτουργίας τους Οι ΕΘΑΔ ανέκυψαν ως αποκεντρωτικοί πόλοι προστασίας και προώθησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου εντός των εννόμων τάξεων στις οποίες συστάθηκαν, αλλά και ως πόλοι άσκησης κριτικής και ελέγχου συμμόρφωσης της κρατικής εξουσίας με τα εθνικά, τοπικά και διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπό την έννοια αυτή, η ύπαρξη των ΕΘΑΔ αποτελεί συνέπεια διεθνούς σύστασης, ωστόσο η λειτουργία τους εδράζεται σε ορισμένες επιπλέον παραδοχές, και συγκεκριμένα: Την a priori έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς διεθνούς έννομης τάξης στην κρατική κυριαρχία. Η ύπαρξη και λειτουργία των ΕΘΑΔ όπως και τα κριτήρια διαπίστευσής τους, ουσιαστικά προϋποθέτουν ότι η άσκηση της κρατικής εξουσίας δεν προασπίζεται αναγκαστικά και με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα ολόκληρο το φάσμα των δικαιωμάτων των πολιτών, συνεπώς είναι αναγκαία η ύπαρξη ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου εντός του κράτους (όπως και οι ανεξάρτητες αρχές) με όσο το δυνατόν ευρύτερη αρμοδιότητα. Με το τρόπο αυτό, οι ΕΘΑΔ αν και έχουν «κρατική» υπόσταση, μάλλον προσιδιάζουν ιδεολογικά περισσότερο στη λεγόμενη Κοινωνία των Πολιτών, λειτουργώντας ως «γέφυρες» μεταξύ Πολιτείας και μη κυβερνητικών οργανώσεων. Το στοιχείο της έλλειψης εμπιστοσύνης δεν αποτελεί έκπληξη, δεδομένου ότι η ίδια η διεθνής έννομη τάξη έχει βασιστεί στις φιλοσοφικές, φιλελεύθερες παραδοχές του Thomas Hobbes, για τον οποίο η φυσική κατάσταση του ανθρώπου (state of nature) είναι μία κατάσταση κινδύνου, βίας και χαοτικότητας, όπου ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος (Hobbes 1998: 21). Αντίστοιχα, η φυσική κατάσταση εφελκύει παρόμοια ένστικτα, είτε μιλάμε για άτομα είτε για συλλογικές οντότητες- γραφειοκρατικές δομές, σύγχρονους Λεβιάθαν, όπως είναι τα κράτη. Συνεπώς, κρίνεται απολύτως απαραίτητη η ύπαρξη αξιόπιστων, διεθνών αλλά και εθνικών μηχανισμών ελέγχου (checks and balances), που θα προλαμβάνουν ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας, παραβίαση δικαιωμάτων από πλευράς κρατών ή περιπτώσεις όπου τα τελευταία αποτυγχάνουν να υπερασπισθούν ή να εγγυηθούν 390 αποτελεσματικά, ως οφείλουν, τα δικαιώματα των πολιτών τους, κατά τα υποδεικνυόμενα στα εθνικά και διεθνή νομικά κείμενα. Την a priori παραδοχή ότι η δημοκρατία και ο δημόσιος λόγος μπορούν να χειραφετήσουν στρεβλότητες, να εκδημοκρατίσουν θεσμούς και συστήματα, ή ακόμα να αποτελέσουν μοχλούς άσκησης πολιτικής πίεσης, προς την κατεύθυνση της βελτίωσης του επιπέδου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εκάστοτε εθνική έννομη τάξη. Οι ΕΘΑΔ, όπως και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις παρά τη διαφορετική τους υπόσταση, αποτελούν κατά μία έννοια νεομαρξιστικά εργαλεία, καθώς φαίνεται να αξιοποιούν τη θεωρία του Jürgen Habermas για τη δημόσια σφαίρα (Habermas: 1991). Η πλουραλιστική σύνθεση και πολυφωνική λειτουργία των ΕΘΑΔ, η θεσμοποιημένη άσκηση κριτικής, η υποβολή «σκιωδών» εκθέσεων κλπ, μπορεί να «θεματοποιήσει» κρατικά ελλείμματα, να φέρει στην επιφάνεια στρεβλώσεις, πράξεις και παραλήψεις που υπονομεύουν τα δικαιώματα του ανθρώπου και για τα οποία ευθύνεται η κρατική πρακτική ή ολιγωρία. Αυτό διαφαίνεται έντονα όταν αναλογιστεί κανείς πως, αν και οι συστάσεις των ΕΘΑΔ είναι συνήθως μη δεσμευτικές, αυτές εισακούγονται σε κάποιο βαθμό, επιφέρουν τροποποιήσεις σε νομικά κείμενα ή και πολιτικές, αξιοποιούνται από τη νομοθετική, την εκτελεστική, ακόμα και τη δικαστική εξουσία, ενώ συχνά επιστρέφουν «αντιδανειακά» στην εκάστοτε εθνική έννομη τάξη, όταν μέσω σκιωδών εκθέσεων το διεθνές όργανο ελέγχου συμμόρφωσης «υιοθετεί» τις παρατηρήσεις και συστάσεις των ΕΘΑΔ οικειοποιώντας τες, ανασυνθέτοντάς τες και στρέφοντάς τες στο Κράτος. Την a priori ανάγκη θεσμοθέτησης ενός ακόμα ερμηνευτή και εφαρμοστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μολονότι τα ανθρώπινα δικαιώματα θεωρούνται αδιαίρετα, αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα, ως σήμερα, δεν έχει διατυπωθεί με πειστικότητα ένας σαφής και ολοκληρωμένος ορισμός του ανθρώπινου δικαιώματος per se. Αντ’ αυτού, έχει επικρατήσει τόσο στη θεωρία όσο και στη δικαιακή πρακτική η αποσπασματική τυπολογία του Wesley Hohfeld, βάσει του οποίου το δικαίωμα καθίσταται αντιληπτό ανταγωνιστικά, είτε ως δικαίωμα-απαίτηση, είτε ως προνόμιο ή ελευθερία, είτε ως εξουσία ή ασυλία –έννοιες που πάντως θεωρείται ότι αποτελούν τους ελάχιστους κοινούς παρονομαστές της έννοιας του δικαιώματος (Hohfeld 1913: 16). Πράγματι, παρατηρεί κανείς πως τα δικαιώματα συχνά νοούνται μεταφορικά-γεωμετρικά, με πυρήνα και περιφέρεια. Μέσα στον πυρήνα των δικαιωμάτων βρίσκονται πλεονεκτήματα, ελευθερίες, εξουσίες και ασυλίες, και έξω από αυτόν μια αόριστη μήτρα καθηκόντων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τη ταξινόμηση του Hohfeld. Κατά την κρατούσα γεωμετρική κατανόηση των νομικών εννοιών, το δίκαιο νοείται χωροταξικά και υποδιαιρείται σε διάφορα τμήματα. Η ιδιοκτησιακή προσομοίωση των δικαιωμάτων συνεπάγεται ότι τα δικαιώματα θεωρούνται «κατοχυρωμένα», δηλαδή απαραβίαστος χώρος του ατόμου. Σύμφωνα με τον Austin, φορέας του δικαιώματος είναι ο «ιδιοκτήτης» του δικαιώματος, με πλήρη κυριαρχία και έλεγχο στο πλαίσιο εφαρμογής του δικαιώματός του. Ιστορικά, γενεαλογικά, η πρώτη περίπτωση όπου τα νομικά δικαιώματα γίνονται αντιληπτά ιδιοκτησιακά, μπορεί να ανιχνευθεί στο ρωμαϊκό δίκαιο, όπου οι δύο έννοιες του dominium (δικαίωμα στην ιδιοκτησία) και του ius χρησιμοποιούνταν διαζευκτικά τρόπους πολύ παρόμοιους με 391 τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε σήμερα τον όρο «δικαίωμα» (Tuck 1979: 62). Τί σημαίνουν όλα αυτά όμως; Η ιδιοκτησιακή αντίληψη του δικαιώματος βασίζεται σε ένα τεκμήριο επιθετικότητας-αμυντικότητας. Η «κατοχή» ενός δικαιώματος είναι η κατοχή έναντι άλλων. Επιπλέον, θεμελιώνεται μία εξ ανάγκης συγκρουσιακή αντίληψη των δικαιωμάτων ως οιονεί ιδιωτικών σφαιρών κυριαρχίας η οποία συχνά προκαταλαμβάνει, επιθετικά ή αμυντικά, τον φορέα του δικαιώματος. Η ερμηνευτική δυσκολία επιτείνεται από το γεγονός ότι ο νομικός θετικισμός ως κυρίαρχη νομική προσέγγιση και κοινωνικά συμφωνημένη κανονιστικότητα δεν προσφέρει επαρκείς απαντήσεις στην διαρκώς εντεινόμενη θεωρητική αλλά και δικανική κριτική ότι υπάρχουν, «εκ φύσεως» και άρα μη εξαρτώμενα από κοινωνικές συμβάσεις και ανταγωνιστικό πλαίσιο, δικαιώματα που θεωρούνται «φύσει» πιο θεμελιώδη και ουσιαστικά -άρα και με ανώτερη κανονιστική ισχύ- από άλλα, όπως το δικαίωμα στη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (Finnis 2011: 205). Η συγκρουσιακή αντίληψη και η ανεπάρκεια του νομικού θετικισμού να ερμηνεύσει επιτυχώς, συνεπάγεται πρόσθετη ανάγκη ανεξάρτητης σταθμιστικής ερμηνείας πέραν της νομοθετικής, της εκτελεστικής, ακόμα και της δικανικής, διότι αφενός τα όρια του κάθε δικαιώματος δεν είναι εκ προοιμίου σαφή, αφετέρου η διεθνής έννομη τάξη αντιμετωπίζει με καχυποψία την κρατική εξουσία ως κυρίαρχη πηγή ερμηνείας. Για το λόγο αυτό, η διεθνής έννομη τάξη προκρίνει την ύπαρξη νέων, ανεξάρτητων φορέων ερμηνείας εντός της εθνικής έννομης τάξης, οι οποίοι θα ερμηνεύουν και θα αξιολογούν τα όρια μεταξύ των δικαιωμάτων με γνώμονα, πρωτίστως, τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα προστασίας. Συμπεράσματα Τόσο οι ΕΘΑΔ γενικότερα, όσο και η ΕΕΔΑ ειδικότερα, αποτελούν, εφόσον διαπιστεύονται στον ανώτατο βαθμό, τα κατεξοχήν αρμόδια, ανεξάρτητα εθνικά όργανα προστασίας και προώθησης δικαιωμάτων του ανθρώπου, με ευρείες αρμοδιότητες στις εθνικές έννομες τάξεις στις οποίες έχουν συσταθεί. Τόσο η νομιμοποιητική τους βάση, οι λεγόμενες Αρχές των Παρισίων, όσο και η τακτική επαναξιολόγησή τους, από το Παγκόσμιο Συντονιστικό Όργανο των ΕΘΑΔ (GANHRI), καταδεικνύουν την a priori έλλειψη εμπιστοσύνης της διεθνούς έννομης τάξης στην κρατική κυριαρχία. Οι ΕΘΑΔ ανέκυψαν ως αποκεντρωτικοί πόλοι προστασίας και προώθησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου εντός των εννόμων τάξεων στις οποίες συστάθηκαν, αλλά και ως πόλοι άσκησης κριτικής και ελέγχου συμμόρφωσης της κρατικής εξουσίας με τα εθνικά, τοπικά και διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ορισμένες από τις ειδικότερες a priori παραδοχές τους που επισημάνθηκαν, δηλαδή η έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς διεθνούς έννομης τάξης στην κρατική κυριαρχία, η παραδοχή ότι η δημοκρατία και ο δημόσιος λόγος μπορούν να χειραφετήσουν στρεβλότητες και η ανάγκη θεσμοθέτησης ενός ακόμα ανεξάρτητου, μη-κρατικού ερμηνευτή και εφαρμοστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταδεικνύουν τη διεθνή τάση να προκρίνονται νέες, φυγόκεντρες δομές ελέγχου της κρατικής εξουσίας. Επιπλέον, η έλλειψη εμπιστοσύνης καταλαμβάνει όχι μόνο πράξεις και ολιγωρίες της κρατικής μηχανής να κατοχυρώσει και υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα στην εθνική της επικράτεια, αλλά και την ίδια την αξιοπιστία των ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων που παρέχονται 392 από το κράτος στους τακτικούς κύκλους αξιολόγησής του από τα όργανα των Ηνωμένων Εθνών ή άλλα όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης. Για το λόγο αυτό, προβλέπεται η δυνατότητα απευθείας «παρεμβάσεων» των ΕΘΑΔ στα αντίστοιχα όργανα, μέσω για παράδειγμα της αποστολής εναλλακτικών εκθέσεων (παλαιότερα ονομαζόμενων «σκιωδών εκθέσεων») στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών, απευθείας αποστολής στοιχείων στο Συμβούλιο των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης μέσω του Κανόνα υπ’ αριθμ. 9 του Κανονισμού του Συμβουλίου των Υπουργών, αλλά και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) μέσω της λεγόμενης δυνατότητας παρέμβασης τρίτου μέρους (third party intervention) στη γραπτή διαδικασία της εκκρεμούς δίκης. Μολονότι η ενίσχυση των ΕΘΑΔ ως νέου πόλου εφαρμογής, προώθησης και ερμηνείας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν τυγχάνει – εύλογα – θερμής υποδοχής από την κρατική εξουσία, η ίδια η νεομαρξιστική φιλοσοφία που τους καθιέρωσε είναι και αυτή που τους διατηρεί «εν ζωή», καθώς οποιαδήποτε εντός συνόρων δυσκολία ή αρνητική αντιμετώπιση «θεματοποιείται» εντός, αλλά και εκτός, συνόρων, συχνά μέσω των τοπικών και διεθνών δικτύων των ΕΘΑΔ, καθιστώντας έτσι το κράτος έκθετο στη διεθνή κριτική. Βιβλιογραφία Finnis, J. (2011), Natural Law and Natural Rights, Oxford, Oxford University Press. Habermas, J. (1979), Communication and the Evolution of Society, Boston, Beacon Press. Hobbes, T. (1998), On the Citizen, Cambridge, Cambridge University Press. Hohfeld, W. N. (1913), “Some Fundamental Legal Conceptions as Applied in Judicial Reasoning”, Yale Law Journal, 23: 16-59. Tuck, R. (1979), Natural Rights Theories: Their origin and development, Cambridge, Cambridge University Press. 393 394 Η Κατασκευή της Εικόνας του PES ως Ένα Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Μαρία Μπακογιάννη1 Περίληψη Σήμερα, η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης αμφισβητείται. Ως αίτια καταγράφονται, μεταξύ άλλων, η οικονομική κρίση, οι ανισότητες και η μετανάστευση, τα οποία στρέφουν τους πολίτες στον Ευρωσκεπτικισμό. Η σοσιαλδημοκρατική απάντηση στο διακύβευμα αυτό είναι η δημιουργία μιας κοινωνικής Ευρώπης όπου «κανένας δεν θα μένει πίσω». Το συγκεκριμένο πρόταγμα εκφράστηκε προεκλογικά στην καμπάνια του PES. Σκοπός της παρούσας εισήγησης, λοιπόν, είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το PES κατασκευάζει την εικόνα του ως ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μέσα από τα προεκλογικά οπτικοακουστικά του κείμενα κατά την προεκλογική περίοδο του 2019. Προκειμένου να καταστεί αυτό δυνατό, εφαρμόζεται η ερευνητική μέθοδος της κριτικής ανάλυσης Λόγου (critical discourse analysis) στα προαναφερόμενα κείμενα ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για το αν οι αξίες της σοσιαλδημοκρατίας αναπαράγονται στα προεκλογικά σποτ του PES και ποια είναι η σχέση των προτάσεων του κόμματος με το ευρύτερο ευρωπαϊκό μακρο-περιβάλλον. Λέξεις-κλειδιά: Ευρωεκλογές 2019, πολιτική επικοινωνία, PES Εισαγωγή Στις 4 Μαρτίου 2019, ο Γάλλος Πρόεδρος Emmanuel Macron, καλεί με διακήρυξή του τους πολίτες της Ευρώπης να σκεφτούν σοβαρά το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, εν όψει των Ευρωεκλογών του 2019. Σκοπός είναι να καταστεί δυνατή μια Ευρωπαϊκή Αναγέννηση στα θεμέλια της ελευθερίας, της προστασίας και της προόδου όπου οι λαοί θα ξαναπάρουν τον έλεγχο του πεπρωμένου τους μακριά από τον πειρασμό της εθνικιστικής αναδίπλωσης και του διχασμού (Macron 2019). Το νέο αυτό κοινωνικό συμβόλαιο υποστηρίζεται και από το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΣΚ/PES). Με το Μανιφέστο ΕΣΚ 2019, οι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες καλούν τους πολίτες της ΕΕ 1 Μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ,
[email protected]395 να οικοδομήσουν από κοινού μια πιο δίκαιη Ευρώπη που θα ξεπεράσει την ανισότητα μέσω αλλαγής ηγεσίας και πολιτικής κατεύθυνσης αφήνοντας πίσω τα νεοφιλελεύθερα και συντηρητικά μοντέλα του παρελθόντος (ΕΣΚ 2019). Από τα παραπάνω παραδείγματα, διαφαίνεται μια ανησυχία σε πολιτικό επίπεδο για την πορεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα εξεύρεσης λύσεων. Πράγματι, η άνοδος του Ευρωσκεπτικισμού, ήδη από τις εκλογές του 2014, αλλά και η πρόσφατη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ θεωρούνται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα φυγόκεντρων τάσεων, μαρτυρώντας τελικά τη συνθήκη «συμφωνίας στη διαφωνία» (Hobolt 2015, 2016), η οποία δημιουργεί πλήγματα στο ενωσιακό ιδεώδες, ως απότοκο των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών (Habermas 2012: 5). Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, η παρούσα εισήγηση προσπαθεί να χαρτογραφήσει τις Ευρωεκλογές τόσο σε επίπεδο εκλογικής συμπεριφοράς όσο και σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις εκλογές του 2019 ως οι πλέον πρόσφατες. Ειδικά η ενότητα της πολιτικής επικοινωνίας συζητείται μέσω της ανάλυσης της επικοινωνιακής στρατηγικής που εφαρμόζει το PES, πιο εστιασμένα στις παρούσες εκλογές, ως μελέτη περίπτωσης. Η επιλογή αυτή κρίνεται ωφέλιμη δεδομένου ότι το PES είναι μια μεγάλη πολιτική ομάδα διαχρονικά στο Ευρωκοινοβούλιο, αφού από το 1979 έως το 1994 έρχεται πρώτη σε ποσοστά, ενώ από το 1999, χρονιά κρίσης για τον Μεγάλο Συνασπισμό, έως και σήμερα καταλαμβάνει σταθερά τη δεύτερη θέση, παρά τις όποιες απώλειες (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2019α). Επιπρόσθετα, η πολιτική «οικογένεια» των Σοσιαλδημοκρατών έχει βασίσει όλη την επικοινωνιακή της στρατηγική στην προπαγάνδα υπέρ της ισότητας και της δικαιοσύνης, δυο θεμελιωδών σοσιαλιστικών αρχών (Moschonas 2002: 160) που φαίνεται να έχει ανάγκη,2 περισσότερο σήμερα παρά ποτέ, η ΕΕ ως θεσμός ώστε να καταπολεμήσει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες εντός της (Habermas 2012: 70). Βιβλιογραφική επισκόπηση Ευρωπαϊκές εκλογές 2019: Ευρωσκεπτικισμός, Πράσινο Κύμα και Υποχώρηση του Μεγάλου Συνασπισμού Είναι γεγονός ότι, παρά τις προσπάθειες καλλιέργειας κομματικής αντιπαράθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι Ευρωεκλογές δεν απαγκιστρώνονται από τον εθνικό παράγοντα (Hix 2004). Η εξάρτηση του 2 Πέρα από το Μανιφέστο ΕΣΚ 2019, όλο το προεκλογικό υλικό αλλά και οι επικοινωνιακές δράσεις τόσο του PES όσο και της εκπροσώπησής του στο Ευρωκοινοβούλιο ως Socialists and Democrats (S&D), διαρθρώνονται γύρω από την ιδέα μιας πιο δίκαιης και κοινωνικής Ευρώπης. Αξίζει η παρακολούθηση του video των S&D από την πρωτοβουλία τους March for Europe (Βαδίζουμε για την Ευρώπη) τον Μάρτιο του 2019, όπου και πάλι εκφράζεται ανοιχτά η παραπάνω αναγκαιότητα ώστε να ανατραπεί ο λαϊκισμός και ο φόβος του νεοναζισμού (S&D 2019) <https://www.socialistsanddemocrats.eu/channel/european-week-democracy-sd- groups-vision-europe-march4europe-sunday-24-march-2019> 396 ενωσιακού από το εθνικό επίπεδο στο κομματικό πεδίο, καθίσταται εμφανής εάν ληφθεί υπόψιν και ο ορισμός των Ευρωπαϊκών εκλογών ως εκλογών δεύτερης τάξης (Hix & Lord 1997:88-90). Ο χαρακτηρισμός των ευρωπαϊκών εκλογών ως εκλογών δεύτερης τάξης σημαίνει, πρακτικά, ότι τα εκλογικά σώματα σε όλα τα κράτη-μέλη τις αντιλαμβάνονται ως ήσσονος σημασίας σε σχέση με τις αντίστοιχες εθνικές. Αυτό συμβαίνει διότι, οι ευρωπαϊκές εκλογές διεξάγονται περισσότερο στο πνεύμα του κομματικού ανταγωνισμού σε εθνικό επίπεδο, με τις καμπάνιες των κομμάτων και την πολιτική πληροφόρηση, όπως παρέχεται τόσο από τα κόμματα όσο και από τα ΜΜΕ, να αφορούν περισσότερο στα εθνικά ζητήματα παρά σε θέματα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και πολιτικών (ibid.: 88-89). Ωστόσο, στις Ευρωεκλογές του 2014 παρατηρείται μια τάση αμφισβήτησης στη διεθνή βιβλιογραφία, όσον αφορά στον όρο «εκλογές δεύτερης τάξης» (Hobolt et al. 2016). Η άνοδος του Ευρωσκεπτικισμού είτε στο δεξιό είτε στο αριστερό άκρο θεωρείται ως το απότοκο μιας αντίδρασης των Ευρωπαίων απέναντι στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στο μικροεπίπεδο (Hobolt 2015). Οι πολίτες των κρατών-μελών άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι οι αποφάσεις στο ενωσιακό πλαίσιο είναι δυνατόν να παράγουν κάποια αποτελέσματα τόσο σε εθνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ζητήματα που αφορούν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όπως είναι το κοινό νόμισμα και η μετανάστευση φαίνεται πως επηρεάζουν την ψήφο των εκλογέων, φανερώνοντας πως, τελικά, οι κομματικές επιλογές στην κάλπη δεν σχετίζονται απόλυτα με τις κομματικές προτιμήσεις των πολιτών σε επίπεδο έθνους-κράτους (De Vries et al. 2011). Το 2019, ο Ευρωσκεπτικισμός εξακολουθεί να διατηρεί τα εκλογικά ποσοστά του, χωρίς ωστόσο, να επιβεβαιώνεται η προεκλογική πρόβλεψη για περαιτέρω εκλογική του άνθιση, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα φαίνεται ότι σημειώνουν και εκλογικές απώλειες (Mudde 2019: 23). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι η πτώση των ποσοστών του Κινήματος των Πέντε Αστέρων (περίπου κατά 4%) στην Ιταλία αλλά και η μοναδική εκλογή του IMRO-Bulgarian National Movement στην Βουλγαρία, όταν το 2014 εκτός από το IMRO είχε εκλέξει εκπροσώπους και το έτερο ευρωσκεπτικιστικό βουλγαρικό κόμμα Bulgaria Without Censorship (Mudde 2019:23). Βέβαια, αξίζει να επισημανθεί ότι παρά τις απώλειες, ο Ευρωσκεπτικισμός στο δεξιό φάσμα φαίνεται ότι διατηρεί τη δυναμική του, σε αντίθεση με τον Ευρωσκεπτικισμό αριστερού φάσματος, ο οποίος «είναι και επίσημα νεκρός στις εκλογές του 2019» (ibid.: 23). Επιπλέον, στις εκλογές του 2019 καταγράφεται μια υποχώρηση των ποσοστών των δυο μεγάλων ευρωομάδων, δηλαδή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, δεδομένου ότι και οι δυο μαζί ομάδες υπολείπονται γύρω στις 40 έδρες από την επίτευξη πλειοψηφίας, καθώς και μια ταυτόχρονη αύξηση της εκλογικής δυναμικής μικρότερων ευρωπαϊκών πολιτικών οικογενειών (Bolin 2019: 20). Το γεγονός αυτό υποδηλώνει έναν κατακερματισμό πολιτικής δύναμης εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δυσκολεύει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αφού πια ο πρώην Μεγάλος Συνασπισμός χρειάζεται τουλάχιστον άλλη μια πολιτική ομάδα προκειμένου να καταλήξει σε κάποια απόφαση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του (ibid.). Κατά μία άποψη, η προαναφερόμενη ενδεχόμενη συνεργασία μάλλον μοιάζει απίθανη για τους εκπροσώπους των 397 ευρωσκεπτικιστικών ομάδων, αν ληφθεί υπόψιν η αρνητική στάση τους απέναντι στην ΕΕ. Ωστόσο αυτή η απροθυμία δεν φαίνεται να είναι σημαντική, καθώς δυο άλλες ομάδες, που μάλιστα παρουσιάζονται και ενισχυμένες από τις τελευταίες εκλογές, οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι, μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο ως ρυθμιστές εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμβάλλοντας με τις προτάσεις και την ψήφο τους στην διευκόλυνση του παραγόμενου έργου και στην ανάδειξη μιας εναλλακτικής ατζέντας κυρίως γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα (Bolin et al 2019: 11, Michalski 2019: 15). Ειδικά η άνοδος των δυο αυτών ομάδων κρίνεται ως ιδιαίτερα θετική, αφού με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται έμπρακτα ότι υπάρχει ακόμη μια μερίδα Ευρωπαίων πολιτών που υποστηρίζει μια ενωμένη Ευρώπη στη βάση της ανοιχτότητας και της δημοκρατίας παρά τον γενικότερο προβληματισμό αναφορικά με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τον οποίο και εκφράζει ο Ευρωσκεπτικισμός (Balčytien 2019: 21). Αν και η αύξηση της δυναμικής και των δυο ομάδων είναι σημαντική, εντούτοις, ο ακαδημαϊκός διάλογος περιστρέφεται έντονα γύρω από την άνοδο της ομάδας των Πρασίνων, η οποία κατάφερε να κερδίσει 23 έδρες παραπάνω σε σχέση με τις εκλογές του 2014 (από 51 σε 74) (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2019β). Ενδεικτικά, στη Γερμανία το Κόμμα των Πρασίνων ήρθε δεύτερο, καταφέρνοντας να ξεπεράσει τα ποσοστά του SPD, το οποίο θεωρείται ως ένας διαχρονικά σημαντικός κεντροαριστερός πολιτικός παίκτης (Kirby 2019), στην Ιρλανδία έφτασε το 11,4%, ένα ποσοστό το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το πιο υψηλό διαχρονικά για το εν λόγω κόμμα (Costello 2019: 49), ενώ στην Πορτογαλία, παρά την νίκη των Σοσιαλδημοκρατών, το κόμμα «Άνθρωποι, Ζώα και Φύση» τριπλασίασε το ποσοστό του σε σχέση με τις εθνικές εκλογές εκλέγοντας έναν εκπρόσωπο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει, αφενός το δημόσιο ενδιαφέρον γύρω από τα περιβαλλοντικά ζητήματα, τα οποία, ειδικά στις χώρες του Βορρά, τίθενται «ψηλά» στην ατζέντα, ενώ τελευταία γίνονται αντιληπτά ως εξόχως σημαντικά αν συνυπολογιστεί και ο αντίκτυπος από την ακτιβιστική δράση της Greta Thunberg (Greta effect) (Holtz-Bacha 2019: 37). Επίσης, φανερώνει και μια ενδεχόμενη τάση αλλαγής πολιτικού παραδείγματος και μιας πιθανής αναδιάταξης του κομματικού σκηνικού, ιδιαίτερα σε κάποια κράτη-μέλη, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία, δίνοντας στο «Πράσινο κύμα» τη δυνατότητα να μετατραπεί σταδιακά σε μια νέα προοδευτική πολιτική δύναμη (Kirby 2019). Ωστόσο, παρόλη τη διαφορετική ατζέντα και ιδεολογία, τόσο οι Πράσινοι όσο και τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα στο δεξί άκρο φαίνεται να εκφράζουν εξίσου μια μερίδα ψηφοφόρων με κοινά χαρακτηριστικά (de Lange 2019: 59). Πρόκειται για ανθρώπους με μεταϋλιστικές ανησυχίες τις οποίες θεωρούν ως υψίστης σημασίας εντός των μεταβιομηχανικών κοινωνιών, με τη διαφοροποίηση της ψήφου προς τον δεξιό Ευρωσκεπτικισμό ή τους Πράσινους να εξαρτάται από την προσωπική πολιτική και ιδεολογική προσέγγιση απέναντι στα υπό συζήτηση θέματα. Έτσι, ψηφοφόροι με μια πιο φιλελεύθερη και κοσμοπολίτικη αντίληψη που συνηγορούν υπέρ μιας ανοιχτής κοινωνίας και μιας δημοκρατίας από τα κάτω (bottom up democracy) στρέφονται προς τους Πράσινους, ενώ, αντίθετα, ψηφοφόροι περισσότερο συντηρητικοί που ασπάζονται ολοκληρωτικές και εθνικιστικές ιδέες και πρακτικές, όπως είναι η λογική των κλειστών συνόρων και η μείωση της εισροής μεταναστών και προσφύγων ψηφίζουν κόμματα που ανήκουν στο φάσμα του δεξιού 398 Ευρωσκεπτικισμού (ibid.). Αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους ψηφοφόρους των μεταϋλιστικών ανησυχιών, στο παρελθόν στήριζαν στις εκλογικές αναμετρήσεις κόμματα που ανήκουν στην ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών, ωστόσο πλέον φαίνονται απρόθυμοι να το πράξουν ξανά. Ως αιτία αυτής της συμπεριφοράς παρουσιάζεται η προηγούμενη στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τη λογική του «Τρίτου Δρόμου» που δημιουργεί σε αρκετούς πολίτες, ειδικά σε άτομα των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, έναν φόβο σχετικά με την απώλεια των κοινωνικών τους κεκτημένων, ιδιαίτερα στον τομέα της αγοράς εργασίας. Ο φόβος αυτός πηγάζει από τις οικονομικές αλλαγές που συνέβησαν στο παρελθόν εξαιτίας της απορρύθμισης των αγορών σε παγκόσμια κλίμακα (Jun 2019: 55). Έτσι, ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη κατακερματίζεται και έρχεται αντιμέτωπος με πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους πολιτικές προτάσεις αφού οι παραδοσιακοί του ψηφοφόροι συσπειρώνονται γύρω από εναλλακτικές πολιτικές λύσεις αναλόγως της ιδεολογικής οπτικής τους, γεγονός που καθιστά δύσκολη, αφενός τη διαδικασία του πολιτικού επαναπατρισμού τους, και αφετέρου την επανάκτηση του παλαιού status quo των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε κάθε κράτος-μέλος (ibid.). Συμπερασματικά παρατηρείται ότι τα εθνικά συμφέροντα από κοινού με τις μεταϋλιστικές ανησυχίες μερίδας πολιτών φαίνεται πως προκαλούν διαιρετικές τομές εντός της ΕΕ, καταλήγοντας σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό που περιλαμβάνει την εδραίωση του Ευρωσκεπτικισμού, την ανάδειξη νέων πολιτικών παικτών και την μείωση της εκλογικής δύναμης της ομάδας των Σοσιαλδημοκρατών. Ευρωεκλογές και Πολιτική Επικοινωνία Μέχρι και τις εκλογές του 2009, πράγματι, η πολιτική επικοινωνία και ο δημόσιος διάλογος για τις Ευρωεκλογές λαμβάνουν χώρα εντός της εθνικής επικράτειας κάθε κράτους-μέλους, με τα κόμματα να προσπαθούν να ανταγωνιστούν μεταξύ τους με όρους εθνικών εκλογών (πρώτης τάξης) προβάλλοντας το όποιο έργο τους και κατηγορώντας τους αντιπάλους τους (Hertner 2011). Από τις εκλογές του 2009 ωστόσο, παρατηρείται μια στροφή στην επικοινωνιακή στρατηγική των κομμάτων προς μια πιο ευρωπαϊκή ατζέντα συνδυαστικά με την «ανάδειξη ευρωπαϊκών θεμάτων στις τηλεοπτικές ειδήσεις και τον έντυπο Τύπο και σύνδεσής τους με την εθνική πολιτική αρένα» σε όλα τα κράτη-μέλη (Τεπέρογλου 2016: 333). Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες, ο πυρήνας της καμπάνιας παρέμεινε στα εθνικά κόμματα, τα οποία χωρίς κάποια ιδιαίτερη επικοινωνιακή σύνδεση με την ευρωομάδα τους, προσπαθούν να προσελκύσουν τους εκλογείς σε εθνικό επίπεδο. Το τελευταίο είναι εμφανές και από το γεγονός ότι η ανάμειξη των πολιτών στις καμπάνιες των ευρωομάδων ήταν χαμηλή, χάνοντας όχι μόνο την ευκαιρία για διαμόρφωση επικοινωνιακής στρατηγικής από τα κάτω (grassroots campaign) αλλά και τη σύνδεσή τους ηθικά και συναισθηματικά τόσο μεταξύ τους ως μέλη του Ευρωπαϊκού δήμου, αλλά και με την ΕΕ ως ένα πεδίο χάραξης πολιτικής (Hertner 2013). Ως προς στη δόμηση της καμπάνιας, τα κόμματα φαίνεται ότι στρέφονται προς τον επαγγελματισμό υιοθετώντας παρόμοιες επικοινωνιακές στρατηγικές 399 σκοπεύοντας κατά βάση στον πολλαπλασιασμό των ψήφων, παρά στην ανάδειξη των ιδεολογικών διαφορών σε σχέση με τους αντιπάλους (Tenscher et al. 2012). Από τις εκλογές του 2014, ως βασικό εργαλείο επικοινωνίας έχουν αναδειχθεί και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία επιτρέπουν μια πιο άμεση επικοινωνία μεταξύ υποψηφίων και εκλογέων. Στις εκλογές του 2019 η χρήση των κοινωνικών δικτύων για προώθηση της πολιτικής καμπάνιας εντατικοποιείται και αφορά περισσότερο στη δημιουργία κειμένων, όπως φωτογραφίες και videos, ιδίως στο Instagram και το YouTube (Valentini 2019: 80). Ωστόσο, υπάρχει η τάση για ισορροπία στη χρήση content-based κοινωνικών δικτύων (Instagram, YouTube) και profile-based κοινωνικών δικτύων (Twitter, Facebook). Ως content-based ορίζονται τα κοινωνικά δίκτυα «που στοχεύουν στην προσέγγιση ακροατηρίων στη βάση συγκεκριμένων ενδιαφερόντων για ένα θέμα, ξεπερνώντας εκλογικά προφίλ και προτιμήσεις σε συγκεκριμένους υποψηφίους», ενώ ως profile-based ορίζονται τα κοινωνικά δίκτυα που «επικεντρώνονται ατομικά στις εκλογικές προτιμήσεις ή/και στους υποψηφίους παρά στο περιεχόμενο» (Valentini 2019: 80). Αναφορικά με τα προωθούμενα μηνύματα, φαίνεται ότι υπάρχει διαφοροποίηση αναλόγως της γεωγραφικής περιοχής, με τα περιβαλλοντικά θέματα να πρωταγωνιστούν στις καμπάνιες κομμάτων της Βόρειας Ευρώπης, την ίδια στιγμή που εργασιακά και οικονομικά ζητήματα προβάλλονται περισσότερο σε κράτη-μέλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Johansson & Novelli 2019:83). Η ανωτέρω παρατήρηση επιβεβαιώνει και για το 2019 την τάση των εκλογών του 2014, περί μη ύπαρξης ενός πανευρωπαϊκού ζητήματος που να απασχολεί καθολικά τις καμπάνιες των κομμάτων στα κράτη-μέλη (Foundation for European Progressive Studies 2014). Από τα ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι μέχρι το 2009, η επικοινωνιακή στρατηγική των συμμετεχόντων κομμάτων στις Ευρωπαϊκές εκλογές δομείται κατά βάση στο εθνικό επίπεδο, ενώ, από το 2014, οι καμπάνιες των κομμάτων στοχεύουν στην ανάδειξη ευρωπαϊκών ζητημάτων και πολιτικών, χωρίς όμως να επιτυγχάνεται η πλήρης απαγκίστρωση από τον εθνικό παράγοντα. Μεθοδολογία: Party of European Socialists (PES) Το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Party of European Socialists-PES) ιδρύεται το 1992, έπειτα από τη θεσμική αναγνώριση των Ευρωπαϊκών κομμάτων στο Ευρωκοινοβούλιο ως απότοκο της Συνθήκης του Μάαστριχτ (Hix 1999: 204- 205), ως μια πολιτική «οικογένεια» σοσιαλδημοκρατικών, σοσιαλιστικών, εργατικών και δημοκρατικών κομμάτων από όλη την Ευρώπη και τη Νορβηγία (PES 2019a). Βασικές του αξίες είναι «η δημοκρατία, η ελευθερία, η ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη και η ειρήνη», αντανακλώντας, έτσι, ολόκληρο τον αξιακό κόσμο της σοσιαλδημοκρατίας (Κοντιάδης 2017: 76). Οι πολιτικές που υποστηρίζει διαχρονικά αφορούν στην οικοδόμηση μιας «Κοινωνικής Ευρώπης», δηλαδή μιας Ευρώπης της ενιαίας αγοράς και των οικονομικών ελευθεριών που, ταυτόχρονα, φέρει και κοινωνικό πρόσημο (Hix 1999: 215). Στην Ελλάδα, μέλος του PES είναι το Κίνημα Αλλαγής (ΚΙΝΑΛ). Διαχρονικά, από το 1979 μέχρι και το 1989, ο συνασπισμός σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκεντρώνει την πλειοψηφία των ψήφων, ενώ, το 1994, οπότε και το PES συμμετέχει για πρώτη 400 φορά στις Ευρωπαϊκές εκλογές ως πολιτική ομάδα, καταγράφει ποσοστό 34,19% καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση. Από το 1999, έτος σταθμό για τη διάσπαση του Μεγάλου Συνασπισμού, το PES έρχεται συστηματικά δεύτερο σε ποσοστά, τα οποία κυμαίνονται σταθερά γύρω στο 25-27% (Hix 1999: 205, Europa 2019). Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι παρά τη δύναμη του, τα κόμματα που το απαρτίζουν καταγράφουν, ειδικά από το 2009, σχετικά χαμηλή εκλογική απόδοση συντελώντας στην πτωτική πορεία στα ποσοστά της πολιτικής ομάδας των Σοσιαλιστών (S&D) στην Ευρωβουλή (Hix, Marsh 2011). Στις Ευρωεκλογές του 2019, το PES, λαμβάνοντας υπόψη τις διαιρετικές τομές και τον Ευρωσκεπτικισμό, και ενστερνιζόμενο το νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο για την Ευρώπη, διακηρύττει συγκεκριμένες προεκλογικές θέσεις «κατά του ισχύοντος status quo της ΕΕ» στοχεύοντας στην ευημερία των πολιτών, την κοινωνική προστασία και την αλληλεγγύη ανάμεσα στους Ευρωπαίους (PES 2019a). Η παραπάνω πολιτική βούληση θεωρείται απαραίτητη προκειμένου η Ευρώπη να ξεπεράσει τις ανισότητες, οι οποίες απορρέουν τόσο από την ασυμμετρία δόμησης του ενωσιακού οικοδομήματος όσο και από την οικονομική κρίση του 2008.3 Η τελευταία, δε, πιστεύεται ότι ευθύνεται πρωταρχικά για την άνοδο του «ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος και την υποβάθμιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου» (Κοντιάδης 2017: 191). Ως προς στην επικοινωνιακή στρατηγική, το PES εφαρμόζει ήδη από το 2005 μια λογική grassroots campaign στην οποία ενθαρρύνεται η συμμετοχή μελών του κόμματος (Hertner 2013).4 Πρακτικά, δομείται ένα δίκτυο εθελοντών στο εθνικό επίπεδο από μέλη των κομμάτων που απαρτίζουν το PES, οι οποίοι επικοινωνούν αναφορικά με την καμπάνια της ευρωομάδας και διοργανώνουν ανταλλαγές καμπάνιας μεταξύ γειτονικών πόλεων. Οι ανταλλαγές αυτές έχουν σκοπό την ενδυνάμωση και την ενίσχυση της υποστήριξης μεταξύ των μελών, καθώς και την κατασκευή μιας κοινής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας ώστε οι Ευρωεκλογές να αποτελούν υπόθεση όλων ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής. Η επικοινωνία των εθελοντών πραγματοποιείται κυρίως μέσω κοινωνικών δικτύων και του blog PES campaign, ενώ ενθαρρύνεται η διοργάνωση εκδηλώσεων στοχεύοντας στην ενίσχυση των διαπροσωπικών τους σχέσεων αλλά και την διάδοση των ιδεών τους με τους εκλογείς (Hertner 2013). Έχοντας, λοιπόν, υπόψιν τα παραπάνω η παρούσα εισήγηση θα επιχειρήσει να χαρτογραφήσει τον τρόπο με τον οποίο προωθείται επικοινωνιακά η ταυτότητα του PES στις εκλογές του 2019, απαντώντας στο βασικό ερώτημα, το οποίο είναι το εξής: Πώς το PES κατασκευάζει την εικόνα του ως ένα σοσιαλδημοκρατικό ευρωπαϊκό κόμμα; Σκοπός της εισήγησης είναι να εξεταστεί αν η αφήγηση του PES, σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας, ταυτίζεται και αντανακλά τις αξίες και τη δομή του ως ένα σοσιαλιστικό δημοκρατικό κόμμα. Ως βασικές σοσιαλδημοκρατικές αξίες καταγράφονται η ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη και η βιώσιμη ανάπτυξη (Κοντιάδης 2017). Οι αξίες αυτές αναμένεται να αναδειχθούν 3 Η ασυμμετρία αφορά στην έμφαση που δόθηκε στη δημιουργία μιας οικονομικής σφαίρας, η οποία, ειδικά μετά την ΟΝΕ, «καλύπτει πλέον ένα ευρύτατο πεδίο παρέμβασης, ενώ, αντίθετα, στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, τα επιτεύγματα της ενωσιακής οικοδόμησης εμφανίζονται ισχνά» (Κοντιάδης, 2017: 185). 4 PES Activists. 401 στον προεκλογικό λόγο του PES ως βασικές θεματικές της επικείμενης ανάλυσης. Προκειμένου να υλοποιηθεί ο ανωτέρω σκοπός, προκρίνεται ως μεθοδολογικό εργαλείο η κριτική ανάλυση Λόγου. Πρόκειται για μια ποιοτική μέθοδο η οποία εξετάζει το Λόγο και τη σύνδεση του με την ιδεολογία, φανερώνοντας σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης μέσα στις κοινωνίες (Fairclough 1995: 1). Χρησιμοποιείται ως μέθοδος προκειμένου να αποκαλυφθούν οι «κρυμμένες» ιδεολογικές αφηγήσεις του ομιλούντος μέσα από την ανάλυση του παραγόμενου λόγου και να τοποθετηθούν στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο όπου είναι φανερή η σύνδεση της δομής του λόγου με τις κοινωνικές δομές (van Dijk 1993). Τέλος, το δείγμα επιλογής αφορά τα προεκλογικά οπτικοακουστικά κείμενα του PES, όπως συλλέχθηκαν από τον επίσημο ιστότοπο του και από τις επίσημες σελίδες του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα στο Facebook, μέχρι και πριν έναν μήνα από τις Ευρωπαϊκές εκλογές, οπότε και αναμένεται να υπάρχει μια μεγαλύτερη κινητοποίηση επικοινωνιακά, ακριβώς λόγω της αύξησης του δημοσίου ενδιαφέροντος σε σχέση με το επικείμενο γεγονός της ανάδειξης των εκπροσώπων στην Ευρωβουλή. Αποτελέσματα-Συμπεράσματα Στη συγκεκριμένη ενότητα πρόκειται να αναπτυχθούν τα αποτελέσματα- συμπεράσματα της παρούσας εισήγησης αναφορικά με την κατασκευή της εικόνας του PES από το ίδιο ως ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αρχικά, μια βασική θεματική που θίγεται μέσα από την καμπάνια του PES, θεωρείται πως είναι η ισότητα και συγκεκριμένα η έμφυλη ισότητα. Αυτό που παρατηρείται είναι ότι, σε πολλά βίντεο γίνονται αναφορές στην «ανισότητα των απολαβών βάσει φύλου», «στην ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών» καθώς και στην «ποσόστωση των γυναικών σε θέσεις ευθύνης» (PES 2019b). Η έμφυλη ανισότητα, λοιπόν, τοποθετείται στο επίκεντρο της ρητορικής του PES προεκλογικά, επαναφέροντας στο διάλογο τα διαχρονικά ζητήματα ανισότητας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες εντός της ΕΕ, ιδιαίτερα στο πεδίο της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής καταξίωσης. Το θέμα, εξάλλου, της έμφυλης ανισότητας φαίνεται πως δεν παύει να ταλανίζει την ενωμένη Ευρώπη των δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών. Με βάση πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τόσο η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, όσο και οι ώρες εργασίας καθώς και οι απολαβές διαφοροποιούνται αναλόγως του φύλου. Ενδεικτικά, επισημαίνεται ότι το 2017 οι γυναίκες συμμετείχαν κατά 66% στην αγορά εργασίας, ενώ η αντίστοιχη συμμετοχή για τους άντρες έφτασε το 78%. Επίσης, παρόλο που οι γυναίκες εργάζονται περισσότερο σε σχέση με τους άντρες (6 ώρες παραπάνω εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο), αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι απολαβές τους εμφανίζονται συστηματικά χαμηλότερες (αμείβονται 16% λιγότερο από τους άντρες). Εάν στα παραπάνω στοιχεία συνυπολογιστεί και ο χρόνος που αφιερώνουν οι γυναίκες στις οικιακές εργασίες, ο εργασιακός τους χρόνος άνευ αποδοχών εκτιμάται πως φθάνει τις 39 ώρες, έναντι των 32 εργασιακών ωρών εβδομαδιαίως για τις οποίες τελικά αμείβονται (European Commission 2018a). 402 Θεωρητικά, η ανωτέρω άνιση εργασιακή μεταχείριση των γυναικών, όχι μόνο παρουσιάζεται ως νομιμοποιημένη αλλά συνδέεται και με τη γενικότερη αντίληψη των Ευρωπαίων περί θηλυκότητας. Σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας έρευνας, το ¼ των Ευρωπαίων πιστεύουν ότι ο ρόλος της γυναίκας είναι να φροντίζει την οικογένειά της, ενώ στο 1/3 των κρατών-μελών (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), η αντίληψη αυτή καταγράφει ποσοστό της τάξης του 70% (European Commission 2018a). Οι πληροφορίες αυτές αντανακλούν και επιβεβαιώνουν την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη γύρω από τους έμφυλους ρόλους, την ίδια στιγμή που αναπαράγουν διαφορετικά στερεοτυπικά χαρακτηριστικά για καθένα από τα δυο φύλα, σκιαγραφώντας, έτσι, και τις διαφορετικές κοινωνικές προσδοκίες για τους άντρες και τις γυναίκες (Kellner 2005). Έτσι, θεωρείται δεδομένο ότι οι γυναίκες διαδραματίζουν έναν πιο παθητικό ρόλο, αυτόν της συζύγου και της μητέρας που είναι υπεύθυνη για τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών (Busby 1975), την ίδια ώρα που, οι άντρες αναμένεται να είναι πιο ενεργητικοί και ανταγωνιστικοί στο εργασιακό περιβάλλον τους, δραστήριοι και ισχυροί, φέροντας, με αυτόν τον τρόπο, όλα τα χαρακτηριστικά ενός «κυρίαρχου αρσενικού» (Connell 1995: 77). Ωστόσο, η έμφυλη ανισότητα, δεν αφορά μόνο τη δυναμική που αναπτύσσεται κοινωνικά ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες, αλλά περιλαμβάνει και όλα τα άλλα φύλα. Το PES, αποδεδειγμένα, ενσωματώνει στην αφήγησή του και τα δικαιώματα της LGTBQ κοινότητας, και φαίνεται πως τα διεκδικεί όχι μόνο μέσα από την καμπάνια του αλλά και από την συμπερίληψη στην πολιτική του ομάδα διακριτού τμήματος LGTBQ, το Rainbow Rose, που απαρτίζεται από μέλη και υποψηφίους της συγκεκριμένης κοινότητας (Rainbow Rose 2019a). Το Rainbow Rose, θεωρείται ως επίσημο μέλος του PES ήδη από το 2006, διαθέτει διακριτό καταστατικό σε σχέση με το PES, ενώ δομεί αυτούσιες επικοινωνιακές καμπάνιες όχι μόνο προεκλογικά αλλά και για την ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα ισότητας φύλων (Rainbow Rose 2019). Στις εκλογές του 2019, το Rainbow Rose προσπάθησε να προωθήσει τις θέσεις του και να κινητοποιήσει το ενδιαφέρον του εκλογικού σώματος μέσα από το σλόγκαν «Βγες έξω και ψήφισε!».5 Το συγκεκριμένο σλόγκαν θεωρείται ότι συνδέεται με μια λογική απενοχοποίησης των μελών της LGTBQ κοινότητας σε σχέση με τη σεξουαλικότητά τους, η οποία, μεταφορικά ονομάζεται από τους ίδιους ως «βγαίνω έξω από την ντουλάπα». Η φράση αυτή, πιστεύεται ότι συμβολίζει μια πράξη απελευθέρωσης και χειραφέτησης από τα κυρίαρχα ετεροκανονικά κοινωνικά πρότυπα, τα οποία λειτουργούν ως μοχλοί καταπίεσης για τους ανθρώπους που δεν τα ασπάζονται (McLean 2007). Η καταπίεση αυτή, μάλλον δεν εκλείπει ούτε και από την ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία του European Union Agency for Fundamental Rights (2014), τα μέλη της LGTBQ κοινότητας υφίστανται διακρίσεις στην πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες και παροχές όπως είναι η υγεία και η εκπαίδευση, ενώ, το 2014 το 47% αυτών δέχθηκε κάποια διάκριση ή προσβολή για την ταυτότητά του και το 20% δεν κατάφερε να προσληφθεί για τον ίδιο ακριβώς λόγο σε κάποιο κράτος-μέλος της Ένωσης. Βασική επιδίωξη του Rainbow Rose, η οποία εκφράστηκε συστηματικά και στα βίντεο του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προεκλογικά, είναι «το δικαίωμα στο γάμο και τη νόμιμη αναγνώριση φύλου», μια διεκδίκηση, η οποία 5 Come out and vote! 403 μπορεί να γίνει πραγματικότητα αν «δεν φλερτάρεις με την κάλπη, αλλά ψηφίσεις» και αν «δεις ότι το να ψηφίσεις είναι το καλύτερο πρώτο ραντεβού» (Rainbow Rose 2019b). Οι φράσεις αυτές παραπέμπουν ξανά σε μια πρακτική απενοχοποίησης και νομιμοποίησης της ταυτότητας των μελών της LGTBQ κοινότητας (McLean 2007), η οποία, με βάση τις παραπάνω έρευνες, μάλλον δεν έχει συντελεστεί στο ενωσιακό επίπεδο. Ειδικά τα ζητήματα της νόμιμης αναγνώρισης φύλου και του γάμου μπορούν να θεωρηθούν κρίσιμα σε μια ΕΕ, όπου μόλις τα 11 από τα 28 κράτη-μέλη αναγνωρίζουν το δικαίωμα γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια (Council on Foreign Relations 2019). Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι όσον αφορά την αναγνώριση φύλου, στα 21 κράτη-μέλη απαιτείται προηγούμενη ψυχιατρική γνωμάτευση πριν προχωρήσει κάποιος σε αλλαγή φύλου, ενώ σε 7 κράτη-μέλη ζητείται και η προηγούμενη στείρωση του ατόμου (Transgender Europe 2018). Οι πρακτικές αυτές, πιστεύεται ότι αντιμετωπίζουν την ομοφυλοφιλία ως ένα ιατρικό πρόβλημα, το οποίο και χρήζει εξειδικευμένης παρακολούθησης. Έτσι, η ομοφυλοφιλία ορίζεται ως ένα ζήτημα ταμπού, ως μια ασθένεια περισσότερο παρά ως μια ουδέτερη κατάσταση, η οποία χρειάζεται την ιατρική επέμβαση προκειμένου το άτομο να επανέλθει στα κυρίαρχα έμφυλα πρότυπα της κοινωνίας (Drescher & Byne 2012). Τελικά, η υπεράσπιση της έμφυλης ισότητας, ειδικά όσον αφορά στα μέλη της LGTBQ κοινότητας, σχετίζεται με την ανεμπόδιστη εγγύηση και τον εμπλουτισμό των δικαιωμάτων, μια διαχρονική σοσιαλδημοκρατική αντίληψη η οποία στοχεύει στην προστασία της αξίας του ανθρώπου και στην μη χειραγώγηση της ιδιωτικότητας του ατόμου από τις κοινωνικές επιταγές (Κοντιάδης 2017: 177-179). Συνεχίζοντας, άλλη μια θεματική που αναδεικνύεται από τα προεκλογικά βίντεο του PES είναι η κοινωνική αλληλεγγύη. Η «φορολογική δικαιοσύνη» καθώς και τα «σπίτια που αντέχεις να συντηρείς» (PES 2019c, PES 2019d) είναι δυο από τα θέματα που σχετίζονται με την εν λόγω θεματική, στρέφοντας την προσοχή στα αντίστοιχα πεδία στην ΕΕ. Ως προς το ζήτημα της φορολογικής δικαιοσύνης, αυτό που παρατηρείται είναι ότι στην Ένωση, οι φορολογικές ανισότητες είναι μια πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η διαφορά του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) ανάμεσα στα κράτη-μέλη, ο οποίος μπορεί να επιφέρει διαφορετικές τιμές για τα ίδια προϊόντα και να επιδράσει με διαφορετικό τρόπο στα εισοδήματα των καταναλωτών ανά την Ευρώπη ως απότοκο της μη πλήρους φορολογικής ενοποίησης (Ιωακειμίδης 2016), καθώς και η απώλεια εισοδήματος (συνολικά χάνονται κάθε χρόνο 50-70 δις ευρώ από την ευρωπαϊκή οικονομία) σε ολόκληρη την ΕΕ λόγω φορολογικής απάτης, φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής (European Commission 2018b) θεωρούνται ως δυο βασικοί λόγοι ύπαρξης και διαιώνισης της φορολογικής αδικίας και κατ’ επέκταση των οικονομικών ανισοτήτων στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ειδικά η απώλεια εισοδήματος εξαιτίας της φορολογικής απάτης πιστεύεται ότι είναι το αποτέλεσμα της προγενέστερης απελευθέρωσης των ευρωπαϊκών αγορών στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής επιλογής (Κοντιάδης 2016: 107). Επιπρόσθετα, ως ένα ακόμη σχετικό θέμα στη θεματική της κοινωνικής αλληλεγγύης αναδεικνύεται και το δικαίωμα στη στέγαση. Τα «σπίτια που αντέχεις να συντηρείς» (PES 2019d) θεωρούνται κομβικής σημασίας στο πρόγραμμα του PES, αφού για αυτό έχουν δημιουργηθεί αυτούσια βίντεο, 404 φανερώνοντας, έτσι, ίσως, και τη σημασία με την οποία περιβάλλεται το εν λόγω ζήτημα από την πολιτική ομάδα. Η σημασία αυτή μάλλον δεν είναι τυχαία, αν συνυπολογίσει κανείς ότι παρά τη σπουδαιότητα του δικαιώματος στη στέγαση, 1 στους 20 Ευρωπαίους αντιμετώπισε στέρηση στέγης για το 2016 (Eurostat 2017), ενώ το 42,3% του διαθέσιμου εισοδήματος στην ΕΕ αφορά στη διατήρηση στέγης. Αυτό το αυξημένο ποσοστό θεωρείται ότι συνδέεται στενά με την αύξηση στις οικιακές τιμές ενέργειας (περίπου 10%) τον προηγούμενο χρόνο (Eurostat 2019). Τα ανωτέρω, συνδυαστικά με την ανάπτυξη της οικονομίας διαμοιρασμού (πχ. Airbnb) φαίνεται ότι δυσκόλεψαν τους πολίτες σε πολλά κράτη-μέλη, αφενός να βρουν ένα πλήρως εξοπλισμένο και λειτουργικό σπίτι και αφετέρου αυτό να κυμαίνεται σε λογικές τιμές σε σχέση με το εισόδημά τους (Corporate Europe Observatory 2018). Τελικά, τόσο οι φορολογικές ανισότητες όσο και τα εμπόδια στην απόλαυση του δικαιώματος στέγασης μαρτυρούν την πρότερη νεοφιλελεύθερη στροφή στο ενωσιακό επίπεδο, η οποία οδήγησε στην συρρίκνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, μιας θεμελιώδους σοσιαλδημοκρατικής επιταγής, προς ενίσχυση των ατομοκεντρικών και παραγωγιστικών αντιλήψεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την απαξίωση της πολιτικής σε σχέση με την οικονομία (Χαραλάμπης 1998). Ωστόσο, η θεματική της κοινωνικής αλληλεγγύης δεν εξαντλείται εδώ. Με βάση το λόγο του PES, παρατηρείται ότι έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της βιώσιμης ανάπτυξης, ως ένα ακόμη παρακλάδι της της συγκεκριμένης θεματικής. Τα βίντεο του PES, τα οποία, σε πολλές περιπτώσεις, απομόνωναν το θέμα της κλιματικής αλλαγής, είναι διαφωτιστικά αναφορικά με τη στόχευση της ομάδας για την εν λόγω πολιτική. Το PES πιστεύει ότι «είναι ώρα να κάνουμε κάτι για την κλιματική αλλαγή», «για μια Ευρώπη που θα είναι ελεύθερη, δίκαιη και βιώσιμη» και στην οποία «κανένας δεν θα μένει πίσω» (PES 2019e, PES 2019b). Τα παραδείγματα αυτά, απηχούν μια βασική οικονομική αρχή με κοινωνικό πρόσημο, αυτή της βιώσιμης ανάπτυξης. Ως βιώσιμη ανάπτυξη ορίζεται «η ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να υπονομεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ανταποκριθούν στις δικές τους» (United Nations 1987) και συνδέεται στενά με την διαγενεακή αλληλεγγύη (Meyer & Roser 2006). Η εστίαση, λοιπόν, του PES στο θέμα της κλιματικής αλλαγής αναδεικνύει και την ταυτότητα του ως ένα κόμμα με σοσιαλδημοκρατική ιδεολογική κατεύθυνση και ατζέντα. Η βιώσιμη ανάπτυξη ως αρχή, τοποθετείται στον πυρήνα της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς το οικολογικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται πάντα ως πολιτικό στους κόλπους της (Κοντιάδης 2017: 89-92). Η πολιτική διάσταση του εν λόγω ζητήματος αφορά στον κίνδυνο για τη φιλελεύθερη δημοκρατία εξαιτίας της περιβαλλοντικής κατάρρευσης, γεγονός που θα σηματοδοτήσει την επαναφορά των αυταρχικών καθεστώτων χομπσιανού τύπου (Santori, 2015 σε Κοντιάδη, 2017: 92). Η επαναφορά στα αυταρχικά καθεστώτα θεωρείται το απότοκο της εμφάνισης λιμών και ακραίας φτώχειας λόγω του περιορισμού των φυσικών πόρων και της συνακόλουθης, διατροφικής, κυρίως, στέρησης των ατόμων (ibid.). Επίσης, πέρα από το όποιο ιδεολογικό και πολιτικό πρόσημο, η συμπερίληψη της κλιματικής αλλαγής ως θέμα στο δημόσιο διάλογο που επιχειρεί να κάνει με το εκλογικό σώμα, φανερώνει, ενδεχομένως, ότι ως ομάδα κομμάτων λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις κοινωνικές απαιτήσεις για τη λήψη μέτρων σε συγκεκριμένους τομείς, όπως αυτοί απασχολούν την κοινή γνώμη. Για παράδειγμα, ειδικά το 405 ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, έχει απασχολήσει τον τελευταίο χρόνο πολίτες σε αρκετά κράτη-μέλη, κυρίως παιδιά και εφήβους, οι οποίοι διαδηλώνουν σε πολλές πόλεις της ΕΕ κατά της κλιματικής κρίσης, ακολουθώντας το παράδειγμα της Greta Thunberg από τη Σουηδία, μιας νεαρής ακτιβίστριας που μάχεται για την αναχαίτηση της κλιματικής αλλαγής (Crouch 2018). Τέλος, άλλη μια θεματική που αναδεικνύεται στο λόγο του PES είναι η πολιτική συμμετοχή. Στο κεντρικό προεκλογικό του βίντεο, το PES ξεκαθαρίζει ότι «δίνουμε την μάχη για τη σιωπηλή πλειοψηφία που δεν επιθυμεί την αντιπαράθεση» (PES 2019a), φανερώνοντας, έτσι, και την πολιτική του τοποθέτηση που τείνει προς τη λογική της συναίνεσης. Η λογική της συναίνεσης, ως πολιτική τακτική, εφαρμόστηκε από τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σκοπός ήταν η ιδεολογική αναγέννηση που θα τους επέτρεπε να διαφοροποιηθούν από το ριζοσπαστικό σοσιαλισμό και να προτείνουν πολιτικές που θα τύγχαναν αποδοχής από το εκλογικό σώμα εντός του πλαισίου της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας (Moschonas 2002: 6). Η στόχευση του PES προς τη σιωπηλή πλειοψηφία που δεν επιθυμεί την αντιπαράθεση, φέρνει στο προσκήνιο και τις διαιρετικές τομές που έχουν προκύψει στην Ένωση ανάμεσα στη φιλελεύθερη Δεξιά και τη λαϊκιστική ριζοσπαστική Αριστερά, οι οποίες οδηγούν στην άγονη πόλωση και στην απογοήτευση των πολιτών, ενώ αναδεικνύει ταυτόχρονα, και τον χαρακτήρα της ομάδας, ως μια εναλλακτική, ως έναν «τρίτο δρόμο» μακριά από πολιτικές αντιπαραθέσεις μηδενικού αθροίσματος (Κοντιάδης 2017:22). Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι «είναι ώρα για την αλλαγή στην Ευρώπη και σε αυτή την αλλαγή συμμετέχουμε όλοι, είμαστε όλοι μαζί, ενωμένοι», «δουλεύοντας όλοι μαζί» (PES 2019b). Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα θεωρούνται διαφωτιστικά όχι μόνο για την ιδεολογική ταυτότητα του PES, αλλά και για την πολιτική κατάσταση στην Ένωση, την οποία η συγκεκριμένη πολιτική ομάδα επιθυμεί να ανατρέψει με τη βοήθεια όλων των πολιτών. Έτσι, σύμφωνα με τους Holmes & Lightfoot (2013) η αλλαγή σημαίνει «την μεταστροφή της ΕΕ από ένα θεσμό με δεξιόστροφη, νεοφιλελεύθερη ατζέντα ο οποίος απομονώνει τους πολίτες της και θέτει τα θεμέλια για καλλιέργεια του μίσους και του λαϊκιστικού θυμού, προς μια Ευρώπη κοινωνική, ανοιχτή και συμμετοχική». Συμπερασματικά, οι θεματικές της ισότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της πολιτικής συμμετοχής, όπως εντοπίζονται στον προεκλογικό λόγο του PES και αναλύονται στα επιμέρους θέματά τους, αποδεικνύουν ότι το PES, όντως κατασκευάζει την ταυτότητά του ως ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Οι βασικές θεματικές της ανάλυσης, πιστεύεται ότι αποτελούν ταυτόχρονα και τις αξίες της συγκεκριμένης πολιτικής ομάδας, η οποία στοχεύει στη δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη για όλους, στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην πολιτική συμμετοχή από όλους για όλους ώστε, τελικά, «κανένας να μην μένει πίσω» (PES 2019b). Τελικά, παρά την επικοινωνιακή προσπάθεια του PES να ενισχυθεί εκλογικά στις πρόσφατες εκλογές του 2019, η ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών απώλεσε 31 έδρες (από 185 το 2014 σε 154), εξακολουθώντας, όμως, να παραμένει η δεύτερη πολιτική δύναμη στο Ευρωκοινοβούλιο (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2019β). Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στην κατασκευή της εικόνας του ως ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του Τρίτου Δρόμου, καθώς όπως έχει ήδη επισημανθεί, η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή έχει ήδη αποδοκιμαστεί από τους εκλογείς (Jun 2019: 55). Επιπλέον, 406 κάποιες από τις βασικές του θεματικές όπως είναι τα ατομικά δικαιώματα και η κλιματική αλλαγή προωθούνται ως πολιτικές επιταγές και από άλλες ομάδες όπως είναι οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι, ενδεχομένως και πιο εστιασμένα. Ωστόσο, για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων προτείνεται η διεξαγωγή μιας πιο εκτεταμένης έρευνας μελλοντικά, η οποία δεν κατέστη δυνατή στο παρόν λόγω περιορισμένου χρόνου και χώρου. Βιβλιογραφία Bolin, N. et al. (2019). “More Like 28 National Elections than one European Election”, σε N. Bolin, et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall: Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Bolin, N., (2019), “The End of the Big-Party Era?”, σε N. Bolin, et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall: Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Busby, L., J, (1975), Sex-role Research on Mass Media, Journal of Communication, 25 (4): 107-131. Connell, R. (1995), Masculinities, Berkeley and Los Angeles, University of California Press. Corporate Europe Observatory (2018), “UnFairbnb. How online rental platforms use the EU to defeat cities’ affordable housing measures”, text: Kenneth Haar, May, CEO, διαθέσιμο από: https://corporateeurope.org/sites/default/files/unfairbnb.pdf. Costello, R. (2019), “European Elections Gradually Becoming Less ‘Second-Order’ in Ireland”, σε Ν. Bolin (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall: Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Council on Foreign Relations (2019), Same-Sex Marriage: Global Comparisons, διαθέσιμο από: https://www.cfr.org/backgrounder/same-sex-marriage-global-comparisons. Crouch, D. (2018), “The Swedish 15-year-old who's Cutting Class to Fight the Climate Crisis”, The Guardian, 1 September, διαθέσιμο από: https://www.theguardian.com/science/2018/sep/01/swedish-15-year-old- cutting-class-to-fight-the-climate-crisis. Curtice, J. (1989), “The 1989 European Election: Protest or green tide?”, Electoral Studies, 8 (3): 217-230. De Lange, S. (2019), “Green Wave or Populist Surge?”, σε Ν. Bolin, et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall:Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. De Vries, C. et al. (2011), “Individual and Contextual Variation in EU Issue Voting: The role of political information”, Electoral Studies, 30 (1): 16-28. Drescher, J. & Byne, W. (2012), “Gender Dysphoric/Gender Variant (GD/GV) Children and Adolescents: Summarizing what we know and what we have yet to learn”, Journal of Homosexuality, 59 (3): 501-510. Europa (2019), “Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο-Σύντομη Παρουσίαση”, διαθέσιμο από: https://europa.eu/european-union/about-eu/institutions-bodies/european- parliament_el. 407 European Commission (2018a), “2018 Report on Equality between Women and Men in the EU”, διαθέσιμο από: https://publications.europa.eu/en/publication-detail/- /publication/950dce57-6222-11e8-ab9c-01aa75ed71a1. European Commission (2018b), “A Fair Share Taxation in the EU for the 21st Century”, διαθέσιμο από: https://publications.europa.eu/en/publication-detail/- /publication/eba39edd-72a1-11e8-9483-01aa75ed71a1/language-en/format-PDF. European Union Agency for Fundamental Rights (2014), “EU LGBT survey - European Union lesbian, gay, bisexual and transgender survey - Main results”, διαθέσιμο από: https://fra.europa.eu/en/publication/2014/eu-lgbt-survey-european-union- lesbian-gay-bisexual-and-transgender-survey-main. Eurostat (2017), “People in the EU - Statistics on Housing Conditions”, διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/eurostat/statisticsexplained/index.php?title=People_in_the_E U__statistics_on_housing_conditions#Costs_and_deprivation. Eurostat (2019), “Energy Prices in 2018 Household Energy Prices in the EU Increased Compared with 2017 +3.5% for Electricity and +5.7% for Gas”, διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/eurostat/documents/2995521/9802432/8-21052019-AP- EN.pdf/7f42181d-d795-4ce1-9dde-ba93fe247166. Fairclough, N. (1995), Critical Discourse Analysis, London, Longman. Foundation for European Progressive Studies (2014), “A Progressive Renaissance for Europe Brussels, 3-5 April, 2014”, διαθέσιμο από: http://www.renaissance- europe.eu/assets/ce405132-4764-41b0-8df2-8743f6c91867/2014-04-04- renaissance-report_feps-yan.pdf. Habermas, J. (2012), The Crisis of the European Union. A response, Cambridge, Polity. Hertner, I. (2011), “Are European Election Campaigns Europeanized? The case of the Party of European Socialists in 2009”, Government and Opposition, 46 (3): 321-344. Hertner, I. (2014), “Running the Show? Europarty members as election campaigners for the Party of European Socialists and the European Green Party”, σε E. Stetter, et al. (επιμ.), In the Name of Political Union– Europarties on the Rise, Renner Institut: FEPS, διαθέσιμο από: https://www.feps- europe.eu/Assets/Publications/PostFiles/39.pdf. Hix, S. & Lord, C. (1997), Political Parties in the European Union, New York, St. Martin’s Press. Hix, S. (2009), Το Πολιτικό Σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Hix, S., (1999) “The Party of European Socialists”, σε R. Ladrech & P. Marlière (επιμ.), Social Democratic Parties in the European Union, London, Palgrave-Macmillan. Hix, S. & Marsh, M. (2011), “Second-Order Effects plus Pan-European Political Swings: An analysis of European Parliament elections across time”, Electoral Studies, 30 (1): 4-15. Hix, S. (2004), “Electoral Institutions and Legislative Behavior: Explaining voting defection in the European Parliament”, World Politics, 56: 194-223. Hobolt, S. B. & de Vries, C. (2016), “Turning a Against the Union? The impact of the crisis on the Eurosceptic vote in the 2014 European Parliament elections”, Electoral Studies, 44: 504-514. Hobolt, S. B. (2016), “The Brexit Vote: A divided nation, a divided continent”, Journal of European Public Policy, 23 (9): 1259-1277. Hobolt, S., (2015), “The 2014 European Parliaments Elections: Divided in unity?”, Journal of Common Market Studies, pp. 1-16. Holmes, M. & Lightfoot, S. (2013), “The PES and the Financial Crisis: The revitalization of social democratic politics”, σε E. Stetter et al.(επιμ.), In the Name of Political Union– Europarties on the Rise, Renner Institut, FEPS, διαθέσιμο από: https://www.feps- europe.eu/Assets/Publications/PostFiles/39.pdf. Holtz-Bacha, C. (2019), “The European Εlection in Germany. The Greta effect?”, σε N. Bolin et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, 408 DEMICOM Report 40, Sundsvall, Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Jun, U. (2019), “The Decline of Social Democracy in Western Europe”, σε N. Bolin, et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall, Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Kellner, D. (2005), “Media Culture and the Triumph of Spectacle”, σε G. King (επιμ.), The Spectacle of the Real. From Hollywood to Reality TV and Beyond, Bristol, Intellect, σσ. 23-26. Kirby, J. (2019), “The ‘Green Wave’ and 4 other Takeaways from the European Parliamentary Elections”, Vox, 28 May, διαθέσιμο από: https://www.vox.com/2019/5/28/18642498/european-parliament-elections- 2019-takeaways-greens-salvini-brexit-eu. Macron, E., (2019), Για μια Ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Élysée, 4 Μαρτίου, διαθέσιμο από: https://www.elysee.fr/emmanuel-macron/2019/03/04/gia-mia-europaike- anagennese.el?fbclid=IwAR06CJuL3zZGX5I6ae-wFeCIDZ9tQ2i3jLIWFf8nI1- aroSoXpbaj4A5k-Y. McLean, K., (2007), “Hiding in the Closet? Bisexuals, coming out and the disclosure imperative”, Journal of Sociology, 43 (2): 151-166. Meyer, L. & Roser, D. (2006), “Distributive Justice and Climate Change. The allocation of emission Rights”, Analyse & Kritik, 28 (2): 223-249. Michalski, A. (2019), “Hong Kong and the EU’s Normative Reach in Asia”, σε N. Bolin, (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall, Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Moschonas, G. (2002), In the Name of Social Democracy. The Great Transformation, 1945 to the Present, London, New York, Verso. Mudde, C. (2019), Populism is Dead! Long live the far right!”, σε N. Bolin, et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, DEMICOM Report 40, Sundsvall, Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. Nulty, P. et al. (2016), “Social Media and Political Communication in the 2014 Elections to the European Parliament”, Electoral Studies, 44: 429-444. PES (2019a), «Ιστοσελίδα Pes», διαθέσιμο από: https://www.pes.eu/en/. PES (2019b), “50 Days to Election Day”, διαθέσιμο από: https://media-pes.eu/video/50- days-to-election-day/. PES (2019c), “Taxes are our Greatest Tool for Equality. They are the way we care for each other. We will make sure big companies pay their share and we will create tax justice in the EU”, διαθέσιμο από: https://www.facebook.com/PES.PSE/videos/382022325746557/. PES (2019d), “The Price of Housing is in the Rise in Europe. We believe that access to a home shouldn't be a luxury and we will work to make sure housing is accessible for everyone”, διαθέσιμο από: https://www.facebook.com/PES.PSE/videos/301558954116016/. PES (2019e), “We Want a Sustainable Europe that Leaves No-one Behind. We need someone with this vision as EU Commission President: Frans Timmermans”, διαθέσιμο από: https://www.facebook.com/PES.PSE/videos/296210314658748/. Rainbow Rose (2019a), “Ιστοσελίδα Rainbow Rose”, διαθέσιμο από: https://www.rainbowrose.eu/. Rainbow Rose (2019b), “Ateik ir balsuok! #ComeOutandVote”, διαθέσιμο από: https://www.facebook.com/rainbowrose.eu/videos/604458806706630/. S&D (2019), “European week for Democracy - The S&D Group's vision for Europe - #March4Europe”, διαθέσιμο από: 409 https://www.socialistsanddemocrats.eu/channel/european-week-democracy-sd- groups-vision-europe-march4europe-sunday-24-march-2019. Tenscher, J., Mykkänen, J. & Moring, T., (2012), “Modes of Professional Campaigning: A four-country comparison in the European Parliamentary elections, 2009”, The International Journal of Press/Politics, 17 (2): 145-168. Transgender Europe (2018), Trans Rights Europe Map & Index 2018, διαθέσιμο από: https://tgeu.org/trans-rights-map-2018/. Valentini, C. (2019), “Social Media Use by Main EU. Political parties during EP elections 2019”, σε Ν. Bolin et al. (επιμ.), Euroflections Leading Academics on the European Elections, Sundsvall: Mittuniversitetet, διαθέσιμο από: https://euroflections.se/globalassets/ovrigt/euroflections/euroflections_v3.pdf. van Dijk, T. A. (1993), “Principles of Critical Discourse Analysis”, Discourse & Society, 4 (2): 249-283. ΕΣΚ (2019), «Ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο για την Ευρώπη. Μανιφέστο ΕΣΚ 2019», διαθέσιμο στο: https://www.pes.eu/export/sites/default/.galleries/Documents- gallery/PES-Manifesto-2019_EL.pdf_2063069299.pdf United Nations (1987), “Report of the World Commission on Environment and Development Our Common Future”, διαθέσιμο από: http://netzwerk-n.org/wp- content/uploads/2017/04/0_Brundtland_Report-1987- Our_Common_Future.pdfw.pes.eu/export/sites/default/.galleries/Documents- gallery/PES-Manifesto-2019_EL.pdf_2063069299.pdf. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2019α). «Αποτελέσματα Ευρωπαϊκών Εκλογών», διαθέσιμο από: http://www.europarl.europa.eu/about-parliament/el/in-the-past/previous- elections. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2019β). «Αποτελέσματα Ευρωεκλογών 2019. Εργαλείο Σύγκρισης», διαθέσιμο από: https://ekloges-apotelesmata.eu/ergaleia/ergaleio- sigkrisis/. Ιωακειμίδης, Π. (2016, Κρίση Ευρώπη και Αριστερά: Η φύση και η επίλυση της κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη, ευρωπαϊκή αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Κοντιάδης, Ξ. (2017), Η Σοσιαλδημοκρατία Σήμερα. Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Τεπέρογλου, Ε. (2016). Οι Άλλες «Εθνικές» Εκλογές. Η ιστορία των Ευρωεκλογών στην Ελλάδα 1981-2014, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. Χαραλάμπης, Δ. (1998). Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση: Η έννοια του ανθρώπου στη νεωτερικότητα: πραγματική αφαίρεση και ορθός λόγος, Αθήνα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα. 410 Η ‘Σταθεροκρατία’ και η Δημοκρατική ‘Στασιμότητα’ στη Σύγχρονη Σερβία Χαράλαμπος Μπουμπαγιατζόγλου1 Περίληψη Στο παρόν άρθρο εξετάζεται η έννοια της σταθεροκρατίας ως παράγοντας που χαρακτηρίζει τα υβριδικά καθεστώτα στα Βαλκάνια. Έμφαση δίνεται στον παράγοντα της νομιμοποίησης του καθεστώτος από εξωτερικούς δρώντες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ, και στην ικανότητα της σταθεροκρατίας να επιλύει τις κρίσεις που η ίδια παράγει. Επίσης, το άρθρο εξετάζει την περίπτωση της σταθεροκρατίας στη σύγχρονη Σερβία, όπου ο εθνικισμός παραμένει η κυρίαρχη ιδεολογία παρότι αναγνωρίζεται ως η βασική πηγή των δεινών της εποχής Μιλόσεβιτς. Η ισχύς του εθνικισμού οδηγεί σε έναν ιδιαίτερο ορισμό περί Ευρώπης, που απορρέει από την αφήγηση περί αιώνιας αδικίας εις βάρος της Σερβίας και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, και συνεπάγεται ένα αίσθημα ανωτερότητας έναντι της Ευρώπης. Η διακυβέρνηση υπό το Προοδευτικό Κόμμα του Βούτσιτς έχει εδραιώσει τη σταθεροκρατία, επειδή βασίζεται στη στήριξη από την ΕΕ, την επίκληση εθνικιστικών συμβόλων και τα εκτεταμένα δίκτυα διαπλοκής και διαφθοράς. Λέξεις–κλειδιά: σταθεροκρατία, νομιμοποίηση, εθνικισμός, Σερβία, Βούτσιτς. Εισαγωγή Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία τάση δημοκρατικής οπισθοδρόμησης σε κράτη που βρίσκονται στη «γειτονιά» της ΕΕ, ακόμα και σε κράτη-μέλη αυτής (Ουγγαρία, Πολωνία). Στα Δυτικά Βαλκάνια, ιδιαίτερα, χρησιμοποιείται ο όρος «σταθεροκρατία» (stabilitocracy) για να περιγράψει καθεστώτα που υποστηρίζουν ότι εξασφαλίζουν την εσωτερική σταθερότητα, και ότι δεσμεύονται στις μεταρρυθμίσεις που απαιτεί η ένταξη στην ΕΕ· συγχρόνως, βασίζονται σε πελατειακές δομές, έλεγχο των μέσων ενημέρωσης και την τακτική δημιουργία κρίσεων που οδηγεί σε αντιδημοκρατικές πρακτικές. Παρότι το φαινόμενο της «σταθεροκρατίας» απαντάται σε όλο τον κόσμο και σε προηγούμενες δεκαετίες, η εγγύτητα με την ΕΕ, η λαϊκή στήριξη της μελλοντικής ένταξης στην ΕΕ και η γενικότερη κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας συμβάλλουν στην εδραίωση του συγκεκριμένου συστήματος εξουσίας στα Δυτικά Βαλκάνια (Bieber 2018a: 176). Το παρόν άρθρο εξετάζει την εδραίωση της «σταθεροκρατίας» στη Σερβία μετά το 2000, ημερομηνία ορόσημο γιατί έχασε ο Μιλόσεβιτς την εξουσία μετά από εκλογές, 1Κάτοχος Μεταδιδακτορικού, Διδάσκων στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο,
[email protected]411 και έμφαση δίνεται στην περίοδο διακυβέρνησης από το Προοδευτικό Κόμμα (2012- σήμερα). Η Σερβία αποτελεί μία ιδιαίτερη περίπτωση λόγω της ισχύος του εθνικισμού ως νομιμοποιητική ιδεολογία, η οποία καλύπτει το πρόβλημα θεσμικής ολοκλήρωσης που προκαλεί η μακρά αυταρχική περίοδος και η αδύναμη δημοκρατική κουλτούρα. Η έννοια της «σταθεροκρατίας» προσθέτει το στοιχείο της εξωτερικής νομιμοποίησης στην ανάλυση του πολιτικού καθεστώτος στη Σερβία, δεδομένου ότι η εσωτερική νομιμοποίηση ταυτίζεται με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και αποτιμάται από τη λαϊκή αποδοχή. Το δημοκρατικό έλλειμμα, όμως, στη Σερβία οδηγεί στην αντίθεση μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής νομιμοποίησης, η οποία αποτυπώνεται ως αντιπαράθεση μεταξύ εθνικής και θεσμικής ολοκλήρωσης. Η ΕΕ, συγχρόνως, για πολλά χρόνια αποδείχτηκε αδύναμη να προωθήσει τον εκδημοκρατισμό στη Σερβία, ενώ η προϋπόθεση παράδοσης των εγκληματιών πολέμου στην Χάγη τροφοδότησε τον παρωχημένο Σερβικό εθνικισμό και οδήγησε σε έναν ιδιαίτερο ορισμό περί Ευρώπης, ορισμός που βασίστηκε στην αντίληψη περί Σερβικής ανωτερότητας. Η έννοια της «σταθεροκρατίας» Ο όρος «σταθεροκρατία» διατυπώθηκε πρώτη φορά από τον Srđa Pavlović τον Δεκέμβριο του 2016, θέλοντας να αποτυπώσει την πρακτική της ΕΕ και των ΗΠΑ να στηρίζουν κυβερνήσεις στα Δυτικά Βαλκάνια που υπόσχονται σταθερότητα, αλλά δεν έχουν προχωρήσει στην εδραίωση της δημοκρατίας (Pavlović 2016). Στον πυρήνα της «σταθεροκρατίας» εδράζεται η πεποίθηση των αυτοκρατών ότι, η προώθηση των Δυτικών συμφερόντων είναι επαρκής συνθήκη για να ξεφύγουν από τις επικρίσεις της Δύσης σχετικά με τις αντιδημοκρατικές πρακτικές που υιοθετούν. Κάθε κριτική που δέχονται στο εσωτερικό της χώρας τους, χαρακτηρίζεται από τους αυτοκράτες είτε ως πικρία από την αντιπολίτευση είτε ως εγχείρημα αντιδημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων να ανέλθουν στην εξουσία. Η «σταθεροκρατία» επιτρέπει στη Δύση να διατηρήσει τη ρητορική της περί προώθησης των δημοκρατικών θεσμών και πρακτικών και, συγχρόνως, επιτρέπει στον τοπικό αυτοκράτη να εξαλείψει κάθε πολιτικό ανταγωνισμό και να υπεξαιρέσει τους κρατικούς πόρους για τον ίδιο και τους στενούς συμμάχους του (Pavlović 2017). Η «σταθεροκρατία» απαιτεί την ύπαρξη ενός αναγνωρίσιμου εχθρού, και ως τέτοιος πλέον χαρακτηρίζεται η Ρωσία. Η αφήγηση για την Ρωσική απειλή στα Βαλκάνια, ειδικά μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως Πρόεδρος των ΗΠΑ, χρησιμοποιείται για να τρομάξει τον τοπικό πληθυσμό και να σιωπήσει την αντιπολίτευση ενάντια στους «σταθεροκράτες». Παρόλα αυτά, η αφήγηση αυτή λειτουργεί εις βάρος της Δύσης, παρά την αναμφισβήτητη εμπλοκή της Ρωσίας στα Δυτικά Βαλκάνια, ενίοτε κατόπιν πρόσκλησης από τοπικές κυβερνήσεις (Σερβία, Republika Srpska) και ενίοτε εναντίον κυβερνήσεων (Μαυροβούνιο). Ο λόγος είναι ότι η Ρωσία επιδεικνύει την ισχύ της ως κύριος επενδυτής και σύμμαχος των «σταθεροκρατών» και, συγχρόνως, αποτελεί μοντέλο αυταρχικής εξουσίας με δημοκρατικές δομές για τους τοπικούς αυτοκράτες (BIEPAG 2017: 7). Η ευθύνη για την εδραίωση της «σταθεροκρατίας» βαραίνει σημαντικά τη Δύση, η οποία βλέπει τις κυβερνήσεις των Δυτικών Βαλκανίων ως λειτουργούσες και με προοπτική εκδημοκρατισμού, εφόσον χρησιμοποιηθούν τα κατάλληλα εργαλεία. Η 412 μετριοπαθής κριτική που ασκεί η Δύση παρουσιάζεται από τις τοπικές κυβερνήσεις ως απόδειξη για την ορθή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών (Pavlović 2017). Οι ευθύνες της ΕΕ είναι ακόμα πιο σημαντικές λόγω της στρατηγικής που έχει υιοθετήσει την τελευταία δεκαετία: η ΕΕ προσπαθεί να προωθήσει το κράτος δικαίου, με «καρότο» την πλήρη ένταξη, αλλά στην πράξη έχει οδηγήσει σε φαινόμενα εκτεταμένης διαφθοράς και κατάληψης του κράτους από το οργανωμένο έγκλημα (Džankić et al. 2019: 87). Η μεταναστευτική/προσφυγική κρίση του 2015-16 έδειξε ότι η ΕΕ άγεται από την περίπλοκη γεωπολιτική πραγματικότητα και την ανάγκη να εδραιώσει τον πολιτικό χώρο της, ο οποίος περιλαμβάνει και τα Βαλκάνια. Οι τοπικές κυβερνήσεις έδειξαν την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις αξιώσεις της ΕΕ περί διαχείρισης των προσφυγικών ροών. Οι «σταθεροκράτες», όμως, αντελήφθησαν ότι η ΕΕ εξαρτά τις καλές σχέσεις περισσότερο στην ικανοποίηση των αναγκών της παρά στην επιτυχή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που απαιτεί η διαδικασία ένταξης. Ο εξωτερικός παράγοντας, επομένως, έχει σημαντικό μερίδιο στην ανθεκτικότητα των κυβερνήσεων που υπονομεύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς για την επιβίωσή τους. Για τους συμβαλλόμενους, δηλαδή, στο παιχνίδι της «σταθεροκρατίας» το ζητούμενο είναι η διατήρηση του ελέγχου και της σταθερότητας, ακόμα και αν έτσι επιβεβαιώνεται η υποκρισία της διεθνούς πολιτικής (Lange et al. 2017: 15, 20). Εσφαλμένη αποδεικνύεται και η στρατηγική της ΕΕ να στηριχθεί στις τοπικές ηγεσίες, καθώς όξυνε τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση στα Δυτικά Βαλκάνια: πολλοί εξ αυτών χαιρετίστηκαν εξαρχής ως μεταρρυθμιστές, όπως ο Γκρούεφσκι στη Βόρεια Μακεδονία, ο Βούτσιτς στη Σερβία και ο Ντζουγκάνοβιτς στο Μαυροβούνιο. Τα κυβερνώντα κόμματα, μάλιστα, χρησιμοποιούν τους δεσμούς τους με τις ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου για να βρουν εξωτερική στήριξη: το VMRO-DPMNE στη Βόρεια Μακεδονία και το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Μαυροβουνίου με τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές (BIEPAG 2017: 5- 6). Η έμφαση αποκλειστικά στην εκτελεστική εξουσία οδήγησε τελικά στον αποκλεισμό των κοινοβουλίων από ουσιώδη συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις και στον έλεγχο επί των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, κατάσταση που επιτείνει το πρόβλημα της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης, αν αναλογιστούμε ότι στα μετά-κομμουνιστικά κράτη τα κοινοβούλια είναι τα βασικά fora πολιτικού διαλόγου. Η ΕΕ έχει μεν αναθέσει τον ρόλο του προεδρεύοντα στις αντίστοιχες επιτροπές για τη διεύρυνση, αλλά ουσιαστικά αποσκοπεί στο να ενισχύσει την επιρροή της ΕΕ παρά να επιτρέψει στην αντιπολίτευση να αναπτύξει εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις (Kmezic and Bieber 2017: 34-35, 51). Η ΕΕ διαθέτει, πάντως, τη ρήτρα αιρεσιμότητας ως ισχυρό εργαλείο στα χέρια της, επειδή συνδυάζει την πίεση για μεταρρυθμίσεις με σημαντική οικονομική βοήθεια. Η αιρεσιμότητα διαθέτει μία θετική συνιστώσα, η οποία αναφέρεται στην χρηματοδότηση ως κίνητρο για μεταρρυθμίσεις, και μία αρνητική συνιστώσα, η οποία φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερη σημασία. Η αρνητική αιρεσιμότητα περιλαμβάνει την απειλή για παύση της χρηματοδότησης και διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων αν δεν ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της ΕΕ σε δύσκολα ζητήματα· πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αξίωση της ΕΕ για συνεργασία με το Διεθνές Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία στη Χάγη (Čeperković & Gaub 2018: 19). Οι παραπάνω αξιώσεις εντείνουν το φαινόμενο της «σταθεροκρατίας» επειδή περικλείουν την παρέμβαση στην εγχώρια πολιτική δυναμική π.χ. έως το 2014 η ΕΕ εξαρτούσε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τη Βοσνία από την αλλαγή στο πολιτικό σύστημα της 413 χώρας. Αντίστοιχες παρεμβάσεις έχουν γίνει στο πολιτικό σύστημα της Βόρειας Μακεδονίας και της Σερβίας, από την οποία απαιτείται και η ομαλοποίηση των σχέσεων με το Κόσοβο. Ο χειρισμός των παρεμβάσεων της ΕΕ γίνεται αποκλειστικά από τις πολιτικές ηγεσίες, εντείνοντας την περιθωριοποίηση των κοινοβουλίων σε κράτη με παράδοση αυταρχισμού και χρήσης του συντάγματος ως νομιμοποιητική βάση για αντιδημοκρατικές πρακτικές (Kmezic & Bieber 2017: 35-36). Η «σταθεροκρατία», ουσιαστικά, χαρακτηρίζεται από έλλειψη λογοδοσίας από τις πολιτικές ελίτ που έχουν αναλάβει τη διαδικασία διεύρυνσης, κυρίως αξιωματούχους από κράτη-μέλη που δρουν ως εκπρόσωποι της ΕΕ και οι εγχώριες ελίτ. Το έλλειμμα λογοδοσίας τροφοδοτείται από παραλείψεις στη στρατηγική της ΕΕ για εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στον τομέα του κράτους δικαίου. Ο λόγος είναι ότι η ίδια η φύση της έννοιας του κράτους δικαίου, που δεν διαθέτει την ακρίβεια των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, υποχρεώνει την ΕΕ να ασχοληθεί κυρίως με τεχνικά ζητήματα. Η αξιοπιστία της ΕΕ εξαρτάται από την ικανότητά της να επιβλέπει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, αξιοπιστία που χάνεται με την απροθυμία να κατονομαστούν δημοσίως οι πολιτικοί που ευθύνονται για τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση στα υποψήφια κράτη-μέλη (Džankić et al. 2019: 90, 105). Η συμβίωση της «σταθεροκρατίας» με την ΕΕ εμπεριέχει τον κίνδυνο της απώλειας στήριξης για την ένταξη από τους πολίτες των υποψήφιων κρατών, ακριβώς επειδή δεν ικανοποιείται η επιθυμία για εκδημοκρατισμό ή για «απόδραση» από την περιφέρεια της Ευρώπης. Η πρόοδος στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τους «σταθεροκράτες» στην εξουσία δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν θα υπάρξει δημοκρατική εδραίωση όσο οι αυτοκράτες ικανοποιούν τα συμφέροντα της ΕΕ, η οποία κινδυνεύει να χάσει το κύρος της στην περιοχή και σε άλλα υποψήφια προς ένταξη κράτη (BIEPAG 2017: 9). Συγχρόνως, οι πολίτες των Δυτικών Βαλκανίων ήδη πιστεύουν ότι η λήψη αποφάσεων διεξάγεται εκτός των κρατών, που σημαίνει ότι αγνοείται το εκάστοτε εκλογικό αποτέλεσμα και η κοινή γνώμη. Συνέπεια είναι οι πολίτες να απαξιώνουν τους θεσμούς αντιπροσώπευσης και τη διάκριση των εξουσιών, και να επιζητούν έναν ισχυρό ηγέτη που θα καταστήσει υπόλογους τους διεφθαρμένους κρατικούς αξιωματούχους (Lange et al. 2017: 14). Η «σταθεροκρατία, εν τέλει, θα διαιωνίζεται για όσο διάστημα θα είναι αμοιβαία επωφελής και θα τροφοδοτείται από τα εσωτερικά προβλήματα και αποτυχίες της ΕΕ, όπως φανερώνει και η δημοκρατική οπισθοδρόμηση σε κράτη που πρόσφατα εντάχθηκαν στην ΕΕ π.χ. η Ουγγαρία και η Πολωνία. Παρουσιάζεται, επίσης, το παράδοξο φαινόμενο να αυξάνεται η κοινοτική χρηματοδότηση και να μειώνεται η πολιτική στήριξη, όπως φάνηκε από τη δήλωση του Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ στις 25 Απριλίου 2015 ότι δεν θα υπάρξει διεύρυνση κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε μεν το προφανές, αλλά υπονόμευσε την έλξη της διαδικασίας ένταξης: η συσχέτιση μεταξύ της προόδου στις διαπραγματεύσεις και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι ευθύγραμμη, όπως φανερώνει περίτρανα η περίπτωση της Σερβίας του Βούτσιτς (ibid: 18). 414 Τα «υβριδικά καθεστώτα» και η αναζήτηση νομιμοποίησης Η διεθνής πραγματικότητα σήμερα παρουσιάζει αρκετές περιπτώσεις κρατών που δεν έχουν πετύχει τη δημοκρατική εδραίωση ούτε είναι σαφώς αυταρχικά και, για τον λόγο αυτό, ονομάζονται «υβριδικά καθεστώτα». Τα συγκεκριμένα καθεστώτα έχουν εγκαθιδρύσει μεν δημοκρατικούς θεσμούς, τους οποίους χρησιμοποιεί η αντιπολίτευση για να κερδίσει την εξουσία, αλλά η κατάχρηση της κρατικής εξουσίας από την κυβέρνηση παρέχει στην τελευταία ένα σημαντικό πλεονέκτημα (Bieber 2018b: 339). Ο Carothers υποστηρίζει ότι τα ημί-αυταρχικά καθεστώτα διακατέχονται από το σύνδρομο του «ανήμπορου πλουραλισμού», με τις εκτεταμένες πολιτικές ελευθερίες και την κυβερνητική εναλλαγή να ενυπάρχουν σε μία δημοκρατία ρηχή και προβληματική. Η πολιτική συμμετοχή είναι μεγάλη μόνο στις εκλογές, λόγω της αντίληψης των πολιτών ότι οι πολιτικές ελίτ και τα κόμματα είναι διεφθαρμένα και αναποτελεσματικά· παρά το αίσθημα αποξένωσης, οι πολίτες ακόμα πιστεύουν στο ιδανικό της δημοκρατίας. Ως πολιτικό σύνδρομο ο «ανήμπορος πλουραλισμός» είναι σταθερός, από την άποψη ότι δεν μπορεί να εκριζωθεί εύκολα: η εναλλαγή της εξουσίας γίνεται μεταξύ ελίτ, που είναι μεν απομονωμένες από το πολιτικό σώμα, αλλά είναι πρόθυμες να ακολουθήσουν τους ευρέως αποδεκτούς κανόνες (Carothers 2002: 10, 13-14). Τα «υβριδικά καθεστώτα», όπως άλλωστε και όλα τα καθεστώτα, έχουν την ανάγκη να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους, και πλέον διακρίνουμε σε διάφορα επίπεδα νομιμοποίησης. Το πρώτο επίπεδο είναι η πολιτική νομιμοποίηση, η οποία κερδίζεται μέσω της συμμετοχής σε δημοκρατικές εκλογές, όπου οι πολίτες ψηφίζουν ένα κόμμα βάσει του προγράμματός του. Το δεύτερο επίπεδο είναι η οικονομική νομιμοποίηση που, για τα πρώην κομμουνιστικά κράτη, σημαίνει τον μετριασμό των δεινών που προκάλεσε στα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας η ριζική μετάβαση στην οικονομία της αγοράς. Το τρίτο επίπεδο αφορά τις «έσχατες» αξίες, δηλαδή αυτές που θεωρείται ότι απαντώνται στα φιλελεύθερα καθεστώτα: κράτος δικαίου, ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες κ.ά. (Vujadinović and Goati 2009, pp.71-72). Αν υιοθετήσουμε τη Βεμπεριανή συλλογιστική περί νομιμοποίησης υπάρχει και η αξιακή – ορθολογική νομιμοποίηση, η οποία απορρέει από την ομώνυμη μορφή συμπεριφοράς· αυτή η μορφή εμφανίζεται όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι κυβερνώντες είναι οι πιο ικανοί να αρθρώσουν και να υπερασπιστούν την κυρίαρχη ιδεολογία (Malesevic 2002: 90). Εστιάζοντας στην περίπτωση της σύγχρονης Σερβίας, παρατηρούμε ότι ο εθνικισμός λειτουργεί ως η νομιμοποιητική βάση στο επίπεδο των «έσχατων» αξιών και, συγχρόνως, απουσιάζει η ηθική – αξιακή νομιμοποίηση που ενυπάρχει στον φιλελευθερισμό (Vujadinović & Goati 2009: 72). Η Σερβία κουβαλά, επίσης, το βάρος της περιόδου Μιλόσεβιτς, με την αυταρχική πολιτική κουλτούρα να αποδεικνύεται διεισδυτική και τον αυταρχισμό να έχει απήχηση επειδή οι πολίτες αποτελούν ευθύνη του ατόμου που κατέχει την εξουσία, με δεδομένο ότι απέχουν από τη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Αυτό μεταφράζεται, αφενός, ως αρνητική ελευθερία από υποχρεώσεις για τους πολίτες και, αφετέρου, αποκλείει την ενεργή εμπλοκή στο πολιτικό-κοινωνικό σύστημα (Gordy 2013: 121). Η Σερβία, στη μετά-Μιλόσεβιτς εποχή, αναζητά επιπλέον πηγές νομιμοποίησης, καθώς ο εθνικισμός θεωρείται ως η βασική πηγή των δεινών της χώρας και, συγχρόνως, η πολιτική ελίτ επιθυμεί να διατηρήσει την προνομιακή πρόσβασή της στην εξουσία. Η 415 νέα πηγή νομιμοποίησης είναι εξωτερική και αναφέρεται στην αναγνώριση των κυβερνώντων ως μεταρρυθμιστές από τη Δύση, με έμφαση στην ΕΕ επειδή διατυπώνεται και η προοπτική ένταξης. Η εξωτερική νομιμοποίηση επιτρέπει στην κυβέρνηση να μετριάσει τους ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης περί αυταρχικής διακυβέρνησης, αλλά η αργή πρόοδος του εκδημοκρατισμού και της ένταξης στην ΕΕ έχει οδηγήσει στο φαινόμενο της «σταθεροκρατίας». Ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη νομιμοποίηση «υβριδικών» καθεστώτων μέσω της δημιουργίας και διαχείρισης κρίσεων, όπως τα υποτιθέμενα πραξικοπήματα στη Σερβία το Νοέμβριο του 2015. Η διαχείριση κρίσεων, στο εσωτερικό, τονίζει τον κίνδυνο εξωτερικών απειλών, με τις κυβερνήσεις να επικαλούνται συνθήκες έκτακτης ανάγκης που επισκιάζουν τα «κοινότοπα» προβλήματα· στο ίδιο μοτίβο, εξυπηρετείται ο εθνικιστικός σκοπός αναγνώρισης της απειλής από κάποιον Άλλο, είτε πρόκειται για εξωτερική δύναμη ή μία εθνική μειονότητα ή ένα κόμμα της αντιπολίτευσης. Επίσης, σε εξωτερικό επίπεδο, υπογραμμίζει την εξωτερική απειλή σε μία κυβέρνηση και ενισχύει τη διεθνή στήριξη π.χ. το πραξικόπημα στο Μαροβούνιο, που επρόκειτο να διεξαχθεί στις 16 Οκτωβρίου 2016, συνέβαλε στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την απεικόνιση της τοπικής κυβέρνησης ως σημαντικό ανάχωμα έναντι της Ρωσικής επέμβασης στα Βαλκάνια (Bieber 2018b: 340, 345-346). Οι κυβερνώντες σε μία «σταθεροκρατία» δεν μπορούν να υιοθετήσουν ανοιχτά αντιδημοκρατικές πρακτικές επειδή βρίσκονται υπό την επίβλεψη εξωτερικών δρώντων, ενώ όσοι δεν καταφέρνουν να προάγουν την πορεία της χώρας τους προς την ένταξη στην ΕΕ επικαλούνται είτε εξωτερικά (Σερβία για Κόσοβο) είτε εσωτερικά (Βοσνία) εμπόδια. Πρέπει να επισημανθεί ότι η πραγματική πηγή εσωτερικής νομιμοποίησης είναι περισσότερο η ικανότητα ελέγχου του εκλογικού σώματος και λιγότερο η αξίωση εκπροσώπησης του έθνους ή η απεικόνιση της κυβέρνησης ως πραγματικά μεταρρυθμιστικής. Ο λόγος είναι ότι οι «σταθεροκράτες» υπόσχονται σταθερότητα, χωρίς αναγκαστικά να την παρέχουν, υπόσχεση που είναι πιθανή μόνο όταν η αστάθεια αποτελεί υπαρκτή απειλή. Οι «σταθεροκρατίες», στην πράξη, είναι υποχρεωμένες συνεχώς να παράγουν κρίσεις και να αναστέλουν τον κανονικό πολιτικό βίο, ώστε να νομιμοποιήσουν την αναζήτηση εξωτερικής στήριξης και την αποτυχία προόδου των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό. Η «σταθεροκρατία», επομένως, ιεραρχεί τους γεωπολιτικούς παράγοντες πάνω από τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, με τα «υβριδικά» καθεστώτα στα Δυτικά Βαλκάνια να προχωρούν σε συμφωνίες ειρήνευσης της περιφέρειας ή διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών (Bieber 2018a: 179, 182-183). Στη μετά – Μιλόσεβιτς Σερβία, οι κυβερνήσεις έχουν προβεί στη διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» πολιτών, που τελικά οδηγεί σε διχαστική ρητορική λόγω της λογικής «είτε μαζί μας ή εναντίον μας»· η διάκριση αυτή συμβάλλει μεν στην κινητοποίηση των απλών πολιτών, συνεπάγεται δε μεγάλη πόλωση στο πολιτικό σύστημα. Οι εκλογικές αναμετρήσεις μετατρέπονται στη βασική πηγή νομιμοποίησης, επειδή αποκτούν τον χαρακτήρα δημοψηφίσματος για το μέλλον του έθνους, αλλά στην ουσία υποβαθμίζουν τη δημοκρατία σε ένα παιχνίδι «όλα ή τίποτα» για τη νομή της εξουσίας (Günay & Dzihic 2016: 15). Η αναζήτηση νομιμοποίησης καθίσταται πιο δύσκολη αν αναλογιστούμε το μήνυμα της δολοφονίας του Ζόραν Τζίντζιτς το 2003: η διαδικασία εισαγωγής μεταρρυθμίσεων μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή εφόσον εξυπηρετεί τα συμφέροντα της κυβερνώσας πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ. Το 416 γεγονός ότι η Σερβία παρουσιάζεται ανέτοιμη να εδραιώσει μία δημοκρατική πολιτική κουλτούρα καθιστά τη «σταθεροκρατία» ως μία από τις πιο ελκυστικές επιλογές για τις πολιτικές δυνάμεις που εναντιώνονται στον εκδημοκρατισμό (Listhaug et al. 2011: 39). Η ισχύς του εθνικισμού στη σύγχρονη Σερβία Η αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας σήμαινε ότι η εκπροσώπηση των πολιτών δεν βασιζόταν πλέον στο καθολικό σοσιαλιστικό υποκείμενο, αλλά στο συλλογικό υποκείμενο που οριζόταν από την εθνική ταύτιση. Κατά τη μετάβαση από τα σοσιαλιστικά στα καθεστώτα συνταγματικού εθνικισμού, η εθνική κυριαρχία αντικατέστησε τις κρατικές σοσιαλιστικές ιδεολογίες και η εθνική ταύτιση έγινε η βάση για την επίσημη πολιτική νομιμοποίηση· πρέπει να σημειωθεί ότι στα εθνικιστικά σχήματα, όπως και στα σοσιαλιστικά, ο πολίτης ως άτομο υπάγεται στη συλλογικότητα. Η διαμάχη για την εκπροσώπηση στη Σερβία μεσολαβείται από το μετά-κομμουνιστικό πλαίσιο, αλλά αναδύεται εντός και μέσω της βασικής αντίθεσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας: η αυτονομία του ατόμου παράγεται εντός και μέσω μίας κοινότητας, αλλά η συλλογικότητα των αυτόνομων πολιτών δεν πρέπει να κατακερματιστεί σε βαθμό που να υπονομεύει την κοινότητα. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις καθιστούν την αγορά, αντί για τους πολιτικούς θεσμούς, ως τον νομιμοποιημένο κριτή της κοινότητας πολιτών· ο συνδυασμός των διαφορετικών προσεγγίσεων περί των συλλογικοτήτων που συγκροτούν τη σύγχρονη Σερβία φανερώνουν και τη δυσκολία απήχησης του φιλελευθερισμού στη συγκεκριμένη χώρα (Greenberg 2006: 184, 193-194). Η Σερβία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση γιατί η πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, και η συνεπαγόμενη σχάση του έθνους από το κράτος, οδήγησε σε μία κατάσταση όπου η αυταρχική εξουσία του Μιλόσεβιτς κρίθηκε ως απαραίτητη για να ελέγξει την πολλαπλή μετάβαση προς ένα σύγχρονο κράτος. Ο Μιλόσεβιτς εκπλήρωσε τις ανάγκες της αυταρχικής διακυβέρνησης μέσω της συνεχούς κινητοποίησης του Σερβικού λαού γύρω από το ζήτημα της κρατικότητας (Vujadinović & Goati 2009: 82). Η απήχηση του εθνικισμού στο εσωτερικό της Σερβίας εξηγείται και από τις ιδιαίτερες αναφορές και χαρακτηριστικά του. Η βασική αναφορά εστιάζει στην πολιτική μυθολογία του Κοσόβου, την περιοχή που θεωρείται ως το λίκνο του Σερβικού έθνους και επιβεβαιώνει την αποκλειστική αυτό-θέαση της Σερβίας ως την επικράτεια που κατοικείται από το εθνικά προσδιορισμένο έθνος. Η μυθολογία ενισχύεται από την αφήγηση περί της αντίστασης στους Οθωμανούς το 1389, όταν ο πρίγκιπας και μετέπειτα άγιος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Λάζαρος Χρεμπελιάνοβιτς, επέλεξε το θάνατο από την υποταγή. Όταν η Σερβία ανέκτησε το Κόσοβο το 1912, θεώρησε ότι η Αλβανική πλειοψηφία αποτελούσε ομάδα ξένων εισβολέων που έπρεπε να κατασταλεί. Η αποτυχία του Βελιγραδίου να αφομοιώσει τους Αλβανούς μετατράπηκε σε εντολή για περαιτέρω καταστολή, ακόμα και εξάλειψη, με τον Μιλόσεβιτς να κερδίζει τη λαϊκή στήριξη για την απόφασή του να αναστρέψει την τάση της δεκαετίας του ογδόντα περί εκδημοκρατισμού, αποκέντρωσης και σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων. Ο Κοστούνιτσα, που διαδέχθηκε το 2000 τον Μιλόσεβιτς ως Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, δεν μετρίασε την πολιτική 417 ρητορική περί Κοσόβου και, συγχρόνως, διατήρησε τη θεσμική δομή εξουσίας του προκατόχου του (Di Lellio 2009: 375). Ένας παράγοντας διαμορφωτικός του Σερβικού εθνικισμού είναι η γεωπολιτική θέση της χώρας: η Σερβία, σύμφωνα με Γερμανούς ιστορικούς του 19ου αιώνα, ανήκει στην «ενδιάμεση Ευρώπη» και η θέση αυτή χαρακτηρίζεται από παρωχημένη και περιθωριοποιημένη πολιτική κουλτούρα, πρωτίστως με την έννοια της ατελούς εθνικής ολοκλήρωσης. Η θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης σημαίνει ότι η πολιτική κουλτούρα της Σερβίας γίνεται εξαρτημένη μεταβλητή: οι επιρροές εξ Ανατολών οδηγούν σε μία κατάσταση απομόνωσης του ιστορικού παρελθόντος και την ανάδυση μίας στερεοτυπικής υπερδομής από ιδεολογικά εργαλεία (εμβλήματα, εθνικές εικόνες, κ.ά.), τα οποία εξηγούν την αλαζονεία των Σέρβων εθνικιστών. Η ιδεολογική και πολιτιστική κληρονομιά της Δύσης, αντίθετα, θεωρείται κενή περιεχομένου και ουσίας και είναι ικανή μόνο να παρέχει τα μέσα «ικανοποίησης», δηλαδή τα προϊόντα. Ο εκδημοκρατισμός της Σερβίας, επομένως, απειλείται συνεχώς από την μακρόχρονη αυταρχική παράδοση και την κολλεκτιβιστική πολιτική κουλτούρα, οι οποίες δεν συμφωνούν με τις βασικές αξίες του φιλελευθερισμού (Listhaug et al. 2011: 21, 31). Ο εθνικισμός ως ιδεολογία έχει απήχηση στη Σερβία γιατί αποτελεί εργαλείο απομάκρυνσης από το κομμουνιστικό παρελθόν· αποτελεί, δηλαδή, την οδό ώστε το κράτος να μην είναι δέσμιο της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και του διεθνισμού, τοποθετώντας στο προσκήνιο τα συμφέροντα του έθνους και των πολιτών (Vujadinović & Goati 2009: 38). Η ήττα του Μιλόσεβιτς στις εκλογές του 2000 δεν άλλαξε την κατάσταση, δεδομένου ότι η νέα κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον αντί- κομμουνισμό ως ιδεολογικό εργαλείο απήχησης στους ψηφοφόρους. Ο Μιλόσεβιτς καταδικάστηκε μόνο ως κομμουνιστής, στρατηγική που είχε διπλό αποτέλεσμα: από τη μία πλευρά, η νέα κυβέρνηση απέκτησε την αύρα του «απελευθερωτή» από τον κομμουνισμό μετά από σχεδόν εξήντα χρόνια. Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνώντες ισχυρίστηκαν ότι εκείνοι ήταν οι αυθεντικοί εκπρόσωποι του Σερβικού πατριωτισμού επειδή ο Μιλόσεβιτς ήταν πρωτίστως κομμουνιστής, άρα ιδεολογικά ανίκανος να αντιληφθεί την ιδεολογία του εθνικισμού (Listhaug et al. 2011: 232). Σημαντική ώθηση στην απήχηση του εθνικισμού έδωσαν η ανακήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσόβου (17 Φεβρουαρίου 2008), η σύλληψη του Κάρατζιτς (21 Ιουλίου 2008) και η σύλληψη του Μλάντιτς (26 Μαΐου 2011). Τα συγκεκριμένα περιστατικά ενίσχυσαν την αντίληψη των Σέρβων ότι μόνο εκείνοι θεωρούνταν υπαίτιοι για την εξέλιξη του πολέμου, με την απουσία αξίωσης για ανάληψη ευθυνών από τα υπόλοιπα εμπόλεμα μέρη να τροφοδοτεί την εικόνα του Άλλου που απαιτεί η «σταθεροκρατία». Αξίζει να σημειωθεί ότι η κοινή γνώμη της Κροατίας, αντίστοιχα, αντέδρασε έντονα όταν η Χάγη ζήτησε την παράδοση του στρατηγού Γκοτόβινα και κατά τη δίκη του στρατηγού Νόρατς για εγκλήματα κατά των Σέρβων της Κράινα. Ο λόγος ήταν ότι η Κροατία συγκροτήθηκε ως κράτος μετά από πόλεμο ανεξαρτησίας κατά της Σερβίας, επομένως παραμένει δύσκολο να αποδεχθεί ως εγκληματίες πολέμου όσους πρωτοστάτησαν, επειδή φοβάται ότι θα τεθεί σε αμφισβήτηση το γεγονός της ανεξαρτησίας. Τα υπόλοιπα εμπόλεμα μέρη προσδοκούν από τη Σερβία να αναγνωρίσει την ενοχή της για τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, ακριβώς επειδή είναι το διάδοχο κράτος της πολυεθνικής οντότητας από την οποία αποσχίστηκαν (Gordy 2013: 46-47). 418 Ο ιδιαίτερος ορισμός της «Ευρώπης» στη Σερβία Η σχέση της Σερβίας με την ΕΕ και, κυρίως οι αντιλήψεις των πολιτών και των ελίτ για τον ρόλο της ΕΕ, φανερώνει τα διαμετρικά συναισθήματα για την Ένωση και οδηγεί στη διατύπωση ενός ιδιαίτερου ορισμού περί Ευρώπης. Η ΕΕ, αφενός, θεωρείται οργανισμός που μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση της Σερβίας μέσω της ένταξης. Από την άλλη πλευρά, ιδίως την περίοδο 2003-08, θεωρείτο ότι τηρούσε εχθρική στάση κατά της Σερβίας για τρεις αποφάσεις που έλαβε: α) τις κυρώσεις που επεβλήθησαν τη δεκαετία του 1990 β) τους βομβαρδισμούς του 1999 και γ) την απόφαση της πλειψηφίας των κρατών-μελών να αναγνωρίσουν τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσόβου τον Φεβρουάριο του 2008 (Listhaug et al. 2011: 81-82). Το ζήτημα του Κοσόβου είναι αυτό που καθιστά κυρίως την «Ευρώπη» ως τον Άλλο στα μάτια των πολιτών και ελίτ της Σερβίας· είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι τις κοινοβουλευτικές εκλογές τον Μάιο του 2008, ο πρωθυπουργός Κοστούνιτσα συνέδεσε την ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ με το στόχο της διατήρησης του Κοσόβου. Η Σερβία, προκειμένου να αιτιολογήσει ιδεολογικά την πολιτική της, παρουσιάζει τον αγώνα της για το Κόσοβο ως μία αέναη μάχη ενάντια στις «μη-Ευρωπαϊκές» δυνάμεις των τζιχαντιστών και των μαφιόζων. Η αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου οδήγησε άμεσα σε απόψεις περί της «ηθικής χρεοκοπίας» της Ευρώπης, επειδή αποδέχτηκε ένα κράτος που ηγείτο ένας καταδικασμένος από τη Χάγη εγκληματίας πολέμου – ο Ραμούς Χαραντινάι – και είχε οργανωμένα δίκτυα εγκληματικότητας. Η μυθολογία του Κοσόβου οδηγεί, επίσης, σε έναν περιοριστικό και «αποπνικτικό» ορισμό περί Ευρώπης, σύμφωνα με τον οποίο η Σερβική πολιτιστική ταυτότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επίκρισης ή ως πολέμιος των αξιών της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Συνεπάγεται, επίσης, την ενίσχυση της θέσης περί συμμαχίας με τη Ρωσία ως αποτύπωση ενός παραδοσιακού δεσμού μεταξύ Ορθόδοξων εθνών, όχι μόνο ως τακτική επιλογή, δεδομένου ότι η Ρωσία ακόμα δεν έχει αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου (Di Lellio 2009: 376, 380). Οι παραπάνω χαρακτηρισμοί αποτελούν εκφράσεις της ριζοσπαστικής ιδιομορφίας που είναι εγγενής στον Σερβικό εθνικισμό, και ουσιαστικά πηγάζουν από την αφήγηση περί αιώνιας αδικίας από τη διεθνή κοινότητα. Οι Σέρβοι πολιτικοί, μάλιστα, ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν την πηγή της εχθρικής στάσης της διεθνούς κοινότητας, την αρχή της οποίας χρονολογούν το 1389· τονίζουν μόνο την προσπάθεια της Ευρώπης να τους επιβάλει ένα «σύνδρομο κατωτερότητας», όταν χαρακτηρίζει τη Σερβία ως κράτος που δεν έχει ασπαστεί τις σύγχρονες οικουμενικές αξίες (Vujadinović & Goati 2009: 81). Η πραγματικότητα είναι ότι επίσημα η Σερβία δηλώνει την ανωτερότητά της έναντι της Ευρώπης, δήλωση που συμφωνεί με τη Σλαβική διανοητική παράδοση κατά τη συγκρότηση ταυτοτήτων, η οποία απεικονίζει τον Σλαβικό κόσμο με αντιτιθέμενες εικόνες: ουσιοκρατικός, νεαρός, αδιάφθορος και, συγχρόνως, διαφοροποιημένος και ιεραρχικός σύμφωνα με την απόσταση από την αναπτυγμένη και φιλελεύθερη Ευρώπη, εντός της οποίας τα Βαλκανικά έθνη θα κατατάσσονταν τελευταία. Η Σερβική ανωτερότητα, επομένως, αντιτίθεται στις αρχές του επιστημονικού ορθολογισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, επί των οποίων οικοδομήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη τον 17ο αιώνα (Di Lellio 2009: 382). Η Σερβική ανωτερότητα τροφοδοτήθηκε από μία εμφανή αντίφαση στη στάση της διεθνούς κοινότητας: η πολιτική ηγεσία της Σερβίας ένιωσε δικαιωμένη από την 419 απόφαση της Χάγης, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, ότι η Σερβία δεν ήταν άμεσα υπεύθυνη για τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995, επειδή δεν έλεγχε τις Σερβοβοσνιακές δυνάμεις. Συγχρόνως, τόνισε τον επίμονο ισχυρισμό της διεθνούς κοινότητας ότι η Σερβία δεν μπορούσε να γίνει «κανονικό» έθνος μέχρι να απαρνηθεί πλήρως το διαβόητο παρελθόν της, επιταγή που το 2007 ταυτιζόταν με την παράδοση των Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Η απόφαση της Χάγης, τελικά, οδήγησε σε ένα «εμφύλιο πόλεμο μνημών» στην πρώην Γιουγκοσλαβία: οι Κροάτες υπερασπίζονται τα πεπραγμένα τους στον πόλεμο της ανεξαρτησίας, οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι πολιτικοποιούν τη Σρεμπρένιτσα για να δείξουν ότι Republika Srpska είναι προϊόν γενοκτονίας, ενώ οι Σέρβοι προσπαθούν να υποβαθμίσουν τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα με το να υποδεικνύουν τα εγκλήματα των υπόλοιπων εμπόλεμων μερών (Vujadinović & Goati 2009: 197, 199). Αυτός ο «εμφύλιος πόλεμος μνημών» ενισχύει το αίσθημα πικρίας και, σε συνδυασμό με την αίσθηση θυματοποίησης στην πολιτική κουλτούρα, ενίσχυει τον Σερβικό εθνικισμό που χαρακτηρίζεται από την αφήγηση περί συνωμοσίας κατά των Σέρβων. Η αφήγηση αυτή τονίζει ότι η διεθνής κοινότητα ακόμα δεν αντιλαμβάνεται τις φυγόκεντρες δυνάμεις κατά την αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας, με συνέπεια οι Σέρβοι πολίτες να κοιτάζουν ευμενώς και προς τη Ρωσία ως στρατηγικό σύμμαχο (Listhaug et al. 2011: 26). Οι παραπάνω αντιλήψεις και σύνδρομα δεν σημαίνουν ότι η Σερβία δεν αποσκοπεί στην ένταξή της στην ΕΕ, αλλά ότι επιθυμεί να γίνει με όρους που να εξυπηρετούν τις ελίτ της χώρας. Αφορμή για την αλλαγή στάσης υπήρξε η απόφαση της 25ης Απριλίου 2005 για ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ, η οποία θεωρήθηκε ως μία ακόμη απτή απόδειξη της Σερβικής απομόνωσης στα Βαλκάνια· συνέπεια της απόφασης ήταν το ζήτημα της ένταξης να έρθει στο προσκήνιο της πολιτικής σφαίρας στη Σερβία (ibid: 95). Οι εκλογές του Μαΐου 2008 πήραν τη μορφή δημοψηφίσματος υπέρ της ΕΕ και το αποτέλεσμα ήταν η οριακή νίκη του φιλό-Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, του οποίου ηγείτο ο Πρόεδρος Μπόρις Τάντιτς· ειρωνικά, πάντως, η ετερόκλητη κυβερνητική συμμαχία περιελάμβανε ως εταίρο το Σοσιαλιστικό Κόμμα που είχε ιδρύσει ο Μιλόσεβιτς. Η νέα κυβέρνηση παρέδωσε τον Ράντοβαν Κάρατζιτς στη Χάγη και προχώρησε στην επικύρωση της Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης και της Ενδιάμεσης Συμφωνίας για το Εμπόριο τον Σεπτέμβριο του 2008. Η Σερβική ηγεσία, όμως, μποϊκόταρε την αποστολή της ΕΕ στο Κόσοβο και ζήτησε τη γνωμοδότηση της Χάγης σχετικά με την ανεξαρτησία της περιοχής. Ο μύθος του Κοσόβου έχει έναν κανονιστικό και έναν εργαλειακό ρόλο στη Σερβία: αφενός, τροφοδοτεί την πολιτική ρητορική των αυταρχικών εθνικιστικων ελίτ, που τον χρησιμοποιούν για να τονίσουν τις ηθικές υποχρεώσεις προς το έθνος και για να κερδίσουν τη στήριξη μεγάλου μέρος της κοινής γνώμης. Ο μύθος παρέχει, συγχρόνως, τον χώρο στις φιλό-Ευρωπαϊκές ελίτ να διαπραγματευθούν με ευνοϊκούς όρους την ένταξη στην ΕΕ, με δεδομένο ότι η Σερβία ενδεχομένως να αποτελέσει σύμμαχο της Ρωσίας. Η συνεχής άρνηση της Σερβίας να συμβιβαστεί στο ζήτημα του Κοσόβου έδωσε στην ΕΕ αιτιολογίες να διευκολύνει την ένταξη της Σερβίας, σε μεγάλο βαθμό προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω σύγκρουση (Di Lellio 2009: 374-375). Τα δεδομένα που προέκυψαν μετά το 2008 έφεραν στο προσκήνιο τη διάκριση μεταξύ φιλελεύθερων και ανελεύθερων αξιών, και την ταύτιση κάθε κατηγορίας με συγκεκριμένες συνθήκες. Οι φιλελεύθερες αξίες (κράτος δικαίου, ανοχή μειονοτήτων, 420 ανθρώπινη ισότητα, κ.ά.) συνδέονται, στο μυαλό των πολιτών, με την ένταξη στην ΕΕ και την παράδοση των εγκληματιών πολέμου στη Χάγη. Οι ανελεύθερες αξίες (αλυτρωτισμός, σωβινισμός κ.ά) θεωρούνται διαβρωτικές των φιλελεύθερων αξιών και τονίζουν την κοινή εθνικότητα ως βάση για τους απανταχού Σέρβους, ενώ συνδέονται με τη συμμαχία με τη Ρωσία, με την αντίσταση στις αξιώσεις της Χάγης και την αντίδραση στην ανεξαρτησία του Κοσόβου (Listhaug et al. 2011: 3). Το παραπάνω σχήμα, όμως, είναι πολύ απλοϊκό για να υπερβεί τη «συνοριακή ταυτότητα» που αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη μετά-κομμουνιστική Σερβία: η ταυτότητα αυτή βασίζεται στην αντίληψη των Κεντροευρωπαίων ότι ο εθνοκεντρισμός της Δυτικής Ευρώπης αντιλαμβάνεται την Ευρασία ως τέσσερις Ανατολές – την Εγγύς, τη Μέση, την Άπω και την Ανατολική Ευρώπη – την ίδια στιγμή που υπάρχει μόνο μία Δύση. Η πολιτιστική ταυτότητα, επομένως, των μη – Δυτικοευρωπαίων ορίζεται ως έλλειμμα. Η διαταραχή που προκαλείται από τη «συνοριακή ταυτότητα» ενισχύεται, στα κομμουνιστικά καθεστώτα, από τη μεταφορική παρουσία της ελέγχουσας μητρικής φιγούρας, το ρόλο της οποίας ενδύεται η γραφειοκρατική-στρατιωτική νομενκλατούρα και εκλογικεύει την κυριαρχία της ως αγάπη (Stojsin 1996: 368). Συνέπεια των παραπάνω είναι ο ορισμός της «Ευρώπης» από τις ελίτ και την κοινή γνώμη να αντανακλά τον ασαφή τρόπο που αντιλαμβάνονται την ΕΕ ως πολιτικό πρόγραμμα. Ιδιαίτερα συγκεγχυμένα είναι τα όρια μεταξύ της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και του αισθήματος του ανήκειν στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και τον πολιτισμό της. Επιπλέον, η πλειοψηφία των Σερβικών ελίτ υποτιμά τη διαφορά μεταξύ των κοινών θεσμών της ΕΕ και των προνομίων των κρατών-μελών· η αντίληψη για τον χαρακτήρα και το ρόλο της ΕΕ επηρεάζεται ακόμη από ασάφειες που αναπαράγονται συνεχώς από τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική επικοινωνία, όπως φαίνεται και από τις αντιλήψεις που σχηματίζονται λόγω των δραστικών αλλαγών στο καθεστώς του Κοσόβου. Οι παραπάνω διαπιστώσεις αναιρούν την απλοϊκή θέση ότι η Σερβική πολιτική ζωή μπορεί να αναλυθεί μόνο μέσω της πόλωσης μεταξύ της φιλελεύθερης/φιλό-Ευρωπαϊκής και εθνικιστικής/αντί-Ευρωπαϊκής επιλογής (Listhaug et al. 2011: 93). Η «σταθεροκρατία» στη Σερβία του Βούτσιστς Τα πρώτα βήματα προς την εδραίωση «σταθεροκρατίας» στη Σερβία έγιναν το 2008, όταν η στήριξη της ΕΕ στο Δημοκρατικό Κόμμα απέδωσε καρπούς με την εκλογή του Τάντιτς ως Προέδρου της Σερβίας. Η προοπτική ένταξης στην ΕΕ, κυρίως η επιθυμία κάθε κόμματος να δεσμευτεί σε αυτήν, αποτέλεσε την κύρια διαχωριστική γραμμή στο δρόμο προς τις εκλογές του 2012· μέχρι τη νίκη του Προοδευτικού Κόμματος (SNS) το 2012, η στήριξη στην ένταξη στην ΕΕ ήταν υπεύθυνη για το σχηματισμό εκλογικών συμμαχιών και καθόρισε, σε μεγάλο βαθμό, τις κομματικές ταυτότητες κατά τη δεκαετία του 2000 (Spoerri 2015: 159). Η «σταθεροκρατία» στη Σερβία ξεκίνησε το 2008 γιατί ο Τάντιτς συνέχισε να βασίζεται στις αντιδημοκρατικές πρακτικές του παρελθόντος, και αποδείχτηκε απρόθυμος να ενισχύσει την ανεξαρτησία σημαντικών θεσμών, πρωτίστως της δικαιοσύνης (Bieber 2018b: 341). Η επικράτηση του SNS μετά τις Προεδρικές εκλογές του 2012, και η εδραίωσή του με τη νίκη του Βούτσιτς το 2017, οδήγησε και στην εδραίωση της 421 «σταθεροκρατίας» στη Σερβία. Οι κυβερνήσεις του SNS έχουν αρθρώσει μία στρατηγική νομιμοποίησης που έχει τρεις πυλώνες, και πρώτος εξ αυτών είναι η δέσμευση στις μεταρρυθμίσεις και την ένταξη στην ΕΕ (Günay & Dzihic 2016: 6). Η νίκη του SNS στις πρόωρες εκλογές του 2014 επέτρεψε στον πρωθυπουργό Βούτσιτς να συμπεριλάβει στον κυβερνητικό συνασπισμό το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τη Συμμαχία των Ούγγρων της Βοϊβοντίνα και άλλα μικρά κόμματα, με συνέπεια να κατέχει το 80% των κοινοβουλευτικών εδρών (European Commission 2014: 8). Ο Βούτσιτς υποχρεώθηκε, καταρχάς, να υποβαθμίσει τις ρίζες του στο ακραία εθνικιστικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και να βασιστεί περισσότερο στην εξωτερική νομιμοποίηση· αυτή εκφράστηκε, πρωτίστως, με την πρόοδο στα τεχνικά βήματα – καθεστώς υποψήφιας χώρας, έναρξη διαπραγματεύσεων, άνοιγμα και κλείσιμο κεφαλαίων – προς την ένταξη στην ΕΕ. Οι διμερείς επαφές, επίσης, αποδείχθηκαν ευνοϊκές για την κυβέρνηση π.χ. ο Βούτσιτς επισκέφθηκε τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ λίγο πριν τις εκλογές του Απριλίου 2017, επίσκεψη που καλύφθηκε εκτενώς στα Σερβικά μέσα ενημέρωσης. Η εξωτερική νομιμοποίηση χρησίμευσε ώστε να εξασθενήσουν τα παλιά κόμματα εξουσίας και ελίτ και το SNS να αποκτήσει τον έλεγχο του κράτους (Bieber 2018b: 343- 344). Ο δεύτερος πυλώνας νομιμοποίησης είναι η αναδιανομή των κρατικών πόρων μέσω ανεπίσημων μηχανισμών: η συμμετοχή στα πελατειακά δίκτυα του SNS, και η αναδιανομή μέσω αυτών, οδήγησε στη δημιουργία οργανωμένων συμφερόντων και εξαρτώμενων «πελατών» σε διάφορα επίπεδα. Ο Βούτσιτς έκανε εξαρχής λόγο για δημιουργία ενός καλύτερου επιχειρηματικού κλίματος, που μεταφράστηκε σε ανακατομή της κρατικής χρηματοδότησης σε φιλοκυβερνητικούς ξένους επενδυτές. Οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης συνίστατο στη μείωση μισθών και συντάξεων και σε ιδιωτικοποιήσεις, αλλά η επιλεκτική εφαρμογή των τελευταίων είχε σημαντικό ρόλο στη μετατροπή της πολιτικής ισχύος σε οικονομικό κεφάλαιο. Συγχρόνως, ενσωματώθηκαν και νομιμοποιήθηκαν τα παράνομα και ημί-νόμιμα κέρδη των πλούσιων επιχειρηματιών και των εγκληματικών δικτύων που στήριζαν το SNS. Ο Βούτσιτς, μάλιστα, έκανε λόγο για «υπεύθυνους» μη-κρατικούς δρώντες, οι οποίοι ουσιαστικά απέκτησαν τη ρυθμιστική ικανότητα του κράτους (Günay & Dzihic 2016: 6, 8). Πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος της οικονομικής ελίτ της Σερβίας απέκτησε τον πλούτο της κατά την περίοδο των εμπορικών κυρώσεων που επέβαλε ο ΟΗΕ στο καθεστώς Μιλόσεβιτς (Μάιος 1992-Οκτώβριος 1996). Οι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες, που χαιρετήθηκαν ως πατριώτες, δημιούργησαν δίκτυα λαθρεμπορίου στις εισαγωγές και απέκτησαν τον έλεγχο κρατικών μονοπωλίων στα βιώσιμα εξαγωγικά προϊόντα της Σερβίας (Lyon 2008: 84). Ο τρίτος πυλώνας αναφέρεται στην αφήγηση επί της οποίας στηρίζονται οι αξιώσεις νομιμοποίησης: το SNS παρουσιάζει εαυτόν ως υπέρμαχο των αδυνάτων και ως υπερασπιστή του έθνους, ισχυριζόμενο ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των μη- εχόντων για χάρη του συνόλου του έθνους. Ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται από την αναφορά σε «αληθινούς Σέρβους», οι οποίοι αποτελούν την εκλογική πελατεία του SNS: η μεσαία τάξη, οι αγρότες, οι εργάτες και οι μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες. Οι κοινωνικές αυτές ομάδες στηρίζουν τις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις, παρότι δεν επωφελούνται άμεσα από αυτές, λόγω της υπόσχεσης για εξάλειψη των παλιών δικτύων που τους είχαν αποκλείσει. Σε αυτή την προσπάθεια να νομιμοποιήσει τις κυβερνητικές πολιτικές μέσω εθνικιστικού πλαισίου, το SNS επιχειρεί να 422 απονομιμοποιήσει την περίοδο του Τάντιτς και του Δημοκρατικού Κόμματος με τον χαρακτηρισμό τους ως «μη-Σέρβους»· αυτή η αξίωση για μονοπώλιο στον καθορισμό της ταυτότητας του έθνους ενισχύει τη συνοχή ανάμεσα στους οπαδούς της κυβέρνησης. Παρότι η κυβέρνηση Βούτσιτς έχει μετριάσει την ακραία εθνικιστική ρητορική, χρησιμοποιεί τον εθνικισμό όποτε χρειάζεται να κρύψει τα εγχώρια προβλήματα π.χ. η διαμάχη με την Κροατία το 2015, λόγω των επιφυλάξεων της τελευταίας να ανοίξουν συγκεκριμένα κεφάλαια διαπραγμάτευσης για τη Σερβία, οδήγησε στην επαναφορά της εθνικιστικής ρητορικής και φανέρωσε τις πιέσεις που δεχόταν το SNS στο εσωτερικό του και από τα δεξιά κόμματα. Η ρητορική, μάλιστα, περιελάμβανε αναφορές στη συνεργασία των Κροατών με το ναζιστικό καθεστώς στον Β΄ΠΠ, οι οποίες ήδη υπάρχουν στα σχολικά εγχειρίδια της Σερβίας (Günay & Dzihic 2016: 6, 12-13). Οι κυβερνήσεις του Προοδευτικού Κόμματος παρουσιάζουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μία «σταθεροκρατία», κυρίως το καθεστώς εξαίρεσης που περιλαμβάνει τη δημιουργία και επίλυση κρίσεων. Ένα συνηθισμένο εργαλείο είναι η προκήρυξη πρόωρων εκλογών, καθώς επιβάλλουν στο κράτος μία συνεχή προεκλογική περίοδο· είναι αξιοσημείωτο ότι η κυβέρνηση του SNS προκήρυξε δύο φορές πρόωρες εκλογές – τον Μάρτιο του 2014 και τον Απρίλιο του 2016 – καμία εκ των οποίων δεν αιτιολογήθηκε από κάποια πιθανή κυβερνητική κρίση (Bieber 2018a: 183). Ένα άλλο χαρακτηριστικό της «σταθεροκρατίας» στη Σερβία του Βούτσιτς είναι η επιβολή αντιδημοκρατικών πρακτικών επί των μέσων ενημέρωσης και του δικαστικού σώματος, και συνήθως δεν περιλαμβάνει άμεσες επιθέσεις κατά αυτών. Εκκινώντας από τα μέσα ενημέρωσης, η κυβέρνηση του SNS παρεμβαίνει στην ανεξαρτησία αυτών μέσω στοχευμένων επιθέσεων σε δημοσιογράφους που επικρίνουν την κυβέρνηση ή διερευνούν σκάνδαλα όπου εμπλέκονται κυβερνητικά στελέχη. Το πιο πρόσφορο εργαλείο ελέγχου είναι η ανακατανομή των διαφημιστικών εσόδων προς τα φιλοκυβερνητικά μέσα, τα οποία φροντίζουν να μέμφονται τα ανεξάρτητα μέσα (Amnesty International 2018: 5-6). Η δικαστική ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα είναι, επίσης, ζητούμενο στη σύγχρονη Σερβία, και σημαντικό πρόβλημα συνιστά η ασάφεια των κανόνων περί του διορισμού των Προέδρων των δικαστηρίων και η περιορισμένη χρονικά θητεία τους. Το κυριότερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι υπάρχει επαρκής χώρος για πολιτική επιρροή επί της δικαιοσύνης: η Σερβική Βουλή διορίζει και παύει τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου και τον Δημόσιο Κατήγορο, που είναι ex officio και Πρόεδροι των ομώνυμων Συμβουλίων, με τη Βουλή υπό τον έλεγχο του SNS να προβαίνει στους τελευταίους διορισμούς τον Δεκέμβριο του 2015. Επιπλέον, τα δημόσια σχόλια από Υπουργούς για έρευνες και υποθέσεις ασκούν μεγάλη πίεση στις δικαστικές αρχές, με τους Προέδρους των δικαστηρίων να έχουν την αρμοδιότητα να αναθέσουν σε άλλους δικαστικούς τις επίμαχες υποθέσεις (European Commission 2016: 13). Συμπέρασμα Τα Δυτικά Βαλκάνια αποτέλεσαν για πολλά χρόνια μία περιοχή που σπαραζόταν από εμπόλεμες συρράξεις, με την ειρήνευση να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθεί η εθνική και θεσμική ολοκλήρωση των κρατών. Απαιτείται, επομένως, η 423 εισαγωγή δημοκρατικών θεσμών σε κράτη με παράδοση ολοκηρωτισμού και η απεμπόληση του εθνικισμού ως νομιμοποιητική ιδεολογία των καθεστώτων. Εστιάζοντας στη διαδικασία εκδημοκρατισμού, διαπιστώνουμε ότι η προοπτική ένταξης στην ΕΕ άνοιξε χώρους για να αλλάξουν οι εδραιωμένες πολιτικές ρουτίνες, μέσω της έναρξης των απαραίτητων οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Συγχρόνως, η απώλεια της δυνατότητας για ταχεία ένταξη στην ΕΕ επέτρεψε την ανάδυση αυταρχικών πρακτικών διακυβέρνησης σε κράτη που ήδη είχαν αδύναμες δημοκρατικές δομές. Η ίδια η ΕΕ δεν αποδεικνύεται αρκετά ισχυρή στην κινητοποίηση του συνεχούς εκδημοκρατισμού, ακόμα και στο εσωτερικό της: η Ουγγαρία και η Πολωνία παρουσιάζουν υποδείγματα αναδυόμενου αυταρχισμού, ενώ σε Βουλγαρία και Ρουμανία υπάρχει εκτεταμένη διαφθορά και περιορισμένη ελευθερία των μέσων ενημέρωσης. Η Σερβία μετά τον Μιλόσεβιτς βίωσε, καταρχάς, μία κρίση αποτελεσματικότητας, η οποία ήταν συνέπεια του εσωτερικού κατακερματισμού του Σερβικού κράτους, της έλλειψης συντονισμού μεταξύ των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων που είχαν αναλάβει σημαντικές ρυθμιστικές αρμοδιότητες, όπως και της λανθασμένης αντίληψης σχετικά με τη λειτουργία και τον ρόλο του κράτους. Συγχρόνως, βίωσε και μία κρίση νομιμοποίησης λόγω της έντασης μεταξύ των ακάμπτων εθνικών συμφερόντων και των αξιών που διακηρύττει η ΕΕ. H διπλή κρίση αποτελεσματικότητας και νομιμοποίησης επηρεάστηκε από τη συνεχή προσφυγή στην εθνικιστική νοοτροπία, όπως και από το έλλειμμα αναγνώρισης της σημασίας αξιών που έχουν σημασία: αυτοδιάθεση, ιδιότητα του πολίτη, πολιτική συμμετοχή κ.ά. Η Σερβική πολιτική ελίτ, δηλαδή, δεν αναγνώριζε την ΕΕ πρωτίστως ως κοινότητα αξιών, ακόμα και αν το σύστημα αξιών στο εσωτερικό της ΕΕ είναι ετερογενές. Η λανθασμένη αυτή αντίληψη περί της ΕΕ αποδίδεται και στη «Σερβική ιδιαιτερότητα», που υποστηρίζει ότι αλληλεπιδρούν διάφορες πολιτιστικές και ιδεολογικές τάσεις: εθνικός λαϊκισμός, πανσλαβισμός, αντί-Δυτισμός, κομμουνισμός, αδύναμη δημοκρατική παράδοση. Η συνέχεια, επομένως, μεταξύ παλιών και νέων μορφών του Σερβικού λαϊκισμού εκλαμβάνεται ως ο βασικός συλλογισμός για τη μετάβαση από τον κομμουνισμό στη Σερβία. Αν αναλύσουμε την πολιτική ζωή της Σερβίας κατά τον 19ο αιώνα, διαπιστώνουμε ότι η πλειοψηφία των πολιτικών έβλεπε με καχυποψία κάθε στοιχείο της νεωτερικότητας που μπορούσε να ταράξει την πατριαρχική και αγροτική ρουτίνα της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Επομένως, οι Δυτικές έννοιες περί ανθρώπινης ελευθερίας και αυτοδιάθεσης αντιπαρατέθηκαν με τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί μίας κοινότητας υπό πολιτική, κληρική και διανοητική καθοδήγηση. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ παρωχημένου εθνικισμού και εξευρωπαϊσμού στη μετά – Μιλόσεβιτς Σερβία αποτυπώνεται στην αδυναμία συναίνεσης επί ενός ηθικού και αξιακού συστήματος που θα ενσωματώσει τα καλά στοιχεία της προνεωτερικής κληρονομιάς. Το βασικό σύνδρομο, τουλάχιστον μέχρι την ίδρυση του Προοδευτικού Κόμματος, ήταν η απουσία ενός κόμματος ικανού να εκπροσωπήσει τους χαμένους από τη δημοκρατική μετάβαση. Συνέπεια αυτού ήταν ο ριζοσπαστισμός να αποτελεί επιλογή για μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος, αμφισβητώντας όμως την προοπτική ένταξης στην ΕΕ. Το Προοδευτικό Κόμμα, πλέον υπό την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, έχει καταφέρει ρητορικά τη σύγκλιση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που 424 απαιτεί η ένταξη στην ΕΕ και του εθνικισμού, μέσω της εκπροσώπησης των χαμένων της μετάβασης για χάρη όλου του έθνους. Η σύγκλιση αυτή επιτρέπει στη Σερβική κυβέρνηση να παρουσιάσει την ΕΕ ως εξωτερικό νομιμοποιητή, αλλά ουσιαστικά οδηγεί στην εδραίωση ενός καθεστώτος «σταθεροκρατίας»: η κυβέρνηση δημιουργεί εσωτερικές και εξωτερικές κρίσεις, προκειμένου να αποδείξει την ικανότητα επίλυσής τους, παρουσιάζει ως εξαιρετική πρόοδο το άνοιγμα και κλείσιμο κεφαλαίων για ένταξη στην ΕΕ και, τελικά, καταφέρνει να δημιουργεί καταστάσεις ελεγχόμενου χάους που οδηγούν στον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης. Βιβλιογραφία Amnesty International (2018), “Serbia: Still failing to deliver on human rights”, Submission for the UN Universal Periodic Review, 29th Session of the UPR Working Group. Bieber, F. (2003), “The Serbian Opposition and Civil Society: Roots of the delayed transition in Serbia”, International Journal of Politics, Culture and Society, 17 (1): 73-90. Bieber, F. (2018a), “The Rise (and Fall) of Balkan Stabilitocracies”, Horizons, 10: 176-185. Bieber, F. (2018b), “Patterns of Competitive Authoritarianism in the Western Balkans”, East European Politics. 34 (3): 337-354. BIEPAG (2017), “The Crisis of Democracy in the Western Balkans. Authoritarianism and EU stabilitocracy”, Policy Paper. Carothers, T. (2002), “The End of the Transition Paradigm”, Journal of Democracy, 13 (1): 5-21. Čeperković, M. & Gaub, F. (2018), “Balkan Futures. Three scenarios for 2025”, Chaillot Papers, Institute for Security Studies, European Union. Di Lellio, A. (2009), “The Missing Democratic Revolution and Serbia's Anti-European Choice: 1989–2008”, International Journal of Politics, Culture and Society, 22 (3): 373-384. Džankić J., Keil, S. & Kmezić, M. (2019), “The Europeanisation of the Western Balkans. A failure of EU conditionality?”, London, Palgrave Macmillan. European Commission, “Serbia 2014 Progress Report”, {COM(2014) 700 final}. European Commission, “Serbia 2016 Progress Report”, {COM(2016) 715 final}. Gordy, E. (2013), Guilt, Responsibility and Denial. The past at stake in post-Milosevic Serbia, Philadelphia, University of Pennsylvania Press. Greenberg, J. (2006), “Noc Reklamozdera: Democracy, consumption, and the contradictions of representation in post-socialist Serbia”, Political and Legal Anthropological Review, 29 (2): 181-207. Günay, C. & Dzihic, V. (2016), “Decoding the Authoritarian Code: Exercising ‘legitimate’ power politics through the ruling parties in Turkey, Macedonia and Serbia”, Southeast European and Black Sea Studies, σσ. 1-21. Kmezic, M. & Bieber, F. (2017), “The Crisis of Democracy in the Western Balkans. An anatomy of stabilitocracy and the limits of EU democratic promotion”, BIEPAG (Balkans in Europe Policy Advisory Group) Policy Paper. Lange, S., Nechev, Z. & Trauner, F. (2017), “Resilience in the Western Balkans,” Report no 36, European Union Institute for Security Studies. Listhaug, O., Ramet, S. P. & Dulić, D. (2011), Civic and Uncivic Values. Serbia in the post-Milošević era, Budapest, Central European University Press. 425 Lyon, J. (2008), “Serbia’s Sandžak Under Milošević: Identity, nationalism and survival”, Human Rights Review, 9: 71-92. Malesevic, S. (2002), Ideology, Legitimacy and the New State. Yugoslavia, Serbia and Croatia, London and New York, Routledge. Pavlović, S. (2016), “Montenegro’s ‘Stabilitocracy’: The West’s support of Đukanović is damaging the prospects of democratic change”, https://blogs.lse.ac.uk/europpblog/2016/12/23/montenegros-stabilitocracy-how-the- wests-support-of-dukanovic-is-damaging-the-prospects-of-democratic-change/ (ημερομηνία πρόσβασης 23/9/2019, 17.35). Pavlović, S. (2017), “West is Best: How ‘stabilitocracy’ undermines democracy building in the Balkans”, https://blogs.lse.ac.uk/europpblog/2017/05/05/west-is-best-how-stabilitocracy- undermines-democracy-building-in-the-balkans/ (ημερομηνία πρόσβασης 23/9/2019, 17:39). Spoerri, M. (2015), Engineering Revolution. The paradox of democracy promotion in Serbia, Philadelphia, University of Pennsylvania Press. Stojsin, N. (1996), “Letters to the Metanarrative: Totalitarian “enjoyment” and self- representation in post-communist Serbia”, Dialectical Anthropology, 21: 363-377. Vujadinović, D. & Goati, V. (2009), Serbia at the Political Crossroads. Between authoritarianism and democracy, vol. III, Belgrade, CEDET. 426 Ο Προϊστάμενος ως Ηγέτης-Οδυσσέας: Η Πολύπλευρη Έννοια της Ηγεσίας ως Εναλλακτικός Τρόπος Διαχείρισης του Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης Αγγελική Μπουρμπούλη1 Περίληψη Στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, το νέο περιβάλλον της Δημόσιας Διοίκησης χαρακτηρίζεται από τα αρχικά VUCA (ΜΑΠΑ) (Volatility - Μεταβλητότητα, Uncertainty-Αβεβαιότητα, Complexity - Πολυπλοκότητα και Ambiguity - Αμφισημία) (Bennet-Lemoine 2014). Στο πλαίσιο αυτό, οι προϊστάμενοι των διοικητικών μονάδων καλούνται να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την οργανωτική μονάδα τους και ταυτόχρονα να τη μετασχηματίζουν. Υπάρχουν μελέτες για την Δημόσια Διοίκηση οι οποίες αποδεικνύουν ότι οποιαδήποτε παρέμβαση για βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας ενός δημόσιου φορέα ή οργανισμού συνδέεται άμεσα με την ατομική συμπεριφορά των προϊσταμένων διεύθυνσης ή τμήματος. Την ίδια στιγμή ο ανθρώπινος παράγοντας είναι καθοριστικός για οποιαδήποτε συστηματική, διαδικαστική ή οργανωτική αλλαγή σε κάθε σύστημα. Με τα δεδομένα αυτά, οι επικεφαλής των μονάδων της Δημόσιας Διοίκησης έχουν ένα νέο διττό ρόλο να επιτελέσουν: αφενός να κάνουν την δουλειά τους αποτελεσματικά και αποδοτικά και αφετέρου να υποστηρίζουν την ομάδα των υφισταμένων και των συνεργατών τους στον δρόμο της προσωπικής και συλλογικής ανάπτυξης τους. Η έννοια του προϊστάμενου-Οδυσσέα, του πολύπλευρου και πολύτροπου προϊστάμενου σήμερα οριοθετεί την ανάγκη για την υιοθέτηση μιας διαφορετικής προσέγγισης και σχέσης προς τους υφισταμένους/ες και τους συνεργάτες/ιδες. Ο προϊστάμενος-Οδυσσέας αναλαμβάνει την ευθύνη, δείχνει ενσυναίσθηση, τολμά, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει και επιθυμεί την ανάπτυξη των άλλων, υφισταμένων και συναδέλφων δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη τους. Η προσέγγιση αυτή πολλαπλασιάζει την επίδραση της ηγεσίας στα αποτελέσματα των οργανισμών σε επίπεδο παραγωγικότητας, επίτευξης στόχων και δέσμευσης σε αυτούς. Αντίστοιχα, αποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την αποτελεσματική επίλυση εντάσεων και κρίσεων στον εργασιακό χώρο. Στη συγκεκριμένη εισήγηση, επιχειρείται η αποσαφήνιση των ανωτέρω αναφερθέντων εννοιών, αναλύονται τα βασικά χαρακτηριστικά του πολύπλευρου προϊστάμενου-Οδυσσέα αλλά και ο συμβουλευτικός ρόλος του/της. Λέξεις-κλειδιά: Δημόσια Διοίκηση, Ανθρώπινο Δυναμικό, Πολύπλευρη Ηγεσία, Προϊστάμενος- Οδυσσέας, Ενσυναίσθηση, Ενεργητική Ακρόαση. Η Πολύτροπη Μορφή της Ηγεσίας Η διαφορετική έννοια που λαμβάνει ο όρος «ηγεσία» έχει οδηγήσει σε πληθώρα ορισμών ανάλογα με το ποια στοιχεία προκρίνονται ως θεμελιώδεις όροι. Μπορούμε να 1 Υπεύθυνη Σπουδών και Έρευνας Ε.Σ.Δ.Δ.Α, Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.). E-mail:
[email protected]427 ορίσουμε την ηγεσία ως μια διαδικασία που συνίσταται σε μια σχέση αμοιβαίας επιρροής μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων όπου οι σχέσεις που αναπτύσσονται είναι αλληλεξαρτώμενες με σκοπό την επίτευξη κοινών στόχων κάτω από ομαδικές συνθήκες (Hollander & Julian, όπως αναφέρεται σε Γεώργας 1986: 127). Επίσης ως ηγεσία ορίζεται «η διαδικασία επηρεασμού της σκέψης, των συναισθημάτων, των στάσεων και των συμπεριφορών μια μικρής ή μεγάλης, τυπικής ή άτυπης ομάδας ανθρώπων από ένα άτομο (ηγέτη), με τέτοιο τρόπο ώστε, εθελοντικά και πρόθυμα και με την κατάλληλη συνεργασία να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να υλοποιούν αποτελεσματικούς στόχους που απορρέουν από την αποστολή της ομάδας και την φιλοδοξία της για πρόοδο ή ένα καλύτερο μέλλον» (Μπουραντάς 2005: 197-198). Ο ορισμός της ηγεσίας ως «διαδικασίας» σημαίνει ότι αυτή δεν αποτελεί ένα χαρακτηριστικό ή μια ιδιότητα του ατόμου που την ασκεί, αλλά ένα διαδραστικό συμβάν το οποίο λαμβάνει χώρα μεταξύ του ηγέτη και των «ακολούθων» του και συνίσταται στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Η επιρροή ασκείται εντός μιας ομάδας ατόμων και προς αυτή κατευθύνεται για την εκπλήρωση μακροπρόθεσμων σκοπών. Η δε δράση των ανθρώπων της ομάδας ασκείται εθελοντικά και πρόθυμα (Μπερερής 2015). Η ηγεσία συνδέεται με τις έννοιες της καθοδήγησης και ελέγχου αλλά και με την ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών, με την ικανότητα καθοδήγησης και δημιουργίας οράματος, με την ευρηματικότητα, κ.λπ. Στον σύγχρονο κόσμο όποιος καλείται να έχει ηγετικό ρόλο πρέπει να αλληλεπιδρά με τους άλλους, προκειμένου να διαμορφώσει από κοινού με αυτούς τους επιδιωκόμενους στόχους. Έτσι μολονότι η «ηγεσία» συνδέεται με τα χαρακτηριστικά του ατόμου, δεν παύει να έχει κοινωνικό χαρακτήρα και να προσδιορίζεται διαρκώς από τις σχέσεις και τις ταυτότητες των εμπλεκόμενων μελών. Έχοντας περιγράψει την έννοια της ηγεσίας, μπορούμε να ορίσουμε την έννοια του ηγέτη. Ηγέτη εννοούμε το επιλεγμένο άτομο που είναι χαρισματικό και ικανό να εμπνέει, να ενθουσιάζει, να παρακινεί να εμψυχώνει, να οδηγεί και να συνενώνει ένα σύνολο ή ένα λαό ή ένα έθνος ή μια επιχείρηση ή έναν οργανισμό, ώστε να επιτευχθούν δημιουργικά αποτελέσματα ή κοινοί σκοποί. Η πολιτική ηγεσία ως φαινόμενο σχετίζεται με τις κοινωνικές κρίσεις, ως μια διάσταση πολιτικής λειτουργίας που απεικονίζει τους κλυδωνισμούς και τους μετασχηματισμούς των κοινωνιών. Η επιτυχία της ηγεσίας κρίνεται και από την ικανότητά της να προσελκύσει και να διατηρήσει υποστηρικτές. Ο Burns (αναφέρεται σε Παπάζογλου 2012: 19) διακρίνει την ηγεσία σε μεταμορφωτική και συναλλακτική. Στη περίπτωση της μεταμορφωτικής ηγεσίας, οι ηγέτες και οι υποστηρικτές βρίσκονται σε μια στενή σχέση αλληλεπίδρασης, συνενώνουν τις δυνάμεις τους και οδηγούνται σε υψηλότερα επίπεδα κινητοποίησης και ηθικής για να επιτύχουν έναν κοινό σκοπό. Σύμφωνα με τη θεωρία της μεταμορφωτικής ηγεσίας, οι ηγέτες παρακινούν τη συμπεριφορά αλλάζοντας τις στάσεις των υποστηρικτών τους, κατευθύνουν και εμπνέουν την ατομική προσπάθεια, ενεργοποιούν τις αξίες και τις ανάγκες τους, ώστε να ξεπεράσουν το ατομικό συμφέρον για χάρη κοινών στόχων. Οι ηγέτες γίνονται πηγή εξιδανικευμένης επιρροής, λειτουργώντας με ρόλο μοντέλου για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των υπαλλήλων μιας υπηρεσίας. Στοχεύουν στην πνευματική διέγερση των υποστηρικτών τους και υφισταμένων τους, ώστε να αμφισβητήσουν παλιές πρακτικές σε διοικητικά ζητήματα και να αποδεχτούν μεταρρυθμίσεις. Οι μεταμορφωτικοί ηγέτες χρησιμοποιώντας ένα τρίπτυχο παραγόντων, εμπνευσμένο κίνητρο, ιδανική επιρροή και πνευματικούς ερεθισμούς, εμπνέουν και ενδυναμώνουν τους υποστηρικτές τους. Ένας μεταμορφωτικός ηγέτης αναπτύσσει όραμα και έχει την ευθύνη να το επικοινωνήσει στους υποστηρικτές του. Ενεργεί έτσι, ώστε να εμπνεύσει τους ανθρώπινους πόρους του και να τους μετακινήσει σε υψηλότερη κατάσταση ύπαρξης, η οποία μετασχηματίζεται σε επιδίωξη και επίτευξη κοινών υπερβατικών στόχων (Bradley & Sanjay 2010) Στην περίπτωση της συναλλακτικής ηγεσίας η σχέση μεταξύ ηγετών − υποστηρικτών στηρίζεται σε μια ανταλλαγή σημαντικών πόρων για την επίτευξη ορισμένων στόχων, αλλά δεν έχουν έναν υπερβατικό σκοπό που να λειτουργεί ως συνεκτικός δεσμός. Στην έννοια της συναλλακτικής ηγεσίας περιλαμβάνεται η εκτελεστική ηγεσία η οποία προσφέρει τα μέσα για την αντιμετώπιση έκτακτων και κρίσιμων καταστάσεων και την επίτευξη συγκεκριμένων και περιορισμένων στόχων. Όμως η ανάγκη εξισορρόπησης αντιτιθέμενων στόχων, κινήτρων, δεσμεύσεων, συμφερόντων, ο περιορισμένος χρόνος σε συνδυασμό με την αδυναμία των ηγετών να ελέγξουν ιδεολογικούς και πολιτικούς πόρους εκτός του συστήματος αποτελούν εμπόδια για τους ηγέτες της εκτελεστικής εξουσίας. Η πραγματική αλλαγή για να επιτευχθεί πρέπει να θεμελιώνεται σε εξουσίες και αρχές. Ηγεσία και αποτελεσματικότητα Για την άσκηση αποτελεσματικής ηγεσίας απαιτούνται συγκεκριμένες ικανότητες: Έμπνευσης ενός κοινού και αποδεκτού οράματος. Στρατηγική σκέψη Εστίαση στον πελάτη-πολίτη, Άμεση λήψη αποφάσεων χωρίς ευθυνοφοβία, Εκχώρηση αρμοδιοτήτων και ενθάρρυνση συνεργατών, Δημιουργία ομάδων και αποτελεσματική διοίκησή τους, Προσωπική ισχύς και ωριμότητα Διαφάνεια και υπευθυνότητα. Το ερώτημα της βιβλιογραφίας περί ηγεσίας είναι το κατά πόσον η ηγεσία λειτουργεί ως καταλύτης στις ηθελημένες ιστορικές μεταμορφώσεις σε θεσμούς και κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με τους Gemmil & Oakley (αναφέρεται σε Wallis & Dolley 2005), η αναζήτηση ενός μεσσία ή μια μαγική σωτήρια ηγεσία εντείνονται σε περιόδους βαθιάς κοινωνικής απόγνωσης και κρίσης. Η επιτυχής εφαρμογή και εδραίωση μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων προϋποθέτει ηγεσία με όραμα. Σύμφωνα με το Krueger (αναφέρεται σε ibid.), η υιοθέτηση των ίδιων οικονομικών πολιτικών, ως απάντηση στα ίδια οικονομικά προβλήματα, θα έχει διαφορετικές συνέπειες, υπό μια πολιτικά ισχυρή ηγεσία μιας κυβέρνησης που διαθέτει μια καλά οργανωμένη γραφειοκρατία ικανή να εκτελέσει τις επιθυμίες της ηγεσίας από ό,τι αν μια αδύναμη ηγεσία ενός συνασπισμού προσπαθήσει να κάνει τα ίδια πράγματα, σε περιστάσεις όπου οι γραφειοκράτες εγείρουν ικανή αντίσταση προς αυτές τις πολιτικές (ibid). Η Ηγετική συμπεριφορά Η αποτελεσματικότητα στην άσκηση ηγετικής συμπεριφοράς συνίσταται στην άσκηση ενός μείγματος ηγετικών ρόλων με τον κατάλληλο τρόπο, προκειμένου να 429 επιτυγχάνονται βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα ενώ παράλληλα να χτίζεται το μέλλον της υπηρεσίας. Ο ηγέτης πρέπει να επιλέγει το κατάλληλο ηγετικό αυταρχικό ή συμμετοχικό στυλ ανάλογα με την ωριμότητα των συνεργατών και να λειτουργεί με ευαισθησία για τους ανθρώπους, με ακεραιότητα και ταπεινότητα. Η ηγετική συμπεριφορά αποτελεί συνάρτηση των ηγετικών ρόλων και του χαρακτήρα του ηγέτη. Οι ηγετικοί ρόλοι αφορούν στην παρακίνηση, στην ανάπτυξη της ομάδας, στην υποστήριξη των συνεργατών-υπαλλήλων, στην ανάπτυξη συνεργατικής κουλτούρας, στην προσωπική ανάπτυξη, στην άσκηση στρατηγικής διοίκησης, στην ανάπτυξη οράματος, στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων, στο συντονισμό, στην εξυπηρέτηση του πελάτη-πολίτη και στη λήψη των απαραίτητων αποφάσεων. Ο προσωπικός χαρακτήρας συνίσταται στην υιοθέτηση του κατάλληλου ηγετικού στυλ, ανάλογα με το προσωπικό, το έργο και το περιβάλλον. Βασική προϋπόθεση αποδοχής ενός ηγέτη από τους συνεργάτες του είναι να τον εμπιστεύονται. Η εμπιστοσύνη εξαρτάται και προσδιορίζεται αφενός από την ικανότητα του ηγέτη και αφετέρου από την ακεραιότητά του που είναι θεμελιώδες στοιχείο της ηγετικής συμπεριφοράς και εκφράζεται μέσα από αυτή. Κύρια στοιχεία της ακέραιης συμπεριφοράς ενός ηγέτη είναι η αξιοπιστία, η συνέπεια, η διαφάνεια, η ειλικρίνεια, η εντιμότητα και η αντικειμενικότητα. Ένα άλλο βασικό στοιχείο του χαρακτήρα (Collins, αναφέρεται σε Μπουραντάς 2005: 244) για έναν ηγέτη, είναι η ταπεινότητα όταν συνυπάρχει με την ισχυρή θέληση για το κοινό καλό. Το χαρακτηριστικό της ταπεινότητας κάνει τους ηγέτες να ενδιαφέρονται ελάχιστα για την υστεροφημία τους και πάρα πολύ για να αναπτύξουν διαδόχους ακόμη καλύτερους από αυτούς. Αποδέχονται την κριτική, αναγνωρίζουν λάθη και αδυναμίες, σέβονται τις γνώμες των άλλων και αναγνωρίζουν την αξία και τη συνεισφορά τους. Ταπεινότητα δεν σημαίνει παθητική στάση, υποχωρητικότητα, έλλειψη αυστηρότητας, αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης. Για την ηγετική συμπεριφορά δεν έχει σημασία να νομίζει ο ηγέτης ότι είναι δίκαια ή άδικα ταπεινός, σημασία έχει αν οι άλλοι αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά του να χαρακτηρίζεται από ταπεινότητα. Στην ελληνική δημόσια διοίκηση υπάρχει μεγάλη ανάγκη για την παρουσία δυναμικών και εμπνευσμένων ηγετών, ως πρόκληση για την παραγωγή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας με τους λιγότερους δυνατούς πόρους. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για δημοκρατικούς και ηθικούς ηγέτες διότι οι πολίτες έχουν χάσει την πίστη τους στη Δημόσια Διοίκηση λόγω της χρόνιας αναποτελεσματικότητάς της. Στην περίπτωση της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης απαιτείται η ύπαρξη χαρισματικών ισχυρών ηγετών οι οποίοι θα μπορέσουν να ενσωματώσουν ένα αποτελεσματικό και πρόθυμο διοικητικό πλαίσιο (Λυριντζής, 1984 στο Liveris, Panagiotis D., 2015). O Οδυσσέας ως ηγετική φυσιογνωμία Ο Οδυσσέας θεωρείται ένας καλός ηγέτης επειδή είναι πρόθυμος να κρατήσει τα μάτια του στο στόχοι. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αποσπάται από την πορεία του, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς ή να αντιμετωπίσει τον πειρασμό από το τραγούδι των Σειρήνων. Λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις ευθύνες του (Donlan 1998). Ο ηγέτης Οδυσσέας ενδιαφέρεται για τους άντρες του, ποτέ δεν βλέπει τη ζωή του ως κάτι περισσότερο από τη δική τους και πάντα παραμένει πιστός σε αυτούς. Δεν ανησυχεί μόνο για να γυρίσει πίσω στο σπίτι. Θέλει να βεβαιωθεί ότι όλοι οι ναυτικοί του είναι σε θέση να επιστρέψουν στις οικογένειές τους. Ακόμη και όταν μερικοί από τους άνδρες του τρώνε τα μαργαριτάρια του λωτού και ισχυρίζονται ότι δεν τους ενδιαφέρει να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ο Οδυσσέας τους πιέζει να γυρίσουν στο πλοίο γιατί ξέρει τι είναι καλύτερο για αυτούς. Ένας άλλος λόγος που ο Οδυσσέας είναι ένας ιδανικός ηγέτης είναι ότι είναι έξυπνος. Ενώ είναι σωματικά ισχυρός, το μυαλό του τείνει να τον σώζει συνεχώς. Είναι αυτό το μυαλό που σκέφτηκε τον Δούρειο Ίππο. Είναι αυτό το μυαλό που ανακάλυψε πώς να ξεγελάσει και στη συνέχεια να καταστρέψει τον Κύκλωπα όταν απειλούσε μερικούς από τους άντρες του. Επίσης είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η προθυμία του Οδυσσέα να ωριμάσει και να αλλάξει τον καθιστά εξαιρετικό ηγέτη. Ο Οδυσσέας δεν έχει σκοπό να συμμορφωθεί με τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα για την "καλή ηγεσία". Ο Όμηρος έζησε μέσα σε μια πολύ διαφορετική κουλτούρα από αυτή που βιώνουμε σήμερα. Πολλές πράξεις του έπους είναι πέραν της σύγχρονης πραγματικότητας, όπως οι αρκετά περιστασιακοί τρόποι σκέψης σχετικά με αντιλήψεις όπως ο βιασμός και η δολοφονία, η υπερβολική υπερηφάνεια και οι ασυνήθιστοι τρόποι επιβίωσης, είναι κοινές στον Όμηρο. Επιπλέον, ο Όμηρος είναι ποιητής που επαινεί τις «μεγάλες πράξεις» των ατόμων και ανησυχεί λιγότερο για την ομαδική εργασία, τους κοινούς στόχους και ενσυναίσθηση στο χώρο της εργασίας από ό, τι οι σύγχρονοι ηγέτες. Στην πραγματικότητα, κάθε σύγχρονος ηγέτης με τη στάση ή τις συνήθειες που ακολουθούν οι ομηρικοί ήρωες θα είχε καταλήξει να απολυθεί μέσα σε λίγες μέρες ή θα είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση (Donlan 1973). Άραγε πόσο καλός είναι ο ηγέτης Οδυσσέας, όταν σκοτώνει αμείλικτα. Γνωρίζουμε ως ακροατήριο και, αυτό στρεβλώνει την άποψή μας για τους χαρακτήρες. Πώς τολμούν οι μνηστήρες να δράσουν τόσο τρομερά, προσπαθώντας να δελεάσουν και να αναγκάσουν τη Πηνελόπη να παντρευτεί, όταν ο σύζυγός της προσπαθεί τόσο σκληρά να φτάσει στο σπίτι. Μήπως αυτό δείχνει καλή δεξιότητα ηγεσίας, από την πλευρά του Οδυσσέα; Αν γνωρίζετε ότι οι υφιστάμενοί σας δεν έχουν τη βούληση και είναι πιθανό να κάνουν κάτι υπερβολικά ανόητο, παρόλο που τους είπατε να μην το κάνουν, ως καλός ηγέτης πιθανότατα δεν θα τους αφήσετε χωρίς επιτήρηση να κάνουν το λάθος. Αλλά, ήταν η δική τους ανυπακοή! Ίσως, σίγουρα, όμως, μέρος του να είσαι ηγέτης είναι να εξασφαλίσεις την ασφάλειά σου, να περάσεις τη σοφία σου, να επιβλέπεις τις πράξεις σου και να σιγουρευτείς ότι κάνουν το καλύτερο που μπορούν. Μπορεί να φανεί ότι αναφερόμαστε κυνικά για τις ηγετικές ικανότητες του Οδυσσέα. Αυτή θα ήταν μια σωστή παραδοχή. Προφανώς υπάρχουν σημεία στο ποίημα όπου οι ικανότητες ηγεσίας του είναι καλύτερες, όπως όταν σέρνει τους ανθρώπους πίσω στα πλοία όταν συναντούν την Κίρκη (Sarachek 1968: 39-48). Οι ηγετικές ικανότητες και δεξιότητες του Οδυσσέα Η νοημοσύνη του Οδυσσέα τον βοήθησε να αποφύγει τη μοίρα. Μια ακόμα ποιότητα ηγεσίας που κατέχει ο Οδυσσέας είναι η σοφία. Η σοφία του Οδυσσέα εμφανίζεται όταν ο Οδυσσέας κατακτά την πόλη του Ισμάρ. Ο Οδυσσέας λέει: «Τους είπα, πίσω και γρήγορα! Και πάλι στη θάλασσα!» Οι άντρες ήταν συγκινημένοι ανόητοι, σε κατάσταση μέθης. Ο Οδυσσέας μερικές φορές ξεχνά ότι είναι θνητός. Για το λόγο αυτό, δεν φοβάται εύκολα. Ο Οδυσσέας εκθέτει τις ηγετικές ιδιότητες του, επινοητικότητα, εξυπνάδα, σοφία και γενναιότητα κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού. Αυτές οι ηγετικές ιδιότητες συμβάλλουν στη δημιουργία ενός επικού ήρωα και αποτελούν παράδειγμα για τη μεγαλοθυμία του. Πιο συγκεκριμένα, οι δεξιότητες που τον διέπουν κατά τη διάρκεια 431 της περιπέτειας του θα μπορούσαν να συνοψιστούν παρακάτω: Κουράγιο Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις όπου ο Οδυσσέας έδειξε θάρρος. Όταν ο Διομήδης τραυματίστηκε από το βέλος, ο Οδυσσέας τον υπερασπίστηκε μέχρι να μπορέσει να δραπετεύσει. Ως ηγέτης έσωσε επίσης τους άνδρες του από πολλά τέρατα. Μαζί με τον γιο του, Τηλέμαχο, ο Οδυσσέας πολέμησε τους Κύκλωπες και διέφυγε από την Καλυψώ. Επιπλέον, σε μια από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ήταν σε θέση να επιμείνει παρά την παρέμβαση του Ποσειδώνα ενώ ταξιδεύει στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας έδειξε το θάρρος να αγωνιστεί στις τραχιές θάλασσες, το ίδιο θάρρος που έδειξε όταν αντιμετώπισε τους πολυάριθμους ηγέτες που πολιορκούσαν τη σύζυγο του, Πηνελόπη (Shay 2012: 57-66). Νοημοσύνη Ως προς διανοητική ανδρεία, ο Οδυσσέας απέδειξε ότι κατείχε αυτή τη δύναμη σε διαφορετικούς χρόνους. Όταν, αρχικά, κατάφερε να πείσει τον Αχιλλέα να επανέλθει στη μάχη, γνωρίζοντας ότι αυτό θα τους δώσει τη δύναμη για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους. Δεδομένου ότι ο Αχιλλέας προσπάθησε να αποφύγει να βρεθεί στη μάχη, μεταμφιέστηκε ως γυναίκα. Ο Οδυσσέας, από την άλλη πλευρά, μπόρεσε να εντοπίσει τον Αχιλλέα ανάμεσα στις γυναίκες. Εμπιστοσύνη Ο Οδυσσέας ήθελε να επιστρέψει στην Ιθάκη, παρότι γνώριζε ότι θα του πάρει χρόνια προκλήσεων και κακουχιών. Ήταν βέβαιος ότι είχε τη νοημοσύνη, τα όπλα και τα εργαλεία για να συμβεί αυτό. Πίστευε στον εαυτό του ότι ήταν σε θέση να πείσει τους ανθρώπους του να ακολουθήσουν τις εντολές του. Ο Οδυσσέας ήταν επίσης πεπεισμένος ότι μπορεί να εμπνεύσει και να παρακινήσει τους ανθρώπους του. Φιλοδοξία Με την εμπιστοσύνη και το θάρρος του, ο Οδυσσέας είχε το στόχο να κερδίσει τον Τρωικό πόλεμο και να αναγνωριστεί ως ήρωας. Ήταν επίσης ο στόχος του να επιστρέψει στην Ιθάκη και στη σύζυγό και στο γιο του, παρά την πεποίθηση ότι υπήρχαν ήδη πολλοί μνηστήρες που περιβάλλουν την Πηνελόπη κατά τη διάρκεια της απουσίας του. Φυσική Αντοχή Εκτός από τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ο Οδυσσέας, διέθετε και σωματική δύναμη. Όταν, για παράδειγμα, οι άνδρες του ήταν δεμένοι στο πλοίο, ήταν ο τελευταίος που έμεινε μέχρι να μπορέσει να απελευθερωθεί (Shay 2012: 57-66). Αριστοκρατία Ο Οδυσσέας έδειξε επίσης ότι ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετικό χαρακτήρα, αντιμετωπίζοντας όλους τους άντρες του ως ίσους. Επίσης, αυτή η ευγένεια παρουσιάστηκε επίσης με το πώς αντιμετώπισε το γιο του. Ενώ ήταν μεταμφιεσμένος ως ζητιάνος και ο γιος του εισήλθε στο δωμάτιο, έδωσε το κάθισμά του στο αγόρι. Περηφάνια Ο Οδυσσέας επηρεάστηκε επίσης από το εγώ ή την υπερηφάνεια του. Αρνήθηκε να κάνει θυσίες όταν ήρθε στους άντρες του, τόσο ως ένδειξη της πίστης του στο πλήρωμά του. Αγάπη για δόξα Ο Οδυσσέας, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες ήρωες, εκδήλωσε το πάθος του για δόξα θέλοντας να επιστρέψει ως ήρωας του Τρωικού Πολέμου. Αγαπούσε τη φήμη και τη δόξα. Αυτό ήταν ίσως ένας από τους λόγους πίσω από την ακραία του επιθυμία να επιστρέψει στην Ιθάκη μετά από χρόνια. Εκτός από το στόχο του να είναι με τη σύζυγό του, ήθελε επίσης να ξανακερδίσει το θρόνο του. Συνοψίζοντας, ο Οδυσσέας ήταν ένας άνθρωπος που ήταν γνωστός τόσο για τις καλές του όσο και για τις κακές ιδιότητες ηγεσίας του. Ο Όμηρος, ο τυφλός ποιητής απεικόνιζε τον Οδυσσέα ως διφορούμενο χαρακτήρα. Ωστόσο και σε αυτό το επιχείρημα ο Οδυσσέας έχει περισσότερες καλές ηγετικές ιδιότητες από κακές ιδιότητες ηγεσίας. Σε όλο το έπος, οι αναγνώστες μπορούν να δουν ότι ο Οδυσσέας έλαβε ορθά πολλές ηγετικές αποφάσεις. Ήταν έξυπνος, δίκαιος και ατρόμητος. Πολλά περιστατικά στο έπος, επισημαίνουν την ευφυΐα και την αμεροληψία του καθ 'όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους (Shay 2012: 57-66). Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του Οδυσσέα στο σπίτι του στην Ιθάκη, αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και προβλήματα που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο των ανθρώπων και του πληρώματος, αλλά προσπάθησε να προστατεύσει και να σώσει τους απερίσκεπτους άντρες του. Ήταν έξυπνος, λάμβανε μέτρα και ξαφνικές αποφάσεις που θα ωφελούσαν ολόκληρο το πλήρωμα. Η αληθινή ηγεσία βρίσκεται σε όσους είναι εμπνευσμένοι, παίρνουν αλλά και υλοποιούν καλές αποφάσεις και δεσμεύονται. Ο Οδυσσέας εμπνέει το πλήρωμά του και το γιο του σε κρίσιμα χρονικά σημεία, επιτρέποντας την απόλυτη επιτυχία του. Όταν ο Οδυσσέας συναντά δύσκολες αποφάσεις, έχει αποδείξει ότι μπορεί να βρει έναν τρόπο να αντιμετωπίσει τα εμπόδια και να κάνει τις σωστές επιλογές. Η δέσμευση δεν είναι ερώτηση για τον Οδυσσέα, αλλά έχει δείξει ξανά και ξανά ότι θα κάνει ό, τι χρειάζεται για να πετύχει. Χωρίς αμφιβολία, ο Οδυσσέας έχει αποδείξει ότι είναι ένας μεγάλος ηγέτης. Από τον Οδυσσέα στην Οδύσσεια ενός ηγέτη-προϊστάμενου Η ηγεσία είναι μια οδύσσεια και είναι γεγονός ότι οι σημερινοί ηγέτες θα μπορούσαν να κερδίσουν πολλά από ένα αναζωογονημένο ενδιαφέρον και μια δέσμευση να διερευνήσουν περαιτέρω την οδύσσεια τους-να επιλέξουν και να προβληματιστούν για όλες τις πτυχές του ποιοι είναι - το καλό, το κακό και το άσχημο. Χωρίς να το πράττουν, οι ηγέτες παίζουν ένα παιχνίδι τύχης και κινδυνεύουν να μην προετοιμαστούν για όλα αυτά που η ηγεσία μπορεί να ρίξει τον δρόμο τους (Donlan 1971). Στο πνεύμα της «Οδύσσειας» και στο πνεύμα της μάθησης από τους προηγούμενους, οι ηγέτες θα πρέπει να θυμούνται τις ημέρες της αρχαίας Ελλάδας, όταν η χώρα υπερίσχυε τον γνωστό κόσμο. Η εποχή της Αρχαίας Ελλάδας ήταν μια εποχή που η ανθρωπότητα ανακάλυπτε την ανάγκη και την αξία της αυτογνωσίας, όταν τα μαθήματα μοιράζονταν μέσα από ιστορίες και ενσωματώνονταν στο μύθο και τις αντανακλάσεις των μεγάλων ανθρώπων για τη φύση και την ουσία του να είσαι άνθρωπος, της ύπαρξης ηγετών και ηρώων. Οι ηγέτες του σήμερα, στο μικρό χρονικό διάστημα που έχουν, μπορούν να επιταχύνουν τη μάθησή τους, αξιοποιώντας μερικά παραδείγματα σε αυτή την πλούσια αυτή ιστορική περίοδο. Τι γίνεται, λοιπόν, με την απληστία ή την πείνα για εξουσία. Σκεφτείτε το «θανατηφόρο ελάττωμα»; Τι συμβαίνει όταν ένας ηγέτης πιστεύει ότι είναι ανέγγιχτος 433 ή ότι ο σκοπός δικαιολογεί και αγιάζει οποιοδήποτε μέσο; Η συμπεριφορά του ηγέτη είναι αυτή που έχει τη δυνατότητα να τον εξυψώσει στα μάτια των υφισταμένων και συνεργατών ή να τον καταβαραθρώσει (Gordon 2014). Οι ηγέτες είναι άνθρωποι Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η κατάρρευση ενός ηγέτη δεν είναι αποτέλεσμα μιας δύναμης της φύσης ή μιας συγκεκριμένης εταιρικής κουλτούρας. Η τελική πτώση δεν οφείλεται στα χέρια ενός εχθρού ή κάποιας σκοτεινής δύναμης. Η πτώση τους οφείλεται στην αρχική τους αδυναμία, το θανατηφόρο ελάττωμά τους - την αχίλλειά τους πτέρνα. Έρχεται επειδή οι ηγέτες δεν είχαν το χρόνο να αφιερώσουν για να μάθουν το πιο σημαντικό πράγμα – τον εαυτό τους. Οι ηγέτες πρέπει να σκεφτούν ότι ενώ προσπαθούν να είναι υπεράνθρωποι, η πραγματικότητα είναι ότι είναι μόνο άνθρωποι. Και, υπό την πίεση, οι ηγέτες πρέπει να γνωρίζουν τι μπορούν να κάνουν. Εκείνοι που επέλεξαν να ηγηθούν επέλεξαν να βρίσκονται κάτω από ένα μικροσκόπιο, να αμφισβητούνται δημοσίως και να είναι στόχος εκείνων που έχουν ενδεχομένως διαφορετικέ ιδέες και άλλα σχέδια για τους ίδιους και τους οργανισμούς στους οποίους βρίσκονται. Οι ηγέτες επιλέγουν να επενδύσουν πολύ στην «ενδυμασία» τους, δηλαδή στην εκπαίδευσή τους και την προσωπικότητά τους. Η μεγαλύτερη επένδυση, ωστόσο, συχνά παραβλέπεται-η επένδυση στην ουσία του ατόμου που αντικατοπτρίζεται στον καθρέφτη κάθε μέρα. Εξερευνώντας την οδύσσεια ενός ατόμου με ανοιχτό και ειλικρινή τρόπο, μπορεί να είναι ο δημιουργός των διαφορών, ειδικά σε έναν κόσμο όπου τα τρωτά σημεία γίνονται γνωστά σε όλο τον κόσμο σε δευτερόλεπτα. Λαμβάνοντας το χρόνο να αντιμετωπίσετε και να εργαστείτε στην Αχίλλειά σας τακούνια μπορεί να είναι μια επιχείρηση κατασκευής ή διακοπής (Greenberg 2014). Χρειάζεται ένας γενναίος άνθρωπος, ένας αληθινός ηγέτης, να κοιτάξει στον καθρέφτη και να πει: «αυτό είναι κάτι που πρέπει να προσέξω». Ή «αυτό είναι κάτι που πρέπει να δουλέψω» και τότε επιλέξτε να δεσμευτείτε και να ακολουθήσετε τα βήματα στο δρόμο προς αυτογνωσία (Ρεγκούζας, Τσόλκας & Παπαϊωάννου 2016). Είναι η Οδύσσεια σας ... κάνετε την επιλογή να προβληματιστείτε και να επιχειρήσετε στο μονοπάτι της αυτογνωσίας. Αντί επιλόγου: Τι κάνει έναν καλό ηγέτη-προϊστάμενο; Πριν από αιώνες, οι μύθοι βοήθησαν τους Έλληνες να μάθουν να απορρίπτουν την τυραννική εξουσία και να προσδιορίζουν τις ικανότητες καλής ηγεσίας. Πολύ πριν οι Αθηναίοι καθιερώσουν για πρώτη φορά τη ριζική άμεση δημοκρατία τους το 508 π.Χ., η «Οδύσσεια» του Όμηρου άρχισε να διδάσκει στους αρχαίους Έλληνες να αναγνωρίζουν την καλή ηγεσία ως εναλλακτική λύση. Μέχρι το τέλος του 6ου αι. Π.Χ., η αυταρχική κυριαρχία των βασιλιάδων και των τυραννιών ήταν κάτι που όλοι είχαν επισημάνει. Η «Οδύσσεια», που μεταδόθηκε προφορικά μέσα σε αιώνες, εξόπλισε έντονα τις αρχαίες ελληνικές ιδέες για το τι συνιστά καλή ηγεσία. Είναι ένα από τα δύο αρχαιότερα κείμενα του δυτικού πολιτισμού και προσδιορίζει δύο κρίσιμα στοιχεία της καλής ηγεσίας: σεβασμό και αμοιβαιότητα (Kase 2014). Η «Οδύσσεια» αρχίζει υπογραμμίζοντας ότι η άπληστη, ανεξέλεγκτη, ανεύθυνη ηγεσία κάνει την κοινωνική ζωή απαράδεκτη για όλους. Αντίθετα, ένας καλός ηγέτης σέβεται τις υποχρεώσεις του απέναντι στον λαό του και εξασφαλίζει ότι σέβονται τον δικό του και τον άλλον. Αυτό παράγει τάξη, αρμονία και ευτυχία για όλους - ισχυρούς και αδύναμους. Καθώς αρχίζει η ιστορία, ο πρωταγωνιστής, ο πολεμιστής Οδυσσέας, έχει χάσει το δρόμο του. Ο Οδυσσέας μαίνεται σε ένα νησί στη μέση του πουθενά. Η απουσία του επέτρεψε στους ισχυρούς νέους ανθρώπους στην πατρίδα του να καταλάβουν το σπίτι του. Σφαγιάζουν και τρώνε όλα τα βοοειδή του, πίνουν όλο το κρασί του και κακοποιούν τους δούλους και την οικογένειά του. Κάθε ένας από αυτούς επιδιώκει να παντρευτεί τη σύζυγο του Οδυσσέα, αλλά αυτό καθυστερεί. Ούτε η ίδια, ούτε ο γιος της ούτε κανείς στην κοινότητα μπορεί να συγκρατήσει αυτούς τους λαϊκούς, ανεξέλεγκτους, καταστροφικούς ανθρώπους (Daudelin 1996). Η Αθηνά, θεά της Σοφίας, παρατηρεί ότι «κάθε σοφός μεταξύ τους θα ήταν δυσαρεστημένος και ντροπιασμένος βλέποντας τις πολλές επαίσχυντες πράξεις τους». Ο γιος του Οδυσσέα, μιλώντας στους παλαιότερους για τους μνηστήρες, επιμένει ότι «έγιναν αμείλικτες πράξεις και, το σπίτι μου έχει καταστραφεί» (Μπουραντάς 2005). Οι μνηστήρες έχουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να καταστρέφουν το νοικοκυριό του Οδυσσέα. Αλλά ο αφηγητής μας λέει ότι οι μαχητές καταστρέφουν τον εαυτό τους. Αντίθετα, ο Οδυσσέας περιγράφεται ως σοφός και καλός ηγέτης. Ο Δίας τον χαρακτηρίζει ως «να υπερέχει όλους τους θνητούς στη διάνοιά του». Πολλοί χαρακτήρες, μεταξύ των οποίων ένας από τους πρώην συντρόφους του Οδυσσέα και η θεά Αθηνά, θυμούνται ότι ο Οδυσσέας ήταν «ευγενής, σαν πατέρας» (Daudelin 1996). Ο Οδυσσέας ηγήθηκε μιας ευτυχισμένης, ακμάζουσας κοινότητας. Έχει σεβαστεί τις υποχρεώσεις του στους υπηκόους του, κερδίζοντας την αγάπη και την πίστη της οικογένειάς του και των δούλων του. Παρά την σχεδόν 20χρονη απουσία του, η οικογένειά του, οι φίλοι του και πολλοί υπηρέτες παραμένουν πιστοί. Όλοι επιθυμούν την επιστροφή του Οδυσσέα. Αναζητώντας νέα του πατέρα του, ο γιος του Οδυσσέα επισκέπτεται δύο άλλες κοινότητες, καθένα από τους οποίους κυριαρχεί ένας συμπονετικός, καλοπροαίρετος βασιλιάς. Κάθε βασιλιάς σέβεται τις υποχρεώσεις του στους θεούς και στον λαό του. Καθένας παρέχει γιορτές και γιορτές, όπως μουσική, χορό και αφήγηση. Καθένας φιλοξενεί ευγενικά και γενναιόδωρα. Οι άνθρωποι, με τη σειρά τους, σέβονται τις υποχρεώσεις τους στον βασιλιά τους, στους θεούς, στον άλλον και στους φιλοξενούμενους (Ασπρίδης 2013). Οι ικανότητες ηγεσίας του Οδυσσέα βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητά του να πείσει ένα πλήθος να τον ακολουθήσει. Όταν η Ελένη παντρεύτηκε τον Μενέλαο, ο Οδυσσέας ήταν εκείνος που έπεισε τους άλλους βασιλιάδες να ενωθούν για την υπεράσπιση του γάμου αυτού. Αυτό μπορεί να ήταν μια δύσκολη πρόταση, καθώς οι άλλοι βασιλιάδες ήθελαν το όμορφο χέρι της Ελένης, αλλά με τις ηγετικές του ικανότητες ο Οδυσσέας κατάφερε να τους πείσει εύκολα. Κατά τη διάρκεια των μαχών στην Τροίας, ο Οδυσσέας παρουσίασε τις ηγετικές ικανότητές του με την ιδέα του Δούρειου Ίππου. Αν και η δύναμη της πειθούς ήταν μια από τις ισχυρότερες δεξιότητές του, έδειξε επιπλέον δεξιότητες ηγεσίας όταν ξεκίνηση το 10ετές ταξίδι πίσω στην πατρίδα του (Θεοφανίδης 1999). Η επιμονή σήμανε το ταξίδι του Οδυσσέα μαζί με την ξεκάθαρη αποφασιστικότητά του να φτάσει στο σπίτι του, ανεξάρτητα από το πόσοι Κύκλωπες, μάγοι ή σειρήνες ήταν μεταξύ του και του προορισμού του. Ο Οδυσσέας επανειλημμένα απέδειξε τις εξαιρετικές ηγετικές ικανότητες του. Εντούτοις, έφτασε τελικά στο σπίτι, όπου έδειξε ακόμα μια δεξιότητα ηγεσίας, την επιθυμία να οδηγήσει και την προθυμία να αγωνιστεί γι 'αυτό (Μακρυδημήτρης & Μιχόπουλος 2000). 435 Αντί να γιορτάσει τη νίκη του στη μάχη, προηγήθηκε να αντιμετωπίσει πρόσθετες προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης και της παγίδευσης στην κόλαση. Του πήρε 10 ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρώσει αυτά τα καθήκοντα και τελικά να επιστρέψει στην πατρίδα (Ζαβλανός 2002). Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ηγεσίας του σημερινού κόσμου είναι ότι σχεδόν χάσαμε τη μυθολογία μας. Σίγουρα χάσαμε το σωστό πλαίσιο. Έχουμε πάρει λίγη μυθολογία και την μετατρέψαμε σε μια «αληθινή ιστορία» για ορισμένους νεκρούς προφήτες από πολύ καιρό που είναι εντελώς απρόσιτοι στην καθημερινότητά μας. Εάν σκέφτεστε τι κάνει ο μύθος στην ηγεσία και στις επιχειρήσεις; η απάντησή είναι: «Τα πάντα» (Μαΐστρος 2009). Γνωρίζετε ήδη ότι μιλάμε έναν πολύ διαφορετικό ηγέτη από έναν διαχειριστή. Μιλάμε για έναν ηγέτη που ασχολείται ολοκληρωτικά: Σώμα, Καρδιά, Νου και Ψυχή. Η μυθολογία έχει σκοπό να μιλήσει με την καρδιά και την ψυχή. Να καταγράψει το ηρωικό ταξίδι του ανθρώπινου πνεύματος. Η σύγχρονη κοινωνία έχει χάσει αυτό το ταξίδι και τώρα εστιάζει ολόκληρο το μύθο της πάνω στον σπουδαίο μύθο των χρημάτων και του υλισμού (Καρκατσούλης 2004). Βιβλιογραφία Bastian, J. & Nicolaidis, K. (2012), “Hercules vs Sisyphus: The path to democratically sustainable reform in Greece”, σε O. Anastasakis & D. Singh (επιμ.), Reforming Greece Sisyphean Task or Herculean Challenge?, South East European Studies at Oxford (SEESOX), European Studies Centre St Antony’s College, University of Oxford. Bourgon, J. & President Emeritus (2009), “Understanding the Public Leadership Environment: Preparing people to serve People in the 21st Century”, Commonwealth Association for Public Administration & Management (CAPAM), August. Bradley, E. W. & Pandey, S. K. (2010, “Transformational Leadership in the Public Sector: Does structure matter?”, Journal of Public Administration Research and Theory, January. Daudelin, M. W. (1996), “Learning from Experience through Reflection”, Organizational Dynamic, 24 (3): 36-48. Donlan, W. (1971), “Homer’s Agamemnon”, The Classical World, 65 (4): 109-115. Donlan, W. (1973), “The Tradition of Anti-aristocratic Thought in early Greek poetry”, Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte H. 2: 145-154. Ferguson, J., Ronayne, P. & Rybacki, M. (2014) “Public Sector Leadership Challenges Are They Different and Does It Matter?”, Center for Creative Leadership. Gordon, J. (2013), "The Difference Between Good and Great Leadership", Jon Gordon Blog. N.p., 10 Mar. 2013, Web. 29 Jan. 2014, http://www.jongordon.com/blog/the-difference-between- good-and-great-leadership/ . Greenberg, M. A. (2014), "Six Qualities Leaders Need to Be Successful", Psychology Today, Sussex Directories, Inc., 6 Apr. 2012, πρόσβαση την 27 Ιανουαρίου, 2014 από: http://www.psychologytoday.com/blog/the-mindful-self-express/201204/six-qualities- leaders-need-be-successful . Bromley, H. R. & Kirschner-Bromley, V. A. (2007), “Are You a Transformational Leader?”, The Physician Executive, American College of Physicians, November-December. http://ancienthistory.about.com/od/trojanwarinlit/a/OdysseyXI.htm http://en.wikipedia.org/wiki/Ajax_the_Lesser. http://www.ceo.com/media_type/blogs/ceos-finding-and-fixing-your-achilles-heel/ http://www.mythencyclopedia.com/A-Am/Achilles.html Iordanoglou, C. H. (2012), “Patronage and Public Employment in Greece”, σε O. Anastasakis & D. Singh, (επιμ.), όπ. παρ. Johnson, D. & Molloy, A. (2009) “Public Service Management Training and Leadership Development Institutes: Building a new generation of commonwealth public service professionals”, Dept. of Political Science, Cape Breton University, Sydney, Nova Scotia, Canada. Kase, L., (2010), "Great Leaders Are Great Decision-Makers", Graziadio Business Review, Pepperdine University, 29 Jan. 2014, http://gbr.pepperdine.edu/2010/10/great-leaders- are-great-decision-makers/ . Pappas, T. (2012), “Blaming the Crisis on the Political Class? Yes, but why?”, σε O. Anastasakis & D. Singh, (επιμ.), όπ. παρ. Petmesidou, M. (2012), “The Crisis, the Middle Classes and Social Welfare in Greece”, σε O. Anastasakis & D. Singh, (επιμ.), όπ. παρ. Sarachek, B. (1968), “Greek Concepts of Leadership”, Academy of Management Journal, 11 (1): 39-48. Shay, J. (1912), “Moral Injury”, Intertexts, 16 (1): 57-66. Wallis, J. & Dolley, B. (2005), Αποτυχία της Αγοράς, Αποτυχία της Κυβερνησης. Ηγεσία και Δημόσια Πολιτική, επιστημονική επιμελ. Θ. Πελαγίδης, μετάφραση: Αλ. Στρατής και Τίνα Πλυτά, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης, σσ. 175-183 & 233-247. Ασπρίδης, Γ. (2013), Εισαγωγή στην Πολιτική και Διοικητική Οργάνωση του Ελληνικού Κράτους, Αθήνα, εκδόσεις ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ. Ζαβλανός, Μ. (2002), Οργανωτική Συμπεριφορά, Αθήνα, εκδόσεις Αθ. Σταμούλης. Θεοφανίδης, Στ. (1999), Ποιος είναι Ηγέτης, η Ποιότητα της Ηγεσίας, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Καρκατσούλης, Π. (2004), Το Κράτος σε Μετάβαση. Από τη διοικητική μεταρρύθμιση και το νέο δημόσιο μάνατζμεντ στη διακυβέρνηση, Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Μαΐστρος, Π. (2009), Τα Τρία Κύματα των Μεταρρυθμίσεων της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα (1975-2015+), Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Μακρής, Σ. (2011), «Πολιτική Επιστήμη και Πολιτική Ηγεσία. Η συμβολή του Κλεομένη Σ. Κουτσούκη», σε Π. Σκλιά (επιμ.), Ανάπτυξη, Ηγεσία, Κοινωνία. Τιμητικός τόμος για τον Καθηγητή Κλεομένη Κουτσούκη, Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, σσ. 171-182. Μακρυδημήτρης, Α. (2008), Δημόσια Διοίκηση, Στοιχεία Διοικητικής Οργάνωσης, γ’ έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. Μαρκαντωνάτου, Μ. (2011), «Η Προνομιακή Απορρύθμιση μέσα από την Επιχειρηματική Διακυβέρνηση, τις Καλές Πρακτικές και την ISO Προτυποποίηση», Κράτος και Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ, τεύχος 116, Ιούλιος-Σεπτέμβριος. Μπερερής, Π. (2015), «Ανάπτυξη Διαπραγματευτικών Δεξιοτήτων. Ο ρόλος του Ηγέτη», από το υλικό για το πρόγραμμα Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ. Μπουραντάς, Δ. (2005), Ηγεσία. Ο δρόμος της διαρκούς επιτυχίας», Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Παπάζογλου, Μ. (2012), Σύγχρονη Πολιτική Ηγεσία. Κρίση και θεμέλια διακυβέρνησης, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Ρεγκούζας, Β., Τσόλκας, Λ. & Παπαϊωάννου, Λ. (2016), «Οι Απόψεις του ΣΕΣΜΑ δια τη Δημοσία Διοίκηση», «Ο Εκσυγχρονισμός της Δημόσιας Διοίκησης», Manager, Νοέμβριος-Δεκέμβριος. 437 Οι Ηθικές Επιπτώσεις της Χρήσης Μη Επανδρωμένων Eναέριων Οχημάτων (Drones) για Τρομοκρατικούς Σκοπούς Αλέξανδρος Μυλωνάκης1 & Δημήτριος Ροζάκης2 Περίληψη O στόχος αυτού του άρθρου είναι να συγκρίνει τις ηθικές επιπτώσεις που έχει η καθιερωμένη πλέον χρήση των drones στην λεγόμενο «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» με τις ηθικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ενδεχόμενη χρήση τους από την ισλαμιστική τρομοκρατία. Στο πρώτο μέρος του άρθρου θα εξετάσουμε τις καταγεγραμμένες επιπτώσεις της εκτεταμένης ήδη χρήσης τους από τη σκοπιά του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Στο δεύτερο μέρος θα εξετάσουμε ορισμένες τρομοκρατικές πρακτικές – κυρίως αυτές των αυτοκτονικών επιθέσεων και των επιθέσεων αυτοκτονίας - και θα διατυπώσουμε κάποιες υποθέσεις για τις επιπτώσεις της πιθανής τους αντικατάστασης από επιθέσεις μέσω drones. Α. Η χρήση drones τη σκοπιά του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας Υπάρχουν δύο τρόποι να εξετάζουμε συγκεκριμένα ηθικά προβλήματα. Ο ένας είναι να εφαρμόσουμε σε αυτά μια γενική ηθική θεωρία, με δεδομένες αρχές και κριτήρια λύσης των προβλημάτων που εφαρμόζουν σε κάθε περίπτωση. Ο άλλος είναι να αρθρώσουμε την δεοντολογία που βρίσκεται εμπεδωμένη στην εκάστοτε κοινωνική πρακτική στην οποία εμφανίζονται αυτά τα προβλήματα. Όσον αφορά την ηθική του πολέμου, χρωστάμε στον Michael Walzer και στο κλασικό πλέον βιβλίο του Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι (Walzer 1977) την απόδειξη ότι και η δεύτερη μέθοδος μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια καταγραφή ασυνάρτητων μεταξύ τους ηθικών αντιδράσεων. Ο Walzer έδειξε ότι οι ηθικές μας αντιδράσεις αποκαλύπτουν το ποια ανθρώπινα αγαθά διακυβεύονται τόσο τη στιγμή της κήρυξης όσο και κατά τη διεξαγωγή ενός πολέμου∙ υπακούουν επομένως στη «λογική» της σύνδεσης της κοινωνικής πρακτικής του πολέμου με την ευρύτερη κοινωνική τελεολογία. Kαι χρωστάμε στον Grégoire Chamayou μια πολύ συστηματική μελέτη των ηθικών προβλημάτων που η χρήση των drones εγείρει στην σύγχρονη πρακτική του πολέμου (Chamayou 2013). Στο πρώτο αυτό μέρος του άρθρου μας θα στηριχτούμε στην οπτική που αναπτύσσει για να συζητήσουμε τις ηθικές επιπτώσεις της χρήσης των drones στην πολεμική πρακτική όπως αυτή εκφράζεται στον «Πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». 1 Yποπλοίαρχος Πολεμικού Ναυτικού, Απόφοιτος Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:
[email protected]2 Λέκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,. Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:
[email protected]439 Στο βιβλίο του Η θεωρία του drone o Chamayou δείχνει ότι η σύγχρονη αυτή μετεξέλιξη του «εναέριου πολέμου» κατά την έκφραση του Jiulio Douhet (Douhet 1935) αλλοιώνει την ίδια την έννοια του πολέμου καθώς την εξομοιώνει με το κυνήγι. Κατά τον ίδιο τρόπο αλλοιώνει και την έννοια του κυνηγιού και την εξομοιώνει με την καθαρή σφαγή: To 2004 μια αμερικανική εταιρεία πρόσφερε μέσω Internet τη δυνατότητα «εικονικού κυνηγιού» ζώων που βρίσκονταν σε ένα ράντζο του Τέξας, μέσω της χρήσης drone. Η κατακραυγή ήταν γενική: δεν επρόκειτο πλέον για κυνήγι, αλλά για φόνο. Το κυνήγι είναι μια «ολική εμπειρία», η οποία συνίσταται στη δυνατότητα διαφυγής του θηράματος. Η Start up που πρότεινε το ηλεκτρονικό κυνήγι έκλεισε. Περίπου την ίδια χρονιά, το «ανθρωποκυνηγητό» έγινε μέρος του δόγματος του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας (Chamayou 2013:47). Η ανάπτυξη όπλων από απόσταση γίνεται σχέδιο των ΗΠΑ ήδη με τη λήξη του πολέμου του Βιετνάμ (Zaloga 2008: 14). Μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, η επιδίωξη του αμερικανικού κράτους ήταν η αυτονόμηση των στρατιωτικών υποθέσεων και κατ’επέκταση του Κράτους εν γένει από τον κοινωνικό έλεγχο μέσω της δημιουργίας του «Στρατού της Αγοράς» σύμφωνα με την έκφραση του Philip Bobbitt (Bobbitt 2006) που προβλέπει μεταξύ άλλων την κατάργηση της στρατολογίας, την προσφυγή σε ιδιωτικές εταιρείες και την ανάπτυξη όπλων από απόσταση. Επί προεδρίας Obama, τα Drones έγιναν το κατ’εξοχήν μέσο με το οποίο επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν οι ισλαμιστές τρομοκράτες μέσω «χειρουργικών χτυπημάτων». Αφενός η χρήση τους εννοήθηκε ως μέσο διεξαγωγής ενός «περιορισμένου» πολέμου σε αντίθεση με το δόγμα της χρήσης συντριπτικής βίας των Weinberger-Powell το οποίο διαμόρφωσε τα πρώτα τουλάχιστον στάδια του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας που κήρυξε ο G.W. Bush (Carr 2002: 251). Αφετέρου φάνηκε προτιμότερη η επί τόπου εκτέλεση των τρομοκρατών αντί της σύλληψης και αιχμαλωσίας τους σε δομές αμφίβολης νομιμότητας και αποτελεσματικότητας, όπως το Guantanamo. Η αρχή της μη-τρωτότητας Η στρατηγική αρχή της χρήσης των Drones είναι η «προβολή ισχύος χωρίς την προβολή της τρωτότητας» (Deptula 2007). Η μη-τρωτότητα του κυρίαρχου στρατοπέδου αναγορεύτηκε ήδη από τέλος του 20ου αιώνα με τον αεροπορικό βομβαρδισμό της Σερβίας, σε κυρίαρχη ηθικο-πολιτική νόρμα. Για να αποφευχθούν απώλειες που η κοινή γνώμη δεν θα μπορούσε να ανεχθεί, οι βομβαρδισμοί της Σερβίας έγιναν από ύψος 5000 μέτρων. Αυτό δεν επιτρέπει την επαλήθευση ότι ο στόχος όντως παραμένει αυτός ο οποίος σχεδιάστηκε αρχικά – αν για παράδειγμα στο μεταξύ δεν πλησίασαν άμαχοι σε αυτόν. Σε αυτές τις περιστάσεις, το αίτημα της ελαχιστοποίησης της απώλειας των αμάχων χάρη στα «χειρουργικά χτυπήματα» και το αίτημα της ελαχιστοποίησης της απώλειας των πιλότων συγκρούστηκαν. Το ΝΑΤΟ έλυσε τη σύγκρουση υπέρ του δεύτερου αιτήματος (Chamayou 2012:180). Αυτό όμως σήμανε ότι η «ασυλία της μάχης» αποδόθηκε στους μαχητές και όχι στους αμάχους. Οι άμαχοι εφεξής προστατεύονται μόνο στο βαθμό που η προστασία τους δεν εμπεριέχει μέτρα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές των στρατιωτών. 440 Ένα «ανθρωπιστικό όπλο» Το drone είναι το όπλο το οποίο υποτίθεται ότι λύνει αυτή τη σύγκρουση, συνδυάζοντας τη μη-τρωτότητα με την ακρίβεια των χτυπημάτων. Αυτό είναι προφανές, αν η χρήση του drone συγκριθεί με τη χρήση μιας συμβατικής βόμβας. Όμως λιγότερο προφανές, αν συγκριθεί για παράδειγμα με τη χρήση μιας ομάδας ειδικών δυνάμεων. Η ακρίβεια είναι συνάρτηση της ευθυβολίας, της ακτίνας της έκρηξης και της επαρκούς στοχοποίησης. Όμως η ακτίνα της έκρηξης ακυρώνει την ευθυβολία. Ακόμα και όταν στοχοποιηθεί ένα άτομο, η ακτίνα της έκρηξης ενός βλήματος Hellfire είναι γύρω στα 15 με 20 μέτρα. (Cavallaro, Sonnenberg & Knuckey 2013: 10) Αλλά και η στοχοποίηση είναι πάντα ανεπαρκής, εφόσον η διάκριση μαχητή και αμάχου είναι σχεδόν αδύνατη στις περιοχές όπου βρίσκονται οι «τρομοκράτες»: από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται το drone, στερείται από τον εχθρό η δυνατότητα να συμμετέχει άμεσα σε μια μάχη και επομένως να αναγνωριστεί με βεβαιότητα ως τέτοιος. Η πρακτική των drones διαφυλάττει τη «μη τρωτότητα» των χειριστών τους χάρη σε έναν αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσα στην «ασφαλή» και την «επικίνδυνη» εμπόλεμη ζώνη. Αυτό φυσικά αφορά μόνο τους χειριστές των drones. Διότι όσον αφορά τα θύματα, η «προβολή της ισχύος» στηρίζεται ταυτόχρονα στην άρση του διαχωρισμού μεταξύ «ζώνης ειρήνης» και «εμπόλεμης ζώνης». Τα drones εντοπίζουν τους «τρομοκράτες» σε οποιαδήποτε χώρα και αν αυτοί έχουν καταφύγει. Η εμπόλεμη ζώνη μετακινείται μαζί με τον στόχο. Η υποτιθέμενη ακρίβεια της στόχευσης δικαιολογεί την επέκταση του πεδίου βολής οπουδήποτε. Ιδεατά, το πεδίο της μάχης συρρικνώνεται στο σώμα του ατόμου-στόχου. Και συνεπώς, το πεδίο της μάχης μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό οποιασδήποτε περιοχή. Ωστόσο αυτό δημιουργεί μια νομική και ηθική ανωμαλία, καθώς το δίκαιο του πολέμου δεν προβλέπει πολεμικές επιχειρήσεις έξω από μια εμπόλεμη ζώνη, άρα στηρίζεται στη σαφή διάκριση μεταξύ εμπόλεμης και μη ζώνης (Chamayou 2013: 84). Προβληματικό είναι επίσης το επιχείρημα που προβλήθηκε από τη μεριά των ΗΠΑ ότι τα drones έχουν μηδέν θύματα μεταξύ των αμάχων. Αυτός ο ισχυρισμός βασίστηκε σε έναν αναθεωρημένο ορισμό της έννοιας του μαχητή. Σύμφωνα με τον νέο επιχειρησιακό ορισμό των αμερικανικών αρχών, μαχητής θεωρείται κάθε άτομο αρσενικού φύλου και μάχιμης ηλικίας παρόν σε μια εμπόλεμη ζώνη εκτός και αν υπάρχουν ρητές πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι είναι αθώος (Becker & Shane 2012). Αν δεν υπάρχουν όρια μεταξύ εμπόλεμων και μη ζωνών, τότε οποιοδήποτε ύποπτο άτομο, οπουδήποτε μπορεί να χαρακτηριστεί μαχητής, με αποτέλεσμα να αρθεί η διάκριση μεταξύ μαχητή και αμάχου. Κρίση στο «ηρωϊκό ήθος» Η ακύρωση της τρωτότητας δημιουργεί μια κρίση στο παραδοσιακό ηρωϊκό ήθος του πολέμου, σύμφωνα με το οποίο η θανάτωση του αντιπάλου είναι μια πράξη 441 αξιοθαύμαστη στο βαθμό που ενέχει την ανάληψη κινδύνου από τον μαχητή. Το παραδοσιακό στρατιωτικό ήθος χαρακτηρίζεται από ορισμένες κεντρικές αρετές, οι οποίες υποτάσσουν την αξία της ζωής στην αξία της τιμής: ανδρεία, θυσία, ηρωϊσμό. Και είναι αυτές οι αρετές που καθιστούν τη θανάτωση του αντιπάλου κάτι διαφορετικό από τον φόνο, που την κάνουν μια πράξη αποδεκτή, θεμιτή και αξιέπαινη. Η αυταπάρνηση του Μέρους, δηλαδή του ατομικού μαχητή, αποσκοπεί στον ανιδιοτελή σκοπό της υπεράσπισης του Όλου, δηλαδή της Πολιτικής Κοινότητας στην οποία ανήκει. Εάν η έκθεση στον κίνδυνο δεν είναι πλέον αναγκαία, τότε ο ηρωισμός και η αυτοθυσία αχρηστεύονται. Η χρήση των μη-επανδρωμένων όπλων οδηγεί σε ένα είδος «από- αρρενωποίησης» του στρατού. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση ανομίας όπου η συμπεριφορά εν πολέμω δεν βρίσκεται υπό την αιγίδα κάποιας από τις αποδεκτές αξίες. Η έξοδος από την ανομία επιχειρείται μέσα από μία «μεταξίωση των αξιών»: μέσα από την αναγόρευση της ίδιας της μη-τρωτότητας σε ηθική αρχή. Δημιουργείται έτσι ένας «μετα-ηρωικός» κώδικας τιμής στον οποίον οι μηδενικές απώλειες γίνονται βασική μέριμνα. Φυσικά, οι μηδενικές αυτές απώλειες αφορούν τη ζωή των ημέτερων μαχητών. Ως απάντηση στην ηθική κρίση προβάλλεται η ηθικότητα της νέας πρακτικής που στηρίζεται στη χρήση του μη επανδρωμένου οχήματος για να αποφύγει την έκθεση του προσωπικού στον κίνδυνο. Η διατήρηση της ζωής των «ημέτερων στρατιωτών» εμφανίζεται ως η απόλυτη κρατική επιταγή, εφόσον αποστολή ενός κράτους είναι η προστασία της ζωής των πολιτών του – ακόμα και των ένστολων. Eφόσον αυτοί παραμένουν πολίτες του κράτους, απολαμβάνουν ένα πρωτείο προστασίας έναντι των ατόμων που δεν είναι πολίτες του κράτους. Άρα ένα κράτος έχει καθήκον να προτιμήσει την προστασία τους ακόμα και αν αυτό είναι εις βάρος των αμάχων πολιτών του άλλου κράτους. Αυτό το επιχείρημα, το οποίο θέτει τα καθήκοντα ενός εθνικού Κράτους υπεράνω των οικουμενικών του υποχρεώσεων, προβλήθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 από τον Ισραηλινό καθηγητή φιλοσοφίας Asa Kasher προκειμένου να δικαιολογήσει τις στοχευμένες δολοφονίες παλαιστινίων σε πυκνές αστικές ζώνες (Kasher 2005). Το επιχείρημα αυτό μεταφέρθηκε και γενικεύθηκε από τον αμερικανό B. J. Strawser ως «Αρχή του μη-απαραίτητου ρίσκου» (Principle of Unnecessary Risk). Η θυσία των πληρωμάτων είναι ανήθικη εφόσον υπάρχει η τεχνολογική δυνατότητα της εξουδετέρωσης του αντιπάλου από απόσταση. Ένας στρατός που προστατεύει με κάθε κόστος τις ζωές των στρατιωτών του προβάλλεται πλέον ως ηθικά καλός, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός ο στρατός πολεμά για έναν δίκαιο πόλεμο: O μαχητής που πολεμά για μια δίκαιη υπόθεση δικαιολογείται ηθικά να αφαιρέσει τη ζωή του αντίπαλου μαχητή. Αλλά ο δεύτερος […] δεν δικαιολογείται να σκοτώσει τον δίκαιο μαχητή (Strawser 2010). Ο Strawser βασίζεται στην λεγόμενη αρχή της «μεταβατικότητας του αδίκου» την οποία διατύπωσε ο Jeff McMahan (McMahan 2004), σύμφωνα με την οποία «αυτός που επιτίθεται άδικα δεν είναι δυνατόν να διατηρεί ένα δικαίωμα αμύνης κατά της αναγκαίας αντεπίθεσης στην οποία καταφεύγει ο δικαίως αμυνόμενος» (Παπαγεωργίου 2008: 337). Όμως αυτά τα επιχειρήματα έρχονται σε σύγκρουση με θεμελιακές αρχές της Σύμβασης του Πολέμου, δηλαδή της ηθικής που έχει διαμορφωθεί δικαιϊκά και εθιμικά στην ως τώρα πολεμική πρακτική. Ο Michael Walzer απέκρουσε την ιδέα της «εθνικής 442 προτίμησης» επισημαίνοντας ότι αυτή θα εξομοίωνε ηθικά την δράση της Tsahal με την τρομοκρατία την οποία υποτίθεται ότι αντιμάχεται: είναι κατ’εξοχήν οι τρομοκράτες, με την τακτική των τυφλών χτυπημάτων, που καταπατούν την διάκριση μαχητών και αμάχων στο βαθμό που οι τελευταίοι ανήκουν στον πληθυσμό τον οποίο προσπαθούν να τρομοκρατήσουν. Eίναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που τους αποκαλούμε «τρομοκράτες». (Margalit & Walzer 2009). Αλλά και η «Αρχή του μη-απαραίτητου ρίσκου» είναι αντίθετη προς το πνεύμα της Σύμβασης του πολέμου. Όχι μόνο με την αρχή της ελαχιστοποίησης των απωλειών μεταξύ αμάχων, οι οποίοι εκτίθενται στο αυξημένο ρίσκο που προκύπτει από τις ιδιαίτερες συνθήκες της επιχείρησης εξ αποστάσεως. Αλλά και με τη βαθύτερη αρχή της «ηθικής ισότητας των στρατιωτών», σύμφωνα με την οποία μόνο κάποιος που κινδυνεύει να σκοτωθεί από τον άλλον έχει το δικαίωμα να τον σκοτώσει (Walzer, 2006: Τρίτο μέρος, «Η σύμβαση του πολέμου»). Ο Walzer πιστεύει ότι όχι μόνο και οι στρατιώτες που πολεμούν για μια «άδικη υπόθεση» έχουν ίσο δικαίωμα στη θανάτωση του εχθρού τους, αλλά και ότι αυτή η ηθική ισότητα των εμπολέμων ανεξάρτητα από αν έχουν δίκιο ή όχι που πολεμούν, είναι ακριβώς αυτό που διαφοροποιεί έναν πόλεμο από μια εγκληματική πράξη. Παρατηρεί πως όταν εμείς πιστεύουμε ότι πολεμάμε για μια δίκαιη υπόθεση και ο αντίπαλός μας για μια άδικη, κατά κανόνα και αυτός πιστεύει το ίδιο, για τον εαυτόν του. Οι μπράβοι ενός καρτέλ ναρκωτικών ή της μαφίας πολεμούν ενάντια ενός κράτους προς χάριν πλουτισμού και όχι για ανώτερους ηθικούς λόγους. Αλλά οι στρατιώτες ενός κράτους πολεμούν τους στρατιώτες ενός άλλου κράτους έχοντας μια «υποκειμενική δικαιολόγηση» της πράξης τους – ακόμα και αν «αντικειμενικά» έχουν άδικο. Επομένως, αν η ζωή του δικού μας στρατιώτη και η ζωή του αντιπάλου έχουν ίση αξία, τότε τα όπλα τα οποία στερούν από τον αντίπαλο την ελευθερία να αμυνθεί είναι αθέμιτα. Σύμφωνα με τη σκέψη του Walzer, είναι ηθικά υποχρεωτικό για τους εντολείς των πολέμων να ελαχιστοποιούν το ρίσκο για τους δικούς τους στρατιώτες, αλλά από την άλλη είναι ηθικά απαγορευμένο να εξαφανίζεται εντελώς αυτό το ρίσκο. Χωρίς την ισότητα του δικαιώματος της θανάτωσης, ο πόλεμος χάνει τον χαρακτήρα της δραστηριότητας που υπόκειται σε κανόνες, καθώς η καταστρατήγηση του κανόνα ότι έχω το δικαίωμα να θανατώσω μόνο αυτόν που με απειλεί με θανάτωση οδηγεί και στην καταστρατήγηση του κανόνα της διάκρισης μαχητών και αμάχων ο οποίος απορρέει από τον πρώτο. Πώς μπορεί να λυθεί η σύγκρουση των ηθικών επιχειρημάτων που παραθέσαμε; Ένα επιχείρημα μπορεί να υπερισχύσει όχι τόσο χάρη στην λογική του συνοχή όσο στην ικανότητά του να αποδείξει ότι συνιστά μια καταλληλότερη απόκριση σε ορισμένες περιστάσεις, ενόψει της προστασίας αγαθών που έχουμε μάθει να θεωρούμε σημαντικά χάρη σε ορισμένες παραδόσεις. Το νέο ήθος της αυτοπροστασίας αντιτίθεται σε πολεμικές παραδόσεις όπως αυτήν των καμικάζι, που προβάλλουν την αυτοθυσία ως τον αντίποδα της ηθικής της αυτοπροστασίας. Με τους καμικάζι, το ίδιο το σώμα είναι όπλο και η χρήση του σημαίνει αυτόματα τον θάνατο του χειριστή. Με τα drones, το όπλο δεν έχει σώμα και η χρήση αποκλείει τον θάνατο του χειριστή. Πώς μπορεί επομένως να προβληθεί ως στρατιωτική αξία η απόλυτη αυτοπροστασία; Η πειστικότητα του νέου, «μετα-ηρωϊκού» ήθους ίσως μπορεί να εξηγηθεί χάρη στο γεγονός ότι η παράδοση της αυτοθυσίας πλέον έχει υιοθετηθεί από την πρακτική της τρομοκρατίας. Το «μετα-ηρωϊκό» ήθος αποκτά το νόημά του σε αντιδιαστολή προς 443 το σημερινό «ήθος» της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η Δύση φαίνεται να βρίσκει στην αρχή της αυτοπροστασίας έναν δείκτη ηθικής υπεροχής απέναντι στις επιθέσεις αυτοκτονίας που ενορχηστρώθηκαν από την ισλαμιστική τρομοκρατία με προεξάρχουσα αυτήν στους δίδυμους πύργους. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του δημοσιογράφου της Washington Post, Richard Cohen: Οι μαχητές των ταλιμπάν, όχι μόνο δεν αγαπάνε τη ζωή, αλλά την ξοδεύουν ασυλλόγιστα στις επιθέσεις αυτοκτονίας. Είναι δύσκολο να φανταστούμε έναν αμερικανό καμικάζι. Δεν υπάρχει. Δεν υμνούμε τους αυτουργούς των επιθέσεων αυτοκτονίας, δεν δείχνουμε τα παιδιά τους στην τηλεόραση ώστε τα άλλα παιδιά να ζηλέψουν. Για μας είναι ενοχλητικό. Μας παγώνει. Είναι αποτρόπαιο (Cohen 2009). Β. Από τη σκοπιά της τρομοκρατίας Θα μπορούσε βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι πολλοί, στην Μέση Ανατολή, αισθάνονται για τις επιθέσεις των drones όπως ο Richard Cohen για τις επιθέσεις αυτοκτονίας: τις θεωρούν πράξεις δειλίας, καθώς ο πιλότος του drone σκοτώνει άτομα σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων, από την ασφάλεια ενός κλιματιζόμενου κουκουλιού στη Νεβάδα, χωρίς το παραμικρό ρίσκο να σκοτωθεί από αυτούς που σκοτώνει. Το ήθος της αυτοθυσίας στις ρίζες της τρομοκρατίας Υπάρχει φυσικά στις ρίζες της πολιτικής τρομοκρατίας ήδη από τον 19ο αιώνα μια παράδοση αυτοθυσίας η οποία ανατρέπει ολοσχερώς την ηθική της αυτοπροστασίας. Στην παράδοση των Ρώσων αναρχικών, η θανάτωση του πολιτικού εχθρού, καθώς αυτός βρίσκεται άοπλος και αιφνιδιασμένος έχει πάντα και επομένως μια διάσταση εγκλήματος, ακόμα και αν τα κίνητρα αυτού του εγκλήματος είναι «ευγενή», πολιτικά και όχι ιδιωτικά. Και φυσικά αυτή η διάσταση του εγκλήματος εντείνεται όταν ανάμεσα στα θύματα της επίθεσης δεν είναι μόνο ο αξιωματούχος του καταπιεστικού καθεστώτος αλλά και άλλοι, αθώοι των πράξεών του. Στην πρακτική των τρομοκρατών του 19ου αιώνα, η επίθεση ματαιωνόταν σε περίπτωση πιθανών «παράπλευρων απωλειών» − κατάσταση που έχει δραματοποιήσει ο Albert Camus στο θεατρικό έργο του Οι Δίκαιοι. Αλλά η πιο ουσιώδης ενοχή της επίθεσης εναντίον αόπλου παρέμενε και με κάποιον τρόπο έπρεπε να τύχει τιμωρίας. Στην ψυχολογία τουλάχιστον του πρώτου κύματος τρομοκρατίας στην τσαρική Ρωσία, σύμφωνα με τον Camus – αυτή η ενοχή εξαγοραζόταν με τη βέβαιη θυσία του μάρτυρα. Αυτή η θυσία διαφοροποιούσε τρόπον τινά την «ηθική της τρομοκρατίας» από την «ηθική του πολέμου». Η δεύτερη, όπως τη γνωρίζουμε ως τώρα βασίζεται στην ετοιμότητα προς το θάνατο, όπου φυσικά είναι προτιμητέο – θα μπορούσαμε να πούμε «αιρετό», με τη γλώσσα των Στωικών - να αποφευχθεί ο θάνατος αυτός. Εάν εντός της μάχης ισχύει η αρχή ότι «δεν μπορείς να σκοτώσεις αν δεν είσαι έτοιμος να σκοτωθείς με δικαίωμα να υπερασπίσεις τον εαυτόν σου», στις πολιτικές δολοφονίες που γίνονται εκτός μάχης, ισχύει η αρχή «δεν μπορείς να σκοτώσεις αν δεν είσαι βέβαιος ότι θα σκοτωθείς, χωρίς το δικαίωμα να 444 υπερασπίσεις τον εαυτόν σου». Στους Ρώσους μηδενιστές-τρομοκράτες, η ηθική απαξία του φόνου μπορούσε να εξαγοραστεί μόνο με την σίγουρη θυσία αυτού που σκοτώνει. Ο τρομοκράτης είναι αυτός που αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της βίας για τον σκοπό της έλευσης μιας δίκαιης κοινωνίας, αλλά ομολογεί ταυτόχρονα ότι αυτή η βία είναι αδικαιολόγητη. Οι αξιωματούχοι των καταπιεστικών καθεστώτων πρέπει να εξοντωθούν προκειμένου να κλονιστούν τα καθεστώτα∙ η ζωή τους χρησιμοποιείται επομένως ως μέσο προς έναν σκοπό, υποτίθεται ανώτερο. Ανίκανοι επομένως να δικαιολογήσουν αυτό που θεωρούσαν ωστόσο αναγκαίο, φαντάστηκαν ότι μπορούν να δώσουν τους εαυτούς τους ως δικαιολόγηση και να απαντήσουν μέσω της προσωπικής θυσίας στο ερώτημα που έθεταν (Camus 1951: 212). Στρατευμένοι στον σκοπό μιας βίαιης ανατροπής των καταπιεστικών καθεστώτων, ήταν κατ’αρχήν αντίθετοι στην άμεση βία∙ σέβονταν την αξία της ανθρώπινης ζωής εν γένει και, η υποχρέωση να θυσιάσουν αυτή των άμεσων στόχων τους προσέδιδε μια απαράγραπτη ενοχή. Έπεφταν έτσι σε μια περιφρόνηση της δικής τους ζωής η οποία έφτανε ως τη «νοσταλγία της υπέρτατης θυσίας», την οποία επιθυμούσαν με ζέση (Camus 1951: 210). Επιθέσεις αυτοκτονίας και αυτοκτονικές επιθέσεις Στο σημείο αυτό μπορούμε να διαχωρίσουμε την έννοια της επίθεσης αυτοκτονίας από την αυτοκτονική επίθεση: η πρώτη αφορά επιχειρήσεις αναγκαίες από στρατιωτική άποψη, αλλά τόσο επικίνδυνες ώστε η ανάληψη του ρίσκου να ισοδυναμεί με μια πράξη αυτοκτονίας. Η δεύτερη όμως αφορά επιχειρήσεις που θα μπορούσαν ίσως να γίνουν με άλλον τρόπο, αλλά που για κάποιους λόγους επιλέγεται εκείνος που θα οδηγήσει στην απώλεια της ζωής του δράστη: στη δεύτερη, για να θεωρηθεί «επιτυχής» − με τα ιδιαίτερα μέτρα του τρομοκράτη – η επιχείρηση, «απαιτείται οπωσδήποτε ό θάνατος του τρομοκράτη, πράγμα που θα πρέπει να το γνωρίζει εκ των προτέρων και να το έχει αποδεχτεί». Στην περίπτωση της «επιχείρησης ή αποστολής αυτοκτονίας». Και μάλιστα, η αυτοκτονική επιχείρηση έχει τόσο διαφορετικά «κριτήρια επιτυχίας» σε σχέση με την πρώτη, ώστε μπορεί να θεωρηθεί «επιτυχημένη ακόμα και αν αυτή δεν προκαλέσει τις αναμενόμενες ή καθόλου απώλειες στην αντίπαλη πλευρά», αρκεί «το τρομοκρατικό αποτέλεσμα επέλθει συνεπεία της ηθελημένης και προαποφασισμένης σκοπούμενης αυτοχειρίας του δράστη της ενέργειας» (Μυρωνίδης 2011: 46-47) . Αυτό που σίγουρα διαφοροποιεί την σύγχρονη τρομοκρατία − ιδιαίτερα αυτή που συνδέεται με ισλαμιστικές οργανώσεις − από τις αυτοκτονικές επιθέσεις της πρώτης γενιάς τρομοκρατών είναι ότι αντί να στοχεύει σε εστιασμένα χτυπήματα, επιδίδεται όλο και περισσότερο σε τυφλά, με θεαματικότερο όλων βέβαια αυτό των δίδυμων πύργων τον Σεπτέμβριο του 2001. Όμως έχει το κοινό χαρακτηριστικό ότι καταφεύγει εξίσου σε αυτοκτονικές επιθέσεις, με την παραπάνω έννοια. Τίθεται έτσι στον αντίποδα του αναδυόμενου δυτικού ήθους της αυτοπροστασίας. Για τη Δύση, η πράξη της επίθεσης αυτοκτονίας είναι όχι μόνο κάτι το αποτρόπαιο, αλλά κάτι το πολιτισμικά ακατανόητο. Παρατηρούμε αυτό το χάσμα στις ατελέσφορες μάλλον προσπάθειες κατανόησης του φαινομένου, οι οποίες κινούνται σε τρία επίπεδα: στο 445 ψυχολογικό, στο πολιτικο-στρατιωτικό και στο ηθικό. Είναι σκόπιμο να τις διατρέξουμε, όχι για να προκρίνουμε με βεβαιότητα ποια από αυτές είναι η ορθότερη. Αυτό είναι έργο των ειδικών για την ισλαμική τρομοκρατία. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι να ερευνήσουμε τις ηθικές επιπτώσεις της ενδεχόμενης αντικατάστασης των αυτοκτονικών επιθέσεων από επιχειρήσεις drones ανάλογα με την πιθανή εξήγηση των αυτοκτονικών επιθέσεων. Ελπίζουμε ότι στην συνέχεια της ανάλυσής μας θα φανεί το ενδιαφέρον αυτής της συστοίχησης. Οι ψυχολογικές εξηγήσεις Στο ψυχολογικό επίπεδο, οι μελέτες δείχνουν ότι οι βομβιστές αυτοκτονίας δεν πάσχουν από ψυχολογικές διαταραχές. Μια τρέχουσα άποψη ότι οι βομβιστές αυτοκτονίας είναι παράφρονες και με ψυχολογικά προβλήματα είναι λανθασμένη. Σε συνεντεύξεις με πάνω από 200 οικογένειες βομβιστών αυτοκτονίας πουθενά δεν διαπιστώθηκε τάση αυτοκτονικού ιδεασμού, κατάθλιψη ή άλλη ψυχική διαταραχή (Grimland, Apter & Kerkhof 2006). Άλλωστε είναι εύλογη η υπόθεση ότι οι οργανώσεις που βρίσκονται πίσω από τις ενέργειες δεν θα στράτευαν άτομα με ψυχολογικές διαταραχές, αφού δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Επίσης η εξήγηση είναι δύσκολο να αναζητηθεί σε μια κατάσταση ακραίας ανέχειας. Αρκετοί από τους δράστες ανήκουν σε μια μεσαία ή ανώτερη τάξη. Μπορούμε σίγουρα να δοκιμάσουμε, ως προς τα πιθανά κίνητρα των δραστών διάφορες συγκινησιακές καταστάσεις όπως το μίσος, την απελπισία, την ταπείνωση, την διάθεση για εκδίκηση (Moisi 2010). Σε αυτά θα μπορούσαν να προστεθούν και κοινωνιολογικές εξηγήσεις που ανατρέχουν σε αιτίες όπως την επιθυμία για απόκτηση κοινωνικού στάτους ή άλλων απολαβών για την οικογένεια του μάρτυρα. Η ματαίωση των προσδοκιών κοινωνικής ανόδου που γέννησε η οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 στις αραβικές χώρες είναι σίγουρα εύφορο έδαφος για μια κρίση νοήματος στις μάζες των νέων που δημιούργησε η παράλληλη δημογραφική έκρηξη (Kepel 1992). Σε τέτοιες μάζες, η προβολή συγκλονιστικών πράξεων αυτοθυσίας από την ισλαμιστική προπαγάνδα σίγουρα εμπνέει μιμητές – κατά το «φαινόμενο του Βέρθερου» – και παίζει σημαντικό ρόλο για την εξεύρεση νέων μελών από τις οργανώσεις. Βλέπουμε ότι τα «υποκειμενικά» κίνητρα είναι δύσκολο να προσδιοριστούν επ’ακριβώς και υπάρχει ένα ευρύ φάσμα υποθέσεων ως προς τους λόγους και τις αιτίες της συμπεριφοράς τους. Η μοναδική ψυχική λειτουργία που φαίνεται να κινητοποιείται σε όλους και σχεδόν αυτόματα τους βομβιστές αυτοκτονίας είναι η «διασχιστική». Αυτή η λειτουργία είναι απαραίτητη προκειμένου οποιοδήποτε άτομο να μπορέσει διαχωρίσει τον εαυτό του από το φόβο του βέβαιου θανάτου. Το άτομο είναι σε θέση να προχωρήσει στην αυτοκτονική πράξη καταστέλλοντας το ένστικτο της επιβίωσης μέσω μιας «αποσυνδετικής ψυχικής άμυνας» η οποία αναστέλλει την ενσυναίσθηση. Οι πολιτικές-στρατιωτικές εξηγήσεις Στο επίπεδο των τακτικών, δηλαδή πολιτικών και στρατιωτικών ερμηνειών, οι αυτοκτονικές επιθέσεις ερμηνεύονται ως τα προσφορότερα μέσα για την επίτευξη των 446 σκοπών που έχουν οι τρομοκρατικές οργανώσεις και όχι ως αποτέλεσμα ατομικών ψυχολογικών κινήτρων. Ανήκουν στην κατηγορία του ανορθόδοξου πολέμου κατά τον οποίο επιδιώκονται πλήγματα σε στρατιωτικούς, πολιτικούς και συμβολικούς στόχους με σκοπό την πρόκληση απωλειών στον εχθρό με τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα. Υπό αυτή την έννοια τα τρομοκρατικά χτυπήματα πλησιάζουν περισσότερο στις αποστολές αυτοκτονίας, καθώς η αυτοκτονία είναι ένα μέσο που δίνει την ευκαιρία να μεταφερθεί ο πόλεμος στο έδαφος του εχθρού, παρέχοντας το τακτικό πλεονέκτημα ενός «πυροβολικού ακριβείας». Η ετοιμότητα του δράστη να θυσιάσει τη ζωή του, του επιτρέπει να οδηγήσει τα εκρηκτικά κατευθείαν στον στόχο και έτσι αυξάνει το φάσμα των δυνατών στόχων και την ακρίβεια της επίθεσης. Διευκολύνει το timing της έκρηξης ώστε να υπάρξει το μέγιστο καταστροφικό αποτέλεσμα. Όπως λέγεται χαρακτηριστικά, ότι αν ο Claus von Stauvenberg παρέμενε με τη βόμβα του το 1944 μέσα στο «μπούνκερ», ο Χίτλερ θα είχε σκοτωθεί. Υπό αυτήν την οπτική, οι επιθέσεις αυτοκτονίας επιλέγονται όταν δεν υπάρχει η οικονομική και τεχνολογική δυνατότητα να αντιμετωπιστεί ο εχθρός διαφορετικά. Από τη φύση τους οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι πιο εύκολες σε επιχειρησιακό επίπεδο και έχουν πολύ υψηλό δείκτη αποτελεσματικότητας. Όσο και να υπάρχουν ισχυρά μέτρα ασφαλείας πάντα υπάρχει τρόπος να τα παρακάμψει κάποιος που είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του. Από τη σκοπιά του στρατιωτικά αδύνατου, οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι τρόπος να μεταφερθεί ο πόλεμος στο έδαφος του ισχυρού. Στο πολιτικό επίπεδο, το φαινόμενο της μίμησης επιτρέπει στις οργανώσεις που αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις επιθέσεις να στρατολογούν νέα μέλη και να νομιμοποιούνται ως αυτές που απολαμβάνουν την αφοσίωση του πληθυσμού. Ο αντίκτυπος των τυφλών επιθέσεων τους επιτρέπει να μπορούν να μπλοκάρουν τις διαπραγματεύσεις με τον εχθρό τις οποίες διεξάγουν μετριοπαθέστερες οργανώσεις και να σαμποτάρουν (“spoil”) ενδεχόμενη ειρηνευτική διαδικασία που θα τις περιθωριοποιήσει τις πιο εξτρεμιστικές από αυτές. Επίσης, προκαλώντας υπέρμετρες αντιδράσεις από το αντίπαλο κράτος, νομιμοποιούν τις πιο ακραίες μορφές αντίστασης. Ένα χτύπημα στον άμαχο πληθυσμό του αντιπάλου θα νομιμοποιήσει την υπέρμετρη αντίδραση από το κράτος που δέχεται την επίθεση. Αυτή με τη σειρά της θα κάνει τον αντίπαλο πιο μισητό από τον πληθυσμό στο όνομα του οποίου δρουν οι οργανώσεις και θα τις ενισχύσει έναντι των μετριοπαθέστερων. Τέλος, η δυνατότητα στρατολόγησης βομβιστών αυτοκτονίας − δηλαδή ατόμων έτοιμων να θυσιαστούν για την υπόθεση του αγώνα − από μια οργάνωση της επιτρέπει να «παραβγεί» (“outbid”) με τις άλλες για το ποια απολαμβάνει την ισχυρότερη αφοσίωση μεταξύ του πληθυσμού (Bloom 2005: 22). Πέραν όμως αυτών των «τακτικών» πλεονεκτημάτων, η προσφυγή στις επιθέσεις αυτοκτονίας παρέχει επίσης ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς στηρίζει την τρομοκράτηση του αντίπαλου πληθυσμού στην εικόνα του μαχητή που δεν φοβάται τίποτε, εφόσον δεν φοβάται τον θάνατο. Οι στρατηγικοί στόχοι των βομβιστικών επιθέσεων είναι η πρόκληση φόβου στον αντίπαλο πληθυσμό για να καμφθεί η αποφασιστικότητά του με την πρόκληση της μέγιστης δημοσιότητας. Αν ο κύριος στόχος είναι η διάχυση του φόβου, αυτό είναι πολύ ευκολότερο απέναντι σε έναν αντίπαλο που φοβάται για κάθε ανθρώπινη απώλεια. Η προθυμία της θυσίας στέλνει ένα μήνυμα αποφασιστικότητας και επιδεικνύει μια βούληση που δεν μπορεί να αναχαιτιστεί. «Αυτός που δεν φοβάται τον θάνατο δεν φοβάται τίποτε άλλο». Ο πιο φοβερός αντίπαλος είναι αυτός ο οποίος αξιολογεί τη ζωή του λιγότερο από τον θάνατο 447 του αντίπαλου (Crenshaw 2007: 141) Εδώ οι τρομοκρατικές επιθέσεις τείνουν περισσότερο στις αυτοκτονικές επιθέσεις, καθώς η αυτοκτονία του δράστη γίνεται το κριτήριο της επιτυχίας ακόμα και αν η πράξη του δεν προκαλέσει τις αναμενόμενες ή καθόλου απώλειες στην αντίπαλη πλευρά». Μπορούμε να συνοψίσουμε αυτήν την προσέγγιση στην ιδέα ότι στην αυτοκτονική επίθεση «ο προμελετημένος βέβαιος θάνατος του δράστη είναι η προϋπόθεση για την επιτυχία της επίθεσης (Schweitzer 2001). Τόσο η τακτική όσο και η στρατηγική εξήγηση εγγράφονται στην ανάδειξη μιας εργαλειακής λογικότητας στα κίνητρα της επίθεσης αυτοκτονίας. Αυτή η προσέγγιση έχει το πλεονέκτημα να εξηγεί το γεγονός της προσφυγής στις επιθέσεις αυτοκτονίας τη στιγμή που και στο Ισλάμ η αυτοκτονία απαγορεύεται, καθώς η ζωή του πιστού ανήκει στον Θεό αποκλειστικά και η αυτοκτονία θα ήταν μια «κλοπή» της θείας ιδιοκτησίας. H επίθεση αυτοκτονίας δεν είναι αυτοκτονία με την αυστηρή έννοια, αλλά απώλεια της ζωής στην υπηρεσία του Θεού άρα μια προσφορά της ζωής σε αυτόν στον οποίο ανήκει. Υπό αυτήν την έννοια ο «μάρτυρας» δεν σκοτώνει τον εαυτόν του, αλλά σκοτώνεται καθώς πολεμά για την πίστη του. Ιδεατά, αν μπορεί να αποφύγει το θάνατο, θα το κάνει. Η θυσία του είναι ένα μέσο για ένα σκοπό – κάτι που σημαίνει ότι αν υπήρχε ένα προσφορότερο μέσο, θα επιλεγόταν αυτό. Και η επιλογή της θυσίας είναι περισσότερο ζήτημα μιας ορθολογικής επιλογής από τη μεριά των οργανώσεων που ενορχηστρώνουν τις επιθέσεις παρά από τους ίδιους τους δράστες τους. Οι ηθικές εξηγήσεις: ήρωας και μάρτυρας Η κεντρική ιδέα των «τακτικών» εξηγήσεων σύμφωνα με την οποία η αυτοκτονία του δράστη είναι αιτιακή προϋπόθεση της επιτυχίας της αυτοκτονικής δράσης, δεν ταυτίζεται με την ιδέα ότι η αυτοκτονία είναι συστατικό μέρος της επιτυχίας αυτής. Και ίσως δεν καλύπτει όλη τη διαφορά μεταξύ επίθεσης αυτοκτονίας και αυτοκτονικής επίθεσης. Στην καθαρή μορφή της τελευταίας, η θυσία του δράστη δεν είναι απλά το μέσο για να πολλαπλασιαστεί το ψυχολογικό αντίκτυπο στον πληττόμενο πληθυσμό. Είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, και αυτοσκοπός. Ας δούμε τι θα μπορούσε να είναι το νόημα ενός τέτοιου διαβήματος. Αν μελετήσουμε τους λόγους που δικαιολογούν την προσφυγή στις επιθέσεις, μας αποκαλύπτεται και το ενδεχόμενο μιας άλλης εξήγησης, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «ηθική». Αυτή δεν αναζητά τα ψυχολογικά, υποκειμενικά κίνητρα του δράστη, τα οποία χάνονται στην «κινούμενη άμμο της εσωτερικότητας», αλλά το αντικειμενικό νόημα της πράξης του μέσα στους λόγους που επιστρατεύονται δημοσίως για να δικαιολογήσουν την πράξη. Ας πάρουμε το ακόλουθο απόσπασμα από μια συνέντευξη του Μπιν Λάντεν, τέσσερα χρόνια πριν την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους: Για το αν φοβόμαστε τη ζωή μας, είναι δύσκολο να εξηγήσουμε σε κάποιον πώς σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, αν αυτός δεν είναι πλήρης από πίστη. Πιστεύουμε ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει ούτε μια αναπνοή από τη ζωή μας όπως έχει γραφεί από το 448 θέλημα του Θεού. Το να σκοτωθούμε για την υπόθεση του Θεού είναι μια μεγάλη τιμή την οποία επιθυμεί ο Προφήτης μας. Ένας λόγος του Προφήτη λέει: ‘Ορκίζομαι στον Θεό, ότι εύχομαι να πολεμήσω για την υπόθεση του Θεού και να σκοτωθώ και θα το κάνω ξανά και θα σκοτωθώ και θα το κάνω ξανά και θα σκοτωθώ’. Το να σκοτωθούμε για τον Θεό είναι μια μεγάλη τιμή την οποία πετυχαίνουν μόνο αυτοί που είναι η ελίτ του έθνους. Αγαπάμε αυτό το είδος θανάτου για την υπόθεση του Θεού όσο εσείς αγαπάτε να ζείτε. Δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Είναι κάτι που επιθυμούμε (Bin Laden, συνέντευξη στον δημοσιογράφο του CNN Peter Arnett, Μάρτιος 1997, Lawrence 2005: 72). Εδώ, η οικεία στη Δύση φιγούρα του ήρωα διαχωρίζεται από τη φιγούρα του μάρτυρα ο οποίος κομίζει μιαν ανέκδοτη αξία. Ο ήρωας έχει διαφανή κίνητρα και η πράξη του είναι κατανοητή ως θυσία για τους συντρόφους του και τη χώρα του. Δεν διστάζει να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο όταν του ζητηθεί για τον ανώτερο σκοπό στον οποίον έχει αφοσιωθεί. Αυτός ο σκοπός είναι μια κοινά παραδεκτή και επαινετή αξία και η αμοιβή της αυτοθυσίας είναι η δόξα, δηλαδή η εξασφαλισμένη αναγνώριση της ανώτερης αξίας και της θυσίας για αυτήν. Τόσο ο ηρωισμός όσο και η μαρτυρία πιστοποιούν το απόλυτο μιας αξίας μέσω της απόλυτης θυσίας. Όμως είναι ένα πράγμα να μην φοβάσαι τον θάνατο, όπως ο ήρωας, άλλο πράγμα να τον αγαπάς και να τον επιδιώκεις, όπως ο μάρτυρας. Σε ένα διαφωτιστικό άρθρο, ο Stephen Holmes θεωρεί ότι αυτό το κλασικό «πολεμικό» ήθος μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι διαμορφώνει τα κίνητρα των δραστών της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους για την απόφαση της συμμετοχής τους στην αυτοκτονική επίθεση. Δεν χρειάζεται επομένως να υποθέσουμε ότι υπήρχαν ιδιαίτερα, θρησκευτικού τύπου κίνητρα για αυτήν την απόφαση. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η υπερηφάνεια ότι έχουν επιλεγεί για μια τέτοια αποστολή και ότι θα αποτελέσουν πρότυπα για την μαχόμενη κοινότητα στην οποία ανήκουν αρκούν για να εξηγήσουν «το πέρασμα στην πράξη» (Holmes 2005: 149). Κάποια όμως ερωτηματικά γεννιούνται όταν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την «διασχιστική λειτουργία» η οποία συνόδευσε την πορεία τους προς τον βέβαιο θάνατο. Τι είναι αυτό που κάνει την απόφαση της έσχατης θυσίας, η οποία σίγουρα έχει ληφθεί το βράδυ ενός απόλυτου ενθουσιασμού, να παραμένει ο «γνώμονας της βούλησης» των ατόμων αυτών και όταν ξυπνήσουν το επόμενο πρωί; Ο Holmes αναφέρει την αίσθηση της έξαρσης (“elation”) την οποία δίνει η αίσθηση ότι είναι μέλη μιας ομάδας επιφορτισμένης με μια μυστική αποστολή. Η μετοχή σε ένα τέτοιο μυστικό, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Simmel, είναι σα μια δεύτερη ζωή, σε έναν κρυφό κόσμο, παράλληλο προς τον φανερό (Simmel 1950: 330). Αυτή η συμμετοχή αποφέρει το αίσθημα μιας εντατικοποίησης της ύπαρξης, μιας μεγέθυνσης της ζωής. Όμως ούτε και αυτή η ψυχολογία της αφοσίωσης στη μυστική αποστολή μιας ομάδας επίλεκτων έχει κάτι το ιδιαίτερα θρησκευτικό, σύμφωνα με τον Holmes, πέραν του ότι οι θρησκευτικές υποχρεώσεις θα μπορούσαν να είναι πρόσχημα για τις συγκεντρώσεις της ή ότι κάποιες τελετουργίες και προσευχές θα μπορούσαν να επιδρούν αγχολυτικά στους δράστες (Holmes 2005: 152). Αυτό το οποίο σύμφωνα με τον Holmes μας δίνει λαβή να αναζητήσουμε μια ιδιαίτερη θρησκευτική επίδραση, είναι το γεγονός ότι οι δράστες των επιθέσεων είχαν στρατολογηθεί από έναν πληθυσμό νεαρών μουσουλμάνων οι οποίοι ζούσαν για πολλά χρόνια στη Δύση – όπου μάλιστα υπέστησαν έναν δεύτερο «εξισλαμισμό» (Roy 2003: 449 33) και είχαν πολλά εξωτερικά σημεία της ένταξης στον δυτικό τρόπο ζωής, στη μόρφωση και το επάγγελμά τους. Αυτό σύμφωνα με τον Holmes τους καθιστούσε ευάλωτους σε μια γοητεία της Δύσης και ταυτόχρονα στη συνείδηση ότι αυτή η γοητεία είναι ένα ηθικό στίγμα που προξενεί αφόρητη ενοχή. Βρισκόμαστε εδώ ενώπιον μιας κοινωνιολογικής συνθήκης που θα μπορούσε επίσης να περιγραφεί με βάση την έννοια της ανομίας του Durkheim, όπου η επιτυχία στην απόκτηση κάποιων αγαθών μπορεί να είναι πηγή υπαρξιακού άγχους όταν δεν ρυθμίζεται από την αυθεντία ενός ηθικού κώδικα ο οποίος, ορίζοντας το ποια είναι τα θεμιτά μέσα, περιορίζει την απειρία των σκοπών (Durkheim 2005: 285). Κινούμενοι με σχετική επιτυχία σε έναν κόσμο του οποίου απέρριπταν τον ηθικό κώδικα, οι νεαροί μουσουλμάνοι στράφηκαν για την ρύθμιση της συμπεριφοράς τους σε έναν θρησκευτικό κώδικα ο οποίος όμως καταδίκαζε ανυποχώρητα την επιτυχία αυτήν. Η εξάλειψη αυτής της ενοχής μπορούσε να επέλθει μόνο με την πράξη εκείνη η οποία, ταυτόχρονα με τον θάνατο των εχθρών- απίστων, θα στρεφόταν και κατά του ίδιου του δράστη. Η αναζήτηση ενός εξιλασμού μέσω της αυτοθανάτωσης (“self-mortification”), Holmes 2005: 154) θα μετέτρεπε την πράξη τους σε ένα είδος θρησκευτικής τελετής εξαγνισμού: Δεν βλέπουν πλέον τους εαυτούς τους ως υπερασπιστές της κοινότητας των πιστών απέναντι στις επιθέσεις των απίστων, αλά ως μια προσωπική πράξη λατρείας προορισμένης να ευχαριστήσει τον Θεό (Holmes 2005: 155). Αυτή η ερμηνεία κινείται στο μήκος κύματος της σκέψης του Olivier Roy, ο οποίος θεωρεί ότι η φονταμενταλιστική ρητορεία της τζιχάντ θέτει την έμφαση λιγότερο στο στόχο της δημιουργίας ενός ισλαμικού κράτους και περισσότερο στη μυστική διάσταση της υπέρτατης αφοσίωσης (Roy 2001: 65). Διαμέσου του δικού του εξιλασμού, ο μάρτυρας προσπαθεί να φέρει στο φως και μια αξία, την οποία ο υπόλοιπος κόσμος δεν γνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει ακόμη. Η αυτοκτονική επίθεση αποκαλύπτει μια ηθική υπεροχή που προκύπτει από την αφοσίωση σε ένα «ασύμμετρο» αγαθό, ακατανόητο από τους απίστους – αλλά και από τους εφησυχασμένους πιστούς. Εδώ τίθενται δύο αλληλένδετα ερωτήματα: Ποια είναι αυτό το αγαθό και ποιος είναι αυτός ο «υπόλοιπος κόσμος»; Η απάντηση μπορεί να εκφραστεί με μια ταυτολογία: Ως «υπόλοιπος κόσμος» ορίζεται το σύνολο όσων δεν ανα-γνωρίζουν το αγαθό της αγάπης του θανάτου για τη δόξα της Πίστης. Σε μη- ταυτολογικούς όρους, είναι το σύνολο όσων έχουν προσχωρήσει στο αγαθό της «απλής ζωής», του «κοινού βίου» κατά την έκφραση του Charles Taylor (Taylor 2007: 29) που έχει εκβάλλει στον υλισμό της «Καταναλωτικής Διεθνούς των Απίστων» σύμφωνα με την έκφραση του Ernest Gellner (Gellner 1996). Η αναζήτηση μιας χαμένης αγνότητας ίσως είναι αυτό το υπέρτερο αγαθό – το «υπεραγαθό», για να χρησιμοποιήσουμε πάλι τον όρο του Taylor (Taylor 2007 : 116) το οποίο η αυτοκτονική επίθεση προσπορίζει στον μάρτυρα και αποκαλύπτει στον υπόλοιπο κόσμο. Ο μάρτυρας προσφέρει τη ζωή του μαζί με το ολοκαύτωμα του διεφθαρμένου κόσμου ως σημάδι του χωρισμού του από αυτόν. Για τον Holmes, η ψυχολογία του μάρτυρα ενεργοποιεί ορισμένα αρχαϊκά αντανακλαστικά διάθεσης εξευμενισμού ενός Θεού οργισμένου από την αμαρτία των ανθρώπων – δηλαδή, τον πειρασμό της Δύσης! Υποτασσόμενος όμως σε αυτόν, ο μαχητής του Θεού κατακτά τον κόσμο. Φοβούμενος μόνο τον Θεό δεν φοβάται τίποτε άλλο∙ ο φόβος του Θεού τον ελευθερώνει από την υποταγή στον κόσμο – και κάνει 450 όλους τους άλλους να τον φοβούνται. Δεν είναι πλέον ένας κοινός άνθρωπος, έχει αγγίξει το υπερανθρώπινο, όπως ο αντισημίτης για τον Jean Paul Sartre (Sartre, 1946) – έχει γίνει το τρομερό Ξίφος του Θεού «που νικά τους αλαζόνες» αυτού του κόσμου (Makiya & Μneimenh 2002: 308-309) Είναι δύσκολο να κάνουμε εύλογες υποθέσεις σε ποιες από τις πραγματοποιημένες επιθέσεις τα μέσα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά από την αυτοκτονία του δράστη, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Αν όμως τοποθετηθούμε ξανά εντός της ψυχολογίας των δραστών λαμβάνοντας υπόψη και το θρησκευτικό ενθουσιασμό στον οποίον εμβαπτίζονται, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση, σύμφωνα με τα παραπάνω, η επίθεση να μην μετέρχεται του θανάτου τους ως ένα αναγκαίο κακό, προκειμένου να επιτευχθεί η υπεράσπιση της πίστης, αλλά ως ένα εγγενές αγαθό. Στον βαθμό που αληθεύει η υπόθεση ότι οι δράστες αντιλαμβάνονται τον εαυτόν τους όχι τόσο ως ήρωα αλλά ως μάρτυρα, η αυτοκτονική επίθεση θα ήταν περισσότερο δείγμα μιας «επικοινωνιακής» ή «εκφραστικής» παρά μιας εργαλειακής λογικότητας. Η ηθική υπεροχή που διαλαλείται μέσω του ριζικού χωρισμού με τον κόσμο εξηγεί τον αποχαλίνωση της βίας των τυφλών χτυπημάτων: καθιστά «εχθρούς» όχι μόνο όσους απειλούν άμεσα ή καταπιέζουν άδικα την Κοινότητα της Πίστης, αλλά και όσους με τον τρόπο ζωής του προσβάλλουν τον τρόπο ζωής του Πιστού – όλους όσους έχουν εκείνον τον τρόπο ζωής που δεν τους επιτρέπει την πρόσβαση σε ό,τι «αγαπά» ο μάρτυρας – την θυσία για την πίστη του. Έτσι, η ψυχολογία που ανέλυσε ο Camus, του τρομοκράτη που, βέβαιος για την αξία του σκοπού του μπορεί να χρησιμοποιήσει «αθώους» ως μέσα, ενισχύεται από το γεγονός ότι για τον ισλαμιστή τρομοκράτη «δεν υπάρχουν αθώοι». Έτσι η αυτοκτονική επίθεση τίθεται επέκεινα της Σύμβασης του πολέμου, καθώς υποκαθιστά τη διάκριση μαχητών και αμάχων από την διάκριση πιστών και απίστων. Και αν η αυτοκτονική επίθεση τίθεται ως αυτοσκοπός σε μια τέτοια μυστική διάσταση, η ηθική ασυμμετρία που εκφράζει μαρτυρείται και από το γεγονός ότι θέτει τον δράστη πέραν της «ανθρώπινης» δικαιοσύνης. Με τον χαμό του αποδρά από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της κοινότητας που έχει πλήξει και ακυρώνει συμβολικά τη νομιμότητά τους. Aντίκτυπος των drones στο ήθος του μάρτυρα Από τεχνική άποψη, η χρήση των drones μπορεί να πολλαπλασιάσει τα τυφλά χτυπήματα. Με την ήδη υπάρχουσα τρομοκρατική πρακτική των τυφλών χτυπημάτων, η ενδεχόμενη χρήση των drones δεν θα έχει «χειρουργικό χαρακτήρα», αλλά αντίθετα θα πολλαπλασιάσει τις επιθέσεις εναντίον του πληθυσμού. Αυτό φυσικά θα τραπεί σε τόσο ζωτική απειλή για τις χώρες της Δύσης που θα τις οδηγήσει σε μαζικά αντίποινα και μια κλιμάκωση παρόμοια με αυτήν της πρώτης φάσης του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας. Όμως η μακροπρόθεσμη χρήση των drones μπορεί να φέρει μια αλλαγή και στα συλλογικά ήθη των ισλαμιστών τρομοκρατών. Ο τηλεχειρισμός είναι ασύμβατος με τον μυστικισμό του εξαγνισμού και του εξιλασμού. Η διάχυση και γενίκευση αυτής της τεχνολογίας μπορεί να αφαιρέσει τη μυστική διάσταση και τους αρχαϊκούς μύθους της καθαρότητας του «μαχητή της πίστης». Μπορούμε ακόμα να σκεφτούμε ότι η ισότητα 451 των όπλων μπορεί να καλλιεργήσει το ήθος μιας «ηθικής ισότητας των πολεμιστών- χειριστών». Η ηθική υπεροχή που δίνει η θυσία ως υπέρτατη στιγμή της προσωπικής στράτευσης και προσχώρησης σε ένα «υπαραγαθό» θα γίνει ζήτημα, σύμφωνα με την θέση του Σπύρου Κυριαζόπουλου, «τεχνικής διευθέτησης» (Κυριαζόπουλος 1971). Αυτό ίσως οδηγήσει σε μια «ρουτινοποίηση» της τρομοκρατικής πρακτικής και σε μια πτώση του «ενθουσιασμού» στις τάξεις των μαχητών και ιδίως του πληθυσμού. Με τη σειρά της, η πτώση του θαυμασμού που απολαμβάνουν οι μαχητές μπορεί να είναι και η επιστροφή στην αρχή της αντιεξέγερσης, στόχος της οποίας είναι η ψυχική αποσύνδεση των μαχητών από τον πληθυσμό που τους τροφοδοτεί και τους περιθάλπει, σε αντίθεση με τα αποτελέσματα της χρήσης των drones στον Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας που ως τώρα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα καθώς με τη χρήση των drones πήρε την όψη μιας κρατικής τρομοκρατίας (Chamayou 2013: 95). Bιβλιογραφία Becker, J. & Shane, S. (2012), “Secret 'Kill List' Proves a Test of Obama's Principles and Will”, The New York Times, 29 May 2012. Bloom, M. (2005), Dying to Kill. The allure of suicide terror, New York, Columbia University Press. Bobbitt, P. (2006), Terror and Consent, The wars for the twenty-first century, New York, Alfred A.Knopf. Bruce, L. (2005), Messages to the World. Statements of Ossama Bin Laden, London/New York, Verso. Camus, A. (1951), L’homme révolté, Παρίσι, Gallimard. Carr, C. (2002), Les leçons de la terreur, Παρίσι, Presses de la cité. Cavallaro, J., Sonnenberg, S. & Knuckey, S. (2013), Living Under Drones: Death, injury and trauma to civilians from US drone practices in Pakistan, HTTPS://LAW.STANFORD.EDU/WP- CONTENT/UPLOADS/SITES/DEFAULT/FILES/ORGANIZATION/149662/DOC/SLSPUBLIC/S TANFORD-NYU-LIVING-UNDER-DRONES.PDF, ADDED06/12/2013 Chamayou, G. (2013), Théorie du drone, Παρίσι, La fabrique. Cohen, R. (2009), “Is the Afghanistan Surge Worth the Lives that Will Be Lost?”, Washington Post, 8 Δεκεμβρίου 2009. Crenshaw M. (2007), “Explaining Suicide Terrorism: A review essay”, Security Studies, 16 (1): 133-162. Deptula, D. A. (2007), “Transformation and Air Force Intelligence, Surveillance and Reconnaissance”, Remarks given at the Air Force Defense Strategy Seminar, US Air Force Headquarters, 27 Απριλίου 2007. Douhet, J. (1935), Ο Εναέριος Πόλεμος, Αθήνα. Durkheim, Ε. (2005), Le suicide, Παρίσι, PUF. Gellner, E. (1996), Η Κοινωνία Πολιτών και οι Αντίπαλοί της, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Grimland, M., Apter, A. & Kerkhof, A. (2006), “The Phenomenon of Suicide Bombing: A review of psychological and non-psychological factor”, Crisis: The Journal of Crisis Intervention and Suicide Prevention, 27 (3): 107-118. Holmes, S. (2005), “Al Qaeda, September 11, 2011”, σε D. Gambetta (επιμ.), Making Sense of Suicide Missions, Oxford UP, σσ. 171-173. 452 Kasher, A. & Yadlin, A. (2005), “Military Ethics of Fighting Terror: An Israeli perspective”, Journal of Military Ethics, 4 (1): 3-32. Kepel, G. (1992), Η Επιστροφή του Θεού. Ισλαμικά, χριστιανικά, εβραϊκά κινήματα στην επανάκτηση του κόσμου, Αθήνα, εκδόσεις Λιβάνης-Νέα Σύνορα. Kυριαζόπουλος, Σ. (1971), Ενώπιον της Τεχνικής, Αθήνα, εκδόσεις Γρηγόρη. Makiya K. & Mneimneh, H. (2002), “Manual for a ‘‘Raid”, σε R. Silvers & B. Epstein (επιμ.), Striking Terror, New York, New York Review of Books. Margalit A. & Walzer, M. (2009), “Israel: Civilians and combatants”, New York Review of Books, 14 Μαΐου 2009. McMahan, J. (2004), “The Ethics of Killing in War”, Ethics, 114: 693-733. Moisi, D. (2010), The Geopolitics of Emotion: How cultures of fear, humiliation, and hope are reshaping the World, Anchor Books. Roy, O. (2001), The Failure of Political Islam, Cambridge, MA, Harvard University Press. Roy, O. (2003), Οι Αυταπάτες της 11ης Σεπτεμβρίου, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Sartre, J.-P. (1946), Réflexions sur la question juive, Παρίσι, Gallimard. Schweitzer, Y. (2001), “Suicide Bombings: The Ultimate Weapon?”, Institute for Counter Terrorism (ICT), website: www.ict.org.il, 7 August 2001. Simmel, G. (1950), “Secrecy”, σε K. Wolff (επιμ.), The Sociology of Georg Simmel, New York, Free Press. Taylor, C. (2007), Οι Πηγές του Εαυτού, Αθήνα, εκδόσεις Ίνδικτος. Walzer, M. (2008), Δίκαιοι και Άδικοι Πόλεμοι, Αθήνα, εκδόσεις Ιωλκός. Zaloga, S. (2008), Unmanned Air Vehicles: Robotic air warfare 1917-2007, Westminster, Orsprey Publishing. Μυρωνίδης, Α. (2011), Ασύμμετρες Απειλές: Η περίπτωση της αυτοκτονικής τρομοκρατίας, Διπλωματική Εργασία στο ΠΜΣ «Διαχείριση Κρίσεων, Μαζικών Καταστροφών & Επειγουσών Καταστάσεων», Τμήμα Νοσηλευτικής, ΕΚΠΑ. Παπαγεωργίου, Κ. (2008), Πόλεμος και Δικαιοσύνη, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. 453 454 Θύματα Τρομοκρατίας στην Ελλάδα: Προσπάθειες Αναγνώρισης και Μορφές Δράσης μετά το 2000 Άγγελος Ναστούλης1 Περίληψη Το ζήτημα της τρομοκρατίας αν και απασχολεί τη δημόσια σφαίρα για τρεις δεκαετίες, το αντίθετο συμβαίνει με τα θύματα που είναι το άμεσο αποτέλεσμα. Στο κείμενο θα παρουσιαστεί η περίπτωση του Γιώργου Μομφερράτου, ο οποίος ως έμμεσο θύμα, υιός του δολοφονημένου Νίκου Μομφερράτου, έδρασε από το 2000 και έπειτα για την συλλογική αναγνώριση των θυμάτων τρομοκρατίας κοινωνικά και θεσμικά, έχοντας ως στόχο την συνολική καταδίκη της τρομοκρατίας. Θα μελετηθεί η στάση της ελληνικής κοινωνίας στο τρομοκρατικό φαινόμενο μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Ο τρόπος αντιμετώπισης των νέων κινδύνων που εμφανίζονται στην μοντέρνα εποχή αποτελεί δείκτη της επικράτησης των εκσυγχρονιστικών επιταγών, των οποίων βασική συνθήκη είναι η εξατομίκευση και προέκταση αυτής, η αναγνώριση του πόνου του άλλου. Λέξεις-κλειδιά: πολιτική βία, θύματα τρομοκρατίας, κοινωνική πρόσληψη. Εισαγωγή Στο παρόν κείμενο θα παρουσιάσουμε το αποτύπωμα των θυμάτων τρομοκρατίας στην Ελλάδα στις αρχές του 2000, συνδυάζοντας με κατεύθυνση μακροσκοπική στοιχεία που προκύπτουν από την ιδιωτική οπτική ενός θύματος και από την φαινομενική στάση του κοινωνικού σώματος. Η προσέγγιση αυτή ενσωματώνει χαρακτηριστικά μιας κοινωνιολογίας του πολιτικού φαινομένου, με έμφαση στο υποκείμενο. Η επιλογή της χρονικής περιόδου των αρχών του 21ου αιώνα δεν είναι τυχαία, θα αναφερθούμε στους λόγους αργότερα, θα βοηθούσε παρ’ όλα αυτά μια μικρή συγκριτική ματιά στα προηγούμενα χρόνια. Το ζήτημα της τρομοκρατίας στην Ελλάδα αποτέλεσε μείζον θέμα για τουλάχιστον δύο δεκαετίες στο πεδίο της εμπειρίας, αλλά συνέχισε και συνεχίζει να απασχολεί το δημόσιο λόγο σε θεωρητικό επίπεδο. Η τρομοκρατία στην Ελλάδα αν και εκφράστηκε από πολλές οργανώσεις από την αρχή της Μεταπολίτευσης, είχε ως κύριο πόλο την οργάνωση της 17 Νοέμβρη. Η σταθερή και συνεπής δράση της, που ξεκίνησε το 1975 με τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς, σταθμάρχη της CIA, και συνεχίστηκε τον επόμενο χρόνο με τη δολοφονία του απότακτου αστυνομικού Ευάγγελου Μάλλιου, έτυχε τα πρώτα χρόνια μιας αποδοχής όχι μόνο σιωπηλής αλλά μάλλον πλειοψηφικής. Τα ιδεολογικά κληροδοτήματα του μετεμφυλιακού κράτους και μετέπειτα της Δικτατορίας εννοιολόγησαν τις πρώτες «τιμωρητικές» δράσεις, οι οποίες καθίσταντο στο συλλογικό υποσυνείδητο ως «ξεκαθάρισμα» με το παρελθόν. Ως εκ τούτου η 1 Υποψήφιος Διδάκτορας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης,
[email protected]. 455 τρομοκρατική οργάνωση απέκτησε το απαιτούμενο λαϊκό έρεισμα για τη δικαιολόγηση της δράσης της και βρέθηκε να συμβιώνει με το κοινωνικό σώμα χωρίς κραδασμούς. Αντιθέτως η, κατά κάποιο τρόπο, αρχική της νομιμοποίηση ως εργαλείο απονομής δικαιοσύνης, προσέδωσε στα θύματα αξιωματικά το χαρακτήρα του θύτη. Η είσοδος της Ελλάδας στην καινοφανή δημοκρατική κανονικότητα ανέδειξε ως σταθερό στοιχείο στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, την ένταξη σε πολιτικές και δη συλλογικές ταυτότητες. Η κάθετη πολιτικοποίηση της ζωής οδήγησε σε καταστάσεις πολιτικής πόλωσης και η όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης έβρισκε ως ελατήριο αποσυμπίεσης τη βία. Η δικαιολόγηση της βίας ως μέσο επίλυσης πολιτικών διαφορών, μετουσιώθηκε έτσι σε μία συμβιωτική σχέση με χαρακτηριστικό την ανοχή. Στρέφοντας τον προβολέα στα θύματα της βίας, και δη της τρομοκρατικής, μπορούμε να εντοπίσουμε όψεις που δεν ήταν έως τώρα σε πρώτο πλάνο. Με τον όρο θύμα εννοούμε όχι μόνο τα άμεσα θύματα μιας επίθεσης αλλά και τα έμμεσα· το συγγενικό, δηλαδή, περιβάλλον που εκτίθεται στην κοινωνική αποδοχή και είναι ο κύριος υποδοχέας του χτυπήματος και του νοήματος που παράγεται και διαχέεται στην κοινωνία. Με τη θυματοποίηση του ατόμου λοιπόν, ξεκινούν ταυτόχρονα δύο διαδικασίες. Η πρώτη έχει σχέση με την υποκειμενική εκτίμηση του συμβάντος από το θύμα και η δεύτερη με την αντίδραση του θύματος σε ό, τι έπεται, έχοντας εξωστρεφή χαρακτήρα, επικοινωνώντας την εμπειρία του δηλαδή με το κοινωνικό σώμα. Οι δύο αλληλοεξαρτώμενες διαδικασίες, έχουν ως καταληκτικό σημείο την κοινωνική αποδοχή, η οποία είναι ο ρυθμιστής της ανάδυσης της ταυτότητας του θύματος ή της εσωστρέφειας. Παράδειγμα μελέτης Ως παράδειγμα μελέτης της θυματοποίησης θα εξετάσουμε την περίπτωση του Γιώργου Μομφερράτου, γιό του δολοφονημένου από την 17 Νοέμβρη Νίκου Μομφερράτου. Ο Νίκος Μομφερράτος δολοφονήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1985. Στην προκήρυξη τα αίτια της δολοφονίας εντοπίζονταν στα χαρακτηριστικά του θύματος και βάρυναν αποκλειστικά το ίδιο. Οι απαγγελθείσες κατηγορίες εμπεριείχαν όλα τα χαρακτηριστικά του νοηματικού πολιτικού σύμπαντος των πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης. Καταδεικνύονταν οι σχέσεις του με την Χούντα, λόγω της συμμετοχής του στην κυβέρνηση Μαρκεζίνη καθώς και στον ρόλο του ως εκδότη της Απογευματινής και Προέδρου της Ένωσης Ιδιοκτητών και Ημερήσιου Τύπου. Για την δεύτερη κατηγορία δεν χρειάστηκε να τονίσουν το δεξιό πρόσημο της εφημερίδας αλλά απέδωσαν ένα λανθάνοντα ρόλο στον Μομφερράτο ως υποκινούμενο της CIA και των «συμφερόντων» της, κατηγορώντας τον για προσπάθεια χειραγώγησης μέσω του Τύπου. Προς επιβεβαίωση της ενοχής του, αποκάλυψαν μεσσιανικά ότι και ο ίδιος γνωρίζει ότι με τον ρόλο που διαδραματίζει, κινδυνεύει και για αυτό το λόγο φρουρείται από σωματοφύλακα. Η περίπτωση του Γιώργου Μομφερράτου είναι ενδεικτική διότι συσσωματώνει όλες τις νοηματικές πηγές, στις οποίες βασίζεται ένα μέρος του επιχειρήματός μας. Ο πατέρας του δολοφονείται από την 17 Νοέμβρη με βάση τους δύο ιδεολογικούς πυλώνες νοηματοδότητης της δράσης, δηλαδή την αποχουντοποίηση και τον αντιαμερικανισμό, τα οποία ομογενοποιούνται στην προκήρυξη. Ο ίδιος ο Γιώργος Μομφερράτος, αρχικά πριν τη δολοφονία, παρακολουθούσε την δράση της οργάνωσης, χωρίς να στέκεται κριτικά απέναντί 456 της. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, βρισκόταν σε νεαρή ηλικία και δεν είχε ακόμη επεξεργαστεί την έννοια της αυτοδικίας σε δημοκρατικό περιβάλλον. Στην ουσία, συντάχθηκε με την γενικότερη αίσθηση της μάζας που είχε ως κύριο νοηματικό πυρήνα ότι κάποιος έχει αναλάβει το «ξεκαθάρισμα» με το παρελθόν, κλείνοντας πρόχειρα έτσι την επεξήγηση των προηγούμενων φόνων. Η δολοφονία τον σοκάρει. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά τού στέρησε το δικαίωμα να αναμετρηθεί με τον πατέρα του, στο πλαίσιο της ήπιας αμφισβητικής σχέσης πατέρας-γιού, και του δημιούργησε έντονη σύγχυση η οποία μετουσιώθηκε σε δεκαπέντε χρόνια σιωπής. Το τραύμα της απώλειας, αλλά κυρίως της σιωπηρής αποδοχής εκ των υστέρων, δημιούργησαν ένα ταμπού γύρω από το συμβάν, μπλοκάροντας έτσι κάθε συζήτηση ακόμη και με το οικείο περιβάλλον του. Φαίνεται λοιπόν η σχέση της υποκειμενικής αυτοεκτίμησης με την κοινωνική αποδοχή ότι είναι αλληλένδετη αλλά όχι ισοβαρής. Αν υπάρχει κοινωνική αποδοχή, η θυματική ταυτότητα αναδύεται, το αντίστροφο όμως δεν συμβαίνει. Στην περίπτωση του Μομφερράτου, το θύμα βιώνει για χρόνια μια κατάσταση εσωστρέφειας. Η κάθετη δόμηση της κοινωνίας σε συλλογικές ταυτότητες πολιτικού χαρακτήρα, εμπόδισε την ανάδυση νέας ταυτότητας με εξατομικευμένα χαρακτηριστικά. Στο ασφυκτικό πλαίσιο αυτό, το θύμα σιωπά. Η σιωπή προοδευτικά μεταμορφώθηκε σε ενοχή στο πεδίο της κοινωνικής πρόσληψης και το θύμα, εσωτερίκευσε την αντικειμενική πραγματικότητα του κοινωνικού κόσμου, αλλά δεν μπόρεσε να εξωτερικεύσει τη δική του υποκειμενική πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, δεν προσπάθησε να αρθρώσει ένα λόγο αντίθετο της κατηγορίας που του επέβαλε η τρομοκρατική οργάνωση και έπειτα αποδέχθηκε η κοινωνία. Αντίθετα προσπάθησε να αποφύγει τις ενυπάρχουσες διχοτομήσεις, μπαίνοντας σε μια διαδικασία ενδοστρέφειας. Εντούτοις αυτή η στροφή στο εσωτερικό ερμηνεύεται ως ήττα, λόγω της αδυναμίας να εκφραστεί ο πόνος και έτσι εκείνο που είναι πραγματικό στο «εξωτερικό» ερμηνεύτηκε ως πραγματικό και στο «εσωτερικό». Η ρηξιακή στιγμή της ισχνής παρουσίας των θυμάτων, ήρθε με την δολοφονία του Στήβεν Σόντερς, στις 8 Ιουνίου του 2000. Η ευρεία συγκίνηση που προκάλεσε η χήρα του θύματος, και αποτυπώθηκε έντονα στον Τύπο αλλά και στην τηλεόραση, με τα εκτενή ρεπορτάζ του χτυπήματος καθεαυτό αλλά και τις κρίσιμες ώρες στο χειρουργείο, φανέρωσαν βαθιές προσωπικές στιγμές πόνου που προκαλείται από μια τέτοιου είδους επίθεση. Οι μειλίχιες δηλώσεις της Χέδερ Σόντερς με βάση την ανάδειξη του προσωπικού τραύματος και η αξιοπρεπής στάση εν γένει, ενεργοποίησαν τον Μομφερράτο. Ξεκίνησε λίγους μήνες αργότερα την αναζήτηση των συγγενών των θυμάτων τρομοκρατικών οργανώσεων και τον Οκτώβριο του 2001 πραγματοποιήθηκε η πρώτη τους άτυπη συνάντηση, που έπειτα οδήγησε στην ίδρυση του συλλόγου «Ως Εδώ», ενώ παράλληλα είχε πραγματοποιήσει κάποιες διερευνητικές επαφές με τον τότε Υπουργό Δημοσίας Τάξης, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος τον διαβεβαίωσε για την στήριξή του, δημιουργώντας έτσι ένα μετωπικό σχήμα ενάντια στην τρομοκρατία με διαφορετικές κατευθύνσεις. Στόχος του συλλόγου «Ως Εδώ», ήταν η εγγραφή του τραύματος στο δημόσιο λόγο με σκοπό να απονομιμοποιηθεί η τρομοκρατία στο κοινωνικό σώμα μέσω της ανάδειξης του τρόπου, με τον οποίο το τρομοκρατικό χτύπημα διαπερνά την προσωπική βιογραφία. Αυτό θα επιτυγχανόταν με το εργαλείο της κινητοποίησης, που δύναται να μειώσει την απόσταση μεταξύ των θυμάτων και του κοινωνικού σώματος. Η μεγαλύτερη στιγμή του συλλόγου ήταν η συγκέντρωση-διαμαρτυρία που έλαβε χώρα στις 20 Δεκεμβρίου 2001 μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου 457 Στρατιώτη στο Σύνταγμα. Η δράση αυτή πήρε το χαρακτήρα της απόδοσης φόρου τιμής στα θύματα και διάχυτη με συμβολικά στοιχεία, όπως τα αναμμένα κεριά και οι κονκάρδες με το σύμβολο του συλλόγου δημιούργησαν ένα νοηματικό πλαίσιο καταδίκης της τρομοκρατίας μέσω της μνήμης του προσωπικού πόνου. Αν και η συγκέντρωση δεν έτυχε της αποδοχής που αναμενόταν από τους ίδιους, η δημόσια εμφάνισή τους και η κάλυψη της δράσης από τα ΜΜΕ ήταν μια νίκη για τα θύματα. Η ρήξη με την πολυετή σιωπή, πέρασε από μια διαδικασία που μπορούμε να την ονομάσουμε μεταστροφή (Μπέργκερ & Λούκμαν 2003: 304) με κοινωνιολογικούς όρους. Το άτομο έχοντας νέα ταυτότητα, αυτή του θύματος επανακοινωνικοποιείται, όχι όμως από ex nihilo, αλλά περνώντας πρώτα από την διαδικασία της αποσύνθεσης της προγενέστερης δομής υποκειμενικής πραγματικότητας, η οποία βέβαια ήταν εσωτερίκευση του ισχύοντος γενικού κανόνα. Με άλλα λόγια, πρέπει να αποδιαρθώσει την ταυτότητα του θύτη για αυτό που του συνέβη. Η σημαντικότερη παράμετρος αυτής της προοδευτικής διαδικασίας είναι η ύπαρξη διαθέσιμης και αποτελεσματικής δομής ευλογοφάνειας, δηλαδή ένα σώμα ατόμων, όπως ο σύλλογος «Ως Εδώ» που λειτουργεί ως «εργαστήριο» του μετασχηματισμού. Η βάση του μετασχηματισμού είναι η συναισθηματική ταύτιση μέσω του κοινού βιώματος. Ο Μομφερράτος ανέφερε ότι οι πρώτες συναντήσεις με άλλα θύματα, ήταν μία καθαρτική περίοδος για όλους, και με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Η ομάδα-σύλλογος έγινε το κέντρο νοήματος της νέας ταυτότητας, καθώς μοιράζονταν όλοι ένα κοινό τόπο, εκτοπίζοντας έτσι την συστολή που συνειδησιακά τους είχε επιβληθεί και επανερμηνεύοντας πλέον τα γεγονότα από άλλη σκοπιά. Η λειτουργία αυτή μέσω του συλλογικού βοήθησε στην εμφάνιση των θυμάτων ως μία ενεργόφιλη ομάδα που δεν ζητά εκδίκηση αλλά προσπαθεί να μοιραστεί την εμπειρία της στον δημόσιο λόγο με απώτερο στόχο την απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας. Η δράση του «Ως Εδώ» νομοτελειακά έπαψε με τη σύλληψη της 17 Νοέμβρη. Ο Μομφερράτος θεωρεί ότι δεν έτυχαν την αναγνώριση που περίμεναν, αλλά και εκ των πραγμάτων δεν πρόλαβαν να εντατικοποιήσουν την δράση τους στον ένα χρόνο της παρουσίας τους. Παρ’ όλα αυτά αξιολόγησε την εμφάνισή τους ως επιτυχημένη συγκριτικά με την έως τότε απουσία τους από το δημόσιο λόγο. Ο ίδιος θεώρησε ότι η de facto ανακοπή της δράσης της 17 Νοέμβρη με τη σύλληψη των μελών της, δεν προεξόφλησε την απονομιμοποίηση του αξιακού της κώδικα στην κοινωνία. Η παύση της δράσης του συλλόγου όμως έγκειται στο ότι μπήκε σε πρώτο πλάνο η γνώση λεπτομερειών της οργάνωσης και των μελών της. Έκριναν έτσι ότι δεν υπήρχε λόγος την περίοδο εκείνη να συνεχίσουν την κινητοποίησή τους. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος καθώς πιστεύει ότι ακόμη ως κοινωνία δεν έχουμε περιθωριοποιήσει την τρομοκρατία και την πολιτική βία εν γένει, έχει ενεργοποιήσει τα ακτιβιστικού χαρακτήρα αντανακλαστικά του σε περιπτώσεις που ανακύπτει ως θέμα στον δημόσιο λόγο. Έτσι συνέβη τον Μάρτιο του 2014, όταν εκδόθηκε το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη». Όταν του έγινε γνωστή η είδηση, κινητοποιήθηκε άμεσα και βρέθηκε έξω από τις εκδόσεις Λιβάνης. Μοίρασε στους περαστικούς χαρτί με το σύμβολο του «Ως Εδώ» που έγραφε «Το βιβλιοπωλείο αυτό πωλεί βιβλίο που διαφημίζει τη δολοφονία του πατέρα μου» και δέχθηκε να φωτογραφηθεί από δημοσιογράφους καθώς ήθελε η καταγγελία του να δημοσιοποιηθεί. Η δράση του αυτή δεν είχε στόχο, το περιεχόμενο του βιβλίου καθεαυτό, αλλά την έκδοσή του από το συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, ο οποίος λόγω της μεγάλης απήχησης που γνώριζε, σημειολογικά θα έδινε κατά τη γνώμη του, αξία στο περιεχόμενό του. 458 Συμπεράσματα Η μελέτη των θυμάτων την περίοδο μετά το 2000 οδηγεί σε δύο συμπεράσματα. Πρώτον, ο οικονομικός εκσυγχρονισμός και η βελτίωση των όρων ζωής της κοινωνίας φαίνεται να λειτούργησε κατά ένα μικρό βαθμό ευεργετικά για τον απαραίτητο χώρο στην ανάδυση της ταυτότητας του θύματος. Αν και δεν προϋποθέτει από μόνο του την εξέλιξη στα άλλα πεδία κοινωνικής συγκρότησης, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι «ενδυναμώνει» την ατομικιστική επιταγή του δικαιώματος στην αυτοπραγμάτωση και τον ευδαιμονισμό, με αποτέλεσμα να παράγονται έστω και διεθλασμένα συναισθήματα ενσυναίσθησης. Δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στους πρόποδες της προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς αγώνες το 2004, οι τρομοκρατικές οργανώσεις είχαν χάσει την προγενέστερη αποδοχή τους καθώς η Ελλάδα είχε εισέλθει σε νέα κατάσταση που απαιτούσε κύρος και δη ασφάλεια για το μεγάλο αυτό πρότζεκτ παγκοσμίου εμβέλειας. Η συμβίωση με το φαινόμενο της τρομοκρατίας θα έθετε εν αμφιβόλω την συμμετοχή της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο γεγονός και θα υπονόμευε το κύρος μιας χώρας με δυτική κατεύθυνση. Το διακύβευμα αυτό προσωρινά ωφέλησε τα θύματα καθώς διάνοιξε ένα περιβάλλον με μειωμένη πολιτική όξυνση και με συνειδησιακή προσήλωση, κατά κάποιο τρόπο, στον μεγάλο στόχο της διοργάνωσης των Ολυμπιακών αγώνων, πετυχαίνοντας έτσι να συμπαρασύρει πολιτεία και κοινωνία σε έναν εκσυγχρονιστικό κλίμα ευρείας κλίμακας. Βιβλιογραφία Amato, J. A. & Monge, D. (1990), Victims and Values: A history and a theory of suffering, New York, Praeger Publishers. Beck, U. (2015), Κοινωνία της διακινδύνευσης: Καθ' οδόν προς μια άλλη νεωτερικότητα, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Πεδίο. Bogalska-Martin, E. (2004), Victimes du présent, victimes du passé. Vers la sociologie des victimes, Paris, L’Harmattan. Dignan, J. (2005), Understanding victims and restorative justice, Maidenhead, Open University Press. Erner, G. (2006), La société des victimes, Paris, Editions La Découverte. Schwenkenbecher, A. (2012), Terrorism: A philosophical enquiry, New York, Palgrave Macmilan. Silke, A. (2003), Terrorists, Victims and Society. PsychologicaI perspectives on terrorism and its consequences, West Sussex, John Wiley and Sons. Βούλγαρης, Γ. (2001), Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974−1990. Σταθερή δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική ιστορία, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο. Δεμερτζής, Ν. & Λίποβατς, Θ. (2006), Φθόνος και Mνησικακία: Τα πάθη της ψυχής και η κλειστή κοινωνία, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Κασιμέρης, Γ. (2015), Ακραία Φαινόμενα Διαρκείας: Βία και τρομοκρατία στη Μεταπολίτευση, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη. Μπέργκερ, Π. & Λούκμαν Τ. (2003), Η Κοινωνική Κατασκευή της Πραγματικότητας, Αθήνα, εκδόσεις Νήσος. 459 Μπόση, Μ. (1996), Ελλάδα και Τρομοκρατία: Εθνικές και διεθνείς διαστάσεις, Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλας. Παναγιωτόπουλος, Π. (2003), Το Γεγονός. Βαναυσότητα, πόλεμος και πολιτική μετά την 11η Σεπτεμβρίου, Αθήνα, εκδόσεις Βιβλιόραμα. Παναγιωτόπουλος, Π. (2013), Τεχνολογικές Καταστροφές και Πολιτικές του Κινδύνου. Παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947 – 2000, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Παναγιωτόπουλος, Π. & Βαμβακάς Β. (2014), Η Ελλάδα στη Δεκαετία του 80, Αθήνα, εκδόσεις Επίκεντρο. 460 H Επόμενη Κρίση: Η Αποσταθεροποιητική Επίδραση της Απόσυρσης των ΗΠΑ από τη Συνθήκη INF στη ΝΑ Ασία Κωνσταντίνος Νιζάμης1 Περίληψη Την 2η Αυγούστου 2019, οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από τη συνθήκη INF για την απαγόρευση των πυρηνικών πυραύλων ενδιάμεσου βεληνεκούς, Η συνθήκη απαγόρευε στις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΣΣΔ να σχεδιάσουν, παράγουν ή να αναπτύξουν επίγεια εκτοξευόμενους πυραύλους με εμβέλεια μεταξύ 500 και 5.500 χιλιομέτρων. Αυτά τα οπλικά συστήματα είναι ιδανικά για ένα μεγάλο αλλά γεωγραφικά περιορισμένο θέατρο επιχειρήσεων, όπως η Ευρώπη και η Νοτιανατολική Ασία. Η απόσυρση των ΗΠΑ οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα, δεδομένου το 95% του πυραυλικού οπλοστασίου της εμπίπτει στις διατάξεις της INF. Αναπτύσσοντας παρόμοια δικά τους συστήματα, οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να αντισταθμίσουν τα πλεονεκτήματα της Κίνας. Ωστόσο, τα όπλα αυτού του είδους θεωρούνται εξαιρετικά αποσταθεροποιητικά. Η Νατοϊκή άσκηση χρησιμοποίησης παρομοίων όπλων «Able Archer» το 1983, σχεδόν οδήγησε σε πυρηνικό πόλεμο. Κάτι παρόμοιο, μπορεί στο κοντινό μέλλον να συμβεί και στην ΝΑ Ασία. Η εισήγηση διερευνά αυτή την πιθανότητα. Λέξεις κλειδιά: INF, Πύραυλοι, Κίνα, ΗΠΑ, “Able Archer”. Εισαγωγή Στις 2 Αυγούστου 2019, οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από τη συνθήκη για την απαγόρευση των πυρηνικών πυραύλων ενδιάμεσου βεληνεκούς, (Intermediate- Range Nuclear Forces - INF) (US Department of State Press Statement 2019). Η συνθήκη υπογράφηκε το 1987 και απαγόρευε στις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΣΣΔ να σχεδιάσουν, παράξουν ή να αναπτύξουν επίγεια εκτοξευόμενους πυραύλους με εμβέλεια μεταξύ 500 και 5.500 χιλιομέτρων. Η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται και σωστά, ότι η Ρωσία κατασκευάζει και δοκιμάζει συστήματα απαγορευμένα από τη συνθήκη. Οι Ρώσοι απάντησαν ανακοινώνοντας την δική τους απόφαση να αποσυρθούν από τη συνθήκη και να αναπτύξουν νέα οπλικά συστήματα. (Stokes & Blivas 2019:2). Η Συνθήκη INF (Kimball 2019), απέσυρε από το ευρωπαϊκό έδαφος, τα πιο επικίνδυνα πυρηνικά όπλα: τους πυραύλους ενδιάμεσης εμβέλειας, που δεν χρησιμεύουν ούτε στο τακτικό πεδίο μάχης ούτε για στρατηγικές πυρηνικές προσβολές, σε διηπειρωτικές αποστάσεις. Η περιορισμένη εμβέλεια και οι σύντομοι χρόνοι πτήσης, καθιστούν τα οπλικά συστήματα αυτού του είδους ιδανικά για ένα μεγάλο αλλά γεωγραφικά περιορισμένο θέατρο επιχειρήσεων, όπως η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου αλλά πλέον και η Νοτιανατολική Ασία, 1Υποψήφιος Διδάκτορας, Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών, Παντείου Πανεπιστημίου,
[email protected]461 (Nichols 2019). Η Κίνα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συνθήκη και αρνείται να προσχωρήσει σε αυτήν. Τα όπλα αυτά αναπτύχθηκαν από τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της «εκτεταμένης αποτροπής –extended deterrence), που αφορούσε την Δυτική Ευρώπη, κατά το τέλος της δεκαετίας του 1970 και την δεκαετία του 1980. Ήταν οι διάσημοι την εποχή εκείνοι πύραυλοι Pershing II και Cruise, οι οποίοι αναπτύχθηκαν ως αντιστάθμισμα της συντριπτικής συμβατικής υπεροχής της ΕΣΣΔ, στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων και των ενδιάμεσων πυρηνικών σοβιετικών πυραύλων SS-20. Το σκεπτικό, της τοποθέτησης ήταν η αποτροπή της ΕΣΣΔ, καθώς επικρατούσε η εντύπωση ότι οι ΗΠΑ, εάν η Μόσχα εισέβαλε στη Δυτική Ευρώπη, δεν θα διακινδύνευαν μια πυρηνική επίθεση στο έδαφός τους για να προστατέψουν την Ευρώπη. Έτσι με βάση το δόγμα της ευέλικτης ανταπόδοσης, και παρά τις σφοδρές διαμαρτυρίες των κινημάτων ειρήνης της εποχής που ήταν ιδιαιτέρα ισχυρά, ιδίως στην Βρετανία και τη Γερμανία, οι πύραυλοι αυτοί τελικά τοποθετήθηκαν, (ibid) . Στο παρόν άρθρο εξετάζεται καταρχάς κατά πόσον τα εν λόγω οπλικά συστήματα μπορούν να παίξουν αποσταθεροποιητικό ρόλο με την ανάπτυξή τους σε μια περιοχή έχοντας ως παράδειγμα την πυρηνική κρίση του Νοεμβρίου 1983, μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΣΣΔ, (Brown 1996: 227, Gaddis 2007:227), έπειτα ο ρόλος της αυξανόμενης πυραυλικής ισχύος της Κίνας στην λήψη της απόφασης απόσυρσης των ΗΠΑ από την συνθήκη, και τέλος αναλύονται οι επιπτώσεις μιας πιθανής ανάπτυξης παρόμοιων αμερικανικών συστημάτων στην περιοχή της Νοτιανατολικής Ασίας. Η άσκηση «ABLE ARCHER» Δεδομένου ότι η τοποθέτηση αυτής της κατηγορίας των οπλικών συστημάτων στις πρώτες γραμμές ενός πιθανού θεάτρου επιχειρήσεων, δίνει μόνο λίγα λεπτά χρόνο στην ηγεσία κάθε πλευράς να αναζητήσει μια έξοδο και να διαβουλευτεί σε περίπτωση κρίσης, θεωρείται ότι η παρουσία τους είναι εξαιρετικά αποσταθεροποιητική, (Pradhan 2019) Στα απομνημονεύματά του, ο πρώην σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ περιέγραψε τα όπλα ενδιάμεσης εμβέλειας των ΗΠΑ ως «ένα πιστόλι στον κρόταφό μας» - ένα συναίσθημα παρόμοιο με αυτό στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ για τα αντίστοιχα σοβιετικά συστήματα (Nichols 2019). Χαρακτηριστικό παράδειγμα του αποσταθεροποιητικού ρόλου, αποτελεί η Νατοϊκή άσκηση «Able Archer», η οποία διεξήχθηκε τον Νοέμβριο του 1983. Η άσκηση πραγματοποιήθηκε εν μέσω αυξανόμενης διεθνούς έντασης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η πολιτική της ύφεσης αποτελούσε παρελθόν και είχε ξεκινήσει η ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων των δύο υπερδυνάμεων γνωστή ως «Δεύτερος Ψυχρός Πόλεμος».. Οι αλλαγές στο αμερικανικό στρατηγικό πυρηνικό δόγμα συνέβαλαν επίσης στην αυξανόμενη αίσθηση σοβιετικής ανησυχίας. (Manchanda 2009: 113, 114) καθώς και η επικείμενη ανάπτυξη των πρώτων πυραύλων μεσαίας εμβέλειας (σε επιλεγμένες χώρες του ΝΑΤΟ για την αντιμετώπιση των σοβιετικών πυραύλων SS-20) (Fischer 2012), η οποία περιελάμβανε 108 βαλλιστικούς πυραύλους Pershing II και 464 χερσαίους πυραύλους πλεύσης BGM-109G Gryphon. Οι πύραυλοι Pershing IΙ θα αναπτύσσονταν αποκλειστικά στην Δυτική Γερμανία, ενώ οι πύραυλοι BGM- 462 109G Gryphon θα αναπτύσσονταν στην Δυτική Γερμανία στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Βέλγιο και την Ιταλία. (ibid, υποσημείωση 16) Όλα συνέτειναν στο να ενταθεί ένα ήδη υπάρχον φοβικό κλίμα επικείμενου πολέμου στην ΕΣΣΔ, το οποίο αφορούσε μια απροειδοποίητη αιφνιδιαστική πυρηνική επίθεση εναντίον της (Hamilton 2018, Fischer 2006). Ήδη από τον Μάιο του 1981, η σοβιετική ηγεσία είχε ξεκινήσει μια κοινή επιχείρηση συλλογής πληροφοριών της KGB και της GRU, ενδεικτική του φόβου, που επικρατούσε. Η επιχείρηση ονομάστηκε Raketno Yadernoye Napdenie (RYAN), ή «πυρηνική πυραυλική επίθεση» και σκοπός της ήταν ο έγκαιρος εντοπισμός των προετοιμασιών μιας πυρηνικής επίθεσης. Εξάλλου στην Σοβιετική Ένωση ήταν τραυματική η εμπειρία της αιφνιδιαστικής γερμανικής επίθεσης κατά το 1941 (Manchanda 2009: 117). Αφενός το γεγονός ότι το σενάριο της άσκησης προέβλεπε για πρώτη φορά, την συμμετοχή στο τελικό στάδιο λήψης της απόφασης, της πολιτικής ηγεσίας του ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα του προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν, της πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Μάργκαρετ Θάτσερ και του καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Χέλμουτ Κόλ, και αφετέρου της σχεδόν ταυτόχρονης άφιξης των αμερικανικών πύραυλων στην Ευρώπη (Cuomo 2018), φαίνεται ότι έπεισε τους Σοβιετικούς ότι πραγματικά ετοιμαζόταν μια πυρηνική επίθεση εναντίον τους. Αυτό αναφερόταν και σε δύο επείγοντα τηλεγραφήματα της KGB, κατά την διάρκεια της άσκησης, σε όλους τους σταθμούς της, με τα οποία ζητούσε την εντατική συλλογή πληροφοριών. Έτσι, το Κρεμλίνο διέταξε τον εξοπλισμό με πυρηνικά όπλα και την αυξημένη ετοιμότητα μιας δωδεκάδας αεροσκαφών στην Ανατολική Γερμανία και την Πολωνία. Επιπλέον, περίπου 70 βλήματα SS-20 τάχθηκαν σε θέσεις βολής, ενώ τα σοβιετικά υποβρύχια που μετέφεραν πυρηνικούς βαλλιστικούς πυραύλους στάλθηκαν κάτω από τον πάγο της Αρκτικής, ώστε να αποφύγουν την ανίχνευση (Doward 2013). Η κρίση αποσοβήθηκε, όταν στην Δύση έγινε κατανοητό το μέγεθος της φοβίας και των αυξημένων μέτρων στην ΕΣΣΔ, και δόθηκαν οι απαραίτητες εγγυήσεις. Ο Ρόναλντ Ρήγκαν, τελικά δεν συμμετείχε στην άσκηση. Μετά την λήξη της άσκησης «Able Archer» και ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το ΝΑΤΟ δεν διεξήγαγε παρόμοιες ασκήσεις. Η κρισιμότητα του περιστατικού, ίσως οδήγησε και σε αυτό που κάποιοι ερευνητές, ονομάζουν «η μεταστροφή του Ρήγκαν». Μετά την άσκηση, εγκατέλειψε την επιθετική ρητορική του και έδωσε έμφαση στο διάλογο με τους Σοβιετικούς. Η αλλαγή αυτή, καταγράφεται με χαρακτηριστικό τρόπο στα απομνημονεύματά του: Αυτά τα τρία χρόνια με δίδαξαν κάτι εκπληκτικό για τους Ρώσους και για την ανώτατη Σοβιετική ηγεσία. Άρχισα να κατανοώ ότι πολλοί σοβιετικοί αξιωματούχοι, φοβούνταν πραγματικά τις ΗΠΑ, όχι μόνο ως αντιπάλους αλλά ως πιθανούς επιτιθέμενους που πιθανόν να εξαπέλυαν μια αιφνιδιαστική πυρηνική επίθεση εναντίον τους (Manchanda 2009: 127). Οι Λόγοι της Απόσυρσης των ΗΠΑ - Οι Βαλλιστικοί Πύραυλοι ως πυλώνας της Στρατιωτικής Στρατηγικής της Κίνας Η χώρα με το μεγαλύτερο πυραυλικό οπλοστάσιο, συστημάτων που παραβιάζουν την INF, δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, με το 95% του οπλοστασίου της Πυραυλικής Δύναμης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (People’s Liberation Army Rocket Force – PLARF),να εμπίπτει στις διατάξεις της. 463 Εάν η Κίνα συμμετείχε στη συνθήκη θα έπρεπε να αφοπλιστεί σχεδόν πλήρως πυραυλικά. Εξηγώντας την απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συνθήκη INF, η διοίκηση Τράμπ ανέφερε ως κύριες αιτίες τόσο τις ρωσικές παραβιάσεις της συμφωνίας, όσο και την κινεζική πυραυλική δύναμη (Ramon 2019). Ο Πρόεδρος Τράμπ επέκρινε την ανάπτυξη πυραύλων που δεν πληρούν τα κριτήρια της συνθήκης και από τις δύο χώρες και εξήγησε τη λογική της εγκατάλειψης της συνθήκης, λέγοντας: «Εάν το κάνουν η Ρωσία και η Κίνα, ενώ εμείς τηρούμε τη συμφωνία, αυτό είναι απαράδεκτο». Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Τζόν Μπόλτον επεξήγησε περαιτέρω την εκτίμηση της Αμερικανικής κυβέρνησης, τονίζοντας ότι η πυραυλική ικανότητα της Κίνας σημαίνει ότι υπάρχει μια «νέα στρατηγική πραγματικότητα εκεί έξω» και ότι η Συνθήκη INF είναι πλέον «μια διμερής συνθήκη σε έναν πολυπολικό κόσμο βαλλιστικών πυραύλων» (Stokes & Blivas 2019). Τον Απρίλιο του 2018, ο παραλαμβάνων διοικητής της αμερικανικής Διοίκησης του Ειρηνικού Ωκεανού (πλέον έχει γίνει Διοίκηση Ινδοειρηνικού) δήλωσε στην Επιτροπή Ένοπλων Δυνάμεων της Γερουσίας ότι «η Κίνα είναι πλέον σε θέση να ελέγχει τη θάλασσα της Νότιας Κίνας σε όλες τις περιπτώσεις πλην του πολέμου με τις ΗΠΑ, (United States Senate Committee on Armed Services 2018). Ένα χρόνο νωρίτερα, ο προκάτοχός του είχε δηλώσει στην ίδια επιτροπή ότι η συνθήκη INF, που υπεγράφη το 1987, ήταν ένας από τους κύριους λόγους για την κυριαρχία της Κίνας στα αμφισβητούμενα ύδατα του Ειρηνικού Ωκεανού, (United States Senate Committee on Armed Services 2017). Βέβαια, η Κίνα δεν ενδιαφέρεται για την ένταξη σε μια νέα συμφωνία, αγνοώντας τις πρόσφατες προσκλήσεις από ηγέτες όπως η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ (Scimia 2019), να συμμετάσχουν σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ ώστε να αποσοβηθεί μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών. Η Κίνα αναπτύσσει τις δυνατότητές της αυστηρά σύμφωνα με τις αμυντικές της ανάγκες και δεν αποτελεί απειλή για κανέναν άλλο. Είμαστε, λοιπόν, αντίθετοι στην μετατροπή της INF σε πολυμερή Συνθήκη [δήλωσε ο Κινέζος υπουργός Yang Jiechi στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου] (Kelsae & Panda 2019). Η συμμετοχή σε μια τέτοια συνθήκη, προφανώς δεν είναι ελκυστική για την Κίνα, δεδομένου ότι θα υπονόμευε ένα από τα κύρια πλεονεκτήματά της: μια μεγάλη, κατά κύριο λόγο συμβατική δύναμη πυραύλων, που επιτρέπει την εφαρμογή μιας στρατηγικής άρνησης/απαγόρευσης περιοχής (Α2/AD), (Department of Defense, Air Sea Battle Office, May 2012, Krepinevich et al. 2003). Η ρίζα της ανάπτυξης όλων αυτών των συστημάτων και της συγκεκριμένης επιχειρησιακής στρατηγικής, βρίσκεται στην καταπληκτική επιτυχία των ΗΠΑ, στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Τότε οι ΗΠΑ, κατάφεραν να συγκεντρώσουν σε ένα διάστημα έξι μηνών μια συντριπτικά υπέρτερη δύναμη, στα όρια του θεάτρου επιχειρήσεων ουσιαστικά ανενόχλητες. Το Ιράκ, κατά την διάρκεια αυτών των μηνών δεν είχε καμία δυνατότητα να προσβάλει με ακρίβεια, οποιοδήποτε στόχο πέραν της επικράτειας που κατείχε, ενώ δεν διέθετε ούτε πυρηνικά όπλα για να αποτρέψει την Ουάσινγκτον από το να ξεκινήσει μια τέτοια επίθεση εκμηδένισης (Colby 2019). Ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου λειτούργησε ως μάθημα για τον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως για την 464 Κίνα, η οποία τον μελέτησε και προσπάθησε να βρει το αντίδοτο απέναντι στην υπέρμετρη δύναμη των ΗΠΑ (ibid.). Το αντίδοτο που βρήκαν στην συντριπτική υπεροπλία των ΗΠΑ, ήταν η δημιουργία ενός δόγματος και η ανάπτυξη εκείνων των οπλικών συστημάτων (δες, Εικόνα 1) που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την ανενόχλητη συγκέντρωση, ανάπτυξη και κίνηση των αμερικανικών στρατευμάτων πλησίον και εντός της περιοχής επιχειρήσεων. Συστήματα όπως τα αντιπλοϊκά βαλλιστικά βλήματα της Κίνας, τα βλήματα πλεύσης, και οι βαλλιστικοί πύραυλοι μεσαίας εμβέλειας, μπορούν να αφαιρέσουν από τους αντιπάλους της Κίνας την ελευθερία ελιγμών στον Ειρηνικό. Παράλληλα θέτουν σε διαρκή κίνδυνο, τις βάσεις των ΗΠΑ στην Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και στις Φιλιππίνες, ενώ ακόμη και ανεπτυγμένα στον θαλάσσιο χώρο κύρια οπλικά συστήματα όπως τα αεροπλανοφόρα μπορούν να αποδειχθούν ευάλωτα σε πυραύλους όπως ο DF-21D (Kelsae & Panda op.cit.). Τα συστήματα και οι ικανότητες αυτές είναι μεν γνωστές με την αμερικανική ορολογία: Απαγόρευση Πρόσβασης – Άρνηση περιοχής, (Anti-Access/Area- Denial -A2/AD). Ο όρος όμως που χρησιμοποιούν οι Κινέζοι, είναι διαφορετικός, αντανακλά τον διαφορετικό τρόπο θέασης της περιοχής και της αποστολής της Κίνας στην περιοχή της και μεταφράζεται ως Συστήματα Κατά των Επεμβάσεων (Αnti-Ιntervention), (Heginbotham et al. 2017: 4). Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της σημαντικής στρατιωτικής μεταρρύθμισης, (The Military Balance, Chapter Six: Asia, 2019: 256) ο Πρόεδρος της Κίνας, ο οποίος είναι παράλληλα και πρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής (Central Military Committee-CMC), Xi Jinping στις 31 Δεκεμβρίου 2015 αναδιοργάνωσε τη Δεύτερη Δύναμη Πυροβολικού (Second Artillery Force) του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (People’ς Liberation Army – PLA), καθιστώντας της ξεχωριστό και ισότιμο Κλάδο των Κινεζικών Ενόπλων Δυνάμεων με την ονομασία (Πυραυλική Δύναμη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού - People’s Liberation Army Rocket Force – PLARF), (China Aerospace Studies Institute 2017: 24), με αποστολή την διεξαγωγή επιχειρήσεων πυρηνικής αντεπίθεσης αλλά και την διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων με συμβατικούς πυραύλους, (The Military Balance Chapter Six: Asia, 2019, 119:1). Ο τεράστιος αριθμός των κινεζικών πυραύλων, και η ταχύτητα με την οποία θα μπορούσαν να εκτοξευθούν παρέχει ένα κρίσιμο στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Κίνα, δύσκολα διαχειρίσιμο από μια χώρα της περιοχής, χωρίς την παρέμβαση των ΗΠΑ. Η Κίνα έχει αποδείξει την ικανότητά της και την προθυμία της να χρησιμοποιήσει αυτές τις ικανότητές για να εκφοβίσει και να εξαναγκάσει έναν αντίπαλο, όπως στην Κρίση των Στενών της Ταϊβάν το 1995- 1996, όταν εκτόξευσε πυραύλους στον θαλάσσιο χώρο γύρω από την Ταϊβάν. Οι πύραυλοι που εκτόξευσε η Κίνα κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν οι DF-15 βαλλιστικοί πύραυλοι μικρής εμβέλειας, οι οποίοι απαγορεύονται από τη συνθήκη INF, (Stokes & Blivas op.cit: 4). Έμφαση έχει δοθεί στην ανάπτυξη βλημάτων, σχεδιασμένων για συμβατικές προσβολές ακριβείας σε στόχους που θα χρησιμοποιούνταν από τις ΗΠΑ, στην περίπτωση μιας κρίσης ή πολέμου με αντικείμενο την Ταιβάν (Shugart 2017). Η Πυραυλική Δύναμη, για παράδειγμα, εμφάνισε πρόσφατα ένα νέο IRBM, τον DF-26, (Scimia 2019), με βεληνεκές περίπου 4000χλμ., ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες μπορεί να πλήξει τις βάσεις των ΗΠΑ στο Γκουάμ. Ο υπόψη πύραυλος πιθανόν να προσομοιάζει τον αντίστοιχο ρωσικό RSD-10 Pioneer (SS-20) IRBM που είχε αναπτυχθεί κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου και ήταν στερεών καυσίμων, ικανός να 465 μετακινηθεί οδικά, με εμβέλεια 5000χλμ και ακρίβεια προσβολής (CEP) 450 μέτρων (Heginbotham et al. op.cit.: 5. Με βάση το υφιστάμενο οπλοστάσιο, η Κίνα σε περίπτωση συμβατικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να σταματήσει την διεξαγωγή αεροπορικών επιχειρήσεων από την βάση Kadena στην Οκινάουα για μια χρονική περίοδο 16-43 ημερών, (δες, Εικόνα 2). Η σημασία της εν λόγω βάσης έγκειται στο γεγονός, ότι είναι η μόνη αμερικανική βάση στην περιοχή από την οποία μαχητικά αεροσκάφη μπορούν να προσεγγίσουν την Ταιβάν, χωρίς να χρειάζονται εναέριο ανεφοδιασμό (ibid). Οι μη συμμορφούμενοι με τη συνθήκη INF βαλλιστικοί πύραυλοι, είναι κάποιοι μικρής εμβέλειας (short-range, μεταξύ 500 και 1.000 χλμ), όλοι οι μεσαίας εμβελείας (medium-range, μεταξύ 1.000 και 3.000 χλμ) και όλοι οι τύποι βαλλιστικών πυραύλων ενδιάμεσης εμβέλειας (intermediate-range, μεταξύ 3.000 και 5.500 χιλιομέτρων ή 1.860 και 3.410 μιλίων). Το οπλοστάσιο των χερσαίων πυραύλων πλεύσης, της Κίνας, επίσης θα παραβίαζε τη Συνθήκη INF, (Stokes & Blivas op.cit.: 3). Η αύξηση του Κινεζικού οπλοστασίου δεν έχει ανησυχήσει μόνο τις ΗΠΑ. Ήδη από το 2007, η Ρωσία έθεσε την προοπτική της μετατροπής της συνθήκης σε πολυμερή, με την συμμετοχή της Κίνας (Kelsae & Panda op.cit.). Το σενάριο της επόμενης σύρραξης στον Δυτικό Ειρηνικό Ο κύριος φόβος των ΗΠΑ, με βάση την φύση των διαθέσιμων οπλικών συστημάτων δεν είναι ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα επικρατήσουν. Αυτό που φοβούνται είναι μια αιφνιδιαστική επίθεση για την επίτευξη ενός τετελεσμένου γεγονότος (fait accompli). Σε μια τέτοια περίπτωση στόχος θα μπορούσε να είναι η Ταιβάν, και πιθανότερα ίσως, μια σειρά αμφισβητούμενων βραχονησίδων όπως οι Senkaku /Diaoyu που ανήκουν στην Ιαπωνία, τα Scarborough Shoal, και τμήματα των νησιών Spratly ή των ιαπωνικών εδαφών κατά μήκος της πρώτης αλυσίδας νησιών, ιδιαίτερα στην περιοχή των νησιών Ryukyu. Σε όλα αυτά τα σενάρια, ο σκοπός της Κίνας, θα ήταν η επίτευξη των στρατιωτικών και πολιτικών αντικειμενικών σκοπών της, πριν προλάβουν να επέμβουν οι ΗΠΑ (Townshend et al. 2019: 20). Η αιφνιδιαστική κατάληψη, θα σήμαινε ότι από τη μια η επιλογή κλιμάκωσης θα έπεφτε στην αμερικανική πλευρά, ενώ από την άλλη το κόστος της αντεπίθεσης θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρό και πολυαίμακτο και πιθανόν μη υποστηρίξιμο από τα υπόλοιπα κράτη – συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή. Οι ασυμμετρίες στην ισχύ, το χρόνο, την απόσταση και το συμφέρον, πιθανόν να απέτρεπαν τις ΗΠΑ να απαντήσουν ανάλογα χρησιμοποιώντας την συνολικά υπέρτερη ισχύ τους. Οι υπάρχουσες σήμερα δυνάμεις των ΗΠΑ στην περιοχή, δεν μπορούν να αποτρέψουν, ούτε να αναχαιτίσουν και να σταματήσουν μια συντονισμένη κινεζική επίθεση. Στην καλύτερη περίπτωση θα πολεμήσουν για την επιβίωσή τους, αναμένοντας ενισχύσεις από τις ηπειρωτικές ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτές οι ενισχύσεις θα χρειάζονταν χρόνο για να φτάσουν στην περιοχή, καθώς αφενός θα πρέπει να διασχίσουν τον Ειρηνικό Ωκεανό και αφετέρου θα πρέπει πλησιάζοντας στην περιοχή να «πολεμήσουν για να πάνε στον πόλεμο», όπως κατέθεσε ο πρώην αρχηγός του σώματος των Πεζοναυτών στρατηγός Ρόμπερτ Νέλερ (Townshend et al. 2019: 20). 466 Η αμερικανική απάντηση στην αυξανόμενη Κινεζική Ισχύ Αντιμέτωπες με αυτή την πρόκληση οι ΗΠΑ, απομακρύνονται από το μοντέλο του Πολέμου του Κόλπου και μετατοπίζονται προς μια νέα στρατηγική, η οποία θα έχει ως κύριο σκοπό να απαγορεύσει την δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων στο πεδίο της μάχης, αποκρούοντας τον εχθρό με την έναρξη των εχθροπραξιών και νικώντας τον πριν μπορέσει να καταλάβει φίλιο έδαφος (Colby op. cit.) Επιστρέφοντας σε μια στρατηγική αποτροπής δια της αρνήσεως (deterrence by denial), και εστιάζοντας στην επιτόπια άμυνα και της άμεσης απόκρουσης μιας κινέζικης επίθεσης, οι ΗΠΑ ελπίζουν ότι θα δεν χρειαστεί τελικά να αντιμετωπίσουν ένα τετελεσμένο γεγονός (Townshend et al 2019: 21). Αυτή η αλλαγή, αντικατοπτρίζεται σε όλα τα επίσημα στρατηγικά κείμενα των ΗΠΑ, όπως η στρατηγική εθνικής άμυνας των ΗΠΑ του 2018 (US Office of the Secretary of Defense 2018), η οποία αναφέρει ως κεντρική πρόκληση για την ασφάλεια των ΗΠΑ, τον «μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνισμό» από τη Ρωσία και την Κίνα ειδικότερα. Οι ΗΠΑ, καλούν τις Ένοπλες Δυνάμεις να προετοιμαστούν για μια αναμέτρηση με ένα ισοδύναμο αντίπαλο και όχι για την εμπλοκή με δύο μεσαίου μεγέθους περιφερειακές δυνάμεις (Colby op.cit.). Ο ρόλος των χερσαίων δυνάμεων στην αντιμετώπιση των Κινεζικών Ενόπλων Δυνάμεων μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από την αυξάνεται (Townshend et al. 2019: 53, 54). Στο ίδιο πνεύμα η Ανασκόπηση των Πυρηνικών Δυνάμεων (Office of the Secretary of Defense «Nuclear Posture Review» February 2018) βασίζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού των πυρηνικών δυνάμεων των ΗΠΑ, σε αυτήν ακριβώς την ανησυχητική εξέλιξη. Η συζήτηση γύρω από το θέμα των πυρηνικών δυνάμεων σε ένα κόσμο, όπου οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ, διαθέτουν την ίδια ισχύ, έχει ανοίξει και αντικατοπτρίζεται πέραν των θεσμικών κειμένων και σε μια σειρά άρθρων σε διάφορες δεξαμενές σκέψεις και στρατιωτικά περιοδικά, (Mauroni 2019). Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε το 2018 από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών της Στρατιωτικής Ακαδημίας των ΗΠΑ, τονίζεται η ανάγκη της ανάπτυξης της ικανότητας του στρατού να επιχειρεί σε ένα θέατρο επιχειρήσεων όχι μόνο με συμβατικές αλλά και πυρηνικές απειλές, καθώς η πιθανότητα να χρειαστεί να λειτουργήσει σε ένα πυρηνικό πεδίο μάχης αυξάνεται (ibid.). Την ίδια στιγμή η αναφορά του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ για την Στρατηγική στην περιοχή του Ινδοειρηνικού του Ιουνίου του 2019, (The US Department of Defense «Indo-Pacific Strategy Report Preparedness, Partnerships, and Promoting a Networked Region» June 1, 2019), κατονομάζει επίσημα την περιοχή αυτή ως το κύριο θέατρο επιχειρήσεων. Επί του παρόντος, οι επιθετικές δυνατότητες ΗΠΑ, βασίζονται κυρίως σε αεροναυτικά συστήματα. Ωστόσο, αυτά τα συστήματα όπως π.χ. τα αεροπλανοφόρα αφενός είναι εξαιρετικά ακριβά και αφετέρου έχουν μεγάλους περιορισμούς στο οπλικό φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν και να χρησιμοποιήσουν σε μια σύγκρουση. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Άμυνας στρέφεται προς την σχεδίαση, παραγωγή και ανάπτυξη στο θέατρο επιχειρήσεων, φθηνότερων και αποτελεσματικότερων χερσαίων πυραυλικών συστημάτων τόσο επιθετικών όσο και έχει αμυντικών-αντιβαλλιστικών, σκοπεύοντας να δημιουργήσει μια φίλια εκδοχή ενός δικτύου A2/AD. 467 Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι για το κόστος των 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων ενός νέου αεροπλανοφόρου της κλάσης Gerald Ford, η Κίνα μπορεί να αντιπαραθέσει περίπου 1.227 βαλλιστικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς DF- 21D «του φονέα των αεροπλανοφόρων». Έτσι, υπάρχει μια μετατόπιση στην ανάπτυξη δυνάμεων των ΗΠΑ από τα «λίγα και εξαιρετικά ισχυρά» συστήματα σε «πολλά, μικρά και έξυπνα» (Erickson 2019 ). Οι υποστηρικτές της άρσης των περιορισμών της Συνθήκης INF υποστηρίζουν ότι η απελευθέρωση της ανάπτυξης των χερσαίων πυραυλικών συστημάτων θα ενίσχυε την ικανότητα προσβολής στόχων των Ηνωμένων Πολιτειών με φθηνότερους και πιο αξιόπιστους τρόπους σε μια σύγκρουση και με συστήματα με περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης μετά από ένα πρώτο πλήγμα. Το χαμηλό κόστος των πυραύλων σε σύγκριση με τα πλοία και τα αεροσκάφη, τους καθιστά ελκυστική επιλογή σε μια εποχή έντονου οικονομικού ανταγωνισμού. Παράλληλα, οι ΗΠΑ, θα μπορούσαν επίσης, βασισμένες στις δυνατότητες αυτών των οπλικών συστημάτων να αναπτύξουν νέα επιχειρησιακά σχέδια για την περιοχή. Οι υποστηρικτές της αποχώρησης από τη Συνθήκη INF επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη αμερικανικών πυραύλων στην περιοχή, σε μια ενδεχόμενη σύρραξη, θα αναγκάσει την Κίνα να προσβάλλει περισσότερους στόχους, με αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό της δύναμης πυρός ανά οποιονδήποτε συγκεκριμένο στόχο που θα μπορούσαν να πλήξουν οι κινεζικές δυνάμεις. Οι αμερικανοί πύραυλοι θα μπορούσαν επίσης να είναι κινητοί, παραλλαγμένοι και ανεπτυγμένοι σε όλη την περιφέρεια − για παράδειγμα στην αλυσίδα νησιών Ryukyu στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ιαπωνίας ή στις ζούγκλες των Φιλιππίνων – πράγμα που θα περιπλέξει τον κινεζικό στρατιωτικό σχεδιασμό (Stokes & Blivas op.cit.: 6). Τα παραπάνω επιχειρήματα αναλύονται ενδελεχώς σε μελέτες πολλών αμερικανικών δεξαμενών σκέψης όπως το Rand Corporation και η CSBA και σε σειρά άρθρων (Montgomery & Sayers 2019). Στο πλαίσιο αυτό, ήδη στον αμυντικό προϋπολογισμό του 2020, προβλέπονται κονδύλια για την ανάπτυξη τριών νέων συστημάτων χερσαίων βαλλιστικών πυραύλων. Ένα χερσαίο αντιβαλλιστικό σύστημα, μια νέα έκδοση του υπάρχοντος πυραύλου πλεύσης Tomahawk και ένας νέος κινητός, χερσαίος μεσαίας εμβελείας πύραυλος πλεύσης (Townshend et al. 2019: 55). Αντιστρόφως, οι αντίπαλοι της αποχώρησης από την συνθήκη υποστηρίζουν ότι η υπόθεση της απόσυρσης υπερεκτιμά τόσο τη στρατιωτική αναγκαιότητα όσο και τα πιθανά οφέλη της απόσυρσης, καθώς και το γεγονός ότι η αποχώρηση από τη συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια περιφερειακή κούρσα εξοπλισμών (Vaddi 2019). Επισημαίνουν επίσης, ότι οι ΗΠΑ, δεν διαθέτουν ακόμα παρόμοια χερσαία πυραυλικά συστήματα και θα πρέπει να τα αναπτύξουν προκειμένου να επωφεληθούν από την απόσυρση από την Συνθήκη INF (Heim 2016). Πέραν των άλλων, υποστηρίζουν ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ, διαθέτουν ήδη επαρκή ισχύ πυρός, για να αποτρέψουν μια κινεζική επίθεση και, αν χρειαστεί, να καταστρέψουν τις κινεζικές στρατιωτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σταθμεύουν στην ηπειρωτική Κίνα. Οι αναλυτές αυτοί αναφέρουν συχνά τον στρατηγό Paul Selva, Υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, ο οποίος κατέθεσε στο Κογκρέσο τον Μάρτιο του 2017 ότι: δεν υπάρχουν στρατιωτικές ανάγκες που δεν μπορούμε σήμερα να ικανοποιήσουμε λόγω της συμμόρφωσής μας με τη Συνθήκη INF. Ενώ υπάρχει η 468 στρατιωτική απαίτηση να προσβληθούν στόχοι σε εμβέλειες που καλύπτονται από τη Συνθήκη INF, τα πυρά αυτά, μπορεί και να μην προέρχονται από χερσαία συστήματα», [ωστόσο πρόσθεσε ότι τα χερσαία συστήματα θα μπορούσαν στο μέλλον να παράσχουν] επιχειρησιακή ευελιξία όσο και κλιμάκωση (Stokes & Blivas op.cit.: 6). Παράλληλα θεωρούν (Nezam 2019), ότι τόσο οι γεωγραφικοί όσο και οι πολιτικοί περιορισμοί, στις χώρες της περιοχής στις οποίες δυνητικά θα μπορούσαν να αναπτυχθούν οι πύραυλοι θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν το επιχείρημα της επιβιωσιμότητας και πιθανώς να αυξήσουν τα κίνητρα της Κίνας να πλήξει αυτούς τους στόχους στην επικράτεια των συμμάχων και των εταίρων των ΗΠΑ, σε μια σύγκρουση. Υποθέτοντας ότι η Ιαπωνία ή η Νότια Κορέα θα συμφωνήσουν στην τοποθέτηση παρομοίων πυραύλων από τις ΗΠΑ στην επικράτειά τους – κάτι μάλλον απίθανο – (Gady 2019) αυτό θα τις καθιστούσε άμεσα θεμιτούς στόχους μια προληπτικής κινεζικής πυρηνικής επίθεση σε περίπτωση κρίσης, (Nichols op.cit.). Συνέπειες και Κίνδυνοι από το νέο Περιβάλλον Ασφαλείας που Αναδύεται στον Δυτικό Ειρηνικό – Η πιθανότητα ενός Πυρηνικού Πέρλ Χάρμπορ Η Κίνα έχει από καιρό διακηρύξει ότι δεν θα προβεί πρώτη στην χρήση πυρηνικών όπλων, (πολιτική No First Use), δηλώνοντας ότι θα χρησιμοποιήσει πυρηνικές δυνάμεις μόνο ως απάντηση σε μια πυρηνική επίθεση εναντίον της (US Defense Intelligence Agency 2019: 32). Το δόγμα της Πυραυλικής Δύναμης της Κίνας, προβλέπει την δυνατότητα εκτέλεσης μιας σειράς επιχειρήσεων όπως αποτροπής, πειθαναγκασμού και εξαναγκασμού. Ωστόσο, σε περίπτωση που αποτύχει η αποτροπή, θα πραγματοποιηθεί μια συμβατική πυραυλικής επίθεση εναντίον σημαντικών τακτικών και στρατηγικών στόχων, (Kamphausen et al., 2014: 315, 316). Παράλληλα, σε όλα τα κινεζικά στρατηγικά κείμενα, τονίζεται η σημασία του αιφνιδιασμού και δίνεται έμφαση στην πιθανότητα εκτέλεσης προληπτικών επιθέσεων. Βέβαια οι περισσότεροι Σινολόγοι, απορρίπτουν την ιδέα μιας κινεζικής αιφνιδιαστικής επίθεσης κατά την διάρκεια μιας κρίσης, ωστόσο μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να είναι σύμφωνη με την γενική στρατιωτική στρατηγική της Κίνας για «ενεργό άμυνα» (US Office of the Secretary of Defense 2019: 15). Σύμφωνα με μελέτη του ινστιτούτου RAND, (Roger Cliff et al. 2007: 34)ο κινεζικός ορισμός ενός στρατηγικού πρώτου πλήγματος περιλαμβάνει οποιεσδήποτε στρατιωτικές δραστηριότητες που διεξάγονται από τον εχθρό με στόχο τη διάλυση της Κίνας και την παραβίαση της κυριαρχίας της. Σύμφωνα με δήλωση του σινολόγου Dean Cheng το 2015: Από τον Μάο έως τώρα, η έννοια της ενεργητικής άμυνας δίνει έμφαση στην στρατηγική άμυνα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την επιχειρησιακή και τακτική πρωτοβουλία, συμπεριλαμβανομένων των προληπτικών ενεργειών σε αυτά τα επίπεδα, εάν είναι απαραίτητο (Dean 2015). 469 Έτσι, η Κίνα θα μπορούσε να θεωρήσει ότι μια προληπτική πυραυλική επίθεση αποτελεί μια αμυντική ενέργεια απέναντι σε έναν αντίπαλο που απειλεί την κυριαρχία της Κίνας π.χ. στην πολιτική ή στην οικονομική διάσταση της υψηλής στρατηγικής. Η στρατηγική αυτή μιας πρώτης επίθεσης, δεν έχει παραμείνει απλά μια θεωρητική σύλληψη αλλά έχει δοκιμαστεί σε ασκήσεις και προσομοιώσεις, (Shugart 2017), κάνοντας πολλούς ειδικούς να μιλούν για μια πιθανή επανάληψη του Περλ Χάρμπορ, εναντίων των βάσεων των ΗΠΑ στην Ιαπωνία και την Νήσο Γκουάμ. (Yoshihara 2012). Ωστόσο, μια συμβατική πυραυλική αναμέτρηση, μπορεί πολύ εύκολα να κλιμακωθεί σε ανταλλαγή πυρηνικών πληγμάτων καθώς αφενός στην Κίνα, στην ίδια μονάδα, συνυπάρχουν συμβατικοί και πυρηνικοί πύραυλοι αφετέρου, η διασπορά και απόκρυψη των πυραυλικών δυνάμεων με την έναρξη μιας κρίσης θα δημιουργούσε ερωτήματα για την ταυτότητά τους, οδηγώντας σε μια κατά λάθος συμβατική επίθεση εναντίον των κινεζικών πυρηνικών πυραύλων, (Heim 2016: 11, 12). Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με επιθέσεις εναντίον του συστήματος διοίκησης και ελέγχου. Η πυρηνική στρατηγική των Κινεζικών Ενόπλων Δυνάμεων συνίσταται στην εκτόξευση των πυρηνικών όπλων, αμέσως μόλις ληφθεί προειδοποίηση για μια επικείμενη εχθρική επίθεση (Launch on Warning), (US Office of the Secretary of Defense 2019: 37). Αυτή η προσέγγιση απαιτεί αυξημένη ετοιμότητα, βελτιωμένη ικανότητα επιτήρησης και σύγχρονες και άμεσες διαδικασίες λήψης αποφάσεων για την ταχύτερη απόκριση σε εχθρική επίθεση Ωστόσο, από τη μια δεν είναι βέβαιο ότι η Κίνα διαθέτει παρόμοιες ικανότητες, τουλάχιστον στον απαραίτητο βαθμό και από την άλλη, μέσα στην αβεβαιότητα και την ομίχλη του πολέμου, με την ασφάλεια της χώρας να διακυβεύεται, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία δεν θα περιμένει να δει αν τα εκτοξευθέντα όπλα φέρουν πυρηνικές ή συμβατικές κεφαλές, αλλά πιθανόν θα απαντήσει άμεσα χρησιμοποιώντας πυρηνικά όπλα. Η πιθανότερη λοιπόν συνέπεια μιας τέτοιας κίνησης θα ήταν η περαιτέρω αποσταθεροποίηση και η διάβρωση της αποτρεπτικής ικανότητας, (Nichols op.cit.). Ήδη Κινέζοι ακαδημαϊκοί και στρατηγιστές, θεωρούν ότι η απόσυρση από τη Συνθήκη INF σηματοδοτεί μια πιο επιθετική πυρηνική πολιτική των ΗΠΑ, μια γενικής αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ σε σχέση με τις συνθήκες έλεγχου των εξοπλισμών (Smith 2018), ενώ αναμένουν ως βέβαια την ανάπτυξη χερσαίων πυραύλων, η οποία θεωρούν ότι θα οδηγήσει στον διπλασιασμό των κινεζικού αποθέματος πυραύλων και σε μια κούρσα εξοπλισμών, (Bodeen 2019, Erlanger 2019, Liu 2019). ΕΠΙΛΟΓΟΣ Στο παρόν άρθρο, εξετάστηκε η απόφαση των ΗΠΑ να αποσυρθούν από την συνθήκη INF, η οποία απαγόρευε την σχεδίαση, παραγωγή και ανάπτυξη των χερσαία εκτοξευόμενων πυραύλων με εμβέλεια κυμαινόμενη από 500 έως 5500Km. Αναλύθηκε η πυρηνική κρίση του 1983, μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη παρομοίων συστημάτων στην Ευρώπη και εξετάζοντας τις δηλώσεις τόσο των ΗΠΑ όσο και της Κίνας, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που οι ΗΠΑ, αποφασίσουν να αναπτύξουν παρόμοια συστήματα στην Ν.Α. Ασία, θα αυξήσουν την ανασφάλεια και τα διλλήματα ασφαλείας στην περιοχή και πιθανόν θα οδηγηθούμε σε μια 470 κούρσα εξοπλισμών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, επιβαρυμένο με τις κακές οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, αλλά και με τις Ένοπλες Δυνάμεις των δύο χωρών να δηλώνουν παρουσία σε διαφιλονικούμενες περιοχές (Panda Ankit, 2019 ), η δημιουργία κρίσεων και εντάσεων παρομοίων με αυτήν της άσκησης «ABLE ARCHER», φαντάζει ως μια πολύ πιθανή και ιδιαίτερα επικίνδυνη συνέπεια. ΕΙΚΟΝΕΣ Εικόνα 1. Η εξέλιξη της Κινεζικής Πυραυλικής Απειλής στον Δυτικό Ειρηνικό 1996-2017. Η εικόνα περιλαμβάνεται στο Heginbotham Eric et al. (2015) “The U.S.-China military scorecard: forces, geography, and the evolving balance of power, 1996-2017” RAND Corporation, σελ. 51, στο οποίο ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα και αναδημοσιεύεται κατόπιν γραπτής άδειας. 471 Εικόνα 2. Οι εμβέλειες των Συμβατικών και Πυρηνικών Κινεζικών Πυραύλων. Η εικόνα δημοσιεύεται στο «China Military Power Modernizing a Force to Fight and Win», US Defense Intelligence Agency, 2018 σελ. 94. 472 Βιβλιογραφία Bodeen, C. (2019), “China Vows to Counter US Deployment of Midrange Missiles in Asia”, The Diplomat, 07 August 2019, https://thediplomat.com/2019/08/china-vows-to- counter-us-deployment-of-midrange-missiles-in-asia. Brown, A. (1996), The Gorbachev factor. Oxford, Oxford University Press. China Aerospace Studies Institute (2017), PLA Aerospace Power: A Primer on Trends in China’s Military Air, Space, and Missile Forces, http://www.airuniversity.af.mil/Portals/10/CASI/documents/Research/PLAAF/C ASI_Primer%202017.pdf. Cliff, R. et al. (2007), “Entering the Dragon’s Lair: Chinese Antiaccess Strategies and Their Implications for the United States”, Santa Monica, CA, RAND 2007, https://www.rand.org/pubs/monographs/MG524.html. Colby, E. (2019), “How to Win America’s Next War”, Foreign Policy, May 5, 2019, https://foreignpolicy.com/2019/05/05/how-to-win-americas-next-war-china- russia-military-infrastructure/. Cuomo, A. S. (2018), “It’s Time to Make a New Deal: Solving the INF strategic liabilities to achieve US security goals in Asia”, Texas National Security Review, 2 (1): 105-128, https://tnsr.org/2018/11/its-time-to-make-a-new-deal-solving-the-inf-treatys- strategic-liabilities-to-achieve-u-s-security-goals-in-asia/. Dean, C. (2015), “China’s Newest Defense White Paper Suggests Fundamental Change in Perspective”, The Heritage Foundation, July 6, 2015 http://www.heritage.org/defense/report/chinas-newest-defense-white-paper- suggests-fundamental-change-perspective. Doward, J. (2013), “How a Nato War Game took the World to Brink of Nuclear Disaster”, The Guardian, November 2, 2013, https://www.theguardian.com/uk- news/2013/nov/02/nato-war-game-nuclear-disaster. Erickson, S. A. (2019), “Good Riddance to the INF Treaty Washington Shouldn’t Tie Its Own Hands in Asia”, Foreign Affairs, August 29, 2019 https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-08-29/good-riddance-inf- treaty. Erlanger, S. (2019), “Are We Headed for Another Expensive Nuclear Arms Race? Could Be”, The New York Times, August 8, 2019, https://www.nytimes.com/2019/08/08/world/europe/arms-race-russia- china.html. Fischer, B. B. (2012), “Anglo-American Intelligence and the Soviet War Scare: The untold story”, Intelligence and National Security, 27 (1): 75-92, http://dx.doi.org/10.1080/02684527.2012.621596. Fischer, B. B. (2006), “The Soviet–American War Scare of the 1980s”, International Journal of Intelligence and CounterIntelligence, 19:3 480-518, http://dx.doi.org/10.1080/08850600600656400. Gaddis, J. L. (2007), The Cold War, London, Penguin Books. Gady, F.–S. (2019), “Australia, South Korea Say No to Deployment of US INF-Range Missiles on Their Soil”, The Diplomat, August 06, 2019, https://thediplomat.com/2019/08/australia-south-korea-say-no-to-deployment- of-us-inf-range-missiles-on-their-soil/. Hamilton, E. R. (2018), “Able Archer at 35: Lessons of the 1983 war scare”, Foreign Policy Research Institute, December 3, 2018, https://www.fpri.org/article/2018/12/able-archer-at-35-lessons-of-the-1983- war-scare/. Heginbotham, E. et al. (2015), “Chinese Attacks on Air Bases in Asia: An assessment of relative capabilities, 1996–2017”, Santa Monica CA, RAND Corporation, https://www.rand.org/pubs/research_briefs/RB9858z2.html. 473 Heginbotham, E. et al. (2015), “The U.S.-China Military Scorecard: forces, geography, and the evolving balance of power, 1996-2017”, Santa Monica CA, RAND Corporation, https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR392.html . Heim, J. L. (2016), “Missiles for Asia? The Need for Operational Analysis of U.S. Theater Ballistic Missiles in the Pacific”, Santa Monica CA, Rand Corporation. https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR945.html. Kamphausen, R., Lai, D. & Tanner T. (επιμ.) (2014), Assessing the People’s Liberation Army in the Hu Jintao Era, Strategic Studies Institute and U.S. Army War College, April 2014, https://publications.armywarcollege.edu/pubs/2273.pdf. Adame, K., & Panda, A. (2019), “In a Post-INF Treaty World, the United States Must Consider Its Basing Options in Asia”, The Diplomat, May 01, 2019, https://thediplomat.com/2019/05/in-a-post-inf-treaty-world-the-united-states- must-consider-its-basing-options-in-asia/. Kimball, D. (2019), “The Intermediate-Range Nuclear Forces (INF) Treaty at a Glance”, Arms Control Association, August 2019, https://www.armscontrol.org/factsheets/INFtreaty. Krepinevich, A., Watts, B. & Work, R. (2003), Meeting the Anti-Access and Area-Denial Challenge, Rhode Island, Center for Strategic and Budgetary Assessments https://csbaonline.org/uploads/documents/2003.05.20-Anti-Access-Area-Denial- A2-AD.pdf Mahnken, G. T. (2011), “China's Anti-Access Strategy in Historical and Theoretical Perspective”, Journal of Strategic Studies, 34 (3): 299-323, http://dx.doi.org/10.1080/01402390.2011.574971 Mahnken, G. T., (2019), “Countering Missiles with Missiles: US military posture after the INF Treaty”, War on the Rocks, July 16, 2019, https://warontherocks.com/2019/07/countering-missiles-with-missiles-the-u-s- military-after-the-inf-treaty/. Manchanda, A. (2009), “When Truth is Stranger than Fiction: The Able Archer incident” Cold War History, σσ. 111-133, Published online: 27 Feb 2009 https://doi.org/10.1080/14682740802490315 Mauroni, Al. (2019), “Concerns Reemerge about Limited Nuclear War”, Association of the United States Army, August 01, 2019, https://www.ausa.org/articles/concerns- reemerge-about-limited-nuclear-war. Montgomery, M. & Sayers, E. (2019), “Addressing America’s Operational Shortfall in the Pacific” War on the Rocks, June 18, 2019, https://warontherocks.com/2019/06/addressing-americas-operational-shortfall- in-the-pacific/. Nezam, J. (2019), “Can New US Missiles in Asia Deter China and Increase Security on the Korean Peninsula?” War on the Rocks, October 25, 2019, https://warontherocks.com/2019/10/can-new-u-s-missiles-in-asia-deter-china- and-increase-security-on-the-korean- peninsula/?fbclid=IwAR0Dgil6gMq4HIxHXgf6M7MNqNZMpQJ- p0ODk7DLrlSCDBWlK741dOm6q_M. Nichols, T. (2019), “Mourning the INF Treaty − The United States Is not better for withdrawing”, Foreign Affairs, 4 March 2019, https://www.foreignaffairs.com/articles/2019-03-04/mourning-inf-treaty. Panda, A. (2019), “South China Sea: US Navy warship conducts freedom of navigation operation near Paracel Islands”, The Diplomat, September 15, 2019, https://thediplomat.com/2019/09/south-china-sea-us-navy-warship-conducts- freedom-of-navigation-operation-near-paracel- islands/?fbclid=IwAR0dSnDC42Tr2ug19sEe2EQdWVGYr79- NTva5spQqrqVfZYr2ct4BySoY_w. Pradhan, S. (2019), “Implications of the Suspension of the INF Treaty”, The Times of India, 3 February 2019, 474 https://timesofindia.indiatimes.com/blogs/ChanakyaCode/implications-of-the- suspension-of-the-inf-treaty/. Rajeswari Pillai, Rajagopalan (2019), “Will the End of the INF Treaty Start an Arms Race?” The Diplomat, August 01, 2019, https://thediplomat.com/2019/08/will-the- end-of-the-inf-treaty-start-an-arms-race/. Ramon, M. (2019), “Russia and China Forced America’s Hand on the INF Treaty”, The National Interest, 31 March 2019, https://nationalinterest.org/feature/russia-and- china-forced-americas-hand-inf-treaty-49577. Scimia, E. (2019), “Is China’s Guam Killer Missile too Hyped Up?”, Asia Times, 4 February 2019, https://www.asiatimes.com/2019/02/article/is-chinas-guam-killer-missile- all-its-hyped-up-to-be/. Scimia, E. (2019), “Why China Opposes a Global INF Treaty”, Asia Times, 24 February 2019, https://www.asiatimes.com/2019/02/article/why-china-opposes-a-global- inf-treaty/. Shugart, T. (2017), “Has China been Practicing Preemptive Missile Strikes against US Bases?”, War on the Rocks, February 7, 2017, https://warontherocks.com/2017/02/has-china-been-practicing-preemptive- missile-strikes-against-u-s-bases/. Smith, D. (2018), “The Crumbling Architecture of Arms Control”, Stockholm International Peace Research Institute, October 23, 2018, https://www.sipri.org/commentary/essay/2018/crumbling-architecture-arms- control Stokes, J. & Blivas, A. (2019), China’s Missile Program and Potential U.S. Withdrawal from the Intermediate-Range Nuclear Forces (INF) Treaty, U.S.-China Economic and Security Review Commission, January 28, 2019, https://www.uscc.gov/sites/default/files/Research/China%20and%20INF_0.pdf. Taylor & Francis Online (2019), “The Military Balance Chapter Six: Asia”, σελ. 256, https://doi.org/10.1080/04597222.2018.1561032. Townshend, A., & Thomas-Noone, B. & Steward, M. (2019), Averting Crisis: American Strategy, Military Spending and Collective Defense in the Indo-Pacific, Sydney, Australia, The United States Studies Centre at the University of Sydney, April 19, 2019, https://www.ussc.edu.au/analysis/averting-crisis-american-strategy- military-spending-and-collective-defence-in-the-indo-pacific. US Defense Intelligence Agency, (2019), “China Military Power Modernizing a Force to Fight and Win”, https://www.dia.mil/Portals/27/Documents/News/Military%20Power%20Public ations/China_Military_Power_FINAL_5MB_20190103.pdf. US Department of Defense (2019), “Indo-Pacific Strategy Report Preparedness, Partnerships, and Promoting a Networked Region” June 1, 2019 https://media.defense.gov/2019/Jul/01/2002152311/-1/-1/1/DEPARTMENT-OF- DEFENSE-INDO-PACIFIC-STRATEGY-REPORT-2019.PDF. US Department of Defense (2012), “Air Sea Battle: Service collaboration to address anti access and area denial challenges”, Air Sea Battle Office, May 2012 https://dod.defense.gov/Portals/1/Documents/pubs/ASB- ConceptImplementation-Summary-May-2013.pdf . US Department of State, Michael R. Pompeo, Secretary of State (2019), «U.S. Withdrawal from the INF Treaty on August 2, 2019», Press Statement August 2, 2019, https://www.state.gov/u-s-withdrawal-from-the-inf-treaty-on-august-2-2019/. US Office of the Secretary of Defense (2018), “Summary of the National Defense Strategy Sharpening the American Military’s Competitive Edge”, https://dod.defense.gov/Portals/1/Documents/pubs/2018-National-Defense- Strategy-Summary.pdf. US Office of the Secretary of Defense (2019), “Annual Report to Congress: Military and Security Developments Involving the People’s Republic of China 2019” 475 https://media.defense.gov/2019/May/02/2002127082/-1/- 1/1/2019_CHINA_MILITARY_POWER_REPORT.pdf. US Office of the Secretary of Defense, (2018), “Nuclear Posture Review”, February 2018 https://media.defense.gov/2018/Feb/02/2001872886/-1/-1/1/2018-NUCLEAR- POSTURE-REVIEW-FINAL-REPORT.PDF. US Senate Armed Services Committee (2018), “Advance Policy Questions for Admiral Philip Davidson, USN, Expected Nominee for Commander”, April 17, 2018, https://www.armed-services.senate.gov/imo/media/doc/Davidson_APQs_04-17- 18.pdf. US Senate Armed Services Committee, (2017), “Hearing to Receive Testimony on United States Pacific Command and United States Forces Korea”, April 27, 2017, https://www.armed-services.senate.gov/imo/media/doc/17-36_04-27-17.pdf. Vaddi, P. (2019), “Leaving the INF Treaty Won’t Help Trump Counter China”, Carnegie Endowment for International Peace, January 31, 2019, https://carnegieendowment.org/2019/01/31/leaving-inf-treaty-won-t-help- trump-counter-china-pub-78262. Yoshihara, T. (2012), “How Vulnerable Are U.S. Bases in the Pacific Now?”, CNN World http://globalpublicsquare.blogs.cnn.com/2012/12/07/u-s-bases-in-japan-sitting- ducks/ Zhen, L. (2019), “China Says it Won’t Sit Back If US Deploys Intermediate Range Missiles in Asia”, South China Morning Post, 31 Oct, 2019, https://www.scmp.com/news/china/military/article/3035794/china-says-it- wont-sit-back-if-us-deploys-intermediate-range. 476 Ο Κλονισμός της Εμπιστοσύνης των Κοινωνιών προς την Ε.Ε. υπό το Πρίσμα του Κινδύνου της Φτώχειας (2009-2018) Κυριακή Ε. Νικολαΐδου1 Περίληψη Στην παρούσα εργασία διερευνάται η σχέση μεταξύ της δυσπιστίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από τη μία πλευρά και του Κινδύνου Φτώχειας και της Ανεργίας από την άλλη, κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους στην Ευρώπη. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το Ευρωβαρόμετρο επιχειρούμε να συνδέσουμε την επικρατούσα φτώχεια και ανεργία στην Ε.Ε με την δυσπιστία προς αυτήν. Η στατιστική ανάλυση υποστηρίζει την ιδέα ότι υπάρχει μία ισχυρή θετική σχέση μεταξύ του υψηλότερου κινδύνου φτώχειας και της υψηλότερης ανεργίας με τα ποσοστά δυσπιστίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Λέξεις-Κλειδιά: ύφεση, κοινωνική εμπιστοσύνη, παλινδρόμηση, ανεργία, φτώχεια Εισαγωγή Η εμπιστοσύνη των ευρωπαίων πολιτών στην ΕΕ συνολικά, έχει κλονιστεί συθέμελα από την οικονομική κρίση και ιδιαίτερα από την εποχή που τα ευρωπαϊκά κράτη εισήλθαν σε μία κρίσιμη δημοσιονομική περίοδο (2009). Η εμπιστοσύνη των πολιτών έφτασε το ιστορικό χαμηλό ποσοστό την άνοιξη του 2012, φτάνοντας μόλις στο 31% και παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Αντιστρόφως το ποσοστό των πολιτών που δεν εμπιστεύονται την ΕΕ άγγιξε το ιστορικό υψηλό την άνοιξη του 2012 φτάνοντας στο 60%. Η έλλειψη εμπιστοσύνης της ευρωπαϊκής κοινωνίας παραμένει έως σήμερα σε πολύ υψηλά επίπεδα και διαρκώς ανώτερα από τα ποσοστά εμπιστοσύνης. Οι οικονομικές επιπτώσεις στις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες κατά την αντιμετώπιση της κρίσης ήταν τέτοιες που φαίνεται να επηρέασαν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ευρωπαϊκή τους οικογένεια. Η εξέλιξη του κινδύνου φτώχειας και η εξέλιξη της ανεργίας στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά από το 2009 ακολουθούν την εξέλιξη της έλλειψης εμπιστοσύνης. Οι περιγραφικές αυτές παρατηρήσεις, εγείρουν εύλογους προβληματισμούς για περαιτέρω αναζήτηση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ του κινδύνου της φτώχειας και της ανεργίας και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς την ΕΕ. Η σχέση αυτή αναδεικνύεται στην προσπάθειά μας, φανερώνοντας την ισχυρή οικονομική διάσταση της κλιμάκωσης της δυσπιστίας των πολιτών προς την ΕΕ. 1Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Επισκέπτρια ερευνήτρια, ΠΕΔιΣ 2018-2019, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
[email protected]477 Το στοίχημα της Εμπιστοσύνης Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και γενικά η ικανοποίηση προς τη δημοκρατία όπως αυτή υπηρετείται από την πολιτεία θεωρούνται ως δείκτες σταθερότητας και απόδοσης των δημοκρατικών συστημάτων διακυβέρνησης αλλά και ως προσδιοριστικοί παράγοντες ταυτόχρονα (Almond & Verba 1963, Dalton 2004, Easton 1975, Hetherington 2005, Levi & Stoker 2000, Pharr & Putnam 2000). Με το ξέσπασμα τη οικονομικής κρίσης το 2009, οι ερευνητές άρχισαν να επισημαίνουν τους κινδύνους και τις απειλές της οικονομικής επιδείνωσης των κοινωνιών και της αύξησης της ανεργίας για την ίδια τη δημοκρατία (Arias et al. 2013, Kroknes et al. 2015, Muro & Vidal 2014, Roth 2009). Ιδιαίτερα η ανεργία, με τις συνακόλουθες αρνητικές επιπτώσεις στους ανθρώπους που τη βιώνουν και στις οικογένειές τους (κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας, περιθωριοποίηση) συνδέθηκε με την άνοδο του πολιτικού εξτρεμισμού (Bay & Blekesaune 2002, Falk et al. 2011, Jahoda & Zeisel 1974, Linn et al. 1985, Lundin & Hemmingsson 2009, Siedler 2006, Stokes & Cochrane 1984). Στην επιστημονική κοινότητα διατυπώνονται δύο κύριες τάσεις ερμηνείας των προτιμήσεων των πολιτών (όπως εκφράζονται μέσα από την ψήφο τους: η μία που θεμελιώνει τις προτιμήσεις στις άμεσες και απτές επιδράσεις στα ίδια τα άτομα και στη δική τους προσωπική ζωή (Kinder & Kiewiet 1981: 130) και η άλλη που θεμελιώνει τις προτιμήσεις στις γενικότερες οικονομικές συνθήκες της χώρας στην οποία ζουν οι πολίτες (Hansford & Gomez 2015, Kinder & Kiewiet 1981: 129–30). Η αδυναμία των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατικών θεσμών των μελών της να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των πολιτών τους και να δώσουν λύσεις στα προβλήματά τους, σε μία πολύπλοκη συγκυρία που χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα σε κάθε έκφανση της κοινωνικής και πολιτικής και οικονομικής ζωής, αποτελεί αναμφισβήτητα τον κύριο λόγο που κλονίζεται διαρκώς η εμπιστοσύνη των κοινωνιών στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα (εθνικό και ευρωπαϊκό). Οι προσδοκίες και τα προβλήματα των κοινωνιών εκτός από καθαρά προσωπική υπόθεση προσδιορίζονται από τις συγκυρίες (χρόνος, περιβάλλον, συνθήκες, πολυπλοκότητα, κίνδυνοι). Και στις δημοκρατικές κοινωνίες και οικονομίες, η ικανοποίησή τους δεν είναι προσωπική υπόθεση αλλά βαθειά κοινωνική. Την τελευταία 10ετία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει απωλέσει στη συνείδηση των πολιτών μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της. Έχει χάσει τη νομιμοποίησή της ως υπερεθνική ομπρέλα που χαράσσει το παρόν και το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών με γνώμονα το συλλογικό κοινωνικό συμφέρον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ασχέτως πώς την εκλαμβάνει κάθε ένας πολίτης, φαίνεται να υπολείπεται πλέον σε αίγλη και αξία, σε δύναμη προς το κοινό καλό, σε στρατηγική για την λύση των προβλημάτων. Με την μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ε.Ε. αυξάνεται εκ των πραγμάτων η δυσπιστία τους. Μετά την κρίση χρέους στην Ευρώπη που ξέσπασε το 2009, ο περίφημος παγκόσμιος ηγέτης της κοινωνικής συνοχής, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της βιώσιμης ανάπτυξης, απομυθοποιήθηκε στα μάτια των πολιτών του, ο Ευρωσκεπτικισμός κέρδισε έδαφος και μία νέα απειλή αναβιώνει στα περισσότερα πλέον κράτη: ο άκρατος λαϊκισμός (με διάφορα πολιτικά πρόσημα). Με την πορεία της ολοκλήρωσή της και της διεύρυνσής της, η ευρωπαϊκή οντότητα για πολλά χρόνια θεωρείτο ότι απειλούσε την εθνική ταυτότητα των κοινωνιών. Τώρα θεωρείται ότι απειλεί κάτι πιο σημαντικό, την επιβίωσή τους, 478 καθώς της χρεώνεται η οικονομική εξαθλίωση, η μείωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών, η αύξηση της ανεργίας, η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής. Δικαίως ή αδίκως, δεν είναι αντικείμενο της παρουσίασής μας να το διερευνήσουμε. Είτε δίκαια είτε άδικα, η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στην έκφραση της κοινής γνώμης δεν αλλάζει. Αυτήν την πραγματικότητα της αυξημένης έλλειψης εμπιστοσύνης όπως οι ίδιοι οι πολίτες την εκφράζουν, της δυσπιστία στους θεσμούς που ο τίτλος «Ευρωπαϊκή Ένωση» αντιπροσωπεύει, επιχειρούμε να συσχετίσουμε με την οικονομική επιδείνωση των νοικοκυριών όπως εκφράζετε από τη σχετική φτώχεια αλλά και την ανεργία. Η γνώμη των πολιτών ως προτίμηση σε σταθερά ερωτήματα αποτυπώνεται στις τακτικές και έκτακτες έρευνες του Ευρωβαρόμετρου ενώ και οι ευρωεκλογές αποτελούν πεδίο έκφρασης – προτίμησης σε κάποια πολιτική οντότητα που ανακλά την κοινωνία. Για παράδειγμα η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην ΕΕ συνδέεται με την άνοδο του λαϊκισμού και των εξτρεμιστικών πολιτικών θέσεων. Εμπειρικά ευρήματα έχουν αποδείξει ότι οι οικονομικές κρίσεις και οι επιπτώσεις τους συμπίπτουν με αυξημένα ποσοστά ψήφων των ακροδεξιών κομμάτων είτε σε ευρωπαϊκό είτε σε εθνικό επίπεδο έως και 30% σε σχέση με τις εκτός κρίσης αναμετρήσεις (Funke et al. 2016). Αντίστοιχα οι Alga et al (2017) εντοπίζουν σημαντική σχέση ανάμεσα στην αύξηση της ανεργίας, τη ψήφο σε μη κραταιά κόμματα και την μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Συνθήκες που προκαλούν κλίμα πόλωσης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ο οικονομικός αντίκτυπος των δημόσιων πολιτικών και κυβερνητικών επιλογών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προτιμήσεις των πολιτών. Έχουν γίνει σημαντικές εμπειρικές έρευνες που συνδέεουν την οικονομική αποδιάρθρωση σε συνθήκες οικονομικής κρίσης με την διαμαρτυρία των πολιτών όπως εκφράζεται μέσα από την ψήφο στις εκλογές. Ο Yotam Margalit (2011) διαπιστώνει ότι η μείωση των θέσεων εργασίας που προέρχεται από τον ισχυρό εξωτερικό ανταγωνισμό οδηγεί σε ακραίες και μη δεδομένες επιλογές. Στην άλλη πλευρά του Αντλαντικού οι David Autor et al. (2016, 2017) έδειξαν ότι η εμπορική έκθεση των ΗΠΑ με την Κίνα αυξάνει την πόλωση καθώς και τα ποσοστά των Ρεμπουπλικανών στις εκλογές. Οι De Vries and Hoffmann (2016) βρήκαν αποδείξεις για τη σύνδεση της υποστήριξης των ακραίων πολιτικών κομμάτων (αριστερών και δεξιών) με το φόβο της παγκοσμιοποίησης. Ο τρόπος που οι πολίτες βλέπουν την ΕΕ είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις συνθήκες που βιώνουν στη χώρα τους και τις συγκρίνουν με τις συνθήκες σε ευρωπαϊκό επίπεδο (De Vries 2018). Ο Ευρωσκεπτικισμός και τα κόμματα που τον καλλιεργούν βρίσκονται σε άνθηση στην Ευρώπη, αλλά όπως λέει η De Vries (2018) για διαφορετικούς λόγους. Διακρίνει τον ευρωσκεπτικισμό του Βορρά από αυτόν του Νότου. Στον Βορρά οι κοινωνίες απαιτούν συγκράτηση της εσωτερικής μετανάστευσης (εντός ΕΕ) ενώ στο Νότο οι κοινωνίες ζητούν περισσότερες επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Πιο ειδικά στην Ελλάδα διαπιστώθηκε ότι οι αυξανόμενες ροές προσφύγων ενίσχυσαν τον ευρωσκεπτικισμό όπως αποτυπώνεται στην άνοδο της ακροδεξιάς (Dinas et al. 2017). Ενώ παράλληλα οι περιορισμένες αποζημιώσεις στην απώλεια θέσεων εργασίας από το οικονομικό άνοιγμα της βρετανικής οικονομίας φαίνεται να έχει παίξει κάποιο ρόλο στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit (Rickard 2016). 479 Η οικονομική κρίση πυροδότησε σοβαρές δομικές ανισορροπίες εντός της Ε.Ε. Αυτή η ετερογένεια τόσο εντός των κρατών όσο και διακρατικά καθιστά δυσχερή οποιαδήποτε προσπάθεια οριζόντιας αντιμετώπισης του Ευρωσκεπτικισμού (Alesina et al. 2017). Όπως χαρακτηριστικά ανέλυσε η Vivien Schmidt (2015) η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνίστατο στην τακτοποίηση των οικονομικών και τον κατευνασμό των πολιτικών οξύνσεων μέσω της επανερμηνείας των κανόνων της, χωρίς να το παραδέχεται ανοιχτά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στα ευρωπαϊκά όργανα που εκλαμβάνονταν πλέον με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες όψεις: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σαν «ήρωας» ή σαν «δράκος», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σαν «δικτάτορας» ή σαν «πολιτικό όργανο διαβούλευσης» η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σαν «αγατολλάχ της λιτότητας» ή σαν «υπουργοί της αυτοσυγκράτησης» και το Κοινοβούλιο σαν «χώρος φλυαρίας» ή σαν «ισότιμος εταίρος». Η προτεραιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών να έχουν οικονομικό προσανατολισμό στις πολιτικές τους απέναντι στην κρίση αντί κοινωνικό, έχει σε κάθε περίπτωση σχέση με την φθίνουσα εμπιστοσύνη των κοινωνιών απέναντί τους. Μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσπιστία καθορίζεται και από άλλες εθνικές παραμέτρους ή συνθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι επί 10 χρόνια από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΕ υπολείπεται της μη εμπιστοσύνης. Και η μη εμπιστοσύνη ως πεδίο επί της κοινωνίας είναι κατά πολύ ευρύτερο της πολιτικής ακραίας πόλωσης και των ποσοστών που απολαμβάνουν τα ακραία πολιτικά κόμματα. Το ερώτημα ωστόσο που δεν μπορεί να απαντηθεί είναι εάν η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και η έκφρασή της θα ήταν πιο θετική εάν το μίγμα των πολιτικών της ΕΕ ήταν κοινωνικοκεντρικό (Stiglitz 2016). Τάσεις και διαπιστώσεις «Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση όμως, επεκτάθηκε στις κρατικές οικονομίες προκαλώντας στην Ευρώπη κυρίως μία «κρίση χρέους». Η Lehman Brothers, κατέρρευσε υπό το βάρος των κακών της επενδύσεων κυρίως στην αγορά στεγαστικών προϊόντων. Το γεγονός αυτό τρόμαξε τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς με τους οποίους συνεργαζόταν και συναλλασσόταν. Επενδυτές και οργανισμοί έγιναν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί ενώ τα πιστωτικά ιδρύματα έπαυσαν να δανείζουν το ένα το άλλο. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες που ήταν εκτεθειμένες σε επενδυτικά προϊόντα βασισμένα στην στεγαστική αγορά της Αμερικής, επλήγησαν άμεσα και σοβαρά και δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις απώλειές τους άμεσα και αποτελεσματικά ώστε να μην καταρρεύσουν και αυτές. Σε μία προσπάθεια αναχαίτισης της καταστροφικής τους πορείας, παρενέβη το κράτος για να τις «διασώσει». Στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, ελήφθησαν άμεσα κρατικά μέτρα στήριξης των τραπεζών τους, οι ανάγκες των οποίων αυξάνονταν όσο περνούσε ο χρόνος. Το κόστος των κρατών για τη διάσωση των τραπεζών ήταν ιδιαίτερα επαχθές επιβαρύνοντας δυσβάσταχτα τα δημοσιονομικά τους. Όλα έδειχναν ότι η κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν ήταν εύκολη υπόθεση και ότι δεν θα ξεπερνιόταν σύντομα. 480 Ανάμεσα στο 2008 και το 2011, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που έπρεπε επειγόντως να διασώσουν τις τράπεζες τους που κατέρρεαν, δαπάνησαν 1,5 τρις ευρώ που αντιστοιχεί το 13% του ετήσιου ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τους κρατικούς προϋπολογισμούς των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομικών να επιβαρύνονται για τη διάσωση των τραπεζών τους, αναπόφευκτα η συνολική ευρωπαϊκή οικονομία εισήλθε σε ύφεση το 2009. Επιπλέον, χώρες που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν οι ίδιες τις τράπεζές τους (π.χ. Ιρλανδία και Ελλάδα) εξέπεμπαν έντονη ανησυχία στους εταίρους για πιθανή κατάρρευσή τους. Με τα κράτη να είναι πλέον εμπλεκόμενα στην τραπεζική κρίση, η επενδυτική αγορά και κυρίως στο μέρος που αφορούσε σε επενδυτικά προϊόντα στηριζόμενα σε κρατικούς τίτλους, άρχισε να συμπεριφέρεται με επιφύλαξη και να αποφεύγει τίτλους κρατών που επεδείκνυαν αδυναμία ανταπόκρισης στις προκλήσεις της κρίσης, με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολη έως αδύνατη η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές για τις δανειακές τους ανάγκες» (Νικολαϊδου 2018).2 Η δημοσιονομική κατάσταση των ευρωπαϊκών κρατών και οι επιπτώσεις της κρίσης στην πραγματική οικονομία είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην ίδια την κοινωνία. Η ανεργία από το 2008 μέχρι και το 2013 αυξήθηκε ραγδαία (δες, Διάγραμμα 1). Μέσα σε 5 χρόνια χάθηκαν 10 εκατ. θέσεις εργασίας αυξάνοντας τον αριθμό των ανέργων σε επίπεδα ιστορικά άνω των 26 εκατ. ατόμων. Η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών ως επακόλουθο επιδεινώθηκε. Διάγραμμα 1 Στο Διάγραμμα 2 είναι έκδηλη η μετατόπιση του ποσοστού της ανεργίας από το 2008 σε υψηλότερα επίπεδα (προς την εξωτερική περιοχή του αρχανοειδούς διαγράμματος). Ιδιαίτερα εμφανής είναι η κατάσταση στην Ελλάδα και ην Ισπανία με ποσοστά ανεργίας που κινούνται για πολλά χρόνια στο ¼ του εργατικού δυναμικού. 2 http://ec.europa.eu/economy_finance/explained/the_financial_and_economic_crisis/why_di d_the_crisis_happen/index_en.htm 481 Στον Πίνακα 1, εμφαίνεται χαρακτηριστική η τάση της ανεργίας στη Γερμανία που μετά το 2010 κινείται στα χαμηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε. Ο δε μέση ανεργία στην Ευρώπη συγκρατείται κάτω από το 11% (σταθμικός μέσος) εξαιτίας του μεγάλου πληθυσμού που έχουν χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία η Βρετανία και η Γαλλία. Ωστόσο οι χώρες του Νότου (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Κροατία) μαζί με την Ιρλανδία σημειώνουν ρεκόρ ποσοστών ανεργίας. Η αύξηση της ανεργίας στην Ευρώπη συμπαρέσυρε και τα επίπεδα του Κινδύνου της φτώχειας. Η Ελλάδα, Ισπανία και Ρουμανία πλήττονται σφόδρα από τον Κίνδυνο της Φτώχειας. Διάγραμμα 2 Ανεργία % 2006-2018 (Πηγή: Eurostat) 2006 30,0 2018 2007 25,0 20,0 2017 2008 15,0 10,0 5,0 2016 2009 0,0 2015 2010 2014 2011 2013 2012 AUSTRIA BELGIUM BULGARIA CYPRUS CZECH DENMARK DEUTCHELAND ESPAGNA ESTONIA EU27-(28-2013) (25-2006) FINLAND FRANCE HELLAS HUNGARY IRELAND ITALY LATVIA LITHUANIA LUXEMBOURG MALTA NETHERLANDS POLAND ROMANIA RORTUGAL SLOVAKIA SLOVENIA SWEDEN UK HR (CROA) 482 Πίνακας 1. Ποσοστά Ανεργίας % επί του εργατικού δυναμικού 2004-2018 (Πηγή: Eurostat) Χώρα 2004 2005 2006 2007 2008 2009 2010 2011 2012 2013 2014 2015 2016 2017 2018 Austria 5,5 5,6 5,3 4,9 4,1 5,3 4,8 4,6 4,9 5,4 5,6 5,7 6,0 5,5 4,9 Belgium 8,4 8,5 8,3 7,5 7,0 7,9 8,3 7,2 7,6 8,4 8,5 8,5 7,8 7,1 6,0 Bulgaria 12,1 10,1 9,0 6,9 5,6 6,8 10,3 11,3 12,3 13,0 11,4 9,2 7,6 6,2 5,2 Cyprus 4,6 5,3 4,6 3,9 3,7 5,4 6,3 7,9 11,9 15,9 16,1 15,0 13,0 11,1 8,4 Czech R. 8,3 7,9 7,1 5,3 4,4 6,7 7,3 6,7 7,0 7,0 6,1 5,1 4,0 2,9 2,2 Denmark 5,5 4,8 3,9 3,8 3,4 6,0 7,5 7,6 7,5 7,0 6,6 6,2 6,2 5,7 5,0 Deutchland 10,4 11,2 10,1 8,5 7,4 7,6 7,0 5,8 5,4 5,2 5,0 4,6 4,1 3,8 3,4 Espana 11,0 9,2 8,5 8,2 11,3 17,9 19,9 21,4 24,8 26,1 24,5 22,1 19,6 17,2 15,3 Estonia 10,1 8,0 5,9 4,6 5,5 13,5 16,7 12,3 10,0 8,6 7,4 6,2 6,8 5,8 5,4 EU27-(28- 2013) (25- 2006) 9,3 9,0 8,2 7,2 7,0 9,0 9,6 9,7 10,5 10,9 10,2 9,4 8,6 7,6 6,8 Finland 8,8 8,4 7,7 6,9 6,4 8,2 8,4 7,8 7,7 8,2 8,7 9,4 8,8 8,6 7,4 France 8,9 8,9 8,8 8,0 7,4 9,1 9,3 9,2 9,8 10,3 10,3 10,4 10,1 9,4 9,1 Hellas 10,6 10,0 9,0 8,4 7,8 9,6 12,7 17,9 24,5 27,5 26,5 24,9 23,6 21,5 19,3 Hungary 6,1 7,2 7,5 7,4 7,8 10,0 11,2 11,0 11,0 10,2 7,7 6,8 5,1 4,2 3,7 Ireland 4,7 4,6 4,8 5,0 6,8 12,6 14,6 15,4 15,5 13,8 11,9 10,0 8,4 6,7 5,8 Italy 8,0 7,7 6,8 6,1 6,7 7,7 8,4 8,4 10,7 12,1 12,7 11,9 11,7 11,2 10,6 Latvia 11,7 10,0 7,0 6,1 7,7 17,5 19,5 16,2 15,0 11,9 10,8 9,9 9,6 8,7 7,4 Lithuania 10,9 8,3 5,8 4,3 5,8 13,8 17,8 15,4 13,4 11,8 10,7 9,1 7,9 7,1 6,2 Luxembourg 5,0 4,6 4,6 4,2 4,9 5,1 4,6 4,8 5,1 5,9 6,0 6,5 6,3 5,6 5,4 Malta 7,2 6,9 6,8 6,5 6,0 6,9 6,8 6,4 6,2 6,1 5,7 5,4 4,7 4,0 3,7 Netherlands 5,7 5,9 5,0 4,2 3,7 4,4 5,0 5,0 5,8 7,3 7,4 6,9 6,0 4,9 3,8 483 Poland 19,1 17,9 13,9 9,6 7,1 8,1 9,7 9,7 10,1 10,3 9,0 7,5 6,2 4,9 3,9 Portugal 7,8 8,8 8,9 9,1 8,8 10,7 12,0 12,9 15,8 16,4 14,1 12,6 11,2 9,0 7,0 Romania 8,0 7,1 7,2 6,4 5,6 6,5 7,0 7,2 6,8 7,1 6,8 6,8 5,9 4,9 4,2 Slovakia 18,4 16,4 13,5 11,2 9,6 12,1 14,5 13,7 14,0 14,2 13,2 11,5 9,7 8,1 6,5 Slovenia 6,3 6,5 6,0 4,9 4,4 5,9 7,3 8,2 8,9 10,1 9,7 9,0 8,0 6,6 5,1 Sweden 7,4 7,7 7,1 6,1 6,2 8,3 8,6 7,8 8,0 8,0 7,9 7,4 6,9 6,7 6,3 UK 4,7 4,8 5,4 5,3 5,6 7,6 7,8 8,1 7,9 7,5 6,1 5,3 4,8 4,4 4,0 HR-Croatia 13,8 13,0 11,6 9,9 8,6 9,3 11,8 13,7 15,8 17,4 17,2 16,1 13,4 11,0 8,5 Πηγή: Eurostat Πίνακας 2. Κίνδυνος Φτώχειας % (From 16 to 64 years) At risk of poverty rate (cut-off point: 60% of median equivalised income after social transfers) 3 Χώρα 2006 2007 2008 2009 2010 2011 2012 2013 2014 2015 2016 2017 2018 Austria 11,0 10,7 13,2 13,0 12,7 13,0 13,1 12,7 12,9 13,1 13,5 13,5 13,1 Belgium 12,4 12,8 12,5 12,2 11,9 12,9 13,4 13,6 14,6 13,9 15,0 15,3 15,2 Bulgaria 16,7 19,9 17,5 16,6 16,4 18,4 17,5 17,3 18,9 18,5 21,2 20,2 18,8 Cyprus 10,8 10,2 11,0 11,0 11,8 11,4 12,1 14,3 13,2 15,6 14,9 14,1 13,5 Czech R. 8,9 8,9 8,6 7,9 8,4 9,4 9,5 8,7 9,1 9,1 8,9 8,1 7,9 Denmark 10,6 10,7 10,8 11,8 12,7 11,8 12,1 13,1 13,3 13,6 13,4 14,0 14,3 Deutchland 11,9 15,0 14,6 15,0 15,6 15,7 15,4 16,0 17,3 17,2 17,1 16,9 16,2 Espana 16,7 16,9 16,9 17,8 18,7 19,3 21,0 21,1 23,3 23,2 23,4 21,8 21,9 Estonia 16,2 16,5 15,1 15,9 15,9 18,1 18,1 17,1 19,5 18,1 17,1 16,4 16,6 3 Το ισοδύναμο εισόδημα μετρά το εισόδημα των νοικοκυριών λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στο μέγεθος και τη σύνθεση των νοικοκυριών. Χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της φτώχειας και άλλων μεγεθών κοινωνικού αποκλεισμού Υπολογίζεται σύμφωνα με την κλίμακα ισοδυναμίας του ΟΟΣΑ με την οποία διαιρείται το συνολικό εισόδημα του νοικοκυριού με το ισοδύναμο μέγεθός του. 484 EU27-(28- 2013) (25- 2006) 14,7 15,0 14,8 14,8 15,4 15,9 16,3 16,5 17,2 17,2 17,3 16,9 16,7 Finland 11,3 11,5 11,8 12,3 12,4 12,6 12,4 11,4 12,4 12,8 12,1 11,7 12,1 France 11,8 12,1 11,7 12,0 12,7 13,3 13,8 13,8 13,4 13,5 13,6 13,0 13,0 Hellas 18,9 18,9 18,9 18,3 19,2 20,2 24,4 23,8 23,2 22,4 22,8 21,7 19,9 Hungary 14,8 11,7 12,3 12,0 12,2 13,9 14,1 15,2 15,0 15,6 14,8 13,9 12,5 Ireland 16,1 15,1 13,7 13,9 14,4 15,3 16,5 16,0 17,2 16,5 16,4 15,9 13,8 Italy 17,4 17,4 17,1 16,8 17,8 19,2 18,9 19,3 19,8 19,9 21,1 20,6 20,7 Latvia 21,1 18,1 19,2 20,6 20,7 20,1 19,3 18,9 17,6 18,6 17,6 17,6 18,1 Lithuania 19,0 16,0 17,7 18,7 22,4 20,6 18,3 19,2 17,8 20,0 19,2 19,1 18,0 Luxembourg 13,7 12,8 13,1 14,6 14,2 13,4 14,8 15,5 16,2 15,1 16,5 19,1 18,3 Malta 11,4 12,9 12,1 12,5 13,4 13,4 12,7 13,6 13,6 14,0 13,4 13,5 13,6 Netherlands 9,3 8,9 9,2 10,3 10,1 10,3 10,0 10,9 12,5 12,3 13,3 13,9 13,9 Poland 19,6 17,3 16,6 16,6 17,4 17,3 16,7 16,9 16,7 17,8 17,8 15,9 15,3 Portugal 16,0 15,3 16,3 16,3 16,3 16,6 17,1 18,7 19,4 19,1 18,5 18,6 16,8 Romania : 20,9 20,3 19,6 19,9 21,6 22,1 22,1 24,0 23,9 23,8 22,5 21,6 Slovakia 11,0 9,8 9,9 9,7 11,5 12,7 12,7 12,5 12,5 11,7 12,2 11,7 11,6 Slovenia 9,6 9,7 10,5 9,1 10,9 11,7 12,1 13,0 13,8 13,7 13,5 12,4 12,2 Sweden 11,5 10,1 12,4 13,5 14,4 14,5 14,2 15,2 15,3 15,6 15,0 14,8 15,8 UK 15,1 15,2 14,8 14,2 14,5 14,3 15,3 14,9 15,9 15,7 14,8 15,8 17,1 HR-Croatia : : : : 18,3 18,7 18,3 17,9 18,0 18,1 17,4 17,1 16,5 Πηγή: EU-SILC and ECHP surveys [ilc_li04]. 485 Ελλάδα, Ισπανία και Ρουμανία πλήττονται σφόδρα από τον Κίνδυνο της Φτώχειας. Στον Πίνακα 2 παρουσιάζονται τα ποσοστά επί του πληθυσμού 16-64 ετών με εισόδημα χαμηλότερο του 60% του διάμεσου Ισοδύναμου εισοδήματος μετά των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις τα ποσοστά σε όλες τις χώρες είναι υψηλότερα και σε επίπεδο Μ.Ο. της ΕΕ αγγίζουν για χρόνια το ¼ του πληθυσμού. Το φαινόμενο της φτώχειας στην ΕΕ, κινείται σταθερά σε διψήφια ποσοστά σε όλες της χώρες με εξαίρεση τη Δημοκρατία της Τσεχίας. Είναι ένα φαινόμενο που δεν έχει καταφέρει να καταπολεμήσει η Ευρώπη αποτελεσματικά. Ωστόσο με την οικονομική κρίση επιδεινώθηκε παντού, με πρωταθλητές τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου και παραδοσιακά τις βαλκανικές χώρες και τα μέλη της ανατολικής Ευρώπης. Αυτό που παρατηρείται στο Διάγραμμα 3 είναι ότι η καταπολέμησή του μετά το πέρας της κρίσης χρέους σε συνολικό επίπεδο, δηλαδή μετά το 2013, δεν είναι επιτυχής. Η φτώχεια φαίνεται να ανθίσταται και να παραμένει υψηλή. Τόσο οι κυβερνήσεις σε εθνικό επίπεδο όσο και η ίδια η ΕΕ με τους θεσμούς της εκ του αποτελέσματος δείχνουν ανεπαρκείς να θεραπεύσουν την φτώχεια που έφερε μαζί της η κρίση. Διάγραμμα 3 Στο Διάγραμμα 3, είναι χαρακτηριστική η τάση να σχετίζονται τα αυξημένα επίπεδο φτώχειας με υψηλότερα επίπεδα ανεργίας. Η συσχέτισή τους άλλωστε και η αιτιώδης σχέση τους είναι θεμελιωμένη θεωρητικά και εμπειρικά (Muro and Guillem 2014, Brand 2015). Οι συνθήκες λιτότητας που βίωσαν και εξακολουθούν σε κάποιο βαθμό να βιώνουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίας, κατά την κοινή γνώμη, όπως εκφράζεται 486 από τις τακτικές μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου, χρεώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μεγαλύτερο μέρος των ερωτώμενων πολιτών στις εξαμηνιαίες έρευνες του Ευρωβαρόμετρου «συμφωνεί» ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπεύθυνη για τη λιτότητα. Αυτό αντανακλάται σαφώς στην εμπιστοσύνη ή δυσπιστία που εκδηλώνουν απέναντι στην υπερεθνική οντότητα. Η συσχέτιση της δυσπιστίας, ωστόσο, με αντικειμενικές μετρήσεις φαινομένων που σχετίζονται με τη λιτότητα, όπως ο κίνδυνος της φτώχειας και η ανεργία, παρέχει καλύτερα εχέγγυα από τυχόν προσωπικές προκαταλήψεις. Η αυξανόμενη δυσπιστία από την κρίση χρέους και μετέπειτα είναι δεδομένη και αποτυπώνεται στις μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου. Συγκεκριμένα για την εξέλιξή της, από το 2004 έως και το 2018, (στοιχεία των εκθέσεων Νο 61-90 του ευρωβαρόμετρου), κατά την κρίσιμη χρονιά του 2009 οπότε και η κρίση χρέους σκίασε την Ευρώπη η εμπιστοσύνη των πολιτών άρχισε να φθίνει και η δυσπιστία να αυξάνει και για πρώτη φορά τα τελευταία 15 χρόνια η δυσπιστία ξεπέρασε τα επίπεδα της εμπιστοσύνης με αποκορύφωμα το 2012. Η ψαλίδα μεταξύ των δύο πεποιθήσεων απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση να παραμένει ανοιχτή, παρά τις κατά διαστήματα μειώσεις της απόστασης εμπιστοσύνης και δυσπιστίας. Επιπλέον το 2015 μία νέα κρίση αυτή των προσφυγικών ροών επηρέασε πάλι αρνητικά την κοινή γνώμη με αποτέλεσμα η δυσπιστία να παραμένει ακόμη και σήμερα κυρίαρχη. Αθροίζοντας τη δυσπιστία μαζί με τις απαντήσεις (Δεν γνωρίζω/δεν απαντώ) που λογίζονται σίγουρα ως μη θετικές γνώμες ως προς την Εμπιστοσύνη στην Ε.Ε. η εμπιστοσύνη (θετική γνώμη) δεν ξεπερνούσε το μισό ποσοστό του ευρωπαϊκού πληθυσμού ακόμη και από το 2004 (προ κρίσης), με εξαίρεση το έτος 2007 (Συνθήκη της Λισσαβώνας, EE των 27, κρίση ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ) – Διάγραμμα 4. 487 Διάγραμμα 4 Refugees Crisis Subprimes EU 27 488 Μη θετική "Εμπιστοσύνη" % στην Ε.Ε. (2006-2018) Διάγραμμα 5 Πηγή: Επεξεργασμένα στοιχεία Eurobarometer (61-90) 2006 90 2018 2007 80 70 2017 60 2008 50 40 2016 30 2009 20 2015 2010 2014 2011 2013 2012 AUSTRIA BELGIUM BULGARIA CYPRUS CZECH R. DENMARK DEUTCHELAND ESPANA ESTONIA EU27-(28-2013) (25-2006) FINLAND FRANCE HELLAS HUNGARY IRELAND ITALY LATVIA LITHOUANIA LUXEMBURG MALTA NETHERLANDS POLLAND PORTUGAL ROMANIA 489 Στο Διάγραμμα 5 απεικονίζεται η δυσπιστία των κοινωνιών σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου είναι έκδηλη η αύξησή της μετά την κρίση χρέους σε όλες τις χώρες, ασχέτως του επιπέδου που βρισκόταν πριν την κρίση. Οι χώρες που εμφανίζουν πρωτοφανή ποσοστά δυσπιστίας είναι εκείνες που βίωσαν σκληρή λιτότητα και εισήλθαν σε καθεστώς ευρωπαϊκής υποστήριξης και αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή (Ισπανία, Προστογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Κύπρος, Ιταλία). Αμέσως χαμηλότερα βρίσκονται οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης που επωμίστηκαν μεγάλο βάρος της οικονομικής στήριξης του Νότου. Στα χαμηλότερα συγκριτικά επίπεδα βρίσκεται η δυσπιστία των πρώην ανατολικών χωρών. Σταθερά εκτός κλίματος και ευρωπαϊκών τάσεων παρέμεινε η Μεγάλη Βρετανία. Αποτυπώνοντας σε στικτόγραμμα όλες τις τιμές ανά χώρα της Ανεργίας % και του Κινδύνου της φτώχειας % μετά το ξέσπασμα της ευρωπαϊκή κρίσης χρέους, παρατηρούμε την συμμεταβολή τους σε ανώτερα επίπεδα (Διάγραμμα 6). Το ίδιο παρατηρείται και στο στικτόγραμμα Ανεργίας και Έλλειψης Εμπιστοσύνης (δυσπιστίας)- (Διάγραμμα 7). Διάγραμμα 6 490 Διάγραμμα 7 Διαφορετική ωστόσο φαίνεται να είναι η συσχέτιση του Κινδύνου της Φτώχεις και της Έλλειψης Εμπιστοσύνης. Η συμμεταβολή των δύο αυτών μεγεθών μπορεί να εκφραστεί με μη γραμμική σχέση (Διάγραμμα 8). Ωστόσο από τα παραπάνω διαγράμματα και από τη θεωρητική σχέση φτώχειας και ανεργίας, για να συνδεθεί η δυσπιστία με τον κίνδυνο της φτώχειας, φαίνεται ότι η τρίτη παράμετρος της Ανεργίας είναι εκείνη που τις συνδέει. Διάγραμμα 8 491 Η Σχέση Έλλειψης Εμπιστοσύνης, Κίνδυνου Φτώχειας και Ανεργίας Διερευνώντας την αιτιώδη σχέση ανάμεσα στην Έλλειψη Εμπιστοσύνης (δυσπιστία) και στους παράγοντες τις Φτώχειας και της Ανεργίας με την μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων (OLS), σε συνολικό επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι σε επιμέρους επίπεδο χωρών, εντοπίζουμε στατιστική σημαντικότητα (α< 0.05) στην ερμηνεία των ποσοστών δυσπιστίας από τα ποσοστά Κινδύνου Φτώχειας. Στο Διάγραμμα 14, με τιμές από το 2006 έως και το 2018 εξάγουμε έναν ισχυρό συντελεστή συσχέτισης r=+0,76. Εκτιμώντας την παλινδρόμηση με σταθερό όρο διάφορο του μηδενός f(Distrust) = a + b * Risk-of-Poverty βλέπουμε ότι το ποσοστό του Κινδύνο της Φτώχειας ερμηνεύει το 55% του ποσοστού της Δυσπιστίας –με στατιστική σημαντικότητα στο 95%. Έλλειψη «Εμπιστοσύνης στην Ε.Ε.» και Ποσοστά φτώχειας Στατιστικά παλινδρόμησης Πολλαπλό R 0,766753653 R Τετράγωνο 0,587911165 Προσαρμοσμένο R 0,550448543 Τετράγωνο Τυπικό σφάλμα 5,23597503 N 13 ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗΣ βαθμοί Σημαντικότητα ελευθερίας SS MS F F Παλινδρόμηση 1 430,2379127 430,2379127 15,69327353 0,00222842 Υπόλοιπο 11 301,5697796 27,41543451 Σύνολο 12 731,8076923 Κατώτερο Συντελεστές Τυπ. σφάλμα t τιμή-P 95% Τεταγμένη επί - την αρχή 47,94897117 24,19618067 -1,9816752 0,073059772 -101,2044057 Φτώχεια 5,95992633 1,504472034 3,961473656 0,00222842 2,648605711 Προσθέτοντας τώρα στη συνάρτηση και το μέγεθος της Ανεργίας, η στατιστική της σημαντικότητα ενισχύεται ισχυρά: f(Distrust) =a + b * Risk-of-Poverty + c * Unemployment Τα επίπεδα του Κινδύνου της Φτώχειας μαζί με τα επίπεδα της Ανεργίας ερμηνεύουν το 77% της δυσπιστίας στην Ευρωπαϊκή Ένωσης για τη χρονική 492 περίοδο 2006-2018 με ισχυρά στατιστικά σημαντικούς συντελεστές (p<0.01) και εξίσου ισχυρή σημαντικότητα στη συνάρτηση. Έλλειψη «Εμπιστοσύνης στην Ε.Ε.» και Ποσοστά Φτώχειας και Ανεργία Στατιστικά παλινδρόμησης Πολλαπλό R 0,903181915 R Τετράγωνο 0,815737571 Προσαρμοσμένο R Τετράγωνο 0,778885085 Τυπικό σφάλμα 3,672120139 N 13 ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗΣ βαθμοί Σημαντικότητα ελευθερίας SS MS F F Παλινδρόμηση 2 596,9630292 298,4815146 22,13521156 0,000212414 Υπόλοιπο 10 134,8446631 13,48446631 Σύνολο 12 731,8076923 Κατώτερο Συντελεστές Τυπ. σφάλμα t τιμή-P 95% Τεταγμένη - - επί την αρχή 43,04232537 17,02666231 -2,527936749 0,029976738 80,98009303 Φτώχεια 4,008629003 1,192155988 3,36250377 0,007211855 1,35233994 Ανεργία 3,088573353 0,878363512 3,516281482 0,00557291 1,131457493 Εκτιμώντας την ερμηνεία του ποσοστού Δυσπιστίας ανά κράτος με τις προσδιοριστικές παραμέτρους της Ανεργίας και του κινδύνου φτώχειας, διαπιστώνεται ότι στατιστικά σημαντική είναι η παράμετρος του Κινδύνου Φτώχειας για τη Δυσπιστία της κοινής γνώμης στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία, στην Τσεχία, στην Ισπανία, στην Ιρλανδία και στη Σλοβενία. Αντιστοίχως στατιστικά σημαντική είναι η παράμετρος της Ανεργίας στην Κύπρο, την Τσεχία, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στις χώρες που εισήχθησαν σε καθεστώς αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Κύπρος και Ιραλία) η η δυσπιστία της κοινής γνώμης απένταντι στην Ε.Ε. ερμηνεύεται από τις δύο προσδιοριστικές παραμέτρους σε υψηλό βαθμό που ξεπερνά το 75% (adjusted R). 493 DISTRUST Constant Unemployment Risk of Poverty Adjusted R2 AUSTRIA 31,58533484 2,829189036 0,620584911 -0,117306534 BELGIUM -32,2971974 3,366335102 3,827929496 0,469212618 * BULGARIA -17,0685842 0,293245941 2,300467879 0,520576037 * CYPRUS 6,447459717 2,761604948 1,584437101 0,871838085 *** CZECH R. -6,58690114 -3,105293869 9,001841083 0,451959606 ** ** DENMARK 2,555218065 5,06800928 0,415117705 0,269113883 DEUTCHLAND -0,17750363 2,138598132 3,216699572 -10,98852536 ESPANA -44,2196066 2,582765779 2,217090171 0,803269797 *** ** ESTONIA 18,7032225 -0,107575074 0,627546206 -0,254487075 FINLAND 175,2587423 -1,704446015 -9,572647415 0,161531478 FRANCE -54,9448545 0,558405185 7,95823802 0,49748294 HELLAS 25,66706795 1,635526024 0,507827269 0,864268223 ** HUNGARY 39,62639549 -0,174943811 0,602650858 -0,207285918 IRELAND -32,00517 1,650763043 3,782611798 0,592941636 ** ** ITALY 0,116333536 3,448876533 0,699768563 0,612186064 ** LATVIA 51,6004491 1,374846764 -1,398321558 0,405246953 LITHUANIA 52,06637843 1,319821692 -2,067085359 0,184431358 LUXEMBURG 56,97644368 4,648175559 -2,655729519 0,26736389 MALTA 24,55175101 1,708889937 -0,393002675 0,060158496 NETHERLANDS 20,71616014 3,864300105 0,20430164 0,319971811 ** POLAND 60,72621029 -0,256172834 -1,193123396 -0,197370142 PORTUGAL -31,3992132 3,535575764 2,038965963 0,783522245 *** ROMANIA 31,72437187 -2,297919842 0,829872525 -0,059372525 SLOVAKIA 23,08438069 0,724835767 2,006038682 0,564179125 SLOVENIA 23,08438069 0,724835767 2,006038682 0,564179125 ** SWEDEN 21,69490819 4,844059543 -0,759360763 0,100428792 UK -0,58836112 4,191001692 2,359049205 0,751183332 *** *p<0.10, **p<0.05, ***p<0.01 494 Διαπιστώσεις Η ανάκτηση του χαμένου εδάφους της εμπιστοσύνης είναι και πρέπει να είναι θεμελιώδους σημασίας για την Ευρώπη, την ώρα που οι προκλήσεις για τα κράτη-μέλη μεμονωμένα αλλά και συλλογικά είναι τεράστιες και ταχύτατα μεταβαλλόμενες. Η ανάγκη να αντιμετωπιστούν σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που δυναμιτίζουν τη σταθερότητα οδηγεί σε νέα μονοπάτια την πολιτική ατζέντα. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται το πρόγραμμα Horizon Europe,4 η περίφημη καινοτόμα πολιτική για το μέλλον προσανατολισμένη σε συγκεκριμένες επιδιώξεις, αλλά και η Agenda 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη που βασίζεται σε πολύ φιλόδοξους στόχους/δεσμεύσεις σε όλα τα επίπεδα ευρωπαϊκών πολιτικών.5 Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με την ατζέντα της Λισσαβώνας (2020), οι στόχοι πρέπει να προσαρμοστούν σε τοπικές και γεωγραφικά προσδιορισμένες ανάγκες με έντονη ανάμειξη της κοινωνίας και της βιομηχανίας. Μέχρι όλο αυτό το πλαίσιο να επιτύχει στην πράξη και να πείσει η Ευρώπη ότι υπάρχει και λειτουργεί προς όφελος των κοινωνιών και όχι των οικονομικών κολοσσών και συμφερόντων, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη πολύ δύσκολα θα ανατρέψει την επί δεκαετία έλλειψη εμπιστοσύνης που εκφράζει. Ιδιαίτερα στις χώρες που βίωσαν σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή και υπέστησαν απότομες και σοβαρές κοινωνικές συνέπειες από αυτήν την προσαρμογή. Οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι η δυσπιστία των κοινωνίων ήρθε για να μείνει. Ακόμη και εάν οι οικονομικές συνθήκες στην Ευρώπη δεν είναι τρομακτικές όπως ήταν τα πρώτα χρόνια μετά την οικονομική κρίση, οι αξιοπιστία της ΕΕ έχει κλονιστεί συθέμελα και η ανάκτησή της απαιτεί πολλάπλασια δύναμη και ενέργεια από αυτήν που οδήγησε στον κλονισμό. Και η παράμετρος του χρόνου (που περνάει) δεν είναι καλός σύμμαχος, καθώς οι πεποιθήσεις των ατόμων εδραιώνονται στην αρνητική περιοχή με όποιες συνέπειες αυτό συνεπάγεται για τον πολιτικο-ιδεολογικό προσανατολισμό των κοινωνιών σε λαϊκιστικές ή εξτρεμιστικές επιλογές. Βιβλιογραφία Alesina, A., Tabellini, G. & Trebbi, F. (2017), “Is Europe an Optimal Political Area?” Brookings Papers on Economic Activity, Spring: 169-213. Algan, Y., Guriev, S., Papaioannou, E. & Passari, E. (2017), “The European Trust Crisis and the Rise of Populism”, Brookings Papers on Economic Activity, 48, issue 2 (Fall): 309- 400. Almond, G. A., & Verba, S. (1963), The Civic Culture: Political attitudes and democracy in five nations. Princeton, Princeton University Press. 4 https://ec.europa.eu/info/horizon-europe-next-research-and-innovation-framework- programme/commissions-proposal-horizon-europe_en . 5 https://ec.europa.eu/environment/sustainable-development/SDGs/index_en.htm . 495 Arias, O., Sosa-Escudero, W., Davis, A. S., Edo, M. & Santos, I. (2013), “Do Jobs Lead to More Trust? A synthetic cohorts approach”, Background Paper for the World Development Report 2013. Autor, D., Dorn, D., Hanson, G. & Majles, K. (2016), “Importing Political Polarization? The electoral consequences of rising trade exposure”, Working paper, https://www.ddorn.net/papers/ADHM-PoliticalPolarization.pdf . Autor, D., Dorn, D., Hanson, G. & Majles, K. (2017), “A Note on the Effect of Rising Trade Exposure on the 2016 Presidential Elections”, Working paper, http://www.ddorn.net/papers/ADHMPresident2016.Pdf . Bay, A.-H. & Blekesaune, M. (2002), “Youth, Unemployment and Political Marginalisation”, International Journal of Social Welfare, 11 (2): 132–39. Brand, J. E. (2015), “The Far-reaching Impact of Job Loss and Unemployment”, Annual Review of Sociology, 41: 359–75. De Vries, C. (2018), “Euroscepticism and the Future of European Integration”, Oxford, Oxford University Press. De Vries, C. & Hoffmann, I. (2016), “Fear Not Values: Public opinion and the populist vote in Europe”, EUpinions no. 2016/3, Gόtersloh, Bertelsmann Stiftung. Dinas, E., Matakos, K., Xefteris, D. & Hangartner, D. (2016), “Waking Up the Golden Dawn: Does exposure to the refugee crisis increase support for extreme-right parties?”, working paper, https://sites. google.com/site/kostasmatakos/research . Easton, D. (1975), “A Re-assessment of the Concept of Political Support”, British Journal of Political Science 5 (4): 435–57. Falk, A., Kuhn, A. & Zweimueller, J. (2011), “Unemployment and Right-wing Extremist Crime”, Scandinavian Journal of Economics 113 (2): 260–85. Funke, M., Schularick, M. & Trebesch, C. (2016), “Going to Extremes: Politics after financial crises, 1870–2014”, European Economic Review, 88, issue C: 227-260. Hansford, T. G. & Gomez, B. T. (2015), “Reevaluating the Sociotropic Economic Voting Hypothesis”, Electoral Studies. Hetherington, M., J. (1998), “The Political Relevance of Political Trust”, American Political Science Review, 92 (4): 791-808. Jahoda, M., & Zeisel, H. (1974), Marienthal: The sociography of an unemployed community, New Brunswick, NJ, Transaction. Kinder, D. R. & Kiewiet, D. R. (1981), “Sociotropic Politics: The American case”, British Journal of Political Science, 11 (2): 129–61. Kroknes, V. F., Tor, G. J. & Grønning, L.-M. (2015), “Economic Performance and Political Trust: The impact of the financial crisis on European citizens”, European Societies 17 (5): 700–23. Levi, M., & Stoker, L. (2000), “Political Trust and Trustworthiness”, Annual Review of Political Science, 3: 475–507. Linn, M. W., Sandifer, R. & Stein, S. (1985), “Effects of Unemployment on Mental and Physical Health”, American Journal of Public Health, 75 (5): 502–506. Lundin, A. & Hemmingsson, T. (2009), “Unemployment and Suicide”, The Lancet, 374 (9686): 270–71. Margalit, Y. (2011) “Costly Jobs: Trade-related layoffs, government compensation, and voting in U.S. elections.” American Political Science Review 105 (1): 166–88. Muro, D. & Vidal, G. (2014), “Persistent Unemployment Poses a Substantive Threat to Democracy in Southern European Countries”, προσβάσιμο από: http://blogs.lse.ac.uk/ europpblog/2019/07/13/persistent-unemployment-poses- asubstantive- threat-to-democracy-in-southern-european-countries/. Pharr, S. & Putnam, R. (2000), Disaffected Democracies: What’s troubling the trilateral countries?, Princeton NJ, Princeton University Press. Rickard, S. (2016), Brexit: ultimately it’s trade that matters: Viewpoint, International Journal of Agricultural Management, 5 (1/2). 496 Siedler, T. (2006), “Family and Politics: Does parental unemployment cause right-wing extremism?”, IZA Discussion Paper No. 2411, Bonn, Institute of Labor Economics. Stiglitz, J. E (2016), The Euro: How a common currency threatens the future of Europe, New York, W. W. Norton. Stokes, G. & Cochrane, R. (1984), “A Study of the Psychological Effects of Redundancy and Unemployment”, Journal of Occupational Psychology, 57 (4): 309–22. Schmidt, V. A. (2015), "The Eurozone’s Crisis of Democratic Legitimacy. Can the EU rebuild public trust and support for European economic integration?", European Economy - Discussion Papers 2015 - 015, Directorate General Economic and Financial Affairs (DG ECFIN), European Commission. Νικολαΐδου, Ε. Κ. (2018), Δαπάνες Δημόσιας Διοίκησης, Επενδύσεις και Οικονομική Ανάπτυξη: Η περίπτωση της Ελλάδας (1960-2014). Θεωρητική και εμπειρική ανάλυση, Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ, http://hdl.handle.net/10442/hedi/43663 . Άλλες Πηγές Eurostat, Unemployment statistics, 2006-2018. EU-SILC and ECHP surveys [ilc_li04] “At-risk-of-poverty rate by poverty threshold and most frequent activity in the previous year”– 2006-2018. Standard Eurobarometer “Public Opinion in the European Union” Νο 61 up to Νo 90 (2004-2018, Spring/Autumn). 497 498 Θεσμικές Συνεργασίες στο Χώρο της Μεσογείου: Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως Περιφερειακή Δύναμη Ισχύος και Προώθησης της Καλής Διακυβέρνησης Γιώργος Οικονόμου1 & Σπύρος Μπλαβούκος2 Περίληψη Από τις αρχές του 2000 η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) επιχειρεί μέσω της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας να αναδιαμορφώσει το πλαίσιο συνεργασίας της με τις χώρες που συνορεύουν στα νότια σύνορά της. Ειδικότερα, στην περιοχή της Μεσογείου καταγράφονται πρωτοβουλίες της ΕΕ που αναπτύσσονται μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) όπως είναι η Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση και η θεσμική συνεργασία της ΕτΠ με την Ένωση για τη Μεσόγειο. Το παρόν κεφάλαιο διερευνά το περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας εξετάζοντας δράσεις που αναπτύσσει η ΕΕ σε μεσογειακές χώρες με τη συμμετοχή υπο-εθνικών αρχών. Με αφετηρία την επιδίωξη της ΕΕ για προώθηση συνθηκών ευημερίας, σταθερότητας, ασφάλειας, ενδυνάμωσης της συνεργασίας και των διαδικασιών εκδημοκρατισμού στο πλαίσιο πρακτικών καλής διακυβέρνησης σε γειτονικές χώρες της Μεσογείου, υποστηρίζεται ότι η ΕΕ, μέσω της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας, καλλιεργεί θεσμικές συνεργασίες που ευνοούν διαδικασίες μεταφοράς και διάχυσης πολιτικής σε τρίτες χώρες. Λέξεις-κλειδιά: Διακυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας, Επιτροπή των Περιφερειών, Ένωση για τη Μεσόγειο, Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση. Εισαγωγή Από τις αρχές του 2000 η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) επιδιώκει μέσω της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας (ΕΠΓ) να αναδιαμορφώσει το πλαίσιο συνεργασίας της με τις χώρες που συνορεύουν στα νότια σύνορά της και, ειδικότερα, στην περιοχή της Μεσογείου. Στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή εντοπίζονται επιμέρους πρωτοβουλίες της ΕΕ που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της ΕΠΓ με διαπεριφερειακό, διακρατικό και διασυνοριακό χαρακτήρα. Πέρα από τους παραδοσιακούς εθνικούς και υπερεθνικούς διαύλους διαμόρφωσης και υλοποίησης σχετικών πρωτοβουλιών, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και μια προσπάθεια ενεργούς εμπλοκής υποεθνικών δρώντων μέσα από θεσμικά όργανα της ΕΕ και, ειδικότερα, μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) κατά το στάδιο υλοποίησης της ΕΠΓ. Μεταξύ των πρωτοβουλιών που έχουν αναπτυχθεί και υλοποιούνται μέσω της ΕτΠ είναι η Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση (ARLEM),3 όπως 1 Διδάσκων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων,
[email protected]2 Αναπληρωτής Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
[email protected]3 Ακρωνύμιο που προκύπτει από τη γαλλική ονομασία της Συνέλευσης: «Assemblée Régionale et Locale Euro-Méditerranéenne». Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος είναι: «Euro- Mediterranean Regional and Local Assembly». 499 και η θεσμική συνεργασία της ΕτΠ με την Ένωση για τη Μεσόγειο (UfM).4 Σε αυτό το πλαίσιο καταγράφονται πρωτοβουλίες και δράσεις μέσω των οποίων η ΕΕ καλλιεργεί προϋποθέσεις συνεργασίας, σταθερότητας, ασφάλειας, προώθησης διαδικασιών εκδημοκρατισμού και πρακτικών καλής διακυβέρνησης πέραν των συνόρων της, σε κράτη με τα οποία γειτνιάζει. Το παρόν κεφάλαιο εξετάζει το περιεχόμενο της ΕΠΓ εντοπίζοντας και αναλύοντας δράσεις που αναπτύσσει η ΕΕ με άλλες μεσογειακές χώρες, με τη συμμετοχή υπο-εθνικών, δηλαδή περιφερειακών και τοπικών αρχών διοίκησης. Εκκινώντας από την επιδίωξη της ΕΕ για προώθηση συνθηκών ευημερίας, σταθερότητας, ασφάλειας, συνεργασίας, εκδημοκρατισμού και πρακτικών καλής διακυβέρνησης σε γειτονικές χώρες στη Μεσόγειο, η μελέτη επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα του ρόλου των υπο-εθνικών θεσμών στην υλοποίηση της ΕΠΓ· η τελευταία αποτελεί τον «λειτουργικό βραχίονα» της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ στα ανατολικά και νότια σύνορά της και εμφανίζεται ως χώρος εμπλοκής υπο- εθνικών αρχών, παρ’ ότι συνιστά πεδίο δημόσιας πολιτικής που φέρει εθνικά χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι η διαμόρφωση και εφαρμογή, συνολικά, του πεδίου της εξωτερικής πολιτικής παραδοσιακά «μονοπωλείται» από τις εθνικές αρχές. Μεθοδολογικά, αξιοποιούνται οι υπο-εθνικές αρχές διακυβέρνησης της ΕΕ μέσω της αντιπροσωπευτικής τους συνέλευσης (ΕτΠ) για να καταδειχθεί ο ρόλος τους, ιδίως σε ό,τι αφορά πρακτικές καλής διακυβέρνησης, στο πλαίσιο εκδήλωσης ενός ήπιου εξευρωπαϊστικού φαινομένου που έχει χαρακτηριστικά επέκτασής του («εξαγωγής») εκτός συνόρων της ΕΕ. Υποστηρίζεται ότι η ΕΕ, μέσω επιμέρους θεσμικών σχημάτων και πρωτοβουλιών της ΕΠΓ προωθεί θεσμικές συνεργασίες που ευνοούν διαδικασίες «μεταφοράς πολιτικής» (policy transfer) σε τρίτες χώρες, συμβάλλοντας στην υποστήριξη των στόχων της ΕΠΓ, δεδομένων και των επιμέρους δυσκολιών και προκλήσεων. Εμπειρικές ενδείξεις αντλούνται από πρωτοβουλίες και θεσμικές συνεργασίες που έχει αναπτύξει η ΕτΠ (ARLEM, UfM) και προγράμματα που υλοποιούνται στη βάση, κυρίως, διμερών συμφωνιών και διασυνοριακών συνεργασιών μεταξύ ΕΕ και γειτονικών χωρών της Μεσογείου, που, στο σύνολό τους, αποτελούν και το πλαίσιο αποτίμησης του ρόλου της ΕΕ με γειτονικές χώρες στα νότια σύνορά της. Η ανάλυση που ακολουθεί έχει ως εξής: στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται σύντομη επισκόπηση της βιβλιογραφίας γύρω από την ΕΠΓ, ενώ ακολουθεί η ενότητα όπου αναπτύσσονται οι βασικές πτυχές της ΕΠΓ σε συνδυασμό με το ρόλο των περιφερειακών και τοπικών αρχών στο εν λόγω σύγχρονο πεδίο πολιτικής. Το τμήμα με τις εμπειρικές ενδείξεις παρουσιάζει δεδομένα προγραμμάτων που υλοποιούνται με τη συμμετοχή περιφερειακών και τοπικών αρχών διοίκησης. Ακολουθεί η ενότητα με την κριτική αποτίμηση και το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τα συμπεράσματα. Επισκόπηση βιβλιογραφίας: Η Ευρωπαϊκή Πολιτικής Γειτονίας ως μηχανισμός προώθησης θεσμικών συνεργασιών Η ΕΠΓ έχει ως αφετηρία μια πρόταση της Μ. Βρετανίας που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2002 με αντικείμενο τη οικοδόμηση μιας μακροπρόθεσμης και εναλλακτικής σχέσης συνεργασίας με κράτη που γειτνίαζαν στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, την περίοδο της μεγάλης διεύρυνσης της ΕΕ (Μπουρής & Τζιφάκης 4 “Union for the Mediterranean”. 500 2016: 305), ενώ πολύ σύντομα βρήκε υποστηρικτές και άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως η Σουηδία, με στόχο τη γεωγραφική διεύρυνση του τόξου των κρατών που θα αφορούσε η εν λόγω σχέση, συμπεριλαμβάνοντας «όλους τους γείτονες της ΕΕ, από τη Ρωσία και την Ουκρανία μέχρι τους εταίρους στη Μεσόγειο» (ibid.). Πρακτικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προώθησε τη δημιουργία του πεδίου πολιτικής με πρότασή της το 2003 (Commission of the European Communities, 2003) και μερίμνησε για τη σταδιακή ανάπτυξή του (Commission of the European Communities, 2004), ενώ η πολιτική αναθεωρήθηκε δυο φορές έως σήμερα (2011 και 2015). Ο βασικός σκοπός (raison d'être) της ΕΠΓ είναι η προσέγγιση της ΕΕ με γειτονικά κράτη εκτός ΕΕ, με στόχο την προώθηση ζητημάτων που αφορούν την οικονομική και κοινωνική ευημερία των πολιτών, την πολιτική σταθερότητα και την προαγωγή συνθηκών ασφάλειας. Στους επιμέρους στόχους του πεδίου πολιτικής συμπεριλαμβάνονται η προώθηση δημοκρατικών αξιών και θεμελιωδών ελευθεριών στο πλαίσιο υλοποίησης διαδικασιών εκδημοκρατισμού, η προαγωγή της τομεακής και διατομεακής συνεργασίας, η υποστήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης, η καλλιέργεια σχέσεων καλής γειτονίας, η υποστήριξη του κράτους δικαίου και η προώθηση πρακτικών καλής διακυβέρνησης. Η γεωγραφική έκταση αναφοράς του πεδίου δράσης της πολιτικής είναι τα ανατολικά και νότια σύνορα της ΕΕ. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας (ΕΠΓ) έχει ως σκοπό να φέρει κοντά κράτη-μέλη της ΕΕ με γειτονικές χώρες (εταίρους) στα ανατολικά σύνορά της, στο πλαίσιο της πολιτικής πρωτοβουλίας που καλείται «ανατολική εταιρική σχέση» (Eastern Partnership) (αφορά έξι χώρες: Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Λευκορωσία, Γεωργία, Δημοκρατία της Μολδαβίας, Ουκρανία) και στα νότια σύνορά της στο πλαίσιο υλοποίησης της νότιας διάστασης της ΕΠΓ (αφορά 10 χώρες: Αίγυπτος, Αλγερία, Ιορδανία, Ισραήλ, Παλαιστινιακή Αρχή, Λίβανος, Λιβύη, Μαρόκο, Συρία, Τυνησία).5 Η χρηματοδοτική υποστήριξη προέρχεται, μεταξύ άλλων επιμέρους χρηματοδοτικών δυνατοτήτων, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Γειτονίας (European Neighbourhood Instrument–ENI). Στους διαύλους προώθησης της ΕΠΓ, η ΕΕ έχει προσκαλέσει και εταίρους στο υπο- εθνικό επίπεδο, δηλαδή περιφερειακές και τοπικές αρχές διοίκησης, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και λοιπούς φορείς. Ειδικότερα, μέσω της ΕτΠ έχουν αναπτυχθεί δυο διακριτές πολιτικές πλατφόρμες που εστιάζουν χωρικά στις δυο περιοχές στα ανατολικά και νότια σύνορα της ΕΕ: στα ανατολικά, η ΕτΠ έχει θεσμοθετήσει τη Συνέλευση των Περιφερειακών και Τοπικών Αρχών για την Ανατολική Εταιρική Σχέση (CORLEAP), ενώ στα νότια σύνορά της έχει δημιουργηθεί η Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση (ARLEM). Με άλλα λόγια, το κατ’ εξοχήν θεσμικό όργανο εκπροσώπησης των περιφερειακών και τοπικών αρχών της ΕΕ, η ΕτΠ, συμμετέχει – κυρίως κατά το στάδιο της υλοποίησης προγραμμάτων – στην προώθηση των στόχων της ΕΠΓ, δηλαδή σε ένα πεδίο πολιτικής που αποτελεί λειτουργικό μέρος της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και προνομιακό χώρο δράσης των εθνικών αρχών των κρατών-μελών της ΕΕ. Η μελέτη της ΕΠΓ έχει αναπτυχθεί σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία χρόνια. Επιμέρους έρευνες εστιάζουν σε θέματα που αφορούν στην – περιορισμένη – επίδραση των εξεγέρσεων της περιόδου της «Αραβικής άνοιξης» σε υφιστάμενες πρακτικές και μηχανισμούς της ΕΠΓ (Bicchi 2014). Συναφώς, άλλες μελέτες αναδεικνύουν την – σημαντική – προσπάθεια δραστηριοποίησης της ΕΕ μέσω της ΕΠΓ και την, ταυτόχρονα, αναποτελεσματική μεταφορά δημοκρατικών αντιλήψεων 5Η Συρία δεν συμμετέχει στον παρόντα χρόνο (2019-2020) λόγω πολιτικής αστάθειας στη χώρα. Η Λιβύη συμμετέχει με καθεστώς παρατηρητή. 501 και πρακτικών καλής διακυβέρνησης, η οποία αποδίδεται, σύμφωνα με τους μελετητές, στην ύπαρξη εσωτερικών αντιφάσεων, περιορισμένης συνοχής και αντικρουόμενων στόχων της ίδιας της ΕΠΓ (Börzel & van Hüllen 2014). Επίσης, οι ερευνητές εστιάζουν στην εν γένει δράση της ΕΕ ως διεθνούς δρώντα και στην προσπάθειά της, αξιοποιώντας μηχανισμούς δράσης και πόρους, να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και να προωθήσει δημοκρατικές αρχές διακυβέρνησης (Börzel et al. 2015). Ακόμη, σημαντικό πεδίο έρευνας έχουν αποτελέσει τα ζητήματα που συνδέονται με την περιορισμένη αποτελεσματικότητα της ΕΠΓ, ιδίως ως προς τη διάσταση της ενδυνάμωσης του ρόλου και της επιρροής της ΕΕ σε γειτονικά κράτη, δεδομένων σημαντικών εγγενών αδυναμιών (π.χ. σύγχυση στόχων) και ευρύτερων συμβιβασμών που επιφέρει η πολιτική, π.χ. μεταξύ προώθησης νορμών και πρακτικών της ΕΕ δίχως όμως την συμπερίληψη της μελλοντικής προοπτικής ένταξης των γειτονικών χωρών στην ΕΕ (Edwards 2008). Στην ίδια θεματική του (περιορισμένου) βαθμού αποτελεσματικότητας της ΕΠΓ, άλλοι ερευνητές υπογραμμίζουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις και «αναγνώσεις» των κρατών- μελών της ΕΕ επί του περιεχομένου της ΕΠΓ, οι οποίες, τελικά, καταλήγουν να εγκλωβίζουν την ΕΕ σε ρόλο απλού παρατηρητή που προτάσσει μακροπρόθεσμα σχέδια μεν, με περιορισμένο και βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο δε, αντί να υιοθετείται από την ίδια την ΕΕ ο ρόλος του στρατηγικού δρώντος ή της περιφερειακής δύναμης που ωθεί τις γειτονικές χώρες σε αλλαγές με κανονιστικό περιεχόμενο (Noutcheva 2015). Έπειτα, από μια άλλη οπτική γωνία, άλλες μελέτες επισημαίνουν την επιτυχία που εμφανίζει η ΕΠΓ ως προς το να προωθήσει με αποτελεσματικό τρόπο πρακτικές καλής διακυβέρνησης υπό καθεστώς «θετικής αιρεσιμότητας» και παράλληλης απουσίας εξαναγκαστικών μέτρων ή και ποινών μη επίτευξης στόχων (αρνητική αιρεσιμότητα), επισημαίνοντας όμως ότι η υιοθέτηση πρακτικών καλής διακυβέρνησης δεν συνεπάγεται, αυτομάτως, και την εφαρμογή τους (Freyburg et al. 2009). Μια περισσότερο θεωρητική προσέγγιση της ΕΓΠ συνδέεται με την ανάλυσή της στη βάση ενός πλαισίου όπου τα επιμέρους στάδια και η αλληλουχία των πρακτικών που τη συνοδεύουν συγκροτούν ένα «εξωγενές, πλαίσιο διακυβέρνησης με κεντρικό άξονα αναφοράς την ΕΕ, που ενσωματώνει, μερικώς, γειτονικές της χώρες σε ενωσιακές διαδικασίες λήψης πολιτικών παρά σε διαδικασίες διαμόρφωσης πολιτικών» (Gänzle 2009: 1716). Περαιτέρω, άλλες μελέτες εστιάζουν σε ζητήματα βαθμού επιρροής της ΕΕ στις γειτονικές χώρες μέσω της υλοποίησης της ΕΠΓ, τονίζοντας ότι το πεδίο της διακυβέρνησης και, ειδικότερα, οι τυπικοί θεσμοί είναι δεκτικοί επιδράσεων από την ΕΠΓ (Lavenex 2008). Μια εναλλακτική ερευνητική σκοπιά, δίνει έμφαση στη λειτουργική συνεργασία μεταξύ των διοικήσεων της ΕΕ και γειτονικών κρατών της, η οποία οδηγεί στην ανάδυση ενός νέου μοντέλου προώθησης της δημοκρατίας σε γειτονικές (τρίτες) χώρες (Lavenex & Schimmelfennig 2011). Ακόμη, έχει υποστηριχθεί ότι η ΕΠΓ συνιστά μια απλουστευτική εκδοχή της πολιτικής αιρεσιμοτήτων που αφορά, συγκεκριμένα, χώρες μη υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ (Sasse 2008). Επίσης, η ΕΠΓ έχει αναλυθεί υπό την οπτική γωνία του ιστορικού νεοθεσμισμού, με κύριο εύρημα το στοιχείο ότι η πολιτική παρουσιάζει σημαντικό βαθμό συνέχειας και οριακές μεταβολές, δεδομένων ορισμένων ειδικότερων περιορισμών που χαρακτηρίζουν την ΕΕ (Tömmel 2013). Οι εν λόγω περιορισμοί συνδέονται με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ τα οποία τείνουν να διαμορφώνουν μια πολιτική που ανταποκρίνεται σε κανονιστικού περιεχομένου φιλοδοξίες και ρεαλιστικά συμφέροντα της ΕΕ, που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες και τις προσδοκίες των γειτονικών χωρών τα οποία αφορούν (ibid.). Τέλος, από μια 502 διαφορετική ερευνητική σκοπιά, η ΕΠΓ παρουσιάζεται στο πλαίσιο των ευκαιριών κινητοποίησης που προσφέρει σε νέους θεσμικούς δρώντες, πέραν των παραδοσιακών εθνικών αρχών, με αναφορά στους τοπικούς και περιφερειακούς θεσμούς διακυβέρνησης, οι οποίοι εμφανίζονται να δραστηριοποιούνται σε ένα πεδίο πολιτικής που, παραδοσιακά, «μονοπωλείται» από εθνικούς δρώντες (Oikonomou 2018). Συνοψίζοντας, η ΕΠΓ συνιστά ένα πεδίο πολιτικής με υψηλό βαθμό αβεβαιότητας ως προς την τελική έκβαση των αποτελεσμάτων που επιφέρει, ενώ οι αναφορές σε εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις των στόχων της εμφανίζονται να αποτελούν περιοριστικό παράγοντα για την αποτελεσματική υλοποίησή της. Συναφώς, καθώς η ΕΠΓ συνιστά τον «λειτουργικό βραχίονα» της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ σε γειτονικές της χώρες στα ανατολικά και νότια σύνορά της, συνεπάγεται τη συμμετοχή θεσμών και δρώντων των κρατών-μελών της ΕΕ σε εθνικό επίπεδο. Εν τούτοις, τα τελευταία χρόνια, κατά το στάδιο υλοποίησης της ΕΠΓ καταγράφεται η σταδιακή εμφάνιση και δραστηριοποίηση νέων δρώντων που δεν προέρχονται από το εθνικό πολιτικο-διοικητικό επίπεδο αναφοράς αλλά, παραδόξως, από το υπο-εθνικό επίπεδο. Έτσι, σε ένα –παραδοσιακά– προνομιακό πεδίο δράσης για τις εθνικές αρχές των κρατών-μελών της ΕΕ, τουλάχιστον με όρους μονοπώλησης της διαμόρφωσης και άσκησης πολιτικής όπως είναι η εξωτερική πολιτική και, κατ’ αντανάκλαση, η ΕΠΓ, οι τοπικές και περιφερειακές αρχές διοίκησης της ΕΕ εμφανίζονται να έχουν αποκτήσει ρόλο, κατ’ αρχάς, στη φάση της υλοποίησης της ΕΠΓ μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες και πλατφόρμες διαλόγου που έχουν συγκροτηθεί από την ΕτΠ. Η Συνέλευση των Περιφερειακών και Τοπικών Αρχών για την Ανατολική Εταιρική Σχέση (CORLEAP), η Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση (ARLEM) και η θεσμική συνεργασία της ΕτΠ με την Ένωση για τη Μεσόγειο (UfM) συνιστούν τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες δραστηριοποίησης. Ποια, όμως, μπορεί να είναι η θέση και ο ρόλος των υπο-εθνικών αρχών στην υλοποίηση της ΕΠΓ και στην προώθηση ειδικότερων επιμέρους στόχων, όπως η καλή διακυβέρνηση; Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η περίπτωση της Ευρω-μεσογειακής Περιφερειακής και Τοπικής Συνέλευσης και της θεσμικής συνεργασίας της ΕτΠ με την Ένωση για τη Μεσόγειο, στην προσπάθεια διερεύνησης του ερωτήματος για το ρόλο των υπο-εθνικών αρχών στην υλοποίηση της ΕΠΓ στα νότια σύνορα της ΕΕ και στην προώθηση πρακτικών καλής διακυβέρνησης. ΕΠΓ και περιφερειακές και τοπικές αρχές διακυβέρνησης: Η περίπτωση της Ευρω-μεσογειακής περιφερειακής και τοπικής συνέλευσης (ARLEM) Γενικά, μέσω της ΕΠΓ η ΕΕ επιδιώκει να προωθήσει αξίες και νόρμες που συνδέονται με τη προάσπιση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της νομιμότητας, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την καλή διακυβέρνηση (εναλλακτικά: ποιότητα της κυβέρνησης) και την στήριξη και ενίσχυση των πολιτικο-διοικητικών θεσμών. Οι ευρύτεροι σκοποί της ΕΠΓ συνδέονται με την προαγωγή συνθηκών σταθερότητας (κοινωνικής και οικονομικής), ασφάλειας, και βιώσιμης ανάπτυξης. Όπως προαναφέρθηκε, παρ’ ό,τι η ΕΠΓ συγκροτεί, κατ’ εξοχήν, πεδίο δραστηριοποίησης των εθνικών δρώντων, οι προκλήσεις και οι δυσκολίες υλοποίησης της πολιτικής έχουν επιτρέψει τη συμμετοχή των περιφερειακών και τοπικών θεσμών διοίκησης διαμέσω συγκεκριμένων πρωτοβουλιών που έχει αναπτύξει η ΕτΠ (Committee of the Regions 2013, 2016). Η Ευρω-μεσογειακή 503 Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση συνιστά πολιτική πλατφόρμα που έχει αναπτύξει η ΕτΠ στο πλαίσιο υλοποίησης της ΕΠΓ στις χώρες που συνορεύουν με το νότο της ΕΕ, η οποία συνδυάζεται με τη θεσμική συνεργασία που έχει η ΕτΠ με την Ένωση για τη Μεσόγειο (UfM). Οι εν λόγω πρωτοβουλίες συγκροτούν μέσα πολιτικής που παρέχουν νέες ευκαιρίες κινητοποίησης των περιφερειακών και τοπικών αρχών στην υπερεθνική αρένα δράσης, υποστηρίζοντας το ρόλο των αρχών και συνεισφέροντας πρακτικά στην υλοποίηση των στόχων της ΕΕ για ενεργή παρουσία στη διεθνή πολιτική σκηνή. Ειδικότερα, η Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση (εφ’ εξής: Συνέλευση) θεσμοθετήθηκε το 2010 με πρωτοβουλία της ΕτΠ με τη μορφή πολιτικής πλατφόρμας συνεργασίας της ΕΕ με τις τοπικές αρχές που βρίσκονται στα νότια σύνορά της, στη Μεσόγειο. Η Συνέλευση αποτελείται αποκλειστικά από τοπικούς και περιφερειακούς αντιπροσώπους και αντανακλά τη χωρική διάσταση ενός άλλου περιφερειακού οργάνου που εστιάζει τις δράσεις του στην περιοχή, την Ένωση για τη Μεσόγειο (UfM). Στην πράξη, αιρετοί αντιπρόσωποι τοπικών και περιφερειακών αρχών της ΕΕ και γειτονικών της χωρών στην περιοχή της Μεσογείου συμμετέχουν σε μια κοινή πολιτική πλατφόρμα με σκοπό την προαγωγή του διαλόγου και της διαπεριφερειακής συνεργασίας. Οργανωτικά, η Συνέλευση αποτελείται από 80 μέλη τα οποία, συνολικά, εκπροσωπούν τα 43 κράτη που συμμετέχουν στην Ένωση για τη Μεσόγειο. Η κατανομή των 80 μελών γίνεται ισότιμα μεταξύ των 15 μεσογειακών γειτονικών εταίρων6 της ΕΕ και της ΕΕ, μέσω της ΕτΠ. Έτσι, 40 μέλη προέρχονται από τα Μεσογειακά κράτη-εταίρους της ΕΕ και 40 μέλη από την ΕΕ (32 μέλη από την ΕτΠ και οκτώ μέλη από ενώσεις τοπικών και περιφερειακών αρχών που έχουν εμπλακεί ενεργά στην προώθηση της Ευρω- Μεσογειακής συνεργασίας).7 Ο βασικός σκοπός της Συνέλευσης είναι η προαγωγή του πολιτικού διαλόγου και της διαπεριφερειακής συνεργασίας, η προώθηση της τοπικής δημοκρατίας, η ενδυνάμωση της αποκεντρωμένης συνεργασίας και της περιφερειακής ολοκλήρωσης στην περιοχή της Μεσογείου καθώς και η ανταλλαγή και διάχυση γνώσης και εξειδίκευσης μεταξύ των μελών (ibid.). Επίσης, ενδιαφέρον έχει το στοιχείο ότι η Συνέλευση έχει θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης της ΕΕ (European External Action Service – EEAS), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (European Commission and High Representative of the European Union for Foreign Affairs & Security Policy 2015a, 2015b) (ibid.). Επιπλέον, η Συνέλευση διατηρεί καθεστώς παρατηρητή στην κοινοβουλευτική συνέλευση της Ένωσης για τη Μεσόγειο. Συναφώς, το Κογκρέσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών (θεσμός του Συμβουλίου της Ευρώπης) διατηρεί αντίστοιχο καθεστώς παρατηρητή εντός της Συνέλευσης. Λειτουργικά, η Συνέλευση πραγματοποιεί ετήσιες ολομέλειες όπου τα σχέδια δράσης που έχουν εκπονηθεί για κάθε γειτονικό κράτος της ΕΕ, καθώς και συνοδευτικές μελέτες, αναφορές και προτάσεις πολιτικής παρουσιάζονται και τίθενται σε διαδικασία έγκρισης και υιοθέτησης (ibid.). 6 Αίγυπτος (5), Τουρκία (5), Αλγερία (4), Μαρόκο (4), Συρία (3*), Τυνησία (3), Αλβανία (2), Βοσνία-Ερζεγοβίνη (2), Ισραήλ (2), Ιορδανία (2), Λίβανος (2), Μαυριτανία (2), Παλαιστινιακή Αρχή (2); Μονακό (1); Μαυροβούνιο (1). *Η Συρία δεν συμμετέχει στον παρόντα χρόνο λόγω της ασταθούς εσωτερικής πολιτικής κατάστασης της χώρας. Οι αριθμοί εντός παρενθέσεων υποδηλώνουν την κατανομή των θέσεων για κάθε χώρα στη Συνέλευση. Πηγή: cor.europa.eu/en/activities/arlem/Pages/arlem.aspx (πρόσβαση: Απρίλιος 2018). 7 cor.europa.eu/en/activities/arlem/Pages/arlem.aspx (πρόσβαση: Απρίλιος 2018). 504 Το γραφείο της Συνέλευσης είναι αρμόδιο για θέματα στρατηγικού σχεδιασμού. Το σύστημα άσκησης της προεδρίας της Συνέλευσης προβλέπει μια κοινή προεδρία στην οποία συμμετέχουν η ΕΕ, μέσω της ΕτΠ, και τα Μεσογειακά κράτη-εταίροι της (ibid.). Σε ό,τι αφορά θεματικές προτεραιότητες πολιτικής, η Επιτροπή βιώσιμης περιφερειακής ανάπτυξης της Συνέλευσης είναι αρμόδια για την παρουσίαση επιμέρους προτάσεων πολιτικής που άπτονται ζητημάτων καλής διακυβέρνησης, δίχως όμως να περιορίζεται στο εν λόγω πεδίο καθώς συμπεριλαμβάνει και άλλους τομείς πολιτικής όπως: αποκέντρωση, βιώσιμη ανάπτυξη αστικών περιοχών, πολιτισμική συνεργασία, θέματα κοινωνίας της πληροφορίας, μεταναστευτική πολιτική και κοινωνική ενσωμάτωση, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, εμπόριο, διαχείριση υδάτινων πόρων, διαχείριση απορριμμάτων, (ηλιακή) ενέργεια, μεταφορές κτλ. (ibid.). Στην πράξη, τα μέλη της Συνέλευσης συμμετέχουν στην υλοποίηση επιχειρησιακών προγραμμάτων που συνδέονται με τους ανωτέρω τομείς πολιτικής, υποστηρίζοντας πρακτικές μεταφοράς πολιτικής, ανταλλαγής και διάχυσης γνώσης μεταξύ τους. Στον πίνακα 1 συνοψίζονται τα βασικά χαρακτηριστικά της Συνέλευσης ως προς γεωγραφική περιοχή αναφοράς, τα μέλη, τους σκοπούς και τα μέσα που διαθέτει ώστε να προωθηθεί η μεταφορά πολιτικής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι στη Συνέλευση συμμετέχουν πέντε περισσότερα (Μεσογειακά) κράτη απ’ όσα προορίζεται θεσμικά να καλύψει η ΕΠΓ από μόνη της ως περιοχές παρεμβάσεων (συνολικά: δέκα γειτονικά κράτη της Μεσογείου). Στην πράξη, η Συνέλευση παρέχει διευρυμένες προοπτικές θεσμικών συνεργασιών των μελών, οι οποίες δύνανται να αναπτύσσονται και να υπηρετούν σκοπούς της ΕΠΓ, με ειδικότερο σημείο αναφοράς τη συμμετοχή υπο-εθνικών θεσμών διακυβέρνησης και την προώθηση πρακτικών καλής διακυβέρνησης. 505 Πίνακας 1 − Βασικά χαρακτηριστικά της Ευρω-μεσογειακής Περιφερειακής και Τοπικής Συνέλευσης. Χαρακτηριστικά Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση Γεωγραφική ΕΕ και δεκαπέντε (15) γειτονικά κράτη της Μεσογείου: Αίγυπτος, περιοχή κάλυψης Τουρκία, Αλγερία, Μαρόκο, Συρία*, Τυνησία; Αλβανία, Βοζνία- Εργεγοβίνη, Ισραήλ, Ιορδανία, Λίβανος, Μαυριτανία, Μονακό, Μαυροβούνιο, Παλαιστινιακή Αρχή. (Η νότια διάσταση της ΕΠΓ αφορά τα κράτη: Αίγυπτος, Αλγερία, Ιορδανία, Ισραήλ, Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, Λίβανος, Λιβύη, Μαρόκο, Συρία, Τυνησία). Μέλη 80 συνολικά: 40 από Μεσογειακά κράτη-εταίρους της ΕΕ και 40 μέλη από την ΕΕ, εκ των οποίων 32 μέλη από την ΕτΠ και 8 μέλη από ενώσεις τοπικών και περιφερειακών αρχών της ΕΕ. Στόχοι Ενδυνάμωση της εδαφικής διάστασης της Ένωσης για τη Μεσόγειο, προώθηση της τοπικής δημοκρατίας, της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και της αποκεντρωμένης συνεργασίας, υποστήριξη διαδικασιών διαλόγου μεταξύ τοπικών και περιφερειακών αρχών του Νότου αλλά και με τις αντίστοιχες αρχές της ΕΕ, προώθηση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών και εξειδικευμένης γνώσης, υποστήριξη της περιφερειακής ολοκλήρωσης και της υλοποίησης προγραμμάτων εδαφικής συνοχής. Μέσα μεταφοράς Ετήσιες και θεματικές εκθέσεις αναφοράς, προγράμματα δράσεων, πολιτικής συστάσεις, συναντήσεις και συσκέψεις, μεταφορά πρακτικών μεταξύ των μελών από υλοποίηση επιχειρησιακών προγραμμάτων. Πηγή: http:// cor.europa.eu/en/activities/arlem/Pages/arlem.aspx (πρόσβαση: April 2018), Oikonomou (2018). Συζήτηση και αποτίμηση Η ΕΠΓ συγκροτεί πεδίο δημόσιας πολιτικής που επιδιώκει να προωθήσει έναν ιδιαίτερο τύπο σχέσης της ΕΕ με γειτονικές χώρες. Αφ’ ενός, επιχειρεί να προαγάγει ευρύτερους σκοπούς και ειδικότερους στόχους που συνδέονται με τη βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής ευημερία των πολιτών των γειτονικών κρατών και την πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια για την ευρύτερη περιοχή, δίχως να συνοδεύεται από δεσμεύσεις ενταξιακών προοπτικών των κρατών-εταίρων στην ΕΕ. Αφ’ ετέρου, η προώθηση των ανωτέρω (φιλόδοξων) επιδιώξεων πραγματοποιείται σε περιβάλλον που, συχνά, χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια, συγκρούσεις και περιορισμένο αίσθημα ασφάλειας, δημιουργώντας προβλήματα στην αποτελεσματική υλοποίηση της πολιτικής. Παράλληλα, όπως έχει υποστηριχθεί (Noutcheva 2015), οι επιδιώξεις των κρατών-μελών της ΕΕ δεν συμβαδίζουν πάντοτε, προσδίδοντας, σε ορισμένο βαθμό, αντιφατικές διαστάσεις στο πλαίσιο της ΕΠΓ, περιορίζοντας το ρόλο της ΕΕ σε παρατηρητή αντί στρατηγικού δρώντα που επιδιώκει την αποτελεσματικότητα των ενεργειών της. Εστιάζοντας στο πρακτικό πεδίο υλοποίησης της ΕΠΓ, μέσω της προώθησης πρωτοβουλιών και προγραμμάτων «θετικής αιρεσιμότητας» επιχειρείται μεταφορά 506 πολιτικής (policy transfer) (Dolowitz and Marsh 1996). Με άλλα λόγια, επιδιώκεται η διάχυση τυπικών και άτυπων πρακτικών, μεθόδων υλοποίησης πολιτικής, ιδεών καθώς και θεσμικών προσαρμογών στο επίπεδο της διακυβέρνησης των κρατών- εταίρων, υπό προϋποθέσεις και όρους που, όμως, δεν συνοδεύονται από κυρωτικούς μηχανισμούς πέραν της λήψης οικονομικών ενισχύσεων. Εξειδικεύοντας περαιτέρω το πεδίο πολιτικής, σε ό,τι αφορά τα χρηματοδοτικά μέσα υλοποίησης της ΕΠΓ περιλαμβάνονται πόροι που προέρχονται από εξειδικευμένους μηχανισμούς της ΕΕ. Ειδικότερα, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Γειτονίας (ΕΜΓ) (European Neighbourhood Instrument – ΕΝΙ) είναι το βασικό εργαλείο (συγ)χρηματοδότησης της ΕΠΓ, το οποίο λειτουργεί στα πρότυπα των ευρωπαϊκών διαθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (ΕΔΕΤ) της ΕΕ. Ο ΕΜΓ συγχρηματοδοτεί τέσσερις μεγάλες ομάδες δράσεων: α) διμερή προγράμματα συνεργασίας, β) περιφερειακά προγράμματα στα ανατολικά και νότια σύνορα της ΕΕ, γ) προγράμματα που αφορούν πολλά κράτη για όλες ή κάποιες από τις χώρες- εταίρους, δ) προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών-μελών της ΕΕ και ενός ή περισσοτέρων γειτονικών χωρών-εταίρων τα οποία υλοποιούνται στο κοινό τμήμα των (νότιων ή ανατολικών) εξωτερικών συνόρων της ΕΕ. Συμπληρωματικά, υπάρχουν και άλλοι προσφερόμενοι πόροι για την υποστήριξη των γειτονικών χωρών μέσα από διαφορετικά χρηματοδοτικά κανάλια. Εν προκειμένω, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία της ΕΕ (π.χ. μέσο εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία με τρίτες χώρες, μηχανισμός συμβολής στη σταθερότητα και την ειρήνη, μηχανισμός χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας, Ευρωπαϊκό μέσο για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα) δύνανται να συνεισφέρουν στην οικονομική στήριξη για την υλοποίηση προγραμμάτων της ΕΠΓ. Τα εν λόγω χρηματοδοτικά μέσα προσφέρουν δυνατότητες χρηματοδοτικού τύπου κινητοποίησης (Callanan & Tatham 2014) των τοπικών και περιφερειακών αρχών κατά την υλοποίηση προγραμμάτων της ΕΠΓ, διευρύνοντας τον ρόλο τους εκτός συνόρων της ΕΕ. Πρακτικά, κατά την προγραμματική περίοδο 2014-2020 και με σκοπό την υλοποίηση της ΕΠΓ, έχει προβλεφθεί η διάθεση 15,4 δις ευρώ μέσω του ΕΜΓ. 8 Οι πόροι κατανέμονται σε δυο πολυετείς προγραμματικές περιόδους υλοποίησης προγραμμάτων, αρχικά για τα πρώτα τέσσερα έτη (2014-2017) και έπειτα για τα υπόλοιπα τρία (2018-2020). Τα διμερή προγράμματα συνεργασίας λαμβάνουν τη μεγάλη μερίδα της χρηματοδότησης του ΕΜΓ (μέχρι και 80% των πόρων του), ενώ τα προγράμματα που αφορούν συνεργασίες πολλών κρατών-μελών της ΕΕ και γειτονιών χωρών-εταίρων και τα προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας λαμβάνουν μικρότερη στήριξη (έως 35% των πόρων κατευθύνονται σε προγράμματα που αφορούν πολλά κράτη και έως 5% σε διασυνοριακά επιχειρησιακά προγράμματα). Έπειτα, σύμφωνα με τον κανονισμό του ΕΜΓ, τα κριτήρια κατανομής των πόρων στις γειτονικές χώρες-εταίρους στα νότια (εν προκειμένω) σύνορα της ΕΕ συνδέονται με χρήση δεικτών όπως ο πληθυσμός και το επίπεδο ανάπτυξης, η δέσμευση και πρόοδος στην επίτευξη των συμφωνημένων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών στόχων, η προώθηση της δημοκρατίας, η στήριξη της εταιρικής σχέσης των χωρών-εταίρων με την Ένωση καθώς η ικανότητα απορρόφησης των πόρων. Τα πεδία πολιτικής στα οποία χρηματοδοτούνται επιχειρησιακά προγράμματα αφορούν την καλή διακυβέρνηση και την προάσπιση των 8 Κανονισμός (ΕΕ) No 232/2014. 507 ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την βιώσιμη ανάπτυξη, δράσεις κινητικότητας και διαχείρισης μεταναστευτικών ροών, προστασία φυσικών πόρων, γεωργία, μεταφορές και υποδομές, εκπαίδευση και κατάρτιση, μετακίνηση προσώπων, αγαθών και κεφαλαίων (ibid.). Ενδεικτικά, με βάση διαθέσιμα στοιχεία της προγραμματικής περιόδου 2007-2013, κατά την υλοποίηση επιχειρησιακών προγραμμάτων διασυνοριακής συνεργασίας εντοπίστηκαν συνολικά 729 δρώντες με το συνολικό ποσό των προγραμμάτων να αγγίζει τα 205 εκατ. ευρώ (183 εκατ. ευρώ προέρχονται από πόρους του ΕΜΓ). Το μέσο ύψος των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υλοποιήθηκαν ανήλθε σε 2,1 εκατ. ευρώ (ελάχιστο ύψος προγραμμάτων: 429 χιλιάδες ευρώ και μέγιστο ύψος: 5 εκατ. ευρώ). Συνολικά, 95 εγκεκριμένα προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας, από ένα σύνολο 1.994 προτάσεων, υλοποιήθηκαν από τοπικές και περιφερειακές αρχές διοίκησης οι οποίες είχαν ρόλο συντονιστών των προγραμμάτων, ενώ ο αριθμός των υπο-εθνικών αρχών που συμμετείχαν, με την ιδιότητα του απλού εταίρου, σε επιμέρους προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας ήταν αρκετά μεγαλύτερος. Τέλος, είναι σημαντικό το στοιχείο ότι, με βάση το υφιστάμενο πολιτικό πλαίσιο που ορίζεται στον κανονισμό ίδρυσης και λειτουργίας του ΕΜΓ, η στήριξη της ΕΕ παρέχεται στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης με τους δικαιούχους (γειτονικές χώρες-εταίροι), στην οποία συμμετέχουν οι τοπικές αρχές από κοινού με εθνικές (και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών), στοιχείο που αναδεικνύει το ρόλο των υπο-εθνικών αρχών. Με άλλα λόγια, η συνολική εμπλοκή των τοπικών και περιφερειακών αρχών στην υλοποίηση της ΕΠΓ εμφανίζεται να προσδίδει καταφατικό περιεχόμενο στο ερώτημα της συμβολής τους στην υλοποίηση της ΕΠΓ και στην προώθηση πρακτικών καλής διακυβέρνησης. Η Ευρω-μεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση, σε συνδυασμό με την Ένωση για τη Μεσόγειο, συνιστούν τα σχήματα θεσμικής συνεργασίας μέσω των οποίων προωθούνται πρακτικές «όσμωσης» και συνεργασίας μεταξύ των μελών τους, καλύπτοντας τις χώρες-εταίρους της ΕΠΓ και υποστηρίζοντας το διεθνή ρόλο της ΕΕ μέσω υλοποίησης προγραμμάτων με την οικονομική συνδρομή του ΕΜΓ. Επίσης, καθώς η Συνέλευση αποτελεί το forum ανταλλαγής απόψεων, ιδεών, βέλτιστων πρακτικών, τεχνογνωσίας και διοικητικών τεχνικών, και δεδομένων των επιχειρησιακών προγραμμάτων που τα μέλη της υλοποιούν στο πλαίσιο του ΕΜΓ, δημιουργούνται ουσιαστικές προϋποθέσεις για μεταφορά πολιτικής μεταξύ τους. Συμπεράσματα Η ΕΠΓ, παρά τις εγγενείς αδυναμίες και αντιφάσεις που περιέχει επιχειρεί μέσω διμερών, πολυμερών και διασυνοριακών προγραμμάτων συνεργασιών να προωθήσει τη συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και χωρών-εταίρων που γειτνιάζουν στα νότια και ανατολικά σύνορά της, επιδιώκοντας την ανάληψη ενεργού διεθνούς ρόλου. Ο στόχος της σταθερότητας εκτός των Ενωσιακών συνόρων κρίνεται αρκετά φιλόδοξος, δεδομένης της ύπαρξης επιμέρους παραγόντων, όπως πολιτικές εντάσεις και αστάθεια σε χώρες-εταίρους, σε συνδυασμό με σημαντικές προκλήσεις που έχουν αναδυθεί όπως η διαχείριση μεταναστευτικών ροών προς την ΕΕ. Η ΕΕ έχοντας επιλέξει την πρακτική της «θετικής αιρεσιμότητας» με την παράλληλη αποφυγή επιβολής εξαναγκαστικών κυρώσεων, συγχρηματοδοτεί την υλοποίηση προγραμμάτων στις χώρες-εταίρους της ΕΠΓ που βρίσκονται στα νότια σύνορά της. Συναφώς, έχει ασκηθεί κριτική σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ΕΠΓ στην 508 προώθηση των –αρκετά φιλόδοξων– στόχων της και την ενδυνάμωση των πολιτικών θεσμών στις χώρες-εταίρους. Στο παρόν κεφάλαιο επιχειρήθηκε η ανάδειξη του ρόλου των περιφερειακών και τοπικών αρχών σε ένα νέο πεδίο πολιτικής που δεν συνδέεται με παραδοσιακές δράσεις τους αλλά αφορά την πρακτική υλοποίηση του διεθνούς ρόλου της ΕΕ, όπου και εμφανίζονται νέες ευκαιρίες για ανάπτυξη υπο-εθνικής κινητοποίησης. Γενικά, η οικοδόμηση και εμπέδωση δημοκρατικών θεσμών δεν είναι διαδικασία επιβολής που εκκινεί πάντοτε «από την κορυφή». Εν προκειμένω, οι υποεθνικές αρχές επιβεβαιώνεται ότι μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη φάση της υλοποίησης της ΕΠΓ. Η ΕτΠ μέσω πολιτικών πρωτοβουλιών που έχει αναλάβει και προωθήσει, όπως η Ευρω-μεσογειακή περιφερειακή και τοπική συνέλευση, στην οποία συμμετέχει και η Ένωση για τη Μεσόγειο, επιδιώκει ενεργά να συμβάλλει στο ρόλο της ΕΕ ως περιφερειακής δύναμης «ήπιας» ισχύος, δημιουργώντας περιβάλλον μεταφοράς πολιτικής μεταξύ ΕΕ και χωρών-εταίρων της ΕΠΓ, ιδίως κατά τη φάση υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων που εστιάζουν, μεταξύ άλλων, σε πρακτικές καλής διακυβέρνησης. Πεδίο μελλοντικής έρευνας δύναται να αποτελέσει η υπό διαμόρφωση προγραμματική περίοδος 2021- 2027 και ο ρόλος των υπο-εθνικών αρχών στην νέα ΕΠΓ, δεδομένων των χρηματοδοτικών πόρων που θα κατανεμηθούν (αναμένεται ενίσχυση βάσει των αρχικών προτάσεων της Επιτροπής – Μάιος 2018) και των περιφερειακών προκλήσεων που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η ΕΕ. Βιβλιογραφία Bicchi, F. (2014), "The Politics of Foreign Aid and the European Neighbourhood Policy Post- Arab Spring: ‘More for more’ or less of the same?", Mediterranean Politics, 19 (3): 318- 332. Börzel, T., Risse, T. & Dandashly, A. (2015), "The EU, External Actors, and the Arabellions: Much ado about (almost) nothing", Journal of European Integration, 37 (1): 135-153. Börzel, T. & van Hüllen, V. (2014), "One Voice, One Message, but Conflicting Goals: Cohesiveness and consistency in the European neighbourhood policy", Journal of European Public Policy, 21 (7): 1033-1049. Callanan, M. & Tatham, M. (2014), "Territorial Interest Representation in the European Union: Actors, objectives and strategies", Journal of European Public Policy, 21 (2): 188- 210. Commission of the European Communities (2003), Paving the Way for a New Neighbourhood Instrument, COM(2003)393 final, Brussels. Commission of the European Communities (2004), Communication from the Commission. European Neighborhood Policy – Strategy paper, COM (2004)373 final, Brussels. Committee of the Regions (2013), Empowering Local Authorities in Partner Countries for Enhanced Governance and More Effective Development Outcomes, CIVEX-V-041, Brussels. Committee of the Regions (2016), New Approach to the European Neighbourhood Policy – Report by CASE Poland, Brussels: European Union. Dolowitz, D. & Marsh, D. (1996), "Who Learns What from Whom: A review of the policy transfer literature", Political Studies, 44 (2): 343-357. Edwards, G. (2008), "The Construction of Ambiguity and the Limits of Attraction: Europe and its meighbourhood policy", European Integration, 30 (1): 45-62. European Commission & High Representative of the European Union for Foreign Affairs and Security Policy (2015a), Implementation of the European Neighbourhood Policy Eastern Partnership Implementation Report – Joint staff working document, SWD 76 final, Brussels. 509 European Commission & High Representative of the European Union for Foreign Affairs and Security Policy (2015b), Implementation of the European Neighbourhood Policy – Partnership for democracy and shared prosperity with the Southern Mediterranean partners report, Joint Staff Working Document, SWD76 final, Brussels. Freyburg, T. et al. (2009), "EU Promotion of Democratic Governance in the Neighbourhood", Journal of European Public Policy, 16 (6): 916-934. Gänzle, S. (2009), "EU Governance and the European Neighbourhood Policy: A framework for analysis", Europe-Asia Studies, 61 (10): 1715-1734. Lavenex, S. (2008), "A Governance Perspective on the European Neighbourhood Policy: Integration beyond conditionality?", Journal of European Public Policy, 15 (6): 938-955. Lavenex, S. & Schimmelfennig, F. (2011), "EU Democracy Promotion in the Neighbourhood: From leverage to governance?", Democratization, 18 (4): 885-909. Noutcheva, G. (2015), "Institutional Governance of European Neighbourhood Policy in the Wake of the Arab Spring", Journal of European Integration, 37 (1): 19-36. Oikonomou, G. (2018), "Sub-state Μobilization in ‘Ηigh Politics’: The role of regional and local governance in the implementation of the European neighbourhood policy", European Integration Studies, 12: 9-31. Sasse, G. (2008), "The European Neighbourhood Policy: Conditionality revisited for the EU's eastern neighbours", Europe-Asia Studies, 60 (2): 295-316. Tömmel, I. (2013), "The New Neighborhood Policy of the EU: An appropriate response to the Arab Spring?", Democracy and Security, 9 (1-2): 19-39. Μπουρής, Δ. & Τζιφάκης, Ν. (2016), «Η Προπτική της Διεύρυνσης της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας», σε Ν. Μαραβέγιας (επιμ.), Ευρωπαϊκή Ένωση. Δημιουργία, Εξέλιξη, Προοπτικές, Αθήνα, Κριτική, σσ. 297-313. 510 Η Διαχείριση Κρίσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο 2019-2020: Σενάρια και Προοπτικές Νικόλαος Γ. Παπαναστασόπουλος1 Περίληψη Η διαχείριση κρίσεων στη διεθνή πολιτική συνιστά πεδίο προκλήσεων, όσον αφορά στις θεωρητικές, θεσμικές και πολιτικές διαστάσεις. Η παρούσα ερευνητική πρόταση στοχεύει στην άρση των όποιων υφιστάμενων περιορισμών, συγκεράζοντας διεπιστημονικά αναλυτικά εργαλεία. Ο κύριος σκοπός της είναι η ανάλυση της ελληνικής εξωτερικής-αμυντικής πολιτικής και της κυβερνητικής ικανότητας ως προς την αντιμετώπιση του ταραχώδους περιβάλλοντος στο Αιγαίο και κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Η βασική συμβολή της παρούσας μελέτης είναι η λεπτομερής ανακατασκευή και αναπλαισίωση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, όσον αφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Λέξεις-Κλειδιά: Θεωρία Διεθνών Σχέσεων, Διαχείριση Κρίσεων, Εξωτερική Πολιτική, Στρατηγική Κουλτούρα, Καθεστώς Ασφάλειας. Εισαγωγή Ανέκαθεν, στην ιστορική διαχρονία, η Ανατολική Μεσόγειος συνιστούσε έναν χώρο υψηλής γεωπολιτικής αξίας και σφοδρών διακυβευμάτων. Κάθε φορά, άλλωστε, που για τον Ελληνισμό, η Μεσόγειος συρρικνωνόταν, τότε αυτόματα αυτό οδηγούσε σε αρνητικά για την εθνική μοίρα τετελεσμένα. Από τη δεκαετία του 1970, το ενεργειακό ζήτημα έχει δημιουργήσει ένα εκρηκτικό εμπύρευμα, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Τούτων δοθέντων, ο μεθοδολογικός βηματισμός της παρούσας ερευνητικής πρότασης έχει ως εξής: μετά τη θεωρία- εννοιολόγηση βασικών όρων, με αναλυτικά εργαλεία από την ιστορία, τη γεωπολιτική, τη (γεώ-)στρατηγική και τη διεθνή πολιτική, σκοπεί τη γεωπολιτική/ γεωστρατηγική πραγματικότητα και τα πιθανά σενάρια κρίσης, προτάσσοντας τη δέουσα στρατηγική συμπεριφορά της Ελλάδας (λίγο πολύ είτε υπό το πρίσμα του νεοκλασικού ρεαλισμού είτε κοστρουκτιβιστικά, άλλωστε, κάθε θεώρηση των διεθνών σχέσεων ενέχει μιας κανονιστικής διάστασης. Πολλώ δε μάλλον, όταν μιλάμε για στρατηγικές σπουδές και διαχείριση κρίσεων). Επιπλέον η ανάλυση διανθίζεται συνεχώς με τα γεγονότα της επικαιρότητας, καθώς η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο είναι μια δυναμική διαδικασία που βρίσκεται εν εξελίξει και ως εκ τούτου είναι φρόνιμο να λαμβάνονται υπόψη όλα τα νέα δεδομένα. 1 Διδάσκων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Διεύθυνση ηλεκτρονικής επικοινωνίας:
[email protected]511 Αναγκαία, πάντως, συνθήκη, προκειμένου να καταστεί η Μεσόγειος από θάλασσα και περιοχή κρίσεων σε θάλασσα συνεργασίας και ευκαιριών, είναι η σύμπηξη ενός «καθεστώτος ασφάλειας» – μέσα από δίκτυα συνεργειών – με τη συμμετοχή και όχι τον αποκλεισμό της Τουρκίας. Ιστορικό πλαίσιο Η Μεσόγειος δεν συνιστά απλώς μια θάλασσα, αλλά εννοιολογείται από την αρχαιότητα, ως μια περιοχή, η οποία συνδέθηκε, κυρίως, με την έννοια της προόδου και της ευημερίας, αποτελώντας ένα «χωνευτήρι» ή «αναδευτήρα» πολιτισμών και ταυτοτήτων. Κατά κύριο λόγο, η οικονομική πρόοδος, μέσα από το εμπόριο και την αλιεία και η σχέση με τη Μεσόγειο καθόρισε τη μοίρα των Ελλήνων, γεωπολιτικά και ανθρωπολογικά (ως αυτό που ο γράφων ορίζει ως «γεωπολιτική ανθρωπολογία»). Αλλά και το ίδιο το θαλάσσιο στοιχείο, ως νερά του Αιγαίου, του Ιονίου και της Μεσογείου, ενείχαν μιας στενής, μυστηριακής και υπαρξιακής σχέσης με την ελληνική ψυχή, προσδίδοντας/«βρέχοντάς» την με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Κυρίως όμως από τη δεκαετία του 1970 και εφεξής η Μεσόγειος και δη η Ανατολική στην οποία πια περιορίστηκε εδαφικά και πολιτιστικά η έννοια Ελλάς αποτελεί ένα πεδίο διαρκών συγκρούσεων και ανταγωνισμών, ανάμεσα σε μικρές και μεγάλες δυνάμεις. Η ύπαρξη υδρογονανθράκων και η ευρύτερη ενεργειακή διαπάλη έχουν ωθήσει σε συνεχείς αντιπαραθέσεις, με πιο ουσιώδη και επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα, αυτή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για το Αιγαίο και την Κύπρο που γεωγραφικά οριοθετούν και το ανατολικό πέρας της Μεσογείου. Η αμφισβήτηση από πλευράς Τουρκίας των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, του εύρους του ελληνικού εναέριου χώρου και της αιγιαλίτιδας ζώνης (μεταξύ άλλων), καθώς και της κυπριακής τόσο Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης όσο και αιγιαλίτιδας ζώνης, αλλά και της ίδιας της εθνικής κυριαρχίας της Κύπρου, δημιουργούν ένα απειλητικό εμπύρευμα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να έχει άδηλες και καταστροφικές συνέπειες. Πολλώ δε μάλλον που η γείτων και δύστροπος Τουρκία τα τελευταία χρόνια φαίνεται να μην έχει στην πολιτική της πυξίδα τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό και την εγκόλπωση των ευρωπαϊκών ιδεωδών. Και βλέποντας το νέο σκηνικό στην Ευρασία και στη Μέση Ανατολή επιχειρεί να αξιοποιήσει τα όποια κενά και γεωπολιτικές τρύπες. Η γεωγραφική θέση της χώρας μας μπορεί να λογιστεί ως ένα οξύμωρο σχήμα μεταξύ ευλογίας και κατάρας. Από τη μια το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας και ο ήλιος σμιλεύουν και δίνουν ξεχωριστά χρώματα στο ενδιαίτημα της πατρίδας μας. Από την άλλη, όμως η γεωγραφία μας, καθιστά δυσχερή την όποια ανέμελη διαβίωση, καθώς γύρω από το ελληνικό «στρουμφοχωριό», κυρίως, ο εξ Ανατολών ”Δρακουμέλ” καραδοκεί. Και αυτό ακριβώς το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό οξύμωρο καθόρισε, καθορίζει και θα καθορίσει τον εθνικό μας πλου. Γύρω από αυτή την πορεία, στην οικονομία, στη στρατηγική και στην ίδια την εξωτερική μας πολιτική, οι μύθοι και το κάθε λογής ευγενές φληνάφημα εμποτίζουν τη σκέψη και τη δράση μας, ως κράτος και ως δρων στο διεθνές σύστημα. Ορίζοντας λοιπόν τα πράγματα, το ελληνικό κράτος από τη γένεσή του και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ένα de facto et de jure κράτος- 512 προτεκτοράτο. Και οφείλει την τελική επίτευξη του εθνικού του εγχειρήματος, εν πολλοίς, στα συμφέροντα των προστάτιδων δυνάμεων που ήλεγχαν και ευελπιστούσαν στην απόδοση αυτού του ”ελληνικού ομολόγου”. Η τύχη της χώρας μας ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τη Δύση και το συνακόλουθο στρατηγικό προσανατολισμό. Κάθε άλλη αναμονή πληρώθηκε και στιγμάτισε τους όποιους εθνικούς πόθους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο δυτικός προσεταιρισμός παρήγαγε πάντα ευεργετικά αποτελέσματα. Ο εθνικός μας μεσσιανισμός, η ιδιάζουσα πολιτική μας ανθρωπολογία και οι εμμονές της ηγεσίας, κάθε φορά που σκόνταψαν και δεν ερμήνευσαν ορθά και ευθύκριτα το διεθνές σύστημα και την εκάστοτε διεθνή τάξη, οδήγησαν σε τραγωδίες του Ελληνισμού, από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, τον Εθνικό Διχασμό, την Μικρασιατική Καταστροφή, τον Εμφύλιο και την Κυπριακή τραγωδία (αλλά και τις οικονομικές πτωχεύσεις). Η πρακτική οργανωσιακή εφαρμογή του στρατηγικού μας προσανατολισμού, μέσα από την ένταξή μας στο ΝΑΤΟ, στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρείχε την πυξίδα, ορίζοντας το πλαίσιο, αλλά δεν καθόρισε το περιεχόμενο της εθνικής μας δράσης, καθώς στο δια ταύτα, το καθετί κρίνεται από τις επιλογές της εκάστοτε ηγεσίας που προκύπτει από την ετυμηγορία και την ευθύνη και του ίδιου του ελληνικού λαού. Θεωρητικό πλαίσιο Εννοιολόγηση βασικών όρων Κρίση: Στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής-αμυντικής πολιτικής, ως κρίση νοείται κάθε τροπή και κλιμάκωση των γεγονότων της πραγματικότητας, που να αμφισβητείται ένα παγιωμένο σύστημα αξιών και συμφερόντων (εθνική ασφάλεια και κυριαρχία). Ως προς δε το διάνυσμα της κρίσης, βλέπουμε: α) το στάδιο της πρόκλησης, β) το στάδιο της σύγκρουσης, και γ) το στάδιο της έκβασης. Διαχείριση Κρίσεων (Crisis Management): Με αυτήν νοείται ο σχεδιασμός, η προετοιμασία και η υποστήριξη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση μιας κρίσης. Περιλαμβάνει: Τις δομές και τις κουλτούρες των οργανισμών, Τις στρατηγικές και τις τακτικές διαχείρισης, Τη στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, Τις προσεγγίσεις στη λήψη αποφάσεων. Ως προς το διάνυσμα της κρίσης, βλέπουμε: α) στο στάδιο της πρόκλησης, β) στο στάδιο της σύγκρουσης, και γ) στο στάδιο της έκβασης. Στρατηγική κουλτούρα: ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος/ εθνική κοινότητα ερμηνεύει, αναλύει και αντιδρά σε διεθνή γεγονότα (απειλές) στη βάση ιδεών, στερεοτύπων (Snyder) ή ένα ιδεατό περιβάλλον/ ενδιαίτημα που περιορίζει τις συμπεριφορικές επιλογές (Johnston). 513 Λειτουργικός κώδικας (Alexander Geoge): είναι το πρίσμα με το οποίο βλέπει και φιλτράρει ένας ηγέτης την πραγματικότητα. Ανάλυση περιεχομένου: μέσω της ανάλυσης παρέχεται η δυνατότητα μελέτης όλων των στοιχείων της επικοινωνίας, το οποίο σημαίνει: προσδιορισμό των χαρακτηριστικών του πομπού και των αποδεκτών, μελέτη των σκοπών και των μέσων του μηνύματος, με τα οποία επιχειρείται η πρόκληση προσοχής και του ενδιαφέροντος των αποδεκτών και μελέτη των αποτελεσμάτων που επιφέρει το μήνυμα στους αποδέκτες. Από τις θεωρίες της διεθνούς πολιτικής, θα σταθούμε για τους σκοπούς της ανάλυσης: στον Νεορεαλισμό ή δομικό ρεαλισμό με την έμφαση που δίνει στο ρόλο της φύσης και της δομής του διεθνούς συστήματος, στον νεοκλασικό ρεαλισμό (για την έμφαση που δίνει στους εγχώριους παράγοντες), καθώς και στον κονστρουκτιβισμό για την εστίαση του στην πολιτική κουλτούρα, στην ιστορία και στην ιδεολογία. Καθεστώς ασφάλειας: σύμφωνα με τον Jervis τα καθεστώτα ασφαλείας ορίζονται ως το σύνολο των αρχών, νορμών και κανόνων, βάσει των οποίων πειθαρχούν τα κράτη, με το σκεπτικό ότι θα υπάρξει στο μέλλον ανταπόδοση από τους άλλους. Τόσο τα κίνητρα όσο και τα εμπόδια για την ίδρυση αυτών των καθεστώτων, είναι μεγαλύτερα, όσον αφορά στην ασφάλεια. Ο λόγος είναι τα «διλήμματα ασφαλείας». Ωστόσο, προκειμένου να συμπηχτεί ένα καθεστώς ασφαλείας και να είναι βιώσιμο, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) οι μεγάλες δυνάμεις να επιθυμούν την ίδρυσή τους, β) οι δρώντες να έχουν τη διάθεση για αμοιβαία συνεργασία και ασφάλεια γ) οι δρώντες να θυσιάζουν την επιθετικότητα τους για χάρη της ασφάλειας η οποία μπορεί να υπάρξει χωρίς την προσφυγή στη βία, δ) το κόστος του πολέμου και της επιθετικής συμπεριφοράς να είναι απαγορευτικό και να μην συνεισφέρει τα ανάλογα αποτελέσματα. Αναλυτικό πλαίσιο − Αναλυτικά εργαλεία Θεμελιώδης παραδοχή: η χώρα επιδιώκει την προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στη βάση του διεθνούς δικαίου! Η διάσταση του διεθνούς δικαίου και η οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών Το instrumentarium του διεθνούς δικαίου, όσον αφορά στην ελληνοτουρκική διένεξη για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, συναρτάται με τη διαπραγμάτευση, την επίτευξη συμφωνίας οριοθέτησης, και, σε περίπτωση διαφωνιών, πιθανή παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο (Ροζάκης). «Σε αντίθεση με το Αιγαίο, όπου οι αποστάσεις ανάμεσα στις ακτές με τη γειτονική χώρα δεν επιτρέπουν την πλήρη ανάπτυξη της ΑΟΖ στα 200 ν. μ., και ουσιαστικά η οριοθέτηση της ΑΟΖ θα οδηγήσει στην ταύτιση των 514 οριοθετικών ορίων της υφαλοκρηπίδας με την ΑΟΖ Ελλάδας και Τουρκίας, στην Ανατολική Μεσόγειο - όπως, επίσης, και στον ελληνικό Νότο (νότια της Κρήτης), και στα δυτικά οι θαλάσσιες εκτάσεις επιτρέπουν ευρύτερες ζώνες, τόσο υφαλοκρηπίδας όσο και ΑΟΖ» (Ροζάκης). Ειδικά για το Καστελόριζο, η νησιωτική παρουσία του επιτρέπει την ύπαρξη ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε αυτήν την περιοχή. Ωστόσο, στη βάση των αποστάσεων, στην ίδια περιοχή διεκδικούν ΑΟΖ (δηλαδή η περιοχή που προσδιορίζεται από τις ακτές της δυτικής Κύπρου, τις νότιες ακτές της Τουρκίας, τις βόρειες της Αιγύπτου, και τις ελληνικές, κυρίως του Καστελορίζου) και οι γειτονικές χώρες, και μια μόνιμη λύση δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνον με οριοθέτηση. «Λυδία Λίθος» για τα ελληνικά συμφέροντα, πράγμα που θα έχει τις συνέπειες της για την οριοθέτηση, αναφορικά με το εύρος του δικαιώματος ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στην ανατολική λεκάνη, είναι η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο Καστελόριζο, από πλευράς «επήρειας». Κάτι που, βέβαια, συναρτάται από τη γεωγραφική θέση του στην περιοχή, το νησιωτικό χαρακτήρα του, και την έκταση των ακτών του (Ροζάκης). Εικόνα 1 − Χάρτης με τις ελληνικές θέσεις 515 Εικόνα 2 − Χάρτης που απεικονίζει τις θέσεις της Τουρκίας και τη Συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης Εικόνα 3 − Χάρτης που απεικονίζει τις θέσεις της Τουρκίας και τη Συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης 516 Εικόνα 4 − Χάρτης που απεικονίζει τις θέσεις της Τουρκίας και τη Συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης σε σύγκριση με τις ελληνικές θέσεις Εικόνα 5 − Χάρτης που αποτυπώνει την ελληνική υφαλοκρηπίδα και τις τουρκικές διεκδικήσεις 517 Εικόνα 6 − Χάρτης που απεικονίζει τα κοιτάσματα της περιοχής Τα σενάρια κρίσεων και η διαχείρισή τους Ερμηνεύοντας την Τουρκία2 Ο λόγος του Τούρκου προέδρου Erdoğan δεν χρειάζεται καμία ιδιαίτερη αποκρυπτογράφηση. Συνιστά έναν χείμαρρο που διεγείρει τα πλήθη και τον όχλο του. Και απέναντι σε έναν χείμαρρο η απάντηση είναι η στρατηγική του ανάσχεση. Και αυτή, από ελληνικής πλευράς, θα επέλθει, μέσα από τη σύμπηξη, πέραν των άλλων, ενός βαλκανικού μετώπου, ως απάντηση στην απόπειρα επιβολής του μουσουλμανικού τόξου στα Βαλκάνια. Προς τούτο η αναλυτική ματιά του γράφοντος επιχειρεί να καταδείξει, με πιο αναστοχαστικό και απορηματικό πρίσμα και σε ένα μετά-επίπεδο ανάλυσης το τι έχει στο μυαλό του ο Τούρκος πρόεδρος, τι κινεί τη σκέψη του, ήτοι τη «γνωσιολογία του Erdoğan». Η αφετηρία της ανάλυσης ξεκινά από τη νεορεαλιστική προσέγγιση, η οποία βάζει στο επίκεντρο τη θεώρηση των ΗΠΑ: τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο βλέπει η Αμερική τις χώρες και τα πράγματα στην ευρύτερη περιοχή μας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ, όπως είναι γνωστό, κατατάσσουν σε πρώτη και περίοπτη θέση το Ισραήλ, στη συνέχεια την Τουρκία και έπειτα την Ελλάδα. Και αυτό πρέπει να βαραίνει ως θεμελιώδης απόφανση την όποια στρατηγική ανάλυση. Συνέπεια αυτού, το πρώτο ερώτημα έχει να κάνει με τον προβληματισμό, γύρω από το αν όλο αυτό το φλερτ του Erdoğan με τη Ρωσία 2 Για το που το πάει η Τουρκία, βλ. https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR2589.html?fbclid=IwAR2wndnXYcCu 278dMiXWkDk1KDuYEXCzw1XqDftEvXJ87qtOg1li_ffikbY 518 και το Ιράν δεν είναι όπως φαίνεται; Μήπως η Τουρκία συνιστά τον χρήσιμο επιτήδειο των ΗΠΑ, στην Ευρασία, οπότε και σε αυτή τη βάση παίζει το συγκεκριμένο παιχνίδι; Δεύτερο ερώτημα: το δίπολο Ερντογάν − Γκιουλέν συνιστά όντως ένα δίπολο; Μήπως πρόκειται για στρατηγική εργαλειοποίηση του Ισλάμ, σε φιλοδυτικό και αντιδυτικό, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα όποια συμφέροντα; Εξ ου και ο Τούρκος πρόεδρος δείχνει demek επιθετικός με τη Δύση και τις ΗΠΑ (ενώ είναι στρατηγικά και κρυφά αμερικανόφιλος, αφ’ ης στιγμής στην περιοχή είναι δεδομένη και πασίδηλη πέραν του όποιου φύλλου συκής η πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα των ΗΠΑ;). Και γιατί λοιπόν, χωρίς ίχνος συνωμοσιολογίας, αλλά − υπό το πρίσμα της ψυχρής ανάλυσης − ο Τούρκος πρόεδρος είναι demek αντιαμερικανός; Γιατί γνωρίζει ότι για τα όποια του σχέδια, καταλύτης είναι η στήριξη και δη η υποστήριξη των ΗΠΑ αφενός και η στρατηγική ανοχή του Ισραήλ αφετέρου. Οι ΗΠΑ είναι η γέφυρα της Τουρκίας με την Ευρώπη, με τη Σ. Αραβία και τις χώρες του Κόλπου και κυρίως για τις σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ. Κατεξοχήν οι ΗΠΑ είναι οι μόνες που μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη στα όποια κουρδικά σχέδια και ο στρατηγικός συντελεστής στο Συριακό (βλ. πιθανή πυραυλική επίθεση των ΗΠΑ εναντίον της Συρίας, παρά τα όποια σενάρια απόσυρσης). Συν τοις άλλοις, ο τουρκικός δανεισμός και η Δαμόκλειος Σπάθη των οίκων αξιολόγησης επιβάλλουν το χάδι και όχι το όποιο ράπισμα από πλευράς ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας. Και αυτό ο Erdoğan το γνωρίζει πολύ καλά. Κυρίως όμως ο demek αντιαμερικανισμός του Τούρκου προέδρου βασίζεται στο ότι ο Τραμπ, λόγω ιδιοσυγκρασίας εκτιμά τους επιτήδειους και σοβαρούς παίκτες, οι οποίοι λειτουργούν, όπως ο ίδιος (βλ. προσέγγιση με την Κορέα, αλλά και το αξίωμα περί “America first”). Σε άμεση συνάφεια, ο Ερντογάν ξέρει και βασίζεται στην τουρκική «διείσδυση» στο αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο. Ξιφουλκεί κατά της Δύσης, απειλώντας με το μεταναστευτικό, αλλά συνάμα αποτελεί την εγγύηση, τον θεματοφύλακά της στην περιοχή. Αν ο Κεμάλ στη νεωτερική εποχή εκδυτίκισε την Τουρκία, εξοβελίζοντας το Ισλάμ, στη μετά-νεωτερική εποχή, ο Erdoğan το εργαλειοποιεί για να διασώσει την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας, της οποίας ο στρατηγικός προσανατολισμός είναι απαρέγκλιτα προς την Εσπερία. Για να καταστήσουμε εναργέστερα αυτή τη σκέψη: ο Κεμάλ θυσίασε το Ισλάμ για χάρη της Δύσης και για τη γένεση της νεωτερικής Τουρκίας. Ο Erdoğan, αν και φαίνεται ότι, λειτουργικά, το αποθεώνει, στην πράξη, το χρησιμοποιεί για να αντισταθεί στις μετά-νεωτερικές πιέσεις της κρατικής κυριαρχίας. Προχωρεί στην αναπλαισίωσή του, συζευγνύοντας τη θρησκεία με τη στρατηγική και ωθώντας την Τουρκία στη μετεξέλιξή της σ’ ένα μετά-θεοκρατικό κράτος. Είναι άλλωστε η μεταμοντέρνα εποχή που συνηγορεί προς αυτές τις συζεύξεις, ως αναγκαία συνθήκη βηματισμού και επιβίωσης στην υπαρκτή πραγματικότητα. Απλώς ο Ερντογάν ζήλεψε ή δρα a la Turka Richelieu ή Machiavelli, καθώς η πυξίδα του είναι πάντα Δυτική: ατλαντική για την ακρίβεια. Φοράει την «αντιδυτική» προβιά, αλλά ως βοσκός οδηγεί το κοπάδι του στον δρόμο που η Τουρκία ανέκαθεν υπηρετεί (αν η Δύση είναι τόσο κακή, γιατί δεν λέει τίποτα για το ΝΑΤΟ;). Κατά συνέπεια, σ’ έναν μεταμοντέρνο κόσμο ο Erdoğan και η Τουρκία κάνουν πράξη την τουρκική εκδοχή του raison d’ etat και της Realpolitik. Ωστόσο, το κρίσιμο διακύβευμα έχει να κάνει με το αν θα τους πάρουν xábar 519 αυτοί στους οποίους υποδύονται τον φίλο, αλλά είναι αδυσώπητος εχθρός ή εργαλείο των αντιπάλων τους και αυτοί στους οποίους υποδύεται τον αντίπαλο, αλλά είναι ανθρωπολογικά ο πιο (μη) αξιόπιστος φίλος που είχαν και θα έχουν στην ιστορία της διεθνούς πολιτικής. Ήδη άλλωστε οι τελευταίες εξελίξεις (Φεβρουάριος 2020) δείχνουν ένα πρώτο ρήγμα στις σχέσεις Τουρκίας και Ρωσίας, καθώς ο Erdoğan θεωρεί ότι η Ρωσία έχει αθετήσει τη συμφωνία της, αναφορικά με τη Συρία και επιτρέπει στον Άσαντ να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της επικράτειας, ακόμη και σε περιοχές που είναι ζωτικής σημασίας για την Τουρκία, για τις οποίες άλλωστε η Τουρκία εισέβαλλε στο συριακό έδαφος. Είτε λόγω αποτυχιών είτε επιτυχιών της, η Τουρκία θα εκβάλλει την επιθετικότητα προς τις περιοχές στις οποίες θεωρεί ψυχολογικά και στρατιωτικά ότι έχει το «πάνω χέρι» και ως εκ τούτου αναπόφευκτα Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Κύπρος Αρχής γενομένης από την Κύπρο, δύναται να λεχτεί ότι έχουμε δει όλα τα σενάρια πρόκλησης και αμφισβήτησης από πλευράς Τουρκίας που φθάνουν από τη μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, της ίδιας της κυριαρχίας της, καθώς και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων (η Τουρκία αμφισβήτησε έμπρακτα και την ίδια την κυπριακή αιγιαλίτιδα ζώνη) Είναι γεγονός ότι το παράδειγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ανακήρυξη της ΑΟΖ και την ανάθεση των ερευνών για την ύπαρξη κοιτασμάτων σε ξένες εταιρίες, πέρα από τα συμφέροντα του Ελληνισμού, δημιουργεί ένα καθεστώς στενής οικονομικής διασύνδεσης μεταξύ των μικρότερων και ισχυρότερων κρατών στη λεκάνη της Μεσογείου και ως εκ τούτου παρέχει εγγυήσεις ασφάλειας στην περιοχή. Ωστόσο, ήδη από το 2018 ο γράφων είχε ήδη αναρωτηθεί τι θα επιλέξει η Άγκυρα (έχοντας πάντα κατά νου το στρατηγικό βάθος του Αχμέτ Νταβούτογλου, αλλά και τη Γαλάζια Πατρίδα), δηλαδή θα αποφασίσει να κάνει γεωτρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, μένοντας βόρεια της Κύπρου, άρα ανάμεσα στα Κατεχόμενα και στην Τουρκία; Ή θα κλιμακώσει, προχωρώντας σε γεωτρήσεις στα δυτικά και νότια της Κύπρου, ώστε να προβάλει έμπρακτα τη θέση αμφισβήτησης ότι οι θαλάσσιες ζώνες Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας και, κυρίως, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) δεν εφάπτονται πουθενά (Καθημερινή). Σ’ αυτή τη βάση, η Κυπριακή Δημοκρατία απέναντι σε όλες αυτές τις τουρκικές προκλήσεις αποφάσισε την προσφυγή στη Χάγη, κάτι που νομικά δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά, αλλά πολιτικά και συμβολικά θέλει να καταστήσει την Τουρκία ως κράτος που δεν σέβεται το διεθνές δίκαιο και που επιδίδεται σε ένα συνεχές bullying σε μια ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή (βλ. Εικόνα 7). 520 Εικόνα 7 − Χάρτης με συγκέντρωση πλοίων στον αντίστοιχο θαλάσσιο χώρο Αιγαίο – Καστελόριζο – Κρήτη Και πάλι από το 2018 ο γράφων είχε επισημάνει, πέρα από τη γεωπολιτική και όχι μόνο υπεραξία του Καστελορίζου και την επιβεβαίωση ή νόθευσή της, ότι η κλιμάκωση μιας ελληνοτουρκικής έντασης στο Αιγαίο και στην ελληνική (μη ανακηρυχθείσα) ΑΟΖ, mutatis mutandis, εξαρτάται από τη νηφαλιότητα και τη στρατηγική σύνεση της ελληνικής πλευράς. Ωστόσο, πια, ύστερα από τις ξεκάθαρες δηλώσεις (ανάλυση περιεχομένου των λόγων της τουρκικής πλευράς και ενέργειες (Γαλάζια Πατρίδα, Συμφωνία Λιβύης-Τουρκίας3) πια είναι σαφές ότι το παιχνίδι θα παιχτεί στον επίδικο θαλάσσιο χώρο και θα δοκιμαστούν οι αντοχές της κάθε πλευράς. Εν είδει ρητορικών ερωτημάτων: Ποιες είναι επιτέλους οι κόκκινες γραμμές της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, της προάσπισης της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας; Ποιος θα κλιμακώσει και θα στρατιωτικοποιήσει την κρίση; Η ελληνική πολιτική ηγεσία έχει δώσει στη στρατιωτική ηγεσία την αποδέσμευση κανόνων εμπλοκής; Έχουμε ήδη συνομιλήσει με τους εταίρους μας και τις ΗΠΑ, ώστε να ήμαστε Προμηθείς και όχι Επιμηθείς σε μια πρόκληση και διαχείριση της κρίσης; 3 https://www.nordicmonitor.com/2019/12/the-full-text-of-turkey-libya-maritime- agreement-revealed/ 521 Ποια είναι η αξιοπιστία της ελληνικής αποτροπής; Το θέμα είναι τι θα γίνει αν η Τουρκία επιχειρήσει μια ενέργεια είτε πέριξ του Καστελλορίζου είτε νότια της Κρήτης. Ήδη οι ίδιες οι εξελίξεις έδωσαν την απάντηση, καθώς το τουρκικό Oruc Reis είχε εισέλθει σε ελληνική υφαλοκρηπίδα (31/1/2020) και οι εκτιμήσεις έλεγαν ότι για την «είσοδό του ευθύνονται οι καιρικές συνθήκες»!. Εικόνα 8 − Το Τουρκικό ερευνητικό σκάφος Oruc Reis Εικόνα 9 − Η πορεία του τουρκικού ερευνητικού σκάφους 522 Εικόνα 10 − Η πορεία του τουρκικού ερευνητικού σκάφους Εικόνα 10 (Η πορεία του τουρκικού ερευνητικού σκάφους και οι κινήσεις των ελληνικών και τουρκικών πλοίων και η παρουσία του γαλλικού αεροπλανοφόρου) 523 Στη δυσεπίλυτη αυτή συνάρτηση, είναι πολύ πιθανό ένα θερμό επεισόδιο και ακόμη πιθανότερη η έγερση μιας κρίσης, όπου οι δύο πλευρές θα οδηγηθούν σε διαπραγματεύσεις και στη δικαστική οδό ή στη διαιτησία. Και εκεί οι ΗΠΑ και η Ρωσία μπορούν να πιέσουν την Τουρκία για τη δικαστική οδό και τη Χάγη ως αυτοσκοπό. Και κρίσιμες παράμετροι παραμένουν η ενεργός συμπαράσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πίεση προς τη Λιβύη) και δη των χωρών που οι εταιρίες τους εμπλέκονται στην περιοχή (Γαλλία). Ήδη ο East Med, τα ενεργειακά τρίγωνα με Κύπρο και Ισραήλ και με Κύπρο και Αίγυπτο (υπό τη σκέπη των ΗΠΑ και το ενδιαφέρον της Γαλλίας), οι κινήσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στον αραβικό κόσμο (Patriot στη Σ. Αραβία), καθώς και η ενδυνάμωση της στρατηγικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας παράγει κάποια αποτελέσματα (μέσα από την παρουσία γαλλικού αεροπλανοφόρου στην περιοχή και τις κοινές ασκήσεις με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις), η διατράνωση της οποίας (κάτι που αναμένεται τον Ιούνιο του 2020) θα δημιουργήσει την αντίστοιχη εξωτερική εξισορρόπηση για τους σκοπούς της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.4 Προκείμενες της υψηλής εθνικής στρατηγικής Στο αναλυτικό σκέλος η παρούσα προσέγγιση ενέχει νέο- νεοκλασικών ρεαλιστικών προϊδεάσεων που κατατείνουν στη σύμπηξη ενός καθεστώτος ασφαλείας. Συν τοις άλλοις, το ιστορικό παράδειγμα του Ελ. Βενιζέλου για την πρόσδεση στο άρμα μιας μεγάλης δύναμης με ισορρόπηση της βούλησης της μικρής χώρας, συνιστά μια ακόμη ατραπό στον αναλυτικό βηματισμό. Σ’ αυτή τη βάση, βλέπουμε − στη νεορεαλιστική διάσταση − την εξής (πριν μερικά χρόνια, /10/2010) δήλωση Αμερικανού αξιωματούχου (του ειδικού απεσταλμένου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την ενέργεια στην Ευρασία Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ) σύμφωνα με την οποία, ως προς την εκμετάλλευση κοιτασμάτων: Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γίνει αυτό. Ο πρώτος είναι να υπάρξει, επιτέλους, συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για τα όρια. Αν αυτό δεν είναι δυνατόν, υπήρξαν περιπτώσεις, όπου χώρες κατέληξαν σε εμπορικές διευθετήσεις και άφησαν το θέμα της οριοθέτησης για το μέλλον. Μπορώ να φανταστώ μια περίπτωση, στο Αιγαίο, ή σε κάποια άλλη αμφισβητούμενη περιοχή, όπου το οικονομικό όφελος είναι και για τις δύο χώρες τόσο μεγάλο, που τις συμφέρει να καταλήξουν σε μια επιχειρηματική λύση, ακόμη και εάν δεν συμφωνούν στα συγκεκριμένα όρια.5 Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η αποφυγή μονoμερών κινήσεων ήταν κάτι που συνιστούν ανέκαθεν οι Ηνωμένες Πολιτείες που όμως αναγνωρίζουν το δικαίωμα της Ελλάδας να ανακηρύξει ΑΟΖ. Σήμερα, η Ουάσιγκτον δηλώνει αντίθετη με την κατάθεση συντεταγμένων και την προβολή χαρτών, αλλά δεν τάσσεται απαραίτητα κατά της διενέργειας γεωτρήσεων («drill, if you have to, 4 https://www.kathimerini.gr/1062533/article/epikairothta/politikh/strathgikh- sxesh-me-th-gallia 5 http://www.kathimerini.gr/479896/article/epikairothta/politikh/oi-xeirismoi-gia- thn-aoz-me-to-vlemma-sthn-agkyra: 524 but no maps»), ιδιαίτερα σε περιοχές που δεν προκαλούν τριβές, όπως στο Ιόνιο ή νότια της Κρήτης. Αντίθετα, στο Αιγαίο και προς Ανατολάς ζητούν αυτοσυγκράτηση και συνεννόηση με άλλα «εμπλεκόμενα μέρη». Επομένως, κινούμενοι στο εκκρεμές μεταξύ της υπερβολής και έλλειψης – θα μπορούσαμε πιο αριστοτελικά, αφού προηγηθεί η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (και οριστεί η ακριβής έκταση των δικαιωμάτων των δύο γειτονικών κρατών στις υποθαλάσσιες περιοχές), να αναζητηθεί η περίπτωση της συνεκμετάλλευσης και φυσικά μόνο για τις περιοχές (ειδικού καθεστώτος) που η ενότητα ενός ενεργειακού κοιτάσματος το επιτάσσει (όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Ροζάκης). Και φυσικά κάτι τέτοιο να προκύψει μετά την οριοθέτηση και όχι την αποδοχή γκρίζων σημείων επί των οποίων να γίνει συνεκμετάλλευση. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει και την επέκταση των ναυτικών μας μιλίων, ως πλουραλιστικό όπλο στην όλη προσπάθεια λύσης ή καλύτερα εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Επομένως, φρόνιμο είναι να αναζητηθούν λύσεις που προσιδιάζουν στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, δηλαδή στη σύμπηξη ενός καθεστώτος ασφάλειας στην περιοχή, ως μέρος στο ευρωατλαντικό ολιστικό σχέδιο για την ενέργεια στον χώρο της Ευρασίας. Και είναι οξύμωρο να αποθεώνουμε το ευρωπαϊκό εγχείρημα, αλλά να φοβούμαστε να δούμε κατάματα την αξιακή του λογική που συγκεράζει νεορεαλιστικές και ιδεολογικές παραδοχές. Η όποια λύση που θα κινηθεί στο πλαίσιο του ΟΗΕ και θα έχει το κέλυφος τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με τη σημασία που έχει ειδικά για την τελευταία η Ανατολική Μεσόγειος) είναι κάτι που μένει να αναζητηθεί. Στο δια ταύτα, αν απορρίπτουμε, την όποια βίαιη λογική, αυτά που μένουν είναι οι διαπραγματεύσεις από τη μια και από την άλλη οι προσφυγές σε ένα τρίτο μέρος, πολιτικό ή δικαιοδοτικό για την τελική επικράτηση μιας ερμηνείας. Ωστόσο, το ζήτημα βρίσκεται στο αν η όποια διευθέτηση γίνεται κατόπιν κρίσης και αν σύρεσαι προς αυτή τη λύση σε μειονεκτική ή ισχυρή θέση. Η οριοθέτηση του «εθνικού Αγαθού», συνιστά την αναγκαία υπαρξιακή εννοιολόγηση, την αναγκαία συνθήκη στο επίπεδο της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Κατά κύριο λόγο, η πρόσδεση στο άρμα μιας μεγάλης δύναμης, όχι ως ανήμπορος επαίτης, αλλά ως σοβαρός δρων (με ισχύ για το μέγεθός του) φαντάζει, ως εθνική στρατηγική απαίτηση. Αλλά η σοβαρότητα είναι κάτι που πρώτα κάποιος νιώθει για να μπορεί και να την εκπέμψει. Ακριβώς ως προς τη στρατηγική αυτό που ο γράφων προτείνει είναι η «Χειρωνική» στρατηγική. Σαν τον κένταυρο Χείρων (μισός άνθρωπος-μισός ζώο) ως σύζευξη ρεαλισμού και ιδεαλισμού, κατά τρόπο που η στρατιωτική σου ικανότητα να συμπεριλαμβάνεται στη φαρέτρα σου, ομού με το διεθνές δίκαιο που επικαλείται συνεχώς η χώρα, γεγονός που παρέχει ευελιξία, πλουραλισμό και όχι προβλεψιμότητα στην Ελλάδα ως στρατηγικό δρώντα και μέγεθος. Επομένως, η πολυμορφία στη στρατηγική πραξεολογία προσδίδει και τα ανάλογα αποτελέσματα, όπου το raison d’ etat δεν συνιστά έναν απλώς θυρεό, αλλά μια ζώσα διακρατική κατοχύρωση. Όπως και να έχει το έργο, η αποστολή όσων ασχολούνται με την εθνική ασφάλεια, σκόπιμο είναι να εστιάσει, πυρηνικά, στα εξής: στην εκπόνηση ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού για την επικαιροποίηση του στρατηγικού δόγματος της χώρας, 525 στη θεσμική αποτύπωση αυτού, μέσα από ανάλογα κείμενα που να ανταποκρίνονται στην επαναεννοιολόγηση της εθνικής ασφάλειας (συνεργασία κλάδων ενόπλων δυνάμεων, ΕΥΠ, σωμάτων ασφαλείας), στη σύσταση και αξιοποίηση μιας ομάδας σοφών (κατά το πρότυπο ανάλογων στο πεδίο της οικονομίας) που θα μπορούσαν, ως ένα μετά- γραφειοκρατικό σχήμα, να συμβουλεύουν επ’ αυτών των ζητημάτων. Η χώρα διαθέτει και ισχυρά πανεπιστημιακά τμήματα πολιτικής επιστήμης, διεθνών σχέσεων και στρατηγικής, έμπειρους στρατιωτικούς και διπλωμάτες που έχουν αφυπηρετήσει και στέρεες «δεξαμενές σκέψης», στη θεσμοποίηση της στρατηγικής εκπαίδευσης (ενδεχομένως η Σχολή Εθνικής Άμυνας θα μπορούσε να παίξει αυτό το ρόλο), μέσα από προσομοιώσεις, όπου η πολιτική ηγεσία μαζί με τους στρατιωτικούς και διπλωματικούς ταγούς θα κάθονταν στα ίδια έδρανα (όπως συμβαίνει λόγου χάρη στις ΗΠΑ) για να ενημερωθούν και να κατανοήσουν εκατέρου τα εργαλεία και την οργανωσιακή κουλτούρα εαυτών και αλλήλων, στην ανατροφοδότηση της στρατηγικής κουλτούρας που μαζί με την πολιτική κουλτούρα (για την οποία υπεύθυνοι είναι η πολιτική ηγεσία, αλλά και το εκπαιδευτικό μας σύστημα) αποτελούν sine qua non προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο κράτος εθνικής ασφάλειας (όπου η εμπιστοσύνη, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις δεν είναι ακάλυπτη επιταγή). Ασφαλώς και το έργο δεν είναι εύκολο, το να μεταβείς, με άλλα λόγια, από ένα κράτος οιονεί «γυμνοσάλιαγκα» (χωρίς δηλαδή ισχυρό κέλυφος) σε ένα κράτος «σκαντζόχοιρο». Όταν όμως αντιμετωπίζεις προκλήσεις με άδηλα αποτελέσματα και ο αντίπαλος συμπεριφέρεται -λες και είναι- σε ζωικό βασίλειο, ορεγόμενος την όποια «γαλάζια πατρίδα» τότε η στρατηγική αυτογνωσία και γνωσιοθεωρία επιβάλλουν τις αντίστοιχες απαντήσεις προάσπισης της δικής σου πατρίδας. Η χώρα και με την κυβέρνηση Μητσοτάκη (όπως και με τις κυβερνήσεις Τσίπρα) συνεχίζει και ενδυναμώνει την πρόσδεσή της με τις ΗΠΑ, σε πλείστους τομείς συνεργασίας. Μένει να φανούν τα όποια ανταλλάγματα. Και προσοχή σε αυτό, και από διπλωματικής και στρατηγικής πλευράς: τα όποια «λαβείν» να μην επιζητούνται με μονολιθικό και περιδεή τρόπο, ως αντίμετρα απέναντι στην Τουρκία, αλλά αντίθετα ως αντισταθμίσματα που προσδίδουν στρατηγική αυθυπαρξία στη χώρα μας, ως προμαχώνας της Δύσης και ως δύναμη σταθερότητας σε μια ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή. Λόγου χάρη, η ανάπτυξη αντιαεροπορικών συστημάτων δυτικής προέλευσης στα νησιά, η επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων με μέσα που η δυτική τεχνολογία διαθέτει, καθώς και η ανάπτυξη ενός μετεωρολογικού σταθμού με αμερικανική τεχνογνωσία και δικαιοδοσία στο Καστελόριζο για τα ακραία «καιρικά φαινόμενα» της Ανατολικής Μεσογείου συνιστούν μια πολλαπλότητα «λαβείν» από ελληνικής πλευράς. Αυτή η αναγκαία συνθήκη πληρούται πέρα από την οικονομική ανάταση και τη στρατιωτική μας ενδυνάμωση, κατεξοχήν με εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης και πρόσδεσης με τις ΗΠΑ, στη βάση συγκεκριμένων «δούναι και λαβείν», καθώς δεν φαίνεται ότι παγιώνεται μια πολυπολική, αλλά μια μετά-μονοπολική διεθνή τάξη. Το έργο άλλωστε που έχει επιτελεστεί από τις ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια, σε συνεργασία με την αμερικανική 526 πλευρά και δη την Αθήνησι (ως κορυφή της πυραμίδας των ενεργειακών τριγώνων και συμπράξεων) είναι προς την ωφέλιμη κατεύθυνση. Η σοβαρότητα, ωστόσο, από ελληνικής πλευράς, όσον αφορά στην προσήλωση στη φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων και η ικανότητα της χώρας μας να ανιχνεύει και να διαχειρίζεται τις όποιες αμερικανικές αμφιθυμίες συνιστούν μονόδρομο, ο οποίος έχει σαφώς ως Λυδία Λίθο την ευόδωση των εθνικών μας στοχεύσεων. Ο γράφων έχει υποστηρίξει ότι η σύμπηξη ενός καθεστώτος ασφάλειας στην περιοχή, μέσα από την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, τον εμπλουτισμό του άρθρου 5 της Συμμαχίας (τα κράτη-μέλη δεν πολεμούν μεταξύ τους), συνιστά μονόδρομο για την ειρήνη και τη συνεργασία στην περιοχή. Όταν όμως η γείτονα και «σύμμαχος» Τουρκία έχει θέσει ξεκάθαρα και κατηγορηματικά casus belli απέναντι στη χώρα μας (για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων), η Ελλάδα πια καλείται να ανταπαντήσει, ως σοβαρό κράτος, σε περίπτωση αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Η σαφής και απερίφραστη δήλωση από ελληνικής πλευράς (προς τα ώτα όλων) ότι η όποια τουρκική πρόκληση και η έμπρακτη αμφισβήτηση θα τύχει της ανάλογης αντιμετώπισης, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΟΗΕ για τη νόμιμη άμυνα είναι η δέουσα και οξύνοα πολιτική. Χωρίς αστερίσκους ή άλλες υποσημειώσεις. Αν η Τουρκία προκαλεί με αμφισβητήσεις και με casus belli, η Ελλάδα θα απαντά όχι με επίπλαστες και γυμνές περιεχομένου επικλήσεις του διεθνούς δικαίου, αλλά με τη νόμιμη άμυνα που συγκεράζει το δίκαιο και την αποτρεπτική ισχύ. Το ελληνικό κράτος και διαχρονικά οι κυβερνήσεις του καλούνται ακριβώς να κάνουν διαχείριση της κρίσης τους (ως νοητικής διεργασίας), να κρίνουν δηλαδή και να αποφασίσουν με τρόπο που επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα και την αποτρεπτική ισχύ της χώρας, μέσα από λύσεις που αποδεικνύουν το smart και όχι το συνεχές soft της ελληνικής πολιτικής ανθρωπολογίας και κυρίως της εθνικής στρατηγικής κουλτούρας. Τελικές σκέψεις και συμπεράσματα Κάθε φορά χύνεται πολύ μελάνι για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε αναλύσεις για μια κατάσταση, που εν τέλει συνιστά τον καθρέπτη της στρατηγικής ικανότητας της χώρας μας. Και τούτο διότι ο φόβος για τη γείτονα χώρα έχει καθορίσει, κατά το μάλλον ή ήττον, την ταυτότητα και την ίδια την τροχιά του νεοελληνικού κράτους. Η διαλεκτική διαπάλη καλά κρατεί, αναφορικά με το πλαίσιο και κυρίως το περιεχόμενο της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής μας πολιτικής, του στρατηγικού δόγματος που άλλοτε οδηγεί σε «παλάτια στην άμμο» και άλλοτε γίνεται πλαστελίνη απέναντι στην αδήριτη και αδυσώπητη πραγματικότητα. Είναι καιρός (πια!) να (από)-δράσουμε από μύθους και αυταπάτες, γύρω από τη θέση της χώρας, σε αντιδιαστολή με εκείνη της Τουρκίας, καθώς και τη συνεχή επίκληση του διεθνούς δικαίου, ως πανάκεια για όλα τα εθνικά γεωπολιτικά προβλήματα. Είναι γεγονός ότι οι όποιες λέξεις μπροστά στο βάρος της πραγματικότητας είτε τρέχουν να ερμηνεύσουν αυτή και τα επιφαινόμενα της είτε μένουν κενές περιεχομένου, εξαιτίας της δίνης των εξελίξεων. Δυστυχώς, όμως αυτό το μυστηριακό του Πολιτικού και Διεθνούς Φαινομένου επιβάλλει στα σοβαρά κράτη να δίνουν απαντήσεις και να μην 527 μένουν απλοί θεατές ή χειρότερα κομπάρσοι και καρπαζοεισπράκτορες των επιτήδειων παικτών. Είναι επίσης αλήθεια ότι η Μεσόγειος και ετυμολογικά και ιστορικά ενέχει της δικής της βαρύτητας και σημασίας στο ρου των λαών και των πολιτισμών που έζησαν και διαβιούν στην πορεία της ανθρωπότητας. Και μια ακόμη αλήθεια είναι ότι η θάλασσα μπορεί να ενώνει ή να χωρίζει κράτη, έθνη, πολιτισμούς και ταυτότητες. Ωστόσο, ακριβώς, σύμφωνα με την ετυμολογία της, η λέξη Μεσόγειος, όπου το πρώτο συνθετικό είναι το μέσο, μάλλον επιτάσσει ανάλογες πολιτικές συμπεριφορές που να αποκλείουν την ακρότητα και την υπερβολή. Έχοντας στο νου ότι στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο που αποτέλεσε ένα πεδίο ανταγωνισμών έπρεπε να βρεθεί το ευρωπαϊκό εγχείρημα, η ίδρυση δηλαδή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, αρχικά και στη συνέχεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (παρά τα προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει), ομοίως και στη Μεσόγειο η μεταφορά αυτού του «πολιτικού παραδείγματος», ως αναλογία, μπορεί να οδηγήσει στην εμπέδωση ενός κλίματος συνεργασίας. Είναι και εννοιολογικά και αξιακά ασυνεπές να αποθεώνουμε την υπερβατική και υπερεθνική βάση στην οποία στηρίχτηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να μην επιχειρούμε λύσεις που μακριά από τις όποιες ρετσινιές μειοδοσίας είναι παραγωγικές για τα εθνικά συμφέροντα. Το να φαίνεσαι ή να δείχνεις ιδεαλιστής δεν σημαίνει ότι δεν είσαι ρεαλιστής. Απλώς χαμαιλεοντικά προσαρμόζεσαι στο περιβάλλον, επιβιώνεις και δυναμώνεις για την επόμενη κίνηση σου. Αυτό για τον γράφοντα είναι και το βαθύτερο νόημα της μακιαβελικής προσέγγισης, καθώς και της θεώρησης του Nye, περί ήπιας, σκληρής και έξυπνης ισχύος. Το κλειδί επομένως για να καταστεί η Μεσόγειος από θάλασσα και περιοχή κρίσεων σε θάλασσα συνεργασίας και ευκαιριών έγκειται στην παγίωση ενός δικτύου συνεργειών, γύρω από τα ενεργειακά, η οποία διέρχεται σαφώς και επιτακτικώς και μέσα από τη νουθέτηση της Τουρκίας και τη συμμόρφωσή της με το διεθνές δίκαιο, υπό ένα νέο κέλυφος που θα ικανοποιεί εν μέρει και τα δικά της συμφέροντα. Η δημιουργία στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο ενός καθεστώτος ασφάλειας αποτελεί την κατεξοχήν κρίσιμη πρόκληση. Στα επόμενα χρόνια θα φανεί αν η κατάληξη και το πρόσημο που θα λάβουν τα τετελεσμένα στην περιοχή θα αποβούν επ’ ωφελεία των συμφερόντων του Ελληνισμού, αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης προόδου και της φιλίας μεταξύ των κρατών. Σε αυτό το πλαίσιο, η χώρα μας και η υπεύθυνη πολιτική της ηγεσία καλούνται να απογαλακτιστούν από το χτες και τις εξαρτήσεις εκείνες που αποδεικνύονται αλυσιτελείς. Η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το παιχνίδι γίνεται με όρους «μεγάλης σκακιέρας» και όχι απλού διακρατικού stratego. Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, πέρα από τις όποιες μεμψιμοιρίες (ίδιον της ελληνικής φυλής) επιβεβαίωσε το άριστο επίπεδο μεταξύ των δύο χωρών ((ίσως, ως αιρετική πρόταση του γράφοντος, στη συνέντευξη Τύπου, ο Έλληνας πρωθυπουργός θα μπορούσε να προτείνει στον Αμερικανό πρόεδρο μια τριμερή σύσκεψη ΗΠΑ-Τουρκίας-Ελλάδας που θα ωθούσε τις δύο πλευρές να αναζητήσουν ειρηνικούς τρόπους επίλυσης των ανοιχτών τους θεμάτων και με ουσιαστική και όχι ψευδεπίγραφη λειτουργία των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ)). Και τούτο διότι οι διεθνείς σχέσεις είναι σαν τις ανθρώπινες, ίσως και ερωτικές σχέσεις, με ανάμικτα 528 συναισθήματα μίσους, αγάπης, έρωτα. Αν, ως υπόθεση εργασίας, στην αμφιθυμία τους, «αγαπούν» την Ελλάδα, υπό ένα φιλελεύθερο πρίσμα θέασής της, ως κοιτίδα δηλαδή της δημοκρατίας και της ελευθερίας, ωστόσο, «δείχνουν έναν ερωτισμό» προς την Τουρκία, ως καίριο γεωπολιτικό παράγοντα στο χώρο της Ευρασίας. Εξ ου και στρατηγικά επιτακτικό είναι η ελληνική υψηλή στρατηγική και το εθνικό συμφέρον να επαναδιαπιστευτούν, ώστε αυτή η αγάπη να σταθεί πιο δυνατή από τον όποιο γεωπολιτικό ερωτισμό. Κατά κύριο λόγο, διαισθητικά και ερμηνεύοντας το περιεχόμενο των λόγων του Έλληνα πρωθυπουργού για τη σημασία του διαλόγου (και καθώς ανήκει και οικογενειακά σ’ αυτή την πολιτική σχολή σκέψης και δράσης), αναμένεται μια κινητικότητα και στο Κυπριακό. Κυρίως δε στη διαλεκτική της agenda των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η οποία διέρχεται αφενός από την από κοινού με την Τουρκία προσφυγή στη Χάγη και αφετέρου από την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας. Δορυφορικά, η Ελλάδα φαίνεται μια χώρα μικρή στο μέγεθος. Για αυτό και περισσότερο από ποτέ επιβάλλεται στρατηγική ευθυκρισία, συναντίληψη και συστράτευση, ώστε να μην επιτραπεί να γίνει μικρότερη, γεωγραφικά, ιστορικά, αξιακά. Άλλωστε ο καθένας είναι τόσο μικρός και όσο μεγάλος το επιτρέπουν ο ήλιος του και κυρίως η σκιά του. Και χρέος κάθε ηγεσίας είναι να παραδίδει στην επόμενη τη χώρα μεγαλύτερη και όχι μικρότερη από αυτή που παρέλαβε. Βιβλιογραφία http://www.kathimerini.gr/479896/article/epikairothta/politikh/oi-xeirismoi-gia-thn- aoz-me-to-vlemma-sthn-agkyra: https://www.huffingtonpost.gr/author/nikolaos-papanastasopoelos/ (τελευταία πρόσβαση 20/12/2019) https://www.kathimerini.gr/1062533/article/epikairothta/politikh/strathgikh-sxesh- me-th-gallia https://www.nordicmonitor.com/2019/12/the-full-text-of-turkey-libya-maritime- agreement-revealed/ https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR2589.html?fbclid=IwAR2wndnXYcCu 278dMiXWkDk1KDuYEXCzw1XqDftEvXJ87qtOg1li_ffikbY Παπαναστασόπουλος, Ν., (2017), Η Διαχείριση Κρίσεων στην Ελληνική Εξωτερική και Αμυντική Πολιτική. Η περίπτωση της κρίσης των Ιμίων, Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Ροζάκης, Χ. (2013), Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και το Διεθνές Δίκαιο, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Οι χάρτες στο παρόν άρθρο έχουν αντληθεί από πηγές στο διαδίκτυο. 529 530 Η ‘Σιωπηλή Επανάσταση’ στη Διεθνή Οικονομική Αρχιτεκτονική Ευάγγελος Πρόντζας1 Περίληψη Τα προβλήματα στη διεθνή οικονομία και η αντιμετώπισή τους στη δεκαετία του ’80 συνδέθηκαν με την έννοια της «σιωπηλής επανάστασης». Η «σιωπηλή επανάσταση» αφορά την απόφαση χωρών, ιδίως αναπτυσσόμενων, να ενισχύσουν τις οικονομικές πολιτικές τους μέσα από την εκτέλεση αναπτυξιακών ρυθμιστικών προγραμμάτων, με την οικονομική ενίσχυση του ΔΝΤ. Η «σιωπηλή επανάσταση» σηματοδοτεί τις αλλαγές που θα ακολουθήσουν στη δεκαετία του 1990, πρωτίστως όμως προβάλλουν τα προβλήματα που κληρονομήθηκαν από τη δεκαετία του 1970 και επιχειρήθηκε να ξεπερασθούν στη δεκαετία του ’80. Τα ερωτήματα μας είναι: με πιο τρόπο εκδηλώνονται στη δεκαετία του 1980 σύμμετρες και ομοιογενείς επιτυχίες σε ορισμένους τομείς της διεθνούς οικονομίας, ειδικώς τον τραπεζικό, στην επόμενη δεκαετία; Σε πιο βαθμό ορισμένες σχολές σκέψης ώθησαν τα σύμμετρα και ομοιογενή χαρακτηριστικά στην κατεύθυνση της νέας οικονομίας στη δεκαετία του 1990, αδυνατώντας όμως να αντιμετωπίσουν την ασύμμετρη και ανομοιογενή παγκοσμιοποίηση της οικονομίας; Λέξεις-κλειδιά: Σιωπηλή επανάσταση, διεθνής οικονομική αρχιτεκτονική, σμιθιανός/ σουμπετεριανός τύπος οικονομίας. Εισαγωγή Επιτρέψτε μου, εν αρχή, να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την αποδοχή του θέματος του και επαινέσω θερμά την επιτροπή για την επιλογή του τολμηρού αυτού αντικειμένου. Κατά δεύτερο, να προτάξω τα όρια στον ευρύτατο ορίζοντα του: το επιμέρους ερευνητικό θέμα χαρακτηρίζεται από εύρος στο οποίο εγγράφονται, μεταξύ εκείνων που έχουν ήδη αναλυθεί, η οικονομική σκέψη (τη θέση των «δρώντων» και τη σημασία τους στην οικονομική σκέψη του A. Smith έναντι του J. B. Say) (Mehrdad 2012), η πολιτική οικονομία της πρόληψης των συγκρούσεων από τον «οικονομικά δρώντα» (στο ίδιο), η σχέση οικονομικής ανάπτυξης και κράτους ανάλογα με την ισχύ και την αναγνώριση του ρόλου που μπορεί να αναλάβει ο «οικονομικά δρων» (Evans 2001), η γεωγραφία της στρατιωτικής οικονομίας,2 ή − ακόμη βαθύτερα στο χρόνο − η ανάλυση των πολιτισμών και των κρατών της αρχαιότητας (Brumfiel 2001). Η ανάλυσή εδώ περιορίζεται στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα όπως εξελίσσεται υπό «στενή» και «διευρυμένη» οπτική από μη κρατικούς δρώντες με «άμεσες» επιπτώσεις στις σχέσεις μεταξύ κρατών και στο εσωτερικό κάθε εθνικού 1Οικονομικός ιστορικός,
[email protected]2 Για την ανάλυση της συγκρουσιακής διαδικασίας έχει προταθεί μια θεωρητική διάκριση μεταξύ τριών διαφορετικών στιγμών: τα συγκρουόμενα συμφέροντα, τη συγκρουσιακή συμπεριφορά και τη συγκρουσιακή δράση (Mehrdad 2012). 531 κράτους.3 Στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα όλο και περισσότεροι «δρώντες» στην παγκόσμια πολιτική, αλλά και στο εσωτερικού ενός κράτους εμφανίζονται με ιδιότητες που προσδιορίζουν την έννοια «δρών», μπορούν δηλαδή να διατηρούν αυτόνομη ικανότητα να προσδιορίζουν τους στόχους και τα ενδιαφέροντα τους, κινητοποιούν ανθρώπινες και υλικές δυνάμεις για να επιτύχουν τους σκοπούς τους και να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους και τέλος με τις ενέργειές τους, εφόσον είναι σημαντικές, οι «δρώντες» επηρεάζουν τα κράτη, τις σχέσεις αλλά και τις συμπεριφορές άλλων μη κρατικών φορέων του παγκόσμιου συστήματος (Sekiguchi 2010). Η μετάβαση στο περιβάλλον του χρηματοπιστωτικού συστήματος Μια αξιοσημείωτη μεταβολή συμβαίνει στη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων από το «σμιθιανό» στο «σουμπετεριανό» τύπο οικονομίας. Ο 19ος και 20ος αιώνας, αιώνες της «σμιθιανού» τύπου οικονομίας, της οικονομίας δηλαδή η οποία λειτουργεί με ένα αποκεντρωμένο σύστημα αποφάσεων και εφόσον η διανομή του πλούτου είναι ικανοποιητική, τον τύπο αυτό διαδέχεται από το τέλος του 20ου αιώνα και τον 21ου αιώνα μία «σουμπετεριανού» τύπου οικονομία στην οποία φαίνεται ότι το σύστημα της «σμιθιανής» περιόδου παύει να είναι εξίσου αποδοτικό για τη λειτουργία της αγοράς και την ανταγωνιστική ισορροπία η οποία δεν διασφαλίζει η οικονομική αποδοτικότητα. Σημαντικό σε αυτή την μετάβαση είναι η «καινοτομία», ιδίως στις χρηματοπιστωτικές λειτουργίες, κύρια πηγή πλούτου με κέρδη να κεντρίζουν την ιδιωτική επιχείρηση ώστε να συμμετέχει και προωθεί ακόμη περισσότερο την καινοτομία (DeLong & Summers 2001).4 Πρόκειται για μια «μετάβαση» όπου οι μεταβολές στις χρηματοπιστωτικές ανάγκες αποτυπώνονται στις αλλαγές των χρηματαγορών με σοβαρές επιπτώσεις στην άσκηση της μακροοιοκονομικής πολιτικής και τη δημιουργία νέων δεδομένων και προκλήσεων στην εξέλιξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Για την κατανόηση των επιπτώσεων, η εμπειρική έρευνα βασίσθηκε σε έννοιες και κατηγοριοποιήσεις, οι οποίες εμφανίσθηκαν και προσδιόρισαν μαζί με νέα προϊόντα και υπηρεσίες το νέο κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα, ικανό να ρυθμίζει τις σχέσεις τους με τον εθνικό και διεθνή τομέα της παραγωγής. Στα ερωτήματα που προκύπτουν από τις εξελίξεις των δύο τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα όπως ποιες είναι οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και πώς οι τύποι των αγορών επηρεάζουν την επίδοση του πραγματικού τομέα της οικονομίας, η απάντηση προκύπτει από δύο ουσιώδεις και αδιάσπαστες λειτουργίες χαμηλού κόστους των χρηματοοικονομικών αγορών: την αποτελεσματική χορήγηση κεφαλαίων και την κατανομή του χρηματοδοτικού κινδύνου. 3 Το «κράτος» ως σύστημα διακυβέρνησης ασφαλώς συμμετέχει και προωθεί με άλλα κράτη τις διεθνείς σχέσεις ώστε να παραμένει ακόμη η άμεση και αναγνωρίσιμη αναφορά στους «δρώντες» του παιγνίου της διεθνούς πολιτικής. 4 Tη σουμπετεριανή αντίληψη, στο ειδικό πεδίο της καλής λειτουργίας των τραπεζών και του κεντρίσματος της τεχνολογικής καινοτομίας με τον προσδιορισμό και τη χρηματοδότηση εκείνων των επιχειρηματιών που διαθέτουν τις ευνοϊκότερες πιθανότητες επιτυχίας σε καινοτόμα προϊόντα και διαδικασίες παραγωγής αντιμετώπισε ο 21ο αιώνας στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 2008. 532 Η εμβάθυνση στα ζητήματα αυτά στράφηκε στη διάκριση της ροής των πόρων, δια των χρηματοοικονομικών αγορών, κατά τη «διαδρομή» τους από τον αποταμιευτή στο δανειζόμενο. Αναδείχθηκε έτσι ο ανταγωνιστικός τρόπος που επιτυγχάνεται η ροή αυτή είτε (με την υποχώρηση) του διαμεσολαβητικού ρόλου που προσφέρει η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (με τα όργανα τους τις εμπορικές τράπεζες, τα ειδικά πιστωτικά ιδρύματα, τα ταμιευτήρια, τις χρηματοδοτικές εταιρείες κλπ.) είτε/και τον (αυξανόμενο) αποδιαμεσολαβητικό ρόλο της άμεσης χρηματοδότησης που προσφέρουν οι χρηματοοικονομικές αγορές (με όργανά τους τα αμοιβαία κεφάλαια, τις εταιρείες επενδύσεων κ.λπ.).5 Ταυτοχρόνως, η ροή των πόρων δια των χρηματοοοικονομικών αγορών αντιμετωπίζεται με τη χρήση διαφορετικών κριτηρίων για τον ορισμό του τύπου των αγορών, εκτός των εθνικών συνόρων. Έτσι οι πρωτογενείς και δευτερογενείς αγορές αποτυπώνουν τον τρόπο έκδοσης των χρεογράφων, η διάρκεια των διαπραγματεύσιμων τίτλων αναδεικνύει την αγορά χρήματος έναντι της αγοράς κεφαλαίων, ο τρόπος ανταλλαγής των κεφαλαίων δημιουργεί τις αγορές χρέους και μετοχών ή ακόμη τον τρόπο οργάνωσης της αγοράς δια των χρηματιστηρίων έναντι των αγορών over the counter. Από τη δεκαετία του 1980 προκύπτουν έννοιες που διαπερνούν την έρευνα των εθνικών αγορών, με κυριότερες τη διεθνοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και την παγκόσμια ολοκλήρωσή τους, την απακανονικοποίηση και απελευθέρωση των εγχώριων και σε διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, την επιταχυνόμενη ανάπτυξη των παράγωγων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η αποδιαμεσολάβηση αναδεικνύει τη μείωση του ρόλου κάθε «παραδοσιακού» τραπεζικού ιδρύματος.6 Το εκτεταμένο και άγνωστο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 πλέγμα των εννοιών που ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες λειτουργίας των χρηματαγορών προκάλεσε το εκτεταμένο «πειραματικό» και θεωρητικό ενδιαφέρον. Η θεωρητική σκέψη και η εμπειρική ανάλυση με τη βοήθεια «φυσικών πειραμάτων» 5 Υπενθυμίζουμε ότι ο χαρακτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε μία οικονομία προσδιορίζεται από την τιμή δύο συντελεστών: το λόγο πιστώσεων στην οικονομία/ΑΕΠ [1] και το λόγο χρηματιστηριακή αξία εισηγμένων επιχειρήσεων ΑΕΠ [2]. Ο πρώτος αντανακλά το ρόλο του τραπεζικού συστήματος και των πιστωτικών ιδρυμάτων στην οικονομία και ο δεύτερος καθορίζει τη θέση της χρηματαγοράς. Όταν [1] >> [2] τότε η οικονομία χαρακτηρίζεται από χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση (Γερμανία, Ιαπωνία) και όταν [1] << [2] τότε η οικονομία χαρακτηρίζεται από χρηματοοικονομική αποδιαμεσολάβηση (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο). 6 Κάτω από τις διακρίσεις αυτές βρίσκεται η κάμψη των παραδοσιακών τραπεζών, η οποία έχει μακρά πορεία και έρχεται ως αποτέλεσμα μία διπλής πίεσης που ξεκίνησε πριν από πολλές δεκαετίες: Η πρώτη πίεση, δημιουργεί τις συνθήκες αποδιαμελόβησης στη δεκαετία του 1960 καθώς διαφαίνεται το πλεονέκτημα της μείωσης του κόστους χρηματοδότησης. Στις ΗΠΑ η απορρύθμιση εκδηλώνεται από το 1986 με την άρση της υποχρέωσης για ανώτατα όρια κατάθεσης, η «χρηματοοικονομική καινοτομία» αποτυπώνεται στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων ενώ το πλεονέκτημα των ξένων τραπεζών να αποτελούν φθηνότερη πηγή χρηματοδότησης (ιδίως από τις ιαπωνικές τράπεζες) προκαλεί την «εισαγόμενη» απορρύθμιση. Η δεύτερη πίεση προκαλείται από την απώλεια εισοδηματικών πλεονεκτημάτων καθώς είναι πιο εύκολο (χρηματοοικονομική καινοτομία) στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν πιο άμεσα τις αγορές τίτλων και να συλλέξουν τα αναγκαία κεφάλαια αντί να καταφύγουν στις τράπεζες. Η προώθηση της τεχνολογίας και οι εξελιγμένες τεχνικές επιτρέπουν με στατιστικές μεθόδους τον υπολογισμό του κινδύνου (Mashkin 2004). 533 εισέβαλε στις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και την οικονομική μεγέθυνση, την αποτελεσματικότητα της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, τις τραπεζικές κρίσεις με ή χωρίς «κραχ». Θεωρία και ανάλυση εισέβαλαν στη διάρκεια της τελευταίας εικοσιπενταετίας στους παράγοντες της διαρκώς εντεινόμενης ενσωμάτωσης των τραπεζικών επιχειρήσεων στο διεθνοποιημένο σύστημα λειτουργίας τους. Αναζητήθηκαν επίσης οι συνθήκες ανατροπής του περιβάλλοντος λειτουργίας των τραπεζών καθώς «παγκοσμιοποιήθηκαν» οι εργασίες τους και κατευθύνθηκαν στον τύπο των «ολικά διεθνοποιημένων» εργασιών, ιδίως κατά την περίοδο που εκφράζεται ως το τρίτο κύμα της παγκοσμιοποίησης (σχήμα 1), λαμβάνοντας υπόψη την μακρόχρονη τάση της χρηματοοικονομικής ολοκλήρωσης και των θεσμών ρύθμισής της (σχήμα 2). Σχήμα 1−Τα κύματα της παγκοσμιοποίησης σύμφωνα με την World Bank (2002) Σχήμα 2 − Ανατομία της τάσης χρηματοοικονομικής ολοκλήρωσης (κατά Obstfeld) Κάθε ένα από τα πεδία ανάλυσης γνωρίζουν αξιόλογη θεωρητική και εμπειρική διεύρυνση και επιτάχυνση, με αξιοπρόσεκτη τη θέση που κατέχει ανάμεσά τους η μακροχρόνια ανάλυση. Τη διερεύνησή ενισχύει μεταξύ άλλων, η σύνθετη κοινωνική και πολιτική φύση, η ιστορικότητα και ιδιαιτερότητα των αναπτυξιακών φαινομένων, 534 η ανάγκη της έρευνας για την εξάρτηση από την ιστορική τροχιά και τα κλαδικά χαρακτηριστικά του οικονομικού συστήματος. Τα θεωρητικά σχήματα που προκύπτουν επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκλαμβάνουμε και κατανοούμε την οικονομική πραγματικότητα, ώστε αφενός να επιτύχουμε την κατανόηση, με τη χρήση ειδικών εννοιολογικών σχημάτων και τρόπων ερμηνείας, τις σχέσεις αιτιότητας, τις βασικές παραστάσεις και τα αντιπροσωπευτικά δεδομένα της πραγματικότητας που συλλαμβάνουμε και αφετέρου να παρέμβουμε δια της επεξηγηματικής θεωρίας στην αξιολόγηση οικονομικών συμπεριφορών και επιδόσεων (Βαϊτσος & Μπαρτζώκας 2004). Δύο πρόσθετες αναλύσεις ενισχύουν την προσέγγιση στη «μετάβαση» στις λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η πρώτη αφορά την εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας. Σε μια από τις αναλύσεις, κατά A. M. Taylor (Taylor 2002: 31), αναπτύσσεται η μετάβαση σε όρους δύο δυνάμεων, τις «συγκεκριμένες και ενσώματες δυνάμεις» οι οποίες αφορούν την ολοκλήρωση των αγορών από γνωστές δυνάμεις (τεχνολογικές πρόοδοι) και τις δυνάμεις που είναι δύσκολο να περιτμήσουμε, τις «αψηλάφητες» ή «πνευματικές» δυνάμεις. Πρόκειται για τις πολιτικο-οικονομικές δυνάμεις και για τις δυνάμεις του θεσμικού πλαισίου που προσφέρουν τα δημόσια αγαθά (διασφαλισμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας, συμβόλαια, ευσταθές οικονομικό περιβάλλον, διαφθορά και διαφάνεια, πολιτική αστάθεια/ ευστάθεια, κ.λπ.). Η εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας, κατά A. M. Taylor, εμφανίζεται με εξελικτικούς όρους σε χρονική διάταξη (1 4) στο σχήμα 3 (στο ίδιο). Σχήμα 3 − Πίνακας Taylor: Δυνάμεις ισχύος και Φάσεις παγκοσμιοποίησης ΑΨΗΛΑΦΗΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ – ΠΝΕΥΜΑ Θεσμικές και πολιτικές βάσεις της παγκοσμιοποίησης ΙΣΧΥΡΗ ΑΔΥΝΑΜΗ 1. 2. Από την κλασική Απαρχές νεώτερης στη μεσαιωνική περιόδου ΕΝΣΩΜΑΤΕΣ ΙΣΧΥΡΗ περίοδο (16ος-18ος αι.) ΔΥΝΑΜΕΙΣ (ως το 15ο αι.) Οικονομικές κα τεχνολογικές 4. 3. βάσεις της Σημαντικό μέρος 19ος αι. παγκοσμιοποίησης ΑΔΥΝΑΜΗ 20ου αι. (περίπου 1815- (περίπου 1914- 1914) 2000) Η δεύτερη ανάλυση προέρχεται από το ενδιαφέρον που αναπτύχθηκε για τη σχέση της μακρο- και μικροικονομίας με τη μακροχρόνια προσέγγισή τους. Το πεδίο τους διερευνάται με εξαιρετικό τρόπο καθώς αναπτύσσεται με συστηματικότητα η χρήση «φυσικών πειραμάτων», όπως προκύπτει από τον πίνακα 1, για χώρες του ΟΟΣΑ, της Αμερικανικής Ηπείρου, της Ασίας και πολύ πρόσφατα της Κεντρικής και Ανατολικής. Σε κάθε όμως περίπτωση παρατηρούμε ότι παρά το γεγονός ότι μέθοδοι και ερευνητικά πεδία φέρνουν όλο και πιο κοντά τους μακροοικονομολόγους με τους 535 οικονομικούς ιστορικούς (Gilbert 2003: 5), δεν φαίνεται να καλύπτεται εύκολα η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τη μακροοικονομική ανάλυση και την οικονομική ιστορία και αυτό παρά τις προσπάθειες μείωσής της από τους μακροοικονομολόγους να ενισχύουν τις αναλύσεις τους με την εφαρμογή στατιστικών μεθόδων σε ιστορικά στοιχεία για τη χρηματοπιστωτική λειτουργία και την οικονομική μεγέθυνση. Επιπλέον προσεγγίσεις τύπου cross-country (διαστρωματική ανάλυση χωρών την ίδια περίοδο), cases study, industry-level, firm-level αποτελούν βασικά εργαλεία για την επιβεβαίωση των σημαντικών επιπτώσεων που έχει ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην ταχύτητα και το σχεδιασμό της οικονομικής μεγέθυνσης (Levine 1996: 2). Στην έρευνα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και τη σχέση της με την οικονομική ανάπτυξη διακρίνουμε για το ρόλο τους πέντε μεγάλες ενότητες. Η πρώτη αφορά τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών, υποστήριξη, διαφοροποίηση και αντιστάθμιση του κινδύνου, η δεύτερη τη διάθεση πόρων, η τρίτη το διευθυντικό και εταιρικό έλεγχο, η τέταρτη την κινητοποίηση αποταμιεύσεων και τέλος τη διευκόλυνση ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών. Κάθε ένας από τους ρόλους αυτούς αναδεικνύει το δεσμό που διαμορφώνεται ανάμεσα στην οικονομική μεγέθυνση και την ποιότητα των λειτουργιών που παρέχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην οικονομία, με προέχουσα στην πρόσφατη βιβλιογραφία, τη θεωρία ότι τα χρηματοπιστωτικά όργανα, οι αγορές και οι θεσμοί προκύπτουν ώστε να αντιμετωπισθούν οι «τριβές» από την ασύμμετρη πληροφόρηση και τα κόστη των συναλλαγών – θεωρία η οποία οδηγεί σε νέα εργαλεία σκέψης για το ρόλο των τραπεζών στις συνθήκες ροής των πόρων δια μέσου των χρηματοοικονομικών αγορών (στο ίδιο 3). Ένα δύσκολο ερώτημα το οποίο προκύπτει, σύμφωνα με τον R. Levine είναι η εύρεση της σχέσης μεταξύ χρηματοπιστωτικής δομής και λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος (στο ίδιο). Σε άρθρο του διευρύνει το αρχικό ερώτημα του με το ερώτημα αν το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνδεδεμένο με την «τράπεζα έδρα» – όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση Γερμανίας και Ιαπωνίας – είναι πιο αποτελεσματικό για την προώθηση της μακροχρόνιας οικονομικής μεγέθυνσης από το σύστημα «αγορά έδρα» – όπως είναι αυτό λ.χ. στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στη συζήτηση αυτή εμπλέκονται δύο ακόμη ερωτήματα σχετικώς με τη στήριξη των χρηματοπιστωτικών συστημάτων «τράπεζα-έδρα» και «αγορά- έδρα»: η μία αφορά την κατεύθυνση νόμου και χρηματοδότησης και η άλλη την κατεύθυνση χρηματοδότηση-υπηρεσίες (στο ίδιο, 6). Η απάντηση στο ερώτημα χρηματοπιστωτικό σύστημα τράπεζα-έδρα / αγορά- έδρα διαμόρφωσε ισχυρές τάσεις στην οικονομική ανάλυση και έναν απέραντο αριθμό ιδεών γύρω από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα δύο τουλάχιστον συστημάτων (Allen & Gale 1999): το πρώτο, ανάγεται στις συζητήσεις που αναπτύχθηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα, συνδέθηκε μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο με τα έργα των A. Wagner και F. Oppenheimer και υποστηρίζει την αρχή ότι το σύστημα τράπεζας-έδρας είναι καλύτερο στην κινητοποίηση της αποταμίευσης, προσδιορίζει τις καλές επενδύσεις, ασκεί δε υγιή εταιρικό έλεγχο, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων της οικονομικής μεγέθυνσης μέσα σε ένα αδύνατο θεσμικό περιβάλλον (Goldsmith 1969: 401). Το πλεονέκτημα της αγοράς-έδρας για την άλλη τάση οικονομικής σκέψης ως προς το σύστημα τράπεζας-έδρας οφείλεται στην ικανότητα της ως προς τη διάθεση των κεφαλαίων και την προώθηση ισχυρών εργαλείων διαχείρισης κινδύνου έναντι των προβλημάτων που δημιουργεί η ισχυροποίηση των τραπεζών στην αγορά. 536 Πίνακας 4.1 − «Φυσικά πειράματα» χρηματοπιστωτικού τομέα και οικονομικής μεγέθυνσης Ερευνητής Πεδία έρευνας και χώρες Θέμα Cameron, Crisp, Αγγλία (1750-1844), Σκοτία Ιστορική έρευνα για τη σχέση Patrick, Tilly (1967) (1750-1845), Γαλλία (1800- ανάμεσα στην ανάπτυξη του 1870), Βέλγιο (1800-1875), τραπεζικού τομέα και τα στάδια Γερμανία (1815-1870), εκβιομηχάνισης Ρωσία (1860-1914), Ιαπωνία (1868-1914) McKinnon (1973) Αργεντινή, Βραζιλία, Χιλή, Έρευνα για τη σχέση ανάμεσα Κορέα, Ινδονησία, Ταϊβάν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομική ανάπτυξη Haber (1991, 1997) Βραζιλία και Μεξικό (1830 - Η φιλελευθεροποίηση των 1930) χρηματοπιστωτικών αγορών και η επίπτωσή της στην οικονομική μεγέθυνση (μετά την μοναρχική ανατροπή του 1889 στη Βραζιλία και τη δικτατορία του Diaz, 1877-1911 στο Μεξικό) Jayaratne, Straham Ηνωμένες Πολιτείες (σε 35 Εκτίμηση της μεταβολής του (1996) πολιτείες μετά το 1970) ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης μετά την μείωση των ελέγχων. Guizo, Sapienza, Περιοχές της Ιταλίας Με βάση τις χρηματοπιστωτικές Zingales (2002) υπηρεσίες εξετάζει τα διαφορετικά αποτελέσματα στην οικονομική δραστηριότητα κάθε περιοχής Οι πρόσφατες δημοσιευμένες έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των θεωρητικών σχημάτων με ισχυρή την υπεροχή τους έναντι των «φυσικών πειραμάτων» αναλύουν την θετική επίδραση που ασκεί η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα στην εξέλιξη της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας και της οικονομικής μεγέθυνσης. Τα συμπεράσματα βρίσκονται στη γραμμή που δημιουργούν οι Schumpeter (1912), Curley& Shaw (1955), Goldsmith (1969) και McKinnon (1973) και προκύπτουν από διαφορετικές μεθοδολογικές και τεκμηριωτικές αναλύσεις για την υποκίνηση της οικονομικής μεγέθυνσης που προκαλεί ο χρηματοπιστωτικό τομέας. Οι εμπειρικές μελέτες που εκπονήθηκαν, κατευθύνονται κατά πρώτον στην καθαρώς διαστρωματική ανάλυση αναδρομικού χαρακτήρα(cross-country growth regressions), κατά δεύτερον στη χρονο-διαστρωματική ανάλυση που εκμεταλλεύεται την cross- country ανάλυση και τις χρονοσειρές βάσης δεδομένων και τέλος στη μικροοικονομική βάση ανάλυσης, η οποία εξετάζει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η χρηματοδότηση επηρεάζει την οικονομική μεγέθυνση (Levine 2003, 2004, Stigler 1971, 1975). 537 Στην προέκταση της «μετάβασης» Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αμφισβητείται ριζικά ο ορισμός της παγκόσμιας πολιτικής η οποία αντιμετωπίζει τα κράτη ως τους μοναδικούς «δρώντες» καθώς στη διαδικασία της διεθνούς πολιτικής εμπλέκονται πολλοί άλλοι παράγοντες, Οι παράγοντες αυτοί προωθούν τις εθνικές αλληλεπιδράσεις, στις διεθνείς δε σχέσεις αντιμετωπίζουμε (ειδικώς στην οικονομικο- ιστορική έρευνα της εθνικής και διεθνούς χρηματοπιστωτικής λειτουργίας) όλο και περισσότερο την ιδέα του διεθνούς πλουραλισμού. Η αφετηρία της σκέψης μας είναι ότι η περίοδος μετά το 1973 χαρακτηρίζεται από την απροσδόκητη μεταβολή και τις μεγάλες διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η έναρξη της συζήτησης στοιχείων για τη διαμόρφωση της διεθνούς χρηματοοοικονομικής αρχιτεκτονικής εκτείνεται με αυξανόμενη ένταση μέχρι το τέλος της τριακονταετίας που μας ενδιαφέρει και ιδίως μετά το 1994-95 όταν προκύπτει πώς θα αντιμετωπισθεί η Μεξικανική κρίση. Οι συζητήσεις που αναπτύσσονται δεν θα φέρουν αποτελέσματα στον τομέα της πρόβλεψης και ιδίως στην επίλυση των κρίσεων, παρά την προσπάθεια μεταρρύθμισης της «διεθνούς χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής» με τις επιπτώσεις της στα εθνικά χρηματοπιστωτικά συστήματα (Simion et al. 2015). Παράλληλα σημαντικές ανατροπές αφορούν την ακαδημαϊκή σύλληψη για τον τρόπο της «σχηματικής» λειτουργίας του οικονομικού συστήματος. Οι οικονομικές δυνάμεις δηλαδή σε αυτήν την τελευταία τριακονταετία του 20ου αιώνα αντιμετωπίζονται όλο και πιο αδύναμα από το παραδοσιακό απλοποιημένο «σχήμα» της τριπλής ομαδοποίησης, γνωστής σε όλους τους πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών: άτομα/ νοικοκυριά, επιχειρήσεις, κράτος και μεταξύ αυτών των παραγόντων να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι νομισματικές συναλλαγές. Πολύ περισσότερο αποδυναμώνεται, στο σχήμα αυτό, ο απώτερος στόχος της οικονομίας, δηλαδή η μεγιστοποίηση του ατομικού εισοδήματος ή του οικονομικού πλούτου (Zsolnai 2017). Η υποχώρηση της τριπλής σχηματικής ομαδοποίησης μαζί με την μεταβολή του άλλοτε απώτερου στόχου της οικονομίας (το «κέρδος»), επιταχύνθηκε από την εξαιρετικά πολύπλοκη κατάσταση όπου οι οικονομικοί παράγοντες εκπροσωπούν μία ποικιλία τύπων. Η ποικιλία αυτή (σε αντίθεση με την παραδοσιακή σχηματική λειτουργία) διαμορφώνεται από «άτομα», «οργανισμούς», «κοινότητες», «δίκτυα», «αλγορίθμους» και «νομισματικές συναλλαγές» οι οποίες συνιστούν μια από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των έξι αυτών παραγόντων (στο ίδιο). Η σχηματική αυτή μετάβαση στην ανάλυση των «δρώντων» ακολουθεί το μετασχηματισμό της παγκόσμιας οικονομικής δομής. Ο μετασχηματισμός τροφοδοτείται από το νεότερο κύμα παγκοσμιοποίησης και τις δυνάμεις απελευθέρωσης που υπονομεύουν την ικανότητα των κρατών να κυβερνηθούν απολύτως από τις ενδογενείς τους δυνάμεις. Στις νέες συνθήκες αυτού του τριακονταετούς μετασχηματισμού εντοπίζονται τέσσερεις βασικοί τύποι αλληλεπιδράσεων, οι οποίες σχηματικά και με δυσκολία στην ακριβή διάκρισή τους είναι οι «ανταλλαγές στις αγορές», ο «γραφειοκρατικός συντονισμός, η «ηθική συναλλαγή» και η «επιθετική δράση». 7 Μέσα στη μεταβολή των συνθηκών ο στόχος για 7 Η διάκρισή τους παραμένει ρευστή εξαιτίας της εμφάνισης αποτελεσμάτων «ενδο- συσσώρευσης» και «από-συσσώρευσης» που προκαλείται λ.χ. από ενδεχόμενη την κατάργηση της ηθικής συναλλαγής μέσα στις ανταλλαγές των αγορών (Zsolnai 2017). 538 την επίτευξη κερδών στην οικονομία υποχωρεί απέναντι στον νεοεμφανιζόμενο στόχο: την «παροχή πόρων» σε όσους εμπλέκονται στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος ενώ ένας νέος απώτερος στόχος αποκτά όλο και μεγαλύτερη αξία, η «βιώσιμη ευημερία», μέσα στην οποία θα πρέπει να αξιολογείται η επίδοση οιοδήποτε οικονομικού συστήματος (Zsolnai 2017). Τέλος, τα επίπεδα στα οποία αρθρώνονται οι έξι παράγοντες που αναφέραμε στο τέλος του 20ου αιώνα, ωθούν στην έρευνα ενός δρώντα για της συσσωρευμένη εμπειρία, τη φήμη, τη μακροχρόνια επίδοση του στις δράσεις του. Ειδικότερα για έναν τραπεζικό οργανισμό ως δρώντα επιδιώκεται να προσδιορισθεί η θέση του στις νέες συνθήκες της από-διαμεσολαβητικής λειτουργίας του, της μεταβολής στον τρόπο διαχείρισης των δύο πλευρών του ισολογισμού του, της διοίκησής του και της κατανόησης του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Πρόκειται για ανάλυση σε αυτές τις νέες συνθήκες η οποία αρθρώνει τη δομή, τη διεύθυνση και την επίδοση της τράπεζας, όπως προσαρμόζεται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις μεταβολές του με ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη και τις διαχρονικές της απαιτήσεις της (σχήμα 4) μέσα και πέρα από το εθνικό κράτος (Goldsmith 1969: 44-48. Scholtens & van Wensveen 2003: 53). Σχήμα 4 − Αρθρώσεις στην μακροχρόνια ανάλυση μιας τράπεζας Η «σιωπηλή επανάσταση» στη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως έχει γίνει γνωστή χάρη σε ένα μη κρατικό δρώντα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συνιστά άραγε για αυτόν τον δρώντα μια «προφητεία μελλοντική» ή το μεγαλείο της να αποτελεί καθρέφτη του φευγαλέου παρόντος. 539 Διεθνείς Δρώντες στο Χρηματοπιστωτικό σύστημα Στο περιβάλλον εμφάνισης των δρώντων και των παραγόντων που διαμορφώνει το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα στον 20ο αιώνα παρατηρούμε ότι δύσκολα εκδηλώνεται ένα γενικευμένο «κραχ» στην παγκόσμια οικονομία, ένα «κραχ» αντίστοιχο με εκείνο της δεκαετίας του 1930 ή πολύ αργότερα στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Επίσης, δεν εκδηλώθηκαν χρηματοοικονομικές κρίσεις ανάλογες της περιόδου που προηγήθηκε ικανές να προσβάλουν την αξιοπιστία του πιστωτικού συστήματος. Ασφαλώς σε ορισμένες τουλάχιστον χώρες το τραπεζικό σύστημα κλονίσθηκε, ισχυρές οικονομικά χώρες δοκιμάσθηκαν εξαιτίας της αποδιάρθρωσης ορισμένων ισχυρών τραπεζικών ιδρυμάτων και της αφερεγγυότητας οφειλετριών χωρών τους. Το ξέσπασμα μάλιστα των τραπεζικών κρίσεων δεν ήταν πολυαριθμότερο των οικονομικών κρίσεων (την ανά δεκαετία εκδήλωση των οικονομικών και τραπεζικών κρίσεων βλ. σχήμα 5 του P. Jorion) (Jorion 2002). Οι κρίσεις εμπιστοσύνης εμφανίσθηκαν με εκδηλώσεις «πανικού» στη δεκαετία του 1980 όταν αριθμός τραπεζικών ιδρυμάτων υπέστη σοβαρές ζημίες και διοικητικοί ανασχεδιασμοί όφειλαν να επιβληθούν για τη διάσωσή τους (Bonin 1997: 3). Σχήμα 5 − Τραπεζικές κρίσεις και Οικονομικές κρίσεις ανά δεκαετία, 1880-1990 (21 χώρες) –κατά P. Jorion Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις στη διάρκεια της περιόδου 1970-1990. Στην εικοσαετία δεν εκδηλώθηκε κανένα γενικευμένο «κραχ» στην παγκόσμια οικονομία, αντίστοιχο με εκείνο της βίαιης δεκαετίας του 1930 και δεν εκδηλώθηκαν χρηματοοικονομικές κρίσεις ανάλογες της περιόδου που προηγήθηκε (ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα) ικανές να προσβάλουν την αξιοπιστία του πιστωτικού συστήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε ορισμένες τουλάχιστον χώρες το τραπεζικό σύστημα δεν κλονίσθηκε, ή ότι ισχυρές οικονομικά χώρες δεν δοκιμάσθηκαν εξαιτίας της αποδιάρθρωσης ορισμένων ισχυρών τραπεζικών ιδρυμάτων και από την αφερεγγυότητα οφειλετριών χωρών τους. Επίσης το ξέσπασμα των τραπεζικών 540 κρίσεων δεν ήταν πολυαριθμότερο των οικονομικών κρίσεων. Οι κρίσεις εμπιστοσύνης συνοδεύθηκαν από εκδηλώσεις «πανικού» στη δεκαετία του 1980 και ένας αριθμός τραπεζικών ιδρυμάτων υπέστη σοβαρές ζημίες, διοικητικοί δε ανασχεδιασμοί όφειλαν να επιβληθούν για τη διάσωσή τους (Bonin 1997: 3). Στην Ελλάδα και σε άλλες πολλές άλλες χώρες ισχυρά τραπεζικά ιδρύματα αναδομήθηκαν, για βαθύτερους λόγους και συνέπειες, όπως λ.χ. η απώλεια πολλών θέσεων εργασίας, χωρίς παρόλα αυτά να προκληθεί σοβαρός σπασμός στην εθνική οικονομία. Στο επίκεντρο των βραχυχρόνιων διακυμάνσεων και των οικονομικών συμπεριφορών βρίσκονται οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις.8 Ο διαμεσολαβητικός πιστωτικός ρόλος των τραπεζών ανάμεσα σε εκείνους που διαθέτουν τις αποταμιεύσεις και σε εκείνους που έχουν κερδοφόρα επενδυτικά σχέδια αλλά πρέπει να δανεισθούν για να επενδύσουν, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται μετά το διεθνή οικονομικό σπασμό της δεκαετίας του 1970. Η αφερέγγυα τράπεζα δεν μπορεί να επιτελέσει τη διαμεσολαβητική λειτουργία στο εθνικό κράτος με συνέπεια η αύξηση των πιστωτικών περιορισμών, ή άλλως η πιστωτική στενότητα, να οδηγεί ορισμένους επενδυτές σε αναστολή των επενδυτικών τους σχεδίων. Οι μακροοικονομικές συνέπειες της πιστωτικής στενότητας εκδηλώνονται με πτώση της ζήτησης επενδυτικών αγαθών για κάθε τιμή του επιτοκίου καθώς περιορίζεται εξαιρετικά η χορήγηση πιστώσεων. Η δεκαετία αυτή ανοίγει το δρόμο για τις μεγάλες αλλαγές στη δεκαετία του 1980. Εκδηλώνεται η φάση του νέου κύματος της παγκοσμιοποίησης με τον ασύμμετρο και μη ομοιογενή χαρακτήρα της, εξαιτίας της αδυναμίας να παγκοσμιοποιηθούν με τον ίδιο ρυθμό όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και αποτελεί μέτρο των εθνικών αντιστάσεων και των οικονομικών επιδόσεων (Valaskakis 1999, Documentation Française 1993, Barro 2000, Στάγκος 2002). Η δεκαετία προβάλλει τα χαρακτηριστικά εκείνα που επιτρέπουν να διακριθεί από την περίοδο της διεθνοποίησης των εμπορικών σχέσεων άλλων φάσεων της διεθνούς οργάνωσης. Ο συνδυασμός τους με την τεχνολογική επανάσταση των δεδομένων και την απελευθέρωση των αγορών οδηγεί στη συμπίεση του απαιτούμενου άλλοτε χρόνου των οικονομικών δραστηριοτήτων, γεγονός που προκαλεί αλλαγή στις δομές της παραγωγής, για πρώτη φορά δε επέρχεται η διάσπαση του εθνικού χώρου από την οικονομία (Hoogvelt 1997, Kitson & Michie 1995). Η κατανόηση της δυναμικής καθιστά ευχερέστερη διείσδυση στη δεκαετία του 1980, επικεντρωμένη στα πεδία άσκησης οικονομικής πολιτικής με προέχον το χρηματοπιστωτικό τομέα ως ιμάντα μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής (Καμπέρογλου et al. 2001: 39-62). Η πλέον σημαντική διατύπωση για τη δεκαετία του ’80 είναι ότι οι αλλαγές της «επέρχονται» «αθορύβως» σε μη κρατικούς δρώντες της διεθνούς οικονομίας και σε τομείς των εθνικών οικονομιών. Το είδος και ο τρόπος τελεσφόρησης των αλλαγών γέννησε τους παράγοντες που συγκροτούν την περίοδο των μεγάλων αλλαγών στο εσωτερικό των ίδιων των «δρώντων». Στην πορεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, κορυφαίου μη κρατικού δρώντα στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα με άμεσες και έμμεσες επιδράσεις στους κρατικούς δρώντες, θα διατυπωθεί η έννοια της σιωπηλής επανάστασης, καταρχάς για όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του πρωταγωνιστικού οργάνου της διεθνούς οικονομίας (Boughton 2001). Η εμβάθυνση στη συσσώρευση των γεγονότων 8 Από την περίοδο του μεσοπολέμου απασχολεί την οικονομική και κοινωνιολογική ανάλυση (πρβλ. Marshal J. Akerman) το ζήτημα των κινήτρων που γεννούν στον κύκλο της συγκυρίας μία κρίση και το ρόλο των τραπεζών (Πρόντζας 1997: 57). 541 και η πρόθεση για την αντιμετώπισή τους στη δεκαετία του ’80 έδωσε τη δυνατότητα να διαχυθεί η έννοια της σιωπηλής επανάστασης. Αν η σύνδεση του οργανωσιακού σχεδιασμού με τις εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα είναι άμεση δεν είναι βέβαιο ότι ο κόσμος της πολιτικής αφουγκράσθηκε και, πολύ περισσότερο, αφομοίωσε τις δυνάμεις της επερχόμενης μεταβολής ώστε να διαχειρισθεί τα αποτελέσματα της με συνέπεια οι δυνάμεις των αλλαγών να εμφανίζονται μόνο σε λίγους και ειδικούς τομείς της οικονομίας. Το κλίμα αλλαγών διαχέεται στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Ειδικώς στην ανάλυση των επιχειρήσεων και της διοίκησής τους είναι ουσιαστική η αναφορά στους αρχιτέκτονες στρατηγικών τομέων της οικονομίας, οι οποίοι ταυτόχρονα προσχωρούν στη «δυναμική αλλαγών» με σκοπό την αφύπνιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και του οργανωσιακού σχεδιασμού και του οράματος των μεγάλων ηγετών σε αυτούς τους μη κρατικούς δρώντες (Mintzberg et al. 1999). Κεντρικό ζήτημα λοιπόν οι αλλαγές οι οποίες αναλαμβάνονται από δρώντες της διεθνούς οικονομίας. Οι «δρώντες» μετατρέπονται σε πρωταγωνιστές για την ανασύνταξη της παγκόσμιας οικονομικής οργάνωσης, στις τελευταίες δε δεκαετίες του 20ου αιώνα διατυπώνεται η άποψη για τους δρώντες ότι δεν είναι δεδομένη η ανταπόκριση τους στην παγκοσμιοποίηση έναντι του κατακερματισμού. Μερικά ερωτήματα που διατυπώνονται ενισχύουν την προηγούμενη άποψη. Με πιο τρόπο λ.χ. εκδηλώνονται τα προβλήματα της δεκαετίας του 1980 από τα οποία προέκυψαν σύμμετρες και ομοιογενείς επιτυχίες σε ορισμένους τομείς της διεθνούς οικονομίας στη δεκαετία του 1990; Ή, σε πιο βαθμό επιτυχημένες σχολές στρατηγικής διοίκησης ώθησαν σύμμετρα και ομοιογενή χαρακτηριστικά και πρόβαλαν άμεσα τα επιτεύγματα της νέας οικονομίας στη δεκαετία του 1990, προωθώντας ταυτόχρονα την ασύμμετρη και ανομοιογενή παγκοσμιοποίηση της οικονομίας; Ή ακόμη κατά πόσο η άσκηση και ο έλεγχος της μακροοικονομικής πολιτικής από διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς επηρεάσθηκε από την αποκάλυψη της σχέσης μεταξύ «πολιτικών παρτιζάνων» και «δημόσιας οικονομίας» (Cusack 1995), και σε πιο βαθμό ο πολιτικός κύκλος είναι δημιουργός βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων κυκλικών διακυμάνσεων με επιρροές στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα (Στάγκος 2002). Το επίκεντρο των αναλύσεων καθοδόν προς την οικονομική παγκοσμιοποίηση καταλαμβάνουν αναλύσεις και προτάσεις μη κρατικών δρώντων της διεθνούς οικονομίας που κληροδοτήθηκαν από την επομένη του μεγάλου πολέμου και που αναδεικνύονται μετά την έβδομη δεκαετία του 20ου αιώνα σε δρώντες (ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα) (στο ίδιο). Κάθε ένας από αυτούς τους δρώντες διαδραματίζει ρόλο στην αντιμετώπιση ειδικών θεμάτων της διεθνούς οικονομίας και προβλημάτων που αντιμετωπίζει κάθε εθνική οικονομική πολιτική των κρατών μελών τους. Στις συζητήσεις προστίθενται οι συνέπειες για το ρόλο ισχυρών οικονομικά κρατών στις συνθήκες παγκοσμιοποίησης, τα «κράτη δρώντες». Ισχυρή είναι η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και στην αφετηρία των συζητήσεων βρίσκεται η σχέση δημοσίων δαπανών και εξωτερικής πολιτικής. Η εκτροπή εθνικών πόρων στα εξοπλιστικά προγράμματα, την περίοδο του ψυχρού πολέμου αλλά και αργότερα, προκάλεσε τη δημοσιονομική αποδυνάμωση με κλονισμό του νομίσματος της και τη θέση της θα επιβαρύνει η εσωτερική πολιτική κατάσταση της χώρας κατά τη δεκαετία του 1970. Για ένα ρεύμα αναλυτών ο κρίκος που συνδέει την ηγεμονική θέση των ΗΠΑ με την παγκοσμιοποίηση τοποθετείται –παρά τους μεγάλους κινδύνους που κρύβουν οι μεγάλες ερμηνευτικές συλλήψεις – στο ιστορικό πλαίσιο της ανόδου και της καθόδου των μεγάλων δυνάμεων (Kennedy 1987). 542 Οι συζητήσεις αυτές στη δεκαετία του 1980 διεύρυναν, ακόμη περισσότερο, το περιεχόμενο και η σημασία των δρώντων της διεθνούς οικονομικής οργάνωσης για τις αλλαγές στην πορεία της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας. Η μεγάλη στροφή στη διαδικασία της διεύρυνσης, της επιτάχυνσης και κυρίως της διευκόλυνσης των διεθνών συναλλαγών, της κίνησης του επιχειρηματικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου και της διασποράς της παραγωγής σε πλανητικό επίπεδο (Καζάκος 2002, Βεργόπουλος 1999, Boyer & Drache 1998, McKinnon 1999), συνδέθηκε με την εκκόλαψη της οργανωτικής, τεχνολογικής και θεσμικής ικανότητας για την ενιαία λειτουργία της οικονομίας σε πλανητική κλίμακα. Η διαδικασία επιταχύνθηκε στη δεκαετία του 1990 καθώς αποδυναμώθηκε η σημασία της εφαρμογής εθνικών οικονομικών πολιτικών και καλλιεργήθηκαν θετικές προσδοκίες από τους υπερασπιστές της στροφής μέσα από την απορρύθμιση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, την κινητικότητα του κεφαλαίου και την ώθηση των συγχωνεύσεων στις επιχειρήσεις. Η παγκοσμιοποίηση των αγορών και των επενδυτικών στρατηγικών περιέλαβε τη δυναμική ολοκλήρωσης των επιχειρηματικών πρακτικών με την υιοθέτηση των παγκοσμιοποιημένων οικονομικών λειτουργιών, μεταξύ άλλων, στην έρευνα, την τεχνολογία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η «ενοποίηση» των γεωγραφικών περιφερειών ενισχύθηκε από την ταχεία βελτίωση των δυνατοτήτων για την οριζόντια και κάθετη διασύνδεση μεταξύ της ίδιας ή/και διαφορετικών επιχειρήσεων (Petrella 1998). Με τον τρόπο αυτό η νέα φάση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας βασίσθηκε στον άξονα που δημιουργούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές, το διεθνές εμπόριο των αγαθών και υπηρεσιών, η υπερεθνική παραγωγή των εμπορευμάτων, της έρευνας και της τεχνολογίας καθώς και το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Οι δρώντες πλέον ασκούν τη δράση τους πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα αλλά με νέες οριοθετήσεις. Η διεθνής οικονομία εισέρχεται στη νέα φάση της πλανητικής οικονομίας με την δημιουργία συνθηκών, οι οποίες ωθούν στην επεξεργασία θεωριών και εμπειρικών ερευνών για την αντιμετώπιση αυτής της φάσης. Τώρα πια εγκαταλείπεται το «τριμερές» σχήμα προσέγγισης της οικονομίας και της εμφάνισης του «εξαμερούς». Η αφετηρία τους εντοπίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και αναλύει το ρόλο του κράτους και την έκταση του δημόσιου τομέα. Πρωταγωνιστής στις εξελίξεις αυτές η θεωρία της δημόσιας επιλογής. Ενταγμένη στις ιδέες του πολιτικού φιλελευθερισμού γίνεται δημιουργός ενός ισχυρού αντίλογου για τις δυσλειτουργίες που γέννησε η κρίση διακυβέρνησης και ουσιώδης ιδέα για την προώθηση των αρχών περί του μικρότερου κράτους σε σύγκριση με τις αρχές για τις συνθήκες δραματικής επέκτασης του δημοσίου τομέα στις βιομηχανικές χώρες του 20ου αιώνα. Οι αρχές της προσέρχονται μέσα από σειρά μακροχρόνιων εμπειρικών ερευνών ως συνέπεια των υποθέσεων περί αποτυχίας του κράτους και γεννήθηκαν στις συνθήκες που δημιούργησε η κρίση του κεϋνσιανού κράτους (Borcherding et al. 2001). Η κρίση θεωρήθηκε συνέπεια της δημοκρατικής παραγωγής δημοσιονομικών ελλειμμάτων εντός του πολιτικού κύκλου9 και μηχανισμός για την υπονόμευση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, ερμηνευμένη η κρίση από τη συνταγματική 9.Από τη δεκαετία του 1970 η σχέση πολιτικο-οικονομικών κύκλων και μακροοικονομικών εξελίξεων, αντικείμενο στην τομή της πολιτικής με την οικονομική επιστήμη, εμπλούτισε την ανάλυση της οικονομικής πολιτικής με την εισαγωγή πολιτικών θεσμών και πολιτικών συγκρούσεων και ειδικώς το κύριο θεσμικό χαρακτηριστικό των δημοκρατικών καθεστώτων, δηλαδή τις εκλογές και τις επιπτώσεις τους στην άσκηση οικονομική πολιτική αποτέλεσμα των περιορισμών στα κίνητρα της κυβέρνησης και της ανόδου της αντιπολίτευσης στην εξουσία. (Προδρομίδης 2001: 352, Fortune 1994: 156, Alesina 1988, Rogoff & Sibert 1988: 1). 543 αναρχία και τη σχετική αποτελεσματικότητα των νόμων (Buchanan & Tullock 1997: 147). Ταυτόχρονα εκδηλώνεται στροφή των σχεδιαστών της οικονομικής πολιτικής, μείγμα οικονομικής θεωρίας και πολιτικής πρακτικής. Στις πρωτοπόρες χώρες σημαντικοί πολιτικοί ηγέτες – στην Ιαπωνία υπό την πολιτική ηγεσία M. Ohira και των διαδόχων του, στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό τη M. Thatcher, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό το R. Reagan ή τον H. Kohl στη Γερμανία – μετατοπίζονται από τη νεοκλασική ανάλυση και την εφαρμογή της πολιτικής λιτότητας, μετά το 1973, στην υλοποίηση των οικονομικών της προσφοράς. Δεν θα συμβεί το ίδιο σε ένα μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου, ο οποίος συνδέεται με τη στασιμότητα ή τη μείωση του βιοτικού επιπέδου, αναδεικνύοντας τη δεκαετία του ’70, για ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου, ως «χαμένη δεκαετία». Οι αποκλίσεις και οι απαιτήσεις για τις αναγκαίες μεταβολές με σκοπό το ξεπέρασμα των δυνάμεων που συντήρησαν τη «χαμένη δεκαετία» στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι χαρακτηριστικό ότι έδωσαν την αφορμή στον M. Camdessus, διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, να μιλήσει το 1989 για τη «σιωπηλή επανάσταση» (silent revolution) στην περίοδο 1979-1989 (Camdessus 1989: 15, Boughton 2001). Από την πλευρά του ΔΝΤ, η «σιωπηλή επανάσταση» συνδέθηκε από τον M. Camdessus, με την απόφαση των αναπτυσσόμενων χωρών να ενισχύσουν τις οικονομικές πολιτικές τους μέσα από την εκτέλεση αναπτυξιακών ρυθμιστικών προγραμμάτων, με την οικονομική ενίσχυση του. Οι χώρες αυτές υιοθέτησαν – παρά την άλλοτε αντίστασή τους στις συμβουλές του ΔΝΤ – την ανάπτυξη της ιδιωτικής επιχείρησης έναντι του βασικού ρόλου της ανάπτυξης στην κρατική επιχείρηση ή μεταξύ εκείνων που ευνοούν την ανοικτή και ενοποιημένη τιμολόγηση αγοράς και εκείνων που επιμένουν στους διαδεδομένους ελέγχους. Η νέα εμφάνιση της παγκόσμιας οικονομίας με τις χρηματιστηριακές ανισορροπίες συνοδεύεται από την επέλαση των αρχών των global economics and finance αλλά και τις ευρύτερες θεωρητικές αναζητήσεις για το αβέβαιο μέλλον του homo œconomicus (Thaler 2007). Η ενηλικίωση κρίσιμων θεσμών της διεθνούς οικονομικής οργάνωσης γίνεται μέσα σε έναν κόσμο που κάθε περιοχή του αγωνίζεται να διατηρήσει την αυτονομία του, παρά το γεγονός ότι η οικονομία γίνεται όλο πιο δυναμική και σφαιρική. Στη «σιωπηλή επανάσταση» ανήκει η μετάβαση από το σύστημα των σταθερών αλλά διευθετήσιμων συναλλαγματικών ισοτιμιών που επέβαλε το σύστημα Bretton Woods στον ενεργότερο ρόλο «επιτήρησης» των εθνικών οικονομιών μέσα στο αβέβαιο τοπίο της νέας φάσης της διασυνοριακής ολοκλήρωσης και με ενεργητικότερη τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη διαμόρφωση των μακροοικονομικών πολιτικών των χωρών που αντιμετωπίζουν οικονομικές κρίσεις (Vásques 1999). Οι πολιτικές αυτές εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο ως προς την ένταξη ενός κράτους στη διεθνή οικονομία στη φάση του νέου κύματος παγκοσμιοποίησης. Πράγματι, ο τρίτος κόσμος προσδιορίζεται από τον περιορισμό του κράτους για την ευθύνη της οικονομικής ανάπτυξης και κατευθύνεται στην ιδιωτικοποίηση και τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα κίνητρα της αγοράς. Ο «δεύτερος» ή κομμουνιστικός κόσμος λειτουργεί σε συνθήκες αυτάρκους απομόνωσης από το διεθνές εμπόριο και την παγκόσμια αγορά και την πολιτική αυτή επιδιώκει η εφαρμογή του κεντρικού προγραμματισμού. Παράλληλος είναι ο δρόμος που ακολουθεί η Κίνα στην Ανατολική Ασία. Τέλος, στον «πρώτο κόσμο», τον κόσμο των βιομηχανικών χωρών, η μακροοικονομική φιλοσοφία του υποχωρεί από την ανεξάρτητη πολιτική της και υιοθετούνται συνεκτικότερες πολιτικές με αποτέλεσμα στο τέλος της δεκαετίας του 544 1980 τα εμπόδια μεταξύ των χωρών Βορρά-Νότος και Ανατολή-Δύση εξακολουθούν να διατηρούνται σε φιλοσοφικό και οικονομικό επίπεδο αλλά τα μέσα για την αντιμετώπισή τους να είναι πολύ πιο κοντά στην αποδοχή τους από κάθε άλλη περίοδο στην ιστορία τους (Boughton 2001). Επίλογος Η δεκαετία του 1980 δεν συνιστά stricto sensu επαναστατική περίοδο στη διεθνή πολιτική οικονομία, παρά το γεγονός ότι στο τέλος της εμφανίσθηκε περιβεβλημένη με έναν «επαναστατικό μανδύα» καθώς η «σιωπηλή επανάσταση», υποδηλώνει μια μετατόπιση στο επικρατούν παράδειγμα για τις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις και το οποίο απομακρύνεται από τις τάσεις για αυτάρκεια, απομόνωση, μερκαντιλισμό, κυβερνητικό προγραμματισμό με σκοπό τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας προς ένα ενιαίο σύνολο πεποιθήσεων και πολιτικών βασισμένων στο ανοικτό διεθνές εμπόριο και τη χρηματοδότηση, τις ανταγωνιστικές αποφάσεις τιμών και παραγωγής και, τέλος τη συνεργασία μεταξύ των χωρών (στο ίδιο), στοιχεία δηλαδή που ενισχύουν τη θέση των μη κρατικών δρώντων. Σε σημαντικό βαθμό, η σιωπηλή επανάσταση της δεκαετίας του '80, προέκυψε από μετατόπιση στην οικονομική φιλοσοφία προς μια νέα κλασσική σύνθεση στην οποία η κυβέρνηση έχει έναν έμμεσο ρόλο, αλλά όχι την άμεση ευθύνη, εξασφαλίζοντας εθνική οικονομική ευημερία, σε μία ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα ικανή να προαγάγει, μέσω της ορθής διακυβέρνησης και της ανάπτυξης, τη φυσική και κοινωνική υποδομή». Οι δονήσεις που προκαλεί μπορεί να μην γίνονται αντιληπτές στο σύνολο μιας εθνικής οικονομίας αλλά δεν θα λείψουν οι δίοδοι εκείνοι με τους οποίους επιταχύνεται η είσοδος στη νέα φάση της διασυνοριακής ολοκλήρωσης και το ρόλο των δρώντων μη κρατικών και κρατικών δρώντων. Οι προσαρμογές και οι τομές στη λειτουργία ενός τραπεζικού οργανισμού αποτελούν την περίοδο αυτή σοβαρή ένδειξη του τρόπου που αντιλαμβάνεται το διαμεσολαβητικό πιστωτικό ρόλο η διοίκησή της, πέραν των αρχών χρηματοπιστωτικής οργάνωσης και λειτουργίας. Η «σιωπηλή επανάσταση δείχνει τα αποτελέσματά της στο τέλος του 20ου αιώνα δηλαδή την τάση της διασυνοριακής ολοκλήρωσης και τη διεύρυνσης του ρόλου των δρώντων σε όλες τις εκδοχές τους. Βιβλιογραφία [Documentation Française] (1993), “Ordre et désordre dans le monde”, Cahiers Français. La documentation française, 263. Alesina, A. (1988), “Macroeconomics and Poltics”, NBER Macroeconomic Annuals 1988 (Cambridge M.A., MIT Press). Allen, F. & Gale, D. (1999), Comparing Financial Systems, Cambridge MA, MIT Press. Barro, R. (2000), Les facteurs de croissance économique. Une analyse transversale par pays, Économica, Παρίσι. Bonin, H. (1997), La Crise bancaire francaise et mondiale, PUF, Παρίσι 1997. Borcherding, T. E, Ferris, J. S. & Garzoni, A. (2001), “Growth in the Real Size of Government since 1970”, Carleton Economic Papers (Oct). Boughton, J. M. (2001), Silence Revolution. The International Monetary Fund 1979-1989, IMF. 545 Boyer, R. & Drache, D. (επιμ.) (1998), States Αgainst Markets, London, Routledge. Brumfiel, E. M. (2001), “Archaeology of States and Civilizations”, σε International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences, second edition, σσ. 14983-14988. URL: https://www.sciencedirect.com/topics/computer-science/economic-actor (2/12/19). Buchanan, J. M. & Tullock, G. (1997), “The Expanding Public Sector: Wagner squared”, Public Choice, 31: 147-150. Camdessus, M. (1989), Summary Proceedings, (26 Σεπτ.). Cusack, T. R. (1995), “Partisan Politics and Public Finance: Changes in public spending in the industrialized democracies, 1955-1989”, (FS I 95-313), http://skylla.wz- berlin.de/pdf/1995/i95-313.pdf. DeLong, J. B. & Summers, L. H. (2001), “The ‘New Economy’: Background, Historical Perspective, Questions, and Speculations”, Federal Reserve Bank of Kansas City Economic Review, 86/4 (Fourth Quarter). Evans, P. B. (2001), “Development and the State”, in International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences, σσ. 3557-3560. URL: https://www.sciencedirect.com/topics/computer-science/economic-actor (2/12/19). Fortune, D. (1994), Les infortunes de la prospérité, Julliard, Παρίσι. Gilbert, R. A. (2003), “’Editor's Introduction’ to the Proceedings of the Twenty - Seventh Annual Economic Policy Conference”, Federal Reserve Bank of St. Louis Review, July/August, 85 (4). Goldsmith, R. W. (1969), Financial Structure and Development, New Haven, CT, Yale University Press. Gurley, J. G. & Shaw, E. S. (1955), “Financial Aspects of Economic Development”, American Economic Review, 45 (4): 515-538. Hoogvelt, A. (1997), Globalization and the Postcolonial World, London, Macmillan. Jorion, P. (2002), “Risk Management in the Aftermath of September 11”, Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας -Irvine, (Απρίλιος). URL: https://www.hec.ca/fonds_gerard_parizeau/conferences/jorion_en.pdf (3/12/19). Kennedy, P. (1987), The Rise and Fall of the Great Powers: Economic change and military conflict from 1500 to 2000, CSPAN Booknotes. Kitson, M. & Michie, J. (1995), “Trade and Growth: A historical perspective”, σε J. Mitchie & J. G. Smith (επιμ.), Managing the Global Economy, Oxford, Oxford University Press. Levine, R. (1996), Financial Development and Economic Growth. Views and agendas, Policy Research Working Paper, The World Bank. Levine, R. (2003), “More on Finance and Growth”, The Federal Reserve Bank of St Louis, Review, (Ιούλ/Αύγ.). Levine, R. (2004), “The Microeconomic Effects of Different Approaches to Bank Supervision”. Economics, Political Institutions, and Financial Markets, Stanford University (6 Φεβρ.). Lukacs, G. (1986), Σε Αναζήτηση του Αστού. Μία μελέτη για τον Τόμας Μαν, Αθήνα, εκδόσεις Έρασμος. Mashkin, F. S. (2004), The Economics of Money, Banking, and Financial Markets, Addison Wesley. McKinnon R. (1999), “The Rules of the Game: International Money in Historical Perspective”, Journal of Economic Literature, 31 (March): 1-41. McKinnon, R. I. (1973), Money and Capital in Economic Development, Washington, Brookings Institution. Mehrdad, V. (2012), “Political Economy of Conflict Foreword”, Revue d'économie politique, 122 (2), DOI: 10.3917/redp.218.0153. URL: https://www.cairn.info/revue-d-economie- politique-2012-2-page-153.htm (2/12/19). Mintzberg H., Ahlstrand, B. & Lampel, J. (1999), Το Σαφάρι της Στρατηγικής. Εισαγωγή στη στρατηγική διοίκηση των επιχειρήσεων, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτης. Peacock, A. T. & Wiseman, J. (1961), The Growth of Public Expenditure in the United Kingdom, Princeton, Princeton University Press. Petrella, R. (1998), “Globalization and Internationalization”, σε R. Boyer & D. Drache (επιμ.), States Against Markets, London, Routledge. 546 Rogoff K. & Sibert, A. (1988), “Elections and Macroeconomic Policy Cycles”, Review of Economic Studies, 55 (1): 1-16. Scholtens, B. & van Wensveen, D. (2003), “The Theory of Financial Intermediation: An essay on what it does (not) explain”, SUERF Studies 1– The European Money and Finance Forum, Βιέννη. Schumpeter, J. A. (1912), Theorie der wirtschaftlichen Entwicklung, Μόναχο – Λειψία. Sekiguchi, M. (ed.) (2010), Government and Politics, EOLSS/UNESCO, Singapore, V. II, URL: https://books.google.gr/books?id=jEq5DAAAQBAJ&pg=PA243&lpg=PA243&dq= Professor+Ryo+Osiba&source=bl&ots=sSuRfadoL3&sig=ACfU3U2FVHYT_bZ3RG8pe7mhHh WkfefAeg&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiL9PDsr5fmAhXEmIsKHRqkA28Q6AEwCHoECAgQA Q#v=onepage&q=Professor%20Ryo%20Osiba&f=false. Simion, D., Stanciu, M. & Armăşelu, S. (2015), “Correlation Analysis Between Structure Financial System and Economic Growth in Romania”, Procedia Economics and Finance, 32: 1332– 1341. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S2212567115015105 (30/11/19). Stigler, G. (1971), “The Theory of Economic Regulation”, Bell Journal of Economics and Management Science, 2 (1): 3-21, Stigler, G. (1975), The Citizen and the State: Essays on regulation, Chicago, University of Chicago Press. Taylor, A. M. (2002), “Globalization, Trade, and Development: Some lessons from history”, NBER, Working Paper 9326. Thaler, R. (200 7), “L’ avenir incertain de l’homo œconomicus”, Problemes Économiques 2670 (21 Ιούνιος). Valaskakis, K. (1999), “La mondialisation, phénomène asymétrique, source de dysfoctionements”, Problèmes Économiques, 2611-12 (14 Απριλίου). Vásques, I. (1999), Testimony. The International Monetary Fund: Challenges and contradictions, Cato Institute, http://www.cato.org/testimony/ct-iv092899.html. World Bank (2002), Globalization, Growth and Poverty: Building and inclusive world economy, World Bank. Zsolnai, L. (2017), “Economic Actors and the Ultimate Goal of the Economy”, Las Casas Institute, Blackfriars Hall, University of Oxford, July 7-8, 2017, https://laszlo- zsolnai.net/content/economic-actors-and-ultimate-goal-economy (30/11/19). Βαϊτσος, Κ. &. Μπαρτζώκας, Α. (επιμ.) (2004), Αναπτυξιακή Οικονομική. Κείμενα οικονομικής σκέψης και κοινωνικού προβληματισμού, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Βεργόπουλος, K. (1999), Παγκοσμιοποίηση. Η μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα, εκδόσεις Νέα Σύνορα − Λιβάνης. Καζάκος, Α. (2002), «Γενική Εισήγηση: Η κατάσταση και οι λειτουργίες του Δικαίου σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης’», σε Α. Καζάκος (επιμ.), Το Δίκαιο Μπροστά στην Πολιτική Πρόκληση της Παγκοσμιοποίησης, Πρακτικά Συνεδρίου (2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών), Αθήνα – Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. Καμπέρογλου, Ν. Κ., Μπρισίμης, Σ. Ν. & Συμιγιάνννης, Γ. Θ. (2001), “Διαφορές ως προς τα Χαρακτηριστικά των Τραπεζών και η Σημασία τους για τη Μετάδοση της Νομισματικής Πολιτικής”, Οικονομικό Δελτίο, Τράπεζα της Ελλάδος, 18. Προδρομίδης, Κ. (2001), Αρχές Οικονομικής Πολιτικής, Αθήνα, εκδόσεις Ε. Μπένος. Πρόντζας, Ε. (1997), Οικονομική Ιστορία. Ζητήματα μεθόδου και περιεχομένου, Αθήνα, εκδόσεις ΑΤΕ. Στάγκος, Π. (2002), “Το Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης”, σε Α. Καζάκος (επιμ.), Το Δίκαιο Μπροστά στην Πολιτική Πρόκληση της Παγκοσμιοποίησης, Πρακτικά Συνεδρίου (2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών), Αθήνα – Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλας. 547 548 Προσεγγίζοντας τα Όρια της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης στον Τομέα της Κοινής Άμυνας: Η έννοια ‘Most Demanding Missions’ Ιωάννης Αντ. Ραγιές1 Περίληψη Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και, ειδικότερα, της «διαφοροποιημένης» στον τομέα της άμυνας, επιχειρείται μια εξήγηση της οικοδόμησης και λειτουργίας της ΚΠΑΑ/CSDP και διερευνάται η προοπτική ανάπτυξης μιας κοινής αμυντικής πολιτικής στη βάση της Συνθήκης της Λισαβόνας. Προσεγγίζεται η Παγκόσμια Στρατηγική (EUGS), ως θεσμική βάση έναρξης μιας σειράς πρωτοβουλιών στον τομέα της Ευρωπαϊκής άμυνας (CARD; MPCC; EDF; PeSCo) και αναλύεται, ειδικότερα, η Πρωτοβουλία PESCO. Εδώ, δίδεται έμφαση στον στόχο, «ανάπτυξη ικανοτήτων» των κρατών-μελών (κ-μ) της ΕΕ να υλοποιούν τις πλέον απαιτητικές αποστολές (“most demanding missions”), και στο ζήτημα του «τι είδους επιχειρήσεις τα κ-μ της ΕΕ θα αναλαμβάνουν στο μέλλον». Υπογραμμίζεται η έννοια της «ψυχολογίας του αδύναμου» (“psychology of weakness”), ως κατάσταση «ανοχής ή άρνησης» απειλών, λόγω έλλειψης ικανότητας αντίδρασης (σε αυτές). Εκτιμάται ότι η ΕΕ βιώνει ένα «κενό ισχύος»: στο πλαίσιο της μακράς διατλαντικής σχέσης, η στρατιωτική αδυναμία δημιούργησε μια εμφανή αποστροφή εφαρμογής της. Στρατηγικό δίλημμα προς επίλυση. Λέξεις-κλειδιά: διαφοροποιημένη ενοποίηση, PeSCo, most demanding missions, ψυχολογίας του αδύναμου, ΚΠΑΑ/ CSDP, στρατιωτικές δυνατότητες. PESCO Η Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ (EU Global Strategy 2016) έθεσε τη θεσμική και πολιτική βάση για την έναρξη μιας σειράς πρωτοβουλιών στον τομέα της Ευρωπαϊκής άμυνας: Coordinated Annual Review on Defence (CARD); Military Planning and Conduct Capability (MPCC); European Defence Fund (EDF) & Permanent Structured Cooperation/ PeSCo, ως μια ευρεία, συντονισμένη και εντατική διαδικασία συγχρονισμού της συνολικής προσπάθειας. Πλέον, η έννοια «κοινή άμυνα» περιλαμβάνει την ανάπτυξη στρατιωτικών ικανοτήτων, επαρκών για την υλοποίηση επιχειρήσεων της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας/ΚΠΑΑ. Η πρωτοβουλία PeSCo – ήδη, αναφερόμενη σε θεσμικά κείμενα, πριν τη Συνθήκη της Λισαβόνας–, άρχισε να υλοποιείται το 2017, ως ένα «φιλόδοξο, δεσμευτικό και περιεκτικό νομικό πλαίσιο» το οποίο στόχευε στην εντατικοποίηση της συνεργασίας των κρατών- μελών (κ-μ) της ΕΕ στον τομέα της κοινής άμυνας (Fiott et al. 2017: 7-12). Η 1 Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Διατλαντικής Άμυνας, Τμήμα Στρατιωτικών Επιστημών, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ). Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:
[email protected]549 συμμετοχή των κρατών της ΕΕ στην πρωτοβουλία είναι εθελοντική, ενώ εκείνα τα κ- μ τα οποία επιθυμούν ένταξη, οφείλουν να αποδεχθούν μια σειρά δεσμεύσεων, όπως, αύξηση αμυντικών δαπανών, περαιτέρω ανάπτυξη στρατιωτικών ικανοτήτων και επίδειξη βούλησης για διάθεση μέσων και υποδομών στην ΕΕ για τον σχεδιασμό και εκτέλεση επιχειρήσεων. Συγκριτικά με προηγούμενες πρωτοβουλίες της ΕΕ, η ιδιαίτερη αξία της PeSCo αφορά σε ένα συνδυασμό χαρακτηριστικών τα οποία διαθέτει: α) δεσμεύσεις β) ευθύνη/λογοδοσία γ) μονιμότητα. Συνολικά προσεγγιζόμενα, τα στοιχεία αυτά στοχεύουν να επηρεάσουν και να (ανα)διαμορφώσουν ένα, ήδη, διαμορφωμένο εθνικό πλαίσιο συνεργασίας (μέθοδοι, πρακτικές, τρόπος σκέψης, κουλτούρα), στον τομέα της (κοινής) άμυνας. Με τον τρόπο αυτό, η PeSCo συνιστά, στην ουσία, μια διαδικασία παρέμβασης, επίδρασης και βελτίωσης των εθνικών ΕΔ (ibid.: 13-19, Biscop 2018: 161-163). Η πρωτοβουλία PeSCo συνδέεται με την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας/ΚΠΑΑ, αποτελώντας το νέο όργανο/εργαλείο υλοποίησης της. Οι στρατιωτικές ικανότητες, οι οποίες αναπτύσσονται στο πλαίσιο PeSCo, αν και, κυρίως, αποσκοπούν να συνδράμουν τις επιχειρήσεις ΚΠΑΑ (CSDP Operations), είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και σε άλλα περιβάλλοντα, δηλαδή σε «επιχειρήσεις εκτός πλαισίου ΚΠΑΑ» (non-CSDP context), όπως επιχειρήσεις/ αποστολές τις οποίες αναλαμβάνει το ΝΑΤΟ ή ο ΟΗΕ (NATO or UN-led Ops). Έχουν αναπτυχθεί τουλάχιστον επτά (7) δυνητικά σενάρια επιχειρήσεων, όπου η χρήση ικανοτήτων/δυνάμεων PeSCo (PeSCo capability/force) είναι δυνατή: παραδοσιακής μορφής επιχειρήσεις ΚΠΑΑ, με συμμετοχή κ-μ της ΕΕ, μέλη PeSCo ή όχι; παραδοσιακής μορφής επιχειρήσεις ΚΠΑΑ, με συμμετοχή, αποκλειστικά, μελών PeSCo; επιχειρήσεις ΚΠΑΑ, με συμμετοχή, αποκλειστικά, μελών PeSCo, αναλαμβανόμενες σύμφωνα με το Άρθρο 44/ Συνθήκη Λισαβόνας; επιχειρήσεις εκτός ΕΕ, με συμμετοχή, αποκλειστικά, μελών PeSCo, οι οποίες αναλαμβάνονται στο πλαίσιο συνασπισμού (coalition OPs); επιχειρήσεις, υπό το ΝΑΤΟ (ΝATO-led operation), με συμμετοχή, αποκλειστικά, μελών PeSCo, ή, μελών PeSCo και άλλων Ευρωπαϊκών ή μη- Ευρωπαϊκών κ-μ του ΝΑΤΟ; επιχειρήσεις, υπό τον ΟΗΕ (UN-led operation), με συμμετοχή, αποκλειστικά, μελών PeSCo, ή, μελών PeSCo και άλλων Ευρωπαϊκών κρατών; Επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας (home defence operations) (Fiott et al. 2017: 33- 34). “Μost Demanding Missions” Ένας από τους βασικούς διακηρυσσόμενους στόχους της πρωτοβουλίας PeSCo είναι η «ικανότητα των κ-μ της ΕΕ να υλοποιούν τις πλέον απαιτητικές αποστολές» (most demanding missions): “… those Member States whose military capabilities fulfil higher criteria and which have made more binding commitments to one another in this area with a view to the most demanding missions shall establish permanent structured cooperation within the Union framework …” [Article 42.6 TEU]. Αυτή η φρασεολογία εκφράζει απόλυτα την αρχική φιλοδοξία της πρωτοβουλίας PeSCo, καθώς, ευθέως, υπονοεί ότι «οι επιχειρήσεις αυτές, δυνητικά, αφορούν στο ανώτατο επίπεδο του φάσματος [στρατιωτικής εμπλοκής]».2 Λόγω, όμως, του ότι αυτό δεν αναφέρεται, 2 Στην τακτική/επιχειρησιακή στρατιωτική ορολογία, η έννοια “most demanding missions” αναφέρεται στο Ελαφρύ Πεζικό (Light Infantry], το οποίο τασσόταν, πριν από κάθε πολεμική εμπλοκή, στο μέτωπο ή στα πλευρά και όταν άρχιζε η μάχη επεδίωκε να επιφέρει όσο το δυνατό μεγαλύτερες απώλειες στον εχθρό και εξακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια της μάχης 550 σαφώς, στα σχετικά με την πρωτοβουλία PeSCo, κείμενα πολιτικής, το ζήτημα του «τι είδους επιχειρήσεις πρόκειται τα κ-μ της ΕΕ να αναλαμβάνουν», παραμένει. Καθώς βασική δικαιολογητική βάση της PESCO είναι η δέσμευση των συμμετεχόντων κ-μ να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες για την ανάπτυξη εξελιγμένων -σύγχρονων οπλικών συστημάτων, πλέον, αυτά αναμένεται να καταστούν ικανά να διεξάγουν επιχειρήσεις «στο ανώτατο επίπεδο φάσματος στρατιωτικών επιχειρήσεων» (high end of the military spectrum) (Blockmans 2018: 1806-1807). Το Άρθρο 1- Πρωτόκολλο 10 αποσαφηνίζει ότι τα κράτη εκείνα τα οποία επιθυμούν να συμμετάσχουν στην PESCO οφείλουν να αναπτύξουν, με εντατικούς ρυθμούς, τις αμυντικές τους ικανότητες, σε συνδυασμό με αυξημένες δυνατότητες υποστήριξης μονάδων μάχης, αλλά και μεταφοράς − υποστήριξης επιχειρήσεων /αποστολών – καθηκόντων [Article 43 TEU]. Εφ’ όσον, όμως, στόχος της πρωτοβουλίας PeSCo είναι η υλοποίηση των Επιπέδων Στόχων της Παγκόσμιας Στρατηγικής της ΕΕ/EUGS, αυτό απαιτεί τη διερεύνηση μιας σειράς συναφών και σημαντικών παραμέτρων (είδος/τύπος στρατιωτικών επιχειρήσεων∙ επίπεδο απαιτήσεων δυνάμεων∙ τύπος/βαθμός κινδύνου∙ χαρακτήρας επιχειρήσεων (πειθαναγκασμός, αποκοπή/ άρνηση, επιβολή (Fiott et al. 2017: 36-37). Η ΚΠΑΑ, για την ανάληψη έγκαιρης και αποφασιστικής δράσης, στο συνολικό εύρος επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων [Article 43 TEU], πρέπει να υποστηρίζεται από αξιόπιστες, εύκολα αναπτυσσόμενες και υποστηριζόμενες, πλήρως λειτουργικές στρατιωτικές και μη- δυνατότητες. Στο πλαίσιο της EUGS & SDIP (2016),3 η επίτευξη των Επιπέδων Στόχων/LoA και των τριών στρατηγικών προτεραιοτήτων (strategic priorities), συναρτάται με μια σειρά επιχειρήσεων, ως εξής: διακλαδικές επιχειρήσεις ΔΚ, σε περιοχές υψηλού κινδύνου, γύρω από την ΕΕ; διακλαδικές επιχειρήσεις σταθεροποίησης, περιλαμβανομένων αεροπορικών και ειδικών επιχειρήσεων; στρατιωτικές και μη-άμεσης αντίδρασης επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών επιχειρήσεων στις οποίες χρησιμοποιούνται EU Battlegroups, συνολικά ή τμηματικά∙ μη-στρατιωτικές αποστολές∙ αεροπορικές επιχειρήσεις επιτήρησης ή υποστήριξης∙ επιχειρήσεις ναυτικής ασφάλειας ή επιτήρησης, στον περίγυρο της ΕΕ; αποστολές οικοδόμησης μη-στρατιωτικών ικανοτήτων και αναμόρφωσης του τομέα ασφάλειας∙ αποστολές οικοδόμησης στρατιωτικών ικανοτήτων (Fiott et al. 2017: 35-36). Εξετάζοντας τον κατάλογο, προκύπτει ότι ορισμένες από τις επιχειρήσεις/ αποστολές αυτές εμπίπτουν σε μια κατηγορία «ιδιαίτερα απαιτητικής» στρατιωτικής (και, πολιτικής, προφανώς) εμπλοκής, σε περιβάλλοντα άγνωστα και επικίνδυνα – να τον παρενοχλεί, με τα μέσα που διέθετε. Αναλάμβανε, τόσο αμυντικές, όσο και επιθετικές αποστολές, καθώς και απαιτητικές «επιχειρήσεις χαμηλής έντασης» (low-intensity operations). Το Ελαφρύ Πεζικό συνδυάζεται, περίφημα, με τις Ειδικές Δυνάμεις (Special Forces/SF), όπου τα στελέχη απαιτείται να διαθέτουν κριτική σκέψη, χαρακτήρα, χάρισμα – χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ηγεσίας σε «ακραία και επικίνδυνα περιβάλλοντα» (crisis leadership in extreme contexts). Στην περίπτωση της EU/PESCO, η χρησιμοποιούμενη φρασεολογία αναφέρεται, προφανώς (?), στις, “most demanding missions”, ως “high- intensity operations”: [a] war between two or more nations and their respective allies, if any, in which the belligerents employ the most modern technology and extensive resources in intelligence, mobility, firepower (including nuclear, chemical, and biological weapons), command, control and communications and service support (υπογράμμιση δική μου). 3 Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ (EU Global Strategy/EUGS, 2016) και Eφαρμοστικό Σχέδιο Άμυνας και Ασφάλειας (Security and Defence Implementation Plan /SDIP, 2016). 551 εμπλοκή, συχνά, χωρίς σαφή όρια και «κανόνες απεμπλοκής» (exit strategy). Πως καθορίζονται τα όρια της ΕΕ, στη βάση των ικανοτήτων/ δυνάμεων PeSCo, στον τομέα της κοινής άμυνας? Υποκρύπτει η αναφορά στην έννοια “demanding missions” ενδεχόμενη εμπλοκή (και) σε πολεμική επιχείρηση κατά – κάποιου − συγκεκριμένου εχθρού (identified enemy) (Fiott et al. 2017: 36-37); Πιθανώς, εδώ να υπονοείται μια μορφή «απαιτητικής ΡΚ επιχείρησης» (robust PΚΟ) (Ραγιές 2014β: 76-77), ως πιθανός «τύπος πολεμικής εμπλοκής», αν και οι απαιτήσεις [ακόμα και] μιας τέτοιας επιχείρησης θα αποτελούσαν «απόλυτη πρόκληση, πολιτική και στρατιωτική», για τα κ-μ της ΕΕ, τα όργανα και τους θεσμούς της. Θεσμικά, πρέπει να σημειωθεί, ότι αν και τα Petersberg Tasks περιλαμβάνουν, τόσο χαμηλής, όσο και υψηλής έντασης (στρατιωτικές) επιχειρήσεις − περιλαμβανομένων των «επιχειρήσεων μάχης» (combat operations) −, τα κ-μ της ΕΕ παραμένουν ιδιαίτερα επιφυλακτικά στην προοπτική «χρήσης στρατιωτικής δύναμης» υπό την ΕΕ, θεωρώντας ότι η TEU επιτρέπει, μόνο, επιχειρήσεις [αποστολές] χαμηλής έντασης (LIOs). Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Κοινή Άμυνα Η διαφοροποιημένη ενοποίηση (differentiated integration) αφορά σε μια μορφή διακυβέρνησης με χαρακτηριστικά αποκλίσεων και διακυμάνσεων, ανάμεσα σε πολιτικές, αλλά και ταυτόχρονης διατήρησης ενός «θεσμικού πυρήνα» (institutional core). Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, αυτό είναι δυνατόν να εξηγηθεί μέσω δύο μεταβλητών (variables), την αλληλεξάρτηση (interdependence) και την πολιτικοποίηση (politicization): ενώ η πρώτη θεωρείται ως παράγοντας δημιουργίας ζήτησης και προώθησης (της ενοποίησης), η δεύτερη την συγκρατεί. Στην περίπτωση σύγκλισης, η διαφοροποιημένη ενοποίηση είναι εφικτή (Schimmelfennig et al. 2015: 765, Biscop 2017: 9-10). Ως σήμερα, η Ευρωπαϊκή άμυνα δεν έχει επιτύχει υψηλά επίπεδα ενοποίησης, παραμένοντας ως μια διακυβερνητική διαδικασία βασισμένη στη «συναινετικού χαρακτήρα λήψη αποφάσεων» (consensual decision-making) και την εθελοντική συμμετοχή στις επιχειρήσεις. Λόγω του ότι αφορά σε ένα ζήτημα υψηλής πολιτικής, η ΚΠΑΑ οδηγήθηκε, νομοτελειακά, σε μια κατάσταση κρίσης (crisis of CSDP) (Howorth 2014: 9-10), προσδιοριζόμενη ως περιοχή «χαμηλής προτεραιότητας» (low priority area) − ιδιαίτερα, κατά το διάστημα, 2003 ως 2012 −, παραχωρώντας ζωτικό χώρο στη διαδικασία εσωτερικής αναδιάρθρωσης της ΕΕ στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων (σύσταση EEAS). Ενδεχομένως, μια λύση θα ήταν δυνατόν να προκύψει μέσα από την ανάδειξη μιας «ηγεσίας στον πυρήνα ΚΠΑΑ» (“core CSDP leadership”), όμως, η έλλειψη ενός στρατηγικού οράματος/Σχεδίου με σαφείς στόχους ΚΠΑΑ δεν επέτρεψε να προσδιοριστεί ο πυρήνας αυτός. Ως σήμερα, η ΚΠΑΑ αντιδρά κατά περίπτωση, εφαρμόζοντας μια στρατηγική, παθητική και, μάλλον, «μη-επιλογής της» (“strategy by default”) (Howorth 2014: 11). Mεταξύ των «άνω» και «κάτω» ορίων του πυρήνα (“high end core” – “low core”) υφίσταται ένας σαφής, ευρύς, ενδιάμεσος χώρος (‘inner core’), αποτελούμενος από κράτη μικρά και μεγάλα, ενεργά ή μη, στο πλαίσιο ΚΠΑΑ -ακόμα και «λάθρα επωφελούμενων» (“free-riders”) (Howorth 2014: 12). Εφ’ όσον η ΚΠΑΑ αποτελεί το μέσο επίτευξης ευρύτερων στρατηγικών στόχων της ΕΕ (διεθνής ρόλος; αυτόνομη δράση; αξιόπιστες στρατιωτικές δυνατότητες), τότε ένας τέτοιος πυρήνας θα αποτελείτο, μόνο, από εκείνα τα κράτη τα οποία διαθέτουν πραγματικές ικανότητες συνεισφοράς σε ένα τέτοιας εμβέλειας στόχο. Όμως, στην 552 κατηγορία αυτή δεν είναι εφικτό να ανήκουν όλα τα κ-μ της ΕΕ, αν και παραμένουν «μέλη ΚΠΑΑ» (CSDP members), υπηρετώντας ένα τομέα πολιτικής «υψηλής προτεραιότητας» για την ίδια την ΕΕ (και, τα κ-μ της) (Howorth 2014: 20). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προοπτική της διαδικασίας PeSCo ως δυνητικού καταλύτη προς μια διαφοροποιημένη μορφή ενοποίησης όπου ένας σκληρός πυρήνας κ-μ (core), αποτελούμενος από τα πλέον ικανά και πρόθυμα κράτη –στη βάση στρατιωτικών δυνατοτήτων και αμυντικών δαπανών-, προχωράει στην εδραίωση μιας «κοινής άμυνας δύο ταχυτήτων» (two-speed common defence): η Γαλλία επιμένει σε μια PeSCo ικανή να ηγηθεί, ενεργά, μιας ομάδας κρατών στην κατεύθυνση μιας σε βάθος αμυντικής συνεργασίας, όπως ορίζονται στην PeSCo και τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ενώ, στον αντίποδα, η Γερμανία εναντιώνεται έντονα στην ιδέα μιας κλειστής ομάδας «ιδιαίτερα δεσμευμένων κρατών» (most committed countries), χωρίς, όμως, να λαμβάνει υπόψη της ότι, «… (πολλά) κ-μ δεν διαθέτουν τις ικανότητες να εκπληρώσουν τα αυστηρά κριτήρια τα οποία προβλέπονται στο Άρθρο 42.6- TEU … » (Maulny & Bernardini 2019: 8-9). Οι δραματικές αλλαγές στο εγγύς περιβάλλον ασφάλειας σε συνδυασμό με τις έντονες πιέσεις για ανάληψη πιο ενεργού διεθνούς ηγετικού ρόλου, από την ΕΕ, δημιούργησαν συνθήκες «μερίσματος ενοποίησης» (“integration dividend”) στον τομέα της κοινής άμυνας (Blockmans 2018: 1824). Οι δομικές διαφοροποιήσεις στρατηγικής κουλτούρας ανάμεσα στα κ-μ της ΕΕ (εκτίμηση απειλής, θεσμικό πλαίσιο λήψης αποφάσεων, ηγεσία, επιχειρησιακές δυνατότητες), αλλά και θεσμικών προτιμήσεων (θέση στο NATO, σχέσεις με ΗΠΑ, σχέσεις με άλλα κ-μ ΝΑΤΟ) επέδρασαν αρνητικά στην κατεύθυνση οικοδόμησης μιας «κοινής άμυνας»,4 στο ορατό μέλλον (Blockmans 2018: 1825). Ένας δομικός μετασχηματισμός της κοινής άμυνας θα απαιτούσε ισχυρή δέσμευση από τα κ-μ της ΕΕ στην κατεύθυνση εμπλοκής σε μια λογική «συλλογικής δράσης» − αναπόσπαστου στοιχείου μιας αναδυόμενης Ευρωπαϊκής στρατηγικής κουλτούρας (Zandee & Kruijver 2019: 7-8). Αυτό, ακριβώς, το στοιχείο θα ήταν δυνατόν να οδηγήσει στην προθυμία ανάληψης «φιλόδοξων και αποτελεσματικών στρατιωτικών επιχειρήσεων» (ambitious and effective military operations). Στο πλαίσιο αυτό, η PESCO θα μπορούσε να προσεγγιστεί, μεθοδολογικά, ως ένα σημαντικό στοιχείο ώθησης προς μια «κοινή πολιτική άμυνας», η οποία, δυνητικά, θα οδηγούσε στην κοινή άμυνα [Article 42(2) TEU]. PESCO και Διατλαντική Άμυνα Σχετικά με την πρόθεση των 25 μελών της PESCO να εμπλακούν στην Πρωτοβουλία, αναφέρεται ότι: «… το όραμα της PESCO είναι να επιτύχει ένα συμπαγές επίπεδο δυνάμεων, πλήρους φάσματος (coherent full spectrum force Package), συμπληρωματικών προς το NATO − θεμέλιο λίθο της διατλαντικής συλλογικής άμυνας …» [Notification on PESCO, Brussels, 13/11/2017]. Όμως, η ΕΕ, προφανώς, αντιλαμβάνεται ότι το να αναπτύσσει στρατιωτικές ικανότητες, εντός του θεσμικού πλαισίου της, δεν σημαίνει ότι (αυτές) θα χρησιμοποιούνται, αναγκαστικά και αποκλειστικά, από την ίδια (under EU flag) (Biscop 2018: 173). Αυτό οδηγεί, εύλογα, στην υπόθεση ότι ο τύπος των (αναπτυσσόμενων) δυνατοτήτων PESCO δεν θα περιορίζεται στο επίπεδο των επιχειρήσεων οι οποίες αναλαμβάνονται, ως σήμερα, από την ΕΕ, και αφορούν, μάλλον, στο «πιο χαμηλό επίπεδο φάσματος» (low end of 4 Common defence [Article 24(1) TEU]. 553 the spectrum) − ούτε, όμως, και από τον τύπο «στρατιωτικών επιχειρήσεων/ αποστολών [Petersberg Tasks] (Ραγιές 2014β: 96-122). H PESCO, έτσι, θα χρησιμοποιεί το «πλήρες φάσμα δυνατοτήτων» (full spectrum of capabilities) για τη διεξαγωγή βασικών καθηκόντων, από εδαφική άμυνα (territorial defence), ως εκστρατευτικές επιχειρήσεις (expeditionary operations) − εντός θεσμικού πλαισίου ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΟΗΕ, ή στο πλαίσιο ad hoc coalitions. Αντίστοιχα, το NATO οφείλει να δεχθεί ότι οι όποιοι τύποι ή επίπεδα δυνάμεων αναπτύσσονται, εντός πλαισίου ΝΑΤΟ, δεν αφορούν μεμονωμένα κ-μ, αλλά την Ατλαντική Συμμαχία, ως σύνολο (Biscop 2018: 173). Αν και οι διαδικασίες NDPP5 και Capability Development Plan/CDP – ΝΑΤΟ και ΕΕ, αντίστοιχα − προσδιορίζουν ίδια κενά (ικανοτήτων), δεν διαρθρώνονται, αναγκαστικά, πάνω στις ίδιες προτεραιότητες ή/και στόχους. Ενδεχόμενη, πάντως, σύμπτυξη των δύο διαδικασιών, ως ένα «μείγμα δυνατοτήτων» (capability mixture), θα επέτρεπε στα μέλη PESCO να: α) αναλαμβάνουν το μέρισμα (του Ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ) στο πλαίσιο της συλλογικής άμυνας (collective defence burden- sharing) β) συνεισφέρουν, επαρκώς, σε επιχειρήσεις «πλήρους φάσματος» (full spectrum of operations) γ) διασφαλίζουν την Ευρωπαϊκή ασφάλεια, με συμπαγή και ενιαίο τρόπο και δ) αναλαμβάνουν, όταν είναι αναγκαίο, εκστρατευτικές επιχειρήσεις (expeditionary operations), όπως αυτές περιγράφοντα στο Επιπέδων Στόχων της ΕΕ/ EU level of ambition (Biscop 2018: 175-176). Αυτό θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, αν τα κ-μ του NATO και τα μέλη PESCO ενοποιούσαν σε ένα (single plan), τα δύο (παράλληλα) Εθνικά Εφαρμοστικά Σχέδια (National Implementation Plans): ένα για την επίτευξη των δεσμεύσεων PESCO και ένα για την επίτευξη του Στόχου 2% (“Wales pledge”). Μέσω, δε, της σταθερής και αποτελεσματικής διαδικασίας ελέγχου και αξιολόγησης των σχεδίων,6 θα διασφαλιζόταν η ορθή αποτίμηση του επιπέδου εναρμόνισης των (στρατιωτικών) απαιτήσεων, μέσα από τα προγράμματα συνεργασίας (collaborative projects) (Biscop 2018: 176). PESCO vs EI2 Η PESCO αφορά σε ένα τύπο μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας, βασισμένης σε Συνθήκη (Treaty-based permanent structured cooperation), ενώ η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Επέμβασης (European Intervention Initiative /EI2) σε μια πρωτοβουλία παρέμβασης της Γαλλίας − πρωτοβουλία αμυντικής συνεργασίας. Και οι δύο στοχεύουν στην ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, έτσι ώστε να καταστεί ικανή να ενεργεί μόνη της ή με κράτη-συνεταίρους, όταν και όπου αυτό απαιτηθεί. Και στις δύο πρωτοβουλίες, η στρατηγική αυτονομία προσδιορίζεται μέσα από την ενίσχυση της συλλογικής ικανότητας αντίδρασης σε κρίσεις οι οποίες 5 Σκοπός της Διαδικασίας Αμυντικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ (NATO Defence Planning Process /NDPP) είναι η παροχή ενός πλαισίου όπου οι εθνικές και οι συμμαχικές δραστηριότητες αμυντικού σχεδιασμού εναρμονίζονται, έτσι ώστε τα κ-μ της Συμμαχίας να παρέχουν τις απαιτούμενες δυνάμεις και δυνατότητες, με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, για τη διεξαγωγή αποστολών «πλήρους φάσματος» (full spectrum of missions), δηλαδή Article 5 και non-Article 5 Operations. 6 NATO/ NDPP & EU/ Coordinated Annual Review on Defence/CARD. 554 αναδύονται στο εγγύς περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Η εστίαση στην έννοια διαχείριση κρίσεων − ή, επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων − (Ραγιές 2014β: 96-122) οφείλεται στο γεγονός ότι και οι δύο πρωτοβουλίες αυτό- προσδιορίζονται ως συμπληρωματικές προς το ΝΑΤΟ − βασικό πάροχο συλλογικής εδαφικής άμυνας της Ευρώπης. Ένα άλλο κοινό στοιχείο τους αφορά στη δέσμευση ανάδειξης μιας «κοινής στρατηγικής κουλτούρας» στην ΕΕ (EU common strategic culture), δηλαδή, ενός πλέγματος «κοινών ιδεών, κανόνων και τρόπων συμπεριφοράς των δρώντων οι οποίοι εμπλέκονται στη διαμόρφωση και υλοποίηση πολιτικών άμυνας και ασφάλειας» (Zandee & Kruijver 2019: 6-7). Από την άλλη, η κύρια διαφορά ανάμεσα στις δύο πρωτοβουλίες αφορά στο γεωπολιτικό πλαίσιο αναφοράς, την ΕΕ και την Ευρώπη. Η PESCO εμμένει σε μια σαφή και απόλυτη αναφορά στην ΕΕ, ενώ η EI2 επιχειρεί μια ευρύτερη γεωγραφική προσέγγιση εκτός υφιστάμενων πλαισίων πολυμερούς συνεργασίας (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ad hoc formations, coalitions of the willing, κλπ). Η Γαλλία θεωρεί ότι Ευρώπη και ΕΕ δεν ταυτίζονται ούτε είναι συνώνυμα (απαραίτητα), κατά συνέπεια, η εστίαση της EI2 είναι περιορισμένη (strategic foresight and intelligence sharing; scenario development and planning; support to operations and lessons learned and doctrine) (Zandee & Kruijver 2019: 4). Αντίθετα, η εστίαση της PESCO παραμένει ευρύτερη (space-based information and communication services; information superiority; ground combat capabilities; enhanced logistic and medical supporting capabilities; naval manoeuvrability; air superiority; air mobility; defence investment and planning; training), ενώ, ως συστατικό στοιχείο της ΕΕ, συνδέεται και με άλλες πρωτοβουλίες του τομέα άμυνας (European Defence Fund; Coordinated Annual Review on Defence) (Billon-Galland & Efstathiou: 3). H PESCO αποτελεί μια μόνιμου χαρακτήρα δομή, με διάρθρωση και σαφείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων, λειτουργίας και ελέγχου. Η EI2, αντίθετα, διατηρεί ένα χαρακτήρα ευελιξίας και μη-δέσμευσης, υπογραμμίζοντας, έτσι, την καθαρά διακυβερνητική μορφή της (χαλαρές μορφές λειτουργίας, διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων). Βασική αιτία ανάληψης της πρωτοβουλίας EI2 αποτελεί η έντονη απογοήτευση της Γαλλίας αναφορικά με τη διστακτικότητα (αρνητικότητα/άρνηση) των κ-μ της ΕΕ να επεμβαίνουν σε περιοχές κρίσεων (και) να χρησιμοποιούν (ακόμα και) στρατιωτική ισχύ, όταν και όπου αυτό απαιτείται (Zandee & Kruijver 2019: 2-3). Η EI2, έτσι, αποτελεί ένα ιδιαίτερο forum ικανών και επιθυμούντων κ-μ της ΕΕ να εμπλέκουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες (μέσα, υλικό, υποδομές) και δυνάμεις, στην προστασία των Ευρωπαϊκών συμφερόντων ασφάλειας. Η σύσταση και λειτουργία των δύο πρωτοβουλιών συνετέλεσε σε μια de facto διάσπαση της «ενιαίας Ευρωπαϊκής αμυντικής προσπάθειας» (single European defence effort). Έμμεσα, όμως − και συμπτωματικά (;) −, παρέχει την ευκαιρία, τόσο στη Γαλλία, όσο και τη Γερμανία, να αναδειχθούν ως καθοριστικοί παράγοντες μέσα στην ΕΕ, στη μετά-Brexit, εποχή: η πρώτη ως (πολιτικός) ηγέτης και αρχιτέκτονας της EI2 και η δεύτερη ως επιταχυντής της PESCO – στην κατεύθυνση μεγαλύτερης αμυντικής ενοποίησης. PESCO: Αποτίμηση Τα Προγράμματα PESCO (PESCO projects) δεν αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αντίκτυπο στην πλήρωση των (αμυντικών) απαιτήσεων της ΕΕ. Η PESCO διαθέτει την ικανότητα να λειτουργήσει ως ένα ουσιαστικό πλαίσιο συνεργασίας και 555 συντονισμού των Ευρωπαϊκών εξοπλισμών, όμως, μόνο αν τα κ-μ της επιδείξουν την αναγκαία βούληση να υπερβούν τα όποια πολιτικά και τεχνολογικά/ βιομηχανικά εμπόδια για την απόκτηση των απαραίτητων (στρατιωτικών) δυνατοτήτων. Τυπικά, η αξιολόγηση της χρησιμότητας, καταλληλότητας και αποτελεσματικότητας των Προγραμμάτων PESCO απαιτεί, απλά, την αποτίμηση «ήδη, συμφωνημένων στόχων» και όχι την «εκτίμηση μη-ρεαλιστικών προσδοκιών». Ειδικότερα, οι στόχοι εμφανίζονται στα: α) το αναθεωρημένο Σχέδιο Ανάπτυξης Δυνατοτήτων (Capability Development Plan/CDP, 2018) –όπου ορίζονται οι προτεραιότητες στην ανάπτυξη δυνατοτήτων της ΕΕ- και β) οι απαιτήσεις δυνατοτήτων, αναγκαίων για την επίτευξη του επιθυμητού Επιπέδου Στόχων της ΕΕ (EU’s Level of Ambition /LoA, 2016) – όπου εξειδικεύονται οι προθέσεις σχετικά με δυνητικές επιχειρήσεις (Billon-Galland and Efstathiou: 2). Αναφορικά με το CDP, αυτό επιλέχθηκε (από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) ως μέσο ενθάρρυνσης συμμετοχής των κ-μ στην προσπάθεια κάλυψης των στρατηγικών κενών, μέσω συνεργασίας σε προγράμματα ανάπτυξης δυνατοτήτων τα οποία ικανοποιούν τις προτεραιότητες CDP (CDP priority Areas). Αντίθετα, το LoA θέτει τα προγράμματα ανάπτυξης δυνατοτήτων σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, άρα, αξιολογείται η καταλληλότητα τους αναφορικά με την επίτευξη του (μακροπρόθεσμου) στόχου ανάληψης πολυεθνικών επιχειρήσεων από την ΕΕ. Σύμφωνα με τις αρχές της PESCO, η κινητήρια δύναμη στην ανάπτυξη δυνατοτήτων είναι η «… αντιμετώπιση των κενών/ αδυναμιών δυνατοτήτων οι οποίες σχετίζονται με το Επίπεδο Στόχων της ΕΕ, καθώς και των στόχων και προτεραιοτήτων CSDP (CSDP objectives and priorities)…» [Notification on PESCO, Council of the European Union, 2017] (Billon-Galland & Efstathiou: 3). Αν και αυτό δεν είναι, ενδεχομένως, το μοναδικό πλαίσιο χρήσης των δυνατοτήτων οι οποίες αναπτύσσονται μέσω της PESCO, αποτελεί ένα θετικό δείκτη αποτίμησης των αναπτυσσόμενων δυνατοτήτων, από τα κ-μ της ΕΕ, οι οποίες ικανοποιούν «ήδη, διαμορφωμένους στόχους και ανάγκες» (identified needs and goals) (Billon-Galland and Efstathiou: 3-7). Αν τα προγράμματα PESCO συγκριθούν με το Επίπεδο Στόχων της ΕΕ, αντί του Σχεδίου Ανάπτυξης Δυνατοτήτων, τότε η σύγκλιση περιορίζεται – το πλείστον των κενών/ αδυναμιών (δυνατοτήτων) δεν καλύπτονται από τα προγράμματα PESCO. Βέβαια, υπενθυμίζεται ότι στόχος της PESCO δεν υπήρξε ποτέ η αντιμετώπιση (όλων) των κενών δυνατοτήτων της ΕΕ (capability gaps), αν και ορισμένα προγράμματα στοχεύουν στην κάλυψη κενών/ αδυναμιών όπως προσδιορίζονται στα LoA. Επιπλέον, η πιθανότητα ικανοποίησης των αναγκών των Ευρωπαϊκών ΕΔ παραμένει περιορισμένη. Η πλειονότητα των προγραμμάτων PESCO εστιάζει στην απόκτηση δυνατοτήτων όχι υψηλής έντασης (non-high-end capabilities), αποστερώντας, έτσι, από τις Ευρωπαϊκές ΕΔ, τη δυνατότητα χρήσης του πλήρους φάσματος (δυνατοτήτων) − το οποίο η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο (Billon-Galland and Efstathiou: 3- 7)). Ως αποτέλεσμα, οι δυνατότητες των εθνικών κ-μ (και, των ΕΔ τους) παραμένουν στα ίδια επίπεδα, δηλαδή, κινούνται στο κατώτερο σημείο του φάσματος (των επιχειρήσεων). Έτσι, η επίδραση στην επίτευξη του Επιπέδου Στόχων της ΕΕ (LoA) αναμένεται να είναι, μόνο, οριακή. Ενδεχομένως, minimum στόχος της PESCO – όπως και άλλων αντίστοιχων Πρωτοβουλιών, στο παρελθόν − να είναι η λειτουργία της ως ενός forum «έντιμης» συνεργασίας των κ-μ της ΕΕ στους εξοπλισμούς (Billon-Galland & Efstathiou: 9-12). 556 Η «Ψυχολογία του Αδύναμου» Με βάση την, ως σήμερα, εμπειρία, η πρωτοβουλία PeSCo δεν αναμένεται -ούτε αυτή- να αποτελέσει το μέσο ώθησης της ΕΕ για εμπλοκή «πέραν των παραδοσιακών επιχειρήσεων/δράσεων διαχείρισης κρίσεων», σε στρατιωτικές επιχειρήσεις «πλήρους φάσματος» (full-spectrum), σε ακραία και απαιτητικά περιβάλλοντα. Ενδεχομένως, η νέα αυτή πρωτοβουλία αποσκοπεί να ελέγξει τη βούληση των κ-μ της ΕΕ να συζητήσουν, διαβουλευτούν και αξιολογήσουν τη «χρήση ενός τέτοιου εργαλείου» (use of the tool), εφ’ όσον αυτό αναπτυχθεί. Αποτελεί, δηλαδή, η PeSCo το πλαίσιο σύνδεσης της «ανάπτυξης ικανοτήτων» με την «προοπτική χρήσης» τους (Fiott et al. 2017: 38). Η ανάπτυξη ικανοτήτων/δυνάμεων είναι δυνατόν να οδηγήσει, σταδιακά, σε «αυξημένες πιθανότητες» αυτές να χρησιμοποιηθούν σε επιχειρήσεις, επιβεβαιώνοντας, έτσι, τη σχέση ανάμεσα στο να «διαθέτεις» ένα εργαλείο και στο να το «χρησιμοποιείς». Σύμφωνα με την έννοια της «ψυχολογίας της αδυναμίας» (“psychology of weakness”), αυτό που οδηγεί στην ανοχή ή άρνηση των απειλών, είναι η έλλειψη ικανότητας αντίδρασης (σε αυτές) (Kagan 2002: 6-10). Το κενό – η υστέρηση − της ΕΕ αφορά στην ισχύ: στο πλαίσιο της μακρόχρονης διατλαντικής σχέσης, η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ δημιούργησε, σταδιακά, μια σαφή de facto τάση χρήσης της, ενώ, αντίθετα, η στρατιωτική αδυναμία της ΕΕ δημιούργησε μια εμφανή αποστροφή εφαρμογής της (Fiott et al. 2017: 38-39, Kagan 2002: 6-10). Έτσι, η ΕΕ, σταδιακά, ανάπτυξε μια θεώρηση ήπιας − μη-βίαιης − προσέγγισης απέναντι στα σύγχρονα ζητήματα διεθνούς ασφάλειας, με έμφαση στην αξία της διεθνούς- πολυμερούς διπλωματίας και την πρωτοκαθεδρία του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών. Επιχείρησε, δηλαδή, μέσα από το δικό της παράδειγμα [ενοποίησης], να καταδείξει ότι είναι εφικτή η δημιουργία νέων μεθόδων επίτευξης ειρήνης, σταθερότητας και επίλυσης συγκρούσεων. Με τον τρόπο αυτό, έδειξε να υποβαθμίζει τη σκληρή, αλλά, παραδοσιακή και, πάντα, υπαρκτή αρχή μιας διεθνούς άναρχης κοινωνίας όπου τελικός και καθοριστικός παράγοντας της (εθνικής και συλλογικής) ασφάλειας και επιβίωσης παραμένει η ισχύς (Kagan 2002: 6-10).). Η ΕΕ, κατά τη μακρά πορεία ενοποίησης, έχοντας αποτύχει -ή, αποφύγει- να οικοδομήσει μια πραγματική στρατιωτική ισχύ, προκάλεσε, σταδιακά, ένα σημαντικό κενό στη διατλαντική σχέση, όπως αυτή εκφράζεται από το ΝΑΤΟ (Ραγιές 2014α: 103-105 & 154-165).7 Ενώ οι ΗΠΑ εστιάζουν σε απειλές (διάδοση ΟΜΚ, 7 Ειδικότερα, στο πλαίσιο της διατλαντικής στρατιωτικής συμμαχίας οι ΗΠΑ (πόλος Α) πρωτοστάτησαν στη σύσταση, λειτουργία και αναδιάρθρωση της Ατλαντικής Συμμαχίας, για λόγους: α) επιβεβαίωσης της ηγεμονικής τους θέσης στον ευρω-ατλαντικό χώρο β) εδραίωσης και προβολής ισχύος, στο παγκόσμιο σύστημα γ) επιδίωξης εξισορροπητικού ρόλου στην Ευρασία και παροχής αποκλειστικών διασφαλίσεων, προς τους ευρωπαίους συμμάχους, απέναντι σε πιθανές μελλοντικές αναθεωρητικές τάσεις άλλων δυνάμεων, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Από την πλευρά της, η Ευρώπη (τα Ευρωπαϊκά κ-μ του ΝΑΤΟ) [πόλος Β], μέσω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της ασφάλειας της, στηριζόμενη, όμως, στρατιωτικά, σε ένα εξωτερικό − από αυτή − παράγοντα ισχύος (παροχή εξοπλισμών), ισορροπίας και ηγεσίας. Σταδιακά, η (απόλυτα, ενσυνείδητη) αρχική σχέση αλληλεξάρτησης (interdependence), ανάμεσα στα κ-μ του ΝΑΤΟ, μετετράπη σε σχέση εξάρτησης τρωτότητας (vulnerability dependence) και δημιούργησε, σταδιακά, στρατιωτική αναποτελεσματικότητα, σημαντική διπλοτυπία (duplication), αναποτελεσματική παραγωγή 557 Τρομοκρατία, rogue states), η ΕΕ (επιμένει να) χρησιμοποιεί, στη φρασεολογία της, την έννοια, προκλήσεις (εθνοτικές συγκρούσεις, μετανάστευση, οργανωμένο έγκλημα, περιβαλλοντική ασφάλεια). Μήπως, τελικά, η επιμονή της ΕΕ σε εργαλεία «ήπιας ισχύος» (soft-power tools), αντί «σκληρής» (hard- power), εξηγείται από το γεγονός ότι η ίδια παραμένει στρατιωτικά αδύναμη; Δηλαδή, ζήτημα (στρατηγικής) κουλτούρας; Επίλογος Η Συνθήκη της Λισαβόνας έγινε δεκτή με ικανοποίηση αφού δημιουργούσε εύλογες προσδοκίες στην ανάπτυξη μιας κοινής αμυντικής πολιτικής. Προκάλεσε, όμως, μια θεσμική σύγχυση: ενώ η άμυνα της ΕΕ (EU defence) αφορά τα κ-μ -στόχους, δυνάμεις, δυνατότητες, η άμυνα της Ευρώπης (European defence) αναφέρεται σε εκείνη την ιδιαίτερη, παραδοσιακή παράμετρο της άμυνας της Ευρώπης, δηλαδή, το ΝΑΤΟ και τη διατλαντική σχέση. Για αρκετά κράτη (μέλη της ΕΕ ή/ και του ΝΑΤΟ), Ευρωπαϊκή άμυνα σημαίνει, απλά, ένα ισχυρό πυλώνα των Ευρωπαϊκών κ-μ του ΝΑΤΟ, υπογραμμίζοντας, έτσι, το αρχικό θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης της διατλαντικής άμυνας μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Η Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ (EU Global Strategy/EUGS, 2016) προσδιορίζει τις επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων και σταθεροποίησης, στο εγγύς της περιβάλλον, ως κύρια καθήκοντα (core tasks).8 Αναφέροντας, ρητά, ότι το καθήκον της συλλογικής άμυνας (collective defence) παραμένει στο ΝΑΤΟ, επιβεβαιώνει τη συμπληρωματικότητα των δύο θεσμών (ΕΕ και ΝΑΤΟ. Όμως, στη EUGS υπογραμμίζεται, σαφώς, ότι, για την εκπλήρωση τέτοιων καθηκόντων, απαιτείται ένα «αναγκαίο επίπεδο στόχων και στρατηγικής αυτονομίας». Η ΕΕ, αν και, στην πράξη, δείχνει να αποφεύγει το καθήκον της συλλογικής άμυνας, θεσμικά -και, πολιτικά- έχει αναλάβει, ήδη, αυτό το ρόλο. Η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας [Article 42.7/ TEU) ρητά, ορίζει ότι σε περίπτωση όπου ένα κ-μ της ΕΕ υποστεί ένοπλη επίθεση κατά της εδαφικής του ακεραιότητας, τα (άλλα) κ-μ έχουν την υποχρέωση να το συνδράμουν. Η υποχρέωση αυτή είναι δεσμευτική και δεν επηρεάζει την ουδετερότητα κάποιων κρατών ή τις συμμαχικές υποχρεώσεις τους προς το ΝΑΤΟ.9 Επιπλέον, αρκετά κ-μ της ΕΕ, αφ’ ενός, δεν θεωρούν ικανή την ΕΕ να οικοδομήσει, με επάρκεια και αξιοπιστία, σύγχρονες δομές συλλογικής άμυνας, αφ’ ετέρου, εκτιμούν ως υπαρκτό τον κίνδυνο πρόκλησης ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και, ταυτόχρονα, υποβάθμισης του ΝΑΤΟ, το οποίο (συνεχίζουν να) αντιλαμβάνονται ως αμυντικού υλικού, πολιτική αναξιοπιστία και μείωση συμμαχικής συνοχής, εξ’ αιτίας του ότι τα ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ επεδίωξαν, λειτουργώντας μη-ορθολογικά, να προωθήσουν ανεφάρμοστες πολιτικές και ουτοπικές πολιτικές και αμυντικές φιλοδοξίες, επιχείρησαν να οικοδομήσουν αυτόνομες και ανεξάρτητες στρατιωτικές ικανότητες και να ενδυναμώσουν την οικονομική τους ικανότητα (μέσω ανάπτυξης εγχώριας R&D και παραγωγής ολοκληρωμένων εξελιγμένων οπλικών συστημάτων), σε σημείο υποθήκευσης της συμμαχικής ακεραιότητας, υποβάθμισης της συνολικής στρατιωτικής ικανότητας της Συμμαχίας, καθιστώντας την διατλαντική άμυνα ευάλωτη. 8 Crisis Management and Stabilization (Operations). 9 Η Γαλλία, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, το 2015, επικαλέστηκε, για πρώτη φορά την ενεργοποίηση του Άρθρου 42.7 /TEU, αντιγράφοντας, με τον τρόπο αυτό, την αντίστοιχη επίκληση του Άρθρου 5/ΝΑΤΟ, από τις ΗΠΑ, στο, επίσης, τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2011. 558 τον κύριο και βασικό θεσμό αξιόπιστης συλλογικής άμυνας (της Ηπείρου). Η PESCO, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, όντως, ενδυναμώνει τη συλλογική ασφάλεια της ΕΕ. Μεθοδολογικά, όμως, αποτελεί διαδικασία, εργαλείο ή πλαίσιο συνεργασίας των κ-μ της ΕΕ στους εξοπλισμούς, με έμφαση στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων (capability development); Η λειτουργία της δείχνει να έχει, μάλλον, τα χαρακτηριστικά ενός [ακόμα] πλαισίου συνεργασίας (cooperation framework) και όχι ενός εργαλείου εμβάθυνσης της ενοποίησης στον τομέα της άμυνας. Επιχειρησιακά, η ΚΠΑΑ εξελίχθηκε, κυρίως, ως μια μορφή πολιτικής στον τομέα της ασφάλειας και όχι της άμυνας. Η όποια διαφοροποίηση ανάμεσα στις έννοιες, άμυνα και ασφάλεια μπορεί, ενδεχομένως, να αγνοηθεί ως μια σημασιολογική παραφωνία, όμως, με όρους στρατιωτικής ασφάλειας η σημασία αυξάνει. Στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας, οι απαιτούμενες δυνατότητες για αποστολές, εκτός ορίων ΕΕ, αφορούν σε δομές «εκστρατευτικής δύναμης» για τη διενέργεια επιχειρήσεων χαμηλής έντασης. Αντίθετα, τα καθήκοντα άμυνας (tasks associated with defence) απαιτούν ικανότητες απαγόρευσης/αποκοπής (interdiction − denial capabilities), σε περιβάλλον αέρος, ξηράς και θάλασσας∙ συστήματα στατικής άμυνας∙ μονάδες ΔΜ και πληροφορίες∙ ικανότητες anti-access και area denial (A2/AD); α/φ τεχνολογίας stealth∙ υποβρύχια (Ραγιές 2014α: 231-249). Η PESCO δεν κάνει αβίαστα αναφορές στην έννοια άμυνα, ενώ χρησιμοποιεί τους όρους, άμυνα και ασφάλεια εναλλακτικά.10 Η Συνθήκη της Λισαβόνας [Protocol 10 on PESCO/ Final Act] εστιάζει, σαφώς, σε Petersberg Tasks [Article 43- TEU] και όχι σε «απαιτήσεις συλλογικής άμυνας». Όμως, η επιτυχία της PESCO δείχνει να εξαρτάται από την εκπλήρωση τριών (3) παραγόντων: α) αύξηση του Επιπέδου Στόχων της ΕΕ (LoA), με παράλληλη διασφάλιση του μη-αποκλεισμού (inclusivity) β) διατήρηση της αξιοπιστίας, για εκπλήρωση δεσμεύσεων από τα κ-μ γ) διασφάλιση συνοχής (coherence) του οικοδομήματος άμυνας της ΕΕ (Blockmans 2018: 11). Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες, λόγω της ύπαρξης πολλαπλών μηχανισμών διαφοροποιημένης ενοποίησης (differentiated integration), δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα του μη-αποκλεισμού (inclusivity). Η PESCO, ως μορφή ενισχυμένης συνεργασίας (enhanced cooperation), οφείλει να παραμένει ανοικτή σε όσα κ-μ επιθυμούν ένταξη, αναδεικνύοντας, έτσι, ότι διαθέτει χαρακτήρα μη-αποκλεισμού (inclusivity) [Art. 328 TFEU]. Η ενότητα πρέπει να διασφαλίζεται μέσω αποφυγής δημιουργίας αισθήματος διακρίσεων ή ζημίας στα κράτη εκείνα τα οποία αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν, ενώ τα μη- μέλη PESCO οφείλουν να προσκαλούνται, ως παρατηρητές στις συζητήσεις (Art. 330 & 332 TFEU). Αρκετοί θεωρούν, ως κινητήρια δύναμη της ενισχυμένης συνεργασίας, την avant gardes των ικανών και επιθυμούντων κ-μ να αναλάβουν την υλοποίηση των most demanding missions, οδηγώντας περαιτέρω τη διαδικασία αμυντικής ενοποίησης. Η εμπειρία, όμως, έχει αποδείξει ότι, μάλλον, η arrière gardes ορισμένων κ-μ, επικαλούμενων περιορισμούς εθνικής κυριαρχίας (sovereign limitations), υποχρεώνει τους προηγούμενους να επιλέξουν την (προσωρινή) διαφοροποιημένη ενοποίηση (Blockmans 2014: 1811). Η PESCO επιχειρεί την πλέον δυνατή έκφραση ενισχυμένης συνεργασίας, μέσω μιας συμφωνίας συμβιβασμού μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, εφαρμόζοντας μια «τμηματική προσέγγιση» (modular approach) ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα 10Αν και το πεδίο της άμυνας εθεωρείτο, παραδοσιακά, εκτός θεσμικής ευθύνης της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται ως κύριος μοχλός ώθησης της συζήτησης για την κοινή άμυνα, μέσα στην ΕΕ. 559 της (κοινής) άμυνας [permanent structured cooperation in common defence].11 Αντί οικοδόμησης μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων, μέσα στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας/CSDP, δημιουργήθηκε μια – τεχνητή και όχι πολιτική − διάρθρωση τριών διαφορετικών επιπέδων, “high end core”, “inner core” και “low core”, η οποία αναπαριστά τις υπαρκτές διαφοροποιήσεις, ανάμεσα στα κ-μ, αναφορικά με ικανότητες, δυνατότητες, επιθυμίες, πόρους, στόχους και προσδοκίες. Εδώ, παραμένει ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστεί, τόσο η σύσταση των τριών επιπέδων, η ηγεσία και οι σχέσεις μεταξύ τους, όσο και η επίδραση (της αρχιτεκτονικής αυτής) στη διαδικασία αμυντικής ενοποίησης. Η πρόκληση για την επιτυχία της PESCO είναι, η ανάπτυξη ενός modus operandi, αρκετά ευέλικτου για να διαχειρίζεται την ποικιλία (θέσεων), αλλά και αρκετά συμπαγούς για να παράγει απτά συλλογικά οφέλη. Στόχος, επί του παρόντος, όχι εύκολα εφικτός (Blockmans 2014: 1812). Βιβλιογραφία Billon-Galland, A. & Efstathiou, Y.-S. (2019), Are PESCO Projects Fit for Purpose?, European Leadership Network (ELN) European /Defence Programme & ΙΙSS. Biscop, S. (2017), Differentiated Integration in Defence: A plea for PESCO, Instituto Affari Internationali (IAI). Biscop, S. (2018), “European Defence: Give PESCO a chance”, Survival, 60 (3): 161-180. Blockmans, S. (2018), ‘’The EU’S Modular Approach to Defence Integration: An inclusive, ambitious and legally binding PESCO?’’, Common Market Law Review, 55: 1785–1826. Blockmans, S. (επιμ.) (2014), Differentiated Integration in the EU: From the inside looking out, CEPS E-book. Fiott, D., Missiroli, A. & Tardy, T. (2017), “Permanent Structured Cooperation: What’s in a name?”, Chaillot Paper, 142, EU Institute for Security Studies (ISS). Jolyon H. (2014), European Security Post-Libya and Post-Ukraine: In search of core leadership, Instituto Affari Internationali (IAI). Kagan, R. (2002), "Power and Weakness", Policy Review, 113: 3-28. Maulny, J.-P. & Bernardini Di, L. (2019), Moving PeSCo Forward: What are the next steps?, ARES Policy Paper, 39. Schimmelfennig, F., Leuffen, D. & Rittberger, B. (2015), “The European Union as a System of Differentiated Integration: Interdependence, politicization and differentiation”, Journal of European Public Policy, 22: 764-782 Zandee, D. & Kruijver, K. (2019), The European Intervention Initiative. Developing a shared strategic culture for European defence, Clingendael Report. Ραγιές, Ι. (2014α), Θεωρίες Αμυντικής Αλληλεξάρτησης. Η περίπτωση της Βορειο-Ατλαντικής συμμαχίας, Αθήνα, εκδόσεις Σιδέρης. Ραγιές, Ι. (2014β), Δημόσια Διπλωματία και Στρατηγική Επικοινωνία σε Πολυεθνικές Στρατιωτικές Επιχειρήσεις Διαχείρισης Κρίσεων, Αθήνα, εκδόσεις Σταμούλης. 11 European Council Conclusions, EUCO 34/16, 15 Dec. 2016, Para 11. 560 Μεταξύ Αξιοπρέπειας και Αυτοκτησίας: Η Φιλοσοφία των Δικαιωμάτων του Vincent Descombes Δημήτριος Ροζάκης1 Περίληψη Στο κείμενο που ακολουθεί θα ήθελα να παρουσιάσω τις θέσεις ενός σύγχρονου γάλλου φιλοσόφου, του Vincent Descombes για την έννοια των δικαιωμάτων. Οι θέσεις του για την έννοια των δικαιωμάτων βρίσκονται στo 6ο μέρος του βιβλίου του Το συμπλήρωμα του υποκειμένου (Le complément de sujet) το οποίο είναι αφιερωμένο στη «Διαμάχη των υποκειμενικών δικαιωμάτων». Στο μέρος αυτό περιέχονται τα κεφάλαια «Ο νομικός ανθρωπισμός», «Ο νομικός νομιναλισμός», «Το υποκείμενο του δικαίου», «Το νομικό πρόσωπο ως φορέας κατηγορημάτων». Για να κατανοήσουμε αυτές τις θέσεις, είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από την έννοια του υποκειμένου η οποία είναι το αντικείμενο των προηγούμενων αναπτύξεων. Λέξεις-κλειδιά: Υποκείμενο, υποκειμενικά δικαιώματα, φυσικό δίκαιο, αυτοσυνειδησία, αυτοκτησία, αξιοπρέπεια Η σύγχρονη διαμάχη περί του υποκειμένου Το Συμπλήρωμα του υποκειμένου αρθρώνεται ως μία πολεμική απέναντι στην έννοια του υποκειμένου την οποία προτείνουν οι «αναστοχαστικές» φιλοσοφικές παραδόσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα ρεύματα του νεοκαντιανισμού και της φαινομενολογίας τα οποία επιχείρησαν να περιορίσουν την αξίωση του θετικισμού να μελετήσει τον άνθρωπο με τις μεθόδους της εμπειρικής επιστήμης. Έτσι στην τάση των εμπειρικών επιστημών «να αντικειμενοποιήσουν υπέρμετρα το αντικείμενό τους, που ωστόσο είναι ο άνθρωπος, δηλαδή ένα υποκείμενο, το οποίο δεν κινείται ωθούμενο μόνο από εξωγενή αίτια» (Ιωαννίδης 2020) αντέταξαν το γεγονός της αυτοσυνειδησίας ως χαρακτηριστική ιδιότητα του «υποκειμένου». Με την έννοια αυτή φιλοδόξησαν να περιγράψουν μιαν οντότητα που δεν ωθείται μόνο από εξωγενή αίτια όπως οποιοδήποτε αντικείμενο του κόσμου, αλλά έχει μια ικανότητα δράσης ωθούμενης «από δικούς του λόγους» (ibid.). Ο Descombes μοιράζεται με τις «αναστοχαστικές» φιλοσοφίες ή φιλοσοφίες «της συνείδησης» αυτήν την πρωταρχική έννοια του «υποκειμένου» ως φορέα μιας αυτονομίας σε σχέση με τα αντικείμενα του κόσμου. Όμως δεν δέχεται την ιδέα ότι αυτή η αυτονομία πρέπει να θεμελιωθεί πάνω στην ιδέα της αυτοσυνειδησίας, τουλάχιστον εννοημένης ως μια σχέση «γνώσης» του εαυτού. 1Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Αριστοτέλους 1 και Λεωφ. Αθηνών, Κόρινθος, 20132,
[email protected]561 Επιχειρεί μια πιο ριζική διερεύνηση, εξ ου και ο υπότιτλος του βιβλίου: «Μια έρευνα πάνω στο γεγονός της αυτονομίας». Στο πλαίσιο λοιπόν των «αναστοχαστικών» φιλοσοφιών, ο άνθρωπος δεν χαρακτηρίζεται ως υποκείμενο μόνο με την απλή σημασία του φορέα των γνωστικών του ενεργημάτων, ο οποίος έχει απέναντί του τα πράγματα ως αντικείμενα στα οποία μεταβαίνουν αυτά τα ενεργήματα. Είναι «υποκείμενο» με την πιο αυστηρή έννοια ως προς το ότι γνωρίζει τον εαυτόν του. Και χάρη σε αυτόν τον «αναστοχασμό» διαφέρει από την απλή συνείδηση η οποία θα ήταν πλήρως απορροφημένη από τη θέαση των πραγμάτων. Δια της αυτοσυνειδησίας, εξαιρεί τον εαυτόν του από τα αντικείμενα του κόσμου και συγκροτείται σε αυτόνομη πηγή νοήματος, τόσο του κόσμου όσο και της δικής του ύπαρξης. Γίνεται ικανός να «βάλει σε παρένθεση» τις επιρροές του κόσμου και να τον γνωρίσει ως τέτοιον που είναι. Στο επίπεδο της πράξης,, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να δώσει στον εαυτόν του τον δικό του ηθικό νόμο, είτε δια της λογικής κατασκευης της ηθικής υποχρέωσης είτε δια της ενόρασης των αντικειμενικών αξιών. Και οι δύο ικανότητες τον τοποθετούν επέκεινα των επιρροών του εμπειρικού κόσμου και του προσδίδουν μια αξιοπρέπεια η οποία τον καθιστά φορέα δικαιωμάτων. Προκύπτει όμως, όπως επισημαίνει ο Descombes, το εξής πρόβλημα: Εάν το γνωστικό ενέργημα της συνείδησης στρεφόταν ανακλαστικά προς αυτήν την ίδια, αδράττοντάς την ως ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, θα έχανε από το οπτικό του πεδίο την ιδιότητα της συνείδησης να είναι υποκείμενο και όχι αντικείμενο. Οπότε η αυτοσυνειδησία είναι δυνατή μόνο εάν το γνωστικό ενέργημα στραφεί προς την ίδια τη συνείδηση, αλλά για να την αδράξει ως υποκείμενο. Να δει το μάτι όχι ως κάτι το οποίο βλέπεται, αλλά ως κάτι που βλέπει. Όμως εξ ορισμού, οποιοδήποτε γνωστικό ενέργημα μεταβαίνει πάντα προς ένα αντικείμενο, είναι ένα μεταβατικό ενέργημα, όπως μαρτυρεί η σύνταξη των γνωστικών ρημάτων. Έτσι οι αναστοχαστικές φιλοσοφίες κρυσταλλώνονται σε «αινιγματικές φόρμουλες»: το ζητούμενο είναι να ληφθεί ο εαυτός ως αντικείμενο, αλλά έτσι ώστε αυτό το αντικείμενο να μην είναι μόνο το αντικείμενο, αλλά επίσης και το υποκείμενο (Descombes 2004: 255). Κάποτε, αυτή η διαλεκτική σύλληψη του εαυτού, ως υποκείμενο ταυτόχρονα και αντικείμενο, – όπως ίσως στην φιλοσοφία του Sartre ή του Merleau-Ponty – προβάλλεται ως διεισδυτική σύλληψη της πάντα αμφίσημης ανθρώπινης κατάστασης. Η ίδια η αμφισημία προβάλλεται ως το σημείο το χωρισμού της (αυτό-)συνείδησης από τον κόσμο ή ως επαρκέστερη περιγραφή της «ελευθερίας εν καταστάσει». Για τον Descombes όμως συνιστά ένα εννοιολογικό αδιέξοδο, από το οποίο η καλύτερη έξοδος είναι το να μην μπούμε καθόλου σε αυτό. Και το να μην μπούμε καν, σημαίνει να εννοήσουμε την αυτοσυνειδησία εξ αρχής ως κάτι άλλο από μια γνωστική σχέση με τον «εαυτό». Ο Descombes προτείνει να την εννοήσουμε ως μια ικανότητα άρθρωσης των λόγων του πράττειν η οποία σφυρηλατείται, όχι μέσω της εξαίρεσης του ανθρώπινου όντος από τον κόσμο των πραγμάτων, αλλά από τη μύησή του στον κόσμο των κοινωνικών πρακτικών και των γλωσσικών κοινοτήτων. Έχοντας αναδείξει την κεντρική αντίφαση στην γνωστική/αναστοχαστική έννοια του υποκειμένου, ο Descombes προχωρά στην κατάδειξη των αντιφάσεων που 562 προκύπτουν στις ηθικές, πολιτικές και δικαιϊκες φιλοσοφίες που βασίζονται στην έννοια αυτή. Η έννοια των υποκειμενικών δικαιωμάτων Η σχέση της αναστοχαστικής φιλοσοφίας με τη φιλοσοφία του δικαίου είναι κρίσιμη. Διότι οι εκδοχές της φιλοσοφίας του δικαίου οι οποίες εμπνέονται από την αναστοχαστική φιλοσοφία προβάλλουν τις νεώτερες κατακτήσεις του δικαίου – με προεξάρχουσα την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – ως διατρανώσεις των αναστοχαστικών συλλήψεων του ανθρώπου και μάλιστα σε μια ιστορική προοπτική. Η της αινιγματικής συνύπαρξης αντικειμένου και υποκειμένου δεν κείται μονάχα στον πυρήνα της αυτοσυνειδησίας. Οι δύο διαστάσεις εκδηλώνονται διαδοχικά και στο πεδίο της ιστορίας, εάν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος δεν ήταν πάντα το υποκείμενο που ουσιωδώς είναι. Ο άνθρωπος γίνεται υποκείμενο αφ’ης στιγμής αντιληφθεί τον εαυτόν του ως σκεπτόμενο εγώ. Και γινόμενος υποκείμενο, σύμφωνα με την αναστοχαστική περιοδολόγηση της ιστορίας, ο άνθρωπος γίνεται μοντέρνος, Και το δίκαιο επανα- ορίζεται ως υποκειμενικό δίκαιο, επισφραγίζοντας την είσοδο του ανθρώπου στην εποχή της νεωτερικότητας. Σε αυτήν την φιλοσοφία του δικαίου, η αναστοχαστική έννοια του υποκειμένου εκβάλλει στην ιδέα των «υποκειμενικών δικαιωμάτων». Αλλά πώς ακριβώς γίνεται αυτή η μετάβαση;. Η «υποκειμενική θεμελίωση των δικαιωμάτων», σύμφωνα με την αναστοχαστική φιλοσοφία, επέρχεται όταν ο άνθρωπος συλλάβει τον εαυτό του ως αυτουργό των γνωστικών του ενεργημάτων και των αξιών του. Τότε πλέον έχει «κατακτήσει την αυτονομία του»: Είναι ο ίδιος πηγή νοήματος, δεν παραλαμβάνει τους κανόνες της ύπαρξής του, ούτε από τη φύση των πραγμάτων, όπως θα ήθελε η αριστοτελική παράδοση, ούτε από τον Θεό, όπως θα αξίωναν οι θρησκείες της αποκάλυψης. Τους παράγει ο ίδιος στη βάση των δικών του δυνάμεων. Εάν με αυτήν την έννοια ο άνθρωπος πράττει στηριζόμενος μόνο στον εαυτόν του, τότε μπορούμε ότι κατέχει «υποκειμενικά δικαιώματα». Αυτά απορρέουν από τη γνωστική σχέση με τον εαυτόν του η οποία του παρέχει την ικανότητά να κρίνει αποκλειστικά τι είναι καλό για τον ίδιον. Αυτή με τη σειρά της του προσπορίζει μια σφαίρα δικαιοδοσίας που μπορεί να καθοριστεί μονάχα από τη δική του βούληση, σύμφωνα με την τις θέσεις της γερμανικής φιλοσοφίας του δικαίου του 19ου αιώνα, όπως παρατηρεί ο Michel Villey (Villey 1983: 69) – του οποίου η σκέψη καθοδηγεί σε πολλά σημεία τις έρευνες του Descombes. Ως τέτοια, τα «υποκειμενικά δικαιώματα» απηχούν τη δυνατότητα μιας αυτοδιάθεσης του ατόμου χωρίς καμία εξωτερική παρεμβολή, από τη φύση, τον Θεό ή την κοινωνία. Η ιστορική αφήγηση που υποστηρίζει την αναστοχαστική φιλοσοφία του δικαίου προτείνει ένα σχήμα προοδευτικής απαλλαγής από τις προλήψεις που εμπόδιζαν την φανέρωση των αυθεντικών ανθρώπινων δυνατοτήτων, ωσότου ο άνθρωπος τις συνειδητοποιήσει και γνωρίσει έτσι τον εαυτόν του. Πρόκειται για μια αφήγηση που θεωρεί αναπόφευκτη την πρόοδο των κοινωνιών που διαλύει το σκότος των προλήψεων. Ο άνθρωπος δρούσε ετερόνομα, ωσότου στραφεί στον εαυτόν του και αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Ο άνθρωπος γίνεται «υποκείμενο» και αυτόνομο άτομο σε «φυλογενετικό», θα μπορούσαμε να πούμε, επίπεδο, όπως περίπου 563 ενηλικιώνεται, στο «οντογενετικό» επίπεδο. Ο Descombes όμως ακολουθεί τον Louis Dumont στην κριτική αυτής της ιδέας που μας κληρονομεί ο Διαφωτισμός. Στην ιστορική πραγματικότητα, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι ο «ανθρωπολογικός τύπος» του ατόμου θα προκύψει μέσω μιας συλλογικής «ενηλικίωσης». Εάν στη διάρκεια της κλασικής αρχαιότητας και στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες –όσο δηλαδή, διήρκεσε η ενθουσιαστική φάση της «αξονικής επανάστασης» - αναπτύχθηκαν και στη Δύση μορφές απόρριψης των σκοπών και των αγαθών που επιβάλλει στον άνθρωπο η ενδοκόσμια ύπαρξή του, η «φυσιολογική πορεία» θα ήταν αυτή που ακολούθησαν άλλες κοινωνίες, όπως η ινδική, όπου η ατομικότητα περιορίστηκε σε μορφές αναχωρητισμού, «εκτός της δεδομένης πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης» η οποία είχε αναγκαστικά μια ολιστική δομή. (Dumont 1988: 69) Στη Δύση όμως αναδύθηκε και κυριάρχησε η ιδέα ενός ατόμου ενδοκόσμιου, το οποίο «δεν δέχεται τη νομιμότητα καμίας τάξης πραγμάτων απλά και μόνο επειδή είναι δεδομένη» (Descombes 2004: 294) αλλά ταυτόχρονα ενσαρκώνει την κεντρική αξία της «σύγχρονης ιδεολογίας» (Dumont, 1988: 83) πάνω στην οποία πρέπει να αναθεμελιωθεί κάθε κοινωνική τάξη. Η ανάδυση αυτού του ανθρωπολογικού τύπου δεν ήταν διόλου δεδομένη, αλλά προϊόν ιδιαίτερων κοινωνικών και πνευματικών συνθηκών που συνιστούν την ιδιαιτερότητα της Δύσης και τις οποίες ερευνά ο Dumont στο έργο του. Τα κεφάλαια του 4ου μέρους του βιβλίου του Descombes που είναι αφιερωμένα στις «Ηθικές του υποκειμένου», επιχειρηματολογούν υπέρ της ιδέας ότι στην πραγματικότητα η έννοια του αναστοχαστικού υποκειμένου συνιστά μια αποτυχημένη προσπάθεια να μεταφραστεί ο ανθρωπολογικός τύπος του «ατόμου-εντός-του κόσμου» που έχει αναδυθεί στην δυτική νεωτερικότητα, στο ιδίωμα της γνωστικής αυτοσυνειδησίας. Η απόπειρα αυτής της εννοιολογικής μετάφρασης συσκοτίζει το πραγματικό ιστορικό φαινόμενο και το επικαλύπτει με λογικά παράδοξα που δυσχεραίνουν την κατανόηση των δικαιϊκών πρακτικών στη σημερινή τους αλλά και στην ιστορική τους διάσταση. Σχολιάζοντας τις θέσεις της αναστοχαστικής φιλοσοφίας του δικαίου για τη σύνδεση των υποκειμενικών δικαιωμάτων με τη νεωτερικότητα, ο Descombes την θέτει ενώπιον ενός ερωτήματος: Εάν το μόνο δίκαιο είναι αυτό που αποτελεί ιδιότητα ενός αυτοσυνείδητου υποκειμένου, άραγε το δίκαιο που αναπτύχθηκε στις προ-νεωτερικές κοινωνίες υπήρξε πάντοτε ένα «υποκειμενικό δίκαιο», ακόμα και όταν δεν μπορούσε να αναγνωριστεί ως τέτοιο, ή άραγε το δίκαιο που ανέπτυξαν οι λαοί πριν την ανάδυση μιας φιλοσοφίας του υποκειμένου δεν ήταν ακόμα «πραγματικό» δίκαιο με την πλήρη έννοια του όρου; Κατά την προσφιλή μέθοδο του Descombes, η απορία που προκύπτει μας αποκαλύπτει και ένα εννοιολογικό αδιέξοδο στον λογικό πυρήνα της φιλοσοφίας που εξετάζουμε. Έτσι αναλαμβάνει να καταδείξει από ποιες αφετηρίες η υπό εξέταση φιλοσοφία οδηγείται στο αδιέξοδο και επομένως τι αλλαγή «παραδείγματος» απαιτείται ώστε να το αποφύγουμε. Και οι αφετηρίες αυτές έχουν εν προκειμένω να κάνουν με την παραγνώριση της ίδιας της δικαιϊκής πρακτικής από τις βασικές συλλήψεις της αναστοχαστικής φιλοσοφίας. Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν την πορεία αυτής της εννοιολογικής ανάλυσης. Αφορμώμενα από την ιστορική κατάκτηση της αποστασιοποίησης από κάθε «δεδομένη τάξη», η οποία στη νεωτερικότητα δεν μπορεί να είναι πηγή κανονιστικής δέσμευσης, τα υποκειμενικά δικαιώματα εκφράζουν μια «απεριόριστη ελευθερία». Αυτή η αποστασιοποίηση μας τοποθετεί εντός της επικράτειας ενός «νομικού ανθρωπισμού», 564 σύμφωνα με τον οποίον, η ανθρώπινη αυτονομία που είναι πλέον το θεμέλιο της δικαιϊκής τάξης, μπορεί να εκφραστεί με δύο τρόπους που αντιστοιχούν σε δύο βασικές ικανότητες του υποκειμένου,: είτε με την κατασκευή ενός συστήματος από δικαιϊκούς κανόνες- νόρμες στη βάση του λόγου, είτε με την κατασκευή του στη βάση της βούλησης (Renaut 1989 : 53). Ο νομικός ορθολογισμός και η έννοια της αξιοπρέπειας Εάν προκρίνουμε την πρώτη δυνατότητα, τοποθετούμαστε στην παράδοση του νομικού ορθολογισμού, η οποία προϋποθέτει μια ανθρώπινη φύση η οποία γίνεται γνωστή διά του λόγου. Το άτομο είναι αυτόνομο υπό την έννοια ότι μπορεί να αντιτάξει τα υποκειμενικά του δικαιώματα στους άλλους ή στη δημόσια εξουσία. Και αυτό υπό την αναστοχαστική προϋπόθεση ότι έχει καθήκοντα απέναντι στον εαυτόν του, τα οποία ανακαλύπτει στρέφοντας την ικανότητα του λόγου προς τον εαυτόν του. Τότε όμως ο λόγος ανακαλύπτει καθήκοντα, όταν συλλάβει τον εαυτόν του όχι ως έναν «σημειακό Εαυτό», με την έννοια που ο Charles Taylor αντλεί από τον John Locke για να αποδώσει την «ουσιώδη αυτοπάθεια» της ριζική αποστασιοποίηση του αυτόνομου υποκειμένου από τον κόσμο (Taylor 1989: 287), αλλά απεναντίας ως ένα σύνολο από ιδιότητες που καθιστούν την ιδιότητα του να είναι άνθρωπος συνάρτηση μιας ανθρώπινης φύσης, μιας αντικειμενικής τάξης πραγμάτων. Έτσι η ορθολογική αντίληψη της αυτονομίας του υποκειμένου υποτάσσει το επιμέρους εμπειρικό άτομο στον Εαυτό ως έλλογο υποκείμενο. Η λογική ικανότητα προσπελάζει τις επιταγές που απορρέουν από την αληθινή φύση, τη λογική ουσία του ανθρώπου, η οποία συσκοτίζεται από τα συμβεβηκότα της ατομικής ύπαρξης. Η λογική αυτονομία τρέπεται σε υποταγή του εαυτού (επιμέρους εμπειρικό άτομο) στον Εαυτό (υποκείμενο του πρακτικού λόγου). Αν επομένως τα υποκειμενικά δικαιώματα είναι αυτά του έλλογου υποκειμένου, το «υποκειμενικό δίκαιο» ουδόλως παραχωρεί στο άτομο ένα υποτιθέμενο δικαίωμα να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε επιθυμία του. Το άτομο δεν είναι ο κάτοχος των δικαιωμάτων αλλά ο υπόχρεος μιας σχέσης υποταγής που του επιβάλλει να σεβαστεί, στον εαυτόν του, την ανθρωπότητα εν γένει, την ιδέα της ανθρωπότητας. Η αυτονομία του υποκειμένου εμπεριέχει έναν ισχυρό βαθμό αυτοπεριορισμού ο οποίος στοχεύει στο να καταστήσει την ατομική ελευθερία συμβατή με αυτήν του άλλου ανθρώπου. Η έννοια της αξιοπρέπειας δηλώνει την παρουσία της γενικής ιδιότητας του να είσαι άνθρωπος − θα λέγαμε ίσως, αν η λέξη μπορούσε να πολιτογραφηθεί στα ελληνικά: της ανθρωπινότητας − μέσα στα άτομα. Όταν τα άτομα καταπιέζονται, προσβάλλεται στο πρόσωπό τους η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και όχι μια ατομική κυριαρχία, μια απλή εξουσία του εαυτού επί του εαυτού. Τα υποκειμενικά δικαιώματα, εάν νοηθούν ορθολογικά δεν είναι τόσο δικαιώματα του ανθρώπου όσο δικαιώματα της ανθρωπότητας και ως τέτοια μπορούν να αντιταχθούν στα άτομα, «τα οποία υποτάσσονται έτσι σε υποχρεώσεις έναντι αυτής της ανθρωπότητας που τα υπερβαίνει». Ο Descombes μοιράζεται την αμφιβολία του Olivier Cayla για το κατά πόσον αυτή η δυνατότητα αντιστροφής της κριτικής αιχμής των υποκειμενικών δικαιωμάτων μπορεί να θεωρηθεί «μοντέρνα». Μάλλον, ο νομικός ορθολογισμός οδηγείται σε μια οπισθοχώρηση έναντι της νεωτερικής ιδέας του ατόμου-εντός του κόσμου. Το 565 «υποκείμενο» εμφανίζεται ως ένα ιδανικό, μια ιδέα η οποία στερείται εξατομίκευσης. Όταν τα άτομα καταπιέζονται, προσβάλλεται στο πρόσωπό τους η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και όχι απλά μια ατομική κυριαρχία, μια εξουσία του εαυτού επί του εαυτού. Εδώ ο νομικός ορθολογισμός παίρνει έναν τόνο σαφώς αντι-μοντέρνο και αναπαράγει υπό τη μορφή της ανθρώπινης φύσης το κοσμολογικό σχήμα του «φυσικού νόμου». Καθρεφτίζοντας αυτός ο φυσικός νόμος μια προϋπάρχουσα τάξη, θα προέκυπτε όχι από τη «μελέτη του εαυτού», αλλά από αυτό που ο Leo Strauss ονομάζει «ολοκληρωμένη σπουδή ‘όλων των πραγμάτων’» (Strauss 1988: 153). Και πράγματι ο φυσικός νόμος εδώ είναι αυτός των «αρχαίων», σύμφωνα με την διάκριση του Strauss, αυτός της «φυσικοδικαιοκρατικής παράδοσης η οποία διαιωνίζεται ως τις ημέρες μας μέσα από τη διδασκαλία της Καθολικής εκκλησίας σχετικά με τον «φυσικό νόμο» (Descombes 2004: 410). Βοηθά νομίζω στο σημείο αυτό για την κατανόηση της θέσης του Descombes μια προσφυγή στο ιστορικό σχεδίασμα του φυσικού δικαίου που δίνει ο Villey. Για αυτόν, η έννοια της φύσης στην αρχαία σκέψη υπάγεται στην έννοια του πράγματος, δηλαδή «αυτού που έχει γίνει το θέμα μιας κοινής διερώτησης» και που αντιπροσωπεύει αυτό που βρίσκεται στο «εξωτερικό των υποκειμενικών μας συνειδήσεων» (Villey 1984: 117). Ανάμεσα στα «πράγματα» που μας είναι εξωτερικά, βρίσκονται τα ανθρώπινα, τα οποία είναι προικισμένα με μια ορισμένη σταθερότητα και κανονικότητα: Στην ηλικία των δεκαπέντε ετών συμβαίνει σε όλους μας να ερωτευθούμε. Σε όλες τις οικογένειες συμβαίνουν καυγάδες ή συγκρούσεις γενεών∙ παντού θα συναντήσουμε το θάρρος, τη δειλία, τη μωρία και την ευφυΐα, την εγκράτεια ή την ακολασία∙ όλα αυτά είναι φαινόμενα φυσικά (ibid: 120). Αυτήν η ακόμα ανοικτή στη συζήτηση έννοια της φύσης του ανθρώπου, πήρε μια πιο παγιωμένη μορφή στους ρεαλιστές σχολαστικούς οι οποίοι την έκαναν το θεμέλιο του φυσικού δικαίου: συνέλαβαν έτσι την μια ουσία κοινή σε κάθε άνθρωπο και ορισμένη άπαξ, από την οποία αξίωναν την συναγωγή του δικαίου: «ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικός», ο Θεός του έχει δώσει μια φύση τέτοια που τον κάνει να «συνυπάρχει με τους ομοίους του». Εξ αυτού θα μπορούσε να συναχθούν κανόνες όπως ότι δεν πρέπει να κλέψει, ότι είναι υποχρεωμένος να αποζημιώνει για τις ζημιές που προξενεί από δικό του λάθος κτλ. Επιταγές που μπορούμε να πούμε ότι έχουν αντληθεί από τον Λόγο. Στα κινήματα της «αναγέννησης του φυσικού δικαίου» δεν έχει εξαφανιστεί η πεποίθηση ότι το φυσικό δίκαιο μπορεί να συναχθεί από τη «φύση του ανθρώπου’» (ibid.: 120). Και ως αντί-μοντέρνα, η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με την αρχή της αυτοδιάθεσης: Ένας δικαστής μπορεί, στο όνομα των δικαιωμάτων που κατέχει το ανθρώπινο πρόσωπο ως τέτοιο, δυνάμει της αξιοπρέπειάς του, δηλαδή της ιδιαίτερης θέσης του μέσα στον φυσικό κόσμο, να γίνεται σεβαστό, να παρέμβει στη σχέση την οποία το υποκείμενο διατηρεί με τον εαυτόν του χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί από τον ενδιαφερόμενο. Μπορεί να προσφύγει εναντίον ενός ατόμου για το λόγο ότι δεν τήρησε την υποχρέωσή του σεβασμού που έχει έναντι της ανθρωπότητας, δηλαδή έναντι της αξιοπρέπειας του εν γένει ανθρώπινου προσώπου στα όρια του δικού του, επιμέρους προσώπου. 566 Όμως αυτό για τον Descombes συνιστά ένα είδος «λήψης του ζητουμένου»: οι μοντέρνοι οπαδοί της ιδέας της αξιοπρέπειας, όταν επικαλούνται την ικανότητα του ανθρώπου να συνάγει κανόνες και δικαιώματα αφουγκραζόμενος την κλήση του Λόγου που εδράζει στον εαυτόν του και μόνον, έχουν ήδη εισάγει λαθραία μια διάσταση κοινωνικοποίησης αυτού του εαυτού. Και μόνο χάρη σε αυτή την λαθροχειρία μπορούν να θεμελιώσουν στη σχέση προς τον εαυτόν μιαν τάξη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων η οποία μπορεί να έχει δεσμευτική, δηλαδή νομική ισχύ. Άρα έχουν απομακρυνθεί από την ιδέα ενός ενδοκόσμιου-ατόμου, την οποία ωστόσο είχαν θέσει ως αφετηρία τους. Η νομική βουλησιοκρατία Μας μένει η δεύτερη οδός αυτή της νομικής βουλησιοκρατίας, για να εξετάσουμε αν η εννόηση της αυτονομίας με τον τρόπο της υποκειμενικής αυτοδιάθεσης μπορεί να αποδώσει την δικαϊκή πρακτική του ενδοκόσμιου ατόμου. Μπορεί αυτή αποδώσει η αυτονομία του αναστοχαστικού υποκειμένου την ανεξαρτησία ή την κυριαρχία του ατόμου; Αυτός ο στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν αφαιρέσουμε την έννοια της καθολικής ανθρώπινης φύσης από τις ιδιότητες του υποκειμένου ώστε να απομείνει μόνο η ικανότητα της αυτονομίας ως «αυτό-νομοθέτησης». Προς τούτο, εγκαταλείπουμε τον λόγο ως πρωτεύουσα ανθρώπινη ικανότητα για να στραφούμε στην βούληση. Υπάρχουν δύο υποχρεωτικοί σταθμοί στην βουλησιοκρατική στροφή τους οποίους ο Descombes, πάλι ακολουθώντας τον Cayla, συνδέει με τη σκέψη του Χομπς και του Ρουσσώ. Στον πρώτο, δικαίωμα είναι η δύναμη να κάνεις ό,τι θεωρείς, σύμφωνα με την δική σου κρίση και το δικό σου λόγου, ως το πιο πρόσφορο μέσο στο σκοπό της διατήρησης της δικής σου φύσης (Λεβιάθαν, κεφ. 14). Στον δεύτερο, η θεωρητική υπόθεση της κατάστασης της φύσης είναι αυτή μιας «κατάστασης μοναχικότητας η οποία εγγυάται την υπακοή στον κανόνα που έχουμε δώσει στον εαυτόν μας» (Descombes 2004). Το άτομο είναι «ιδιοκτήτης του εαυτού του», όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται με αφετηρία την περιγραφή της φυσικής κατάστασης από τον Locke. Από το γεγονός της αυτοκτησίας επομένως μπορεί να προκύψει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, δηλαδή της μη-λογοδοσίας για το πώς θα πρέπει να διατεθεί ο εαυτός και να διεξαχθεί ο βίος. To ερώτημα όμως που τίθεται είναι το εάν η αυτοδιάθεση εννοημένη ως μη λογοδοσία μπορεί να θεμελιώσει μια δικαιϊκή τάξη. Πώς μπορεί η υπακοή στον κανόνα που δίνουμε στον εαυτό μας να διακριθεί από μια «ελευθερία χωρίς κανόνες» και άρα από μια νομική αταξία; Ποια η διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που ακολουθεί έναν κανόνα που δεν είναι «εξωτερικός στην κυριαρχία του» και σε κάποιον που δεν ακολουθεί κανέναν κανόνα; Ο Descombes, ακολουθώντας τον Wittgenstein, θεωρεί ότι αν δεχτούμε ότι «σωστό είναι αυτό που μας φαίνεται σωστό», βαίνουμε πέραν της διάκρισης σε σωστό και λάθος (ibid: 413). Αν το κριτήριο της διόρθωσης της βούλησης δεν είναι εξωτερικό προς την «κυριαρχία» του πράττοντος, τότε δεν υπάρχει στ’αλήθεια κριτήριο που καθορίζει εάν έχουμε υπακούσει ή όχι στον κανόνα. Απόδειξη αυτού είναι 567 ότι στη σκέψη του Hobbes, η απεριόριστη ελευθερία ως έκφραση της ατομικής κυριαρχίας και ως δικαίωμα του ατόμου στα πάντα, θέτει κάθε άτομο σε πόλεμο με όλα τα άλλα. Τα άτομα στην «φυσική κατάσταση» δεν απολαμβάνουν την δικαιικά εξασφαλισμένη κατοχή κανενός πράγματος: έχοντας δικαίωμα στα πάντα, δεν έχουν δικαίωμα σε τίποτε. Για να «τεθεί δίκαιο», θα πρέπει τα άτομα να εκχωρήσουν τα φυσικά τους δικαιώματα στον κυρίαρχο και να κρατήσουν την απεριόριστη ελευθερία τους στην «φυσική κατάσταση», δηλαδή εκτός της εννόμου τάξεως. Σε συμμετρική αντίθεση με τους οπαδούς της έννοιας της αξιοπρέπειας, οι οπαδοί της αυτοκτησίας αγνοούν την ανάγκη να κοινωνικοποιήσουμε τη σχέση του ατόμου προς τον εαυτόν του ώστε να μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως αυτό-νομο, με την έννοια της υποταγής στον δικό του νόμο. Ο νομικός νομιναλισμός και η λάθος έννοια του «υποκειμένου του Δικαίου» Για τον Descombes, η βουλησιαρχική αντίληψη για το δίκαιο εγγράφεται σε μια ευρύτερη νομιναλιστική θεώρηση, κατά την οποία μόνο τα άτομα είναι πραγματικά και όχι το όλον στο οποίο εντάσσονται. Αν όμως ακολουθήσουμε με συνέπεια τη νομιναλιστική αντίληψη, θα πρέπει να δεχτούμε ότι μέσα στη φύση, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να εγκλειστεί σε μια ταυτότητα, καθώς τίποτε δεν μένει όμοιο με τον εαυτόν του. Άρα η ίδια η έννοια της προσωπικής ταυτότητας προκύπτει από μία σύμβαση, η οποία στην αίρει την φυσική κατάσταση. Στους στοχαστές του 17ου και 18ου αιώνα, η μυθοπλασία αυτή, σύμφωνα με την οποία πίσω από τα βουλητικά ενεργήματα υπάρχουν πρόσωπα – δηλαδή σταθερές αυτοσυνείδητες οντότητες - που ενεργούν και που μπορούν να δεσμευτούν από το ένα βουλητικό ενέργημα στο άλλο, είναι το «κοινωνικό συμβόλαιο». Το ότι όμως πρόκειται για μια μυθοπλασία, σημαίνει για τον Descombes ότι αναγνωρίζεται μια διαφορά ανάμεσα στο φυσικό άτομο που πράττει και στο νομικό «πρόσωπο» που είναι ο φορέας των δικαιωμάτων στα οποία μπορεί να στηριχτεί μια έννομη τάξη και που συνιστά επομένως το πραγματικό «υποκείμενο του Δικαίου». Αυτήν όμως τη διαφορά δεν είναι σε θέση να αρθρώσουν με συνέπεια οι νομιναλιστικές θεωρήσεις. Διότι σε αυτές, η έννομη τάξη δεν μπορεί να υπάρχει ως ένα αυθύπαρκτο όλον που προηγείται της μόνης πραγματικότητας των ατόμων. Και αυτό διότι βρίσκονται εγκλωβισμένες στην ιδέα ότι τα δικαιώματα προκύπτουν ως ιδιότητες των ατόμων-υποκειμένων, έστω τη στιγμή που αυτά συγκροτούνται ως πρόσωπα από την θεωρητική κατασκευή του κοινωνικού συμβολαίου. Τη στιγμή δηλαδή που εκχωρούν το δικαίωμα της κυρίαρχης αυτοδιάθεσης προκειμένου ο νέος υπερ-ατομικός κυρίαρχος να προστατεύσει το δικαίωμά τους στη ζωή. Υπό αυτήν την θεώρηση, το δικαίωμα του καθενός είναι μια εξουσία του υποκειμένου που έχει λάβει από το νόμο την εξουσιοδότηση να την ασκήσει. Το «υποκειμενικό δίκαιο» είναι επομένως μια ατομική εξουσία, μια ατομική ελευθερία τόσο καλά προσκολλημένη σε ένα υποκείμενο που δεν εξαρτάται σε τίποτε από τους άλλους: είναι ένα «κατηγόρημα του απομονωμένου ανθρώπου». Το Δίκαιο είναι υποκειμενικό με την έννοια ότι είναι αναφαίρετη ιδιότητα των προσώπων ως υποκείμενα της δικής του κρίσης. Η δικαιϊκή τάξη μόνο εκ των υστέρων λαμβάνει υπόψη τις ανταγωνιστικές αξιώσεις των άλλων ατόμων. Το Κράτος απλώς προσθέτει την προστασία της δημόσιας 568 ισχύος σε αυτό που το ανθρώπινο άτομο διεκδικεί ως το δικαίωμά του στη βάση της δικής του κρίσης αυτού που του αναλογεί. Κατά συνέπεια τα «αντικειμενικά δικαιώματα», δηλαδή αυτά τα οποία αναγνωρίζει η κοινωνία, πρέπει να θεμελιωθούν πάνω στα «υποκειμενικά». Γιατί όμως η θεμελίωση του δικαίου πρέπει να ακολουθήσει αυτήν την ιεραρχία; Γιατί τα «υποκειμενικά δικαιώματα» αναγνωρίζονται ως πρωταρχικά; Για τον λόγο ακριβώς ότι θεωρούνται ότι προηγούνται της κοινωνικής ύπαρξης! Μέσω λοιπόν μιας κοινωνικής σύμβασης πριμοδοτείται ό,τι προηγείται αυτής της σύμβασης. Έτσι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας γεννιέται από την πρωταρχική πράξη της απεριόριστης οικειοποίησης του κόσμου από το μοναχικό άτομο και μόνον εκ των υστέρων περιορίζεται και προστατεύεται– δυνάμει του Συμβολαίου με τα άλλα άτομα. Στην αφετηρία της η εξουσία του ατόμου πάνω στον εαυτόν του είναι απεριόριστη και δεν πρέπει να εννοηθεί ως εξουσία ενός ορισμένου μέρους που ανήκει στο όλον. Αυτό για τη μοντέρνα συνείδηση θα ήταν υπερβολικά καταπιεστικό! Μόνο εκ των υστέρων λαμβάνουμε υπόψη τις ανταγωνιστικές δυνάμεις των άλλων, και πρέπει να χαράξουμε σύνορα. Το αντικειμενικό δικαίωμα δεν έρχεται παρά αργότερα, υπό τη μορφή μιας κρατικής τάξης που αναγνωρίζει, εγγυάται και προστατεύει τα υποκειμενικά δικαιώματα τα οποία γεννήθηκαν ανεξάρτητα από αυτήν. Έτσι το φυσικό δίκαιο, εάν συλληφθεί υποκειμενικά, στην ουσία εκβάλλει στην κυριαρχία του θετικού δικαίου, κάτι που επισημαίνει και ο Bobbio για τον Καντ. Η φυσικοδικαιοκρατική θεωρία ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι μπορούν να είναι ιδιοκτήτες χάρη μονάχα στην βούλησή τους της οικειοποίησης, έξω από κάθε θεσπισμένη νομική τάξη. Γινόμαστε «υποκειμενικά» ιδιοκτήτες (εκφράζοντας την βούλησή μας της οικειοποίησης) προτού γίνουμε «αντικειμενικά», χάρη σε μια οποιαδήποτε μορφή κοινωνικού συμβολαίου με τα άλλα άτομα που αποφάσισαν από τη μεριά τους ότι κατείχαν αυτό ή το άλλο αγαθό. Στο σημείο αυτό ο Descombes αρθρώνει την κεντρική του αντίρρηση απέναντι σε στην ιδέα της υποκειμενικής θεμελίωσης των δικαιωμάτων. Θέτει το ερώτημα, πώς μπορεί δεν μπορεί κάποιος να προσποριστεί από μόνος του δικαιώματα, καθώς η ίδια η έννοια του δικαιώματος του ενός προϋποθέτει την υποχρέωση του άλλου, και μια τέτοια σχέση δεν μπορεί να γεννηθεί, παρά μόνο από τις συντονισμένες εκδηλώσεις της βούλησης που απορρέουν από τα δύο άτομα; Ένας τέτοιος συντονισμός δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνο σύμφωνα με μιαν αντικειμενική νομική τάξη. Ας δούμε τον συλλογισμό του. Η πρακτική σχέση προς εαυτόν στην οποία εκφράζεται η βούληση, έχει τεθεί ως πηγή που χαρίζει στο άτομο την ιδιότητα του «υποκειμένου του δικαιώματος» εντεύθεν οποιουδήποτε κοινωνικού πλαισίου. Αυτό σημαίνει, μας λέει ο Descombes, ότι εάν ο Ροβινσώνας, μόνος στο νησί του, συναντήσει ένα άλογο και κατορθώσει να το δαμάσει, ο Ροβινσώνας αναγορεύεται νόμιμος ιδιοκτήτης ενός αλόγου, ή καρπών, ή υλικών (Descombes 2004 : 426). Θα μπορούσε όμως ποτέ να προσποριστεί ένα ευεργέτημα ή ένα προνόμιο, όπως όταν λέμε ότι το επίδομα στέγης ή ανεργίας είναι δικαίωμα μιας ορισμένης κατηγορίας ατόμων; Η έννοια του ευεργετήματος ή του προνομίου εμπεριέχει την έννοια μιας οφειλής. Είναι κάτι που μου οφείλεται. Εάν όμως έχω εγώ ο ίδιος την απόλυτη ευχέρεια να αποφασίζω ο ίδιος για το τι μου οφείλεται, θα είναι σα να εξομοιώνουμε κάθε τι που μου οφείλεται σε κάτι που οφείλω ο ίδιος στον εαυτό μου. Όμως δεν μπορώ να οφείλω κάτι στον εαυτό μου με την αυστηρή έννοια, διότι η έννοια του οφειλέτη προϋποθέτει ότι ο πιστωτής είναι κάποιο άλλο άτομο. Η λογική της 569 οφειλής προβλέπει ότι ο πιστωτής είναι αυτός που έχει ευχέρεια να διαγράψει μια οφειλή. Αν ο οφειλέτης και ο πιστωτής ήταν το ίδιο πρόσωπο, τότε θα μπορούσε ο οφειλέτης να καταργήσει την οφειλή. Αλλά τότε θα έπαυε να είναι οφειλέτης, ο οποίος εξ ορισμού δεν μπορεί να διαγράψει από μόνος του το χρέος του. Αν μπορούσε, δεν θα χρωστούσε τίποτε! Ο Descombes έχει αναπτύξει αυτήν την κριτική απέναντι σε κάθε εγχείρημα «αυτοπαθούς» θεμελίωσης της κανονιστικής δέσμευσης, με επίκεντρο την καντιανή ηθική της κατηγορικής προσταγής. εμπνεόμενος από την παρατήρηση του Wittgenstein, ότι η φράση «Δανείζω στον εαυτό μου» σημαίνει ότι το δεξί μου χέρι δίνει χρήματα στο αριστερό. Δηλαδή δεν δίνει τίποτε (ibid.: 314, 428) Στον δικαιϊκά οργανωμένο κοινωνικό κόσμο, η έννοια του ευεργετήματος ή ακόμα και της ιδιοκτησίας προϋποθέτει την κοινωνική τους αναγνώριση, αλλιώς η προσωπική ευχέρεια σε αυτά θα ισοδυναμούσε με σφετερισμό. Μόνο μια αρχή ανεξάρτητη από τις ατομικές βουλήσεις μπορεί αποδώσει στις διεκδικήσεις τους την ιδιότητα του δικαιώματος με την αυστηρή έννοια της νομικής ισχύος, δηλαδή του δικαιώματος στο οποίο αντιστοιχούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις από τρίτους. Και αυτό διότι το κριτήριο με το οποίο κρίνεται η αντιστοίχηση αυτή είναι κάτι το αντικειμενικό, συνυφασμένο με τις αναπαραστάσεις που είναι κοινές στα μέλη της κοινότητας για το πώς πρέπει να μοιράζονται τα αγαθά εντός της. Όλες οι εκφράσεις της οφειλής, της υποχρέωσης, τoυ δικαιώματος, αποκτούν νόημα μονάχα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ζωής (ibid.: 304). Η αρχαία σύλληψη του Δικαίου και η σωστή έννοια του «υποκειμένου του Δικαίου» Έχοντας ανατρέψει την ιδέα ότι το δίκαιο αποτελεί ιδιότητα του αυτοσυνείδητου υποκειμένου, ο Descombes προχωρά και στην αντιστροφή του ερωτήματος αν οι προνεωτερικές κοινωνίες είχαν καν δίκαιο. Σαν πρώτο βήμα αυτής της αντιστροφής, αντλεί από τον Villey την θέση ότι ο ορισμός του δικαίου ως κατηγορήματος ή ιδιότητας του προσώπου δεν είναι εγγενής στην ιδέα του δικαίου εν γένει. Απόδειξη αυτού, η αρχαία σύλληψη του Δικαίου, η οποία συνάγει το δίκαιο από μια θεώρηση της συλλογικής ευταξίας βάσει της οποίας πρέπει να διευθετηθούν συγκρουόμενα συμφέροντα και υποχρεώσεις. Στο αρχαίο δίκαιο δεν πρυτάνευε η ιδέα του δικαίου ως ιδιότητας ενός προσώπου, αλλά ως νομής αγαθών την οποία καθόριζε μια δεδομένη κοινωνική τάξη. Το να πούμε ότι αυτό δεν ήταν δικαιϊκή τάξη επειδή αγνοούσε την ιδέα του υποκειμένου, θα ήταν σα να λέγαμε ότι οι Ρωμαίοι δεν ήξεραν τίποτε από δίκαιο! Για τον Villey η ίδια η ιδέα των υποκειμενικών δικαιωμάτων είναι «μια ολική αντιστροφή της νομικής ρωμαϊκής γλώσσας», η οποία χρησιμοποιούσε τη λέξη «υποκείμενο» στις προτάσεις που σχετίζονται με δικαιώματα ή με υποχρεώσεις που αναλογούν στους μεν και στους δε με μια τελείως διαφορετική λογική. Όμως είναι επαρκέστερη σύλληψη της πραγματικής νομικής πρακτικής από εκείνη που επιχειρεί να τη θεμελιώσει πάνω στην φιλοσοφική έννοια του υποκειμένου ως φορέα ενεργημάτων αυτοσυνειδησίας και «υποκειμενικών βιωμάτων». Η έννοια του «υποκειμένου του δικαιώματος» δεν διακρίνεται, στην τωρινή όσο και στην αρχαία δικαιϊκή πρακτική, σύμφωνα με τον Descombes, από αυτήν του «προσώπου»: η «υποκειμενικότητα» δεν είναι παρά μια νομική «προσωπικότητα» που 570 εκφράζεται με τη βοήθεια της διαφοράς μεταξύ του υποκειμένου και του αντικειμένου ενός μεταβατικού ρήματος όπως το ρήμα «κατέχω». Το «υποκείμενο του δικαίου», είναι ένα ισοδύναμο της persona, δηλαδή ενός στάτους που δεν έχει σχέση με τη δυνατότητα του ατόμου να έχει «υποκειμενικές εμπειρίες» και μια αυτοπαθή σχέση προς εαυτόν, όπως αξιώνουν οι αναστοχαστικές φιλοσοφίες. Υπό αυτή την έννοια, το «δικαίωμα» είναι μια αντικειμενική οντότητα, η οποία αποδίδεται σε έναν κάτοχο. Tα δικαιώματα από-νέμονται με βάση τις προϋποθέσεις της κοινωνικής ευταξίας. Έτσι, μπορεί να νοηθεί ένα «αντικειμενικό» δικαίωμα (που σημαίνει: δημιουργημένο από το νόμο) στην κατοικία, στη υγεία ή στην εκπαίδευση, αλλά σίγουρα όχι «υποκειμενικό» δικαίωμα στο να ικανοποιήσουν οι άλλοι αυτήν ή την άλλη από τις ανάγκες μου. Είναι μια γλωσσική παραπλάνηση, αν εκλάβουμε ένα αγαθό ή ένα ευεργέτημα ως «υποκειμενικό δικαίωμα» από το γεγονός ότι είναι προς όφελος του υποκειμένου (Descombes 2004: 429). Τότε όμως, για ποιο λόγο και με ποια έννοια χρησιμοποιούμε ακόμη την έννοια του υποκειμένου; Ο Descombes λαμβάνει υπόψη εδώ την κριτική του John Finnis προς τον Villey. Για τον Finnis, η χρήση μιας «υποκειμενικής σκοπιάς» είναι απλά η άλλη όψη της «αντικειμενικής». Άρα δεν γίνεται να απαλλαγούμε από την έννοια του υποκειμένου του δικαιώματος, όταν το ίδιο το δίκαιο ως αντικειμενική νομή δικαιωμάτων, τα απονέμει σε πρόσωπα που γίνονται οι φορείς τους, άρα τα «υποκείμενά» τους (ibid: 423). Η απάντηση του Descombes είναι ότι πρέπει να διακρίνουμε δύο σημασίες μέσα στην έννοια του υποκειμένου: τη σημασία του ως υποκειμένου κατηγόρησης, την οποία χρησιμοποιεί σε αυτά τα συμφραζόμενα η αναστοχαστική φιλοσοφία – και τη σημασία του ως υποκειμένου απόδοσης. Όταν μιλάμε για δικαίωμα και λέμε ότι είναι προς όφελος του υποκειμένου του, αντί να πούμε απλά του ατόμου στο οποίο παρέχεται, χρησιμοποιούμε όχι την πρώτη αλλά τη δεύτερη σημασία. Ο γραμματικός όρος που υποδεικνύει το νομικό στάτους του ατόμου είναι το «συμπλήρωμα μιας απόδοσης» (complément d’attribution). Αυτό, με τους όρους της συντακτικής ανάλυσης που έχει προτείνει εξ αρχής ο Descombes για την έννοια του υποκειμένου, αφορά το γραμματικό υποκείμενο το οποίο εμφανίζεται μέσα σε μια πρόταση απόδοσης. Έστω το γραμματικό υποκείμενο Χ. Εάν θεωρηθεί ιδιοκτήτης, είναι το υποκείμενο ενός δικαιώματος ιδιοκτησίας με τη λογική σημασία ενός υποκειμένου απόδοσης. Αλλά τι μπορεί να αποδοθεί σε ένα τέτοιο υποκείμενο; Η απόδοση (attribution) διαφέρει από τη κατηγόρηση (prédication), με την οποία το γραμματικό υποκείμενο εμφανίζεται ως φορέας μιας ιδιότητας. Η απόδοση ενός δικαιώματος σε ένα πρόσωπο δεν προχωρεί σύμφωνα με την ίδια λογική μορφή με την κατηγόρηση μιας ιδιότητας σε μιαν υπόσταση. Όταν μιλάμε για το υποκείμενο και για το γραμματικό του κατηγόρημα («Ο Σωκράτης είναι καθιστός»), η κατηγόρηση είναι μονάχα το γεγονός ότι περιγράφουμε το πράγμα υπό τη μία ή την άλλην όψη: δεν συσχετίζουμε δύο οντότητες τις οποίες θα μπορούσαμε να ταυτοποιήσουμε τη μια χωριστά από την άλλην. Το κατηγόρημα είναι κατηγόρημα ενός υποκειμένου ακριβώς διότι δεν μπορεί να «ταυτοποιηθεί» ανεξάρτητα από την ταυτοποίηση του πράγματος μέσα στο οποίο υπάρχει «όπως μέσα σε ένα υποκείμενο». Άρα αυτό που αποδίδεται στο υποκείμενο της απόδοσης δεν είναι για παράδειγμα ένα άλογο ή ένα δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στο άλογο, εφόσον ο ιδιοκτήτης του αλόγου δεν είναι ο ίδιος ούτε άλογο ούτε δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του αλόγου. Αυτό που κατηγορείται ενός υποκειμένου της απόδοσης είναι το λογικό κατηγόρημα του να είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του αλόγου. Η έννοια της απόδοσης που 571 χρησιμοποιούμε εδώ είναι αυτή που μας κάνει να μιλάμε για ένα έργο το οποίο μπορούμε να αποδώσουμε στον συγγραφέα του ή για ένα ευρεθέν αντικείμενο το οποίο πρέπει να αποδώσουμε στον ιδιοκτήτη του ή για ένα δικαίωμα που πρέπει να αναγνωρίσουμε σε αυτόν που είναι ο ωφελούμενος (ibid.: 429). Το υποκείμενο της απόδοσης των δικαιωμάτων που δεν είναι «υποκειμενικό» με την αναστοχαστική έννοια, εφόσον δεν εκδηλώνει την ανεξαρτησία του ατόμου από τις εξωτερικές δυνάμεις, αλλά αντιθέτως την εξάρτησή του από την κρατική εξουσία από την οποία προσδοκά διάφορα ευεργετήματα δικαίως χαρακτηριζόμενα «προνοιακά» (κατά το παράδειγμα των «αποζημιώσεων» που εκχωρούνται/παρέχονται σε δικαιούχους από το νόμο, όχι δυνάμει της αφηρημένης ανθρώπινης ιδιότητάς τους ή της ατομικής τους βούλησης, αλλά δυνάμει υπηρεσιών που προσέφεραν ή των διαπιστωμένων αναγκών τους). Τουναντίον, όταν μιλάμε για απόδοση ενός δικαιώματος (η τάδε πολυκατοικία ανήκει στο δείνα πρόσωπο, το τάδε καθήκον βαραίνει τον φορέα της τάδε λειτουργίας), ζητείται από έναν δικαστή να αποφασίσει ποιος θα είναι ο αποδέκτης της απόδοσης ενός πράγματος (ενσώματου ή ασώματου). Η τεχνική της προσωποποίησης επιτρέπει στον δικαστή να ορίσει «ένα σημείο απόδοσης των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων». Αυτό το σημείο μπορεί να βρεθεί σε ένα φυσικό πρόσωπο (ένα άτομο που κατέχει τη βιογραφία του, τις επιθυμίες του κτλ.) ή και σε μια πλασματική οντότητα. Έτσι, το «δικαίωμα» το οποίο ο δικαστής αποδίδει σε κάθε διάδικο μέρος από τη στιγμή που έχει διαμορφωθεί η κρίση του είναι πάντα ένα είδος παραγώγου, μιας οιονεί διαίρεσης των πραγμάτων: τα «εξωτερικά πράγματα» είναι το αντικείμενο μοιρασμάτων ενώπιον του πλήθους των διαδίκων και των αγορητών. Εν κατακλείδι, αν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στην δικαιϊκή πρακτική, δεν εγκαταλείπουμε την ιδέα του υποκειμένου, αλλά την αποκαθαίρουμε από την πρόσμειξη με τη φιλοσοφική έννοια του υποκειμένου της αυτοσυνειδησίας. Η νομική έννοια του «υποκειμένου του δικαίου» ως υποκειμένου απόδοσης μας επιτρέπει έτσι να το εννοήσουμε ως έμψυχο ή άψυχο, κάτι που συνιστά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της «φυσικής» και της «νομικής» προσωπικότητας. Δεν χρειάζεται να προσφύγουμε στην έννοια του «υποκειμένου του δικαιώματος» ως όντος προικισμένο με τα κατηγορήματα της βούλησης και της αυτοσυνειδησίας για να αναπαραστήσουμε τη «νομική προσωπικότητα» (Descombes 2004: 427). Τέτοια θα ήταν χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που θα ονομάζαμε «φυσική» ακριβώς για να την αντιπαραθέσουμε στην αυστηρά νομική προσωπικότητα. Έτσι η ορθή έννοια του «νομικού υποκειμένου» μας επιτρέπει για παράδειγμα να λέμε ότι το «Στέμμα» μπορεί να κατέχει ένα άλογο χωρίς να αναπαριστούμε το Στέμμα ως φυσικό αυτοσυνείδητο άτομο. Το ερώτημα της νεωτερικότητας Αντλώντας συνεχή έμπνευση από το έργο του Villey, ο Descombes προσυπογράφει την ιδέα ότι το χάσμα δεν βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο του ρωμαϊκού δικαίου και στον κόσμο της σημερινής νομικής πρακτικής. Αντίθετα, η λογική του ρωμαϊκού δικαίου είναι η ίδια αυτή και της σημερινής πρακτικής και το χάσμα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτήν την λογική και σε εκείνη της σημερινής «κυρίαρχης φιλοσοφίας» που εμμένει στην έννοια του αναστοχαστικού υποκειμένου. Η υιοθέτηση αυτής της έννοιας σύμφωνα με τον Descombes, μπορεί να «αλλοιώσει τον στοχασμό πάνω στον ρόλο του δικαίου στην 572 εξέλιξη των σύγχρονων ηθών» (ibid.: 431). Επικαλείται προς επίρρωση μια παρατήρηση του Yan Thomas : υπάρχει η αντίληψη ότι το σύγχρονο δίκαιο έχει αναγνωρίσει τα υποκειμενικά δικαιώματα της αυτοκτησίας όσον αφορά το ανθρώπινο σώμα. Αν συνέβαινε αυτό, θα είχαν δημιουργηθεί και αντίστοιχες υποχρεώσεις για παράδειγμα στους γιατρούς να δεχτούν αυτομάτως την επιθυμία ενός ατόμου για να πραγματοποιήσει μια έκτρωση ή μια πλαστική εγχείριση για αλλαγή φυσιογνωμίας κ.α. Στην πραγματικότητα, ο νόμος έχει αναγνωρίσει μια «ασυλία» στο άτομο εντός συγκεκριμένων ορίων στα οποία μπορεί να ασκηθεί η «αυτοδιάθεση» επί του σώματός του (ibid.: 507). Έστω λοιπόν ότι η γλώσσα της αναστοχαστικής φιλοσοφίας του δικαίου με τις «προκαταλήψεις» της συσκοτίζει τη συνέχεια που υπάρχει από τον ρωμαϊκό κόσμο μιας αντικειμενικής τάξης με την σύγχρονη ακόμα πρακτική του δικαίου. Θυμόμαστε επίσης ότι αυτή η φιλοσοφία επιχείρησε να αρθρώσει και την ανθρωπολογική τομή της ανάδυσης του «ατόμου-εντός-του κόσμου» που σηματοδοτεί τη δυτική νεωτερικότητα. Και η κριτική του Descombes, την οποία μελετήσαμε, είναι ότι δεν καταφέρνει να περιγράψει επαρκώς αυτήν την τομή στο ιδίωμα της γνωστικής αυτοσυνειδησίας. Δεν είναι όμως αυτό σαν να κατηγορείται η αναστοχαστική φιλοσοφία ότι συσκοτίζει τη συνέχεια μεταξύ του αρχαίου και του νεωτερικού κόσμου και ταυτόχρονα ότι συσκοτίζει την τομή, δηλαδή την ασυνέχεια μεταξύ τους; Ή αντίστροφα: πώς γίνεται ο Descombes να ασπάζεται τη θέση του Dumont για την ανθρωπολογική επανάσταση της νεωτερικότητας και να τονίζει τη συνέχεια μεταξύ των αρχαίων και των μοντέρνων μορφών του δικαίου; Αν η αναστοχαστική φιλοσοφία δεν κατορθώνει να εκφράσει αυτή την ανθρωπολογική επανάσταση, πώς εκφράζεται αυτή μέσα στο νεωτερικό δίκαιο, αν εκφράζεται καν; Η απάντηση νομίζω ότι βρίσκεται στα επόμενα και τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, τα οποία είναι αφιερωμένα στην έννοια του κανόνα με βάση τη φιλοσοφία του Wittgenstein και την έννοια της αυτονομίας που μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Παντού και πάντα, η έννοια της κανονιστικής δεσμευτικότητας έχει νόημα μόνο μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνικής πρακτικής. Ακολουθώ έναν κανόνα σημαίνει ότι κατανοώ τις αναγκαιότητες μιας κοινωνικής πρακτικής οι οποίες μου επιβάλλουν όρια στην άσκηση των δυνατοτήτων μου επειδή είναι ταυτόχρονα και ο όρος της εξάσκησης και άρα της απόκτησης αυτών των δυνατοτήτων. Ως προς την πηγή της κανονιστικής δεσμευτικότητας, δεν υπάρχει επομένως διάκριση μεταξύ των «αρχαίων» και των «μοντέρνων». Η κανονιστικότητα του κανόνα – ή αλλιώς: η δεοντική αναγκαιότητα − προκύπτει από την κοινωνική φύση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Το ερώτημα όμως της αυθεντίας του κανόνα, παρατηρεί ο Descombes, δηλαδή του λόγου για τον οποίον δέχομαι να μετέχω στην κοινωνική πρακτική που τον επιβάλλει, δεν επιδέχεται γενική απάντηση. Θα πρέπει να ανατρέξουμε σε μία πρακτική αναγκαιότητα η οποία αντλείται από ένα απεριόριστο φάσμα λόγων και κινήτρων που εκφράζονται μέσα στις ανθρώπινες συμβάσεις (ibid.: 464). Όπως το θέτει η καταληκτική φράση του βιβλίου: Όποια και αν είναι η υπό εξέταση νόρμα – επίκληση ενός δικαιώματος ή ενός κανόνα του τένις, ενός άρθρου του Αστικού Κώδικα ή του κώδικα της κομψότητας – ο μόνος τρόπος να κρίνω ότι οφείλω (πρακτική αναγκαιότητα) να κάνω αυτό που επιτάσσει ο κανόνας ότι οφείλω (δεοντική αναγκαιότητα) να κάνω για να είμαι εν τάξει, είναι να φανεί ο 573 κανονιστικός μηχανισμός που επιστρατεύω για να κατευθύνω την συμπεριφορά μου από τη μία ή την άλλη άποψη ως ‘το εργαλείο ενός ανθρώπινου αγαθού’ (ibid.: 465). Τούτο σημαίνει ότι το τελεολογικό πλαίσιο στο οποίο θεμελιώνονται – δηλαδή αποκτούν νόημα – οι δικαιϊκές πρακτικές μπορεί να παραλλάσσει σύμφωνα με τις ιστορικές μεταμορφώσεις του νοήματος του ανθρώπινου αγαθού. Η έννοια του «ενδοκόσμιου ατόμου» περιγράφει μια ριζική αναθεώρηση του ανθρώπινου αγαθού η οποία είναι ιστορικά και κοινωνιολογικά εντοπισμένη. Σύμφωνα με την αναστοχαστική φιλοσοφία χρειάζεται μια εξίσου ριζική αναθεώρηση του ίδιου του δικαίου, δηλαδή της κοινωνικής πρακτικής που καλείται να μοιράσει το νέο αγαθό. Αν ακολουθήσουμε τις αναλύσεις του Vincent Descombes, μπορούμε να σκεφτούμε ότι κάτι τέτοιο μένει ακόμα να αποδειχτεί. Bιβλιογραφία Descombes, V. (2004), Le complément de sujet, Παρίσι, Gallimard. Dumont, L. (1988), Δοκίμια για τον ατομικισμό, Αθήνα, εκδόσεις Ευρύαλος. Strauss, L. (1988), Φυσικό Δίκαιο και Ιστορία, Αθήνα, εκδόσεις Γνώση. Taylor, C. (2007), Πηγές του εαυτού. Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, Αθήνα, εκδόσεις Ίνδικτος. Villey, M. (1983), Le droit et les droits de l’homme, Παρίσι, PUF. Villey, M. (1984), Les moyens du droit, Παρίσι, Dalloz. Ιωαννίδης, Γ. (2020) «Το (Συναρπαστικό) Αδιέξοδο Φουκώ», ανάσυρση 27/01/2020, https://dangerfew.blogspot.com/2020/01/blog-post.html 574 Διακυβέρνηση, Δημοκρατία και Ανάπτυξη: Μια Αδιάρρηκτη Σχέση Κώστας Ρόντος1 & Μαρία-Ελένη Συρμαλή2 Περίληψη Η διαφθορά αποκαλύπτει το επίπεδο όχι μόνο της οικονομικής, αλλά και της ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής ανάπτυξης μιας χώρας. Η μονομερής εξέταση της οικονομικής ανάπτυξης σε όρους εισοδήματος, χωρίς την εξέταση των ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, αποδεικνύεται ανεπαρκής. Οι δομικές αδυναμίες του δημόσιου τομέα, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας, οι ανεπάρκειες στην άσκηση της διακυβέρνησης και η ακολουθούμενη πολιτική συμπεριφορά ως βασικές αιτίες της διαφθοράς, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φαινόμενο αυτό είναι κατ’ εξοχήν πολιτικής και κοινωνικής φύσεως, ενώ ο δομικός του χαρακτήρας, η ενσωμάτωσή του, δηλαδή, στην πολιτική και κοινωνική κουλτούρα καθιστά δυσχερή την αποτελεσματική αντιμετώπισή του. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η διαφθορά συνδέεται στενά με τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις επιτελούν τις λειτουργίες τους. Συνεπώς, η ποιότητα της διακυβέρνησης καθορίζει και την έκταση της διαφθοράς. Λέξεις-κλειδιά: δημοκρατία, οικονομική ανάπτυξη, κοινωνία, θεσμοί, πολιτική ανάπτυξη. Εισαγωγή Η εκτενής διαφθορά υποδηλώνει την ύπαρξη θεσμικών και πολιτικών αδυναμιών, καθώς και την επικράτηση οικονομικής και κοινωνικής υπανάπτυξης. Κατά συνέπεια, οι θεωρίες σχετικά με τα αίτια της διαφθοράς δίνουν έμφαση στο ρόλο των οικονομικών και διαρθρωτικών παραγόντων καθώς, επίσης, και στο ρόλο των θεσμών (Svensson 2005: 20). Σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, η διαφθορά μελετάται ως πρόβλημα πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής υπανάπτυξης (Andvig et al.: 5). Το γεγονός, όμως, ότι η διαφθορά δεν είναι ανεξάρτητη από το ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον υπονοεί ότι αποτελεί συνέπεια του τρόπου άσκησης της διακυβέρνησης και των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ανάλυση του φαινομένου (Méndez & Sepúlveda 2006: 84). Έτσι, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε ορισμένες χώρες η απόκλιση μεταξύ επίσημων και ανεπίσημων κανόνων, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της διαφθοράς, μπορεί να οφείλεται σε πολιτικούς παράγοντες, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο ασκείται και διατηρείται η εξουσία (World Bank 1997: 3). Συνεπώς, η εξέταση της διαφθοράς σε παγκόσμιο 1Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας,
[email protected]2 Επίκουρη Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας,
[email protected]575 επίπεδο θα πρέπει, επίσης, να αναδεικνύει και την πολιτική διάσταση του φαινομένου. H διαφθορά δημιουργείται από τις ανισορροπίες που προκύπτουν μεταξύ οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, οι διαφορετικοί συνδυασμοί των οποίων προσδιορίζουν τέσσερις ομάδες (ή σύνδρομα) διαφθοράς (Johnston 1997: 65). Η πρώτη κατηγορία, που είναι γνωστή ως «προσταγή της ομάδας συμφερόντων» (interest group bidding), χαρακτηρίζεται από ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα, καθώς και από πολιτικό και οικονομικό ανταγωνισμό. Η οικονομική δύναμη χρησιμοποιείται για να ασκηθεί πολιτική επιρροή, που έχει ως αποτέλεσμα τη διαφθορά της ελίτ, αλλά, κυρίως, είναι μη συστηματική και συνίσταται σε μεμονωμένα περιστατικά διαφθοράς. Παρατηρείται σε αναπτυγμένες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία. Η δεύτερη ομάδα, η «ηγεμονική ελίτ» (elite hegemony), αποτελείται από παγιωμένες ελίτ στο πλαίσιο περιορισμένου πολιτικού ανταγωνισμού, οι οποίες χρησιμοποιούν την πρόσβασή τους στην πολιτική εξουσία προς όφελος των ίδιων, αλλά και των πολιτικών και επιχειρηματικών τους συμμάχων. Συναντάται σε κράτη, όπως η Κίνα (Λαϊκή Δημοκρατία), το Χονγκ Κονγκ, η Νότια Κορέα, ή και σε χώρες με στρατιωτικά καθεστώτα (όπως η Νιγηρία κατά διαστήματα). Η τρίτη ομάδα, που ονομάζεται «εύθραυστη πελατεία» (fragmented patronage), χαρακτηρίζεται από πολιτικά «εύθραυστες» ελίτ που χτίζουν προσωπικές σχέσεις στη βάση υλικών απολαβών. Παραδείγματα χωρών σε αυτή την κατηγορία είναι η Ιταλία, αλλά και η Ρωσία. Η τέταρτη ομάδα είναι γνωστή ως «πελατειακoί μηχανισμοί» (patronage machines), που χαρακτηρίζεται από ισχυρές ελίτ, οι οποίες ελέγχουν τη μαζική συμμετοχή και περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Τα κόμματα είναι ιεραρχικά δομημένα και επεκτείνουν την επιρροή της ελίτ στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι, συνήθως, συστημική διαφθορά, συχνά μαζί με εκφοβισμό. Περιπτώσεις τέτοιων χωρών είναι η Ινδονησία και το Μεξικό. Οι διευρυμένες αστικές και πολιτικές ελευθερίες συνδέονται στενά με το αίτημα για ενίσχυση της δημοκρατίας (Rodrik 1999: 3). Τα πολιτικά δικαιώματα και οι αστικές ελευθερίες, όπως είναι η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία συμμετοχής, προάγουν υψηλότερα επίπεδα διαφάνειας και υποστηρίζουν τους μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας. Επίσης, έχουν ως αποτέλεσμα πιο συνεκτικά συστήματα άσκησης της διακυβέρνησης, που διασφαλίζουν ότι τα οφέλη της προόδου διανέμονται πιο δίκαια στην κοινωνία. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αναδεικνύεται η πολιτική διάσταση του προβλήματος της διαφθοράς, καθώς όχι μόνο η οικονομική, αλλά και η πολιτική υπανάπτυξη συνδέονται με υψηλά επίπεδα διαφθοράς. Ως πολιτική ανάπτυξη ορίζεται η ικανότητα των πολιτικών δομών και διαδικασιών να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές μεταβολές (Nye 1967: 421). Η πολιτική ανάπτυξη προϋποθέτει, συνεπώς, τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της διαφθοράς Όσον αφορά το θεωρητικό πλαίσιο τεκμηρίωσης του υποδείγματος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι εξετάζονται οι πιο σημαντικοί οικονομικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που καθορίζουν τη διαφθορά (Treisman 2000: 401). Η ανάλυση αυτή έχει πραγματοποιηθεί για τις χώρες της Μεσογείου, καθώς και για τις Βαλκανικές χώρες (Rontos et al. 2013: 81). Επιπρόσθετα, έχει εξεταστεί η 576 επίδραση οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων, καθώς και της δημοκρατίας, επί της διαφθοράς (Saha et al. 2009: 174). Παρά τη σπουδαιότητα των πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων ως προς την επίδρασή τους στην ευρύτερη ανάπτυξη, η ποσοτικοποίησή τους καθίσταται δύσκολη, λόγω του σύνθετου χαρακτήρα των εννοιών. Αντίθετα, η οικονομική διάσταση της ανάπτυξης μπορεί να μετρηθεί με ευρέως αποδεκτούς δείκτες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στις διεθνείς συγκρίσεις, ο σημαντικότερος από τους οποίους είναι το κατά κεφαλή εισόδημα (Rontos & Vavouras 2013: 6). Όμως, αν και υπάρχουν δυσκολίες στη μέτρηση των ποιοτικών όψεων της ανάπτυξης, αυτές είναι απαραίτητες στην ανάλυση, καθώς η διαφθορά είναι μια πολυδιάστατη έννοια, η οποία συνδέεται με διαρθρωτικούς παράγοντες και θεσμικής φύσεως μεταβλητές. Γενικά, κάθε μεταρρύθμιση που έχει ως στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας αποθαρρύνει την ανάπτυξη της διαφθοράς (Lambsdorff 1999: 8). H έλλειψη ανταγωνισμού συνδέεται με τη διαφθορά. H διαφθορά επιδεινώνεται στις χώρες που οι εγχώριες επιχειρήσεις προστατεύονται από το διεθνή ανταγωνισμό, ενώ η ανάλυσή τους υποδεικνύει ότι οι πολιτικές για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές, συχνά, συμβάλλουν στον έλεγχο της διαφθοράς (Ades and di Tella 1999: 984). H διάρθρωση των κυβερνητικών θεσμών και των πολιτικών διαδικασιών είναι σημαντικοί προσδιοριστικοί παράγοντες του επιπέδου διαφθοράς (Shleifer & Vishny 1993: 607). Οι χώρες με ισχυρότερο πολιτικό ανταγωνισμό εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα διαφάνειας και ελέγχου της πολιτικής εξουσίας και, συνεπώς, χαμηλότερα επίπεδα διαφθοράς μέσω των νόμων, των δημοκρατικών εκλογών, της ανεξαρτησίας του τύπου. Για το λόγο αυτό, η εξέταση της διαφθοράς θα πρέπει να επικεντρώνεται σε θεσμικά χαρακτηριστικά. Υπό αυτό το πρίσμα, οι πολιτικοί θεσμοί μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες της διαφθοράς. Έτσι, η πολιτική «μακροδομή», η οποία σχετίζεται με το πολιτικό σύστημα και την κατανομή των εξουσιών, καθορίζει τα κίνητρα αυτών που είναι στην εξουσία, ενώ τιμωρεί και τις παραβατικές συμπεριφορές, μέσα από την ενίσχυση της πολιτικής λογοδοσίας (Lederman et al. 2005: 11). Η διαφθορά θεωρείται λιγότερο εκτεταμένη στις πιο ισχυρές δημοκρατίες, όπως αυτές προσδιορίζονται από το επίπεδο των πολιτικών δικαιωμάτων και των αστικών ελευθεριών (Goel & Nelson 2010: 435). Στις λιγότερο δημοκρατικές χώρες δημιουργούνται περισσότερες ευκαιρίες για ανάπτυξη προσοδοφόρου συμπεριφοράς, η οποία συνδέεται με τη διαφθορά (Kunicová 2006: 6). Συγκριτικά με την περίπτωση των αυταρχικών καθεστώτων, οι χώρες οι οποίες έχουν μερικώς εκδημοκρατιστεί παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα διαφθοράς. Μόνο όταν επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο επίπεδο δημοκρατίας η διαφθορά μπορεί να μειωθεί (Montinola & Jackman 2002: 152). H σχέση μεταξύ διαφθοράς και παγίωσης της δημοκρατίας έχει σχήμα «αντιστρόφου ύψιλον» (inverted U) (Rock 2009: 58). Η διάρκεια της δημοκρατίας είναι σημαντική, καθώς παρέχει το χρόνο στις πρόσφατα εγκαθιδρυμένες δημοκρατίες να δημιουργήσουν στέρεους θεσμούς, που είναι απαραίτητοι προκειμένου να ελεγχθεί η διαφθορά. Επιπρόσθετα, οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι πιο αποτελεσματικοί για την αντιμετώπιση της διαφθοράς, όταν συνοδεύονται από πρακτικές στήριξης του ελέγχου των πολιτικών και την ελευθερία του τύπου (Kalenborn & Lessmann 2013: 859). 577 Οι οικονομικοί και πολιτικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της διαφθοράς, συχνά, λειτουργούν συμπληρωματικά για την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Συνεπώς, θα πρέπει να διερευνηθούν οι διασυνδέσεις μεταξύ της διαφθοράς και της λειτουργίας των οικονομικών και πολιτικών θεσμών μιας κοινωνίας, καθώς και η εμπειρική τους εγκυρότητα (Jain 2001: 74). Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική σταθερότητα και οι συστηματικές προσπάθειες να επισημανθούν οι διαρθρωτικές ακαμψίες, είναι κρίσιμης σημασίας για την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας. Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, και οι δύο έννοιες, δηλαδή το επίπεδο της πολιτικής ανάπτυξης και η ανταγωνιστικότητα, είναι σημαντικές και θα πρέπει να εξετάζονται από κοινού για την ερμηνεία του φαινομένου της διαφθοράς. Η έννοια του εισοδήματος περιλαμβάνεται στις περισσότερες εμπειρικές μελέτες για τους προσδιοριστικούς παράγοντες της διαφθοράς. H διαφθορά είναι μια «ασθένεια» ή ένα υποπροϊόν της φτώχειας που περιορίζεται καθώς οι οικονομίες αναπτύσσονται και υπάρχει μια μετάβαση από τη φτώχεια σε αυξημένα επίπεδα ανάπτυξης (Paldam 2002: 223). Δηλαδή, η αιτιακή σχέση είναι από το εισόδημα προς τη διαφθορά. Oι φτωχές χώρες στερούνται τους πόρους που είναι απαραίτητοι προκειμένου να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η διαφθορά (Husted 1999: 341). H διαφθορά και η οικονομική ανάπτυξη δε συνδέονται με γραμμικό τρόπο, αλλά η σχέση τους εξαρτάται από την ποιότητα των πολιτικών θεσμών (Aidt et al. 2008: 198). Η διαφθορά καθορίζεται, επίσης, από τις ευκαιρίες που το ίδιο το περιβάλλον δημιουργεί για την ανάπτυξή της και προσδιορίζονται από το επίπεδο της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, αλλά και τα κίνητρα που διαμορφώνονται από το επίπεδο της ανθρώπινης ανάπτυξης (Rontos et al. 2012: 105). Η κυβερνητική αποτελεσματικότητα εκφράζει την έννοια της διακυβέρνησης, η οποία αναφέρεται στον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας, ενώ καθορίζει τις δυνατότητες για τη διενέργεια πράξεων διαφθοράς. Επιπλέον, η διαφθορά συνδέεται με την έννοια του ανθρώπινου κεφαλαίου, που ως βασική προσδιοριστική συνιστώσα περιλαμβάνει την εκπαίδευση. Όταν ο πληθυσμός είναι περισσότερο μορφωμένος, οι προσπάθειες για κατάχρηση της εξουσίας γίνονται πιο εύκολα αντιληπτές και μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο δραστικά. Έτσι, σύμφωνα με την παραπάνω θεωρητική ανάπτυξη επιχειρείται η εξέταση των κυριότερων κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών προσδιοριστικών παραγόντων της διαφθοράς. Σε αυτό το πλαίσιο ανάλυσης, εξετάζεται η επίδραση της ανταγωνιστικότητας στη διαφθορά, ενώ γίνεται η εμπειρική διερεύνηση αυτής της σχέσης λαμβάνοντας υπόψη και το επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μπορούν να προκύψουν αξιοποιήσιμα συμπεράσματα σε επίπεδο άσκησης πολιτικής. Εμπειρική ανάλυση Στην ανάλυση εξετάζονται 140 χώρες για τα έτη 2005-2012. Η επιλογή των χωρών του δείγματος έγινε βάσει της διαθεσιμότητας των μεταβλητών. Όσον αφορά τη δειγματική περίοδο θα πρέπει να αναφερθεί ότι μετά από το 2005 η μεθοδολογία κατασκευής του δείκτη ανταγωνιστικότητας έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, καθιστώντας δυσχερή τη σύγκριση με τις τιμές του δείκτη πριν από 578 το 2005. Για την ερμηνεία της διαφθοράς περιλαμβάνονται στο υπόδειγμα ερμηνευτικές μεταβλητές που εκφράζουν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, καθώς και το πολιτικό περιβάλλον. Το υπόδειγμα προς εκτίμηση αποτελείται από ένα σύνολο στοιχείων πάνελ, το οποίο είναι μη ισορροπημένο (unbalanced panel). Η εξαρτημένη μεταβλητή είναι η διαφθορά, η οποία εκφράζεται με το δείκτη «αντίληψης διαφθοράς» (Corruption Perceptions Index – CPI), ο οποίος παρέχεται από το διεθνή μη κυβερνητικό οργανισμό Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International). Σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια, ως διαφθορά ορίζεται η κατάχρηση εμπιστευθείσας εξουσίας για ιδιωτικό όφελος (Transparency International 2010: 2). Η κλίμακα μέτρησης του CPI είναι από 0 έως 10, όπου ο βαθμός 0 υποδηλώνει τη μέγιστη διαφθορά, ενώ η αύξηση της τιμής του δείκτη αντιστοιχεί σε μειωμένα επίπεδα αντιληπτής διαφθοράς για το δημόσιο τομέα. Το 2012 υπήρξε μια μετατροπή της μεθοδολογίας κατασκευής του δείκτη διαφθοράς και έκτοτε η νέα κλίμακα μέτρησης είναι από 0 έως 100. Προκειμένου να υπάρξει ενιαία κλίμακα μέτρησης για ολόκληρη τη δειγματική περίοδο, δηλαδή για τα έτη 2005-1012, οι τιμές του δείκτη διαφθοράς για το 2012 διαιρούνται με 10, ώστε να μετατραπούν στην κλίμακα μέτρησης 0 έως 10. Η ανταγωνιστικότητα εκφράζεται με τον παγκόσμιο δείκτη ανταγωνιστικότητας (Global Competitiveness Index - GCI), ο οποίος παρέχεται από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum - WEF). Ως ανταγωνιστικότητα ορίζεται το σύνολο των θεσμών, πολιτικών και παραγόντων που καθορίζουν το επίπεδο παραγωγικότητας μιας χώρας. Οι τιμές του δείκτη βρίσκονται στην κλίμακα 1-7, όπου οι υψηλότερες τιμές αντιστοιχούν σε βελτιωμένα επίπεδα ανταγωνιστικότητας (World Economic Forum 2010: 4). Η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών εκφράζεται με τους δείκτες των πολιτικών δικαιωμάτων (political rights) και των αστικών ελευθεριών (civil liberties), οι οποίοι παρέχονται από το Freedom House. Τα πολιτικά δικαιώματα επιτρέπουν στα άτομα να συμμετέχουν ελεύθερα στην πολιτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να διεκδικούν δημόσια αξιώματα, να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα και οργανισμούς, καθώς και να ψηφίζουν ελεύθερα κατά την εκλογική διαδικασία. Οι αστικές ελευθερίες επιτρέπουν την ελευθερία έκφρασης, το δικαίωμα συμμετοχής σε συλλογικές δράσεις, τη διασφάλιση του κράτους δικαίου και την προσωπική αυτονομία χωρίς παρεμβάσεις από την πολιτεία. Κάθε ένας από τους παραπάνω δείκτες βαθμολογείται στην κλίμακα 1-7, ενώ ο αστάθμητος μέσος όρος των δύο δεικτών αποτελεί το δείκτη δημοκρατίας (Freedom Rating – FR) και προσδιορίζει τη συνολική κατάσταση μιας χώρας ως ελεύθερης, μερικώς ελεύθερης και μη ελεύθερης (Freedom House 2012: 3). Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το Freedom House, σύμφωνα με τη μεθοδολογία κατασκευής του δείκτη, δεν αξιολογεί την κυβερνητική επίδοση καθεαυτή, αλλά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που στην πράξη απολαμβάνουν τα μεμονωμένα άτομα. Έτσι, ενώ αναγνωρίζεται η σημαντικότητα της ύπαρξης των νομικών δικαιωμάτων, αποδίδεται μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο κατοχυρώνονται στην πράξη. Το εισόδημα προέρχεται από τη βάση δεδομένων «Παγκόσμιοι Δείκτες Ανάπτυξης» (World Development Indicators – WDI) της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank 2006: 5). Έτσι, η μέτρηση του εισοδήματος γίνεται με τη μεταβλητή του κατά κεφαλήν ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (Gross 579 National Income – GNI) εκφρασμένη σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parities – PPP). Ως ερμηνευτική μεταβλητή περιλαμβάνεται, επίσης, ο δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης (Human Development Index – HDI). Τα Ηνωμένα Έθνη (United Nations) και πιο συγκεκριμένα το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Development Programme – UNDP) στην πρώτη Έκθεσή τους για την ανθρώπινη ανάπτυξη την ορίζουν ως τη διαδικασία διεύρυνσης των επιλογών των ατόμων, από τις οποίες οι σημαντικότερες είναι να έχουν μια μακρά και υγιή ζωή, να έχουν ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και να απολαμβάνουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο (United Nations Development Programme 1990: 3). Έτσι, ο σύνθετος αυτός δείκτης φαίνεται ότι λαμβάνει υπόψη σημαντικές κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις της ανάπτυξης. Επειδή το εισόδημα έχει συμπεριληφθεί ως ανεξάρτητη μεταβλητή στην εξίσωση διαφθοράς, χρησιμοποιείται ο μη εισοδηματικός δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης (Non-Income HDI), ο οποίος εκφράζει το δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, όταν αφαιρεθεί η διάσταση που αναφέρεται στο εισόδημα. Η κυβερνητική αποτελεσματικότητα (Government Effectiveness - GE) αποτελεί μια από τις έξι προσδιοριστικές διαστάσεις της διακυβέρνησης. Εκφράζει τις πεποιθήσεις για την ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών, την ποιότητα των δημοσίων λειτουργών και το βαθμό της ανεξαρτησίας τους από πολιτικές πιέσεις, την ποιότητα του πολιτικού σχεδιασμού και την αξιόπιστη εφαρμογή του (Kaufmann et al. 2010: 9). Συνεπώς, η μεταβλητή αυτή αξιολογεί την ικανότητα της κυβέρνησης να σχεδιάζει και να εφαρμόζει σταθερές πολιτικές. Εμπειρικά αποτελέσματα Ο πίνακας 1 παρουσιάζει περιγραφικά μέτρα (descriptive statistics), τα οποία παρέχουν μια συνοπτική παρουσίαση του δείγματος και βοηθούν να ελεγχθεί η ορθότητα των τιμών του. Πίνακας 1 − Περιγραφικά μέτρα CPI GCI FR ln(GNI) HDI GE (1) (2) (3) (4) (5) (6) Μέση τιμή 4,4 4,19 4,9 9,035 0,721 0,17 (Mean) Διάμεσος 3,5 4,10 5,0 9,121 0,753 -0,04 (Median) Τυπική απόκλιση 2,1 0,68 1,8 1,193 0,168 0,94 (Std.Dev.) Μέγιστη τιμή 9,7 5,86 7,0 11,541 0,290 2,43 (Max.) Ελάχιστη τιμή 1,4 2,58 1,0 5,965 0,978 -1,65 (Min.) Όπως παρατηρείται, ο δείκτης αντιληπτής διαφθοράς (CPI) παρουσιάζει μεγάλη τυπική απόκλιση, που υποδεικνύει ότι το εύρος τιμών της μεταβλητής 580 είναι μεγάλο, καθώς πρόκειται για παγκόσμιο δείγμα και, συνεπώς, περιλαμβάνονται σε αυτό χώρες με υψηλά, αλλά και χαμηλά επίπεδα διαφθοράς. Επίσης, καμία χώρα του εξεταζόμενου δείγματος δε συγκεντρώνει την τιμή 10 στο δείκτη CPI και, συνεπώς, δε θεωρείται πλήρως απαλλαγμένη από τη διαφθορά. Ο πίνακας 2 παρουσιάζει τις συσχετίσεις μεταξύ των μεταβλητών του υποδείγματος. Από την εξέταση του σχετικού πίνακα προκύπτει ότι η συσχέτιση μεταξύ της διαφθοράς (CPI) και της ανταγωνιστικότητας (GCI) είναι θετική και υψηλή (0,865). Επίσης, η ανταγωνιστικότητα (GCI) και η δημοκρατία (FR) εμφανίζουν ικανοποιητική θετική συσχέτιση (0,657). Έτσι, στις περισσότερο ανταγωνιστικές χώρες αναμένεται να παρατηρούνται υψηλότερα επίπεδα δημοκρατίας και αντίστροφα. Από τον πίνακα 2 διαφαίνεται ότι η συσχέτιση μεταξύ της διαφθοράς (CPI) και της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας (GE) είναι ιδιαιτέρως υψηλή (0,941). Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα της κυβέρνησης να διαμορφώνει και να εφαρμόζει σταθερές πολιτικές, όπως εκφράζεται μέσα από την υψηλότερη τιμή του δείκτη της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, τόσο χαμηλότερο εμφανίζεται να είναι το αντιληπτό επίπεδο διαφθοράς της υπό εξέταση χώρας. Επίσης, η συσχέτιση μεταξύ της μεταβλητής του εισοδήματος [ln(GNI)] και της μεταβλητής της ανταγωνιστικότητας (GCI) είναι θετική και υψηλή (0,839). Συνεπώς, από το εξεταζόμενο δείγμα προκύπτει ότι στις χώρες υψηλού εισοδήματος το επίπεδο ανταγωνιστικότητας αναμένεται να είναι υψηλό και αντίστροφα. Πίνακας 2 − Πίνακας συσχέτισης CPI GCI FR ln(GNI) HDI GE CPI 1 0,865 0,592 0,767 0,685 0,941 GCI 1 0,657 0,839 0,775 0,907 FR 1 0,486 0,568 0,638 ln(GNI) 1 0,858 0,821 HDI 1 0,767 GE 1 Στο γράφημα 1 απεικονίζεται το διάγραμμα διασποράς (scatter plot) μεταξύ των μεταβλητών της διαφθοράς (CPI) και της δημοκρατίας (FR) κατά την περίοδο 2005-2012. Από την εξέταση του διαγράμματος προκύπτει ότι οι παρατηρήσεις που αναφέρονται στη δημοκρατία εμφανίζουν ομαδοποίηση. Συνεπώς, η πρόοδος ως προς την εξέλιξη της δημοκρατίας είναι αργή, όπως αναμένεται, λόγω του μακροχρόνιου χαρακτήρα της έννοιας. Στο γράφημα 2 παρουσιάζεται το διάγραμμα διασποράς μεταξύ της διαφθοράς και της ανταγωνιστικότητας για τα έτη 2005-2012. Η ανάλυση του διαγράμματος διασποράς είναι σημαντική, καθώς παρέχει κάποιες αρχικές ενδείξεις για την ύπαρξη ενδεχόμενων μη γραμμικών σχέσεων μεταξύ των μεταβλητών. Ο οριζόντιος άξονας αναπαριστά το επίπεδο ανταγωνιστικότητας (GCI), ενώ ο κάθετος άξονας το επίπεδο διαφθοράς (CPI). Μια πρώτη παρατήρηση που προκύπτει από την εξέταση του γραφήματος διασποράς είναι ότι η ανταγωνιστικότητα και η διαφθορά έχουν θετική σχέση, ενώ κατά μέσο όρο οι πιο ανταγωνιστικές χώρες έχουν χαμηλότερα επίπεδα διαφθοράς και οι 581 λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες έχουν υψηλότερα επίπεδα διαφθοράς. Παρόλα αυτά, για δεδομένο επίπεδο ανταγωνιστικότητας, ο βαθμός διαφθοράς ενδέχεται να διαφέρει σημαντικά. Παραδείγματα τέτοιων χωρών αποτελούν η Κίνα (Λαϊκή Δημοκρατία) και η Ρωσία (Ρωσική Ομοσπονδία), οι οποίες εμφανίζουν σχετικά υψηλό επίπεδο διαφθοράς δεδομένου του επιπέδου ανταγωνιστικότητάς τους, ενώ θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Freedom House για το έτος 2012 και οι δύο χώρες χαρακτηρίζονται ως μη ελεύθερες. Από την άλλη μεριά χώρες, όπως η Δανία και η Φινλανδία, είναι λιγότερο διεφθαρμένες συγκριτικά με άλλες χώρες που διαθέτουν αντίστοιχο επίπεδο ανταγωνιστικότητας. Δηλαδή, αυτές οι χώρες έχουν καλύτερο επίπεδο διαφθοράς από εκείνο που αναμένεται βάσει των στοιχείων της ανταγωνιστικότητας. Επίσης, οι χώρες αυτές διαθέτουν υψηλό επίπεδο πολιτικών ελευθεριών σε παγκόσμια κλίμακα. Το αποτέλεσμα αυτό υπονοεί ότι στη σχέση μεταξύ ανταγωνιστικότητας και διαφθοράς, ενδεχομένως, υπεισέρχονται και πολιτικοί παράγοντες που τη διαμορφώνουν από κοινού, και οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ανάλυση. Γράφημα 1 − Διαφθορά και Δημοκρατία κατά την περίοδο 2005-2012 10 ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ ΔΑΝΙΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ 9 ΣΟΥΗΔΙΑ ΕΛΒΕΤΙΑ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ ΓΕΡΜΑΝΙΑ 8 ΒΕΛΓΙΟ ΙΑΠΩΝΙΑ 7 Διαφθορά (CPI) ΙΣΡΑΗΛ 6 ΜΠΟΤΣΟΥΑΝΑ ΟΜΑΝ ΙΟΡΔΑΝΙΑ ΜΑΛΑΙΣΙΑ 5 ΠΟΛΩΝΙΑ ΚΟΥΒΕΪΤ ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΛΟΒΑΚΙΑ ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ 4 ΡΟΥΑΝΤΑ ΚΡΟΑΤΙΑΕΛΛΑΔΑ ΚΙΝΑ ΤΑΫΛΑΝΔΗ ΠΑΝΑΜΑΣ 3 ΣΥΡΙΑ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ 2 ΚΕΝΥΑ ΕΚΟΥΑΔΟΡ ΚΑΜΠΟΤΖΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ ΤΣΑΝΤ ΑΪΤΗ 1 0 0 1 2 3 4 5 6 7 8 Δημοκρατία (FR) Πηγές: 1)http://www.transparency.org/cpi2012/in_detail. 2)http://www.freedomhouse.org/report/freedom-world-2012/methodology#.U- kQLGMvdIE. Για να διερευνηθούν πιο αναλυτικά οι παραπάνω σχέσεις, στο γράφημα 3 παρουσιάζεται η σχέση μεταξύ ανταγωνιστικότητας και διαφθοράς για την περίοδο 2005-2012. Στην περίπτωση αυτή, όμως, γίνεται κατηγοριοποίηση των χωρών ανάλογα με το επίπεδο δημοκρατίας, δηλαδή γίνεται η διάκρισή τους σε ελεύθερες 582 Γράφημα 2 − Διαφθορά και Ανταγωνιστικότητα κατά την Περίοδο 2005-2012 10 ΔΑΝΙΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ ΕΛΒΕΤΙΑ 9 ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΣΟΥΗΔΙΑ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ ΓΕΡΜΑΝΙΑ 8 ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΗΠΑ ΒΕΛΓΙΟ 7 Διαφθορά (CPI) ΚΥΠΡΟΣ 6 ΣΛΟΒΕΝΙΑ ΚΟΡΕΑ 5 ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΝΑΜΙΜΠΙΑ ΚΟΥΒΕΪΤ ΑΡΑΒΙΑ 4 ΣΕΡΒΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΙΝΔΙΑ ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ 3 ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ ΚΙΝΑ ΙΡΑΝ ΥΕΜΕΝΗ ΚΕΝΥΑ ΡΩΣΙΑ 2 ΤΣΑΝΤ ΑΪΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ 1 0 0 1 2 3 4 5 6 Ανταγωνιστικότητα (GCI) Πηγές: 1) http://www.transparency.org/cpi2012/in_detail. 2) http://www.weforum.org/issues/global-competitiveness. (μπλε ρόμβοι), μερικώς ελεύθερες (γαλάζιοι ρόμβοι) και μη ελεύθερες (τρίγωνα) χώρες. Από το γράφημα 3 παρατηρείται ότι η ανταγωνιστικότητα και η διαφθορά σχετίζονται θετικά, αλλά όχι πλήρως. Όπως αναμένεται, η πλειοψηφία των χωρών με υψηλά επίπεδα δημοκρατίας συγκεντρώνεται στην πάνω δεξιά γωνία του σχήματος, όπου παρατηρούνται υψηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας και χαμηλά επίπεδα διαφθοράς. Παραδείγματα τέτοιων χωρών αποτελούν η Γερμανία, η Δανία, η Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), η Ιαπωνία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Φινλανδία. Αντίθετα, οι περισσότερες μη ελεύθερες χώρες συγκεντρώνονται κάτω και αριστερά του σχήματος, όπου παρατηρούνται χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας και υψηλά επίπεδα διαφθοράς. Περιπτώσεις τέτοιων χωρών αποτελούν η Ζιμπάμπουε, το Μάλι, το Τσαντ, η Υεμένη. Οι μερικώς ελεύθερες χώρες στην πλειοψηφία τους χαρακτηρίζονται από χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας και υψηλά επίπεδα διαφθοράς, όπως είναι η Αϊτή, η Βενεζουέλα, η Κένυα, το Μαρόκο. Παρόλα αυτά, υπάρχει και ένας αριθμός χωρών που δεν τηρεί αυτά τα γενικευμένα πρότυπα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι για την περίπτωση της Σιγκαπούρης και του Χονγκ Κονγκ, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως μερικώς ελεύθερες χώρες, τα χαμηλά επίπεδα δημοκρατίας φαίνεται ότι συνυπάρχουν με βελτιωμένα επίπεδα διαφθοράς, αλλά και υψηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας, που είναι από τα υψηλότερα παγκοσμίως. Δηλαδή, παρά το γεγονός ότι σε αυτές τις χώρες το επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών είναι χαμηλό, το υψηλό επίπεδο της διαθρωτικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται ότι συνδέεται με το χαμηλό επίπεδο διαφθοράς που επικρατεί σε αυτές. Επίσης, σε δημοκρατικά καθεστώτα μπορεί να παρατηρούνται υψηλά επίπεδα διαφθοράς, αλλά και σχετικά χαμηλά επίπεδα 583 διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ελλάδας και της Ινδίας. Αυτές οι ενδιάμεσες περιπτώσεις υποδεικνύουν ότι υπάρχει μια μη γραμμική σχέση μεταξύ διαφθοράς και ανταγωνιστικότητας, η οποία εξαρτάται από το επίπεδο δημοκρατίας. Τα αποτελέσματα αυτά εμφανίζονται συγκεντρωτικά στον πίνακα 3 που ακολουθεί. Πίνακας 3 − Διαφθορά, Ανταγωνιστικότητα και Δημοκρατία: Μια ομαδοποιημένη παρουσίαση Χαμηλό επίπεδο Υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας ανταγωνιστικότητας Χαμηλό Ι. Χώρες με υψηλό ΙΙ. Χώρες με χαμηλό επίπεδο επίπεδο διαφθοράς: επίπεδο διαφθοράς: δημοκρατίας π.χ. Ζιμπάμπουε, Μάλι, π.χ. Σιγκαπούρη, Χονγκ Τσαντ, Υεμένη Κονγκ Υψηλό επίπεδο ΙΙΙ. Χώρες με υψηλό IV. Χώρες με χαμηλό δημοκρατίας επίπεδο διαφθοράς: επίπεδο διαφθοράς π.χ. Ελλάδα, Ινδία π.χ. Γερμανία, Δανία, Ελβετία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία Γράφημα 3 − Σχέση ανταγωνιστικότητας και διαφθοράς κατά την περίοδο 2005-2012 για διαφορετικά επίπεδα δημοκρατίας 10 ΔΑΝΙΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ 9 ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ ΕΛΒΕΤΙΑ ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΣΟΥΗΔΙΑ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ ΓΕΡΜΑΝΙΑ 8 ΙΑΠΩΝΙΑ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΗΠΑ 7 ΒΕΛΓΙΟ Διαφθορά (CPI) 6 ΚΥΠΡΟΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑ ΚΟΡΕΑ 5 ΝΑΜΙΜΠΙΑ ΜΑΛΑΙΣΙΑ ΣΕΡΒΙΑ 4 ΚΟΥΒΕΪΤ ΕΛΛΑΔΑ ΙΝΔΙΑ ΜΑΛΙ ΚΙΝΑ 3 ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ ΜΑΡΟΚΟ ΥΕΜΕΝΗ 2 ΤΣΑΝΤ ΚΕΝΥΑ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ ΑΪΤΗ 1 0 0 1 2 3 4 5 6 Ανταγωνιστικότητα (GCI) Ελεύθερες Μερικώς Ελεύθερες Μη Ελεύθερες Πηγές: 1) http://www.transparency.org/cpi2012/in_detail. 2) http://www.weforum.org/issues/global-competitiveness. 3) http://www.freedomhouse.org/report/freedom-world-2012/methodology#.U- kQLGMvdIE. 584 Μια άλλη σημαντική σχέση, η οποία θα πρέπει να διερευνηθεί, είναι μεταξύ διαφθοράς και εισοδήματος. Από τον πίνακα 2 προέκυψε ότι η συσχέτιση μεταξύ των δύο αυτών μεταβλητών είναι θετική, ενώ ο συντελεστής συσχέτισης παρουσιάζει υψηλή τιμή (0,767). Συνεπώς, μεγαλύτερα επίπεδα εισοδήματος συνδέονται με χαμηλότερα επίπεδα διαφθοράς. Παρόλα αυτά, η σχέση μεταξύ των δύο αυτών μεταβλητών δεν είναι μονοτονική. Έτσι, όπως προκύπτει από το γράφημα 4 που ακολουθεί, για τις πιο φτωχές χώρες καθώς το επίπεδο του εισοδήματος αυξάνει το επίπεδο της διαφθοράς αυξάνει επίσης. Δηλαδή, για τις χώρες που βρίσκονται στο φθίνον τμήμα της προκύπτουσας καμπύλης η σχέση μεταξύ των δύο μεταβλητών είναι αρνητική, έως ότου επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο επίπεδο εισοδήματος. Μετά από την τιμή αυτή του εισοδήματος, όπως φαίνεται από το αύξον τμήμα της «διαφαινόμενης» καμπύλης, η σχέση μεταξύ διαφθοράς και εισοδήματος γίνεται θετική, ακολουθώντας τα πρότυπα των πλούσιων χωρών. Από το γράφημα 4 προκύπτει ότι το σημείο καμπής αντιστοιχεί (προσεγγιστικά) στην τιμή εισοδήματος: ln(GNI)=7,8 ⇒ GNI = e7,8 = 2,7187,8 ⇒ GNI ≅ 2.438,000. Συνεπώς, το σημείο «κατώφλι» του εισοδήματος ύστερα από το οποίο το εισόδημα συνδέεται θετικά με τη διαφθορά υπολογίζεται (προσεγγιστικά) σε $2.438,000 κατά κεφαλή. Γράφημα 4 − Η σχέση μεταξύ Διαφθοράς και Εισοδήματος κατά τα Έτη 2005- 2012 10 9 8 7 Διαφθορά (CPI) 6 5 4 3 2 1 6 7 8 9 10 11 12 Εισόδημα [ln(GNI)] Συμπεράσματα Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι η ανταγωνιστικότητα μπορεί να βελτιώσει τη διαφθορά, μέσα από την ενίσχυση των παραγωγικών δομών και την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με τις οποίες συνδέεται. Το δεύτερο είναι ότι η προαγωγή της δημοκρατίας και του πολιτικού ανταγωνισμού μπορεί να συντελέσει στον έλεγχο των πρακτικών διαφθοράς. Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι η δημοκρατία 585 μπορεί να κάνει την ανταγωνιστικότητα πιο αποτελεσματική για την καταπολέμηση της διαφθοράς, διασφαλίζοντας ένα σταθερό πολιτικό πλαίσιο για την εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών πολιτικών με τις οποίες συνδέεται η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Τα ευρήματα αυτά μπορούν, ενδεχομένως, να εξηγήσουν τα αντιφατικά αποτελέσματα στην υπάρχουσα εμπειρική βιβλιογραφία όσον αφορά συναφείς έννοιες της ανταγωνιστικότητας, όπως είναι η οικονομική ελευθερία (economic freedom), η οποία, επίσης, συνδέεται με μεταβολές δομικού χαρακτήρα και θεσμικής φύσεως. Έτσι, ενώ έχει γενικά αναγνωριστεί ότι η ενίσχυση της οικονομικής ελευθερίας μειώνει τη διαφθορά (Chafuen & Guzmàn 2000: 53), υπάρχουν μελέτες που καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα (Pieroni & d'Agostino 2013: 56). Αυτή η διαφοροποίηση ως προς τα συμπεράσματα, ίσως, οφείλεται στο γεγονός ότι δε λαμβάνεται υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης μέσα στο οποίο εξετάζονται τα φαινόμενα, όπως γίνεται στην παρούσα μελέτη. Η δημοκρατία είναι λιγότερο επιρρεπής στη διαφθορά, καθώς συνδέεται με την προαγωγή των ατομικών ελευθεριών, την ελευθερία έκφρασης που διασφαλίζει τη διακίνηση της πληροφορίας και τους θεσμικούς ελέγχους που αποτρέπουν την ανάπτυξη παραβατικής συμπεριφοράς. Όμως, θα πρέπει να τονιστεί ότι η δημοκρατία περιορίζει την έκταση της διαφθοράς, αλλά τα αποτελέσματα δε γίνονται άμεσα εμφανή. Η μακροβιότητα της δημοκρατίας φαίνεται ότι είναι εκείνος ο παράγοντας που συνδέεται με τον περιορισμό της διαφθοράς (Treisman 2000: 450). Συνεπώς, η δημοκρατική παράδοση και όχι η απλή υιοθέτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι σημαντικός παράγοντας για τον περιορισμό της διαφθοράς. Έτσι, σύμφωνα και με τα αποτελέσματα των εμπειρικών εκτιμήσεων, φαίνεται ότι μετά από μια περίοδο σταθερής δημοκρατίας οι απορρέουσες πρακτικές μπορούν να συντελέσουν στον αποτελεσματικό περιορισμό της διαφθοράς. Σε αυτή την περίπτωση, μέσα από την καλλιέργεια κουλτούρας δημοκρατίας, μπορούν να ενθαρρυνθούν οι ευρύτερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση των κοινωνικών και πολιτικών δομών που έχουν ως στόχο την εξάλειψη των κοινωνικών παθογενειών και τη βελτίωση των παραγωγικών διαδικασιών. Αντίθετα, όσο λιγότερο κατοχυρωμένα είναι τα πολιτικά δικαιώματα και όσο λιγότερο εγγυημένες είναι οι πολιτικές ελευθερίες, το έλλειμμα δημοκρατίας με το οποίο συνδέεται η αστάθεια των κρατικών θεσμών και ο ρευστός συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων, επιτρέπουν την εξάπλωση και εδραίωση του φαινομένου της διαφθοράς. Θα πρέπει, επίσης, να επισημανθεί η σπουδαιότητα της διακυβέρνησης, που εκφράζεται με τη μεταβλητή της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, για την ερμηνεία του φαινομένου της διαφθοράς. Η διακυβέρνηση, η οποία αναφέρεται στον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την προαγωγή της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ανάπτυξη. Επίσης, θα πρέπει να αναδειχθεί και η διαλεκτική σχέση μεταξύ της διακυβέρνησης και της έννοιας της διατηρήσιμης ανάπτυξης, μέσα από τη χάραξη και την υλοποίηση συνεπούς κυβερνητικής πολιτικής για την ενίσχυση της ευρύτερης ανάπτυξης. Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντική είναι η επίτευξη ευρύτερων κοινωνικών στόχων, όπως είναι η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, που αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο του ανθρώπινου κεφαλαίου. Τα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης προωθούν την καλή 586 διακυβέρνηση, καθώς ο πληθυσμός, ο οποίος είναι μορφωμένος, συμμετέχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενθαρρύνει την προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης (Busse & Gröning 2009: 76). Από την ανάλυση επισημάνθηκε ο σύνθετος χαρακτήρας της διαφθοράς, ενώ έννοιες, όπως η ανταγωνιστικότητα, η δημοκρατία και η κυβερνητική αποτελεσματικότητα, αναδεικνύονται σε ζητήματα πρωταρχικής σημασίας για τον έλεγχο της διαφθοράς. Το γεγονός, όμως, ότι η διαφθορά δεν είναι ανεξάρτητη από το ευρύτερο οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, ενώ αποτελεί και συνέπεια του τρόπου άσκησης της διακυβέρνησης, καθιστά πρόδηλο ότι οι πολιτικές που σχεδιάζονται για την καταπολέμησή της θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτούς τους παράγοντες. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ο δομικός και μακροχρόνιος χαρακτήρας του προβλήματος, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που προκαλούνται όσον αφορά την αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς. Από την ανάλυση προέκυψε ότι η μειωμένη απόδοση της ανταγωνιστικότητας αναφορικά με τον έλεγχο της διαφθοράς μπορεί, μεταξύ άλλων, να υποδηλώνει συνθήκες ελλιπούς πολιτικής ανάπτυξης. Όσον αφορά μια διατηρήσιμη προοπτική της ανταγωνιστικότητας, θα πρέπει να δίνεται έμφαση σε παράγοντες που είναι σημαντικοί στο μακροχρόνιο ορίζοντα και, συνεπώς, είναι απαραίτητοι υπό το πρίσμα της βιωσιμότητας. Οι ανεπάρκειες σε αυτούς τους παράγοντες σηματοδοτούν πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που είναι μη βιώσιμες, αφού ο πληθυσμός πλήττεται από ανεπάρκειες αστικών και πολιτικών ελευθεριών, καθώς και από έλλειψη κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, σε συνθήκες χαμηλής πολιτικής ανάπτυξης, οι πρωτοβουλίες για την ενθάρρυνση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας, συνήθως, αποτυγχάνουν, καθώς δεν υποστηρίζονται από το κατάλληλο θεσμικό περιβάλλον προκειμένου να έχουν μακροχρόνια ισχύ. Συνεπώς, οι πολιτικές για τη διατηρήσιμη προοπτική της ανταγωνιστικότητας συνδέονται άρρηκτα με τη στήριξη των πολιτικών ελευθεριών και το σεβασμό των δημοκρατικών διαδικασιών. Δηλαδή, προκειμένου οι στρατηγικές αυτές να είναι διατηρήσιμες μακροχρόνια, θα πρέπει να συνδέονται με τον απαιτούμενο δομικό και πολιτικό μετασχηματισμό. Οι αρνητικές επιπτώσεις της διαφθοράς είναι ακόμα πιο έκδηλες για τις χώρες χαμηλού εισοδήματος, οι οποίες δε διαθέτουν τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Μάλιστα, από την ανάλυση προέκυψε ότι για τις χώρες, οι οποίες δεν επιτυγχάνουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο εισοδήματος, η διασύνδεση μεταξύ ανταγωνιστικότητας και διαφθοράς είναι αρνητική. Παρόλα αυτά, ο αποτελεσματικός έλεγχος της διαφθοράς δε θα πρέπει θεωρείται μια αυτόματη διαδικασία, που ξεκινάει όταν οι χώρες επιτύχουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο εισοδήματος, αλλά αντίθετα μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την υιοθέτηση και συνεπή εφαρμογή των κατάλληλων μακροχρόνιων πολιτικών (Rontos et al. 2015: 106). Η αντιμετώπιση της διαφθοράς σε διατηρήσιμη βάση απαιτεί την επισήμανση των βαθύτερων διαρθρωτικών παραγόντων που συνδέονται με το φαινόμενο. Από την ανάλυση που προηγήθηκε μπορεί να συναχθεί ότι για την αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς οι χώρες θα πρέπει να αναπτυχθούν οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. Έτσι, χωρίς να παραμελείται η οικονομική διάσταση της διαφθοράς, θα πρέπει να τονιστεί, επίσης, ο πολιτικός χαρακτήρας του προβλήματος, καθώς και η μεταξύ τους διασύνδεση. 587 Συνεπώς, η ουσιαστική αντιμετώπιση της διαφθοράς μακροχρόνια προϋποθέτει τη συμμετοχή των πολιτών και των φορέων της κρατικής εξουσίας σε περιβάλλον πολιτικοοικονομικής συναίνεσης, καθώς προκύπτει ότι έχουν διαμορφώσει μια στρεβλή αντίληψη για το ρόλο και τη λειτουργία του κράτους. Απαιτείται, δηλαδή, αλλαγή των αντιλήψεων που συνιστά κατά βάση ζήτημα κοινωνικής και πολιτικής ανάπτυξης, καθώς η διαφθορά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με συγκυριακές πολιτικές, δεδομένου ότι θα πρέπει να επισημανθεί και να διορθωθεί ο δομικός χαρακτήρας του προβλήματος. Δηλαδή, παράλληλα με τον ενδεχόμενο δημοκρατικό μετασχηματισμό απαιτείται η μεταβολή της εδραιωμένης πολιτικής κουλτούρας και η ενίσχυση του επιπέδου εμπιστοσύνης (Koniordos 2011: 53), που μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου μιας κατάλληλης μακροχρόνιας στρατηγικής πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Βιβλιογραφία Ades, A. & Di Tella, R. (1999), “Rents, Competition, and Corruption”, The American Economic Review, 89, pp. 982–994. Aidt, T., Dutta, J. & Sena, V. (2008), “Governance Regimes, Corruption and Growth: Theory and evidence”, Journal of Comparative Economics, 36: 195–220. Andvig, J., Fjeldstad, O.-H., Amundsen, I., Sissener, T. & Søreide, T. (2001), “Corruption: A review of contemporary research”, No. 268, NUPI-Report, Oslo, σσ. 1-130. Busse, M. & Gröning, S. (2009), “Does Foreign Aid Improve Governance?”, Economics Letters, 104: 76–78. Chafuen, A. & Guzmàn, E. (1999), “Economic Freedom and Corruption”, σε G.P. O’ Driscoll, K. R. Holmes & M. Kirkpatrick (επιμ.), 2000 Index of Economic Freedom, Washington, Heritage Foundation, σσ. 51-63. Freedom House (2012), Freedom in the World 2012: The Arab θprisings and their γlobal ρepercussions. Goel, R. & Nelson, M. (2010), “Causes of Corruption: History, geography and government”, Journal of Policy Modeling, 32: 433–447. Husted, B. (1999), “Wealth, Culture and Corruption”, Journal of International Business Studies, 30: 339-359. Jain, A. (2001), “Corruption: A Review”, Journal of Economic Surveys, 15: 71–121. Johnston, M. (1997), Public Officials, Private Interests, and Sustainable Democracy : When Politics and Corruption Meet, σε A. E. Kimberly (επιμ.), Corruption and the Global Economy, Institute for International Economics, σσ. 61-82. Kalenborn, C. & Lessmann, C. (2013), “The Impact of Democracy and Press Freedom on Corruption: Conditionality μatters”, Journal of Policy Modeling, 35: 857–886. Kaufmann, D., Kraay, A. & Mastruzzi, M. (2010), “The Worldwide Governance Indicators: Methodology and αnalytical ιssues”, Policy Research Working Paper, No. 5430, The World Bank, pp. 1-30. Koniordos, S. (2011), Living on Borrowed Money: On the social context and response of the current Greek crisis, Economic Sociology: The european electronic newsletter, ISSN 1871-3351, Max Planck Institute for the Study of Societies (MPIfG), Cologne, 12: 48-57. Kunicová, J. (2006), Democratic Institutions and Corruption: Incentives and ψonstraints in πolitics, σε S. Rose-Ackerman (επιμ.), International Handbook on the Economics of Corruption, Cheltenham, UK, Edward Elgar, σσ. 140-160. 588 Lambsdorff, J. G. (1999), Corruption in Empirical Research: A Review, 9th International Anti-Corruption Conference, Durban, South Africa. Lederman, D., Loayza, Ν. & Soares, R. (2005), “Accountability and Corruption: Political ιnstitutions μatter”, Economics and Politics, 17: 1-35. Méndez, F. & Sepúlveda, F. (2006), “Corruption, Growth and Political Regimes: Cross- country evidence”, European Journal of Political Economy, 22: 82-98. Montinola, G. & Jackman, R. (2002), “Sources of Corruption: A cross-country study”, British Journal of Political Science, 32: 147-170. Nye, J. S. (1967), “Corruption and Political Development”, American Political Science Review, 61: 417-427. Paldam, M. (2002), “The Cross-Country Pattern of Corruption: Economics, Culture and the Seesaw Dynamics”, European Journal of Political Economy, 18: 215-240. Pieroni, L. & d' Agostino, G. (2013), “Corruption and the Effects of Economic Freedom”, European Journal of Political Economy, 29: 54-72. Rock, M. (2009), “Corruption and Democracy”, Journal of Development Studies, 45: 55– 75. Rodrik, D. (1999), The New Global Economy and Developing Countries: Making openness work, Washington D.C., Overseas Development Council. Rontos, K. & Vavouras, I. (2013), “Socioeconomic and Political Development: Their measurement and connections”, Global Journal of Human Social Science, 13: 1-16. Rontos, K., Salvati, L., Sioussiouras, P. & Vavouras, I. (2013), “Mediterranean Countries and Corruption: Political, economic, and social factors”, Mediterranean Quarterly, 24: 81-97. Rontos, K., Sioussiouras, P. & Vavouras, I. (2012), “An Incentive Model of Corruption in the Mediterranean and Balkan Region”, International Journal of Latest Trends in Finance and Economic Sciences, 2: 99-110. Rontos, Kostas, Syrmali, Maria-Eleni & Vavouras, Ioannis (2015), “Economic, Political and Social Determinants of Governance Worldwide”, Journal of Social and Economic Development, 17: 105-119. Saha, S., Gounder, R. & Su, J.-J. (2009), “The Interaction Effect of Economic Freedom and Democracy on Corruption: A panel cross-country analysis”, Economics Letters, 105: 173–176. Shleifer, A. & Vishny, R. (1993), “Corruption”, Quarterly Journal of Economics, 108: 599- 617. Svensson, J. (2005), “Eight Questions about Corruption», Journal of Economic Perspectives, 19: 19-42. Transparency International (2010), Corruption Perceptions Index 2010, Berlin. Treisman, D. (2000), “The Causes of Corruption: A cross-national study”, Journal of Public Economics, 76: 399-457. United Nations Development Programme (1990), Human Development Report 1990, Oxford University Press, New York. World Bank (1997), Helping Countries Combat Corruption: The role of the World Bank, Washington D.C., The World Bank. World Bank (2006), World Development Report 2006: Equity and development, Washington, D.C. World Economic Forum (2010), The Global Competitiveness Report 2010-2011, Geneva, Switzerland. 589 590 Νομισματικός Ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας και οι Επιδράσεις στην Παγκόσμια Οικονομία Σπυρίδων Ρουκανάς1 και Εμμανουήλ Καρακώστας2 Περίληψη Το διεθνές οικονομικό σύστημα ολοένα και βαθμιαίως αλλάζει. Η Κίνα αποτελεί τον κυρίαρχο αντίπαλο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στο οικονομικό πεδίο. Η αντιπαλότητα μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας έχει οδηγήσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ σε προστατευτικά μέτρα εμπορικής πολιτικής και την Κίνα να απαντάει στις διεθνείς προκλήσεις που δημιουργούνται. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ο εντεινόμενος νομισματικός ανταγωνισμός. Η Κίνα έχει συνδέσει το νόμισμα της με το δολάριο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η συνεχής υποτίμηση του νομίσματος της Κίνας, την έχει βοηθήσει στην οικονομική ανάπτυξή της. Το βασικό ερώτημα είναι ποιες είναι οι επιπτώσεις του νομισματικού ανταγωνισμού στην παγκόσμια οικονομία, όπως για παράδειγμα, οι ροές των εξαγωγών. Οι αιτίες του νομισματικού ανταγωνισμού σχετίζονται πρωτίστως με την ενδυνάμωση των εξαγωγών και την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη. Η συγκεκριμένη έρευνα θα προσπαθήσει να δώσει πληρέστερη εικόνα μέσω της παρουσίασης ενός δείκτη μέτρησης των επιδράσεων του νομισματικού ανταγωνισμού. Λέξεις-Κλειδιά: Διεθνές Εμπόριο, Νομισματικός ανταγωνισμός, ΗΠΑ, Κίνα Εισαγωγή Το σημερινό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε τροχιά αλλαγής. Νέες αναδυόμενες δυνάμεις στο παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα μπορεί να αποτελούν είτε αλλαγές είτε απειλές. Ανταγωνιστικές υποτιμήσεις έχουν κάνει την εμφάνιση τους. Οι Mattoo et al. (2017) στην έρευνα3 τους σχετικά με την επίδραση των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών στις εξαγωγές των ανταγωνιστικών χωρών προς τις τρίτες αγορές παρατήρησαν ότι, όταν η συναλλαγματική ισοτιμία της Κίνας αλλάζει έχει σημαντικά αποτελέσματα για τις χώρες των ανταγωνιστών. Στον επίλογο της μελέτης τους αναφέρουν την εξής παρατήρηση:4 «… η επίδραση των κινήσεων της συναλλαγματικής ισοτιμίας … στις συνολικές εξαγωγές άλλων χωρών παραμένει ανοιχτό ζήτημα», (σελ. 364). Σε αυτή την παρατήρηση η παρούσα μελέτη θα προσπαθήσει να δώσει μία επαρκή απάντηση. Για να κατανοηθεί η επίδραση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στις εξαγωγές των άλλων χωρών επιχειρείται η δημιουργία ενός δείκτη, ο οποίος θα προσπαθήσει να 1 Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών,
[email protected]2 Υποψήφιος Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών,
[email protected]3 Η μελέτη τους είναι η πρώτη συστηματική προσπάθεια ποσοτικοποίησης της επίδρασης. 4 Η παρατήρηση που κάνουν αφορά την Κίνα. 591 δείξει τις επιδράσεις που έχουν οι μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών στις οικονομικές σχέσεις. Ο δείκτης αυτός αποτελεί μία προσπάθεια υπολογισμού των επιδράσεων του νομισματικού ανταγωνισμού που δύναται να έχουν τρίτες χώρες. Βιβλιογραφική ανασκόπηση Οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις αποτελούν καθημερινό φαινόμενο στο τρέχον διεθνές οικονομικό σύστημα. Οι διακυμάνσεις αυτές μπορεί να είναι ή εκούσιες είτε αποτέλεσμα οικονομικών γεγονότων. Στη παρούσα κατάσταση ο όρος νομισματικός πόλεμος έχει κάνει την εμφάνιση του. Ο Saccomanni (2015: 4) εξηγεί ότι: Οι μεταβολές της νομισματικής πολιτικής σε μια χώρα-κλειδί έχουν προφανή επίδραση στη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της έναντι άλλων νομισμάτων. Ταυτόχρονα, οι μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορούν να έχουν αντίκτυπο στις στρατηγικές των επενδυτών και να συμβάλουν στην ενίσχυση του αντίκτυπου των νομισματικών συνεπειών και στην ενεργοποίηση ενός οικονομικού κύκλου. Το εάν οι αλληλεπιδράσεις αυτές αποτελούν ή όχι εχθρικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο ενός ‘πολέμου νομισμάτων’ δεν έχει μεγάλη σημασία για την εκτίμηση της βιωσιμότητας του σημερινού Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος ... Το γεγονός είναι ότι, όταν τα επιτόκια είναι κοντά ή στο μηδέν , η συναλλαγματική ισοτιμία καθίσταται ο κύριος δίαυλος μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Έτσι, όταν μεγάλες χώρες ξεκινούν στρατηγικές ποσοτικής χαλάρωσης, ο αντίκτυπός τους είναι πιθανό να γίνει αισθητός σε ένα ευρύ φάσμα αναδυόμενων – αναπτυσσόμενων χωρών. Πράγματι, οι κινήσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών τείνουν να είναι, ή αναμένεται να είναι, αρκετά μεγάλες και οι διεθνείς επιπτώσεις τους θα μπορούσαν να είναι αρκετά σημαντικές. Ο Saccomanni (2015: 4) συνεχίζει και αναφέρει ότι: … υπάρχει μια άλλη σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι ένας πόλεμος διεξάγεται πράγματι από μια ομάδα ‘χειραγωγών νομισμάτων’ - κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στην Ασία - οι οποίοι παρεμβαίνουν σε αγορές συναλλάγματος για να εμποδίσουν την ανατίμηση του τα νομίσματά τους έναντι του δολαρίου και του ευρώ. Ο νομισματικός ανταγωνισμός έχει επιδράσεις και στην ανταγωνιστικότητα των χωρών. Ο Alawattage (2009: 85), όσον αφορά την επίδραση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην ανταγωνιστικότητα, αναφέρει ότι: … ένας από τους κύριους λόγους για την εξουδετέρωση της ανταγωνιστικότητας είναι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις προήλθαν από υποτιμήσεις και άλλα πιθανά μέσα. Επίσης, τα επεισόδια υποτιμήσεων … λειτουργούν ως ένας φαύλος κύκλος που περνάει μέσα από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες στις εγχώριες τιμές που καταστρέφουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που διατηρείται μέσω των πλεονεκτημάτων κόστους σε επίπεδο μικροοικονομικής επιχείρησης και οδηγούν στην ανατίμηση των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών και, ως εκ τούτου, στην εξουδετέρωση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας μακροοικονομικό επίπεδο. Αυτό που πρέπει να απαντηθεί είναι το πως επηρεάζεται μία χώρα από τον νομισματικό ανταγωνισμό. Ο Khan (2018: 833) αναφέρει ότι οι νομισματικές διαταραχές έχουν περιφερειακό χαρακτήρα και μεταφέρονται μέσω του εμπορίου. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: 592 Οι μεταδοτικές κρίσεις νομισμάτων είναι περιφερειακές και εξαπλώνονται μέσω του εμπορικού καναλιού ... Οι χώρες θα μπορούσαν επίσης να καθορίσουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες τους με τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους συλλογικά. Αυτή η πολιτική μπορεί να τους βοηθήσει να αποφύγουν τις κερδοσκοπικές επιθέσεις μετά την απώλεια της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει σε αποσταθεροποιητικές κερδοσκοπικές επιθέσεις σε νομίσματα, εάν η συλλογική σύμβαση δεν είναι σταθερή και αξιόπιστη. Μετέπειτα, ο Gopinath (2015: 52) θεωρεί τον πληθωρισμό ως το μοναδικό στοιχείο που καθορίζει τις διεθνείς εξελίξεις της νομισματικής πολιτικής και της ανταγωνιστικότητας του διεθνούς εμπορίου. Ειδικότερα, αναφέρει: ... ότι ένας παράγοντας, το μερίδιο των εισαγωγών του που τιμολογείται σε ξένο νόμισμα, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία αυτής της διακύμανσης. Αυτό έχει συνέπειες για τον στενό χαρακτήρα της χώρας σε πληθωριστικές διαταραχές και έχει προβλέψεις για τα περιθώρια προσαρμογής του εμπορικού ισοζυγίου μιας χώρας στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Παρέχει ένα πρόσθετο επιχείρημα για το γιατί οι χώρες μπορούν να επωφεληθούν από τη διεθνοποίηση του νομίσματός τους, επισημαίνοντας παράλληλα τα όρια της επιτυχίας του δεδομένου των υφιστάμενων επιπτώσεων στο δίκτυο. Η παρούσα μελέτη θα εξετάσει τις επιδράσεις του νομισματικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας στις εξής οικονομίες: Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία για χρονική την περίοδο 2002 – 2012. Επιλέχθηκε η συγκεκριμένη χρονική περίοδος καθώς η Κίνα χαρακτηρίζεται ως «χειραγωγός νομίσματος» από το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών που μελετά την Κίνα μεταξύ και άλλων εμπορικών εταίρων. Από το έτος 2006 και μετέπειτα η Κίνα χαρακτηρίζεται «χειραγωγός νομίσματος». Ο καθορισμός5 αυτός βασίζεται στις εκθέσεις του Αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών – (U.S. Department of the Treasury – Macroeconomic and Foreign Exchange Policies of Major Trading Partners of the United States).6 Για την ανάγκη βέλτιστης παρουσίασης του δείκτη θα αναλύσουμε τα έτη 2002 – 2012. Η περίοδος που έχει επιλεγεί είναι η περίοδος που ισχύει ο νομισματικός ανταγωνισμός αλλά, προτού ξεκινήσει ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και οι εμπορικές διαμάχες της αμερικανικής κυβέρνησης Trump (Bown & Kolb, 2019). Ακόμη επιλέχθηκε αυτή η περίοδος λόγω του ότι το 2001 η Κίνα έγινε αποδεκτή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (Mavroidis & Sapir, 2019). Συνεπώς, οφείλει να μην εφαρμόζει «αθέμιτα» μέσα προς επίτευξη ανταγωνιστικότητας. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστούν οι επιπτώσεις του νομισματικού ανταγωνισμού στις εξαγωγές.7 Η άνοδος της Κίνας ως οικονομική 5... η έκθεση αποσκοπεί στον εντοπισμό οποιουδήποτε μεγαλύτερου εμπορικού εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών που έχει: (1) σημαντικό διμερές εμπορικό πλεόνασμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, (2) σημαντικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και (3) συνεχή μονομερή παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος (U.S. Department of The Treasury, 2019: 38). 6 Η έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών στο Κογκρέσο εξετάζει λεπτομερώς και αναλυτικά τις εξελίξεις στη διεθνή οικονομική και συναλλαγματική πολιτική σε όλους τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών. 7 Οι Bakari & Mabrouki (2017) αναφέρουν ότι: 593 δύναμη είναι πλέον αναμφισβήτητη. Αυτό μπορεί να σημαίνει πλέον είτε άμεση οικονομική απειλή είτε έμμεση πολιτική απειλή για την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Οι εξαγωγές της Κίνας έχουν δημιουργήσει παγκόσμια ανησυχία. Πολλές χώρες έχουν εκφράσει το προβληματισμό της ανόδου της Κίνας. Όμως οι ΗΠΑ έχουν την πιο ηχηρή αντίδραση λόγω του ότι η αυξανόμενη δύναμη της Κίνας την καθιστά πραγματικό και ολοκληρωμένο αντίπαλο των ΗΠΑ. Η ανάλυση εστιάζει στις συνέπειες του εμπορικού πολέμου − η ανταλλαγή δασμολογικών αυξήσεων, που εξελίσσεται σε εμπορικό πόλεμο (Kwan 2019). Ο εμπορικός πόλεμος που οι δύο χώρες έχουν εμπλακεί έχει συνέπειες τόσο για όλο τον κόσμο όσο και για τις εμπλεκόμενες χώρες. Για παράδειγμα, οι Robinson & Thierfelder (2019) αναδεικνύουν τις συνέπειες του εμπορικού πολέμου των δύο χωρών. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι ο συνεχιζόμενος εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας έχει ήδη βλάψει και τις δύο χώρες και η επέκτασή του από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αυξήσει μόνο τις αρνητικές συνέπειες σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Ιδιαίτερη πτυχή της διαμάχης μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ είναι το νόμισμα της Κίνας, το γουάν (RMB) σε σχέση με το δολάριο (US$). Οι Mertens & Shultz (2017) δίνουν μία αναλυτική περιγραφή σχετικά με τη χρήση του νομίσματος της Κίνας. Ειδικότερα, διατυπώνουν τα εξής: ... η πολιτική της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας (PBOC), της κεντρικής τράπεζας της χώρας, κατατάχθηκε από το 2003 έως το 2005 ως ‘conventional peg’ με το δολάριο ΗΠΑ. Από το 2006 έως το 2008, το RMB επιτράπηκε σταδιακά να ανατιμηθεί σύμφωνα με μια πολιτική που ταξινομείται ως crawling peg στο δολάριο ΗΠΑ. Μεταξύ του 2008 και του 2010, σταθεροποιήθηκε σε σχέση με το δολάριο. Το 2010, η πολιτική μετατράπηκε σε ‘crawl-like συμφωνία’ σε σχέση με το δολάριο ΗΠΑ. … Το 2016, το ΔΝΤ άλλαξε την ταξινόμηση της Κίνας από μια ρύθμιση στην οποία η ευελιξία του κινεζικού νομίσματος είναι περιορισμένη σε σχέση με το δολάριο ΗΠΑ, σε μια περίπτωση στην οποία η ευελιξία είναι περιορισμένη σε σχέση με μια ομάδα ή «καλάθι» νομισμάτων (Mertens & Shultz 2017: 1). Οι συγγραφείς αυτοί αναφέρουν ύστερα το τρόπο χειρισμού του κινέζικου νομίσματος: Για να διατηρήσει στο παρελθόν τη σχέση με το δολάριο ΗΠΑ, η κεντρική τράπεζα της Κίνας PBOC έπρεπε να παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος. Για παράδειγμα, αν η PBOC δεν είχε παρέμβει σε περιόδους υπερβολικής παγκόσμιας ζήτησης, οι δυνάμεις της αγοράς θα είχαν ωθήσει το RMB σε υψηλότερη αποτίμηση από την πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας της Κίνας. Για να αποφευχθεί αυτή η ανεπιθύμητη εκτίμηση, η PBOC χρειάστηκε να πουλήσει το γουάν για δολάρια ΗΠΑ για να ικανοποιήσει την υπερβάλλουσα ζήτηση και έτσι να αποτρέψει την ανατίμηση του νομίσματός του (Mertens & Shultz 2017: 2). Από τη παραπάνω περιγραφή διαφαίνεται ότι ο χειρισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος της Κίνας αποτελεί βασικό συστατικό λειτουργίας της οικονομίας. Στην επόμενη ενότητα αναλύονται τα μακροοικονομικά μεγέθη των χωρών. … η αύξηση των εξαγωγών οδηγεί σε αύξηση της πρόσβασης στα νομίσματα, γεγονός που αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τον κύκλο εργασιών και τα πλεονάσματα του κράτους. Αυτό οδηγεί σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου … (σελ. 68). 594 Μακροοικονομικά Μεγέθη των Χωρών Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η ανάλυση του δείκτη θα περιλαμβάνει τα έτη 2002 -2012. Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει τα μακροοικονομικά μεγέθη της Ελβετίας για τη περίοδο 2002 – 2012. Πίνακας 1 – Μακροοικονομικά Μεγέθη της Ελβετίας για τη περίοδο 2002-2012 ΈΤΗ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟ ΡΥΘΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟ- ΠΛΗΘΩ- ΑΝΕΡΓΙΑ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΕΓΧΩΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΧΡΕΟΣ ΜΙΚΟ ΈΛΛΕΙΜΜΑ ΡΙΣΜΟΣ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΠΡΟΪΟΝ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ (% ΤΟΥ (% ΤΟΥ ΑΕΠ)* ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ (ΔΙΣ $) ΑΕΠ) (% ΤΟΥ ΑΕΠ) 2002 301.5 0,2 59,1 -1,8 0,6 2,5 8,3 2003 353.1 0,1 58,2 -1,4 0,6 3,7 12,6 2004 393.5 2,6 59,2 -1,4 0,8 3,9 14,7 2005 408.6 3,2 56,1 -0,7 1,2 3,8 13,4 2006 431.1 4,1 49,6 0,9 1,1 3,3 14,3 2007 480.2 4,1 45,5 1,6 0,7 2,8 10 2008 553.8 2,1 45,9 1,9 2,4 2,6 2,3 2009 541.6 -2,2 44,1 0,5 -0,5 3,7 7,3 2010 583 2,9 42,6 0,4 0,7 3,5 14,7 2011 699.6 1,8 42,9 0,7 0,2 2,8 7,8 2012 667.8 1 43,7 0,4 -0,7 2,9 10,7 Πηγή: *IMF 2019α, OECD 2019β. Από την παρουσίαση των μεγεθών της Ελβετίας προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα: πρώτον όσο αφορά το ΑΕΠ, είναι συνεχώς αυξανόμενο με μία ελαφρά μείωση το 2009 λόγω της κρίσης. Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι σχετικά αυξανόμενος μέχρι το 2007, ύστερα παρατηρείται μία διαταραχή και σχετική μείωση. Το δημόσιο χρέος έχει καθοδική πορεία και το έλλειμμα έχει αυξανόμενη πορεία αλλά σε σταθερή ροή. Ο πληθωρισμός της Ελβετίας είναι πολύ χαμηλός και ο μέσος όρος του κυμαίνεται στο 0,6. Η ανεργία παρατηρείται σχετικά σταθερή με μέσο όρο 3,2 και τέλος το ποσοστό του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ενώ έχει αύξουσα πορεία η νομισματική κρίση μείωσε τον αυξανόμενο ρυθμό αλλά ύστερα αυξάνεται. Στον Πίνακα 2 αναλύονται τα μακροοικονομικά μεγέθη του Ηνωμένου Βασιλείου. 595 Πίνακας 2 − Μακροοικονομικά Μεγέθη του Ηνωμένου Βασιλείου για τη περίοδο 2002-2012 ΈΤΗ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤ ΡΥΘΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙ- ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΑΝΕΡΓΙΑ ΙΣΟΖΥΓΙΟ Ο ΕΓΧΩΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΧΡΕΟΣ ΚΟ ΈΛΛΕΙΜΜΑ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΠΡΟΪΟΝ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ (% ΤΟΥ (% ΤΟΥ ΑΕΠ)* ΣΥΝΑΛΛΑ- (ΔΙΣ $) ΑΕΠ) ΓΩΝ (% ΤΟΥ ΑΕΠ) 2002 1.780 2,5 34,4 -1,9 1,3 5,2 -2,3 2003 2.050 3,3 35,6 -3,1 1,4 5 -1,9 2004 2.400 2,3 38,6 -3,1 1,3 4,8 -2,3 2005 2.530 3,1 39,8 -3,1 2,1 4,8 -2 2006 2.700 2,5 40,7 -2,8 2,3 5,4 -3 2007 3.090 2,5 41,7 -2,7 2,3 5,4 -3,6 2008 2.930 -0,3 49,7 -5,1 3,6 5,7 -4,2 2009 2.400 -4,2 63,7 -10,1 2,2 7,6 -3,6 2010 2.460 1,7 75,2 -9,3 3,3 7,9 -3,4 2011 2.640 1,6 80,8 -7,5 4,5 8,1 -2 2012 2.680 1,4 84,1 -8,2 2,8 8 -3,8 Πηγή: *IMF 2019α, OECD 2019β. Παρατηρείται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μία αύξηση του ΑΕΠ μέχρι το 2008 και μετά λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης το ΑΕΠ μειώνεται. Το ίδιο ισχύει και με το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης. Το δημόσιο χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου έχει αυξητική πορεία για τα εξεταζόμενα έτη. Το δημοσιονομικό έλλειμμα κυμαίνεται σε χαμηλούς ρυθμούς αλλά λόγω της κρίσης αυξήθηκε. Ο πληθωρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλούς ρυθμούς με μέσο όρο 2,4. Η ανεργία αυξήθηκε την περίοδο της κρίσης κατά δύο μονάδες περίπου και ο μέσος όρος της ανεργίας στο 6,1. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειμματικό με μέσο όρο -2,9. Στον Πίνακα 3 αναλύονται τα μεγέθη της Βραζιλίας. Πίνακας 3 − Μακροοικονομικά Μεγέθη της Βραζιλίας για τη περίοδο 2002 – 2012 ΈΤΗ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤ ΡΥΘΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΑΝΕΡΓΙΑ ΙΣΟΖΥΓΙΟ Ο ΕΓΧΩΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΧΡΕΟΣ Ο ΈΛΛΕΙΜΜΑ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΠΡΟΪΟΝ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ (% ΤΟΥ (% ΤΟΥ ΑΕΠ)* ΣΥΝΑΛΛΑ- (ΔΙΣ $) ΑΕΠ) ΓΩΝ (% ΤΟΥ ΑΕΠ) 2002 509,3 3,1 78,9 -6,1 8,4 13 -1,6 2003 557,6 1,1 73,9 -4,8 14,7 13,7 0,7 2004 668,4 5,8 70,2 -3,0 6,6 12,9 1,7 2005 890,6 3,2 68,7 -2,8 6,9 11,4 1,5 2006 1.110 4 65,9 -4,5 4,2 11,5 1,2 2007 1.400 6,1 64,2 -4,7 3,6 10,9 0 2008 1.690 5,1 62,4 -2,7 5,7 9,4 -1,8 2009 1.670 -0,1 65,5 -4,5 4,9 9,7 -1,6 2010 2.210 7,5 63,1 -3,0 5 8,5 -3,6 2011 2.610 4 61,2 -2,5 6,6 7,8 -2,9 2012 2.460 1,9 62,2 -2,3 5,4 7,4 -3,4 Πηγή: *IMF 2019 , OECD 2019β. α 596 Η ανάλυση των μακροοικονομικών μεγεθών της Βραζιλίας οδηγεί σε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. Το ΑΕΠ έχει συνεχής αυξητική πορεία. Ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης έχει μεγάλη διακύμανση στις τιμές και το δημόσιο χρέος έχει φθίνουσα πορεία για την εξεταζόμενη περίοδο. Το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει φθίνουσα πορεία με τη χαμηλότερη τιμή να είναι το 2012 με -2,3. Ο πληθωρισμός έχει υψηλές τιμές με τη υψηλότερη να είναι 14,7 το 2003 και μέσο όρο 6,5. Η ανεργία έχει πολύ υψηλές τιμές αλλά με φθίνουσα πορεία. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει μέσο όρο τη τιμή -0,8. Και οι τρεις χώρες έχουν επηρεαστεί από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Στην ανάλυση του δείκτη νομισματικού ανταγωνισμού θα αποκαλυφθεί ποια χώρα έχει επηρεαστεί περισσότερο από το νομισματικό ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών ΗΠΑ – Κίνας. Δείκτης Επίδρασης Νομισματικού Ανταγωνισμού Στην παρούσα ενότητα επιχειρείται η δημιουργία του δείκτη μέτρησης των επιδράσεων του νομισματικού ανταγωνισμού. Αρχικά, επιλέγονται οι πυλώνες του δείκτη και στην συνέχεια θα γίνει ο υπολογισμός σύμφωνα με την μέθοδο της κανονικοποίησης.8 Βασική προϋπόθεση είναι η παρουσίαση του αναλυτικού πλαισίου. Το αναλυτικό πλαίσιο επιχειρεί να περιγράψει τις επιδράσεις του νομισματικού ανταγωνισμού στις εμπορικές ροές των τρίτων χωρών. Το διεθνές νομισματικό σύστημα καθορίζεται από την ηγεμονική δύναμη, η οποία προσδιορίζει τις διεθνείς νομισματικές σχέσεις (Eichengreen 1987). Παραδείγματα αποτελούν ο Κανόνας του Χρυσού, το σύστημα του Bretton Woods και το σημερινό σύστημα των κυμαινόμενων ισοτιμιών. Η ρεαλιστική προσέγγιση εξηγεί τη σύσταση του διεθνούς νομισματικού συστήματος κυρίως από την θεωρία της ηγεμονικής ρύθμισης, όμως η έλλειψη διεθνών οργανισμών με δυνατότητα καθολικής επιβολής κυρώσεων στα κράτη που πράττουν «αθέμιτες» πρακτικές είναι εμφανής. Το αντίθετο συμβαίνει στους διεθνείς οργανισμούς που καθορίζουν τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Η έλλειψη κυρώσεων και κανονιστικού πλαισίου του διεθνούς νομισματικού συστήματος έχει οδηγήσει σε μία νέα μορφή «μερκαντιλισμού» που δεν βασίζεται στους εμπορικούς φραγμούς, αλλά σε νομισματικά μέσα, όπως για παράδειγμα το κυριότερο μέσο είναι οι στρατηγικά ανταγωνιστικές υποτιμήσεις που ακολουθούν ορισμένες χώρες στην διεθνή οικονομία. Το φαινόμενο αυτό δύναται να οδηγήσει σε εμπορικό προστατευτισμό μεταξύ των χωρών είτε σε νομισματικό ανταγωνισμό. Ο νομισματικός ανταγωνισμός μπορεί να χαρακτηριστεί μία νέα μορφή προστατευτισμού. Σε ένα σύστημα κυμαινόμενων και αυτορρυθμιζόμενων συναλλαγματικών καθεστώτων τα κράτη − ως οι βασικοί δρώντες του διεθνούς συστήματος − προβαίνουν σε παρεμβάσεις των συναλλαγματικών τους ισοτιμιών ώστε να τονώσουν είτε την ανταγωνιστικότητα τους, είτε να εξασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία της οικονομίας τους. Η οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση είναι η βασική επιδίωξη κάθε κράτους. Οι εξαγωγές είναι βασικό σημείο της οικονομικής λειτουργίας κάθε κράτους. Η τόνωση των εξαγωγών οδηγεί στην οικονομική 8Η κανονικοποίηση είναι η διαδικασία μείωσης των μετρήσεων σε τυποποιημένη κλίμακα, η οποία συμβάλλει στην αποφυγή της κυριαρχίας ακραίων τιμών σε ένα σύνολο δεδομένων και στη μερική διόρθωση δεδομένων (Talukder et al. 2017). 597 ανάπτυξη κάθε κράτους είτε, είναι ανεπτυγμένο, είτε, αναπτυσσόμενο. Η συναλλαγματική πολιτική κάθε χώρας θα πρέπει να συμβαδίζει με την εμπορική πολιτική, έτσι ώστε η συναλλαγματική ισοτιμία να είναι αποτελεσματική για την οικονομία και να διέπεται από σταθερότητα και ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Τα κύρια ζητήματα που αναδεικνύονται είναι τα εξής: οι επιπτώσεις του νομισματικού ανταγωνισμού για τις τρίτες χώρες και τα χαρακτηριστικά του νομισματικού ανταγωνισμού. Ο δείκτης μέτρησης των επιδράσεων του νομισματικού ανταγωνισμού βασίζεται στο συνδυασμό τριών βασικών πυλώνων. Ο πρώτος πυλώνας είναι το μακροοικονομικό μέγεθος του πληθωρισμού. Ο πληθωρισμός μπορεί να μεταφερθεί μέσω των ενδιάμεσων αγαθών, δηλαδή των εισροών για την παραγωγή των τελικών αγαθών (Auer & Mehrotra 2014). Όταν μία χώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ενδιάμεσα αγαθά τότε είναι δυνατόν να είναι πιο επιρρεπής σε πληθωριστικές πιέσεις. Βέβαια, ο πληθωρισμός μπορεί να επηρεαστεί από άλλα μακροοικονομικά μεγέθη ή από την μακροοικονομική αστάθεια. Ο δεύτερος πυλώνας είναι ο τεχνολογικός χαρακτήρας της παραγωγής μίας χώρας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επίδραση του νομισματικού ανταγωνισμού. Όταν μία χώρα για παράδειγμα παράγει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, τότε οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών έχουν σχετικά μικρότερη επίδραση σε σχέση με προϊόντα που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα. Τα προϊόντα με τεχνολογικό υπόβαθρο δημιουργούν τη δική τους «αγορά» και έχουν σχετικά μονοπωλιακή συμπεριφορά (καθορίζουν την τιμή). Αντίθετα τα προϊόντα που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα είναι περισσότερο επιρρεπή στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις. Ο τρίτος πυλώνας του δείκτη νομισματικού ανταγωνισμού είναι το ποσοστό της αλληλεξάρτησης που έχει η χώρα με τις χώρες που προβαίνουν σε νομισματικό ανταγωνισμό. Το ποσοστό της αλληλεξάρτησης μπορεί να εκφραστεί με την εμπορική διασύνδεση. Το φαινόμενο της αλληλεξάρτησης γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Η εμπορική διασύνδεση που έχει μία χώρα είναι δυνατόν να γίνει δίαυλος μεταφοράς των νομισματικών κρίσεων ή/και των συναλλαγματικών διακυμάνσεων. Πολλές χώρες οι οποίες θεωρούν ότι οι εμπορικές ροές τους με κάποιον εμπορικό εταίρο έχουν μελλοντική σταθερή επίδοση ‘δένουν’ την συναλλαγματική τους ισοτιμία ώστε να αποφύγουν τις συνέπειες των διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το ποσοστό της διασύνδεσης μίας χώρας είναι το κλειδί το οποίο επιτρέπει στον νομισματικό ανταγωνισμό να αμβλύνει ή να οξύνει την επίδραση του. Όταν μία χώρα μπορέσει να κατέχει την κατάλληλη τιμή όσον αφορά το ποσοστό του πληθωρισμού, το ποσοστό της υψηλής τεχνολογίας και το ποσοστό της εμπορικής διασύνδεσης, τότε ο νομισματικός ανταγωνισμός έχει τη μικρότερη επίδραση. Το αντίθετό επιτρέπει στις συνέπειες του νομισματικού ανταγωνισμού να επηρεάσουν την εμπορική ανταγωνιστικότητα μιας χώρας με συνέπειες στην οικονομική της λειτουργία. Όσον αφορά το πρώτο πυλώνα έχει επιλεγεί το ετήσιο ποσοστό του πληθωρισμού. Το ποσοστό του πληθωρισμού θεωρείται αρνητικό, όταν η τιμή του είναι υψηλή, συγκριτικά με τις χώρες του δείγματος και το αντίστροφο είναι θετικό. Το ποσοστό του πληθωρισμού θεωρείται ως αρνητικό λόγω του ότι ο πληθωρισμός αυξάνει το φαινόμενο της μετακύλισης των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι βασικές παρατηρήσεις σχετικά με την επιλογή για τον πληθωρισμό είναι οι εξής: 598 Όταν μία χώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές ενδιάμεσων αγαθών – οι ενδιάμεσες εισροές μεταφέρουν πληθωριστικές πιέσεις, ο πληθωρισμός είναι σημαντικός όσον αφορά τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις και για την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών (Pirzada 2017). Η μακροοικονομική σταθερότητα είναι απαραίτητη για την ανταπόκριση μίας χώρας στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις και ο πληθωρισμός αποτελεί το κλειδί ανταπόκρισης (Dornbusch & Edwards 1990). Ο Πίνακας 4 παρουσιάζει τα ποσοστά πληθωρισμού για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Πίνακας 4 − Ποσοστό πληθωρισμού για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία Ποσοστό του Πληθωρισμού ΕΛΒΕΤΙΑ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ Έτη ΕΤΗΣΙΟ ΕΤΗΣΙΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΟΣΟΣΤΟ (%) ΠΟΣΟΣΤΟ (%) ΠΟΣΟΣΤΟ (%) 2002 0,89 1,62 12,53 2003 0,59 1,33 9,30 2004 1,33 1,57 7,60 2005 1,01 2,02 5,69 2006 0,62 2,86 3,14 2007 2,00 2,30 4,46 2008 0,70 3,08 5,90 2009 0,28 2,07 4,31 2010 0,52 3,15 5,91 2011 -0,71 3,60 6,50 2012 -0,43 2,42 5,84 Πηγή: inflation.eu 2019. Παρατηρείται ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά πληθωρισμού έχει η Βραζιλία, ακολουθεί το Ηνωμένο Βασίλειο και τέλος η Ελβετία έχει το χαμηλότερα ποσοστά πληθωρισμού ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες. Όσον αφορά το δεύτερο πυλώνα έχει επιλεγεί το ποσοστό εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας ως μερίδιο των εξαγωγών των βιομηχανικών προϊόντων. Όταν το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών μίας χώρας είναι εντάσεως τεχνολογίας θεωρείται θετικό και το αντίθετο θεωρείται αρνητικό για την παρουσίαση του δείκτη. Τα προϊόντα που είναι υψηλής τεχνολογικής προστιθέμενης αξίας έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν δική τους «αγορά», η οποία δεν κλονίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι βασικές παρατηρήσεις σχετικά με την επιλογή για τον εμπορικό- τεχνολογικό χαρακτήρα είναι οι εξής: Τα προϊόντα εντάσεως-γνώσης και τεχνολογίας (και εντάσεως-κεφαλαίου) προωθούν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστική θέση των εξαγωγών δίχως να βασίζονται περισσότερο στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ώστε να έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (Hunegnaw 2017). 599 Η ελαστικότητα των προϊόντων με υψηλό τεχνολογικό χαρακτήρα είναι σχετικά χαμηλότερη σε σχέση για παράδειγμα με τα προϊόντα εντάσεως-εργασίας (Lall 2000). Στον Πίνακα 5 παρουσιάζονται τα χαρακτηριστικά των εξαγωγών για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Πίνακας 5 − Το Ποσοστό Εξαγωγών Υψηλής Τεχνολογίας ως μερίδιο των εξαγωγών των βιομηχανικών προϊόντων των χωρών Ελβετίας, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλίας Το Ποσοστό Εξαγωγών Υψηλής Τεχνολογίας ως μερίδιο των εξαγωγών των βιομηχανικών προϊόντων Έτη ΕΛΒΕΤΙΑ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ 2002 24% 31,6% 16,5% 2003 24,7% 26,2% 12% 2004 24,4% 24,5% 11,6% 2005 24,2% 28% 12,8% 2006 23,9% 33,9% 12,1% 2007 23,9% 21,1% 11,9% 2008 25% 20,8% 12,2% 2009 26,8% 20,8% 14,2% 2010 25,9% 23,5% 12,1% 2011 25,4% 23,6% 10,6% 2012 26,4% 23,8% 11,3% Πηγή: Knoema 2019. Από την παρουσίαση των εξαγωγών για τις χώρες Ελβετίας, Ηνωμένου Βασίλειου και Βραζιλίας μπορούν να εξαχθούν τα εξής συμπεράσματα: πρώτον η Ελβετία έχει υψηλό ποσοστό εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας από το 2007 και ύστερα ενώ πριν από το 2007 το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υψηλότερο ποσοστό. Αυτό που παρατηρείται για τη Βραζιλία είναι ότι οι εξαγωγές της δεν έχουν υψηλό ποσοστό υψηλής τεχνολογίας. Σχετικά με τον τρίτο πυλώνα έχει επιλεγεί το ποσοστό εμπορικής διασύνδεσης που έχουν οι χώρες με τις εμπλεκόμενες χώρες στον νομισματικό ανταγωνισμό. Όταν μία χώρα έχει μεγάλη εμπορική διασύνδεση με τις χώρες που εμπλέκονται στο νομισματικό ανταγωνισμό θεωρείται αρνητικό και το αντίθετο θετικό για την παρουσίαση του δείκτη. Η εμπορική διασύνδεση δύναται να μεταφέρει τις διαταραχές των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι βασικές παρατηρήσεις σχετικά με την επιλογή για την εμπορική διασύνδεση είναι οι εξής: Η μεγαλύτερη εμπορική διασύνδεση και αλληλεξάρτηση κάνει τη χώρα να είναι ευάλωτη στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις (Forbes 2001). Η εμπορική αλληλεξάρτηση διαδραματίζει ρόλο στον προσδιορισμό της συναλλαγματικής πολιτικής που θα ακολουθήσει μία χώρα (Dornbusch 1982). Ο Πίνακας 6 παρουσιάζει τα ποσοστά της εμπορικής διασύνδεσης των χωρών Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλίας με τις ΗΠΑ και Κίνα. 600 Πίνακας 6 − Τα ποσοστά (%) της εμπορικής διασύνδεσης των χωρών Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλίας με τις ΗΠΑ και Κίνα ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ Ελβετία Ηνωμένο Βασίλειο Βραζιλία Έτη ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΣΤΙΣ ΗΠΑ ΣΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ ΣΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ ΣΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ (%) ΚΙΝΑ (%) ΗΠΑ- (%) ΚΙΝΑ (%) ΗΠΑ- (%) ΚΙΝΑ (%) ΗΠΑ- ΚΙΝΑΣ ΚΙΝΑΣ ΚΙΝΑΣ 2002 10 1,6 11,6 15,0 1,0 16,0 25,0 4,1 29,1 2003 9,8 1,9 11,7 15,0 1,2 16,2 22,0 6,1 28,1 2004 9,0 2,1 11,1 14,0 1,4 15,4 20,0 6,6 26,6 2005 9,2 2,1 11,3 14,0 1,5 15,4 19,0 6,6 25,6 2006 9,4 2,2 11,6 13,0 1,6 14,6 18,0 6,1 24,1 2007 7,9 2,6 10,5 13,0 1,8 14,8 15,0 6,6 21,6 2008 7,9 2,7 10,6 12,0 2,0 14,0 14,0 8,0 22,0 2009 8,5 3,0 11,5 13,0 2,4 15,4 11,0 13,0 24,0 2010 8,2 3,4 11,6 13,0 2,9 15,9 10,0 15,0 25,0 2011 8,1 3,6 11,7 11,0 3,2 14,2 11,0 17,0 28,0 2012 8,8 3,3 12,1 12,0 3,7 15,7 11,0 17,0 28,0 Πηγή: OEC 2019 Από τη παρουσίαση των ποσοστών της εμπορικής διασύνδεσης των χωρών Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία με τις ΗΠΑ και Κίνα προκύπτει ότι η Βραζιλία έχει το μεγαλύτερο ποσοστό εμπορικής διασύνδεσης ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες ενώ η Ελβετία έχει το μικρότερο ποσοστό. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει λίγο μεγαλύτερη τιμή από την Ελβετία. Στη συνέχεια γίνεται η παρουσίαση των τιμών του δείκτη για τις εξεταζόμενες χώρες. Χρησιμοποιείται η ακόλουθη διαδικασία για να βρεθεί ο μέσος όρος των τιμών στην κλίμακα: Για κάθε πυλώνα του Δείκτη Επίδρασης του Νομισματικού Ανταγωνισμού ο μέσος όρος υπολογίζεται με βάση την εξίσωση της κανονικοποίησης των δεδομένων και ειδικότερα με τη Μέθοδο Κανονικοποίησης Min-Max. Σύμφωνα με τον OECD (2008: 28): «Το Min-Max κανονικοποιεί τους δείκτες ώστε να έχει το ίδιο εύρος [0, 1] αφαιρώντας την ελάχιστη τιμή και διαιρώντας με το εύρος των τιμών του δείκτη». Η μέθοδος εξίσωσης Min-Max Κανονικοποίησης είναι η ακόλουθη: C = (Value - Min) / (Max - Min) όπου, η Value είναι η τιμή του δείκτη, το Max είναι 10 και το Min είναι 1. Ο τύπος υπολογισμού χρησιμοποιήθηκε για κάθε τιμή των δεικτών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Για την καλύτερη εφαρμογή της κανονικοποίησης και λόγω του ότι η παρούσα προσπάθεια αποτελεί ουσιαστικά συγκριτική μελέτη μεταξύ των χωρών Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία θα ορίσουμε τιμές υπολογισμού. Δηλαδή, ορίζουμε: Το ποσοστό πληθωρισμού που είναι μεγαλύτερο ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες εκφράζεται με χαμηλή τιμή (αρνητικό), με τιμή αναφοράς το 1. Το ποσοστό 601 που είναι το μικρότερο, εκφράζεται με υψηλή τιμή (θετικό) με τιμή αναφοράς το 10. Το ποσοστό που βρίσκεται ανάμεσα εκφράζεται με την ενδιάμεση τιμή, με τιμή αναφοράς το 5,5. Το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας, ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες, εκφράζεται με υψηλή τιμή (θετικό), με τιμή αναφοράς το 10. Το χαμηλότερο ποσοστό των εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας εκφράζεται με χαμηλή τιμή (αρνητικό), με τιμή αναφοράς το 1. Το ποσοστό που βρίσκεται ανάμεσα, εκφράζεται με την ενδιάμεση τιμή, με τιμή αναφοράς το 5,5. Το μεγαλύτερο ποσοστό εμπορικής διασύνδεσης ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες εκφράζεται με χαμηλή τιμή (αρνητικό), με τιμή αναφοράς το 1. Το ποσοστό που είναι το μικρότερο, εκφράζεται με υψηλή τιμή (θετικό) με τιμή αναφοράς το 10. Το ποσοστό που βρίσκεται ανάμεσα εκφράζεται με την ενδιάμεση τιμή, με τιμή αναφοράς το 5,5 Υψηλή τιμή αναφοράς – 10,0 Ενδιάμεση τιμή αναφοράς – 5,5 Χαμηλή τιμή αναφοράς – 1,0 Ο Πίνακας 7 παρουσιάζει τις αναφοράς των υποδεικτών για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Πίνακας 7− Οι τιμές αναφοράς των υποδεικτών Οι τιμές αναφοράς των υποδεικτών Ελβετία Ηνωμένο Βασίλειο Βραζιλία ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΠΛΗΘΩ- ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΛΗΘΩ- ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΛΗΘΩ- ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΡΙΣΜΟΥ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΔΙΑΣΥΝ- ΡΙΣΜΟΥ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΔΙΑΣΥΝ- ΡΙΣΜΟΥ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΔΙΑΣΥΝ- ΥΨΗΛΗΣ ΔΕΣΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΔΕΣΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΔΕΣΗΣ ΈΤΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ 2002 1 0,5 1 0,5 1 0,5 0 0 0 2003 1 0,5 1 0,5 1 0,5 0 0 0 2004 1 0,5 1 0,5 1 0,5 0 0 0 2005 1 0,5 1 0,5 1 0,5 0 0 0 2006 1 0,5 1 0,5 1 0,5 0 0 0 2007 1 1 1 0,5 0,5 0,5 0 0 0 2008 1 1 1 0,5 0,5 0,5 0 0 0 2009 1 1 1 0,5 0,5 0,5 0 0 0 2010 1 1 1 0,5 0,5 0,5 0 0 0 2011 1 1 1 0,5 0,5 0,5 0 0 0 2012 1 1 1 0,5 0,5 0,5 0 0 0 Πηγή: Υπολογισμοί Συγγραφέων Ο Πίνακας 8 παρουσιάζει τις τιμές του δείκτη για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Ύστερα από τον αθροιστικό υπολογισμό των πυλώνων, ο 602 Πίνακας 8 παρουσιάζει τις τιμές του Δείκτη Επίδρασης Νομισματικού Ανταγωνισμού για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Πίνακας 8 − Ο Δείκτης Επίδρασης Νομισματικού Ανταγωνισμού για τις χώρες Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία Δείκτης Επίδρασης Νομισματικού Ανταγωνισμού Έτη Ελβετία Ηνωμένο Βραζιλία Βασίλειο 2002 2,5 2,0 0 2003 2,5 2,0 0 2004 2,5 2,0 0 2005 2,5 2,0 0 2006 2,5 2,0 0 2007 3,0 1,5 0 2008 3,0 1,5 0 2009 3,0 1,5 0 2010 3,0 1,5 0 2011 3,0 1,5 0 2012 3,0 1,5 0 Μέσος 2,77 1,72 0 Όρος Πηγή: Υπολογισμοί Συγγραφέων Όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του δείκτη τόσο μικρότερη είναι η επίδραση του νομισματικού ανταγωνισμού. Ενώ όσο μικρότερη είναι η τιμή του δείκτη τόσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση του νομισματικού ανταγωνισμού. Για να μπορέσουμε να επιβεβαιώσουμε την παραπάνω συσχέτιση μπορούμε να συγκρίνουμε τις τιμές του δείκτη με την πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία (Real Effective Exchange Rate – REER) των χωρών αυτών.9 Η επιλογή της πραγματικής αποτελεσματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας γίνεται λόγω του ότι θεωρείται το βέλτιστο μέσο μέτρησης της εμπορικής ανταγωνιστικότητας μίας χώρας. Όπως αναφέρουν και οι Santoya & Soutar: Η άνοδος του δείκτη REER σημαίνει ότι το εγχώριο νόμισμα ανατιμάται σε αξία και αυτό μπορεί να συμβεί είτε με αύξηση του εγχώριου επιπέδου τιμών είτε με μείωση του επιπέδου των τιμών στο εξωτερικό. Η πτώση του δείκτη σημαίνει υποτίμηση του νομίσματος λόγω της μείωσης του επιπέδου των εγχώριων τιμών ή της αύξησης του επιπέδου των τιμών στο εξωτερικό. Η ανατίμηση του REER είναι πιθανό να μεταφραστεί σε επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου μιας χώρας, καθώς αναμένεται ότι η κατανάλωση των εξαγωγών της να αποθαρρυνθούν, καθότι θα γίνει πιο 9 Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), Το REER είναι η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία (ένα μέτρο της αξίας ενός νομίσματος έναντι ενός σταθμισμένου μέσου όρου πολλών ξένων νομισμάτων) διαιρούμενο με έναν αποπληθωριστή τιμών ή δείκτη κόστους. Η αύξηση του REER σημαίνει ότι οι εξαγωγές γίνονται ακριβότερες και οι εισαγωγές γίνονται φθηνότερες, συνεπώς, μια αύξηση δείχνει απώλεια της ανταγωνιστικότητας του εμπορίου (IMF 2019β). 603 δαπανηρές, ενώ οι εισαγωγές της χώρας θα πρέπει να αυξηθούν, επειδή αυτές θα είναι τώρα σχετικά φθηνότερες (Santoya & Soutar 2011: 7-8). Ο Πίνακας 9 παρουσιάζει την πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία για τη περίοδο 2002 – 2012 των χωρών Ελβετίας Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλίας. Πίνακας 9 − Η Πραγματική Αποτελεσματική Συναλλαγματική Ισοτιμία των χωρών Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία Πραγματική Αποτελεσματική Συναλλαγματική Ισοτιμία (Index 2010=100) Έτη Ελβετία Ηνωμένο Βραζιλία Βασίλειο 2002 98,4 128,4 55,32 2003 98,9 122,9 53,73 2004 98,1 127,6 56,1 2005 95,7 124,8 69,08 2006 92,9 125,1 77,28 2007 89,0 127,0 83,59 2008 92,4 110,2 87,85 2009 96,2 99,5 87,94 2010 100,0 100,0 100,0 2011 109,5 100,4 104,7 2012 105,1 104,5 94,7 Πηγή: (FRED 2019) Από τον Πίνακα 9 προκύπτει ότι η πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία της Ελβετίας έχει αυξηθεί από το 2002 στο 2012 που σημαίνει ότι η Ελβετία έχει μειώσει την ανταγωνιστικότητα της κατά μικρό ποσοστό. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μειώσει την πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία που σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα της έχει αυξηθεί και τέλος η πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία της Βραζιλίας παρατηρούμε ότι έχει αυξηθεί κατά μεγάλο ποσοστό, και έτσι η ανταγωνιστικότητα της έχει μειωθεί. Έχει ενδιαφέρον να παρουσιαστεί και η ποσοστιαία αλλαγή της πραγματικής αποτελεσματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας για τις εξεταζόμενες χώρες. Ο Πίνακας 10 δείχνει τη ποσοστιαία αλλαγή των χωρών. 604 Πίνακας 10 − Η Ποσοστιαία Αλλαγή της Πραγματικής Αποτελεσματικής Συναλλαγματικής Ισοτιμίας Πραγματική Αποτελεσματική Συναλλαγματική Ισοτιμία (Percent Change %) Έτη Ελβετία Ηνωμένο Βραζιλία Βασίλειο 2002 3,7 0,4 -7,2 2003 0,5 -4,2 -2,8 2004 -0,9 3,7 4,4 2005 -2,3 -2,1 23,1 2006 -2,9 0,2 11,8 2007 -4,2 1,5 8,1 2008 3,9 -13,2 5,09 2009 4 -9,7 0,1 2010 3,3 0,4 13,7 2011 9,5 0,4 4,7 2012 -4 4 -9,5 Μέσος 0,96 -1,69 4,68 Όρος Πηγή: (FRED 2019) Υπολογίζοντας τον μέσο όρο της ποσοστιαίας αλλαγής της πραγματικής αποτελεσματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας από το 2002 μέχρι το 2012 των χωρών προκύπτουν τα εξής αποτελέσματα: Ελβετία: Μέσος ‘Όρος Ποσοστιαίας Αλλαγής: 0,96 % − 2,77 Δείκτης Νομισματικού Ανταγωνισμού Ηνωμένο Βασίλειο: Μέσος ‘Όρος Ποσοστιαίας Αλλαγής: -1,69 % − 1,72 Δείκτης Νομισματικού Ανταγωνισμού Βραζιλία: Μέσος ‘Όρος Ποσοστιαίας Αλλαγής: 4,68 % − 0,0 Δείκτης Νομισματικού Ανταγωνισμού Συμπεραίνεται ότι, πρώτον, η Ελβετία με τη μεγαλύτερη τιμή αναφοράς του Δείκτη Νομισματικού Ανταγωνισμού έχει τη μικρότερη ποσοστιαία αλλαγή της Πραγματικής Αποτελεσματικής Συναλλαγματικής Ισοτιμίας που σημαίνει ότι ο συναλλαγματικός ανταγωνισμός των χωρών ΗΠΑ-Κίνας έχει τη μικρότερη επίδραση, όμως το θετικό πρόσημο υποδηλώνει ότι έχει απολέσει ένα ποσοστό της ανταγωνιστικότητας της. Δεύτερον, για το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επίδραση ο νομισματικός ανταγωνισμός των χωρών ΗΠΑ-Κίνας, αλλά το αρνητικό πρόσημο υποδηλώνει ότι η ανταγωνιστικότητα της έχει αυξηθεί κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Τέλος, η Βραζιλία παρατηρούμε ότι έχει τη μικρότερη τιμή αναφοράς στον Δείκτη Επίδρασης Νομισματικού Ανταγωνισμού δηλαδή τη μεγαλύτερη επίδραση του νομισματικού ανταγωνισμού, και τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μεταβολή της Πραγματικής Αποτελεσματικής Ισοτιμίας που σημαίνει ότι ο νομισματικός ανταγωνισμός έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανταγωνιστικότητα της λόγω του θετικού πρόσημου της ποσοστιαίας μεταβολής. 605 Συμπεράσματα Η παρουσίαση του δείκτη επίδρασης νομισματικού ανταγωνισμού που παρουσιάστηκε στην μελέτη περίπτωσης αποτελεί προσπάθεια αποσαφήνισης της συσχέτισης της επίδρασης του νομισματικού ανταγωνισμού με τις εξαγωγές των τρίτων χωρών. Έγινε η μελέτη του νομισματικού ανταγωνισμού μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας για τη περίοδο 2002 – 2012 όσον αφορά την επίδραση του στις εξαγωγές των χωρών Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Από την ανάλυση του Δείκτη Επίδρασης Νομισματικού Ανταγωνισμού προκύπτει ότι πρώτον η Ελβετία με την μικρότερη εμπορική διασύνδεση, το χαρακτήρα εντάσεως-γνώσης και με το μικρότερο ποσοστό πληθωρισμού έχει τη μικρότερη επίδραση αλλά με αρνητικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω της μεγαλύτερης εμπορικής διασύνδεσης με τις χώρες ΗΠΑ και Κίνα αλλά με μεγαλύτερο σχετικά ποσοστό πληθωρισμού από την Ελβετία επηρεάζεται περισσότερο από τον νομισματικό ανταγωνισμό με αύξηση της εμπορικής της ανταγωνιστικότητας. Η Βραζιλία με χαρακτήρα εμπορικών εξαγωγών εντάσεως πόρων και με υψηλό ποσοστό πληθωρισμού και εμπορικής διασύνδεσης αποτελεί τη χώρα που έχει τη μεγαλύτερη επίδραση ο νομισματικός ανταγωνισμός. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη αποτελεί ένα πρώτο εγχείρημα ανάπτυξης ενός δείκτη επίδρασης νομισματικού ανταγωνισμού, ο οποίος πραγματεύεται τις επιδράσεις του νομισματικού ανταγωνισμού στις λοιπές χώρες. Η συναλλαγματική πολιτική κάθε χώρας, η οποία ουσιαστικά επηρεάζεται από την νομισματική πολιτική, θα πρέπει να συνεπικουρεί στην βέλτιστη εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής η οποία φυσικά καθορίζεται από τις εμπορικές σχέσεις με τα έτερα κράτη, τον τεχνολογικό χαρακτήρα και την παραγωγικότητα. Η αποτελεσματικότητα της σύνδεσης της νομισματικής πολιτικής με την εμπορική πολιτική καθιστά την οποιαδήποτε χώρα, ισχυρή απέναντι στις επιδράσεις του νομισματικού ανταγωνισμού. Το σημερινό σύστημα των Κυμαινόμενων Συναλλαγματικών Ισοτιμιών επιτρέπει σε πολλές χώρες σήμερα να προβαίνουν σε πρακτικές σκόπιμης συναλλαγματικής υποτίμησης με απώτερο στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας τους. Η έλλειψη παραγωγικότητας ή η καλυτέρευση της ανταγωνιστικής τους θέσης είναι τα κίνητρα που οδηγούν τις χώρες σε πρακτικές τέτοιου είδους. Όμως, οι μέθοδοι απόκτησης ανταγωνιστικότητας μέσω σκόπιμων στρατηγικών υποτιμήσεων είναι δυνατόν να επιφέρουν τις ίδιες πρακτικές από τα έτερα κράτη – εμπορικούς εταίρους. Για παράδειγμα εμπορικοί προστατευτισμοί, συναλλαγματικοί πόλεμοι και νομισματικές κρίσεις δύναται να επέλθουν. Ως εκ τούτου, αν μία χώρα βασιστεί στην συναλλαγματική χειραγώγηση ως το κύριο μέσο τόνωσης της ανταγωνιστικότητας τότε είναι καταδικασμένη να θεωρήσει το νόμισμα ως το βασικό μέσο της ανταγωνιστικότητας και να παραμερίσει τομείς που ουσιαστικά παρέχουν το πλαίσιο εκείνο που θα βοηθήσουν στην οικοδόμηση μακροπρόθεσμης και σταθερής ανταγωνιστικότητας. Ο δείκτης επίδρασης νομισματικού ανταγωνισμού δύναται να εντοπίσει και να καταγράψει το βαθμό που ο νομισματικός ανταγωνισμός μεταξύ δύο χωρών επηρεάζει τις εξαγωγές μίας τρίτης χώρας. Ο δείκτης επίδρασης νομισματικού ανταγωνισμού επιτρέπει την ανάλυση των επιπτώσεων του νομισματικού ανταγωνισμού μέσω του συνδυαστικού υπολογισμού, πρώτον, του μεγέθους του πληθωρισμού, δεύτερον, του ποσοστού εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας και τρίτον, του ποσοστού της εμπορικής διασύνδεσης. Η επιλογή του μεγέθους του πληθωρισμού επιλέχθηκε κυρίως λόγω του ότι οι πληθωριστικές πιέσεις επηρεάζουν 606 κατά μεγάλο βαθμό την μετακύλιση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η επιλογή της υψηλής τεχνολογίας έγινε λόγω του ότι τα τεχνολογικά προϊόντα παρέχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα και δημιουργούν μία δική τους «αγορά», η οποία δεν υπόκειται σε υψηλές επιδράσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η επιλογή του ποσοστού της εμπορικής διασύνδεσης έγινε, λόγω του ότι, η εμπορική αλληλεξάρτηση αποτελεί δίαυλο μέσω του οποίου, η μεταβλητότητα στις συναλλαγματικές ισοτιμίες διοχετεύεται στις άλλες χώρες. Η συνδυαστική ανάλυση των παραπάνω μπορεί να καταδείξει ποιες χώρες επηρεάζονται από τον νομισματικό ανταγωνισμό περισσότερο και ποιες λιγότερο. Η λειτουργία του δείκτη επίδρασης νομισματικού ανταγωνισμού έγκειται στην ποσοτικοποίηση των συνεπειών ενός φαινομένου της παγκόσμιας οικονομίας που είναι οι ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Η συναλλαγματική πολιτική, η εμπορική πολιτική όπως και οι υπόλοιπες μακροοικονομικές πολιτικές (π.χ. νομισματική, δημοσιονομική, εισοδηματική, κοινωνική κ.λπ.) είναι εργαλεία επίτευξης σταθερής, βιώσιμης και μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης και όχι αυτοσκοποί. Βιβλιογραφία Alawattage, U. P. (2009), “Exchange Rate, Competitiveness and Balance of Payment Performance”, Central Bank of Sri Lanka, Staff Studies, 34 (1): 63-91. Auer, R. & Mehrotra, A. (2014), “Trade Linkages and the Globalisation of Inflation in Asia and the Pacific”, Bank for International Settlements BIS Working Papers, No. 446. Bakari, S.. & Mabrouki, M. (2017), “Impact of Exports and Imports on Economic Growth: New evidence from Panama”, Journal of Smart Economic Growth, 2 (1), 67-79. Bown, C. P. & Kolb, M. (2019), “Trump’s Trade War Timeline: An up-to-date guide”, Trade and Investment Policy Watch Blog, Peterson Institute for International Economics, October 2019. Dornbusch, R. & Edwards, S. (1990), “Macroeconomic Populism”, Journal of Development Economics, 32: 247-277. Dornbusch, R. (1982), “Flexible Exchange Rates and Interdependence”, NBER Working Paper No. 1035, National Bureau of Economic Research. Eichengreen, B. (1987), “Hegemonic Stability Theories of the International Monetary System”, NBER Working Paper Series Working Paper No. 2193, National Bureau of Economic Research. Forbes, Kristin J. (2001), “Are Trade Linkages Important Determinants of Country Vulnerability to Crises?”, NBER Working Paper No. 8194, National Bureau of Economic Research. FRED, (2019), “Real Broad Effective Exchange Rate, Federal Reserve Bank of St. Louis”, διαθέσιμο από: https://fred.stlouisfed.org/search/?st=Real%20Broad%20Effective%20Exchange%20Ra te Gopinanth, G. (2015), “The International Price System”, Federal Reserve Bank of Kansas City, Jackson Hole Symposium, August. Hunegnaw, F. B. (2017), “Real Exchange Rate and Manufacturing Export Competitiveness in Eastern Africa”, Journal of Economic Integration, 32 (4): 891-912. IMF (2019α), “World Economic Outlook” (October 2019), διαθέσιμο από: https://www.imf.org/external/datamapper/datasets/WEO 607 IMF (2019β), “What is Real Effective Exchange Rate (REER)?”, διαθέσιμο από: http://datahelp.imf.org/knowledgebase/articles/537472-what-is-real-effective- exchange-rate-reer inflation.eu (2019), “Historic Inflation – CPI inflation year pages”, διαθέσιμο από: https://www.inflation.eu/inflation-rates/historic-cpi-inflation.aspx. Khan, S. (2018), “Currency Crisis Transmission through Trade Channel: Asian and Mexican crises revisited.” Journal of Economic Integration, 33 (4): 818-840. Knoema (2019), “High-technology Exports as a Share of Manufactured Exports”, διαθέσιμο από: https://knoema.com/atlas/topics/Research-and-Development/RandD- Expenditure/High-technology-exports-as-a-share-of-manufactured-exports Kwan, C. H. (2019), “The China–US Trade War: Deep‐rooted causes, shifting focus and uncertain prospects”, Asian Economic Policy Review, 1–18. Lall, S. (2000), “Turkish Performance in Exporting Manufactures: A Comparative Structural Analysis”, QEH Working Paper Series: 47. Mattoo, A, Mishra, P. & Subramanian, A. (2017), “Beggar-Thy-Neighbor Effects of Exchange Rates: A study of the Renminbi”, American Economic Journal: Economic Policy, 9 (4): 344- 366. Mavroidis, P. & André S. (2019), “China and the World Trade Organisation: Towards a better fit”, Working Paper 2019/06, Bruegel. Mertens, T. M. & Shultz, P. (2017), “China’s Exchange Rate Policies and U.S. Financial Markets”, FRBSF Economic Letter 2017-28, Research from Federal Reserve Bank of San Francisco, October 2017. OEC (2019), “Observatory of Economic Complexity”, διαθέσιμο από: https://oec.world/en/profile/country/ OECD (2019β), “General government deficit (indicator)”, διαθέσιμο από: https://doi.org/10.1787/77079edb-en. Organization for Economic Co-Operation and Development. (2008), Handbook on Constructing Composite Indicators methodology and user guide, Paris, OECD. Pirzada, A. J. (2017), “Price Stickiness and Intermediate Materials Prices”, Discussion Paper 17 / 686, Department of Economics, University of Bristol, August 2017. Robinson, S. & Thierfelder, K. (2019), “US-China Trade War: countries lose, world markets adjust, others gain”, Policy Brief, PB 19-17, Peterson Institute for International Economics, November 2019. Saccomanni, F. (2015), “Monetary Spillovers? Boom and bust? Currency wars? The International Monetary System strikes back”, BIS Special Governors’ Meeting, Bank for International Settlements, February 2015. Santoya, J. & Soutar, C. (2011), “Estimating the Real Effective Exchange Rate (REER) for Belize”, Research Department Central Bank of Belize, November 2011. Talukder, B., Hipel, K. W. & Van Loon, G. W. (2017), “Developing Composite Indicators for Agricultural Sustainability Assessment: Effect of normalization and aggregation techniques”, Resources, 6 (66): 1-27. U.S. Department of The Treasury (2019), Macroeconomic and Foreign Exchange Policies of Major Trading Partners of the United States, Policy Issues, U.S. Department Of The Treasury Office Of International Affairs, May 2019 Report. 608 Παράρτημα − Υπολογισμοί Κανονικοποίησης 10 -1 = 9 9 1 10 -1 = 9 9 5,5 – 1 = 4,5 4,5 0,5 10 – 1 = 9 9 1–1=0 0 0 10 – 1 = 9 9 1+0,5+1 = 2,5 0,5+1+0,5 =2 0+0+0 =0 1+0,5+1 = 2,5 0,5+1+0,5 =2 0+0+0 =0 1+0,5+1 = 2,5 0,5+1+0,5 =2 0+0+0 =0 1+0,5+1 = 2,5 0,5+1+0,5 =2 0+0+0 =0 1+0,5+1 = 2,5 0,5+1+0,5 =2 0+0+0 =0 1+1+1 =3 0,5+0,5+0,5 = 1,5 0+0+0 =0 1+1+1 =3 0,5+0,5+0,5 = 1,5 0+0+0 =0 1+1+1 =3 0,5+0,5+0,5 = 1,5 0+0+0 =0 1+1+1 =3 0,5+0,5+0,5 = 1,5 0+0+0 =0 1+1+1 =3 0,5+0,5+0,5 = 1,5 0+0+0 =0 1+1+1 =3 0,5+0,5+0,5 = 1,5 0+0+0 =0 609 610 Η Βρετανική και η Ελληνική Αριστερά και το Πολιτικό Ισλάμ: Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 στον Εμφύλιο της Αλγερίας τη Δεκαετία του 1990 Ιχάμπ Σαμπάνα1 Περίληψη Στο άρθρο αυτό ερευνώνται πτυχές της ανάγνωσης και της πρόσληψης του αναδυόμενου πολιτικού Ισλάμ από την ελληνική και την βρετανική Αριστερά. Μέσα από τον τύπο, τα έντυπα και το αρχειακό υλικό κομμάτων και οργανώσεων ακολουθούμε την αφήγηση της Αριστεράς αναφορικά με το εντεινόμενο φαινόμενου του ισλαμισμού, το οποίο θέτει διλήμματα και δυσκολίες στην Ευρώπη. Η εργασία μας καλύπτει την περίοδο της έκρηξης της ιρανικής επανάστασης το 1978-79 και εκτείνεται έως το τέλος του 20ου αιώνα και τον αιματηρό αλγερινό εμφύλιο πόλεμο. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούμε να εντοπίσουμε τυχόν συγκλίσεις και αποκλίσεις στις δύο περιπτώσεις συγκριτικά, αλλά και ερμηνευτικά μοτίβα που ακολουθούν είτε ιδεολογικές αναφορές είτε μια ευρύτερη σύνταξη με το εκάστοτε γεωπολιτικό αφήγημα σε κάθε ιστορική συγκυρία. Λέξεις-κλειδιά: Πολιτικό Ισλάμ, Βρετανική Αριστερά, Ελληνική Αριστερά, Ιρανική επανάσταση, Μεταποικιακή θεωρία Οι δημοσιευμένες έρευνες και μελέτες γύρω από το θέμα του πολιτικού Ισλάμ και της υποδοχής του από την Αριστερά είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ωστόσο, όταν εμφανίζονται κυριαρχούνται από την εμμονή της εκλεκτικής συγγένειας των δύο – όπως, για παράδειγμα στα πλαίσια του ιδεολογικού ολοκληρωτισμού – και από τον υπερτονισμό του προνεωτερικού τους χαρακτήρα που ως στόχο έχει να υπονομεύσει τις αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας (Karagiannis & McCauley 2013). Ωστόσο, πέρα από την προσέγγιση αυτή η ακαδημαϊκή παραγωγή φαίνεται πως έχει παραλείψει το θέμα της καταγραφής της πρόσληψης της Αριστεράς αναφορικά με το πολιτικό Ισλάμ. Όμως, η σημασία της ευρύτερης αριστερής θεώρησης για το πολιτικό Ισλάμ είναι πρόδηλη. Ο αριστερός λόγος έχει χύσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες αρκετό μελάνι για τα τεκταινόμενα στον μεσανατολικό χώρο, επικρίνοντας έντονα την εκδήλωση μιας οριενταλιστικής προσέγγισης από τον κυρίαρχο λόγο. Ωστόσο, η καταγραφή του λόγου της Αριστεράς για το ζήτημα της εμφάνισης του πολιτικού Ισλάμ μέχρι το 2001 αποτελεί ουσιαστικά tabula rasa σε εγχώριο αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Το άρθρο αυτό θα εστιάσει σε τρία ακανθώδη ζητήματα μέσα από τα οποία θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την στάση της Αριστεράς στην Βρετανία και την Ελλάδα απέναντι στην ανάδυση του ισλαμιστικού φαινομένου. Εντούτοις, αρχικά προκύπτει η ανάγκη πρόσθετης επεξήγησης γύρω από το ζήτημα των διανοητικών δανείων ανάμεσα στις δύο πλευρές, της Αριστεράς και του 1Διδάκτορας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, email:
[email protected]611 πολιτικού Ισλάμ, μια διαδικασία που συστηματοποιήθηκε στα συμφραζόμενα του μεταποικιακού κόσμου και εντάθηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ιρανικής επανάστασης. Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πρόσληψη της Αριστεράς αναφορικά με δύο οργανώσεις που αποτελούν την ναυαρχίδα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης για τμήματα της Αριστεράς, την Χεζμπολλά και τη Χαμάς. Η τρίτη υπόθεση αφορά την βαθμιαία συμπόρευση της Αριστεράς με το αφήγημα μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας η οποία απειλείται από έναν μαχητικό και αντιδραστικό ισλαμισμό, ο οποίος σταδιακά ανάγεται στη σφαίρα της τρομοκρατίας τη δεκαετία του 1990. Μεθοδολογική προσέγγιση Επομένως, εδώ θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε αυτή την σχέση και την ανάλυση, από την αρχή της ιρανικής επανάστασης το 1978 έως την είσοδο στη νέα χιλιετία. Ένα από τα βασικά ερευνητικά ζητήματα που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε σχετίζεται άμεσα με την επιλογή των δύο χωρών που μελετάμε. Η Αριστερά στην Ελλάδα και στην Βρετανία εγγράφονται σε διαφορετικά πλαίσια ιστορικότητας. Πολλές από τις αναλυτικές προσεγγίσεις που επιστρατεύουν στο ιδεολογικό τους οπλοστάσιο μοιάζουν να είναι κοινές – και μέχρι ένα βαθμό πράγματι είναι – ωστόσο ο τρόπος που κάποιες φορές καταλήγουν να ερμηνεύουν την ανάδυση του πολιτικού Ισλάμ διαφοροποιείται. Τα δύο αυτά παραδείγματα αποτελούν και ενδεικτικές περιπτώσεις δύο διαφορετικών αριστερών αντιλήψεων. Η βρετανική Αριστερά βρίσκεται στο κέντρο του καπιταλισμού, στο κέντρο του «πρώτου κόσμου» και στο κέντρο του διεθνούς συστήματος (Willie 1997). Καλείται να διαχειριστεί μια σειρά από ιδεολογικά αλλά και υλιστικά ζητήματα τα οποία διαφέρουν πολύ από το παράδειγμα της Ελλάδας (Evans & Worley 2017). Αυτό του αποικιοκρατικού παρελθόντος, αυτό του μεταποικιακού διεθνούς συστήματος και του «νεοϊμπεριαλισμού», των τεράστιων εθνικών συμφερόντων της χώρας στον μεσανατολικό χώρο (Callaghan 2007: 168). Έρχεται αντιμέτωπη και με μεταλλασσόμενα εγχώρια ταξικά συμφέροντα σε διαφορετικές από τις αντίστοιχες ελληνικές συνθήκες, γεγονός που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την πρόσληψή της και το ιδεολογικό της αποτύπωμα. Επιπλέον, η βρετανική Αριστερά αποτελεί – μαζί με τη γαλλική – μια περίπτωση πρωτοπορίας καθώς οι ιδεολογικές και οι θεωρητικές προκλήσεις που προκύπτουν, θέτουν την διανοητική της παραγωγή στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Από την άλλη μεριά η Αριστερά στην Ελλάδα αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα ωρίμανσης και ενηλικίωσης. Η Ελλάδα είχε μια ιστορική σχέση με το Ισλάμ λόγω της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της μειονότητας της Θράκης (Tsitselikis 2011), αλλά και μια παραδοσιακή σχέση φιλίας με αρκετές αραβικές χώρες, γεγονός που επηρέασε τη στάση της σε μεγάλο βαθμό. Η φιλία αυτή άλλοτε στηριζόταν σε μια γεωγραφική και πολιτισμική εγγύτητα και άλλοτε σε αμοιβαία συμφέροντα, είτε πολιτικά είτε οικονομικά (Σβωλόπουλος 2002: 91-97). Ωστόσο, η Ελλάδα δεν έχει αποικιοκρατικό παρελθόν. Αποτελεί μια χώρα που κατά το μάλλον ή ήττον υπήρξε πολιτικά και οικονομικά εξαρτημένη από τις χώρες της Δύσης και η πολιτική της ιστορία εμπεριέχει πλήθος αναταράξεων. Εντούτοις, η Αριστερά της Ελλάδας ιδιαίτερα μετά την Μεταπολίτευση, αποτελεί ένα εξαιρετικά δραστήριο και εν μέρει ριζοσπαστικό παράδειγμα (Kassimeris 2004). Έτσι, προκύπτει και το πρώτο ερώτημα της εργασίας μας για τον τρόπο ή τους τρόπους που η βρετανική και η ελληνική Αριστερά, προσέλαβαν και ανέλυσαν 612 την ανάδυση του πολιτικού Ισλάμ ή του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Πώς, δηλαδή, η βρετανική και η ελληνική Αριστερά προσλαμβάνουν τις εξελίξεις που σχετίζονται και συνδυάζουν το θρησκευτικό με το πολιτικό στοιχείο; Τι επίδραση έχει κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου αλλά και μεταψυχροπολεμικά η θρησκεία στις διεθνείς σχέσεις; Κοντολογίς, πώς αντιλαμβάνονται αυτόν τον συσχετισμό δυνάμεων; Το μείζον ωστόσο ερώτημα είναι το εξής: Τι είναι αυτό που υπερισχύει στην ανάλυση και στην προσέγγιση της βρετανικής και ελληνικής Αριστεράς για το πολιτικό Ισλάμ; Υπερισχύει το βάρος της ακραιφνούς ιδεολογικής τοποθέτησης και των θεωρητικών εργαλείων για τα πολιτικοθρησκευτικά κινήματα και την επιτελεστικότητά τους, ή υπερτερεί το βάρος της γεωπολιτικής προσέγγισης και των εθνικών συμφερόντων; Και σε ποιό βαθμό επηρεάζει η πολιτική ιδεολογία την ανάλυση του κάθε κόμματος σε κάθε χώρα; Με άλλα λόγια, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως τα αριστερά κόμματα εκατέρωθεν είχαν μια γραμμική προσέγγιση στο ζήτημα που εξετάζουμε ή επηρεάζονται από τα συμφέροντα τους, το πολιτικό περιβάλλον της εκάστοτε εποχής και τις εθνικές προοπτικές σε κάθε ιστορικό χρόνο; Το βασικό αυτό ερώτημα είναι φυσικά σύνθετο, και αποτελείται από επιμέρους ζητήματα που πρέπει να μελετηθούν. Η ανάδυση των κινημάτων του πολιτικού Ισλάμ τοποθετείται στα συμφραζόμενα της μεταποικιακής θεωρίας και της ανάκτησης της πολιτισμικής ταυτότητας ως πυρηνικό σημείο αναφοράς. Η χρήση της ταυτότητας αυτής λειτουργεί ως ένα εργαλείο «αποαποικιοποίησης» των επιβαλλόμενων από την Δύση κυρίαρχων πολιτισμικών συστημάτων. Όπως έχει αναγνωρίσει και ο Αιγύπτιος διανοητής A. Abdel Malek ο μεταποικιακός κόσμος αναγνωρίζει την ένταξη της κουλτούρας και της λειτουργίας της μέσα σε ένα σύστημα παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων (Abdel Malek 1981: 145). Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο Παλαιστίνιος ιστορικός Hisham Sharabi η άνοδος της (θρησκευτικής) κουλτούρας ως ιδεολογικό και πολιτικό όπλο εναντίον της Δύσης (culturalism) έχει λειτουργήσει ανασταλτικά προς την ορθολογική σκέψη (Kassab 2010: 225). Παράλληλα, στο άρθρο μας οι οργανώσεις του πολιτικού Ισλάμ και οι εκφάνσεις της πολιτικής τους ταυτότητας ερμηνεύονται βάσει της θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων (SMT) όπως αυτή έχει εκφραστεί κυρίως από τους Wiktorowicz (2004), Beinin (2013), Tilly και Tarrow (2012). Η έρευνά επικεντρώνεται στην μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία – μέσω της ιδεολογικής ανάλυσης λόγου (ideological discourse analysis) πρωτογενούς υλικού από οργανώσεις της Αριστεράς στην Ελλάδα και στην Βρετανία. Το αρχειακό υλικό στην ελληνική περίπτωση αντλείται κυρίως από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και από το αρχείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ). Αναφορικά με τη Βρετανία οι πηγές είναι πλουσιότερες και προέρχονται κυρίως από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη (British Library – BL), από το αρχείο του Εργατικού Κόμματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας (CPGB). Το δείγμα από τις οργανώσεις της Αριστεράς που μελετάμε δεν μπορεί να είναι φυσικά εξαντλητικό. Εντούτοις, παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά, πρώτον, με την επιρροή των ιδεολογικών μετασχηματισμών στην παραγωγή του πολιτικού τους λόγου. Και, δεύτερον, εντάσσοντάς τα κάθε φορά στα ιστορικά συμφραζόμενα, προκύπτουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις αναφορικά με τα εργαλεία που υιοθετούνται για την ανάλυση του φαινομένου του πολιτικού Ισλάμ. 613 Οι πολιτικές και διανοητικές ανταλλαγές μεταξύ μαρξισμού και πολιτικού Ισλάμ και οι «τρελοί μουλάδες» στο τιμόνι του Ιράν Η ιρανική επανάσταση του 1979 απελευθέρωσε ποικίλες δυναμικές στην Αριστερά. Απελευθέρωσε την ιδέα της νίκης κατά του ανίκητου ιμπεριαλισμού και του Σάχη, την ίδια στιγμή που θεμελίωσε την ιδέα περί ενός προοδευτικού και ενός αντιδραστικού σιιτικού Ισλάμ. Η λογική και τα εργαλεία που καλλιέργησαν το έδαφος για την εδραίωση αυτών των διανοητικών ανταλλαγών μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Ύστερα από τον πρώιμο Τάταρο Sultan Galiev, που ανέπτυξε την ιδέα του Εθνικού Μουσουλμανικού Κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ (Fowkes & Gökay 2009: 3-5),2 τρεις βασικοί θεωρητικοί καθιέρωσαν έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ Ισλάμ και μαρξισμού. Ο Mustapha al-Siba’i, ηγέτης των Αδελφών Μουσουλμάνων (ΑΜ) της Συρίας,3 ήταν από τους πρώτους που ανέπτυξαν την θεωρία ενός ισλαμικού σοσιαλισμού (ishtirakiyat al-Islam). Η θεωρία του al Siba’i συνδυάζει το πνεύμα των κοινωνικών αιτημάτων με την ένταξή τους στα ισλαμικά συμφραζόμενα, κάτι το οποίο θα διευκόλυνε και θα επιτάχυνε την αναδιοργάνωση των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σύμφωνα με τις επιταγές του Ισλάμ (Pargeter 2013: 75-79). Ο δεύτερος στοχαστής ήταν ο πολύ επιδραστικός Ali Shariati. Ο Shariati είχε γαλλική παιδεία και επηρεάστηκε έντονα από την κορύφωση του απελευθερωτικού πολέμου της Αλγερίας και τις ιδέες που αυτός γέννησε. Ο Ιρανός φιλόσοφος ανέπτυξε την θεωρία του «κόκκινου σιιτισμού» που αποτέλεσε πυλώνα για την εξέλιξη του επαναστατικού σιιτισμού και που υιοθετήθηκε και από τις δύο κύριες ένοπλες ιρανικές οργανώσεις – τους Fedayeen και τους Mujahedeen Khalq – στον αγώνα τους κατά της εξυπηρέτησης των δυτικών συμφερόντων από τον Σάχη (Bayat 1990). Εντούτοις, η σκέψη του Shariati κάνει ένα επιπλέον βήμα και θέτει εν αμφιβόλω το προοδευτικό πρόσημο που συνόδευε τον σιιτικό κλήρο για μεγάλη περίοδο, θέτοντας στο επίκεντρο της ιστορίας την εργατική τάξη και τους χωρικούς (Shariati 1980: 16- 17). Επιπλέον, ένας διανοητής που προσαρμόζει περίτεχνα την μαρξιστική σκέψη στα ισλαμικά συμφραζόμενα είναι ο Αιγύπτιος Hassan Hanafi. Ο Hanafi εντάσσεται μάλιστα σε έναν κύκλο αριστερών/μαρξιστών διανοητών που μετά την πανωλεθρία των Αράβων το 1967 (naqsa), μετατοπίστηκε διανοητικά προς την ισλαμική ερμηνεία της ιστορίας και της κοινωνίας, αμφισβητώντας σθεναρά τα κέρδη του παναραβισμού. Ο Αιγύπτιος φιλόσοφος επιστρατεύει τον όρο «ισλαμική Αριστερά» στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980, τον οποίο επινόησε έτσι ώστε να συμπεριλάβει στην ανάλυσή του τις έννοιες της κοινωνικής δικαιοσύνης στην εγγενώς εξισωτική – όπως υποστήριζε – ισλαμική φύση, με έναν τρόπο που αναπτύχθηκε παράλληλα την ίδια περίοδο και στην Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική (Browers 2009: 27). Ο Hanafi εστιάζει στην ανάγκη της αποαποικιοποίησης της αραβικής ταυτότητας και την εξάλειψη της εξάρτησης, προτείνοντας τον όρο οξιντενταλισμό ως αντίβαρο στις βλαπτικές συνέπειες του οριενταλισμού και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής υποτέλειας. 2 Ο Sultan Galiev ανέπτυξε την θεωρία του στις αρχές της δεκαετίας του 1920 υποστηρίζοντας την ελαστική προσαρμογή του Ισλάμ στην σοσιαλιστική θεωρία, με μία μίξη, ωστόσο, εθνικισμού που θα μπορούσε να διαιρέσει την ΕΣΣΔ σε επιμέρους εθνοτικές/θρησκευτικές κοινότητες. Αυτή η μαχητική του θεωρία οδήγησε στην σύλληψή του το 1923 από τον Στάλιν. 3 Από το 1945 έως το 1961 υπήρξε ο ηγέτης των ΑΜ στην Συρία και ειδικότερα στο «μετριοπαθές» τμήμα του, αυτό της Δαμασκού, σε αντίθεση με αυτό της Χάμα και της Χομς που θεωρήθηκαν πιο ριζοσπαστικά. 614 Οι συναρθρώσεις αυτών των σκέψεων εδράζονται πάνω σε μια κοινή λογική που στηρίζεται στην αναδιανομή του πλούτου, την ιδέα του tawhid ως μια αταξική κοινωνία και την ιδέα των mahrumin (αποστερημένων) ως αντίστοιχο του προλεταριάτου. Αυτές οι ιδέες έγιναν βασικές πηγές νομιμοποίησης των ισλαμιστικών κινημάτων – συμπεριλαμβανομένων της Χεζμπολλά, της Χαμάς, των ΑΜ και του Front Islamique du Salut (FIS) – μέσω των οποίων αντλήθηκαν πλήθος συμβολισμών (Chalcraft 2016) από την όψιμη ιστορία του ισλαμικού κόσμου και της εκμετάλλευσής του από τη Δύση. Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι η πλαστικότητα των όρων αυτών και η ελαστική τους χρήση στα ισλαμικά συμφραζόμενα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν ίδιους σκοπούς αλλά και να γίνει επιτρεπτή η διευκόλυνση στην πρόσληψή τους από τους μουσουλμάνους. Η επιρροή των παραπάνω ιδεών στην αραβική Αριστερά ήταν θεμελιώδης. Όπως επίσης παροιμιώδης και η επιρροή της τελευταίας στην ευρωπαϊκή Αριστερά αναφορικά με την πρόσληψη του πολιτικού Ισλάμ. Σταδιακά οι ιδέες αυτές αποτέλεσαν έναν διαθλαστικό φακό για την ευρωπαϊκή Αριστερά. Το Ιράν είναι ένα φωτεινό παράδειγμα. Η προσμονή της αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης «εξ ανατολών» αντανακλάστηκε εξ ολοκλήρου στο Ιράν. Η πλειονότητα της βρετανικής και ελληνικής Αριστεράς προσέλαβε την επανάσταση ως ένα ορόσημο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Παρ΄ όλα αυτά για διαφορετικούς λόγους που σχετίζονται κυρίως με την ένταξή τους στα στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου. Η προοπτική πολλαπλασιασμού και διάδοσης της ιρανικής επανάστασης – που φοβόταν το ΝΑΤΟ (Hatzivassiliou 2015: 19) και το Foreign Office (FO) – σε γειτονικές χώρες, αποτέλεσε αντίστροφα την ελπίδα για κάποια τμήματα της Αριστεράς. Η ελληνική Αριστερά, όπως το ΚΚΕ, ΚΚΕ ΕΣ και η Εργατική Διεθνιστική Ένωση (ΕΔΕ), προσέγγισε το σιιτικό Ισλάμ ως ένα δημοκρατικό κίνημα με μια μακρά ιστορία κοινωνικών αγώνων.4 Επιπλέον, ο Ριζοσπάστης στις αρχές του 1979 έγραφε πως: Το αντιμοναρχικό κίνημα που άρχισε με την υποκίνηση των θρησκευτικών αρχηγών παρουσιάστηκε από την δυτική προπαγάνδα σαν αντιδραστικό. Αλλά οι μάζες στο διάστημα αυτό έδειξαν καθαρά με τα αιτήματά τους ότι πρόκειται για ένα βαθιά δημοκρατικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα.5 Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράν (Τούντεχ) στήριξε με ιδιαίτερη θέρμη την προσπάθεια της Ισλαμικής Δημοκρατίας τονίζοντας τα χειραφετητικά χαρακτηριστικά του επαναστατικού σιιτισμού6 και την αναγκαιότητα του στην δεδομένη ιστορική συγκυρία: Το Τούντεχ αναγνωρίζει τα αντικειμενικά προοδευτικά στοιχεία του κινήματος του Χομεϊνί και κάνει ότι μπορεί για να αναπτυχθεί μια κοινή γλώσσα μαζί του. Δεν υπάρχουν αξεπέραστες διαφορές μεταξύ του επιστημονικού σοσιαλισμού και του κοινωνικού περιεχομένου του Ισλάμ.7 4 «Κοινό μέτωπο κατά του Σάχη», Αυγή, 6/8/1978 & «Η επαναστατική ορμή», Αντί, #119, 17/2/1979. 5 «Να φύγει ο Σάχης, Έξω οι Αμερικανοί!», Ριζοσπάστης, 04/01/1979. 6 «Ποιοί είναι και τί θέλουν οι Πέρσες Σιίτες», Ριζοσπάστης, 03/02/1979. 7 «Το Τούντεχ υποστηρίζει», Αυγή, 23/1/1979. 615 Μάλιστα, η ΕΔΕ του Σάββα Μιχαήλ υιοθετεί ακόμα πιο προωθημένο λόγο, τοποθετώντας στο κάδρο των παγκόσμιων επαναστατών – δίπλα στον Τρότσκι και στον Λένιν – το πορτραίτο του Χομεϊνί. Το σύνθημα «εμπρός για την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση» στις διαδηλώσεις της περιόδου στην Αθήνα αντικατόπτριζε την ερμηνεία των τεκταινόμενων στο Ιράν.8 Ωστόσο, σταδιακά από το 1980 και ιδιαίτερα μετά το 1981 και την οδυνηρή καταστολή της ιρανικής αντιπολίτευσης, πρωτευόντως το ΚΚΕ Εσωτερικού και σε πολύ μικρό βαθμό το ΚΚΕ, αντιτάσσονται στην ενορχηστρωμένη επίθεση του Χομεϊνί στην ιρανική Αριστερά. Παρόμοια στοιχεία προκύπτουν και από το δείγμα της έρευνάς μας στην Βρετανία. Για παράδειγμα, το CPGB ανέλυσε με μαρξιστικά εργαλεία την αναβίωση του Ισλάμ – αλλά και της θρησκείας εν γένει – στον μετανεωτερικό κόσμο. Συγκεκριμένα, το προσέλαβε ως ένα αναπόσπαστο τμήμα της ιστορικής εξέλιξης στην πορεία προς τη μεσσιανική νίκη του προλεταριάτου και ως ένα αδιάσειστο αποτύπωμα των μαζών στην εναντίωσή τους για την επιβολή της «δυτικής εκκοσμίκευσης».9 Επιπλέον, οποιαδήποτε προσπάθεια άρθρωσης αντιπολιτευτικού λόγου στο Ιράν μετά το 1979 εντάχθηκε από το κομμουνιστικό στρατόπεδο στην συνωμοτική αντεπαναστατική προσπάθεια επιβουλής της επανάστασης στο Ιράν. Η συμβολή του Τούντεχ στη συλλογιστική αυτή ήταν καθοριστική.10 Έτσι κι αλλιώς, όπως ο δημοσιογράφος της εφημερίδας του CPGB Chris Myant αναφέρει καθώς ο διπολισμός και η επίθεση του ιμπεριαλισμού δεν αφήνει πολλά περιθώρια, η στήριξη του Χομεϊνί είναι επιβεβλημένη. «Ο Ιρανικός λαός» όπως αναφέρει, «θα πρέπει να αγκαλιάσει τον ηγέτη Χομεϊνί, έτσι ώστε να αποφευχθεί η διάσπαση του επαναστατικού κινήματος.11 Το Εργατικό κόμμα και το SWP τήρησαν σαφώς επιφυλακτικότερη στάση απέναντι στις προθέσεις του Χομεϊνί αλλά και εν γένει του πολιτικού Ισλάμ. Η υποεπιτροπή των Εργατικών για την Μέση Ανατολή (MEsC) τονίζει το 1981 πως «μια πρώτη παραδοχή θα πρέπει να γίνει στα ιστορικά συμφραζόμενα πως το Ισλάμ της εργατικής τάξης εξαρτάται από τις σχέσεις και τις αντιπαραθέσεις με άλλες τάξεις και ιδεολογικές φόρμες». Συγκεκριμένα: Οι ταξικές σχέσεις και οι αντιφάσεις έχουν στην πραγματικότητα μια αυξανόμενη διαφοροποιητική σημασία στην πρακτική του Ισλάμ και στους τρόπους με τους οποίους η θρησκεία προσλαμβάνεται από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, το οποίο φυσικά ανατροφοδοτεί τις σχέσεις αυτές.12 Παράλληλα, τονίζεται πως ο όρος «ισλαμικός φονταμενταλισμός» περισσότερο συσκοτίζει παρά ρίχνει φως στο φαινόμενο της ισλαμικής αφύπνισης. Η αναγκαιότητα αυτής της παρατήρησης συνάδει με την προσπάθεια αποδόμησης της εκδήλωσης ενός φορτισμένου συναισθηματικά – στα όρια πολλές φορές του 8 «Εμπρός για τη Σοσιαλιστική Επανάσταση», Σοσιαλιστική Αλλαγή, 24/2/1979 9 Δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός πως το κομμουνιστικό κίνημα κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες την δεκαετία του 1980 θεωρητικής προσέγγισης με τον Καθολικισμό και το Ισλάμ, ερμηνεύοντας τα ως δυνάμει επαναστατικές ιδεολογίες τις οποίες οι κομμουνιστές δες θα πρέπει να αγνοήσουν. 10 «Οι κομμουνιστές και η Ισλαμική Δημοκρατία», Ριζοσπάστης, 9/3/1979 11 “Iran’s Tudeh Party Issues Call to Resistance”, Morning Star, 3/2/1979 12 Labour Party, Box 120, ΦΑΚ. Labour Party Advisory Committee on Imperial Questions, MEsC, 1981-1982, NEC, MEsC meeting, DEC 1982, ME/1981/1. 616 στερεοτυπικού ρατσισμού – λόγου που αναφέρεται στην εμπλοκή της θρησκείας με την πολιτική ως μια «βαρβαρότητα»13 και θλιβερή οπισθοδρόμηση. Το τροτσκιστικό Socialist Workers Party (SWP) υπογράμμιζε την αντίφαση στις ποικίλες εκδηλώσεις του πολιτικού Ισλάμ. Ωστόσο υποστήριζε πως στην πράξη το πολιτικό Ισλάμ εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και την επίτευξη της κοινωνικής πειθάρχησης.14 Το SWP όμως, πέρα από την κριτική απέναντι στον χαρακτήρα που λαμβάνει πολλές φορές το ισλαμιστικό φαινόμενο, στέκεται κριτικά και στην στάση της Αριστεράς σημειώνοντας: Απέναντι σ’ αυτό (σσ. τα ισχυρά ισλαμικά δίκτυα) η Αριστερά έχει λίγα πράγματα να αντιτείνει. Στον μαζικό αγώνα κατά του σάχη, η Αριστερά ορθώς πάλεψε μαζί με τους θρησκευτικούς ηγέτες. Αλλά πολλοί απέτυχαν να διακρίνουν ανάμεσα στη στήριξη και την εξάρτηση. Είχαν ήδη επαναπαυτεί στο να καταλάβουν το πίσω κάθισμα στον αγώνα κατά του Σάχη.15 Το πολιτικό Ισλάμ, η Αριστερά και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα Όπως έχει δείξει ο Connor, ο μαρξισμός δεν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον εθνικισμό. Ο εθνικισμός και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα έχουν κατά καιρούς χειραγωγηθεί από την μαρξιστική θεωρία έτσι ώστε να προσαρμόσουν ή να απορρίψουν επεισόδια εθνικοαπελευθερωτικής κινητοποίησης (Connor 1984: 10- 11). Έτσι, παρά την εντεινόμενη δυσαρέσκεια για την τροπή που πήρε η ιρανική επανάσταση, τα ισλαμιστικά κινήματα στον Λίβανο (Χεζμπολλά) και στην Παλαιστίνη (Χαμάς) ερμηνεύονταν πολλές φορές υπό το πρίσμα του απελευθερωτικού κινήματος. Η Χεζμπολλά, μια οργάνωση που συγκροτήθηκε πάνω σε εθνοτική/θρησκευτική βάση, υιοθέτησε από την αρχή μια διφορούμενη ρητορική. Από τη μία στόχευε τους απόκληρους σιίτες του Λιβάνου αναπτύσσοντας έναν ταξικό λόγο, ενώ από την άλλη άρθρωνε μια αντιιμπεριαλιστική ρητορική διακηρύσσοντας έναν ανοιχτό πόλεμο κατά των εκπροσώπων του. Επηρεασμένος από την ορμή και την αρωγή της ιρανικής επανάστασης, ο «κόκκινος μουτζαχίντ» και μέλος του ΚΚ Λιβάνου, Hussein Mroue, υποστήριξε το 1980 πως το Ισλάμ πρόσφερε τον τρόπο για έναν ιερό πόλεμο κατά του ιμπεριαλισμού και της δυτικής κυριαρχίας. Το Ισλάμ, τόνιζε, δεν θα πρέπει να προσλαμβάνεται μονάχα υπό το πρίσμα του «φανατισμού». 16 Το διακύβευμα, σημείωνε ο Mroue, είναι η προσέγγιση του πολιτικού Ισλάμ με μαρξιστική μεθοδολογία έτσι ώστε να δημιουργηθεί ο διαλεκτικός χώρος όπου θα μελετηθούν η ιστορία και οι θέσεις του ισλαμισμού από μαρξιστική και ιστορικο-υλιστική σκοπιά. Έτσι, θα καταστεί δυνατό να μπορέσει ο επαναστατικός ισλαμισμός να χειραγωγηθεί προς όφελος της εργατικής τάξης. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1986, ο George Hawi, Γ.Γ. του ΚΚ Λιβάνου, ανακήρυσσε 13 “The Song is Ended”, Daily Mirror, 25/7/1979 14 “Iran: The Unfinished Revolution”, Socialist Worker, 24/2/1979 15 Jonathan Bearman, “Iran: The Choice for the Left”, Socialist Worker, 19/5/1979 16 «Το Ισλάμ, η φιλοσοφία και ο υλισμός», Προβλήματα της Ειρήνης και του Σοσιαλισμού (ΠΕΣ), Τ. 10, 1980, σ. 147 617 την Χεζμπολλά ως μέρος «των προοδευτικών και πατριωτικών δυνάμεων για την απελευθέρωση της χώρας από το Ισραήλ».17 Είναι θεμελιώδες να σημειώσουμε πως οι απόψεις αυτές υιοθετούνταν από τους κομμουνιστές της Βρετανίας και της Ελλάδας. Η ανάγνωση της πολιτικής κατάστασης με κύριο άξονα το παλαιστινιακό ζήτημα συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξη αυτή. Παράλληλα, για το SWP και το ΚΚΕ ΕΣ, το λιβανικό ομολογιακό σύστημα είναι ένα εργαλείο για το δυτικό «διαίρει και βασίλευε». Επομένως, οι όροι της συγκρότησης εθνοτικών σχηματισμών απορρίπτονται στη βάση ενός ενωμένου λιβανικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Άλλωστε το ΚΚΕ σημείωνε το 1986 πως «υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τρομοκρατίας και Εθνικής Αντίστασης. Αυτή η αντίσταση αφορά στην απελευθέρωση των εδαφών του Γκολάν και του Νότιου Λιβάνου» που όπως την παραλληλίζει «παρόμοιο χαρακτήρα είχε και η ελληνική αντίσταση κατά των ναζί. Αυτή την Αντίσταση την βαφτίζουν τρομοκρατία».18 Αντίστοιχα, στην Βρετανία η ανάλυση για την ανάδυση και συσπείρωση των Λιβανέζων γύρω από την Χεζμπολλά ακολουθεί παρόμοια μονοπάτια, εντούτοις είναι αδιαμφισβήτητα πιο περιεκτική. Για τους Εργατικούς η ανάδυση του σιιτικού Ισλάμ αποτελεί μια πρόδηλη εκδήλωση της «κρίσης του κράτους» και η εστίαση στον ομολογιακό χαρακτήρα της Χεζμπολλά εντείνει την νεφελώδη ανάγνωση των γεγονότων.19 Προσπαθώντας να ξεμακρύνουν από την «ομολογιακή αφήγηση» η πλειονότητα των αριστερών κομμάτων στην Βρετανία, συμπεριλαμβανομένων του SWP και του CPGB, στέκεται στην κοινωνική διάσταση της ανόδου του σιιτικού Ισλάμ στον Λίβανο. Έτσι, λόγου χάρη το SWP αναρωτιέται το 1989 «ποιοι είναι τελικά αυτοί οι τρομοκράτες στον Λίβανο»; Ως εκ τούτου, υπογραμμίζεται η διαδικασία πολιτικοποίησης των σιιτών στον Λίβανο κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970, η αστικοποίηση του σιιτικού πληθυσμού, η συσπείρωσή τους γύρω από το ΚΚ Λιβάνου, αλλά και η σταδιακή μετατόπισή τους – λόγω και των ισχυρών οικογενειακών και κοινωνικών δικτύων – προς την αναδυόμενη θρησκευτικότητα της δεκαετίας του 1970 στη χώρα.20 Αναφορικά με το σουνιτικό Ισλαμιστικό Κίνημα Αντίστασης της Χαμάς, οι προσεγγίσεις της Αριστεράς στηρίζονται κυρίως στον «εξαιρετισμό» της στα συμφραζόμενα της ισραηλινής κατοχής και του αντιαποικιακού αγώνα. Παρ’ όλα αυτά, η Χαμάς δεν γίνεται αντικείμενο ενδελεχούς ανάλυσης. Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας καταδεικνύουν αυτή την ηχηρή σιωπή εξηγώντας τη βάσει τριών αξόνων. Πρώτον, λόγω της ταύτισης της Αριστεράς με τον παλαιστινιακό αγώνα και της πλήρης στήριξης για δημιουργία ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Δεύτερον, κυρίως λόγω του σχήματος της «παλαιστινιοποίησης» του αριστερού λόγου ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’80 και ’90. Το σχήμα αυτό στηρίζεται κυρίως στο γεγονός της αποδοχής του παλαιστινιακού ζητήματος ως raison d’ etre για το αριστερό κίνημα. Εξάλλου, όπως ο Ριζοσπάστης διατρανώνει στα τέλη της δεκαετίας του 1980, το παλαιστινιακό κίνημα «δίνει μαθήματα οργάνωσης στο παγκόσμιο λαϊκό κίνημα».21 17 «Ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις του καιρού μας», Προβλήματα της Ειρήνης και του Σοσιαλισμού (ΠΕΣ), Τ. 2, 1986, σ. 70 18 «Γιατί η Θάτσερ έστησε τη σκευωρία κατά της Συρίας», Ριζοσπάστης, 09/11/1986 19 Labour Party, Box 120, Labour Party Advisory Committee on Imperial Questions, MEsC, 1981-1982, NEC, MEsC meeting, DEC 1982, ME/1981/1 20 “Shia Militia Formed from Among Oppressed”, Socialist Worker, 12/8/1989 21 Ελευθερία Οικονόμου, «Γάζα: Η μήτρα της εξέγερσης», Ριζοσπάστης, 18/12/1988 618 Ο τρίτος λόγος αφορά κυρίως την ελληνική Αριστερά και την εσωτερίκευση του παλαιστινιακού ζητήματος. Η διαδικασία αυτή γίνεται με την ευθεία αναγωγή του ζητήματος με το δράμα του κυπριακού λαού και τη σημασία του τελευταίου στο αριστερό επαναστατικό αφήγημα. Η αναγωγή αυτή ωθεί πολλές φορές την ένταξη της ανάλυσης σε ένα ανθρωπιστικό πλαίσιο, αποσιωπώντας την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Ωστόσο, και η ελληνική αδιαπραγμάτευτη ταύτιση με το παλαιστινιακό αρχίζει σταδιακά να πλησιάζει στο τέλος της κυρίως λόγω δύο γεγονότων. Πρώτον εξαιτίας της μετατόπισης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με την προσέγγιση του Ισραήλ, ιδιαίτερα μετά το 1985. Ο δεύτερος λόγος αφορά την έκρηξη που συνέβη στην Πάτρα τον Απρίλιο του 1991 – η οποία αφήνει πίσω της επτά νεκρούς, οι έξι εξ αυτών Έλληνες – και η οποία θεωρήθηκε ως μια άνευ προηγουμένου τυφλή στοχοποίηση αθώων πολιτών σε ελληνικό έδαφος.22 Στις αφηγήσεις τους κατά τη διάρκεια της πρώτης ιντιφάντα, οι Παλαιστίνιοι κομμουνιστές προσπαθούν να υποβαθμίσουν τον ρόλο των ισλαμιστών στην εξέγερση. Για παράδειγμα, ο Naim Ashhab, μέλος του ΚΚ Παλαιστίνης, υποστηρίζει το 1989 πως ο διογκωμένος ρόλος των ισλαμιστών και του Ιράν, όπως παρουσιάζεται είναι μια προπαγάνδα του Ισραήλ.23 Ένα άλλο μέλος του ΚΚ Παλαιστίνης, ο Abu Yiad, υπογραμμίζει την σημασία της ενότητας του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, δεδομένου πως αυτό προκαλεί φόβο στις δυνάμεις κατοχής. Η άποψη αυτή υιοθετείται από αμφότερο το τροτσκιστικό κίνημα στην Ελλάδα, όπως η ΕΔΕ/ΕΕΚ (Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα), αλλά και από τους κομμουνιστές στη Βρετανία. Την ίδια στιγμή, οι δυναμικές και οι μετασχηματισμοί του ισλαμιστικού κινήματος στην Παλαιστίνη, αλλά και αλλού, και οι κοινωνικές του αντανακλάσεις περνούν απαρατήρητες. Παρ’ όλα αυτά, η Clare Hill του SWP, έχει διαφορετική άποψη. Όπως διατείνεται, η Χαμάς έχει κερδίσει έδαφος λόγω κυρίως της αποτυχίας της παλαιστινιακής Αριστεράς να απευθυνθεί στους Παλαιστίνιους αλλά και της ώθησης που δέχθηκε από το ίδιο το Ισραήλ ως ανάχωμα στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) (Mishal & Sela 2006). Το SWP σπεύδει να τονίσει τον ρεφορμιστικό χαρακτήρα της ισλαμικής οργάνωσης την περίοδο της ιντιφάντα αλλά και κατά τη διάρκεια των συνομιλιών της Μαδρίτης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κάτι που αποτυγχάνουν να παρατηρήσουν άλλες αριστερές οργανώσεις. Δεδομένου ωστόσο πως η Χαμάς οικοδομεί ένα νέο αφήγημα και «προσφέρει προσωπικά παραδείγματα αποφασιστικότητας και ηρωισμού που η προηγούμενη ηγεσία ήταν ανίκανη να συνθέσει»24, η Clare Hill υπογραμμίζει πως δεδομένης της αντιδραστικής φύσης του ισλαμισμού και της Χαμάς «δεν πρέπει να τίθεται το ερώτημα της οργανωτικής συνεργασίας και σχέσης με τα ισλαμιστικά ρεύματα»,25 καθότι αυτό θα αποτελούσε επιπρόσθετη ήττα για την Αριστερά. Αντίθετα, το CPGB σημειώνει πως η προπαγάνδα εναντίον του ισλαμιστικού κινήματος είναι μια προσπάθεια υπονόμευσης της παλαιστινιακής εξέγερσης. Όπως επισημαίνει το ΚΚ Παλαιστίνης στο αντίστοιχο βρετανικό το 1988, η προσπάθεια απονομιμοποίησης του ισλαμιστικού κινήματος έχει ξεκάθαρους στόχους: 22 «Παραμένουν τα ερωτήματα», Αυγή, 24/4/1991 23 «Συνδέσεις της Συντακτικής», Προβλήματα της Ειρήνης και του Σοσιαλισμού (ΠΕΣ), Τ. 2, 1989 24 Clare Hill, “The Class Answer”, Socialist Worker Review, No 106, February 1988. 25 Ό.π. 619 Ο σκοπός αυτών των προσπαθειών είναι να υπονομεύσει την υποστήριξη της παγκόσμιας κοινής γνώμης, ειδικά στη Δύση, όπου οι θρησκευτικές τάσεις αυτόματα συνδέονται με τον Χομεϊνί και τον φονταμενταλισμό.26 Παρ’ όλα αυτά, η Ενωμένη Ηγεσία της Εξέγερσης, αποτελούμενη κυρίως από κοσμικές δυνάμεις, διατηρεί στενές σχέσεις με ισλαμιστές, ειδικότερα στη Γάζα, και σταδιακά μετά το 1990 υιοθετεί έναν πιο θρησκευτικό χαρακτήρα στην ρητορική της, όπως επιβεβαιώνει και ένα έγγραφο του FO της περιόδου.27 Για το Εργατικό κόμμα και την ομάδα του Militant Tendency, η αλλαγή του παραδείγματος που προσφέρει η Χαμάς, με την ειλικρίνεια και την έλλειψη διαφθοράς, οδηγεί πλήθος Παλαιστινίων να αναζητήσουν καταφύγιο στη φιλόξενη αγκαλιά του πολιτικού Ισλάμ.28 Μεταξύ σφύρας και άκμονος: Οι στρατηγικές της ανάλυσης της Αριστεράς για το πολιτικό Ισλάμ Την δεκαετία του 1990, στην εποχή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και του πολλαπλασιασμού των ασύμμετρων περιφερειακών συγκρούσεων, το πολιτικό Ισλάμ συνδέθηκε με την τρομοκρατία τη βίαιη πολιτική συμπεριφορά και την ένοπλη πάλη. Ο αλγερινός εμφύλιος που ξέσπασε στις αρχές του 1992 επιτάχυνε αυτή την αναπαράσταση αλλά και την ανάγκη για μια διττή προσέγγιση. Την βαθύτερη κατανόηση του πολιτικού Ισλάμ από τη μία, και την διασφάλιση των ευρωπαϊκών συμφερόντων στην μεταψυχροπολεμική περίοδο από την άλλη. Τα ακανθώδη ζητήματα που έθεσαν ο πρώτος Πόλεμος του Κόλπου και το τεράστιο δίλημμα «χούντα ή ισλαμισμός» στην Αλγερία ενεργοποίησαν μια ιδιαίτερα έντονη πολεμική γύρω από το ζήτημα του ισλαμισμού. Η αποϊδεολογικοποίηση των διεθνών σχέσεων από τη μια, 29 και η ευρωπαϊκοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των χωρών της Ευρώπης (Agnantopoulos 2010), επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και την ευρωπαϊκή Αριστερά η οποία πολλές φορές ευθυγραμμίστηκε με τον κυρίαρχο λόγο για το πολιτικό Ισλάμ. Συγκεκριμένα, μια σειρά από άλλες μεταβλητές καθόρισαν την στάση της Αριστεράς την περίοδο εκείνη. Πρώτον, η ιδέα της ασυμβατότητας του πολιτικού Ισλάμ με τις ευρωπαϊκές αξίες και τα ιδανικά, παρ’ όλο που η ομογενοποίηση και των δύο όρων (πολιτικό Ισλάμ – ευρωπαϊκός πολιτισμός) εγείρει σοβαρές αμφισβητήσεις για την εννοιολόγησή τους. Δεύτερον, η εντεινόμενη πολιτικοποίηση των μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ευρώπη, που έθετε σοβαρές προκλήσεις για την στάση της Αριστεράς, ειδικότερα λόγω και της παράλληλης ανόδου της ακροδεξιάς. Αυτή η εξέλιξη λόγου χάρη στη Βρετανία αποτυπώνεται πρόδηλα στην πολύκροτη υπόθεση Ρούσντι με τον απόηχο της να αντιλαλεί καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Τρίτον, αναπτύχθηκε η ιδέα πως το πολιτικό Ισλάμ μπορεί να ανασχεθεί με 26 CPGB, CP/CENT/INT/16/02, The Palestinian Communist Party, Central Committee προς CPGB, 9/6/1988. 27 British National Archives (BNA), F0 973/624, W1658, Background Brief, FO, “Islamic Resurgence”, April 1990. 28 Militant Tendency, Box. 601/4/5/8/4, «Peace Strategy Disrupted?”, No 51, Issue May-June 1993. 29 Trade Union Congress (TUC), Box MSS. 292.2/956/510, Middle East File, “Soviet Policy in the Middle East”, April 1990. 620 μια σειρά μέτρων που θα συνδυάζουν την εντατικοποίηση της ασφάλειας, της επιτήρησης και της παροχής οικονομικής βοήθειας, ένας συνδυασμός που θα λειτουργούσε και ως ανάχωμα στις αυξανόμενες μεταναστευτικές μουσουλμανικές ροές στην Ευρώπη. Μεγάλο μέρος των παραπάνω ιδεών τις ενστερνίζονταν και κόμματα της Αριστεράς, όπως οι Εργατικοί στην Βρετανία και ο Συνασπισμός και το ΚΚΕ στην Ελλάδα. Παρά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, τμήματα της κομμουνιστικής Αριστεράς συνεχίζουν να προσλαμβάνουν την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ με ψυχροπολεμικούς φακούς. Συνεπώς, το ΚΚΕ βλέπει τον «ισλαμικό αστερισμό» ως μια αμερικανική συνωμοσία. Για παράδειγμα, μετά από μια συνάντηση κομμουνιστικών κομμάτων το 1992 στην Αθήνα, η ανακοίνωση που δημοσιεύεται εστιάζει στην προσπάθεια του «αμερικανοκίνητου» ισλαμισμού να υπονομεύσει τον κομμουνισμό.30 Τα τροτσκιστικά κόμματα, όπως το SWP και το ΕΕΚ, απεικονίζουν την περίοδο εκείνη το πολιτικό Ισλάμ ως μια προσεκτικά προσαρμοσμένη ιδεολογία που έχει κυρίως δύο διακλαδώσεις: την εθνικιστική και την αντιδραστική. 31 Για το ΕΕΚ, το πολιτικό Ισλάμ υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει τμήμα του αντιιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Η ιδέα αυτή πηγάζει μέσα από την ολοένα και σχολαστικότερη παρατήρηση της κοινωνικής σύνθεσης του πολιτικού Ισλάμ. Η παρατήρηση αυτή υπερθεματίζει τον λαϊκό, εργατικό και αντιηγεμονικό χαρακτήρα του φαινομένου, γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια συμμαχία. Εντούτοις, το SWP είναι ιδιαίτερα κριτικό αναφορικά με το πολιτικό Ισλάμ, καθώς τονίζει πως το καπιταλιστικό του ρεύμα είναι αυτό που του προσδίδει την πολιτική του ταυτότητα. Βαθμιαία, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και ύστερα, το σημαίνων στέλεχος του SWP, Chris Harman, κάνει προσπάθεια να αποδομήσει τη θέση περί «ισλαμοφασισμού» και να διασαφηνίσει τη θέση που πρέπει να έχει η Αριστερά, κάνοντας λόγο για επιτρεπτή «προσωρινή συμμαχία» με το μετριοπαθές πολιτικό Ισλάμ.32 Συμπεράσματα: Ισορροπώντας μεταξύ συμμαχιών και ιδεολογίας Εν κατακλείδι, η αντίδραση της Αριστεράς στην ανάδυση του πολιτικού Ισλάμ δεν υπήρξε μονολιθική. Τα αριστερά κόμματα υιοθέτησαν διαφορετικές προσεγγίσεις που σχετίζονται κυρίως με τρείς μεταβλητές: τους ιδεολογικούς τους μετασχηματισμούς, τις γεωπολιτικές συμμαχίες και τα καθεστώτα ιστορικότητάς τους. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτές τις μεταβλητές, προτείνουμε τρία ερμηνευτικά σχήματα τα οποία η ευρωπαϊκή Αριστερά επιστράτευσε για την ανάλυση του φαινομένου: η ιδεολογική θέση, το γεωπολιτικό αποτύπωμα και τρίτον, ένας συνδυασμός των δύο παραπάνω αξιωμάτων. Τα όρια των σχημάτων αυτών δεν είναι προκαθορισμένα και το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η ευπλαστότητά τους. Αν και οι περιπτώσεις της Βρετανίας και της Ελλάδας είναι διαφορετικές, μας βοηθούν ωστόσο να κατανοήσουμε κάποιες γενικότερες αναλυτικές τάσεις. Η γενικότερη ευθυγράμμιση που παρατηρείται και στις αριστερές των δύο χωρών είναι πως ενώ ο μεσανατολικός χώρος υπήρξε ένα πεδίο προνομιακής ανάλυσης για την Αριστερά εν 30 «Τελικό Ντοκουμέντο», 4η Συνάντηση Κομμουνιστικών, Σοσιαλιστικών και Προοδευτικών κομμάτων, Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ), Ιούλιος - Αύγουστος 1992, σ. 32. 31 «Η χούντα διαλύει τα πολιτικά κόμματα», Σοσιαλιστική Αλλαγή, 14/3/1992. 32 “Fascist Threat or Voice of the Poor”, Socialist Worker, 11/1/1992. 621 γένει – ίσως το κατεξοχήν πεδίο, μαζί με την Λατινική Αμερική, της επικείμενης παγκόσμιας επανάστασης – το θέμα του (πολιτικού) Ισλάμ πέρα από κάποιες εξάρσεις πολλαπλασιασμού της ανάλυσης, αφήνεται γενικά στο περιθώριο, σχεδόν συνειδητά. Παρατηρείται δηλαδή μια δυσανεξία και πολλές φορές μια αδιαφορία για το ζήτημα, μη εντάσσοντάς το σαν έναν από τους κεντρικούς άξονες της ανάλυσης. Το πρώτο σχήμα που υιοθετούμε κάνει χρήση της ιδεολογικής θέσης ως ένα κύριο εργαλείο ανάλυσης, ιδιαίτερα την ψυχροπολεμική περίοδο. Έτσι, οι υπό το πρίσμα των φακών του Ψυχρού Πολέμου τα ιδεολογικά στρατόπεδα έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην προσέγγιση του πολιτικού Ισλάμ. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό ο ισλαμισμός αποτελεί μια νέα επαναστατική θεωρία η οποία έρχεται να συμπληρώσει τα προϋπάρχοντα επαναστατικά σχήματα, του μαρξισμού, του αντιιμπεριαλισμού και του τριτοκοσμισμού, πέρα από τον παρωχημένο καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Στην ιδεολογική αυτή πλαισίωση συμμετέχουν τα περισσότερα κόμματα που μελετάμε. Η «σοβιετική» εκδοχή του σχήματος την περίοδο της ιρανικής επανάστασης τονίζει την προοπτική μιας ευρείας αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας που θα πλήξει τις Η.Π.Α. και τη δυτική κυριαρχία εν γένει. Λόγου χάρη το ΚΚΕ και το CPGB συντάσσονται πλήρως με το αντιιμπεριαλιστικό/επαναστατικό αφήγημα. Υπό την επίδραση του διπολισμού αλλά και στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν επαναστατικά στοιχεία στις θρησκείες, αναπτύσσουν έναν λόγο πανομοιότυπο. Παρατηρούν, λόγου χάρη, πως υπάρχει ένας «μαλακός – επαναστατικός» και ένας «σκληρός – αντιδραστικός» κλήρος στο Ιράν, με τον πρώτο να εκπροσωπείται από τον Χομεϊνί. Εντοπίζουν στο σιιτικό Ισλάμ μια προοδευτική, αντιιεραρχική και αντιπολιτευτική ιστορία και επισημαίνουν συνεχώς την συμβατότητα του Ισλάμ με τον σοσιαλισμό και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Επιπλέον, θεωρούν τα κινήματα της αντιπολίτευσης, όπως τους Fedayeen και τους Mujahedin Khalq όργανα του ιμπεριαλισμού και υπηρέτες της αντεπανάστασης. Στο σχήμα αυτό εντάσσεται και η ΕΔΕ τα χρόνια της ιρανικής επανάστασης. Ωστόσο η ανάλυσή της είναι ακόμα πιο προωθημένη και χαρακτηρίζεται από έντονο ιδεολογικό πρόσημο έως και «ισλαμοκεντρισμό». Το δεύτερο σχήμα προσπαθεί να χειραγωγήσει τον ισλαμισμό βάσει των γεωπολιτικών αναγκών, οδηγώντας έτσι την ανάλυση να προσλάβει το πολιτικό Ισλάμ ενίοτε ως «σύμμαχο» και άλλες φορές ως «εχθρό». Το σχήμα αυτό προσυπογράφει σε μεγάλο βαθμό τις αναγκαιότητες του εθνικού αφηγήματος της κάθε χώρας. Η γεωστρατηγική θέση και οι συμμαχίες που σφυρηλατούνται λειτουργούν καταλυτικά για την προσέγγιση του πολιτικού Ισλάμ. Η θέση αυτή επηρεάζεται φυσικά από το ψυχροπολεμικό κλίμα και τα στρατόπεδα, ενώ και μετά το 1991 ως όχημα ανάγνωσης υιοθετείται η προσέγγιση του ισλαμισμού με όρους στρατηγικής ασφάλειας και σταθερότητας για την Ευρώπη και τη Δύση εν γένει. Οι δυνάμεις που εντάσσονται σε αυτό δεν αντιτάσσονται στην προοπτική μιας συνεργασίας με αντίστοιχες δυνάμεις του πολιτικού Ισλάμ προς όφελος των συμφερόντων των πρώτων. Το σχήμα αυτό υιοθετείται κατά κόρον από το Εργατικό Κόμμα και το ΚΚΕ ΕΣ, αλλά ενίοτε και από το ΚΚΕ και το CPGB. Τη δεκαετία του 1980, και ιδιαίτερα μετά το 1982, προωθείται μια γεωστρατηγική ανάλυση του φαινομένου η οποία πολλές φορές έχει τις ρίζες της στην παρακαταθήκη της αποικιοκρατίας και τα συμφέροντα που δημιούργησε. Έτσι, για το Εργατικό Κόμμα τα ζητήματα του Λιβάνου και το παλαιστινιακό προσεγγίζονται με όρους «βρετανικής ισχύος». Ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990 η γεωπολιτική ανάλυση εδραιώνεται. Αν και η πρόσληψη αυτή δεν στερείται ιδεολογικής φυσιογνωμίας, οι κοσμογονικές ανακατατάξεις στον χάρτη βοηθούν στην εξέλιξη αυτή. Η κατάρρευση 622 της ΕΣΣΔ, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ο τερματισμός του πολέμου του Αφγανιστάν και η διασπορά των «Αφγανών», ο κίνδυνος της τρομοκρατίας για την Ευρώπη, είναι μόνο μερικοί από τους λόγους που οδήγησαν στην εξάπλωση της γεωπολιτικής πρόσληψης. Το τρίτο σχήμα συνδυάζει τις δύο παραπάνω προσεγγίσεις έτσι ώστε να οικοδομήσει μια πιο ολιστική προσέγγιση για το μη στατικό φαινόμενο του ισλαμισμού. Παρ’ όλα αυτά, και το σχήμα αυτό επηρεάζεται από τις μεταβαλλόμενες και ρευστές ταυτότητες του κάθε κόμματος, αλλά και τους μετασχηματισμούς στο διεθνές περιβάλλον αφήνοντας έτσι την ανάλυση για το πολιτικό Ισλάμ σε ένα επιδερμικό, πολλές φορές, επίπεδο. Εδώ εντάσσεται κατά κόρον το Εργατικό κόμμα και το ΚΚΕ ΕΣ. Αν και το δεύτερο αρχικά υποστήριξε τον ισλαμικό χαρακτήρα της ιρανικής επανάστασης ως μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα με αντιιμπεριαλιστικό πρόσημο, γρήγορα κινήθηκε από την επιφυλακτικότητα προς την απόρριψη. Το Εργατικό κόμμα προσέλαβε την επανάσταση με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτον ως μια κίνηση που στρέφεται προς τα συμφέροντα της Βρετανίας, στον ίδιο βαθμό που στρέφεται και προς αυτά των Η.Π.Α., την ίδια στιγμή που η «αριστερή» πτέρυγα τόνιζε την ανάγκη αυτοκριτικής για το ρόλο που έχουν παίξει και οι Εργατικοί στην δυτική κυριαρχία στο Ιράν. Και δεύτερον ως μια επανάσταση που αναντίρρητα ο θρησκευτικός και αντιδυτικός της χαρακτήρας αποτελεί σημάδι κοινωνικοοικονομικής οπισθοδρόμησης. Παράλληλα, μια σειρά από γεγονότα στον ίδιο τον αραβομουσουλμανικό κόσμο θα παίξουν τον δικό τους ρόλο προκειμένου να προαχθεί η γεωπολιτική ερμηνεία. Λόγου χάρη, η σταθερή οπισθοχώρηση του παναραβισμού, η υιοθέτηση από τους ίδιους τους Άραβες δικτάτορες μιας εντεινόμενης ισλαμικής ρητορικής (λ.χ. Χουσεΐν, Μουμπάρακ) και η δυναμική ένοπλη δράση ισλαμιστικών κινημάτων σε διάφορες αραβο-μουσουλμανικές χώρες, θα παγιώσουν το πολιτικό Ισλάμ ως έναν ενεργό δρώντα που διαμορφώνει εσωτερικές και διεθνικές πολιτικές συμμαχίες. Επομένως, και η Αριστερά αναγνωρίζει σταδιακά το πολιτικό Ισλάμ ως έναν παράγοντα διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων. Αυτή η εξέλιξη είναι σημαντική για το αριστερό κίνημα καθώς ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μπορούν να διακρίνουν καλύτερα και την ύπαρξη «πολλών» πολιτικών Ισλάμ. Παράλληλα, το πολιτικό Ισλάμ θα συνδεθεί και με έναν ανορθολογισμό – σε αντιπαραβολή με τον ορθολογισμό της Δύσης. Αυτός ο ανορθολογισμός ενισχύεται από την σύνδεση του ισλαμισμού με νέους εθνικισμούς, οι οποίοι θέτουν σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και εν μέσω ενός διάχυτου «ανορθολογισμού» ανδρώνεται η άποψη μιας σταθερής συνεργασίας – ή χειραγώγησης – των μετριοπαθών τμημάτων του πολιτικού Ισλάμ από τις δυτικές πολιτικές δυνάμεις. Βιβλιογραφία Abdel Malek, A. (1981), Social Dialectics: Civilizations and social theory, New York, State University of New York Press. Agnantopoulos, A. (2010), “The Europeanization of National Foreign Policy: The case of Greece”, εισήγηση στο GARNET conference”, The European Union in International Affairs. Bayat, A. (1990), Shariati and Marx: A critique of an “Islamic” critique of Marxism, https://bit.ly/2m0P7me 623 Beinin, J. & Vairel, F. (επιμ.), 2013, Social Movements, Mobilization and Contestation in the Middle East and North Africa, Stanford, Stanford University Press. Browers, M. (2009), Political Ideology in the Arab World: Accommodation and transformation, Cambridge, Cambridge University Press. Callaghan, J. (2007), The Labour Party and Foreign Policy: A history, London, Routledge. Chalcraft, J. (2016), Popular Politics in the Making of the Middle East, Cambridge, Cambridge University Press. Connor, W. (1984), The National Question in Marxist – Leninist Theory and Strategy, Princeton, Princeton University Press. Fowkes, B. & Gökay, B. (2009), “Unholy Alliance: Muslims and Communists – An Introduction”, Journal of Communist Studies and Transition Politics, 25 (1): 1-31. Hatzivassiliou, E. (2015), “The Cold War as a Frontier: The Mediterranean cleavages and the view from NATO”, 1967-1982, Journal of European Integration History, 21 (1): 13-32. Karagiannis, E. & McCauley, C. (2013), “The Emerging Red-Green Alliance: Where political Islam meets the radical left”, Terrorism and Political Violence, 25 (2): 167-182. Kassab, E. S. (2010), Contemporary Arab Thought: Cultural critique in comparative perspective, New York, Columbia University Press. Kassimeris, G. (2005), “Junta by Αnother Name? The 1974 Metapolitefsi and the Greek extra- parliamentary Left”, Journal of Contemporary History, 40 (4): 745-762. Mishal, S. & Sela, A. (2006), The Palestinian Hamas: Vision, violence and coexistence, New York. Pargeter, A. (2013), The Muslim Brotherhood: From opposition to power, London, Saqi Books. Shariati, A. (1980), Marxism and Other Western Fallacies: An Islamic Critique, trans. R. Cambell, Islamic Foundation Press. Smith, E. & Worley, Μ. (2017), Against the Grain: The British Far Left from 1956, Manchester, Manchester University Press. Thompson, W. (1997), The Left in History: Revolution and reform in twentieth-century politics, London, Pluto Press. Tilly, C. & Tarrow, S. (2012), Contentious Politics, New York, Oxford University Press. Tsitselikis, Konstantinos (2011), Old and New Islam in Greece: From historical minorities to immigrant newcomers, Leiden, Martinus Nijhoff Publishers. Wiktorowicz, Q. (επιμ.) 2004, Islamic Activism: A social movement theory approach, Bloomington, Indiana University Press. Σβωλόπουλος, Κ. (2002), Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: 1945-1981, Β’ Τόμος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας. 624 Προς μία Νέα Σχέση Κυβέρνησης και Δημόσιας Διοίκησης: H Αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος ‘Μεταρρύθμιση του Δημόσιου Τομέα’ Αντιγόνη Σκαράκη1 Περίληψη Η μελέτη αναδεικνύει τα διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Αυτά επιχειρείται να επιλύσουν οι δύο μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, η δημιουργία ενός επιτελικού κράτους και η εφαρμογή του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα». Παρουσιάζονται τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές πτυχές των πολιτικών αυτών και στο τέλος αξιολογούνται. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι το ΕΣΠΑ θα ολοκληρωθεί το 2020, ενώ το επιτελικό κράτος αποτελεί μια νέα κυβερνητική πρωτοβουλία. Επομένως σε λίγα χρόνια θα καταστεί δυνατό να πραγματοποιηθεί μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση αυτών των δημόσιων πολιτικών . Ωστόσο, αυτό που τελικά διαφαίνεται είναι ότι επειδή οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες λαμβάνονται βεβιασμένα, χωρίς να υπάρχει ο κατάλληλος σχεδιασμός και χωρίς να έχουν επιλυθεί βασικά ζητήματα της δημόσιας διοίκησης, δεν επιτυγχάνονται οι τιθέμενοι στόχοι άρα και οι πολιτικές. Λέξεις-κλειδιά: Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα», θεματικοί άξονες, αξιολόγηση, Επιτελικό κράτος, ελληνική δημόσια διοίκηση Εισαγωγή Το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» (ΕΠ ΜΔΤ) καθώς επίσης και το νέο επιτελικό κράτος έχουν ως στόχο τη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα και συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών. Από τη μία πλευρά το επιτελικό κράτος είναι μια νέα νομοθετική πρωτοβουλία της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης που θέλει να μεταρρυθμίσει τη λειτουργία του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Θεωρείται ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα διοίκησης, με τον Πρωθυπουργό και τη διοίκηση να λαμβάνουν περισσότερες αρμοδιότητες. Αν και παρουσιάζει ασάφειες όσον αφορά τον τρόπο που θα συντελεστούν οι μεταρρυθμίσεις, δεν παύει να προωθεί καινοτόμες για την Ελλάδα μεταρρυθμίσεις. Μιας και αποτελεί μια καινούργια μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία, λίγοι ερευνητές έχουν αναλύσει το ζήτημα. Αυτοί θεωρούν ότι ναι μεν παρουσιάζει αρκετές θετικές πτυχές, αλλά αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τη δημιουργία ενός επιτελικού κράτους. Επομένως θα παρουσιαστούν τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταρρύθμισης και τα προβληματικά της στοιχεία. 1Υποψήφια διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων,
[email protected]625 Από την άλλη πλευρά το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» 2014-2020 αποτελεί μια συνέχεια του προηγούμενου Επιχειρησιακού Προγράμματος και είναι κρίσιμο το κατά πόσο μέχρι να ολοκληρωθεί θα καταφέρει να υλοποιήσει όλες τις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνει, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Αποτελεί ένα πρόγραμμα που υφίσταται εδώ και αρκετά χρόνια, με τις εκθέσεις αξιολόγησης ανά έτος να δείχνουν τη δυσκολία υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων. Είναι ενδιαφέρον να παρουσιαστεί το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα αλλά και οι αξιολογήσεις που οδηγούν σε βασικά συμπεράσματα για τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης και κατά πόσο είναι εύκολο να ξεπεραστούν. Τα προβλήματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης Η χώρα μας λόγω της οικονομικής κρίσης αναγκάστηκε να εφαρμόσει άμεσα μεταρρυθμίσεις. Ο Schmidt τόνισε ότι εάν ένα κράτος-μέλος αντιμετωπίζει οικονομική κρίση, τότε είναι πιο εύκολο να προωθηθούν οι μεταρρυθμίσεις (Λαδή & Νταλάκου 2010: 151). Επιπροσθέτως, καθώς οι οικονομίες των κρατών μελών είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετες, η κρίση έφερε στο προσκήνιο τους στενούς δεσμούς μεταξύ των εθνικών οικονομιών, κυρίως στη ζώνη του ευρώ. Οι μεταρρυθμίσεις ή η έλλειψη μεταρρυθμίσεων σε μια χώρα επηρεάζει τις επιδόσεις των υπόλοιπων. Κάποιοι παράγοντες που συνέβαλλαν στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων είναι οι ιδιωτικοποιήσεις, η αποκέντρωση, η δημιουργία ανεξάρτητων αρχών, η συμμετοχή κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων οργανωμένων κοινωνικών ομάδων. Εξωτερικές αλλά και εσωτερικές ήταν οι πιέσεις που οδήγησαν τις κυβερνήσεις στην κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων (Σπανού & Σωτηρόπουλος 2011: 723). Σε γενικές γραμμές οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα δεν υλοποιήθηκαν. Καθίσταται εμφανές ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπόρεσαν να ενσωματωθούν στην κουλτούρα της δημόσιας διοίκησης των χωρών που κινδύνευαν από χρεοκοπία (Αττάλογλου 2019). Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα εντοπίζουμε επίσης την έλλειψη συναίνεσης μεταξύ των κομμάτων λόγω της πολιτικής κουλτούρας ή λόγω του πολιτικού ανταγωνισμού. Παρά το γεγονός ότι όλοι συμμερίζονται την άποψη ότι η διοικητική μεταρρύθμιση είναι αναγκαία, στην πράξη απουσιάζει η «επιμονή και η συνέχεια». Αυτό που παρατηρούμε είναι οι αθρόες προσλήψεις στον δημόσιο τομέα, ο συγκεντρωτισμός και ο περιορισμένος ιδιωτικός τομέας (Σπανού & Σωτηρόπουλος 2011: 732-733). Ενώ στη χώρα μας η κυβέρνηση μοιάζει πολύ ισχυρή όσον αφορά την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, στην πράξη αυτό το έργο είναι δύσκολο λόγω της γραφειοκρατίας, των πελατειακών σχέσεων, της διαφθοράς και του γεγονότος ότι οι ομάδες συμφερόντων ασκούν συνεχώς πιέσεις για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους (Featherstone & Παπαδημητρίου 2010: 275). Συγκεκριμένα η διαφθορά εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, καθώς οι πόροι κατανέμονται ανορθολογικά. Η χώρα μας μάλιστα βρίσκεται ψηλά στη διαφθορά με βάση τον δείκτη αντίληψης της διαφθοράς (βλ. Το Βήμα 2020). Επίσης, η δημόσια διοίκηση είναι αναποτελεσματική με αποτέλεσμα να έχουμε απωλέσει πολλά κονδύλια. Μεταξύ άλλων και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποφανθεί ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι μη αποδοτική, ενώ η χώρα 626 μας βρίσκεται διαρκώς στις τελευταίες θέσεις όσον αφορά την αποτελεσματική διακυβέρνηση και τη στρατηγική διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού. Υστερεί δε ακόμα στη χρήση του ψηφιακού θεματολογίου, αλλά και σχετικά με τη χρήση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης μέσω της παροχής υπηρεσιών, υπολείπεται από τις λοιπές χώρες. Οι δημόσιες υπηρεσίες και παροχές χαρακτηρίζονται από την έλλειψη ποιότητας, ενώ ο ελληνικός δημόσιος τομέας θεωρείται πολύ μεγάλος (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 6-7, 14). Καταδεικνύεται λοιπόν η ύπαρξη ενός προβλήματος διακυβέρνησης, όπου σημαντικές μεταρρυθμίσεις δεν προωθούνται, με το κράτος να αδυνατεί να επιλύσει κοινωνικά ζητήματα (Καρκατσούλης 2004: 27). Ενώ στο εσωτερικό επικρατούν αυτές οι συνθήκες, η χώρα δέχεται εξωτερικές πιέσεις λόγω της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επηρεάζει τις πολιτικές των κρατών-μελών, αλλά και εκείνα με τη σειρά τους ασκούν σημαντική επίδραση στις πολιτικές της. Αναντίρρητα, τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους μεταβάλλονται. Ο βαθμός εξευρωπαϊσμού επηρεάζει θετικά τα κράτη ως προς τη βελτίωση των θεσμών τους. Ο εξευρωπαϊσμός οδηγεί σε μετατόπιση της σχέσης μεταξύ της πολιτικής και της διοίκησης.2 Οι αποφάσεις εφαρμογής πραγματοποιούνται σε εθνικό και όχι σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επομένως, οι πρόσθετες διαπραγματεύσεις και οι γνώσεις των εμπειρογνωμόνων είναι λιγότερο πολύτιμες για την επίτευξη αυτονομίας στην εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών. Μελέτες δείχνουν ότι ο βαθμός εξευρωπαϊσμού έχει σημαντικές επιπτώσεις στην εθνική ανεξαρτησία της αναπτυξιακής πολιτικής των οργανισμών (Featherstone & Παπαδημητρίου 2010: 25-26, 275). Τα κράτη έχουν αναλάβει σημαντικές νομικές και οικονομικές δεσμεύσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά συχνά αρνούνται να συμμορφωθούν σε αυτές, καθιστώντας τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναποτελεσματική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει περιορισμένη εξουσία και ικανότητα να επιβάλει την εφαρμογή τόσο των νόμων όσο και των αποφάσεων. Η χάραξη δηλαδή πολιτικής είναι πιο «υπερεθνικοποιημένη» από την εφαρμογή της πολιτικής. Η αδυναμία των κρατών-μελών να εφαρμόσουν τις πολιτικές που συμφώνησαν οφείλεται ορισμένες φορές στους ευρωσκεπτικιστές που συνεχώς εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους αναφορικά με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χώρα μας συχνά δε συμμορφώνεται και για τον λόγο αυτόν θεωρείται μη συμμορφούμενο κράτος-μέλος. Κατά κύριο λόγο η Ελλάδα προσαρμόζει τις πολιτικές της «εκ των άνω» και λιγότερο «εκ των κάτω». Έτσι μεταβάλλονται στη χώρα το πολιτικό σύστημα, η πολιτική και οι δημόσιες πολιτικές (Featherstone & Παπαδημητρίου 2010: 60, 68). Άλλωστε για την εφαρμογή των πολιτικών της, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει και η ίδια κάποια εργαλεία πολιτικής. Αυτά είναι είτε υποχρεωτικά, καθώς περιέχουν μια νομική υποχρέωση είτε ήπια,3 όπου τα κράτη-μέλη επιλέγουν τον τρόπο δράσης. Σε κάθε περίπτωση όμως τα εργαλεία αυτά δημιουργούν περιορισμούς στα κράτη- μέλη. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει πόρους για να διευκολύνει τα κράτη-μέλη να δημιουργήσουν το ιδανικό εσωτερικό περιβάλλον για την 2 Με βάση τη θεωρία του εξευρωπαϊσμού, οι αλλαγές πολιτικής που λαμβάνουν χώρα στο εθνικό επίπεδο είναι αποτέλεσμα μιας αμφίδρομης διαδρομής από το εθνικό στο ευρωπαϊκό και πάλι στο εθνικό επίπεδο. 3 Υποχρεωτικά εργαλεία είναι οι οδηγίες, οι κανονισμοί και όσα ορίζουν οι Συνθήκες της ΕΕ. 627 εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων (Featherstone & Παπαδημητρίου 2010: 172, 215, 260). Το ΕΣΠΑ αποτελεί μια περιφερειακή πολιτική, που συνδέεται άρρηκτα με τη διαδικασία του εξευρωπαϊσμού των κρατών-μελών και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση.4 Η χώρα μας υιοθετεί κανόνες, διαδικασίες, παραδείγματα πολιτικής τα οποία παράγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό βέβαια οδηγεί τα κράτη-μέλη στο να αλλάξουν πολιτική κατεύθυνση και να προσαρμοστούν στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ΕΣΠΑ αναφέρονται στην ανάπτυξη των επιμέρους περιφερειών της χώρας, αλλά και του συνόλου της εθνικής οικονομίας. Επιφέρουν τόσο σύγκλιση με τις πολιτικές των άλλων κρατών- μελών όσο και συνοχή. Επειδή ο στόχος είναι το ΕΣΠΑ να οδηγήσει στην ανάπτυξη τη χώρα, το ελληνικό κράτος επιλέγει συνειδητά να μη δημιουργεί μια μακροχρόνια και αυτόνομη, περιφερειακή και τομεακή αναπτυξιακή στρατηγική. Πρέπει να σημειωθεί ότι η οικονομική βοήθεια είναι μόνο ένα προσωρινό μέσο δημιουργίας των κατάλληλων συνθηκών για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων. Εάν τα προγράμματα και οι πολιτικές είναι οργανωμένες και λειτουργούν αποτελεσματικά τότε χρηματοδοτούνται επαρκώς και υποστηρίζονται από μεγάλες ομάδες συμφερόντων. Βέβαια οι τροποποιήσεις μπορεί να διευκολύνουν την επίτευξη των στόχων της και όχι να εμποδίσουν την επίτευξή τους. Επίσης κάθε Επιχειρησιακό Πρόγραμμα συνιστά ένα δίκτυο πολιτικής στην κορυφή του οποίου βρίσκεται η Διαχειριστική Αρχή και η Επιτροπή Παρακολούθησης και ενσωματώνει πολλούς δρώντες. Σε γενικές γραμμές το ότι οι Έλληνες τάσσονται – στην μεγάλη τους πλειοψηφία- υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστά πιο εύκολες τις μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο το κατά πόσο θα υπάρξει εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται τελικά από την επιθυμία των εσωτερικών δρώντων αλλά και από το εάν το «χάσμα πολιτικής» είναι μικρό ή μεγάλο αναφορικά με το ζήτημα που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά την εύστοχη δήλωση του Κώστα Σημίτη «η έλλειψη βούλησης είναι πιο συνηθισμένη ερμηνεία για τις αλλαγές που δεν πραγματοποιήθηκαν ή δεν προχώρησαν στην αναμενόμενη έκταση» (Featherstone & Παπαδημητρίου 2010: 264-269, 274). Οι προβληματισμοί για τη δημιουργία ενός επιτελικού κράτους Το επιτελικό κράτος βασίζεται στην πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και στην συνεργασία του συνόλου των επιπέδων της δημόσιας διοίκησης. Στόχος είναι να εξεταστούν ξανά οι αρμοδιότητες όλων των βαθμίδων, να αναβαθμιστούν οι θεσμοί και να δημιουργηθεί μία μητροπολιτική κυβέρνηση. Το κράτος θα λειτουργεί διαθέτοντας στοιχεία σύγχρονης διαχείρισης, θα παρέχει μετρήσιμα αποτελέσματα και θα επιδιώκει αδιαλείπτως τη βελτίωση του κρατικού μηχανισμού. Η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κατηγορήθηκε ότι δημιουργεί ένα μοντέλο διακυβέρνησης με τον Πρωθυπουργό να συγκεντρώνει πολλές αρμοδιότητες (Εφημερίδα των Συντακτών 2019). Πάντως αξίζει να αναφερθεί ότι ορισμένα από τα μέτρα που προώθησε η Κυβέρνηση, εφαρμόζονται ήδη σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. 4 Βλ. ΕΣΠΑ 2014-2020, (2019). 628 Αρχικά, η Προεδρία της Κυβέρνησης θα συντονίζει το έργο της Κυβέρνησης και θα παρέχει υποστήριξη στον Πρωθυπουργό. Έκαστο Υπουργείο θα έχει έναν Υπηρεσιακό Γενικό Γραμματέα ο οποίος θα επιλέγεται από το ΑΣΕΠ και θα προέρχεται από τη δημόσια διοίκηση. Η Κεντρική δημόσια διοίκηση με βάση τη νομοθεσία θα πρέπει να εκπληρώνει τους στόχους της χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν λιγότερους πόρους αλλά και να υλοποιεί δράσεις για τις οποίες έχει αρμοδιότητα (Lawspot 2019). Το Υπουργικό Συμβούλιο θα συνεδριάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα και θα χαράσσει πολιτική η οποία εν συνεχεία θα εξειδικεύεται σε κάθε υπουργείο. Για να υπάρχει αφενός διαφάνεια και αφετέρου οι πολίτες να μπορούν να ενημερώνονται για την υλοποίηση των δράσεων της κυβέρνησης, κάθε έτος θα γνωστοποιούνται τόσο το κυβερνητικό σχέδιο δράσης όσο και τα σχέδια δράσης των υπουργείων (Mononews 2019). Θετική θεωρείται η πρωτοβουλία δημιουργίας της Εθνικής Επιτροπής Διαφάνειας. Γενικά δίνεται μεγάλη σημασία στη διαφάνεια και επιχειρείται η αποκεντρωμένη Διοίκηση να αποκτήσει πολλές αρμοδιότητες. Άλλος στόχος είναι η μείωση της γραφειοκρατίας. Έτσι, ο νόμος προβλέπει οι ατομικές διοικητικές πράξεις να εκδίδονται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι αυτό μάλλον θα οδηγήσει σε υπερφόρτωση της διοίκησης και στο ότι δημιουργούνται δύο υπερσυγκεντρωτικές δομές, η Προεδρία της Κυβέρνησης και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (Καθημερινή 2019). Άλλος βασικός στόχος είναι και η αντιμετώπιση της πολυνομίας και για τον λόγο αυτόν δημιουργείται μια ειδική γραμματεία. Επιπλέον, απλοποιείται και κωδικοποιείται η νομοθεσία (Τζιοβάρας 2019). Αυτό που παρατηρούμε από τα προλεχθέντα είναι ότι έμφαση δίνεται κατά κύριο λόγο στο ποιες αλλαγές θα γίνουν, χωρίς να διευκρινίζεται ο τρόπος υλοποίησης. Οι κινήσεις είναι βεβιασμένες, καθώς οι μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν μελέτη και σχεδιασμό. Ο στόχος είναι η κεντρική διοίκηση να είναι εκείνη που θα χαράσσει πολιτικές, θα παρακολουθεί την εφαρμογή των διυπουργικών πολιτικών, θα ζητάει να πραγματοποιηθούν ορισμένες δράσεις και θα έχει το ρόλο του καθοδηγητή. Το κράτος θα αποκομματικοποιηθεί. Ωστόσο, αν και είναι επιθυμητή η ύπαρξη συντονισμού στην εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών, δεν διευκρινίζεται ο τρόπος επίτευξής του. Θετική πρωτοβουλία είναι η δημιουργία ενός διυπουργικού κλάδου προσωπικού που θα περιλαμβάνει Αναλυτές Δημόσιων Πολιτικών, Αναλυτές Ψηφιακής Πολιτικής και Νομοτέχνες. Η αξιολόγηση επίσης των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων είναι σημαντικό στοιχείο για την αποτελεσματικότητα των διοικητικών έργων. Οι Γραμματείς κάθε χρόνο θα πρέπει να υλοποιούν κάποιους στόχους. Όμως σε ένα χρόνο δύναται να ολοκληρωθεί ένα έργο; (Ραμματά 2019). Η κατάργηση Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου της δημόσιας διοίκησης, του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητού Δημόσιας Διοίκησης, του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας είναι μια αρνητική πρωτοβουλία. Οι αλλαγές είναι μεγάλες και λαμβάνονται βεβιασμένα, χωρίς να υφίσταται διαβούλευση. Πριν λίγους μήνες ψηφίσθηκε ο νόμος «Ενδυνάμωση Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού», για την ενδυνάμωση αλλά και την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης, με βάση τον οποίο θα υπάρχει ένας πολυετής προγραμματισμός του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης. Ο προγραμματισμός και εδώ θα πραγματοποιείται κάθε χρόνο, δηλαδή σε σύντομο χρονικό διάστημα (Ραμματά 2019). Τέλος, ένα βασικό 629 στοιχείο είναι ότι τα πολιτικά κόμματα, οι ομάδες συμφερόντων και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται να αποκτούν σημαντικό ρόλο στο νέο επιτελικό κράτος (Παπάζογλου 2019). Ωστόσο είναι νωρίς να αξιολογήσουμε το επιτελικό κράτος μιας και πρέπει πρώτα να δούμε αν και πώς υλοποιούνται οι τιθέμενοι στόχοι στη νέα αυτή μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Αναμφίβολα αποτελεί μια τομή καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει ορισμένα χρόνια προβλήματα, όπως η γραφειοκρατία. Το βέβαιο είναι ότι επιχειρείται η δημόσια διοίκηση να αποκτήσει άλλες αρμοδιότητες οδηγώντας στον εκσυγχρονισμό της. Μάλιστα ορισμένες δράσεις όπως θα δούμε περιλαμβάνονται και στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα». Βλέπουμε για άλλη μια φορά όπως και στο εν λόγω Επιχειρησιακό Πρόγραμμα που θα αναλυθεί παρακάτω ότι δε λαμβάνεται υπόψη ούτε η κουλτούρα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης ούτε οι συνθήκες διακυβέρνησης. Οι ενέργειες μοιάζουν βεβιασμένες χωρίς να είναι πολύ καλά σχεδιασμένες. Όλες οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν χρόνο και διαβούλευση, διαφορετικά είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Τι περιλαμβάνει το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» Το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα» αποτελεί ένα πολυτομεακό και πολυταμειακό Πρόγραμμα, συγχρηματοδοτούμενο από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Ανήκει στον εντέκατο θεματικό στόχο του ΕΣΠΑ 2014-2020 και είναι ένα από τα τέσσερα Επιχειρησιακά Προγράμματα της περιόδου 2014-20205. Το ζητούμενο του προγράμματος είναι η δημόσια διοίκηση να καταστεί αποδοτική και αποτελεσματική, την ίδια στιγμή που οι διαθέσιμοι πόροι ελαττώνονται και οι προκλήσεις αυξάνονται. Είναι άλλωστε κοινώς αποδεχτό ότι αν καταστεί πιο αποτελεσματική θα μπορέσουν να εφαρμοστούν ευκολότερα οι μεταρρυθμίσεις. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να πραγματοποιήσει το εν λόγω Επιχειρησιακό Πρόγραμμα. Έτσι ιδρύθηκε η Γενική Γραμματεία Συντονισμού, η οποία υπάγεται στον Πρωθυπουργό και επιβλέπει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, καταρτίζει αλλά και συντονίζει το πρόγραμμα που πρέπει να εφαρμοστεί (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 6, 9, 27). Το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» βασίζεται στο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που έχει καταρτήσει η κυβέρνηση, στο θεματολόγιο για την επίτευξη της Στρατηγικής Ευρώπης 2020 και στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μεταρρυθμίσεις αφορούν είτε οριζόντιους τομείς, όπως για παράδειγμα η ενίσχυση της διαφάνειας είτε κάθετους τομείς όπως η υγεία (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Δίνεται επιπλέον η δυνατότητα χρηματοδότησης δράσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη για την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών από άλλα κράτη-μέλη. Οι στόχοι του Επιχειρησιακού Προγράμματος είναι να αναπτυχθεί το ανθρώπινο δυναμικό, να χρησιμοποιείται περισσότερο η 5 Τα υπόλοιπα Επιχειρησιακά Προγράμματα είναι το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Τεχνική Βοήθεια», το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού – Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» και το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Υποδομές Μεταφορών, Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη». 630 ηλεκτρονική διακυβέρνηση6 και τέλος να ενισχυθούν τόσο η οργάνωση όσο και οι θεσμοί της κεντρικής Κυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης δημόσιας διοίκησης. Αυτοί οι βασικοί στόχοι που χρηματοδοτούνται από διαφορετικό οργανισμό7 διακρίνονται σε 7 ακόμα ειδικούς στόχους που με λεπτομέρειες παρουσιάζουν τις αλλαγές που θα συντελεστούν για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες με τον εξορθολογισμό της διοικητικής δομής, όπως η αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών και η χρήση συστημάτων στοχοθεσίας. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι το συγκεκριμένο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα αναθεωρήθηκε το 2018, μεταβάλλοντας κυρίως τη χρηματοδότηση των θεματικών αξόνων (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 27-28, 51). Θεματικός άξονας 1: «Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση για την αύξηση: της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του Δημοσίου Τομέα» Άξονες προτεραιότητας 1,2,3 Ο θεματικός άξονας 1 σχετίζεται με δράσεις που λαμβάνουν χρηματοδότηση από το Ταμείο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την επίτευξη της αποδοτικότητας αλλά και της αποτελεσματικότητας των δημοσίων φορέων και την ορθή λειτουργία του κράτους, το οποίο θα ενεργεί για την ικανοποίηση των αιτημάτων του κράτους, των πολιτών και των επιχειρήσεων (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Όσον αφορά την επενδυτική προτεραιότητα, ο πρώτος ειδικός στόχος είναι όλο και περισσότερα καινούργια συστήματα και διαδικασίες να τίθενται σε εφαρμογή για να ενδυναμωθεί ο επιτελικός χαρακτήρας της δημόσιας διοίκησης. Επιδιώκει η διοίκηση να είναι οργανωμένη και να έχει τη δυνατότητα να επιλύει τα αναδυόμενα προβλήματα. Βασικός στόχος είναι η κεντρική διοίκηση να αναλάβει ρόλο διαμορφωτή, ελεγκτή και να προβαίνει σε αξιολογήσεις των δημόσιων πολιτικών. Ο δεύτερος ειδικός στόχος είναι να τεθούν σε λειτουργία οι καινούργιοι οργανισμοί που ανήκουν στου δημόσιους φορείς και η ανάληψη συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με τα αποτελέσματα του πρώτου στόχου όπως η αναδιοργάνωση των δημόσιων φορέων. Επιδιώκεται η απλοποίηση όλων των εσωτερικών διαδικασιών ώστε να καταστούν πιο αποδοτικοί και αποτελεσματικοί οι δημόσιοι λειτουργοί αλλά και η απλοποίηση των διαδικασιών που αφορούν τους πολίτες ώστε να ολοκληρώνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τις υποθέσεις τους, μέσω της συνεργασίας των υπηρεσιών. Οι ενέργειες που αφορούν την απλοποίηση των διαδικασιών προς τους πολίτες αλλά και τις επιχειρήσεις έχουν οδηγήσει στην αισθητή μείωση τόσο της γραφειοκρατίας όσο και των διοικητικών επιβαρύνσεων. Επόμενος στόχος είναι σε όλο και περισσότερους δημόσιους φορείς να χρησιμοποιούνται συστήματα που αφορούν τη στοχοθεσία, την αξιολόγηση και τον εσωτερικό έλεγχο ώστε να υπάρχει διαφάνεια και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. H αξιολόγηση είναι βασικός 6 Δηλαδή η αξιοποίηση της τεχνολογίας και ειδικότερα της πληροφορικής για την καλύτερη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. 7 Δηλαδή είτε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είτε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. 631 παράγοντας για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Επιχειρείται η ύπαρξη διαφάνειας σε όλες τις διαδικασίες καθώς και η συμμετοχή των πολιτών σε αυτές (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 38-49). Θεματικός άξονας 2: «Ενίσχυση της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης στις 11 περιφέρειες», άξονες προτεραιότητας 4,5,6 O άξονας «Ενίσχυση της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» σχετίζεται με δράσεις που λαμβάνουν χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης για τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών, των συστημάτων και των εφαρμογών (ΕΠ ΜΔΤ 2018, http://www.epdm.gr/el/Pages/aksones.aspx). Αφορά τη χρήση της τεχνολογίας για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, όπως το ΤΑΧΙS. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση δύναται να αλλάξει τη σχέση πολίτη-κράτους μέσα από τις δυνατότητες που θα του παρέχει, ώστε να αποκτά έναν ενεργό ρόλο στη λήψη αποφάσεων (Καρκατσούλης 2004: 182). Εμπεριέχει δύο ειδικούς στόχους, τη χρήση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε όλο και περισσότερους δημόσιους φορείς και συστήματα και την αύξηση των παρεχόμενων υπηρεσιών, εφαρμογών και συστημάτων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης προς τους πολίτες. Έτσι για παράδειγμα οι δημόσιοι φορείς θα έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν ηλεκτρονικά πληροφορίες. Με λίγα λόγια αναφέρεται στην «διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων και λειτουργιών» και την «παροχή πλήρως ηλεκτρονικοποιημένων υπηρεσιών» (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 14, 58-60). Θεματικός Άξονας 3 «Βελτίωση της διαχείρισης και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού του Δημοσίου Τομέα», Άξονες Προτεραιότητας 7,8,9 Σήμερα κάθε κράτος στοχεύει στη συνεχή εκπαίδευση των δημόσιων υπαλλήλων για να επιτυγχάνονται καλύτερα οι τιθέμενοι στόχοι της οργάνωσης. Ο άξονας Προτεραιότητας για την «Βελτίωση της διαχείρισης και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού του Δημοσίου Τομέα» χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και επιδιώκει το ανθρώπινο δυναμικό να έχει επαρκή και ουσιαστική κατάρτιση (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Περιλαμβάνει δύο ειδικούς στόχους. Ο πρώτος είναι η όλο και μεγαλύτερη χρήση από τους δημόσιους φορείς των καινούργιων συστημάτων για την αξιολόγηση αλλά και την ορθολογική διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού. Έτσι, έχουμε δράσεις όπως τη δημιουργία ενός συστήματος που θα χρησιμοποιεί τις ικανότητες των δημόσιων υπαλλήλων και με τον τρόπο αυτόν θα δημιουργείται μια «εσωτερική αγορά εργασίας». Ο δεύτερος στόχος είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα στελέχη να κατέχουν συγκεκριμένες ικανότητες, άρα ο στόχος αυτός αφορά την κατάρτισή τους με βάση τις υπάρχουσες ανάγκες. Γι’ αυτό έχουμε δράσεις όπως η ηλεκτρονική κατάρτιση. Σε γενικές γραμμές αυτό που επιδιώκεται είναι η κατάρτιση των δημόσιων λειτουργών έτσι ώστε να μπορούν να συνδράμουν στη βέλτιστη οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Οι μεταρρυθμίσεις που έχουν ξεκινήσει όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό είναι οι μετατάξεις, η κατάργηση ορισμένων μονάδων μικρής χρησιμότητας και η κατάργηση των 632 οργανικών θέσεων σε περιπτώσεις που αυτές είναι πλείστες, η χρήση του ενιαίου μισθολογίου, ο θεσμός της εργασιακής εφεδρείας και τέλος έχουν απογραφεί όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Το ΑΣΕΠ έχει αναλάβει τις προσλήψεις και τις προαγωγές των Προϊσταμένων. Αν και έχουν γίνει αρκετές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση κυρίως με τη μείωση του μεγέθους του Δημοσίου, δεν αρκούν. Για την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού, δημιουργήθηκε η Επιτροπή Αναδιοργάνωσης Δημοσίων Υπηρεσιών σε όλα τα Υπουργεία (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 11-12, 71-78). Θεματικός Άξονας 4 «Τεχνική Υποστήριξη για την Εφαρμογή / Υλοποίηση των δράσεων ΕΚΣ του Επιχειρησιακού Προγράμματος» Άξονες Προτεραιότητας 10,11,12 Οι Άξονες Προτεραιότητας 1 και 7 (Θεματικού Άξονες 1, 3) Στον Θεματικό Άξονα 4, ζητούμενο είναι τα συστήματα και οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για την διαχείριση, τον έλεγχο και την αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος να είναι αφενός αποτελεσματικότερα και αφετέρου όλοι οι εμπλεκόμενοι συμπεριλαμβανομένων των πολιτών να ενημερώνονται για τις μεταβολές και να έχουν ενεργό ρόλο στις διαδικασίες που σχετίζονται με τον σχεδιασμό των παρεμβάσεων (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Περιλαμβάνει δράσεις όπως η παρακολούθηση και η αξιολόγηση για την όσο το δυνατόν καλύτερη εφαρμογή των παρεμβάσεων μέσω της βελτιωμένης τεχνικής υποστήριξης. Ενδεδειγμένες ενέργειες είναι η διεξαγωγή ελέγχων και επιθεωρήσεων και η γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων και των αξιολογήσεων του Επιχειρησιακού Προγράμματος μέσα από συνέδρια και εκδηλώσεις (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 85-86). Θεματικός Άξονας 5 «Τεχνική Υποστήριξη για την Εφαρμογή / Υλοποίηση των δράσεων ΕΣΠΑ του Επιχειρησιακού Προγράμματος», Άξονες Προτεραιότητας 13,14,15 Στον πέμπτο Θεματικό Άξονα οι ενέργειες έχουν να κάνουν με την τεχνική υποστήριξη (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Οι δράσεις είναι πολύ σημαντικές γιατί αφορούν όλη τη διαδικασία υλοποίησης του Επιχειρησιακού Προγράμματος, δηλαδή την «οργάνωση, την παρακολούθηση της υλοποίησης, τον έλεγχο και την αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος». Επιδιώκεται μέσα από ειδικές παρεμβάσεις να τεθεί σε εφαρμογή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το εν λόγω Πρόγραμμα και οι ενέργειες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Στον άξονα αυτόν έχουμε δράσεις όπως τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων του επιχειρησιακού Προγράμματος. Στο σημείο αυτό αναφοράς χρήζει ο ρόλος της Επιτροπής Παρακολούθησης. Σε αυτήν έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα της συμμετοχής όλων των δρώντων που είναι υπεύθυνοι για την υλοποίηση, την παρακολούθηση αλλά και την αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος. Συντονίζει δηλαδή όλους τους φορείς που έχουν σχετικές αρμοδιότητες και μεριμνά για την υλοποίηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος. Αποτελείται από λίγα άτομα και ενισχύεται από τη γραμματεία της Διαχειριστικής Αρχής, ενώ επιδιώκεται και η 633 λήψη μέτρων για την μεγαλύτερη κινητοποίηση των μελών της, παραδείγματος χάρη μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής «Δίαυλος», με τα μέλη να μπορούν να ζητούν πληροφορίες σχετικά με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα. Έτσι έχουμε διαφάνεια και ενεργή συμμετοχή των μελών που ανήκουν στην Επιτροπή (ΕΠ ΜΔΤ 2014: 89-90, 104). Αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» Η αξιολόγηση κατά τη διάρκεια υλοποίησης ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος συνδράμει στην καλύτερη εφαρμογή του. Υπάρχει η ανάγκη τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιολόγησης. Είναι μια διαδικασία βελτίωσης της πολιτικής και μάθησης. Η θεωρία για την διακυβέρνηση αναφέρει ότι η επιτυχία έχει δύο διαστάσεις. Η πρώτη είναι ο προγραμματισμός, η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα και η ανθεκτικότητα των πολιτικών που αξιολογούνται ενώ η δεύτερη είναι ο τρόπος με τον οποίο υλοποιούνται οι δημόσιες πολιτικές και αξιολογούνται οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Οι αξιολογήσεις μελετώνται από την Επιτροπή Παρακολούθησης η οποία έχει το δικαίωμα να καταθέσει τις παρατηρήσεις της στις Διαχειριστικές Αρχές. Οι τελευταίες υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι το τέλος του 2022 έκθεση γνωστοποιώντας έτσι τα συμπεράσματα από τις αξιολογήσεις και τα αποτελέσματα του Επιχειρησιακού Προγράμματος (ΕΠ ΜΔΤ 2015), Η δεύτερη Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταδεικνύει ότι η χώρα μας έχει ολοκληρώσει με επιτυχία τις δράσεις που όφειλε μέχρι το 2018, όπως τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Γνωστοποιεί ακόμα ότι όλες οι μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί δεν έχουν οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα λόγω της οικονομικής κατάστασης της χώρας (ΕΣΠΑ 2019). Μελετώντας το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα, διαφαίνεται ότι για αρκετά χρόνια υπήρχαν καθυστερήσεις στην υλοποίηση των δράσεων, με αποτέλεσμα να έχουμε αιρεσιμότητες στο ζήτημα των δημόσιων συμβάσεων, στη δημιουργία ενός συστήματος δεικτών αποτελεσμάτων, στην ενίσχυση της διοικητικής αποτελεσματικότητας, όπου ενσωματώνεται και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης (ΕΠ ΜΔΤ 2015). Η αιρεσιμότητα προστάζει μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να έχει επιτευχθεί ο στόχος, διαφορετικά η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να σταματήσει τις ενδιάμεσες πληρωμές. Ωστόσο, το 2018 είχαν εκπληρωθεί όλες οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες και άρα εκείνο το έτος απορροφήθηκαν πολλοί πόροι (Ζησοπούλου 2019). Στον 1ο Θεματικό Άξονα οι εκθέσεις αξιολόγησης αναφέρουν ότι δεν εφαρμόζεται η στοχοθεσία, η αξιολόγηση και ο εσωτερικός έλεγχος των δημόσιων φορέων. Ο ειδικός στόχος για την «ενίσχυση του επιτελικού χαρακτήρα της δημόσιας διοίκησης» επιτυγχάνεται ικανοποιητικά αν και οι πόροι που χρησιμοποιεί θα έπρεπε να είναι λιγότεροι. Επίσης, οι ενδιάμεσοι προγραμματικοί στόχοι υλοποιούνται κανονικά. Πρέπει να τονιστεί ότι το 2018 είχαμε τη μείωση των πόρων κατά σχεδόν 7 εκατ. του Επιχειρησιακού Προγράμματος στον συγκεκριμένο Θεματικό Άξονα! Ο 2ος Θεματικός Άξονας, περιέχει τους περισσότερους πόρους και αν και εμφανίζει υψηλό βαθμό ενεργοποίησης παρουσιάζει προβλήματα, όπως το ότι 634 δεν απορροφούνται πολλοί πόροι. Ως βασικοί δικαιολογητικοί λόγοι μπορούν ενδεικτικά να αναφερθούν: η αιρεσιμότητα της ψηφιακής ανάπτυξης που δημιουργεί αρκετές καθυστερήσεις στις παρεμβάσεις και οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση έργων στον τομέα τεχνολογιών, πληροφορικής και επικοινωνιών (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Το 2018 είχαμε μεν εξειδίκευση των στόχων και νέες προσκλήσεις αλλά και μια πρόσθετη χρηματοδότηση 80 εκατ. ευρώ. Ο 3ος Θεματικός Άξονας απορροφά τους προγραμματικούς πόρους και εμφανίζει ικανοποιητικό βαθμό ενεργοποίησης. Και σε αυτόν τον Άξονα αυξήθηκε γύρω στα 7 εκατ. ευρώ ο προϋπολογισμός. Υστέρηση παρουσιάζει σε δράσεις που στόχο έχουν τον καλύτερο σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών και του εκπαιδευτικού υλικού αλλά και στις «καινοτόμες δράσεις». Μέσω των δράσεων έχουν ενισχυθεί οι επιχειρησιακές ικανότητες που κατέχει η δημόσια διοίκηση, οι πολίτες εξυπηρετούνται άμεσα και οι διοικητικές υπηρεσίες είναι πιο ποιοτικές. Δεν έχει προχωρήσει ο Άξονας για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ανοιχτή διακυβέρνηση ούτε ο Άξονας για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Προβληματισμό το 2018 προκαλούσαν και οι αλληλεπικαλύψεις των «ελεγκτικών φορέων και των σωμάτων επιθεώρησης» αλλά και η ανάγκη αναβάθμισης των πρώτων. Κατά το ίδιο έτος χαμηλή ήταν η αξιολόγηση όσον αφορά την ανταπόκριση και την επικοινωνία του Επιχειρησιακού Προγράμματος για του πολίτες. Δεν είναι κατανοητοί οι τιθέμενοι στόχοι και οι επιπτώσεις του. Πάντως οι δράσεις του είναι γνώριμες στους πολίτες. Σχετικά με το Σχέδιο Στρατηγικής Επικοινωνίας του Επιχειρησιακού Προγράμματος αν και έχει επιτύχει τους στόχους του, ως σημαντικές ελλείψεις μπορούν να αναφερθούν το ότι δεν έχει πρόσβαση στην επαρχία ούτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΕΠ ΜΔΤ 2018), Επομένως όταν ένα Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ούτε είναι γνώριμο στους πολίτες ούτε κατανοητό σε αυτούς, πώς περιμένουμε να επιφέρουν οι μεταρρυθμίσεις θετικά αποτελέσματα, όταν οι αποδέκτες των μεταρρυθμίσεων αγνοούν τις μεταρρυθμίσεις που συντελούνται; Θα ήθελα να αναφερθώ και στο ΕΣΠΑ 2021-2027, το οποίο δεν περιλαμβάνει στους θεματικούς του στόχους την μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα. Σε αυτήν την παρατήρηση πρέπει να προσθέσουμε ότι ο στόχος αυτός είχε τεθεί στο ΕΣΠΑ 2007-2013 αλλά και στο ΕΣΠΑ 2014-2020. Θεωρείται άραγε ότι όλοι οι στόχοι της δημόσιας διοίκησης και άρα οι όποιες αλλαγές ήταν να γίνουν έχουν ήδη συντελεστεί και ότι πλέον έχουν ανακύψει σοβαρότερα ζητήματα; Επίσης το γεγονός ότι στο επόμενο ΕΣΠΑ έχουμε την ενδιάμεση επανεξέταση το έτος 2025, όπου θα καθοριστεί η πορεία του προγράμματος με βάση τις τρέχουσες ανάγκες, δείχνει ότι τα αναδυόμενα προβλήματα σήμερα είναι πολλά με αποτέλεσμα να είναι δύσκολοι οι υπολογισμοί για μεγάλα χρονικά διαστήματα (Sluijters 2018). Πάντως αναμένουμε το επόμενο ΕΣΠΑ και τις αλλαγές που θα παρουσιάζει ως προς τους τρόπους επίτευξης των νέων στόχων. Αυτό θα αναδείξει τα προβλήματα του προηγούμενου ΕΣΠΑ που οδήγησαν σε μεταβολές. Μπορεί ωστόσο το υπό διαμόρφωση ΕΣΠΑ να μην εστιάζει στη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, όμως το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης που θα εφαρμοστεί το 2021 ασχολείται με άξονες που απασχόλησαν το ΕΣΠΑ όπως η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα και η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει τη δυνατότητα να παρέχει χρηματοδότηση σε έργα που ανήκουν θα ανήκουν ή ανήκαν στο ΕΣΠΑ (Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων 2019). 635 Πρέπει να τονιστεί ότι είναι επιτακτική ανάγκη να επιτευχθούν οι στόχοι που σχετίζονται με τις δαπάνες, για να μην επιστρέψει η χώρα μέρος της χρηματοδότησης που έχει λάβει. Γι’ αυτό τα Επιχειρησιακά Προγράμματα πρέπει να εξειδικευτούν για να προχωρήσουν πιο γρήγορα τα έργα. Αυτό που ομολογούν οι εμπλεκόμενοι φορείς είναι ότι έργα παρόμοια κοστολογούνται διαφορετικά και κάποια δεν έχουν βιωσιμότητα μόλις ολοκληρωθούν. Χρειάζεται επίσης ένα πλαίσιο που θα ενισχύει τη διαφάνεια ώστε οι Επιτροπές Αξιολόγησης να έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται χωρίς παρεμβάσεις. Γενικά, για να λυθούν διάφορα προβλήματα που ανακύπτουν πρέπει να υπάρχει συντονισμός πολιτικών και συνεργασία (ΕΠ ΜΔΤ 2016). Συμπεράσματα Αυτό που διαφαίνεται από τη μελέτη των επίσημων εγγράφων είναι ότι τελικά οι μεταρρυθμίσεις σε αυτό το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα δεν έχουν προχωρήσει. Οι διαδικασίες είναι χρονοβόρες, δύσκολες και τα χρονοδιαγράμματα ασφυχτικά. Το ότι οι μεταρρυθμίσεις μέχρι το 2018 δεν υλοποιούνταν, οδήγησε στην αύξηση της χρηματοδότησης σε ορισμένους Θεματικούς Άξονες, όμως μείωσε τους πόρους στον βασικό Θεματικό Άξονα που επιθυμεί να καταστήσει πιο αποτελεσματική τη δημόσια διοίκηση. Σε αυτό το σημείο πρέπει να προσθέσω ότι αν και η χρηματοδότηση αυξάνεται, οι δράσεις δεν υλοποιούνται στον επιθυμητό βαθμό. Η χώρα μας βρίσκεται πολύ πίσω αναφορικά με την υλοποίηση των στόχων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το συγκεκριμένο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα πέτυχε περισσότερα σε δράσεις που αφορούσαν την προώθηση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και την προσβασιμότητα των ΑμεΑ. Το έργο Σύζευξις 28 προχώρησε ικανοποιητικά και οι σχολές εκπαίδευσης δημόσιων και δικαστικών λειτουργών έχουν επιτύχει τους στόχους τους (ΕΠ ΜΔΤ 2018)! Ωστόσο οι στόχοι δεν έχουν επιτευχθεί κυρίως στον πρώτο Θεματικό Άξονα με τη χώρα μας να υπολείπεται πολύ αναφορικά με τους τιθέμενους στόχους. Είναι εντυπωσιακό ότι μετά από τόσα χρόνια που επιχειρείται η δημιουργία μιας αποτελεσματικότερης δημόσιας διοίκησης, αυτό δεν έχει καταστεί δυνατό. Αν και υπήρχε διάθεση για συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, κάτι που φαίνεται και από τις συνεδριάσεις τους,9 διάφοροι λόγοι δεν επέτρεψαν να προχωρήσουν στον επιθυμητό βαθμό οι μεταρρυθμίσεις. Κρίσιμο είναι ότι δεν κατάφεραν να επικοινωνήσουν το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα στους πολίτες-πελάτες των δημόσιων υπηρεσιών. Το καινούργιο σύστημα διακυβέρνησης προτάσσει ο πολίτης-πελάτης των δημόσιων υπηρεσιών να είναι ταυτόχρονα και εκείνος που σχεδιάζει και τις πολιτικές. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας καθώς δεν είναι καν ενήμερος για τις μεταρρυθμίσεις (ΕΠ ΜΔΤ 2018). Αυτό δικαιολογεί τα αποτελέσματα έρευνας σύμφωνα με τα οποία οι Έλληνες θεωρούν ότι θα υπάρξει απόκλιση παρά σύγκλιση συν τω χρόνω με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της ευρωζώνης, βλ. Διανέοσις (2018). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προβώ σε ορισμένες σημαντικές παρατηρήσεις. Ένα πρόγραμμα θεωρείται επιτυχημένο όταν έχει υλοποιήσει 8 Βλ. Εθνικό Δίκτυο Δημόσιας Διοίκησης, http://www.syzefxis.gov.gr/node/2335. 9 Βλ. http://www.epdm.gr/el/Pages/Sinedriasis.aspx. 636 τους στόχους και παρουσιάζει θετικά αποτελέσματα. Βασική αντίφαση είναι ότι μπορεί να κριθεί επιτυχής μια διαδικασία και το πρόγραμμα να μην επιτύχει τους στόχους του. Με ανεπαρκείς ελέγχους και ισορροπίες, οι πολιτικές ενδεχομένως παρουσιάσουν προβλήματα, καθώς τα μέσα και οι στόχοι δεν έχουν βελτιωθεί για την εφαρμογή των πολιτικών. Επίσης μπορεί να επιτύχουν ή να αποτύχουν οι διαδικασίες, τα προγράμματα και οι πολιτικές. Άρα η επιτυχία δε βασίζεται σε έναν παράγοντα. Στην πραγματικότητα η επιτυχία εξαρτάται από παράγοντες όπως οι αξίες και οι πεποιθήσεις του ατόμου. Δηλαδή εξαρτάται από το πώς το βλέπει κάθε άτομο. Επομένως, μια πολιτική είναι επιτυχής εάν επιτύχει τους στόχους που οι υπέρμαχοι θέλουν να επιτύχουν και δεν υπάρξουν αρνητικές κριτικές. Πάντως όλες οι πολιτικές έχουν ελλείψεις ή αποτυχίες. Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου αναφέροντας ότι τελικά το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» με βάση τις εκθέσεις αξιολόγησης,10 δεν έχει καταφέρει να υλοποιήσει τους στόχους του. Ο νόμος για το επιτελικό κράτος αλλά και το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα πιστεύω ότι δεν μπόρεσαν ούτε θα μπορέσουν να δημιουργήσουν μια νέα σχέση ανάμεσα στην Κυβέρνηση και τη δημόσια διοίκηση, εξαλείφοντας τα όποια προβλήματα υπάρχουν. Αυτό θεωρώ ότι οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κουλτούρα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Γι’ αυτό οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να διαμορφώνονται με βάση τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας. Το σίγουρο είναι ότι οι ριζικές μεταρρυθμίσεις είναι δύσκολο να υιοθετηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι προστριβές είναι πολλές και απαιτείται χρόνος για να γίνουν οι μεταρρυθμίσεις αποδεκτές (Παπάζογλου 2019). Όσον αφορά το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα, θεωρώ ότι μέχρι την ολοκλήρωσή του οι στόχοι δεν θα έχουν υλοποιηθεί μιας και πολλές μεταρρυθμίσεις έχουν εφαρμοστεί σε μικρό βαθμό. Μην περιμένουμε σημαντικές δράσεις να υλοποιούνται μέχρι την ολοκλήρωση του Επιχειρησιακού Προγράμματος. Αυτό όπως και το προηγούμενο πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί σημειώνοντας σημαντικές μεν μικρές δε αλλαγές, αν και οι προσδοκίες ήταν πολλές. Η Ελλάδα πάντως βρίσκεται σε καλό δρόμο αν και οι χρόνιες παθογένειες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης εξακολουθούν να θέτουν εμπόδια στη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Οι συνεχείς αξιολογήσεις των δράσεων, η συνεργασία όλων των επιπέδων της δημόσιας διοίκησης καθώς και η συμμετοχή των πολιτών σε όλες τις διαδικασίες, μπορούν να οδηγήσουν στην ριζική μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα. Βιβλιογραφία Featherstone, K. & Παπαδημητρίου, Δ. (2010), Τα Όρια του Εξευρωπαϊσμού Δημόσια πολιτική και μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδόσεις Οκτώ. Lawspot (2019), «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης», [Πρόσβαση 9 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/nomos-4622-2019 Mononews (2019) «Tι προβλέπει το πρώτο νομοσχέδιο Μητσοτάκη για το επιτελικό κράτος», [Πρόσβαση 9 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: 10 Βλ. Ετήσιες εκθέσεις, http://www.epdm.gr/el/Pages/etisies.aspx 637 https://www.mononews.gr/politics/sti-vouli-simera-to-proto-nomoschedio- mitsotaki-gia-to-epiteliko-kratos). Sluijters, W. (2018), «Προϋπολογισμός της ΕΕ για το μέλλον. Περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή.», [Πρόσβαση 20 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.espa.gr/el/Pages/newprogperiod21-27.aspx Αττάλογλου, Α. (2019), «Το ζήτημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης». Πρόσβαση 1 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.huffingtonpost.gr/entry/to- zetema-tes-ellenikes-demosias-dioikeses_gr_5dc954e5e4b0fcfb7f69dd5b Διανέοσις (2018), Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.dianeosis.org/wp- content/uploads/2019/09/tpe_2018_AB_v7-4.9.2019.pdf Εθνικό Δίκτυο Δημόσιας Διοίκησης, http://www.syzefxis.gov.gr/node/2335 . ΕΠ ΜΔΤ (2014), «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα 2014 – 2020», [Πρόσβαση 23 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Documents/EP_MDT/%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%8 7%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF% 8C%20%CE%A0%CF%81%CF%8C%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC %CE%B1_short.pdf ΕΠ ΜΔΤ (2015), «Εθνική Αρχή Συντονισμού - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2014-2020, Ειδική Υπηρεσία Στρατηγικής, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης. Η Αξιολόγηση στην Προγραμματική Περίοδο 2014-2020» http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/1h%20Synedriasi/%C E%91%CE%9E%CE%99%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%97%CE%A3% CE%97%202014-2020.pdf) . ΕΠ ΜΔΤ (2015), «ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΑΙΡΕΣΙΜΟΤΗΤΕΣ Πρόοδος εκπλήρωσης, Ιούνιος 2015. ΕΠ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ», Εθνική Αρχή Συντονισμού Ειδική Υπηρεσία Στρατηγικής, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης, Σμάρω Ζησοπούλου Σταυρούλα Πελεκάση. Διαθέσιμο στη δ/νση: www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/1h%20Synedriasi/ΕΠ%20ΜΔ Τ_1η%20ΕΠΠΑ_Αιρεσιμότητες_11.06.2015.pdf ΕΠ ΜΔΤ (2016), Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/3h%20Synedriasi/%C E%A0%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC%202%CE %B7%CF%82%20%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%A F%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82.pdf . ΕΠ ΜΔΤ (2018), «Θεματικοί Άξονες», Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα». [Πρόσβαση 18 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Pages/aksones.aspx ΕΠ ΜΔΤ (2018), «Σχέδιο Αξιολόγησης Επιχειρησιακού Προγράμματος «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ», [Πρόσβαση 1 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/3h%20Synedriasi/%C E%A0%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%20%CE%95%CF% 80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE %AF%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82%20%CE%A0%CE%BB%CE%AC%CE%B D%CE%BF%CF%85%20%CE%91%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C% CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82.pdf ΕΠ ΜΔΤ (2018), http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/GRAPTH%20DIADIKASIA/%CE%9F%C E%95%2012%CE%B7%CF%82%20%CE%95%CE%9E%CE%95%CE%99%CE%94 -%20%CE%95%CE%95%202018/%CE%95%CE%95%202018_v2_final.pdf Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» (2015), «Πρόοδος εκπλήρωσης ΕΠ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ»», Διαθέσιμο στη δ/νση http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/1h%20Synedriasi/%C E%95%CE%A0%20%CE%9C%CE%94%CE%A4_1%CE%B7%20%CE%95%CE%A0 638 %CE%A0%CE%91_%CE%91%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE% BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82_11.06.2015.pdf [Πρόσβαση 3 Δεκεμβρίου 2019]. Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου Τομέα» (2015), «Η Αξιολόγηση στην Προγραμματική Περίοδο 2014-2020». [Πρόσβαση 3 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/1h%20Synedriasi/%C E%91%CE%9E%CE%99%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%97%CE%A3% CE%97%202014-2020.pdf Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» (2016), «Πρακτικά 2ης συνεδρίασης Επιτροπής Παρακολούθησης», Πρόσβαση 15 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/SYNEDREIASEIS/3h%20Synedriasi/%C E%A0%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC%202%CE %B7%CF%82%20%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%A F%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82.pdf [ Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» (2018), «ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΟΛΟΙΗΣΗΣ ΕΤΟΥΣ 2018 (ΕΕΥ2018) ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ», [Πρόσβαση 3 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Documents/EPPA/GRAPTH%20DIADIKASIA/%CE%9F%C E%95%2012%CE%B7%CF%82%20%CE%95%CE%9E%CE%95%CE%99%CE%94 -%20%CE%95%CE%95%202018/%CE%95%CE%95%202018_v2_final.pdf Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση του Δημόσιου τομέα» (2018), «1η Έκθεση Προόδου ΕΣΠΑ 2014-2020», [Πρόσβαση 12 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.epdm.gr/el/Pages/Sinedriasis.aspx ΕΣΠΑ (2019), https://www.espa.gr/el/Documents/2127/National_Reform_Programme_Apr2019.pdf ΕΣΠΑ 2014-2020, (2019), https://www.espa.gr/el/Pages/staticESPA2014-2020.aspx. ΕΣΠΑ, (2019), «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2019». [Πρόσβαση 10 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.espa.gr/el/Documents/2127/National_Reform_Programme_Apr2019. pdf Ζησοπούλου, Σ. (2019), «To Νέο ΕΣΠΑ 2014 – 2020 ‘Προτεραιότητες και Αρχιτεκτονική’», [πρόσβαση 3 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://docplayer.gr/7730174-To-neo-espa-2014-2020-proteraiotites-kai- arhitektonike.html Η Εφημερίδα των Συντακτών (2019), «Το «Επιτελικό Κράτος» της Κυβέρνησης Μητσοτάκη», [πρόσβαση 9 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.efsyn.gr/politiki/boyli/206187_epiteliko-kratos-tis-kybernisis- mitsotaki-live Η Καθημερινή (2019), «Κατατέθηκε στη Βουλή το Νομοσχέδιο για το Επιτελικό Κράτος - Το πρώτο της κυβέρνησης Μητσοτάκη», [πρόσβαση 9 Δεκεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.kathimerini.gr/1035556/article/epikairothta/politikh/katate8hke- sth-voylh-to-nomosxedio-gia-to-epiteliko-kratos---to-prwto-ths-kyvernhshs- mhtsotakh Καρκατσούλης, Π. (2004), Το Κράτος σε Μετάβαση: Από τη «διοικητική μεταρρύθμιση» και το «νέο δημόσιο μάνατζμεντ» στη «διακυβέρνηση», Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σίδερης. Λαδή, Σ. & Νταλάκου, Β. (2010), Ανάλυση Δημόσιας Πολιτικής, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Παπάζογλου, Μ. (2019), https://www.protothema.gr/blogs/manos- papazoglou/article/912610/ta-provlimata-tou-epitelikou-kratous/). 639 Ραμματά, Μαρία (2019), «Σκέψεις για το Επιτελικό Κράτος που Οργανώνεται…», In.Gr. Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.in.gr/2019/08/20/apopsi/skepseis-gia- epiteliko-kratos-pou-organonetai/ . Ραμματά, Μ. (2019), «Σκέψεις για το Επιτελικό Κράτος που οργανώνεται…», Διαθέσιμο στη δ/νση https://www.in.gr/2019/08/20/apopsi/skepseis-gia-epiteliko-kratos- pou-organonetai/ [Πρόσβαση 9 Δεκεμβρίου 2019]. Σπανού, Κ. & Σωτηρόπουλος, Δ. (2011), “The Odyssey of Administrative Reforms in Greece, 1981–2009: A tale of two reform paths”, Public Administration, 89 (3): 723- 737. Τζιοβάρας, Γ. (2019), «Μητσοτάκης: Φτιάχνουμε το σύγχρονο κράτος που μας αξίζει». Διαθέσιμο στη δ/νση: https://www.protothema.gr/politics/article/914641/se-ligo- omilia-mitsotaki-sti-vouli-gia-to-epiteliko-kratos/). Το Βήμα (2020), https://www.tovima.gr/2020/01/25/society/diethnis-diafaneia-epta- theseis-pano-i-ellada-ston-deikti-antilipsis-diafthoras-to-2019/ Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (2019), «Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης». [Πρόσβαση 8 Νοεμβρίου 2019]. Διαθέσιμο στη δ/νση: http://www.opengov.gr/ypoian/wp- content/uploads/downloads/2019/03/%CE%A3%CE%A7%CE%95%CE%94%CE %99%CE%9F-%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%9F%CE%A5- %CE%95%CE%A0%CE%91.pdf 640 Το Συγκρουσιακό Στοιχείο στη Μεταδημοκρατία και οι Ευκαιρίες Έκφρασής του Χρυσάνθη Σουκαρά1 Περίληψη Στόχος της συγκεκριμένης εργασίας είναι η μελέτη της εμφάνισης του πολιτικού στοιχείου στη μεταδημοκρατία. Δεδομένου ότι στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες υπάρχουν δομικά στοιχεία που επιτρέπουν να τις χαρακτηρίσει κανείς ως μεταδημοκρατικές και έχοντας ως εκκίνηση την παραδοχή του Crouch ότι η μεταδημοκρατία αποτελεί το παραμορφωμένο είδωλο της δημοκρατίας θα εξεταστεί ο βαθμός στον οποίο μια τέτοιου τύπου δομή, δηλαδή η μεταδημοκρατική επιτρέπει ή περιορίζει την ανάδειξη του πολιτικού ,δηλαδή την εμφάνιση του ανταγωνιστικού- συγκρουσιακού στοιχείου. Σε αυτή τη σχέση πολιτικού και μεταδημοκρατίας τα κοινωνικά κινήματα θα μελετηθούν εμβόλιμα ως πιθανός φορέας ανάδειξης του πολιτικού, ως ο άγνωστος Χ της εξίσωσης που θα προσφέρει γόνιμο έδαφος για την εμφάνιση του συγκρουσιακού στοιχείου. Λέξεις-Κλειδιά: μεταδημοκρατία, πολιτικό, κοινωνικά κινήματα, συγκρουσιακή πολιτική Εισαγωγή Η έννοια του πολιτικού και η έννοια της πολιτικής, ενώ γλωσσικά και εννοιολογικά έχουν άμεση σύνδεση, τόσο σε επίπεδο καθημερινής φρασεολογίας, όσο και συχνά σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης διαφόρων θεωρητικών της πολιτικής επιστήμης, εντούτοις συγχέονται, αφήνοντας τη μία έννοια να διαχέεται στο πεδίο ορισμού της άλλης. Κατά την Chantal Mouffe, οι δύο προσεγγίσεις, της πολιτικής και του πολιτικού, οφείλουν να διακρίνονται, καθώς η κάθε μία έννοια ανοίγει ένα πεδίο διαφορετικών προσεγγίσεων. Δανειζόμενη το λεξιλόγιο του Χάιντεγκερ που διακρίνει ανάμεσα σε οντικό και οντολογικό επίπεδο, η Mouffe αναφέρει ότι η προσέγγιση της πολιτικής επιστήμης, συνδέεται με την έννοια της πολιτικής που αναφέρεται στο οντικό επίπεδο, ενώ η πολιτική θεωρία ερευνά την ουσία του πολιτικού, που συνδέεται με το οντολογικό επίπεδο (Mouffe 2010).Το οντολογικό, δηλαδή το πολιτικό, αφορά τον τρόπο που θεσπίζεται μια κοινωνία, ενώ το οντικό, δηλαδή η πολιτική, αφορά στις πρακτικές της συμβατικής πολιτικής (Mouffe 2010). Πέρα από την διάκριση που κάνει αρχικά η Mouffe για την πολιτική και το πολιτικό, θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει σε ένα δεύτερο επίπεδο διάκρισης εντός του πολιτικού αυτού καθ’ αυτό. Στο επίπεδο αυτό, η διάκριση 1Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών «Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας», Πάντειο Πανεπιστήμιο,
[email protected]641 γίνεται ανάμεσα στο στοιχείο της ελευθερίας και στο στοιχείο της σύγκρουσης που ενυπάρχουν στο πολιτικό. Συγκεκριμένα, η Hannah Arendt η οποία δεν κάνει σαφή διάκριση μεταξύ πολιτικής και πολιτικού, θεωρεί πως το νόημα της πολιτικής/πολιτικού είναι η ελευθερία (Arendt 2005). Η απώλεια του πολιτικού χώρου για τους πολίτες, υπό την επιβολή ενός απολυταρχικού καθεστώτος, στο πλαίσιο του παραδείγματος της αρχαίας Ελλάδας και της τυραννίας που η Arendt χρησιμοποιεί, σημαίνει ταυτόχρονα και απώλεια της ελευθερίας. Αντίθετα, θεωρητικοί, όπως ο Carl Schmitt, δεν ορίζουν το πολιτικό ως πεδίο διαλόγου, διαβούλευσης και ελευθερίας, αλλά ως πεδίο έκφρασης του ανταγωνισμού. Πιο συγκεκριμένα, για τον Schmitt το πολιτικό αποκτά προσδιορισμούς σε επίπεδα όπως το αισθητικό (όμορφο ή άσχημο), το ηθικό (καλό ή κακό), το οικονομικό (ωφέλιμο ή επιζήμιο), ενώ ο κυριότερος προσδιορισμός του αφορά το κομμάτι των πολιτικών σχέσεων και τη διάκριση φίλου ή εχθρού (Schmitt 2009). Η πολιτική διάκριση φίλου –εχθρού τοποθετεί στο επίκεντρο της πολιτικής το ανταγωνιστικό στοιχείο. Αν και οι δύο θεωρητικοί εκφράζουν εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές πεποιθήσεις, η θέση της Chantal Mouffe κλίνει προς τη θεώρηση του Schmitt για το πολιτικό, δηλαδή αφορά την ανταγωνιστική του διάσταση. Σύμφωνα με την Mouffe, το πολιτικό εκφράζεται ως ανταγωνισμός συμφερόντων διαφορετικών συλλογικών ταυτοτήτων. Η θεώρηση του πολιτικού ως φέρον το συγκρουσιακό στοιχείο οδηγεί τη θεωρητικό σε μία κριτική προσέγγιση του φιλελευθερισμού, ο οποίος υποστηρίζει ότι το συγκρουσιακό στοιχείο έχει εξαλειφθεί στις σύγχρονες κοινωνίες, με αποτέλεσμα να ισχύει το ίδιο και για την ανάγκη ύπαρξης του πολιτικού. Το ζήτημα, όμως, που ανακύπτει σχετίζεται με τη δομή των σύγχρονων κοινωνιών. Με αφετηρία την ανάλυση της Mouffe, μπορούμε να πούμε ότι στις σύγχρονες κοινωνίες της μαζικής κατανάλωσης, της τεχνολογικής προόδου, αλλά και της παγίωσης δημοκρατικών θεσμών, υπάρχει ακόμη το συγκρουσιακό στοιχείο στην πολιτική; Υπάρχουν συλλογικές ταυτότητες να συγκρουστούν σε επίπεδο διεκδίκησης δικαιωμάτων; Εν ολίγοις, το πολιτικό, όπως το ορίζει η Mouffe και ο Schmitt ως ανταγωνισμό, εξαλείφεται σταδιακά; Προκειμένου να απαντηθούν τα ανωτέρω ερωτήματα, επιτακτική είναι η ανάγκη να προσδιοριστούν τα δομικά στοιχεία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Στην προσπάθειά μας να ανιχνεύσουμε τις ιδιαιτερότητες των εν λόγω κοινωνιών, εκτιμούμε ότι πολύ χρήσιμη μπορεί να αποβεί η ανάλυση περί μεταδημοκρατίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Βρετανό κοινωνιολόγο ColinCrouch. Σύμφωνα με τον Crouch, η μεταδημοκρατία δεν είναι μια μη δημοκρατική κατάσταση, καθώς διατηρεί στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των καθολικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ωστόσο, αυτά διαμορφώνονται σε συνθήκες που, ενώ δεν αναιρούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία, μειώνουν τη σημασία της. Όπως στην παραβολή, δύο σημεία ισαπέχουν, αν και είναι εκ διαμέτρου αντίθετα, έτσι και η μεταδημοκρατία, ενώ διατηρεί στοιχεία της δημοκρατίας, είναι μονάχα ο καθρέφτης της. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, και σε αντίθεση με τη γεωμετρία της παραβολής, το είδωλο είναι παραμορφωμένο. Για να ορίσουμε τη μεταδημοκρατία χρειάζεται να αναλύσουμε τρία βασικά της στοιχεία, το περιεχόμενο των οποίων διαφέρει δομικά από εκείνο που διαμορφώθηκε υπό τις ιστορικές συνθήκες του εικοστού αιώνα. Τα στοιχεία 642 αυτά είναι η παγκόσμια εταιρεία, ο ρόλος του πολιτικού κόμματος, καθώς και οι αλλαγές στις κοινωνικές τάξεις. Τα δομικά στοιχεία της μεταδημοκρατίας Κοινωνικές τάξεις στη μεταδημοκρατία Για τον Crouch,το κυρίαρχο πολιτικό δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, σύμφωνα με το οποίο δεν υφίστανται πλέον κοινωνικές τάξεις, αποτελεί το ίδιο ένα σύμπτωμα της μεταδημοκρατίας (Crouch 2006). H σταδιακή συρρίκνωση της εργατικής χειρωνακτικής τάξης, από τη δεκαετία του ’70 και μετά, σε συνδυασμό με την καλπάζουσα διόγκωση των θέσεων εργασίας στον τριτογενή τομέα παραγωγής, είχε σαν αποτέλεσμα τα μεσαία κοινωνικά στρώματα να αναδειχθούν ως το μεγαλύτερο κομμάτι των δυτικών κοινωνιών. Τα μεσαία στρώματα χαρακτηρίζονται από μια έλλειψη συνοχής, καθώς είναι απρόθυμα να συνεργαστούν με τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, βρίσκονται εγγύτερα στο κεφάλαιο από πολιτική άποψη, αν και οι θέσεις τους είναι πιο σύνθετες, καθώς ανήκουν στους κύριους υποστηρικτές του κράτους που επωμίζεται τον ρόλο του αρωγού του πολίτη (Crouch 2006). Ρόλος του πολιτικού κόμματος Το χαρακτηριστικό των πολιτικών κομμάτων στη μεταδημοκρατία είναι ότι οι παραδοσιακές τομές μεταξύ δεξιάς και αριστεράς εκλείπουν, με αποτέλεσμα τα κόμματα να έχουν πολύ συχνά κοινή πολιτική ατζέντα, και να διαφοροποιούνται μόνο με τη βοήθεια των πολιτικών διαφήμισης και προώθησης της εικόνας. Σε διάφορες ιστορικές περιόδους οι πολιτικές ατζέντες των κομμάτων συνέκλιναν και αυτό δεν είναι ένα καινούργιο στοιχείο. Ωστόσο, το καινούργιο στοιχείο είναι ότι οι εταιρείες που συνωστίζονται γύρω από τις κομματικές ηγεσίες μπορούν να προσφέρουν χρήματα για τις εθνικές εκστρατείες (Crouch 2006). Έτσι προχωράει η συλλογιστική στο τρίτο στοιχείο της μεταδημοκρατίας, δηλαδή την εταιρεία ως θεσμό. Ο θεσμός της παγκόσμιας εταιρείας Η συνεργασία πολιτικών, κομμάτων, εταιρειών φανερώνει μία ρωγμή στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Δεν υπάρχει πλέον το δίπτυχο λαός – πολιτική εξουσία, αλλά μία κορπορατίστικη λογική εταιρειών και κυβερνήσεων. Τα κέντρα λήψης αποφάσεων επιμερίζονται σε κυβερνητικές και οικονομικές ελίτ, και σε συνδυασμό με την έλλειψη συνοχής των κοινωνικών τάξεων, οι επιχειρήσεις προωθούν τα συμφέροντα τους, ενώ τα πολιτικά κόμματα νομιμοποιούν αυτό το πλαίσιο συνεργασίας και εξισώνουν την πολιτική με την οικονομία. 643 Ευκαιρίες και Περιορισμοί Περιορισμοί στην ανάδειξη του πολιτικού στη μεταδημοκρατία Σημαντική στην ανάλυση των συγκρούσεων στις μεταδημοκρατικές, και όχι μόνο, κοινωνίες, μπορεί να θεωρηθεί η συμβολή του έργου των ErnestoLaclau και Chantal Μouffe για την ηγεμονία, τη δημοκρατική πολιτική, και το λαϊκισμό, η οποία μας βοηθάει να κατανοήσουμε την έννοια της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον Laclau (2010), όταν διαφορετικοί κοινωνικοί δρώντες προβάλλουν στη θεσμική εξουσία αιτήματα που δεν ικανοποιούνται, τότε αυτά συσσωρεύονται και συγκροτούν αλυσίδες ισοδυναμίας στη βάση της μη ικανοποίησης τους. Οι αλυσίδες αυτές αντιπαραβάλλονται σε σχέση με ένα εσωτερικό σύνορο στο λόγο, το οποίο προϋποθέτει τη ρηματική κατασκευή ενός αντιπάλου. Έτσι δημιουργείται η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει το κοινωνικό σε δύο στρατόπεδα, την εξουσία και τους «μη προνομιούχους» (“the underdog”)(Laclau 2010). Αυτή η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε έχοντες και μη έχοντες την εξουσία είναι που γεννά τη σύγκρουση. Με τη «γέννηση» του συγκρουσιακού στοιχείου αναδεικνύεται «το πολιτικό» στην κοινωνική ζωή. Εξαιτίας αυτής της σύγκρουσης, διαμορφώνεται η πολιτική ως η διαδικασία εκείνη που θα δώσει μορφή στο πολιτικό, στο είδος της σύγκρουσης και στα αιτήματα του στρατοπέδου της εξουσίας και εκείνου των μη προνομιούχων. Το συγκρουσιακό στοιχείο περιορίζεται στη μεταδημοκρατία και η συγκεκριμένη κατάσταση προκύπτει μέσω δύο διαδικασιών που συμβαίνουν παράλληλα: σε οικονομικό επίπεδο, τη συνεργασία των συγκροτητικών στοιχείων του τριπτύχου κράτος-αγορά-εταιρεία, και σε πολιτικό επίπεδο τη μη νομιμοποίηση της σύγκρουσης, όπου και όταν αυτή προκύπτει. Μηχανισμοί μη νομιμοποίησης της σύγκρουσης Ακόμα και όταν η σύγκρουση αναδύεται, υπάρχουν στη μεταδημοκρατία εκείνοι οι περιορισμοί που θα απονομιμοποιήσουν το πολιτικό, αμέσως μόλις αυτό αναδύεται. Πιο συγκεκριμένα, σε περιπτώσεις που ξεσπά σύγκρουση ανάμεσα σε κοινωνικούς δρώντες, η οποία έχει στο επίκεντρο την αμφισβήτηση των υφιστάμενων δομών εξουσίας, τότε, μέσω της κρατικής καταστολής, αλλά και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, παρουσιάζεται ως μη νόμιμη. Η κρατική καταστολή την περιορίζει με πρακτικούς τρόπους, ενώ τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο επίπεδο του λόγου. Αυτή η συνθήκη συνιστά παραδοξότητα, διότι, ενώ το Σύνταγμα στις δημοκρατικές δυτικές κοινωνίες αναγνωρίζει την ελευθερία στην έκφραση, καθώς και τη διεκδίκηση διαφορετικών απόψεων, μπορεί εύκολα να τις θέσει εκτός πλαισίου νομιμότητας, όταν αυτές παραγίνουν συγκρουσιακές, χωρίς απαραίτητα να τις ποινικοποιήσει. Εδώ αναδεικνύεται ως πολύ σημαντικός ο ρόλος των ΜΜΕ στο τρίπτυχο αγορά-κράτος-εταιρεία. Τα ΜΜΕ σε αυτή τη λογική υποδαυλίζουν τη συνεργασία, αφού αποτελούν και τα ίδια εταιρείες με εταιρικά συμφέροντα. Πολύ πιθανό είναι επίσης να αποτελούν παρακλάδι δραστηριοτήτων κάποιας πολυεθνικής εταιρείας. Επομένως, τα συμφέροντα είναι λίγο πολύ κοινά. 644 Ευκαιρίες ανάδειξης του πολιτικού ενάντια στους περιορισμούς και οι βοηθητικοί μηχανισμοί Τα μη διακριτά χαρακτηριστικά των κοινωνικών τάξεων, η συρρίκνωση της χειρωνακτικής βιομηχανικής τάξης, καθώς και η μη σαφής καταγραφή των γνωρισμάτων και του πολιτικού προσανατολισμού της μεσαίας τάξης, ως χαρακτηριστικά του δήμου, αποτελούν στη μεταδημοκρατία την ίδια στιγμή περιορισμό και ευκαιρία. Από μία οπτική γωνία, καθιστούν πιο δύσκολη τη δημιουργία αλυσίδων ισοδυναμίας, καθώς τα αιτήματα είναι δύσκολο να διατυπώνονται υπό το πρίσμα μιας κοινής έλλειψης. Από μία διαφορετική οπτική γωνία, όμως, τα ποικίλα γνωρίσματα (ταξικής, θρησκευτικής, φυλετικής, πολιτιστικής προέλευσης) των κοινωνικών δρώντων δημιουργούν πολλούς πιθανούς συνδυασμούς αυτών, και κατ’ επέκταση τη δημιουργία ποικιλόμορφων συλλογικών ταυτοτήτων. Το αμοιβαίο παιχνίδι των κρατικών μηχανισμών και συμφερόντων μπορεί να είναι πιο συνεκτικό όσο αφορά στη στρατηγική του, ενώ από την άλλη, δεν γνωρίζει ποτέ τον αντίπαλο του, δηλαδή το πώς θα ανασυνταχθεί και τι χαρακτηριστικά θα έχει η συλλογική ταυτότητα που θα δημιουργηθεί. Για παράδειγμα, το πολιτικό πρόταγμα των μη προνομιούχων θα είναι αντιπαγκοσμιοποιητικό, εθνικό, οικολογικό ή συνδυαστικό; Το διακριτό χαρακτηριστικό πάνω στο οποίο δομείται η σύγκρουση, το ανταγωνιστικό στοιχείο, μπορεί να μεταβάλλεται κάθε φορά διατηρώντας ζωντανή την έννοια του δήμου σε μια δημοκρατία που τον περιθωριοποιεί. Η διάδοση της πληροφορίας Παράλληλα με τους μηχανισμούς περιορισμού του πολιτικού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μία μερίδα των ΜΜΕ, υπάρχει και η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Η διάδοση της πληροφορίας στη μεταδημοκρατία περιλαμβάνει και ένα τμήμα που ξεφεύγει του παραδοσιακού Τύπου ή της τηλεόρασης. Η πληροφορία διαχέεται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, της προηγμένης τεχνολογίας, του ηλεκτρονικού τύπου, χωρίς να υπάρχει κάποιος έλεγχος εταιρικών συμφερόντων. Προφανώς δεν ισχύει πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αυτή η παραδοχή, εντούτοις υπάρχει η δυνατότητα τα γνωρίσματα των κοινωνικών δρώντων μέσω της συμμετοχής στη διάδοση της πληροφορίας να διαταχθούν και να πάρει μορφή το στοιχείο της σύγκρουσης, «το πολιτικό». Ένας χωρος ανταλλαγης αποψεων, ενημερωσης και συμμετοχης στην πληροφορια, μεσω των εναλλακτικων ΜΜΕ, δημιουργει ενα καινουργιο δημοκρατικο πλαισιο. Παραδειγματα, οπως το «Οccupy Wall Street» στις ΗΠΑ, και τα κινηματα των πλατειων. Οικονομική κρίση ως φορέας ανάδειξης του πολιτικού Είναι καίριο, επομένως, το ερώτημα γιατί σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, το κράτος παρεμβαίνει να νομοθετήσει προκειμένου να κρατήσει την ισορροπία στη μεταδημοκρατική συνθήκη και οι δρώντες αγορά – κράτος – κόμμα να συνεχίσουν την αγαστή συνεργασία. Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που οδήγησε σε οικονομική και 645 χρηματοπιστωτική κρίση, είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι δυτικές δημοκρατίες κάτω από την επιρροή του νεοφιλελευθερισμού έχασαν τον έλεγχο πάνω στην οικονομία και επιπλέον υπέφεραν από απώλεια δημοκρατικής ποιότητας (Ritzi 2014). Αξίζει να σημειωθεί ότι σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, τα παλαιότερα σημεία ισορροπίας του συστήματος χάνονται και πρέπει να βρεθούν εκείνα τα νέα σημεία που θα αποσβέσουν τη σύγκρουση και θα εξασφαλίσουν απρόσκοπτη λειτουργία στις αγορές. Επομένως στις δυτικές δημοκρατίες τα κράτη νομοθέτησαν για τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αλλού υπογράφοντας μνημόνια, όπως στην Ελλάδα, αλλά και, όπως υποστηρίζει η Donatella della Porta, ακόμα και οι χώρες που δεν υπέγραψαν μνημόνια οδηγήθηκαν να πάρουν αποφάσεις έξω από τα εκλογικά κανάλια, αλλά και επίσης έξω από την δημόσια ορατότητα (Crouch et al. 2016). Τέτοιου τύπου κινήσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες έγιναν για την απόσβεση συγκρουσιακών στοιχείων. Στην οικονομική κρίση κάποιος πρέπει να διασωθεί και κάποιος να βοηθήσει σε αυτή τη διάσωση. Στις Δυτικές Δημοκρατίες, τα κράτη νομοθέτησαν για να σωθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εις βάρος επιδομάτων, μισθολογικών κλιμακίων των μεσαίων κυρίως στρωμάτων, αντίθετη φορά από την κεϋνσιανή πολιτική που στην οικονομική κρίση του 1929 ενίσχυε τα μεσαία στρώματα προκειμένου να λειτουργήσει η οικονομία και η αγορά. Κατανοεί κανείς λοιπόν ότι μεταβολές στην πρότερη οικονομική κατάσταση μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων έφεραν στο προσκήνιο το συγκρουσιακό στοιχείο, γέννημα της δυσαρέσκειας των στρωμάτων αυτών. Καταλληλότερος φορέας για αυτές τις συγκρούσεις υπήρξαν τα κοινωνικά κινήματα. Με περιπτώσεις διαμαρτυριών σε πλατείες χωρών της Ευρώπης, μέχρι το κίνημα της Wall Street στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι παραδείγματα ανάδειξης του πολιτικού στη μεταδημοκρατική συνθήκη. Επιπρόσθετα, η οικονομική κρίση δεν επιφέρει μεταβολές μόνο στην οικονομική κατάσταση μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων αλλά επηρεάζει και την ποιότητα της δημοκρατίας στα εξής επίπεδα : α) επιδείνωση του κράτους δικαίου β) οι πολίτες γίνονται πιο ευαίσθητοι σε ό, τι παρέχουν οι κυβερνήσεις γ) απόσπαση από τα θεσμικά κανάλια εκπροσώπησης μαζί με την επιλογή να διαμαρτυρηθούν (Morlino & Quaranta 2016). H Ελληνική Περίπτωση H περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί μια ιδιαιτερότητα, καθώς στη συγκεκριμένη αυτή χώρα μπορεί να μελετήσει κανείς τους παράγοντες: μεταδημοκρατία, κοινωνικό κίνημα, οικονομική κρίση και νεοφιλελευθερισμό, καθώς και τις μεταξύ τους συνδέσεις. Καταρχάς, είναι απαραίτητος ένας διαχωρισμός για την Ελλάδα προ και μετά οικονομικής κρίσης και η απόδειξη αν μπορεί κανείς να μιλήσει για μεταδημοκρατία στην Ελλάδα. Προ κρίσης η Ελλάδα βρισκόταν σε μεταδημοκρατική συνθήκη, όπως οι υπόλοιπες δυτικές δημοκρατίες; Αν όντως ισχύει αυτή η υπόθεση, τότε κατά πόσο δόθηκε η δυνατότητα με την οικονομική κρίση να εμφανιστεί το συγκρουσιακό στοιχείο και ποιοι ήταν οι φορείς της ανάδειξης του πολιτικού; 646 Η Ελλάδα πριν την κρίση και η μεταδημοκρατική συνθήκη Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 μέχρι το 2008 μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ελλάδα αποδύεται σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας και αρχίζει να διαμορφώνει εκείνα τα δομικά στοιχεία της μεταδημοκρατίας. Στο διάστημα αυτό των περίπου δύο δεκαετιών αρχίζει το κομμάτι των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, του κράτους πρόνοιας να περνάει στα δεύτερα πλάνα της πολιτικής ατζέντας των δύο κομμάτων που εναλλάσσονται στην εξουσία, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δειλά στην αρχή κατόπιν κυρίαρχη, αναδυόμενη πολιτική ατζέντα του εκσυγχρονισμού με χρονικό αποκορύφωμα το 2000, επιχείρημα που χρησιμοποιούν και τα δύο κόμματα εξουσίας. Αναφέρθηκε ανωτέρω πως τα δομικά στοιχεία της μεταδημοκρατίας είναι ο ρόλος του πολιτικού κόμματος με απώλεια των διαιρετικών τομών δεξιάς αριστεράς και ενίσχυση μιας τάσης αποπολιτικοποίησης, η ενίσχυση του θεσμού της παγκόσμιας εταιρείας αλλά και η διαφοροποίηση της παραδοσιακής θεώρησης των κοινωνικών τάξεων με την ανάδειξη των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Πράγματι στην Ελλάδα αυτές τις δύο δεκαετίες εντοπίζονται εξελικτικά και τα τρία δομικά στοιχεία της μεταδημοκρατίας. Η Ελλάδα μετά την οικονομική κρίση Δεδομένου ότι η Ελλάδα προ κρίσης πληροί στοιχεία που την εντάσσουν μαζί με τις πιο προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες στη μεταδημοκρατική συνθήκη, αυτή η κατάσταση συνεχίζει να ισχύει και μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008.Από την αρχή της παγκόσμιας κρίσης το 2008, πολλαπλά μνημόνια κατανόησης (memoranda of understanding) δομικών μέτρων προσαρμογής επιβλήθηκαν από διεθνείς ηγέτες και την τρόικα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή ,Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Diani & Kousis 2014) Συγκεκριμένα στην Ελλάδα η υπογραφή του πρώτου μνημονίου πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Μια τέτοια εκδοχή ενισχύει ακόμα περισσότερο την άποψη ότι η Ελλάδα και μετά την κρίση μπορεί ακόμα να μελετηθεί υπό το πρίσμα της μεταδημοκρατίας. Ακόμα και αν βρίσκεται υπό καθεστώς επιτήρησης για την δημοσιονομική της προσαρμογή αυτό και πάλι σημαίνει ότι παρά τα κέντρα εξουσίας που ξεπερνούν το εθνικό πλαίσιο της Ελλάδας ,όπως οι δυνάμεις της τρόικα που είχαν την δυνατότητα να επιβάλλουν σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ακόμα μία αποδυνάμωση της λαϊκής κυριαρχίας όπως θεωρητικά υπάρχει στην δημοκρατία και μια περαιτέρω μετατόπιση τω κέντρων λήψεων αποφάσεων από τις κυβερνήσεις και τα κόμματα του δικομματισμού προ κρίσης σε υπερεθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για παράδειγμα. Κινήματα των πλατειών Σε αυτό το πλαίσιο και στο σημείο που προ κρίσης η ιδιώτευση, η απαξίωση της ενασχόλησης με την πολιτική κυριαρχούσε, ξεκινάει εκ νέου στο μέσο της 647 οικονομικής κρίσης μια έντονη ενασχόληση των πολιτών με την πολιτική που θα πάρει μορφή με το κίνημα των αγανακτισμένων ή αλλιώς τα επονομαζόμενα κινήματα των πλατειών. Μετά την εφαρμογή των αυστηρών μέτρων λιτότητας του 2011, μια σωρεία διαμαρτυριών αποτέλεσαν την απάντηση της κοινωνίας στα συγκεκριμένα μέτρα. Τέτοιες λαϊκές, αυτοοργανωμένες συνελεύσεις σε κεντρικές πλατείες ορίζονται από την περιεκτική και ποικίλη φύση τους, τη ρευστότητα τους, τη δομή χωρίς ηγέτη καθώς και τη χρήση και την κινητοποίηση μέσω ψηφιακών μέσων (Castells 2012). Η Δημοκρατία περισσότερο από την οικονομία ήταν ξεκάθαρα το κέντρο των λαϊκών αντιδράσεων στην Ελληνική κρίση (Κοτρωνάκη 2013) . Ωστόσο, δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις περισσότερες από τις εκλογικές του υποσχέσεις σχετικά με το τέλος της λιτότητας στην Ελλάδα τώρα αντιμετώπισε το δύσκολο έργο της εφαρμογής ενός νέου προγράμματος λιτότητας που υπέγραψε τον Ιούλιο του 2015 (Karyotis & Ruding 2017) Συμπεράσματα Μεταδημοκρατία Στη μεταδημοκρατία χαρακτηριστικό είναι ο περιορισμός του πολιτικού και κατά συνέπεια η άμβλυνση εκείνων των στοιχείων που δημιουργούν συγκρούσεις μεταξύ πολιτών και των δυνάμεων εξουσίας. Στην περίπτωση εμφάνισης οικονομικής κρίσης τα στοιχεία της μεταδημοκρατίας γίνονται ακόμα πιο διακριτά καθώς μέσω της συνεργασίας τους προσπαθούν να αποσβέσουν την εμφάνιση του συγκρουσιακού στοιχείου. Το κράτος νομοθετεί προκειμένου η αγορά και οι εταιρείες να συνεχίσουν απρόσκοπτα την κερδοφορία που θα είναι αν δεν εμφανιζόταν η κρίση. Πολιτικές αφηγήσεις κυρίως από κόμματα της δεξιάς αλλά και της σοσιαλδημοκρατίας για ενίσχυση της αγοράς ως μονόδρομου με στόχο να εξασφαλίσουν την συναίνεση των πολιτών είχαν να αντιμετωπίσουν ως αντίπαλο τόσο την αφήγηση των κοινωνικών κινημάτων όσο και των κομμάτων της αριστεράς Κινήματα Σαφώς και τα κοινωνικά κινήματα έχουν τη δύναμη να αποτελέσουν φορείς του συγκρουσιακού στοιχείου και με προτάγματα για άμεση δημοκρατία να έρθουν σε ρήξη με τη δομή της μεταδημοκρατίας, λειτουργώντας ως αντιπαράδειγμα στο νεοφιλελευθερισμό. Αποτελέσματα μπορεί να υπάρξουν και να κλονίσουν και σε ένα βαθμό τις ισορροπίες του πολιτικού συστήματος, όπως στην ελληνική περίπτωση, με ανάδειξη εντός του εκλογικού συστήματος νέων πολιτικών δυνάμεων. Παρόλα αυτά, θα μπορούσε ενδεχομένως κανείς να συμπεράνει ότι η ανάδειξη του συγκρουσιακού στοιχείου παραμένει ένα διαρκές διακύβευμα, τόσο για τα κοινωνικά κινήματα όσο και για τα πολιτικά κόμματα. Όσο εκείνα βρίσκονται σε άνθηση επανέρχεται το πολιτικό στη δημόσια σφαίρα ανοίγονται δίαυλοι επικοινωνίας με τους θεσμικούς φορείς και ανάλογα με την δυναμική τους και την ένταση της αντιπαράθεσης οδηγούν σε θεσμικές μεταβολές. Αποτελούν μια αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη και σίγουρα 648 δημιουργούν μια γέφυρα για έναν διαρκή διάλογο με τα πολιτικά κόμματα προκειμένου να κλονίσουν τα πολλαπλά κέντρα λήψης αποφάσεων της μεταδημοκρατίας. Βιβλιογραφία Arendt, Η. (2005), The Promise of Politics, New York, Schocken Books. Castell, Μ. (2012), Networks of Outrage and Hope: Social movements in the Internet age, Cambridge, Polity Press. Crouch, C. (2006), Μεταδημοκρατία (μετ. Α. Κιουπκιόλης), Αθήνα, εκδόσεις Εκκρεμές. Crouch, C., Della Porta, D., Streeck, W. (2016), “Democracy in Neoliberalism?”, Anthropological Theory 16 (4): 502-504, διαθέσιμο από: https://doi.org/10.1177/1463499616677904 Diani, Μ. & Kousis, M. (2014), “The Duality of Claims and Events: The Greek campaign against the troika's memoranda and austerity, 2010-2012”, Mobilization: An International Quarterly, 19 (4): 387-390, διαθέσιμο από: https://doi.org/10.1177/0192512116639747. Karyotis, G. & Ruding, W. (2017), “The Three Waves of Anti-Austerity Protest in Greece, 2010–2015”, Political Studies Review, 13(1): 10-12, διαθέσιμο από: https://doi.org/10.1177/1478929916685728. Laclau, Ε. (2010), Λαϊκισμός: Tι Σημασία Έχει το Όνομα (μετ. Γ. Κατσαμπέκη & Γ. Ανανιάδης), Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 110: 73-75. Morlino, L. & Quaranta, M. (2016), “What is the Impact of the Economic Crisis on Democracy? Evidence from Europe”, International Political Science Review, 37(5): 1- 5, διαθέσιμο από: https://doi.org/10.1177/0192512116639747. Mouffe, C. (2010), Επί του Πολιτικού (μετ. Α. Κιουπκιόλης) Αθήνα, εκδόσεις Εκκρεμές. Ritzi, C. (2014), “Neoliberal Hegemony and the Post-Democratization of the Public Sphere. An analytical framework to evaluate the democratic quality of political discourse”, Revista Científica de Información y Comunicación, σελ. 169-171. Schmitt, C. (2009), Η έννοια του Πολιτικού (μετ. Α. Λαβράνου), Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Κοτρωνάκη, Λ. (2013), «Les Mobilisations des Indignés: Politique du Conflit et Politique Conventionnelle aux Années du Mémorandum en Grèce», Pôle Sud, 38, σελ. 53-55. 649 650 Η Νέα Στρατηγική Ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2019- 2014: Από την Γεωστρατηγική των Νοτιοανατολικών Συνόρων στο Παγκόσμιο Πεδίο Θεοδώρα Σταθούλια1 Περίληψη Η εισήγηση έχει ως βάση ανάλυσης τα δύο κείμενα της στρατηγικής ατζέντας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πρώτο που αφορά την τρέχουσα περίοδο 2014-2020 και το δεύτερο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2019 που προσδιόριζε τα στοιχεία στρατηγικής για την επόμενη περίοδο 2021-2024. Στο πλαίσιο αυτό θα προσπαθήσει να περιγράψει την μεθοδολογική επαναδιατύπωση στόχων όπως αυτή προκύπτει από το νέο πλαίσιο. Η βασική υπόθεση της εισήγησης είναι ότι, το νέο κείμενο της στρατηγικής ατζέντας της νέας πολιτικής ηγεσίας της ΕΕ έχει περισσότερους πολιτικούς συνδέσμους με την τρέχουσα πολυεπίπεδη τεκτονική αλλαγή της γεωστρατηγικής των ΗΠΑ παρά με την δυναμική ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού στρατηγικού σχεδίου που θα μπορούσε να συμβάλλει στην αναδιάταξη του μοντέλου περιφερειακών συγκρούσεων που ξεδιπλώνεται ως κρίση πολυμερών εμπορικών σχέσεων αλλά και ως κρίση παγκόσμιας ηγεμονίας. Λέξεις-κλειδιά: Νέα στρατηγική ατζέντα ΕΕ, περιφερειακές συγκρούσεις και ευρωπαϊκή γεωπολιτική, ΗΠΑ και κρίση πολυμερών εμπορικών σχέσεων Εισαγωγή Η νέα γεωπολιτική μετά το 1989 βρήκε την Ευρωπαϊκή Ένωση να χτίζει την Ευρωπαϊκή της πορεία προς την διεύρυνση της ενοποίησης μέσα από ένα σύνθετο σχήμα ερμηνείας του υπερεθνικού στοιχείου στην υπέρβαση της κρατικής οντότητας που συγκρατούσε την ομάδα των κρατών-μελών. Σημαντικά γεγονότα την κρίσιμη αυτή η χρονιά όπως είναι η δέκατη επέτειος της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, η αίτηση ένταξης της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η έκδοση της Διακήρυξης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η πτώση του τείχους του Βερολίνου στις 9 Νοεμβρίου και το άνοιγμα των συνόρων της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα οδηγήσουν σε μία πρωτόγνωρη ιστορική εποχή για την Ευρώπη. Χαρακτηριστικά αυτής της εποχής που αφορούν την γεωπολιτική διάσταση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τις θεωρίες που θα συγκροτήσουν τους μηχανισμούς για το πέρασμα στη νέα εποχή θα μπορούσαν να προσδιοριστούν αφενός μέσα από το 1Πολιτική Επιστήμονας, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Strathclyde (Information Science). Ανεξάρτητη ερευνήτρια σε θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης
[email protected]651 συγκρουσιακό περιβάλλον σε επίπεδο στρατηγικής για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτές συνοπτικά θα μπορούσαν να αποδοθούν στις δύο μεγάλες σχολές αφενός αυτή της φιλελεύθερης διακυβέρνησης και του διακυβερνητισμού και αφετέρου στην σχολή του υπερεθνικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Bennett & Checkel 2015). Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στη διαχρονική της αποτύπωση από την Ευρωπαϊκή κοινότητα άνθρακα και χάλυβα ως υπερεθνική οργάνωση της μεταπολεμικής Ευρώπης για τη συγκέντρωση όλων των αναγκαίων βιομηχανικών πόρων που θα οδηγούσαν στην Ευρωπαϊκή οικονομική ανασυγκρότηση μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ένα σχέδιο που διατρέχεται από τους εσωτερικούς εθνικούς ανταγωνισμούς, από τις ιδέες που συγκροτούν σταδιακά την μεταπολεμική Ευρώπη σε έναν ισχυρά συγκρουσιακό γεωπολιτικό πεδίο με την παρουσία του σοβιετικού μπλοκ να υποχρεώνει σε μία επιτάχυνση των παραμέτρων που οι δυτικοευρωπαϊκές ελίτ μεταφράζουν ως κοινό μέλλον. Η άποψη ότι το 1989 πυροδότησε μια αναβίωση της γεωπολιτικής σκέψης σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά όχι σε άλλους (Guzzini 2013) έχει μια σημαντική θέση στην μεθοδολογία της δυναμικής των εξελίξεων. Στην εργασία αυτή υποστηρίζεται η παραδοχή ότι η εξέταση της ευρωπαϊκής πολιτικής χρειάζεται αναλυτικά μεθοδολογικά εργαλεία από μια ευρεία περιοχή της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων στοιχείο ιδιαίτερα διαλεκτικής σημασίας για να γίνει δυνατή η αξιολόγηση της ιστορικής δυναμικής μιας εξωτερικής πολιτικής που συνδέεται με πολλαπλά εθνικά μη ομογενή στρατηγικά συμφέροντα. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει μια ισχυρή μεθοδολογική βάση για την εξέταση της μεταβολής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ κάτω από το βάρος μιας συνολικής αλλαγής του δόγματος της μεταπολεμικής Ευρώπης που ήταν η πρόσδεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες πάνω στο μεγάλο σχέδιο όπως αυτό εκφράστηκε πολιτικά και στρατηγικά με το US Marshall Plan που επέτρεψε στη Γερμανία να επανενταχθεί στο δυτικό κόσμο με όρους αναπτυξιακούς αφήνοντας πίσω την Γερμανία του πολέμου. Αυτή η τεράστιας σημασίας οικονομική υπέρβαση της κατεστραμμένης μεταπολεμικής Γερμανίας έδωσε ζωτική διάσταση στο σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης για την Γαλλία και την Ιταλία. Η μετά το 1989 κρίσιμη αλλαγή της αρχιτεκτονικής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ εκφράστηκε στην συνάντηση της Ρώμης των μελών του ΝΑΤΟ στην Ρώμη το 1991 όπου διαμορφώνεται ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του ΝΑΤΟ - Κοινότητα κοινών αξιών μεταξύ Βόρειας Αμερικής και ολόκληρης της Ευρώπης - Συνεχής ρόλος της Συμμαχίας ως παράγοντας αλλαγής, πηγή σταθερότητας και εγγυητή ασφάλειας - Νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας - Πλαίσιο αλληλένδετων θεσμών στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική - Συμπληρωματικοί ρόλοι του ΝΑΤΟ, της ΔΑΣΕ, της ΕΚ, της ΔΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης - Περιφερειακή συνεργασία (Hill and Smith 2000). Στο νέο στρατηγικό περιβάλλον η προσέγγιση μετά το 1989 σημειώνει τις βαθιές πολιτικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αλλαγές που βελτίωσαν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο η βορειοατλαντική συμμαχία ανέπτυξε τους στόχους της. Το στρατηγικά σημαντικό σε αυτή την επανατοποθέτηση του εννοιολογικού πλαισίου της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών (North Atlantic Council 1991) έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι μέρος αυτού του εννοιολογικού 652 επαναπροσδιορισμού αποτελεί η διακυβερνητική διάσταση στους διαθέσιμους μηχανισμούς ασφάλειας που έχουν δημιουργηθεί όπως είναι η διαδικασία της Διάσκεψης για την Συνεργασία και την Ειρήνη (ΔΑΣΕ). Η ΔΑΣΕ, η οποία ξεκίνησε στο Ελσίνκι το 1975, έχει ήδη συμβάλει σημαντικά στην υπέρβαση της διαίρεσης της Ευρώπης. Ως αποτέλεσμα της Διάσκεψης Κορυφής του Παρισιού, περιλαμβάνει πλέον νέες θεσμικές ρυθμίσεις και παρέχει ένα συμβατικό πλαίσιο διαβούλευσης και συνεργασίας που μπορεί να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο, συμπληρωματικό προς αυτό του ΝΑΤΟ και της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για τη διατήρηση της ειρήνης∙ μια σημαντική παράμετρος στην διάρθρωση ενός πολυεπίπεδου μηχανισμού αφού η μετατροπή της «Διάσκεψης» σε Οργανισμό το 1995 (Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη-ΟΑΣΕ) με 57 συμμετέχοντα κράτη από τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την Ασία, είναι ο μεγαλύτερος περιφερειακός οργανισμός ασφάλειας στον κόσμο που επικύρωσε την σημασία της ελαχιστοποίησης της έντασης ανάμεσα στα δυο μεγάλα γεωπολιτικά σχήματα αυτό του Συμφώνου της Βαρσοβίας και του ΝΑΤΟ . Αυτή η αρχιτεκτονική έχει αλλάξει ριζικά. Στην πραγματικότητα έχει ακυρωθεί από τις νέες στρατηγικές των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και την δυναμική και πολυεπίπεδη ένταξη της Κίνας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο. Αυτή η ακύρωση είναι η τεράστια πρόκληση για τα κράτη μέλη της ΕΕ που δεν έχει αποτυπωθεί στην στρατηγική της ΕΕ. Η ρητορική της ακύρωσης της αρχιτεκτονικής πρόσδεσης της Ευρώπης με τις Ηνωμ. Πολιτείες ως προς τις στρατηγικές της ασφάλειας θα πρέπει να εξεταστεί ως στοιχείο της νέας κατάστασης. Έτσι η θέση ότι υπάρχει παρατεταμένη ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι Ευρώπη δεν έπραξε το καθήκον της απέναντι στο ΝΑΤΟ (Shea 2019) δεν συγκροτεί μόνο μία μετά- θεωρητική ή μια μετά - δημοκρατική μεταφορά ενός πραγματισμού που υπερβαίνει τις ιστορικές αναγκαίες προσαρμογές των πολιτικών σε ένα νέο διεθνές περιβάλλον αλλά καθιστά την νέα εποχή στοιχείο μιας νέας ιστορικής ταυτότητας για την συγκρότηση των διεθνών συσχετισμών που έχει στο επίκεντρό της την σταδιακή ένταξη των ισχυρών εθνικών πολιτικό-οικονομικών ελίτ στην γεωπολιτική και στους διεθνείς ανταγωνισμούς ακυρώνοντας θεσμικά κρίσιμους multilateral και διακυβερνητικούς μηχανισμούς μετατρέποντάς τους από στρατηγικούς παράγοντες σε οικονομικές/επενδυτικές στρατιωτικές μηχανές. Η εργασία αυτή έχοντας ως στόχο τον εντοπισμό και την ανάλυση σημαντικών σταθμών της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δεδομένη την ιστορική αλλαγή πού προήλθε από το καινούργιο περιβάλλον μετά το 1989. Εκτιμώντας ότι υπάρχει σοβαρό μεθοδολογικό έδαφος για τη συγκρότηση μιας θεωρητικής προσέγγισης στηριγμένη σε πάνω στην κονστρουκτιβιστική αναλυτική διαδικασία (Checkel 2006) θα προσπαθήσει να μοχλεύσει και να επανασυνδέσει τα ίχνη που επιστημολογικά αλλά και θεωρητικά αφήνει η συγκρότηση του πολιτικού λόγου πάνω στην εξέλιξη των πραγμάτων. Και αυτή η προσέγγιση όπως και όλες όσες προσπαθούν να εξετάσουν την γεωπολιτική μέσα στο χάρτη των ευρύτερων πολιτικών που παράγουν τα δύο δυναμικά μοντέλα του διακυβερνητισμού και της υπερεθνικής ολοκλήρωσης στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα πρέπει να 653 τοποθετηθούν μέσα σε μία κοινότητα θεμάτων που έχουν ως αφετηρία τις περιφερειακές επιρροές στις εθνικές πολιτικές των κομμάτων που συγκρότησαν την κυρίαρχη ιδεολογική φιλελεύθερη σκηνή στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Επίσης ο ιστορικός μεγάλος συνασπισμός των κοινωνικών δυνάμεων και των δυνάμεων της εργασίας που συμφώνησαν με την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ισορροπώντας πάνω σε υπερεθνικές μορφές που ήταν ήδη σε εξέλιξη μέσα από τις διακυβερνητικές συμφωνίες υπηρετώντας έτσι την προοπτική της διεθνούς συνεργασίας σήμερα είναι κρίσιμος παράγοντας που διατρέχεται από δομική κρίση συγκρότησης και στρατηγικής σε ένα όλο και πιο έντονα συγκροτούμενο εθνικό προσανατολισμό. Έτσι από το πλήθος των σημερινών προκλήσεων για την ασφάλεια και την ειρήνη η αίσθηση της αυξανόμενης αντιπαλότητας μεταφέρεται σε μία συζήτηση που ξεπερνά την ανάλυση για τις περιφερειακές προτεραιότητες και τις γεωγραφικές κατατμήσεις και αναδεικνύει ως κρίσιμο το στοιχείο που στο παρελθόν αποτέλεσε την συνεκτικότητα αυτού που ονομάστηκε δυτικός κόσμος και δυτικός πολιτισμός. Η σημερινή συζήτηση για την γεωπολιτική στην νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει να αντιμετωπίσει περισσότερο δομικά στοιχεία από ότι στο παρελθόν αφού οι μηχανισμοί που εξασφάλιζαν την διάρκεια των πολιτικών συνεργασίας όπως για παράδειγμα, ο ΟΑΣΕ δεν μπορεί να αλλάξει το πεδίο της κρίσης στο γεωπολιτικό επίπεδο αφού αμφισβητείται η πολυμερής δομή και ο ρόλος του. Στο πλαίσιο αυτό η εισήγηση έχει ως σκοπό να προτείνει μια θεωρητική βάση για μια πολιτική επαναδιατύπωση της στρατηγικής 2019-2014 που θα στρέφει τα εργαλεία και τις πολιτικές της σταθερά στην ιστορική πρόκληση της υπέρβασης της κρίσης με την επαναθεμελίωση των διεθνών σχέσεων συνεργασίας πάνω στις αρχές της σταθερότητας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, η δομική κρίση που ερμηνεύεται ως βαθειά κρίση ρήξης του παγκόσμιου ιστού από την βιαιότητα των περιφερειακών συγκρούσεων και αντιθέσεων στο νέο γεωπολιτικό τοπίο από την ανασύσταση ενός εθνικού μοντέλου ασφάλειας και εξουσίας, το προσφυγικό, η εκμετάλλευση του πρωτογενούς πλούτου και η ψηφιακή τεχνολογική επανάσταση θα μπορούσε να γίνει αφετηρία για την ΕΕ για την δημιουργία θεματικών και περιφερειακών ζωνών προτεραιοτήτων συνεργασίας και ασφάλειας. Ιστορική πρόκληση σε μια τέτοια προοπτική αποτελεί η υπέρβαση της ιδέας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή μιας μειοψηφούσας ελίτ (Parsons 2003) επιτάσσοντας μια ιδιαίτερα σημαντική, στρατηγικά ανοικτή και δημοκρατική θεσμική οικοδόμηση της ΕΕ που θα έχει ως εφαλτήριο την πολιτική της multilateral συγκρότησης των πολιτικών στην γεωπολιτική διάρθρωση του νέου κόσμου στον 21ο αιώνα. Η νέα στρατηγική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2019-2014 για να επιτύχει την στροφή από την γεωστρατηγική των νοτιοανατολικών συνόρων στο παγκόσμιο πεδίο θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει το μοντέλο άσκησης πολιτικής και στο εσωτερικό της ως πολιτική ιστορική οντότητα αλλά και το μοντέλο συγκρότησης του στρατηγικού γεωπολιτικού θεματολογίου της που θα παράγει περισσότερους μηχανισμούς και πολυμερικής συνεργασίας. 654 Το Νέο στρατηγικό θεματολόγιο 2019-2024 Τα τελευταία χρόνια ζούμε σε έναν κόσμο όλο και πιο άστατο, πιο πολύπλοκο, που μεταλλάσσεται ταχύτερα παρά ποτέ. Αυτό δημιουργεί τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Κατά την προσεχή πενταετία, η ΕΕ μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο της σε αυτό το μεταλλασσόμενο περιβάλλον και θα το πράξει. Μαζί, θα δείξουμε αποφασιστικότητα και στοχοπροσήλωση, στηριζόμενοι στις αξίες και τα προτερήματα του μοντέλου μας. Αυτός είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να διαμορφώσουμε τον κόσμο του μέλλοντος, να προωθήσουμε τα συμφέροντα των πολιτών μας, των επιχειρήσεων και των κοινωνιών μας και να διαφυλάξουμε τον τρόπο ζωής μας. Το ανά χείρας στρατηγικό θεματολόγιο παρέχει ένα γενικό πλαίσιο και μια γενική κατεύθυνση για την ανταπόκριση στα θέματα αυτά. Σκοπός του είναι να καθοδηγήσει τις εργασίες των θεσμικών οργάνων για την επόμενη πενταετία. Επικεντρώνεται σε τέσσερις βασικές προτεραιότητες: προστασία των πολιτών και των ελευθεριών ανάπτυξη μιας ισχυρής και δυναμικής οικονομικής βάσης οικοδόμηση μιας κλιματικά ουδέτερης, πράσινης, δίκαιης και κοινωνικής Ευρώπης προαγωγή των ευρωπαϊκών συμφερόντων και αξιών στη διεθνή σκηνή. Προώθηση των ενωσιακών συμφερόντων και αξιών στη διεθνή σκηνή Σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας, πολυπλοκότητας και αλλαγής, η ΕΕ πρέπει να ακολουθεί μια στρατηγική γραμμή πλεύσης και να αυξήσει την ικανότητά της να δρα αυτόνομα για να υπερασπίσει τα συμφέροντά της, να διαφυλάξει τις αξίες και τον τρόπο ζωής της και να συμβάλει στη διαμόρφωση του παγκόσμιου μέλλοντος. Η ΕΕ θα παραμείνει κινητήρια δύναμη υπέρ της πολυμέρειας και της παγκόσμιας διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες, διασφαλίζοντας έναν ανοικτό και δίκαιο χαρακτήρα και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Θα είναι υπέρμαχος του ΟΗΕ και των κυριότερων πολυμερών οργανισμών. Η ΚΕΠΠΑ και η ΚΠΑΑ πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη ταχύτητα και ικανότητα αντίδρασης και να διασυνδεθούν καλύτερα με τα υπόλοιπα σκέλη των εξωτερικών σχέσεων. Η ΕΕ πρέπει επίσης να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και την άμυνά της, ιδίως ενισχύοντας τις αμυντικές επενδύσεις, την ανάπτυξη δυνατοτήτων και την επιχειρησιακή ετοιμότητα· θα συνεργαστεί στενά με το NATO, με πλήρη σεβασμό των αρχών που περιέγραψαν οι Συνθήκες και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της συμμετοχικότητας, της αμοιβαιότητας και της αυτονομίας λήψης αποφάσεων της ΕΕ (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 2019). Στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας) που θεσπίστηκε το 1993 από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και ενισχύθηκε ιδιαίτερα στη Συνθήκη της Λισαβόνας και η ΚΠΑΑ (Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας) αναδεικνύονται ως θεσμοί με επαρκή διάρθρωση κάθε φορά που αναζητάτε ένα νέο στρατηγικό αφήγημα για την πολιτική ασφάλειας και Άμυνας για την Ευρωπαϊκή Ένωσης. Θα πρέπει να τονιστεί ο ιδιαίτερος ρόλος που έχει το πλαίσιο αυτό στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά τις διατάξεις για την εξωτερική δράση της Ένωσης που διαρθρώνεται μέσα στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας (ΕΟΑ) και στην μόνιμη συνεργασία PESCO. H κρίσιμη τομή που έγινε από τη Συνθήκη της Λισσαβόνας για τα θέματα του καθορισμού μιας Ευρωπαϊκής 655 πολιτικής για τους εξοπλισμούς και την άμυνα, προσφέρει ικανή μεθοδολογική βάση για να αναπτυχθεί περαιτέρω το στρατηγικό σχέδιο που θα αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της νέας εποχής. Συμπληρωματικά αυτού του σημαντικού θεσμικού πλαισίου που κατοχυρώνεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να τονιστεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα εθνικά κοινοβούλια και οι συνεργασίες που έχουν εξασφαλιστεί σε επίπεδο οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολυμερών συναντήσεων για την ασφάλεια και την άμυνα είναι επαρκή εργαλεία που σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό περιβάλλον επαρκούν για να κινητοποιήσουν τις αναγκαίες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για την διαμόρφωση του ευρωπαϊκού αφηγήματος και την διατύπωση ενός σχεδίου στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Στο ίδιο κείμενο μία σημαντική διάσταση που υπογραμμίζει τον νέο ρόλο για την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αναγνωστεί στην διατύπωση της θέσης ότι θα πρέπει να αποφευχθεί η αποσπασματική προσέγγιση στα θέματα των συνεργασιών με άλλες παγκόσμιες δυνάμεις και επιπλέον με την θέση για την αναγκαιότητα ενός αρραγούς μετώπου από το σύνολο των κρατών-μελών. Στην μεθοδολογία μιας εργασίας που προσπαθεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο κριτικής προσέγγισης για την εσωτερική διάρθρωση μιας πολιτικής στοχοθετημένης πάνω σε ένα πολυετές σχέδιο όπως είναι αυτό της στρατηγικής 2019-2024 θα απαιτηθούν εξαιρετικά σημαντικές αναλύσεις σε μία πληθώρα θεματικών περιοχών που στην γεωπολιτική τους διάσταση θα πρέπει να προωθούν τα επαρκή στοιχεία που θα διαμορφώσουν το εναλλακτικό σχέδιο απέναντι στην διάρρηξη του μεγάλου ιστορικού πεδίου της συναίνεσης που εξασφάλισε σε μία σχετικά ειρηνική περίοδο μέσα στα τείχη της η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το εναλλακτικό σχέδιο θα πρέπει να επανεξετάσει το βασικό στοιχείο της γεωστρατηγικής του 21ου αιώνα όπως αυτή είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα διατυπωμένη από την κυρία πολιτική σκέψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας του μεταπολεμικού κόσμου. Έτσι η θέση που διατυπώνεται από το European Political Strategy Center (2018) σε ένα περιγραφικό σημείωμα για την γεωπολιτική προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους δύο πυλώνες όπως εμφανίζονται σε αυτή την προοπτική όπου ο ένας αφορά την αντιπαράθεση εναντίον του άλλου, και ο δεύτερος είναι ο πυλώνας της σκέψης και αφορά την συνεργασία είναι μία θέση που επαναφέρει την διάσταση ενός διπολικού κόσμου. Αυτή τη φορά όμως ένα κρίσιμο κομμάτι από τον Δυτικό blog, αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, αποσπάται και γίνεται η προσάρτηση του επάνω στον ανταγωνιστικό πυλώνα. Επίσης η θέση ότι η αυξανόμενη απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση θα προέρχεται πρωταρχικά από την στασιμότητα της Ρωσίας. Σε αυτή την γραμμή, η εκτίμηση του κειμένου ότι, η οικονομία της Ρωσίας που παρουσιάζει μία στασιμότητα πολύ κρίσιμη για τον πληθυσμό της και για την οικονομική αναβάθμισή της σε ανεπτυγμένη χώρα την οδηγεί αναπόφευκτα στην επιθετικότητα έχοντας επιτύχει μόνο την βασική εξωστρεφή πρωτοβουλία της με τη μορφή της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης ενώ ταυτόχρονα επενδύει στο στρατό της αυξάνοντας τις δαπάνες κατά 10% ετησίως σε συνάρτηση με την εκτίμηση ότι, η νέα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι άμορφη σε πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και της Κίνας, που όμως αυτή η [αμορφία] αποτυπώνει σαφέστερα το θέμα της αμφισβήτησης παρά της σύγκλισης καθιστά τον γεωστρατηγικό σχεδιασμό 656 2019-2024 περιορισμένου αποτυπώματος. Η έξοδος της ΕΕ στον γεωπολιτικό κόσμο των ανταγωνισμών του 21ου αιώνα δεν μπορεί να έχει ως πηδάλιο την οιονεί αμερικάνικη ηγεμονία και την αδυναμία να βρει η Ευρώπη τον δικό της δρόμο στις διεθνείς σχέσεις. Όταν ο A. Spinelli (1962) έλεγε Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιληφθούν την ηγεμονία τους ως μόνιμο χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού συστήματος, η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να βρει την απαραίτητη πολιτική βούληση να κινηθεί από μόνη της. Ο ευρωπαϊσμός θα συνεχίσει να είναι ένα σχετικά περιττό προσάρτημα του Ατλαντισμού και δεν θα υπερβεί το οικονομικό φιλελευθερισμό που προωθείται από τις τρεις Κοινότητες. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι σε κάθε περίπτωση η αμερικανική ηγεμονία είναι πιθανό να γίνει σταδιακά ασθενέστερη καθώς η ανθεκτικότητα στην Ευρώπη αυξάνεται. Προκειμένου να αντισταθμιστεί μια τέτοια τάση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν τότε να μπουν στον πειρασμό να υιοθετήσουν πολιτικές που αποσκοπούν στη διατήρηση και όχι στη μείωση των παγκόσμιων εντάσεων και στη διατήρηση των συντηρητικών δυνάμεων στην Ευρώπη όλο και πιο ανοιχτά (Spinelli 1962) προσδιόριζε με διορατικότητα την μετάβαση στο σημερινό γεωπολιτικό τοπίο των εντάσεων που δημιουργεί η Αμερική συνεπικουρούμενη από την Ρωσία και περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία. Η θεμελίωση της ένταξης της ΕΕ σε μια νέα προοπτική, όπως η νέα πρόεδρος της Κομισιόν την προσδιορίζει ως μια γεωπολιτική δύναμη ικανή να κρατήσει τη δική της θέση εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και μιας αυξανόμενης παρουσίας της Κίνας στην διεθνή τάξη με την διαμόρφωση ισχυρών σφαιρών επιρροής στην Ευρασία αλλά και στον Βαλκανικό χώρο μπορεί να συμπυκνώνει την θέση ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη δεν είχε χτιστεί σε μια μέρα και θα είναι δύσκολο για την Κίνα να την αναμορφώσει με μια coup de grace (χαριστική βολή) (EPSC 2018: 4) αλλά θεωρητικά απέχει από την διαμόρφωση ενός συνεκτικού ιστορικά απελευθερωμένου νέου σχεδιασμού. Τμήματα αυτού του νέου σχεδιασμού σε μία κατεύθυνση πραγματικής επανασύστασης της έννοιας και της στρατηγική στον συνεργασιών που θα θέτει ευρύτερους κανόνες στην γεωπολιτική ατζέντα θα απαιτούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση να επαναδιατυπώσει τα στρατηγικά στοιχεία ανατρέποντας ιστορικά προσδιορισμένες σχέσεις εκμετάλλευσης και εξάρτησης όπως ήταν διάρθρωση των διεθνών σχέσεων μέσω των αποικιακών πολιτικών. Για παράδειγμα η εταιρική σχέση Αφρικής-ΕΕ που είναι ο επίσημος δίαυλος μέσω του οποίου η Ευρωπαϊκή Ένωση και η αφρικανική ήπειρος συνεργάζονται και βασίζεται στην κοινή στρατηγική Αφρικής-ΕΕ που εγκρίθηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων κατά τη δεύτερη διάσκεψη κορυφής ΕΕ-Αφρικής το 2007 (Αfrican Union-The Africa -EU partnership) δεν έχει στοιχεία για την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που να αφορά μία σταθερή προσπάθεια σε είναι ένα κρίσιμο πεδίο αλλαγής του υποδείγματος συγκρότησης της γεωπολιτικής στις νέες προτάσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σύνδεση του μεταναστευτικού με την εμβάθυνση αυτής της στρατηγικής 657 συνεργασίας απομονώνει τα δυναμικά στοιχεία και καθιστά την ΕΕ δέσμια μιας περιορισμένης σε σημασία γεωπολιτικής ατζέντας. Σημαντικές παρατηρήσεις σε αυτό το πεδίο αποτελεί η ακόλουθη προσέγγιση: Εξάλλου, η ΕΕ θα πρέπει να ανοίξει τις αγορές της στις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων από τη βόρεια Αφρική, να προωθήσει την ανάπτυξη σε αυτήν την περιοχή και να στηρίξει τη ροή των οικονομικών μεταναστών στην Ευρώπη. Ωστόσο, η αντίθεση από τους Ιταλούς, τους Ισπανούς και άλλους ελαιοκαλλιεργητές έχει εμποδίσει αυτή την επιλογή. Ομοίως, η ΕΕ έχει από καιρό ευνοήσει τις εισαγωγές μπανάνας από βασικές χώρες (κυρίως πρώην αποικίες) που επιθυμεί να κρατήσει στην τροχιά της. Αλλά μια τέτοια πολιτική δεν έχει οικονομική σημασία − γιατί να περιορίσουν τις εισαγωγές μπανάνας από χώρες που μπορούν να τις παράγουν πιο φτηνά; − και παραβιάζει τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Όπως δείχνουν αυτά και πολλά άλλα παραδείγματα πραγματικού κόσμου, η κάμψη των εμπορικών αρχών για γεωπολιτικούς στόχους απλώς δεν είναι συμβατή με ένα πολυμερές εμπορικό σύστημα βασισμένο σε κανόνες, για να μην αναφέρουμε την αρχή του «μη διακρίσεων» του ΠΟΕ. Μια ευρύτερη γεωπολιτική ατζέντα θα απαιτούσε από την ΕΕ να αγνοήσει τις ίδιες τις αρχές που έχει επανειλημμένα υποσχεθεί να υποστηρίξει και να υπερασπιστεί (Gross 2019). Σε μία ερευνητική εργασία κάθε θέση που συμβάλλει στο να κερδηθεί περισσότερος χώρος στο θεωρητικό και μεθοδολογικό πεδίο θα πρέπει να έχει μία ισχυρή βάση σε μεγαλύτερα κεφάλαια της ιστορίας από ότι σε μικρές παρατηρήσεις και παραδοχές. Μια τέτοια προσέγγιση θα βοηθούσε στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων που θα βοηθούσαν στην διαμόρφωση μιας πληρέστερης μεθοδολογικής γραμμής πάνω στην αντιμετώπιση ενός γεωστρατηγικού προβληματισμού σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή. Η Ευρώπη βιώνει μια γεωστρατηγική κρίση. Το τόξο σταθερότητας που περιγράφηκε στην πρώτη στρατηγική ασφαλείας της ΕΕ το 2003 είναι σε ύφεση. Το όραμα που εκπονήθηκε στη συνέχεια και αντικαταστάθηκε το 2016 από την παγκόσμια στρατηγική της ΕΕ έχει εκθέσει τη θεμελιώδη αδυναμία της Ευρώπης μετά το 1945. Ως μπλοκ, η Ένωση δεν μπορεί να κάνει άμυνα και δεν μπορεί να είναι σκληρή δύναμη επειδή η φιλοσοφία της είναι αγκυροβολημένη σε ένα έργο ειρήνης. Η αναπόφευκτη άνοδος της Κίνας, οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, η ψηφιοποίηση και η επίθεση στη μοναδική αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Δύσης που προστατεύονταν από το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αποχωρήσουν από τη σκιά του ειρηνικού τομέα της ΕΕ (Dempsey 2019). Η πρόκληση αυτής της θέσης που στηρίζεται στο διαχρονικά κρίσιμο ιστορικό αποτύπωμα της Ευρώπης μέσα στην παγκόσμια κοινότητα των αντιθέσεων ως δύναμη Ειρήνης είναι μία παρατήρηση που αφενός έχει μία ιδιαίτερη δυναμική γιατί ορίζει ως διακύβευμα την αλλαγή του αρχικού σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικής και Πολιτικής Ένωσης Ειρήνης και Ασφάλειας και δεύτερον μας οδηγεί πίσω στο 2016 που είναι το αντικείμενο της δεύτερης πολιτικής πλευράς που θα επιδιώξει να ανιχνεύσει αυτή η εισήγηση και αφορά στην στρατηγική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την τρέχουσα περίοδο 2014-2020. 658 Στα συμπεράσματά του ευρωπαϊκού συμβουλίου τον Ιούνιο του 2014 και κάτω από τον εμβληματικό τίτλο ‘η στρατηγική ατζέντα για την ένωση στην εποχή της αλλαγής’ και ειδικότερα κάτω από τον άξονα που αφορά την Ένωση ως δυνατό παγκόσμιο παίκτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση στην τότε έκφραση της πολιτικής της συγκρότησης βλέπει την στρατηγική της και την γεωπολιτική της παρουσία στο πλαίσιο μιας συνολικότερης στρατηγικής για την εδραίωση της οικονομικής κοινωνικής και πολιτικής ενδυνάμωσης της ενοποίησης. Ως στοιχείο αυτής της συνολικής πολιτικής θέτει ένα πλαίσιο προτεραιοτήτων για την εξωτερική πολιτική που αφορά την ενδυνάμωση της επιμέρους πολιτικής εξωτερικής πολιτικής που διαμορφώνουν τα κράτη-μέλη με την πολιτική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ότι αφορά τα κύρια πεδία που βλέπει ως χώρους άσκησης εξωτερικής πολιτικής που είναι, το εμπόριο, η ενέργεια και οι αναπτυξιακοί και οικονομικοί παράμετροι της ανάπτυξης. Επίσης σε αυτό το περιβάλλον του παγκόσμιου ενδιαφέροντος για την Ευρωπαϊκή Ένωση τίθεται το θέμα της γειτνίασης όσον αφορά την Μεσόγειο, την Αφρική και την Μέση Ανατολή για την ανάπτυξη των στρατηγικών της συνεργασιών με αφετηρία το εμπόριο, την αντιμετώπιση των συγκρούσεων και την διαχείριση των κρίσεων σε πολυμερές και διμερές επίπεδο. Τέλος όσον αφορά την ανάπτυξη μιας στρατηγικής ασφαλείας και Άμυνας βλέπει η πολιτική αυτή να βρίσκεται σε απόλυτη συνεργασία και συμπληρωματικότητα με το ΝΑΤΟ (European Council 2014). Οι πολιτικές αυτές αποτελούν στοιχείο μιας παλιότερης διατύπωσης για το μοντέλο και για τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στο γεωπολιτικό πεδίο που στρατηγικά υποστηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μία λειτουργική περιφερειακή θεσμική συγκρότηση, ως μοντέλου περιφερειακής οικονομικής ενοποίησης και είναι το πλαίσιο αυτό μια συνέχεια στην ερώτηση στις αρχές του 2000 για το ποιος είναι ο νέος ρόλος της Ευρώπης (Cremona 2004). Φαίνεται ότι η έξοδος από την μερκαντιλιστική προσέγγιση για την χρησιμότητα της ΕΕ ποτέ δεν θεραπεύτηκε μέσα στην άσκηση της πολιτικής ισχύος της. Ποιος δρόμος για τις στρατηγικές γεωπολιτικού προσδιορισμού της ΕΕ; Και τα δύο πλαίσια στρατηγικής συγκροτούνται επάνω σε μία αντίληψη ενός γεωπολιτικού ανταγωνισμού όπου το πεδίο της κυριαρχίας μπορεί να διαμορφώνεται σύμφωνα με προτεραιότητες της γεωπολιτικής αλλά πάντα σε συνάρτηση με ένα ιστορικό υπόβαθρο που δεν διαταράσσει την ισορροπία στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός ο χάρτης της παγκόσμιας ισορροπίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σταθερές αναφορές στο παρελθόν του μεταπολεμικού Ευρωπαϊκού κεκτημένου και στο μέλλον παρά τα στοιχεία μιας διακοπτόμενης -από τη συγκυρία αμερικανικής πολιτικής -πορείας συν-αντίληψης. Αλλά πάντα ο επαναπροσδιορισμός μένει μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, αυτή η σταθερά διατρέχει την πολιτική ισχύος που θα ήθελε η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαμορφώσει για το ρόλο της μέσα στο γεωπολιτικό προσδιορισμό αφήνοντας στο πλάι της πολιτικής επιμέρους δυσλειτουργίες που προκύπτουν μέσα στο πολυπολικό κόσμο. Επιπλέον η σταθερή διάταξη των θεμάτων του γεωπολιτικού προσδιορισμού της μέσα στον άξονα Ευρώπη- Ρωσία ως αντιτιθέμενα πολιτικά και ανταγωνιστικά σχήματα δεν αλλάζει διαχρονικά παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ισχυρές πολιτικές που δεν 659 επιτρέπουν μία καθαρή συμμόρφωση πάνω σε αυτό το πλέγμα αντίληψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ΕΕ είναι ότι προσπαθεί να στηρίξει μια φιλελεύθερη διεθνή τάξη μόνο μέσω της ισχύος της αγοράς σε μια εποχή που οι Η.Π.Α. και η Κίνα φαίνονται έτοιμες να διαταράξουν τη διαταγή αυτή με μια σκληρή προσέγγιση στο εμπόριο ως μέρος του ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού τους. Εν μέρει, αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας ΕΕ που δεν ξέρει πώς να τοποθετηθεί σε έναν πολυπολικό κόσμο που καλείται όλο και περισσότερο να επιλέγει μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Είναι σαφές ότι η ΕΕ εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για την ασφάλεια, ωστόσο τα κράτη μέλη της εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την Κίνα για επενδύσεις και εμπόριο. Πράγματι, η Ιταλία έγινε το πρώτο σημαντικό κράτος μέλος που υπέγραψε τον Μάρτιο την “one road and one belt initiative” του Πεκίνου, ενώ τα κράτη μέλη στα Δυτικά Βαλκάνια δέχονται επίσης περισσότερες κινεζικές επενδύσεις (Hutt 2019). Η εικόνα του νέου κόσμου θρυμματισμένη από την κρίση στο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης όπου ο προστατευτισμός και οι εθνικές πολιτικές καθοδηγούμενες από την αμερικανική κυρίαρχη πολιτική δημιουργούν επιπλέον στοιχεία αποδυνάμωσης του πολυπολικού κόσμου δημιουργώντας επιπλέον αναπτυξιακές περιφερειακές δομές που αλλάζουν την ηγετική διεθνή θέση παγκόσμιων θεσμικών οργάνων όπως η Παγκόσμια Τράπεζα. Η ασιατική επενδυτική τράπεζα υποδομών προκαλεί μία νέα κατάσταση στο περίγραμμα της παγκόσμιας οικονομίας όπως και άλλες περιφερειακές επενδυτικές πρωτοβουλίες δεν έχουν μόνο την κινεζική σφραγίδα αλλά ξεκινούν και διαχέονται σε ένα ευρύτερο διακρατικό περιφερειακό επίπεδο. Το στοιχείο αυτό καθιστά την στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περιφερειακή της ένταξης με συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου κατεπείγουσα πολιτική ειδικά σήμερα που η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από το ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον απελευθερώνει ένα επιπλέον ανταγωνιστικό παίκτη για τις εταιρικές σχέσεις με τρίτες χώρες. Η γεωπολιτική για την ανάπτυξη υποδεικνύει ένα εξαιρετικά σημαντικό περιβάλλον κατανόησης για τα στοιχεία που μπορούν να εξασφαλίσουν μια σταθερή γεωπολιτική για την ΕΕ που δεν θα συγκρούεται με το ιστορικό πρόσημο της λειτουργίας της και θα στηρίζονται στην πολυμερή συνεργασία. Το παράδειγμα του ποταμού Μεκόνγκ (European Parliament 2019), η υδροηλεκτρική ενέργεια και το περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι παρούσα στην περιοχή μέσω διμερών και πολυμερών συμφωνιών εταιρικής σχέσης. Ο ποταμός αποτελεί ζωτική πηγή βιοπορισμού και οικονομικής δραστηριότητας στην ηπειρωτική Νοτιοανατολική Ασία και εκτείνεται από το Θιβετιανό οροπέδιο στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Το μήκος του είναι 4800 χιλιόμετρα. Περισσότερο από το ήμισυ κυκλοφορεί στην Κίνα, αλλά διέρχεται και από την Μυανμάρ, το Λάος, την Καμπότζη, την Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ. Το Μεκόνγκ έχει τη μεγαλύτερη βιομηχανία αλιείας γλυκών υδάτων στον κόσμο, ζωτικής σημασίας για την επισιτιστική ασφάλεια της περιοχής, που αντιπροσωπεύει περίπου 3 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως. Ο μοναδικός και πλούσιος βιολογικός οικότοπός του προσφέρει ποικίλα μέσα διαβίωσης καθώς και τα τέσσερα πέμπτα της ζωικής πρωτεΐνης για περισσότερα από 60 εκατομμύρια άτομα. Στο επίπεδο της βιοποικιλότητας, η σημασία αυτού του ποταμού για την φύση σε παγκόσμιο επίπεδο είναι ζωτική. 660 Η περιοχή του Μεκόνγκ είναι εξαιρετικά ευάλωτη στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και στην υποβάθμιση των οικοσυστημάτων. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του πληθυσμού τόσο στην Κίνα όσο και στη Νοτιοανατολική Ασία ασκεί μη βιώσιμη πίεση στο σε ό,τι αφορά την μαζική εκμετάλλευση όλων των ειδών πόρων που συνδέονται με τον ποταμό: νερό, τρόφιμα, ξύλο, ενέργεια, ιδιαίτερα πρόσφατη υποδομή και υδροηλεκτρική ανάπτυξη, μαζί με την αποψίλωση των δασών, το παράνομο εμπόριο άγριων ζώων και τον κατακερματισμό των οικοτόπων. Η έλλειψη νερού οδηγεί στη μείωση της γεωργικής παραγωγικότητας, της ανεργίας και της φτώχειας Τέσσερις χώρες (Καμπότζη, Λάος PDR, Ταϊλάνδη και Βιετνάμ) δημιούργησαν μια διακυβερνητική υπηρεσία το 1950, την Επιτροπή ποταμών Mekong (MRC) για την υπεράσπιση της βιώσιμης ανάπτυξης του ποταμού Μεκόνγκ να σχεδιάσει το μέλλον της. Η απουσία της Κίνας και της Μυανμάρ μετριάζει και διαβρώνει τον αποτελεσματικό διάλογο των MRC σχετικά με τη διαχείριση του ποταμού. Η έλλειψη μηχανισμών εφαρμογής αποδιαρθρώνει την ίδια την οργάνωση. Συμπεράσματα Οι προκλήσεις για τη δημοκρατία, το κράτος και την κοινωνία συγκροτούν τα χαρακτηριστικά ενός νέου πολιτικού φαινομένου που βρίσκεται σε μία μεταβατική πορεία με κύριο χαρακτηριστικό την δυναμική του αναζήτηση ενός επαναπροσδιορισμού όλου του μεταπολεμικού τοπίου και ιδιαίτερα του γεωπολιτικού τοπίου μετά το 1989. Σε αυτό το μεταβλητό τοπίο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και στη νέα της στρατηγική ατζέντα για το 2019 - 2014 αλλά και στην γεωστρατηγική της όλα τα χρόνια που συγκροτούσε επιμέρους σχήματα συνεργασιών και περιφερειακής πολυμερούς εμπορικής ταυτότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι μέρος μιας συνολικής κρίσης ηγεμονίας στην διεθνή τάξη πραγμάτων. Η αποχώρηση της Αμερικής από το μετά το 1989 πλαίσιο γεωπολιτικής υποστήριξης ενός πολιτικού κόσμου διαμορφώνει τους όρους μιας επαναδιατύπωσης ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού στρατηγικού σχεδίου που θα μπορούσε να συμβάλλει στην αναδιάταξη του μοντέλου της πολυμέρειας στη συνεργασία των κρατών, αν η ανάπτυξη αυτού του πλαισίου και επαναπροσδιορισμού στηριχθεί στην θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πια μια σταθερή ηγεμονική δύναμη μέσα στο Ευρωπαϊκό σύστημα Ειρήνης και Ασφάλειας γιατί ακολουθεί μία ανταγωνιστική προς την Ευρώπη πολιτική που συμπαρασύρει όλα τα στοιχεία του οικονομικού φιλελεύθερου μοντέλου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει την στρατηγική της ατζέντα με βάση την θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανασχεδιάσει την γεωπολιτική τους σε σχέση με την Ευρώπη επιταχύνοντας τα στοιχεία που και σε συμβολικό επίπεδο αλλά και σε πραγματικό δημιουργούν τους όρους για να περάσει σταδιακά η σχέση Ευρώπης - Αμερικής σε μία νέα ιστορική εποχή που θα καθορίσει εν πολλοίς την πορεία των πραγμάτων στην γεωπολιτική ατζέντα. Αυτό που θα μπορούσε συμπερασματικά να υιοθετηθεί ως μία μεθοδολογική βάση προσέγγισης για το αναγκαίο σχήμα του γεωπολιτικού επαναπροσδιορισμού της θέσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στην νέα διεθνή κατάσταση θα πρέπει να έχει ως άξονα το νέο στοιχείο στην ιστορία του 21ου αιώνα που είναι η εξέλιξη των μεγάλων παγκόσμιων γεγονότων με μεγαλύτερη 661 ταχύτητα από ότι τα γεγονότα του 20ου αιώνα. Κρίσιμο μέρος σε αυτή την εξέλιξη είναι η ασυνέχεια των εποχών. Ο ανορθολογισμός που διακόπηκε από την νεωτερική κοινωνική συνθήκη και την θεμελίωση του κράτους δικαίου και του νοήματος της ιστορίας πάνω στα θεμέλια της σκέψης και της διαλεκτικής επανέρχεται ως δομική ανεπάρκεια των θεσμών. Έτσι, η επαναθεμελίωση της στρατηγικής ατζέντας για την ΕΕ σημαίνει την συσπείρωση στο πρόταγμα των αρχών του δικαίου, της ισότιμης συνεργασίας και της ευημερίας για τους λαούς. Βιβλιογραφία Bennett, A. & Checkel, J. (επιμ.) (2015), Process Tracing in the Social Sciences: From metaphor to analytical tool, Cambridge, Cambridge University Press. Checkel, J. T (2006), “Constructivism and EU Politics”, σε E. Knud et al. (επιμ.), Handbook of European Union Politics, London, SAGE Publications. Craig, P. (2003), A Certain Idea of Europe, New York, Cornell University Press. Cremona, M. (2004), “The Union as a Global Actor: Roles, models and identity”, Common Market Law Review, No 2: 553-573. Dempsey, J. (2019), Europe’s Flawed Peace Policy, Carnegie Europe, διαθέσιμο από: https://carnegieeurope.eu/strategiceurope/79285 European Council (2014), “Strategic Agenda for the Union in Times of Change”, διαθέσιμο από: https://www.consilium.europa.eu/media/39245/143477.pdf European Political Strategy Center (2018), “Geopolitical Outlook for Europe Confrontation vs Cooperation”, available at: https://ec.europa.eu/epsc/publications/other-publications/geopolitical-outlook- europe_en Gross, D. (2019), “What EU ‘Geopolitical’ Power Will Cost?”, διαθέσιμο από: https://www.project-syndicate.org/commentary/eu-geopolitical-commission- economic-power-by-daniel-gros-2019-12 Guzzini, S. (επιμ.) (2013), The Return of Geopolitics in Europe?: Social Mechanisms and Foreign Policy Identity Crises, Cambridge, Cabridge University Press. Hill, C. & Karen, S. (επιμ.) (2000), European Foreign Policy: Key Documents. ΝΑΤΟ- Rome Declaration on Peace and Cooperation, Synopsis, London, Routledge. Hutt, D. (2019), “Why the EU Is Struggling to Compete for Influence in Southeast Asia”, διαθέσιμο από: https://www.worldpoliticsreview.com/articles/28038/why-the-eu- is-struggling-to-compete-for-influence-in-southeast-asia NATO (2010), “The Alliance's New Strategic Concept agreed by the Heads of State and Government participating in the Meeting of the North Atlantic Council”. Shea, J. (2019), “NATO at 70: An opportunity to recalibrate”, NATO Review. Opinion, Analysis & Debate on Security Issues. Soutullo, J. (2019), “The Mekong River: Geopolitics over development, hydropower and the environment”, European Parliament, Policy Department for External Relations. Spinelli, A. (1962), “Atlantic Act & European Defence”, διαθέσιμο από: https://www.foreignaffairs.com/issues/1962/40/4 Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2019), “Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 20-21 Ιουνίου 2019, κύρια αποτελέσματα”, διαθέσιμο από: https://www.consilium.europa.eu/el/meetings/european-council/2019/06/20-21/ 662 Τρομοκρατία και Ψηφιακή Δημοσιότητα Αλφρέδος Σταϊνχάουερ1 Περίληψη Η σχέση μεταξύ τρομοκρατίας και νέων μέσων επικοινωνίας έχει απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση για καιρό. Ωστόσο οι ειδικοί δεν έχουν καταλήξει οριστικά σε κάποιο αποτέλεσμα για την ακριβή τους αλληλεπίδραση. Ξεκινώντας από το ζήτημα αυτό, στη σύντομη αυτή εισήγηση προσπαθούμε, στο μέτρο που η εξάντληση του θέματος φαντάζει εξαιρετικά δυσχερής, να φωτίσουμε απλά τους κύριους όρους στους οποίους τίθεται το ζήτημα. Έτσι σχολιάζουμε τη διαπλοκή των όρων «τρομοκρατία» και «δημοσιότητα» και τη μεταξύ τους σχέση στις σημερινές συνθήκες, τονίζοντας τις κύριες κατηγορίες της πολιτικής φιλοσοφίας που αντιπαραβάλλονται σε σχέση με τα φαινόμενα αυτά. Τέλος, σχολιάζουμε σύντομα ορισμένες δυνητικές επιπτώσεις του παγκόσμιου «πολέμου κατά τις τρομοκρατίας» για τις δυτικές δημοκρατίες. Λέξεις-κλειδιά: τρομοκρατία, δημοσιότητα, νέα μέσα επικοινωνίας δημοκρατία Ευχαριστώ τους διοργανωτές του Συνεδρίου και ιδίως τους συνάδερφους αυτής της έρευνας, την κα Λαλαγιάννη και τον κ. Ροζάκη, που με συμπεριέλαβαν στην έρευνα και με προσκάλεσαν σε αυτή τη συνεδρία, καθώς και τους κ. Θεοφίλη και Μαρκοπουλιώτη που μετείχαν ενεργά σε αυτήν. Το θέμα για το οποίο θα μιλήσω εμπλέκει τη ζεύξη δύο καίριων όρων της νεωτερικότητας, τόσο πολυσυζητημένων που οποιαδήποτε απόπειρα εξάντλησης της σχετικής βιβλιογραφίας φαντάζει ανέφικτη. Το καθένα από τα δύο ζητήματα απασχολεί καταρχάς και έναν οιονεί κλάδο σπουδών: για την τρομοκρατία, πανεπιστήμια προσφέρουν μεταπτυχιακά πτυχία στις Terrorist Studies στα πλαίσια των ευρύτερων curricula των διεθνολογικών Σπουδών Ασφαλείας (Security Studies) (όπως τα αγγλικά St. Andrews, University of London/Royal Halloway), ενώ υπάρχουν και εξειδικευμένα περιοδικά (Perspectives on Terrorism, Contemporary Terrorism Studies)˙ από την άλλη τα νέα μέσα και ο ψηφιακός δημόσιος χώρος μελετώνται στα πλαίσια ευρύτερων προγραμμάτων των Σπουδών Επικοινωνίας (το Deree για παράδειγμα προσφέρει MA στο Digital Communication and Social Media), ενώ υπάρχουν και τα ανάλογα επιστημονικά περιοδικά (New Media & Society, Media, Culture and Society). Τέλος, η διατομή στην οποία αναφέρομαι έχει η ίδια μελετηθεί σε αρκετά άρθρα (π.χ. Archetti 2015). Ένα τέτοιο ενδιαφέρον είναι κατά δεύτερο λόγο εύλογο και επίκαιρο, καθώς αφενός βρισκόμαστε, ιδίως μετά το 2001, σε μια διεθνή έννομη κατάσταση ενός παγκόσμιου «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», ενώ αφετέρου βιώνουμε την έκρηξη της ψηφιακής δημοσιότητας, με την ευρεία 1 ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Κορυτσάς 31, Μοσχάτο, 18345,
[email protected]663 διάδοση και αλματώδη βελτίωση των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας και πληροφόρησης. Έτσι η σύνδεσή τους απασχολεί πολύ την παγκόσμια κοινή γνώμη, καθώς σχετίζει δύο έννοιες που βρίσκονται σε ευρεία χρήση, αφορώντας φαινόμενα τόσο καθολικά, όσο και εξελισσόμενα, τόσο ξεχωριστά όσο και στη διαπλοκή τους. Αυτή ακριβώς η κατάσταση αποτελεί μια πρόκληση για τον πολιτικό φιλόσοφο. Ποια αναλυτική προσέγγιση θα πρέπει να υιοθετηθεί ώστε να διαυγαστεί καλύτερα μια σειρά από τόσο σύνθετες διεργασίες; Μπροστά στην πληθώρα των εξειδικευμένων εργασιών και την πολλαπλότητα των εμπλεκόμενων πεδίων (δημοσιογραφικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές, νομικές, πολιτισμικές κ.α. προσεγγίσεις) και αντίστοιχων διαμαχών, ίσως αξίζει να τηρηθεί μια απόσταση, που πιθανόν να μπορεί να μας χαρίσει μια ευρύτερη προοπτική. Αυτή η απόσταση είναι ακόμα καλύτερο να τηρηθεί απέναντι στην ειδησεογραφική πλευρά των φαινομένων, με δεκάδες καθημερινά σχόλια και τοποθετήσεις που θολώνουν τα όρια και συγχέουν τα ζητήματα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με μια κίνηση ρουσσωικού τύπου, «αποδιώχνοντας όλα τα γεγονότα», προτού επανεισάγουμε παραδειγματικά ορισμένα από τα πιο καίρια μεταξύ τους. Καταρχάς στο επίπεδο των βασικών όρων: Α) Η τρομοκρατία Πώς μπορούμε να ορίσουμε την τρομοκρατία; Ας πούμε πως τρομοκρατία, σε ατομικό επίπεδο ασκεί ο οποιοσδήποτε απειλεί τον άλλο με θάνατο, δηλαδή ασκεί τρόμο. Τώρα σε συλλογικό επίπεδο ο τρόμος, θεωρούμενος ως ο φόβος του βίαιου θανάτου, βρίσκεται στην κατακλείδα της πολιτικής φιλοσοφίας της νεωτερικότητας, στην ανθρωπολογία του Thomas Hobbes, καθώς γεφυρώνει αιτιακά τους δύο πυλώνες του, το άτομο και το κράτος. Η βία μεταξύ των απομονωμένων ατόμων και ο φόβος που αυτή γεννά, θεμελιώνουν μέσω της σύμβασης τον νεωτερικό κυρίαρχο, τον πανίσχυρο Λεβιάθαν, που εδραιώνει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, σύμφωνα με τον Max Weber. Η μονοπώληση της βίας από το κράτος, πάλι, εγγυάται μια βασική πολιτική συνθήκη της νεωτερικότητας, το «φυσικό» δικαίωμα στην ασφάλεια. Από την άλλη, στην πολιτική ο «Τρόμος» και η «τρομοκρατία» εισάγονται στο λεξιλόγιο με τη δικτατορία των Ιακωβίνων, στα επαναστατικά χρόνια του 1793- 4, όπου το ίδιο το κράτος θεωρείται ότι καταλαμβάνεται από ένα κίνημα, μια ομάδα που χρησιμοποιεί την κρατική βία για τους επιμέρους στόχους της. Έτσι ο όρος καταρχάς παραπέμπει σε μια πλειάδα μορφών τρόμου, όπου τόσο η κρατική βία όσο και επαναστατικές μορφές βίας μπορούν να ονομαστούν «τρομοκρατικές», καθώς υπερασπίζονται, επιτίθενται η ανταγωνίζονται μεταξύ τους για θέσεις εξουσίας ή κυριαρχίας. Η κατάσταση αυτή επιτάσσει, από την πλευρά της ιστορίας των εννοιών που πρεσβεύει η ντεσιζιονιστικής έμπνευσης σχολή του Reinhart Koselleck, την χρήση δύο κριτηρίων που μπορούν να περιορίσουν κάπως την χρήση της: − Τη σχέση μέσων και σκοπών που βρίσκεται πίσω από τη χρήση της βίας (δηλαδή τις πολιτισμικές συμβάσεις γύρω από τη χρήση της βίας: ποιος θεωρείται θεμιτό να ασκεί ποιο βαθμό βίας και για ποιο σκοπό). 664 − Την ιστορικο-νομική κατάσταση της στιγμής (τί θεωρείται βία σε μια δεδομένη στιγμή νομικά και ποιος έχει έννομο δικαίωμα να ασκήσει ποιου τύπου βία ώστε να περιορίσει τη βία). Από τα δύο κριτήρια, το πρώτο απορρέει από το ηθικο-πολιτικό ή συστηματικό περιεχόμενο της έννοιας, το δεύτερο από τον ιστορικό αστερισμό υπό τον οποίο αυτή χρησιμοποιείται (Walther 1990). Έτσι κατά καιρούς η λέξη τρομοκρατία χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την υπέρμετρη χρήση της κρατικής βίας, ενώ άλλες φορές η έννοια χρησιμοποιείται από το ίδιο το κράτος και τους μηχανισμούς του, για να χαρακτηρίσει διάφορες μορφές βίαιης επαναστατικής συμπεριφοράς. Ο Τρότσκι θέτει το ζήτημα κατά αυτό τον τρόπο: Αν την τρομοκρατία την καταλάβουμε … σαν κάθε πράξη που εμπνέει φόβο και φθείρει τον εχθρό, τότε βέβαια όλη η ταξική πάλη δεν είναι παρά τρομοκρατία. Και το μόνο ζήτημα που απομένει να δούμε είναι αν έχουν το δικαίωμα οι αστοί πολιτικοί να χύνουν τα ποτάμια της ηθικής τους αγανάκτησης ενάντια στην προλεταριακή τρομοκρατία, όταν ολόκληρος ο κρατικός τους μηχανισμός, με τους νόμους του, την αστυνομία και το στρατό, δεν είναι παρά μηχανισμός καπιταλιστικής τρομοκρατίας (Τρότσκι 2007: 41-2). Στο απόσπασμα αυτό διαφαίνονται δύο βασικά στοιχεία της χρήσης της έννοιας της τρομοκρατίας: πρώτον είναι ένας πολεμικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται κατά κύριο λόγο στον πολιτικό εχθρό, ενώ δεύτερον συνιστά ένα όχημα βάσει του οποίου αυξάνεται η ιδεολογικοποίηση και πολιτικοποίηση του χαρακτηριζόμενου ως εχθρού. Όμως εδώ, στην ντεσιζιονιστική εκδοχή της πολιτικής, ο εχθρός παίζει όπως γνωρίζουμε έναν καταστατικό ρόλο: είναι το θεμέλιο της σύστασης του πολιτικού. Όπως λέει ο Carl Schmitt: Κάθε θρησκευτική, ηθική, οικονομική ή άλλη αντίθεση μεταμορφώνεται σε μια πολιτική αντίθεση, όταν είναι αρκετά ισχυρή για να κατατάξει αποτελεσματικά τους ανθρώπους σε φίλους και εχθρούς (Σμιτ 1988: 61). Από αυτή την άποψη, η συστηματική χρήση του όρου «τρομοκρατία», καθώς και η αύξηση του ενδιαφέροντος για αυτήν σε βαθμό να αποτελεί αντικείμενο εξειδίκευσης, προδίδουν την ύπαρξη μιας πολιτικής αντίθεσης κορυφαίου επιπέδου, η οποία ωστόσο σπάνια θεματοποιείται ως τέτοια. Ας το θέσουμε απλά: ο τρομοκράτης είναι ο εχθρός «μας». Αυτό εγείρει το ερώτημα του ποιοι είμαστε «εμείς» και γιατί «αυτοί» μας εχθρεύονται σε σημείο που να θέλουν να μας εξοντώσουν; Και σε ποια πολιτική αντιπαράθεση παραπέμπει τούτη η διάκριση «φίλου» και «εχθρού»; Στο σημείο αυτό, μπορούμε να περάσουμε στο δεύτερο όρο του ζητήματος, σε αυτό της δημοσιότητας, καθώς εδώ διακυβεύονται, σε μεγάλο βαθμό, οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Β) Η δημοσιότητα Εκκινώντας από το κλασσικό σύγγραμμα του Habermas, ως δημοσιότητα ορίζεται «η σφαίρα των ιδιωτών που απαρτίζουν ένα κοινό» (Habermas 1997:83). Η σφαίρα αυτή χαρακτηρίζεται από το διάλογο, την ανταλλαγή απόψεων και την άσκηση κριτικής, επιτελεί δηλαδή στην πραγματικότητα μια κανονιστική λειτουργία τόσο στο κοινωνικό (λογοτεχνία, κριτική του γούστου 665 και των ιδιωτικών πράξεων) όσο και στο πολιτικό επίπεδο (κριτική των κυβερνητικών πράξεων και παραλείψεων). Ο Habermas διέκρινε ανάμεσα στην κλασσική μορφή της αστικής δημοσιότητας, όπως αναπτύχθηκε κατά τον 18ο και μέρος του 19ου αιώνα, οπότε «αναλαμβάνει τον κανονιστικό ρόλο ενός οργάνου μεσολάβησης μεταξύ της αστικής κοινωνίας και μιας κρατικής εξουσίας που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της» (Habermas 1997: 138-9) και μιας νεώτερης μορφής της δημοσιότητας, που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των μεγάλων συμφερόντων και την αδυναμία των απρόσωπων μαζών (Habermas 1997). Στην τελευταία αυτή μορφή της, η δημοσιότητα γίνεται η έδρα μιας γνώμης χειραγωγούμενης, αγόμενης και φερόμενης από τα διάφορα ΜΜΕ, που εκπροσωπούν κορπορατιστικά οργανωμένα συμφέροντα. Αυτή η αντίθεση μεταξύ μιας ιδεοποιημένης πρώιμης αστικής δημοσιότητας και μιας απαισιόδοξης θέασης της δημοσιότητας της ύστερης βιομηχανικής κοινωνίας, καταδεικνύει ίσως τα όρια της χαμπερμασιανής προσέγγισης. Σε αυτή τη θέαση του Habermas, όπως λέει η Μαρίνα Ρήγου, μπορούν να ασκηθούν οι ακόλουθες κριτικές: − Επικεντρώνεται μόνο στην αστική «φωτισμένη» δημοσιότητα, αγνοώντας άλλες μορφές κοινωνικής επικοινωνίας. − Τονίζει υπερβολικά την παθητικότητα των αποδεκτών των προϊόντων των ΜΜΕ, καθώς θεωρεί πως γοητεύονται εύκολα από το θέαμα και χειραγωγούνται εύκολα από τις τεχνικές των ΜΜΕ. − Ακολουθεί μια λογική της εξουσίας που επικεντρώνεται γύρω από θέματα δικαίου και βίας, νόμου και παράβασης, βούλησης και ελευθερίας, κράτους και κυριαρχίας, δηλαδή σκέφτεται την εξουσία με σχήμα τη νομική μοναρχία και δεν διαυγάζει τις νέες μορφές εξουσίας (Ρήγου 2014: 146-7). Ωστόσο η προσέγγιση του Habermas έχει μεγάλη σημασία, στο βαθμό τα ιδεώδη που προβάλλει φαίνεται να συνάδουν ουσιαστικά με τις θεμελιώδεις αξίες της νεωτερικότητας. Ο Ian Craib λέει πως ο Habermas, με την κατοπινή Θεωρία της επικοινωνιακής δράσης, φαίνεται να επιτυγχάνει τρία πράγματα: − Τον εντοπισμό στην γλώσσα των βάσεων ενός ορθολογισμού που μπορεί να οδηγήσει σε ένα δημοκρατικό σύστημα χωρίς αποκλεισμούς, όπου ο βασικός στόχος δεν θα είναι η κυριαρχία, αλλά η επίτευξη συναίνεσης. − Την προαγωγή μιας αντίληψης περί οικουμενικής ηθικής, προτείνοντας μια διαδικαστική ηθική που θα δύναται να διαμορφώνει συνεργατικά τους βέλτιστους κοινωνικούς κανόνες. − Την διάνοιξη της προοπτικής για μια αυθεντικά δημοκρατική κοινωνία στην οποία τα μέλη της θα έχουν απρόσκοπτη και ισότιμη προσπέλαση στον ορθό λόγο, θα διαθέτουν δηλαδή ακέραιη την δυνατότητα να συμμετέχουν στην λήψη των αποφάσεων (Craib 2011). Είναι σαφές πως εδώ έχουμε την πλήρη άρθρωση μιας θεωρίας της δημοσιότητας ως καταστατικής μιας πολιτικής βασισμένης στα «φυσικά» δικαιώματα της ελευθερίας και της ισότητας. Στο τέλος της σύντομης αυτής περιήγησης στους όρους, που σίγουρα δεν εξαντλεί τα περιεχόμενά τους, φαίνεται να προσκρούουμε μια αδύνατη κατάσταση. Ο εχθρός είναι αυτός που δεν θέλει να συζητήσει μαζί μας, όπως και ο τρομοκράτης είναι εκείνος ακριβώς που αρνείται καταστατικά το δικό μας νομικό και αξιακό πλαίσιο, άρα που αποκλείεται από μια κανονιστικού τύπου 666 δημοσιότητα, όπως την εννοεί ο Habermas. Η αστική δημοσιότητα, όπως την εννοεί ο μεγάλος Γερμανός στοχαστής, φαίνεται να αδυνατεί να δώσει τη λύση στο ερώτημα, στο μέτρο που το ιδεώδες της απρόσκοπτης και ισότιμης επικοινωνίας δεν περιλαμβάνει καμία έννοια εχθρού, άρα, αν το θέσουμε με σμιτιανούς όρους, αναιρεί το ίδιο το πολιτικό. Ωστόσο, το ιστορικό παράδοξο που η πραγματικότητα επιφύλαξε στην θεωρία του Habermas ήταν το ότι φάνηκε καταρχάς να τον δικαιώνει. Αυτό, μόνο για να κάνει να φαίνονται οι προσδοκίες του ακόμα πιο ανεδαφικές από ποτέ. Γ) Τα νέα μέσα και η νέα τρομοκρατία Βάσει αυτού του σκελετώδους και ασύμμετρου θεωρητικού πλαισίου, ας επιστρέψουμε στα γεγονότα. Αυτή τη στιγμή βιώνουμε έκοντες-άκοντες μια επανάσταση των μέσων. Λίγο πριν την στροφή της χιλιετίας, η εισαγωγή του μικροεπεξεργαστή και η λογική της δικτύωσης, προωθούμενες από ευρύτερες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές αλλαγές (μετακίνηση του κέντρου της παγκόσμιας οικονομίας από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό, μαζική παραγωγή τεχνολογικών ειδών για μια παγκόσμια αγορά), πυροδότησε και ακόμα πυροδοτεί μια νέα «αλλαγή δομής της δημοσιότητας». Όπως συνοψίζει η Ρήγου, Οι Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνίας στη μορφή των νέων μέσων έχουν συσσωματωθεί στις λειτουργίες και διεργασίες που συντελούνται σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, μέσω: − διευκόλυνσης στο επίπεδο των λειτουργιών και επιτάχυνση διαδικασιών, με − ολοένα και πιο φιλικές προς το χρήστη λογικές ανάπτυξης λογισμικού, και − μείωση του κόστους, μέσω μαζικής χρήσης και πολιτικών υποστήριξης (Ρήγου 2014: 182-3). Οι αλλαγές αυτές έχουν σαφείς επιπτώσεις και στο πολιτικό πεδίο. Ωστόσο, ενώ παρέχουν τα κατάλληλα εργαλεία για αυτό, αντί να συστήσουν τις βάσεις για μια παγκόσμια ορθολογική συζήτηση για την εδραίωση των βέλτιστων κανόνων, όπως απαιτεί το μοντέλο της επικοινωνιακής δράσης, οι τεχνολογικές εξελίξεις προώθησαν κάτι εντελώς άλλο: έναν δίχως τέλος θρυμματισμό της ίδιας αυτής σφαίρας. Η αντίδραση του Habermas είναι εύλογη: γεννιούνται δημόσιες σφαίρες παγκοσμίων διαστάσεων, χωρίς εδαφικές ρίζες και διαχωρισμένες η μία από την άλλη, κοινότητες του παγκόσμιου χωριού ή νησίδες επικοινωνίας, χάρη στις οποίες η δημόσια συνείδηση δεν επεκτείνεται με κοσμοπολιτική έννοια, αλλά υποβάλλεται σε έναν ανεπανόρθωτο κατακερματισμό (στο Ρήγου 2014: 214). Αυτή η αποεδαφοποίηση και θρυμματισμός δε, μαζί με την παγκόσμια διάσταση της δημοσιότητας, προσφέροντας νέο έδαφος στο πολιτικό, τροφοδοτούν επίσης και την τρομοκρατία. Οι ριζωματικές αρχές που διέπουν την λειτουργία του Παγκόσμιου Ιστού (σύνδεση, πολλαπλότητα, ανομοιογένεια, μεταμόρφωση, κινητικότητα, ρήξη, ευρύτητα) (Ρήγου 2014), ευνοούν περισσότερους από ένα τύπο συσσωμάτωσης, ενώ η τρομοκρατική δράση βρίσκει σε αυτόν ένα έδαφος ώστε να στρατολογήσει μέλη, να διανέμει προπαγάνδα και να εξασφαλίσει και να διακινήσει πόρους. 667 Ωστόσο εδώ, πάλι, το ζήτημα του πολιτικού διακυβεύματος της τρομοκρατίας, δηλαδή του πολιτικού σχεδίου που την καθιστά έναν εχθρό άξιο του ενδιαφέροντος όλων των Μεγάλων Δυνάμεων του πλανήτη παραμένει σκοτεινό. Γιατί πράγματι, η τρομοκρατία καθαυτή υπήρξε από τις απαρχές της τόσο δομική όσο και παγκοσμιοποιημένη στις συνθήκες της νεωτερικότητας. Για τον Francois Furet, όπως μας αναφέρει ο συνάδελφος κ. Ροζάκης σε μια – αδημοσίευτη ακόμα εργασία του –, η τρομοκρατική ιδεολογία μπορεί να εξεταστεί ως μια απόπειρα θεωρητικοποίησης του δικαιώματος της αντίστασης στη δημοκρατική εξουσία. Ξεκινώντας από το παράδειγμα μιας παγκοσμιοποιημένης πάλης των τάξεων, όπως υπαινίσσεται και το απόσπασμα του Τρότσκι που παραθέσαμε, η τρομοκρατία καθίσταται ένα φαινόμενο που διαρρηγνύει τις κατηγορίες του αστικού πολιτισμού: τη διάκριση εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού, του αγώνα αυτού που πολεμά για τη διεύρυνση των δικαιωμάτων με εκείνον που επιθυμεί να αποσχιστεί από το τρέχον νομικό καθεστώς, κ.τλ.2 Με την ρήξη όλων αυτών των κατηγοριών επέρχεται και η λογική συνέπεια ενός ατέρμονου πραγματικού «πολέμου των θεών» δηλαδή ενός ένοπλου ανταγωνισμού μεταξύ αντίπαλων και ασύμβατων στο αξιακό επίπεδο κοσμοθεωρήσεων. Ωστόσο, στο μέτρο που στη Δύση η ταξική σύγκρουση – στο μέτρο που βιώνεται ως τέτοια – τείνει να διεξάγεται με πολιτικά και νομικά μέσα, φαίνεται να κερδίζει έδαφος η λογική των πολιτισμικών συγκρούσεων του Huntington. Αυτό συμπίπτει με την επανεμφάνιση μιας μορφής τρομοκρατίας που είχε εκλείψει μετά τις αρχές του 20ου αι. Και εδώ αναφερόμαστε στη φιγούρα του ατομικού τρομοκράτη, ενός προσώπου που ριζοσπαστικοποιείται μόνος του, και προβαίνει στην πράξη αυτόνομα, χωρίς τη χρήση ειδικού οπλισμού και εκπαίδευσης, χτυπώντας τον οποιονδήποτε. Εδώ πρέπει, καταλήγοντας, να δώσουμε σημασία σε τρία σημεία: Πρώτον πως το Διαδίκτυο και τα νέα μέσα δεν πρέπει να θεωρηθούν αίτια, αλλά μάλλον επιπρόσθετοι φορείς που μπορεί να πετύχουν ή όχι τη ριζοσπαστικοποίηση των ευαίσθητων πληθυσμών, ενώ πολλές φορές μπορούν να δράσουν αντιπαραγωγικά (μπορεί η θέαση ενός βίντεο του ISIS να ενισχύσει την εναντίωση σε αυτό). Μελέτες έχουν δείξει πως πολλοί τρομοκράτες αποφάσισαν το πέρασμα στην πράξη αντλώντας πληροφορίες και πεποιθήσεις από μια πλειάδα πηγών (Archetti 2015). Δεύτερον, πως η Τρομοκρατία, ιδίως στην πιο πρόσφατη μορφή της, συντελεί σε μια νέα συγχώνευση μέχρι πρότερα αντινομικών κατηγοριών όπως του «εξωτερικού εχθρού» και του «εσωτερικού παρανόμου», προκαλώντας μεγάλα προβλήματα στη δικαϊκή αντιμετώπισή της. Τρίτον, πως η στρατιωτική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, κινδυνεύει να πλήξει σοβαρά το δημοκρατικό πολίτευμα: – από τη μια ωθώντας το κράτος να υιοθετεί το ίδιο «τρομοκρατικές» πρακτικές (επιλεκτικές δολοφονίες κ.ά.), 2Βλ.τη συζήτηση στο «La Lutte antiterroriste et l’Etat de droit. Table ronde avec Miche Delbacq, Antoine Garapon, Francois Saint-Bonnet et Bernard Warufsel», Esprit n.437 (Σεπτ. 2017), σ. 88 κ.ε. 668 – από την άλλη με τη διάχυση στο δημόσιο δίκαιο των κατηγοριών της εξαίρεσης, των πρακτικών επιτήρησης και της παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων, που μπορεί να μεταφερθούν και σε άλλα πεδία της νομολογίας.3 Η έκρηξη της δημοσιότητας και η αύξουσα σημασία της τρομοκρατίας, έτσι, δύνανται, συνδυασμένες, να κλονίσουν το αντιληπτικό και νομοθετικό επίπεδο των χωρών που τις υφίστανται σε σημαντικό βαθμό. Βιβλιογραφία Archetti, C. (2015), “Terrorism, Communication and the New Media: Explaining radicalization in the digital age”, Perspectives on Terrorism, 9 (1): 49-59. Craib, I. (2011), Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία: Από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, Αθήνα, εκδόσεις Τόπος. Habermas, J. (1997), Αλλαγή Δομής της Δημοσιότητας, Αθήνα, εκδόσεις Νήσος. Walther, R. (1990), “Terrorismus”, σε O. Brunner, W. Kontze & R. Kosellek (επιμ.), Geschichtliche Grundbegriffe, Στουτγάρδη, Ernst Klett Verlag, τ. 6. Ρήγου, Μ. (2014), Από την Ψηφιακή Επανάσταση στην Ψηφιακή Επιτήρηση: Νέα μέσα, δημοσιότητα και πολιτική, Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σίδερης. Σμιτ, Κ. (1988): Η Έννοια του Πολιτικού, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Τρότσκι, Λ. (2007) «Για την Τρομοκρατία», στο Λένιν − Λούξεμπουργκ − Τρότσκι: Για την Ατομική Τρομοκρατία, τη Βία και την Επανάσταση, Αθήνα, εκδόσεις Κοροντζή. 3Βλ. τη συζήτηση στο «La Lutte antiterroriste..», ό.π. 669 670 Ο Μεταβαλλόμενος Χαρακτήρας της Εργασίας στον Αγροτοδιατροφικό Τομέα. Η Αναγκαιότητα Απόκτησης Νέων Δεξιοτήτων Μέσω ΔΒΜ Μιλτιάδης Σταμπουλής1 και Ειρήνη Λαζαρίδου2 Περίληψη Τα τελευταία χρόνια διαφαίνεται έντονος μετασχηματισμός των εργασιακών δεξιοτήτων, κυρίως λόγω του ότι οι εργαζόμενοι αλληλο-επιδρούν με ολοένα εξυπνότερα παραγωγικά συστήματα. Η συνεχής ανάπτυξη των ICT επιφέρει έντονες ανάγκες δημιουργίας νέων εκπαιδευτικών πρωτοκόλλων στην τυπική και μη τυπική μάθηση, με έμφαση στην ανάπτυξη και καλλιέργεια συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Είναι προφανές ότι τα παραπάνω επηρεάζουν άμεσα τα υπάρχοντα οργανωσιακά μοντέλα, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν κίνητρο για τη δημιουργία νέων βιώσιμων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και παράγοντα για τη δημιουργία επιπλέον θέσεων εργασίας. Στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, πολλά επαγγέλματα και κλάδοι, θα βιώσουν καθολικό μετασχηματισμό, με επίπτωση στις ποσοτικές και ποιοτικές εισροές και εκροές των αγορών εργασίας. Η παρούσα εισήγηση αναλύει τις επιπτώσεις της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης στην αγορά εργασίας του αγροδιατροφικού κλάδου. Συγκεκριμένα επικεντρώνεται στην αναγκαιότητα απόκτησης συνδυασμού κάθετων και οριζόντιων δεξιοτήτων, ώστε να διασφαλίζεται η επιτυχημένη σύμπραξη του ανθρώπινου δυναμικού με τις εξελισσόμενες νέες τεχνολογικές εφαρμογές στον κλάδο της αγροδιατροφής. Λέξεις-κλειδιά: αγροδιατροφή, δεξιότητες, ΤΠΕ, τέταρτη βιομηχανική επανάσταση Εισαγωγή Η παραγωγή και διακίνηση αγροτικών προϊόντων για την κάλυψη των επισιτιστικών αναγκών του πληθυσμού αποτελεί διαχρονικά πεδίο επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, στο οποίο εμπλέκεται σημαντικό πλήθος επιχειρήσεων, με ποικίλες στοχεύσεις (γεωργικές εκμεταλλεύσεις, επιχειρήσεις επεξεργασίας/μεταποίησης τροφίμων, επιχειρήσεις εστίασης, παραγωγής και εμπορίας αγροτικών εφοδίων, βιομηχανικού εξοπλισμού, βοηθητικών υλών και υλικών συσκευασίας, μεταφοράς, διακίνησης και εμπορίας προϊόντων διατροφής, επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών απεντομώσεων, μυοκτονιών, κ.λπ.). Στο πλαίσιο αυτό, η δομή και η οργάνωση των συστημάτων παραγωγής τροφίμων, διαχρονικά, διαμορφώθηκε με βάση τις εκάστοτε 1 Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας,
[email protected]2 Yποψήφια Διδάκτορας, M.Ed.-M.Sc.-B.Sc. Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας,
[email protected]671 ισχύουσες δυνατότητες παραγωγής. Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, καταγράφεται ραγδαία μεταστροφή του παραγωγικού υποδείγματος προς την κατεύθυνση εξυπηρέτησης των απαιτήσεων και αναγκών του σύγχρονου καταναλωτικού κοινού. Η στροφή αυτή είναι η συνδυαστική ανταπόκριση του συστήματος παραγωγής και διακίνησης τροφίμων στο πλήθος μεταβολών και εξελίξεων που σημειώνονται στην οικονομία, στην κοινωνία, στην τεχνολογία, στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο, αλλά και στα καταναλωτικά πρότυπα και συμπεριφορές. Οι εξελίξεις αυτές, δημιούργησαν με τη σειρά τους συνθήκες άμβλυνσης διαφόρων περιοριστικών παραγόντων, όπως η φθαρτότητα, η ευπάθεια και η εποχικότητα των προϊόντων, η μεγάλη γεωγραφική διασπορά, αλλά και η απόσταση μεταξύ σημείων παραγωγής και κατανάλωσης (ΣΕΒ 2013). Παράλληλα, η εντατική διαχείριση της γεωργικής γης, με στόχο τον επισιτισμό του αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού, έχει πετύχει την αύξηση της απόδοσης των καλλιεργειών τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτό βασικός σύμμαχος είναι η ανάπτυξη των ηλεκτρονικών και της πληροφορικής που δημιούργησαν τη δυνατότητα εφαρμογών διαφοροποιημένων επεμβάσεων μέσα στο ίδιο το αγροτεμάχιο με στόχο τη βελτιστοποίηση της παραγωγής. Η ενίσχυση της ακρίβειας των συστημάτων γεωγραφικού εντοπισμού (GPS) και η ανάπτυξη των αισθητήρων μέτρησης της παραγωγής καλλιεργειών που προσαρμόζονται στις μηχανές συγκομιδής, έδωσε τη δυνατότητα χαρτογράφησης της παραγωγής. Οι πρώτες εφαρμογές άρχισαν στο τέλος του ‘80, αλλά κυρίως στις αρχές του ΄90 με χαρτογράφηση της παραγωγής των σιτηρών. Την περίοδο εκείνη τοποθετούνται οι απαρχές της γεωργίας ακριβείας (Precision Agriculture). Η γεωργία ακριβείας (ή εναλλακτικά έξυπνη γεωργία ή ευφυής γεωργία) αποτελεί μια σύγχρονη μέθοδο αξιοποίησης μιας γεωργικής επιχείρησης με τη χρήση τεχνολογιών, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της παραγόμενης ποσότητας αγροτικών προϊόντων σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη μείωση περιβαλλοντικών αποτυπωμάτων. Η Γεωργία Ακριβείας είναι μια νέα μέθοδος διαχείρισης των αγρών, σύμφωνα με την οποία οι εισροές (φυτοφάρμακα, λιπάσματα, σπόρος, νερό άρδευσης) και οι καλλιεργητικές πρακτικές εφαρμόζονται ανάλογα με τις ανάγκες του εδάφους και των καλλιεργειών, καθώς αυτές διαφοροποιούνται στον χώρο και στον χρόνο (Whelan & McBratney, 2000). Συνεπώς, είναι ένας αναδυόμενος τομέας της επιστήμης που υπόσχεται να αναπτύξει περισσότερο αειφορικά συστήματα διαχείρισης των καλλιεργειών. Η ευφυής γεωργία πραγματοποιείται με ποικίλους τρόπους σε διαφορετικές χώρες της Ε.Ε. καθώς οι δομικές διαφορές του αγροτικού τομέα κάθε χώρας μεταφράζονται σε διαφορετικές προσεγγίσεις, τεχνικές, επιχειρησιακές και επιχειρηματικές σε ότι αφορά τις υπηρεσίες ευφυούς γεωργίας. Στη χώρα μας διαπιστώνεται μέχρι σήμερα καθυστέρηση στην εφαρμογή των συστημάτων γεωργίας ακριβείας, γεγονός το οποίο αποδίδεται σε συγκεκριμένους λόγους, όπως: Κυριαρχία των μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Χαμηλό ή ανεπαρκές μορφωτικό επίπεδο του ανθρωπίνου δυναμικού που εμπλέκεται στον αγροτικό τομέα, ιδιαίτερα δε σε ό,τι αφορά ψηφιακές γνώσεις και δεξιότητες. Προσκόλληση σε παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής των αγροδιατροφικών προϊόντων. Έλλειψη αναπτυγμένης τεχνολογίας εφαρμογής των μεθόδων Γεωργίας Ακριβείας για τις καλλιέργειες, κυρίως φρούτα και λαχανικά. 672 Ωστόσο, οι μελλοντικές τάσεις διαφαίνονται ευνοϊκές, αφού η Ελλάδα αναμένεται να αναπτυχθεί σε πρωταγωνίστρια στο πεδίο της γεωργίας ακριβείας στην Ευρώπη, καθώς αναπτύσσει την πρώτη εθνική υποδομή ευφυούς γεωργίας επί ευρωπαϊκού εδάφους μέσα από το Πρόγραμμα Δημοσιών Επενδύσεων, με συνολικό προϋπολογισμός 33 εκατ. ευρώ. Η πρώτη φάση του έργου «ψηφιακής γεωργίας» από το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής έχει ολοκληρωθεί και μέσω του προγράμματος αναμένεται να τοποθετηθούν 6.500 επίγειοι σταθμοί, οι οποίοι θα «παρακολουθούν» τις καλλιέργειες, με αρχικό στόχο να καλύπτουν τη μισή καλλιεργητική έκταση της χώρας (περισσότερα από 15 εκατ. στρέμματα). Μέσα από μια πλατφόρμα η οποία αξιοποιεί όλα τα δεδομένα που συλλέγονται από επίγειους σταθμούς και δορυφόρους, επιτυγχάνεται για πρώτη φορά μείωση του κόστους παραγωγής και βελτίωση της ποιότητας του αγροτικού προϊόντος, ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται ένα νέο οικοσύστημα με πολλαπλά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία. Με το νέο πρόγραμμα ευφυούς γεωργίας που καταρτίζει το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, σε συνεργασία με το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, οι αγρότες θα μπορούν να λαμβάνουν, μέσω γραπτού μηνύματος ακόμα και σε συμβατικό κινητό τηλέφωνο, καλλιεργητικές συμβουλές προσαρμοσμένες ακριβώς στις ανάγκες του χωραφιού τους αλλά και προειδοποιήσεις για ακραία καιρικά φαινόμενα. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη φάση του προγράμματος, έχει ως αντικείμενο την ανάπτυξη δεξιοτήτων του αγροτικού πληθυσμού και την αξιοποίηση ελληνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων, προκειμένου νέοι Έλληνες γεωπόνοι να μπορέσουν να συμβάλουν τα μέγιστα, για να γίνουν αυτές οι τεχνολογίες «τεχνολογίες των ανθρώπων» (Αλεξάκη 2019). Πρόκειται ουσιαστικά για μια ολιστική και καινοτόμα προσέγγιση που αποτελεί παράδειγμα συνδυασμένης εφαρμογής των νέων τεχνολογιών, του διαδικτύου των πραγμάτων (IoT), των μεγάλων δεδομένων (Big Data), της υποδομής υπολογιστικού νέφους (cloud) και της δορυφορικής παρακολούθησης της γης. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της γεωργίας θεωρείται άλλωστε και από το Υπουργείο ζήτημα πρωταρχικής σημασίας, δεδομένου ότι στον αγροτικό τομέα (που εισφέρει το 2,5% του ΑΕΠ) απασχολείται το 11,5% του πληθυσμού, ενώ η χώρα μας καταλαμβάνει την 5η θέση στην κατάταξη της Ε.Ε. ως προς τον αριθμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Συνοπτική παρουσίαση βασικών στοιχείων της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης Ως γνωστό, η ανθρωπότητα έχει βιώσει τρεις βιομηχανικές επαναστάσεις: την 1η βιομηχανική επανάσταση που άρχισε στο τέλος του 18ου αιώνα με βασικό στοιχείο την εκβιομηχάνιση της παραγωγής, τη 2η που ξεκίνησε στο τέλος του 19ου αιώνα με τη μαζική παραγωγή και χρήση του ηλεκτρισμού στην παραγωγική διαδικασία και κατανάλωση και την 3η βιομηχανική επανάσταση, που άρχισε τη δεκαετία του 1970 και χαρακτηρίστηκε με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στο 2008 τοποθετείται η απαρχή της 4ης φάσης της Βιομηχανικής Επανάστασης, καθώς πλέον οι ψηφιακές τεχνολογίες εξελίχθηκαν και θεωρούνται ολοκληρωμένες (Schwab 2016). Ο όρος έχει τις ρίζες του στο πρόγραμμα Industry 4.0 που υιοθέτησε η γερμανική κυβέρνηση το 2013 για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας. Η 4η βιομηχανική επανάσταση βασίζεται στην ευρεία ανάπτυξη των επιμέρους κλάδων της Πληροφορικής και χαρακτηρίζεται από την ευφυή εκμάθηση και 673 αυτοεκπαίδευση των ίδιων των Μηχανών (Machine Learning), την επιστήμη των Δεδομένων (Data Science) και την Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence) που συνδυαστικά δημιουργούν προκλήσεις και ευκαιρίες, ενώ αναδεικνύονται και εδραιώνονται σε ένα περιβάλλον αναπτυξιακής στασιμότητας και κρίσης (Schwab, 2016), εξυπηρετώντας την ανάγκη διεξόδου του κεφαλαίου (White 2018) με κύρια αιτία την ανάγκη συνεχούς βελτίωσης της παραγωγικότητας με τη βοήθεια των ΤΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν σήμερα νέα μοντέλα παραγωγής, όπως για παράδειγμα το λεγόμενο έξυπνο εργοστάσιο, όπου επιμέρους συστήματα, βασισμένα στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, είναι σε θέση να παρακολουθούν τις φυσικές διεργασίες, να δημιουργούν εικονικά αντίγραφα του φυσικού κόσμου και να λαμβάνουν αποκεντρωμένες αποφάσεις μέσω μηχανισμών αυτο-οργάνωσης σε πραγματικό χρόνο (Burke et al. 2017). Το έξυπνο εργοστάσιο έχοντας ως πυρήνα την αυξημένη ψηφιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, χαρακτηρίζεται από τα εξής στοιχεία: οριζόντια ολοκλήρωση μέσω των δικτύων: τα δίκτυα μπορούν να αυτοοργανώνονται σε πραγματικό χρόνο, από τη στιγμή λήψης της παραγγελίας μέχρι τον εξωτερικό εφοδιασμό ψηφιοποίηση σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας: από τον σχεδιασμό και την εισερχόμενη υλικοτεχνική υποστήριξη της παραγωγής έως το μάρκετινγκ, τον εξερχόμενο εφοδιασμό και τις μετά την πώληση υπηρεσίες κάθετη ολοκλήρωση και δικτυωμένα συστήματα παραγωγής: τα συστήματα πληροφορικής συνεργάζονται με αισθητήρες, ελέγχοντας την παραγωγή και την εκτέλεση του εταιρικού σχεδιασμού παρέχοντας ταυτόχρονα μια ολοκληρωμένη διαδικασία συνεργασίας μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Η αντίστοιχη ορολογία που χρησιμοποιείται διεθνώς περιλαμβάνει όρους όπως: Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things – IoT), Διαδίκτυο των Υπηρεσιών (Internet of Services – IoS), Προηγμένη Βιομηχανία (Advanced Manufacturing) και Έξυπνο εργοστάσιο (Smart factory). Συγκεκριμένα, το Ίντερνετ των Πραγμάτων αναφέρεται σε συστήματα πληροφορικής συνδεδεμένα με όλα τα υποσυστήματα, τις διαδικασίες και τα δίκτυα προμηθευτών και πελατών, που επικοινωνούν και συνεργάζονται τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας ενσωματωμένους αισθητήρες για τη συλλογή δεδομένων και την ανάληψη κάποιας δράσης μέσα σε ένα δίκτυο (Mattern & Floerkemeier 2010, Harvard Business Review 2014). Το Ίντερνετ των Υπηρεσιών αναφέρεται σε εσωτερικές και δια-συστηματικές υπηρεσίες που παρέχονται και χρησιμοποιούνται από το σύνολο της αλυσίδας αξίας μέσω της επεξεργασίας «μεγάλων δεδομένων» (Mayer-Schonberger & Cukier 2015, Manyika et al. 2011) και της τεχνολογίας του «υπολογιστικού νέφους» (cloud computing) (Dikaiakos et al. 2009). Ουσιαστικά, η 4η βιομηχανική επανάσταση έγκειται στη μετάβαση από κατακερματισμένα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε μια εποχή που τα επιμέρους συστήματα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και στις γραμμές παραγωγής διασυνδέονται και επικοινωνούν μεταξύ τους, με κεντρικό ρόλο και σκοπό την ευρύτερη διαλειτουργικότητα. Έτσι η ενσωμάτωση όλων των προαναφερόμενων τεχνολογιών προσδίδει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και οφέλη στα επιχειρησιακά μοντέλα (Hofmann & Rüsch 2017, Oesterreich & Teuteberg 2016), όπως: 674 Διαλειτουργικότητα: άνθρωποι και έξυπνα εργοστάσια επικοινωνούν μεταξύ τους, μέσω κατάλληλων λογισμικών ενσωματωμένο σε αισθητήρες, φορητές συσκευές, σταθμούς συναρμολόγησης, προϊόντα και τεχνολογίες επικοινωνιών Εικονικότητα: δημιουργείται ένα εικονικό αντίγραφο του έξυπνου εργοστασίου μέσω της σύνδεσης δεδομένων των αισθητήρων με μοντέλα εικονικών εγκαταστάσεων και κατά συνέπεια αυτή η προσομοίωση συμβάλλει στη βελτίωση της λειτουργικότητας Αποκέντρωση: τα συστήματα λαμβάνουν αποφάσεις και προχωρούν σε τοπική παραγωγή χάρη σε διάφορες τεχνολογίες (πχ. τρισδιάστατη εκτύπωση) Ικανότητα δράσης σε πραγματικό χρόνο: δυνατότητα συλλογής, ανάλυσης δεδομένων και άμεσης παροχής των αντλούμενων πληροφοριών Προσαρμοστικότητα: ευελιξία προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις με δυνατότητες αντικατάστασης ή επέκτασης μεμονωμένων μονάδων. Με βάση τα κριτήρια της «βιοµηχανικής αριστείας» (industrial excellence) και ανάλογα µε την πρόοδο που έχει συντελεστεί, τα κράτη-µέλη κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες: o Πρωτοπόρα κράτη (front-runners): Τα κράτη που έχουν προχωρήσει και συνεχίζουν να οδεύουν επιτυχώς στην κατεύθυνση της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης (Γερµανία, Σουηδία, Αυστρία, Ιρλανδία). o Κράτη µε δυνατότητες (potentialists): Τα κράτη που η βιοµηχανική τους βάση εξασθενίζει, αλλά ο σύγχρονος εταιρικός τοµέας τους έχει δυνατότητες (Βέλγιο, Δανία, Ολλανδία, Ηνωµένο Βασίλειο, Γαλλία). o Κράτη-οπαδοί της παράδοσης (traditionalists): Τα κράτη που διαθέτουν επαρκή βιοµηχανική βάση, αλλά έχουν αναλάβει ελάχιστες πρωτοβουλίες µετάβασης στη νέα βιοµηχανική εποχή (Τσεχία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία). o Διστακτικά κράτη (hesitants): Τα κράτη που δεν διαθέτουν αξιόπιστη βιοµηχανική βάση, ενώ τα άμεσα δηµοσιονοµικά προβλήµατα παρεμβάλλονται στον αποτελεσματικό αναπτυξιακό προσανατολισµό (Ελλάδα, Ιταλία, Εσθονία, Πορτογαλία, Πολωνία, Κροατία, Βουλγαρία). Τάσεις και εξελίξεις στον σύγχρονο αγροδιατροφικό τομέα Οι γεωργικές δραστηριότητες είναι η βάση της παραγωγής τροφίμων, ενώ παράλληλα προωθούν την ανάπτυξη αγροτικών περιοχών και παρέχουν ευρύτερα δημόσια αγαθά. Αυτές οι πολλαπλές λειτουργίες εκτελούνται σήμερα στο πλαίσιο σημαντικών δημογραφικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων που μεταβάλλουν το περιβάλλον της αγροδιατροφής στις οποίες λαμβάνει χώρα η χερσαία πρωτογενής παραγωγή (European Commission 2016). Δεδομένου ότι ο παγκόσμιος ανθρώπινος πληθυσμός εκτιμάται στα 9,7 δισεκατομμύρια μέχρι το 2050, η τωρινή παραγωγή τροφίμων αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 60% (Schönfeld et al. 2018). Αποτέλεσμα αυτού είναι η γενικότερη τάση δημιουργίας προγραμμάτων παρακολούθησης των υφιστάμενων γεωργικών καλλιεργειών καθώς και νέων τεχνητών καλλιεργειών (Capital 2017) τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε. Ως εκ τούτου συνεχίζει να θεωρείται ως ένας από τους πλέον δυναμικούς της οικονομίας της Ελλάδας, κυρίως λόγω των ευνοϊκών κλιματικών παραγόντων του τόπου. 675 Η διεθνής συγκυρία είναι εξαιρετικά θετική τα τελευταία 25 χρόνια, ωστόσο στην Ελλάδα η έλλειψη στρατηγικής, δεν επέτρεψε στον αγροδιατροφικό κλάδο, να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο τον χαρακτηρίζει. Αναμφίβολα, ο αγροδιατροφικός επιχειρηματικός τομέας έχει σαφώς υψηλό ρίσκο όπως εξωγενείς παράγοντες: καιρός, γεω-κλιματολογικές συνθήκες (Anastasiadis & Poole 2015), που δρα αποτρεπτικά στους πιθανούς υποψήφιους επιχειρηματίες και νέους επενδυτές του χώρου. Στηριζόμενος σε επιδοτήσεις και σε προσφορές χύμα προϊόντων, ο Ελληνικός αγροδιατροφικός κλάδος αυξήθηκε λιγότερο από 1% ετησίως την τελευταία 25ετία, καλύπτοντας μόλις 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής έναντι 0,8% το 1993. Επιπλέον, ο ελληνικός αγροδιατροφικός κλάδος χαρακτηρίζεται από μικρές και κατακερματισμένες εκτάσεις (National Bank of Greece 2015). Οι περισσότερες αγροτικές ή κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις είναι μικρές, κυρίως οικογενειακές επιχειρήσεις, που συχνά χαρακτηρίζονται από μειωμένη οργανωτικότητα. Εκτός από αυτούς τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες, ο ελληνικός αγροτοδιατροφικός τομέας έχει να αντιμετωπίσει και τη διαρκή αύξηση των τιμών των πρώτων υλών σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση και τη συνεχή συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη για βελτίωση της αποδοτικότητας στην παραγωγή. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί επίσης το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού που απασχολούνταν στον πρωτογενή τομέα είχε ελλιπή γνώση και εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες ή άλλους εξειδικευμένους, καινοτόμους τρόπους παραγωγής. Η έλλειψη εκπαίδευσης και κατάρτισης αποτελεί πρόβλημα και στον τομέα της μεταποίησης και υπηρεσιών, όπου οι επενδύσεις για έρευνα και ανάπτυξη στον αγροδιατροφικό κλάδο στην Ελλάδα ανέρχονται στο 1/3 (11€/Εκτάριο) του μέσου όρου της Ε.Ε. (33€/Εκτάριο), ενώ δεν δίνεται ιδιαίτερη σημασία σε εξειδικευμένες υπηρεσίες που αφορούν τον κλάδο, όπως για παράδειγμα μάρκετινγκ αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών (National Bank of Greece 2015, Τράπεζα Πειραιώς 2015). Η προσαρμοστική ικανότητα που επιδεικνύουν τα αγροτικά νοικοκυριά, οι παραγωγοί, οι αγροτικοί φορείς, οι κοινότητες και οι τοπικές οικονομίες λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης είναι αντανάκλαση της λεγόμενης ανθεκτικότητας των αγροτικών περιοχών. Η ελαστικότητα είναι εμφανής με την ιδιότητα των αγροτικών περιοχών να απορροφούν τις πιέσεις και την αναδιοργάνωση, ενώ βιώνουν τις αλλαγές, έτσι ώστε να μπορούν να διατηρούν τις λειτουργίες τους, τα δομικά χαρακτηριστικά τους, την ταυτότητά τους και την ευελιξία των δραστηριοτήτων τους (Schouten et al. 2009, Folke et al. 2010). Παράλληλα ο τομέας της αγροδιατροφής στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους βασικούς κινητήριους μοχλούς της ελληνικής οικονομίας, επηρεάζοντας ισχυρά και τους υπόλοιπους τομείς δραστηριότητας (πρωτογενή και τριτογενή), με αντίστοιχες συνέπειες στο σύνολο της εθνικής οικονομίας (ΣΕΒ 2013). Οι σημερινές τάσεις, περιλαμβάνουν τη Γεωργία Ακριβείας ως σύστημα διαχείρισης των αγροκτημάτων που με τη συμβολή διαφόρων τεχνολογιών βοηθά τον αγρότη στη λήψη αποφάσεων και στην καλύτερη διαχείριση του αγροκτήματος (Gemtos et al. 2002). Ο όρος καλύτερη διαχείριση έγκειται στη βελτίωση της οικονομικής απόδοσης του αγροκτήματος, είτε με αύξηση παραγωγής, είτε με μείωση εισροών, είτε με συνδυασμό και των δύο. Επιπλέον, μπορεί να επιτευχθεί βελτίωση των αρνητικών επιπτώσεων της γεωργίας στο περιβάλλον, εφόσον εφαρμόζεται η αναγκαία ποσότητα εισροών σε κάθε σημείο του αγρού. Χαρακτηριστικό είναι ότι, αντί να 676 γίνονται οι καλλιεργητικές φροντίδες με βάση τις μέσες τιμές παραγωγής και γονιμότητας του εδάφους, είναι δυνατή η εφαρμογή διαφορετικών δόσεων εισροών και άλλων καλλιεργητικών φροντίδων για κάθε τμήμα του αγρού ανάλογα με τις πραγματικές του ανάγκες. Παράλληλα, βασικό στοιχείο αποτελεί η σωστή διαχείριση των διαθέσιμων αγροτεμαχίων έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μέγιστη εκμετάλλευσή τους ανάλογα με τις δυνατότητες που παρέχονται (Stafford 2000). Ενδεικτικές τεχνολογίες στον τομέα της γεωργίας είναι: ρομποτικά οχήματα με συγκεκριμένους στόχους (στοχευμένο και ελεγχόμενο βομβαρδισμό, εφαρμογή λιπάσματος, συγκομιδή καρπών, κ.λπ.) ανάπτυξη εναέριων οχημάτων με αυτόνομο έλεγχο πτήσης, σε συνδυασμό με φωτογραφήσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της ανάπτυξης βιομάζας και της γονιμοποίησης των καλλιεργειών ανοίγοντας το πεδίο για συμβουλές διαχείρισης στα σύγχρονα αγροκτήματα (Floreano & Wood 2015) συστήματα αυτοματισμού, ασύρματες τεχνολογίες, τεχνολογίες GPS, γεωγραφικά πληροφοριακά συστήματα GIS, συστήματα παρακολούθησης και διαχείρισης των προϊόντων (e-commerce), smart phones, βάσεις διαχείρισης γνώσεων κλπ. βοηθούν τους καλλιεργητές να κάνουν καιρικές προβλέψεις βασισμένες στις παρατηρήσεις των κλιματικών δεδομένων, να τηρήσουν αρχείο το οποίο αφορά τις αποδόσεις και την συμπεριφορά των καλλιεργειών τους, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους αλλά και με την αγορά αμεσότερα και γρηγορότερα, να προβλέψουν πιθανούς κινδύνους που απειλούν τους καρπούς τους αλλά και να αυτοματοποιήσουν ορισμένες καλλιεργητικές πρακτικές όπου αυτό είναι δυνατόν συστήματα μεταβλητών εφαρμογών (VRA ή VRT) τοποθετούνται στα αγροτικά μηχανήματα και μεταβάλουν την ποσότητα εφαρμογής των εισροών (νερό, σπόρο, λιπάσματα, φυτοφάρμακα ή/και αλλάζουν το είδος των εισροών (ποικιλία σπόρου, είδος λιπάσματος), σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε σημείου του χωραφιού στο οποίο βρίσκονται αυτοματοποιημένα συστήματα πλοήγησης με ικανότητα ανάληψης ειδικών οδηγικών καθηκόντων, ελαχιστοποιώντας την πιθανότητα ανθρώπινου λάθους και συμβάλλοντας στην αποτελεσματική διαχείριση των χωραφιών (π.χ. αυτόματη πλοήγηση, αυτόματη στροφή του τρακτέρ στο τέλος του χωραφιού, αυτόματη πορεία στα όρια του χωραφιού, κ.λπ. Η γεωργία ακριβείας κάνει εφικτή τη γενικότερη βελτιστοποίηση του γεωργικού συστήματος συνδέοντας παραγωγή, διανομή και κατανάλωση, μέσω των ανάλογων αυτοματισμών (Schönfeld et al. 2018). Συνεπώς, είναι εφικτή η μεγιστοποίηση της παραγωγής με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση της αποτυχίας λόγω φυσικών καταστροφών, σφαλμάτων και παραγόντων που σχετίζονται με τη γεωργική καλλιέργεια, τις καιρικές συνθήκες και τον αγροτικό εξοπλισμό (Sung 2018). Τα οφέλη εφαρμογής των τεχνολογιών έξυπνης γεωργίας είναι πολλαπλά για τον ίδιο τον παραγωγό και για το ευρύτερο αγροτικό οικοσύστημα, καθώς οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων, ποιοτική αναβάθμιση των προϊόντων, ενίσχυση της κερδοφορίας και διευκόλυνση των καλλιεργητικών εργασιών, περιορίζοντας παράλληλα το κόστος και τις απαιτήσεις σε εισροές. Παράλληλα, η εξοικονόμηση πόρων και η τυποποίηση της διαχείρισης των καλλιεργητικών εκτάσεων επιφέρει σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη σε όρους μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των καλλιεργειών. 677 Η προώθηση της έξυπνης γεωργίας αποτελεί βασικό στόχο της ευρωπαϊκής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Εκτός των προβλέψεων της ΚΑΠ, τον Απρίλιο του 2019 υπεγράφη από 23 κράτη-μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η διακήρυξη συνεργασίας για «ένα έξυπνο και βιώσιμο ψηφιακό μέλλον για την ευρωπαϊκή γεωργία και την ύπαιθρο», σηματοδοτώντας τις συστηματικές προσπάθειες που πρόκειται να ακολουθήσουν σε αυτόν τον τομέα. Ανάλογες πρωτοβουλίες σε επίπεδο πολιτικής εντοπίζονται και στην Ελλάδα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Τριμερές Μνημόνιο Συνεργασίας για τη Γεωργία Ακριβείας μεταξύ του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που υπεγράφη το 2018, και το έργο «Ψηφιακός μετασχηματισμός του γεωργικού τομέα» που βρίσκεται σε στάδιο διαβούλευσης. Παρόλα αυτά η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύτηκε την παγκόσμια τάση (Καραμπίνη 2017). Ως εκ τούτου, η τεχνολογική αναβάθμιση της γεωργικής παραγωγής είναι κατώτερη σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ε.Ε. κυρίως για δύο λόγους: ο αγροτικός κλάδος χαρακτηρίζεται από μικρές και κατακερματισμένες εκτάσεις (National Bank of Greece 2015) και επιπλέον η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού στον πρωτογενή τομέα δεν έχει κατάλληλη εκπαίδευση-κατάρτιση για να χρησιμοποιήσει νέες τεχνολογίες ή άλλους εξειδικευμένους και καινοτόμους τρόπους παραγωγής. Απαιτούμενες δεξιότητες και προσόντα του ανθρωπίνου δυναμικού στον αγροδιατροφικό τομέα Η επίδραση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης αναμένεται καταλυτική σε όλους τους τομείς της παγκόσμιας κοινωνίας και οικονομίας. Ένας από αυτούς τους τομείς είναι και των επαγγελματικών δεξιοτήτων. Θεωρείται ότι σε όλες τις θέσεις εργασίας θα αναζητούνται πλέον άτομα με αναπτυγμένες τις βασικές, διαχειριστικές, επικοινωνιακές και ιδιαίτερα τις ψηφιακές δεξιότητες (Kαdri-Liss 2018). Οι διάφορες επαγγελματικές ομάδες θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το επαγγελματικό τους προφίλ και να το ενισχύσουν με δεξιότητες, που θα τους επιτρέψουν να ανταποκριθούν στις ψυχικές, πνευματικές και σωματικές απαιτήσεις της νέας αγοράς εργασίας (Karanikola & Panagiotopoulos 2018). Συνεπώς, η ψηφιοποίηση της γεωργίας επηρεάζει τις ευκαιρίες απασχόλησης και τα επαγγελματικά προσόντα των γεωργών και των επαγγελματιών που σχετίζονται με τη γεωργία (Walter 2017). Η σύγχρονη γεωργία απαιτεί οι αγρότες να είναι όχι μόνο απλά χρήστες ή δέκτες της γνώσης, αλλά και ειδικοί σε θέματα γεωργίας, ώστε να διαχειρίζονται πολύπλοκα αγρο- οικοσυστήματα στo πλαίσιο ανταγωνιστικών αγορών και παράλληλα να εφαρμόζουν φιλικές ως προς το περιβάλλον πρακτικές. Case study: Απόκτηση δεξιοτήτων μέσω του συστήματος ΔΒΜ της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής στον αγροδιατροφικό τομέα Σκοπός της έρευνας Σκοπός της εμπειρικής έρευνας είναι να απαντήσει σε ερωτήματα, με κύριο επίκεντρο τον βαθμό και τον τρόπο αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών στις ελληνικές γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Ταυτόχρονα σκοπεύει στο να εντοπιστούν τα 678 οφέλη και οι κίνδυνοι, που σχετίζονται με το θέμα και κυρίως να εντοπίσει 1) νέες δεξιότητες που θα πρέπει να αναπτύξει ο σημερινός Έλληνας αγρότης ώστε να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά τις νέες τεχνολογίες και 2) κατά πόσο αυτές οι δεξιότητες είναι εφικτό να αναπτυχθούν μέσω προγραμμάτων Δια Βίου Μάθησης. Μεθοδολογία της έρευνας Η επιλεγείσα μέθοδος της έρευνας αφορά σε αυτή των ομάδων εστίασης (focus groups), η οποία ορίζεται από τον Krueger (1988) ως «μια προσεκτικά οργανωμένη συζήτηση, σχεδιασμένη να αντλεί αντιλήψεις και πεποιθήσεις σε ένα καθορισμένο ερευνητικό θέμα, μέσα σε ένα επιτρεπτικό και μη απειλητικό περιβάλλον». Οι ομάδες εστίασης δεν είναι μια ομαδική συνέντευξη με έναν συνεντευκτή ο οποίος θέτει ερωτήσεις στους ερωτώμενους, αλλά πρόκειται για ομαδική συζήτηση στην οποία οι συμμετέχοντες καλούνται να μιλήσουν μεταξύ τους για ένα συγκεκριμένο θέμα μέσα από μια διαδικασία αλληλεπίδρασης η οποία μπορεί να είναι «κάθετη», δηλαδή αλληλεπίδραση μεταξύ του ερευνητή και των συμμετεχόντων, αλλά κυρίως είναι «οριζόντια αλληλεπίδραση» μεταξύ των μελών της ομάδας (Wilkinson 1998). Η διάδραση μεταξύ των μελών της ομάδας έχει ως αποτέλεσμα η επιρροή των ερευνητών στη διαδικασία να είναι μικρότερη και να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στις απαντήσεις των συμμετεχόντων. Είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι δεν υπάρχει η απαίτηση οι διαλογικές ομαδικές συνεντεύξεις να καταλήξουν οπωσδήποτε σε κεντρικό συμπέρασμα, σε σύγκλιση γνώμης ή, ακόμα, στη διατύπωση συγκεκριμένης κοινής ερμηνείας για τη βιωμένη εμπειρία ή τη γνώμη των συμμετεχόντων, όπως συμβαίνει συχνά κατά την εφαρμογή της συγκεκριμένης τεχνικής (Frey & Fontana 1993). Οι Ομάδες Εστίασης στην παρούσα έρευνα αποτέλεσαν ένα πλαίσιο ζωντανής διάδρασης και επικοινωνίας ανάμεσα στα άτομα που συμμετείχαν, κάτι που αποτελεί και τον κύριο λόγο για την επιλογή αυτής της τεχνικής (Kitzinger 1994), ενώ αναπτύχθηκε μια πολυδιάστατη διαλεκτική σχέση στην οποία συμμετείχαν πολλοί ερευνώμενοι ταυτόχρονα, που πέρα από την εκφορά του προσωπικού τους αφηγήματος και τη διάδραση με τους άλλους, παρουσίασαν ταυτόχρονα τα όρια, τους περιορισμούς και τις αντιθέσεις τους με έναν εξωτερικό κόσμο που δεν τον ελέγχουν και δεν τον διαμορφώνουν πλήρως (Μπάνιου 2018). Η μέθοδος αυτή επιλέχθηκε καθώς επιφέρει τα εξής οφέλη (Morgan 1997, Krueger 1988): Επικέντρωση σε συγκεκριμένο τομέα. Διατύπωση υποθέσεων που προκύπτουν από τις ιδέες και τα δεδομένα των ομάδων εστίασης. Συγκέντρωση και αξιολόγηση δεδομένων από ποικίλες υπο-ομάδες του γενικού πληθυσμού στόχου της έρευνας. Ανατροφοδότηση από προηγούμενες μελέτες. Για την αποτελεσματική διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας, αξιοποιήθηκαν δύο ξεχωριστά ερευνητικά εργαλεία, τα οποία είναι κατάλληλα προσαρμοσμένα σε δύο επιλεγμένες ομάδες εστίασης: 1) ομάδα εστίασης των γεωπόνων και 2) ομάδα εστίασης των γεωργών παραγωγών. Το ερευνητικό εργαλείο για την ομάδα εστίασης των γεωπόνων αποτελείται από 17 ερωτήσεις που ανήκουν στις εξής κατηγορίες: γενικές (Γνωρίζετε όλοι τι είναι η 4η Βιομηχανική Επανάσταση;) 679 εισαγωγικές (Ποιες από τις έξυπνες τεχνολογίες και τα έξυπνα λογισμικά αξιοποιούνται στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις με βάση την προσωπική εμπειρία;) μεταβατικές (Ποιες οριζόντιες δεξιότητες θα πρέπει να έχει αναπτύξει κάποιος έτσι ώστε να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει μία έξυπνη συσκευή ή ένα έξυπνο λογισμικό;) ερωτήσεις – κλειδιά (Με ποιον τρόπο θα μπορούσε κάποιος να αναπτύξει αυτές τις δεξιότητες αν δεν το έχει ήδη επιτύχει;) ερωτήσεις κλεισίματος (Από όλα όσα συζητήθηκαν τι είναι πιο σημαντικό για εσάς;) Σχετικά με το ερευνητικό εργαλείο, που αξιοποιήθηκε για την ομάδα εστίασης των γεωργών παραγωγών, αποτελείται από 15 ερωτήσεις που ανήκουν στις εξής κατηγορίες: γενικές (Γνωρίζετε τι είναι η γεωργία ακριβείας ή η έξυπνη γεωργία;) εισαγωγικές (Ποιες έξυπνες τεχνολογίες ή έξυπνα λογισμικά έχετε χρησιμοποιήσει στις γεωργικές σας εκμεταλλεύσεις;), μεταβατικές (Τι πιστεύετε ότι πρέπει να γνωρίζει κάποιος για να χρησιμοποιήσει τις έξυπνες τεχνολογίες στον αγροδιατροφικό τομέα;) ερωτήσεις - κλειδιά (Θα προτιμούσατε να παρακολουθήσετε ένα επιμορφωτικό πρόγραμμα μακράς ή βραχείας διάρκειας σχετικά με αυτά τα ζητήματα;) ερωτήσεις κλεισίματος (Από όλα όσα συζητήθηκαν τι είναι πιο σημαντικό για εσάς;). Η διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε για τη διεξαγωγή της έρευνας υπαγόρευε καταρχήν τη συγκρότηση των δύο ομάδων εστίασης και τον καθορισμό των μελών τους. Με τη βοήθεια εξειδικευμένων στελεχών της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, επιλέχθηκαν οι πιο έμπειροι γεωπόνοι και γεωργοί πάνω στα θέματα γεωργίας ακριβείας και έξυπνης γεωργίας. Έπειτα, ορίστηκαν χρονικά διαφορετικές συναντήσεις για καθεμία ομάδα. Κατά την εκτέλεση της μεθόδου των ομάδων εστίασης, κεντρικό ρόλο είχαν τα μέλη των ομάδων, καθώς ο ερευνητής-συνεντευκτής έθετε απλά τις ερωτήσεις και οι συνεντευξιαζόμενοι εξέθεταν τη δική τους γνώση και εμπειρία χωρίς καμία εξωτερική επιρροή. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από δύο ομάδες με γνώμονα την επαγγελματική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα, η πρώτη ομάδα αποτελείται από εξειδικευμένους γεωπόνους, ζωοτέχνες και συνάμα Εκπαιδευτές Ενηλίκων της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής στην Θεσσαλονίκη. Απαρτίζεται από 6 γυναίκες και 2 άνδρες με μέσο όρο ηλικίας 40–45 ετών. Σχετικά με το εκπαιδευτικό επίπεδο, το 67% του δείγματος είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, ενώ το 33% έχουν μεταπτυχιακές σπουδές σχετικές με τη γεωπονία και την κτηνοτροφία. Όσον αφορά στο χρονικό διάστημα της εργασιακής τους εμπειρίας σε αγροδιατροφικές ενασχολήσεις, το 75% του δείγματος εργάζεται ως γεωπόνος ή ζωοτέχνης περίπου 15- 20 χρόνια, ενώ το 25% του δείγματος απασχολείται επαγγελματικά στις προαναφερθείσες θέσεις τα τελευταία 2 χρόνια. Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από τους παραγωγούς της Συνεταιριστικής Οργάνωσης αμπελοπαραγωγών Κρύας Βρύσης, οι οποίοι συνεργάζονται με την Αμερικανική Γεωργική Σχολή τα τελευταία 2 χρόνια. Συγκεκριμένα, απαρτίζεται από 6 άνδρες και 2 γυναίκες με μέσο όρο ηλικίας 45–50 ετών. Το 75% του δείγματος 680 ασχολείται με την ελληνική γεωργική καλλιέργεια 30–35 χρόνια, ενώ το 25% τα τελευταία 5 χρόνια. Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό επίπεδο της δεύτερης ομάδας είναι εμφανώς πιο χαμηλό από αυτό της πρώτης, αφού 50% του δείγματος έχει ολοκληρώσει το Γυμνάσιο, 33% το Δημοτικό, ενώ μόλις 17% είναι κάτοχος ειδικότητας από ΙΕΚ. Αποτελέσματα έρευνας Όσον αφορά στην ομάδα εστίασης των Γεωπόνων – Εκπαιδευτών Ενηλίκων της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής στην Θεσσαλονίκη, οι ίδιοι επισημαίνουν ότι είναι γνώστες σε θεωρητικό επίπεδο σε ό,τι αφορά τις εφαρμογές και τις επιδράσεις της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και της 5ης Γενιάς Τεχνολογιών στον αγροδιατροφικό τομέα. Για τέτοιου είδους ζητήματα, ενημερώθηκαν κυρίως από δική τους προσωπική μελέτη και έρευνα αλλά και μέσα από διάφορα συνέδρια. Ωστόσο, τόνισαν ότι σε πρακτικό επίπεδο βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο μάθησης, επειδή το συγκεκριμένο αντικείμενο αναπτύσσεται και αρχίζει να εφαρμόζεται στον ελληνικό χώρο τα τελευταία χρόνια. Αναφορικά με ποιες τεχνολογίες έχουν δει να εφαρμόζονται στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις κατά την εργασιακή τους εμπειρία, ανέφεραν το αυτόματο πότισμα, τάισμα και άρμεγμα. Επίσης, αναφέρθηκαν στην εφαρμογή έξυπνων μετεωρολογικών συστημάτων, τονίζοντας ότι δεν έχουν εφαρμοστεί όσο θα έπρεπε στον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα. Όσον αφορά στις θετικές επιδράσεις που κατά τη γνώμη τους επιφέρει η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στον αγροτικό τομέα, επισήμαναν ότι τα περισσότερα οφέλη εντοπίζονται κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα ως θετικά στοιχεία καταγράφηκαν η μείωση του κόστους και των λαθών λόγω των αυτόματων διαδικασιών, η κερδοφόρα παραγωγή, η ακριβής γνώση των γεωργικών εκτάσεων και των ζώων, η μείωση των απαιτούμενων ανθρωποωρών εργασίας, τα υψηλότερα επίπεδα ευφορίας και η συμβολή στην προστασία του περιβάλλοντος λόγω των ελεγχόμενων ποσοτήτων λιπάσματος και φυτοφαρμάκων. Παράλληλα, επισήμαναν ότι ο σημαντικότερος κίνδυνος που ελλοχεύει από την υιοθέτηση έξυπνων εφαρμογών στον αγροδιατροφικό τομέα συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία των δεδομένων των έξυπνων λογισμικών από τους αγρότες. Όσον αφορά στους παράγοντες που αναστέλλουν την υιοθέτηση των έξυπνων τεχνολογιών στις δικές τους γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, αναφέρθηκε η αμάθεια και η έλλειψη της εκπαίδευσης των αγροτών σχετικά με την αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή, το υψηλό οικονομικό κόστος για την αγορά και τοποθέτηση του απαιτούμενου εξοπλισμού, αλλά και η επιφυλακτική ή ακόμη αρνητική στάση, που αναπτύσσουν οι αγρότες, όταν έρχονται αντιμέτωποι με κάτι καινοτόμο. Τέλος, όσον αφορά στον τομέα της εκπαίδευσης, οι ίδιοι τόνισαν ότι οι αγρότες θα πρέπει να αποκτήσουν νέες δεξιότητες, συμπεριλαμβανομένων των δεξιοτήτων χρήσης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και κινητών τύπου smart, των έξυπνων μηχανημάτων και ερμηνείας των δεδομένων των έξυπνων λογισμικών. Ακόμη, επισήμαναν ότι οι συγκεκριμένες δεξιότητες μπορούν να αναπτυχθούν μόνο μέσω εξειδικευμένης εκπαίδευσης και κατά προτίμηση μέσω συνδυασμού της εγκύκλιας εκπαίδευσης με επιπρόσθετη εκπαίδευση (π.χ. Μακροχρόνια επιμορφωτικά προγράμματα και Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Κατάρτιση). Όσον αφορά στην ομάδα εστίασης των αγροτών, διαπιστώθηκε ότι είναι εν μέρει γνώστες του αντικειμένου τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, ενώ 681 ήδη έχουν κάνει τα πρώτα βήματα εγκαθιστώντας έξυπνα μετεωρολογικά συστήματα και αισθητήρες στο έδαφος των γεωργικών τους εκμεταλλεύσεων και μηχανισμούς αυτόματου ποτίσματος, ψεκασμού και λιπάσματος. Ωστόσο, αναδείχθηκε μερική γνώση και πληροφόρησή τους για όλο το εύρος της γεωργίας ακριβείας, καθώς οι ίδιοι επισήμαναν ότι δεν γνωρίζουν άλλες εφαρμογές έξυπνων τεχνολογιών ή έξυπνα λογισμικά που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης επισημάνθηκαν πολλές από τις θετικές πτυχές των εφαρμογών της γεωργίας ακριβείας στις γεωργικές τους εκμεταλλεύσεις, όπως: πλήρη γνώση των στοιχείων των γεωργικών τους εκτάσεων, συρρίκνωση του κόστους και των σφαλμάτων κατά την παραγωγική διαδικασία, αύξηση του κέρδους μέσω της αύξησης της ποσότητας των αγαθών που εξασφαλίζουν οι αυτοματοποιημένες διαδικασίες, μείωση των ανθρωποωρών εργασίας και μείωση της κατανάλωσης φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, που επιφέρει μικρότερο κόστος παραγωγής αλλά και θετικότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Συμπερασματικά, αξίζει να σημειωθεί ότι συμμετέχοντες και στις δύο ομάδες εστίασης ήταν εν πολλοίς γνώστες του περιεχομένου της γεωργίας ακριβείας περισσότερο σε θεωρητικό αλλά και εν μέρει σε πρακτικό επίπεδο. Ιδιαίτερα, η ομάδα εστίασης των αγροτών απέκτησε τη θεωρητική αυτή γνώση μέσω της πρακτικής εφαρμογής των τεχνολογιών της γεωργίας ακριβείας. Σε πρακτικό επίπεδο και οι δύο ομάδες έχουν χρησιμοποιήσει ορισμένες από τις εφαρμογές και τις τεχνολογίες της γεωργίας ακριβείας, όπως μετεωρολογικοί σταθμοί, χαρτογράφηση των γεωργικών εκτάσεων μέσω των υπεδαφών αισθητήρων και αυτοματοποιημένες δραστηριότητες ποτίσματος και λιπάσματος. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες εφαρμογές, οι οποίες δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη, όπως ρομποτική και ρομποτικά οχήματα, λόγω είτε της άγνοιας ύπαρξής τους, είτε λόγω του υψηλού τους κόστους είτε ακόμη και λόγω προσωπικής επιφυλακτικότητας. Επιπλέον, τα μέλη και των δύο ομάδων κατονόμασαν ως θετικές επιδράσεις των εφαρμογών της γεωργίας ακριβείας την πλήρη και έγκυρη γνώση των γεωργικών εκτάσεων, την πιο οικονομική και κερδοφόρα παραγωγή, τη συρρίκνωση του κόστους και των σφαλμάτων κατά τη διαδικασία της παραγωγής και την πιο φιλική ως προς το περιβάλλον γεωργία, στοιχεία που συνάδουν και με τις βιβλιογραφικές αναφορές. Επιπλέον, τα μέλη της ομάδας εστίασης των αγροτών εξέφρασαν ότι η μείωση των ανθρωποωρών εργασίας αποτελεί σημαντική θετική πτυχή των εφαρμογών της γεωργίας ακριβείας. Αυτό, όμως, έρχεται σε αντίθεση με τα βιβλιογραφικά δεδομένα, καθώς οι επιστήμονες και οι ερευνητές θεωρούν ότι η τάση αυτή αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό πλήγμα για τον τομέα της απασχόλησης, διότι θα σηματοδοτήσει την αντικατάσταση της ανθρώπινης δραστηριότητας από την αυτοματοποιημένη δραστηριότητα των μηχανών. Αναφορικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν κατά την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στις γεωργικές τους εκτάσεις, τα μέλη και των δύο ομάδων εστίασης συμφώνησαν στο ότι σημαντικότερη δυσκολία έγκειται στην έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης και εκπαίδευσης και ακολούθως στο υψηλό κόστος που απαιτείται για να αγοράσουν και να εγκαταστήσουν τον καινούριο εξοπλισμό, γεγονός που επιβεβαιώνεται και βιβλιογραφικά. Ιδιαίτερα όσον αφορά στον τομέα της εκπαίδευσης και των επαγγελματικών δεξιοτήτων, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες στην έρευνα κατονόμασαν ως απαραίτητα εφόδια μόνο τις αναπτυγμένες ψηφιακές δεξιότητες, την 682 ικανότητα ερμηνείας δεδομένων και την ικανότητα χρήσης των νέων γεωργικών μηχανημάτων. Ωστόσο, σύμφωνα με τις βιβλιογραφικές αναφορές, ο σύγχρονος αγρότης θα πρέπει να αναπτύξει μεγάλο εύρος δεξιοτήτων όπως ικανότητα λήψης αποφάσεων, ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και κοινωνικές δεξιότητες, ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει αποτελεσματικά τις απαιτούμενες εργασίες που επισύρει η υιοθέτηση εφαρμογών γεωργίας ακριβείας. Για την απόκτηση αυτών των δεξιοτήτων, όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι ο ρόλος της συνεχούς και στοχευμένης εκπαίδευσης είναι κρίσιμος. Συγκεκριμένα, θεωρούν ιδανικό τον συνδυασμό της εγκύκλιας εκπαίδευσης με τη Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Κατάρτιση. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, αναφέρθηκε μάλιστα η αναγκαιότητα μετασχηματισμού των προγραμμάτων σπουδών της Αρχικής αλλά και της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης, καθώς μέχρι στιγμής σε αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται η γεωργία ακριβείας και οι νέες τεχνολογίες. Πρότειναν, επίσης, τα επιμορφωτικά προγράμματα να εστιάζουν κυρίως στην πρακτική εφαρμογή και λιγότερο στη θεωρητική κατάρτιση. Επιπλέον εκφράστηκε η άποψη ότι είναι απαραίτητη η παροχή μακροχρόνιων προγραμμάτων εκπαίδευσης σε θέματα γεωργίας ακριβείας, καθώς είναι ένας τομέας ο οποίος ακόμη αναπτύσσεται. Τέλος, όσον αφορά στον ρόλο της αυτομόρφωσης αξίζει να τονιστεί ότι, η ομάδα εστίασης των αγροτών θεωρεί ανέφικτη την αυτομόρφωση λόγω της πολύπλοκης φύσης των εφαρμογών της γεωργίας ακριβείας, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την ομάδα των γεωπόνων, που ένα μέρος της θεωρητικής τους κατάρτισης αποκτήθηκε μέσω προσωπικής μελέτης και έρευνας. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αναδεικνύεται λοιπόν η αναγκαιότητα να δρομολογηθούν αλλαγές και βελτιστοποιήσεις τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών του συστήματος Δια Βίου Μάθησης. Ειδικότερα όσον αφορά στο περιεχόμενο κάθε είδους εκπαιδευτικού προγράμματος, είναι επιτακτική ανάγκη να συμπεριλαμβάνεται η εκμάθηση των εξελίξεων που συνδέονται με τη γεωργία ακριβείας, να εξοικειώνονται οι εκπαιδευόμενοι με την υιοθέτηση των καινοτόμων τεχνολογικών συστημάτων και παράλληλα να αναπτύσσονται και να επικαιροποιούνται συνεχώς οι ψηφιακές δεξιότητες. Όσον αφορά στην εκπαίδευση σε θέματα γεωργίας ακριβείας, είναι απαραίτητος ο συνδυασμός τόσο της Αρχικής όσο και της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ώστε να είναι εφικτή η παρακολούθηση των εξελίξεων. Σε κάθε περίπτωση, τα όποια παρεχόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα προκειμένου να προσφέρουν ουσιαστική γνώση θα πρέπει να εστιάζουν αφενός σε θέματα γεωργίας ακριβείας μέσα από θεωρητική εκπαίδευση, αφετέρου να είναι δομημένα έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής των νέων γνώσεων. Συμπεράσματα − Συζήτηση Μέσα στο πλαίσιο των κανόνων της ορθής γεωργικής πρακτικής και της αειφόρου ανάπτυξης, οι Έλληνες αγρότες είναι εύλογο να εφαρμόσουν τη γεωργία ακριβείας με όφελος τόσο των ιδίων όσο και της γεωργίας της χώρας, αξιοποιώντας τα μηχανήματα και τις εφαρμογές τελευταίας τεχνολογίας, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τα έσοδά τους αλλά και το εθνικό οικονομικό προφίλ (Hedley 2015). Συμπερασματικά, η υιοθέτηση των εφαρμογών έξυπνης γεωργίας και γεωργίας ακριβείας από τους Έλληνες αγρότες είναι μεν περιορισμένη, αλλά διαθέτει αξιόλογη δυναμική ώστε να 683 καταστεί ο κλάδος παραγωγικός και μακροχρόνια βιώσιμος. Για να είναι αυτό εφικτό απαιτείται η ενεργοποίηση όλων των ομάδων ενδιαφέροντος και η συστηματοποίηση των προσπαθειών για την ενημέρωση των γεωργών και τη στόχευση των καταλληλότερων καλλιεργειών και ομάδων πληθυσμού που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις τεχνολογίες έξυπνης γεωργίας. Ωστόσο, αποδεκτή προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης είναι η ολοκλήρωση της ενιαίας ψηφιακής αγοράς (digital single market), τη στιγμή μάλιστα που διαπιστώνεται έλλειψη βασικών ψηφιακών δεξιοτήτων ενώ οι απαιτήσεις είναι εξαιρετικά αυξημένες. Καθώς τα εξελιγμένα τεχνολογικά συστήματα φαίνεται πως θα δημιουργούν ειδικές και ολοένα ανανεωμένες δεξιότητες, ανακύπτει αναντίρρητα η ανάγκη διά βίου κατάρτισης του εργατικού δυναμικού. Ως εκ τούτου, πέρα από το συχνά υψηλό κόστος για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις μεμονωμένες εκμεταλλεύσεις, οι περιορισμένες γνώσεις και δεξιότητες μπορεί να αποτελούν σημαντικά εμπόδια, ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες. Για την ενίσχυση της διαθεσιμότητας των απαιτούμενων δεξιοτήτων κρίνεται σημαντική η προώθηση προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και διά βίου μάθησης. Παράλληλα, είναι σαφής η απαίτηση για μεγάλο εύρος ειδικοτήτων και εξειδικεύσεων σε όλο το φάσμα της αλυσίδας αξίας, που εκτείνεται από την επιχειρησιακή υποδομή μέσω σχεδιασμού συστημάτων, τη μοντελοποίηση και τη διαχείριση των λειτουργιών παραγωγής μέχρι την ανάπτυξη της διάδρασης με τους ανθρώπους. Στο πλαίσιο αυτό, ο μετασχηματισμός της εγκύκλιας εκπαίδευσης για τον αγροδιατροφικό τομέα και ο εμπλουτισμός των προγραμμάτων σπουδών με καινοτόμα στοιχεία που οδηγούν στην απόκτηση σύγχρονων γνώσεων και δεξιοτήτων κρίνεται επιβεβλημένος. Σε κάθε περίπτωση για την ευθυγράμμιση του ανθρωπίνου δυναμικού του αγροδιατροφικού τομέα στις υπαγορεύσεις της γεωργίας ακριβείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι επιδρούν και μια σειρά άλλων παραμέτρων που σχετίζονται με το κοινωνικο-δημογραφικό προφίλ των αγροτών (Barnes et al. 2019). Οι Pierpaoli et al. (2013) διαπίστωσαν μέσα από εμπειρικές έρευνες ότι βασικοί παράγοντες υιοθέτησης αυτών των εφαρμογών είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο, η ηλικία και ο βαθμός εξοικείωσης με τους Η/Υ των αγροτών. Συγκεκριμένα, οι αγρότες ανώτερου εκπαιδευτικού επιπέδου ή αυτοί που έχουν ολοκληρώσει κάποιο είδος αγροτικής εκπαίδευσης ή εξειδίκευσης, τείνουν να είναι περισσότερο δεκτικοί στις νέες τεχνολογίες, δεδομένου μάλιστα ότι η εκπαίδευση σχετίζεται θετικά με την απόκτηση τεχνολογικών και επιχειρηματικών δεξιοτήτων (Barnes et al. 2019). Επίσης, οι Kutter et al. (2011) αναφέρουν ότι οι δεξιότητες χρήσης Η/Υ και σχετικών εφαρμογών επιδρούν σημαντικά στην πρόθεση υιοθέτησης συστημάτων έξυπνης γεωργίας, καθώς η αδυναμία διαχείρισης των δεδομένων αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα απροθυμίας. Λαμβάνοντας υπόψη τους παραπάνω περιορισμούς, είναι εύλογο η μελλοντική έρευνα να διερευνήσει περαιτέρω τις μεταβλητές που επιδρούν στην ενσωμάτωση των εφαρμογών έξυπνης γεωργίας και γεωργίας ακριβείας στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας ευρύτερα πληθυσμιακά δείγματα τόσο σε αριθμητικούς όσο και σε γεωγραφικούς όρους. Επίσης, αντικείμενο όποιας μελλοντικής έρευνας θα πρέπει να είναι και η εξέταση του ρόλου άλλων ομάδων ενδιαφέροντος, όπως ερευνητικά ινστιτούτα, αρμόδιοι κρατικοί φορείς, εκπαιδευτικά ιδρύματα, αγροτικοί συνεταιρισμοί σχετικά με την προώθηση των πρακτικών της έξυπνης γεωργίας και ην προσαρμογή του εγχώριου ανθρωπίνου δυναμικού στις απαιτήσεις της. 684 Βιβλιογραφία Anastasiadis, F. & Poole, N. (2015), “Emergent Supply Chains in the Agrifood Sector: Insights from a whole chain approach, Supply Chain Managemen, 204: 353-368. Barnes, A. et al. (2019), “Exploring the Adoption of Precision Agricultural Technologies: A cross regional study of EU farmers”, Land Use Policy, 80: 163-174. Burke, R. et al. (2017), The Smart Factory: Responsive, adaptive, connected manufacturing, Deloitte Insights. Capital (2017), Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική 2021, «Παραγωγική Ανασυγκρότηση για μια Δίκαιη και Βιώσιμη Ανάπτυξη (2017-2021)». Dikaiakos, M. D. et al. (2019), Cloud Computing: Distributed internet computing for IT and scientific research, IEEE Internet Computing, 13. European Commission (2016), “A Strategic Approach to EU Agricultural Research & Innovation”, final paper of the European Conference: “Designing the path” - 26-28 January 2016, Brussels, διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/programmes/horizon2020/sites/horizon2020/files/agri_strategypap er_web_1.pdf. Floreano, D. & Wood, R. Jr. (2015), “Science, Technology and the Future of Small Autonomous Drones”, Nature, 521: 460–466. Folke, C. et al. (2010), Resilience thinking: Integrating resilience, adaptability and transformability, Ecology and Society, 15(4): 20. Frey, J. H. and Fontana, A. (1989), “The Group Interview in Social Research”, Social Science Journal, 28 (2): 175-187. Gemtos, Τ. Α. et al. (2002), “Precision Farming Experience in Europe and the Greek Potential”, HAICTA Conference, Athens, June 2002. Harvard Business Review (2014), Internet of Things: Science Fiction or Business Fact?, Harvard Business Publishing, διαθέσιμο από: https://hbr.org/resources/pdfs/comm/verizon/18980_HBR_Verizon_IoT_Nov_14.pdf. Hedley, C. (2015), “The Role of Precision Agriculture for Improved Nutrient Management on Farms”, J Sci Food Agric., 95 (1): 12-9. Hofmann, E. & Rüsch, M. (2017), “Industry 4.0 and the Current Status as well as Future Prospects on Logistics”, Computers in Industry, 89: 23-34 Kadri-Liis, K. (2018), “Industry 4.0 IFI8101 - Information society approaches and ICT processes”, διαθέσιμο από: https://www.academia.edu/36151531/Industry_4.0. Karanikola, Z. & Panagiotopoulos, G. (2018), “4th Industrial Revolution: The Challenge of Changing Human Resources Skills”, European Journal of Training and Development Studies, 5 (3): 1-7. Kitzinger, J. (1994), “The Methodology of Focus Groups: The importance of interaction between research participants”, Sociology of Health & Illness, 16 (1): 103-121. Krueger, R. A. (1988), Focus Groups: A practical guide for applied research, Thousand Oaks, Sage. Kutter, T. et al. (2011), “The Role of Communication and Co-operation in the Adoption of Precision Farming”, Precision Agriculture, 12 (1): 2-17. Manyika, J. et al. (2011), Big Data: The next frontier for innovation, competition, and productivity, McKinsey Global Institute. Mattern, F. & Floerkemeier, C. (2010), “From the Internet of Computers to the Internet of Things”, σε K. Sachs, I. Petrov & P. Guerrero (επιμ.), From Active Data Management to Event- Based Systems and More: Lecture notes in computer science, Springer. Mayer-Schonberger, V. & Cukier, K. (2015), “Big Data: A revolution that will transform how we live, work and think”, International Journal of Advertising, 33: 181-183. Morgan, D. (1997), Focus Group as Qalitative Research, Thousand Oaks, Sage. 685 National Bank of Greece (2015), Sectoral Report - “Unlocking the potential of Greek agro-food industry”. Oesterreich, T. D. & Teuteberg, F. (2016), “Understanding the Implications of Digitisation and Automation in the Context of Industry 4.0: A triangulation approach and elements of a research agenda for the construction industry”, Computers in Industry, 83: 121-139. Pierpaoli, E. et al. (2013), “Drivers of Precision Agriculture Technologies Adoption: A literature review”, Procedia Technology, 8: 61-6. Schönfeld, M. et al. (2018), “Big Data on a Farm-Smart Farming”, σε T. Hoeren and B. Kolany- Raiser (επιμ.), Big Data in Contex, Springer Briefs, σσ. 109-120. Schouten, M. et al. (2009), “Resilience in Social-Ecological Systems in European Rural Areas: Theory and prospects”, paper presented in the 113th EAAE Seminar, Belgrade, Serbia, διαθέσιμο από: http://agenconsearch.umn.edu/bitstream/57343/2/Schouten%25Marleencover.pdf. Schwab, K. (2016), The Fourth Industrial Revolution, World Economic Forum. Stafford, J. V. (2000), “Implementing Precision Agriculture in the 21st Century”, J. agric. Engng Res., 76: 267-275. Sung, J. (2018), “The Fourth Industrial Revolution and Precision Agriculture”, σε S. Hussmann (επιμ.), Automation in Agriculture - Securing Food Supplies for Future Generation, Intechopen, σσ. 3-15. Walter, A. et al. (2017), “Opinion: Smart farming is key to developing sustainable agriculture”, Proceedings of the National Academy of Sciences, 114 (24): 6148-6150. Whelan, B. M. & McBratney, A. B. (2000), “The “Null Hypothesis” of Precision Agriculture”, Precision Agriculture, 2: 265-279. White, W. (2018), “Start Preparing for the Next Financial Crisis Now. We need measures to limit the likelihood of disorderly market processes in the next downturn”, The Financial Times, διαθέσιμο από: https://www.ft.com/content/e1dc1286-0ccb-11e8-bacb-2958fde95e5e. Wilkinson, S. (1998), Focus Group Methodology: A review, International Journal of Social Research Methodology, 1 (3): 181-203. Αλεξάκη, Δ. (2019), «Ευφυής Γεωργία: Αλλάζει τα δεδομένα στον αγροδιατροφικό τομέα. Η τεχνητή νοημοσύνη στην υπηρεσία του πρωτογενούς τομέα», διαθέσιμο από: https://www.naftemporiki.gr/afieromata/story/1449055/eufuis-georgia-allazei-ta- dedomena-ston-agrodiatrofiko-tomea. Καραμπίνη, Τ. (2017), “Agtech: Είναι ο τομέας της γεωργίας ο πιο hot κλάδος της επιχειρηματικότητα”, διαθέσιμο από: http://www.fortunegreece.com/article/agtech-ine-o- tomeas-tis-georgias-o-pio-hotklados- tis-epichirimatikotitas . Μπάνιου, Α. (2018), «H Επίδραση της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και των Τεχνολογιών 5G στη Σημερινή Κοινωνία και Οικονομία. Το παράδειγμα της απόκτησης δεξιοτήτων μέσω του συστήματος Δια Βίου Μάθησης της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής στον αγροδιατροφικό τομέα», Πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων – ΣΕΒ (2013), «Μηχανισμός Διάγνωσης των Αναγκών των Επιχειρήσεων σε Επαγγέλματα και Δεξιότητες. Ο τομέας των τροφίμων», διαθέσιμο από: http://www.sev.org.gr/Uploads/pdf/TROFIMA.pdf. Τράπεζα Πειραιώς (2015), «Κλαδική Μελέτη. Η συμβολή και οι προοπτικές του αγροτροφικού τομέα στην Ελλάδα», διαθέσιμο από: https://www.piraeusbankgroup.com/~/media/Com/2015/Files/International-Market- Analysis/Economic-Analysis-Studies/Greek-Sectorial-Studies/Agri-food_Sector_Gr.pdf. 686 Για την Έννοια της Ολοκληρωτικής Δημοκρατίας στη Πολιτική Σκέψη του J. L. Talmon Μανώλης Ι. Σταυρουλάκης1 Περίληψη Αντικείμενο της εργασίας αυτής είναι η κριτική ανακατασκευή της έννοιας της ολοκληρωτικής δημοκρατίας (ή του αριστερού ολοκληρωτισμού), όπως αυτή κατασκευάζεται από έναν σημαντικό σύγχρονο ιστορικό των πολιτικών ιδεών, τον Jacob Leib Talmon. Η ανακατασκευή επιτρέπει στον ερευνητή να εντοπίσει την ψυχροπολεμική, αντιδιαφωτιστική και αναχρονιστική διάσταση της ταλμονικής έννοιας. Εντούτοις, δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως προβληματική η θεωρητική σύνδεση της ιδέας μιας συνειδητής πολιτικής πρωτοπορίας με τη λενινιστική ερμηνεία της μαρξικής αντίληψης περί πολιτικού κόμματος και δημοκρατίας. Λέξεις-κλειδιά: Αντιδιαφωτισμός, Rousseau, Ολοκληρωτισμός, Ψυχρός Πόλεμος, Λενινισμός, Δημοκρατική Θεωρία. Ο Talmon εκδιπλώνει την έννοια της ολοκληρωτικής δημοκρατίας στη μελέτη του Οι καταβολές της ολοκληρωτικής δημοκρατίας (Talmon 1952), που αποτελεί τον πρώτο τόμο μιας τριλογίας (Talmon 1952, 1960, 1981), και η απόπειρα σημασιολογικής αποκρυπτογράφησής της θέτει ορισμένα σημαντικά ζητήματα πολιτικής θεωρίας. Πρώτον, ο μεταπολεμικός κόσμος οδεύει, κατά τον Talmon, προς μία μετωπική σύγκρουση μεταξύ της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας και της αντίστοιχης ολοκληρωτικής (Talmon 1952: 1). Πρέπει, εδώ, να επισημανθεί ότι το βιβλίο του Talmon εκδίδεται για πρώτη φορά το 1952, όταν η σταλινική εξουσία βρίσκεται στο απόγειό της και εγκαινιάζεται ο Ψυχρός Πόλεμος ανάμεσα κυρίως στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Η ψυχροπολεμική διάσταση της πνευματικής στάσης του Talmon αποδεικνύεται όχι μόνον από τη μανιχαϊστική διάκριση ανάμεσα στις δυτικές δημοκρατίες και τον απαξιωτικά αποκαλούμενο «αριστερό ολοκληρωτισμό», αλλά και από το γεγονός ότι δεν κουράζεται να δοξολογεί την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, καθώς και από το ότι είναι ενεργό μέλος του Congrès pour la Libertè de la Culture.2 Το Κογκρέσο αυτό πρόκειται για μία διεθνή ένωση διανοουμένων, που ιδρύεται την επαύριον του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χρηματοδοτείται από την αμερικανική C.I.A. και θέτει ως κύριο στόχο τον αντιμαρξιστικό ιδεολογικό αγώνα. Ο Talmon συμμετέχει ενεργά σ’ αυτήν την οργάνωση μέσω κυρίως της δημοσίευσης μελετημάτων του σε ψυχροπολεμικά έντυπα, όπως στην επιθεώρηση Encounter. 1 Διδάκτωρ Κοινωνικής και Πολιτικής Θεωρίας,
[email protected]2 Για το εν λόγω συνέδριο, βλ. Grémion 1995, σποράδην. 687 Δεύτερον, στην ταλμονική οπτική, απορρίπτονται η ιδέα ενός έλλογου ανθρώπου και η αναγωγή του ορθού Λόγου σε κριτήριο αξιολόγησης των κοινωνικοπολιτικών θεσμών, οι οποίες εκλαμβάνονται ως οι συνέπειες της αποσύνθεσης της φεουδαρχικής οργάνωσης του συλλογικού βίου και της υποχώρησης της θρησκευτικής πνευματικής επιρροής (Talmon 1951: 1, 3). Στο σημείο αυτό, καθίσταται έκδηλη η αντιδιαφωτιστική διάσταση του ταλμονικού διαβήματος. Τρίτον, ο Talmon διακρίνει τέσσερα στάδια στη διαδικασία ιστορικής αποκρυστάλλωσης του αριστερού ολοκληρωτισμού. Πρόκειται για τις φιλοσοφικές καταθέσεις των Helvétius, Holbach, Morelly, Mably και Rousseau, την περίοδο του Ιακωβινισμού, τη συνωμοσία του Babeuf και την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, κορύφωση του αριστερού ολοκληρωτισμού, και την επακόλουθη ιδεολογική επικράτηση του «μαρξισμού-λενινισμού» στην πρώην Σοβιετική Ένωση (Talmon 1952: 8, 17, 28-37, 40-54, 80-83, 180, 222-26). Κοινός παρονομαστής αυτών των εμπειριών αριστερού ολοκληρωτισμού πρέπει να νοείται η έννοια της γενικής βούλησης του Rousseau που αντιμετωπίζεται ως «η κινητήρια δύναμη της ολοκληρωτικής δημοκρατίας και η πηγή όλων των αντιφάσεων και των αντινομιών της» (Talmon 1952: 6). Και η ιδέα αυτή της γενικής βούλησης δύναται, για τον Talmon, να πραγματωθεί μόνον εάν εξαλειφθούν οι μειοψηφικές πολιτικές φωνές (Talmon 1952: 251), ενώ, αναφορικά με τα πρόσωπα που μπορούν να πραγματώσουν τη γενική βούληση, ο Rousseau τάσσεται, κατά τον Talmon, υπέρ μιας πρωτοπόρας πολιτικής ελίτ, ικανής να κρίνει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εν λόγω πραγμάτωσης. Έτσι, αποφαίνεται ο Talmon, ο Rousseau «παντρεύοντας αυτήν την έννοια με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και τη λαϊκή αυτοέκφραση δημιούργησε την ολοκληρωτική δημοκρατία» (Talmon 1952: 43).3 Εδώ, η έννοια του «αριστερού ολοκληρωτισμού» κρίνεται ως ακραία αναχρονιστική, διότι συνδέει το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Rousseau, που εκδίδεται το 1762, με την Οκτωβριανή Επανάσταση, που εκδηλώνεται το 1917, και διότι συσχετίζει υπόρρητα και επιδέξια το κύριο πολιτικό σύγγραμμα του Rousseau με την περίοδο σταλινικής διακυβέρνησης, που τερματίζεται το 1953. Τούτο δεν σημαίνει ότι είναι αδόκιμη η σύνδεση της ρουσσωϊκής πολιτικής σκέψης με κεντρικές πολιτικές επιλογές των Γάλλων επαναστατών του 1789. Το magnum opus του Rousseau χαρακτηρίζεται ως «Μανιφέστο της Γαλλικής Επανάστασης» (Στυλιανού 2007: 179), που ενσωματώνει στις διακηρύξεις της «τη ρουσσωϊκή ιδέα της γενικής βούλησης μαζί με τις ορθοπρακτικές της προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση» (Αγγελίδης & Γκιούρας 2005: 32). Κυρίως ο Talmon δεν δίνει, σε απολύτως κανένα σημείο του έργου του, έναν ακριβή ορισμό της έννοιας της γενικής βούλησης, παρά το γεγονός ότι την αντιλαμβάνεται ως το θεωρητικό θεμέλιο της «ολοκληρωτικής δημοκρατίας».4 Ωστόσο, ο Talmon δεν αστοχεί υποστηρίζοντας ότι η ιδέα μιας συνειδητής πολιτικής πρωτοπορίας δεν είναι ξένη προς την αριστερή πολιτική σκέψη. Η ιδέα αυτή, όμως, παραπέμπει σε μία ορισμένη εκδοχή της μαρξικής θεωρίας και, συγκεκριμένα, στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, 3Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ερμηνευτική προσέγγιση του Ροζάνη (2009). 4Για το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας της γενικής βούλησης, βλ. κυρίως Rousseau 2006: 75-79. 688 που προβλέπει την ενιαία δράση των κομμουνιστικών κομμάτων, επιβάλλοντας την εναρμόνιση της ελευθερίας έκφρασης των μελών με τον απόλυτο σεβασμό των κομματικών αποφάσεων (Λένιν 1980-1987: 79-100). Αν και η αρχή αυτή παρουσιάζει το προτέρημα της αρχικής πολιτικής ευόδωσης των αγώνων των οικονομικά υποτελών τάξεων στις αστικές κοινωνικές ολότητες, ο Λένιν δεν έλαβε αρκούντως υπ’ όψιν τις ενστάσεις για τον κίνδυνο του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού και της ολοκληρωτικής σκλήρυνσης του πολιτικού καθεστώτος στη σοσιαλιστική κοινωνία, Ενστάσεις που διατύπωσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία, καίτοι εσφαλμένα υπερεκτιμούσε την αξία του αυθόρμητου στο ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης, έγκαιρα προειδοποιούσε ότι «χωρίς απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σ’ όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο» (Λούξεμπουργκ 1978: 73). Βιβλιογραφία Grémion, P. (1995), Intelligence de l’ anticommnunisme, Παρίσι, Fayard. Rousseau, J.-J. (2006), Το Κοινωνικό Συμβόλαιο ή Αρχές Πολιτικού Δικαίου, επιμ. – εισ. – σημ. – επίμετρο Β. Γρηγοροπούλου, μετφ. Β. Γρηγοροπούλου, Α. Σταϊνχάουερ, 2η εκδ., Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. Talmon, J. L. (1952), The Origins of Totalitarian Democracy, London, Secker & Warburg. Talmon, J. L. (1960), Political Messianism, Λονδίνο, Secker & Warburg. Talmon, J. L. (1981), The Myth of Nation and Vision of Revolution, California, California University Press. Αγγελίδης, Μ. & Γκιούρας, Θ. (2005), Θεωρίες της Πολιτικής και του Κράτους. Hobbes, Locke, Rousseau, Kant, Hegel, Αθήνα, εκδόσεις Σαββάλας & Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα. Λένιν, Β. Ί. (1980 – 1987), Τι να Κάνουμε;, στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 6, 5η εκδ., Αθήνα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σσ. 1-195. Λούξεμπουργκ, Ρ. (1978), Ρωσική Επανάσταση, μετφ. – προλ. – σημ. Α. Στίνας, 4η εκδ., Αθήνα, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία. Ροζάνης, Σ. (2009), «Η Ολοκληρωτική Δημοκρατία: Στα όρια της αντινομίας», εφημερίδα Αυγή, φύλλο της 20ης Φεβρουαρίου 2009. Στυλιανού, Ά. Ι. (2007), Θεωρίες Κοινωνικού Συμβολαίου, 2η εκδ., Αθήνα, εκδόσεις Πόλις. 689 690 Σημάνσεις της Ελληνικής Εθνικής Ταυτότητας: Ο Λόγος των Ιστολογίων Χαρά Στρατουδάκη1 Περίληψη Στη διάρκεια της δεκαετούς πολυεπίπεδης κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα μας, η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων επανήλθε στο προσκήνιο με αφορμή τις διαπραγματεύσεις για το όνομα της ΠΓΔΜ, την συμφωνία των Πρεσπών και την αναγνώριση της Βόρειας Μακεδονίας. Η διήμερη συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών έδωσε το έναυσμα για κινητοποίηση τόσο στον «πραγματικό» όσο και στον ψηφιακό κόσμο. Ιδίως στον τελευταίο έχουμε τη δυνατότητα να αφουγκραστούμε τις κραυγές και τους ψιθύρους για όσα αισθάνονται τα άτομα και θέλουν να τα μοιραστούν στον ενδιάμεσο χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αντικείμενο του κειμένου που ακολουθεί είναι η ανάλυση των αναρτήσεων των ιστολογίων κατά το κρίσιμο αυτό διήμερο, και ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται σε ζητήματα σχετικά με την εθνική ταυτότητα. Τα ευρήματα αναφέρονται στη σχέση ανάμεσα στα ιστολόγια και τα ΜΜΕ, και στη θεματολογία περί την ταυτότητα και τη ρητορική διαχείρισή της. Λέξεις-κλειδιά: εθνική ταυτότητα, ιστολόγια, blogs, ΠΓΔΜ, Βόρεια Μακεδονία, Συμφωνία των Πρεσπών Εισαγωγή Ο όρος «ταυτότητα» υπόσχεται τη βεβαιότητα, τον αμετάλλακτο πυρήνα του εαυτού που διασφαλίζει τη συνέχεια και τη συνοχή μέσα στον μεταβαλλόμενο κόσμο. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που αποκαλούμε ταυτότητα – και ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε στις συλλογικές ταυτότητες – μπορεί να είναι εξίσου ρευστό και πολλαπλό. Παλαιότερα οι ερευνητές εστίασαν στην κατασκευασμένη από το κράτος, θεσμικά οργανωμένη και μεταδιδόμενη ταυτότητα και τη βρήκαν ενική, συνεκτική, προϊόν μιας ηγεμονικής αφήγησης, ενός ενιαίου «προγράμματος». Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση του Anthony D. Smith: …τα έθνη πρέπει να διαθέτουν σε κάποιο βαθμό μια κοινή κουλτούρα και πολιτική ιδεολογία, ένα σύνολο κοινών αντιλήψεων και βλέψεων, αισθημάτων, ιδεών, τα οποία να συνενώνουν τον πληθυσμό της πατρίδας. Η αποστολή της εξασφάλισης μιας κοινής δημόσιας μαζικής κουλτούρας ανατίθεται σε κρατικές υπηρεσίες που αναλαμβάνουν την κοινωνικοποίηση του λαού, και κυρίως στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (Smith 2000: 26) 1 Κύρια Ερευνήτρια, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών,
[email protected]691 Πράγματι, ο επίσημος εθνικισμός του 19ου και 20ου αιώνα επιχείρησε να διαμορφώσει μια τέτοια κοινή κουλτούρα, κοινές αντιλήψεις και βλέψεις, κοινές αξίες και κοινή αντίληψη για την ιστορία και τον προορισμό του έθνους, και να τις ενσταλάξει στα μέλη του μέσα από τη δημόσια γενική εκπαίδευση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (πρβλ. Anderson 1997). Τα κείμενα στο βιβλίο των Hobsbawm & Ranger (2004) για την Επινόηση της Παράδοσης έδειξαν το εύρος της προσπάθειας συγκρότησης μιας ενιαίας «αφήγησης» εκ μέρους του επίσημου εθνικισμού και των φορέων του, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας εθνικής ταυτότητας. Για τις προσεγγίσεις αυτές, η ταυτότητα αυτονομείται από το υποκείμενό της (που είναι τα μέλη του έθνους) και αποδίδεται σε ένα πλασματικό υποκείμενο: το έθνος. Σε αυτό συγκλίνουν οι συγγραφείς που υποστηρίζουν πως το έθνος είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα της πολιτικής και των διανοουμένων, όπως για παράδειγμα ο Smith (1998: 4): «το έθνος αποτελεί πολιτισμική κατασκευή, που χαλκεύθηκε και σχεδιάστηκε από διάφορες ελίτ, ώστε να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες ανάγκες και να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα». Οι συγγραφείς αυτής της περιόδου, θεωρούν δεδομένο ότι η «αφήγηση» του εθνικισμού και η «εθνική ταυτότητα» συμπίπτουν, παραβλέποντας πως η εθνική ταυτότητα είναι, σε τελευταία ανάλυση, η ταυτότητα των μελών του έθνους, και η έρευνα δεν μπορεί να αποκλείει ακριβώς αυτά τα υποκείμενα, τους φορείς της ταυτότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες, η έρευνα σκύβει στους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβάνονται την εθνική ταυτότητα τα μέλη του έθνους, τα άτομα. O Walker Connor ήταν από τους πρώτους που τόνισαν τη σημασία της ταυτότητας όπως τη βιώνουν τα σιωπηλά μέλη του έθνους. Σε μία αξιοσημείωτη παράγραφο, επισημαίνει πως: Ο εθνικισμός είναι μαζικό φαινόμενο. Το γεγονός ότι τα μέλη της κυρίαρχης ελίτ ή οι διανοούμενοι εκδηλώνουν εθνικό συναίσθημα δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η εθνική συνείδηση έχει διαποτίσει το αξιακό σύστημα των μαζών. Και οι μάζες, που μέχρι πρόσφατα ήταν εντελώς ή σχεδόν αγράμματες, δεν δίνουν παρά ελάχιστες ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν το συλλογικό τους εαυτό (Connor 1994: 212). Η δυναμική της σχέσης ανάμεσα στις μάζες και την ελίτ είναι καθοριστικής σημασίας για αυτή τη γραμμή σκέψης: η ιδέα πως οι ελίτ επιβάλλουν την εθνική ταυτότητα στις μάζες στηρίζεται εν πολλοίς στην εμπειρία του 20ού αιώνα για το ρόλο της προπαγάνδας. Η Guibernau αντιπαραθέτει μια αντίθετη κίνηση: … οι ελίτ χρειάστηκε να κάνουν αρκετές παραχωρήσεις και να ενσωματώσουν ικανό αριθμό στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας σε αυτό που διαμόρφωναν ως εθνική κουλτούρα, προκειμένου να ταυτιστούν οι μάζες και να αναγνωρίσουν το κατασκεύασμα των ελίτ ως δικό τους (Guibernau 2007: 16-17). Τα άτομα μοιάζουν σαν σταυροδρόμια που πάνω τους κινούνται και διαπλέκονται διαφορετικές ταυτοτικές αφηγήσεις και παραδοχές, επηρεασμένες από την ιστορία ζωής, τους ρόλους, την ταξική θέση, την πολιτική τοποθέτησή τους. Η ταυτότητα που αναδύεται «από κάτω» (Hobsbawm 1994) 692 διαθέτει μιαν αυτόνομη δυναμική. Διαλέγεται με τις ηγεμονικές αφηγήσεις, υιοθετώντας επιλεκτικά κάποια σημεία τους και παραβλέποντας άλλα. Στις ρωγμές λοιπόν που δημιουργούνται ανθίζει η εξατομικευμένη αφήγηση της ταυτότητας. Μια σειρά συγγραφέων μας προτρέπουν να αφουγκραστούμε το λόγο των μελών του έθνους αντί να εκλαμβάνουμε την κυρίαρχη πολιτική και θεσμική αφήγηση ως τη μόνη δυνατή και κοινά αποδεκτή. Μεταθέτοντας το πεδίο της συζήτησης από την ιστορία στην κοινωνιολογία, συγγραφείς όπως ο McCrone, ο Bechhofer και οι συνεργάτες τους, επιχείρησαν να αποτυπώσουν εμπειρικά, μέσα από συνεντεύξεις και από τα ευρήματα των ερευνών κοινωνικών στάσεων, το περιεχόμενο της ταυτότητας στο σύνορο μεταξύ Σκοτίας και Αγγλίας, για πάνω από μία εικοσαετία. 2 Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτούς, το μόνο χειροπιαστό στοιχείο που μπορούμε να μελετήσουμε σε αυτή την περίπτωση είναι οι «από τα κάτω» νοηματοδοτήσεις και ερμηνείες των συμβόλων, ή – πιο σωστά – των σημάνσεων (markers) της ταυτότητας (πρβλ. Στρατουδάκη 2014). Οι σημάνσεις είναι τα στοιχεία που επικαλούνται τα μέλη του έθνους προκειμένου να διατυπώσουν αιτήματα συμμετοχής στο έθνος και να απορρίψουν τυχόν αιτήματα όσων (θα έπρεπε να) αποκλείονται από αυτό. Σε μια αντίστοιχη κατεύθυνση, ο Edensor υποστηρίζει πως η εθνική ταυτότητα, καθώς παράγεται από μια πληθώρα ευέλικτων συμβόλων, δημιουργεί ένα ευρύ πολιτισμικό ρεπερτόριο, και «όχι ένα μονολιθικό σύστημα ιδεών στο οποίο συμφωνούν άπαντες» (Edensor 2002: vii). Και ο Skey (2010, 2011, 2013) στρέφεται στο λόγο των υποκειμένων του έθνους, προκειμένου να καταγράψει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την εθνική τους ταυτότητα. Είναι ενδιαφέρουσα η επισήμανσή του, πως ενώ συνήθως οι έρευνες εστιάζουν στις μειονότητες ή στους εθνικούς «άλλους», η ταυτότητα της πλειοψηφούσας ομάδας εκλαμβάνεται ως δεδομένη – χωρίς απαραίτητα να είναι (Skey 2011: 107). Ο Kaufmann (2017) υποστηρίζει πως η εθνική ταυτότητα χαρακτηρίζεται περισσότερο από την πολλαπλότητα, παρά από τον κεντρικό σχεδιασμό, και τονίζει τη σημασία των άτυπων ροών λόγων και συμβόλων μεταξύ των ισότιμων μελών του έθνους, με τις οποίες ενεργοποιούν, παράγουν και αναπαράγουν ιδιαίτερες εκδοχές της ταυτότητας. Όταν στρεφόμαστε στους «λόγους από τα κάτω», στο λόγο των μελών του έθνους, βρισκόμαστε απέναντι σε πολυεπίπεδους λόγους, οι οποίοι – σε ορισμένες περιπτώσεις – αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στην εθνική ταυτότητα. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η εθνική ταυτότητα δεν είναι η μόνη, ούτε απαραίτητα η σημαντικότερη από τις ταυτότητές μας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου, η ελληνική εθνική ταυτότητα επανέρχεται συστηματικά στο προσκήνιο, τόσο «από επάνω» από την εξουσία και τους θεσμούς της,3 όσο και «από κάτω». Οι δύο αυτοί λόγοι, προφανώς, 2 Βλ. μεταξύ άλλων Bechhofer κ.ά. (1999), Kiely κ.ά. (2005), Kiely κ.ά. (2001), McCrone (2002), McCrone κ.ά. (1998) και τη θεωρητική ολοκλήρωση των ερευνών αυτών στο McCrone και Bechhofer 2015. 3 Ενδεικτικά αναφέρουμε την ανάδυση και διατήρηση του θέματος της παράτυπης μετανάστευσης στην ατζέντα των δημόσιων λόγων από τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ, το θέμα των ταυτοτήτων στις αρχές της δεκαετίας του 2000, καθώς και το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Σε αρκετές περιπτώσεις υπήρξαν αντιδράσεις «από τα κάτω», τις οποίες στη συνέχεια ανέδειξαν τα ΜΜΕ καθιστώντας τες μέρος του δημόσιου λόγου. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τις αντιδράσεις στους αλλοδαπούς 693 διαλέγονται και αλληλοτροφοδοτούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να συμπίπτουν ή να ταυτίζονται. Η επιλογή των ιστολογίων Προκειμένου να φτάσουμε σε μια αβίαστη ακρόαση των ιδιωτικών λόγων, όταν το ζήτημα της ταυτότητας είναι επίκαιρο, μπορούμε να αξιοποιήσουμε τους συμβατικούς και τους ψηφιακούς χώρους έκφρασής τους. Από αυτή την άποψη, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αξιοποιηθεί σε διάφορες περιπτώσεις, για τη μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς, από τις εκλογικές αναμετρήσεις ως τα κοινωνικά κινήματα και ως τη χειραγώγηση των πολιτικών υποκειμένων μέσω των fake news.4 Μία ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στους ημι-δημόσιους λόγους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως το Twitter και το Facebook, και στους θεσμικούς δημόσιους λόγους της πολιτικής, θεσμών όπως η εκπαίδευση, και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καταλαμβάνουν τα ιστολόγια, τα blogs. Χαιρετίστηκαν την προηγούμενη δεκαετία ως το μέσο εκδημοκρατισμού των ΜΜΕ, κάτω από τίτλους όπως «δημοσιογραφία των πολιτών».5 Μάλιστα διερευνήθηκε η πιθανότητα να έχουν τη δύναμη να παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση της ατζέντας των ΜΜΕ (Hennessy & Martin 2006). Αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό στη συνέχεια, όταν ένα τμήμα τους άρχισε να προβάλλει τον ακροδεξιό λόγο, να διαδίδει θεωρίες συνωμοσίας και ψευδείς ειδήσεις. 6 Παρ’ όλα αυτά, στα blogs εκφράζεται μεγάλη ποικιλία απόψεων και μπορεί κανείς να διακρίνει ακόμη και λεπτές αποκλίσεις μεταξύ blogs τα οποία συμφωνούν ως προς την πολιτική ή ιδεολογική «γραμμή» που ακολουθούν. Γι’ αυτό και εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον η διερεύνηση των λόγων που είτε διατυπώνουν αυτοτελώς, είτε αναπαράγουν από άλλες πηγές σχετικά με το έθνος και την εθνική ταυτότητα. Δύο πολιτικά και επικοινωνιακά γεγονότα συνόψισαν τις διεργασίες ενός ολόκληρου χρόνου γύρω από ένα θέμα το οποίο χαρακτηρίζεται ως «εθνικό», τη συμφωνία για το όνομα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, και αποτέλεσαν το κέντρο του ενδιαφέροντός μας. Στις αρχές του 2019 δύο διήμερες συνεδριάσεις της Βουλής έδωσαν την ευκαιρία για δημόσια συζήτηση θεμάτων που σχετίζονται με την εθνική ταυτότητα, κλείνοντας μια πολύμηνη διαδικασία, η οποία κράτησε στο προσκήνιο τα ζητήματα αυτά σημαιοφόρους, στο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, και τις αναφορές στην εθνική ταυτότητα και τη σύγκρουσή της με την ευρωπαϊκή και τις υπόλοιπες εθνικές ταυτότητες σε όλη της διάρκεια της κρίσης, με κορυφώσεις στις επισκέψεις της Γερμανίδας Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και το δημοψήφισμα του 2015. 4 Για μια εκτενέστερη ανάλυση του ρόλου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ιδιαίτερα του Twitter στην πολιτική επικοινωνία και τη σχέση του με την εθνική ταυτότητα βλ. ενδεικτικά Στρατουδάκη & Σκαρπέλος (υπό έκδοση), Lewis κ.ά. (2019), Paulus κ.ά. (2019), McNicholl κ.ά. (2019). 5 Βλ. ενδεικτικά Farrell & Drezner (2008), Jones & Himelboim (2010), Wall (2005), Wallsten (2007). 6 Βλ. ενδεικτικά Hawley (2017), Salazar (2018). Ειδικότερα για την περίπτωση της Ελλάδας βλ. μεταξύ άλλων Αφουξενίδης & Σιούλα-Γεωργουλέα (2018), Kompatsiaris & Mylonas (2014), Siapera & Veikou (2016), Σμυρναίος (2013). 694 σχεδόν ολόκληρο το 2018. Πρόκειται για τη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση (15 και 16 Ιανουαρίου), και την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών (24 και 25 Ιανουαρίου). Η ανάλυση που ακολουθεί είναι μέρος μιας ευρύτερης έρευνας που πραγματοποιείται στο ΕΚΚΕ, με θέμα την εθνική ταυτότητα όπως αποτυπώνεται στο λόγο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και περιλαμβάνει όσα γράφτηκαν στο twitter, στο Facebook, στα blogs και στα ειδησεογραφικά sites το διήμερο 24 και 25 Ιανουαρίου 2019, σχετικά με την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την Ελληνική Βουλή. Στη συνέχεια αναφερόμαστε αποκλειστικά στα blogs. Η αναζήτηση με τις λέξεις «Μακεδονία», «Πρέσπες» και «Σκόπια»7 εντόπισε 6.747 κείμενα τα οποία δημοσιεύθηκαν σε 660 blogs. Ο αριθμός των κειμένων είναι ενδεικτικός της έντασης των ημερών. Ορισμένα blogs δημοσίευσαν ακόμη και περισσότερα από 100 κείμενα το διήμερο. Η ανάλυσή μας κινήθηκε σε δύο κατευθύνσεις: Την προέλευση των δημοσιευμάτων, και επομένως τη σχέση τους με τους υπόλοιπους δημόσιους λόγους. Τη διερεύνηση του περιεχομένου τους. Το οικοσύστημα ιστολογίων και mainstream μέσων Όπως αναφέραμε ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι ερευνητές προβληματίζονταν για τη σχέση μεταξύ ιστολογίων και παραδοσιακών ΜΜΕ. Διαπίστωναν ότι στις ΗΠΑ τα περισσότερα blogs είχαν περιορισμένη αναγνωσιμότητα σε σύγκριση με τους ιστότοπους των μέσων ενημέρωσης. Όμως σε κρίσιμες περιπτώσεις όπως ο πόλεμος στο Ιράκ, κατά τις οποίες τα συμβατικά μέσα συνασπίζονταν γύρω από τις απόψεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ, τα blogs εξέφραζαν ευκολότερα τις φωνές όσων αντιπολιτεύονταν την πολιτική της. Επίσης, για κρίσιμα θέματα της εσωτερικής σκηνής που θεωρούνταν ήσσονος σημασίας, τα ιστολόγια επέμειναν στην ανάδειξή τους μέχρι που ανάγκασαν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης να ασχοληθούν μαζί τους. Πώς διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ blogs και ΜΜΕ σε μια κρίσιμη καμπή της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα; Το διήμερο 24 και 25 Ιανουαρίου 2019, κατά το οποίο κορυφώθηκε η πολιτική επεξεργασία της Συμφωνίας των Πρεσπών από τα κόμματα, τα ΜΜΕ, αλλά και γενικά το δημόσιο λόγο, αποτελεί μια ευκαιρία για να αποτυπώσουμε αυτή τη σχέση, όχι μόνο για ένα μέρος των ιστολογίων (π.χ. της άκρας Δεξιάς), αλλά για το σύνολό τους. Ο Σμυρναίος (2013) επιχείρησε πρώτος την αποτύπωση του δικτύου των ιστότοπων και ιστολογίων που σχετίζονται με την άκρα Δεξιά στη χώρα μας, χρησιμοποιώντας ένα λογισμικό που εντοπίζει τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ιστότοπων χάρη στους υπερσυνδέσμους (links) μεταξύ τους. Το ίδιο λογισμικό χρησιμοποίησαν οι Siapera & Veikou (2016). Και στις δύο περιπτώσεις, ο στόχος είναι διαφορετικός από αυτόν που επιχειρούμε να πετύχουμε εδώ. Εκεί το εύρος του πολιτικού φάσματος περιορίζεται σημαντικά, 7 Συλλογή και διάθεση δεδομένων με τη χρήση της πλατφόρμας PaloPro (https://palopro.io), για Web & Social Media Analytics. H πλατφόρμα PaloPro είναι προϊόν της εταιρείας PaloServices (http://www.paloservices.com). 695 ενώ τα links μπορεί να πηγαίνουν αρκετά πίσω στο χρόνο. Η δική μας προσέγγιση διευρύνει το φάσμα και μειώνει το χρονικό βάθος. Μας επιτρέπει έτσι τη λήψη ενός στιγμιότυπου των σχέσεων, και επομένως τα ποσοτικά μέτρα της συσχέτισης αποτελούν ένδειξη που σχετίζεται με τη συγκυρία. Μια συστηματική επεξεργασία αντίστοιχων «στιγμιοτύπων» θα μπορούσε ενδεχομένως να τεκμηριώσει με μεγαλύτερη βεβαιότητα τη συμπόρευση, ιδεολογική και πολιτική, μεταξύ ιστολογίων και παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Η ανάγνωση των αναρτήσεων του διημέρου έδειξε μεγάλο αριθμό ταυτόσημων ή όμοιων μεταξύ τους κειμένων. Αν περιοριστούμε στους ταυτόσημους τίτλους, διαπιστώνουμε πως υπάρχουν τίτλοι που επαναλαμβάνονται ακόμη και περισσότερες από 10 φορές. Όμως, παρά την ευρύτατη αντιγραφή που αφορά περίπου το 1/3 των αναρτήσεων, η αναγνώρισή της με ρητή παραπομπή είναι πολύ περιορισμένη. Μια περαιτέρω διερεύνηση έδειξε πως για ταυτόσημες αναρτήσεις μπορεί τα διαφορετικά blogs να ανέφεραν διαφορετική πηγή, γεγονός που δείχνει πως το θέμα της αναπαραγωγής δημοσιευμάτων είναι πολύ πιο εκτεταμένο και αφορά και τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης. Σε κάθε περίπτωση, επιλέξαμε να περιοριστούμε στις αναρτήσεις που αναγνώριζαν ρητά την πηγή τους. Ακόμα και με αυτούς τους περιορισμούς, τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης φαίνεται πως συμμετείχαν σημαντικά στη διαμόρφωση της ατζέντας των blogs, αλλά και στο ύφος όσων γράφονται, αφού τα κείμενά τους μεταφέρονται αυτούσια ή με ελάσσονες διαφοροποιήσεις. Αρκετά γνωστά αναλογικά ή ψηφιακά μέσα με δημοσιογραφικό περιεχόμενο περιλαμβάνονται στον κατάλογο. Στην κορυφή του βρίσκονται η εφημερίδες Πρώτο Θέμα, Φιλελεύθερος, Καθημερινή, Το Ποντίκι και Η Εφημερίδα των Συντακτών, το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, και τα διαδικτυακά ειδησεογραφικά sites iefimerida.gr, pronews.gr, SLpress του Σταύρου Λυγερού, in.gr του Δημοσιογραφικοκύ Οργανισμού Μαρινάκη, και το newsbomb.gr του ομίλου DPG Digital Media (Πίνακας 1). Τα μέσα αυτά, αλλά και αρκετά ακόμη που βρίσκονται χαμηλότερα στην κατάταξη, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο οικοσύστημα της διαδικτυακής ενημέρωσης καθώς συγκεντρώνουν γύρω τους ομάδες blogs, οι οποίες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές των απόψεων του μιντιακού συστήματος (Διάγραμμα 1). Πίνακας 1 − Τα κορυφαία συμβατικά ΜΜΕ ως πηγή των ιστολογίων Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης Αρ. Αναφορών Πρώτο Θέμα 57 iefimerida 37 Φιλελεύθερος 35 pronews 35 Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο 27 SLpress Ειδήσεων(Σταύρος Λυγερός) 25 Καθημερινή 24 in 23 topontiki 22 newsbomb (DPG Digital Media) 21 Εφημερίδα Συντακτών 20 696 Η κεντρική θέση ενός ή λίγων συμβατικών8 ή ηλεκτρονικών μέσων9 στις μεγάλες ομάδες που αποτυπώνονται στο διάγραμμα, δίνει το στίγμα της ιδεολογικής και πολιτικής τοποθέτησής τους. Άλλες ομάδες εμφανίζονται πολυσυλλεκτικές και πολυφωνικές, αλλά είναι εμφανώς μικρότερες. 10 Η υπολογιστική επεξεργασία του λόγου των blogs καθεμιάς από τις μεγαλύτερες ομάδες, επιτρέπει να εντοπίσουμε τις λέξεις που τη διακρίνουν από τις υπόλοιπες. Στην ομάδα που εμφανίζεται να αντλεί από το Πρώτο Θέμα, το Μακελειό και το newsbomb.gr κυριαρχούν οι αναφορές στις επιθέσεις σε σπίτια βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και οι λέξεις «εκχώρηση» και «εκχωρούν». Στην ομάδα γύρω από το pentapostagma.gr, το analyst.gr, το infognomonpolitics.blogspot.gr και το crashonline.gr, μια ομάδα που περιλαμβάνει και ιστολόγια τα οποία προβάλλουν θεωρίες συνωμοσίας, δεσπόζουν οι αναφορές σε «προδοσία» και «προδότες», καθώς και η χρήση της λέξης «Σκόπια» για να δηλωθεί το κράτος της Βόρειας Μακεδονίας. Στην ομάδα γύρω από το pronews.gr, τον Ελεύθερο Τύπο αλλά και τον ιστότοπο της Χρυσής Αυγής θα συναντήσουμε αναφορές στις λέξεις που σχετίζονται με «εξευτελισμό», καθώς και μνεία στη Χρυσή Αυγή, τον αρχηγό και κάποια από τα στελέχη της. Τέλος, στην ομάδα ιστολογίων που συγκροτείται γύρω από τον Φιλελεύθερο και το iefimerida.gr η έμφαση δίνεται στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και στους επικεφαλής των κομμάτων της συγκυβέρνησης, Αλέξη Τσίπρα και Πάνο Καμμένο, χωρίς να αποφεύγονται χαρακτηριστικές υβριστικές λέξεις και εκφράσεις. 8 Tο Πρώτο Θέμα και το Μακελειό (στη μπλε ομάδα), η Καθημερινή και το Ποντίκι (στη γαλάζια ομάδα), ο Φιλελεύθερος/Liberal και η Δημοκρατία (στη λαδί ομάδα). 9 Πενταπόσταγμα και Analyst (στην πορτοκαλί ομάδα), Pronews (στην πράσινη ομάδα), iefimerida (στη λαδί ομάδα). 10 ΣΚΑΪ, Εφημερίδα Συντακτών, Lifo, Αυγή στην ροζ ομάδα, στο επάνω μέρος του διαγράμματος. 697 Διάγραμμα 1 − Το δίκτυο αναφορών των blogs. Το μέγεθος των κόμβων δηλώνει τον αριθμό των αναφορών που δέχονται από τους υπόλοιπους κόμβους. Το χρώμα δηλώνει υπο-ομάδες που αναφέρονται στις ίδιες πηγές. Οι υπόλοιπες ομάδες δεν φαίνονται να χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένες λέξεις. Άλλωστε, οι πηγές που χρησιμοποιούν χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, ή από πηγές όπως το Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο που εκ των πραγμάτων προωθεί έναν λόγο αξιολογικά ουδέτερο. Τα «μικρά» ιστολόγια Ελάχιστα ιστολόγια εμφανίζονται να έχουν δημοσιεύσει το μεγαλύτερο όγκο αναρτήσεων: Δέκα blogs δημοσίευσαν καθένα τους περισσότερες από 100 αναρτήσεις (και μέχρι πάνω από 200), μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα (δηλαδή μία ανά 15-30 λεπτά). Συνολικά, δημοσίευσαν το 1/5 των αναρτήσεων που συγκεντρώσαμε. Θα μπορούσαμε επομένως να τα χαρακτηρίσουμε ως «επαγγελματικά». Και αρκετά ακόμη θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε ως «ημι-επαγγελματικά». Πρόκειται για τα ίδια ιστολόγια που προβαίνουν συστηματικότερα στις αναδημοσιεύσεις κειμένων από τα ΜΜΕ, και επομένως σε 698 μεγάλο βαθμό αναπαράγουν τους δημόσιους λόγους περί ταυτότητας. Παράλληλα, τη συγκεκριμένη περίοδο, έδωσαν έμφαση στην προσπάθεια κινητοποίησης του κοινού τους για συμμετοχή στα συλλαλητήρια. Στο άλλο άκρο, το 75% των ιστολογίων περιορίστηκε στη δημοσίευση 1- 10 αναρτήσεων. Εδώ έχουμε να κάνουμε περισσότερο με την προσωπική φωνή των συγγραφέων τους, με έναν λόγο ιδιωτικό που δέχεται να δοκιμαστεί στο δημόσιο χώρο, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσωπικός και ιδιοσυγκρασιακός. Βεβαίως, και εδώ θα συναντήσουμε κάποιες φορές αναπαραγωγή κειμένων. Ωστόσο, αν θέλουμε να αφουγκραστούμε την κατεύθυνση που παίρνει η συζήτηση για την εθνική ταυτότητα και την «από τα κάτω» νοηματοδότηση των σημάνσεών της, σε αυτά τα ιστολόγια θα πρέπει να στραφούμε. Η υπολογιστική επεξεργασία του λόγου μας επιτρέπει να εντοπίσουμε κοινά θέματα σε μεγάλο αριθμό κειμένων, καθώς και επιμέρους θεματικές στο εσωτερικό εκτενών κειμένων (topic modeling). Για την ανάλυση χρησιμοποιήσαμε τη μέθοδο Latent Dirichlet Allocation (LDA), η οποία είναι αρκετά διαδεδομένη και «αντιμετωπίζει κάθε κείμενο ως συνδυασμό θεμάτων (topics), και κάθε θέμα ως συνδυασμό λέξεων. Με αυτόν τον τρόπο, τα κείμενα μπορεί να «αλληλοεπικαλύπτονται» ως προς το περιεχόμενο, αντί να κατανέμονται σε διαφορετικές ομάδες, με τρόπο που αντικατοπτρίζει τη χρήση της ανθρώπινης γλώσσας» (Silge & Robinson 2017: 85). Οι θεματικές που εντοπίσαμε στις αναρτήσεις των «μικρών» ιστολογίων και σχετίζονται με την εθνική ταυτότητα είναι οι εξής: 1. Μακεδονικός αγώνας: Μία μικρή ομάδα αναρτήσεων (42) αναφέρεται στον μακεδονικό αγώνα (με λέξεις όπως Μακεδονία, Αγώνας, Μακεδονομάχοι, Οπλαρχηγός κ.λπ.). Αναφέρεται ακόμα στους Βούλγαρους κομιτατζήδες (με λέξεις όπως Βουλγαρία, Βούλγαρος, αλλά και Ιστορία), και στη συμμετοχή αγωνιστών από την υπόλοιπη Ελλάδα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας (με λέξεις όπως Ελλάδα, Έλληνας, Χανιά, Κυδωνίας, λαού, ανδρών, κ,λπ.). Έτσι, αναπλάθουν ένα πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να ερμηνευθεί το παρόν ως αντίστιξη, ως το αντίθετο της εθνικής εποποιίας των Βαλκανικών Πολέμων. Δείχνουν, δηλαδή, ένα ηρωικό παρελθόν, που το αντιδιαστέλλουν με ό,τι παρουσιάζουν (στα ίδια ή σε άλλα κείμενα) σαν το μίζερο και «προδοτικό» παρόν. 2. Η πολιτική και νομική ταυτότητα: Μια δεύτερη ομάδα αναρτήσεων (136) περιλαμβάνει ομιλίες βουλευτών που επεξεργάζονται την ιστορία και τα σύμβολα της ταυτότητας κυρίως με όρους πολιτικούς και νομικούς. Οι χαρακτηριστικότερες λέξεις που αξιοποιούνται σε αυτή τη θεματική είναι Ελλάδα, Λαός, Βουλή, Κυβέρνηση, Δημοκρατία, χώρα, σύνταγμα, συμφέροντα, διαπραγμάτευση, κ.λπ. Παράλληλα με τις ομιλίες των βουλευτών, οι αναρτήσεις περιλαμβάνουν κείμενα γνώμης, συχνά δανεισμένα από «μεγαλύτερα» blogs ή άλλες πηγές, όπου αντίστοιχες αναφορές στο παρελθόν συνδέονται με προβλέψεις ή εκτιμήσεις για το μέλλον. Αρκετές φορές τα κείμενα αναφέρονται σε ένα διχασμένο εμείς, εντός του οποίου η πλειοψηφία του λαού και η βούλησή της φαίνεται να βρίσκεται σε δυσαρμονία με μία μειοψηφία, αλλά κυρίως με τους βουλευτές και τους πολιτικούς. Οι λέξεις «εμείς» και «εσείς» συχνά υποκαθίστανται από τη γραμματική, δηλαδή από την αντιπαράθεση του 699 πρώτου πληθυντικού με το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο των ρημάτων. Άλλες λέξεις που χρησιμοποιούνται σε αυτή τη θεματική είναι η «πλειοψηφία», η αντιπαράθεση του «ναι» και του «όχι», του «λαού» και των «πολιτών» από τη μια μεριά με την «κυβέρνηση», τη «βουλή», τα «συμφέροντα», κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση, το επίδικο είναι το συλλογικό «εμείς οι Έλληνες» και το περιεχόμενό του. Ακόμη, στην ίδια θεματική συναντούμε αναφορές στο ρόλο του διεθνή παράγοντα, μέσω διεθνών Οργανισμών (ΝΑΤΟ, ΕΕ) αλλά και κρατών (ΗΠΑ, Γερμανία, Τουρκία, ΠΓΔΜ, Ρωσία, κ.ά.). Τα κείμενα καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα, κοινοβουλευτικό και εξωκοινοβουλευτικό (π.χ. περιλαμβάνονται ανακοινώσεις της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Έτσι, έννοιες όπως «πατριωτισμός» ή «έθνος» φωτίζονται από διαφορετικές πλευρές, οι σημάνσεις της ταυτότητας αποτελούν αντικείμενο (επαν)επεξεργασίας με την ευκαιρία της Συμφωνίας των Πρεσπών, και αναδεικνύονται τα πολλαπλά περιεχόμενά τους. 3. Σημάνσεις της ταυτότητας: Ένας μικρός αριθμός κειμένων (22) εστιάζει στα κεντρικά στοιχεία της ταυτότητας, τις κύριες σημάνσεις που φαίνεται να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη Συμφωνία, και ταυτόχρονα – καθώς έρχονται στο προσκήνιο – αποτελούν αντικείμενο επανεπεξεργασίας τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο: γλώσσα, ιθαγένεια, (εθνικό) όνομα, εθνότητα. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, οι σημάνσεις αυτές εργαλειοποιούνται, αντιμετωπίζονται δηλαδή ως σαφείς και πλήρεις σημάνσεις, αδιαμφισβήτητες ως προς την ιδιοκτησία τους και αμφισβητούμενες ταυτόχρονα με την έννοια ότι θεωρείται πιθανό να τις οικειοποιηθούν οι άλλοι (π.χ. «παραδίνουμε γλώσσα, όνομα και εθνικότητα». Κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να κάνει λιγότερο σαφές και ασφαλές το όριο ανάμεσα στον εθνικό εαυτό και την ετερότητα, και να καταστήσει προβληματική την ίδια την ταυτότητα. 4. Κριτική στην «παράδοση»: Μία μεγαλύτερη ομάδα αναρτήσεων (306) γνώμης, διαμορφώνει ένα μοτίβο που στέκεται (επι)κριτικά απέναντι στην κυβέρνηση. Οι αναρτήσεις αυτές εστιάζουν και περιγράφουν την ιδέα της παράδοσης, της παραχώρησης των σημασιοδοτήσεων της ταυτότητας στην ετερότητα που συνιστά η ΠΓΔΜ. Συγκεκριμένα, η πολιτική ιεραρχία που συμμετέχει στη νομή της εξουσίας – αλλά και η αξιωματική αντιπολίτευση – συσχετίζεται με «λέσχες» και «παράκεντρα εξουσίας». Στην απέναντι όχθη τοποθετείται ο Απόστολος Γκλέτσος, ο οποίος παραιτήθηκε από δήμαρχος σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Γύρω από αυτή τη σύνδεση δομείται η εικόνα της επικύρωσης της «παράδοσης», του «ξεπουλήματος», της «εκχώρησης», της «προδοσίας», κ.ά. Οι αναρτήσεις αναζητούν ιστορικά προηγούμενα σε ιστορίες προδοσίας, άλλοτε περιγράφοντάς τες αναλυτικά και άλλοτε συνοψίζοντάς τες σε εμβληματικές λέξεις, όπως «εάλω». Παραθέτουν αφηγήσεις με παραλειπόμενα της ιστορίας ή ατεκμηρίωτες υποθέσεις, όπως ερμηνείες σχετικά με το θάνατο ή τη νεκροφάνεια του Μ. Αλεξάνδρου. Παράλληλα, διαμορφώνουν ένα μεταφυσικό πλαίσιο ερμηνείας της πολιτικής, συνδέοντας τον καιρό (την κακοκαιρία που ενέσκηψε τις ίδιες ημέρες) και τις εξελίξεις στην πολιτική με το θείο δράμα, και τις ημέρες 700 της συζήτησης και της ψηφοφορίας στη Βουλή με τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή. 5. Δημοσιογραφικού χαρακτήρα αναρτήσεις: Μια επίσης μεγάλη ομάδα αναρτήσεων (235) υιοθετεί ένα περισσότερο δημοσιογραφικό ύφος. Μεταφέρουν πληροφορίες σχετικά με τα τεκταινόμενα στη Βουλή και στα συλλαλητήρια, τις επιθέσεις πλήθους στα σπίτια βουλευτών, τα ονόματα όσων ψήφισαν υπέρ της Συμφωνίας, τα ψηφίσματα δήμων και τις κινητοποιήσεις μαθητών από όλη την Ελλάδα. Μεταφέρουν, επίσης, αυτούσιες τις ομιλίες βουλευτών και αρχηγών. Ωστόσο, πίσω από την κυριαρχία των γεγονότων, λέξεις και εκφράσεις δίνουν έναν τόνο που επαναλαμβάνει το προηγούμενο μοτίβο, της προδοσίας, της εκχώρησης, κ.λπ. Συμπερασματικές παρατηρήσεις Στους δύο αιώνες που πέρασαν από την Επανάσταση του 1821 και τη συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, επήλθαν αρκετές μεταβολές στο δίκαιο της ιθαγένειας το οποίο συνοψίζει τις επίσημες αντιλήψεις σχετικά με τις σημάνσεις που με τρόπο κατηγορηματικό και μονοσήμαντο καθορίζουν τη συμμετοχή στην ταυτότητα. Οι μεταβολές αυτές βρίσκονταν σε διάλογο με τις αντίστοιχες μεταβολές στην εθνική επικράτεια, που επέφεραν την ανάγκη ένταξης νέων πληθυσμών στον κορμό των πολιτών. Παρ’ όλα αυτά, κεντρικό ρόλο έπαιζε πάντα η εξ αίματος καταγωγή από Έλληνες γονείς (βλ. Βόγλη 2007, Mavromatis 2018, Χριστόπουλος 2019). Το δίκαιο του αίματος (jus sanguinis) διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό και τη συλλογική αντίληψη περί την ταυτότητα, εγγράφοντάς την στην πλευρά της εθνοτικής εθνικής ταυτότητας (ethnic national identity). Ωστόσο, από το 1990 και έπειτα, με τη μαζική έλευση ομογενών από την πρώην ΕΣΣΔ και την Αλβανία, αλλά και τη μαζική έλευση μεταναστών, οι βεβαιότητες που συνεπαγόταν το προγενέστερο νομικό καθεστώς τέθηκαν εν αμφιβόλω και αποτέλεσαν προϊόν επανεπεξεργασίας. Τα βήματα προς μια περισσότερο ανοιχτή ταυτότητα, που θα μπορούσε να περιλάβει και τους μετανάστες ή τουλάχιστον τα παιδιά τους που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, δηλαδή προς μια πολιτική ταυτότητα (civic identity) συνδεδεμένη με την επικράτεια (jus soli) ήταν δειλά και συνοδεύονταν από πισωγυρίσματα. Η ολοκλήρωση της μετάβασης δεν έχει συντελεστεί, με αποτέλεσμα οι δύο αντιλήψεις για την ταυτότητα να είναι ταυτόχρονα ενεργές, με υποστηρικτές και αντιπάλους. Έτσι, οι σημασιοδοτήσεις της ταυτότητας περιλαμβάνουν κάποιου βαθμού αβεβαιότητα: περιλαμβάνουν λίγο από τη μία αντίληψη και λίγο από την άλλη. Τα άτομα ωστόσο δεν είναι διατεθειμένα να αποδεχτούν μια τέτοια αβεβαιότητα, γιατί φοβούνται πως όσο δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ταυτότητά μας, πάντα μπορεί κάποιοι άλλοι να την οικειοποιηθούν. Στα κείμενα που μελετήσαμε, η ανησυχία για την ταυτότητα είναι παρούσα. Όμως η συζήτηση σπάνια αγγίζει τα ουσιαστικά ταυτοτικά ζητήματα. Αν δούμε συνοπτικά πως εξελίχθηκαν τα πράγματα στον ένα χρόνο περίπου που έχει μεσολαβήσει από το επίμαχο διήμερο, διαπιστώνουμε πως η εθνική ταυτότητα υποχωρεί από το προσκήνιο, και όταν επιστρέφει φωτίζονται διαφορετικές πλευρές της. Οι ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, και οι βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν τον Ιούλιο, μολονότι διατήρησαν στη συζήτηση το 701 θέμα του ονόματος της Μακεδονίας, έφεραν στην επιφάνεια την πολιτική ταυτότητα. Μετά τις εκλογές αναδύθηκαν στο προσκήνιο οι πολιτικές και οι ταξικές ταυτότητες, σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στην οικονομία. Παράλληλα, το προσφυγικό/ μεταναστευτικό αφήνει να φωτίζεται η σχέση με μια διαφορετική ετερότητα από εκείνη που σήμαινε η Βόρεια Μακεδονία, μια ετερότητα η οποία παρουσιάζεται αμφίσημη: άλλοτε απειλητική που πρέπει να αντιμετωπιστεί, να περιοριστεί, να εγκλειστεί, και άλλοτε δυστυχής που αξίζει τη φροντίδα μας. Επομένως, η πολυεπίπεδη κατασκευή που είναι η ταυτότητα των μελών του έθνους φαίνεται σαν, μετά από μια δεκαετία μέσα στην κρίση, να αναζητά ακόμη κατεύθυνση και έκφραση. Είναι περισσότερο μια λειτουργία ταυτότητας που μεταπηδά από το ένα επίπεδο στο άλλο, από το εθνικό στο πολιτικό, στο ταξικό, στο ατομικό, και πάλι πίσω. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως σημαίνει πως οι σημασιοδοτήσεις τις οποίες καταγράψαμε δεν είναι ασφαλείς, και υπάρχει μια συλλογική ανάγκη να αναδυθούν νέες. Μέχρι όμως να υπάρξουν οι νέες σημασιοδοτήσεις, ικανές να διασφαλίσουν το όριο ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, το έθνος εξακολουθεί να θεωρείται εν κινδύνω, και η ταυτότητα εκλαμβάνεται ως κάτι που μπορεί να αλωθεί (δεν είναι τυχαία η χρήση της λέξης «εάλω»). Βιβλιογραφικές Αναφορές Anderson, B. (1997), Φαντασιακές Κοινότητα: Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη. Bechhofer, F., McCrone, D., Kiely, R. & Stewart, R. (1999), “Constructing National Identity: Arts and landed elites in Scotland”, Sociology, 33 (3): 515-534. Connor, W. (1994), Ethnonationalism. The quest for understanding, Princeton, Princeton University Press. Edensor, T. (2002), National Identity, Popular Culture and Everyday Life, Oxford & New York, Bloomsbury Publishing. Farrell, H. & Drezner, D. W. (2008), “The Power and Politics of Blogs”, Public Choice, 134 (1-2): 15-30. Guibernau, M. (2007), The Identity of Nations, Cambridge, Polity Press. Hawley, G. (2017), Making Sense of the Alt-right, New York, Columbia University Press. Hennessy, C. L. & Martin, P. S. (2006), “Blogs, the Mainstream Media, and the War in Iraq”, εισήγηση στο ετήσιο συνέδριο της American Political Science Association, Philadelphia, PA. Hobsbawm, E. (1994), Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι Σήμερα: Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Αθήνα, εκδόοσεις Καρδαμίτσας. Hobsbawm, E. & Ranger, T. (επιμ.) (2004), Η Επινόηση της Παράδοσης, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο. Jones, J. & Himelboim, I. (2010). “Just a Guy in Pajamas? Framing the blogs in mainstream US newspaper coverage (1999-2005)”, New Media & Society, 12(2): 271- 288. Kaufmann, E. (2017), “Complexity and Nationalism”, Nations and Nationalism, 23(1): 6- 25. Kiely, R., Bechhofer, F. & McCrone, D. (2005), “Birth, Blood and Belonging: Identity claims in post-devolution Scotland”, The Sociological Review, 52 (1): 150-171. 702 Kiely, R., Bechhofer, F., Stewart, R. & McCrone, D. (2001), “The Markers and Rules of Scottish National Identity”, The Sociological Review, 49 (1): 33-55. Kompatsiaris, P. & Mylonas, Y. (2014), “The Rise of Nazism and the Web: Social media as platforms of racist discourses in the context of the Greek economic crisis”, σε D. Trottier και C. Fuchs (επιμ.), Social Media, Politics and the State, Routledge, σσ. 121- 142. Lewis, J., Pond, P., Cameron, R. & Lewis, B. (2019), “Social Cohesion, Twitter and Far- right Politics in Australia: Diversity in the democratic mediasphere”, European Journal of Cultural Studies, 22(5-6): 958-978. Mavrommatis, G. (2018), “Greek Citizenship Tradition in Flux? Investigating contemporary tensions between ethnic and civic elements of nationality”, Nationalities Papers, 46 (3): 484-500. McCrone, D. (2002), “Who Do You Say You Are? Making sense of national identities in modern Britain”, Ethnicities, 2 (3): 301-320. McCrone, D. & Bechhofer, F. (2015), Understanding National Identity, Cambridge, Cambridge University Press. McCrone, D., Stewart, R., Kiely, R. & Bechhofer, F. (1998), “Who Are We? Problematising national identity”, The Sociological Review, 46 (4): 629-652. McNicholl, K., Stevenson, C. & Garry, J. (2019), “How the ‘Northern Irish’ National Identity Is Understood and Used by Young People and Politicians”, Political Psychology, 40 (3): 487-505. Paulus, F. M., Müller-Pinzler, L., Meshi, D., Peng, T-Q., Mateo, M. M. & Krach, S. (2019), “The Politics of Embarrassment: Considerations on how norm-transgressions of political representatives shape nation-wide communication of emotions on social media”, Frontiers in Communication, 4, 11, https://doi.org/10.3389/fcomm.2019.00011 Salazar, P.-J. (2018), “The Alt-Right as a Community of Discourse”, Javnost-The Public, 25 (1-2): 135-143. Siapera, E. & Veikou, M. (2016), “The Digital Golden Dawn: Emergence of a nationalist- racist digital mainstream”, σε A. Karatzogianni, D. Nguyen & E. Serafinelli (επιμ.), The Digital Transformation of the Public Sphere, London, Palgrave Macmillan, σσ. 35-59. Silge, J. & Robinson, D. (2017), Text Mining with R: A tidy approach, Sebastopol CA, O'Reilly Media. Skey, M. (2010), “‘A Sense of Where You Belong in the World’: National belonging, ontological security and the status of the ethnic majority in England”, Nations and Nationalism, 16 (4): 715-733. Skey, M. (2011), National Belonging and Everyday Life, London, Palgrave Macmillan. Skey, M. (2013), “Why Do Nations Matter? The struggle for belonging and security in an uncertain world”, The British Journal of Sociology, 64 (1): 81-98. Smith, A. D. (1998), Nationalism and Modernism: A critical survey of recent theories of nations and nationalism, London & N. York, Routledge. Smith, A. D. (2000), Εθνική Ταυτότητα, Αθήνα, εκδόσεις Οδυσσέας. Wall, M. (2005), “‘Blogs of War’ Weblogs as Νews”, Journalism, 6 (2): 153-172. Wallsten, K. (2007), “Agenda Setting and the Blogosphere: An analysis of the relationship between mainstream media and political blogs”, Review of Policy Research, 24 (6): 567-587. Αφουξενίδης, Α. & Σιούλα-Γεωργουλέα, Ι. (2018), «Διερεύνηση των Ακροδεξιών Ιστότοπων: Λόγος και αισθητική», σε Μ. Σπυριδάκης, Η. Κουτσούκου & Α. Μαρινοπούλου (επιμ.), Κοινωνία του Κυβερνοχώρου, Αθήνα, εκδόσεις Σιδέρης, σσ. 91-127. Βόγλη, Ε. (2007), ‘Έλληνες το Γένος’: Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844), Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Σμυρναίος, Ν. (2013), «Η Ελληνική Ακροδεξιά στο Διαδίκτυο: Μια ανάλυση γράφων», Ephemeron (online http://ephemeron.eu/879, τελευταία επίσκεψη 9/2/2019). 703 Στρατουδάκη, Χ. (2014), «Ελληνική Εθνική Ταυτότητα: Σημάνσεις και Σημασιοδοτήσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 142 Α: 3-39. Στρατουδάκη, Χ. & Σκαρπέλος, Γ. (υπό έκδοση), «Σημάνσεις της Εθνικής Ταυτότητας στην Έξοδο (;) από την Κρίση», σε Πρακτικά του συνεδρίου Οι Κοινωνικές Επιστήμες σήμερα: Διλήμματα και προοπτικές πέρα από την κρίση, Μυτιλήνη, Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Χριστόπουλος, Δ. (2019), Ποιος Είναι Έλληνας Πολίτης; Δυο αιώνες ιθαγένεια, δεύτερη έκδοση, Αθήνα, εκδόσεις Βιβλιόραμα. 704 Κίνα-Ρωσία: Απειλή για τις Δημοκρατίες Δυτικού Τύπου ή Εναλλακτικός Τρόπος Διακυβέρνησης; Ειρήνη Σωτηρίου1 Περίληψη Οι τεκτονικές μετατοπίσεις στην παγκόσμια οικονομία, η εμφάνιση του διαδικτύου, η προσφυγική κρίση συνέβαλαν να τροφοδοτήσουν λαϊκιστικούς λαβύρινθους, που ενισχύουν τους αυταρχικούς ηγέτες. Ως επιτακτικό ερώτημα προβάλλει, εάν ο απολυταρχισμός είναι βιώσιμος σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο, με την εκδήλωση μορφών αυταρχισμού σε Κίνα και Ρωσία και το μέλλον του. Η Κίνα ξεπροβάλλει ως νέο οικονομικό μοντέλο: αυταρχικός εκσυγχρονισμός, κρατικός καπιταλισμός ή σοσιαλισμός με κινέζικα χαρακτηριστικά ως μια εναλλακτική λύση έναντι της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Στην αυτοκρατορική δύναμη με το σοβιετικό παρελθόν δεσπόζει ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός αλά Ρωσία2, η κυριαρχική δημοκρατία, ο ευρασιανισμός. Εάν οι αντιπαλότητες κορυφωθούν τελικά σε πόλεμο των Μεγάλων Δυνάμεων είναι ίσως το κεντρικό ζήτημα της γεωπολιτικής του εικοστού πρώτου αιώνα, αναδεικνύοντας μια μάχη ιδεών και αξιών. Λέξεις-κλειδιά: Κίνα, Ρωσία, Απειλή για τις δημοκρατίες δυτικού τύπου, εναλλακτικός τρόπος διακυβέρνησης, δυτικές αξίες Εισαγωγή Η αυγή του 21ου αιώνα βρήκε τη διεθνή κοινωνία ενώπιον διλημμάτων και προκλήσεων, απόρροια όχι μόνο των αλλαγών που επήλθαν στη φύση του διεθνούς συστήματος, αλλά και εσωτερικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, οικονομικών παραμέτρων που συνδέονται άμεσα με το μέλλον του κράτους – έθνους, των δημοκρατικών αξιών, της διεθνούς έννομης τάξης και των ιδεολογιών (Χειλά 2006: 279). Στην καρδιά της νέας εποχής του γεωπολιτικού ανταγωνισμού είναι σε εξέλιξη ένας αγώνας για τον ρόλο και την επιρροή της δημοκρατίας στη διεθνή τάξη (Jones & Taussig 2019 :1). Ο Francis Fukuyama to 1989 πρέσβευε ότι με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επήλθε το «τέλος της Ιστορίας», επειδή αγγίξαμε στο «καταληκτικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και στην οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης» (Γκόφας & Τζιφάκης 2017: 88). Αρκετοί σκεπτικιστές θεώρησαν απατηλό το ουτοπικό όραμά του για έναν μονοπολικό κόσμο, κατευθυνόμενο από την ηγεμονία των ΗΠΑ και προσδοκούσαν ότι οι διαφορές μεταξύ χωρών και λαών θα 1 Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
[email protected]&
[email protected]. 2 Η Ρωσία έχει σήμερα καπιταλισμό, αλλά λίγους καπιταλιστές. Η εξουσία δεν σχεδίαζε ποτέ να μετατραπεί σε πραγματική οικονομία της αγοράς (Svetlichnaja & Heartfield 2010). 705 επανεμφανίζονταν με άλλες μορφές, όπως πχ με τη διαβόητη «Σύγκρουση των Πολιτισμών» του Samuel Huntington ή με εθνικές και θρησκευτικές συγκρούσεις. Το κεντρικό ερώτημα που ξεπροβάλλει είναι εάν Κίνα-Ρωσία συνιστούν απειλή για τις δημοκρατίες δυτικού τύπου ή ελκυστικό μοντέλο διακυβέρνησης, αντανακλώντας μια μάχη αξιών σε μια περιοχή κλειδί για την παγκόσμια κυριαρχία. «H πολιτική είναι πόλεμος χωρίς αιματοχυσία, ενώ ο πόλεμος είναι πολιτική με αιματοχυσία», σύμφωνα με τον Mao Zedong. Σταθμοί της ιχνηλάτησής μας θα είναι: η παγκόσμια δημοκρατική ύφεση, η άνοδος της απολυταρχίας, η εναλλακτική πρόταση των δύο χωρών και οι πιθανοί τρόποι αναστροφής της πορείας. Παγκόσμια δημοκρατική ύφεση Ένα φάντασμα πλανιέται σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες είναι εκείνο της ανελεύθερης δημοκρατίας (Issac 2017). Η παγκόσμια δημοκρατική ύφεση υποδηλώνεται από το γεγονός ότι τα αυταρχικά καθεστώτα αυξήθηκαν σε 33% όλων των χωρών, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο από 13% που ήταν το προηγούμενο διάστημα. Τα περισσότερα βρίσκονται στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή, την Ασία, την Ανατολική Ευρώπη και την Αμερική (Carney 2019). Ως δεκαετία παρακμής έχει χαρακτηριστεί η περίοδος 2006-2016, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τα πολιτικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες, που εκδόθηκε από την Freedom House και περιλαμβάνει την διάβρωση των πολιτικών θεσμών (Puddington 2017). Ο αντίλογος στη Δύση συνίσταται στην πτώση του δυτικού προτύπου. Η κανονιστική ηγεσία της Δύσης στην χαμηλότερη απόκλισή της ως απόρροια «μιας τέλειας θύελλας». Η διεξαγωγή πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, το ξέσπασμα στο Γκουαντάναμο και οι έκτακτες παραδόσεις, η παγκόσμια οικονομική ύφεση και κρίση της Ευρωζώνης, η αδυναμία θεσμών του Bretton Woods. Η λιτότητα και η προσφυγική κρίση, η άνοδος της Κίνας και άλλων μη δυτικών δυνάμεων (Lo & Shevtsova 2012 :38). Η πολιτική σταθερότητα, ο ηθικός εφησυχασμός, η επιλεκτική προσέγγιση αξιών, η ανησυχητική δεκτικότητα στον αυταρχισμό ως εναλλακτικό μοντέλο (Schiff, 2019) οδήγησαν στην τρέχουσα κρίση του δυτικού φιλελευθερισμού και συνέβαλαν στη δημιουργία του μύθου του αυταρχικού εκσυγχρονισμού (Lo & Shevtsova 2012 :66). Υπάρχει έκδηλη ανησυχία ότι διανύουμε την πιο «σκοτεινή» φάση της μεταπολεμικής ιστορίας. Η πρώτη φάση αφορά την περίοδο 1945-1989 και κυριαρχείται από τον Ψυχρό Πόλεμο. Η δεύτερη φάση μεταξύ του 1990 και του 2016 αντιπροσώπευε μια εύθραυστη νίκη για τα φιλελεύθερα δημοκρατικά καθεστώτα. Στην τρίτη φάση στις ημέρες μας ξεπροβάλλει το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο3 και η εκλογή του Προέδρου Donald Trump στις ΗΠΑ (Moisi 2019). Κεντρική είναι η πεποίθηση ότι η αποδυνάμωση της δημοκρατίας μπορεί να επιταχύνει την παρακμή της δυτικής επιρροής και να προωθήσει τους γεωπολιτικούς στόχους της Ρωσίας και της Κίνας (Kendall-Taylor & Shullman 2018). 3Στην Washington Post, ο Fareed Zakaria είχε προειδοποιήσει εάν το Ηνωμένο Βασίλειο καταρρεύσει, θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους της Δύσης ως πολιτική και στρατηγική οντότητα (Thomas 2019). 706 Χαρακτηριστικά γνωρίσματα σύγχρονου αυταρχισμού Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σύγχρονου αυταρχισμού είναι μια ψευδαίσθηση πλουραλισμού που αποκρύπτει τον κρατικό έλεγχο σε βασικούς πολιτικούς θεσμούς ή ολιγαρχικό έλεγχο πάνω σε καίρια στοιχεία της οικονομίας. Περιλαμβάνει κρατικό ή ολιγαρχικό έλεγχο των πληροφοριών και καταστολή μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ). Εμπερικλείει νομιμοποιημένη πολιτική καταστολή, με υποβολή κυρώσεων, πραγματοποιώντας περιορισμένη, επιλεκτική και συνήθως κρυφή χρήση της εξωγενούς βίας. Καιροσκοπική, μη ιδεολογική συνεργασία λαμβάνει χώρα με παρεμφερή καθεστώτα και υλοποιείται ανταλλαγή τεχνογνωσίας (Puddington 2017 :6). Για πρώτη φορά από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, το σωρευτικό ΑΕΠ των απολυταρχικών καθεστώτων ισούται τώρα ή είναι ανώτερο από εκείνο των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών (Mounk 2019). Η αυταρχική διακυβέρνηση αποτελεί μια πολύ ρεαλιστική επιλογή για πολλές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, που υπάγονται σ’ αυτήν (Bremmer 2019). Το δέλεαρ του σύγχρονου αυταρχισμού είναι μια δόση προσωπικής ελευθερίας, οικονομικής ανάπτυξης, προλαμβάνοντας την αναρχία (Kaplan 2018). Οι δύο μεγάλες εξουσιαστικές δυνάμεις είναι Κίνα και Ρωσία.4 Εναλλακτική πρόταση Κίνας Σοσιαλιστικό σύστημα με κινέζικα χαρακτηριστικά To Σοσιαλιστικό σύστημα με κινεζικά χαρακτηριστικά αποτελεί μια νέα επιλογή για τις αναπτυσσόμενες χώρες που επιδιώκουν ταυτόχρονα την οικονομική ανάπτυξη και την ανεξαρτησία (Brands 2018: 61). Εναλλακτική λύση στον φιλελευθερισμό (Bernstein 2017), το μοντέλο της Κίνας επικεντρώνεται στο Κόμμα και καθοδηγείται από το Κράτος, σύμφωνα με τον Xi Jinping (Taehwan 2018). Το «Kόμμα πάνω από όλους και όλα» διατρανώνει ο Κινέζος ηγέτης. Από την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης διδάχθηκε ότι το κόμμα δεν πρέπει ποτέ να «στερηθεί» τον έλεγχο της οικονομίας, της κοινωνίας και του στρατού (Λάντβερ & Αναστασοπούλου 2017). Τα βασικά χαρακτηριστικά του αυταρχικού καπιταλισμού είναι συνύπαρξη οικονομικού εκσυγχρονισμού και μη δημοκρατικής πολιτικής, κρατικός έλεγχος των ανώτερων επιπέδων της οικονομίας, η οποία διαχέετα από την κορυφή προς την βάση και βαθμιαία μεταρρυθμίσεις. Η Κίνα στράφηκε στις αγορές, αλλά δεν αντιγράφει τις πρακτικές της Δύσης (Rodrik 2017). Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας σε μια εποχή που η Δύση βρίσκεται σε κρίση έχει ως αποτέλεσμα οι ηγέτες της να επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και απροθυμία να αποδεχτούν την δυτική κηδεμονία (Grant 2012: iv). Μια τρομερή πρόκληση συνιστά η απήχηση της ιδέας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα έχουν περιέλθει σε ένα Νέο Ψυχρό Πόλεμο, καθώς πρεσβεύουν ότι η πολιτική της υπερδύναμης προς την Κίνα έχει γίνει πολύ αντιπαραθετική (Chhabra 2019:3). 4 Ρωσία και Κίνα έχουν χαρακτηριστεί ως «μαύροι ιππότες» (Tanja 2015: 520), ενώ αμφισβητείται η αντιπαράθεση μεταξύ ευγενούς Δύσης και σοφίας, προώθηση της δημοκρατίας και ανελεύθερων καθεστώτων, προώθηση αυταρχισμού (Tanja 2015: 528). 707 Το όραμα του «Ονείρου της Κίνας» και των παραδοσιακών κινεζικών αξιών επικεντρώθηκε στον Κομφουκιανισμό. Ξεπερνώντας την ιστορική αδικία του «αιώνα της ταπείνωσης» που αναγκάστηκε από τον δυτικό ιμπεριαλισμό και τον ιαπωνικό μιλιταρισμό, η Κίνα μέσω ενός μαραθώνιου εκατονταετίας» θα ανακτούσε τον «νόμιμο τόπο» του παρελθόντος ως το Μεσαίο Βασίλειο ή το Κεντρικό Κράτος (Taehwan 2018). Η παγκόσμια κυριαρχία της Κίνας δικαιολογείται από την παραδοσιακή έννοια της tianxia ή «τα πάντα υπό τον ουρανό», στον οποίο ο κόσμος κυβερνάται από τον Κινέζο αυτοκράτορα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα και από όπου η Κίνα θα διασκορπίζει την αρμονία μέσω του πολιτισμού, της γλώσσας και αξίες- μια σινοκεντρική αυτοκρατορία που εκτιμά την τάξη από την ελευθερία, την ηθική έναντι του νόμου και την ελίτ διακυβέρνηση από τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα (Taehwan 2018). Η κινεζική ηγεσία εξαπολύει μια επίθεση γοητείας για να αποπλανήσει τη φιλελεύθερη Δύση. (Pabst 2019) «Μεγάλο Τείχος προστασίας» Το «Μεγάλο Τείχος Προστασίας» απαρτίζει μια υπηρεσία λογοκρισίας και φιλτραρίσματος, με σκοπό την αποτροπή της κυκλοφορίας των πληροφοριών που οι αρχές θεωρούν πολιτικά επικίνδυνες χωρίς να επηρεάζει μη ευαίσθητες πληροφορίες, απαιτώντας τεράστιους οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους για να διατηρηθεί (Puddington 2017: 7). Στη λίστα των αποκλεισμένων ιστοτόπων προστέθηκαν τα περιοδικά Time και Economist τo 2016. Στόχος το διαδίκτυο να «γίνει καθαρό και φωτεινό», σύμφωνα με τον Xi Jinping (Puddington 2017: 19) και η Κίνα μια «κυβερνο-υπερδύναμη» (Segal 2018). «Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης» Στην Κίνα, η διακυβέρνηση βάσει αλγορίθμων είναι προ πολλού πραγματικότητα (Cypionka 2019). Το Οργουελιανό Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης,5 αποτελεί μορφή ψηφιακού ολοκληρωτισμού (Πελεβάνη 2019) που επιτρέπει στο κράτος να συγκεντρώνει πληροφορίες για τους πολίτες από διάφορες πηγές και να τις χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει βαθμολογίες ή ταξινομήσεις με βάση την αληθινή αξιοπιστία του ατόμου, ακόμη και σε πολιτικά θέματα.6 Ο πολίτης θα 5 Στο δυστοπικό μυθιστόρημα του George Orwell, «1984», το Υπουργείο της Αλήθειας κινήθηκε υπό καθεστώς αφηγηματικό, με απολογισμό ατελείωτων συγκρούσεων στο εξωτερικό και προδοτικούς εχθρούς στο εσωτερικό (Puddington 2017: 17). Ο Orwell και άλλοι εχθροί της ολοκληρωτικής κυριαρχίας προσπάθησαν να περιγράψουν τον κίνδυνο που η προπαγάνδα και η λογοκρισία θέτουν στη γνώση, την πραγματικότητα και την ανεξάρτητη σκέψη (Puddington 2017: 18). 6 Η τεχνολογική ολοκλήρωση μεταξύ δημόσιων φορέων επιτρέπει στο κινέζικο καθεστώς μεγαλύτερη ακρίβεια στον έλεγχο της πρόσβασης σε κυβερνητικές υπηρεσίες, έτσι ώστε να βαθμολογεί με την παροχή ή άρνηση από τις κρατήσεις εισιτηρίων των λεωφορείων και των διαβατηρίων ως τις θέσεις εργασίας και την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Οι πολίτες με καλή βαθμολογία «Κοινωνικής Πίστωσης» επωφελούνται από μια σειρά από προνόμια, συμπεριλαμβανομένων των ταξιδιωτικών εφαρμογών στο εξωτερικό, των εκπτωτικών λογαριασμών ενέργειας και των λιγότερων συχνών ελέγχων. Στα πέναλτι της «Κοινωνικής Πίστωσης» συγκαταλέγονται τα άτομα ή οι εταιρίες που θεωρούνται «αναξιόπιστα» μπορούν να βρεθούν αποκλεισμένα από κρατικά χορηγούμενα οφέλη, όπως ενοικιάσεις 708 μπορούσε να λάβει κακή βαθμολογία, υποβάλλοντας αναφορά στην κυβέρνηση, συμμετέχοντας σε διαμαρτυρίες ή διακινώντας απαγορευμένες ιδέες στα κοινωνικά μέσα (Puddington 2017: 58). Η θέση της κινέζικης ηγεσίας αποτυπώνεται στην φράση: «Άν η εμπιστοσύνη χάνεται σε ένα μέρος, περιορισμοί επιβάλλονται παντού. Όσοι θεωρηθούν αναξιόπιστοι, δεν θα μπορούν να κινηθούν ούτε ένα βήμα». Το διαδίκτυο και η προηγμένη τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου με τις αμέτρητες κάμερες ελέγχουν την ατομική συμπεριφορά, «εμπλουτίζοντας» την μαύρη λίστα των αντιφρονούντων. Η Κίνα έχει ήδη ένα κατασκοπευτικό πρόγραμμα που ανταγωνίζεται τη Στάζι της Ανατολικής Γερμανίας.7 Το βασικό επιχείρημα- αντίλογος στη Δύση, η τακτική αυτή χρησιμοποιείται ήδη χάρη στη Silicon Valley (Κοιλάδα του Πυριτίου). Στην Κίνα, επισημοποιούν και συστηματοποιούν ότι συμβαίνει ήδη στη Δύση. «Τα επτά δεν αναφέρονται» Τα «Επτά δεν αναφέρονται»,8 το 2013 «αποκάλυψε» το Γενικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, η Κεντρική Επιτροπή εκδίδοντας μυστική οδηγία που απαγορεύει τα Πανεπιστήμια να επιτρέπουν τη συζήτηση σε επτά θέματα (Puddington 2017: 32).9 Απαγορευμένες καθολικές αξίες, ελευθερία τύπου,10 κοινωνία των πολιτών, δικαιώματα, κληρονομική ελίτ, δικαστική ανεξαρτησία και προηγούμενα λάθη του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός διαμερισμάτων χωρίς προκαταβολές ή απαγορευμένα αεροπορικά και σιδηροδρομικά εισιτήρια (Kendall- Taylor Andrea, Frantz Erica, Wright Joseph 2020) . 7 Η Στάζι, η Κρατική υπηρεσία ασφαλείας της Ανατολικής Γερμανίας, μπορεί να ήταν ένας από τους πιο διαδεδομένους φορείς μυστικής αστυνομίας, που υπήρξαν ποτέ. Ήταν περίφημη για την ικανότητα της να παρακολουθεί άτομα και να ελέγχει τις ροές πληροφοριών, χρησιμοποιώντας την καταστολή για να διατηρήσει τον έλεγχο. Με επικεφαλής την Κίνα, οι σημερινές ψηφιακές αυτοκρατορίες, αξιοποιούν την τεχνολογία, το διαδίκτυο, τα κοινωνικά μέσα, την τεχνητή νοημοσύνη για να υπερκεράσουν τις μακροχρόνιες τακτικές αυτοκρατορικής επιβίωσης (Kendall- Taylor Andrea, Frantz Erica, Wright Joseph 2020). 8 Έγγραφο Αριθμός 9. Σκιαγραφεί μια ζοφερή εικόνα για το τι αντιλαμβάνεται το κόμμα ως απειλή από τον φιλελεύθερο τρόπο σκέψης (M.J 2013). 9 Αναφέρεται ως σημείωμα εσωτερικής προειδοποίησης αναφορικά με τα «επτά ψευδή ιδεολογικά ρεύματα, θέσεις και δραστηριότητες» στο (2013) Document 9: A ChinaFile Translation, http://www.chinafile.com/document-9-chinafile-translation. Θα υπάρξει απώλεια εξουσίας, αν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν εξαλείψει επτά ανατρεπτικά ρεύματα να κινηθούν μέσα στην κινέζικη κοινωνία (Buckley: 2013). https://www.nytimes.com/2013/08/20/world/asia/chinas-new-leadership-takes-hard- line-in-secret-memo.html. 10 Η δυτική κατανόηση της δημοσιογραφίας είναι εστιασμένη στην αποκάλυψη γεγονότων και προβλημάτων, στοχεύοντας στην αποτροπή πολιτικών πιέσεων και με ισχυρότερη επίδραση στην κοινωνική ανάπτυξη (Repnikova 2018: 47). Η εποικοδομητική δημοσιογραφία ταιριάζει απόλυτα στη σχέση των δημοσιογράφων με το κεντρικό κράτος από τη μια πλευρά που απηχεί το όραμα του κόμματος για καλοπροαίρετη κριτική που προωθείται συστηματικά, ενώ από την άλλη η αυτολογοκρισία προβάλλεται ως ενδεδειγμένη στάση και ταύτιση με την γραμμή του Κόμματος (Repnikova 2018: 48). 709 (Jakobson & Pursiainen 2001),11 Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση,12 τα γεγονότα της Πλατείας Τιενανμέν),13 (Έγγραφο Αριθμός 9). Ασκεί δριμεία κριτική στην κοινοβουλευτική δημοκρατία (αποτυχίες-λάθη), στην υποτιθέμενη σπατάλη τους, το χάος που δημιουργεί, το αναπόφευκτο της πτώσής της (Bernstein 2017). Ζητάει από τα μέλη του Κουμουνιστικού Κόμματος να ενισχύσουν την αντοχή τους σε «διείσδυση» από το εξωτερικό περιβάλλον, να ανανεώσουν τη δέσμευσή τους να εργαστούν στην ιδεολογική σφαίρα και να χειριστούν με ανανεωμένη επαγρύπνηση όλων των ιδεών, θεσμών που οι άνθρωποι θεωρούν απειλητικές για το Κόμμα. Την ίδια στιγμή, εστιάζει στην υπεράσπιση της επιστημονικής ανάπτυξης ως κύριο θέμα, την επιτάχυνση του οικονομικού μετασχηματισμού για την πρόοδο, την αύξηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της οικονομίας ως κεντρικό πυρήνα δράσης (ChinaFile 2013). Η άνοδος της Κίνας είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τους Άραβες αυτοκράτορες, επειδή φαίνεται να δικαιώνει τις ελπίδες τους για την επίτευξη της ανάπτυξης χωρίς να εγκαταλείψουν οποιαδήποτε εξουσία τους, αν και είναι περισσότερο από ευτυχείς να θυσιάσουν την ανάπτυξη, εάν πιστεύουν ότι θα οδηγήσει σε αιτήματα για εκδημοκρατισμό. Αντιπροσωπεύει την άνοδο μιας νέας συμμαχίας των παγκόσμιων απολυταρχιών ενωμένοι σε μια κοινή πεποίθηση ότι η δημοκρατία είναι επικίνδυνη και πρέπει να παραχωρηθεί στα κράτη απόλυτη εξουσία να διαχειριστού την κοινωνική και πολιτική αλλαγή εντός των συνόρων τους, χωρίς την ταλαιπωρία της λογοδοσίας προς τους ανθρώπους τους ή την αντίληψη ότι τα ατομικά δικαιώματα μπορεί να σταθούν εμπόδιο στο δρόμο των σχεδίων τους (Fadel 2019: Middle East Eye). Εναλλακτική πρόταση Ρωσίας Η «ρώσικη αρκούδα» ξυπνάει από την χειμερία νάρκη της, μετά από έναν μακρύ Χειμώνα (Fakiolas 2012: 159). Οι τρεις βασικές αρχές του ρώσικου μοντέλου: Εξατομικευμένη εξουσία, συγχώνευση εξουσίας και ιδιοκτησίας, διεκδικεί μεγάλο καθεστώς εξουσίας και σφαίρες επιρροής στον «μετασοβιετικό χώρο» και εκτενέστερα (Lo & Shevtsova 2012: Ι3). Η οικοδόμηση του ρώσικου περίπλοκου 11 Στις αρχές του 1958, είχε την αφετηρία του το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που βασίζεται σε μαζική κινητοποίηση που ανάγκασε σχεδόν κάθε πολίτη να συμμετέχει στη βιομηχανική παραγωγή. Στην πραγματικότητα, το Leap Forward αποδείχθηκε ένα από τα πρώτα βήματα-έστω και καταστροφικά- στη δημιουργία μιας μεγάλης ψευδαίσθησης από τον Μάο. 12 Η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, (1966-1976) ήταν η απελπισμένη προσπάθεια του Μάο να προσκολληθεί στη θέση του ως ανώτατου ηγέτη και να εξαλείψει συνεργάτες του που ευνόησαν ένα πιο ρεαλιστικό πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Η Πολιτιστική Επανάσταση κατακρήμνισε μια δεκαετία φρενήρης πολιτικού ακτιβισμού, πολιτικής κατήχησης, ταξικής πάλης και στρατιωτικοποίησης της κινεζικής πολιτικής. 13 Στην Κίνα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, φοιτητές στην πλατεία Τιενανμέν και οι πνευματικοί τους υποστηρικτές, καθώς και ομάδες μεταρρυθμιστών μέσα στη γραφειοκρατία υποστήριξαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις, επιδιώκοντας την αλλαγή μέσα από το ΚΚΚ ως σωστή συνταγή για την αναδιάρθρωση του κινέζικού πολιτικού συστήματος, με άδοξο τέλος, καθώς η εξέγερση καταπνίγηκε στο αίμα. «Η σκληρή καταστολή» έληξε όλες τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού. 710 μηχανισμού στηρίζεται στη μίμηση δυτικών θεσμών, στην αντικατάσταση οποιασδήποτε συνεκτικής ιδεολογίας από μη ιδεολογικό πραγματισμό, δωροδοτώντας την κοινωνία με τη βοήθεια του πετρελαίου. Επενδύει στη συμμετοχή σημαντικών εκπροσώπων διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και πολιτικών ομάδων στην τροχιά του καθεστώτος, με ευρείες προσωπικές ελευθερίες και επιλεκτική καταστολή (Lo & Shevtsova 2012: I4). Το οικονομικό μοντέλο της Ρωσίας βασίζεται σε 4 πυλώνες: Κρατικός έλεγχος, μονοπωλιακή συγκρότηση, εμπορευματική δομή και μιλιταριστική πτυχή (Lo & Shevtsova 2012: I7). Ευρασιανισμός O Ευρασιανισμός, εκθειάζοντας τις αρετές του ρωσικού πολιτισμού, «εκτοξεύει» τη Ρωσία ως προπύργιο των παραδοσιακών συντηρητικών αξιών (οικογένεια, έθνος, χριστιανισμός) που χρησιμεύουν ως πηγή εθνικής ελκυστικότητας σε αντίθεση με την παρακμιακή ηθική της Δύσης (Taehwan 2018). Συνδέεται με τις μεγάλες φιλοδοξίες της Ρωσίας, αφενός και τις παραδοσιακές και συντηρητικές αξίες, αφετέρου. Προέρχεται από Ρώσους διανοούμενους που είχαν μεταναστεύσει στην Ευρώπη το 1920 και 1930. Έχει ανακάμψει από τη δεκαετία του 1990 ως αντίδραση στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, με κυρίαρχο εκφραστή της, τον Alexander Dugi (Taehwan 2018).14 Αντίληψη του ευρασιατικού χώρου ως ανεξάρτητου πολιτισμού διαφορετικού από την Δύση και την Ασία. Κυριαρχική δημοκρατία Πίστη υπάρχει και στην κυριαρχική δημοκρατία -πολιτική που εξελίχθηκε στη Ρωσία υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν (Puddington 2017: 47), ο οποίος χαρακτηρίζεται από την ιδεολογική του ευελιξία (Ragozin 2019). Αποτελεί μείγμα μεταμοντέρνου αυταρχισμού και δυναμικού εθνικισμού (Clark 2016). Είναι μορφή διοίκησης που στοχεύει στην εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου διακυβέρνησης και αυτορρύθμισης σε κοινωνία και κράτος (Kokoshin 2006). Η Κυριαρχική Δημοκρατία είναι ένα νόμισμα του Κρεμλίνου που μεταφέρει δύο μηνύματα: Καταρχάς, ότι το καθεστώς της Ρωσίας είναι δημοκρατικό και δεύτερον ότι ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός. Κάθε προσπάθεια επαλήθευσης θα θεωρείται εχθρική και ως εμπλοκή στις υποθέσεις της (Lipman 2006). Η αναγεννημένη Ρωσία (Grodsky 2018) είναι μια χώρα, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την προστασία της κυριαρχίας της: είτε θα είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχη ή πιθανότητα δεν θα υπάρχει καθόλου (Polyakov 2007). Κυριαρχική δημοκρατία σημαίνει απλώς ότι η Ρωσία «έχει δικαίωμα να ορίσει τον όρο δημοκρατία κατά το δοκούν και να αποκλίνει − δυνάμει της εθνικής κυριαρχίας και της παράδοσης − από τα βασικά δημοκρατικά πρότυπα και πρακτικές (Svetlichnaja & Hearfield 14 Όλα τα πολιτικά συστήματα της σύγχρονης εποχής προέρχονται από τρεις διαφορετικές ιδεολογίες: τη Φιλελεύθερη Δημοκρατία, τον Μαρξισμό και τον Φασισμό. Οι δύο τελευταίες έχουν προ πολλού αποτύχει και έχουν αποσυρθεί από τις δέλτους της Ιστορίας, ενώ η πρώτη δεν λειτουργεί πια ως ιδεολογία, θεωρούμενη ως κάτι το δεδομένο. Σύμφωνα με τον Alexander Dugin, για να ξεπεράσουμε το σημερινό τέλμα χρειαζόμαστε μια Τέταρτη ιδεολογία, η οποία αν και θα χρησιμοποιήσει στοιχεία που θα αντλήσει από τα συντρίμμια των τριών πρώτων ιδεολογιών, η ίδια θα παραμείνει καινοτόμα και μοναδική. Το έθνος είναι η πεμπτουσία της (Dugin 2013: 54). Η κοινωνική δικαιοσύνη, η εθνική κυριαρχία και οι παραδοσιακές αξίες είναι οι τρεις βασικές αρχές της (Dugin 2013: 237). 711 2010). Η πολιτική αυτή συνέβαλε στη βελτίωση σε σχέση με το πολιτικό χάος, την οικονομική εξαθλίωση και την γεωπολιτική αδυναμία του 1990 (Brands 2018: 66). Η ιδέα της κατάκτησης αποτελεί τη μυστική φιλοδοξία της (Kimmage 2018). Τα ρώσικα μέσα επιρροής περιλαμβάνουν την Κοινωνία των Πολιτών και παραδοσιακές αξίες, επίθεση προπαγάνδας (Κριμαία),15 χρήση ενέργειας ως διαπραγματευτικό μέσο,16 εμπορικό όπλο, κυβερνοεπιθέσεις (Εσθονία, 2007, Sharp power),17 στρατιωτικές απειλές και στρατιωτικές εισβολές (στη Γεωργία, Ουκρανία, Συρία),18 παγωμένες συγκρούσεις (Puddington 2017: 48).19 Από το 2014, με φόντο την σύγκρουση με την Ουκρανία και την προσάρτηση της Κριμαίας, το καθεστώς φαίνεται να κινείται από υβριδικό σε ηγεμονικό αυταρχισμό με επιτάχυνση επιθέσεων σε μέλη της αντιπολίτευσης, θέτοντας μεγαλύτερους περιορισμούς στην κριτική και τα αυτόνομα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την αντικατάσταση του καπιταλιστικού μοντέλου εκσυγχρονισμού που αλιεύεται στις αρχές της δεκαετίας στις διοικήσεις Πούτιν και Μεντβέντεφ με την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής ατζέντας (Chaguaceda Armando 2016: 86). 15 Η ρώσικη παρέμβαση στο διαδίκτυο συνίσταται ότι το Κρεμλίνο πλημμυρίζει το Internet με ιστορίες υπέρ του καθεστώτος, αποσπά την προσοχή των χρηστών του Διαδικτύου από τις αρνητικές ειδήσεις και δημιουργεί σύγχυση και αβεβαιότητα μέσω της διάδοσης εναλλακτικών αφηγήσεων (Kendall-Taylor et al. 2020). Η Ρωσία επεκτείνει τις επενδύσεις της σε δίκτυα, όπως το καλωδιακό τηλεοπτικό RT και το Sputnik, πλατφόρμα ειδήσεων και ραδιοφωνική υπηρεσία, για την προώθηση προπαγάνδας και θεωριών συνωμοσίας (Kenney et al. 2019). Η παρέμβαση της Ρωσίας (υποθετική ή πραγματική) στις εκλογές στις ΗΠΑ συνιστά την πιο γνωστή περίπτωση κράτους, που αξιοποιεί ευαίσθητες πολιτικές και κοινωνικές πληροφορίες για να στραφεί εναντίον ενός άλλου (Rosenbach & Mansted 2019). 16 Η Ρωσία μπορεί να εκμεταλλευτεί τη θέση της ως μια αυξανόμενη «ενεργειακή υπερδύναμη», των οποίων οι προμήθειες ενέργειας είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα κύρια «κέντρα δύναμης» της παγκόσμιας οικονομίας, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία, την Κίνα και την Ινδία (Kokoshin 2006). 17 Εν μέσω της πρόσφατης υποχώρησης του φιλελευθερισμού, τα αυταρχικά κράτη, όπως η Κίνα και η Ρωσία προσπαθούν να επεκτείνουν την επιρροή τους σε ολόκληρο τον κόσμο, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο μέσο εξουσίας, σκληρής, ήπιας ή ενδιάμεσης ισχύος. Η ικανότητα επηρεασμού των άλλων για απόκτηση επιθυμητών αποτελεσμάτων όχι μέσω έλξης, όπως στην περίπτωση της ήπιας ισχύς, αλλά μέσω της αποσπάσεως της προσοχής και της χειραγώγησης πληροφοριών. Στόχευση είναι η καθοδήγηση ή «εξαναγκασμός απόκτησης» πολιτικής επιρροής για τον έλεγχο συζήτησης ευαίσθητων θεμάτων παγκοσμίως. Γίνεται συνήθως με τη χρήση μέσων μη διαφανών και αμφισβητήσιμων, αν όχι εντελώς παράνομων. Η Μόσχα συνδυάζει κυβερνοεπιθέσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις με έντονη εξουσία υπό την έννοια του υβριδικού πολέμου, αναμειγνυόμενη στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές και την ουκρανική κρίση, (Taehwan 2018). Σχετική αναφορά υπάρχει και στο (Puddington 2017: 55). 18 Ο Πόλεμος στη Γεωργία δεν ήταν η απαρχή ενός νέου ρώσικου επεκτατισμού, αλλά το τέλος είκοσι ετών γεωπολιτικής υποχώρησης. Ως εκ τούτου, σημαντικός σε ψυχολογικό επίπεδο (Grant 2012: 103). Ο Πούτιν ξεκίνησε με μιας μικρής κλίμακας ενέργεια την εισβολή στη Γεωργία το 2008, στη συνέχεια κλιμάκωσε με την απόκτηση της Κριμαίας από την Ουκρανία το 2014 και αφού προηγήθηκε ο εκσυγχρονισμός του στρατού του στο μεταξύ κινήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο με μεγάλης κλίμακας παρέμβαση το 2015 στη Συρία (Grodsky 2018). 19 Ο όρος «παγωμένη σύγκρουση» υποδηλώνει μια κατάσταση στην οποία οι ενεργές μάχες έχουν λήξει ή υποχωρήσει, αλλά δεν υπάρχει συμφωνία ειρήνης πέρα από μια λεπτή κατάπαυση του πυρός (Puddington 2017:48). 712 Runet: Ρώσικο Ελεγχόμενο Διαδίκτυο Το ρωσικό ελεγχόμενο εγχώριο διαδίκτυο ταυτίζεται με την επίσημη εκδοχή του «μεγάλου τείχους προστασίας» και αποσκοπεί στον κρατικό έλεγχο του κυβερνοχώρου. Η φιλοσοφία του επιτάσσει να διακόψει τις συνδέσεις της Ρωσίας με τον Παγκόσμιο Ιστό και να τις αντικαταστήσει με το δικό του ελεγχόμενο «εγχώριο διαδίκτυο». Το Runet, το σχεδιαζόμενο αυτόνομο Internet της Ρωσίας αποσκοπεί να αποκρούει επιθέσεις στο εξωτερικό, αναβιώνοντας το «σιδηρούν παραπέτασμα στο διαδίκτυο». Ζητούμενο η προστασία της εθνικής ασφαλείας της ως πυρηνικής δύναμης (Rondeaux 2019). Τα πυρά του Πούτιν κατά του δυτικού στυλ φιλελευθερισμού εστιάζουν στην παρακμιακή και ηθικά διεφθαρμένη φιλοσοφία που θα οδηγούσε την Ρωσία σε εκφυλισμό και αναστάτωση (Brands 2018: 68). Ο Πρώην Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tus επιτέθηκε στον Ρώσο Πρόεδρο σε ασυνήθιστη διπλωματική γλώσσα, αναφέροντας ότι έντονα διαφωνεί μαζί του στην δήλωση του ότι «ο φιλελευθερισμός είναι άνευ αντικειμένου και ότι έχει έλθει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού» (Hurriyet Daily News 2019). «Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ένα αρνητικό γεγονός, αλλά τουλάχιστον υπήρχαν κανόνες, που όλοι οι πρωταγωνιστές των διεθνών σχέσεων όφειλαν να σέβονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο» υπενθύμισε ο Πούτιν. «Σήμερα ο κόσμος είναι υπερβολικά κατακερματισμένος, απρόβλεπτος και δεσπόζει η παντελής έλλειψη κανόνων», υπενθυμίζοντας «την τραγωδία της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ενώσεως» (Rozanskij 2019).20 «Όποιος ισχυρίζεται ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι ξεπερασμένη, επίσης, υποστηρίζει ότι οι ελευθερίες είναι άνευ αντικειμένου και ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι παρωχημένα» υπογράμμισε ο Tusk (Helier 2019). «Αυτό που βρίσκω πραγματικά ξεπερασμένο είναι ο αυταρχισμός, οι λατρείες προσωπικότητας, ο κανόνας της ολιγαρχίας, ακόμα και αν μερικές φορές φαίνεται αποτελεσματικό» συμπλήρωσε ο ίδιος (Hartley Parkinson 2019). Η μεγαλύτερη επιτυχία του Putin είναι η διασπορά αναταραχής στις ίδιες τις δυτικές δημοκρατίες. Η ερμηνεία του Ρώσου Προέδρου για την Ιστορία είναι ότι ένα κυρίαρχο κράτος έχει το δικαίωμα να «αποκαλύψει» την ιστορία του με τον τρόπο που το ίδιο επιθυμεί (Puddington 2017: 29). Στις αδυναμίες του καθεστώτος Putin συγκαταλέγονται οι: αδιαφανής λήψη αποφάσεων, ένα αδύναμο κράτος δικαίου, αχαλίνωτη κρατική διαφθορά και κατάχρηση στρατιωτικής ισχύος (Repnikova 2018: 50). Τα ρώσικα στερεότυπα άλλοθι για την καταπιεστική εξουσία του Πούτιν και των δυτικών απολογητών του εδράζουν στη διαπίστωση ότι ο Πρόεδρος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στους πολίτες του και ότι οι Ρώσοι είναι γενικά αντίθετοι προς τη δημοκρατία και λαχταρούν την «καθοδήγηση» (Kara-Murza 2017: 115). 20 Η δεκαετία της εξαθλίωσης και της αταξίας που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως υπήρξε πηγή ταπείνωσης και δυσαρέσκειας ιδιαίτερα στο βαθμό που αυτές οι συμφορές μπορεί να κατηγορηθούν για λάθος ή σκοπίμως άστοχες συμβουλές των δυτικών εμπειρογνωμόνων. Η αδυναμία της Μόσχας να εμποδίσει την προς ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο ρόλος της Δύσης στην υποδαύλιση των Έγχρωμων Επαναστάσεων και οι μετέπειτα αυστηρές κυρώσεις με την προσάρτηση της Κριμαίας έρχονται να προστεθούν στις «προσβολές» κατά της πρώην υπερδύναμης (Friedberg 2017: 33). 713 Συγκλίσεις και αποκλίσεις Κίνας Ρωσίας Σημεία σύγκλισης Κίνας Ρωσίας, οι δύο χώρες έχουν μακρά παράδοση δεσποτισμού και ζουν υπό αυταρχικό κανόνα (Lo & Shevtsova 2012: 43). Οι κυβερνώντες ελίτ των χωρών τους βασίζονται κυρίως στον πολιτισμό, προκειμένου να ενισχύσουν το πολιτικό μονοπώλιο τους (White et al. 2017: 4). Οι άρχουσες τάξεις απορρίπτουν τον δυτικό φιλελευθερισμό και την επέκταση μιας παγκόσμιας κοινωνίας της αγοράς (Pabst 2019). Κινέζικο και ρωσικό καθεστώς συνδέονται από την κοινή περιφρόνηση για τη δημοκρατία και το Κράτος δικαίου (Kilgour 2018). Όσον αφορά την πολιτική και τα δύο είναι αυταρχικά συστήματα, στα οποία η εξουσία λήψης αποφάσεων συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μικρής άρχουσας ελίτ, ανεξέλεγκτη από ελεύθερες εκλογές, αυτόνομα νομοθετικά σώματα ή ανεξάρτητες δικαστικές αρχές. Στερείται προστασίας για τις πολιτικές ελευθερίες και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, αντιθέτως επιβάλλει αυστηρούς ελέγχους στην έκφραση λόγου, στον τύπο, στην αντιπολίτευση, την κοινωνία των πολιτών και μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) (Friedberg Aaron 2017: 12). Κοινός παρανομαστής είναι ότι τόσο το ρώσικο καθεστώς εξατομικευμένης εξουσίας, όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας έχουν αναζητήσει νομιμότητα, εκμεταλλευόμενοι τη «μυθολογία» από την κορυφή προς τα κάτω του κρατικού εκσυγχρονισμού (Lo & Shevtsova 2012: I1). Η εικόνα του σοφού πατερναλιστικού κράτους που καθοδηγεί τη μεταρρύθμιση επικρατεί. Μετά την καταστροφή της Πολιτιστικής Επανάστασης και την μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης, προβλήθηκε η ιδέα ότι οι κυβερνώντες πρέπει να είναι υπόλογοι συγκριτικά με το παρελθόν, με απώτερο στόχο να επικρατήσει διαφάνεια στον τρόπο διακυβέρνησης. Εν αντιθέσει με την ελίτ στη Ρωσία που λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη (Jakobson & Pursiainen 2001: 26). Η πάλαι ποτέ υπερδύναμη έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει για να γίνει μια συμμετοχική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία (Jakobson & Pursiainen 2001: 21). Οι δύο χώρες επιδιώκουν να βελτιώσουν την παγκόσμια προοπτική για τον αυταρχισμό, μέσω της στρατηγικής: οικοδόμησης περιφερειακών σφαιρών επιρροής στην οποία η απολυταρχία είναι προνομιακή και προστατεύεται (Brands 2018 :75). Οι λόγοι υποστήριξης αυταρχικών καθεστώτων είναι ότι έχουν συμφέρον να παρεμποδίσουν τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού στο περιφερειακό τους περιβάλλον, με το φόβο μιας γενικευμένης αστάθειας (Gravingholt 2011: 2). Άλλωστε, η Ρωσία και η Κίνα αντιλαμβάνονται τις προσπάθειες στήριξης της δημοκρατίας − ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ − για να επεκτείνουν την επιρροή της Αμερικής και να υπονομεύσουν τα καθεστώτα τους (Kendall-Taylor & Shullman). Από πολιτική άποψη, η Ρωσία είναι ημι-αυταρχική και όχι απολυταρχικό σύστημα, με ουσιαστικές ελευθερίες και περιορισμούς (Lo & Shevtsova 2012 :44). Από την άλλη πλευρά, η κινέζικη οικονομία είναι πολύ πιο ανοικτή και φιλελεύθερη από τη Ρωσία (Lo & Shevtsova 2012: 45). Στις προβλέψεις της Goldman Sachs, μέχρι το 2050, η Κίνα είναι πιθανό να είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και η Ρωσία θα είναι η έκτη (White, McAllister, Munro 2017: 1). Η έμφαση της Ρωσίας ήταν σε ad hoc πολιτικές μεταρρυθμίσεις, η Κίνα συγκεντρώνεται στον οικονομικό εκσυγχρονισμό, διατηρώντας το πολιτικό της σύστημα υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, με μια συμβουλευτική διάσταση, που διέπει την λειτουργία του, δεσμεύοντας κράτος και κοινωνία (Jakobson & Pursiainen 2001: 30). 714 Υπό την επιρροή του Κομφουκιανισμού, υπάρχει ενθάρρυνση του αρχηγού (πρίγκιπα) με κάποιο υψηλότερο ηθικό σκοπό και η οποία μετρίαζε την εξατομικευμένη τυραννία του. Στην Ρωσία, ούτε η θρησκεία, ούτε η παράδοση έχουν ασκήσει παρόμοια συγκρατητική επιρροή (Lo & Shevtsova 2012: 43). Η κινεζική αρχή της αξιοκρατίας, όπως ενσωματώνεται σε μια αποτελεσματική δημόσια υπηρεσία είναι μια άλλη μεταβλητή που απουσιάζει από τη ρώσικη ιστορία. Η Κίνα έχει αντικαταστήσει το καταπιεστικό χέρι του Κόμματος υπό τον Μάο με πολύ πιο ελαφρύ άγγιγμα που επέτρεψε στην ιδιωτική επιχείρηση να ανθίσει. Έχει πολύ αποκεντρωμένο σύστημα συγκρινόμενη με τη σύγχρονη Ρωσία (Lo & Shevtsova 2012: 34). Η Κίνα είναι πρόθυμη να συμμετάσχει στην παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, η Ρωσία όχι (Grant 2012). Η Κίνα ως χώρα ωφελήθηκε από τη παγκοσμιοποίηση που κατευθύνεται από τη Δύση, στη Ρωσία είναι η ελίτ (και όχι η κοινωνία) που έχει καρπωθεί από αυτήν μέσω προσωπικής ενσωμάτωσης στη δυτική κοινωνία (Lo & Shevtsova 2012: 57). Στροφή στην πολιτική των ΗΠΑ και τρόποι αντιμετώπισης της απειλής για την δυτική φιλελεύθερη τάξη Το «Pax Americana πλησιάζει στο τέλος του», σύμφωνα με τον Roger Cohen (Tzifakis 2012: 2). Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ πρεσβεύει «η Αμερική πρώτα». Την ίδια στιγμή, «παραιτήθηκε» από την ηγεσία των ΗΠΑ, όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το διεθνές κράτος δικαίου (Patrick 2019). Έχει κλονίσει τους θεσμικούς πυλώνες και αποδυνάμωσε τα κανονιστικά θεμέλια, καθώς έχει υπονομεύσει τη δυτική αλληλεγγύη με τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στο ΝΑΤΟ και την G7. Μάλιστα, έχει αποκηρύξει την διεθνή συμφωνία που περιορίζει το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων του Ιράν και έχει απειλήσει να εγκαταλείψει τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Απομακρύνθηκε από την σύμπραξη μεταξύ των χωρών του Ειρηνικού Trans-Pacific Partnership (TPP), υποχρέωσε την επαναδιαπραγμάτευση της NAFTA σε μια πιο κλειστή συμφωνία. Απομάκρυνε τις ΗΠΑ από την συμφωνία για το Κλίμα του Παρισιού, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του OHE και την UNESCO. Αρνήθηκε να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Σύμφωνο του ΟΗΕ για την Ασφαλή, Ομαλή και Τακτική Μετανάστευση. Ξεκίνησε «πόλεμο» με την Κίνα, υπέγραψε την ιστορική εμπορική συμφωνία (15/01/2020) μεταξύ ΗΠΑ−Κίνας, με δασμούς για επιβολή τιμωρίας που είχαν επιβληθεί στο Πεκίνο ακόμη σε ισχύ. Προκλητικότερα, η στρατηγική της Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου προσδιορίζει Κίνα και Ρωσία ως στρατηγικούς αντιπάλους, αναφορικά με το Πεκίνο για τους ισχυρισμούς του για την θάλασσα της Νότιας Κίνας και με την Μόσχα για την προσάρτηση της Κριμαίας. Η αντίσταση στην κινεζική και ρώσικη περιφερειακή ηγεμονία σηματοδοτεί ότι η διοίκηση του Trump δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τους «τέσσερις αστυνομικούς» που ο Ρούσβελτ δεν είχε αρνηθεί κατά τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου με τις ΗΠΑ, την Σοβιετική Ένωση, την Βρετανική Αυτοκρατορία και την Κίνα να απολαμβάνουν πρωταρχική ευθύνη διατήρησης της τάξης στις «γειτονιές τους». Φαίνεται η τάση των ΗΠΑ να επαναλάβουν τα λάθη που έκανε η Αμερική πριν από έναν αιώνα, το 1919-1920, απορρίπτοντας την προσχώρηση στην Κοινωνία των Εθνών, υποχώρησαν στην πολιτική απομονωτισμού και τον οικονομικό εθνικισμό 715 μόνο και μόνο για να παρακολουθήσουν έναν κόσμο να θρυμματίζεται (Patrick 2019). Με την προσδοκία, η πρόβλεψη να μην υλοποιηθεί αυτή τη φορά. Η πραγματική απειλή για τον δημοκρατικό φιλελευθερισμό δεν προέρχεται από ανταγωνιστικά συστήματα αξιών, αλλά ο κίνδυνος ελλοχεύει εκ των έσω. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η τάση προς τον καπιταλισμό του καρτέλ, τη γραφειοκρατική υπερβολή και τον αχαλίνωτο ατομικισμό καταστρέφει τον πολιτισμό της Δύσης. (Pabst 2019). Ωστόσο, το μέτωπο είναι διττό: εκτός από την ενδοσκόπηση, για να αντισταθμιστούν οι «εισβολές» αυτών των ρεβιζιονιστικών αυταρχικών καθεστώτων, των οποίων οι φιλοδοξίες έχουν αυξηθεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, τα δημοκρατικά κράτη σε όλο τον κόσμο θα πρέπει να αναζητήσουν νέες στρατηγικές για να υπερασπιστούν τις ανοικτές δημοκρατίες τους και τις ψηφιοποιημένες κοινωνίες. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας για την αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών, το οποίο ιδρύθηκε στο Ελσίνκι από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά το εύρος του πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει τις πρακτικές της Κίνας. Ο νέος νόμος περί αλλοδαπών παρεμβάσεων της Αυστραλίας, που ποινικοποιεί νέες μεθόδους ξένης επιρροής και κατασκοπείας που προέρχονται κυρίως από την Κίνα (Grigas & Hamilton 2018, Hamilton 2018) θα μπορούσε να προβληθεί ως υπόδειγμα. Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τη Δημοκρατία και του Φόρουμ της Κοινωνίας των Πολιτών σηματοδοτεί μια πιθανή αλλαγή πορείας ως απόρροια κατανόησης των προκλήσεων των καιρών. Εξάλλου, αν η Ρωσία και η Κίνα δεν πορεύονται προς την φιλελεύθερη δημοκρατία αυτό συνιστά ένα πρόβλημα, όχι μόνο για τους καταπιεσμένους πολίτες τους, αλλά και για μας (Freeland 2012). Συμπεράσματα Το διακύβευμα των καιρών είναι αν ο 20ος αιώνας ορίστηκε από την μάχη για την ελευθερία της πληροφόρησης κατά της λογοκρισίας, ο 21ος αιώνας θα καθοριστεί από κακόβουλους φορείς, κράτη ή εταιρείες που καταχρώνται το δικαίωμα στην ελευθερία πληροφοριών (Puddington 2017: 15). Ο ανταγωνισμός μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού κατακλύζει σχεδόν κάθε πτυχή του σύγχρονης αντιπαράθεσης των μεγάλων δυνάμεων. Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση δύναται να προωθήσουν ουσιαστικά «ανελεύθερες εκβάσεις» κατά το δοκούν, ενώ τα αυταρχικά καθεστώτα θα μπορούσαν να προωθήσουν τη δημοκρατία, έστω και ακούσια (Risse & Babayan 2015: 384). Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, αυταρχικοί κυβερνήτες έχουν προσπαθήσει να μιμηθούν τους δημοκρατικούς θεσμούς και να υιοθετήσουν δημοκρατική γλώσσα (Krastev 2011: 10). Ένα θόλωμα των συνόρων μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού διαφαίνεται στον ορίζοντα (Krastev 2013). Μέσα από την πολιτική ταυτότητα, η Κίνα και η Ρωσία υποστηρίζουν σε γενικές γραμμές εναλλακτικές λύσεις έναντι του φιλελευθερισμού και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών αναδεικνύει κατά συνέπεια μια μάχη αξιών και ιδεών. Εάν αυτές οι αντιπαλότητες ενταθούν σε πόλεμο των μεγάλων δυνάμεων είναι ίσως το κεντρικό ζήτημα της γεωπολιτικής του εικοστού πρώτου αιώνα (Brands 2018: 62). Η Αχίλλειος πτέρνα μιας ισχυρής και ανερχόμενης Κίνας θα αναδειχθεί η έλλειψη δημοκρατικής πολιτικής ταυτότητας, όπως κατέδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα στο Χονγκ Κονγκ (Ci 2019). Η Μόσχα και το Πεκίνο θα μπορούσαν να 716 βρεθούν σε δύσκολες καταστάσεις, καθώς διαμαρτυρίες σε ολόκληρο τον κόσμο απειλούν να τους τοποθετήσουν στη λάθος πλευρά της ιστορίας (Dorsey 2019). Αναφορικά με την επιτυχία του εγχειρήματος, δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η τελευταία λέξη στην ανθρώπινη πολιτική εξέλιξη (Kaplan 2018: 2). Τα συστήματα διακυβέρνησης δεν είναι αθάνατα και οι δημοκρατίες μπορεί να τεθούν υπό την κρίση των αυταρχικών καθεστώτων. Τα θεσμικά όργανα αποσυντίθενται, οι κοινωνικοί κανόνες εξαφανίζονται, οι δημοκρατικές διαδικασίες και πρακτικές είναι επιρρεπείς σε απάθεια, δημαγωγία και αποσύνθεση. Η «δημοκρατική μηχανή μπορεί να συνδράμει στον εξανθρωπισμό του τεχνητού σύγχρονου κόσμου». Αυτή ήταν η υπόσχεση της δημοκρατικής πολιτικής και δεν έχει αθετηθεί σε μεγάλο βαθμό. Το κράτος πώς θα χειριστεί τέρατα, όπως τεχνολογικούς γίγαντες: Facebook, Google, Amazon, Apple; Το σύστημα που θα θριαμβεύσει θα είναι αυτό που θα προσφέρει περισσότερη αξιοπρέπεια στους πολίτες του στο εσωτερικό και περισσότερες ελπίδες για τους συμμάχους στο εξωτερικό. Ωστόσο, κράτη που χάνουν τον βηματισμό τους − ανεξαρτήτως πολιτειακής μορφής − κατά την ιστορική πορεία τους (Κίνα-αιώνας της ταπείνωσης, Ρωσία-σοκ μετάβασης)21 επιβάλλεται να επανακαθορίζουν την πορεία τους προς την επιτυχία (Κίνα-δεύτερη οικονομία στο κόσμο και απόκτηση εθνικής αυτοπεποίθησης για τον ρώσικο λαό) (Grant 2012: 25). Βιβλιογραφία Bernstein, R. (2017), “China and the Rise of the New Authoritarian International” RealClear Investigations, https://www.realclearinvestigations.com/articles/2017/11/12/china_and_the_authori tarian_international.html. Brands, H. (2018), “Democracy vs Authoritarianism: How ideology shapes great-power conflict”, Survival, 60 (5): 61-114. Bremmer, I. (2019), “China Style Authoritarian Rule Advances even as Democracy Fights Back”, Nikkei Asian Review, https://asia.nikkei.com/Opinion/China-style-authoritarian- rule-advances-even-as-democracy-fights-back. Buckley, C. (2013), “China Takes Aim at Western Ideas”, The New York Times, https://www.nytimes.com/2013/08/20/world/asia/chinas-new-leadership-takes- hard-line-in-secret-memo.html . Carney, R. (2019), “Autocracies that Look Like Democracies Are a Threat across the Globe”, https://theconversation.com/autocracies-that-look-like-democracies-are-a-threat- across-the-globe-110957. Chaguaceda, A. (2016), “The Putin System Russian Authoritarianism Today”, Revista Mexicana de Analisis Politico y Administracion Publica, 5 (1): 86. Cheung, H. (2019), “Is Putin Right? Ιs Liberalism really obsolete?”, BBC, https://www.bbc.com/news/world-europe-48798875. 21Πολυπλοκότητα τριπλής ρώσικης μετάβασης, από μια παγκόσμια υπερδύναμη σε εθνικό κράτος, από την καθοδήγηση στην οικονομία της αγοράς και από την μονοκομματική απολυταρχία σε μια επισφαλή δημοκρατία συνθέτει τη «νέα μετασοβιετική τάξη» στο πλαίσιο αυτονομιστικών συγκρούσεων και εθνοτικών εντάσεων (Chaguaceda 2016 : 77). 717 Chhabra, T. (2019), “The China Challenge, Democracy and US Grand Strategy”, Brookings, https://www.brookings.edu/research/the-china-challenge-democracy-and-u-s-grand- strategy/. ChinaFile, (2013), “ChinaFile Translation of the CCP’s “Document 9”, China Digital Times, (How much is a Hardline Party Directive Shaping China’s Current Political Climate?), https://chinadigitaltimes.net/2013/11/chinafile-translation-ccps-document-9/. Ci, J. (2019), “Without Democracy, China will Rise No Farther”, Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-10-04/without-democracy- china-will-rise-no-farther. Clark, D. (2016), “Putin is Exporting Sovereign Democracy to New EM Allies", Financial Times, https://www.ft.com/content/0ddd946d-ad14-3c92-bfe9-761ab3396a02. Cypionka, A. (2019), «Αλγοριθμική Διακυβέρνηση: Η ολοκληρωτική παρακολούθηση», EL, https://www.el.gr/nea-taxh/spy-news/algorithmiki-diakyvernisi-i-olokliro/ . Dorsey, J. (2019), “Global Protests Russia and China: Risk ending up on the wrong side of History”, The Begin-Sadat Center for Strategic Studies, Paper No1, 346. Dugin, A. (2013), Η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία, Αθήνα, εκδόσεις Έσοπτρον. Fadel, M. (2019), “From Liberal West to Russia and China: How the Arab world lost the battle for democracy”, Middle East Eye, https://www.middleeasteye.net/opinion/liberal-west-russia-and-china-how-arab- world-lost-battle-democracy. Fakiolas, E. (2012), “A Former Superpower Coming out of Hibernation: Today’s Russia in world politics», σε N. Tzifakis (επιμ.), International Politics in Times of Change, Athens, The Konstantinos Karamanlis Institute for Democracy Series on European and International Affairs, Centre for European Studies, Springer. Freeland, C. (2012), “Russia and China Challenges for Liberal Democracy”, The New York Times, https://www.nytimes.com/2012/06/29/world/europe/29iht-letter29.html . Friedberg, A. (2017), “The Authoritarian Challenge China, Russia and the Threat to the Liberal International Order”, Japan-US Program, The Sasakawa Peace Foundation. Grant, C. (2012), “Russia, China and Global Governance”, Centre For European Reform, σ. iv. Gravingholt, J. (2011), “The Influence of China, Russia and India on the Future of Democracy in the Euro-Asian Region”, Deutsches Institut fur Entwicklungspolitik, https://www.die-gdi.de/en/briefing-paper/article/the-influence-of-china-russia-and- india-on-the-future-of-democracy-in-the-euro-asian-region/, p.2. Grigas, A. & Hamilton, C. (2018), “Democracies Beware: Russia and China are on the offensive”, The National Interest, https://nationalinterest.org/feature/democracies- beware-russia-and-china-are-offensive-29402. Grodsky, B. (2018), “Russia, Putin Lead the Way in Exploiting Democracy’s Lost Promise”, The Conversation, https://theconversation.com/russia-putin-lead-the-way-in- exploiting-democracys-lost-promise-94798. Hamilton, C. (2018), «Η Μάχη της Αυστραλίας, που Ποινικοποιεί Νέες Μεθόδους Ξένης Επιρροής και Κατασκοπείας, που Προέρχονται από την Κίνα», Foreign Affairs The Hellenic Edition, http://foreignaffairs.gr/articles/71888/clive-hamilton/i-maxi-tis- aystralias-kata-ton-kinezikon-politikon-parembaseon?page=show. Hartley-Parkinson, R. (2019), “Liberalism is Dead and Immigrants Can Kill and Rape Without Impunity, Says Putin”, Metro, https://metro.co.uk/2019/06/28/vladimir- putin-says-liberalism-dead-attacks-european-democracy-10083833/. Hurriet Daily News (2019), “EU’s Tusk Lashes Out at Putin on Democracy”, https://www.hurriyetdailynews.com/eus-tusk-lashes-out-at-putin-on-democracy- 144540. Isaac, J. (2017), “IsThere Illiberal Democracy?”, Eurozine, https://www.eurozine.com/is- there-illiberal-democracy/. Jakobson, L. & Pursiainen, C. (2001), “At the Crossroads of Post-Communist Modernization Russia and China in a Comparative Perspective”, International Studies Association Convention, Chicago, σ. 9. 718 Jones, B. & Taussig, T. (2019), “Democracy and Disorder. The σtruggle for influence in the new Geopolitics”, Brookings, https://www.brookings.edu/research/democracy- disorder-the-struggle-for-influence-in-the-new-geopolitics/ . Kaplan, R. (2018), “The Trap of Empire and Authoritarianism”, The National Interest, σ. 2, https://nationalinterest.org/feature/the-trap-empire-authoritarianism-24761. Kara-Murza, V. (2017), “The Kremlin Emboldened. Putin is not Russia”, Journal of Democracy, 28 (4): 115. Kendall-Taylor, A., Frantz, E. & Wright, J. (2020), “The Digital Dictators. How technology strengthens autocracy”, Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2020-02-06/digital- dictators?utm_medium=newsletters&utm_source=fatoday&utm_content=20200206&u tm_campaign=FA%20Today%20020620%20The%20Digital%20Dictators&utm_term= FA%20Today%20-%20112017. Kendall-Taylor, A. & Shullman, D. (2018), “How Russia and China Undermine Democracy”, Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-10-02/how- russia-and-china-undermine-democracy. Kenney, C., Bergmann, M. & Lamond, J. (2019), “Understanding and Combating Russian and Chinese Influence Operations”, Center for American Progress, https://www.americanprogress.org/issues/security/reports/2019/02/28/466669/u nderstanding-combating-russian-chinese-influence-operations/. Kilgour, D. (2018), “Chinese and Russian Regimes vs Democracies and the Rule of Law”, The Epoch Times, https://www.theepochtimes.com/chinese-and-russian-regimes-vs- democracies-and-the-rule-of-law_2608599.html. Kimmage, M. (2018), “The People’s Authoritarian: How Russian society created Putin”, Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/2018-06- 14/peoples-authoritarian. Kokoshin, A. (2006), “Real Sovereignty and Sovereign Democracy”, Russia in Global Affairs, №4 2006 October/December (3.10.2006), https://eng.globalaffairs.ru/articles/real- sovereignty-and-sovereign-democracy/ Krastev, I. (2011), “Paradoxes of the New Authoritarianism”, Journal of Democracy, 22 (2): 10. Krastev, I. (2013), “Is China Μore Democratic Τhan Russia?”, Open Democracy, https://www.opendemocracy.net/en/odr/is-china-more-democratic-than-russia/. Lipman, M. (2006), “Putin’s Sovereign Democracy”, Washington Post, https://www.washingtonpost.com/archive/opinions/2006/07/15/putins-sovereign- democracy/52ce51c4-fd66-478f-af04-768ac6156f80/ . Lo, B. & Shevtsova, L. (2012), A 21st Century Myth – Authoritarian Modernization in Russia and China, Moscow, Carnegie Moscow Center, Carnegie Endowment for International Peace. M. J. (2013), “Political Rebalancing: Tilting backwards”, The Economist, https://www.economist.com/analects/2013/06/24/tilting-backwards. Moisi, D. (2019), “Will Democracy Die Last?”, The Jordan Times, https://www.jordantimes.com/opinion/dominique-moisi/will-democracy-die-last. Mounk, Y. (2019), “The Dictators’ Last Stand”, Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.com/articles/world/2019-08-12/dictators-last-stand. Newmoney (2019), «Ο Πούτιν Αναβιώνει το «Σιδηρούν Παραπέτασμα στο … Ιντερνέτ», https://www.newmoney.gr/roh/palmos-oikonomias/texnologia/o-poutin-anavioni- to-sidiroun-parapetasma-sto-internet/. Pabst, A.(2019), “China, Russia and the Return of the Civilisational State”, New Statesman, https://www.newstatesman.com/2019/05/china-russia-and-return-civilisational- state. Patrick, S. (2019), “The Liberal World Order is Dying: What comes next?”, World Politics Review, https://www.worldpoliticsreview.com/insights/27192/the-liberal-world- order-is-dying-what-comes-next. 719 Polyakov, L. (2007), “Sovereign Democracy as a Concept for Russia”, Russia Beyond, https://www.rbth.com/articles/2007/10/25/sovereign_democracy_as_a_concept_for_ russia.html?. Puddington, A. (2017), “Breaking down Democracy: Goals, strategies and methods of modern authoritarians”, Freedom House, σ. 5. Ragozin, L. (2019), “Is Putin Winning against Liberal Democracy?”, The Moscow Times, https://www.themoscowtimes.com/2019/07/03/is-putin-winning-against-liberal- democracy-a66272. Repnikova, M (2018), “Contesting the State under Authoritarianism: Critical journalists in China and Russia”, Comparative Politics, 5 (1): 47. Risse, T & Babayan, N. (2015), “Democracy Promotion and the Challenges of Illiberal Regional Powers: Introduction to the special issue”, Democratization, 22 (3): 384. Rodrik, D. (2017), “The Fatal Flaw of Neoliberalism: It’s bad economics”, The Guardian, https://www.theguardian.com/news/2017/nov/14/the-fatal-flaw-of-neoliberalism- its-bad-economics. Rondeaux, C. (2019), “Why Russia’s Attempt to Create Its Own Tightly Controlled Internet Could Backfire”, World Politics Review, https://www.worldpoliticsreview.com/articles/28313/why-russia-s-attempt-to- create-its-own-tightly-controlled-internet-could-backfire . Rosenbach, E. & Mansted, K. (2019), «Πώς να Κερδηθεί η Μάχη για τα Δεδομένα;», Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.gr/articles/72464/eric-rosenbach-kai-katherine- mansted/pos-na-kerdithei-i-maxi-gia-ta- dedomena?fbclid=IwAR0NAWFUgVCe4IZxXj1U_wBGNud3tU_VC4ud2h3m8jghfmZHI6c dyXXGVck . Rozanskij, V. (2019), “Putin: Liberal democracy Is over”, AsiaNews.it, http://www.asianews.it/news-en/Putin:-liberal-democracy-is-over-47402.html. Schiff, A. (2019), “America Must Stand as a Bulwark Against Autocracy”, The Atlantic, https://www.theatlantic.com/ideas/archive/2019/02/adam-schiff-authoritarianism- threat-democracy/583609/. Segal, A. (2018), “When China Rules the Web”, Foreign Affairs, https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-08-13/when-china-rules- web?utm_medium=newsletters&utm_source=fatoday&utm_content=20191130. Svetlichnaja, J. & Heartfield, J. (2010), “Sovereign Democracy Dictatorship over Capitalism in Contemporary Russia”, Radical Philosophy, τεύχος 159: 38-43, https://www.radicalphilosophy.com/article/sovereign-democracy. Taehwan, K. (2018), “Authoritarian Sharp Power Comparing China and Russia”, The Asan Forum, http://www.theasanforum.org/authoritarian-sharp-power-comparing-china- and-russia/. Borzel, T. (2015), “The Noble West and the Dirty Rest? Western democracy promoters and illiberal regional powers”, Democratization, 22 (3): 520. Thomas, P. (2019), “Is Vladimir Putin Right about the Death of Liberal Democracy?”, Noted, https://www.noted.co.nz/currently/currently-world/vladimir-putin-death-liberal- democracy-is-he-right. Tzifakis, N. (2012), “Change in International Politics: An Introduction to the Contemporary Debat”, σε N. Tzifakis, (επιμ), International Politics in Times of Change, Athens, Konstantinos Karamanlis Institute for Democracy Series on European and International Affairs, Centre for European Studies, Springer. White, S., McAllister, I.& Munro, N. (2017), “Economic Inequality and Political Stability in Russia and China»”, Europe- Asia Studies, 69 (1): 1. Γκόφας, Α. & Τζιφάκης, Ν. (2017), Θεωρητικές Προβολές στη Διεθνή Πολιτική. Η Σινο- Αμερικανική πρόκληση, Αθήνα, εκδόσεις Πεδίο. Λάντβερ, Α. & Αναστασοπούλου, Ε. (2017), «Πόσο Κoμμουνιστική Είναι η Κίνα;» Deutsche Welle, https://www.dw.com/el/%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%BF- %CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83 720 %CF%84%CE%B9%CE%.BA%CE%AE- %CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B7- %CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B1/a-41053879 . Πελεβάνη, Μ. (2019), «Πώς το Black Mirror Εφαρμόζεται στην Κίνα», Tvxs, https://tvxs.gr/news/kosmos/pos-black-mirror-efarmozetai-stin-kina. Tribune (2018), «Τι Είναι το ‘Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης’ που Εφαρμόζεται στην Κίνα και Επικρίνεται ως ‘Οργουελιανός Εφιάλτης’», https://www.tribune.gr/world/news/article/537991/ti-einai-to-systima-koinonikis- pistosis-poy-efarmozetai-stin-kina-kai-epikrinetai-os-orgoyelianos-efialtis.html . Χειλά, Ε. (2006), Η Διεθνής Κοινωνία. Διαχρονικές και σύγχρονες αντιλήψεις. Η συμβολή του Παναγή Παπαληγούρα, Αθήνα, εκδόσεις Ηρόδοτος. Χειλά, Ε. (2013), Οι Διεθνείς Συγκρούσεις στον 21Ο Αιώνα, Αθήνα, εκδόσεις Ποιότητα. 721 722 Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Πολιτική Διάσταση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης: Ο Διεθνής Πόλος Αριστείας ως Πρόκληση και τα Εργαλεία Υλοποίησης στις Δημόσιες Πολιτικές των Κρατών-μελών Ευάγγελος Ταλιούρης1 Περίληψη Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η πολιτική διάσταση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης αποτελεί ένα πεδίο πολιτικής που ειδικά στον 21ο αιώνα συμπυκνώνει στοιχεία της ευρωπαϊκής παράδοσης σε τρία βασικά πεδία όπως αυτό της αειφόρου ανάπτυξης, της κοινωνικής ευημερίας και της οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Τα μοντέλα διακυβέρνησης, οι θεσμικές παραδόσεις και ο ρόλος της επιχειρηματικότητας ως οικονομικός και κοινωνικός παράγοντας αποτέλεσαν πεδίο ώστε η ΕΚΕ να αποκτήσει πολιτική διάσταση στην Ευρώπη. Η αναφορά σε δυο ορισμούς το 2001 και το 2011 καθορίζουν την ευρωπαϊκή προσέγγιση σε συνδυασμό με τα πεδία εξειδίκευσης και τα μοντέλα άσκησης δημόσιας πολιτικής που παρουσιάζονται στο άρθρο μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, την αρχειακή έρευνα και τη συγκριτική πολιτική ανάλυση. Σημαντικό, επίσης, είναι ότι σε επίπεδο κρατών διαπιστώνεται μια ποικιλία πολιτικών εργαλείων και προσεγγίσεων κάτι που ίσως δικαιολογεί το γενικό στόχο αριστείας που η ΕΕ έχει θέσει ήδη από το 2006 στο πεδίο αυτό πολιτικής, συνδέοντας το με τους Στόχους Αειφόρου Ανάπτυξης για το 2030. Λέξεις-κλειδιά: Ευρωπαϊκή Ένωση, Δημόσια Πολιτική, Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, Αειφόρος Ανάπτυξη Εισαγωγή Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τα κράτη-μέλη (κ-μ) και οι κοινωνίες σε αυτά έχουν να αντιμετωπίσουν σήμερα ιδιαίτερα πολύπλοκες συνθήκες τόσο στο περιεχόμενο τους όσο και στις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές δεδομένου ότι τα προβλήματα είναι πολυδιάσταστα και πολυτομεακα όσον αφορά την πολιτική τους πρακτική. Η εμπειρία από κ-μ σε κ-μ διαφέρει ανάλογα με το πεδίο πολιτικής ή σε ευρύτερα πεδία όπως αυτά της Αειφόρου Ανάπτυξης (ΑΑ). Το πεδίο αυτό ειδικά μετά την πρόθεση της ΕΕ να συντάξει στρατηγική προσαρμογής το 2016 για τους 17 Στόχους για την Αειφόρο Ανάπτυξη (ΣΑΑ), είναι αξιοσημείωτo στρατηγικά ώστε να αποτελέσει πόλος αριστείας σε διεθνές επίπεδο. Τα ζητήματα της οικονομικής μεγέθυνσης, της κοινωνικής συνοχής, της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού και γενικότερα ότι ανέδειξε η κρίση στην ΕΕ και παγκόσμια μετά το 2009, αποτέλεσαν ένα πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης αλλά και γόνιμου προβληματισμού όσον αφορά την θεσμική και πολιτική εξέλιξη της ΕΕ. 1Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης. Email:
[email protected]723 Αυτό σε ένα βαθμό συνδέεται και με το βήμα της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2009 και την ανάγκη για θεσμικές προσεγγίσεις όπως στο ζήτημα της διαχείρισης χρέους των κ-μ, των αποσχιστικών τάσεων που παρατηρήθηκαν τη δεκαετία αυτή (βλ. Brexit), ή του κρίσιμου ζητήματος της ανάπτυξης. Τα παραπάνω, ωστόσο, πεδία έχουν ρίζες ιστορικές με αντίστοιχα ζητήματα πολιτικής και θεσμικής εξέλιξης που η ΕΕ διαχειρίστηκε μεταπολεμικά όπως αυτά της ισότητας των κ-μ, την εμπέδωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την προστασία του περιβάλλοντος. Το τελευταίο μάλιστα ζήτημα συνδέθηκε από την ΕΕ με εκείνο της ανάπτυξης ήδη από τη δεκαετία του 90’, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε πεδίο προβληματισμού και αντιπαράθεσης στην Ευρώπη όχι μονάχα ως προς την πολιτική του κατεύθυνση αλλά και για τις μεταβλητές που θα περιλαμβάνει όπως η οικονομική, η κοινωνική, η περιβαλλοντική, η πολιτιστική. Στην εξομάλυνση της σύγχυσης αυτής ειδικά ως προς τη σχέση της ορθόδοξης προσέγγισης και εκείνη της ΑΑ που εκτός από την μεταβλητή της οικονομικής μεταβλητής ενσωματώνει στην ανάλυση της την περιβαλλοντική και κοινωνική μεταβλητή, συνέβαλε η Brundtland Report (1987). Συγκεκριμένα, εκτός του ότι όρισε την έννοια της ΑΑ διαμόρφωσε μια νέα προσέγγιση για την έννοια της ανάπτυξης που επηρέασε μελλοντικά τόσο το διάλογο όσο και το σχεδιασμό πολιτικής για παράδειγμα στην Ευρώπη. Αυτή θέτει ένα κοινά αποδεκτό ορισμό για τον οποίο υπάρχουν αφενός κριτικές, αφετέρου αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αποτελεί ένα βήμα σημαντικό για την διεθνή κοινότητα στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Όπως μάλιστα αναφέρει η Gro Harlem Brundtland (πρώην Πρωθυπουργός της Νορβηγίας, από την οποία η αναφορά αυτή πήρε τιμητικά το όνομα της), η Brundtland Report χρειάστηκε 900 ημέρες για να ολοκληρωθεί από το 1984-1987 (WCDE 1987). Αυτό συνέβη γιατί εκτός από τις διαφωνίες για τον ορισμό της ΑΑ και την γενική κατεύθυνση (π.χ. περιβάλλον αποκλειστικά) μεταξύ των συμφερόντων σε επίπεδο κ-μ, θα πρέπει σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης (ειδικά των διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκών πολιτικών) να αναλύουμε και τη μεγάλη εικόνα. Εκτός του Ψυχρού Πολέμου τη δεκαετία του 1980 και τις τάσεις αποπυρηνικοποίησης των δύο πόλων, η συζήτηση για τη Brundtland Report συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα όπως το ατύχημα στο Chernobyl, τη συζήτηση για το φαινόμενο του θερμοκηπίου ή άλλες ανθρωπογενείς αιτίες εις βάρος του περιβάλλοντος με επιπτώσεις αρνητικές σε χιλιάδες ανθρώπων σε Ασία και Ευρώπη. Τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα σύνθετο πεδίο συζήτησης και στην Ευρώπη διότι στην ουσία η συγκριτική πολιτική ανάλυση των συμφερόντων δεν περιοριζόταν αμιγώς στα εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων μερών αλλά και σε εκείνα που ρυθμίζουν και το ρόλο των επιχειρήσεων στο διεθνές περιβάλλον. Στο γεωπολιτικό αυτό πλαίσιο τη δεκαετία του ‘80, η Συμφωνία αυτή αναδεικνύει εύλογα ακόμα ένα ενδιαφερόμενο μέρος εκτός των κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς που έχει σημαντικό ρόλο στην κατεύθυνση της ανάπτυξης είτε αρνητικά είτε θετικά, και αυτό είναι ο ιδιωτικός τομέας (βλ. κεφ 3 της Brundtland Report). Στην ουσία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πολιτική διάσταση της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων σε περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Η σύνδεση εθνικών θεμάτων που αφορούν την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την περιβαλλοντική αειφορία χαρακτηρίζουν για παράδειγμα τη στάση σήμερα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής με αφορμή την κλιματική αλλαγή ή τις διαφωνίες στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες. Στο τελευταίο δημιουργείται ένα πλεονέκτημα για την ΕΕ, δεδομένου ότι εκτιμάται ότι η εμπορική αυτή αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, δύναται να αποφέρει εκατέρωθεν ζημίες αλλά και οφέλη (οικονομικά και εμπορικά) σε τρίτους όπως η ΕΕ 724 (Bolt et al. 2019), στην περίπτωση που καλύψει πολιτικά και εμπορικά το κενό των άλλων δύο, κάτι που είναι αξιοσημείωτο εάν συνυπολογιστεί ο στόχος της αριστείας στην ΑΑ και την ΕΚΕ. Με αφετηρία αυτή την διακριτή προσέγγιση για την ΕΚΕ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Ένωση μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992-1993), εκτός του ότι υιοθετεί τον ορισμό για την ΑΑ, θέτει το ζήτημα της κοινωνικής ευθύνης των ευρωπαϊκών εταιρειών ειδικά σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα δια στόματος του Προέδρου της τότε Ευρωπαϊκής Επιτροπής J. Delors το 1993 (Commission 2001a). Τα σημαντικά πολιτικά βήματα τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη διασύνδεση της ΕΚΕ με την ΑΑ γίνονται από τη Στρατηγική για την ΑΑ το 2000, τη Πράσινη Βίβλο το 2001 και τη θέση της Επιτροπής το 2002, όπου οι εταιρείες χαρακτηρίζονται ως κοινωνικές μεταβλητές που επηρεάζουν τη στρατηγική για την ΑΑ μέσα από δράσεις ΕΚΕ. Στα πλαίσια της κατεύθυνσης αυτής και σε συνδυασμό με τους Στόχους της Χιλιετίας του ΟΗΕ (Millennium Development Goals), η φιλοδοξία της ΕΕ ήδη από το 2006 ήταν να καταστεί παγκόσμιος πόλος αριστείας σε ζητήματα ΕΚΕ και ΑΑ. Τη περίοδο αυτή είναι αξιοσημείωτο επίσης και το θεσμικό βήμα της Συνθήκης της Λισαβώνας αναφορικά με τη θεσμική εξέλιξη της ΕΕ, γεγονότα που από μόνα τους είναι θεμελιώδη για την πορεία της ΕΕ και την διαμόρφωση ενός κοινού πολιτικού βηματισμού ακόμα και σε νεωτερικά πεδία πολιτικής όπως αυτό της ΕΚΕ. Αυτό επηρεάστηκε αρνητικά από τη κρίση και τις αρνητικές της επιπτώσεις στην Ευρώπη, αλλά ωστόσο εμπλούτισε το πολιτικό αντικείμενο της ΕΚΕ μέσα από τη διασύνδεση της με πρωτοβουλίες όπως η Στρατηγική Ευρώπη 2020 (Commission 2010), η αναθεωρημένη Στρατηγική για την ΕΚΕ 2011-2014 (Commission 2011), αλλά και η πολιτική για την ενσωμάτωση των Στόχων Αειφόρου Ανάπτυξης 2030 (Commission 2016). Στο πλαίσιο αυτό, το συγκεκριμένο άρθρο διερευνά την εξέλιξη της πολιτικής διάστασης της ΕΚΕ στην ΕΕ όπως αυτή διαμορφώθηκε τον 21ο αιώνα, την διασύνδεση με την ΑΑ και τους Στόχους του 2030 αλλά και την εφαρμοσμένη διάσταση της πολιτικής για την ΕΚΕ σε ΕΕ και κ-μ, με αναφορά στα υποπεδία πολιτικής και τα αντίστοιχα πολιτικά εργαλεία που φαίνεται να χρησιμοποιούνται ως προς το στόχο της αριστείας στο συγκεκριμένο πεδίο πολιτικής από το 2006. Η πολιτική διάσταση της ΕΚΕ στην ΕΕ: σχεδιασμός και πολιτική Το 1993 ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής J. Delors αναφέρεται στη σημασία και τη κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων της ΕΕ στη καταπολέμηση του κοινωνικού ρατσισμού στη κοινωνία και κυρίως στους εργασιακούς χώρους. Η σύσταση, επίσης, του δικτύου επιχειρήσεων στην Ευρώπη το 1995 (CSR Europe) επιτάχυνε σημαντικά τις πρωτοβουλίες από τη βάση (grassroots movement), η οποία επιτάχυνε την Ευρωπαϊκή προσέγγιση για την ΕΚΕ μέσα από σημαντικές συνέργειες με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη Πράσινη Βίβλο (Commission 2001a). Η Πράσινη και Λευκή Βίβλος το 2001 (Commission 2001a) αναδεικνύει επί της ουσίας το ζήτημα της ΕΚΕ σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής, γεγονός που κατατάσσει την ΕΕ ως τη περιφερειακή Ένωση κρατών που καταλήγει σε ένα ενιαίο ορισμό για τα επίσημα πολιτικά της όργανα και κράτη μέλη, συμβατό με τους προγενέστερους διεθνείς κανόνες και συμφωνίες (π.χ. Global Compact, GRI, OECD Guidelines, ILO Tripartite Declaration) (Commission 2001a, EU Parliament 1998, ILO 2006, 2011, OECD 2011, Ward 2004). 725 Μετά τη Πράσινη Βίβλο το 2001 και τον πρώτο ορισμό για την ΕΚΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2002 μέσα από την αναφορά της “CSR: The business contribution to sustainable development, αναπτύσσει την ευρωπαϊκή διάσταση της ΕΚΕ σε επίπεδο πολιτικής στοχοθεσίας, η οποία συνδέεται με την AA και την αντίστοιχη στρατηγική του 2001 (Commission 2001b). Την ίδια δεκαετία, ωστόσο, το ζήτημα της συμβολής των επιχειρήσεων στην ΑΑ αποτελεί ένα δυναμικό πεδίο αλληλεπίδρασης των παραδοσιακών κοινωνικών μεταβλητών (πολιτική-κοινωνία) με αυτών της αγοράς (επιχειρήσεις). Η αλληλεπίδραση αυτή ανέδειξε σημαντικές αδυναμίες στο μοντέλο διακυβέρνησης συνολικά της ΕΕ, το οποίο χαρακτηρίζεται από ένα πλουραλισμό προσεγγίσεων στο ζήτημα των σχέσεων αγοράς-πολιτικής. Η πολυπλοκότητα αυτή αντικατοπτρίζεται στο μικρότερο πολιτικό εκτόπισμα της ΕΕ και την αδυναμία πολλές φορές χάραξης συνολικής πολιτικής, σε σχέση για παράδειγμα με ομοσπονδιακές δομές όπως αυτή των ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν εμποδίζει την σταδιακή είσοδο της ΕΚΕ στην κοινοτική πολιτική ατζέντα και τη διασύνδεση της με κοινωνικοοικονομικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Το 2006 η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυπώνει τη πολιτική της στοχοθεσία για την ΕΚΕ ότι δηλαδή φιλοδοξεί να αποτελέσει παγκόσμιο πόλο αριστείας της ΕΚΕ. Αυτό γίνεται με την διασύνδεση του όρου της ΕΚΕ με την ΑΑ που είδαμε παραπάνω, και ταυτόχρονα με ζητήματα διαφάνειας, εταιρικής διαφθοράς, εργατικών δικαιωμάτων και μηχανισμών ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής αγοράς και των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων (Commission 2006). Ο πόλος αριστείας για την ΕΚΕ αποτελεί ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο από το 2006 που αποτελεί ακόμα πιο σημαντικός εξαιτίας της διεθνής οικονομικής κρίσης του 2008 και τη θεσμικής κρίσης που έχει στην συνέχεια, παράλληλα με τις θεσμικές μεταβολές που επιφέρει η Συνθήκη της Λισαβόνας το 2009. Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος για το πόλο αριστείας για την ΕΚΕ έχει να αντιμετωπίσει μεταξύ άλλων την πρόκληση της χάραξης κοινής πολιτικής σε ένα μη παραδοσιακό πεδίο πολιτικής αλλά και των στόχων που επηρεάζουν διαφορετικά το ζήτημα της επιχειρηματικότητας και της οικονομικής μεγέθυνσης ανά κ-μ ή κλάδο ανάπτυξης. Ακόμα μία αδυναμία του φιλόδοξου αυτού στόχου αποτελούσε αφενός η κρίση και αφετέρου η απουσία ενός συγκεκριμένου πλαισίου εξέλιξης της στρατηγικής αυτής μέχρι το 2011, όταν και προσεγγίζεται εκ νέου τόσο ο ορισμός όσο και η πολιτική στρατηγική (Commission 2011:1-6). Η ανανέωση της στρατηγικής για την ΕΚΕ στην ΕΕ έλαβε χώρα στις 25 Οκτωβρίου του 2011, ένα ιδιαίτερο χρονικό σημείο για την ΕΕ και τη θεσμική της εξέλιξη πολιτικά. Η διεθνής οικονομική κρίση το 2008 έπληξε ισχυρά κράτη-μέλη και επηρέασε σημαντικά την διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης σε σειρά πολιτικών θεμάτων. Η συνέχεια της οικονομικής κρίσης επηρέασε μάλιστα σημαντικά την ισορροπία ισχύος της Ένωσης αλλά και την σταθερότητα της, αφού παλαιά κ-μ είχαν σημαντικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα να αντιμετωπίσουν (Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Πορτογαλία). Στο περιβάλλον αυτό ο διάλογος για την ΕΚΕ ανέδειξε στη πραγματικότητα σημαντικές λειτουργικές δυσκολίες αλλά και ένα νέο ορισμό: οι ευθύνες των επιχειρήσεων για τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία (Commission 2011: 6). Η προϋπόθεση για την ΕΚΕ σε μίκρο επίπεδο είναι οι επιχειρήσεις να σέβονται την νομοθεσία (οικονομικές υποχρεώσεις σε μετόχους, φόροι κ.τλ.), το περιβάλλον, τις συλλογικές αποφάσεις αναφορικά με τα εργασιακά- ανθρώπινα δικαιώματα και τους καταναλωτές. Ο ορισμός αυτός είναι μεταγενέστερος της Συνθήκης της Λισαβόνας, ενώ πρόκληση αποτελεί η ενσωμάτωση των θεσμικών μεταβολών που αυτή φέρνει και από την άλλη τη Στρατηγική 2020 που αποτελούσε και αποτελεί σε ένα βαθμό την πολιτική 726 στοχοθεσία της ΕΕ για την κοινωνία και τα κ-μ της για το 2020. Σημαντικό, επίσης, είναι να αναφερθεί ένα ίσως από τα πιο σημαντικά βήματα αναφορικά με τη πολιτική συνοχή και ακολουθίας των κ-μ στο πεδίο της ΕΚΕ και της ΑΑ όπως για παράδειγμα η Οδηγία για της μη Οικονομικές Αναφορές. Αυτή έγινε κατά το εξάμηνο της Ελληνική Προεδρίας το 2014 (συμβολική αναφορά), και στην ουσία αντανακλά το τέλος ενός μακρύ πολιτικού διαλόγου με σημαντικές διαφωνίες μεταξύ των κ-μ στο πεδίο αυτό της ΕΚΕ, όπως αναφέρει και ο R. Howitt (2014) στην εφημερίδα Guardian. Στη τελευταία μάλιστα υιοθέτηση της Οδηγίας της ΕΕ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις ετήσιες αναφορές το 2014 είναι σημαντικό να αναφερθεί η δήλωση του Επιτρόπου Michel Barnier που αναφέρει: Χαίρομαι που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την παρούσα Oδηγία, εκσυγχρονίζοντας τη γνωστοποίηση σχετικών και χρήσιμων μη οικονομικών αναφορών από μεγάλες εταιρείες. Οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές και η κοινωνία γενικότερα θα επωφεληθούν από τις διαδικασίες αυτές για την διαφάνεια. Οι νέοι κανόνες θα ισχύσουν μόνο για τις μεγάλες εταιρείες, δηλαδή εκείνες με περισσότερους από 500 υπαλλήλους (Commission 2014: 1). O R. Howitt ασχολούνταν ως Ευρωβουλευτής των Εργατικών από το Ηνωμένο Βασίλειο (κάτι που θα επηρεαστεί αρνητικά από το Brexit) με το ζήτημα της ΕΚΕ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η παρέμβαση του στο παραπάνω άρθρο υπογράμμιζε τη σημασία του ζητήματος αλλά και της δυσκολίας να φτάσει η ΕΕ σε αυτό το αποτέλεσμα. Η απόφαση αυτή για την Οδηγία για μη οικονομικές αναφορές εμπλουτίζει την προσέγγιση “CSR made in Europe”. Αυτό που ουσιαστικά λαμβάνει χώρα στις 15 Απριλίου του 2014 είναι η απόφαση για την εκπόνηση οδηγίας με τίτλο: “Αναβαθμίζοντας την Εταιρική Διακυβέρνηση: Οι ευρωπαϊκές μεγάλες εταιρείες θα πρέπει να γίνουν περισσότερο διαφανείς στο τρόπο λειτουργίας τους” (Commission 2014). Η ουσία, ωστόσο, στην νέα αυτή Οδηγία ήταν η λέξη transparent (διαφάνεια), η οποία αποτελεί κεντρική προσέγγιση στη νέα στρατηγική για την ΕΚΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση 2011-2014 και ουσιαστικά στόχο της Στρατηγικής Ευρώπη 2020. Η συμβολή των επιχειρήσεων στην ΑΑ από την Έκθεση της Επιτροπής το 2002, ουσιαστικά εμπλουτίζεται με τη Στρατηγική Ευρώπη 2020 στο πεδίο αντιμετώπισης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην εποχή της κρίσης το 2010. Πιο ειδικά η απόφαση αυτή αφορά τις ετήσιες μη οικονομικές αναφορές ενώ συνοψίζει μία επίπονη πορεία και πολιτική διαδικασία, με σημαντική διάρκεια, αφού ως πεδίο πολιτικής έχει προβληματίσει την Ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα ήδη από το 2001 στη Πράσινη Βίβλο για την ΕΚΕ. Ουσιαστικά η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, συμπληρώνει τις έμμεσε δημόσιες πολιτικές για την ΕΚΕ και την ΑΑ στην Ευρώπη και εντάσσεται στο πεδίο εκείνο της έκδοσης ετήσιων μη οικονομικών αναφορών, όπου συμπεριλαμβάνονται αναφορές περιβαλλοντικού και κοινωνικού αντικειμένου. Η διασύνδεση αυτή οδηγεί στη διαπίστωση ότι η ΕΚΕ εκτός από εργαλείο για την επιχειρησιακή βιωσιμότητα ή την ανάπτυξη εταιρικής στρατηγικής στη διαχείριση κινδύνων για τις επιχειρήσεις αποτελεί σήμερα ένα πολιτικό εργαλείο για την ΑΑ σε επίπεδο Ευρώπης, που συνδέεται και με τους ΣΑΑ 2030. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επί προεδρίας του Jean-Claude Juncker προετοίμασε, επίσης, το έδαφος για την ενσωμάτωση της ΕΚΕ και της Στρατηγικής για την ΑΑ στις πολιτικές της ΕΕ και έθεσε το πολιτικό πλαίσιο ενσωμάτωση των Στόχων ΑΑ (SDGs 2030) το 2016. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ουσία πρότεινε να αποκτήσει η ΕΕ ένα 727 αειφόρο προσανατολισμό ενισχύοντας τη σύνδεση μεταξύ της χρηματοδότησης και νομοθεσίας της ΕΕ, καθώς και μέσω ενός πιο φιλόδοξο στόχου όπως τη δαπάνη έως 25% για το κλίμα στον μελλοντικό προϋπολογισμό της ΕΕ. Προσφάτως, η «Επιτροπή Juncker» παρουσίασε ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό όραμα για μια ΕΕ ευημερούσα, σύγχρονη, ανταγωνιστική και κλιματικά «ουδέτερη» οικονομία μέχρι το 2050. Το όραμα αυτό ανοίγει το δρόμο για μια διαρθρωτική μεταστροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας, οδηγώντας την σε οικονομική μεγέθυνση και απασχόληση με όρους βιωσιμότητας (EC 2019). Το νέο πλαίσιο ευρωπαϊκής πολιτικής το 2016 για την ΑΑ που εντάσσεται και το πεδίο της ΕΚΕ, είναι η διασύνδεση με τους Στόχους για την ΑΑ του ΟΗΕ (Sustainable Development Goals). Η διασύνδεση αυτή έχει ως ορίζοντα εφαρμογής το 2030. Οι Στόχοι αυτοί είναι συνολικά 17 και αποτελούν για την ΕΕ και τα κ-μ της μια σημαντική πρόκληση. Η ΕΚΕ σε αρκετούς από αυτούς τους στόχους αποτελεί υποκατηγορία πολιτικής, ενώ η ανάπτυξη τους σε επίπεδο ΕΕ, κρατών και ενδιαφερομένων μερών αποτελεί το ζητούμενο (ενδεικτικά αναφέρονται οι στόχοι 8 “Decent Work and Economic Growth” και 17 “Partnership for the Goals”). Η ΕΕ από το 2016 έχει παρουσιάσει ένα πλαίσιο πολιτικής και υποδείξεις, τις οποίες τα κ-μ προτίθεται να συμπεριλάβουν στο αντίστοιχο εθνικό πλάνο (η Ελλάδα το δημοσίευσε τον Ιούλιο του 2018). Όσον αφορά το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής πολιτικής για την ΕΚΕ στο περιβάλλον των SDGs 2030 είναι σημαντικό να αναφερθεί τόσο η πιθανή διασύνδεση με ζητήματα επιχειρηματικής καινοτομίας (π.χ. κλιματικής αλλαγή, νέες τεχνολογίες), όσο και με εκείνα που θίγουν ζητήματα διακυβέρνησης και αφορούν τις συνέργιες δημοσίου ιδιωτικού τομέα στο πεδίο της ΕΚΕ και της ΑΑ γενικότερα (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Στόχος 17). Σε επίπεδο ΕΕ είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο σε εθελοντική βάση όσο και υπό την αιγίδα των δημόσιων αρχών, ένας συνεχόμενα αυξανόμενος αριθμός εταιρειών έχει καταστήσει την περιβαλλοντική και κοινωνική ευθύνη βασικό μέρος των εταιρικών αποστολών τους. Με βάση την Επιτροπή (2019) όλο και περισσότερες επιχειρήσεις θεωρούν τους SDGs ως αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής τους για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Παράλληλα, σε επίπεδο εταιρικής διακυβέρνησης και σχετικών κανονισμών, η ΕΕ ενίσχυσε τα δικαιώματα των μετόχων και των επενδυτών, βοηθώντας τους να κατανοήσουν τόσο τις οικονομικές όσο και τις μη χρηματοοικονομικές διαστάσεις των εταιρειών τους (π.χ. Οδηγία για μη οικονομικές αναφορές). Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υποπεδίου πολιτικής για την ΕΚΕ που θα αναφερθεί παρακάτω και αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που διακρίνονται για το πεδίο αυτό πολιτικής σε πράσινες, κοινωνικές και αειφόρες δημόσιες συμβάσεις (green, social, sustainable public procurement) (EC 2019, 2011). Ο σχεδιασμός πολιτικής στην ΕΕ και τα κ-μ: πεδία πολιτικής και εργαλεία για την ΕΚΕ Η παραπάνω αναφορά στην πολιτική εξέλιξη και ωρίμανση (στο βαθμό που ο όρος αυτός δύναται να χαρακτηριστεί δόκιμος) επηρεάζει την εφαρμοσμένη διάσταση της ΕΚΕ είτε σε επίπεδο πολιτικής στα κράτη (π.χ. χρήση πολιτικών εργαλείων) είτε στην κουλτούρα των επιχειρήσεων (π.χ. ετήσιες αναφορές ΕΚΕ). Η διασύνδεση με τις δομές διακυβέρνησης περιφερειακά εμπεριέχει αναπόφευκτα τις θεσμικές 728 επιδράσεις, παραδόσεις και τάσεις ως προς το ρόλο του κράτους και των ενδιαφερομένων μερών κατά την ανάλυση συμφερόντων στο σχεδιασμό πολιτικής. Όσον αφορά την πολιτική διάσταση της ΕΚΕ αυτό φαίνεται να αποτυπώνεται και στο σχεδιασμό πολιτικής. Η περίπτωση για παράδειγμα της ευρωπαϊκής διάστασης για την ΕΚΕ (CSR made in Europe) που εντοπίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί μία διακριτή προσέγγιση της ΕΚΕ παγκοσμίως για την οποία υπάρχουν ήδη δύο ορισμοί (το 2001 και το 2011 αντιστοίχως), στρατηγική και επιμέρους δράσεις και οδηγίες. Όσον αφορά την σχετική ανάλυση στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής για την ΕΚΕ σε επίπεδο ΕΕ και κ-μ έχει πολύ ενδιαφέρον ότι η αρμόδια Επιτροπή της ΕΕ καταγράφει τις εθνικές δημόσιες πολιτικές για την ΕΚΕ σε επίπεδο κ-μ ήδη από το 2007, με διαδοχικές εκθέσεις το 2011 και το 2014 αντίστοιχα (EC 2007, 2011, 2014). Σε αυτές τις εκθέσεις αναφέρονται οι κατηγορίες πολιτικής και τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται. Όσον αφορά τις κατηγορίες πολιτικής αυτές διακρίνονται εν συντομία σε: εθνικά στρατηγικά σχέδια, κοινωνικά υπεύθυνες εφοδιαστικές αλυσίδες, δημόσιες συμβάσεις (green, social, sustainable development), μη οικονομικές αναφορές, κλιματική αλλαγή, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις, εκπαίδευση και κατάρτιση. Όσον αφορά την τυπολογία των πολιτικών εργαλείων που διαπιστώνονται με βάση την Έκθεση το 2011 αυτά ταξινομούνται σε κανονιστικά (νομοθεσία, κανονισμοί), σε οικονομικά (οικονομικά κίνητρα, ανταποδοτικά οφέλη), σε ενημερωτικά, σε συνέργιες και σε υβριδικά (αυτά συνήθως αποτελούν ένα συνδυασμό εργαλείων). Σε κάποιο βαθμό παρόμοια τυπολογία στα πολιτικά εργαλεία διαπιστώνεται και σε αντίστοιχη Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2002 (Fox et a.l 2002), με εξαίρεση τα υβριδικά. Τα τελευταία εντοπίζονται στις Εκθέσεις της ΕΕ και σε μέρος της βιβλιογραφίας για το σχεδιασμό και την εφαρμογή δημόσιας πολιτικής ΕΚΕ στην Ευρώπη όπως σε αυτή του Steurer (2010). Επιπρόσθετα στην βιβλιογραφία διαπιστώνονται μελέτες και έρευνες που καταδεικνύουν τις πολιτικές διαφορές μεταξύ των κ-μ της ΕΕ στην ΕΚΕ όπως άλλωστε ισχύει σε επιμέρους πεδία πολιτικής είτε σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό (αυτό ίσως εξαρτάται και από το χρόνο ένταξης ενός κ-μ στην ΕΕ και τον εναρμονισμό του με την αντίστοιχε θεσμική και πολιτική παράδοση). Σημαντική, επίσης, διαπίστωση είναι ότι γενικά στην ΕΕ παρά τον κοινό ορισμό και το κοινό πλαίσιο πολιτικής στα πεδία της ΑΑ και της ΕΚΕ, διαφοροποιήσεις υπάρχουν τόσο στα πεδία άσκησης πολιτικής όσο κατά κύριο λόγω στα εργαλεία που τελικά αυτή υλοποιείται σε επίπεδο κ-μ. Για παράδειγμα τα κοινωνικά μοντέλα (με βάση τη τυπολογία Espring-Andersen 1990 και ανάλογη περιγραφή του Sapir το 2004) στην Ευρώπη και τα κ-μ της ΕΕ φαίνεται να επηρεάζουν τις πολιτικές εφαρμογές της ΕΚΕ και τις αντίστοιχες θεματικές σε επίπεδο ΑΑ. Σε ακαδημαϊκό και ερευνητικό επίπεδο είναι πολύ σημαντική η σχετική τυπολογία δημόσιας πολιτικής για την ΕΚΕ που έχει αναπτυχθεί με βάση την βιβλιογραφική έρευνα (Albareda 2007, 2009), διότι συμβάλει σημαντικά στην συζήτηση και την περαιτέρω έρευνα στο πεδίο της συγκριτικής ανάλυσης δημόσιας πολιτικής EKE και διακυβέρνησης. Συγκεκριμένα, τα μοντέλα πολιτικής για την ΕΚΕ έχουν σε ένα βαθμό συνάφεια με τα κοινωνικά μοντέλα γεωγραφικά και διακρίνονται ως εξής: Partnership model (Δανία, Φιλανδία, Σουηδία, Κάτω Χώρες), Business in the Community model (Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία), Sustainability and Citizenship Model (Βέλγιο, Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο), το Agora Model (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα). Σε επίπεδο, επίσης, βιβλιογραφίας διαπιστώνεται ότι για τα νεότερα κ-μ από το 2004 και μετά 729 χρησιμοποιείται ο όρος New Europe model (Letica 2010), όπου τα περισσότερα κράτη είναι της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η μοναδική διαφοροποίηση είναι η Κύπρος και η Μάλτα, ενώ οι επιμέρους διαφορές ταξινομούνται σε υποκατηγορίες με γεωγραφικά χαρακτηριστικά: “Νew Central European model (Τσεχία, Σλοβακία, Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβενία, Κροατία), Baltic model (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) και Western Balkan model (Ρουμανία, Βουλγαρία και τα λοιπά υπό ένταξη κράτη). Σε επίπεδο κρατών μελών η ανάλυση αυτή γίνεται ενδιαφέρουσα δεδομένου ότι διακρίνονται στη βιβλιογραφία διαφορετικές προσεγγίσεις για την ΕΚΕ σε εφαρμοσμένο πεδίο πολιτικής ανά δομή διακυβέρνησης, κυβέρνησης, κοινωνικών μοντέλων ή θεσμών, οι οποίες αναδεικνύουν μοντέλα δημόσιας πολιτικής ΕΚΕ στην Ευρώπη (Kang & Moon 2012; Albareda et al. 2007, 2009, Aaronson & Reeves, 2002). Επιπρόσθετα, η αλληλεπίδραση ΕΚΕ και διακυβέρνησης όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αναδεικνύει επιμέρους διαφοροποιήσεις στις περιφερειακές προσεγγίσεις (π.χ. AngloSaxon, Continental, κ.ά.), τη χρήση των πολιτικών εργαλείων (Legal, Hybrid, κ.ά.), τις δημόσιες πολιτικές και την εξέλιξη τους όπως περιγράφονται για παράδειγμα στις σχετικές Εκθέσεις της Επιτροπής (EC 2007, 2011, 2014, Steurer 2010). Το σημαντικό στοιχείο, τέλος, στην αλληλεπίδραση αυτή είναι ότι παρά το πλουραλισμό στην Ευρώπη, η συμφωνία σε ένα ευρωπαϊκό ορισμό για την ΕΚΕ το 2001 και το 2011 είναι τελικά εφικτή, όπως και η μετουσίωση του σε στρατηγική, πολιτικές και οδηγίες. Το στοιχείο της σύνθεσης είναι τελικά κάτι που χαρακτηρίζει την αλληλεπίδραση ΕΚΕ και διακυβέρνησης στην ΕΕ, κάτι που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή ενοποίηση διαχρονικά παρά τις εξελικτικές της δυσκολίες ως προς την ολοκλήρωση της κάθε φορά σε επιμέρους πεδία πολιτικής (Taylor 2010). Επίλογος Η ανάπτυξη δημοσίων πολιτικών και στρατηγικών για την ΕΚΕ στην ΕΕ και τα κ-μ μετά και το 2001 στο ζήτημα της ΕΚΕ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα δυναμική διεθνώς, κάτι που είναι αρκετά κοντά στον στόχο του 2006 και την γενικότερη αντίληψη για αριστεία στο συγκεκριμένο πεδίο πολιτικής. Η στρατηγική διασύνδεση της ΕΚΕ με την δυναμική εξέλιξη των ζητημάτων της ΑΑ ειδικά με ορίζοντα το 2030 και με τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού μοντέλου σε επιχειρηματικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο αποτελούν για την ΕΕ τη μεγαλύτερη πρόκληση στην μετά κρίση εποχή. Ο συγκερασμός αυτών των δύο βασικών ζητημάτων έρχεται σε μεγάλο βαθμό να προσδιορίσει την ευρωπαϊκή προσέγγιση για την ΕΚΕ, αφού στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης οι Κυβερνήσεις των κ-μ σε επίπεδο ΕΕ αναζητούν ένα μοντέλου προσδιορισμού του ρόλου των επιχειρήσεων (Fox et al. 2002, Sherer et al. 2006, 2008, Scherer & Palazzo 2009, Zadek 2007) και ειδικά εκείνων που ως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου έχουν έδρα κ-μ της ΕΕ. Αυτό, άλλωστε αποτελούσε μια βασική φιλοδοξία και για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2013), ώστε οι εταιρείες από την ΕΕ να αποτελούν το παράδειγμα όχι μόνο σε επίπεδο ανταγωνισμού όσο και σε εκείνων των κοινωνικών ζητημάτων (π.χ. εργασιακά κριτήρια) και του περιβάλλοντος (π.χ. περιβαλλοντικές αναφορές). Ένα πολύ σημαντικό θέμα, επίσης, αφορά τον προβληματισμό για το εννοιολογικό περιεχόμενο και την έκταση της έννοιας της ΕΚΕ από το επίπεδο της φιλανθρωπικής δραστηριότητας έως εκείνο της διαμόρφωσης κανονισμού για τις μη οικονομικές αναφορές και την εταιρική διακυβέρνηση το 2014 στην ΕΕ. Η διαφορά 730 των ορισμών για την ΕΚΕ σε διεθνές επίπεδο αναδεικνύει διαφορετικές εφαρμογές τόσο σε επίπεδο επιχειρηματικές πρακτικής όσο και των πολιτικών είτε από τα κράτη που προέρχονται είτε από τους διεθνείς οργανισμούς (Taliouris 2014, 2018, 2019, EESC 2012). Σε επίπεδο ΕΕ φαίνεται πολλές φορές ότι η διαφορετικότητα των καπιταλιστικών συστημάτων και των δομών διακυβέρνησης επηρεάζουν αντίστοιχα την λειτουργία των επιχειρήσεων, τη κοινωνική αντίληψη για τη λειτουργία τους και την ανταπόκριση τους στα ζητήματα αυτά μέσα στο πλαίσιο της ΕΚΕ. Ο ρόλος του κράτους, όπως στις περισσότερες περιπτώσεις κ-μ έχει το δικό του συντονιστικό ρόλο παραδοσιακά στην ΕΕ χωρίς να χαρακτηρίζεται από την έντονη καχυποψία σε ζητήματα συνεργιών όπως αυτό της ΕΚΕ (Impact 2012, Midtun 2008), ειδικά μετά τον 21ο αιώνα. Η συγκριτική ανάλυση των δημοσίων πολιτικών για την ΕΚΕ στην ΕΕ είναι ενδιαφέρουσα γιατί πραγματεύεται τα χαρακτηριστικά της συγκριτικής ανάλυσης των καπιταλιστικών συστημάτων και της εταιρικής διακυβέρνησης. Συνοψίζοντας, θα μπορούσε να διαπιστωθεί με βάση τόσο το σχετικό διάγραμμά της Επιτροπής (EC 2011) για τις δημόσιες πολιτικές ΕΚΕ στην ΕΕ όσο και με την βιβλιογραφία ότι η βασική διάκριση των δύο μορφών ΕΚΕ στην ΕΕ βασίζεται είτε στην έμμεση ΕΚΕ (implicit CSR) είτε στην άμεση ΕΚΕ (explicit CSR) (Matten and Moon 2008, EC 2011). Η έμμεση διάσταση της ΕΚΕ στην ουσία σε επίπεδο πολιτικής ενσωματώνονταν σε πεδία πολιτικής όπως αυτά του περιβάλλοντος ή της κοινωνικής πρόνοιας, μέσα από την ορθή στάση των επιχειρήσεων ως προς τη νομοθεσία ή την ανάπτυξη μνημονίων συνεργασίας και προαιρετικών σημάτων ποιότητας σε θεματικά πεδία (π.χ. εγκατάσταση συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης EMAS ή ISO στα ξενοδοχεία ή τις βιομηχανίες, Work Life Balance, Ισότητα στον χώρο της εργασίας όσον αφορά την βαθμολογική και διοικητική εξέλιξη των γυναικών, κ.ά.). Η explicit διάσταση ειδικά μετά τον 21ο αιώνα εντοπίζεται σε μεγαλύτερη συχνότητα σε κράτη της ΕΕ με ιδιαιτέρως ανταγωνιστικές οικονομίες και επιχειρηματικούς κλάδους όπως για παράδειγμα οι Σκαδιναβικές, η Ισπανία και η Ιταλία από Μεσογειακές, οι Κάτω Χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο (μέχρι και το Brexit ειδικά, δεδομένου ότι ως κ-μ είχε σημαντική εμπειρία σε επίπεδο πολιτικών ΕΚΕ και είχε ορίσει και θεματικό Υπουργό το 1999), κ.ά. (Taliouris 2018, Caroll & Bucholtz 1999, Hopkins 2004). Γενικά η explicit διάσταση της ΕΚΕ γίνεται κατανοητή σε επίπεδο επιχειρήσεων όταν αυτές επιδεικνύουν μια δυναμική επικοινωνιακή δράση αναφορικά με τις πιστοποιήσεις ΕΚΕ (GRI, Global Compact, ISO 26000) στις εφοδιαστικές τους αλυσίδες διεθνώς, τις ετήσιες αναφορές τους και τη σωστή χρήση της ορολογίας με στόχο τη καλή φήμη στην διεθνή ή τοπική αγορά και τους κοινωνικούς εταίρους. Σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής μέσα από τις σχετικές Εκθέσεις της Επιτροπής και τον πολιτικό βηματισμό της ΕΕ σε επίπεδο ΕΚΕ και ΑΑ φαίνεται να αποκτά χαρακτηριστικά άμεσης ΕΚΕ (explicit CSR), ακόμα και στην Ελλάδα (Εθνική Στρατηγική 2014-προσχέδιο και 2017 τελικό σχέδιο στρατηγικής). Εν κατακλείδι, τα παραπάνω θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στο στόχο της αριστείας τόσο του 2006 για το πεδίο της ΕΚΕ ειδικά και γενικά της ΑΑ, ειδικά μετά και την συσχέτιση της με τους Στόχους για το 2030 και την εμπλοκή τόσο των επιχειρήσεων σε αυτή τη πολιτική όσο και των κ-μ της με εθνικές εκθέσεις, προσδιορισμένους δείκτες (π.χ. Στόχος 17) και τα βήματα προόδου μέχρι τότε. 731 Βιβλιογραφία Albareda, L., Lozano, M.J, Tencati, A., Perrini, F. & Midttun, A. (2009), “The Role of Government in Corporate Social Responsibility”, Ethical Prospects, Part 2, 103-149. Albareda, L., Lozano, M.J. & Ysa, T. (2007), “Public Policies on Corporate Social Responsibility: The Role of Governments in Europe”, Journal of Business Ethics, 74: 391-407. Bolt, W., Mavromatis, K. & van Wijnbergen, S. (2019), “The Gobal Macroeconomics of a Trade War: The EAGLE model on the US-China trade conflict”, CEPR Discussion Paper no. 13495. Carroll, A. & Buchholtz, A. (2000), Business and Society: Ethics and stakeholder management, 4th edition, South-western. Commission of the European Communities (2001a), “Green Paper: Promoting a European framework for corporate social responsibility”, Brussels. Commission of the European Communities (2001b), “A Sustainable Europe for a Better World: A European Union Strategy for Sustainable Development”, Brussels. Commission of the European Communities (2002), “Corporate Social Responsibility: A business contribution to Sustainable Development”, Brussels. Commission of the European Communities (2006), “Implementing the Partnership for Growth and Jobs: Making Europe a pole of excellence in Corporate Social Responsibility”, Communication from the Commission, Brussels. Commission of the European Communities (2010), Europe 2020: A strategy for smart, sustainable and inclusive growth, Brussels. Commission of the European Communities (2011), “A Renewed EU Strategy 2011-14 for Corporate Social Responsibility”, Brussels. Commission of the European Communities (2014), “Improving Corporate Governance: Europe’s largest companies will have to be more transparent about how they operate”, Statement, Press release data base”, Brussels. Espring-Andersen, G. (1990), The Three Worlds of Welfare Capitalism, Princeton, Princeton University Press. European Commission (2007), “Corporate Social Responsibility National Public Policies in the European Union”, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Equal Opportunities, Luxemburg. European Commission (2011), “Corporate Social Responsibility National Public Policies in the European Union”, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Inclusion, Luxemburg. European Commission (2014), “Corporate Social Responsibility National Public Policies in the European Union”, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Inclusion, Luxemburg. European Commission (2019), “Reflection paper Towards a Sustainbale Europe by 2030”, Brussels. European Economic and Social Committee (2012), “Opinion of the European Economic and Social Committee on the Communication from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions - A renewed EU strategy 2011-14 for Corporate Social Responsibility COM(2011) 681 final”, Brussels, 24 May 2012. European Union Parliament (1998), “Report: EU Standards for European Enterprises Operating in Developing Countries: Towards a European Code of Conduct, Committee on Development and Cooperation”, Brussels. European Union Parliament (2013), “Report on Corporate Social Responsibility: Promoting society’s interests and a route to sustainable and inclusive recovery”, A7-0023/2013, Brussels. Fox, T., Ward, H. & Howard, B. (2002), “Public Sector Roles in Strengthening Corporate Social Responsibility: A baseline study”, Corporate Social Responsibility Practice Private Sector Advisory Services Department, Washington, The World Bank. 732 Howitt, R. (2014), “The EU Law on Non-financial Reporting - How we got there”, The Guardian, http://www.theguardian.com/sustainable-business/eu-non-financial-reporting-how- richard-howitt Impact (2012), “Analysis of National and EU Policies Supporting CSR and Impact, IMPACT, Working Paper No. 2”. International Labour Organization (2006), “Tripartite Declaration of Principles Concerning Multinational Enterprises and Social Policy”, Geneva, ILO. International Labour Organization (2011), “Report of the Committee of Experts on the Application of Conventions and Recommendations”, Geneva, ILO. Letica, B. (2010), “Three Corporate Social Responsibility (CSR) Models in New European Union Member States and Candidate Countries”, International Relations Quarterly, 1 (3). Matten, D. & Moon, J. (2008), “Implicit and Explicit CSR: A conceptual framework for a comparative understanding of corporate social responsibility”, Academy of Management Review, 33 (2). Midttun, A. (2008), "Global Governance and the Interface with Business: New institutions, processes and partnerships. Partnered governance: Aligning corporate responsibility and public policy in the global economy”, Corporate Governance, 8 (4): 406-418. Moon, J. et al. (n.d.), “Analysis of the National and EU Policies Supporting Corporate Social Responsibility and Impact”, IMPACT, Seventh Framework Programme, European Commission, http://crnavigator.com/materialy/bazadok/235.pdf OECD (2011), “Chapter 7: Promoting Responsible Business Conduct”, Policy Framework for Investment User's toolkit, Paris. Sapir, A. (2005), “Globalization & the Reform of European Social Models”, Bruegel Policy Brief, Brussels. Schere, A. G., Palazzo, G. & Baumann, D. (2006), “Global Rules and Private Actors. Towards a New Role of the TNC in the Global Governance”, Business Ethics Quarterly, 16. Scherer, A. G. & Palazzo, G. (2008), “Globalization and Corporate Social Responsibility”, σε A. Crane, et alt. (επιμ.), Oxford Handbook of Corporate Social Responsibility, Oxford, Oxford University Press, σσ. 413-431. Scherer, A., Palazzo, G. & Matten, D. (2009), “The Business Firm as a Political Actor: A new theory of the firm for a globalized world”, Business Society, 48: 577-. Steurer, R. (2010), “The Role of Governments in Corporate Social Responsibility: Characterizing public policies on CSR in Europe”, Policy Sciences, 43 (1): 49-72. Taliouris, E. (2014), “Governance, Administration of Organizations and Businesses, and Public Policy for Corporate Social Responsibility”, PhD thesis, Dept. of Political Science, University of Crete. Taliouris, E. (2018), “European Policy for Corporate Social Responsibility: Governance context, linkage with sustainable development and crisis as a policy factor”, European Quarterly of Political Attitudes and Mentalities, 7 (1): 32-47. Taliouris, E. (2019), “Policy Making for Corporate Social Responsibility and Responsible Entrepreneurship in Greece: EU policy framework, governance context and business sector as aspects in sustainable development process”, European Quarterly of Political Attitudes and Mentalities, 8 (3): 15-25. Taylor, P. (2010), Το Αβέβαιο Μέλλον της Ευρωπαϊκές Ολοκλήρωσης, μετφ. Ξ. Α. Γιαταγάνας, επιμ.: Ν. Μαραβέγιας, εκδόσεις Κριτική. Thomas, C. (2004), “Poverty, Development and Ηunger”, σε J. Baylis & S. Smith (επιμ.), The Globalization of World Politics: An introduction to international relations, Oxford, Oxford University Press. Ward, H. (2004), “The OECD Guidelines for Multinational Enterprises and Non Adhering Countries. Opportunities and challenges of engagement”, OECD Global Forum on International Investment: Investment for Development – Forging New Partnerships. International Institute for Environment and Development (IIED). World Commission on Environment and Development (1987), “Our Common Future”, United Nations. 733 Zadek, S. (2007), The Civil Corporation, Earth Scan Publications. 734 Κράτος, Δημόσια Πολιτική και Παγκόσμια Διακυβέρνηση: Η Αειφόρος Ανάπτυξη, οι Μη Κρατικοί Δρώντες και η Κοινωνική Ευθύνη των Οργανισμών Ευάγγελος Ταλιούρης1 Περίληψη Σημαντικά ζητήματα όπως αυτό της κλιματικής αλλαγής, της αντιμετώπισης της φτώχειας ή της απασχόλησης απασχολούν τα σύγχρονα κράτη στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης του 21ου αιώνα. Τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί διαμορφώνουν ένα πλαίσιο παγκόσμιας διακυβέρνησης μαζί με μη κρατικούς δρώντες όπως οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Το κράτος στο σύνθετο αυτό πλαίσιο δεν χαρακτηρίζεται πλέον από τα παραδοσιακά πολιτικά εργαλεία και πεδία του 20ου αιώνα, ειδικά σε εκείνα που σχετίζονται με την αειφόρο ανάπτυξη (ΑΑ). Η τελευταία ήδη από τον ορισμό της το 1987 αποτελεί μια πλατφόρμα δράσης που στην αυγή του 21ου αιώνα εξειδικεύτηκε σε δείκτες μέσα από τους στόχους της χιλιετίας (Millennium Development Goals) και σήμερα με τους “Sustainable Development Goals” 2030. Στο πλαίσιο αυτό τα κράτη αναπτύσσουν ένα στρατηγικό σχέδιο που αναφέρεται στους στόχους αυτούς τοπικά και περιφερειακά. Αυτό έχει άμεση επίπτωση στο σχεδιασμό πολιτικής διότι στο περιβάλλον αυτό, μη κρατικοί δρώντες έχουν σημασία και ρόλο ως δρώντες. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ως πρακτική πεδίο εφαρμοσμένης πολιτικής συνδέεται με την ΑΑ και τους στόχους για το 2030 διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο συνεργειών μεταξύ κρατών, διεθνών οργανισμών και μη κρατικών δρώντων, κάτι που αποτελεί μια σημαντική πρόκληση με θεσμικές προεκτάσεις. Λέξεις-κλειδιά: Διακυβέρνηση, Δημόσια Πολιτική, Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, Αειφόρος Ανάπτυξη Εισαγωγή Η κοινωνική ευθύνη των εταιριών και γενικά των οργανισμών απασχολούσαν τις κοινωνίες, τα καπιταλιστικά συστήματα και τους κοινωνικούς μελετητές (φιλοσοφία, διοίκηση, πολιτική επιστήμη) ήδη από τον 18ο και 19ο αιώνα. Ειδικά κατά την βιομηχανική επανάσταση και το 19ο αιώνα, οι επιχειρήσεις έθεσαν σε εφαρμογή «γενναιόδωρες αγαθοεργίες» και εταιρικές πολιτικές κοινωνικής ευθύνης με στόχο την ποιότητα ζωής (well being) και την ευτυχία (happiness) των εργαζόμενων για την αύξηση της παραγωγικότητα τους (1837-1901) (Βαξεβανίδου 2009). Αυτό συμπίπτει χρονικά με τις πρώτες δράσεις οργάνωσης του εργατικού κινήματος και σε κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο αυτό συνδέεται και με την σταδιακή εξέλιξη του στο Εργατικό Κόμμα. Γενικά, ωστόσο, η ηθική των επιχειρήσεων (Business Ethics) ως μεταβλητή στο επιχειρείν και γενικότερα στους κανόνες δεοντολογίας της διοίκησης τόσο σε μάκρο επίπεδο (π.χ. κράτος) όσο και 1Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης. E-mail:
[email protected]735 σε μίκρο επίπεδο (π.χ. επιχειρήσεις, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις) δεν είναι κάτι καινούργιο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, περίπτωση των Quakers όπως και οι περιπτώσεις κάποιων εκκλησιών έθεσαν ζητήματα χριστιανικής ηθικής και την επίδραση της στην επιχειρηματική δραστηριότητα σε επίπεδο διεύθυνσης και ιδιοκτησίας (Carroll & Buchholtz 2000, Carroll 2008). Οι εκκλησίες για παράδειγμα δεν αγόραζαν μερίδια σε επιχειρήσεις που εμπορεύονταν τσιγάρα, κρασί ή τυχερά παίγνια στα πλαίσια κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων ή φιλανθρωπίας. Τα παραπάνω φαίνεται να έθεσαν τα θεμέλια στη σχέση επιχειρηματικότητας και κοινωνικής ευθύνης στο πλαίσιο της ΕΚΕ. Αυτό, ωστόσο, σε επίπεδο κοινωνικής ευθύνης των οργανισμών φαίνεται εισαγωγικά να επηρεάζει μονάχα το ρόλο των εταιρειών γενικά και λιγότερο του κράτους, διότι σε επίπεδο κανονιστικό και δημόσιας πολιτικής δεν είχαν ακόμα κατοχυρωθεί βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας και πόσο μάλλον δημόσιες πολιτικές για την ΕΚΕ όπως γίνεται μεταγενέστερα στον 20ο και 21ο αιώνα. Οι επιχειρήσεις ως οργανισμοί οικονομικής ανάπτυξης, εξέλιξης και εξουσίας εμφανίστηκαν ουσιαστικά με την εμφάνιση του καπιταλιστικού συστήματος, την οικονομία της αγοράς και την εμφάνιση της βιομηχανικής επανάστασης. Ο θεσμός των επιχειρήσεων στις αρχές του 19ου αιώνα έκανε την εμφάνιση του με τα σύγχρονα χαρακτηριστικά και ουσιαστικά συστηματοποίησε τις μεθόδους παραγωγής, κατανάλωσης και οικονομικής ανάπτυξης στον δυτικό κόσμο (Carroll & Bouchholtz 2000, Carroll 2008). Η βιομηχανική επανάσταση αποτέλεσε την απαρχή μιας περισσότερο οργανωμένης προσέγγισης αναφορικά με το καπιταλισμό που υπήρξε η αφετηρία για την οικονομίας της αγοράς και της ορθόδοξης-κλασσικής οικονομικής ανάπτυξης μέχρι και τις μέρες μας. Οι επιχειρήσεις θεωρούνται σημαντικές μεταβλητές της ανάπτυξης αλλά και φορείς της πολιτικής κουλτούρας στις διεθνείς αγορές. Το σημαντικό, ωστόσο, στην εξέλιξη αυτή είναι και ο προβληματισμός για την κοινωνική τους ευθύνη από την επιχειρηματική δραστηριότητα. Δεδομένου ότι η έννοια της ΕΚΕ σχετίζεται με το θεσμό της επιχείρησης, είναι λογικό να συνδέεται η εννοιολογική της αφετηρία και εξέλιξη με αυτή. Διαχρονικά η αναζήτηση και ο προβληματισμός για την υπεύθυνη επιχειρηματικότητα και ειδικά για την ΕΚΕ στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού συστήματος, συνδέει την οικονομική μεγέθυνση της επιχείρησης με το θεσμικό πλαίσιο, την υπακοή στους νόμους, τους διεθνείς κανονισμούς, τη περιβαλλοντική αειφορία και τις κοινωνικές νόρμες (π.χ. πολιτισμός) (Commission 2011, EC 2011). Η ολοκληρωμένη προσέγγιση αναφορικά με την οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη, το θεσμό των επιχειρήσεων, τους εργαζομένους και το σύγχρονο κράτος είναι ζητούμενα που συνθέτουν το σύγχρονο εννοιολογικό προσδιορισμό της ΕΚΕ. Το αποτέλεσμα της συζήτησης αυτής είναι σημαντικό για να εξετάσουμε παρακάτω τις προσεγγίσεις της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, αφού η διαχρονική αλληλεπίδραση των επιχειρήσεων με τις δομές του σύγχρονου κράτους, των εργαζομένων (ενώσεις, συνδικάτα) και το περιβάλλον (πρώτη ύλη) συνθέτουν ένα πολύ δυναμικό κοινωνικοοικονομικό παζλ. Σε ότι αφορά τη διασύνδεση της με την Αειφόρο Ανάπτυξη, αυτή γίνεται με τον πιο επίσημο τρόπο στην Brundtland Report (1987) και τον ορισμό της ΑΑ, που θέτει μια εναλλακτική προσέγγιση για την έννοια της ανάπτυξης που επηρέασε μελλοντικά τόσο το διάλογο όσο και το σχεδιασμό πολιτικής για παράδειγμα διεθνώς. Συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 3 γίνεται αναφορά στην ανάγκη της υπευθυνότητας των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών σε περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, κάτι που αποτελεί τη βάση διαλόγου και συζητήσεις όχι μονάχα στον Οργανισμό Ηνωμένων 736 Εθνών αλλά και σε άλλες πολιτικές και πλαίσια που έθεσαν στην συνέχεια ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ), κ.τλ. Τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα σύνθετο πεδίο συζήτησης σε διεθνές επίπεδο για την εποχή και την εξέλιξη της έννοιας «κοινωνική ευθύνη» των εταιρειών και των οργανισμών, διότι στην ουσία η συγκριτική πολιτική ανάλυση των συμφερόντων δεν περιοριζόταν αμιγώς στα εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων μερών αλλά και σε εκείνα που ρυθμίζουν και το ρόλο των επιχειρήσεων στο διεθνές περιβάλλον. Σημαντικό, επίσης, είναι ότι η συζήτηση αυτή λαμβάνει χώρα κατά τη μετάβαση από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σε ένα νέο διεθνές σκηνικό, με αρκετά κράτη και οικονομίες σε μετάβαση. Όσον αφορά τον εννοιολογικό πλαίσιο της ΕΚΕ είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί ότι δεν είναι μια έννοια απόλυτη και ευκόλως κατανοητή γιατί υπάρχουν πολλοί ορισμοί με κοινά σημεία σε διεθνές επίπεδο, οι οποίοι αναδεικνύουν τη συνθετότητα της έννοιας (Dalsrud 2008). Η απλή και μόνο αναφορά στον όρο της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης χωρίς την σαφή οριοθέτηση του περιεχομένου της και του αντικειμένου που καλείται να απαντήσει στην εφαρμοσμένη διάσταση στο περιβάλλον της αγοράς, της πολιτικής και της κοινωνίας, θα είναι απλώς και μόνο μια απλοϊκή προσπάθεια ερμηνείας, που συνήθως δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Αυτός ο κίνδυνος γίνεται κατανοητός ειδικά στην διαδικασία της σύνθεσης και της ανάλυσης δημόσιων πολιτικών που αφορούν την διάδοση και την εξέλιξη της, όχι μόνο μέσα από τις πολυεθνικές αλλά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι προσεγγίσεις, όπως θα δούμε και παρακάτω αφορούν τόσο το επιχειρηματικό περιβάλλον (business case) όσο και αυτό του ρόλου του κράτους ή των ενδιαφερομένων μερών (Hopkins 2003, Carroll 2008). Όσον αφορά τις διαστάσεις της ΕΚΕ, ξεκινώντας την εννοιολογική αυτή περιήγηση είναι χρήσιμη η αναφορά στην Πυραμίδα της ΕΚΕ του Archie Carroll (1979, 1991) και τις διαστάσεις της, όπου τις διακρίνει σε οικονομικές, νομικές, ηθικές, φιλανθρωπικές και απαντούν σε κοινωνικές νόρμες αναφορικά με τον άνθρωπο, το περιβάλλον και την οικονομική βιωσιμότητα. Αυτό που σκοπεύει η παρακάτω θεωρητική αναζήτηση είναι να καταδείξει την σύνθετη εξέλιξη του όρου της ΕΚΕ και τον παραλληλισμό της σε κάποια σημεία με την προσέγγιση της αειφόρου ανάπτυξης. Η έλλειψη τέλος ενός ενιαίου θεσμικού πλαισίου παγκοσμίως στην εφαρμογή, έλεγχο και διασύνδεση της ΕΚΕ με οικονομικά και κοινωνικά οφέλη είναι μια αδυναμία, που καταδεικνύει και άλλους ρόλους στο ζήτημα αυτό εκτός των επιχειρήσεων, όπως του κράτους και των διεθνών οργανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, το συγκεκριμένο άρθρο μέσα από τη μεθοδολογία της ποιοτικής έρευνας (βιβλιογραφική ανασκόπηση, αρχειακή έρευνα, συγκριτική πολιτική ανάλυση) διερευνά την εξέλιξη της έννοιας Κοινωνική Ευθύνη των Εταιρειών και των Οργανισμών, το ρόλο των μη κρατικών δρώντων και συγκεκριμένα των επιχειρήσεων στην παγκόσμια διακυβέρνηση, και τις συνέργιες με τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς σε πεδία πολιτικής όπως αυτά της Αειφόρου Ανάπτυξης και ειδικά τη στοχοθεσία μέχρι το 2030. Η κοινωνική ευθύνη των εταιρειών και των οργανισμών: η έννοια, η πρακτική, η πολιτική Τη δεκαετία του ΄50 η εννοιολογική εξέλιξη της ΕΚΕ αποκτά τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της, τα οποία συνδέονται εμβρυακά με ζητήματα καινοτομίας σε 737 επίπεδο διοίκησης, ποιότητας παραγωγής και περιβαλλοντικής αειφορίας. Η δεκαετία του '50 αποτέλεσε την νέα αφετηρία στην έρευνα των κοινωνικών επιστημών για τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού και τα όρια του προβληματισμού αυτού τόσο στις ΗΠΑ αλλά κυρίως στην Ευρώπη (Taliouris 2014, 2018, 2019). Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφερθεί και το ξεκίνημα του «Ψυχρού Πολέμου» παγκοσμίως μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτικών και οικονομικών προσεγγίσεων. Ο ανταγωνισμός των συστημάτων έδωσε το δικό τους στίγμα στην ακαδημαϊκή έρευνα και τη θεωρητική σύνθεση του «γενεαλογικού» δέντρου της ΕΚΕ. Το καπιταλιστικό σύστημα και οι προσεγγίσεις αντίστοιχα για το ρόλο του κράτους, των επιχειρήσεων και των υπόλοιπων κοινωνικών δρώντων καταδεικνύει διαφοροποιήσεις μεταξύ των θεωρητικών της εποχής, μιας και οι προσεγγίσεις περί αγοραίου συντονισμού του καπιταλισμού ή του κράτους ρυθμιστή ήταν πάντα επίκαιρες στην Ευρώπη αλλά και τις ΗΠΑ. Σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι η σύγχρονη διάσταση της έννοιας ΕΚΕ διατυπώνεται από τον Αμερικανό οικονομολόγο Howard R. Bowen, ο οποίος μέσα από την έρευνα του (Social Responsibilities of the Businessman το 1953) έκανε αναφορά στο ρόλο των επιχειρήσεων στο κοινωνικό σύστημα και τη θετική συμβολή τους στη (Carroll 1979,1999, Garriga & Mele 2004). Ο Bowen ανέδειξε τις επιχειρήσεις ως σημαντικά κέντρα εξουσίας, των οποίων οι αποφάσεις έχουν κοινωνικές, αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην κοινωνία και την ζωή των πολιτών. Οι επιχειρήσεις μέσα από τις αποφάσεις τους και τις εταιρικές πολιτικές καθορίζουν τις οικονομικές επιπτώσεις τόσο στις ίδιες όσο και στο περιβάλλον όπου αυτές δραστηριοποιούνται. Η ανάλυση του ρόλου των επιχειρήσεων με αυτή τη διάσταση όσο αυτονόητο και εάν ακούγεται με βάση το σήμερα, τη δεκαετία του ΄50 ήταν ιδιαίτερα ριζοσπαστική ειδικά όσον αναφορά τη κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση αλλά και τη σχέση με την αειφόρο ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Υπό το πρίσμα αυτό έχει αναπτυχθεί σήμερα ο προβληματισμός (Anselmi & Chymis 2016) για το περιεχόμενο της έννοιας εταιρική κοινωνική ευθύνη και κοινωνική ευθύνη των οργανισμών, διότι αυτή αντανακλά την ευθύνη του κράτους και οργανισμών όπως οι διεθνείς (π.χ. ΟΗΕ, Παγκόσμιο Οργανισμός Εμπορίου) στην διαμόρφωση και εφαρμογή των πλαισίων στη παγκόσμια διακυβέρνηση και τις αντίστοιχες συνέργιες. Τη δεκαετία του ’60 και ’70 αρκετοί επιστήμονες συνέχισαν στα θεμέλια αυτά του ορισμού της ΕΚΕ και των θεωρητικών της. Ο Eells (1959) ως Public Policy Researcher της General Electric και ακαδημαϊκός στο Columbia University αναρωτιέται εάν μπορούν οι επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στην πρόκληση της κοινωνικής ευθύνης. Ο Eells (1959: 38) αναδεικνύει ως κεντρικό σημείο την ισορροπία και τη μέση οδό μέσα από την οριοθέτηση της καλής και ισορροπημένης εικόνας της εταιρείας. Τη περίοδο, επίσης, αυτή ο Keith Davis υποστηρίζει ότι οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις που αγνοούν τη κοινωνική ευθύνη θα απειληθούν από αυτή, μέσα από τη μελέτη του γνωστή και ως Iron Law of Responsibility (μακροπρόθεσμα με βάση την προσέγγιση αυτή, εκείνοι που δεν χρησιμοποιούν την εξουσία με τρόπο που η κοινωνία θεωρεί θεμιτό τείνουν να την χάσουν). Ο Keith Davis μέσα από την προσέγγιση του αυτή έγινε γνωστός και μέσα από το συγγραφικό του έργο (Davis 1968, 1973, 1975), όπου γενικά αναδείκνυε τη σημασία της σχέσης μεταξύ υπευθυνότητας και δύναμης οικονομικής και εν τέλει ίσως πολιτικής που έχουν μεγάλοι οργανισμοί όπως οι πρώιμες πολυεθνικές επιχειρήσεις τις εποχής ειδικά σε αναπτυσσόμενες χώρες ή λιγότερο αναπτυγμένες. Αυτό που μάλιστα έθετε στη συζήτηση είναι ότι η επιχειρηματική διεργασία δεν 738 είναι μια πράξη αποκομμένη από τη κοινωνία και ότι η κοινωνική ευθύνη εάν δεν προσδιοριστεί από τον επιχειρηματία ως προς τα ενδιαφερόμενα μέρη της επιχείρησης θα δημιουργήσει κινδύνους (π.χ. οικονομικούς, διοικητικούς). Η θεωρητική αναζήτηση της ΕΚΕ τη δεκαετία του ’70 συνδέεται με έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση, αειφόρος ανάπτυξη (σε πρώιμο στάδιο ακόμα) και καταλήγει σε μια σημαντική εννοιολογική οριοθέτηση σε οικονομικό, πολιτικό και περιβαλλοντικό επίπεδο. Η γενική κριτική για το ρόλο των επιχειρήσεων περιφερειακά και παγκόσμια, παράλληλα με την απουσία ενός πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης παγκόσμιας κλίμακας, εμπλουτίζουν σημαντικά το προβληματισμό της εποχής. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση εξελίσσεται και η προσέγγιση της αειφόρου ανάπτυξης αρχίζει να καταλαμβάνει θέση στη διεθνή πολιτική ατζέντα μετά και τη Σύνοδο της Στοκχόλμης το 1972, για την προστασία του περιβάλλοντος και την περιβαλλοντική ευθύνη οργανισμών σε πρώτη φάση όπως τα κράτη και οι διακρατικές ενώσεις. Ως εκ τούτου, η θεωρητική εξέλιξη της ΕΚΕ επηρεάζεται από την ολοένα και αυξανόμενη κριτική των καταναλωτών για το σύστημα του καπιταλισμού στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, των νεοκλασικών προσεγγίσεων και το ρόλο των επιχειρήσεων per se σε πολυεθνικό επίπεδο. Η κριτική αυτή επεκτείνεται στο πολιτικό σύστημα και αναδεικνύει τη σημασία του ρόλου του κράτους, αφού η πάγια αντίληψη είναι ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν σε μια ελεύθερη οικονομία να λογοδοτούν μονάχα στους μετόχους τους (shareholders). Το τελευταίο, αποτέλεσε και την αιχμή του δόρατος για τους νεοκλασικούς αλλά και κάποιους ακαδημαϊκούς όπως ο Μ. Friedman, ο οποίος αναδείκνυε την κερδοφορία των εταιριών ως το υπέρτατο αγαθό της ελεύθερης οικονομίας, η οποία επίσης αποτελεί τη μέγιστη κοινωνική ευθύνη για το καλό του κοινωνικού συνόλου (Friedman 1970). Σε θεωρητικό επίπεδο, η έννοια της ΕΚΕ στην ουσία βασίζεται στη θέση ότι η επιχειρηματική διεργασία και η εσωτερική διοίκηση σε αυτές θα πρέπει να συνυπολογίζει στη διαδικασία της λήψης αποφάσεων και στη διαμόρφωση της εταιρικής πολιτικής, τις κοινωνικοοικονομικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, αλλά και τις τοπικές κουλτούρες (social norms), τους κοινωνικούς εταίρους (stakeholders) και τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου δυναμικού της που αποτελεί το συστατικό στοιχείο της λειτουργίας. Η κοινωνική, λοιπόν, ευθύνη για τον Johnson βασίζεται σε περισσότερο τεχνοκρατικά ζητήματα που αφορούν στον τρόπο οργάνωσης της επιχείρησης, στοχεύοντας παράλληλα στη μακροπρόθεσμη κερδοφορία (Carroll 1979, 1999, Garriga & Mele 2004). Η προσέγγιση, επίσης, των ανοιχτών συστημάτων στη θεωρία των οργανώσεων αρχίζει να γίνεται περισσότερο αρεστή στη διοίκηση των επιχειρήσεων, χωρίς ωστόσο, να αλλάζει ριζοσπαστικά η προσέγγιση της επιχειρηματικής διεργασίας. Ο William C. συσχέτισε τον όρο της οικονομικής αποδοτικότητας με την κοινωνική ευθύνη (Corporate Social Responsibility), τη κοινωνική ανταπόκριση (Corporate Social Responsiveness) και την κοινωνική εντιμότητα (Corporate Social Rectitude) (Wood 2010, Garriga & Mele 2004). Τη δεκαετία αυτή και τις επόμενες ο Archie B. Carroll (1979, 1991, 2008) σχηματοποιεί την έννοια της ΕΚΕ σε πυραμίδα και αναδεικνύει τέσσερις διαστάσεις. Αυτές οι διαστάσεις είναι η οικονομική (economic responsibilities), η νομική (legal responsibilities), η ηθική (ethical responsibilities) και η φιλανθρωπική (discretionary-philanthropic responsibilities). Η προσέγγιση του Archie Carroll παρά τις διαφωνίες και τις κριτικές που έχει δεχθεί στο περιεχόμενο της αποτελεί την πιο περιγραφική αποσαφήνιση του ορισμού μέσα από τη σχηματοποίηση της πυραμίδας. Η ΕΚΕ μάλιστα κατά τον ίδιο αποτελεί ένα μοντέλο διαχείρισης των 739 ενδιαφερομένων μερών της επιχείρησης (stakeholder management) τόσο για τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά ζητήματα της επιχείρησης, όπως αναφέρεται και στη σχετική θεωρία του Freeman στο βιβλίο Strategic Management: A stakeholder approach (1984) και την εξέλιξη της σε συνάρτηση με την ΕΚΕ, την αειφόρο ανάπτυξη και το Business Ethics (Freeman & Vea 2001). Ο ορισμός της ΕΚΕ τη δεκαετία του ‘80 άρχισε να γίνεται πιο ουσιαστικός, αφού διαφοροποιήθηκε από τον φιλανθρωπικό χαρακτήρα και βασίστηκε στην εξέταση της εταιρικής κερδοφορίας. Ο Peter Drucker προσπάθησε να αναδείξει την παράλληλη σχέση που θα πρέπει να έχουν μέσα στις επιχειρήσεις, η πολιτική της οικονομικής κερδοφορίας, η ευκαιρία και η κοινωνική ευθύνη (Wheeler et al. 2003, Carroll 1999). Η άποψη, επίσης, του Drucker τη δεκαετία αυτή διαμορφώνει μία γενική στάση και ορίζει το περιεχόμενο της ΕΚΕ μέσα από μια business case προσέγγιση ... η ορθή «κοινωνική ευθύνη» των επιχειρήσεων είναι να δαμάσουν το δράκο, να μετατρέψουν δηλαδή ένα κοινωνικό πρόβλημα σε οικονομική ευκαιρία και όφελος, σε παραγωγή, σε ανθρώπινη ανάπτυξη, σε καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και σε πλούτο (Wheeler et al. 2003: 1). Η προσέγγιση αυτή, εμπλουτίστηκε από τη προσέγγιση Corporate Social Performance (Wood 2010), όπου η διασύνδεση της κοινωνικής ευθύνης με την οικονομική βιωσιμότητα και την ευθύνη στο επιχειρείν αποτελεί το ζητούμενο ακόμα και σήμερα τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεων όσο και στο θεσμικό πλαίσιο που καλούνται τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί να διαμορφώσουν, ώστε η ΕΚΕ να γίνει βιώσιμη και ταυτόχρονα ελκυστική. Ο μετασχηματισμός, δηλαδή, της κοινωνικής δυσλειτουργίας σε οικονομική ευκαιρία και επιχειρηματική αειφορία ακολούθως. Η διασύνδεση αυτή έδωσε νέα διάσταση στη διαμόρφωση του νοήματος της ΕΚΕ, μιας και μεγάλο μέρος της έρευνας προσανατολίστηκε στη διασύνδεση με την οικονομική βιωσιμότητα, τη κερδοφορία αλλά και το θεσμικό πλαίσιο επενδύσεων με αντικείμενο την ΕΚΕ. Αυτό έθεσε νέα ερωτήματα στο παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, αναζητώντας τα νέα όρια της εξουσίας του κράτους, των διεθνών οργανισμών και αυτών των πολυεθνικών εταιρειών. Οι επιχειρήσεις, επίσης, παγκοσμίως φαίνεται να αντιλαμβάνονται τη σπουδαιότητα της ΕΚΕ τόσο από τη σκοπιά του μακροπρόθεσμου κέρδους τους όσο και από την έμμεση πολιτική δύναμη που απορρέει σε αυτές, ως σπουδαία κοινωνική δραστηριότητα (Hopkins 2003). Η ίδρυση, επίσης, το 1995 του Παγκόσμιου Συμβουλίου Επιχειρήσεων για την Αειφόρο Ανάπτυξη (World Business Council for Sustainable Development) και του δικτύου CSR Europe αποτελεί ακόμα μια απόδειξη της διεθνούς κινητικότητας στην κατεύθυνση της ΕΚΕ, η οποία συνδυάστηκε και με πολιτικές πρωτοβουλίες σε αρκετές αναπτυγμένες χώρες όπως η Γερμανία, οι Σκανδιναβικές χώρες, οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, κ.ά. To σημαντικό ωστόσο είναι η διασύνδεση της κερδοφορίας όχι μόνο με τη κοινωνική υπευθυνότητα αλλά και την κοινωνική ανευθυνότητα αναφορικά με το νόμο, τις κοινωνικές νόρμες, το περιβάλλον (Wood 2010, Hopkins 2003). Η ανάπτυξη της τριμερής διάστασης της ΕΚΕ από τον Elkington (2004) το 1994 μέσα από το Triple Bottom Line αποτελεί με αυτή του Carroll ίσως από τις πιο περιγραφικές προσεγγίσεις στην ΕΚΕ με σημαντική επιρροή στην εξέλιξη της, η οποία βασίζεται σε πολιτικό επίπεδο είτε στην τριμερή διάσταση (κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική) είτε τα 3Ps (People, Profit, 740 Planet) που ενστερνίζονται οργανισμοί για την πολιτική διάσταση της ΕΚΕ όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Commission 2002). Συνοψίζοντας, για τη καλύτερη κατανόηση της έννοιας θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τέσσερις ορισμούς που καταδεικνύουν το σύνθετο περιεχόμενο του όρου της ΕΚΕ. Αυτό θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο παρακάτω, όπου η διασύνδεση της ΕΚΕ με τη διακυβέρνηση, το ρόλο του κράτους και τη δημόσια πολιτική γίνεται αμεσότερη σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο. Οι παρακάτω ορισμοί διακρίνονται σε αυτούς που είναι κοντύτερα τόσο στην πραγματικότητα των επιχειρήσεων όσο και σε αυτούς που αναδεικνύουν μία αμεσότερη πολιτική διάσταση. Archie Carroll: Η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων περιλαμβάνει τις οικονομικές, νομικές, δεοντολογικές και φιλανθρωπικές προσδοκίες που θέτουν οι κοινωνίες σε οργανισμούς μια δεδομένη χρονική στιγμή. Ευρωπαϊκή Ένωση το 2001: Μια έννοια σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν σε εθελοντική βάση κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στην αλληλεπίδρασή τους με τα ενδιαφερόμενα μέρη . Ευρωπαϊκή Ένωση το 2011: ως η ευθύνη των επιχειρήσεων για τον αντίκτυπό τους στην κοινωνία. Προϋπόθεση για την εκπλήρωση αυτής της ευθύνης είναι ο σεβασµός της ισχύουσας νοµοθεσίας και των συλλογικών συµφωνιών µεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Για να ανταποκρίνονται πλήρως στην εταιρική κοινωνική ευθύνη τους, οι επιχειρήσεις πρέπει να καθιερώσουν διαδικασίες για την ένταξη των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και δεοντολογικών πτυχών και των πτυχών των δικαιωµάτων του ανθρώπου και των δικαιωµάτων του καταναλωτή, τόσο στην επιχειρηµατική τους δραστηριότητα όσο και στη βασική στρατηγική τους, σε στενή συνεργασία µε τα ενδιαφερόµενα µέρη. Παγκόσμιο Συμβούλιο Επιχειρήσεων για την Αειφόρο Ανάπτυξη (1999): Η εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι η συνεχής δέσμευση των επιχειρήσεων να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη βελτιώνοντας ταυτόχρονα την ποιότητα ζωής του εργατικού δυναμικού και των οικογενειών τους καθώς και της κοινότητας και της κοινωνίας γενικότερα. Παγκόσμια Διακυβέρνηση και πολιτική: η κοινωνική ευθύνη των εταιρειών, των οργανισμών και ο ρόλος του κράτους Η σημασία των θεσμών και οι διαφορές στα μοντέλα διακυβέρνησης και κατ' επέκταση των εφαρμογών ΕΚΕ θέτουν ως βασικά πεδία στη διαμόρφωση της έννοιας εκτός από τις επιχειρήσεις ως μη κρατικούς δρώντες, και το ρόλο του κράτους στις κοινωνίες. Η σημασία του θεσμικού ρόλου του κράτους τόσο εσωτερικά της Ευρώπης όσο και παγκόσμια είναι διαφορετική στη σχέση με την αγορά, το περιβάλλον της οικονομίας και το πλαίσιο διακυβέρνησης. Αυτό επηρεάζει και το θεσμικό πλαίσιο της ΕΚΕ, αφού ο πλουραλισμός αυτός στο συντονιστικό ρόλο του κράτους διαμορφώνει διαφορετικά πεδία κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνησης, ενώ αντίστοιχα καταμερίζει την έννοια της κοινωνικής ευθύνης ανάμεσα σε οργανισμούς (κρατικοί-μη κρατικοί δρώντες). Οι Carroll & Bouchholtz (2000) στο βιβλίο Business and Society αναφέρουν τη σημασία του κράτος στην ανάπτυξη του θεσμικού πλαισίου για την ΕΚΕ τοπικά και περιφερειακά. Η διαπραγματευτική ισχύ του κράτος πολιτικά και οικονομικά 741 επηρεάζει τη δομή στη διακυβέρνηση και το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς καταλήγοντας για παράδειγμα είτε στο μοντέλο της φιλελεύθερης οικονομία της αγοράς (Liberal market economy), είτε της συντονισμένης οικονομίας της αγοράς (Coordinated market economy) κτλ. Τα διαφορετικά πεδία κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνησης παρά τη σύγκλιση διαμορφώνουν πολιτικά πεδία ΕΚΕ που έχουν ομοιότητες και διαφορές. Αυτό γιατί η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων είναι μια δυναμική κοινωνική διαδικασία που είναι δύσκολο να αποκτήσει χαρακτηριστικά “one size fits all” αλλά και γιατί επηρεάζεται από το ύφος των σχέσεων μεταξύ πολιτικής-κοινωνίας με την αγορά και το ρόλο των επιχειρήσεων (Carroll 1999, Crouch 2006, Campbell 2006). Ο ρόλος του κράτους στην διαμόρφωση ενός ρυθμιστικού πλαισίου για τη λειτουργία των επιχειρήσεων στα πλαίσια της εταιρικής διακυβέρνησης και τα όρια μεταξύ των νομικών υποχρεώσεων και της αυτορρύθμισης, αναφορικά με τη κοινωνική ευθύνη, παρατηρείται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ήδη από το 19ο αιώνα (Carroll & Buchholtz 2000, Aguilera et. al 2004, 2006, Aaronson & Reeves 2002). Αυτό το γεγονός εν μέρει δικαιολογεί και την χρήση του όρου κοινωνική ευθύνη των οργανισμών εκτός αυτό της ΕΚΕ. Η δομή της παγκόσμιας διακυβέρνησης, παρά το ότι ως όρος δεν είναι ακριβής, περιγράφεται από τη λειτουργία των διεθνών οργανισμών και των διεθνών κανονισμών που περιβάλουν την ΕΚΕ αναφορικά με τα ανθρώπινα- εργατικά δικαιώματα, την αειφόρο ανάπτυξη, το ρόλο των πολυεθνικών επιχειρήσεων και τη προστασία του περιβάλλοντος. Η χαλαρή δομή, ωστόσο, της διακυβέρνησης είναι η αιτία που πολλοί δεν χρησιμοποιούν τον όρο διακυβέρνηση, αφού δεν έχει ομοιότητες συνοχής όπως η διακρατική Ένωση της Ευρώπης, η οποία διακρίνεται και αυτή από σημαντικές λειτουργικές ασυμμετρίες. Ο ρόλος του κράτους παρά το ότι έχει αλλάξει σημαντικά, αποτελεί το κεντρικό ζητούμενο στη προσπάθεια της διεθνούς διακυβέρνησης για την αειφόρο ανάπτυξη και ΕΚΕ. Στο περιβάλλον αυτό, τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί (ΟΗΕ, ΠΟΕ, ΠΤ, ILO) και μέρος του ιδιωτικού τομέα (πολυεθνικές εταιρίες) έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν ένα πλαίσιο ΕΚΕ και υποτυπώδους διακυβέρνησης τα τελευταία 25 χρόνια στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης. Το φαινόμενο αυτό της πίεσης και τις πρωτοβουλίας για ΕΚΕ από την αγορά και τους καταναλωτές ως προς τις επιχειρήσεις, τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς έχει ερμηνευτεί και ως “globalization from bellow”. Αυτό εμφανίζεται ήδη από τη δεκαετία του ‘80-‘90 και καταδεικνύει τη δυναμική σχέση καταναλωτή-πολίτη (Pallazzo & Scherer 2006, 2008, Hopkins 2003, Zadek 2007). Η ΕΚΕ μπορεί να αποτελεί μια εθελοντική δράση σε επίπεδο επιχειρήσεων (μη κρατικών δρώντων) αλλά με βασική προϋπόθεση να υπάρχει, αγορά, ανταγωνισμός και ο εναρμονισμός με τους κανόνες δικαίου (ευθύνη του κράτους). Η συζήτηση για το ρόλο του κράτους και τη σχέση με τις επιχειρήσεις στον εναρμονισμό της κοινωνικής ευθύνης στην επιχειρηματική διεργασία αποτελεί για την Ευρώπη ζήτημα ήδη από τη Βιομηχανική Επανάσταση στα μέσα του 19ου αιώνα. Στη Μεγάλη Βρετανία, μάλιστα, ο ρόλος του κράτους στην υποστήριξη της ΕΚΕ δεν εξελίχθηκε βασισμένος στο παραδοσιακό κανονιστικό πλαίσιο του command and control αλλά στην ενθάρρυνση της φιλανθρωπικής και της ηθικής διάστασης των επιχειρήσεων στη κοινωνία. Οι επιχειρήσεις στη Μεγάλη Βρετανία ανέπτυξαν πρωτοβουλίες κοινωνικής ευθύνης (και φιλανθρωπίας) όπως τη παροχή υπηρεσιών πρόνοιας, υγειονομικής περίθαλψης, σχολείων, στέγης και σίτισης στους εργαζομένους τους. Οι δράσεις βασίζονταν σε ένα πλαίσιο διοικητικής δεοντολογίας που προσδιόριζε τη κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων εσωτερικά 742 (εργαζομένους) και εξωτερικά (κοινωνία) και είχε επηρεαστεί από την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος αλλά και τις νόρμες του χριστιανισμού (Βαξεβανίδου 2009). Η εμφάνιση των εργατικών κινημάτων και η ανάπτυξη του πολιτικού τους εκτοπίσματος επιτάχυνε σημαντικά την εξέλιξη των ζητημάτων αυτών από κοινωνική ευθύνη μη κανονιστική σε νομική υποχρέωση τα επόμενα χρόνια. Μετά το Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η κοινωνική δικαιοσύνη φαίνεται να αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό για την παγκόσμια ειρήνη, γεγονός που οδήγησε στην ίδρυση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (International Labor Organization). H εθελοντική φύση της ΕΚΕ εντοπίζεται στην αυτορρύθμιση, η οποία παρουσιάζει σε πολλές περιπτώσεις λειτουργικά πλεονεκτήματα στην υπηρεσία της κοινωνικής δικαιοσύνης δεδομένης της αδυναμίας της παραδοσιακής προσέγγισης στη λειτουργία του κράτους. Ο διάλογος στο σημείο αυτό σε παγκόσμια βάση παραμένει έντονος αναφορικά με τη πιθανή συμβολή των επιχειρήσεων, παρά τη παραδοσιακή άποψη του Milton Friedman (1970) για τη δομή της αγοράς και της κοινωνικής ευθύνης. Η προϋπόθεση της οικονομικής βιωσιμότητας ενός επιχειρηματικού οργανισμού, ωστόσο, εκτός της κερδοφορίας συνδέεται με το νομικό πλαίσιο, το κράτος δικαίου και ένα κοινωνικό περιβάλλον ομαλό. Οι προϋποθέσεις αυτές απασχόλησαν και τον M. Friedman τον 21ο αιώνα όπως αναφέρεται σε συνέντευξη που παρουσιάζει ο Fukuyama (2004). Η απορρύθμιση (deregulation) στο ρόλο του κράτους το '80 και το '90 μέσα από τη μεταφορά της εξουσίας προς τα πάνω (διεθνείς οργανισμούς), προς τα κάτω (τοπική αυτοδιοίκηση) και προς την αγορά έχει δημιουργήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια μια διαφορετική πραγματικότητα αναφορικά με το ρόλο του κράτους. Το σύγχρονο κράτος μέσα από διάφορα μοντέλα οργάνωσης που ποικίλουν από μέρος σε μέρος και από είδος σε είδος (υπερεθνικό, τοπικό) έχει αποδεσμεύσει μέρος της εξουσίας. Η τυπολογία της Παγκόσμιας Τράπεζας για παράδειγμα στις δραστηριότητες του κράτους τη δεκαετία του 1990 χωρίζονταν σε minimal, intermediate και activist (Fukuyama 2004). Το θεμελιώδες, ωστόσο, ζήτημα που βασίστηκε η παραπάνω προσέγγιση είναι ο προσδιορισμός του ισχυρού κράτους σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του ή την έκταση του. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο και σύνθετο σημείο ειδικά όταν προσεγγίζουμε το ζήτημα της πολιτικής αποτελεσματικότητας και αυτό της εφαρμογής των νόμων στην επικράτεια του. Σε παγκόσμια κλίμακα αυτό που διαφαίνεται είναι ένας νέος ρόλος για το κράτος και της παγκόσμιας διακυβέρνησης περιφερειακά (ΕΕ, NAFTA) ή διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, ΠΤ ή ΠΟΕ). Αυτό το πλαίσιο κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνησης έχει επηρεάσει σημαντικά τη συζήτηση για την ΕΚΕ τα τελευταία 20 χρόνια τοποθετώντας την όχι μόνο στο εσωτερικό της επιχείρησης αλλά και στο εξωτερικό, όπως στις συνέργειες με το κράτος, το ρόλο του και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τα πολιτικά εργαλεία τον 21ο αιώνα για την ΕΚΕ ειδικά σε επίπεδο κρατών αλλά και διεθνών οργανισμών εκτός των παραδοσιακών κατά τους Howlett & Ramesh (2003), ποικίλουν σημαντικά στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών. Αυτό, ωστόσο, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό στο διάλογο είναι η κανονιστική προσέγγιση που κατά τον Hopkins (2003) αρχίζει να γίνεται δημοφιλής στα πλαίσια της αμοιβαίας αυτορρύθμισης (ISO, GRI, Global Compact) και όχι μέσα από την παραδοσιακή προσέγγιση του μονοδιάστατου κανονιστικού πλαισίου. Αυτό σε συνδυασμό με το παγκόσμιο πλουραλισμό στα μοντέλα εταιρικής διακυβέρνησης και δημοσίων πολιτικών καταλήγει σε διαφορετικούς ορισμούς για την ΕΚΕ. Η τυπολογία των Fox, Ward & Howard (2002) για το ρόλο του κράτους στην ΕΚΕ είναι 743 η παρακάτω: Η Mandate προσέγγιση απαντά στη θέσπιση κανόνων και νομοθεσίας. Το κράτος απαντά περισσότερο με παραδοσιακά κανονιστικά εργαλεία σε ζητήματα βασικά που ρυθμίζουν το πλαίσιο της εταιρικής διακυβέρνησης και του ρόλου των επιχειρήσεων στην κοινωνία (περιβαλλοντικής νομοθεσία, ανθρώπινα δικαιώματα, εργατικά δικαιώματα). Η Facilitate προσέγγιση απαντά στο κράτος ρυθμιστή του πλαισίου διακυβέρνησης μέσα από τη συμμετοχικότητα που βασίζεται στη θέσπιση κινήτρων στον ιδιωτικό τομέα για συμμόρφωση ή και υποκίνηση για ανάπτυξη πρωτοβουλιών προς τα ζητήματα της ΕΚΕ. Η Partnering προσέγγιση βασίζεται στη δημιουργία στρατηγικών συμφωνιών δημοσίου- ιδιωτικού τομέα και κοινωνίας μέσα από στρατηγικές συνεργασίες για αντιμετώπιση σύνθετων κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων (π.χ. αειφόρο ανάπτυξη, ΕΚΕ). Η Endorsing προσέγγιση αναδεικνύει τη διάσταση του κράτους σε επίπεδο πολιτικών στόχων και στρατηγικών αναφορικά με το ζήτημα της ΕΚΕ και την ανάπτυξη πλαισίου δράσης. Η διαδικασία της ενημέρωσης και της υποκίνησης συνεργασίας και διαμόρφωσης για παράδειγμα στρατηγικής για την αειφόρο ανάπτυξη από το κράτος και την ΕΚΕ είναι δράσεις στο πλαίσιο αυτό. Στην ΕΕ εντοπίζεται και το εργαλείο Hybrid που στην ουσία αποτελεί το άθροισμα δυο και παραπάνω εργαλείων πολιτικής για την ΕΚΕ (EC 2011, Steurer 2010). Η πολιτική προσέγγιση της ΕΚΕ στα πλαίσια των διεθνών οργανισμών αλλά και περιφερειακά (ΕΕ) αρχίζει να συνδέεται με τον επαναπροσδιορισμό εννοιών όπως το κοινωνικό κράτος με της εταιρικής διακυβέρνησης και επιρροή των κοινωνικών δικτύων (επίσημων-ανεπίσημων) στη σχέση αγοράς-πολιτικής. Ο συντονισμός ενός τέτοιου συστήματος αποτελεί νευραλγικός για την λειτουργική επιτυχία της ΕΚΕ κάτι που είναι ιδιαίτερα δύσκολο δεδομένου ότι εντοπίζονται πολλές ασυμμετρίες στον ορισμό και αλληλεπικαλύψεις σε επίπεδο διεθνών οργανισμών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν για παράδειγμα ο ΟΟΣΑ και ο ΟΗΕ όπου μέσα από τις πρωτοβουλίες των κρατών μελών τους υπάρχει σχεδιασμός πολιτικής που σχετίζεται με την ΕΚΕ, υπογραμμίζοντας τόσο την κοινωνική ευθύνη των εταιρειών όσο κυρίως των οργανισμών όπως τα κράτη στο πεδίο της υλοποίησης και του εναρμονισμού με το εθνικό πλαίσιο. Όσον αφορά τον ΟΟΣΑ που ισχύουν από τη δεκαετία του ΄70 και έχουν υποστεί διαδοχικές αναθεωρήσεις το 1976, το 1979, το 1982, το 1984, το 1991 και το 2000 (OECD 2002, 2003, 2011, Ward 2004). Οι μεταβλητές που περιλαμβάνουν τα κριτήρια δεοντολογίας του ΟΟΣΑ για την λειτουργία των πολυεθνικών εταιριών στα κράτη- μέλη και στα μη μέλη, αποτελούνται από τα παρακάτω οκτώ (8) κριτήρια: Ανθρώπινα δικαιώματα − Εργασιακές σχέσεις − Προστασία του περιβάλλοντος − Καταπολέμηση της διαφθοράς, της δωροδοκίας και των εκβιασμών-√ Προστασία του Καταναλωτή- Επιστήμη, Τεχνολογία- Ανταγωνιστικότητα – Φορολογία. Ο ΟΟΣΑ στα πλαίσια αυτά της προώθησης της ΕΚΕ στα κράτη μέλη του και τα συνεργαζόμενα κράτη παράλληλα με τη παραπάνω αναφορά στα κριτήρια για τις πολυεθνικές, έχει αναπτύξει το συμβουλευτικό του ρόλο μέσα από αποφάσεις, κείμενα εργασίας και εργαλεία όπως: Measuring Sustainable Production το 2008, Principles of Corporate Governance το 2004, Promoting Responsible Business Conduct το 2011 κ.ά. Ο ΟΗΕ, τέλος, αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους οργανισμούς στο πεδίο της πολιτικής για την ΕΚΕ και γιατί στην ουσία μέσα από τους οργανισμούς επιμέρους ορίζει την ΑΑ και την διάσταση σε επίπεδο ΕΚΕ αλλά και για τα εργαλεία όπως το Global Compact και το Global Reporting Initiative. Το “Global Compact” αποτελεί ένα εθελοντικό οδηγό εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για πολυεθνικές 744 επιχειρήσεις βασισμένο σε δέκα (10) αρχές αναφορικά με τη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των εργατικών δικαιωμάτων και το περιβάλλον. To Global Reporting Initiative (GRI) αποτελεί το κοινό πεδίο συμφωνίας μεταξύ των δύο διακρατικών οργανισμών που έχουν μέχρι στιγμής αναφερθεί τον ΟΟΣΑ και τον ΟΗΕ. Συγκεκριμένα, αυτό που έχει σημασία είναι ότι η δράση του GRI αποτελεί την εφαρμοσμένη προσέγγιση της από κάτω προς τα πάνω παγκοσμιοποίησης. Η πρώτη εφαρμογή του πλαισίου έγινε το 2000 και η δεύτερη δράση έλαβε χώρα στα πλαίσια της παγκόσμιας συνάντησης για την αειφόρο ανάπτυξη στο Johannesburg το 2002 (World Summit for Sustainable Development). Η εξέλιξη αυτή είναι σπουδαία εξαιτίας της εγκόλπωσης του GRI ως νέου θεσμού στα πλαίσια του ΟΗΕ συνεργαζόμενος με την UNEP (GRI 2006; 2007). Διακρίνεται στην οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση ενώ το 2014 η ΕΕ ενέκρινε συγκεκριμένη οδηγία για τις μη οικονομικές αναφορές σε μεγάλες επιχειρήσεις εντός ΕΕ που είναι και εισηγμένες στο χρηματιστήριο ως δράση στα πλαίσια της εταιρικής διακυβέρνησης και του σχετικού πλαισίου. Τέλος, η τελευταία σημαντική δράση του ΟΗΕ είναι ο καθορισμός της Sustainable Development Agenda και των 17 Στόχων με ορίζοντα το 2030, η οποία εξειδικεύεται σε ειδικά μετρήσιμους δείκτες. Η ΕΕ από το 2016 έχει εκπονήσει ένα σχέδιο εναρμονισμού με την Ευρωπαϊκή πολιτική, το 2019 έχει συντάξει μέσω της Επιτροπής στρατηγικό σχέδιο εφαρμογής, ενώ τα κράτη μέλη της αντίστοιχα έχουν δημοσιεύσει αντίστοιχη εθνική στρατηγική (η Ελλάδα το 2018). Ενδιαφέρον αποτελεί ότι όχι μόνο τα κράτη αλλά και επιμέρους Περιφέρειες της ΕΕ έχουν εκπονήσει αντίστοιχο σχέδιο (π.χ. Βαρκελώνης). Οι στόχοι αυτοί έχουν ενδιαφέρουν διότι κάποιοι από αυτούς συνδέονται με το πεδίο της ΕΚΕ και της κοινωνικής ευθύνης των οργανισμών με αναφορά στις συνέργιες κράτους και μη κρατικών δρώντων όπως οι επιχειρήσεις σε Στόχους όπως ο 17. Ενδεικτικά οι Στόχοι αυτοί είναι: 1. Μηδενική φτώχεια, 2. Μηδενική πείνα, 3. Καλή υγεία και ευημερία, 4. Ποιοτική εκπαίδευση, 5. Ισότητα των φύλων, 6. Καθαρό νερό και αποχέτευση, 7. Φτηνή και καθαρή ενέργεια, 8. Αξιοπρεπής εργασία και οικονομική ανάπτυξη, 9. Βιομηχανία, καινοτομία και υποδομές, 10. Λιγότερες ανισότητες, 11. Βιώσιμες πόλεις και κοινότητες, 12. Υπεύθυνη κατανάλωση και παραγωγή, 13. Δράση για το κλίμα, 14. Ζωή στο νερό, 15. Ζωή στη στεριά, 16. Ειρήνη, δικαιοσύνη και ισχυροί θεσμοί, και 17. Συνεργασία για τους στόχους. 745 Επίλογος Η παγκοσμιοποίηση ως διαδικασία αλλά και στο υφιστάμενο πλαίσιο διακυβέρνησης έχει επηρεάσει διοικητικά και πολιτικά τα κράτη στη διαμόρφωση οριζόντιων δομών διάχυσης της εξουσίας, η οποία μεταπολεμικά διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της αγοράς, το κοινωνικό κράτος και τη κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο έχει σημασία η ανάλυση των μη κρατικών δρώντων και συγκεκριμένα των εταιρειών και πολυεθνικών εταιρειών σε σημαντικά πεδία πολιτικής όπως αυτό της κλιματικής αλλαγής, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανάπτυξης. Η απορρύθμιση του ρόλου του κράτους σταδιακά ως βασικού διαμορφωτή της πολιτικής, εκτός του ότι αναβάθμισε σημαντικά το ρόλο των διεθνών οργανισμών και διακρατικών ενώσεων, επηρέασε το ρόλο του ιδιωτικού τομέα δεδομένου ότι σήμερα εταιρείες με πολυεθνική δραστηριότητα έχουν κύκλο εργασιών και κατά συνέπεια οικονομική δύναμη ακόμα και μεγαλύτερη από αναπτυγμένα κράτη μέλη της ΕΕ. Ως εκ τούτου ο προβληματισμός είναι μεγάλος ως προς το ρόλο τους και την συμβολή τους στην υλοποίηση μεγαλεπήβολων στόχων όπως αυτοί που συνδέονται με την αειφόρο ανάπτυξη και που από τον ορισμό της το 1987 έχουν υπογραμμιστεί ως σημαντικά ενδιαφερόμενα μέρη. Η συζήτηση, τέλος, αυτή για την διακυβέρνηση και το ρόλο του κράτους στο σύγχρονο αυτό περιβάλλον δεν είναι ασύνδετη με την αντίστοιχη για την πολιτική διάσταση ΕΚΕ, αφού σε επίπεδο πολιτικών και ανάλυσης του θεσμικού της πλαισίου περιγράφεται παράλληλα από τους Ζadek (2007) (CSR Third generation), τους Albareda et al. (2007; 2009), τους Aaronson & Reeves (2002), Aguilera et al. (2004; 2006) κ.α. Η έρευνα στο αντικείμενο της ΕΚΕ στο επίπεδο της βιβλιογραφίας, της θεωρητικής αναζήτησης, της συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης, της μελέτης πολιτικών και της κατανόησης συμπερασμάτων αποτέλεσε μια σημαντική και διαδικασία στο πλαίσιο της εργασίας αυτής. Οι σύγχρονες κοινωνικές απειλές δεν είναι απλά ζητήματα αλλά πολύπλοκα και σύνθετα όχι μόνο στη λύση τους αλλά και στην ανάλυση τους, με αποτέλεσμα να επιζητούν διευρυμένες και καλά οργανωμένες κοινωνικές συμμαχίες για την εύστοχη αντιμετώπιση τους. Η παραπάνω κατάσταση συνοδεύεται στις ημέρες μας και από το γεγονός ότι το κράτος (διεθνές, εθνικό, τοπικό) δεν είναι πολλές φορές σε θέση να δράσει επιτυχώς απέναντι στα σύγχρονα αυτά προβλήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί οι σύγχρονες κοινωνικές ανησυχίες απαιτούν κοινωνικές συμμαχίες, με το κράτος σε συνεργασία με τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα μέρη όπως τις επιχειρήσεις. Το θέμα αυτό αναδεικνύεται, σήμερα, ως το νευραλγικό σημείο στην ΑΑ μιας κοινωνίας, η οποία επιζητεί ένα ευέλικτο κράτος αλλά και ένα κράτος παράδειγμα («διοίκηση δια του παραδείγματος») για τη κοινωνία και τα υποσυστήματα της, όπως οι επιχειρήσεις. Το τελευταίο, ίσως, εξηγεί και την ανάγκη για χρήση του όρου κοινωνική ευθύνη των οργανισμών αντί μόνο της ΕΚΕ, διότι παρατηρείται το φαινόμενο ειδικά στην ΕΕ να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο πολιτικής για την ΕΚΕ με εργαλεία πολιτικής, στρατηγικές και πλαίσιο διακυβέρνησης τόσο κεντρικά όσο και σε επίπεδο κρατών. Στην Ελλάδα αυτό έγινε το 2014 και το 2017 με την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής αλλά και η διασύνδεση με παγκόσμιες πρωτοβουλίες είναι εξίσου σημαντική όπως με αυτή για την Ατζέντα ΑΑ 2030. Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και στο πεδίο της ανάλυσης των δημοσίων πολιτικών σε επίπεδο κρατών μελών όσο και σε εκείνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνώς, διότι τα κράτη δύναται να έχουν ρόλο μέσα από την διαμόρφωση του πλαισίου της 746 κοινωνικής ευθύνης είτε αφορά στην λειτουργία των επιχειρήσεων είτε στις επενδύσεις του ειδικά όταν δεν υπάρχει η ίδια αυστηρότητα σε ζητήματα περιβαλλοντικής αειφορίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής ευημερίας. Βιβλιογραφία Aaronson, A. S. & Reeves, G. (2002), “The European Response to Public Demands for Global Corporate Responsibility”, National Policy Association, Washington DC, USA, February 5, 2002. Aguilera, R.V., C. Williams, Conley, J., & Rupp, D. (2006), "Corporate Governance and Corporate Social Responsibility: A comparative analysis of the U.K. and the U.S", Corporate Governance: An International Review, 14 (3): 147-157. Aguilera, R. V., Rupp, D. E., Williams, C.A. & Canapathi, J. (2004), “Putting the S Back in Corporate Social Responsibility: A multi-level theory of social change in organizations”, University of Illinois College of Business, Working Paper No. 04-0107, Academy of Management Review. Albareda, L., Lozano, M. J. & Ysa, T. (2007), “Public Policies on Corporate Social Responsibility: The role of governments in Europe”, Journal of Business Ethics, 74: 391- 407. Albareda, L., Lozano, M.cJ., Tencati, A., Perrini, F. & Midttun, A. (2009), “The Role of Government in Corporate Social Responsibility”, Ethical Prospects, Part 2: 103-149. Anselmi, P. & Chymis, A. (2016), “Opening Public Administration to Social Responsibility”, 5th International Conference on Social Responsibility, Ethics and Sustainable Business, Milan, Italy, 6-7 October 2016. Carroll, A. (1979), “A Three-dimensional Conceptual Model of Corporate Performance”, The Academy of Management Review, 4 (4): 497-505. Carroll, A. (1991), “The Pyramid of Corporate Social Responsibility: Toward the moral management of organizational stakeholders”, Business Horizons, July-August. Carroll, A. & Buchholtz, A. (2000), Business and Society: Ethics and stakeholder management”, 4th edition, South-western. Carroll, A. B. (1999), “Corporate Social Responsibility: Evolution of a definitional construct”, Business and Society, 38 (3): 268-295. Carroll, A. B. (2008), “A History of Corporate Social Responsibility: Concepts and practices”, σε A. Crane, A. McWilliams, D. Matten, J. Moon & D. Siegel (επιμ.), Oxford Handbook of Corporate Social Responsibility, Oxford, Oxford University Press, σσ. 19-46. Commission of the European Communities (2002), Corporate Social Responsibility: A business contribution to Sustainable Development, Brussels. Commission of the European Communities (2011), A Renewed EU strategy 2011-14 for Corporate Social Responsibility, Brussels. Commission of the European Communities (2014), “Improving Corporate Governance: Europe’s largest companies will have to be more transparent about how they operate”. Statement. Press release data base”, Brussels. Crouch, C. (1993), Industrial Relations and European State Traditions, Oxford, Oxford University Press. Crouch, C. (2006), “Modelling the Firm in its Market and Organizational Environment: Methodologies for Studying Corporate Social Responsibility”, Organization Studies, 27: 1533. Dahlsrud, A. (2008), “How Corporate Social Responsibility is Defined: An analysis of 37 definitions”, Corporate Social Responsibility and Environmental Management, 15: 1–13 747 Davis, K. (1968). “Understanding the Social Responsibility Puzzle”, Business Horizons, 10 (4): 45-50. Davis, K. (1973), “The Case For and Against Business Assumption of Social Responsibilities”, Academy of Management Journal, 16 (2): 312-322. Davis, K. (1975), “Five Propositions for Social Responsibility”, Business Horizons, 18 (3): 19- 24. Eells, R. (1960), “Social Responsibility: ‘Can business survive the challenge?’”, Business Horizons, 2 (4): 33-41. Elkington, J. (2004), ‘Enter the Triple Bottom Line’. The triple bottom line: does it all add up? Assessing the sustainability of business and CSR, London, Earthscan. European Commission (2011), “Corporate Social Responsibility National Public Policies in the European Union”, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Inclusion, Luxemburg. European Commission (2014), “Reflection Paper Towards a Sustainable Europe by 2030”, Brussels. European Commission (2019), “Reflection Paper Towards a Sustainable Europe by 2030”, Brussels. Fox, T, Ward, H. & Howard, B. (2002), “Public Sector Roles in Strengthening Corporate Social Responsibility: A baseline study”, Corporate Social Responsibility Practice Private Sector Advisory Services Department, Washington, The World Bank. Freeman, R., & McVea, J. (2001), “A Stakeholder Approach to Strategic Management”, Working Paper No. 01-02, Darden Graduate School of Business Administration, University of Virginia. Friedman, M. (1970), “The Social Responsibility of Business is to Increase its Profits”, The New York Times Magazine, September 13. Fukuyama, F. (2004), State-Building. Governance & World order in the 21st Century, Ithaca, NY, Cornell University Press. Garriga, E. & Mele, D. (2004), “Corporate Social Responsibility Theories: Mapping the territory”, Journal of Business Ethics, 53: 51–71. Global Reporting Initiative (2006), “Κατευθυντήριες Οδηγίες Έκδοσης Απολογισμών βιωσιμότητας”, Amsterdam. Global Reporting Initiative (2007), “Sustainability Reporting 10 Years On”, Briefing Paper, Amsterdam. Hopkins, M. (2003), The Planetary Bargain: Corporate social responsibility matters, London, Earthscan Publications. Howlett, M. & Ramesh, M. (2003), Studying Public Policy. Policy cycles and policy subsystems, second edition, Oxford, Oxford University Press. OECD (2002), Supply Chains and the OECD Guidelines for Multinational Enterprises, Paris. OECD (2003), A Framework for Investment Policy Transparency, Paris. OECD (2011), “Chapter 7: Promoting Responsible Business Conduct”, Policy Framework for Investment User's toolkit, Paris. Scherer, A. G. & Palazzo, G. (2008), “Globalization and Corporate Social Responsibility”, σε A. Crane, A. McWilliams, D. Matten, J. Moon & D. Siegel (επιμ.), Oxford Handbook of Corporate Social Responsibility, Oxford, Oxford University Press, σσ. 413-431. Scherer, A. G, Palazzo, G. & Baumann, D. (2006), “Global Rules and Private Actors. Towards a new role of the TNC in the global governance”, Business Ethics Quarterly, 16 (4): 404-532. Scherer, A, Palazzo, G. & Matten, D. (2009), “The Business Firm as a Political Actor: A new theory of the firm for a globalized world”, Business Society, 48: 577-580. Steurer, R. (2010), “The Role of Governments in Corporate Social Responsibility: Characterising public policies on CSR in Europe”, Policy Sciences, 43 (1):49-72. Taliouris, E. (2014), “Governance, Administration of Organizations and Businesses, and Public Policy for Corporate Social Responsibility”, PhD Thesis, Department of Political Science. University of Crete. 748 Taliouris, E. (2018), “European Policy for Corporate Social Responsibility: Governance context, linkage with sustainable development and crisis as a policy factor”, European Quarterly of Political Attitudes and Mentalities, 1 (7): 32-47. Taliouris, E. (2019), “Policy Making for Corporate Social Responsibility and Responsible Entrepreneurship in Greece: EU policy framework, governance context and business sector as aspects in sustainable Development Process”, European Quarterly of Political Attitudes and Mentalities, No. 3, July: 15-25. Ward. H (2004), “The OECD Guidelines for Multinational Enterprises and Non-adhering Countries Opportunities and Challenges of Engagement”, OECD Global forum on international investment, Investment for Development-Forging New Partnerships, International Institute for Environment and Development (IIED). Wheeler, D, Colbert, B. & Freeman, R. E. (2003), “Focusing on Value: Reconciling corporate social responsibility, sustainability and a stakeholder approach in a Network World”, Journal of General Management, 28 (3): 1-28. Wood, D. J. (2010), “Measuring Corporate Social Performance: A review”, International Journal of Management Reviews. World Commission on Environment and Development (1987), Our Common Future, United Nations. Zadek, S. (2007), “The Civil Corporation: The new economy of corporate citizenship”, second edition, London, Earthscan. Βαξεβανίδου, Μ. (2009), Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, Αθήνα, εκδόσεις Σταμούλη. 749 750 Οι Χριστιανικές Κοινότητες στο Ιράκ και τη Συρία Μετά τις Αραβικές Εξεγέρσεις Ηλίας Τασόπουλος1 Περίληψη Η ενίσχυση των φονταμενταλιστικών ισλαμικών οργανώσεων και οι αραβικές εξεγέρσεις σε συνδυασμό με τον αυταρχικό μετασχηματισμό των αραβικών καθεστώτων επέτειναν τις επικρατούσες τάσεις για τους χριστιανικούς πληθυσμούς στη Μέση Ανατολή. Πέρα από την πληθυσμιακή μείωση, καθώς πολλοί χριστιανοί εγκατέλειπαν την περιοχή όλο το προηγούμενο διάστημα, η άμεση απειλή φυσικής εξόντωσης αλλά και το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον επηρέασαν σημαντικά στις χριστιανικές κοινότητες που παρέμειναν στις εστίες τους. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει σημασία να εξεταστεί η μεταβολή της παρουσίας και πολιτικής επιρροής των χριστιανών στις δύο χώρες της εύφορης ημισελήνου, στο Ιράκ αλλά και τη Συρία, όπου συνδυάστηκε με την εξάπλωση των αραβικών εξεγέρσεων και τον εμφύλιο που ακολούθησε. Πέρα από τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας, ο αποδεκατισμός των χριστιανικών κοινοτήτων και η εμπλοκή τους, άμεσα ή έμμεσα, στη νέα περιφερειακή ισορροπία εξακολουθεί να συνδέεται με την ιστορική διαδρομή τους. Λέξεις-κλειδιά: Μειονότητες, Μέση Ανατολή, Αραβική άνοιξη, Χριστιανοί, Ισλαμικό κράτος, Θρησκεία Οι θρησκευτικές κοινότητες αποτελούν ένα συστατικό στοιχείο του σύγχρονου κράτους στη Μέση Ανατολή, ενώ ειδικά στην περίπτωση των χριστιανών υπάρχει η ιστορική διάσταση των κοινοτήτων ως μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην περιοχή. Ακόμα και την περίοδο της κυριαρχίας των Οθωμανών στην περιοχή, οι χριστιανικές κοινότητες διαβιούσαν σε ένα ειδικό καθεστώς, αν και τους αναγνωριζόταν μόνο ένα κατώτερο επίπεδο διαβίωσης και συνύπαρξης. Ειδικότερα έπειτα από την σταδιακή αποδυνάμωση και την τελική κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ενίσχυση της επιρροής των ευρωπαϊκών χωρών στην περιοχή, η σημασία των χριστιανών αυξήθηκε σημαντικά. Σε μία εποχή, όπου επικρατούσε η αποικιοκρατία, η διαμόρφωση των σύγχρονων κρατών της Συρίας και του Ιράκ με την επιβολή των συνοριακών γραμμών από τη συμφωνία των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών έφερε μεγάλες αναταράξεις και ανακατατάξεις στο μεσανατολικό οικοσύστημα. Οι αλλαγές στο περιφερειακό επίπεδο συνδυάστηκαν με τις μεταβολές στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο των δύο χωρών. Οι χριστιανοί συμμετείχαν στις πολιτικές εξελίξεις σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, βασιζόμενοι στην εμπορική τους δραστηριότητα, τις τραπεζικές υπηρεσίες και το επιχειρηματικό πεδίο. Οι αντιδράσεις του τοπικού πληθυσμού, οι τοπικές εξεγέρσεις σε διάφορες περιοχές και η τελική ανάδυση του αραβικού εθνικισμού είχαν ισχυρό αντίκτυπο στους χριστιανούς της περιοχής. Επιπρόσθετα, η δυσκολία διακυβέρνησης των εδαφών ανέκυψε ως ένα μεγάλο 1 Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Ηλεκτρονική διεύθυνση:
[email protected]751 ζήτημα, τόσο για τους τοπικούς άρχοντες, όσο και για τις δυτικές δυνάμεις που έθεσαν τη σταθερότητα της περιοχής σε βασικό στόχο. Η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού χριστιανών με ισχυρούς δεσμούς και παραδόσεις αποτέλεσε έναν κρίκο στην αλυσίδα της δυτικής παρουσίας. Ακόμα και σε αριθμητικούς όρους η παρουσία τους ήταν ισχυρή, αν και έβαινε μειούμενη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όπως για παράδειγμα, στη Συρία και το Ιράκ όπου μειωνόταν από το σχεδόν 15% με 20% του πληθυσμού. Πολλοί χριστιανοί βρέθηκαν κοντά στις αναδυόμενες πολιτικές κινήσεις, ειδικά στη Συρία. Αρχικά η πολιτική τους εκπροσώπηση ήταν αρκετά υποδεέστερη της πραγματικής τους επιρροής. Συν τω χρόνω ωστόσο ανήλθαν σε κύρος και σε πολιτική δραστηριότητα, αξιοποιώντας τη δυνατότητα σύνδεσης των νεοσχηματιζομενών κρατών με το διεθνές σύστημα. Στις δύο γειτονικές χώρες του Ιράκ και της Συρίας οι χριστιανικές κοινότητες ακολούθησαν διαφορετική πορεία με βάση τις δύσκολες συνθήκες που προέκυψαν. Στη Συρία, οι χριστιανοί αξιοποίησαν σε ένα βαθμό την προστασία που ανέλαβαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Γαλλίας, ώστε να διαμορφώσουν μία διακριτή παρουσία στη χώρα (White 2007). Στο Ιράκ ωστόσο, οι χριστιανοί αντιμετώπισαν πολύ περισσότερες επιθέσεις τόσο σε ευρεία κλίμακα όσο και στοχευμένες, λόγω και των πεποιθήσεων τους. Ενώ στη Συρία, ένα μεγάλο μέρος των χριστιανών θεώρησαν τους εαυτούς τους ως Άραβες στο πνεύμα του αραβικού εθνικισμού που επικράτησε, στο Ιράκ, οι χριστιανοί δεν αυτοπροσδιορίζονται ως άραβες σε πολλές περιπτώσεις. Το ρεύμα του εθνικισμού, που σάρωσε τον αραβικό κόσμο και έθετε ως βασικό στοιχείο την εθνότητα και όχι τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ενός ανθρώπου, έδωσε τη δυνατότητα στους χριστιανούς να προσπαθούν να συμμετέχουν θεωρητικά ως ισότιμοι πολίτες στο κάθε κράτος. Βέβαια αυτό είχε διαφορετικές διαστάσεις στην Συρία και το Ιράκ, αν κι η επικράτηση ιδεολογικά κοσμικών καθεστώτων στις δύο χώρες τις προηγούμενες δεκαετίες είχε θεωρητικά μειώσει την πίεση προς τις θρησκευτικές μειονότητες. Στη Συρία οι χριστιανοί προσπάθησαν κατάφεραν να επιτύχουν μία ευρέως αποδεκτή συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας, αξιοποιώντας τη σημαντική παρουσία τους στο σύνολο του πληθυσμού που φτάνει και ως το 9-10%, τόσο εντός των πολιτειακών θεσμών όσο και στις κοινωνικές εκφάνσεις της χώρας. Χριστιανοί υπηρέτησαν ως υπουργοί και μέλη του κοινοβουλίου, ενώ κατέλαβαν και θέσεις εντός του κυβερνώντος κόμματος Μπάαθ, αλλά και στη δημόσια διοίκηση. Ήταν χαρακτηριστικό πως ενώ δεν υπήρχε κάποια επίσημη ποσόστωση για τη συμμετοχή υποψηφίων βουλευτών στις εκλογές στη Συρία, το καθεστώς Άσαντ φρόντιζε να προτείνονται στους εκλογικούς συνδυασμούς μέλη της χριστιανικής κοινότητας σε περιοχές που υπήρχαν χριστιανικοί πληθυσμοί, ενώ υπήρχε χριστιανός υπουργός στα περισσότερα κυβερνητικά σχήματα. Στο Ιράκ, η παρουσία των χριστιανών στην πολιτική ζωή έχει επισκιαστεί από την ουσιαστική τριχοτόμηση της επιρροής από τους σουνίτες, τους σιίτες και τους κούρδους. Οι χριστιανοί του Ιράκ είχαν πιο περιορισμένη επιρροή από τη Συρία, αν και διατήρησαν μία μεγαλύτερη αντίληψη κοινότητας, διαφορετικής από τους άλλους πληθυσμούς. Μετά την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν οι χριστιανοί διεκδίκησαν μία περισσότερο ισότιμη συμμετοχή από τις πρώτες στιγμές, όπως στη διαδικασία σύνταξης του Συντάγματος του Ιράκ το 2005 όπου υπήρξε αντίδραση στις αναφορές για την ισλαμική ταυτότητα του κράτους και της θεώρηση της μουσουλμανικής θρησκείας ως τον κοινό δεσμό του έθνους. Ο σχετικά μικρός αριθμός χριστιανών στο Ιράκ βέβαια, ιδιαίτερα ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού, αποτέλεσε έναν ανασταλτικό παράγοντα στην διεύρυνση της επιρροής τους. Βέβαια, οι χριστιανοί στο Ιράκ καταλάμβαναν 5 από τις 8 έδρες που προβλέπονται για τις μειονότητες στη χώρα. Ωστόσο η σκληρή πραγματικότητα για 752 πολλούς χριστιανούς ήταν πως χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με πολύ σοβαρούς κινδύνους, τόσο από τις πολεμικές συγκρούσεις όσο και από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Ήδη από το 2003, μετά από την εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ, παρατηρήθηκε μία μεγάλη μείωση του πληθυσμού, καθώς οι χριστιανοί στο Ιράκ βίωσαν μεγαλύτερη ανασφάλεια, σε σχέση με τις γειτονικές χώρες. Μετά την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003, ένα μεγάλο μέρος χριστιανών από το Ιράκ κατευθύνθηκαν στις γειτονικές χώρες, την Ιορδανία, την Παλαιστίνη και αρκετοί στη Συρία (Καΐ 2008). Οι αραβικές εξεγέρσεις και η ενίσχυση των φονταμενταλιστικών ισλαμικών οργανώσεων επέτειναν τις τάσεις που επικρατούσαν στην περιοχή, με ένα μεγάλο κομμάτι χριστιανών να μετατοπίζονται από τις εστίες τους και να αντιμετωπίζουν ακόμα μεγαλύτερες προκλήσεις την τελευταία δεκαετία (Besenyő & Gömöri 2014). Η ακραία ισλαμιστική οργάνωση με την ονομασία Ισλαμικό Κράτος, η οποία εκμεταλλεύθηκε την εξασθένηση των κρατικών δομών στο Ιράκ και έφτασε στο ζενίθ της επέκτασής της το 2014, αφού κατέλαβε τεράστιες εκτάσεις και μεγάλες πόλεις, όπως η Μοσούλη και το Τικρίτ, αποτέλεσε τον βασικότερο κίνδυνο, καθώς οι θρησκευτικές μειονότητες, όπως οι χριστιανοί, αποτέλεσαν βασικό στόχο της. Θα πρέπει να τονιστεί πως κατά την περίοδο της εμφάνισης της τζιχαντιστικής οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους, υπήρχε ήδη μια μεγάλη δυσχέρεια στη διαβίωση των χριστιανικών κοινοτήτων στο Ιράκ. Στο Ιράκ είχαν απομείνει λιγότεροι από 300.000 χριστιανούς, αν και επίσημα στοιχεία είναι δύσκολο να ανιχνευθούν. Η ίδια η ύπαρξη των χριστιανών στο Ιράκ επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την εισβολή του 2003, καθώς δέχτηκαν αρκετές επιθέσεις ταυτίζοντας τους με την αρχικά δύναμη κατοχής από τις χώρες της Δύσης, η οποία ανέλαβε αρχικά τη διακυβέρνηση της χώρας. Η έκρυθμη κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράκ επιδεινωνόταν και από αναφορές πως οι χριστιανοί, ακόμα και στην περιοχή του ιρακινού Κουρδιστάν, γνώριζαν λιγότερη προσοχή από τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας αλλά και οι θύτες των επιθέσεων εναντίον τους, δεν τιμωρούνταν από το ιρακινό κράτος (Norwegian Church Aid/World Council of Churches (2016: 15). Ωστόσο τα μεγαλύτερα χτυπήματα ήρθαν όταν το Ισλαμικό Κράτος άρχισε να κατακτά εδάφη στα οποία βρίσκονται χριστιανοί. Ειδικά οι επιθέσεις σε χριστιανούς αποτέλεσαν ένα κεντρικό στόχο των τζιχαντιστών, ώστε να πληγεί, στο πρόσωπο τους, ο μεγάλος εχθρός, η χριστιανική Δύση. Σε πολλές περιοχές οι τζιχαντιστές του ισλαμικού κράτους προχωρούσαν σε κατάσχεση της περιουσίας των χριστιανών και τους έδιναν διορία ημερών να εγκαταλείψουν την πόλη. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις επετράπη σε χριστιανούς να παραμείνουν στα εδάφη με επαχθείς όρους διαβίωσης, η τιμωρία σε περίπτωση που δεν τηρούσαν τους σκοταδιστικούς κανόνες που τους επιβάλλονταν ήταν ακόμα και ο θάνατος (Al- Tamimi 2014). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν όταν το 2014 το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε την πόλη της Μοσούλης, αρκετοί τζιχαντιστές βρήκαν την ευκαιρία να επιβάλλουν τη δική τους αντίληψη για τον ισλαμικό νόμο και να υποχρεώσουν τους χριστιανούς κατοίκους της περιοχής να ζουν ως υποτελείς ουσιαστικά στους μουσουλμάνους, με αντάλλαγμα την επιβίωσή τους. Ωστόσο αργότερα αποσύρθηκε και ακόμα και αυτή η πρόταση προς τους χριστιανούς, και υπήρχε η απειλή της θανάτωσης αν δεν ασπαστούν την μουσουλμανική θρησκεία. Το δυστυχές ήταν πως σε αρκετούς ανθρώπους που αντιστάθηκαν επιβλήθηκε όντως η εξόντωση (Human Rights Watch 2014).2 2 Οι τζιχαντιστές συνέχισαν με πολλές επιθέσεις σε χριστιανικά χωριά και κρατούσαν ομήρους ανθρώπους για την εξασφάλιση λίτρων, όπως για παράδειγμα το Φεβρουάριο του επόμενου έτους στην περιοχή του Χάμπουρ. 753 Το αποτέλεσμα ήταν πως πολλοί χριστιανοί επέλεγαν τον δρόμο της φυγής όταν γινόταν γνωστό πως το Ισλαμικό Χαλιφάτο, όπως αυτοονομάστηκε η οργάνωση μετά το 2014, καταλάμβανε εδάφη. Ωστόσο, αρκετοί χριστιανοί έμειναν σε εδάφη κοντά σε περιοχές που διοικούσε το ισλαμικό κράτος, ακόμα και όταν επεκτάθηκε από το Ιράκ στη γειτονική Συρία και πολλές κοινότητες αναγκάστηκαν να έρθουν αντιμέτωποι με τη νέα αυτή κατάσταση. Οι δονήσεις από την εδαφική επέκταση της ισλαμιστικής τζιχαντιστικής οργάνωσης στη Συρία έγιναν αισθητές στους χριστιανούς της Συρίας, όπου ήδη αντιμετώπιζαν τις συνέπειες ενός εμφυλίου μεταξύ του καθεστώτος Άσαντ και των ανταρτών. Με την εδαφική επέκταση του χαλιφάτου και στη Συρία οι σεκταριστικές εντάσεις αυξήθηκαν, λόγω και της εισόδου εξτρεμιστικών στοιχείων από πολλές άλλες περιοχές, καθώς και την εμπλοκή πολλών χωρών. Ο εμφύλιος πόλεμος κλόνισε τις χριστιανικές κοινότητες, καθώς η πλειοψηφία τους ήταν πλήρως ενσωματωμένη στην κανονικότητα της ζωής στη Συρία, με συνέπεια οι κακουχίες και το αίσθημα ανασφάλειας να οδηγήσει αρκετούς εκτός της χώρας. Χιλιάδες χριστιανών εγκατέλειψαν τη Συρία, αξιοποιώντας τα ανεπτυγμένα περιφερειακά δίκτυα τους, κυρίως προς γειτονικές χώρες, όπως ο Λίβανος, η Τουρκία, η Ιορδανία αν και τα ακριβή νούμερα δεν είναι εύκολο να εξακριβωθούν. Εξίσου μεγάλος είναι κι ο αριθμός των χριστιανών που μετατοπίστηκαν εντός της χώρας, ενώ εμφανίστηκαν ένοπλες οργανώσεις στους κόλπους τους, τόσο στη Συρία όσο και στο Ιράκ, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες ως αποτέλεσμα των ανεξέλεγκτων καταστάσεων στην περιοχή (Eleftheriadou 2015). Οι χριστιανοί στη Συρία αποτελούσαν έναν αρμό του καθεστώτος Άσαντ, δίχως να ταυτίζονται μαζί του στη διαχείριση της εξουσίας, συμμετέχοντας όμως στη βάση της παρουσίασης του καθεστώτος ως ένα πολυσυλλεκτικό κράτος που σέβεται τα θρησκευτικά δικαιώματα των κοινοτήτων του και διασφαλίζει την ένταξη των μειονοτήτων στην πολιτική διαδικασία με την ευρύτερη έννοια. Επιπρόσθετα, η διαμόρφωση του πολιτικού στίγματος του κόμματος Μπάαθ, του κόμματος του καθεστώτος Άσαντ, είχε επηρεαστεί από βασικές παραδοχές της χριστιανικής παράδοσης στη Συρία. Η πλειοψηφία των χριστιανών αυτά τα χρόνια ασπαζόταν την αραβική ταυτότητα συμμετέχοντας στο σύνολο της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Οι χριστιανοί αρχικά είτε τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης με το καθεστώς Άσαντ, είτε προσπάθησαν να φανούν ουδέτεροι, είτε πρότειναν μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις υπέρ μιας πολιτικής φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, όπως άλλωστε ήταν και το πολιτικό υπόβαθρο, της πολιτικής παρουσίας τους στην Συρία, αν και υπήρχαν μεμονωμένες περιπτώσεις που τάχθηκαν υπέρ της αντιπολίτευσης των αντικαθεστωτικών (Farha & Mousa 2015). Ενώ η αρχική στάση των χριστιανών στη Συρία δεν στόχευε να πάρει θέση εναντίον των αντικαθεστωτικών, η στρατιωτικοποίηση της διαμάχης από το καθεστώς Άσαντ τους οδήγησε στην αναζήτησή ασφαλείας προς τη Δαμασκό. Οι σοκαριστικές εικόνες του εμφυλίου, αλλά και ακόμα περισσότερο οι επιθέσεις σε γνωστούς χριστιανούς έφεραν περισσότερο κοντά τους Χριστιανούς προς το υπάρχον καθεστώς. Το καθεστώς του Άσαντ άλλωστε πρόβαλε και μεγέθυνε τις εικόνες θηριωδίας μέσω των κρατικών μέσων ενημέρωσης, ώστε να ενισχύσει τους φόβους επιβίωσης των χριστιανών και να τους ωθήσει προς τη μεριά του και μακριά από τους αντικαθεστωτικούς. (Bandak 2015: 672-674) Από πολύ νωρίς στην έναρξη του εμφυλίου το 2011, το καθεστώς Άσαντ επιχείρησε να φέρει τους χριστιανούς κοντά στην κυβέρνηση, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως ο προστάτης των θρησκευτικών μειονοτήτων την χώρα και προσπαθώντας να εμφανίσει τους αντιπάλους του ως ακραίους φονταμενταλιστές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη στοχοποίηση των 754 χριστιανών από αντικαθεστωτικές ομάδες. Η ανασφάλεια που επιτεινόταν βάρυνε σημαντικά ως παράγοντας στην πρόσληψη της εμφύλιας διαμάχης από τις χριστιανικές κοινότητες, ενώ η αξιοσημείωτη επιρροή της οικονομικής δραστηριότητας τους έγειρε την πλάστιγγα προς το μέρος της διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης. Επιπρόσθετα, η συμβίωση και η επαφή με πολλούς ομόθρησκους τους από το Ιράκ, οι οποίοι είχαν βιώσει επαναλαμβανόμενες δυσκολίες, επέδρασε σημαντικά στη στάση τους στην Συρία. Ο κίνδυνος βέβαια της διατήρησης μιας παράδοσης πολιτικού αυταρχισμού και μειωμένης συμμετοχής του πληθυσμού στη διακυβέρνηση ήταν υπαρκτός, ενώ η διατήρηση μίας κοινωνικής πραγματικότητας με κυρίαρχα σεχταριστικά χαρακτηριστικά (Wimmen 2014, Pabst 2017), ήταν δύσκολο να γίνει ανεκτή εις το διηνεκές. Εξέχοντα στελέχη των χριστιανών, ιδιαίτερα στα υψηλά κλιμάκια της θρησκευτικής ιεραρχίας, εξέφρασαν από την αρχή ιδιαίτερη ανησυχία για την εμφύλια διαμάχη. Βέβαια το μεγαλύτερο μήνυμα για πολλούς, ήταν όταν ο Ελληνορθόδοξος Μητροπολίτης Χαλεπίου Παύλος Γιαζίγκι μαζί τον επίσκοπο Γρηγόριο Γιοχάνα βρέθηκαν στα χέρια φανατικών, καθ' οδόν από την Αντιόχεια προς τη Συρία στο χωριό Κάφρ Νταέλ, δέκα χιλιόμετρα οπό το Χαλέπι (Flamini 2013), ακόμα και αν δεν είχαν ταυτιστεί με το καθεστώς στη Συρία, μάλλον το αντίθετο, και ενώ διεξήγαγαν ανθρωπιστική αποστολή. Ήταν ενδεικτικό της ανεξέλεγκτης κατάστασης που επικράτησε στη χώρα μετά το 2011, καθώς οι απαχθέντες δεν είχαν κάποια σημαντική εμπλοκή στις διαδραματιζόμενες συγκρούσεις. Ενδεχομένως το κίνητρο για την απαγωγή ήταν να χρησιμοποιηθούν οι ιεράρχες για ιδεολογικούς σκοπούς και να τους αναγκάσουν να παραιτηθούν βίαια από την ορθόδοξη πίστη τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα, στη φαντασίωση των φανατικών θυτών, θα εξωθούσε ακόμα περισσότερους χριστιανούς να εγκαταλείψουν τη Συρία. Ως επιμύθιο θα ήταν χρήσιμο να εξεταστεί η επίδραση των περιπετειών του τελευταίου διαστήματος στις αντιλήψεις των χριστιανών για το είδος του πολιτεύματος, της διακυβέρνησης και της στήριξης σε δημοκρατικές διαδικασίες, ειδικά μετά από τις απροσδόκητες εξελίξεις στην εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου (Hinnebusch 2012, Malik 2017, Zabad 2017, Fahmi 2018) και του ριζικού μετασχηματισμού του καθεστώτος Άσαντ προς μία αυταρχική κατεύθυνση αλλά και του εύθραυστου ιρακινού κράτους. Θεωρητικά οι μειονότητες μπορεί να συμβάλλουν καθοριστικά και να ταχθούν υπέρ του εκδημοκρατισμό ενός κράτους ή ενός καθεστώτος στην προσμονή μίας δυνατότερής φωνής και προστασίας των δικαιωμάτων τους, ενώ η ύπαρξη και η προστασία τους σε μία χώρα δείχνουν κατά πόσο ανοιχτή είναι μία κοινωνία και ένα πολιτικό σύστημα. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, τόσο της Συρίας όσο και του Ιράκ, οι ιστορικές προσλαμβάνουσες των χριστιανικών μειονοτήτων αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, πέρα και από τις από την γεωγραφική κατανομή και παρουσία της κάθε κοινότητας. (Belge & Karakoç 2015) Οι εντάσεις, οι αναταράξεις κι η γενικότερη αστάθεια επηρεάζουν αρνητικά την παρουσία των χριστιανικών πληθυσμών στην περιοχή, επηρεάζοντας ακόμα και τις αντιλήψεις των ίδιων των κοινοτήτων όσον αφορά στην ανοχή στον αυταρχισμό και τη συμμετοχή τους στην πολιτική εν γενεί. Σήμερα δηλαδή που η Συρία οδεύει σε μία ανασυγκρότηση του καθεστώτος Άσαντ και στο Ιράκ παραμένει το ταραχώδες εσωτερικό τοπίο, η πραγματικότητα δείχνει πως οι χριστιανικές κοινότητες συνεχίζουν να μειώνονται, όπως γινόταν αρκετά πριν από την έναρξη των αραβικών εξεγέρσεων. Η πληθυσμιακή μείωση δεν σημαίνει βέβαια τη διαφοροποίηση βασικών χαρακτηριστικών της παρουσίας των χριστιανικών κοινοτήτων σε σχέση με ότι είχε συμβεί μέχρι σήμερα. Τα κύρια 755 κίνητρα της μετανάστευσης των χριστιανών σε άλλες περιοχές, δεν είναι οι θρησκευτικές διαφορές, αλλά οι οικονομικοί λόγοι, οι οποίοι ενδεχομένως να προέρχονται κι από τις διακρίσεις λόγω της θρησκείας. Η καλύτερη μόρφωση με την οικονομική τους κατάσταση σε συνδυασμό με την δυνατότητα εξοικείωσης σε διαφορετικά περιβάλλοντα παράλληλα και με τα ισχυρά δίκτυα ανθρώπινα σε περιφερειακό και ευρύτερο επίπεδο διευκολύνουν περισσότερο τις δυνατότητες μετανάστευσης σε άλλες χώρες. Οι δυνατότητες αυτές ωστόσο μειώνουν ακόμα την παρουσία των χριστιανών στην περιοχή. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού αριθμού χριστιανών στον κόσμο, ζει πλέον στη μέση Ανατολή σήμερα, σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές, αντίθετα με ότι συνέβαινε τον προηγούμενο αιώνα. Βιβλιογραφία Al-Tamimi, A. J. (2014), “The Islamic State of Iraq and ash-Sham's dhimmi Pact for the Christians of Raqqa Province”, Syria Comment, https://www.joshualandis.com/blog/islamic-state-iraq-ash-shams-dhimmi-pact- christians-raqqa-province Bandak, A. (2015), “Reckoning with the Inevitable: Death and dying among Syrian Christians during the Uprising”, Ethnos, 80, 5, σσ. 671-691 Belge, C. & Karakoç, E. (2015), “Minorities in the Middle East: Ethnicity, religion, and support for Authoritarianism” Political Research Quarterly, 68 (2): 280–292. Besenyő, J. & Gömöri, R. (2014), “Christians in Syria and the Civil War”, σε P. Bátor, & R. Ondrejcsák (επιμ.), Panorama of Global Security Environment, Bratislava, Centre for European and North Atlantic Affairs. Doraï, M. K. (2008), “Iraqi Refugees in Syria”, Archive ouverte en Sciences de l'Homme et de la Société. https://halshs.archives-ouvertes.fr/ Eleftheriadou, M. (2015), “Christian Militias in Syria and Iraq: Beyond the neutrality/passivity debate”, Μiddle East Bulletin, University of Peloponnese: Centre for Mediterranean, Middle Eastern and Islamic Studies, 28:13-19. Fahmi, G. (2018), “The Future of Syrian Christians after the Arab Spring”, Florence, Robert Schuman Centre for Advanced Studies-European University Institute, Working Paper. Farha, M. & Mousa, S. (2015), “Secular Autocracy vs. Sectarian Democracy? Weighing reasons for Christian support for regime transition in Syria and Egypt”, Mediterranean Politics, 20 (2): 178-197. Flamini, R. (2013), “Forced Exodus: Christians in the Middle East”, World Affairs, 176 (4): 65- 71. Hinnebusch, R. (2012), “Syria: From 'authoritarian upgrading' to revolution?”, International Affairs, 88 (1): 95-113. Human Rights Watch (2014), “Iraq: ISIS Abducting, Killing, Expelling Minorities”, July 19, 2014, https://www.hrw.org/news/2014/07/19/iraq-isis-abducting-killing-expelling- minorities Malik, H. (2017), “Syria, the ‘Arab Spring’, and the Future of Christians and Other Religious Minorities”, σε J. Eibner (επιμ.), The Future of Religious Minorities in the Middle East, Lexington, Lexington Books. Norwegian Church Aid/World Council of Churches (2016), “The Protection Needs of Minorities from Syria and Iraq”, Oslo/Geneva, Report, https://www.kirkensnodhjelp.no/en/news/publications/publications/the-protection- needs-of-minorities-from-syria-and-iraq/ Pabst, M. (2017), “The Confessionalisation of Conflicts in the Arab World”, σε J. Lobah & H. Tayebi (επιμ.), Trajectories of Change in Post-2011 MENA: Challenges and prospects, Rabat, MO, Hanns Seidel Foundation. 756 Tasopoulos, I. (2014), “Religious Minorities in Turbulent Periods: The recurring dilemmas for Christians in Syria”, Hemispheres. Studies on Cultures and Societies, Polish Academy of Sciences, Institute of Mediterranean and Oriental Cultures, 29 (3): 71-83. White, B. (2007), "The Nation‐State Form and the Emergence of ‘Minorities' in Syria", Studies of Ethnicity and Nationalism, 7 (1): 64-85. Wimmen, H. (2014), “Divisive Rule: Sectarianism and power maintenance in the Arab Spring: Bahrain, Iraq, Lebanon and Syria”, Berlin, Stiftung Wissenschaft und Politik -SWP- Deutsches Institut für Internationale Politik und Sicherheit, https://nbn- resolving.org/urn:nbn:de:0168-ssoar-385599 Zabad, I. (2017), "Christians in Syria", σε I. Zabad (επιμ.), Middle Eastern Minorities: The impact of the Arab Spring, London/New York, Routledge, σελ. 63-82. 757 758 Οι Αναπαραστάσεις των Γυναικών Πολιτικών και της Έμφυλης Βίας στα ΜΜΕ: Ανάλυση Περιεχομένου σε Εφημερίδες, Ιστοσελίδες και Τηλεοπτικούς Σταθμούς Ταστσόγλου Μιχάλης,1 Μοσχοβάκου Ναυσικά,2 Πουλακιδάκος Σταμάτης,3 Πλειός Γιώργος,4 Βασιλακοπούλου Μαριάννα,5 Κούτσικος Λουκάς6 & Σιγάλα Εύα7 Περίληψη Η παρούσα έρευνα παρουσιάζει τρεις ερευνητικές εστιάσεις που επιχειρούν την καταγραφή των αναπαραστάσεων των γυναικών πολιτικών και της έμφυλης βίας, όπως παρουσιάζονται σε έντυπα, ηλεκτρονικά και τηλεοπτικά ΜΜΕ. Οι αναπαραστάσεις στα ΜΜΕ δύνανται να σχηματίζουν σε σημαντικό βαθμό τις αντιλήψεις μας για τον κόσμο, από τη στιγμή που οι αξίες, νόρμες και πεποιθήσεις που αναπαράγουν θεμελιώνουν μία κυρίαρχη ιδεολογία. Ειδικότερα για τα ζητήματα του φύλου, ο τρόπος και η ιδεολογική ανάλυση της αναπαράστασης των γυναικών, η κατασκευή νοημάτων και η παραγωγή κοινωνικών ταυτοτήτων, αποτελούν βασικά ερευνητικά ενδιαφέροντα των φεμινιστικών προσεγγίσεων στο πεδίο των ΜΜΕ, από τη δεκαετία του ’70. Το παρόν κείμενο παρουσιάζει συνδυαστικά τα βασικότερα ευρήματα τριών ερευνών που χρησιμοποίησαν ως θεωρητικό υπόβαθρο τις φεμινιστικές προσεγγίσεις και για τις οποίες αναλύθηκαν 765 άρθρα εφημερίδων, 763 άρθρα ειδησεογραφικών ιστοσελίδων (για την πρώτη έρευνα), 216 δελτία ειδήσεων για τη διερεύνηση των αναπαραστάσεων των γυναικών πολιτικών (για τη δεύτερη έρευνα) και 458 τηλεοπτικά προγράμματα ενημέρωσης (δελτία ειδήσεων κι ενημερωτικές εκπομπές) για την έμφυλη βία (για την τρίτη έρευνα. Με τη μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου επιχειρείται η ποσοτική καταγραφή των σχετικών τάσεων στα ΜΜΕ. Λέξεις-κλειδιά: φύλο, αναπαράσταση, έμφυλη βία, πλαισίωση των ειδήσεων, ανάλυση περιεχομένου 1 Υπ. διδάκτορας, Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ, ΕΚΠΑ.
[email protected]2 Ερευνήτρια Θεμάτων Ισότητας και Φύλου, Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, Υπ. διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
[email protected]3 Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό, Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ, ΕΚΠΑ.
[email protected]4 Καθηγητής, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ.
[email protected]5 Ερευνήτρια Εργαστηρίου Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ, ΕΚΠΑ.
[email protected]6 Ερευνητής Εργαστηρίου Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ, ΕΚΠΑ.
[email protected]7 Ερευνήτρια Εργαστηρίου Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ, ΕΚΠΑ. 759 Εισαγωγή Στο κείμενο αυτό επιχειρείται η ταυτόχρονη παρουσίαση τριών ερευνών που διενεργήθηκαν εντός του 2018. Οι δύο αφορούν τις αναπαραστάσεις των γυναικών πολιτικών, η μία στα έντυπα και διαδικτυακά ΜΜΕ (διενεργήθηκε από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας) και η έτερη στα τηλεοπτικά ΜΜΕ (διενεργήθηκε από το Εργαστήριο Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ του ΕΚΠΑ). Αυτές οι δύο έρευνες χρηματοδοτήθηκαν η μεν από το ΕΠ «Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα 2014-2020» του ΕΣΠΑ και η δε από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας. Η τρίτη ερευνά την παρουσίαση της έμφυλης βίας στα ενημερωτικά προγράμματα της τηλεόρασης, διενεργήθηκε από το Εργαστήριο Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας. Σκοπός πασών των ερευνών ήταν να μετρήσουν, να παρουσιάσουν και να αναλύσουν τον τρόπο με τον οποίον ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος, καθώς και η τηλεόραση (δελτία ειδήσεων και ενημερωτικές εκπομπές) αναπαράγουν ή/και διαιωνίζουν έμφυλα στερεότυπα και σεξιστικές συμπεριφορές. Ειδικότερα, η σχετική βιβλιογραφία (Tuchman, 1978, Meyers, 1996) αναφέρει πως τα ΜΜΕ έχουν την τάση να παραβλέπουν τον παράγοντα φύλο, είτε ως προς τους συμμετέχοντες και την ποιότητα συμμετοχής τους, είτε ως προς το ζήτημα της έμφυλης ή ενδοοικογενειακής βίας. Μάλιστα, όταν οι γυναίκες βρίσκουν βήμα στα ΜΜΕ, τότε βρίσκουν σε έναν άλλο σκόπελο: αυτόν των στερεοτυπικών αναπαραστάσεων. Τα ΜΜΕ συνηθίζουν να προκρίνουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα της κοινωνικής εκπροσώπησης και των έμφυλων ρόλων, που εξυπηρετεί την αναπαραγωγή παραδοσιακών στερεότυπων του φύλου (Χαραμής & Γλαρέντζου, 2009). Και οι τρεις έρευνες διεξήχθησαν με τη μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου, η οποία προσφέρεται για διερεύνηση του περιεχομένου των ΜΜΕ (Hansen, 1998), καθώς αποτελεί μια μέθοδο έρευνας και ανάλυσης της κοινωνικής επικοινωνίας, αλλά κυρίως των κοινωνικών της προεκτάσεων και συνεπειών της. Όσον αφορά τις δύο έρευνες που σχετίζονται με τις αναπαραστάσεις των γυναικών η μεν αφορούσε το γραπτό δημοσιογραφικό λόγο (εφημερίδες και ιστοσελίδες) και η άλλη τον προφορικό (τηλεοπτικό) δημοσιογραφικό λόγο. Σε γραπτό επίπεδο μελετήθηκαν 765 άρθρα εφημερίδων και 763 άρθρα ιστοσελίδων, ενώ σε τηλεοπτικό διερευνήθηκαν 216 δελτία ειδήσεων. Στην έρευνα περί έμφυλης βίας αναλύθηκαν 458 ειδησεογραφικά προγράμματα της τηλεόρασης, στα οποία βρέθηκαν 277 ειδήσεις σχετικές με έμφυλη βία και 651 ομιλούσες κεφαλές γύρω από το ζήτημα αυτό. ΜΜΕ κι εξουσία Σύμφωνα με την Judge (2018: 5-6) «η εξουσία είναι εν μέρει μία σχέση πάλης επί των αληθειών που κυβερνούν τη ζωή». Αυτή η φουκωική προσέγγιση περιγράφει και το σκοπό της έρευνάς μας, ο οποίος είναι να καταδείξουμε τις αλήθειες αυτές που τα ΜΜΕ προτιμούν να αναδεικνύουν, αποκρύπτοντας αντίστοιχα άλλες. Εκείνοι που απολαμβάνουν την ηγεμονία να προωθούν συγκεκριμένες ταυτότητες μπορούν συνάμα να παράγουν, να αναπαράγουν και να νομιμοποιούν τις- μερικές- αλήθειες αυτές. Υπό αυτό το πρίσμα, έρευνες αναδεικνύουν το γεγονός ότι οι παραδοσιακές ανδρικές συμπεριφορές 760 θεωρούνται κανόνας (Worthington 2013) σε αρκετές σύγχρονες κοινωνίες, της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης. Επομένως, αυτό το στοιχείο από μόνο του αρκεί για να τοποθετηθεί ο παράγων φύλο στο επίκεντρο της προσπάθειας εξήγησης των έμφυλων ανισοτήτων. Το φύλο (gender) ως κοινωνικό χαρακτηριστικό σχετίζεται με «τη σημασία που αποδίδει μία κοινωνία σε βιολογικές κατηγορίες όπως το αρσενικό και το θηλυκό» (Macionis 1995: 358). Οι έμφυλες σχέσεις αποτελούν ένα ακαδημαϊκό πεδίο, το οποίο είναι δύσκολο να οριστεί. Πρόκειται για ένα επιμέρους πεδίο των κοινωνικών σχέσεων που ενδιαφέρει τους/τις ακαδημαϊκούς όταν μελετούν συμπεριφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, ανεξαρτήτως προτιμήσεων σεξουαλικού προσανατολισμού (Knopp & Lauria 1987: 48). Συνδέοντας τα άνωθεν, καταλαβαίνουμε ότι ουσιαστικά η έρευνα στρέφεται προς τις σχέσεις μεταξύ αρρενωπότητας και θηλυκότητας (Cook 2007: 1). Έμφυλη βία Η έρευνα σχετίζεται με την έμφυλη βία. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η έννοια που χρησιμοποιείτο κατά κόρον αντί της «έμφυλης βίας» ήταν η ενδοοικογενειακή βία (domestic violence), η οποία «περιλαμβάνει τη συναισθηματική, σωματική, σεξουαλική και οικονομική κακοποίηση ενός ή και περισσοτέρων μελών μίας οικογένειας από άλλο άτομο εντός της οικιακής σφαίρας» (Nicolson & Wilson 2004: 266). Ωστόσο, η συγκεκριμένη έννοια δε μπορεί να καλύψει περιπτώσεις που η βία λόγω φύλου τελείται εκτός οικιακής σφαίρας από θύτες που δε συνδέονται οικογενειακά με τα θύματα. Αντίθετα, η έμφυλη βία (gender violence) περιλαμβάνει και την οικογενειακή βία, αφού είναι κάτι γενικότερο (Morris, 2009: 415). Η τελευταία ορίζεται ως «οποιαδήποτε πράξη διαπράττεται εναντίον κάποιου/ας παρά τη θέλησή του και βασίζεται σε κοινωνικά διαμορφωμένες (έμφυλες) διαφορές μεταξύ αρσενικών και θηλυκών» (Sievers & Greifinger 2016: 4). Παρά το ότι οι αναπαραστάσεις της έμφυλης βίας αντιπροσωπεύουν ένα μικρό μέρος του συνόλου των αναπαραστάσεων των ΜΜΕ (χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως η έμφυλη βία δεν υπάρχει), δεν παύουν να αποτελούν περιπτώσεις που απαιτούν λεπτεπίλεπτους χειρισμούς από τα δημοσιογραφικά επιτελεία. Εξάλλου, τα αίτια της έμφυλης βίας ποικίλλουν. Η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει πολλές πιθανές αιτίες. Αντίθετα, για διάφορους λόγους το φύλο παραμένει βασική μεταβλητή, σε μία κοινωνία επηρεασμένη εν πολλοίς από το σεξισμό, ένα «σύστημα καταπίεσης βασισμένο στις έμφυλες διαφορές, το οποίο εμπλέκει πολιτιστικές και θεσμικές πολιτικές και πρακτικές, όπως και τις πεποιθήσεις και τις πράξεις των ατόμων» (Shorter-Gooden 2004), ο οποίος βασίζεται σε μία εξουσία που καθιστά τις γυναίκες αδύναμες (Glasser 2017). Πρώτον, οι ανισότητες τείνουν να πάρουν γενικευμένη μορφή στις σύγχρονες νεοφιλελεύθερες κοινωνίες (Stiglitz 2012), καθώς οξύνονται σε επίπεδο οικονομικό, σε επίπεδο κοινωνικό, σε επίπεδο κοινωνικών δικαιωμάτων. Δεύτερον, ο νεοφιλελευθερισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία έχει αποτύχει να παράσχει στις γυναίκες θέση ισότητας ως προς τους άνδρες (Nicholas & Agius 2018: 3). Αυτή του η αποτυχία προσκρούει σε μία βασική αρχή του κλασικού φιλελευθερισμού που προϋποθέτει την ισονομία, αλλά και την ισότητα των ευκαιριών. Τρίτον, η πατριαρχία είναι ακόμα ισχυρή ως θεσμός εν τω θεσμώ της οικογένειας. Παρά το γεγονός ότι η πατριαρχία (όπως και ο νεοφιλελευθερισμός) ποικίλλει ανά τον κόσμο (Macionis 1995: 360), οι βασικές της αρχές βρίσκουν ακόμη ανταπόκριση 761 στις προτιμήσεις των ατόμων επί των στερεοτυπικών έμφυλων ρόλων. Πρόκειται για τυποποιημένους ρόλους που προωθούνται από διάφορους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους ως φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων, παρά το ότι πρόκειται περί κοινωνικών κατασκευών (Augoustinos & Walker 1998). Βιολογικά, τα φύλα είναι διαφορετικά μεν, αλλά κανένα δεν υπερέχει του άλλου. Εν τούτοις, οι έμφυλοι ρόλοι καθορίζονται κοινωνικά και πολιτιστικά και επιδρούν επώδυνα στις ανθρώπινες σχέσεις (Hughes & Kroehler, 2007: 421). Αυτό το επώδυνο στοιχείο μεταφράζεται σε μεγάλο βαθμό σε σεξισμό, «ένα σύστημα καταπίεσης βασισμένο στις έμφυλες διαφορές, το οποίο εμπλέκει πολιτιστικές και θεσμικές πολιτικές και πρακτικές, όπως και τις πεποιθήσεις και τις πράξεις των ατόμων» (Shorter-Gooden 2004: 407). Η καταπίεση αυτή, αν και μπορεί να λειτουργεί κι εναντίον του άνδρα, στις πλείστες των περιπτώσεων κατευθύνεται εναντίον των γυναικών. Οι Danner & Carmody (2006: 90-91) θεωρούν την ανδρική βία ως βασικό χαρακτηριστικό των έμφυλων ρόλων που υπαγορεύει η αρρενωπότητα (masculinity), μία βασική πρακτική του ρεπερτορίου συμπεριφοράς που επιτάσσει o ανδρισμός (masculinism) ως ιδεολογία. Οι Nicholas & Agius (2018: 5) σημειώνουν ότι ο ανδρισμός ενορχηστρώνει «μορφές βίας, κυριαρχίας και δομικής ανισότητας». Μέσα σε όλη αυτήν την κυριαρχία του ανδρισμού, η έμφυλη βία αναπαράγεται είτε γιατί τα θύματα διστάζουν να την καταγγείλουν (Nicolson & Wilson, 2004: 267), είτε γιατί τα έμφυλα στερεότυπα δημιουργούν προκαταλήψεις σε θύματα και τρίτους (Willis Esqueda & Harrison 2005: 822), είτε γιατί, στην περίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας, η έμφυλη βία συνυπάρχει συχνά με παιδική κακοποίηση (η οποία προκαλεί πιο έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη) και το βάρος των αρχών και της κοινωνίας πέφτει στη δεύτερη (Meyers, 1996: 63, Morris, 2009: 414). Οι αναπαραστάσεις της έμφυλης βίας στα ΜΜΕ Η αναπαράσταση είναι ένα σταυροδρόμι όπου σημασία, γλώσσα και κουλτούρα συνδέονται (Hall 1997). Τα δελτία ειδήσεων από την άλλη σχηματίζουν την άποψη και την κατανόηση των ανθρώπων για τον κόσμο στον οποίο ζουν (Meyers 1996: 2-22). Οι δύο αυτές λειτουργίες αρκούν για να μας εισάγουν στον τρόπο που τα ΜΜΕ μπορούν να ενδυναμώσουν τα έμφυλα στερεότυπα. Η Tuchman (1978), μάλιστα, διατείνεται ότι τα δελτία ειδήσεων αναπαράγουν ποικιλία προκαταλήψεων που προκαθορίζουν τις πεποιθήσεις των ατόμων για τις γυναίκες. Μελετώντας, λοιπόν, τη σχετική βιβλιογραφία κρίνουμε ότι τέσσερις παράγοντες διαδραματίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο επί της αναβάθμισης των στερεοτύπων αυτών που οδηγούν στην αντίστοιχη υποβάθμιση της έμφυλης βίας. Πρώτον, όπως είδαμε και νωρίτερα, τα περιστατικά έμφυλης βίας αποτελούν μόνο μία μικρή μερίδα επί του συνόλου του περιεχομένου των ΜΜΕ. Δεν είναι τόσο το ότι αποκλείονται από αυτά (εξάλλου η βία πάντα ενδιαφέρει τα ΜΜΕ), όσο ότι στην ατζέντα των ΜΜΕ ιεραρχούνται άλλα θέματα σε υψηλότερες θέσεις. Δεύτερον, οι ειδήσεις έμφυλης βίας αποτελούν ένα ιδιαίτερο είδος θεμάτων, το οποίο απαιτεί ειδικούς χειρισμούς (Santos, 2010: 49), αλλά και κατάλληλες προσλαμβάνουσες, από την πλευρά των δημοσιογράφων (Meyers, 1996). Τρίτον, τα σχετικά θέματα συνήθως καλύπτονται με τρόπο περιπτωσιολογικό (episodic) χωρίς να γίνονται αναφορές σε κοινωνικούς ή πολιτιστικούς 762 παράγοντες που ενδεχομένως να δρουν καταλυτικά (Iyengar 1991, Santos 2010: 5). Κάθε περιστατικό παρουσιάζεται σχεδόν σα να προήλθε εκ του μηδενός. Τέλος, το γεγονός ότι το περιεχόμενο των ΜΜΕ περιλαμβάνει την αναπαραγωγή πολλών σχετικών στερεοτύπων (Meyers 1996) μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες αντιλήψεις. Χαρακτηριστικά, οι Nicolson & Wilson (2004: 269) αναφέρουν ότι συχνά η γυναίκα-θύμα παρουσιάζεται σα να έχει προκαλέσει εκείνη τη βία ή να έχει απλά την τάση να επιλέγει βίαιους συντρόφους. Με αυτόν τον τρόπο η έμφυλη βία καταλήγει να υποβαθμίζεται και το περιστατικό να καλύπτεται σα να μην πρόκειται για έμφυλη βία, αλλά για κάποιο άλλο είδος βίας. Έμφυλη διαμεσολάβηση, Σεξισμός και έμφυλα στερεότυπα στο περιεχόμενο των ΜΜΕ Τα ΜΜΕ θεωρούνται ως ένα από τα πιο βασικά εργαλεία διασποράς στερεοτυπικών, και πατριαρχικών αντιλήψεων σχετικά με το φύλο, καθώς μεταβιβάζουν και αναπαράγουν κληρονομούμενο υλικό που είναι βαθύτατα σεξιστικό (Χαραμής & Γλαρέντζου 2009). Οι στερεοτυπικές απεικονίσεις και αναπαραστάσεις στα ΜΜΕ διαιωνίζουν τα πρότυπα των φύλων που αρνούνται την πολυπλοκότητα γυναικείων θεμάτων και ενδιαφερόντων (Ibroscheva & Stover 2012). Απλουστευμένες πεποιθήσεις για το φύλο, τα έμφυλα στερεότυπα, αναπαράγονται συχνά για να εξυπηρετήσουν το έμφυλο κοινωνικό σύστημα και να δικαιολογήσουν την έμφυλη ανισότητα. Ο σεξισμός, συνεπώς, υπονοεί ένα σύστημα σαφώς ιεραρχημένο με βάση το φύλο, που βασίζεται σε και αναπαράγει γενικεύσεις, στρεβλές αντιλήψεις και έμφυλες προκαταλήψεις (Μοσχοβάκου & Χατζηαντωνίου 2018). Για τη μελέτη των αναπαραστάσεων των γυναικών πολιτικών στα ΜΜΕ και την ερμηνεία της κυριαρχίας της έμφυλης παρουσίασης σε αυτά, αξιοποιείται η θεωρία της έμφυλης διαμεσολάβησης. Η έμφυλη διαμεσολάβηση βασίζεται στην υπόθεση ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η πολιτική καθορίζεται από μια ατζέντα αρσενικά προσανατολισμένη που πριμοδοτεί την άσκηση της πολιτικής σαν μια, ουσιαστικά, αρσενική επιδίωξη (Sreberny-Mohammadi & Ross 1996). Η εικόνα και η γλώσσα της διαμεσολαβούμενης πολιτικής, επομένως, υποστηρίζει το status quo (το αρσενικό ως νόρμα) και θεωρεί τις γυναίκες πολιτικούς ως «καινοτομίες» ή – κάποιες φορές – ακόμα και ως αποκλίνουσες περιπτώσεις (Ross & Sreberny 2000). Στο πλαίσιο αυτό, η συμπεριφορά των γυναικών πολιτικών «φιλτράρεται» περισσότερο από την αντίστοιχη συμπεριφορά των ανδρών πολιτικών και οι γυναίκες υπόκεινται σε μεγαλύτερες ερμηνευτικές αναλύσεις. Ενδεικτικά, η έμφυλη διαμεσολάβηση προκύπτει όταν οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα διαφορετικά ανάλογα με το φύλο του υποκειμένου (Burke & Mazzarella 2008) ή όταν οι ειδήσεις, χαρακτηρίζονται από μια «αρσενική αφήγηση» (Rakow & Kranich (1991). Οι σχετικές θεωρήσεις μας επιτρέπουν να κινηθούμε πέρα από την απλή ποσοτική καταγραφή της παρουσίασης των γυναικών από τα ΜΜΕ και στην μελέτη του κατά πόσον αυτή η παρουσίαση είναι θετική ή αρνητική. Η ερευνητική μέθοδος Όλα τα ερευνητικά ευρήματα που παρουσιάζονται στο παρόν κείμενο βασίζονται στην ερευνητική μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου. Ουσιαστικά, πρόκειται για τρεις 763 διαφορετικές έρευνες που εδώ παρουσιάζονται με τρόπο ενιαίο λόγω του παρεμφερούς χαρακτήρα των θεμάτων τους, αλλά και του κοινού μεθοδολογικού πλαισίου και τρόπου προσέγγισης των υπό διερεύνηση αντικειμένων. Το δείγμα των δύο πρώτων ερευνών, οι οποίες εστιάζουν στις αναπαραστάσεις των γυναικών πολιτικών στα ΜΜΕ, αποτελείται, αφενός, από άρθρα σε εφημερίδες και ιστοσελίδες, αφετέρου, από τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Όσον αφορά τα άρθρα, 765 πάρθηκαν από εφημερίδες (Βήμα της Κυριακής, Έθνος της Κυριακής, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Η Καθημερινή, Πρώτο Θέμα, Real News, Τα Νέα) και 763 από ιστοσελίδες (iefimerida.gr, news247.gr, zougla.gr). Τα άρθρα, όπως και τα δελτία ειδήσεων, συλλέχθηκαν σε τρεις διαφορετικές περιόδους, μία προεκλογική, μία μετεκλογική και μία ουδέτερη. Το 35.7% των άρθρων αφορά προεκλογική περίοδο (Μάιος-Ιούνιος 2012), το 23.7% ουδέτερη περίοδο (Οκτώβριος-Νοέμβριος 2013) και το 40.6% μετεκλογική περίοδο (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2015). Όσον αφορά τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, προέρχονται από τρία διαφορετικά κανάλια (ΝΕΤ/ΔΤ/ΝΕΡΙΤ8, AΝΤ1 και Mega). Από αυτούς τους τηλεοπτικούς σταθμούς επελέγη δείγμα 216 δελτίων ειδήσεων, ήτοι ποσοστό περίπου 40% επί συνόλου 543 δελτίων ειδήσεων που εξέπεμψαν κατά τις τρεις εκείνες περιόδους. Το δείγμα επελέγη με σταθερά εναλλασσόμενο βήμα ανά εβδομάδα για κάθε μήνα. Κατά την 1η και 3η εβδομάδα κάθε μήνα επιλέγονταν οι μέρες Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο και για τη 2η και 4η εβδομάδα οι Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή, με σκοπό να καλυφθούν τόσο οι καθημερινές όσο και τα Σαββατοκύριακα. Μονάδα ανάλυσης της έρευνας είναι είτε το άρθρο, είτε η είδηση (ανάλογα με το αν πρόκειται για γραπτό ή τηλεοπτικό λόγο). Το δείγμα της τρίτης έρευνας, η οποία εστιάζει στις αναπαραστάσεις της έμφυλης βίας, αποτελείται από 458 τηλεοπτικά προγράμματα ειδήσεων (δελτία κι ενημερωτικές εκπομπές). Τα τηλεοπτικά προγράμματα προβλήθηκαν την άνοιξη του 2018 (1η Μαρτίου έως 31η Μαΐου) σε ένα δημόσιο κανάλι (ΕΡΤ-1) κι ένα ιδιωτικό (ΣΚΑΪ). 241 εξ αυτών προήλθαν από την ΕΡΤ-1 (91 δελτία και 150 πρωινές ενημερωτικές εκπομπές) και 217 από το ΣΚΑΪ (91 δελτία και 126 πρωινές ενημερωτικές εκπομπές). Σε αυτά τα προγράμματα παρουσιάστηκαν συνολικά 277 ειδήσεις έμφυλης βίας, για τις οποίες μίλησαν 651 ομιλούσες κεφαλές. Μονάδες ανάλυσης της έρευνας είναι είτε η είδηση, είτε η ομιλούσα κεφαλή (ανάλογα με την εξεταζόμενη μεταβλητή και το εάν αυτή αναφέρεται είτε σε δομικά χαρακτηριστικά των ειδήσεων, είτε σε δομικά χαρακτηριστικά του λόγου των ομιλουσών κεφαλών). Το δείγμα της δεύτερης έρευνας, η οποία εστιάζει στις αναπαραστάσεις των γυναικών στα ΜΜΕ, αποτελείται, αφενός, από άρθρα σε εφημερίδες και ιστοσελίδες, αφετέρου, από τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Όσον αφορά τα άρθρα, 765 πάρθηκαν από εφημερίδες (Βήμα της Κυριακής, Έθνος της Κυριακής, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Η Καθημερινή, Πρώτο Θέμα, Real News, Τα Νέα) και 763 από ιστοσελίδες (iefimerida.gr, news247.gr, zougla.gr). Τα άρθρα, όπως και τα δελτία ειδήσεων, συλλέχθηκαν σε τρεις διαφορετικές περιόδους, μία προεκλογική, μία μετεκλογική και μία ουδέτερη. Το 35.7% των άρθρων αφορά προεκλογική περίοδο (Μάιος-Ιούνιος 2012), το 23.7% ουδέτερη περίοδο (Οκτώβριος-Νοέμβριος 2013) και το 40.6% μετεκλογική περίοδο (Φεβρουάριος- Μάρτιος 2015). Όσον αφορά τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, προέρχονται από τρία διαφορετικά κανάλια (ΝΕΤ/ΔΤ/ΝΕΡΙΤ, AΝΤ1 και Mega). Από αυτούς τους τηλεοπτικούς 8Το κανάλι αυτό είχε διαφορετικό όνομα σε καθεμία από τις τρεις περιόδους της δειγματοληψίας λόγω πολιτικών αποφάσεων. 764 σταθμούς επελέγη δείγμα 216 δελτίων ειδήσεων, ήτοι ποσοστό περίπου 40% επί συνόλου 543 δελτίων ειδήσεων που εξέπεμψαν κατά τις τρεις εκείνες περιόδους. Το δείγμα επελέγη με σταθερά εναλλασσόμενο βήμα ανά εβδομάδα για κάθε μήνα. Κατά την 1η και 3η εβδομάδα κάθε μήνα επιλέγονταν οι μέρες Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο και για τη 2η και 4η εβδομάδα οι Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή, με σκοπό να καλυφθούν τόσο οι καθημερινές όσο και τα Σαββατοκύριακα. Μονάδα ανάλυσης της έρευνας είναι είτε το άρθρο, είτε η είδηση (ανάλογα με το αν πρόκειται για γραπτό ή τηλεοπτικό λόγο). Κριτήριο επιλογής των πηγών του δείγματος αποτέλεσαν η κυκλοφορία για τις εφημερίδες, η επισκεψιμότητα για τις ενημερωτικές ιστοσελίδες και η τηλεθέαση των κεντρικών δελτίων ειδήσεων, αντίστοιχα. Αποτελέσματα Όσον αφορά τις αναπαραστάσεις των γυναικών πολιτικών στα ΜΜΕ τα σημαντικότερα ερευνητικά ευρήματα συνοψίζονται στα ακόλουθα: Το 31.5% των άρθρων που εξετάστηκαν παρουσιάζει έμφυλα στερεότυπα, δηλαδή 1 στα 3 άρθρα, ενώ μόνο το 12.7% τα αμφισβητεί. Το μεγάλο αυτό ποσοστό παρουσίασης έμφυλων στερεοτύπων από τα ΜΜΕ καταδεικνύει ότι παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί για την επίτευξη της ισότητας των φύλων, τα έμφυλα στερεότυπα εξακολουθούν να υφίστανται και διαιωνίζονται μέσα από τα ΜΜΕ. Επίσης, μόλις το 26.1% των άρθρων που παρουσιάζουν έμφυλα στερεότυπα, τα θέτουν προς αμφισβήτηση (δηλαδή το 73.9% δεν τα αμφισβητεί). Κατά την παρουσίαση τηλεοπτικών ειδήσεων, αναφορά σε έμφυλα στερεότυπα γίνεται στο 7.1% των ειδήσεων, ενώ σημαντικό στοιχείο αποτελεί ότι οι ειδήσεις που παρουσιάζουν έμφυλα στερεότυπα είναι σημαντικά περισσότερες σε σύγκριση με τις ειδήσεις που τα «αμφισβητούν». Από τα 1528 άρθρα (έντυπα και ηλεκτρονικά) που μελετήθηκαν, το 56.9% αφορούσε σε γυναίκες πολιτικούς, το 14.4% σε συγγενείς ή συντρόφους πολιτικών και το 10.2% σε γυναίκες καταξιωμένες σε κάποιο πεδίο. Αντίστοιχα, στις 1983 τηλεοπτικές ειδήσεις που μελετήθηκαν, το 42.1% εστιάζει σε γυναίκες πολιτικούς, το 8,3% σε καταξιωμένες γυναίκες σε χώρους εκτός show business, ενώ σε ακόμα μικρότερα ποσοστά συναντάμε συγγενείς/συντρόφους πολιτικών. Η κατανομή των ποσοστών είναι μάλλον αναμενόμενη, εάν συνυπολογίσουμε και τον μεθοδολογικό περιορισμό ως προς τις ερευνώμενες θεματικές ενότητες (πολιτική, κοινωνία, διεθνή θέματα). Γυναίκες Πολιτικοί Οι ιδιότητες των γυναικών και η συχνότητα με την οποία προβάλλονται διαφέρουν ανά χρονική περίοδο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που προέκυψαν σχετικά με την προβολή των γυναικών πολιτικών και των συγγενών ή συντρόφων ανδρών πολιτικών στον τύπο (έντυπο και ηλεκτρονικό) ανά χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες πολιτικοί παρουσιάζονται στο 47.5% των άρθρων της προεκλογικής περιόδου, στο 50.3% των άρθρων της ουδέτερης περιόδου και στο 69.1% των άρθρων της μετεκλογικής περιόδου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το χαμηλότερο ποσοστό 765 σημειώνεται κατά την προεκλογική περίοδο, ενώ το υψηλότερο κατά τη μετεκλογική περίοδο. Σχετικά με την πολιτική θέση των γυναικών, τα περισσότερα άρθρα (34.6%) αφορούν σε βουλεύτριες, ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το 16.1% των άρθρων αναφέρεται στην πρώην Πρόεδρο της Βουλής. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ποσοστά των άρθρων που παρουσιάζουν γυναίκες πολιτικούς δεν αντικατοπτρίζουν τον πραγματικό αριθμό των βουλευτριών ή των γυναικών πολιτικών, καθώς παρατηρήθηκε ότι τα άρθρα τείνουν να παρουσιάζουν συγκεκριμένες γυναίκες πολιτικούς. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε η περίπτωση της πρώην Προέδρου της Βουλής στην οποία αφορά το 16.1% των άρθρων, παρόμοια ποσοστά παρατηρήθηκαν και για άλλες γυναίκες πολιτικούς, οι οποίες μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των ΜΜΕ, ενώ ένας μεγάλος αριθμός γυναικών πολιτικών παρέμεινε αόρατος γι αυτά και δεν παρουσιάστηκαν καθόλου. Στο πεδίο των τηλεοπτικών ειδήσεων, το 46.9% του ερευνητικού δείγματος αφορά πολιτικούς που δραστηριοποιούνται σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (είτε εντός θεσμών της Ε.Ε., είτε εντός Ευρωπαϊκών χωρών) και το 40% σε εθνικό (Ελληνικό) επίπεδο. Στη δεύτερη θέση συναντάμε την προβολή βουλευτριών στο 13.8% των ειδήσεων, ένα ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από την κατά φύλο ποσόστωση τόσο στο ελληνικό, όσο και σε αρκετά ξένα κοινοβούλια. Ως προς την πολιτική ιδιότητα των παρουσιαζόμενων γυναικών πολιτικών, παρατηρούμε ότι «πρωταγωνιστούν» οι αναφορές σε γυναίκες πρωθυπουργούς/ προέδρους δημοκρατίας/βασίλισσες (κεφαλές ενός κράτους), με ποσοστό 38,9%. Αυτό το πλήθος αναφορών οφείλεται κυρίως στις συχνές αναφορές στην καγκελάριο Α. Μέρκελ, δεδομένης της «στενής» διπλωματικής/διαπραγματευτικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και των επιβληθέντων διαρθρωτικών πολιτικών. Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με τα συμπεράσματα έρευνας (όπως αυτή αναφέρεται στο: European Commission, 2010) που πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία, όπου λόγω της μεγάλης κάλυψης που είχε η καγκελάριος της χώρας από τα ΜΜΕ, διαφάνηκε ότι αυξήθηκε το μέσο ποσοστό των γυναικών πολιτικών στα έντυπα και τις τηλεοπτικές ειδήσεις. Ωστόσο, αυτή η αύξηση οφειλόταν κυρίως στην καγκελάριο, καθώς εκτός από την Α. Μέρκελ, όλες οι γυναίκες υπουργοί κατατάσσονται χαμηλότερα στην κάλυψη των Μέσων. Αναφορικά με την παρουσίαση των γυναικών πολιτικών, διαπιστώνουμε ότι στις τηλεοπτικές ειδήσεις, αυτή είναι επικεντρωμένη στην πολιτική τους ταυτότητα. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των γυναικών πολιτικών προσώπων γίνεται πρωτίστως με γνώμονα τα προσόντα/δεξιότητες, τις πολιτικές θέσεις και την επαγγελματική ιδιότητα, ενώ ο τρόπος παρουσίασης της ιδεολογίας τους παραμένει κυρίως ουδέτερος στην πλειοψηφία των ρεπορτάζ ειδήσεων (58.9%), με το ειδησεογραφικό περιεχόμενο της δημόσιας τηλεόρασης να τηρεί την πλέον ουδέτερη στάση ως προς την αξιολόγηση της ιδεολογίας των γυναικών πολιτικών (70%). Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι γυναίκες από τα δελτία ειδήσεων και τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Ειδικότερα, στις τηλεοπτικές ειδήσεις, στο 2.1% οι γυναίκες πολιτικοί προσφωνούνται με το μικρό τους όνομα, στο 2.9% γίνεται αναφορά σε άνδρα συγγενή και, τέλος, στο 1.4% γίνεται αναφορά στην ηλικία των γυναικών πολιτικών. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον τύπο, είναι 17% (προσφώνηση με το μικρό τους όνομα), 9.5% (αναφορά σε άνδρα συγγενή) και 10.3% (αναφορά στην ηλικία των γυναικών πολιτικών). 766 Τα ποσοστά των άρθρων που αναφέρονται και δίνουν έμφαση σε ψυχολογικά/συμπεριφορικά στοιχεία αλλά και σε προσωπικές πληροφορίες για τις γυναίκες πολιτικούς ανέρχονται στο 27.7% και 33.6% αντίστοιχα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το 23% των άρθρων που αναφέρονται σε προσωπικές πληροφορίες, οι πληροφορίες που παρέχουν είναι άσχετες με το θέμα της είδησης. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το 81.1% και το 83.7% των άρθρων παρουσιάζουν τις γυναίκες πολιτικούς βάσει των πολιτικών τους θέσεων/επαγγελματικών δεξιοτήτων και βάσει του επαγγέλματός τους αντίστοιχα. Η συχνότητα και ο τρόπος παρουσίασης των γυναικών πολιτικών από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των χρονικών περιόδων που εξετάστηκαν. Ειδικότερα, οι γυναίκες παρουσιάζονται προεκλογικά ως προς τα επαγγελματικά προσόντα ή τις δεξιότητές τους σε ποσοστό 53.7%, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο ποσοστό, συγκριτικά με την μετεκλογική και την ουδέτερη περίοδο. Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα της έρευνας για τον τύπο σχετικά με την παρουσίαση των γυναικών κατά την μετεκλογική περίοδο. Ειδικότερα, ενώ αποτελεί την περίοδο που οι γυναίκες πολιτικοί προβάλλονται σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τις υπόλοιπες δύο περιόδους, εντούτοις προβάλλονται λιγότερο ως προς τα προσόντα και τις δεξιότητές τους (31.2%) και δεν παρουσιάζονται καθόλου ούτε ως προς την προσωπικότητά τους ούτε ως προς τα προσόντα τους σε ποσοστό 34.3%. Σε αντίθεση με τον τύπο, στο πεδίο των τηλεοπτικών ειδήσεων η αναλογία αξιολόγησης του έργου/ιδεολογίας των γυναικών πολιτικών δεν διαφέρει ανά χρονική περίοδο αναφοράς της έρευνας, με την ουδέτερη προσέγγιση να κυριαρχεί με πανομοιότυπα ποσοστά και στις τρεις περιόδους των ερευνών. Γυναίκες συγγενείς πολιτικών Το 43.6% των ηλεκτρονικών και έντυπων άρθρων αναφέρεται στη μητρότητα και το 36.4% των άρθρων ασχολείται με την εμφάνιση των συγγενών/συντρόφων των πολιτικών περιγράφοντας εκτενώς τα ρούχα, το στυλ τους και άλλα χαρακτηριστικά της εμφάνισής τους ενώ σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επίθετα όπως «ξανθιά», «γοητευτική» και «πανέμορφη» για να τις περιγράψουν. Στις ειδήσεις των τηλεοπτικών δελτίων, σε σύνολο 1983 ειδήσεων, γίνεται αναφορά συνολικά σε 135 γυναίκες συντρόφους ή συγγενείς πολιτικών. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει το ότι ένας σημαντικός αριθμός γυναικών παρουσιάζεται πλέον με επίκεντρο την εξωτερική εμφάνιση (20.2%), την αναφορά στη μητρότητα (18%), την αναφορά στην εμφάνισή τους (27%) και την οικογενειακή κατάσταση (44.9%). Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν τα ευρήματα σχετικής έρευνας που διεξήχθη στον Ηνωμένο Βασιλειο σε εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας (Adcock 2010), καθώς οι σύντροφοι/σύζυγοι των πολιτικών προσώπων έχουν υψηλότερη παρουσία κατά την προεκλογική περίοδο (20%), γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι γυναίκες ή σύντροφοι των ανδρών πολιτικών χρησιμοποιούνται κατά τις προεκλογικές τους εκστρατείες, προκειμένου να ενισχύσουν το προφίλ τους, καθώς η παρουσίαση της συζύγου και της οικογένειας συμβάλλουν σημαντικά στη διαμεσολάβηση της δημόσιας εικόνας τους. Κατά την ουδέτερη και μετεκλογική περίοδο, τα άρθρα που αναφέρονται σε συγγενείς ή συντρόφους πολιτικών δεν ξεπερνούν το 11.3%. 767 Το φύλο των δημοσιογράφων Εξετάζοντας το φύλο των τηλεοπτικών ρεπόρτερ ανά θεματική (πολιτική, κοινωνία), διαπιστώνεται ότι η πολιτική είναι «ανδροκρατούμενη» σε ποσοστό 54%, ενώ τα κοινωνικά θέματα παρουσιάζονται πρωτίστως από γυναίκες ρεπόρτερ σε ποσοστό 52,4%. Ομοίως, στον τύπο, σε ό,τι αφορά το φύλο του/της συντάκτη/τριας ανά θεματική ενότητα, προέκυψε ότι το ποσοστό των άρθρων που προέρχονται από άνδρες στην ενότητα πολιτική, είναι υψηλότερο συγκριτικά με αυτό των άρθρων που προέρχονται από συντάκτριες. Μάλιστα, η διαφορά αυτή είναι μεγαλύτερη στα άρθρα που προέρχονται από εφημερίδες. Αντίθετα, στα διεθνή θέματα, το ποσοστό των συντακτριών είναι διπλάσιο από το αντίστοιχο των ανδρών. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν την έρευνα της WACC (2008), σύμφωνα με την οποία οι άνδρες δημοσιογράφοι αναλαμβάνουν κυρίως πολιτικά και οικονομικά θέματα, ενώ την τελευταία δεκαετία περισσότερες γυναίκες εμφανίζονται στα διεθνή ΜΜΕ και καλύπτουν διεθνή θέματα. Σε ό,τι έχει να κάνει με την παρουσίαση έμφυλων στερεοτύπων από γυναίκες και άνδρες ρεπόρτερ, δεν παρουσιάζεται κάποια σημαντική διαφοροποίηση. Αυτό οφείλεται πιθανόν στον γενικά ομοιογενή ως προς τον τρόπο εκφοράς τηλεοπτικό δημοσιογραφικό λόγο. Ο περιορισμένος τηλεοπτικός χρόνος που αφιερώνεται σε κάθε είδηση, σε συνδυασμό με τα «συγκεκριμένα» συστατικά που πρέπει να περιέχει ο τηλεοπτικός δημοσιογραφικός λόγος, αφήνουν λίγα περιθώρια για πιθανές διαφοροποιήσεις ως προς την εκφορά του και σίγουρα περιορίζουν τον/την ρεπόρτερ πολύ περισσότερο σε σύγκριση με το συντάκτη ενός εντύπου. Αντίθετα, στα άρθρα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, οι γυναίκες δημοσιογράφοι αναδεικνύουν σε μεγαλύτερο βαθμό θέματα φύλου, θέματα έμφυλης ισότητας (ανισότητας) και έμφυλης βίας, ενώ αμφισβητούν τα έμφυλα στερεότυπα σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τους άνδρες. Ωστόσο, αναπαράγουν σε μεγάλο ποσοστό έμφυλα στερεότυπα (μεγαλύτερο από ότι αντίστοιχα οι άνδρες δημοσιογράφοι). Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με προηγούμενες έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες τα περισσότερα θέματα ειδήσεων που αφορούν σε γυναίκες, προέρχονται από γυναίκες δημοσιογράφους. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο WACC (2008), στις ειδήσεις που προέρχονται από γυναίκες δημοσιογράφους, το 25% των ειδήσεων αφορούν σε γυναίκες, σε σύγκριση με το 20% των ειδήσεων που προέρχονται από άνδρες δημοσιογράφους. Ωστόσο, το να είναι ένα άτομο γυναίκα και δημοσιογράφος δεν δημιουργεί αυτόματα μία επαγγελματία με ευαισθησία στα έμφυλα ζητήματα (WACC, 2008). Ωστόσο, όπως και στην έρευνα του ΚΕΘΙ, σύμφωνα με την GMMP, οι ειδήσεις που προέρχονται από γυναίκες δημοσιογράφους, γενικά, αμφισβητούν τα έμφυλα στερεότυπα πιο συχνά από τους άνδρες δημοσιογράφους (European Commission 2010). Αν και τα περισσότερα άτομα στον χώρο των ΜΜΕ είναι άνδρες (κυρίως στις θέσεις ευθύνης στη διοίκηση των ΜΜΕ), αυτό που διακυβεύεται, όπως τονίζει η Gallagher (2001), «δεν είναι μόνο ο αριθμός των γυναικών που εμφανίζονται στα ΜΜΕ αλλά το βάρος των φωνών τους», καθώς το τι αποτελεί είδηση και γιατί, είναι υποκειμενικές επιλογές που κάνουν καθημερινά δημοσιογράφοι, συντάκτες/τριες και παραγωγοί. Αυτές οι επιλογές συχνά επηρεάζονται όχι μόνο από ορισμένα τυπικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των ειδήσεων, αλλά το περιεχόμενο των ειδήσεων ενδέχεται να επηρεάζεται από έμφυλες προκαταλήψεις (WACC 2008). Η συμμετοχή στην κοινωνική 768 κατηγορία «γυναίκες» δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για τη διεκδίκηση ουσιαστικής έμφυλης ισότητας και την αμφισβήτηση του ανδροκεντρισμού (Παντελίδου-Μαλούτα 2014). Συνεπώς, οι γυναίκες δημοσιογράφοι, πολλές φορές αναπαράγουν έμφυλα στερεότυπα είτε στην προσπάθειά τους να αποτελέσουν μέρος ενός ανδροκρατούμενου επαγγελματικού χώρου, είτε ακούσια εξαιτίας της κοινωνικοποίησής τους γεγονός που αποτελεί μορφή λανθάνοντα σεξισμού. Όσον αφορά την κάλυψη της έμφυλης βίας στα τηλεοπτικά ενημερωτικά προγράμματα (δελτία ειδήσεων και λοιπές ενημερωτικές εκπομπές), τα σημαντικότερα ευρήματα αποτυπώνονται στα ακόλουθα γραφήματα:9 Γράφημα 1 − Η είδηση επικεντρώνεται σε κάποιο βίαιο περιστατικό; (chi square p value= 0.137) Στο Γράφημα 1 βλέπουμε πως τα ποσοστά μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής τηλεόρασης είναι παραπλήσια, ως προς την επικέντρωσή τους σε βίαια περιστατικά, με την ΕΡΤ1 να επικεντρώνεται λίγο παραπάνω σε αυτά (58,2%), έναντι 48% του ΣΚΑΪ. Συνολικά, φαίνεται ότι η βία, ως στοιχείο της είδησης, τίθεται στο επίκεντρο. 9Στις διασταυρώσεις των μεταβλητών που παρουσιάζονται από τα γραφήματα έχει εφαρμοστεί ο έλεγχος ανεξαρτησίας χ τετράγωνο (chi square), του οποίου η τιμή που καθορίζει την ύπαρξη ή μη στατιστικά σημαντικής σχέσης (probability value) αναγράφεται στον τίτλο του γραφήματος. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας είναι το 95% (α=0.05). 769 Γράφημα 2 − Η είδηση επικεντρώνεται στην αποκήρυξη της έμφυλης βίας; (chi square p value= 0.000) Στο Γράφημα 2 βλέπουμε πως η πλειονότητα των ειδήσεων έμφυλης βίας δεν αποκηρύσσεται από τους/τις δημοσιογράφους ή από τις λοιπές ομιλούσες κεφαλές. Ιδίως στην ΕΡΤ1 (7.5%) το σχετικό στοιχείο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμη περισσότερο προβληματικό. Φυσικά, το γεγονός ότι στο ΣΚΑΪ (29.3%) το σχετικό ποσοστό είναι σημαντικά μεγαλύτερο, δε σημαίνει ότι δεν παραμένει ανησυχητικά μικρό. Γράφημα 3 − Η είδηση επικεντρώνεται σε στατιστικές/επίσημα στοιχεία ή σε κάποιο άλλο είδος δημόσιας συζήτησης γύρω από την έμφυλη βία; (chi square p value = 0.000) 770 Στο Γράφημα 3 βλέπουμε ότι η ΕΡΤ1 (32.8%) να έχει σημαντικά πιο συχνές αναφορές σε επίσημα στοιχεία σε σύγκριση με το ΣΚΑΪ (8%). Και στα δύο κανάλια, όμως, θα έπρεπε το συγκεκριμένο ποσοστό να είναι ακόμα μεγαλύτερο, ιδίως στο ιδιωτικό κανάλι. Πρακτικές όπως η αναφορά σε επίσημα στοιχεία ή στατιστικές βοηθάει ούτως ώστε ένα περιστατικό έμφυλης βίας να αναλύεται περισσότερο διεξοδικά και να αποφεύγεται η προβληματική περιπτωσιολογική πλαισίωση της σχετικής είδησης, η οποία αντιμετωπίζει την έμφυλη βία συνήθως ως εκ του μηδενός γενόμενη, τη στιγμή που ο θύτης επιτίθεται στο θύμα. Γράφημα 4 − Υπάρχουν αναφορές σε στατιστικά ή έρευνες;10 Το Γράφημα 4 αναφέρεται σε ένα παρεμφερές ζήτημα με το γράφημα 3. Δυστυχώς, η αναφορά σε έρευνες που να καταδεικνύουν και να τονίζουν τα χαρακτηριστικά της έμφυλης βίας σπανίζουν. Μάλιστα, και οι δύο τηλεοπτικοί σταθμοί του δείγματος έχουν το ίδιο ποσοστό αναφορών σε στατιστικές ή έρευνες όταν καλύπτουν περιστατικό έμφυλης βίας. Τα στοιχεία του γραφήματος 4 κρίνονται ακόμα πιο ανησυχητικά από εκείνα του γραφήματος 3. 10Ο έλεγχος χ τετράγωνο είναι άκυρος,λόγω ύπαρξης υψηλού ποσοστού (25%) τιμών με αναμενόμενες τιμές κάτω από 5. 771 Γράφημα 5 − Ποιο το είδος της βίας που αναφέρεται στην είδηση; (chi square p value= 0.000) Στο Γράφημα 5 διαπιστώνουμε πιο έντονες διαφορές μεταξύ των δύο τηλεοπτικών σταθμών του δείγματος. Συχνά (38.3%), η ΕΡΤ1, αν και στο γράφημα 1 είδαμε πως επικεντρώνεται περισσότερο στα βίαια περιστατικά, αποφεύγει να περιγράψει τη γεγονυία βία. Αντίθετα, όταν επιλέγει να την περιγράψει δίνει περισσότερο βάρος στη σωματική βία (34.8%) και το φόνο (17.9%). Όσον αφορά το ΣΚΑΪ, όμως, βλέπουμε να είναι πολύ μικρό το ποσοστό (9.3%) ειδήσεων έμφυλης βίας στην παρουσίαση των οποίων δεν προσδιορίζεται η ασκηθείσα βία, και η έμφαση να δίνεται στη σωματική βία (53.3%) και τη λεκτική βία (36%). Όσον αφορά τη συμπεριφορά των ομιλουσών κεφαλών στην παρουσίαση και το σχολιασμό των ειδήσεων έμφυλης βίας στα τηλεοπτικά ενημερωτικά προγράμματα (δελτία ειδήσεων και λοιπές ενημερωτικές εκπομπές), πρέπει να αναφερθεί ότι η ΕΡΤ1 αφιερώνει 46 δευτερόλεπτα κατά μέσον όρο στην περιγραφή της είδησης (εξαιρουμένου του σχολιασμού), ενώ στο ΣΚΑΪ ο αντίστοιχος αριθμός είναι 31.52 δευτερόλεπτα, γεγονός που δείχνει ότι η δημόσια τηλεόραση εν προκειμένω αφιερώνει σχεδόν κατά 50% περισσότερο χρόνο στην παρουσίαση των βασικών στοιχείων της είδησης.11 Ως προς τα υπόλοιπα ευρήματα παρατίθενται τα ακόλουθα γραφήματα: 11Για την περίπτωση αυτή διεξήχθη έλεγχος μέσων τιμών για ανεξάρτητα δείγματα t (independent samples t-test), που έδειξε τη στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση των μέσων τιμών ως προς τη αφιέρωση χρόνου για τα περιστατικά βίας στο 95% επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας (t-test p value= 0.000). 772 Γράφημα 6 − Επεισοδική-θεματική πλαισίωση του βίαιου περιστατικού (chi square p value= 0.000). Στο Γράφημα 6 βλέπουμε πως και στους δύο τηλεοπτικούς σταθμούς του δείγματος υπάρχει η τάση η περί έμφυλης βίας είδηση να παρουσιάζεται επεισοδικά, δηλαδή με αποσπασματικό τρόπο και χωρίς να επιχειρείται μία βαθύτερη συζήτηση για τις αιτίες του φαινομένου. Ο ιδιωτικός σταθμός ΣΚΑΪ δείχνει να παρουσιάζει πιο αναλυτικά, πάντως, τις ειδήσεις έμφυλης βίας, αν και αφιερώνει μικρότερο χρόνο στην παρουσίαση των βασικών στοιχείων της είδησης, όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο. 773 Γράφημα 7 − Παροχή πληροφοριών για πρόληψη/παρεμπόδιση έμφυλης βίας (chi square p value= 0.000). Στο Γράφημα 7 βλέπουμε πως οι τηλεοπτικοί σταθμοί αποφεύγουν να δίνουν πληροφορίες προληπτικού χαρακτήρα. Δυστυχώς, με αυτόν τον τρόπο επιτείνεται η άγνοια, αλλά ευνοούνται και κάποιες πρακτικές, όπως η αποφυγή καταγγελίας των σχετικών περιστατικών. Στην ΕΡΤ1 (12.4%) το σχετικό ποσοστό, αν και σχεδόν εξαπλάσιο από το αντίστοιχο του ΣΚΑΪ (2.2%), παραμένει μικρό. Η παροχή πληροφοριών για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας − πρέπει να − είναι βασικό στοιχείο της ενημέρωσης γύρω από αυτήν. 774 Γράφημα 8 − Παροχή πληροφόρησης για υπηρεσίες αντιμετώπισης της έμφυλης βίας (chi square p value= 0.000). Το Γράφημα 8 παρουσιάζει στενή συνάφεια με εκείνο για την παροχή πληροφοριών για την πρόληψη της έμφυλης βίας (Γράφημα 7). Και εδώ τα ποσοστά των ειδήσεων έμφυλης βίας που αναφέρουν σχετικές πληροφορίες είναι πολύ μικρά. Στην ΕΡΤ1 (24%) φαίνεται να υπάρχει μια σχετική τάση για σχεδόν μία στις τέσσερις ειδήσεις έμφυλης βίας, όμως στο ΣΚΑΪ (0.9%) πρόκειται για σπάνια περίπτωση. Οι αναφορές στις σχετικές υπηρεσίες μπορούν να δράσουν καταλυτικά για τα δηλωμένα ή άδηλα θύματα της έμφυλης βίας, οπότε οι τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να δώσουν περισσότερο έμφαση στις σχετικές αναφορές. 775 Γράφημα 9 − Αναφορά σε γραμμές υποστήριξης θυμάτων έμφυλης βίας (chi square p value= 0.399). Και το Γράφημα 9 έχει παραπλήσια θεματική με τα δύο προηγούμενα. Μάλιστα, κι εδώ τα ποσοστά κρίνονται ιδιαιτέρως ανησυχητικά. Πάλι η ΕΡΤ1 (2.4%) εμφανίζει μεγαλύτερο ποσοστό από το ΣΚΑΪ (1.3%), ωστόσο οι σχετικές αναφορές και των δύο είναι σπάνιες. Οι γραμμές υποστήριξης, μάλιστα, μπορούν να βοηθήσουν τόσο στην ψυχολογική αποκατάσταση των θυμάτων, όσο και στην ενθάρρυνσή τους να καταγγείλουν τη βία που υφίστανται. Συμπεράσματα Τα συμπεράσματα έδειξαν πως στην πλειονότητα των ΜΜΕ τόσο οι αναπαραστάσεις των γυναικών, όσο και οι ειδήσεις έμφυλης βίας τείνουν να αναπαράγουν έμφυλα στερεότυπα. Ειδικά για το ζήτημα της έμφυλης βίας διεφάνη ότι τα ΜΜΕ τείνουν να μην το αναδεικνύουν σφαιρικά. Υπάρχουν τομείς που πρέπει να υποστηριχθούν περισσότερο μέσα από το δημοσιογραφικό έργο, το οποίο με βάση τα ευρήματα παρουσιάζει συγκεκριμένες αδυναμίες και ως προς τα δύο θέματα. Στην κάλυψη της έμφυλης βίας από τα ενημερωτικά προγράμματα των τηλεοπτικών σταθμών, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι προκύπτει διαφορετικός τρόπος κάλυψης της έμφυλης βίας ανάμεσα στα δύο κανάλια του δείγματος. Δηλαδή, αλλιώς προσεγγίζει το σχετικό θέμα το δημόσιο και αλλιώς το ιδιωτικό κανάλι. Ωστόσο, αυτό δε συμβαίνει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σε κάποιες στατιστικές κατηγορίες της έρευνας το δημόσιο κανάλι παρουσίαζε πιο έντονα έμφυλες προσεγγίσεις, σε άλλες 776 κατηγορίες το ιδιωτικό. Επομένως, δε μπορούμε να πούμε πως υπάρχει κάποια δομική προσέγγιση στο ζήτημα. Όμως, και πάλι τα αποτελέσματα καταδεικνύουν την ύπαρξη προβλήματος, καθώς παρατηρείται παντελής έλλειψη ενημέρωσης που να αφορά την έμφυλη βία ως κοινωνικό φαινόμενο, τη συμπερίληψη στατιστικών και επίσημων στοιχείων, όπως και την παροχή πληροφοριών υποστήριξης προς τα θύματα της έμφυλης βίας. Η σωματική βία είναι η κυρίαρχη βία που περιγράφεται στις ειδήσεις έμφυλης βίας, ωστόσο παρατηρήθηκε ένας σχετικός πλουραλισμός ως προς το είδος της βίας το οποίο τείνουν να αναφέρον περισσότερο οι δύο τηλεοπτικοί σταθμοί του δείγματος. Αναφορικά με τα άτομα που έλαβαν το λόγο για να περιγράψουν ή να σχολιάσουν την έμφυλη βία (ομιλούσες κεφαλές), τα πιο σημαντικά ευρήματα της έρευνας είναι δύο. Πρώτον, οι ομιλούσες κεφαλές συνήθως ήταν επαγγελματίες δημοσιογράφοι με σχετική ισορροπία ως προς το φύλο τους που μιλούσαν για 35-40 δευτερόλεπτα περίπου για την υπόθεση της έμφυλης βίας που κλήθηκαν να καλύψουν. Δεύτερον, ο κυρίαρχος τρόπος πλαισίωσης των σχετικών ειδήσεων ήταν ο επεισοδικός. Μάλιστα, τα ποσοστά της επεισοδικής πλαισίωσης αφορούσαν το 77.6% των ειδήσεων αυτών στο δημόσιο τηλεοπτικό σταθμό και το 63.6% στον αντίστοιχο ιδιωτικό. Επομένως, μπορούμε να μιλήσουμε για μία ισχυρή τάση απομόνωσης των σχετικών περιστατικών από τα ευρύτερα κοινωνικά πλαίσια. Τα αποτελέσματα της έρευνας για την έμφυλη βία καταδεικνύουν πως υπάρχει σοβαρή αδυναμία των τηλεοπτικών σταθμών στην Ελλάδα να συζητήσουν το εν λόγω θέμα σφαιρικά και βαθύτερα. Πολλές από τις πρακτικές που υιοθετούν οι δημοσιογράφοι υπονομεύουν την έμφυλη διάσταση του θέματος αυτού και αποκρύπτουν, έτσι, τις κοινωνικές αιτίες ενός μείζονος σημασίας κοινωνικού φαινομένου. Σε ότι αφορά τις αναπαραστάσεις των γυναικών πολιτικών από τα ΜΜΕ, από τα αποτελέσματα των ερευνών καθίσταται σαφές ότι η χρήση έμφυλων στερεοτύπων εξακολουθεί να αποτελεί πρακτική για την παρουσίαση τους. Αυτή η πρακτική είναι σαφώς πιο συχνή στην παρουσίαση των γυναικών πολιτικών στα έντυπα και ηλεκτρονικά ενημερωτικά άρθρα, σε σχέση με τις τηλεοπτικές ειδήσεις, όπου ο ομοιογενής ως προς τον τρόπο εκφοράς τηλεοπτικός δημοσιογραφικός λόγος, λειτουργεί περιοριστικά σε σύγκριση με τον γραπτό δημοσιογραφικό λόγο που συναντάται συχνά σε «άρθρα γνώμης». Ωστόσο, και στα δελτία ειδήσεων, παρόλο που η συχνότητα αναπαραγωγής έμφυλων στερεοτύπων είναι σαφώς χαμηλότερη σε σύγκριση με τα άρθρα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, τα ερευνητικά ευρήματα έδειξαν ότι τα έμφυλα στερεότυπα δεν αμφισβητούνται. Η αύξηση της παρουσίασης των συντρόφων/συζύγων ή συγγενών πολιτικών στα άρθρα κατά την προεκλογική περίοδο, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη μείωση της παρουσίασης των γυναικών πολιτικών κατά την ίδια περίοδο, αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο τα ΜΜΕ αξιοποιούνται για την αναπαραγωγή κυρίαρχων προτύπων και τη διατήρηση έμφυλων ανισοτήτων. Επιπλέον, η αναφορά σε χαρακτηριστικά και πληροφορίες που είναι άσχετες με το θέμα της είδησης (π.χ. εξωτερική εμφάνιση, μητρότητα, οικογενειακή κατάσταση) αποτελεί έναν συνήθη τρόπο πλαισίωσης των ειδήσεων που αφορούν στην δημόσια δράση γυναικών πολιτικών, καταδεικνύοντας ότι στο περιεχόμενο τον ΜΜΕ συναντάται στερεοτυπικός λόγος που αναπαράγει έμφυλες προκαταλήψεις. Οι πρόσφατες εξελιξεις σε επίπεδο πολιτικών, θέτουν ρητά την ανάγκη για την καταπολέμηση του σεξισμού στα ΜΜΕ. Ειδικότερα, ο Νόμος 4604/2019 (άρθρο 24) 777 περιλαμβάνει μέτρα που αποβλέπουν στην πραγμάτωση της αρχής της ισότητας των φύλων και στην εξάλειψη του σεξισμού και των στερεοτύπων λόγω φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, ενώ η Σύσταση (2019) 1 του Συμβουλίου της Ευρώπης αποτελεί το πρώτο διεθνές κείμενο που ορίζει τον σεξισμό και περιλαμβάνει κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπισή του. Χωρίς να σημαίνει ότι αυτά τα θεσμικά εργαλεία θα φέρουν αυτόματα αλλαγές στην κατεύθυνση ενός δημοσιογραφικού λόγου απαλλαγμένου από σεξισμό και έμφυλες προκαταλήψεις, καθώς σχετικά θεσμικά εργαλεία για την προώθηση της ισότητας στο πεδίο των ΜΜΕ προϋπήρχαν, η εξέλιξη αυτή στο επίπεδο των πολιτικών αναμένεται να βοηθήσει στην κατεύθυνση της αναγνώρισης του τι συνιστά σεξιστική συμπεριφορά και έμφυλη διάκριση. Βιβλιογραφία Adcock, C. (2010), “The Politician, the Wife, the Citizen and her Newspaper”, Feminist Media Studies, 10(2):135-159. Augoustinos, M. & Walker, I. (1998), “The Construction of Stereotypes within Social Psychology”, Theory & Psychology, 8 (5): 629-652. Burke, C. & Mazzarella, S. R. (2008), “A Slightly New Shade of Lipstick: Gendered mediation in internet news stories”, Women's Studies in Communication, 31: 395-418. Danner, M. J. E. & Carmody, D. C. (2006), “Missing Gender in Cases of Infamous School Violence: Investigating research and media explanations”, Justice Quarterly, 18 (1): 87-114. European Commission (2010), Opinion on Breaking Gender Stereotypes in the Media, Advisory Committee on Equal Opportunities for Women and Men, Social Europe, Brussels, European Commission. Gallagher, M. (2001), Gender Setting: New agendas for media monitoring and advocacy, London, Zed Books. Glasser, C. L. (2017), “Catcalled in the Cafeteria: Managing and teaching through sexism from students”, σε K. Cole & H. Hassel (επιμ.), Surviving Sexism in Academia: Strategies for feminist leadership, New York, Routledge, σσ. 171-177. Hall, S. (1997), “The Work of Representation”, σε S. Hall (επιμ.), Representation: Cultural Representations and Signifying Practices, London, Sage, σσ. 13-64. Hansen, A. (1998), “Content Analysis”, σε A. Hansen (επιμ.), Mass Communication Research Methods, New York, New York University Press, σσ. 91-129. Hughes, M. & Kroehler, J. C. (2007), Κοινωνιολογία: Οι βασικές έννοιες, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Ibroscheva, E. & Stover, M. (2012), “The Girls of Parliament: A historical analysis of the press coverage of female politicians in Bulgaria”, σε K. Ross (επιμ), The Handbook of Gender, Sex and Media, Malden, Wiley-Blackwell, σσ. 35-52. Iyengar, S. (1991), Is Anyone Responsible? How television frames political issues, Chicago, University of Chicago Press. Judge, M. (2018), Blackwashing homophobia: Violence and the politics of sexuality, gender, race, Oxford, Routledge. Knopp, L. & Lauria, M. (1987), “Gender Relations as a Particular Form of Social Relations”, Antipode, 19 (1): 48-53. Macionis, J. J. (1995), Sociology, New Jersey, Prentice Hall. 778 Meyers, M. (1996), News Coverage of Violence Against Women: Engendering blame, Thousand Oaks, Sage. Meyers, M. (2004), “African American Women and Violence: Gender, race, and class in the news”, Critical Studies in Media Communication, 21 (2): 95-118. Morris, A. (2009), “Gendered Dynamics of Abuse and Violence in Families: Considering the abusive household gender regime”, Child Abuse Review, 18: 414-427. Nicholas, L. & Agius, C. (2018), The Persistence of Global Masculinism: Discourse, gender and neo- colonial re-articulations of violence, London, Palgrave Macmillan. Nicolson, P. & Wilson, R. (2004), “Is Domestic Violence a Gender Issue? Views from a British city”, Journal of Community & Applied Social Psychology, 14: 266-283. Rakow, L. F. & Kranich, K. (1991), “Woman as Sign in Television News”, Journal of Communication, 41 (1): 8-23. Ross, K. & Sreberny, A. (2000), “Women in the House: Media representations of British politicians”, σε A. Sreberny, & L. Van Zoonen (επιμ.), Gender, Politics and Communication, Cresskill, NJ, Hampton Press, σσ.79-99. Santos, J. (2010), Daring to Feel: Violence, the news media, and their emotions, Lanham, Lexington Books. Shorter-Gooden, K. (2004), “Multiple Resistance Strategies: How African American women cope with racism and sexism”, Journal of Black Psychology, 30 (3): 406-425. Sievers, D. & Greifinger, R. (2016), Evidence Series: Gender-based violence, Washington, D.C., Population Services International. Sreberny-Mohammadi, A. & Ross, K. (1996), “Women MPs and the Media: Representing the body politic”, σε J. Lovenduski & P. Norris (επιμ.), Women in Politics, Oxford: Oxford University Press, σσ. 105–17. Stiglitz, J. (2013), The Price of Inequality: How today’s divided society endangers our future, New York, W. W. Norton & Company. Tuchman, G. (1978), Making News: A study in the construction of reality, New York, The Free Press. Willis Esqueda, C. & Harrison, L. A. (2005), “The Influence of Gender Role Stereotypes, the Woman’s Race, and Level of Provocation and Resistance on Domestic Violence Culpability Attributions”, Sex Roles, 53: 821-834. World Association for Christian Communication (2008), ‘Mission Possible’: A Gender and Media Advocacy Toolkit, Global Media Monitoring Project, Toronto, WACC. Worthington, N. (2013), “Explaining Gang Rape in a ‘Rough Town’”: Diverse voices in gender violence news online”, Communication, Culture & Critique, 6: 103-120. Μοσχοβάκου, Ν. & Χατζηαντωνίου, Λ. (2018), Οδηγός προς τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας για την εξάλειψη του σεξισμού και των έμφυλων διακρίσεων, Αθήνα, Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας. Παντελίδου-Μαλούτα, Μ. (2014), Δομές Πολιτικής Εξουσίας, Αθήνα, Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας. Χαραμής, Π. & Γλαρέντζου, Ε. (2009), «Στερεότυπα του Φύλου στο Σχολείο και στην Τηλεόραση», Σεμινάριο Ευαισθητοποίηση για την ισότητα των φύλων στο επάγγελμα των εκπαιδευτικών και στην εκπαίδευση, ETUCE, Βρυξέλλες 25-26 Μαΐου. 779 780 Ο Ρόλος της Πολιτικής Ηγεσίας στην Ενδυνάμωση του Ανθρώπινου Δυναμικού, ως Στρατηγικού Παράγοντα Μεγιστοποίησης της Οργανωσιακής Απόδοσης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Βασιλική Τζαβέλλα1 Περίληψη Η ηγεσία γενικότερα, και δη η πολιτική ηγεσία, στο πλαίσιο της λειτουργίας ενός οργανισμού είναι από τις σημαντικότερες παραμέτρους που προσδιορίζει τη φυσιογνωμία, τη λειτουργία και την εξέλιξή της και δύναται να κινητοποιήσει όλους τους πόρους και ειδικότερα τους ανθρώπινους, προκειμένου να ενδυναμώσει και να αναπτύξει κατάλληλα τις ικανότητές τους, ώστε αυτό να αποτελέσει εφαλτήριο για την μεγιστοποίηση της απόδοσής του αλλά και κρίσιμο παράγοντα απόκτησης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε μια συγκυρία ραγδαίων εξελίξεων και μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα για τη Δημόσια Διοίκηση. Η παρούσα εισήγηση, που παρουσιάζει τα ευρήματα της μεταπτυχιακής μου διατριβής, πραγματεύεται αυτό το ρόλο που καλείται ο αποτελεσματικός ηγέτης να διαδραματίσει, ενδυναμώνοντας το ανθρώπινο δυναμικό ενός οργανισμού με σκοπό την αξιοποίηση της δυναμικότητάς του. Αφού μελετήσαμε τα χαρακτηριστικά των ΟΤΑ Β’ βαθμού, αλλά και τα ειδικότερα αυτά της Περιφέρειας Πελοποννήσου, έγινε εμπειρική μελέτη και ανάλυση των ερωτηματολογίων που συλλέχθηκαν από τους εργαζομένους της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Λέξεις – κλειδιά: ηγεσία, ανθρώπινο δυναμικό, ενδυνάμωση ανθρώπινου δυναμικού, διοίκηση ανθρωπίνων πόρων Εισαγωγή Το ζήτημα της αποτελεσματικής ηγεσίας στον εργασιακό χώρο αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα στις σύγχρονες κοινωνίες, ιδιαίτερα στις μέρες μας που οι συνθήκες κρίσης διαμόρφωσαν ανταγωνιστικές και ραγδαία μεταβαλλόμενες καταστάσεις στους χώρους δουλειάς. Η αποτελεσματική ηγεσία αποτελεί διαρκές ζητούμενο, αφού μια σειρά παραγόντων παρεμποδίζουν την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των εργαζομένων, τη δημιουργία ομαδικού πνεύματος, την οικοδόμηση συλλογικού οράματος, τη δρομολόγηση μιας κοινής προοπτικής, τη διαμόρφωση μιας υγιούς εργασιακής κουλτούρας. Αναλύοντας τα βασικά χαρακτηριστικά και τα πρότυπα συμπεριφοράς του ηγέτη και υπό το πλαίσιο των θεωριών περί ηγεσίας που έχουν αναπτυχθεί 1 Προϊσταμένη Τμήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δ/νση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας ΠΕ Αρκαδίας, Περιφέρεια Πελοποννήσου,
[email protected]781 διαχρονικά, προκύπτει ο ρόλος της αποτελεσματικής ηγεσίας στην ενδυνάμωση και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, όπου μέσα από μία σειρά μεθόδων και διαδικασιών, γίνεται σαφής η αποτύπωση των ωφελειών της σε μια εποχή ραγδαίων οικονομικών, τεχνολογικών, πολιτικών και πολιτισμικών εξελίξεων. Μεθοδολογία Περαιτέρω, και υπό αυτό το πρίσμα, μελετήσαμε την περίπτωση της ενδυνάμωσης του ανθρώπινου δυναμικού και το ρόλο της αποτελεσματικής ηγεσίας στην ανάπτυξη και υποκίνηση των υπάλληλων της Περιφέρεια Πελοποννήσου, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της απόδοσης του εν λόγω Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού, αφού ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει παρόμοια μελέτη που τα αποτελέσματά της να έχουν εφαρμοστεί στην πράξη, ως εργαλείο βελτίωσης της απόδοσης. Στο πρώτο μέρος της εργασίας αυτής, διερευνήθηκε ο ρόλος της αποτελεσματικής ηγεσίας στο χώρο εργασίας, αναλύθηκε η έννοια και οι μέθοδοι της ενδυνάμωσης του ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο Τομέα, εξετάστηκε η πρακτική διάσταση της αποτελεσματικής ηγεσίας στη μεγιστοποίηση της απόδοσης ενός οργανισμού και παρουσιάστηκαν περιληπτικώς οι Διοικητικές Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκησης που έγιναν ή είναι σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και σχετίζονται με το αντικείμενο της εργασίας μας. Στο δεύτερο μέρος η εμπειρική προσέγγιση αναφέρεται αρχικά στη μελέτη του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, ενώ στη συνέχεια παρουσιάζεται η μεθοδολογία μιας ποσοτικής έρευνας που ακολουθήθηκε προκειμένου να μελετήσουμε το ρόλο της ηγεσίας στην ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού αυτής, τα στάδια αυτής της μεθοδολογίας και η περιγραφική ανάλυση της τεχνικής συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων μέσω ερωτηματολόγιων με τη μελέτη συγκεκριμένων μεταβλητών. Τέλος με το εργαλείο της SWOT ανάλυσης μελετήσαμε τις ευκαιρίες και τις απειλές του εξωτερικού περιβάλλοντος, αλλά και τα δυνατά και αδύνατα σημεία στο εσωτερικό περιβάλλον του Οργανισμού, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερος ο στρατηγικός έλεγχος των δυνατοτήτων ενδυνάμωσης των ανθρωπίνων πόρων της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Εισηγούμαι περιληπτικά την εν λόγω μελέτη. ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Η έννοια της αποτελεσματικής ηγεσίας Ως ηγεσία θα μπορούσε να οριστεί η διαδικασία επηρεασμού της σκέψης, των συναισθημάτων, των στάσεων και των συμπεριφορών μιας μικρής ή μεγάλης, τυπικής ή άτυπης ομάδας ανθρώπων από ένα άτομο (ηγέτη). Η διαδικασία επηρεασμού γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε τα άτομα εθελοντικά και πρόθυμα και με την κατάλληλη συνεργασία να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να υλοποιούν αποτελεσματικούς στόχους που απορρέουν από την από την 782 αποστολή της ομάδας και τη φιλοδοξία της για πρόοδο ή ένα καλύτερο μέλλον (Μπουραντάς 2002). Ειδικότερα στοιχεία όπως: α) η δυνατότητα ενός να επιβάλλει τις επιθυμίες του πάνω στους άλλους (δύναμη), β) το νόμιμο δικαίωμα να ασκήσει τη δύναμη που κατέχει (εξουσία) ή γ) η ικανότητα κάποιου να επιδράσει με τον τρόπο του στη συμπεριφορά ή στον τρόπο σκέψης των άλλων (επιρροή), αποτελούν σημαντικές παραμέτρους μιας ηγετικής συμπεριφοράς, ωστόσο δεν συνιστούν τη λειτουργία της ηγεσίας στον πυρήνα της. Όταν αναφερόμαστε στην έννοια της αποτελεσματικής ηγεσίας εννοούμε μια σύνθετη και δυναμική λειτουργία η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθεί στατικά και μονοσήμαντα. Αυτό σημαίνει ότι για να κατανοηθεί στην ολότητά της, απαιτείται να ιδωθεί ως διαδικασία η οποία εδράζεται σε πυλώνες, όπως τα στοιχεία της προσωπικότητας του ηγέτη (ή της συλλογικής ηγεσίας), το προφίλ της ομάδας των συνεργατών/μελών/υφισταμένων, την κουλτούρα που διέπει την ομάδα, το αξιακό της σύστημα, το πολιτισμικό της κεφάλαιο, την πηγή της ισχύος, το εξωτερικό περιβάλλον, τις ευκαιρίες, καθώς και τις απειλές του περιβάλλοντος χώρου. Βασικά χαρακτηριστικά του ηγέτη στο χώρο εργασίας Το διαρκές ερώτημα που απασχολεί όσους προβληματίζονται πάνω στα ζητήματα της εργασίας και γενικότερα γύρω από τα θέματα οργάνωσης και διοίκησης του εργασιακού χώρου σε επιχειρήσεις και οργανισμούς, σχετίζεται με το ποια είναι τα χαρακτηριστικά που καθιστούν κάποιον ηγέτη στο χώρο δουλειάς του. Είναι σαφές ότι το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί ανάλογα με τον τρόπο που κάποιος βλέπει το φαινόμενο της ηγεσίας. Αν, για παράδειγμα, κάποιος υιοθετήσει τη «γενετική θεωρία» που δίνει έμφαση σε κληρονομικά μεταβιβάσιμες ικανότητες, είναι προφανές ότι θα τον απασχολήσουν τα «ηγετικά» γονίδια που κληρονομούνται από τη μια γενιά στην άλλη. Αν, σε άλλη περίπτωση, δώσουμε έμφαση στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ηγετών (θεωρία των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων) τότε θα αναζητήσουμε στους ηγέτες συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως κοινωνική θέση, φύλο, ηλικία, εμφάνιση κλπ. τα οποία θεωρείται ότι ευθύνονται για την ηγετική συμπεριφορά που επιδεικνύει κάποιος (Κουτούζης 1999). Σύμφωνα με άλλες μελέτες και έρευνες που έγιναν στη δεκαετία του ‘60 (προσεγγίσεις της συμπεριφοράς) επιχειρήθηκε να αναλυθούν συγκεκριμένες συμπεριφορές οι οποίες χαρακτήριζαν την αποτελεσματική ηγεσία στους χώρους δουλειάς, δίνοντας έμφαση σε δύο διαστάσεις οι οποίες θεωρήθηκαν ιδιαίτερα κρίσιμες στην ανάπτυξη ηγετικής συμπεριφοράς: α) το αν μπορεί ο ηγέτης να ορίζει και να κατευθύνει τις δραστηριότητες των υφισταμένων του εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου με σκοπό την ικανοποίηση των στόχων ενός οργανισμού και β) την προσπάθειά του να εμπνεύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μέσα από το σεβασμό, την αλληλεγγύη και την ανάπτυξη ενός ανθρωποκεντρικού προσανατολισμού (Κουτούζης 1999). Άλλες θεωρήσεις επιχείρησαν να δώσουν απάντηση μέσα από τη δημιουργία ενός «διευθυντικού πλέγματος» (Blake & Mouton 1981) σε μια 783 προσπάθεια να συνδυαστούν τύποι ηγεσίας με γνώμονα είτε το ενδιαφέρον για τους ανθρώπους είτε το ενδιαφέρον για την παραγωγή. Ωστόσο, κι αυτές οι θεωρήσεις βασίστηκαν σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία οφείλει να ενσωματώνει ο ηγέτης, χωρίς όμως να είναι σε θέση να απαντούν με πειστικό τρόπο στο ερώτημα ενός καθολικά αποδεκτού μοντέλου ηγετικής συμπεριφοράς. Είναι σαφές ότι η συζήτηση για το ποιος έχει το «χάρισμα» του ηγέτη έχει απασχολήσει πολύ την επιστημονική κοινότητα. Σημαντική στο ζήτημα αυτό υπήρξε η συμβολή του Μax Weber ο οποίος μίλησε για το ρόλο του χαρισματικού ηγέτη στους γραφειοκρατικά οργανωμένους οργανισμούς, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ικανότητα κάποιου να εμπνέει ενθουσιασμό και αφοσίωση, πείθοντας τους υφισταμένους του να ενστερνιστούν εθελουσίως το δικό του όραμα. Εν κατακλείδι, η σύλληψη ενός οράματος, η διάδοσή του, η ενδελεχής «ανάγνωση» και ανάλυση της πραγματικότητας, η ορθολογική πρόβλεψη των μελλοντικών τάσεων, η δημιουργία καινοτόμων και ρηξικέλευθων στόχων, η κινητοποίηση των μελών της ομάδας για την επίτευξη των στόχων αυτών, η ικανότητα σύνθεσης δυνάμεων και διαχείρισης των συγκρούσεων αποτελούν αποδεδειγμένα μερικά από τα βασικά στοιχεία κάθε ηγετικής συμπεριφοράς η οποία ασκείται επωφελώς και αποτελεσματικά. Πρότυπα Ηγετικής Συμπεριφοράς Στην προέκταση της θεωρητικής συζήτησης για την ηγεσία και την ηγετική συμπεριφορά, η επιστημονική κοινότητα διαμόρφωσε έναν κοινό τόπο για ορισμένα βασικά πρότυπα και χαρακτηριστικά τα οποία διέπουν το φαινόμενο της ηγεσίας. Σε γενικές γραμμές, μετά από συστηματική έρευνα που έγινε σχετικά με τον τρόπο συμπεριφοράς του ηγέτη προς την ομάδα, προσδιορίστηκαν τρία βασικά πρότυπα ηγεσίας με κριτήριο τον τρόπο λήψης των αποφάσεων από τον ηγέτη. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την προσέγγιση διακρίνονται τρία μοντέλα ηγεσίας (Μπουραντάς 2005): (α) το αυταρχικό, (β) το δημοκρατικό και (γ) το εξουσιοδοτικό/χαλαρό. Eιδικότερα: Στο αυταρχικό πρότυπο ο ηγέτης αποφασίζει μόνος τους χωρίς να συζητά με τους συνεργάτες του τις αποφάσεις τις οποίες πρόκειται να υλοποιήσει. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ηγέτης παίρνει ουσιαστικά τις ευθύνες πάνω του, ενώ επιβάλλει τη στρατηγική του χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν οι συνεργάτες του συμφωνούν ή όχι. Το μοντέλο αυτό ενδεχομένως να κρίνεται αποτελεσματικό σε περιπτώσεις όπου η ηγέτης δεν διαθέτει χρόνο για να εξηγήσει ή σε περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ωριμότητα με συνέπεια να είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει μια πιο «σκληρή» και «προσωποκεντρική» τακτική. Είναι σαφές βέβαια ότι το μοντέλο αυτό λειτουργεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο ηγέτης είναι παρών και όχι όταν απουσιάζει, αφού οι συνεργάτες ακολουθούν τις αποφάσεις του μόνο από φόβο ή καταναγκασμό. Αντίθετα, το δημοκρατικό πρότυπο ηγεσίας βασίζεται στη κοινή συνεισφορά όλων με τρόπο που η άποψή τους λαμβάνεται υπόψη μέσω μιας κοινής διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Το μοντέλο αυτό προσφέρει υψηλή 784 αποτελεσματικότητα στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα άτομα διαθέτουν ωριμότητα, υψηλό επίπεδο μόρφωσης και γενικότερα αναπτυγμένο επίπεδο νοημοσύνης, ώστε να μπορούν να διαχειριστούν τη συμμετοχή τους σε μια ομάδα η οποία συναποφασίζει και είναι διατεθειμένη να λάβει την ευθύνη των αποφάσεών της. Στο μοντέλο αυτό ο ηγέτης αναλαμβάνει να συντονίσει και να καθοδηγήσει την κοινή προσπάθεια με στόχο τη σύνθεση δυνάμεων και την κοινή προοπτική σε ένα κοινό όραμα το οποίο να ακολουθούν όλοι πρόθυμα και ηθελημένα. Το εξουσιοδοτικό/χαλαρό πρότυπο είναι ακόμα ένα μοντέλο ηγεσίας στο οποίο ο ρόλος του ηγέτη είναι σχετικά περιορισμένος, αφού δίνει αρμοδιότητες στους συνεργάτες του με στόχο την αυτενέργεια της ομάδας και την ανάπτυξη της δυναμικής της. ‘Ένα εξίσου σημαντικό κριτήριο περιγραφής και διαφοροποίησης των προτύπων ηγεσίας είναι το κριτήριο του συνολικού προσανατολισμού της ηγετικής συμπεριφοράς σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν δύο βασικές κατευθύνσεις. Η πρώτη έχει έναν περισσότερο ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, όπου ο ηγέτης θεωρεί τον άνθρωπο το βασικό συντελεστή της παραγωγικής διαδικασίας. Αντίθετα, η δεύτερη κατεύθυνση δίνει έμφαση στην τυπική άσκηση των καθηκόντων μέσα στο χώρο εργασίας, ενώ ο ηγέτης δίνει περισσότερο ενδιαφέρον για διαχειριστικά ζητήματα τα οποία αφορούν στην υλοποίηση του έργου πέρα και πάνω από τις ανάγκες των εργαζόμενων που συμμετέχουν στην υλοποίηση του έργου αυτού. Αναφορικά τώρα προς το ποιο μοντέλο ηγεσίας είναι περισσότερο αποτελεσματικό θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν υπάρχει μια σαφής και απόλυτα σωστή απάντηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα των προτύπων ηγεσίας στους χώρους εργασίας εξαρτάται από πολλές παραμέτρους. Ο ηγέτης έχει τη διακριτική ευχέρεια να προσαρμόζει το πρότυπο ηγεσίας του ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ειδικές συνθήκες, τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες ή τις απειλές του περιβάλλοντός του. Ανάλυση της συνεχούς κλίμακας ηγετικής συμπεριφοράς Η σχέση μεταξύ των τριών βασικών στυλ ηγεσίας παρουσιάζεται παρακάτω στο Σχήμα (1). Στο αυταρχικό στυλ, ο ηγέτης συμπεριφέρεται με έναν τρόπο εξουσιαστικότητας που κλιμακώνεται. Είναι σαφώς προσανατολισμένος προς την παραγωγή-έργο και τείνει να θεωρεί τους υφισταμένους του ως αντικείμενα, χωρίς δυνατότητες και επιθυμίες να εκτελέσουν κάτι από μόνοι τους. Πιέζει και εξαναγκάζει τους υφισταμένους του για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του Οργανισμού και τους επιβλέπει στενά από φόβο μην εκμεταλλευτούν την ελευθερία και επιδείξουν μη παραγωγικές συμπεριφορές. Το μέγεθος του αυταρχισμού μειώνεται καθώς ο ηγέτης αυξάνει τη συμμετοχή των υφισταμένων του στη λήψη αποφάσεων, παραχωρώντας έτσι μέρος της εξουσίας του. Έχουμε λοιπόν στην άλλη άκρη τον χαλαρό ηγέτη που καθορίζει πλατιά όρια πολιτικής και στόχων εργασίας αλλά επιτρέπει στους υφισταμένους του να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις και να επιτύχουν τους στόχους όπως αυτοί νομίζουν καλύτερα. Κάτω από έναν επιτυχημένο χαλαρό ηγέτη είναι εκείνοι οι υφιστάμενοι που χάρη στην τεχνολογία ή στην προσωπικότητά τους, εμπλέκονται προσωπικά με τους οργανωσιακούς αλλά και προσωπικούς τους στόχους, είναι 785 πολύ υπεύθυνοι και με μεγάλη πρωτοβουλία και γνωστική κατάρτιση. Με τέτοιο τύπο υφισταμένων μια πλήρης συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του ηγέτη θα ήταν αντιπαραγωγική. Ανάμεσα στα δύο ακραία στυλ ηγεσίας, είναι εκείνο όπου ο ηγέτης που μοιράζεται δημοκρατικά σημαντικό μέρος της εξουσίας του με τους υφισταμένους του. Θεωρούνται όλοι εξίσου ικανοί να συμβάλλουν στη επίτευξη των στόχων του Οργανισμού κι έχουν την ίδια ποσότητα επιρροής στις δραστηριότητες και αποφάσεις(Herbert 1976). Τα ιδανικά στυλ ηγεσίας στην πράξη σπανίζουν, ενώ ουσιαστικά επικρατούν, όπως βλέπουμε και στην καθημερινή πρακτική στους χώρους εργασίας, τα μεικτά στυλ, δηλαδή αυτά μεταξύ των ακραίων είναι αυτά που αποτελούν την πραγματικότητα. Σχήμα 1. Το ηγετικό στυλ με βάση την ωριμότητα των υφισταμένων Το πόσο αποτελεσματικό θα είναι το στυλ ηγεσίας επηρεάζεται και εξαρτάται από την ωριμότητα των υφισταμένων. Αυτή ορίζεται ως η ικανότητα να θέτει κανείς δύσκολους, αλλά ρεαλιστικούς στόχους, η διάθεση για εκτέλεση έργου 786 και ανάληψη ευθυνών και τέλος η εκπαίδευση που έχει λάβει και η πείρα πάνω στο έργο. Οι παράγοντες αυτοί της ωριμότητας έχουν έννοια μόνο σε σχέση με κάποια συγκεκριμένη εργασία, που πρέπει να γίνει. Έτσι κάποιο άτομο δεν είναι γενικά ώριμο ή ανώριμο παρά μόνο σε σχέση με κάτι συγκεκριμένο (Χυτήρης 1994). Καθώς αυξάνεται η ωριμότητα των υφισταμένων, σε σχέση με κάποιο αντικείμενο της εργασίας τους, οι ηγέτες (προϊστάμενοι) θα πρέπει να αρχίσουν να ελαττώνουν τη συμπεριφορά τους την προσανατολισμένη στην επίτευξη αποτελέσματος (εγωκεντρική) και να αυξάνουν τη συμπεριφορά σχέσεων (ανθρωποκεντρική), μέχρι το σημείο όπου οι υφιστάμενοι είναι αρκετά ώριμοι, οπότε θα πρέπει οι ηγέτες να αρχίσουν να ελαττώνουν και τη συμπεριφορά σχέσεων. Αν υποτεθεί ότι η ωριμότητα των υφισταμένων μετριέται σε τέσσερα (4) επίπεδα - από την πολύ χαμηλή ωριμότητα μέχρι την πλήρη ωριμότητα – τότε δημιουργούνται τέσσερα αντίστοιχα στυλ ηγεσίας. Στο Σχήμα (2) που ακολουθεί τα τέσσερα αυτά στυλ ηγεσίας είναι: α) Στυλ διευθυντικό, β) Στυλ συμβουλευτικό, γ) Στυλ υποστηρικτικό και δ) Στυλ εξουσιοδοτικό. Έτσι, με επίπεδο ωριμότητας Ω1 (χαμηλό) το διευθυντικό στυλ είναι το πιο κατάλληλο, διότι άτομα που είναι μη ικανά προς εκτέλεση έργου και απρόθυμα να αναλάβουν την ευθύνη ολοκλήρωσής του χρειάζονται σαφής οδηγίες και περισσότερη επίβλεψη. Το συμβουλευτικό στυλ χρησιμοποιείται με υφισταμένους χαμηλής προς μέτριας ωριμότητας (Ω2). Άτομα που είναι μη ικανά προς εκτέλεση έργου αλλά απρόθυμα να αναλάβουν την ευθύνη χρειάζονται καθοδηγητική συμπεριφορά, επειδή στερούνται ικανοτήτων, αλλά χρειάζονται επίσης υποστηρικτική συμπεριφορά για ενίσχυση της προθυμίας και του ενθουσιασμού τους. Το υποστηρικτικό στυλ είναι κατάλληλο για υφισταμένους με μέτρια προς υψηλή ωριμότητα (Ω3). Επειδή οι υφιστάμενοι σε αυτό το επίπεδο ωριμότητας έχουν την ικανότητα να κάνουν ό,τι ζητήσει ο ηγέτης αλλά στερούνται αυτοπεποίθησης, ο ηγέτης χρειάζεται να υποστηρίξει τις προσπάθειές τους μέσω αμφίδρομης επικοινωνίας και τεχνικών ακρόασης. Το εξουσιοδοτικό στυλ χρησιμοποιείται όταν οι υφιστάμενοι έχουν υψηλό επίπεδο ωριμότητας (Ω4). Τα άτομα σε αυτό το επίπεδο ωριμότητας είναι ικανά και αυτοπαρακινούνται, γι΄ αυτό λίγη καθοδήγηση ή υποστήριξη χρειάζονται από τον ηγέτη. Μπορούν να αποφασίσουν οι ίδιοι το πώς, πότε και που να ολοκληρώσουν το έργο τους. 787 Σχήμα 2 Συμπερασματικά, όπως γίνεται κατανοητό από τα παραπάνω, ο ηγέτης επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και κυρίως από αυτούς που αφορούν στην προσωπικότητά του, στους ανωτέρους του, στους ομοιόβαθμούς του και τους υφισταμένους του, στους παράγοντες που επηρεάζουν το κλίμα και τις πολιτικές του Οργανισμού. Σχετικό είναι το παρακάτω σχήμα. 788 ΣΧΗΜΑ 3. Άσκηση ηθικής ηγεσίας Ο ρόλος της ηθικής είναι καθοριστικός και ουσιώδους σημασίας στην άσκηση της ηγεσίας. Οι Bolman & Deal (1995) υποστηρίζουν ότι η ηγεσία είναι «μια ηθική, το χάρισμα ενός ανθρώπου» (σ. 102) και ότι η υπεροχή της ηγεσίας προκύπτει και διατηρείται μέσω της δημιουργικής ικανότητας του ηγέτη, η οποία δίνει ευκαιρίες σε όσους υπάγονται στην εξουσία του, ώστε να είναι δημιουργικοί μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Αυτά τα όρια τίθενται προκειμένου να δημιουργηθούν παραγωγικότερες οργανώσεις, να αυξηθεί η επιρροή του ηγέτη και να αισθάνονται αυτοί που υπάγονται στην εξουσία του τη χαρά της δημιουργικότητας, διαπιστώνοντας πως η δουλειά τους έχει νόημα και αξιοπρέπεια. Ο Solomon (1998) υποστήριξε ότι η ηθική είναι η δύναμη που καθοδηγεί τόσο την καθημερινή ζωή των ανθρώπων όσο και τη ζωή σε κάθε τύπο οργανισμού. Συνεπώς, όταν το περιβάλλον μιας οργάνωσης δίνει έμφαση όχι μόνο στο κέρδος αλλά και την έμπνευση και καθοδήγηση, επιτυγχάνονται 789 περισσότερα και μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα στα πλαίσια του συγκεκριμένου οργανισμού (Collins & Porras 1994). Οι επαγγελματικές οργανώσεις συνιστούν βασίλεια σκοπών μέσα στα οποία τα άτομα αλληλεπιδρούν ως ηθικά και όχι ως ανήθικα όντα. Αυτή η αλληλεπίδραση μέσα σε εκείνα τα συγκεκριμένα περιβάλλοντα υπόκειται αυτόματα σε ηθικούς κανόνες και νόμους, ενώ αυτά παύουν να συνδέονται αποκλειστικά με οικονομικούς σκοπούς. Επομένως η αλληλεπίδραση μεταξύ του ηγέτη και των υφισταμένων διαφοροποιείται, δεν έχει πλέον σχέση απλώς με τις οικονομικές συναλλαγές και την συγκυριακή αλληλεπίδραση, υπόκειται σε ηθικούς κανόνες. Ο ηγέτης δεν είναι πια αυτός που επιβάλλει τις αποφάσεις, γίνεται μάλλον αυτός που προτείνει τις αποφάσεις. Οι υφιστάμενοι δεν ακολουθούν πλέον τις αποφάσεις χωρίς να κρίνουν, είναι ενεργά και ισότιμα μέλη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (Bowie 2000). Η ηθική ηγεσία συνδέεται κι εξαρτάται από τις ηθικές αξίες και το όραμα του ηγέτη το οποίο αποδέχονται ή αποδοκιμάζουν οι οπαδοί του. Οι Bass & Steidlmeier (1998) υποστήριξαν ότι η μετασχηματιστική ηγεσία συνδέεται στενά με το σύγχρονο ηθικό προβληματισμό, ο οποίος εκτός από τον ηθικό κι ενάρετο χαρακτήρα περιλαμβάνει και σημαντικές ιδέες-ιδανικά όπως η εμπιστοσύνη, η ελευθερία και η δικαιοσύνη. Οι Kanungo & Mendonca (1996) υποστήριξαν ότι ηθικός τρόπος συμπεριφοράς μέσα σε έναν οργανισμό είναι αυτός που εξυπηρετεί περισσότερο τις καλές πρακτικές του οργανισμού και τις ιδέες-ιδανικά που συνδέονται με την ηθικότητα. Εκείνοι οι οργανισμοί που διαθέτουν ισχυρή κουλτούρα και ξεκάθαρες αξίες, μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητές τους να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη επιτυχία και διάρκεια. (Heskett & Schlesinger 1996). Ο ηθικός ηγέτης ενδιαφέρεται για την κοινότητα στο σύνολό της και όχι για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Επιπλέον, ο ηθικός ηγέτης απαιτεί από όλα τα άτομα που επηρεάζονται από τους κανόνες του οργανισμού, να συμμετέχουν στον καθορισμό αυτών των κανόνων προτού αυτοί τεθούν σε ισχύ. Κάθε ηγέτης έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει ότι όλες οι οργανωσιακές σχέσεις και οι σχέσεις μεταξύ των μελών αναπτύσσονται βάσει πνεύματος δικαιοσύνης και επίσης να λαμβάνει υπόψη τα συναισθήματα όλων των ατόμων που επηρεάζονται ή μπορεί να επηρεαστούν από τις αποφάσεις που λαμβάνει (Αντωνίου 2016). Η Ενδυνάμωση του Ανθρώπινου Δυναμικού στο Δημόσιο Τομέα Οι έννοιες της Ανάπτυξης και της Ενδυνάμωσης Η έννοια της ενδυνάμωσης μπορεί να ορισθεί ως διαδικασία και ως κατάσταση- αποτέλεσμα: α) Ως διαδικασία η ενδυνάμωση αποτελεί έναν συνδυασμό ενεργειών (από πλευράς επιχείρησης και μάνατζερ) μεταβίβασης ευθυνών και εξουσίας, παρακίνησης και ανάπτυξης των εργαζομένων, ώστε να επιτυγχάνεται η υψηλότερη δυνατή απόδοση και ταυτόχρονα η υψηλότερη δυνατή ικανοποίηση τους στην εργασία. β) Ως κατάσταση – αποτέλεσμα η ενδυνάμωση αφορά στο πώς αισθάνονται και στο πώς συμπεριφέρονται οι εργαζόμενοι. Ως «κατάσταση εργαζομένων» η 790 ενδυνάμωση είναι μια πολυδιάστατη έννοια η οποία συντίθεται από τις εξής διαστάσεις: Αίσθηση του νοήματος της εργασίας (sense of meaning). Εκφράζει την συναισθηματική σύνδεση του ατόμου με την εργασία. Ο εργαζόμενος βρίσκει πραγματικό νόημα στη δουλειά του. Αίσθηση της ικανότητας (sense of competence). Σημαίνει ότι ο εργαζόμενος αισθάνεται αυτοπεποίθηση και ότι διαθέτει τις απαιτούμενες ικανότητες και δυνατότητες που είναι αναγκαίες για να κάνει μια δουλειά αποτελεσματικά . Αίσθηση αυτοπροσδιορισμού (sense of self – determination). Σημαίνει ότι ο εργαζόμενος διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια, την αυτονομία, την ελευθερία πρωτοβουλιών και τον έλεγχο που απαιτείται για να κάνει τη δουλειά του αποτελεσματικά. Αίσθηση επιρροής (sense of impact). Είναι η αντίληψη του εργαζόμενου για το κατά πόσο μέσω της εργασίας του, μπορεί να ασκεί επιρροή στα αποτελέσματα του οργανισμού μέσω της δικής του εργασίας και προσπάθειας. Η ενδυνάμωση εκφράζει τις αναγκαιότητες του σύγχρονου επιχειρησιακού περιβάλλοντος ως προς τη διοίκηση των εργαζομένων. Δίνει έμφαση και στηρίζεται σε σχετικές θεωρίες για τον εσωτερικό έλεγχο (αυτό – έλεγχο), την εσωτερική δέσμευση (commitment) των εργαζομένων, τη συμμετοχή, την ανάπτυξη και την εσωτερική παρακίνηση (motivation), δηλαδή την παρακίνηση από τη δουλειά αυτή καθ΄αυτή και όχι από εξωτερικούς παράγοντες όπως αμοιβές, προϊστάμενοι κλπ (Μπουραντάς 2002). Η ενδυνάμωση μπορεί να είναι «μηχανιστική», ως μεταφορά μέρους του διοικητικού ελέγχου από τα στελέχη στους υφισταμένους, ή «οργανική», ως διαδικασία ανάληψης ρίσκου και προσωπικής ανάπτυξης (Παπαλεξανδρή & Μπουραντάς 2003) και αφορά την ίδια τη βάση της ανθρώπινης ύπαρξης (Thomas & Velthouse 1985). Οι ανθρώπινοι πόροι είναι το σύνολο των ταλέντων και της διάθεσης για απόδοση όλων των ανθρώπων μιας επιχείρησης που μπορεί να συντελέσουν στη δημιουργία και ολοκλήρωση της αποστολής, του οράματος, της στρατηγικής και των στόχων της (Jackson και Schuler, 1996). Δεδομένου ότι η ανάπτυξη και ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού ενός οργανισμού αποτελεί κύρια πηγή ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, ο (Μumford 1993) ορίζονται τρία στοιχεία που πρέπει να συνδυάζονται σε ένα αποτελεσματικό σύστημα ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού: − Η αυτοανάπτυξη όπου τα άτομα δε μαθαίνουν από άλλους, αλλά η πρωτοβουλία για προσωπική ανάπτυξη ανήκει στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. − Η ανάπτυξη που κατευθύνεται από τον οργανισμό, μέσω επίσημων διαδικασιών από τους υπευθύνους για το ανθρώπινο δυναμικό. − Η ανάπτυξη που κατευθύνεται από τους ανωτέρους για να δώσουν ευκαιρίες βελτίωσης της απόδοσης . Στο Δημόσιο Τομέα η ενδυνάμωση αποτελεί τη διαδικασία εμψύχωσης και ανταμοιβής της πρωτοβουλίας των εργαζομένων, με βασική προϋπόθεση τα μέλη του να είναι πρόθυμα και ικανά να αναλάβουν περισσότερη εξουσία, να λάβουν σωστές αποφάσεις και να τις εκτελέσουν αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της δομής της δημόσιας διοίκησης, οπότε και αναφερόμαστε σε καταστάσεις μερικής ενδυνάμωσης, τα περιθώρια εφαρμογής διαδικασιών και 791 μεθόδων ενδυνάμωσης είναι αρκετά και ικανά να οδηγήσουν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του. Ο ρόλος και τα οφέλη της ανάπτυξης και της ενδυνάμωσης του ανθρώπινου δυναμικού υπό την καθοδήγηση του ηγέτη Η εξασφάλιση της συνεχούς ανάπτυξης των ανθρώπων αποτελεί βασικό στοιχείο του μοντέλου διαρκούς επιτυχίας. Οι λόγοι που καθιστούν στρατηγικής σημασίας αναγκαιότητα την συνεχή ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, μπορεί να είναι: α) Η βελτίωση των γνώσεων και των ικανοτήτων των στελεχών έτσι ώστε να ανταπεξέλθουν στις προσδοκίες της επιχείρησης β) Ο εντοπισμός ικανών στελεχών και η εφαρμογή του κατάλληλου σχεδίου ανάπτυξης για την εξασφάλιση της διαδοχής σε θέσεις ευθύνης «εκ των έσω» (home grown management). γ) Η βελτίωση της ικανότητας κατανόησης και προσαρμογής στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του επιχειρησιακού περιβάλλοντος δ) Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας και η υποκίνηση των στελεχών για τη δημιουργία καινοτομιών ε) Η ανάπτυξη συνείδησης της ποιότητας και πολιτιστικής ευαισθησίας στ) Η ανάπτυξη στρατηγικής σκέψης και της ικανότητας διαχείρισης κρίσεων ζ) Η εξασφάλιση της απασχόλησης. Σημαντικοί παράγοντες για την συνολική και συστηματική ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού εκτός από την εφαρμογή προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, είναι επίσης: Η εναρμόνιση της πολιτικής ανάπτυξης με τη γενικότερη πολιτική και τους στόχους της επιχείρησης O σχεδιασμός και η εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης για τον εντοπισμό των αναπτυξιακών αναγκών και την επαναπληροφόρηση (feedback) του προσωπικού Η ένταξη της καθοδήγησης (coaching), της διδασκαλίας (teaching) και της συμβουλευτικής (mentoring) στην κουλτούρα και τις πρακτικές των στελεχών Η συστηματική αξιοποίηση των ομαδικών εργασιών, της εκπαίδευσης στην εργασία (job training), των αναθέσεων, των προαγωγών και των μεταθέσεων. Οι συνέπειες της ενδυνάμωσης έχουν εμφανώς θετικά αποτελέσματα τόσο στη συμπεριφορά όσο και τις στάσεις των εργαζομένων και συγκεκριμένα: - Η αύξηση της ικανοποίησης των εργαζομένων από το περιεχόμενο της δουλειάς τους καθαυτής έχει ως αποτέλεσμα τα άτομα να δείχνουν περισσότερο ενδιαφέρον και να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια - Αυξάνεται η διοικητική αποτελεσματικότητα και αναπτύσσεται η καινοτομία αφού τα ενδυναμωμένα άτομα είναι δημιουργικά, δεν φοβούνται να αναλαμβάνουν κινδύνους, είναι αποφασιστικά, έχουν αυτοπεποίθηση, διαθέτουν υψηλό ηθικό και αυτοεκτίμηση, μειώνοντας αντίστοιχα την προδιάθεση για εργασιακή ένταση (στρες) - Με την συμμετοχή στις αποφάσεις, την ελευθερία πρωτοβουλιών και την αυτονομία αυξάνεται η δέσμευση απέναντι στον οργανισμό και στην εργασία, με συνέπεια τα άτομα να νιώθουν τα ίδια υπεύθυνα για τα αποτελέσματα της επιχείρησης ή του οργανισμού 792 - Βελτιώνονται οι σχέσεις και η συνεργασία μεταξύ των υπαλλήλων και παράλληλα αυξάνεται η ικανότητα προσαρμογής στις αλλαγές και τις εξελίξεις του εργασιακού τους περιβάλλοντος - Αυξάνεται η αποδοτικότητα του οργανισμού μέσω της βελτίωσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και της ικανοποίησης των πελατών. Όλα αυτά διαμορφώνουν και επηρεάζουν την παραγωγικότητα της επιχείρησης, το επίπεδο εξυπηρέτησης των πελατών, τη φήμη και την εικόνα που αυτή προβάλλει και τέλος την επιβίωσή της (Παπαλεξανδρή & Μπουραντάς 2003). Επίσης οι ηγέτες σε δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς χρησιμοποιούν την ηθική ενδυνάμωση για τη δημιουργία ποιοτικών σχέσεων κοινωνικής ανταλλαγής που σχετίζονται με θετικά οργανωτικά αποτελέσματα. Συμπεριφορές ηθικής ηγεσίας μπορούν να μάθουν να χρησιμοποιούν πιο αποτελεσματικά τα διευθυντικά στελέχη, οι οποίες περιλαμβάνουν επικοινωνία αξίες, δεοντολογικές κατευθυντήριες γραμμές, ενθάρρυνση και πρακτικές ηθικής που δημιουργούν υπεύθυνους υφισταμένους (Hassan, Mahsud, Yukl, Prussia 2013). Μέθοδοι και Διαδικασίες Ανάπτυξης και Ενδυνάμωσης του ανθρώπινου δυναμικού Ο ρόλος της Διοίκησης Η ανάθεση καθηκόντων και η μεταβίβαση εξουσίας και ευθύνης Υιοθέτηση συστήματος αξιολόγησης και κινήτρων Συνεχής εκπαίδευση, κατάρτιση και ανάπτυξη Συστήματα αναγνώρισης, κινήτρων και ανταμοιβών Επικοινωνία Oμαδική Εργασία Όραμα Οργανωσιακή Κουλτούρα Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΕΝΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ Ο ηγέτης (leader), εξ ορισμού, έχει την ικανότητα να επιβλέπει και να συνεργάζεται με τους υφισταμένους του για την αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη εκτέλεση του έργου που τους έχει ανατεθεί, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του οργανισμού. Από την άλλη πλευρά ο απλός Διευθυντής (manager) εκτελεί τις αναγκαίες λειτουργίες, που είναι απαραίτητες για την επιτυχία του οργανισμού. Σύμφωνα με τον W.Bennis «οι μάνατζερς κάνουν τα πράγματα σωστά, οι ηγέτες κάνουν τα σωστά πράγματα». Επειδή η ηγεσία δεν είναι απλώς κάτι μέσα στον άνθρωπο, αλλά πρώτα είναι πάνω από όλα μια διαπροσωπική σχέση, αυτοί που θέλουν να δουν αν είναι ηγέτες, το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να κοιτάξουν πίσω να δουν αν τους ακολουθούν. Αυτή η σχέση η οποία βοηθά τον Α να κάνει τον Β να πράξει κάτι (εκτέλεση έργου) για να επιτευχθεί ο στόχος Γ είναι η ουσία της διαδικασίας της ηγεσίας (Χυτήρης 1994). Η ηγεσία έχει αποτελέσει αντικείμενο θεωρητικών και εμπειρικών ερευνών για πολλές δεκαετίες. Ωστόσο δεν υπάρχει μόνο μία θεωρία που να εξηγεί πώς κάποιος χαρακτηρίζεται ως αποτελεσματικός ηγέτης, που θα 793 οδηγήσει τον Οργανισμό στην επίτευξη των στόχων άρα και στη μεγιστοποίηση της οργανωσιακής απόδοσης γενικότερα. Για τη μελέτη αυτού του θέματος εστιαζόμαστε σε τρεις προσεγγίσεις: Στην πρώτη ανήκουν εκείνες οι θεωρίες που επιχειρούν να προσδιορίσουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (προσωπικότητας, πνευματικά, κοινωνικά ή και σωματικά) των αποτελεσματικών ηγετών. Στη δεύτερη ανήκουν εκείνοι οι ερευνητές που επιχειρούν να διαπιστώσουν συγκεκριμένους παράγοντες μέσα στην κατάσταση (οργανισμό, κοινωνικό περιβάλλον) οι οποίοι επηρεάζουν τη δυνατότητα κάποιου να ηγηθεί. Στην τρίτη περιλαμβάνονται οι θεωρίες που επιχειρούν να μελετήσουν την ομάδα (αυτή καθ΄εαυτή), δηλαδή τους υφισταμένους και πως επηρεάζουν την άσκηση ηγεσίας, παρά τον ηγέτη (Dun 1973). Βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ηγεσίας Η ηγετική συμπεριφορά περιλαμβάνει όλες τις λειτουργίες μέσω των οποίων ο Προϊστάμενος αναπτύσσοντας ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων με τα μέλη της ομάδας του, επηρεάζει τη συμπεριφορά τους προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικότητας και ταυτόχρονα εξασφαλίζει την ικανοποίησή τους. Έχει στη διάθεσή του ένα μεγάλο αριθμό εναλλακτικών στυλ ηγεσία, όπως προαναφέραμε, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει το πιο αποτελεσματικό. Ένα στυλ ηγεσίας μπορεί να είναι αποτελεσματικό στη μία περίπτωση αλλά να μην είναι στην άλλη. Αυτό σημαίνει αναγκαιότητα για τον προϊστάμενο - ηγέτη να διαθέτει την ικανότητα της ευελιξίας (Μπουραντάς 2005). Ενδεχομένως δεν είναι εύκολο να αλλάζει το στυλ ηγεσίας από την μία μέρα στην άλλη ή από την μια περίπτωση στην άλλη. Υπάρχουν σταθερές μεταβλητές στο χώρο κάθε Οργανισμού που ορίζουν τις συνθήκες επιλογής άσκησης ηγεσίας. Για να είναι αποτελεσματικός ο ηγέτης θα πρέπει να διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνθήκες και να υιοθετεί συγγενικά στα ανωτέρω βασικά στυλ ηγεσίας, διότι ούτε η ομάδα ούτε οι άνθρωποι, ούτε το έργο αλλάζουν τόσο συχνά. Βεβαίως υπάρχουν περιπτώσεις που θα χρειαστεί να ακολουθήσει ένα εντελώς διαφορετικό στυλ ηγεσία από το κυρίαρχο, όμως αυτές δεν είναι συχνές. Η καθημερινή πρακτική δείχνει ότι ο κάθε προϊστάμενος-ηγέτης πρέπει να έχει συγκεκριμένο προσανατολισμό σε ό, τι αφορά το στυλ ηγετικής του συμπεριφοράς. Εξέλιξη του περιβάλλοντος ηγεσίας Οι ραγδαίες εξελίξεις στο περιβάλλον εργασίας μέσα στο οποίο ασκείται η ηγεσία, εξηγεί το χάσμα μεταξύ του υφιστάμενου στυλ ηγεσία και αυτού που σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος θα ήταν αποτελεσματικό. Αυτά αφορούν τον άνθρωπο, τις δομές, την τεχνολογία και το περιβάλλον του Οργανισμού. Οι γνώσεις, οι ικανότητες, οι ανάγκες των ανθρώπων αλλάζουν. Η τεχνολογία αλλάζει με ασύλληπτη ταχύτατα. Οι αξίες, τα δικαιώματα, ο σεβασμός της προσωπικότητας αποκτούν ιδιαίτερα σημαντική σπουδαιότητα. Οι εργαζόμενοι σήμερα έχουν σαφώς υψηλότερο επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων απ΄ότι στο παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση ηγεσίας 794 χρειάζεται νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα ταιριάζουν στο επίπεδο των εργαζομένων. Το περιβάλλον ενός Οργανισμού εκτός του ότι εξελίσσεται πολύ γρήγορα, γίνεται αβέβαιο, απαιτητικό, πολύπλοκο. Όλά τα παραπάνω απαιτούν από την επιχείρηση ευέλικτες δομές, κάνουν τα καθήκοντα πολύπλοκά και του μηχανισμούς προσαρμογής στο περιβάλλον περισσότερο δύσκολους και αναγκαίους (Μπουραντάς 2002). Βελτίωση απόδοσης του Οργανισμού μέσα από τη βελτίωση των ανθρώπων του. Η νέα πρόκληση για τους σημερινούς ηγέτες είναι να κατανοήσουν πως θα ενισχύσουν και ευθυγραμμίσουν πρωτοβουλίες ανάπτυξης των ανθρώπων όπως είναι το e-learning, η εκπαίδευση σε αίθουσα, το coaching, οι βελτιωμένες διαδικασίες εύρεσης και επιλογής προσωπικού με απώτερο στόχο την μεγαλύτερη απόδοση του ανθρώπινου δυναμικού. Εκείνοι οι Οργανισμοί που καταφέρνουν να έχουν υψηλές αποδόσεις από την επένδυση στην εκπαίδευση αντιλαμβάνονται ότι το κλειδί στην υπόθεση βρίσκεται στο πως οι γνώσεις και οι ικανότητες που αναπτύχθηκαν στην εκπαίδευση θα χρησιμοποιηθούν στο υψηλότερο δυνατό βαθμό όταν οι εργαζόμενοι επιστρέψουν στο χώρο εργασίας τους. Αυτοί οι Οργανισμοί είναι σε θέση να αντιληφθούν την σημαντικότητα στη γεφύρωση των δραστηριοτήτων εκπαίδευσης και ανάπτυξης με την οργανωσιακή στρατηγική. Η σύνδεση των ικανοτήτων των ανθρώπων με στόχους του Οργανισμού προϋποθέτει να αντιληφθούμε ότι η ανάπτυξη των υπαλλήλων είναι μόνο ένας από τους κρίκους στην αλυσίδα της βελτίωσης της απόδοσης. Υπάρχουν και άλλοι κρίκοι που είναι επίσης σημαντικοί και που συμβάλλουν στην επίτευξη στόχων: ευθυγραμμισμένες διαδικασίες και μετρήσεις απόδοσης, ολοκληρωμένα «εργαλεία» που συμβάλλουν στην επίτευξη του έργου, νέες τεχνολογίες και υποστήριξη από τη διοίκηση σχετικά με νέες γνώσεις και ικανότητες. Η προσέγγιση για την βελτίωση της απόδοσης των ανθρώπων αποτελείται από τρία βασικά συστατικά στοιχεία: Ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης Κατανόηση των προκλήσεων Δημιουργία ολοκληρωμένων λύσεων Είναι επίσης, σημαντικό για τους ηγέτες να λαμβάνουν και αυτοί επιπρόσθετη γνώση και ικανότητες που θα τους βοηθήσουν να ανταποκριθούν στο νέο τους ρόλο. Μια μεγαλύτερη «δόση» εκπαίδευσης θα τους βοηθήσει να κρατήσουν ένα υψηλότερο επίπεδο και θα τους μάθει πως να καθοδηγούν και υποστηρίζουν αποτελεσματικότερα τους ανθρώπους τους. ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ – ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΉΣΟΥ Οργανισμός Περιφέρειας Πελοποννήσου Σύμφωνα με το Π.Δ. 131/2010 «Οργανισμός της Περιφέρειας Πελοποννήσου», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΦΕΚ 224/τ.Α΄/2010), οι υπηρεσίες της Περιφέρειας Πελοποννήσου διαρθρώνονται σε κεντρικό και περιφερειακό 795 επίπεδο. Οι περιφερειακές υπηρεσίες οργανώνονται στο πλαίσιο της οικείας περιφερειακής ενότητας και υπάγονται σε οργανική μονάδα της Κεντρικής Υπηρεσίας. Στον Οργανισμό της Περιφέρειας Πελοποννήσου προβλέπονται στο σύνολο περί των (991) οργανικών θέσεων τακτικού προσωπικού, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ). Πρόσληψη, ανάπτυξη κι ενδυνάμωση ανθρώπινου δυναμικού Περιφέρειας Πελοποννήσου Η σημασία της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού στις Δημόσιες Υπηρεσίες είναι αδιαμφισβήτητη. Η Περιφέρεια Πελοποννήσου, καλείται να εφαρμόσει ένα εξειδικευμένο, επαγγελματικό και αξιοκρατικό σύστημα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού για να μπορέσει να ανταπεξέλθει με επιτυχία στις αυξημένες αρμοδιότητές της. Παρακάτω, παρουσιάζονται τα μέσα και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη του προσωπικού της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Επιλογή και πρόσληψη προσωπικού Περιορισμός προσλήψεων Εκπαίδευση υπαλλήλων Ηλεκτρονική αξιολόγηση υπαλλήλων Περιφέρειας Πελοποννήσου Σύστημα οικονομικών αμοιβών υπαλλήλων Περιφέρειας Πελοποννήσου Περιγραφή και αξιολόγηση των θέσεων εργασίας Βαθμολογική εξέλιξη υπαλλήλων Περιφέρειας Πελοποννήσου Κίνητρα προς τους υπαλλήλους ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ- ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Περιγραφική ανάλυση Μετά τη συγκέντρωση των ερωτηματολογίων ακολούθησε η κωδικοποίηση των απαντήσεων τους μέσω της μετατροπής τους σε αριθμούς, ώστε να προβούμε στη διεξοδικότερη επεξεργασία τους. Αρχικά, για τις μεταβλητές που χαρακτηρίστηκαν ως interval, κωδικοποιήθηκαν μέσω της χρήσης ακέραιων αριθμών, οι οποίοι λάμβαναν, για παράδειγμα, τις τιμές από 1-5, σε ορισμένες από τις ερωτήσεις. Αντίστοιχη ήταν και η κωδικοποίηση για τις μεταβλητές της κλίμακας Λίκερτ. Τέλος, οι μεταβλητές nominal και οι διχοτομικές κωδικοποιήθηκαν και αυτές με αριθμούς με τη μόνη διαφορά, ωστόσο, ότι οι απαντήσεις δεν παρουσιάστηκαν με κάποια ιεράρχηση και τα αποτελέσματα εξήχθησαν μέσω της μέτρησης των συχνοτήτων και των ποσοστών. Επομένως, μετά την κωδικοποίηση των μεταβλητών, μπορούμε πλέον, να τις αξιολογήσουμε και να εξάγουμε τα ζητούμενα συμπεράσματα. Η επεξεργασία και η εξαγωγή των αποτελεσμάτων παρουσιάζεται παρακάτω. Τα ερωτηματολόγια που διανεμήθηκαν δομούνται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στα προσωπικά και επαγγελματικά στοιχεία του ερωτώμενου, στη διοίκηση των ανθρωπίνων πόρων, στην εκπαίδευση και στις διάφορες παροχές χρηματικές και μη προς τον υπάλληλο, ενώ το δεύτερο μέρος στις σχέσεις εργασίας. 796 Αποτελέσματα Το ανθρώπινο δυναμικό είναι το σημαντικότερο κεφάλαιο σε έναν Οργανισμό. Τα προσόντα και η διάθεση των εργαζομένων, η ικανοποίηση που αντλούν από την εργασία τους, το αίσθημα της δίκαιης αξιολόγησης και της αξιοκρατίας στην ανέλιξή τους, η συμμετοχή τους στις αποφάσεις, οι δίκαιες ανταμοιβές επηρεάζουν ουσιαστικά την παραγωγικότητα του οργανισμού, το επίπεδο εξυπηρέτησης των πολιτών, την εικόνα του προς την κοινωνία. Στην εργασία αυτή μελετήσαμε τον καταλυτικό ρόλο μιας αποτελεσματικής ηγεσίας στην ανάπτυξη, υποκίνηση, ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού με σκοπό τη μεγιστοποίηση της απόδοσης ενός οργανισμού και ειδικότερα αναπτύξαμε το θεωρητικό υπόβαθρο του ερευνητικού αντικειμένου και αναλύσαμε εμπειρικά την πρακτική εφαρμογή του, τόσο μέσω της βιβλιογραφικής ανασκόπησης, όσο και μέσω της ανάλυσης ερωτηματολογίων που διανεμήθηκαν σε (97) υπαλλήλους της Περιφέρειας Πελοποννήσου, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, έγγαμες μέσου εισοδήματος και ως επί τω πλείστον Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης και άνω . Αφού παρουσιάστηκαν τα γενικά χαρακτηριστικά των ΟΤΑ Β’ βαθμού, αλλά και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της Περιφέρειας Πελοποννήσου αναλύσαμε τα ερωτηματολόγια που συλλέχθηκαν από τους εργαζομένους της Περιφέρειας Πελοποννήσου και καταλήξαμε στα ακόλουθα συμπεράσματα, για τα οποία μερικώς κι ενδεικτικά παρατίθεται διαγραμματική απεικόνιση: Ανάλογα με την ωριμότητά τους οι υφιστάμενοι προτιμούν έναν Προϊστάμενο ως ηγέτη, που να είναι Δημοκρατικός. Διάγραμμα 1 − Στυλ ηγεσίας ανάλογα με την ωριμότητα των υφισταμένων Ο αποτελεσματικός ηγέτης γι΄αυτούς πρέπει να οικοδομεί συλλογικό όραμα, να αναπτύσσει τις δυνατότητες των εργαζομένων, να δημιουργεί ομαδικό πνεύμα, να επηρεάζει την εργασιακή κουλτούρα. 797 Διάγραμμα 2 − Πως αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι τον αποτελεσματικό ηγέτη Το μεγαλύτερο ποσοστό των Προϊσταμένων όλων των βαθμίδων στην Περιφέρεια Πελοποννήσου προέρχεται από αναθέσεις σε θέση Αναπληρωτών Προϊσταμένων, ενώ ελάχιστοι διαθέτουν θέση ευθύνης κατόπιν επιλογών από Υπηρεσιακά Συμβούλια κι αυτό δείχνει την ανάγκη στελέχωσης της ιεραρχίας τόσο για λόγους εύρυθμης λειτουργίας όσο και για λόγους υποκίνησης των υπαλλήλων και οικονομική τους ενίσχυσης. Η ανάγκη για περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη είναι ιδιαιτέρως αισθητή. Οι υπάλληλοι που συμμετέχουν στην έρευνα αντιλαμβάνονται ότι προφανώς οι Προϊστάμενοί τους δεν συνδυάζουν επαρκώς τα χαρακτηριστικά και των δύο ρόλων, δηλ. του ηγέτη και του προισταμένου. Η εκπαίδευση στο δημόσιο είναι άκρως σημαντική για την απόδοση των υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, Ωστόσο η ικανοποίησή τους από την ποιόητα των παρεχόμενων εκπαιδευτικών μεθόδων στην Περιφέρεια Πελοποννήσου είναι μέτρια. Διάγραμμα 3 − Ικανοποίηση από εκπαιδευτικές μεθόδους 40% 35% 35% 30% 27% 28% 25% 20% 15% 9% 10% 5% 2% 0% ΚΑΘΟΛΟΥ ΛΙΓΟ ΑΡΚΕΤΑ ΠΟΛΎ ΠΑΡΑ ΠΟΛΎ 798 Εντούτοις, φαίνεται ικανοποιητική η ώθηση από την Υπηρεσία για εκπαίδευση και αυτό είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό, αφού γίνεται πλεον ευρύτατα αντιληπτό στη Δημόσια Διοίκηση, ότι η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού είναι βασικός πυλώνας ανάπτυξης, εξυγίανσης και μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Διάγραμμα 4 − Προτροπή Προϊσταμένων για εκπαίδευση 35% 29% 30% 27% 25% 21% 19% 20% 15% 10% 4% 5% 0% ΚΑΘΟΛΟΥ ΛΙΓΟ ΑΡΚΕΤΑ ΠΟΛΎ ΠΑΡΑ ΠΟΛΎ Η εκπαίδευση ως μέθοδος ενδυνάμωσης ανθρώπινου δυναμικού από τον ηγέτη –μάνατζερ στην υπό μελέτη Υπηρεσία, καταγράφεται στην αντίληψη των ερωτώμενων ως ότι συμβάλει στη βελτίωση της απόδοσής τους, Καθόλου ικανοποιημένοι παρουσιάζονται οι εργαζόμενοι από το σύστημα αμοιβών της Δημόσιας Διοίκησης που εφαρμόζεται και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου και αυτό συνδυάζεται με το γεγονός ότι πάνω από τους μισούς ερωτώμενους διαθέτουν ένα μέτριο εισοδηματικό επίπεδο έως 20.000 εύρω. Διάγραμμα 5 − Ικανοποίηση από σύστημα αμοιβών 6%0% 27% ΚΑΘΟΛΟΥ 28% ΛΙΓΟ ΑΡΚΕΤΑ ΠΟΛΎ ΠΑΡΑ ΠΟΛΎ 39% Αντιθέτως, διαφαίνεται αρκετή ικανοποίηση για την ποιότητα ζωής που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι του δείγματος, σε συνδυασμό με ένα αρκετά ικανοποιητικό ωράριο που διαθέτουν και αρκετά ικανοποιητικές παρεχόμενες άδειες. 799 Διάγραμμα 6 − Χρηματικές και μη παροχές ενδυνάμωσης 45% 40% 35% ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ 30% ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ 25% ΑΔΙΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΟΜΑΤΙΚΗ 20% ΠΟΛΙΤΙΚΗ 15% ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΌ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΕΣ ΑΔΕΙΕΣ 10% ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΌ ΩΡΑΡΙΟ 5% 0% ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΡΚΕΤΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΎ Το ικανοποιητικό επίπεδο επικοινωνίας μεταξύ υφισταμένων και προϊσταμένων αλλά και μεταξύ συναδέλφων συναρτάται με την ικανοποίηση και το ενδιαφέρον που βρίσκουν στην εργασία τους και αυτό είναι πολύ σημαντικό για το κλίμα που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του οργανισμού. Η ικανότητα να επικοινωνούν αποτελεσματικά αποτελεί βασική προυπόθεση για τη λειτουργία τους, αφού επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα των αποφάσεων, των ανθρώπινων σχέσεων και την αποτελεσματικότητα της ηγεσίας και της καθοδήγησης. Διάγραμμα 7 − Ενδιαφέρουσα εργασία σε σχέση με τις ικανόητες των εργαζομένων 17% ΠΑΡΑ ΠΟΛΎ 19% 23% ΠΟΛΎ 36% ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΚΑΙ 45% ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΚΕΤΑ 31% 9% ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΕ ΛΙΓΟ 9% ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ 5% ΚΑΘΟΛΟΥ 4% 0% 10% 20% 30% 40% 50% Κύρια πηγή ενημέρωσης των εργαζόμενων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αποτελεί η Νομοθεσία, όμως ταυτόχρονα επιθυμούν να συμβουλεύονται τη γνώμη του Προϊσταμένου τους. Αυτό σημβαίνει αρκετά έως πάρα πολύ, επειδή προφανώς υπάρχει η ανάγκη για κατοχύρωση και εξασφάλιση, αλλά και για καθοδήγηση. Ενώ έως τώρα ήθιστε η αξιολόγηση να είναι προσανατολισμένη στον έλεγχο του αξιολογούμενου από τον αξιολογητή, με αποτέλεσμα οι αξιολογούμενοι να αναπτύσσουν αρνητική στάση και να αντιδρούν, η 800 σύγχρονη τάση είναι η αξιολόγηση να έχει αναπτυξιακό προσανατολισμό και να στηρίζεται στη στοχοθεσία, την καθοδήγηση, την ανάπτυξη μέσω του εντοπισμού των δυνατών και αδύνατων σημείων του αξιολογούμενου και τη συνεχή επαναπληροφόρηση, όπου ο ρόλος του αξιολογούμενου να είναι ουσιαστικός αφού θα συμμετέχει και ο ίδιος στην όλη διαδικασία. Τέλος, βασικότερο κίνητρο για την αύξηση της απόδοσης των εργαζομένων προκύπτει ότι έιναι, ως αναμενόμενο, κάποιο ειδικό επίδομα και αυτό αντανακλά την οικονομική αδυναμία που βίωσαν την τελευταία δεκαετία μιας και όπως αναφέρθηκε στην αρχή της έρευνας το μεγαλύτερο ποσοστό των συμμετεχόντων σε αυτήν βρίσκεται σε ένα μέτριο οικονομικό επίπεδο διαβίωσης. Διάγραμμα 8 − Κίνητρα αύξησης της απόδοσης ΚΙΝΗΤΡΑ ΑΥΞΗΣΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΆΛΛΟ 2% ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ 2% ΥΓΙEΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 18% ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 15% ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ 6% ΕΙΔΙΚΟ ΕΠΙΔΟΜΑ 33% ΕΙΔΙΚΗ ΑΔΕΙΑ 4% ΘΕΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ 20% 0% 5% 10% 15% 20% 25% 30% 35% Συμπεράσματα Ολοκληρώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι η θεωρία υποστηρίζεται από τα ερωτήματα της έρευνας και ότι τα ως άνω αποτελέσματα την επαληθεύουν σε γενικές γραμμές και συνάδουν στο μεγαλύτερο μέρος με τα ισχύοντα στην βιβλιογραφία. Στο σημείο αυτό και προκειμένου η εργασία αυτή να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης, προτείνονται ενδεικτικά τα εξής: Περαιτέρω αξιολόγηση και αξιοποιηση των δυνατών σημείων του εσωτερικού περιβάλλοντος της Οργανισμού της Περιφέρειας Πελοποννήσου, σε συνδυασμό με τις ευκαιρίες που παρέχει το εξωτερικό περιβάλλον. Εκσυγχρονισμός των εκπαιδευτικών μεθόδων στο χώρο της εργασίας, μεγαλύτερη παρότρυνση για εκπαίδευση και επιμόρφωση και εφαρμογή της αποκτηθείσας γνώσης επι των ασκούμενων καθηκόντων. Διερεύνηση εκπαιδευτικών αναγκών σε συγκεκριμένους τομείς και διοργάνωση σεμιναρίων μέσω του ΙΝ.ΕΠ. 801 Δίκαιη συμμετοχή υπαλλήλων σε αμειβόμενες επιτροπές και δράσεις που συμβάλουν στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων. Διενέργεια διαδικασιών επιλογής Προϊσταμένων, ώστε να αποτιμώνται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σε μία αξιοκρατική βάση προώθησης και αξιοποίησης των υψηλά προσοντούχων υπαλλήλων. Στενή συνεργασία προισταμένων – υφισταμένων για τον προσδιορισμό στόχων, το σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων για τη υλοποίησή τους. Ο ρόλος όσων ασχολούνται με το ανθρώπινο δυναμικό είναι να βοηθήσουν τον Δημόσιο Τομέα να ενστερνισθεί τη φιλοσοφία της Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού, που δεν είναι τίποτε άλλο από την αναγνώριση της στρατηγικής σημασίας του ανθρώπινου παράγοντα, από την κατανόηση των αναγκών και της συμπεριφοράς του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του και την παροχή ευκαιριών για ανάπτυξη, συμμετοχή και αμφίδρομη επικοινωνία. Η συμβολή της Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού στο πλαίσιο της ελληνικής οικονομίας είναι εξαιρετικά κρίσιμος και καθοριστικός. Στην νέα εποχή που διανύουμε, που σαφώς δεν θα είναι εύκολη, οι επαγγελματίες της Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού θα πρέπει να λειτουργήσουν καταλυτικά στην προσπάθεια διεύρυνσης των διαύλων επικοινωνίας, η οποία πρέπει να είναι συνεχής με τα στελέχη γραμμής αλλά να υπάρχει και μεταξύ όλων, ώστε να διευκολύνεται η συλλογή προτάσεων, είτε για την εξοικονόμηση πόρων, είτε για νέες ευκαιρίες και καινοτόμες λύσεις. Οι σημερινές συνθήκες επιβάλλουν πιεστικά την αύξηση της παραγωγικότητας, τη βελτίωση της ποιότητας και την ανάπτυξη νέων προϊόντων. Συγχρόνως όμως οδηγούν και στην αναγνώριση της σημασίας του ανθρώπινου δυναμικού ως κύριου συντελεστή που μπορεί όχι μόνο να βοηθήσει στην επιτυχία, αλλά και να πρωτοστατήσει με νέες ιδέες και πρωτοβουλίες. Προς αυτήν την κατεύθυνση ευελπιστούμε να συμβάλουν τα ευρήματα και τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης, η αξιοποίηση των οποίων θα συντελέσουν στο να καταστήσουμε δυνατό το στόχο της μεγιστοποίησης της απόδοσης των εργαζομένων προς όφελος τόσο των ιδίων και του φορέα που υπηρετούν όσο και της βελτιστοποίησης των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τον πολίτη και την κοινωνία γενικότερα. Βιβλιογραφία Bass, B. M. & Steidlmeier, P. (1998), Ethics, Character and Authentic Transformational Leadership, BMB. Bennis, W. (1989), On Becoming a Leader, Business Books, London. Bolman L.G. & T.E. Deal (1995), Leading with Soul, Jossey-Bass, San Francisco, CA. Bowie, N. (2000), A Kantian Theory of Leadership, Leadership and Organisation Development, 21 (4): 185-193. Collins, J. & Porras, J. (1994), Built to Last, New York: Harper Business. Dun, J. D. et al. (1973), Management Essentials: Practicum, Mc Graw-Hill, Book Co, N.Y., σσ. 140-170. Hassan, S., Mahsud, R., Yukl, G. & Prussia G. (2013), “Ethical and Empowering Leadership and Leader Effectiveness”, Journal of Managerial Psychology, 28 (2): 133-146. Herbert, T. Th. (1976), Dimensions of Organizational Behavior, Macmillan. 802 Heskett, J. L., & Schlesinger, L. (1996), “Leaders Who Shape and Keep Performance- oriented Culture”, σε F. Hesselbein, M. Goldsmith, & R. Beckhard (επιμ.), The Leader of the Future: New visions, strategies and practices for the next era, San Francisco, CA, Jossey-Bass. Kanungo, R.N. & Mendonca, M. (1996), Ethical Dimensions of Leadership, Thousand Oaks, CA, Sage Publications. Mumford, A. (1993), How Managers Can Become Developers, Personnel Management, June, pp.42-45. Solomon, R. (1998), Ethical Leadership, Emotions and Trust: Beyond charisma, σε J. Cuilla, (επιμ.), Ethics, the Heart of leadership, Westport, CT, Praeger. Thomas, K. W. & Velthouse, B.A. (1985), Cognitive Elements of Empowerment, Academy of Management, Los Angeles, CA. Αντωνίου, Α. (2016), Ηθική των Επιχειρήσεων, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg. Βlake, R. R. & Mouton, J. S. (1981), The Versatile Manager: Α grid profile, Dow Jones – Irwin, Golf Publishing Company. Κουτούζης, Μ., Δικαίος, Κ., Πολύζος, Ν., Σιγάλας, Ι. & Χλέτσος, Μ. (1999), Βασικές Αρχές Διοίκησης Διαχείρισης Υπηρεσιών, Πάτρα, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Μπουραντάς, Δ. (2002), Μάνατζμεντ, Αθήνα, εκδόσεις Γ. Μπένου. Μπουραντάς, Δ. (2005), Ηγεσία, ο Δρόμος της Διαρκούς Επιτυχίας, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Παπαλεξανδρή, Ν. & Μπουραντάς, Δ. (2003), Διοίκηση Ανθρώπινων Πόρων, Αθήνα, εκδόσεις Γ. Μπένου. Χυτήρης, Λ. (1994), Οργανωσιακή Συμπεριφορά, Αθήνα, εκδόσεις Interbooks. 803 804 Πολιτική Διαχείριση και Προοπτικές Αντιμετώπισης των Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών και Οικονομικών Προβλημάτων των Προσφύγων στην Ελλάδα Στυλιανός Ιωάννης Τζαγκαράκης1 και Λεωνίδας Δημήτριος Κοτρόγιαννος2 Περίληψη Ο αριθμός των προσφύγων που εισήλθαν στην Ελλάδα από το 2015 κι έπειτα έθεσε τεράστιες προκλήσεις διαχείρισης. Από την μια, προέκυψαν οι άμεσες ανάγκες για την ανθρωπιστική κάλυψη των αυξανόμενων προσφυγικών ροών και την παροχή αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης και προστασίας και από την άλλη, η επιτέλεση ενός πλέγματος διαδικασιών και πολιτικών που θα επιτρέψει την κοινωνική και οικονομική ένταξη των προσφύγων που λαμβάνουν άσυλο και εν τέλει θα παραμείνουν στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό, η συγκεκριμένη εισήγηση στοχεύει στην αξιολόγηση της ανταπόκρισης-πολιτικής διαχείρισης από πλευράς ελληνικών αρχών ως προς τις παραπάνω διαστάσεις και στην σκιαγράφηση των προοπτικών δημιουργίας των προϋποθέσεων ένταξης και ευημερίας για τους πρόσφυγες. Συνεπώς, θα πραγματοποιηθεί ανάλυση του θεωρητικού πλαισίου των σχετιζόμενων εννοιών ενώ ταυτόχρονα θα μελετηθούν δευτερογενή δεδομένα σχετικά με τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος στην Ελλάδα ώστε να αναδειχθούν οι προτεραιότητες ως προς τις παρεμβάσεις για τη βέλτιστη αντιμετώπιση των επειγουσών προβλημάτων που ανακύπτουν. Λέξεις-κλειδιά: πρόσφυγες, κοινωνική ενσωμάτωση, κοινωνική ένταξη, μετανάστευση Εισαγωγή Τα τελευταία χρόνια οι εξελίξεις αναφορικά με το φαινόμενο της μετανάστευσης βρίσκονται σε περίοπτη θέση στην πολιτική ατζέντα των χωρών. Η αύξηση των μεταναστευτικών ροών καθώς και η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις πολιτικές εξελίξεις είναι παράγοντες που συνηγορούν στην διατήρηση του φαινομένου. Η προσφυγική κρίση που ξεκίνησε το 2015, ως αποτέλεσμα του πολέμου της Συρίας, οδήγησε σε μεγάλη εισροή προσφύγων και μεταναστών, αναδεικνύοντας το μεγάλο αδιέξοδο της Ευρώπης ως προς το προσφυγικό ζήτημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα 1 Διδάσκων και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο 74100,
[email protected]2 Κοινωνιολόγος, Απόφοιτος Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Κοινωνική και Εκπαιδευτική Πολιτική» του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου,
[email protected]805 να υφίσταται μια πρωτοφανή κατάσταση έκτατης ανάγκης καθώς ο αριθμός των προσφύγων ήταν πολύ μεγάλος. Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα όντας και στο επίκεντρο της κρίσης και λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ανέλαβε να διαχειριστεί μια δύσκολη κατάσταση. Βέβαια, για την Ελλάδα η μετανάστευση δεν αποτελεί ένα νέο φαινόμενο, καθώς έχει σημαδέψει την κοινωνία είδη από τα πρώτα μεταναστευτικά ρεύματα που δέχθηκε στις αρχές του 1990 και την μετατροπή της από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Αλλά το εγχείρημα έγινε ακόμη πιο δύσκολο λόγω του αναχρονιστικού πλαισίου που είναι πολύ πρόσφατο καθώς αναπτύχθηκε μετά το 1990 και της οικονομικής κρίσης που έπληξε σταδιακά το σύνολο των οικονομικών κλάδων και ειδικότερα την μισθωτή εργασία, τον δημόσιο τομέα και τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικο-οικονομικά στρώματα. Στο θεωρητικό πεδίο το μεταναστευτικό φαινόμενο έχει μελετηθεί με ποικίλες προσεγγίσεις. Λόγω της πολυπλοκότητάς του η ανάλυση και η επιστημονική του κατανόηση αποτελεί αντικείμενο διαφόρων κοινωνικών επιστημών. Στο εσωτερικό της κάθε κοινωνίας οι μετανάστες και οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως μια ευάλωτη ομάδα που έρχεται συχνά αντιμέτωπη με φαινόμενα όπως η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός και εν γένει με τις ενυπάρχουσες εσωτερικές κοινωνικές παθογένειες. Ο σεβασμός στην διαφορετικότητα και στην ίση μεταχείριση είναι πολύ σημαντικός, διότι το κράτος σε μια τέτοια κρίση αντιμετωπίζει την πρόκληση της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αναγκαιότητα της προστασίας των δικαιωμάτων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την συμβίωση σε μια πλουραλιστική κοινωνία. Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, η πρόκληση πλέον για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και ειδικότερα για την Ελλάδα, δεν είναι άλλη από την αναζήτηση βέλτιστων λύσεων για την ομαλή ενσωμάτωση/ένταξη στο Ελληνικό κοινωνικό- οικονομικό σύστημα. Αυτό συμβαίνει καθότι η αδυναμία ένταξης των προσφύγων στο παραγωγικό σύστημα της χώρας μπορεί να δημιουργήσει περαιτέρω οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Αντιθέτως, μια επιτυχημένη ένταξη μπορεί να επιφέρει θετικά αποτελέσματα στο ΑΕΠ της χώρας, καθώς ο εργαζόμενος πληθυσμός αποτελεί πηγή άντλησης φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων. Η εμβληματική φιγούρα του «ξένου» είναι κάτι που έχει απασχολήσει πολλούς στοχαστές που έχουν αναφερθεί στην έννοια του «ξένου» ως θεωρούμενης κοινωνικής απειλής. Αυτές οι θεωρούμενες ως προβληματικές ιδιότητες του ξένου τείνουν να τον καταστούν υπεύθυνο για μια σειρά από δεινά χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οικονομικά συμφέροντα και πολιτικές επιλογές (Τρουμπέτα 2012). Σε αυτό το πλαίσιο, η συγκεκριμένη μελέτη στοχεύει στα ακόλουθα: 1. Στην αξιολόγηση της πολιτικής διαχείρισης από πλευρά ελληνικών αρχών. 2. Στην σκιαγράφηση των προοπτικών δημιουργίας των προϋποθέσεων ένταξης και ευημερίας για τους πρόσφυγες. 806 Θεωρητικές διαστάσεις των όρων μετανάστης – πρόσφυγας – κοινωνική ένταξη – κοινωνική ενσωμάτωση Με περισσότερους από 70.000.000 βίαια εκτοπισμένους σε όλον τον κόσμο και καθώς τα πλοία που διασχίζουν την Μεσόγειο εξακολουθούν να βρίσκονται τακτικά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, παρατηρούμε συχνά τους όρους «πρόσφυγας» και «μετανάστης» να χρησιμοποιούνται χωρίς καμία διαφοροποίηση τόσο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όσο και στις δημόσιες συζητήσεις. Συνεπώς το ερώτημα που προκύπτει είναι αν υφίσταται σημαντική διαφορά στους δύο όρους και αν ναι, ποια είναι η σημασία της; Η άμεση απάντηση είναι ότι οι δύο όροι έχουν διακριτή και διαφορετική σημασία και συγχέοντάς τους δημιουργούνται προβλήματα και για τους δύο πληθυσμούς. Αρχικά, όταν αναφερόμαστε στον όρο «πρόσφυγας», εννοούμε εκείνο το μέλος της κοινωνίας που λόγω διαφορετικών πεποιθήσεων, διώξεων και σοβαρών καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εγκαταλείπει την χώρα του για να αναζητήσει άσυλο σε άλλη κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει κατά κανόνα αυτά τα προβλήματα (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ 2016α). Για αυτό το λόγο, επειδή ο πρόσφυγας διώκεται στην χώρα προέλευσης, προστατεύεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης. Συνεπώς, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να σέβονται αυτή την αρχή. Από την άλλη πλευρά, όταν αναφερόμαστε στους μετανάστες, εννοούμε τα άτομα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους οικειοθελώς, με σκοπό να εγκατασταθούν σε άλλη χώρα για προσωπικούς, οικογενειακούς ή οικονομικούς λόγους και ως εκ τούτου, ονομάζονται οικονομικοί μετανάστες (Κόλλιας, Ναξάκης & Χλέτσος 2003). Μιλώντας για την Ευρώπη και τους ανθρώπους που φτάνουν τα τελευταία χρόνια δια μέσω θαλάσσης στην Ελλάδα, την Ιταλία και αλλού, στην πραγματικότητα αυτοί μπορεί να είναι και τα δύο. Η πλειονότητα των ανθρώπων που φτάνουν στην Ιταλία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα προέρχονται από χώρες που μαστίζονται από πολέμους ή που θεωρούνται ότι «παράγουν» πρόσφυγες και οι οποίοι χρήζουν διεθνούς προστασίας. Παρ’ όλα αυτά, ένα ποσοστό ανάμεσά τους είναι από άλλες χώρες και για πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος «μετανάστης» θα ήταν πολύ πιο σωστός. Για κάθε κυβέρνηση η παραπάνω διάκριση είναι σημαντική. Οι χώρες αντιμετωπίζουν τους μετανάστες με βάση τους δικούς τους μεταναστευτικούς νόμους, ενώ τους πρόσφυγες μέσα από κανόνες για άσυλο και κανόνες διεθνούς δικαίου. Συνεπώς, συγχέοντας τους δύο όρους μπορεί να προκληθούν σοβαρές συνέπειες για την ζωή και την ασφάλεια των προσφύγων, απομακρύνοντας την προσοχή από τις νομικές ρυθμίσεις που χρειάζονται και υπομονεύοντας τον θεσμό του ασύλου σε μια εποχή που απαιτείται μια τέτοιου είδους προστασία για τους πρόσφυγες. Προχωρώντας στη διασαφήνιση των εννοιών της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της ένταξης που είναι θεμελιώδεις στη διαδικασία προσαρμογής των προσφύγων στο νεοεισελθέν κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, θα πρέπει να σημειωθεί αρχικά ότι δεν υφίσταται ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Σε πολλές περιπτώσεις, η ενσωμάτωση συνδέεται με την ένταξη και αναφέρεται σε όλες εκείνες τις δράσεις και τους παράγοντες που καθιστούν ένα άτομο ισότιμο μέλος μιας κοινωνίας, ενώ την ίδια στιγμή καθίσταται 807 σεβαστή η διαφορετικότητά του σε πολιτικό, εθνοτικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτικό, διανοητικό ή οποιοδήποτε άλλο επίπεδο. Σε κάποιες περιπτώσεις υφίσταται μια σύγχυση ως προς τη χρήση των εννοιών της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της ένταξης. Η ένταξη σχετίζεται με τη συστηματική διαδικασία τοποθέτησης του ατόμου σε ένα κοινωνικό πλαίσιο ή σύνολο, με εξ αρχής τουλάχιστον αμφίβολη την έκβαση της θέσης και της αλληλεπίδρασης του ατόμου σε αυτό το συγκείμενο. Από την άλλη, η ενσωμάτωση αναφέρεται στην τοποθέτηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η λειτουργία του οποίου εμπλουτίζεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων. Συνεπώς, το άτομο που ενσωματώνεται, αλληλοεπιδρά και εμπλουτίζει την ομάδα με τα επιμέρους ξεχωριστά στοιχεία που διαθέτει. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην ένταξή του στο «όλο», χωρίς όμως να υιοθετεί τα χαρακτηριστικά της κυρίαρχης κουλτούρας. Γι’ αυτό θεωρείται ότι η ενσωμάτωση προηγείται της ένταξης, και εφόσον συμβαίνει αυτό, η ένταξη δεν αποτελεί απλώς μια απορρόφηση ή αφομοίωση από την ολότητα, αλλά μια τοποθέτηση του ατόμου με στενή αλληλεπίδραση και ανάδειξη των διακριτών χαρακτηριστικών του, ήτοι της διαφορετικότητάς του. Στο ερώτημα, λοιπόν, αν υπάρχει διάκριση μεταξύ των εννοιών ενσωμάτωση και ένταξη, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι παρότι πολλές φορές φαίνεται να ταυτίζονται, όταν η ένταξη περιλαμβάνει την κοινωνική ενσωμάτωση και διαχέεται σε όλους τους θεσμούς που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη, αλλά μπορεί και να αποκλίνουν. Η έννοια της ένταξης λαμβάνει επίσης κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιεχόμενο, οπότε γίνεται λόγος για τις λεγόμενες πολιτικές ένταξης ανάλογα με το περιεχόμενό τους (Woodward & Kohli 2001). Σε ένα πρώτο επίπεδο, επομένως, αναφερόμαστε στις πολιτικές, και σε ένα δεύτερο αναφερόμαστε στην ενσωμάτωση και την ένταξη ως κοινωνικές διεργασίες. Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι συγκροτεί και τον διαχωρισμό μεταξύ της «top-down» (εφαρμοζόμενη δημόσια πολιτική σε διαφορετικούς τομείς) και «bottom-up» (κοινωνική διαδικασία που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από κοινωνικές νόρμες πέραν των εφαρμοζόμενων πολιτικών) κοινωνικής ενσωμάτωσης (Schnapper 2008). Ταυτόχρονα, η κοινωνική ενσωμάτωση και η ένταξη συνδέονται με το κοινωνικό3 και το ανθρώπινο κεφάλαιο (Nannestad 2009). Η πορεία προς την ανάπτυξη και των δύο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική κοινωνική ενσωμάτωση των πολιτών αρκεί να μην έχουν εργαλειακό χαρακτήρα. Παρότι το ζήτημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης για την κοινωνική ευημερία και τη συνοχή από την περίοδο της θεμελίωσης του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, ήδη από τη δεκαετία του 1990 η συζήτηση για την κοινωνική ενσωμάτωση επανήλθε με μεγαλύτερη ένταση, κυρίως λόγω των εντεινόμενων κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, της τεχνολογικής εξέλιξης που οδηγεί σε αποκλεισμούς από την εργασία, των εντεινόμενων μεταναστευτικών ρευμάτων, καθώς και των πολυποίκιλων επιδράσεων της 3 Με τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο αναφερόμαστε στη δικτύωση, επικοινωνία και συμμετοχή του ατόμου στις κοινωνικές διεργασίες, ενώ με το ανθρώπινο κεφάλαιο, στις γνώσεις, δεξιότητες και επαγγελματικές εμπειρίες των ατόμων που είναι αποτέλεσμα της εκπαίδευσης (Coleman 1990). 808 παγκοσμιοποίησης. Τα υψηλά ποσοστά της φτώχειας είχαν ως αποτέλεσμα την έξαρση του φαινομένου του κοινωνικού αποκλεισμού, με τους μετανάστες να αποτελούν βασική συνισταμένη αυτού του φαινομένου. Συνοψίζοντας, μπορούμε να διαπιστώσουμε, ότι η έννοια της κοινωνικής ενσωμάτωσης περιλαμβάνει τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την ισότιμη πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά, αλλά και τη μείωση των ανισοτήτων σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο συχνά συζητείται η ενσωμάτωση ως μια διαδικασία αντίθετη στην ανομία, τον αποκλεισμό, τον κατακερματισμό, την αλλοτρίωση και όλες εκείνες τις έννοιες που συνδέονται με την κοινωνική περιθωριοποίηση (Schnapper 2008). Με γνώμονα τη διαμόρφωση συνθηκών κοινωνικής ευημερίας για όλους το κοινωνικό κράτος οφείλει να μεριμνά για την προώθηση της κοινωνικής συνοχής και την υποστήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, όπως οι νέοι άνεργοι, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι μονογονεϊκές οικογένειες, κ.ά., δια μέσου μηχανισμών και συστημάτων, όπως είναι ο εκπαιδευτικός θεσμός, η διαπολιτισμική εκπαίδευση αλλά και τα κίνητρα-διευκολύνσεις ως προς την ένταξη στην αγορά εργασίας στη βάση διάγνωσης αναγκών. Η διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος από την Ελλάδα Κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών έχει παρατηρηθεί σημαντική αύξηση του αριθμού των αναγκαστικώς εκτοπισθέντων πολιτών από τις χώρες τους με κύριες αιτίες τις πολεμικές συρράξεις, τις διακρίσεις και τις διώξεις, τις φυσικές καταστροφές και στην οικονομική δυσπραγία. Σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (2016β), το έτος 2015 σε παγκόσμιο επίπεδο περισσότερα από 65 εκατομμύρια ανθρώπων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις χώρες τους και να μετατραπούν σε πρόσφυγες. Αυτό το έντονο κύμα των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών σε ευρωπαϊκό επίπεδο είχε ως αρχικούς αποδέκτες τις χώρες τις νότιας Ευρώπης, εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης καθώς αποτελούν τις πύλες εισόδου για χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης οι οποίες είναι ο τελικός προορισμός. Λόγω της τεράστιας μετακίνησης πληθυσμών, οι μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα και την Ευρώπη έλαβαν εκρηκτικές διαστάσεις κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών με τις πρόσφατες εκτιμήσεις να αναφέρουν ότι από το 2015 έως το 2016 μόνο, έχουν καταφθάσει 2,3 εκατομμύρια πρόσφυγες (Mckinsey & Company 2016). Στην περίπτωση της Ελλάδας, που λόγω της γεωγραφικής της θέσης αποτελεί τόπο συνάντησης τριών ηπείρων, η μετανάστευση δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Η εμπειρία της μετανάστευσης έχει σημαδέψει έντονα την Ελληνική κοινωνία εδώ και έναν αιώνα. Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες έχει αλλάξει ριζικά η ελληνική εμπειρία στο θέμα της μετανάστευσης και η Ελλάδα από χώρα αποστολής έχει μετατραπεί σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Η Ελλάδα όπως και οι υπόλοιπες χώρες της νότιας Ευρώπης που μετατράπηκαν σε χώρες υποδοχής, βρέθηκε απροετοίμαστη από άποψη θεσμικού πλαισίου για το νέο της ρόλο (Καβουνίδη 2003). 809 Όπως καθίσταται εμφανές από το διάγραμμα 1, η Ελλάδα και η Ανατολική Μεσόγειος έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα περάσματα των προσφύγων προς την Ευρώπη. Αν και οι μεταναστευτικές ροές μειώνονται από τα τέλη του 2015 και στις αρχές του 2016, η συχνότητα των αφίξεων δείχνει μια τάση ότι η Ελλάδα και η ανατολική Μεσόγειος παραμένει μια βασική οδός για την είσοδο στην Ευρώπη. Διάγραμμα 1 − Αφίξεις Μεταναστών στην Ανατολική Μεσόγειο4 853650 173959 70812 30579 33536 6953 2015 2016 2017 2018 2019 2020 Πηγή: ΙΟΜ (2020a). Τα μεγαλύτερα προβλήματα δημιουργήθηκαν στις 8 Μαρτίου 2016 όταν τα σύνορα της Π.Γ.Δ.Μ. έκλεισαν οριστικά. Το κλείσιμο της Βαλκανικής οδού προς την κεντρική Ευρώπη αύξησε τον αριθμό αιτούντων άσυλο που εγκλωβίστηκαν στην Ελλάδα (Διεθνής Αμνηστία 2016). Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, με μία σειρά μέτρων, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα αίτια της κρίσης και να παράσχει βοήθεια στους ανθρώπους που τη χρειάζονται. Έχουν ληφθεί μέτρα που αφορούν τη μετεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο, την εγκατάσταση των προσφύγων σε κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και για την επιστροφή αυτών που δε δικαιούνται το άσυλο στις χώρες τους. Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να διαφυλάξει τα σύνορά της και να περιορίσει τις προσφυγικές ροές, που τα τελευταία δύο χρόνια αυξάνονται ραγδαία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Μεσόγειος έχει βρεθεί στο επίκεντρο των μεταναστευτικών ροών και αυτό φαίνεται από το ανθρώπινο κόστος που έχει με αυτή η επικίνδυνη διαδικασία της διέλευσης των θαλασσιών συνόρων. Το 4 Για το 2020 τα στοιχεία είναι μόνο για τον μήνα Ιανουάριο. 810 διάγραμμα 2 αποτυπώνει γλαφυρά την κατανομή των θανάτων στη Μεσόγειο και καθιστά εμφανή την έλλειψη πολιτικού σχεδίου για το προσφυγικό- μεταναστευτικό ζήτημα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διάγραμμα 2 − Θάνατοι κατά τη διέλευση θαλάσσιων συνόρων στη Μεσόγειο5 5143 4054 3139 2299 1885 71 2015 2016 2017 2018 2019 2020 Πηγή: ΙΟΜ (2020b). Τα τελευταία χρόνια η μετανάστευση έχει αναδειχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες και αυτό γιατί, ενώ προσφέρει στα διάφορα κράτη μεγάλες ευκαιρίες, ταυτόχρονα καθίσταται πηγή σοβαρών προβλημάτων. Ενώ οι νέοι μετανάστες φέρνουν μαζί τους νέα προσόντα και δεξιότητες, από την άλλη αποτελούν μια πληθυσμιακή ομάδα η οποία τίθεται στο περιθώριο και ενίοτε στον κοινωνικό αποκλεισμό. Οι πολιτικές που εφαρμόζει ένα κράτος για το φαινόμενο της μετανάστευσης περικλείονται στο γενικό όρο «μεταναστευτική πολιτική». Σύμφωνα με την Schnapper (1992: 28-29, 2008) μεταναστευτική πολιτική ορίζεται το σύνολο των μέτρων και των κοινωνικών πρακτικών με βάση δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά την άσκηση έλεγχου και την ρύθμιση εισόδου και εξόδου, διαμονής και απασχόλησης. Ο δεύτερος άξονας αφορά τις εθνικές πολιτικές ένταξης και ενσωμάτωσης και οι πρακτικές αυτές αφορούν την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση, την υγεία, την στέγαση και την απασχόληση. 5 Για το 2020 τα στοιχεία είναι μόνο για τον μήνα Ιανουάριο. 811 Βασικό στοιχείο της μεταναστευτικής πολιτικής είναι ότι ξεκινά από ένα βασικό πλαίσιο το οποίο καθορίζεται από ένα σύνολο αντιλήψεων για τα εθνικά σύνορα και το ρόλο του κράτους. «Κοινή συνισταμένη είναι η κυριαρχία του κράτους και ο έλεγχος των συνόρων και δευτερεύοντος η ένταξη» (Σάσεν 2003: 132). Στην Ελλάδα το θεσμικό πλαίσιο είναι πολύ πρόσφατο καθώς αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε τα τελευταία 20 χρόνια. Παρουσιάζει μια διαδρομή άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορικό-πολιτική συγκυρία και την εθνική κοινωνική πραγματικότητα της μετανάστευσης. Η ιδιαιτερότητα της εν λόγω νομοθεσίας έγκειται στο γεγονός ότι η εξέλιξή της επηρεάστηκε από έκτατες κοινωνικές συνθήκες και από επείγουσες ανάγκες διαχείρισης των μεταναστευτικών ρευμάτων. Στην ουσία, μέχρι το 1990 ρυθμιζόταν με το νόμο που είχε θεσπιστεί το 1929 καθιστώντας τον τρόπο αντιμετώπισης περισσότερο αναχρονιστικό παρά αποτελεσματικό. Απαρτίζεται από νομοθετικές ρυθμίσεις, προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις και Ευρωπαϊκές οδηγίες. Νόμοι «σταθμοί» στην μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδος είναι οι ακόλουθοι: «4310/1929, 1975/1991, 2910/2001, 3386/2005, 3536/2007, 3838/2010, 4018/2011, 4251/2014 και 4332/2015». Βασικός στόχος της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής και των αντίστοιχων νόμων είναι ο περιορισμός της μετανάστευσης, καθώς νέα δεδομένα, κυρίως ως προς την οικονομία, καθιστούν ένα δυσοίωνο μέλλον τόσο για τους νεοεισελθέντες όσο και για τους κατοίκους της χώρας. Οι σχετικοί νόμοι και τα προεδρικά διατάγματα έδωσαν έμφαση στον περιορισμό της μετανάστευσης, επικροτώντας την λογική της «Ευρώπης φρούριο» και τις αντιλήψεις περί αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ζητήματος (Δαμανάκης κ.ά. 2014: 282). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η Ελληνική πολιτεία βρέθηκε απροετοίμαστη μπροστά στο φαινόμενο της μετανάστευσης και της επείγουσας αντιμετώπισης των αυξανόμενων ροών. Αναμφίβολα οι πρόσφατες νομικές ρυθμίσεις αποτελούν ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση μιας πιο συντονισμένης και ψύχραιμης ρύθμισης του φαινομένου της μετανάστευσης όμως τα σημαντικά κενά συνεχίζουν να υφίστανται. Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο των κρίσεων που δοκίμασαν την Ευρώπη τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Μετά από χρόνια οικονομικής κρίσης και συρρίκνωσης εισοδημάτων, η κρίση από οικονομική – δημογραφική έχει μετατραπεί σε κοινωνική – ανθρωπιστική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κρατικές, διοικητικές και κοινωνικές δομές κλήθηκαν να διαχειριστούν τις ροές πληθυσμών με τρόπο που αρμόζει σε μια πολιτεία κράτους δικαίου το οποίο σέβεται και μεριμνά για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η κατάσταση κάθε άλλο παρά απλή είναι καθώς οι μετακινήσεις πληθυσμών προς την Ελλάδα και την Ευρώπη πραγματοποιούνται εξαιτίας πολλών παραγόντων. Οι αφίξεις μεταναστών και προσφύγων στην Ελλάδα επιβάρυναν υπέρμετρα δύο νησιά, την Λέσβο και την Χίο, από όπου πέρασε και συνεχίζει να περνά η μεγάλη πλειοψηφία όσων διέρχονται τα θαλάσσια σύνορα της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, το 2015 πάνω από το 70% των προσφύγων-μεταναστών που εισήλθαν στην χώρα, πέρασε από την Λέσβο και την Χίο (Τριαντόπουλος 2015). 812 Φυσικά η διέλευση ενός τόσου μεγάλου αριθμού ανθρώπων από τα νησιά είχε οδηγήσει σε μια σειρά κινητοποιήσεων φορέων, υπηρεσιών και μηχανισμών προκειμένου να ανταποκριθούν στις διογκούμενες ανάγκες. Μέσα από αυτήν την διαδικασία οι τοπικές κοινωνίες που παρόλο την στήριξη που έδειξαν, μεταμορφώθηκαν καθώς μετατράπηκαν σε διεθνικούς τόπους και τόπους κινητικότητας. Το παράδειγμα των δύο νησιών δείχνει με ανάγλυφο τρόπο πως τα παγκόσμια ζητήματα επιδρούν στις ζωές των ανθρώπων σε τοπικό επίπεδο, λόγω της αδυναμίας των φορέων πολιτικής (εθνικής και Ευρωπαϊκής) να συγκροτήσουν μια συνολική θεώρηση για τα ζητήματα αυτά. Παράλληλα, καταδεικνύεται με ποιο τρόπο οι μετακινούμενοι πληθυσμοί επιδρούν στην καθημερινότητα των κοινωνικών πλαισίων με τα οποία συγχρωτίζονται ή στα οποία θα πρέπει να ενταχθούν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην πορεία τους προς την ανεπτυγμένη Ευρώπη. Η αλληλεπίδραση μεταξύ μετακινούμενων και τοπικών κοινωνιών είναι μια αρκετά σημαντική παράμετρος της συζήτησης για τη «μεταναστευτική κρίση», λόγω του ότι έτσι διαμορφώνεται η κρατούσα αντίληψη για τους μετακινούμενους πληθυσμούς, η οποία στη συνέχεια θα επηρεάσει την πρόσληψή τους στην ευρύτερη κοινωνία (Γεωργακόπουλος 2020). Τα νησιά μας δεν διαθέτουν τις υποδομές τέτοιου μεγάλου αριθμού προσφύγων και συνολικά η κατάσταση κρίνεται έκρυθμη μιας και έχουν δημιουργηθεί προβλήματα τόσο για τους πρόσφυγες όσο και για τις τοπικές κοινωνίες. Στα κέντρα φιλοξενίας η κατάσταση που επικρατεί δεν είναι καθόλου ικανοποιητική, λόγω του υπερπληθυσμού. Σε ένα κράτος δικαίου οι συνθήκες κράτησης προσφύγων και μεταναστών δεν μπορεί παρά να πληρούν τις προϋποθέσεις σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμα και για αυτούς που απλά διέρχονται από την χώρα χωρίς να έχει ρυθμιστεί το καθεστώς παραμονής τους ισχύει η Συνταγματική προστασία της απόλυτης προστασίας της ζωή , της τιμής και της ελευθερίας τους (άρθρο 1 παρ. 1) (Βουτσινού κ.ά. 2017). Σε έκθεση του ΕΕΔΑ αναφορικά με την στέγαση προσφύγων και μεταναστών σε κέντρα φιλοξενίας, αυτές χαρακτηρίζονται προβληματικές και απολύτως ακατάλληλες (ΕΕΔΑ 2016). Όσον αφορά την υγεία, η διατήρηση υψηλού επιπέδου υγείας σε μια πληθυσμιακή ομάδα αποτελεί πρωτεύον ζήτημα στο σχεδιασμό του κοινωνικού κράτους. Ως γενική παρατήρηση, η κρατική φροντίδα είναι ιδιαίτερα ανεπαρκής στα κέντρα φιλοξενίας καθώς υπάρχει μόνο ένας στρατιωτικός γιατρός συνήθως και δεν υφίσταται παραϊατρικό προσωπικό. Ωστόσο διάφορες ΜΚΟ παρέχουν ευρύ φάσμα υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και εν μέρει καλύπτουν το σοβαρό έλλειμμα κρατικής φροντίδας (ΕΕΔΑ 2016), γεγονός όμως που αναδεικνύει την ανεπάρκεια των επίσημων φορέων στην αντιμετώπιση κρίσιμων κοινωνικών και ανθρωπιστικών προβλημάτων. Επίσης, αναφορικά με θέματα γλωσσικής επάρκειας των μεταναστών, ενώ με υπουργική απόφαση επικυρώνεται η ίδρυση οργανώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων στις δομές υποδοχής, τις επονομαζόμενες ΔΙΕΠ, με στόχο την μάθηση της Ελληνικής γλώσσας, από έγκριτες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, παρατηρείται ότι παρουσιάστηκαν προβλήματα στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας ειδικότερα στο εκπαιδευτικό σύστημα (Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας & 813 Θρησκευμάτων 2017). Η Έλλειψη εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας κατά το πρώτο στάδιο παραμονής δημιουργεί προβλήματα στην μετέπειτα ένταξη τόσο στην κοινωνία και την εργασία όσο και στην σχολική μονάδα. Η έλλειψη γλωσσικής επικοινωνίας δυσχεράνει την κοινωνικοποίηση και την ενδυνάμωση των κοινωνικών σχέσεων, καθώς δεν αναπτύσσονται σχέσεις με τους γηγενείς. Σημαντική παράμετρος στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης αποτελεί ο χώρος της εργασίας. Σε αντίθεση με τους μετανάστες του μεταναστευτικού κύματος του 1990, οι παρούσες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές απέχουν πάρα πολύ από την εργασιακή ένταξη και ενσωμάτωση. Τα μεταναστευτικά ρεύματα του 1990 φαίνεται να έχουν ενσωματωθεί αποτελεσματικά στην ελληνική κοινωνία και την αγορά εργασίας. Αυτή η ένταξη δεν οφείλεται όμως σε πολιτικές της ελληνικής κυβερνήσεως αλλά κυρίως λόγω της αξιοποίησης δικών τους κοινωνικών δικτύων και βεβαίως εκμεταλλευόμενοι την οικονομική συγκυρία που τους επέτρεψε να βρουν καλύτερες δουλείες. Σήμερα παρότι η εθνική πολιτική μετανάστευσης είναι σαφώς πιο βελτιωμένη, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Ταυτόχρονα, το πρόβλημα της εκμάθησης της γλώσσας, της απομόνωσης και της μηδαμινής πρόσβασης στην αγορά εργασίας δεν επιτρέπει στους πρόσφυγες να οραματιστούν ένα μέλλον για την Ελλάδα, δεν εμφανίζουν αίσθημα κοινωνικής ευθύνης για την ένταξη τους στην αγορά εργασίας αλλά και στην κοινωνία και αντιμετωπίζουν την χώρα μας ως ένα σταθμό προς κάποιο άλλο προορισμό, κυρίως προς τη βόρεια Ευρώπη (Kotroyannos et al. 2019). Στο πλαίσιο των μετακινούμενων πληθυσμών παρατηρείται ένας αυξημένος αριθμός ασυνόδευτων ανηλίκων, τα οποία φτάνουν στην Ευρώπη μόνα τους με σκοπό να διασφαλίσουν μια καλύτερη ζωή, ένα καλύτερο μέλλον. Όταν μιλάμε για ασυνόδευτους ανήλικους και σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εννοούμε εκείνους που φτάνουν στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να συνοδεύονται από ενήλικο υπεύθυνο και αυτό σύμφωνα με την εκάστοτε πρακτική ή τον εκάστοτε νόμο τους κράτους μέλους και εφόσον κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλεια του (Μαζιώτη, 2018: 3). Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι τα παιδιά αυτά συνιστούν μια ιδιαίτερη ομάδα, η οποία απαιτεί διπλή προστασία. Το ζήτημα των ασυνόδευτων ανηλίκων απέκτησε εκρηκτικές διαστάσεις στις αρχές του 2016 με το κλείσιμο της βαλκανικής οδού, που είχε ως αποτέλεσμα ανήλικοι που έχουν εισέλθει στην Ελλάδα, με στόχο να πάνε στις χώρες τις βόρειας Ευρώπης, να παγιδευτούν στα κέντρα υποδοχής. Σε έρευνα που πραγματοποίησε η UNISEF σχετικά με τα καταλύματα για τους ανήλικους πρόσφυγες, παρατηρείται ότι οι δομές φιλοξενίας λειτουργούν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους και δεν επαρκούν για να απορροφηθεί ο αριθμός. Oι συνθήκες αντί να βελτιώνονται, επιδεινώνονται (Pervou 2017). Οι λόγοι αυτής της κατάστασης είναι πολλοί. Εκτός από τον μεγάλο αριθμό προσφύγων, η Ελλάδα διαθέτει ένα πλήρες αλλά περίπλοκο νομικό σύστημα σχετικά με την προστασία, την οικογενειακή επανένωση και την υποδοχή των προσφύγων. Έτσι, η νομική προστασία που παρέχει το κράτος και οι νόμοι του δεν 814 αντικατοπτρίζει την πραγματική νομική προστασία των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο. Ένα κύριο παράδειγμα έχει να κάνει με την διαδικασία οικογενειακής επανένωσης. Η Ελλάδα ενώ είναι συμβαλλόμενο μέλος στην σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, η οποία προβλέπει το «καλύτερο συμφέρον του παιδιού» λόγω του κανονισμού του Δουβλίνου που δεν θέτει τις προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί η οικογενειακή επανένωση, επηρεάζει το σύστημα ασύλου με αποτέλεσμα η διαδικασία να καθυστερεί αδικαιολόγητα, θέτοντας σε κίνδυνο τα δικαιώματα των προσφύγων και των ασυνόδευτων ανήλικων (Pervou 2017). Είναι σαφές ότι η σημερινή έλλειψη λύσεων και σωστής φροντίδας για τα ασυνόδευτα ανήλικα έχει αρνητική επίδραση σε αυτά και συχνά ωθούνται σε λύσεις απελπισίας. Σε μια Ευρωπαϊκή χώρα, με κανόνες κράτους δικαίου, είναι χείριστο τα περισσότερα ανήλικα να ζουν μόνα τους χωρίς πρόσβαση σε σωστές και κατάλληλες υπηρεσίες. Παρατηρούμε ότι μέσα από την ανασκόπηση των πολιτικών και των διαδικασιών ασύλου γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι πολιτικές ενσωμάτωσης και ένταξης στην χώρα μας δεν είναι βιώσιμες μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Στην πράξη, διαπιστώνεται μια προσπάθεια αποσπασματικών διαδικασιών ένταξης οι οποίες δεν επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Συμπληρώνεται έτσι μια ζοφερή κατάσταση των προσφυγικών κυμάτων στα νησιά σε συνδυασμό με μια ελλιπή και αναχρονιστική αντιμετώπιση των αρχών (τοπικών-εθνικών- Ευρωπαϊκών). Εντούτοις, βασικός άξονας πρέπει να είναι η προστασία των ανθρώπων και όχι οι πολιτικές σκοπιμότητες όταν μιλάμε για τέτοιας έκτασης ανθρωπιστική κρίση. Ο μόνος κανόνας πολιτικής βούλησης πρέπει να είναι η αποτελεσματική διαδικασία ένταξης/ενσωμάτωσης και ο σεβασμός στα ανθρωπινά δικαιώματα. Η συναινετική, από όλους τους πολιτικούς φορείς, διαμόρφωση ενός συνεκτικού πολιτικού πλαισίου και η έγκυρη εκπόνηση ενός στρατηγικού σχεδίου, είναι αναγκαία εργαλεία για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται η λήψη μιας σειράς βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων για την διαχείριση των ροών με βάση την αλληλεγγύη. Σκιαγράφηση βασικών συμπερασματικών διαπιστώσεων για τις πολιτικές ένταξης και τις προοπτικές τους Η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, όπως αναδεικνύεται από τα προαναφερθέντα, δεν ήταν επαρκής από της Ελληνικές αρχές με όρους αποτελεσματικότητας. Όλα τα παραπάνω δεν συνηγορούν στην διαμόρφωση πλαισίων ένταξης χωρών όπως η Γερμανία, όπου οι πρόσφυγες μπορούν να ενταχθούν πιο αποτελεσματικά. Οι πολιτικές από πλευράς ελληνικού κράτους δεν βοηθούν στην αποτελεσματική ένταξη των προσφύγων και γενικότερα των μεταναστευτικών ομάδων, καθώς αυτή τελείται σε μεγάλο βαθμό μέσω της κοινωνίας των πολιτών, γεγονός θετικό, αλλά όχι αρκετό για να επιλύσει τα πολυδιάστατα προβλήματα. 815 Είναι γεγονός ότι κοινωνικό-οικονομική ένταξη των προσφύγων στο κοινωνικό ιστό καθίσταται αναγκαία. Συνεπώς, απαιτείται η διασφάλιση του σχεδιασμού, καθώς και η λήψη πολιτικών αποφάσεων που θα συμβάλλουν στην ταυτόχρονη αποτροπή δημιουργίας οποιασδήποτε μορφής ανταγωνισμού μεταξύ των πλέον μειονεκτούντων ομάδων της ελληνικής κοινωνίας. Ο λόγος είναι διττός: αρχικά τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι μια υγιής αγορά εργασίας στην χώρα άφιξης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχή και μόνιμη ένταξη των προσφύγων (Fratzscher & Junker 2015). Δεύτερον γιατί η αποδυνάμωση των μέτρων στήριξης που προορίζονται για τις μειονεκτούσες ομάδες θα έχει δυσμενής κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Ως γενική αρχή, η ισότιμη μεταχείριση και η προσφορά των ίσων ευκαιριών πρέπει να λειτουργούν ως βασικός παράγοντας χάραξης πολιτικών στο τομέα της κοινωνικής ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών. Ένα άλλο στοιχείο που περικλείει την ανάπτυξη αποτελεσματικών μέτρων κοινωνικής ένταξης σχετίζεται με τον αντιδημοφιλή πολλές φορές χαρακτήρα τους για τους πολίτες. Πολλοί γηγενείς αισθάνονται ότι η άφιξη σημαντικού αριθμού αιτούντων άσυλο αποτελεί απειλή, καθώς θεωρούν πιθανό να υπάρξει αυξημένος ανταγωνισμός όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες ή την απασχόληση. Εξάλλου, η πρόσφατη υποστήριξη προς τα ξενοφοβικά κόμματα και κινήματα που στρέφονται κατά των μεταναστών και των προσφύγων σε όλη την ΕΕ σηματοδοτεί μια επικίνδυνη τάση, η οποία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Συνεπώς, θα πρέπει, έστω και καθυστερημένα, να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την κοινωνικό-οικονομική ένταξη των προσφύγων, το οποίο θα εκκινεί από την καταγραφή και αποτύπωση των προσόντων τους και θα καταλήγει σε δράσεις για την βελτίωσή τους, με πρωτεύοντα ρόλο την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και την συνακόλουθη ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, μια επιτυχημένη διαδικασία ένταξης των προσφύγων αποτελεί τον μηχανισμό που θα επιτρέψει την επίτευξη σημαντικών όρων κοινωνικής ευημερίας για τους ίδιους τους πρόσφυγες αλλά και για την οικονομία και την κοινωνία εν συνόλω. Σε αυτή την κατεύθυνση, μελέτες έχουν αναδείξει ότι η καλύτερη ενσωμάτωση επιφέρει μακροπρόθεσμα μεγαλύτερα οικονομικά, κοινωνικά και δημογραφικά οφέλη για την χώρα εγκατάστασής τους (Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο 2018). Συνοψίζοντας, μια επιτυχημένη διαδικασία ενσωμάτωσης των προσφύγων με οικονομικούς και κοινωνικούς όρους αποτελεί τον μηχανισμό που θα επιτρέψει την επίτευξη σημαντικών όρων κοινωνικής ευημερίας για τους ίδιους τους πρόσφυγες αλλά και για την κοινωνία και οικονομία εν συνόλω. Συνεπώς, η διερεύνηση, συνεκτίμηση και επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο των προσφύγων αποτελεί την κύρια μέθοδο για την χάραξη ενός πλαισίου παρεμβάσεων με κοινά επωφελείς όρους κοινωνικής ενσωμάτωσης, ήτοι ισότιμης συμμετοχής στις κοινωνικές διεργασίες που θα αποτελέσει μια διάδραση τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Η αποτελεσματικότητα αυτής της διάδρασης δεν έγκειται στην ορθότητα μόνο των θεσμικών παρεμβάσεων αλλά και στην εμπέδωση ενός πλαισίου αξιών σε κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο, που θα επιτρέπει την πραγματική κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών και των προσφύγων με όρους σεβασμού της διαφορετικότητας και ανάπτυξης του ανθρώπινου και 816 κοινωνικού τους κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η επιστημονική συνεκτίμηση των διαφορετικών παραγόντων που διαμορφώνουν τους όρους της κοινωνικής ενσωμάτωσης των μεταναστών και των προσφύγων αποτελεί την βασική προϋπόθεση για πραγματική κοινωνική ένταξη με γνώμονα την διαμόρφωση συνθηκών κοινωνικής ευημερίας για όλους και συνακόλουθα, μείωσης των ανισοτήτων. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα οφείλει να εστιάσει στην επαναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης του Δουβλίνου καθώς το μεταναστευτικό ζήτημα δεν αποτελεί μονοδιάστατη εθνική της υπόθεση αλλά Ευρωπαϊκό πρόβλημα. Συνεπώς, η πίεση για μια συμφωνία για την κατανομή των προσφύγων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απαραίτητη και συνάδει απόλυτα με τα ευρωπαϊκά ανθρωπιστικά ιδεώδη. Τέλος, η Ελλάδα οφείλει να ζητήσει την δημιουργία μιας μόνιμης κοινής επιτροπής των χωρών της Μεσογείου για την από κοινού αντιμετώπιση του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος. Βιβλιογραφία Coleman, J. S. (1990), Foundations of Social Theory, Harvard, The Belknap Press of Harvard University Press. Fratzscher, M. & Junker, S. (2015), “Integrating Refugees: A long-term, worthwhile investment”, DIW Economic Bulletin 45+46.2015. IOM (2020b), Missing Migrants. Tracking deaths along migratory routes, available at: https://missingmigrants.iom.int/region/mediterranean?migrant_route%5B%5D=1377 Kotroyannos, D., Tzagkarakis, I. S., Kamekis, A., Dimari, G. & Mavrozacharakis, E. (2019), “Identification and Categorization of Refugees’ Integration Prospects in the Greek Socio- Economic System, Case study in Mytilene and Crete islands”, European Quarterly of Political Attitudes and Mentalities - EQPAM, 8 (3): 1-14. Mckinsey & Company (2016), Europe’s New Refugees: A road map for better integration outcomes, Mckinsey Global institute. Nannestad, P. (2009), “Making Integration Work”, σε G. T. Svendsen & G. L. H. Svendsen (επιμ.), Handbook of Social Capital: The troika of sociology, political science and economics, Cheldenham, Edward Elgar, σσ. 289-302. Pevrou, I. (2017), Refugees and Vulnerability: The crisis and the shift in human rights protection, QMHRR 4 (1), διαθέσιμο στο: https://www.qmul.ac.uk/law/humanrights/media/humanrights/news/hrlr/2018/Ioan na-Pervou-FINAL-.pdf Schnapper, D. (1992), Europe des émigrés, essai sur les politiques d’immigration, Paris, Editions Francois Bourin. Schnapper, D. (2008), Η Κοινωνική Ενσωμάτωση. Μια σύγχρονη προσέγγιση, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική. Woodward, A. & Kohli, M. (2001), “Inclusions/Exclusions”, σε A. Woodward & M. Kohli (επιμ.), Inclusions and Exclusions in European Societies, Routledge, London and New York, σσ. 6-20. 817 Βουτσινού, Μ. κ.ά. (2017), Η Πρόκληση των Μεταναστευτικών Ροών και της Προστασίας των Προσφύγων. Ζητήματα διοικητικής διαχείρισης και δικαιωμάτων, Ανεξάρτητη αρχή, Συνήγορος του Πολίτη. Γεωργακόπουλος, Θ. (2020), «Τι Πιστεύουν οι Μετανάστες», Διανέοσις, διαθέσιμο στο: https://www.dianeosis.org/2020/01/ti-pistevoun-oi-metanastes/. Δαμανάκης, Μ., Κωνσταντινίδης, Σ. και Τάμης, Α. (2014), «Εισαγωγικό κείμενο: Η Ελλάδα ως Χώρα Αποστολής και Υποδοχής», στο: Μ. Δαμανάκης, Σ. Κωνσταντινίδης & Α. Τάμης (επιμ.), Νέα Μετανάστευση Από και Προς την Ελλάδα, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κ.Ε.Μ.Ε. Διεθνής Αμνηστία (2016), «Παγιδευμένοι στην Ελλάδα. Μια προσφυγική κρίση που θα μπορούσε να αποφευχθεί», Απρίλιος, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.gr/sites/default/files/pagideymenoi_stin_ellada_- ekthesi_diethnis_amnistia_aprilios_2016_0.pdf. ΕΕΔΑ (2016), «Οι Συνθήκες Διαβίωσης στα Κέντρα Υποδοχής και Φιλοξενίας Μεταναστών και Προσφύγων», Δεκέμβριος, διαθέσιμο στο: https://www.asylumineurope.org/sites/default/files/resources/kentra_filoxenias_auto psia.pdf. Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (2018), «Η Ενσωμάτωση των Μεταναστών από Χώρες εκτός της ΕΕ», Ενημερωτικό έγγραφο, Ιούνιος 2018, διαθέσιμο στο: https://www.eca.europa.eu/Lists/ECADocuments/Briefing_paper_Integration_migrants /Briefing_paper_Integration_migrants_EL.pdf. ΙΟΜ (2020a), “Displacement Tracking Matrix (DTM), Migration Flows, Europe”, Ιnternational Organization for Migration, διαθέσιμο στο: https://migration.iom.int/europe?type=arrivals . Καβουνίδη, Τζένη (2003), Έρευνα για την Οικονομική και Κοινωνική Ένταξη των Μεταναστών, Αθήνα, Παρατηρητήριο Απασχόλησης. Κόλλιας, Χρήστος, Ναξάκης, Χαρίλαος & Χλέτσος Μιχάλης (2004), Μύθοι και Πραγματικότητα την Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, Πατάκης. Μαζιώτη, Βασιλική (2018), Υπεύθυνο Κράτος και Ασυνόδευτοι Ανήλικοι, Αθήνα, Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σάσεν, Σάσκια (2003), Χωρίς Έλεγχο: Η εθνική κυριαρχία, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο. Τριαντόπουλος, Χρήστος (2015), «Προσφυγικές ροές και δημοσιονομικός προγραμματισμός», Ελληνική Οικονομία, τ. 22: 23-33. Τρουμπέτα, Σεβαστή (2012), Το Προσφυγικό και Μεταναστευτικό Ζήτημα. Διαβάσεις και μελέτες συνόρων, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ (2016α), Πρόσφυγας ή ‘Μετανάστης’ – Ποιος όρος είναι ο σωστός;, διαθέσιμο στο: https://www.unhcr.org/gr/12771- prosfygas_i_metanastis.html. Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ (2016β), «1 στους 113 ανθρώπους αναγκάζεται να ξεριζωθεί: ο υψηλότερος αριθμός εκτοπισμού που έχει σημειωθεί ποτέ», διαθέσιμο στο: https://www.unhcr.org/gr/2841-1-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82- 113- %CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%82- %CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%84 %CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B9.html. Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων (2017), «Το Έργο της Εκπαίδευσης των Προσφύγων», Αθήνα, Επιστημονική Επιτροπή για τη Στήριξη των Παιδιών των Προσφύγων, Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων, διαθέσιμο στο: 818 https://www.minedu.gov.gr/publications/docs2017/16_06_17_Epistimoniki_Epitropi_ Prosfygon_YPPETH_Apotimisi_Protaseis_2016_2017_Final.pdf. ΦΕΚ (ΦΥΛΛΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ) ΦΕΚ 287/τΑ/16-1929 ΦΕΚ 194/Α/4-11-1991 ΦΕΚ 91/Α/2-5-2001 ΦΕΚ 42/Α/23/2/2007 ΦΕΚ Α49/24-03-2010 ΦΕΚ 215/Α/30-9-2011 ΦΕΚ Α 80/01-04-2014 ΦΕΚ 76/Α/09-07-2015 ΦΕΚ 167/Α/30-9-1985 ΦΕΚ 173/Α/24-11-1983 ΦΕΚ 188/Α/23-9-1997 ΦΕΚ 206/Α/23-9-1998 819 820 Το Πεδίο Εφαρμογής του ΧΘΔΕΕ. Ιδίως το Ζήτημα της Δέσμευσης των Οργάνων της ΕΕ Bασίλης Γ. Τζέμος1 Περίληψη Το άρθρο 51 είναι το πρώτο από τα τέσσερα άρθρα του τελευταίου μέρους του ΧΘΔΕΕ (τίτλος VII) που περιέχουν ρυθμίσεις της γενικής θεωρίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Eίναι κρίσιμο μεθοδολογικά. Λύνει σοβαρά πρακτικά ζητήματα, αλλά και θέτει σημαντικά πολιτειολογικά ερωτήματα. Προσδιορίζει, όπως μαρτυρά ο τίτλος του, το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη. Ρυθμίζει νομικά ποιοι είναι οι αποδέκτες (οι δεσμευόμενοι) των δικαιωμάτων και των αρχών που αυτός κατοχυρώνει Το άρθρο 51 διέπεται από την τάση α) για όσο το δυνατόν πληρέστερη και ανεξαίρετη δέσμευση της ΕΕ και των οργάνων της και β) για κατά το δυνατόν εντοπισμένη στο ευρωπαϊκό δίκαιο δέσμευση των κρατών μελών και των οργάνων τους από τον ΧΘΔΕΕ. Κάθε πράξη ή παράλειψη κάθε νομικά οργανωμένης ή ατυπικής (συμ)μετοχής οργάνου ή εκπροσώπου της ΕΕ πρέπει να είναι σύμφωνη με τον ΧΘΔΕΕ. Λέξεις-κλειδιά: EE, XΘΔΕΕ, πεδίο εφαρμογής, Κράτη Μέλη, οργανα της ΕΕ. Εισαγωγή Το άρθρο 51 είναι το πρώτο από τα τέσσερα άρθρα του τελευταίου μέρους του ΧΘΔΕΕ (τίτλος VII) που περιέχουν ρυθμίσεις της γενικής θεωρίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.2 Το άρθρο 51 είναι κρίσιμο μεθοδολογικά. Προσδιορίζει, όπως μαρτυρά ο τίτλος του, το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη. Απαντάει στο ερώτημα πότε (σε ποιες περιπτώσεις) εφαρμόζεται ο ΧΘΔΕΕ. Ρυθμίζει νομικά ποιοι είναι οι αποδέκτες (οι δεσμευόμενοι) των δικαιωμάτων και των αρχών που αυτός κατοχυρώνει. Αλλά και γενικότερα, ρυθμίζει ποιοι είναι οι αποδέκτες όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο 1 Διδάκτωρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου (Freiburg), Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ),
[email protected]2 1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες. 2. Ο παρών Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες. 821 (Jarass, 2013: 440) (για τα θεμελιώδη δικαιώματα στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο πέραν του ΧΘΔΕΕ βλ. Τζέμος, 2019,). Το άρθρο 51 συνεφαρμόζεται με όλα τα επιμέρους άρθρα του ΧΘΔΕΕ. Επίσης ερμηνεύεται συστηματικά και με το λοιπό πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο. Η παράγραφος 1 εδ. 1 του άρθρου 51 ορίζει σε ποιους απευθύνεται (ποιους δεσμεύει, ποιοι είναι οι αποδέκτες του ΧΘΔΕΕ) ο ΧΘΔΕΕ. Δεν ρυθμίζει ρητά ποιοι είναι οι φορείς (τα υποκείμενα) των δικαιωμάτων του Χάρτη. Επίσης δεν ρυθμίζει και όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα της γενικής θεωρίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (για τα ζητήματα αυτά βλ. Τζέμος 2019 και Τζέμος 2018: 211). Αποδέκτες του Χάρτη είναι λοιπόν πρώτον τα θεσμικά όργανα αλλά και όλα τα όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας. Δεύτερον, αποδέκτες των δικαιωμάτων του ΧΘΔΕΕ είναι και τα κράτη μέλη της ΕΕ, μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ. Στην παρ. 1 εδ. 2 και στην παρ. 2 τονίζεται ότι ο ΧΘΔΕΕ εφάπτεται στις αρμοδιότητες της ΕΕ και δεν τις διευρύνει. Επίσης, ορίζεται ρητά ότι ο Χάρτης περιέχει α) δικαιώματα και β) αρχές (Τζέμος 2019). Εισάγεται στον Χάρτη μια «summa divisio» [βασική διάκριση] μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών»» (Προτ. Γ. Εισ. Villalon, Υπόθεση C‑176/12, Association de médiation sociale, σκ. 32). Τα επιμέρους θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές που θεσπίζονται στα άρθρα 1-50 μπορεί να ρυθμίζουν ειδικότερα το πεδίο εφαρμογής τους. Δηλαδή, το άρθρο 51, έχει γενική ισχύ αλλά και επικουρική λειτουργία σε σχέση με ειδικότερες ρυθμίσεις του ΧΘΔΕΕ. Για παράδειγμα τα άρθρα 36-44 του ΧΘΔΕΕ (Borowsky 2011: 651, Hatje 2012: 2740) ορίζουν ως αποδέκτες μόνο την ΕΕ και όχι τα κράτη μέλη. Υποστηρίχτηκε όμως (Προτάσεις Γ. Εισαγγελέα Villalon στην υπόθεση C-201/13, σκέψη 47) ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης που κατά το γράμμα του άρθρου 47 έχει ως αποδέκτες μόνο τα όργανα της ΕΕ δεσμεύει βάσει του άρθρου 51 και τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν ευρωπαϊκό δίκαιο. Επίσης συγκεκριμένα άρθρα του ΧΘΔΕΕ ορίζουν ως αποδέκτες του δικαιώματος που κατοχυρώνουν τους ιδιώτες (π.χ. άρθρο 24 παρ. 2 και 3, Borowsky, 2011, 658. Για την τριτενέργεια των δικαιωμάτων του ΧΘΔΕΕ βλ. Τζέμος 2019). Η τριτενέργεια έχει γίνει δε δεκτή από το ΔΕΕ και για ορισμένα άλλα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη με πρόσφατη νομολογία του (C-414/16, Egenberger, απόφαση 7 Απριλίου 2018, C-684/16 Max- Planck, Απόφαση 6 Νοεμβρίου 2018, C-569 και 570/16 Bauer απόφαση 6 Νοεμβρίου 2018). Θεσμικά όργανα, λοιπά όργανα και οργανισμοί της ΕΕ Ο ΧΘΔΕΕ δεσμεύει κάθε επίσημη δράση ή παράλειψη της ΕΕ. Δεσμεύει τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Για την ΕΚΤ βλ. και υπόθεση C-62/14, Peter Gauweiler, του ΔΕΕ. Βλ. ενδεικτικά σχετικά Πλιάκος 2017: 102επ.), το Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρο 13 παρ. 1 της ΣυνθΕΕ, Τζέμος, 2009, 26). Έχει ως αποδέκτες όμως και τα λοιπά όργανα της ΕΕ (Τζέμος 2009: 24επ.) και τους οργανισμούς της ΕΕ (Ward 2014: 1425επ.). Λοιπά όργανα και οργανισμοί της ΕΕ είναι κάθε αρμός της ΕΕ, είτε αυτός ιδρύεται απευθείας στις Συνθήκες είτε από το παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο είτε από διεθνείς συμβάσεις που συνάπτει η ΕΕ, είτε λειτουργεί (άτυπα) στην πράξη. Κι αυτό ανεξάρτητα από την ονομασία που δίνει το ευρωπαϊκό δίκαιο στο 822 εκάστοτε όργανο ή οργανισμό (π.χ. γραφείο, αρχή, υπηρεσία, ομάδα, εκπρόσωπο) αλλά και ανεξάρτητα από το αν έχει τη νομική μορφή του ΝΠΔΔ ή του ΝΠΙΔ ή αν αποτελεί σύμπραξη δημόσιας και ιδιωτικής μορφής οργάνωσης (public private partnerships π.χ. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Καινοτομίας και Τεχνολογίας 2008 OJ L 97/1) ή μικτή sui generis νομική μορφή ή είναι άτυπο μόρφωμα. Ακόμα και ΝΠΙΔ που τελούν υπό τον έλεγχο ή την σημαντική θεσμική επιρροή της ΕΕ αποτελούν αποδέκτες των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ΕΕ πρέπει να τηρεί τον ΧΘΔΕΕ είτε λειτουργεί ως «δημόσιο», είτε ως «ιδιώτης» (όμοια Hatje 2012: 1740, Kingreen 2011: 2958, Ward 2014: 1426). Σύμφωνα με μια μελέτη (Busuioc 2013: 14) υπάρχουν 35 οργανισμοί-ειδικές υπηρεσίες στην ΕΕ, η πλειοψηφία των οποίων έχει ιδρυθεί τα τελευταία 15 χρόνια. Πολλές από τις υπηρεσίες-οργανισμοί έχουν περιορισμένες αρμοδιότητες, δεν εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις, αλλά έχουν συμβουλευτικές αρμοδιότητες και συντονίζουν τεχνογνωσία, πληροφορίες και (άτυπα) δίκτυα (Chamon 2011: 1055). Ο ΧΘΔΕΕ δεσμεύει ιδίως α) τα νομοθετικά όργανα της ΕΕ όταν θεσπίζουν παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο, β) τα όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ όταν εφαρμόζουν-εκτελούν-υλοποιούν ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά και σε όλες τις δραστηριότητές τους και γ) το Δικαστήριο της ΕΕ σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες, αλλά και σε όλες τις αρμοδιότητες-δραστηριότητές του. Δεσμεύει δηλαδή κάθε εκδοχή νομοθετικής, εκτελεστικής-διοικητικής, δικαστικής, μικτής-sui generis, soft law, υβριδικής ή άτυπης λειτουργίας της ΕΕ. Και η ΕΕ ως νομικό πρόσωπο/αυτόνομη διεθνής οντότητα είναι αποδέκτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το άρθρο 51 επιχειρεί να αποκλείσει κάθε εξαίρεση της δράσης ή της παράλειψης της ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής του ΧΘΔΕΕ, ανεξάρτητα από την οργανική (νομική) μορφή με την οποία αυτή (συμ)μετέχει. Γενικότερα κάθε δράση ή παράλειψη της ΕΕ ελέγχεται υπό το πρίσμα της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε νομικά δεσμευτική πράξη της ΕΕ. Στα θεμελιώδη δικαιώματα υπόκεινται και οι soft law πράξεις, οι μη εκτελεστές διοικητικές πράξεις (Ward 2014: 1426) οι προπαρασκευαστικές ενέργειες (T- 326/99, Nancy Fern Olivieri, σκ. 53), οι υλικές ενέργειες, οι επίσημες δηλώσεις και οι συμπεριφορές, αλλά και τα ψηφίσματα, οι προτάσεις-γνωμοδοτήσεις και τα πολιτικά σχέδια της ΕΕ (για την τυπολογία της δημόσιας δράσης Τζέμος, 2013, 35επ.). Είναι διακριτό ζήτημα ότι οι μη νομικά δεσμευτικές πράξεις μπορεί να μην τυγχάνουν δικαστικού ελέγχου ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής εξουσίας (Παπαγιάννης 2014: 1323, T-326/99, Nancy Fern Olivieri, σκ. 53επ.). Περαιτέρω, δεσμεύεται η ΕΕ από τα θεμελιώδη δικαιώματα και όταν συνάπτει (διεθνείς) συμβάσεις ή και μη νομικά δεσμευτικές συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας με κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ (Αυτό έστω καθυστερημένα, ορθώς και ρητά πάντως το κάνει πλέον δεκτό και το ΔΕΕ. Βλ. ρητά C-258/14, Eugenia Florescu, απόφαση της 13 Ιουνίου 2017, σκ. 29επ. και 43επ. και Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Bot από 21 Δεκεμβρίου 2016 στην ίδια υπόθεση, σκ. 47επ. και 61επ.) ή και με μη κράτος μέλος της ΕΕ., εντός ή εκτός του πλαισίου του Δικαίου της ΕΕ. Τα θεμελιώδη δικαιώματα δεσμεύουν την ΕΕ κατά την άσκηση όλων των πολιτικών της, συμπεριλαμβανομένης και της εξωτερικής της πολιτικής (Kingreen, 2011, 2957). Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν η δράση αυτή μπορεί σύμφωνα με το ισχύον πρωτογενές δίκαιο να μην υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από το ΔΕΕ (άρθρα 24 παρ. 1 ΣυνθΕΕ και 275 ΣυνθΛΕΕ). 823 Η ΕΕ και τα πάσης φύσεως όργανά της δεσμεύονται από τον ΧΘΔΕΕ και όταν δραστηριοποιούνται στα πλαίσια της Ευρωζώνης (Tzemos 2017). Το Eurogroup (Καραγκούνης & Ράντου 2013: 139επ.) δεσμεύεται από τον ΧΘΔΕΕ σε κάθε λειτουργία του. Όμως, το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ (T‑327/13, Mallis και Malli κατά Επιτροπής και EKT, σκ. 53) έχει κρίνει ότι το Eurogroup δεν μπορεί να θεωρηθεί όργανο λήψεως αποφάσεων. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του δεν του δίνουν την εξουσία εκδόσεως νομικά δεσμευτικών πράξεων. Σύμφωνα με αυτή την θεώρηση, οι δηλώσεις του Eurogroup δεν δύνανται να θεωρηθούν πράξεις που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και εκφεύγουν άρα του δικαστικού ελέγχου. Πόσο προβληματικά είναι τα αποτελέσματα στα οποία οδηγεί η άποψη αυτή του Γενικού Δικαστηρίου, προκύπτει εμφανώς από το πόσο σημαντικός, κεντρικός ήταν ο ρόλος του Eurogroup στην ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Πλήρως από τον Χάρτη πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεσμεύονται και τα ευρωπαϊκά όργανα που λειτουργούν στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ατομικής Ενέργειας ή στα πλαίσια συνεργασιών με Διεθνείς Οργανισμούς (π.χ. ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, Συμβούλιο της Ευρώπης). Επίσης τα όργανα της ΕΕ δεσμεύονται από τον ΧΘΔΕΕ (σε συνδυασμό και με τα άρθρα 216 παρ. 2 και 218 παρ. 11 της ΣυνθΛΕΕ) και όταν συνάπτουν Διεθνείς Συμβάσεις αλλά και όταν εφαρμόζουν Διεθνείς Συμβάσεις ή υλοποιούν αποφάσεις Διεθνών Οργανισμών π.χ. αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. (Borowsky 2011: 649, C-402/05, Kadi, σκέψη 326). Η δέσμευση από διεθνείς συμφωνίες δεν απαλλάσσει την ΕΕ από την θεμελιακή της υποχρέωση να σέβεται έμπρακτα τα θεμελιώδη δικαιώματά του πρωτογενούς της δικαίου (Kingreen 2011: 2957). Η ΕΕ δεσμεύεται από τον ΧΘΔΕΕ είτε λειτουργεί αυτόνομα με τα όργανά της (C-258/14, Eugenia Florescu, απόφαση της 13 Ιουνίου 2017, σκ. 29επ. και Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Bot από 21 Δεκεμβρίου 2016 στην ίδια υπόθεση, σκ. 47επ.), είτε ως μέλος ή εκπρόσωπος κάποιου άλλου διεθνούς οργανισμού, είτε ως «συμμέτοχος» σε ad hoc/υβριδικά θεσμικά μορφώματα στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, στον «διάδρομο του ευρωπαϊκού δικαίου» (Fischer-Lescano 2014: 38επ., Barnard 2013). Bλ. πάντως C-370-12, Pringle, παρ. 179-181, όπου μη πειστικά έγινε δεκτό ότι ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης (ESM) βρίσκεται εκτός του πεδίου αρμοδιοτήτων της ΕΕ και δεν είναι εφαρμοστέος επ΄ αυτού ο ΧΘΔΕΕ. Η Γενική Εισαγγελέας Kokott, στις προτάσεις της στην ίδια υπόθεση δεν παίρνει θέση στο ζήτημα αυτό (σκέψη 193, με το επιχείρημα ότι παρέλκει η εξέταση του, καθώς ούτως ή άλλως οι πράξεις του ΕΜΣ υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο)). Ακόμα κι όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς τη νομική κατάταξη της συμμετοχής της ΕΕ σε ένα διεθνή οργανισμό ή σε ένα διεθνή μηχανισμό (μόρφωμα) (π.χ. αν πρόκειται για νέο διεθνή οργανισμό, για soft law ιδιόρρυθμη συμφωνία ή μηχανισμό με εφαρμογή του δικαίου συγκεκριμένης εθνικής έννομης τάξης, για ιδιότυπο μηχανισμό στα πλαίσια της ΕΕ ή στα πλαίσια της Ευρωζώνης, για διακυβερνητική συμφωνία όλων των κρατών μελών ή κάποιων κρατών μελών της ΕΕ ή της Ευρωζώνης, για μερική παραχώρηση αρμοδιοτήτων της ΕΕ σε υποκείμενα Διεθνούς Δικαίου, για συμφωνία κάποιων οργάνων της ΕΕ ή της Ευρωζώνης με συγκεκριμένους δημόσιους ή ιδιωτικούς κρατικούς φορείς ή τράπεζες ή και διεθνείς οργανισμούς, για μηχανισμό που απορρέει από διεθνή σύμβαση, για μηχανισμό που συγκροτείται ως aliud της ΕΕ με δάνειες υποδομές και θεσμικά όργανα της ΕΕ και επιλεκτική πρόσδεση με το ενωσιακό δίκαιο) τα όργανα ή/και οι εκπρόσωποι της ΕΕ που συμμετέχουν στο 824 σχήμα αυτό δεσμεύονται πλήρως από τον ΧΘΔΕΕ (Tzemos, Blogdroiteuropéen 2017). Όλα τα νομικά μορφώματα που συγκρότησε η ΕΕ (π.χ. Task Force για την Ελλάδα) ή στα οποία συμμετέχει η ΕΕ με όργανά της (π.χ. Τρόικα) κατά την οικονομική κρίση υπόκεινται στον ΧΘΔΕΕ. Τα όργανα/οι εκπρόσωποι της ΕΕ που συμμετέχουν σε αυτά δεσμεύονται οπωσδήποτε από τον ΧΘΔΕΕ (Tzemos 2017). Ρητά την δέσμευση της Επιτροπής από τον ΧΘΔΕΕ στα πλαίσια του Μόνιμου Μηχανισμού Στήριξης (ESM), παρόλο που τυπικά η ΕΕ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αυτόν, έκανε δεκτή στην υπόθεση Pringle στις προτάσεις της η Γ. Εισαγγελέας Kokott (σκέψη 176). Δεσμευόμενη από τον ΧΘΔΕΕ σε αυτές τις υβριδικές «μνημονιακές» διαδικασίες πιστεύει ότι είναι και η ίδια η Επιτροπή (Αναφορά Επιτροπής υπ. αριθμ. 3736254/16.12.2013, σ. 12). Την δέσμευση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων από τον ΧΘΔΕΕ σε κάθε περίπτωση τονίζει και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της έκθεσης για τον ρόλο της Τρόικας στις χώρες της ζώνης του Ευρώ που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (2013/2277(INI) παρ. 81). 13. Το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για τη νομική αντιμετώπιση των πράξεων της ΕΕ που εφάπτονται στα μνημόνια και την Τρόικα στην εποχή της οικονομικής κρίσης (Tzemos 2017, Παυλόπουλος 2013, Κουκιαδάκη 2014: 25επ., Κασιμάτης, 2015, Fischer-Lescano 2014). Συγκεκριμένα, τόσο οι Αποφάσεις του Συμβουλίου που περιελάμβαναν τους βασικότερους όρους χρηματοδοτικής στήριξης των Μνημονίων και των επικαιροποιήσεών τους, όσο και ο Κανονισμός 472/2013 που κωδικοποιεί τους όρους χρηματοδοτικής στήριξης στην ΕΕ, αλλά και τα ευρωπαϊκά μέτρα υλοποίησής του πρέπει να είναι σύμφωνα με τον ΧΘΔΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε για δικονομικούς πάντως λόγους, αναγόμενους στο στενό γράμμα του άρθρου 263 εδ. δ. της ΣυνΘΛΕΕ και όχι στο άρθρο 51 του ΧΘΔΕΕ, προσφυγές της ΑΔΕΔΥ κατά Αποφάσεων του Συμβουλίου της ΕΕ που περιείχαν βασικούς όρους χρηματοδοτικής στήριξης της Ελλάδας (Τ-541/10, Τ-215/11. ΑΔΕΔΥ). Στον Χάρτη υπόκεινται και οι αποφάσεις του Eurogroup, του Εuro Working Group, της ΕΚΤ και του ΕΤΧΣ ακόμα κι όταν κινούνται εκτός των αρμοδιοτήτων της ΕΕ, στο «διάδρομο του ευρωπαϊκού δικαίου», ή σε πεδίο διεθνούς δικαίου. Το περαιτέρω ερώτημα είναι αν δεσμεύονται και τα όργανα/μηχανισμοί ως θεσμικό σύνολο από τον ΧΘΔΕΕ καθόσον συμμετέχει και η ΕΕ. Η απάντηση πρέπει να είναι ότι δεσμεύονται και οι οργανισμοί/μηχανισμοί ως ενότητα, καθόσον βρισκόμαστε σε πεδίο που υφίσταται αρμοδιότητα της ΕΕ. Αλλά και γενικότερα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεσμεύονται οι sui generis αυτοί θεσμοί/μηχανισμοί από τον ΧΘΔΕΕ, για πράξεις ή παραλείψεις τους στις οποίες συμμετέχει όργανο ή εκπρόσωπος της ΕΕ. Εφόσον συμμετέχει, έστω ως μέρος ενός σύνθετου οργάνου/θεσμού/μηχανισμού και εκπρόσωπος της ΕΕ (π.χ. της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), τότε οι πράξεις του (νομικά ή μη δεσμευτικές, προτάσεις, διαπραγματευτικές πιέσεις) πρέπει να είναι σύμφωνες με τον ΧΘΔΕΕ (Tzemos 2017). Ακόμα κι αν είναι εριζόμενο αν βρισκόμαστε σε πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου, ακόμα κι αν τα ενωσιακά όργανα δεν ασκούν αρμοδιότητα εμπίπτουσα στο ευρωπαϊκό δίκαιο, βάσει μιας συστηματικής ερμηνείας των άρθρων 51 του ΧΘΔΕΕ και 2,3 της ΣυνΘΕΕ πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δράση των ενωσιακών οργάνων δεσμεύεται από τον ΧΘΔΕΕ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που αντλείται αβίαστα από την διαφορά διατύπωσης στις υποπεριπτώσεις α (ΕΕ) και β (κράτη-μέλη) της παραγράφου 1 εδ. α του άρθρου 51 (στο εδάφιο α δεν υπάρχει εσκεμμένα η φράση «όταν εφαρμόζουν ευρωπαϊκό δίκαιο»). Η ratio αυτής της ευρείας αλλά μόνης συνεπούς δογματικά 825 αντίληψης είναι ότι η ΕΕ δεν επιτρέπεται να δρα χωρίς σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που έχουν πλέον ρητή έκφραση σε επίπεδο πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου στον ΧΘΔΕΕ. Άλλωστε ορθά επισημαίνεται ότι ο σταθερός σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι από ιδρύσεως του ευρωπαϊκού οικοδομήματος νομιμοποιητικός παράγοντας της αρχής της υπεροχής και της άμεσης ισχύος του ευρωπαϊκού δικαίου (Pernice 1979: 212επ., Kingreen 2011: 2957, C-26/62, Van Gend en Los, σκέψη 25, C-11/70, Internationale Handelsgesellschaft, σκέψη 3). Ειδικότερα, το Δικαστήριο (ΔΕΕ, C‑370/12, Pringle, σκέψη 180. Βλ. πάντως και σκ. 69 της ίδιας απόφασης) έχει κρίνει ότι τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, στην περίπτωση του ευρωπαϊκού Μόνιμου Μηχανισμού Στήριξης, για τη θέσπιση του οποίου, οι ΣυνΘΕΕ και ΣυνΘΛΕΕ δεν αναθέτουν ειδική αρμοδιότητα στην Ένωση. Το ΔΕΕ, με την θέση του αυτή, αποκλείει, εσφαλμένα κατά την γνώμη μας, εμμέσως πλην σαφώς τις πράξεις του Μόνιμου Μηχανισμού Στήριξης (ESM) από το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη και, γενικότερα, από το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ. Όπως τονίστηκε ανωτέρω οι πράξεις των οργάνων της ΕΕ και του ESM πρέπει να είναι σύμφωνες με τον Χάρτη, ανεξάρτητα από το αν εφαρμόζεται ή όχι ευρωπαϊκό δίκαιο (είμαστε σε χώρο ενωσιακού δικαίου ή όχι). Οι πράξεις των οργάνων της ΕΕ που εφάπτονται των μνημονίων και των όρων δανειακής και χρηματοπιστωτικής στήριξης κρατών μελών παρέμειναν δυστυχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαστικά ανέλεγκτες ως προς την συμβατότητά τους με τον Χάρτη. Το Γενικό Δικαστήριο είχε, καταρχάς και για δικονομικούς λόγους συνεχόμενους με μία στενή ερμηνεία του άρθρου 263 ΣυνθΛΕΕ, αποκλείσει τις ατομικές προσφυγές κατά των πράξεων αυτών βάσει του άρθρου 263§4 της ΣυνΘΛΕΕ (π.χ. Τ-541/10, Τ-215/11. ΑΔΕΔΥ). Επιπλέον, δεν έχουμε δει μέχρι στιγμής κάποια προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263§3 της ΣυνΘΛΕΕ (για παράδειγμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά της Επιτροπής ή κατά του Συμβουλίου). Με αυτά τα δεδομένα είχε δημιουργηθεί ως το 2016 η εξής πραγματικότητα: Oι πράξεις των θεσμών και των οργάνων της ΕΕ εντός της Ευρωζώνης και εντός του πλαισίου δανειακής και χρηματοπιστωτικής στήριξης των υπερχρεωμένων κρατών μελών ενώ νομικά υπόκεινται στις διατάξεις του Χάρτη παρέμεναν πρακτικά, κατά τρόπο συστηματικό, ανέλεγκτες ως προς τη συμβατότητά τους με τον αυτόν. Αυτή η δυσλειτουργία, οδήγησε μεταξύ άλλων (κρίσιμη δεν ήταν μόνο η θέση της ενωσιακής δικαιοσύνης, αλλά και του ΕΔΔΑ, αλλά και των εθνικών συνταγματικών και ανώτατων δικαστηρίων), σε θέσπιση και διατήρηση σε ισχύ δρακόντειων μέτρων λιτότητας στα κράτη Μέλη που εφάρμοζαν Μνημόνια (π.χ. πολύ μεγάλη μείωση μισθών και συντάξεων, πολύ μεγάλη αύξηση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών, μεγάλα πλεονάσματα κρατικών προϋπολογισμών), ορισμένα εκ των οποίων βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου και του ΧΘΔΕΕ (π.χ. υποκατώτατος μισθός στην Ελλάδα για τους νέους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών, ο οποίος βρισκόταν σε προφανή αντίθεση με την ισότητα αμοιβής για ίδια εργασία ανεξαρτήτως ηλικίας). Αυτή η δυσλειτουργία που με είχε οδηγήσει να παρομοιάσω τον Χάρτη με την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού (Τzemos 2017), εν μέρει αντιμετωπίστηκε με την απόφαση Ledra Advertising (C-8/15 P έως C-10/15 P. Βλ. και Ηλιοπούλου- Στράγγα 2018: 400επ.) του ΔΕΕ σχετικά με το κυπριακό μνημόνιο συνεργασίας με την Τρόικα στα πλαίσια του ΕSM. Το ΔΕΕ στην αρχή παραπέμπει στην απόφαση 826 Pringle (C-370/12, σκ. 178-181) δεχόμενο και πάλι ότι τα Κράτη Μέλη δεν εφαρμόζουν το Δίκαιο της ΕΕ στο πλαίσιο της Συνθήκης για τον ESM, άρα και ο Χάρτης δεν απευθύνεται σε αυτά στο πλαίσiο του ΕSM. Υιοθετώντας και επεκτείνοντας όμως στην συνέχεια τις θέσεις της Γ. Εισαγγελέως Kokott στην υπόθεση Pringle (σκ. 176), το ΔΕΕ για πρώτη φορά σε απόφασή του απεφάνθη ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεσμεύονται από τον Χάρτη ακόμα και στην περίπτωση που λειτουργούν εκτός του πλαισίου του Δικαίου της ΕΕ, όπως στην περίπτωση του ESM. Και το ΔΕΕ ορθώς καταλήγει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται στα πλαίσια του Κυπριακού Μνημονίου με την Τρόικα τόσο βάσει του άρθρου 17 παρ. 1 της ΣυνθΕΕ, που της αναθέτει το γενικό καθήκον να επιβλέπει την εφαρμογή του Δικαίου της ΕΕ, όσο και βάσει του άρθρου 13 παρ. 4 της Συνθήκης για τον ESM, το οποίο της επιβάλλει να μεριμνά για την συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ των μνημονίων συνεργασίας που υπογράφουν Κράτη Μέλη της ΕΕ με την Τρόικα στα πλαίσια του ESM, να διασφαλίζει ότι το Μνημόνιο με την Κύπρο είναι σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη (σκ. 67). Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ΧΘΔΕΕ (Tζέμος 2019, Τζέμος 2018: 211επ., Μαργαρίτης 2016), όπως και όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα αναπτύσσουν εκτός από την κλασική ατομική-αμυντική λειτουργία και προστατευτική/παροχική λειτουργία (Για τις λειτουργίες των δικαιωμάτων βλ. Τζέμος 2019). Βάσει της προστατευτικής λειτουργίας τους (Tzemos 1999, 2004), τα θεμελιώδη δικαιώματα προστατεύουν από την παραβίαση ενός θεμελιώδους δικαιώματος (ή αρχής) από ένα κράτος μέλος της ΕΕ, από φυσικές καταστροφές ή άλλες κρατικές (μη κράτους μέλους της ΕΕ) ή διεθνείς προσβολές, ή και από προσβολές ιδιωτών εφόσον το θεμελιώδες δικαίωμα τριτενεργεί (Tzemos 2004, Jarass 2013: 443, παρ. 10. Ηλιοπούλου-Στράγγα 2018: 416επ.) Με σημαντικές πρόσφατες αποφάσεις του το ΔΕΕ έκανε δεκτή την άμεση τριτενέργεια (οριζόντια ενέργεια στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών) των άρθρων 21 (C-414/16 Egenberger, απόφαση 7 Απριλίου 2018) και 31 του Χάρτη (C-684/16 Max-Planck, Απόφαση 6 Νοεμβρίου 2018, C-569 και 570/16 Bauer απόφαση 6 Νοεμβρίου 2018). Υφίσταται καταρχήν καθήκον της ΕΕ για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ΧΘΔΕΕ από παραβιάσεις ενωσιακών οργάνων, κρατικές παραβιάσεις, από παραβιάσεις άλλων διεθνών μορφωμάτων, από ιδιωτικές παραβιάσεις τους και από φυσικές καταστροφές. Το κρίσιμο είναι να εξετάζεται πότε, βάσει των αρμοδιοτήτων της ΕΕ, θεμελιώνεται καθήκον προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ΧΘΔΕΕ από τα αρμόδια όργανα της ΕΕ και πότε από τα αρμόδια όργανα των κρατών μελών της ΕΕ. Αναπτύσσεται ιδιαίτερος προβληματισμός, κυρίως στην βιβλιογραφία, ως προς το αν η ενεργοποίηση από την ΕΕ της προστατευτικής λειτουργίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε παρακάμψεις των κανόνων περί αρμοδιοτήτων της ΕΕ, κάτι που απαγορεύει ρητά το άρθρο 51 (Kingreen 2011: 2964επ., Jarass 2013: 454επ.). Τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας Το άρθρο 5 παρ. 1 της ΣυνθΕΕ προβλέπει: Η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. 827 Ειδικότερα το άρθρο 5 παρ. 3 της ΣυνθΕΕ προβλέπει: Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, στους τομείς οι οποίοι δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, η Ένωση παρεμβαίνει μόνο εφόσον και κατά τον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εφαρμόζουν την αρχή της επικουρικότητας σύμφωνα με το Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Τα εθνικά κοινοβούλια μεριμνούν για την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω Πρωτόκολλο. Το άρθρο 51 παρ. 1 εδ. α προβλέπει την πλήρη δέσμευση της ΕΕ από τον ΧΘΔΕΕ «τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας». Όταν κάποιος αρμός της ΕΕ δρα κατά παράβαση της αρχής της επικουρικότητας, τότε τι γίνεται; Δεν δεσμεύεται από τον ΧΘΔΕΕ; Η απάντηση πρέπει να είναι ότι ακόμα και τότε δεσμεύεται από τον ΧΘΔΕΕ. Πολλές φορές επίσης είναι ρευστά τα όρια μεταξύ αρμοδιότητας της ΕΕ και αρμοδιότητας των Κρατών Μελών (Muir, HRR 2014 25επ.). Άλλωστε, η αρχή της επικουρικότητας, μεταξύ άλλων, αυτό ακριβώς επισημαίνει: ότι σε αρκετές περιπτώσεις πλέον στην παρούσα φάση εξέλιξης της ΕΕ υφίσταται παράλληλη αρμοδιότητα της ΕΕ και των κρατών μελών της ΕΕ (de Visser, HRR 2014: 39επ.). Τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας σημαίνει λοιπόν ότι όλα τα όργανα και οργανισμοί της ΕΕ πρέπει να τηρούν την αρχή της επικουρικότητας και όχι ότι όταν δεν την τηρούν δεν δεσμεύονται από τον ΧΘΔΕΕ. Συνελόντι ειπείν, οποιαδήποτε οργανική, υβριδική ή ατυπική έκφραση της ΕΕ (δραστηριοποιούμενη μόνη της ή και σε οποιοδήποτε context και οσοδήποτε περίπλοκο ή και νομικά δύσκολο να χαρακτηριστεί σχήμα, τηρώντας ή μη τηρώντας το πεδίο αρμοδιότητας που της καθορίζει το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο) δεσμεύεται πάντα από τον ΧΘΔΕΕ. Κάθε πράξη ή παράλειψη κάθε νομικά οργανωμένης ή ατυπικής (συμ)μετοχής οργάνου ή εκπροσώπου της ΕΕ πρέπει να είναι σύμφωνη με τον ΧΘΔΕΕ και γενικότερα τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο. Σύνοψη Το άρθρο 51 λύνει σοβαρά πρακτικά ζητήματα, αλλά και θέτει σημαντικά πολιτειολογικά ερωτήματα. Διέπεται από την τάση (α) για όσο το δυνατόν πληρέστερη και ανεξαίρετη δέσμευση της ΕΕ και των οργάνων της και (β) για κατά το δυνατόν περιορισμένη και εντοπισμένη στο ευρωπαϊκό δίκαιο δέσμευση των κρατών μελών και των οργάνων τους από τον ΧΘΔΕΕ. Κάθε πράξη ή παράλειψη κάθε νομικά οργανωμένης ή ατυπικής (συμ)μετοχής οργάνου ή εκπροσώπου της ΕΕ πρέπει να είναι σύμφωνη με τον ΧΘΔΕΕ και γενικότερα τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο. 828 Βιβλιογραφία Barnard, C. (2013), “The Charter, the Court - and the Crisis”, University of Cambridge Faculty of Law Research Paper No. 18/2013 Borowsky, M. (2011) Art. 51, σε: J. Meyer (επιμ.), Charta der Grundrechte der Europäischen Union, 2011, σσ. 642. Busuioc, E. M. (2013), European Agencies: Law and practices of accountability, Oxford, Oxford University Press. Chamon, E. (2011), “EU Agencies between Meroni and Romano or the Devil and the Deep Blue Sea”, CMLR 2011, σσ.1055. De Schutter, O. (2006), Article 51, Champ d’ application, σε “Commentary of the Charter of Fundamental Rights”. De Visser, M. (2014), “National Constitutional Courts, the Court of Justice and the Protection of Fundamental Rights in a Post – Charter landscape”, Human Rights Review, σσ. 39. Fischer-Lescano Α. (2014), Aνθρώπινα Δικαιώματα σε Καιρούς Λιτότητας, Αθήνα, εκδόσεις Ποταμός. Hatje, A. (2012), Art. 51, σε J. Schwarze, “EU Kommentar“, σσ. 2738. Jarass, H. (2013), Charta der Grundrechte der Europäischen Union, σσ. 437. Kingreen, T. (2011), Art. 51, σε C. Calliess, M. Ruffert (επιμ.), EUV/AEUV, Das Verfassungsrecht der EU mit Europäischer Grundrechtecharta, σσ. 2955. Lenaerts, K. (2012), “Exploring the Limits of the EU Charter of Fundamental Rights”, European Constitutional Law Review, σσ. 37. Lenaerts, K. (2017), «Le champ d'application de la Charte des droits fondamentaux de l'Union européenne», σε Liber amicorum Rusen Ergec, σσ. 217. Lenaerts, K., (2015), “Kooperation und Spannung im Verhältnis von EuGH und nationalen Verfassungsgerichten“, EuR 1/2015, σσ.3. Muir, E. (2014), “Fundamental Rights: An unsettling competence”, Human Rights Review σσ. 25. Rosas, (2012), “When is the EU Charter of Fundamental Rights Applicable at National Level?”, Jurisprudence, σσ. 1269. Tzemos, Β. (2017), «La Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne: La belle au bois dormant», Blogdroiteuropéen 2017, https://blogdroiteuropeen.com/2017/09/21/la-charte-des-droits-fondamental Tzemos, V. (1999), „Die dogmatische Herleitung der Grundrechtlichen Schutzpflichten”. Tzemos, V. (2004), „Das Untermaßverbot“. Tzemos, V. (2007), “The Social Function of Human Rights”, VIIth World Congress of the International Association of Constitutional Law. Ward, A. (2014) Article 51, σε S. Peers, T. Hervey, J. Kenner & A. Ward (επιμ.), The EU Charter of Fundamental Rights. A commentary, σσ. 1413επ. Ηλιοπούλου-Στράγγα Τ. (2018), Γενική Θεωρία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Σάκκουλα ΑΕ. Καραγκούνης, Δ. & Ράντου Μ. (2013), «Η Νομική Φύση των Πράξεων του Eurogroup», EEυρΔ, σσ. 139επ. Κασιμάτης, Γ. Ι. (2015), Το Απάνθρωπο Καθεστώς Δανεισμού της Ελλάδας, Αθήνα, εκδόσεις Α, Λιβάνης. Κουκιαδάκη, Α. (2014), Οι Δυνατότητες Προσβολής των Μέτρων Λιτότητας Ενώπιον Υπερεθνικών Δικαστηρίων. Οι περιπτώσεις της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, 2014, προσβάσιμο από: http://www.etuc.org/sites/www.etuc.org/files/publication/files/austerity_greeceportu gal_gr_2.pdf. 829 Μαργαρίτης, K. (2016), Η Προστασία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην ΕΕ και η Συνθήκη της Λισαβόνας, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη. Παπαγιάννης Δ. (2014), «Η Προσφυγή Ιδιωτών στο Γενικό Δικαστήριο», ΝοΒ: 1321επ. Παυλόπουλος, Π. (2013), Το Δημόσιο Δίκαιο στον Αστερισμό της Οικονομικής Κρίσης, Αθήνα, εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη. Πλιάκος, Α. (2017), «O Σεβασμός των Ευρωπαϊκών Αξιών κατά τη Λειτουργία και Ανάπτυξη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Δημόσιο Δίκαιο, 2 (2-3): 118-131, διαθέσιμο από: www.publiclawjournal.com Τζέμος, Β. Γ. (2009), Οι Πολιτικοί Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνθήκη της Λισαβόνας, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη. Τζέμος, Β. Γ. (2015), Ευρωπαϊκή Ένωση και Δικαιοπολιτική, σε Β. Τζέμος (επιμ.), Θεμελιώδη Δικαιώματα και Θεσμοί στην Εποχή της Κρίσης, 1ο Συνέδριο Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ), σ. 414επ., και σε ΘΠΔΔ 2015, σ. 97επ. Τζέμος, Β. Γ. (2018), «Γενική Θεωρία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο», Δημόσιο Δίκαιο, 3 (1-2): 211-225, διαθέσιμο από: www.publiclawjournal.com Τζέμος, Β. Γ. (2013), Οργανωτικό Διοικητικό Δίκαιο. Διαγράμματα, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη. Τζέμος, Β. Γ. (2019), Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη. 830 Δρώντες στην Μεταιχμιακότητα του Κοινωνικού Στοχασμού Ευφροσύνη Τσαφά1 και Ευσταθία Ντρούβα2 Περίληψη Οι «ηγέτες της σκέψης» διαμορφώνουν το στρώμα των δρώντων οι οποίοι σε ορισμένες περιοχές του κόσμου μετά τη δεκαετία του 1960, αλλά και πρόσφατα με σημαντικές επαναστατικές ανατροπές, διεύρυναν το δυισμό «πολιτισμός/εκσυγχρονισμός» από το μακρινό του και αρχαιότερο συγγενή της «παράδοσης/ νεωτερικότητας», όπως επισημαίνεται στη σχετική βιβλιογραφία και τη συνακόλουθη έρευνα. Οι αναπτυξιακές διαδικασίες που προωθούν δρώντες με το χαρακτήρα διεθνών οργανισμών σε ένα κράτος μετασχηματίζουν το βασικό χαρακτηριστικό του, το έδαφος και αποχρωματίζουν το δυισμό «παράδοση/ νεωτερικότητα» στο δυϊσμό «πολιτισμός/ανάπτυξη» καθιστώντας τον πολιτισμό ιδιόμορφο «πόρο» της ανάπτυξης. Έκφανση του δυισμού αυτού αποτελεί η σύγχρονη μορφή του οριενταλισμού και τα κινήματα του καθώς εκφράστηκε με την παρουσίαση του αραβικού κόσμου ως εξαιρετικής κατάστασης («Arabways»), την ιεράρχηση της ικανοποίησης δυτικών πολιτικών αιτημάτων και αξιών δίνοντας δευτερεύουσα σημασία στην τοπική πολιτική σκηνή και την εφαρμογή αυταρχικών πολιτικών στο όνομα της επίτευξης της ανεκτικότητας και του πλουραλισμού. Λέξεις-Κλειδιά: υβριδισμός, πολιτισμός, ανθρώπινη ανάπτυξη, οριενταλισμός, υπερ-κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες Εισαγωγή Η παρούσα εργασία άπτεται ενός θέματος που βρίσκεται σε ερευνητική εξέλιξη στο πλαίσιο ενός προγράμματος μεταπτυχιακής έρευνας. Το ενδιαφέρον μας για το θέμα και η ένταξη του στην ενότητα αυτή με την κρίσιμη έννοια της «μεταιχμιακότητας» συνδέεται με την διαμόρφωση της υπόθεσης ότι η επιτυχημένη πολιτική εξέγερση δεν είναι πάντα και οικονομική επιτυχία, ενίοτε δε αποτυπώνεται σε έντονη οικονομική κάμψη ή καταστροφή με συρρίκνωση της οικονομικής ανάπτυξης, παράλυση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και ανατροφοδότηση της πολιτικής εξέγερσης. Σε αυτό το «σπιράλ» πολιτικής – οικονομίας – πολιτικής «κρατικοί» και «μη κρατικοί δρώντες» εναλλάσσουν την εξουσία τους με πρακτικές και ιδέες που ανταγωνίζονται στο διεθνή λόγο για την εξέλιξη αυτού του «σπιράλ» των αλυσιδωτών εξεγέρσεων και του εντεινόμενου σε ορισμένες χώρες κύκλου αυταρχικότητας, βίας και δημοκρατίας. Η σύγκρουση αραβικών ελίτ και λαού των αραβικών κρατών καθιστά μάλλον προσβάσιμη την προσέγγιση των συμπληγάδων, κατά μία έκφραση, «στρατοκρατίας» και «θεοκρατίας», αλλά εξαιρετικά απαιτητικό τον ανταγωνισμό «κρατικών» και «μη 1 Μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών,
[email protected]2 Υποψήφια διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών,
[email protected]831 κρατικών δρώντων» στην αντιμετώπιση του σπιράλ. Θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η μελέτη μας βασίζεται σε δευτερογενή επεξεργασία της διαθέσιμης βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας, καθώς η πρωτογενής ανάλυσή μας (αναλύσεις και τεκμήρια διεθνών οργανισμών, συνεντεύξεις τύπου, μαρτυρίες, κ.λπ.) βρίσκεται σε εξέλιξη, επηρεάζεται δε, τουλάχιστον ως προς το εύρος της από τη διαθέσιμη εργογραφία που έχουμε επεξεργαστεί. Από την άποψη αυτή η εισήγησή μας αποτελεί περισσότερο ένα πλαίσιο έρευνας και τη συστηματοποίηση ορισμένων υποθέσεων εργασίας, ζητήματα τα οποία στον ελληνική κοινωνιολογική σκέψη αναμένουν περισσότερη και πιο συστηματική εμβάθυνση, αυτονόητα και από το δικό μας ερευνητικό (τολμηρό θα λέγαμε) εγχείρημα, για το οποίο παραμένει σε ισχύ το ερώτημα «αν είναι πολύ νωρίς να αποφανθούμε για το αποτέλεσμά της Αραβικής Άνοιξης».3 «Μία άνοιξη», «επτά στύλοι σοφίας» και «επτά μύθοι» Είναι χρήσιμη μία «εξωτική» και σύντομη περιήγηση. Στο βιβλίο των Παροιμιών (9,1) αναφέρεται ότι «η σοφία οικοδόμησε δια τον εαυτόν της οίκον, τον οποίον εστήριξεν εις επτά, στερεούς και ακλόνητους στύλους». Ο αριθμός επτά συμβολίζει στην Αγία Γραφή την πληρότητα, την απόλυτη αρμονία. O Τ. Ε. Λόρενς (ο γνωστός Λόρενς της Αραβίας) το 1922 στο βιβλίο του «Επτά Στύλοι της Σοφίας» με αφετηρία των σκέψεων του τον απελευθερωτικό αγώνα των Αράβων από τους Τούρκους Οθωμανούς, στον οποίο ο ίδιος ηγήθηκε, πιστεύει και κηρύττει ότι η ελευθερία, ο ενθουσιασμός, η υπομονή, η αλήθεια, η δίκαιη κρίση, η μετριοπάθεια και το θάρρος συνιστούν τους επτά στύλους της σοφίας. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ουσιαστικός αντίπαλος αυτών είναι τα εσωτερικά δεσμά, που οδηγούν στην διαφθορά, στον συμβιβασμό και την απληστία (Λόρενς 1991). Η πολύπλοκη δόμηση με την ταυτόχρονη ρευστότητα του σύγχρονου κόσμου έφεραν πολύ πρόσφατα ένα νέο πρίσμα σε ερευνητικό επίπεδο ως προς την αντιμετώπιση των διεθνών σχέσεων, καθώς και σε σχέση με τους νέους ρόλους διάφορων διεθνών, αλλά και ενδοκρατικών δρώντων σε αυτές. Η «μεταβατική έρευνα» (transition research) προσανατολίζεται στην ανάλυση «φαινομένων μετάβασης» που εμφανίζονται ανά τον κόσμο, όπου εντοπίζεται μια μεταιχμιακή πολιτειακή και κοινωνική κατάσταση. Βασικό αναλυτικό της εργαλείο αποτελεί η «πολυεπίπεδη οπτική» (Multi-Level Perspective - MLP) όσον αφορά τους «ρόλους» των «δρώντων» σε μια μεταιχμιακή κατάσταση (Wittmayer et al. 2017: 46). Με βάση την «πολυεπίπεδη οπτική» της θεωρίας της μετάβασης, τρεις είναι οι δυνάμεις που εντοπίζονται να αλληλεπιδρούν σε μια «μετάβαση» (transition): οι δυνάμεις της αλλαγής, της συντήρησης, αλλά και το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο στο εσωτερικό και το εξωτερικό (niche, regime, landscape) (ibid.), ενώ πληθώρα κοινωνικών δρώντων εκπροσωπούν κάθε μία δύναμη. Κάποιες από τις ελλειμματικές που μπορούμε να προσάψουμε στην θεωρία της μετάβασης είναι ίσως μια σχετική απουσία αναγνώρισης της σημασίας της δράσης των μη συστημικών και θεσμικών δρώντων (π.χ. άτομα, κινήματα, διανοούμενοι, Μ.Κ.Ο) ως προς την διαμόρφωση των χαρακτηριστικών (προοδευτικά ή συντηρητικά) που θα λάβει τελικώς μια μεταιχμιακή κατάσταση, και ως εκ τούτου η αδυναμία της να συμπεριλάβει στο ως άνω σχεδιάγραμμα δυνάμεων, δρώντες όπως ακτιβιστές (frontrunners) (Wittmayer et 3 Το ερευνητικό αυτό εγχείρημα πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. 832 al. 2017: 47) και «ηγέτες σκέψης», αλλά και υβριδικές μορφές δρώντων και των ρόλων τους: συντηρητικών δρώντων που χρησιμοποιούν προοδευτικές πρακτικές ή αντίστοιχα προοδευτικών δρώντων που κάνουν χρήση συντηρητικών πρακτικών. Προκειμένου να αμβλύνουμε τις ως άνω ελλειμματικές θα προτείνουμε την πολυεπίπεδη ανάλυση (MLP) ως εξής: την μελέτη της χρήσης των ρόλων από έναν συγκεκριμένο δρώντα και σε συνάρτηση και με άλλους, σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό (εν προκειμένω μεταβατικό/μεταιχμιακό) σημείο, αλλά και διαχρονικά (ibid: 50). Προς τούτο επιλέξαμε να αξονιστεί η ανάλυση στα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης του 2011 και να αναπτύξουμε εν προκειμένω έναν στοχασμό γύρω από το ερώτημα: Ποιους συμβολισμούς και λειτουργίες μπορεί να φέρει η επικυριαρχία ενός δυτικού συστήματος με όχημα το Ισλάμ ή και ενός θρησκειοκρατικού συστήματος (Ισλάμ) με τη χρήση δυτικών μέσων; Ποιοι οι δρώντες εν προκειμένω και ποιοι οι ρόλοι που χρησιμοποιούν για να επιτελέσουν τις ως άνω λειτουργίες; Επιπλέον, μέσα από την ανάλυση τίθενται ερωτήματα που άπτονται στοιχείων εσωτερικευμένου οριενταλισμού και αυτό-παρουσίασης (self-looking glass) των αραβικών λαών, αλλά και δυτικών κατασκευών για τις κινητοποιήσεις της ονομαζόμενης Αραβικής Άνοιξης, «μύθων» που θα πρέπει να σταθούμε με προσοχή απέναντί τους και ενδεχομένως να καταρρίπτουμε (Vidal 2016). Μύθος Πρώτος: Ό, τι συνέβη απλώς ισχυροποίησε την εξουσία των ήδη καθεστηκώτων τάξεων. Ήταν ένα «ιντερμέδιο» σε δεκαετίες απολυταρχισμού, που κατέδειξε την αδυναμία εγκαθίδρυσης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στον αραβικό κόσμο. Ουσιαστικά κατέδειξε ότι οι Άραβες είναι ανώριμοι, εάν όχι ακατάλληλοι να διακυβερνώνται δημοκρατικά (Arabways). Η νοσταλγία της ασφάλειας στην καθημερινότητα επί των ημερών των παλαιών ανατραπέντων καθεστώτων είναι πλέον το ζητούμενο και όχι ο εκδημοκρατισμός. Το τέλος του «Ψυχρού πολέμου» και η πτώση της ΕΣΣΔ (1989) έφεραν στο προσκήνιο των εξελίξεων στις διεθνείς σχέσεις μια σειρά κρατικών, διακρατικών και ενδοκρατικών δρώντων (συλλογικών μορφωμάτων), αλλά και μεμονωμένων ηγετικών μορφών υποκειμένων (ατόμων). Αυτό που ταίριαζε πλέον στην σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη κοινωνία δεν ήταν ο επεκτατισμός των μεγάλων δυνάμεων μέσω ενός ενσώματου πολέμου στρατευμάτων, αλλά ένας «πολιτιστικός ιμπεριαλισμός» (Heywood 2013: 258-259) που επανανοηματοδοτεί την δημοκρατία μέσα από την ανάπτυξη και την τρομοκρατία μέσα από τη διεθνή ασφάλεια. Απότοκο της νέας κατάστασης των διεθνών σχέσεων αποτελούν δρώντες με τον χαρακτήρα διεθνών οργανισμών, μη κυβερνητικών οργανώσεων, η κοινωνία των πολιτών, ακτιβιστές, διανοούμενοι κ.α., που ξεπερνούν πολλές φορές τον ηγεμονικό ρόλο των εθνών- κρατών στις διεθνείς σχέσεις. Οι αναπτυξιακές διαδικασίες που προωθούν δρώντες με το χαρακτήρα διεθνών οργανισμών σε ένα κράτος μετασχηματίζουν το βασικό χαρακτηριστικό του κράτους, το έδαφος, και αποχρωματίζουν το δυισμό «παράδοση/ νεωτερικότητα» στο δυϊσμό «πολιτισμός/ανάπτυξη» καθιστώντας τον πολιτισμό ιδιόμορφο «πόρο» της ανάπτυξης, αφού οι πολιτιστικές διεργασίες μπορούν να αποτελέσουν μηχανισμό για τη διάχυση αναπτυξιακών μηνυμάτων. Μεταξύ των πιο σημαντικών από τους στην παρούσα πραγματευόμενους δρώντες με τον χαρακτήρα διεθνών οργανισμών θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Η σημασία αυτού (και άλλων) στις αναπτυξιακές διαδικασίες που προωθούνται σε ένα κράτος γίνεται εμφανής, αν αναλογιστούμε τον ρόλο που διαδραματίζουν τα πορίσματά του στην διεθνή στρατηγική και την εξωτερική πολιτική των κρατών διεθνώς, δεδομένης της συμμετοχής σε αυτόν 193 833 «κυρίαρχων» κρατών – μελών. Ανάλογης σημασίας προφανώς είναι τόσο η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, όσο και ιδίως το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. (αποστολή του «η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας»). Λαμβάνοντας υπόψη μας τη θέση του Ο.Η.Ε. μεταξύ των αναφερόμενων «μη κρατικών» διεθνών δρώντων, το παρακάτω πόρισμα αξιολόγησης του Οργανισμού σχετικά με την εφαρμογή του Προγράμματος Ανάπτυξης που υλοποιήθηκε στον αραβικό κόσμο το 2002 από την περιφερειακή υπηρεσία για τα αραβικά κράτη, ενισχύει τον ισχυρισμό περί λειτουργίας του «πολιτισμού» ως όχημα της («δυτικά» νοηματοδοτούμενης) «ανάπτυξης». Ειδικότερα, το σχετικό πόρισμα του Ο.Η.Ε. αναφέρει ότι: (…) Παρατηρείται μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των αραβικών κρατών και άλλων περιοχών όσον αφορά τους όρους συμμετοχικής διακυβέρνησης. Το κύμα δημοκρατίας που μεταμόρφωσε τη διακυβέρνηση στη Λατινική Αμερική, την Ανατολική Ασία και την Ανατολική Ευρώπη τις δεκαετίες 1980 και 1990, δεν έφτασε στον αραβικό κόσμο (…) (United Nations Development Programme 2002: 2). Χαρακτηριστικό είναι λοιπόν ότι το κύμα δημοκρατίας των δεκαετιών 1980 και 1990, στο οποίο γίνεται ανωτέρω αναφορά, τοποθετείται ιστορικά σε παραδείγματα διακυβέρνησης όπως αυτό του Salinas στο Μεξικό, του Cardoso στην Βραζιλία ή του Menem στην Αργεντινή, όσον αφορά τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα παραδείγματα αυτά συνδέθηκαν στη διεθνή κοινή γνώμη με την οικονομική πρόοδο της Λατινικής Αμερικής, με όχημα αυτής μια νεοφιλελεύθερη πολιτική συνώνυμη της δυτικής δημοκρατίας, με κυβερνήσεις που επί της ουσίας διατράνωναν την επιθυμία ενσωμάτωσης των χωρών τους στον ευσεβή πόθο των Η.Π.Α. για τη λειτουργία μιας ενιαίας αγοράς στο σύνολο της αμερικανικής ηπείρου. Σχετικά με την Ανατολική Ασία, το κύμα δημοκρατίας το οποίο επικαλείται ο Ο.Η.Ε τοποθετείται στη μετά το θάνατο του Μάο Τσετούνγκ (1976) διακυβέρνηση του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, ενώ αναφορικά με την Ανατολική Ευρώπη έρχεται σε ευθεία σύνδεση με το ντόμινο των αναταραχών στις χώρες αυτές το 1989 στην αρχή της κατάρρευσης του Ανατολικού μπλοκ. Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν στην ακόλουθη υπόθεση έρευνας: η έννοια της «δημοκρατίας» όταν αναφέρεται στην Ασία, και εν γένει στην Ανατολή, αλλά και την Λατινική Αμερική, ταυτίζεται με τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία, με κυβερνήσεις εκπροσώπησης δυτικών συμφερόντων, όσο αμφίβολη και αν είναι η σχέση αυτών με τον πλουραλισμό, την ανεκτικότητα και την κοινωνική ισότητα. Όπως παρατηρεί ο Ο.Η.Ε. το ως άνω περιγραφόμενο κύμα δημοκρατίας, δεν έφτασε στον αραβικό κόσμο» και συνεχίζει λέγοντας ότι «αυτό το έλλειμμα ελευθερίας υπονομεύει την ανθρώπινη ανάπτυξη και αποτελεί την οδυνηρότερη ένδειξη υστέρησης της πολιτικής ανάπτυξης (United Nations Development Programme 2002: 2). Όπου, λοιπόν, για τον Ο.Η.Ε. δεν υπάρχει νεοφιλελεύθερη δημοκρατία, όπως την ορίζει ο δυτικός πολιτισμός, δεν υπάρχει η έννοια της «δημοκρατίας», η απουσία της οποίας εμφανίζεται και ταυτίζεται με έλλειμμα ελευθερίας, το οποίο συνδέεται ευθέως με την ανθρώπινη ανάπτυξη, που υπό αυτούς τους όρους παρακμάζει και ταυτοχρόνως καταδηλώνει το «οδυνηρότερο» σύμπτωμα της «υστέρησης της πολιτικής ανάπτυξης» στον αραβικό κόσμο. Με άλλα λόγια ο ανελεύθερος αραβικός κόσμος δεν διαθέτει της συνθήκες ανάπτυξης της δημοκρατίας κατά τον δυτικό 834 πολιτισμό, με αποτέλεσμα η υστέρησή του σε επίπεδο πολιτισμού να φέρει αυτόν σε υστέρηση σε επίπεδο οικονομικής και πολιτειακής ανάπτυξης. Αντιστοίχως, τα «κινήματα δημοκρατίας του Αραβικού κόσμου», όπως αυτά της «Αραβικής Άνοιξης» που έλαβαν χώρα αργότερα και συγκεκριμένα στις χώρες του Μαγρέμπ από το 2011 και έπειτα, τοποθετήθηκαν αρχικά για τις χώρες της Δύσης στο κάδρο των με θέρμη υποδεχόμενων εξεγέρσεων, αφού, κατά την αφήγηση του δυτικού πολιτισμού, απαιτούσαν ένα πολιτικό σύστημα με περισσότερη δημοκρατία και λιγότερη διαφθορά και αυταρχισμό, σύμφωνο προς τις ιδέες του σύγχρονου δυτικού φιλελευθερισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δυτικά Μ.Μ.Ε. ήταν αυτά που διαμόρφωσαν τον όρο «Αραβική Άνοιξη», αναφερόμενα στο μπαράζ διαδηλώσεων που σημειώθηκαν στην Μέση Ανατολή και τη Νότια Αφρική το 2011 και ειδικότερα στην Τυνησία, την Αίγυπτο, την Λιβύη, την Υεμένη, το Μπαχρέιν και τη Συρία. Μύθος Δεύτερος: Επρόκειτο για την επανάσταση του Facebook και των υπολοίπων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μέσω των οποίων απευθύνονταν καλέσματα και οργανώνονταν διαδηλώσεις ως αντιστάθμισμα της έλλειψης έκφρασης επίσημου και συγκροτημένου αντιπολιτευτικού λόγου. Τα δυτικά και παγκοσμίως γνωστά μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter κ.α.) αποτέλεσαν για την νεανική διανόηση, που πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις του 2011, τα κανάλια για την επικοινωνία των αιτημάτων τους. Έτσι, τους καταλογίστηκε η κριτική της συμμετοχής τους σε μια «επανάσταση του Facebook», μια κριτική με περισσότερες μυθολογικές παρά ρεαλιστικές προεκτάσεις (Vidal 2016). Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε, καθώς θα επανέλθουμε κατωτέρω, ότι τα ως άνω διαδικτυακά μέσα κοινωνίωσης λειτούργησαν κυρίως ως χρήσιμα, αλλά αρκετά περιορισμένα (λόγω της μικρής πρόσβασης του γενικού πληθυσμού στο διαδίκτυο) μέσα διοργάνωσης των μαζικών διαδηλώσεων, παρά ως αιτία αυτών, αφού τον βασικό ρόλο στην μετάβαση των έπαιξαν οι ίδιοι οι διαδηλωτές (Vidal 2016). Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δρώντες στην συγκεκριμένη μετάβαση σίγουρα δεν ήταν μόνο οι νέοι που πρωτοστάτησαν σε αυτή, αλλά και εσωτερικοί θρησκευτικοί παράγοντες, γειτονικά και δυτικά κράτη και οργανώσεις, διεθνείς οργανισμοί, αλλά και ο δυτικός τύπος, όπως προαναφέρθηκε. Αρχικά οι μεγάλοι «παίκτες» («κρατικοί» και «μη κρατικοί δρώντες») του παγκόσμιου διπλωματικού σκακιού (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, Ε.Ε., ΗΠΑ, G7), με εξαίρεση τη Ρωσία, η οποία υιοθέτησε την σιωπηλή τακτική για το μακροπρόθεσμο όφελος της, παρείχαν στήριξη στους παραδοσιακούς δικτάτορες συμμάχους τους στον αραβικό κόσμο. Η πρώτη χώρα που αντιλήφθηκε έγκαιρα το βάθος της αντίδρασης και της αφύπνισης του ισλαμικού κόσμου και προσπάθησε να το οικειοποιηθεί ήταν οι ΗΠΑ, οι οποίες δια του προέδρου τους Μπαράκ Ομπάμα έσπευσαν να δηλώσουν ότι «ένα μεγάλο νέο κεφάλαιο στην ιστορία αναδύθηκε στον αραβικό κόσμο».4 Μέσα από τα γεγονότα που ακολούθησαν συνέβη το πρωτοφανές για τις αραβικές χώρες φαινόμενο της απομάκρυνσης ηγετών, μετά από τις ογκώδεις λαϊκές κινητοποιήσεις. Ωστόσο, καμία χώρα δεν ολοκλήρωσε την πλήρη μετάβασή της σε δημοκρατικό καθεστώς.5 Ακολούθησε σε σύντομο χρονικό διάστημα ένας πολυεπίπεδος εμφύλιος πόλεμος που συνεχίζει να τις μαστίζει και σήμερα και ένα πρωτοφανές κύμα φυγής προς την Ευρώπη (Διεθνής Αμνηστία 2016). Σχεδόν δέκα 4Στα τέλη του μήνα κατά τον οποίο ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις (Ιανουάριος 2011). 5 Γεγονός που υπογραμμίσθηκε και στον ελληνικό τύπο μετά από μερικά χρόνια (Παπακωνσταντίνου 2016). 835 χρόνια μετά την εκδήλωση της «Αραβικής άνοιξης», και μετά την αρχική ευφορία, το όλο κίνημα έχει υποβαθμιστεί σε στερεότυπα, ιδεασμούς και πολιτισμικό ντετερμινισμό. Ο όρος «Αραβική Άνοιξη», αυτόματα υποδηλώνει την καταγγελία των προηγούμενων δικτατορικών καθεστώτων και τη θετική υποδοχή της νέας κατάστασης «δημοκρατικής ανασύνθεσης», η οποία αφού προτάσσεται ως τέτοια, δεν αμφισβητείται όταν τα νέα «δημοκρατικά» καθεστώτα χρησιμοποιούν αυταρχικές πρακτικές και ρητορεία (εφαρμογή μιας πολιτικής αυταρχικής προς τους εσωτερικούς θρησκευτικούς παράγοντες και εξαιρετικά φιλικής προς τους διεθνείς επιχειρηματικούς παράγοντες). Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά δημοσιογραφικά από το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, για να προσδιορίσει τις λαϊκές εξεγέρσεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες είχαν σκοπό την ανατροπή δικτατορικών καθεστώτων και την αντικατάστασή τους με δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις (Κουσκουβέλης (επιμ.) 2012). Η μεταφορική εικόνα της «άνοιξης», της άνθησης, λαμβάνει πολιτικά και κοινωνικά «σάρκα και οστά», μετασχηματίζεται σε δημοκρατική «άνοιξη» και ανάπτυξη, ερχόμενη σε ευθεία αντιδιαστολή με τον αυταρχικό «χειμώνα» των αραβικών καθεστώτων. Καθίσταται λοιπόν, κατά το μάλλον ή ήττον, αμφιλεγόμενος ο όρος και προερχόμενος ίσως από μια βεβιασμένη εκτίμηση της δυτικής διανόησης και δημοσιογραφίας, καθώς τα αιτήματα των πολιτών για αξιοπρέπεια, δημοκρατία και ελευθερίες, αφενός μεν δεν ευοδώθηκαν, αφετέρου δε, οι εξελίξεις δικαίωσαν όσους εξέφραζαν έντονο σκεπτικισμό για μια αρνητική τροπή των πραγμάτων επί το ακραίο ή το συντηρητικότερο. Μύθος Τρίτος: Στόχος δεν ήταν τα αυταρχικά καθεστώτα αλλά το ίδιο το Ισλάμ. Η επιδιωκόμενη πολιτική εκκοσμίκευση θα συνεπαγόταν αναγκαστικά και την αντίστοιχη κοινωνική παραμερίζοντας τη συντηρητική και μη ικανή να ανταποκριθεί στα σύγχρονα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά κελεύσματα ισλαμική παράδοση. Δυτικά πρότυπα και αξίες θα κυριαρχούσαν, όπως ακριβώς συνέβη στην Ανατολική Ευρώπη μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Θα ήταν δυνατό από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία να υποστηρίξουμε ότι η «Αραβική Άνοιξη» ως όρος παραπέμπει επίσης συμβολικά στο κύμα αναταραχών που εκδηλώθηκε, όπως αναφέραμε, και έφερε την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη από το 1989 και έπειτα. Αν δε συνυπολογίσουμε την σημασία που αποδίδεται σήμερα στον ρόλο των media (τύπος, τηλεόραση, σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) ως κυρίαρχος παράγοντας κοινωνικοποίησης μεταξύ των ενηλίκων στην Δύση, η ως άνω «μιντιακή» κατασκευή της έννοιας «Αραβική Άνοιξη» αποκτά μεγαλύτερη αξία για την ανάλυσή μας, όσον αφορά την ανάδειξη έντονων στοιχείων, για τα κινήματα αυτά, εσωτερικευμένου οριενταλισμού (Said 1996). Πρόκειται για έναν όρο (και μία υπόθεση ασφαλώς) ο οποίος, απευθυνόμενος στο θυμικό και το συναίσθημα των ανθρώπων που διαβιούν στις αραβικές χώρες, αποτελεί υπαινιγμό προς τις επαναστάσεις που συγκλόνισαν την Ευρώπη το 1848 και έλαβαν την ονομασία «Άνοιξη των Λαών» (Hamid 2014). Εντούτοις, ο παραλληλισμός με τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν παραμένει επιτυχής καθώς η Ευρώπη είναι γνωστό ότι είχε αφετηρία μια διαφορετική παράδοση, η οποία εδράζετο και στις ερμηνευτικές-αξιολογικές δικλείδες νομιμοποίησης των κοινωνικών εκρήξεων, με βάση μία φιλοσοφική και κοινωνιολογική παράδοση υψηλών συγγραφικών επιδόσεων (Καστοριάδης 2000). Η πραγματικότητα έγκειται στο ότι ο όρος-ομπρέλα «Αραβική Άνοιξη» εξυπηρέτησε τα δυτικά ΜΜΕ για την 836 κάλυψη των γεγονότων επικαλύπτοντας τα θεμελιώδη αίτια, τις πολιτικές και τις κοινωνικές διεργασίες, αλλά και τις αντιφάσεις που παράγουν γεγονότα και συμβάντα με υψηλή «προστιθέμενη» πολιτική αξία (Applebaum 2011). Επιπλέον, μας δίνεται εδώ η αφορμή να αναφερθούμε στον καταλυτικό ρόλο που έπαιξαν τα media και ως προς την «επιτελεστικότητα» (Butler 1990) των μηνυμάτων που εξέφεραν οι κοινωνικοί δρώντες και «ηγέτες της σκέψης» αυτών των κινημάτων οριενταλιστικής επιρροής, αφού, όπως φαίνεται, πρακτικές που στρέφονται και επηρεάζονται προς και από τη Δύση, αρκούν για να επιτελέσουν ένα κίνημα δημοκρατίας, ανεξαρτήτως αν αυτό στην ουσία του εμφανίζει αυταρχικά και ανελεύθερα χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ο Mohamedou (2015: 128) επισημαίνει ως στοιχείο οριενταλιστικής επιρροής έναν αναδυόμενο, κατά την γνώμη του, μιμητισμό της δυτικής κουλτούρας τόσο ως προς τα ζητήματα δημοκρατίας, όσο και ως προς τον τρόπο που επέλεξαν οι νέοι της Αραβικής Άνοιξης να επικοινωνήσουν τα αιτήματά τους μέσω της μαζικής διάδοσης των δράσεών τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αντιτάξουμε το στοιχείο της σύγκρισης με τους νέους της Δύσης, την παγκόσμια διάδοση της τεχνολογίας ειδικά στις νέες γενιές, αλλά και την έντονη παρέμβαση των δυτικών μητροπόλεων στα εσωτερικά των αραβικών χωρών (όπως αυτά που προκαλεί η παραγωγή και ζήτηση του πετρελαίου). Οι παρατηρήσεις αυτές εισφέρονται εδώ προκειμένου να δείξουν την απεδαφικοποίηση την έννοιας της δημοκρατίας, με την παύση εκ μέρους των διαφόρων διεθνών δρώντων της σύνδεσής της με την «κυριαρχία» που προσφέρει σε ένα κράτος η αυτοαντίληψή του,6 αλλά και η διεθνής αναγνώρισή του, ως ένα έθνος- κράτος, και την σύγχρονη επανανοηματοδότησή της μέσα από την ευρεία παγκοσμίως χρήση των νέων μέσων τεχνολογίας και των νέων μορφών διαδικτυακού ακτιβισμού, μέσων, δηλαδή, έκφρασης του μετά-νεωτερικού δυτικού πολιτισμού των νέων τεχνολογιών, και κατά συνέπεια της δημοκρατίας και άρα και της ανθρώπινης ανάπτυξης. Μύθος Τέταρτος: Η θεωρία συνωμοσίας ότι η Δύση ενορχήστρωσε τα πάντα με σκοπό τη διάλυση εκ των έσω των αραβικών κυβερνήσεων που είτε αντιστρατεύονταν τις επιλογές της, είτε δεν τις ενίσχυαν με όλες τους τις δυνάμεις. Αντί να στέλνουν οι «Δυτικοί» στρατεύματα και να ξοδεύουν δισεκατομμύρια όπως στο Ιράκ, φρόντισαν οι καθεστηκυίες τάξεις του αραβικού κόσμου να ομφαλοσκοπούν την κατάσταση για να διατηρηθούν στην εξουσία. Ο μύθος της «συνωμοσίας της Δύσης» δεν εξηγεί ούτε το γεγονός ότι με τα προηγούμενα καθεστώτα μια χαρά συνεργάζονταν οι «Δυτικοί», αλλά ούτε και τα ιδιαίτερα στοιχεία σύνδεσης των αναφερόμενων κινημάτων της «Αραβικής Άνοιξης» με την τοπική κουλτούρα, όπως π.χ. το γεγονός ότι η Επανάσταση του Γιασεμιού στην Τυνησία ξεκίνησε με την πράξη αυτό-πυρπολισμού ενός νεαρού πλανόδιου πωλητή που διαδόθηκε πολύ γρήγορα, μια σημειωτική πρακτική καθόλου δυτική, ομοίως και η πρακτική της στατικής συγκέντρωσης, που επέλεξαν σε κάποιες περιπτώσεις οι διαδηλωτές, ίσως αποτελεί μια δήλωση αυτό-παρουσίασης ως ανεξάρτητων και κυρίαρχων λαών. Σύμφωνα πάλι με τον Mohamedou (2015: 127-129), ακόμη και ο αποφασιστικής σημασίας συμβολισμός της στάσης (standing) στον δημόσιο χώρο που λάμβανε χώρα μεταξύ των διαδηλωτών της Αραβικής Άνοιξης, αποτελεί περισσότερο 6Μεταξύ των δρώντων συγκαταλέγονται οργανισμοί διεθνούς εμβέλειας, όπως ο Ο.Η.Ε., τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, οι ακτιβιστές, οι διανοούμενοι, κ.ά. 837 μία δυτική πολιτισμική αναφορά παρά τοπική, ενώ, ταυτοχρόνως, ο ίδιος διακρίνει στη διαδικτυακή καμπάνια της νέας διανόησης-ηγεσίας της Αραβικής Άνοιξης μια ξεκάθαρα millennial λογική. Βέβαια, μπορούμε να εντοπίσουμε τις ρίζες του συγκεκριμένου επιχειρήματος σε έναν ακόμη μύθο για την Αραβική Άνοιξη, αυτόν της «συνωμοσίας των Δυτικών», ο οποίος, αφού καταλογίζει τόσο έντονα δυτικά στοιχεία στα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης, καταφέρνει να στερεί από τους αραβικούς λαούς την δυνατότητα αυτοβουλίας, παραβλέποντας την σημασία της δράσης των εσωτερικών − ενδοκρατικών δρώντων σε μια μεταιχμιακή διαδικασία, καθώς και την ιστορία αυτών των χωρών. Μύθος Πέμπτος: Το μόνο απτό αποτέλεσμα των λαϊκών εξεγέρσεων και της ανατροπής των παλαιών καθεστώτων ήταν η πρόκληση της χειρότερης ανθρωπιστικής καταστροφής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η καταστολή, η αντεπανάσταση, η βία και η απελπισία, πλαισιωμένες από την απογοήτευση εγκαθίδρυσης κρατών δικαίου και ελευθερίας οδήγησαν εκατομμύρια να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη, η οποία πλέον φοβικά έκλεισε τα σύνορά της (Hardy 2011, Vidal 2016). Μπορεί τα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης να μην κατάφεραν να γίνουν ανθεκτικοί οργανισμοί (αφού στις περισσότερες αραβικές χώρες τα διαδέχθηκε μια νίκη του πολιτικού Ισλάμ), αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός της παρακαταθήκης που άφησαν ως προς το ότι εξελίχθηκαν σε μαζικές διαδηλώσεις κοινωνικής σύγκρουσης (από πχ. τους ημι-ιδιωτικούς χώρους συγκεντρώσεων των dimaniyas στο Κουβέιτ) (Bonnefoy & Louer 2015). Πλατείες Tahrir υπάρχουν τώρα σε όλο τον αραβικό κόσμο, όπου λαμβάνουν χώρα μεγάλες διαδηλώσεις σχεδόν καθημερινά. (…) Ο Αραβικός Δρόμος (Arabic Street) εξελίχθηκε σε μια αυξανόμενα δυνατή φωνή μετά από 40 χρόνια στοιχειωμένα από την σιωπή (Khoury and Owen 2013). Μύθος Έκτος: Η «Αραβική άνοιξη» σκοπό είχε να οδηγήσει στο πολιτικό προσκήνιο τον ισλαμισμό. Σαφώς σε πολλές χώρες μετά τις πρώτες ελεύθερες δημοκρατικές εκλογές τα ισλαμιστικά κόμματα κυριάρχησαν έναντι των αντιστοίχων φιλελεύθερων αστικών, που παρουσιάστηκαν πολυκερματισμένα, αλλά εκ των εξελίξεων αποδείχθηκαν αδύναμα να προσφέρουν λύσεις που θα εξάλειφαν την κοινωνική ανισότητα, την οικονομική κρίση και την απουσία οράματος στις αραβικές χώρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φονταμενταλιστικά στοιχεία του Ισλάμ οξύνονται όταν στέκονται απέναντι στην δημοκρατική ρητορεία που εκφράστηκε από τους «e- revolutionaries», όπως χαρακτηρίζει ο Mohamedou (2015: 125-126) τους πρωταγωνιστές της Αραβικής Άνοιξης. Υπό αυτό το πρίσμα εξηγείται εν μέρει και το απορίας άξιον γεγονός της εκλογικής επικράτησης του Πολιτικού Ισλάμ μετά τις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, παρόλο που οι εκφραστές του ήταν απλοί παρατηρητές ή και ενάντιοι των κινημάτων της (Κυριακίδης 2012: 52). Σε αντίθεση με τους εκπροσώπους των ισλαμικών κομμάτων που εκδιώκονταν από τα προηγούμενα καθεστώτα, η ανώτερη τάξη των αποφοίτων των Πανεπιστημίων της Αμερικής, που έχει διάγει το μεγαλύτερο μέρος του βίου της εκτός Μέσης Ανατολής, δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως εναλλακτική λύση, ακόμα κι αν πρωτοστάτησε στις αραβικές εξεγέρσεις (Κυριακίδης 2012: 54). 838 Γι’ αυτό αποτελεί μύθο και η ταύτιση των συγκεκριμένων κινημάτων με μια «συνωμοσία των Ισλαμιστών» αυτή τη φορά, προκειμένου να εγκαθιδρύσουν τη θεοκρατία. Η επικράτηση ενός «Ισλαμικού Χειμώνα» μετά την «Αραβική Άνοιξη» εξηγείται από το γεγονός ότι οι Ισλαμιστές αποτελούσαν «το βασικό οργανωμένο και σε μεγάλο βαθμό καταπιεσμένο πολιτικό δρώντα (actor)» (Vidal 2016), εντός των αραβικών χωρών, παρόλο που σε καμία περίπτωση δεν υπήρξαν πρωταγωνιστές των εξεγέρσεων. Αντίστοιχα, σίγουρα με την επιφύλαξη της πρωταρχικής επινόησης της έννοιας του έθνους-κράτους από τη Δύση, η παρουσίαση εκ μέρους των «e-revolutionaries» της «Αραβικής κατάστασης» ως εξαιρετικής περίπτωσης, η οποία επικοινωνεί με την λογική των «Arabways» («Έτσι είμαστε εμείς»), μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από την ως άνω ανάλυση των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα για την δημιουργία της εθνικής ταυτότητας και αντίστοιχα για την προσπάθεια παραγωγής μιας συνεκτικής προς το εσωτερικό αφήγησης για την αυτό-παρουσίαση των αραβικών λαών. Είναι αναμενόμενο ότι, αν αποδεχτούμε την αποφασιστική σημασία των δυισμών και των συγκρίσεων ως προς την δημιουργία της ταυτότητας κάθε πολιτισμού, όχι μόνο του δυτικού, η λογική των «Arabways» δεν φέρει μόνο οριενταλιστικά στοιχεία, που σχετίζονται με την εσωτερίκευση των «συμπεριφορικών προσδοκιών» (behavioral expectations) (Wittmayer et al. 2017), των Δυτικών για τους Αραβικούς λαούς, αλλά και στοιχεία που ενδέχεται να φωτίζονται από το σημαινόμενο της θέσης ζητημάτων εκπροσώπησης και συμμετοχής στις διεθνείς εξελίξεις μέσω της προσπάθειας δημιουργίας μιας ισχυρής εθνικής ταυτότητας. Σε αυτή ακριβώς την αλληλοδιαπλοκή των ρόλων των δρώντων κατά τη διάρκεια μια μεταιχμιακής κατάστασης, οφείλεται η ανάπτυξη των υβριδικών πολιτισμικών μορφωμάτων, των κόσμων στο μεταίχμιο, όπως είναι και ο αραβικός. Ως εκ τούτου, εκτός των οριενταλιστικών στοιχείων, θα θέλαμε εν προκειμένω, στα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης, να επισημάνουμε και εντοπιζόμενα στοιχεία υβριδισμού, όπως ειδικότερα αναλύεται παρακάτω. Στην περίπτωση της μεταιχμιακής πολιτισμικής κατάστασης της Αραβικής Άνοιξης, σύμβολα που ανταγωνίζονται αποτελούν, μεταξύ άλλων, η νέα μορφή διακυβέρνησης σε αντίθεση με την κυρίαρχη παλαιά, καθώς και η πολύπλοκη σχέση του Ισλάμ με τον εκσυγχρονισμό και την δημοκρατία (Mohamedou 2015), αφού στην περίπτωσή μας οι «millennial e-revolutionaries», ταυτόχρονα ήταν οι φυσικοί γιοι και κόρες της μουσουλμανικής παράδοσης (Mohamedou 2015). Εντούτοις, εδώ θα πρέπει να μην παραλείπουμε να αναφερθούμε στα χαρακτηριστικά των υποκειμένων αυτών των επαναστατικών διαδικασιών: νέοι, μορφωμένοι, από τις μεσαίες τάξεις κυρίως, που μιλούσαν όμως για ανθρώπινη αξιοπρέπεια ενάντια σε καθεστώτα που αδιαφορούσαν για δεκαετίες για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στις νέες γενιές (Khoury & Owen 2013). Μύθος Έβδομος: Ο ISIS και το ισλαμικό χαλιφάτο ήταν απότοκο της πολιτικής αστάθειας που επέφερε η «Αραβική άνοιξη» τροφοδοτώντας την τρομοκρατία, τον πόλεμο και την απογοήτευση. Υπό αυτό το πρίσμα η θεαματική επέκταση των αρχών του χαλιφάτου εμφανίζεται ως ένας τρόπος να διοχετευτεί βίαια η συσσωρευμένη επαναστατική ενέργεια και η απογοήτευση των προσδοκιών των εξεγερμένων. Η σχετική βιβλιογραφία δείχνει ότι οι Ισλαμιστές έλαβαν την σκυτάλη στην ηγεσία για να αδράξουν τους καρπούς των «επαναστάσεων της Αραβικής Άνοιξης» ανανεώνοντας πλέον τον αυταρχισμό και την συνδεόμενη με την θρησκευτική πίστη 839 βία (κυρίως στην Συρία και το Μπαχρέιν), η οποία ήταν απούσα στις αρχικές ειρηνικές διαδηλώσεις (Khoury & Owen 2013). Η σχέση αυτή κράτους και θρησκείας, πολιτειακής και θρησκευτικής εξουσίας μπορεί, πάντως, να ερμηνευτεί μέσα από την σύγκριση μεταξύ καταπιεστή και καταπιεζόμενου, καθώς και μέσα από τον γενικότερο ρόλο των διχοτομικών σχημάτων και των διάφορων δυισμών (binaries). Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της ανάμειξης πολιτισμών είναι η σύγκριση, η οποία πολλές φορές βασίζεται σε στερεοτυπικές, υπερβολικές και παρελκυστικές αντιλήψεις σχετικά με τα πολιτισμικά στοιχεία της κοινωνικής ομάδας αναφοράς. Μία εξ αυτών των αντιλήψεων αποτελεί έναν άλλο μύθο για την Αραβική Άνοιξη, που συνδέεται με την ως άνω «αραβική και μουσουλμανική εξαίρεση», αυτόν που γιγαντώθηκε μετά την αποτυχία των αραβικών εξεγέρσεων να φέρουν την πρόοδο, και ο οποίος σχετίζεται με το «framing» των αραβικών λαών ως μια βάρβαρη σέχτα, που δεν είναι «κατάλληλη» για να δεχθεί τη δημοκρατία. Με την ίδια λογική, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το αιρετικό χάσμα μεταξύ Σουνιτών και Σιϊτών, που αναβίωσε μέσα από τη δυναμική της σύγκλισης των θρησκευτικών ταυτοτήτων κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων, έγινε αυξανόμενα ένας φακός μέσω του οποίου οι δρώντες π.χ. στην Υεμένη «νοηματοδοτούν» (are framing) (Bonnefoy & Louer 2015) τις δικές τους εσωτερικές κοινωνικές συγκρούσεις, γεγονός που αποδεικνύει ότι η πολιτική ένταση και βία στην Υεμένη (και αλλού) δεν μπορούν να αποδοθούν στον μύθο της «αιρετικής φύσης» των Αράβων και Μουσουλμάνων (Bonnefoy & Louer 2015, Vidal 2016). Ένα ακόμη στοιχείο μεταιχμιακότητας που μπορούμε και θα πρέπει να επισημάνουμε στα κινήματα της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης» είναι εκείνο της συμπαραδηλούμενης με την απεδαφικοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, απεδαφικοποίηση της έννοιας της τρομοκρατίας. Πλάι στην έννοια της δημοκρατίας, η έννοια της τρομοκρατίας, που ήρθε για να αντικαταστήσει την έννοια του «Ψυχρού Πολέμου», δεν είναι παρά ένα ακόμη στοιχείο υβριδισμού, γέννημα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, αφού όπως, πολύ εύκολα, απαγκιστρώθηκε από την έννοια του Ισλάμ κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης, με την ίδια ευκολία επανα-ταυτίστηκε με τον «κάθε μουσουλμάνο», ως μια άβολη γενίκευση της σύνδεσής της με τον «μουσουλμάνο εξρεμιστή» (τζιχαντιστή), όταν η επόμενη μέρα της Αραβικής Άνοιξης έφερε την επικράτηση των μουσουλμανικών κομμάτων στις περισσότερες χώρες όπου σημειώθηκαν οι εξεγέρσεις. Έτσι, όπως επισημαίνει στο κείμενό της η Lurdes Vidal (2016), «αν και το κράτος του Daesh (Ισλαμικό Κράτος – ISIS) γεννήθηκε το 2003 με την επέμβαση του Ιράκ, παρουσιάζεται ως το αποτέλεσμα των εξεγέρσεων του 2011», ένας ακόμη μύθος για την Αραβική Άνοιξη, σχετιζόμενος με την έννοια της τρομοκρατίας, αυτή τη φορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αυτό-πυρπολισμός που λαμβάνει χώρα εντός του συμβολικού πεδίου μιας δυτικής πρωτεύουσας ταυτίζεται με την τρομοκρατία και τις μνήμες της 13ης Νοέμβρη 2015 στο θέατρο Μπατακλάν του Παρισιού ή και της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στο World Trade Center των Η.Π.Α., σε αντίθεση με τον αυτοπυρπολισμό του πλανόδιου πωλητή στην περίπτωση της Αραβικής Άνοιξης, όπου λαμβάνοντας χώρα εντός του συμβολικού πεδίου μιας αραβικής χώρας ταυτίστηκε αυτόματα με την απαρχή μιας «δημοκρατικής άνοιξης» που καταδικάζει το Ισλάμ και επιζητεί τη δυτικά προσδιορισμένη δημοκρατία, τον δυτικά οριοθετημένο πολιτισμό. 840 Ομοίως, για την Γαλλία «δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ Ισλάμ και δημοκρατίας»,7 όταν πρόκειται για την «Αραβική Άνοιξη», όπως αυτή εκδηλώθηκε στην Αίγυπτο του 2011, αντίθετα εμφανίζεται η αντίθεση όταν «το Ισλάμ σκοτώνει την δημοκρατία» την 13η Νοεμβρίου 2015 στο θέατρο Μπαντακλάν. Εμείς θα λέγαμε ότι η αντίφαση μεταξύ Ισλάμ και Δημοκρατίας δημιουργείται όταν η Δύση αποφασίσει να την δημιουργήσει και δεν το κάνει μόνο με τις ως άνω δηλώσεις, το κάνει, στο παράδειγμα της Γαλλίας, κυρίως με την ζωνοποίηση της πόλης του Παρισιού, με τις φτωχογειτονιές των απόκληρων «banlieue». Αντίθετα, όταν μιλάμε για τα κινήματα δημοκρατίας στον Αραβικό κόσμο, κινήματα που διακατέχονται από την επιθυμία για την Δύση, καμία αντίφαση δεν εμφανίζεται μεταξύ Ισλάμ και Δημοκρατίας. Συμπεράσματα – Ερευνητικές προκλήσεις Έναντι αυτών των μύθων οφείλεται να ειπωθεί ότι η «Αραβική άνοιξη» αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας περιόδου σταδιακής και αργόσυρτης διαδικασίας απονομιμοποίησης των καθεστώτων στις αραβικές χώρες συνδυασμένο με την οικονομική κρίση του 2008 και τις ανισότητες που επέφερε στην επιφάνεια. Η ίδια η «Αραβική άνοιξη» σε ένα πρώτο επίπεδο, ξέχωρα από τα επιμέρους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σημασιοδότησε και επανανοηματοδότησε την επιστροφή του πολιτικού αλλά ταυτόχρονα και κοινωνικού «πράττειν» στις αραβικές κοινωνίες. Οι ανισότητες που προϋπήρχαν, και τις οποίες επέφερε στην κοινωνική επιφάνεια η οικονομική κρίση, διέρρηξαν τους παραδοσιακούς μηχανισμούς παραγωγής και αναπαραγωγής της εξουσίας σε χώρες που γνώρισαν μαζικές διαδηλώσεις. Η οικονομική κρίση συνετέλεσε στην τάχιστη πολιτική και κοινωνική «αποσυμπίεση» δρώντων δυνάμεων που «ασφυκτιούσαν» εντός ενός διαμορφωμένου πλέγματος εξουσίας (Magdi et al. 2012). Το οικονομικό «κενό» μετατράπηκε σε πολιτικό και κοινωνικό «κενό» και άρχισε να καλύπτεται από ένα εντεινόμενο εξεγερσιακό «πράττειν», όπου ανομοιογενή και ετερογενή πολιτικά και κοινωνικά μορφώματα μετέρχονταν τρόπους δράσης που κινούνταν στον αντίποδα μίας θεσμικής «σύλληψης» της πολιτικής δραστηριότητας λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά εκείνα μίας «δημοκρατίας της συλλογική δράσης» με συμβολικό επίκεντρο δραστηριοποίησης την «πλατεία», όπως η Ταχρίρ στο Κάιρο, ή η Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη, η οποία εμφανίστηκε αναβαπτισμένη στο συλλογικό φαντασιακό ως χώρος διεκδίκησης και επανάκτησης της δημόσιας συλλογικής σφαίρας (Kamrava 2014). Η αφήγηση που αναπτύχθηκε ότι η «Αραβική άνοιξη» ήταν η «Επανάσταση του Διαδικτύου» την ενέταξε σε ένα μετά-νεωτερικό και υπερ-νεωτερικό πλαίσιο ταυτόχρονα, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο της νέας τεχνολογικής εποχής. Η αλήθεια είναι ότι η πρόσβαση στο διαδίκτυο ήταν περιορισμένη σε μια μερίδα φιλελεύθερων και ηλεκτρονικά αναλφάβητων νέων. Η συνεισφορά των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης έγκειτο στη δυνατότητα άμεσης και διευρυμένης επικοινωνίας, στην αποφυγή του σκοπέλου της λογοκρισίας και κυρίως στην σταδιακή ανάδυση και διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου πολιτικού λόγου, ο οποίος με την χρησιμοποίηση των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν προσπάθησε να λειάνει τις αιχμές και τις γωνίες του, ενδυόμενος τον μανδύα της εναντίωσης, της κριτικής και της 7 Δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας για την Αραβική Άνοιξη στην Αίγυπτο (05.12.2011), όπως παρατίθεται στο Κουσκουβέλης (2012: 27). 841 αντικαθεστωτικής διαμαρτυρίας (Khondker 2011). Ωστόσο, αυτή η συνεισφορά έγκειτο στο επιμέρους και όχι στο κύριο. Το περίγραμμα αυτό συγκροτεί την πολιτική και κοινωνική δράση που διατάραξε τις μορφές της ομαλής «κανονικότητας» και συνέχειας στον αραβικό κόσμο και την οπτική κρατικών και μη κρατικών δρώντων στην πορεία των αραβικών κρατών. Πρόκειται για λανθάνον εξεγερσιακό πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, το οποίο αποκρυσταλλώθηκε σε ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα εναντίωσης και πολιτικής δράσης, συσπειρώνοντας ανομοιογενή κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία. Αναφερόμαστε σε ένα κοινωνικό κίνημα που θέλησε να δράσει ως μία ξεχωριστή μορφή συγκρουσιακής πολιτικής συγκρουσιακής με την έννοια ότι τα κοινωνικά κινήματα αφορούν την συλλογική διατύπωση διεκδικήσεων που, αν υλοποιηθούν, θα συγκρούονται με τα συμφέροντα κάποιου άλλου, πολιτικής με την έννοια ότι οι κυβερνήσεις τους ενός ή του άλλου τύπου εμφανίζονται κατά κάποιον τρόπο στη διαδικασία διαμόρφωσης, είτε ως διεκδικήτριες είτε ως στόχοι-αποδέκτες των διεκδικήσεων. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Alain Touraine (1965) αναφέρει πως το «κοινωνικό κίνημα δεν είναι μία βεβαίωση, μία πρόθεση. Είναι μία διπλή σχέση, με έναν αντίπαλο και κάτι που διακυβεύεται». Ένα κοινωνικό κίνημα μπορεί να δρα επινοώντας μορφές πολιτικής δράσης, ερχόμενο εξ ορισμού και εξ αντικειμένου σε αντιδιαστολή με τους τρόπους μίας ατομικής διαπάλης. Και αυτό αναλύοντας τα συμβάντα της «Αραβικής άνοιξης» είναι σημαντικό. Γιατί η σημασιοδότηση της «Αραβικής άνοιξης» κινείται στην λογική μίας ευρύτερης συλλογικής και κοινωνικής κινητοποίησης που προβάλλει, εκτός από την ποικιλία των αιτημάτων και την έκταση του «πλήθους» που «κατεβαίνει» στους δρόμους, όρους μίας εκ νέου αναβάπτισης. Θα ολοκληρώσουμε με την παρατήρηση ότι η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τα συμβάντα είναι τόσο ελάχιστη, ώστε να καθίσταται παρακινδυνευμένη μια διαπίστωση η οποία θα παραβλέπει την δυναμικότητα των εξελίξεων σε προοπτική ανοικτού μελλοντικού χρόνου. Είναι αλήθεια ότι ουδέποτε η ιστορία εξελίχθηκε υπό την προοπτική των ασφαλών προβλέψεων. Ο υβριδισμός ή η μεταιχμιακότητα, όπως προσδοκά να χαρακτηρίζει την έρευνα μας, από τη φύση της εμπεριέχει στοιχεία ανταγωνιστικά των συμβόλων εξουσίας της κυρίαρχης κουλτούρας και ενδεχομένως ένας μεταιχμιακός κοινωνικός στοχασμός παράγει μια μεταιχμιακή κουλτούρα, ένα μεταιχμιακό πολιτισμό, και το αντίστροφο. Παρατηρώντας κανείς την ρευστότητα της σύγχρονης ζωής και των δρώντων σε αυτή, εντοπίζει αναμφίβολα μία έντονη μεταιχμιακότητα, μία μετάβαση διαρκείας. Η πολυπλοκότητα των πρακτικών, των δομών και των φορέων του σύγχρονου κόσμου απαιτεί μία πρόκληση για τον στοχασμό μας, στην οποία επιχειρήσαμε να ανταποκριθούμε με την παρούσα.To μόνο σίγουρο είναι ότι η δημοκρατία δεν εξάγεται, ούτε εμφυτεύεται. Βιβλιογραφικές αναφορές Applebaum, A. (2011), “Every Revolution Is Different: The Arab uprisings of 2011 are like the European revolutions of 1848 − complicated and messy”, SLATE, February 21, 2011, διαθέσιμο από: http://www.slate.com/articles/news_and_politics/foreigners/2011/02/every_revolution_i s_different.html 842 Bonnefoy, L. & Louer, L. (2015), “Introduction: The Arab spring in the Arabian peninsula and its aftermath”, Arabian Humanities, 4, διαθέσιμο από: https://journals.openedition.org/cy/2896?lang=en Butler, J. (1990), Gender Trouble: Feminism and the subversion of identity, New York, Routledge, διαθέσιμο από: http://lauragonzalez.com/TC/BUTLER_gender_trouble.pdf Hamid, S. (2014), “Arab Spring Like 1848 Revolutions in Europe”, BROOKINGS, διαθέσιμο από https://www.brookings.edu/blog/brookings-now/2014/01/02/arab-spring-like-1848- revolutions-in-europe/ Hardy, R. (2011), “Arab Spring Myths: Misconceptions about the uprisings”, BBC, διαθέσιμο από: https://www.bbc.com/news/world-middle-east-15971986 Heywood, Α. (2013), Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτική στην Παγκόσμια Εποχή, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική (ελλ. μτφ). Kamrava, M. (2014), Beyond the Arab Spring: The evolving ruling bargain in the Middle East, New York, Oxford University Press. Khondker, H. H. (2011), “Role of the New Media in the Arab Spring”, Globalizations, 8 (5): 675- 679. Khoury, P. & Owen, R. (2013), “The Arab Spring: What next?”, American Academy of Arts and Sciences, διαθέσιμο από: https://www.amacad.org/news/arab-spring-what-next Lawrence, T. Ε. (1991), Επτά Στύλοι της Σοφίας: Ένας θρίαμβος, Αθήνα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Magdi, Α. et altri (2012), After the Arab Spring: Economic transitions in the Arab world, New York, Oxford University Press. Mohamedou, M. (2015), “Neo-Orientalism and the E-revolutionary: Self-representation and the post-Arab spring”, Middle East Law and Governance, 7: 120-131. Said, Ε. (1996), Οριενταλισμός, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη. Touraine, A. (1965), Sociologie de l'action, Paris, Les Éditions du Seuil. United Nations Development Programme, Regional Bureau for Arab States (2002), Arab Human Development Report, New York, United Nations Publications, διαθέσιμο από: http://hdr.undp.org/sites/default/files/rbas_ahdr2002_en.pdf Vidal, L. (2016), “7 Myths about the "Arab Spring”, European Institute of the Mediterranean, διαθέσιμο από: https://www.iemed.org/sala-de-premsa-en/iemed-als-mitjans/7-falsos- mites-sobre-la-201cprimavera-arab201d Wittmayer, J. et altri (2017), “Actor Roles in Transition: Insights from sociological perspectives”, Environmental Innovation and Societal Transitions, 24: 45-56, διαθέσιμο από: https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S2210422416301009 Διεθνής Αμνηστία (2016), «Αραβική Άνοιξη - Πέντε Χρόνια Μετά», Διεθνής Αμνηστία, πρόσβαση από https://www.amnesty.gr/news/articles/article/20191/araviki-anoixi- pente-hroniameta Καστοριάδης, K. (2000), Η Άνοδος της Ασημαντότητας, Αθήνα, εκδόσεις Ύψιλον. Κουσκουβέλης, Η. (επιμ.) (2012), Η Αραβική Άνοιξη: Μελέτες διεθνών σχέσεων, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Κυριακίδης, Κ. (2012), «Το Πολιτικό Ισλάμ και η Αραβική Άνοιξη», στο Η. Κουσκουβέλης (επιμ.), Η Αραβική Άνοιξη: Μελέτες Διεθνών Σχέσεων, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, σσ. 45-68. Παπακωνσταντίνου, Π. (2016), «Τι Απέμεινε από την Αραβική Άνοιξη», Η Καθημερινή (εφημ.), πρόσβαση από: https://www.kathimerini.gr/847796/article/epikairothta/kosmos/ti- apemeine-apo-thn-aravikh-anoi3h 843 844 Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και Διεθνής Πολιτική Σκηνή Στυλιανός Χ. Τσομπανίδης1 Περίληψη Ένας από τους μεγαλύτερους και παλαιότερους διεθνικούς μη κυβερνητικούς παίκτες μέσα στη διεθνή κοινωνία είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Γεννήθηκε, όχι τυχαία, την ίδια χρονική περίοδο με τον ΟΗΕ, του οποίου θα αποτελέσει, μέσω της Επιτροπής Διεθνών Υποθέσεων, κριτικό μεν, αλλά ουσιαστικό εταίρο σε πολλούς εξειδικευμένους οργανισμούς του. Το ΠΣΕ αποτελεί παράδειγμα διεθνικού θρησκευτικού μη κυβερνητικού οργανισμού, ο οποίος δραστηριοποιείται σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον αγώνα ενάντια στο ρατσισμό, την ειρηνική επίλυση διαφορών, την κατάργηση των πυρηνικών όπλων και τον αφοπλισμό, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την κλιματική αλλαγή και την προστασία του περιβάλλοντος, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, τα δικαιώματα των προσφύγων και των ιθαγενών, τα θεμέλια και τα κριτήρια για μια πολιτική ηθική σε μια παγκόσμια συνάφεια. Η δράση του στα παραπάνω ζητήματα δεν αποτελεί απλώς κάποια από τις πτυχές του πολύπλευρου έργου του, αλλά είναι εγγενής ιδιότητά του. Λέξεις-κλειδιά: Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, διεθνικός θρησκευτικός μη κυβερνητικός οργανισμός, θρησκεία και πολιτική, διεθνείς σχέσεις, ειρήνη και δικαιοσύνη Μέσα από τις γραμμές του πρόσφατα εκδοθέντος βιβλίου Θρησκεία και Πολιτική (Haynes και Καραγιαννοπούλου 2018) συμπεραίνεται ότι η θρησκεία αποτελεί ένα πολύπλευρο φαινόμενο και, ως εκ τούτου, η επιρροή της στις διεθνείς σχέσεις είναι επίσης πολύπλευρη, μετατρέποντάς τη σε μία από τις πιο σημαντικές μεταβλητές στις διεθνείς σχέσεις. Με αφετηρία την κεντρική αυτή θέση διατυπώνεται η εύστοχη άποψη (Fox 2018: 439) ότι οι βασικές θεωρίες των διεθνών σχέσεων, αν δεν λάβουν υπόψη τους τη θρησκεία, δεν μπορούν να προσφέρουν μια πλήρη ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής και όσων συμβαίνουν στο διεθνές περιβάλλον. Στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου η Χ. Καραγιαννοπούλου, στοιχούμενη με την άποψη αυτή, αναφέρεται με σύντομο τρόπο σε μια σειρά από γεγονότα που κατά την ύστερη νεωτερικότητα εξηγούν γιατί ο προβληματισμός γύρω από τον ρόλο της θρησκείας ή καλύτερα των θρησκειών στην εθνική και διεθνή πολιτική καταλαμβάνει μεγάλο χώρο στη δημόσια συζήτηση. Η ίδια διευκρινίζει μάλιστα ότι «η απομάκρυνση από το κρατοκεντρικό διακρατικό διεθνές σύστημα και η υιοθέτηση ενός ερμηνευτικού μοντέλου πολλαπλών δρώντων, το οποίο κατατάσσει μεν τα κράτη στην κατηγορία των κύριων δρώντων, αναγνωρίζει όμως την ύπαρξη και άλλων 1 Καθηγητής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Θεολογίας,
[email protected]845 παικτών, μεταξύ αυτών και των θρησκευτικών αρχηγών και κοινοτήτων, οδηγεί πολλούς μελετητές και πολιτικούς στη συνειδητοποίηση ότι το διεθνές σύστημα λειτουργεί περισσότερο ως «διεθνής κοινωνία» (μέρος της οποίας είναι και οι πιστοί) που έρχεται αντιμέτωπη με συλλογικά διλήμματα (collective dilemmas) και προκλήσεις (Καραγιαννοπούλου 2018: 12). Ένας από τους μεγαλύτερους και παλαιότερους διεθνικούς μη κυβερνητικούς παίκτες-πρωταγωνιστές μέσα σε αυτή τη «διεθνή κοινωνία» είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) (Zorgbibe 1991, Brunn 2001). Πρόκειται για μια «κοινωνία Εκκλησιών» (“fellowship of churches”), η οποία σήμερα συγκροτείται από 350 Εκκλησίες-μέλη από όλες τις περιοχές του κόσμου (από 120 χώρες). Εκπροσωπεί 550 εκατομμύρια χριστιανούς, ορθόδοξους και προτεστάντες. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν αποτελεί μέλος αλλά συνεργάζεται σε πολλές επιτροπές και προγράμματά του, με ό,τι σημαίνει αυτό επίσης για την αντιπροσωπευτικότητά του και τη σημασία του, όχι μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και σε τοπικό. Το ΠΣΕ δεν αποτελεί «υπερ-εκκλησία» ούτε ένα διοικητικό «κέντρο» με νομική εξουσία επί των μελών του. Είναι διασκεπτικό και συμβουλευτικό σώμα που συγκροτήθηκε για να εξυπηρετεί τις Εκκλησίες και να προωθεί τις ειρηνικές σχέσεις και το διάλογο μεταξύ τους με σκοπό να υπερβούν την αμυντική εσωστρέφεια, την εγωιστική αποκλειστικότητα και τις διαιρέσεις, ώστε βαθμιαία να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα που θα επιτρέψει την αποκατάσταση της ενότητάς τους και τη συνεργασία τους σε θέματα που αφορούν τον άνθρωπο και την κοινωνία (Τσομπανίδης 2014). Το ότι είναι θρησκευτικός, διεθνικός διεκκλησιαστικός οργανισμός, τον καθιστά διαφορετικό από άλλα όργανα της κοινωνίας των πολιτών, αφού η θρησκεία, εξίσου στη φωτισμένη και στην πιο σκοτεινή εκδοχή της, είτε χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση είτε για την απο-νομιμοποίηση δράσεων και πολιτικών, παραμένει ίσως η πιο ισχυρή ιδεολογική ή πνευματική δύναμη της ανθρωπότητας και από τους πιο ισχυρούς μοχλούς της ψυχικής ζωής. Η βάση της υπεροχής της πάνω στις άλλες ιδεολογίες και βιοθεωρίες έγκειται στο γεγονός ότι όλες οι θρησκείες αντιπροσωπεύουν, ενεργοποιούν και εφαρμόζουν μίαν Απόλυτη Αλήθεια, η οποία, ως τέτοια, παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και διαμορφώνει την οπτική του ανθρώπου για τον ίδιο, την κοινωνία και τον κόσμο (Νησιώτης 2004: 38). Το ΠΣΕ ως θρησκευτικός οργανισμός εφόσον προτρέπει τις Εκκλησίες σε έξοδο από κάθε εγωιστική συσπείρωση, απομόνωση, αποκλειστικότητα, αυτάρκεια και προωθεί τη επικοινωνία, την ειρηνική και δίκαιη συνύπαρξη, την αποδοχή και το σεβασμό του άλλου και του πολιτισμού του, την ευθύνη στην κοινωνία και την εφαρμογή των αρχών του δικαίου, ταιριάζει και συμβάλλει σε μια ανοικτή και δημοκρατική κοινωνία, σε έναν πολιτισμό διαλόγου και ειρήνης. Διαφορετικά διατυπωμένο, το Παγκόσμιο Συμβούλιο δεν λειτουργεί στη διεθνή σκηνή ως απαθής θεατής ούτε ως πηγή έντασης και σύγκρουσης, αλλά εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για τα προβλήματα που παρουσιάζονται διεθνώς και δρα ως πηγή συμφιλίωσης, ειρήνης, αδελφοσύνης και συνεργασίας σε παγκόσμια κλίμακα. Το ΠΣΕ αποτελεί παράδειγμα διεθνικού θρησκευτικού μη κυβερνητικού οργανισμού ο οποίος δραστηριοποιείται – όχι χωρίς αντιρρήσεις και αντιστάσεις 846 στο εσωτερικό του –2 σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον αγώνα ενάντια στο ρατσισμό, την ειρηνική επίλυση διαφορών, την κατάργηση των πυρηνικών όπλων και τον αφοπλισμό, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την κλιματική αλλαγή και τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, τα δικαιώματα των προσφύγων και των ιθαγενών, τα θεμέλια και τα κριτήρια για μια πολιτική ηθική σε μια παγκόσμια συνάφεια. Χωρίς αμφιβολία η υπηρεσία της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς κάποια από τις πτυχές του πολύπλευρου έργου του, αλλά είναι εγγενής ιδιότητά του. Έτσι κατανοήθηκε και από προσωπικότητες που αγωνίστηκαν για την εδραίωση ισότιμων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, όπως ο πολέμιος του ρατσισμού Νέλσον Μαντέλα, ο οποίος στην Θ΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ το 1998 στη Χαράρε/Ζιμπάμπουε δήλωσε: «Για μας στη Νότια Αφρική, και στην πραγματικότητα σε όλη την ήπειρο, το ΠΣΕ ήταν πάντοτε γνωστό ως υπερασπιστής των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευομένων» (Mandela 1998). Ο ρόλος του ΠΣΕ σε ζητήματα που άπτονται των διεθνών σχέσεων ή διεθνούς πολιτικής περιγράφεται στο άρθρο 3 του Καταστατικού του. Σε αυτό προβλέπεται ότι μια από τις βασικές λειτουργίες του είναι να εκφράζει την κοινή μέριμνα και στράτευση των Εκκλησιών στην εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών, στην ανατροπή των φραγμών που χωρίζουν τους ανθρώπους, στην προαγωγή της δικαιοσύνης και της ειρήνης, στην προστασία της δημιουργίας, έ- τσι ώστε να μπορούν όλοι οι άνθρωποι να βιώσουν την πληρότητα της ζωής (WCC 1999, Λαιμόπουλος 2012: 128-129) . Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η συνειδητοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης των Εκκλησιών σε διεθνές επίπεδο ανήκε στους κεντρικούς στόχους της Οικουμενικής Κίνησης από τότε που έκανε τα πρώτα της βήματα. Αυτή ήταν η κληρονομιά που μετέφερε ο «Πρακτικός» λεγόμενος Χριστιανισμός που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα στο ΠΣΕ, την κατεξοχήν θεσμική έκφραση της Οικουμενικής Κίνησης, όταν ιδρύθηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι πρώτες οικουμενικές παρεμβάσεις και διερευνήσεις της θέσης της Εκκλησίας ενώπιον των οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών προβλημάτων και των διεθνών σχέσεων ξεκινούν από τη συμμετοχή μιας αντιπροσωπείας χριστιανών στο δεύτερο συνέδριο της Χάγης για την Ειρήνη το 1907 και την ίδρυση του «Παγκοσμίου Συνδέσμου για την προώθηση της διεθνούς φιλίας μέσω των Εκκλησιών» στην Κωνσταντία της Ελβετίας στις 2 Αυγούστου του 1914, την ημέρα που κηρύχθηκε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Σύνδεσμος είχε ως βασικό στόχο τη δημιουργία καλών και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα έθνη «ώστε παραπλεύρως προς τον φιλειρηνικό πολιτισμό να επιτευχθεί η παγκόσμια ειρήνη, την οποία δίδαξε ο Χριστός στην ανθρωπότητα». Ιδιαίτερα τα Συνέδρια που συγκλήθηκαν από την Παγκόσμια «Κίνηση Ζωής και Εργασίας» ή 2Πολλές Εκκλησίες και χριστιανοί, ιδίως των ισχυρών χωρών του Βορρά, προβάλλουν το επιχείρημα ότι Εκκλησία και πολιτική είναι δύο έννοιες ασυμβίβαστες, ότι η Εκκλησία και οι χριστιανοί δεν πρέπει να ασχολούνται με θέματα πολιτικά και κοινωνικά και ότι η αποστολή της Εκκλησίας ανήκει στην πνευματική σφαίρα, μένοντας στην καλύτερη περίπτωση στην άσκηση ελεημοσύνης του γνωστού σε όλους μας τύπου και στην παραδοσιακή «φιλανθρωπική» ιδρυματική αντίληψη της διακονίας που κατευθύνεται μόνο προς τα αποτελέσματα της κοινωνικής και οικονομικής αδικίας. 847 αλλιώς για τον «Πρακτικό Χριστιανισμό» στη Στοκχόλμη το 1925 με θέμα «Εκκλησία και Κοινωνία» και στην Οξφόρδη το 1937 με θέμα «Εκκλησία, κοινωνία και πολιτεία» ασχολήθηκαν με τη διευκρίνιση της σχέσης των Εκκλησιών προς τις έννοιες κράτος, έθνος, πόλεμος και διεθνής τάξη. Στην Οξφόρδη οι χριστιανοί ευρισκόμενοι μπροστά στην πρόκληση του Εθνικοσοσιαλισμού καταδίκασαν τόσο το ρατσισμό όσο και την αποικιοκρατία (WCC 1998, Σταυρίδης & Βαρέλλα 1996: 82, 87, Karsltröm 1986, Ehrenström 1986). Οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι Εκκλησίες και η αναμέτρηση με τα ολοκληρωτικά συστήματα, ειδικά με το φασισμό, τις έθεταν μπροστά στα ζητήματα των σχέσεων εκκλησίας-πολιτείας, καθώς και της θρησκευτικής ελευθερίας, και άρχισε να υπογραμμίζεται η σημασία της ενότητας των Εκκλησιών για τις διεθνείς σχέσεις, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Το ερώτημα που τέθηκε τότε, σχεδόν ταυτόχρονα από όλους τους χριστιανούς με οικουμενική ευαισθησία ήταν: πώς ζει η εκκλησία την πίστη της μέσα στις δραματικές ιστορικές εξελίξεις και προκλήσεις που αντιμετώπιζε; Η οικουμενικά σκεπτόμενη θεολογία θεωρούσε ότι τα προβλήματα της βίας, της αδικίας, της ανελευθερίας, της πείνας, της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τελικά ο απανθρωπισμός του ανθρώπου, δεν είναι δευτερεύοντα προβλήματα της καθημερινής ζωής, αλλά προβλήματα θεολογικά, «ανήκουν στην απόλυτη – όχι βέβαια την αποκλειστική– δικαιοδοσία της Θεολογίας» (Μπέγζος 1995: 339). Ο προβληματισμός αυτός θα τεθεί με σαφήνεια στο ΠΣΕ κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα. Έχει αρχίσει η είσοδος στην οικουμενική εποχή που είναι εντέλει και είσοδος στην ανθρωπιστική εποχή (Moltmann 2008:75). Εμφανίζονται τα πρώτα θεολογικά ρεύματα που έδιναν έμφαση στο «humanum» (στο αληθινά ανθρώπινο, στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου και τις αξίες που συνδέονται με αυτή) ως θεμελιώδες οικουμενικό κριτήριο. Κοινή βάση της μόλις τότε ανατέλλουσας σύγχρονης οικουμενικής κίνησης ήταν η πεποίθηση ότι «το Ευαγγέλιο σχετίζεται με όλες τις περιοχές της ζωής» (Deißmann 1926: 685 εξ.). Υπήρχε η αντίληψη ότι η χριστιανοσύνη με τις αξίες που εκπροσωπεί και εξαιτίας του παγκόσμιου και διεθνούς χαρακτήρα της αποτελεί πνευματική και ηθική δύναμη πρώτου μεγέθους που θα μπορούσε να επηρεάζει τις τύχες του κόσμου, ιδίως όταν απειλείται η ειρήνη και όταν καταπατούνται τα δίκαια του ανθρώπου. Παρόλο που πολλοί φρονούσαν (και σήμερα φρονούν) ότι Εκκλησία και πολιτική είναι έννοιες ασυμβίβαστες, δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριζαν (και υποστηρίζουν και σήμερα) ότι η επίλυση των προβλημάτων του κόσμου δεν μπορεί να αφήνεται στις διαθέσεις των γραφειοκρατών, των διπλωματών, των πολιτικών και γενικώς των τεχνοκρατών. Με δεδομένα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό γιατί όταν ιδρύθηκε η Κοινωνία των Εθνών το 1919, όχι μόνο χαιρετίστηκε από τους πρώτους φορείς της Οικουμενικής Κίνησης αλλά λειτούργησε και ως έμπνευση και ώθηση για τη δημιουργία ενός ανάλογου οργάνου στο χώρο των χριστιανικών Εκκλησιών, δηλαδή για τη δημιουργία ενός οικουμενικού συμβουλίου Εκκλησιών. Η πρώτη πρόταση προήλθε επισήμως από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 1920 (Τσέτσης 1988). Εκείνη την περίοδο υποστηριζόταν επίσης η άποψη ότι το «σώμα» της κοινωνίας των εθνών χρειαζόταν μια «ψυχή», την οποία θα μπορούσε να προσφέρει ο χριστιανισμός με τις ηθικές και πνευματικές αρχές και αξίες του (Ehrenström 1986: 578). 848 Ύστερα από τον κλονισμό του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και ενόψει του κλιμακούμενου διπολισμού μεταξύ Ανατολής‐Δύσης, όπως άρχισε τότε να εκφράζεται με τον ψυχρό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, πραγματοποιήθηκαν το 1948 τα σχέδια για τη δημιουργία ενός Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Με το σύνθημα ότι «σύμφωνα με τη βούληση του Θεού δεν πρέπει να υπάρχει πόλεμος» στην πρώτη ιδρυτική Γενική Συνέλευσή του στο Άμστερνταμ δόθηκε έμφαση στην προσπάθεια πρόληψης μια πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και ταυτόχρονα αναπτύχθηκε η ιδέα της «υπεύθυνης κοινωνίας» ως μια προσπάθεια έκφρασης της κοινής − παρά τις θεολογικές διαφορές − κοινωνικής ευθύνης των Χριστιανών και των Εκκλησιών απέναντι στη «διεθνή αταξία» (Σταυρίδης & Βαρέλλα 1996: 116-117, Τσομπανίδης 2014: 66-67). Το ΠΣΕ, όχι τυχαία, θα γεννηθεί την ίδια χρονική περίοδο με τον ΟΗΕ, του οποίου θα αποτελέσει, μέσω της Επιτροπής Διεθνών Υποθέσεων, κριτικό μεν, αλλά ουσιαστικό εταίρο σε πολλούς εξιδεικευμένους οργανισμούς του, ιδιαίτερα στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο. Η Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων (Churches’ Commission on International Affairs − CCIA) δημιουργήθηκε το 1946 ως κοινό όργανο του ΠΣΕ (στο στάδιο του σχηματισμού τότε) και του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου. Αυτή η Επιτροπή συμμετείχε ενεργά στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τον Δεκέμβριο του 1948, ιδιαίτερα στις διατάξεις που αφορούν τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της συνείδησης (WCC 1998, Raiser 22002). Είναι λίγο γνωστό ότι το κείμενο του ΠΣΕ In Process of Formation έπαιξε σημαντικό ρόλο σε σημεία- κλειδιά και της Διακήρυξης και της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών τον Ιούνιο του 1945 (Norwood 2018: 149-154, Freston 2018: 67). Η Χάρτα ξεκινάει με τις εξής λέξεις (ιδιαίτερη σημασία έχει η λέξη πίστη [faith]): Εμείς οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών, αποφασισμένοι να σώσουμε τις ερχόμενες γενεές από τη μάστιγα του πολέμου, που δύο φορές στα χρόνια μας έφερε στην ανθρωπότητα ανείπωτη θλίψη, να διακηρύξουμε και πάλι την πίστη μας στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και στην αξία του ανθρώπου, στα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών και μεγάλων και μικρών εθνών… αποφασίσαμε να ενώσουμε τις προσπάθειές μας, για να επιτύχουμε αυτούς τους σκοπούς (Norwood 2018: 149). Μερικοί από τους κεντρικούς στόχους της Επιτροπής του ΠΣΕ για τις Διεθνείς Υποθέσεις, που σχετίζονται με μια δυναμική παρέμβαση στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική πραγματικότητα θα είναι από τότε μέχρι σήμερα: η προβολή της ειρήνης, της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας, η προαγωγή του διεθνούς δικαίου και η ενίσχυση του έργου των διεθνών οργανισμών, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η υποστήριξη των δικαιωμάτων των προσφύγων και των μεταναστών, η από μέρους όλων των εθνών αποδοχή της υποχρέωσης να προωθήσουν την ευμάρεια όλων των λαών και την καλλιέργεια ελευθέρων πολιτικών θεσμών, η διεθνής ενίσχυση και προβολή κοινωνικών, πολιτιστικών και ανθρωπιστικών πρωτοβουλιών (Λαιμόπουλος 2012: 97-98). Η Επιτροπή παρακολούθησε με ευαισθησία τις διεθνείς εξελίξεις και παρενέβη όπου ήταν δυνατό σε εκρηκτικές καταστάσεις σε όλα τα σημεία της υφηλίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης μεσολάβησης του ΠΣΕ 849 μέσω της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων και τη βοήθεια του Παναφρικανικού Συμβουλίου Εκκλησιών αποτελεί ο τερματισμός του 17ετούς εμφυλίου πολέμου στο Σουδάν το 1972 (WCC 1988: 50). Κοντά σε αυτό, δια μακρών θα μπορούσε να αναφερθεί επίσης η μοναδική – και αποφασιστική πολλές φορές – συμβολή της Επιτροπής στη ζωή και μαρτυρία των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Όπως έχει επισημανθεί από τον επί πολλά έτη Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του ΠΣΕ Γ. Λαιμόπουλο, τα δικαιώματα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, το Κυπριακό, τα προβλήματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου (όπως, για παράδειγμα, τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 και η καταστολή της λειτουργίας της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης), ο διεθνής αποκλεισμός της Σερβίας, οι κατά καιρούς δυσκολίες της Εκκλησίας της Αλβανίας είναι μερικά μόνο από τα θέματα στα οποία το ΠΣΕ στήριξε και συνεχίζει να στηρίζει τις χειμαζόμενες Ορθόδοξες Εκκλησίες (Λαιμόπουλος 2012: 100). Επίσης, θα αποτελούσε σοβαρή παράλειψη να μην αναφερθεί η ανησυχία, το ζωηρό ενδιαφέρον και οι παρεμβάσεις των φορέων του ΠΣΕ για την κατάσταση στην Ελλάδα μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 και την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, παρεμβάσεις που θεωρήθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ως «σκανδαλώδης ανάμιξη» στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας, με αποτέλεσμα να μποϊκοτάρει τη Δ’ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου στην Ουψάλα το 1968 (Ζαχαρόπουλος 1994). Τομή και σύμβολο της αλλαγής στην έμφαση των προγραμμάτων και των πρωτοβουλιών του ΠΣΕ αποτέλεσε το Παγκόσμιο Συνέδριο του Τμήματος του ΠΣΕ «Εκκλησία και Κοινωνία» στη Γενεύη το 1966 με θέμα «Οι χριστιανοί μπροστά στις τεχνικές και κοινωνικές επαναστάσεις της εποχής μας». Σε αυτό το Συνέδριο που για πρώτη φορά αντιπροσωπευόταν ο «Τρίτος Κόσμος» σε τόσο μεγάλη κλίμακα, η Οικουμενική Κίνηση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή του τρόπου συνειδητοποίησης των προβλημάτων της σύγχρονης εποχής, στην οποία άλλα τμήματα της διεθνούς κοινότητας μόνο με δισταγμούς ανοίχτηκαν. Ήταν η εποχή κατά την οποία συνειδητοποιήθηκε πόσο μεγάλο ήταν το χάσμα και η δομική παραμόρφωση στις σχέσεις μεταξύ Βορρά-Νότου, πλούσιων και φτωχών, βιομηχανικών και αναπτυσσόμενων χωρών. Αρχίζει να εμφανίζεται η θεολογία της απελευθέρωσης στο ΠΣΕ και η κοινωνική δικαιοσύνη μαζί με την απελευθέρωση γίνονται κεντρικά θέματα τόσο της θεολογικής σκέψης όσο και της πολιτικής δράσης. Κατανοήθηκε ότι τα φιλανθρωπικά μέτρα για την καταπράυνση της φτώχειας και αθλιότητας δεν ήταν αρκετά να λύσουν τα προβλήματα της διαρθρωτικής θεσμικής φτώχειας και αδικίας σε παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο και η κοινωνικοηθική ανάλυση κατευθύνθηκε προς τα αίτια της αδικίας, της εξάρτησης και της φτώχειας (Krüger 1967, Τσομπανίδης 2009: 54-55). Υπό τη επιρροή του Συνεδρίου Εκκλησίας και Κοινωνίας, αλλά και της Β΄ Βατικανής Συνόδου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η Δ΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στην Ουψάλα το 1968 θα προτείνει να συσταθεί η Μικτή Επιτροπή με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για την «Κοινωνία, την Ανάπτυξη και την Ειρήνη» (SODEPAX) που θα οδηγήσει σε καρποφόρα οικουμενική συνεργασία, ιδίως στην πρώτη φάση της δραστηριότητάς της έως το 1971 (WCC 1988: 50-51). 850 Την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα το 1969 το ΠΣΕ θεσπίζει το Πρόγραμμα Καταπολέμησης του δομικού Ρατσισμού και ιδρύει Ταμείο για την υποστήριξη αντιρατσιστικών κινήσεων (Sjollema 2015: 73 εξ.), αναστατώνοντας ένα μεγάλο μέρος της χριστιανικής οικουμένης και πολλούς πολιτικοκοινωνικούς κύκλους της Ευρώπης και της Αμερικής, αφού έβλεπαν στην πράξη αυτή την ταύτισή του με ακραία απελευθερωτικά κινήματα μαρξιστικής απόχρωσης. Πολλοί ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν ότι το ΠΣΕ έπαιξε ρόλο-κλειδί υποστηρίζοντας τις διάφορες διεθνείς και τοπικές δράσεις που οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική (Warr 1999, Fox 2018: 453, Τσέτσης 1993). Ο Νέλσον Μαντέλα θα παραδεχθεί ενώπιον της Θ΄ Γενικής Συνέλευσης του ΠΣΕ στη Χαράρε/ Ζιμπάμπουε το 1998: ... θα πρέπει να βρεθείτε σε μία φυλακή του Απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική για να εκτιμήσετε την περαιτέρω σημασία της εκκλησίας. Προσπάθησαν να μας απομονώσουν εντελώς από το εξωτερικό. Οι συγγενείς μας μπορούσαν να μας δουν μόνο μία φορά κάθε έξι μήνες. Η σύνδεσμοί μας ήταν θρησκευτικές οργανώσεις... Ήταν οι πιστοί που μας ενέπνευσαν … . Η στήριξη του ΠΣΕ έδειξε με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο τη συμβολή της θρησκείας στην απελευθέρωσή μας… (Mandela 1998). Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, και κατά μείζονα λόγο σήμερα, η παγκόσμια χριστιανική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, στρέφεται προς το αγωνιώδες ερώτημα αν είναι εφικτή μια αναστροφή της ομολογουμένως και εξ αντικειμένου καταστροφικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, που εκδηλώθηκε προσφάτως ως οικονομική, επισιτιστική, κοινωνική και οικολογική κρίση. Ταυτόχρονα αναπτύσσει πρωτοβουλίες για να «ανοίξουν» οι δυνάμεις των Εκκλησιών, των θρησκειών, των πολιτισμών και των κοινωνικών κινημάτων, προκειμένου να αποτραπούν καταστροφικές συνέπειες για τον «κοινό οίκο». Ιδιαίτερα η πρωτοβουλία του ΠΣΕ που ξεκίνησε στην ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση του Βανκούβερ το 1983 υπέρ «της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της ακεραιότητας της δημιουργίας» (Justice, Peace and Integrity of Creation − JPIC) τόνισε την αλληλεξάρτηση των ζητημάτων αυτών και ότι η υποστήριξή τους δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναπόφευκτο καθήκον (Τσομπανίδης 2009: 72-94). Επίσης, αναφέρθηκε στις κρίσιμες αξίες προς τις οποίες πρέπει να κατευθυνθεί μια νέα παγκόσμια τάξη, εάν θέλει να είναι εφικτή και βιώσιμη.3 Για πολλούς η Συνέλευση του Βανκούβερ 3 Στην Παγκόσμια Συνέλευση του ΠΣΕ για δικαιοσύνη, ειρήνη και ακεραιότητα της δημιουργίας στη Seoul/Κορέα το 1990, αναπτύσσονται αυτές οι αξίες σε δέκα θεμελιώδεις πεποιθήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν την αντίσταση: − στην άσκηση κάθε εξουσίας που μονοπωλεί τη δύναμη και εμποδίζει τις αλλαγές· − στις δυνάμεις που προκαλούν και διαιωνίζουν τη φτώχεια ή την αποδέχονται ως ανα- πόφευκτη και αμετάβλητη· − στην άρνηση των δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου, επειδή αυτός ανήκει σε μια ορισμένη φυλή, κάστα, έθνος ή ιθαγενής, και στην εκμετάλλευση των γυναικών και των παιδιών· − στις πατριαρχικές δομές που διαιωνίζουν τη βία κατά των γυναικών και τις εμποδί- ζουν να συμμετάσχουν πλήρως στην Εκκλησία και την κοινωνία· − σε κάθε πολιτική που αρνείται την ελεύθερη έκφραση της γνώμης και συγκεντρώνει στα χέρια λίγων τη δύναμη των ΜΜΕ· 851 επιβεβαιώνει το πέρασμα της θεολογίας στους πολιτικούς αγώνες, έχοντας «το βλέμμα καρφωμένο στο μεγάλο παιχνίδι – τι λογής κόσμο θέλουμε να φτιάξουμε».4 Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η οικουμενική συνεργασία βρέθηκε μπροστά στην πρόκληση της παγκόσμιας διαδικασίας της αλλαγής, η οποία συνδέθηκε με την έννοια της παγκοσμιοποίησης. Η οικουμενική συζήτηση επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στην οικονομική παγκοσμιοποίηση, με τη μορφή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ως της αποκορύφωσης της νεωτερικότητας στη Δύση, και τις επιπτώσεις της στη ζωή των κοινωνιών. Από τον προβληματισμό αυτό και με βάση το ερώτημα «Πώς ζουν οι Εκκλησίες την πίστη τους στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης;» αναπτύχθηκαν δύο περιοχές εργασίας κεφαλαιώδους σπουδαιότητας: (α) η αναζήτηση «Εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης στην υπηρεσία των ανθρώπων και της γης», γνωστής ως “AGAPE” (ακρωνύμιο που σχηματίζεται από τη φράση στα αγγλικά Alternative Globalization Addressing People and Earth), που συνεχίστηκε με τη διαδικασία μελέτης «Φτώχεια, Πλούτος και Οικολογία: οι επιπτώσεις της οικονομικής πα- γκοσμιοποίησης (Poverty, Wealth and Ecology − PWE)» και (β) η «Οικουμενική Δεκαετία για την υπέρβαση της βίας» (2001-2011) (Duchrow 2008, Τσομπανίδης 2008, WCC 2011). Έτσι η παγκόσμια χριστιανική κοινότητα έθεσε σε κίνηση − όχι χωρίς αντιρρήσεις των Εκκλησιών από πλούσιες χώρες του Βορρά − σημαντικές − σε κάθε δόγμα εθνικής ασφάλειας που βασίζεται στη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής, στη στρατιωτική επέμβαση και κατοχή· − στη στάση που αντιμετωπίζει τη δημιουργία μόνο ως πηγή ανθρώπινης εκμετάλλευ- σης· − σε κάθε ανθρώπινη απληστία που μετατρέπει τη γη σε απλό εμπόρευμα, αγνοεί τους δεσμούς μεταξύ γης και ανθρώπων και την καταστρέφει με σκοπό το κέρδος· − σε κάθε εξουσία που κακοποιεί, ασκεί βία ή εκμεταλλεύεται παιδιά και νέους ανθρώ- πους· − σε όλα τα συστήματα και τις δομές που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, που ανέχονται βασανιστήρια, εξαφανίσεις, εκτελέσεις χωρίς δίκη και τη θανατική ποινή. Αυτοί οι οδοδείκτες δεν έχασαν την ισχύ τους και παρόλο που δεν προκαθορίζουν ένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης, μπόρεσαν να προσφέρουν ένα προσανατολισμό στην οι- κουμενική κριτική αντιμετώπιση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και των θεσμών και των αξιών που τη στηρίζουν (ÖRK 1990:51-54). 4 Παρόλο που κάποιος μπορεί να παραθέσει πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι δράσεις του ΠΣΕ έχουν θεωρηθεί επιτυχείς ή αποτελεσματικές, αυτό δεν είναι το βασικό σημείο (Koshy 1994: 103). Το ύφος του, σε αντίθεση με τις θεαματικές επιτυχίες κινημάτων που ασχολούνται με σαφώς προσδιορισμένα και εξειδικευμένα θέματα, ταιριάζει περισσότερο σε αυτό που ο ιστορικός και κοινωνιολόγος Immanuel Wallerstein (2009: 246) έχει ονομάσει «δίκοπη πολιτική»: τη μια μεριά, πάντα να παλεύουμε για το μικρότερο κακό – βραχυπρόθεσμα, εντελώς βραχυπρόθεσμα, γιατί ο κόσμος ζει πάντοτε στο σήμερα … . Και πάντοτε υπάρχει το μικρότερο κακό. Πρέπει όμως συνάμα να κρατούμε το βλέμμα καρφωμένο στο μεγάλο παιχνίδι – τι λογής κόσμο θέλουμε να φτιάξουμε. Δίνει βάρος στο δεύτερο στόχο, ο οποίος έχει ονομαστεί «μακροδιακονία» και δηλώνει τη συνειδητή και αποφασιστική στράτευση των Εκκλησιών για δικαιοσύνη και ειρήνη, με απώτερο σκοπό να καταστεί μακροπρόθεσμα η «μικροδιακονία» περιττή (Παπαδερός 1981: 43-44). 852 διαδικασίες στην κατεύθυνση της διατύπωσης ριζοσπαστικών θέσεων και ανακοινώσεων που απορρίπτουν το πνεύμα, τη λογική και την πράξη του καπιταλισμού. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι αυτό που είναι εντελώς νέο σήμερα, και αρχίζει να αποκτά ιστορική σημασία, είναι η εκπληκτική συμφωνία μεταξύ των τοποθετήσεων του Πάπα Φραγκίσκου και των κειμένων που παρήχθησαν από το ΠΣΕ και από τους οικουμενικούς του εταίρους, όπως η Παγκόσμια Κοινότητα Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών (WCRC) και η Παγκόσμια Λουθηρανική Ομοσπονδία (LWF). Το συμπέρασμά τους το συνοψίζει ο Πάπας Φραγκίσκος με τη φράση: «αυτή η οικονομία φονεύει» (Segbers και Wiesgickl 2015, Τσομπανίδης 2016). Τα τελευταία χρόνια το ΠΣΕ έγινε πιο τρωτό και έχει μειωθεί η δύναμή του στο να επηρεάζει δράσεις και αποφάσεις σχετικές με τη διεθνή τάξη, όπως και ο ρόλος του ως μεσολαβητού που διευκόλυνε τις πολύτροπες εκφράσεις οικουμενικής αλληλεγγύης. Παρά ταύτα έχει έναν αποφασιστικό και κρίσιμο ρόλο στην εμψύχωση και στο συντονισμό μεταξύ Εκκλησιών, οικουμενικών ομάδων και κοινωνικών κινήσεων, ώστε να ενεργοποιηθούν στην προοπτική της πραγματοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών δράσεων και αλλαγών, αναζητώντας ταυτόχρονα τα αίτια της κοινωνικής και της οικονομικής αδικίας και προτρέποντάς τες να συνταχθούν με το μέρος των αδυνάτων, των καταπιεσμένων, των θυμάτων του μιλιταρισμού και των προσφύγων. Με τον τρόπο αυτό το ΠΣΕ και οι Εκκλησίες-μέλη του δεν ανταγωνίζονται το έργο της πολιτικής αλλά εκπληρώνουν το ρόλο τους στην ουσιώδη σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής, τόσο απαραίτητου σήμερα. Μάλιστα, όσο περισσότερο συνειδητοποιούν οι Εκκλησίες την οικουμενική τους κοινότητα και την ανθρωπιστική τους ευθύνη, τόσο πιο ξεκάθαρα γίνονται ένας προφητικός- δυναμικός παράγοντας για την πολιτική της μελλοντικής κοινωνίας (Moltmann 2008: 76). Σε αυτή την προοπτική σωστά παρατήρησε ο Konrad Raiser, πρώην Γενικός Γραμματέας του ΠΣΕ, ότι «εάν δεν υπήρχε το ΠΣΕ, θα έπρεπε σήμερα να το δημιουργήσουμε» (Raiser 1998: 7). Και αυτό γιατί ο διαλογικός, προκλητικός και αφυπνιστικός ρόλος του ΠΣΕ λειτούργησε πάντοτε ευεργετικά ως προς τη συνειδητοποίηση της ευθύνης των Εκκλησιών έναντι των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων που ταλανίζουν τον άνθρωπο και τη φύση. Βιβλιογραφία Brunn, S. D. (2001), “The World Council of Churches as a Global Actor: Ecumenical Space as Geographical Space”, Geographica Slovenica, 34/1: 65-78. Deißmann, A. (Hrsg.) (1926), Die Stockholmer Weltkirchenkonferenz. Amtlicher deutscher Bericht, Berlin, Furche. Duchrow, U. (2008), „Ökumene und kapitalistisches Imperium: Der Konziliare Prozess für Gerechtigkeit, Frieden und die Befreiung der Schöpfung“, στο Hans-Georg Link – Geiko Müller-Fahrenholz (Hg.). Frankfurt, Hoffnungswege. Wegweisende Impulse des Ökumenischen Rates der Kirchen aus sechs Jahrzehnten, Frankfurt a.Μ., Lembeck, σσ. 291-320. 853 Ehrenström, N. (1986), “Movements for International Friendship and Life and Work, 1925- 1948”, σε R. Rouse – St. C. Neil (επιμ.), A History of the Ecumenical Movement 1517-1948, vol. 1, Geneva, WCC, σσ. 545-596. Fox, J. (2018), «Εντάσσοντας τη Θρησκεία στη Θεωρία των Διεθνών Σχέσεων», σε J. Haynes και X. Καραγιαννοπούλου (επιμ.), Θρησκεία και Πολιτική. Μια σύγχρονη επιτομή, μτφ. Λουκρητία Μακροπούλου, Αθήνα, εκδόσεις Πεδίο, σσ. 439-470. Freston, P. (2018), «Χριστιανισμός Προτεσταντισμός», σε J. Haynes και X. Καραγιαννοπούλου (επιμ.), Θρησκεία και Πολιτική. Μια σύγχρονη επιτομή, μτφ. Λουκρητία Μακροπούλου, Αθήνα, εκδόσεις Πεδίο, σσ. 51-86. Haynes, J. & Καραγιαννοπούλου, Χ. (επιμ.) 2018, Θρησκεία και Πολιτική. Μια σύγχρονη επιτομή, μτφ. Λουκρητία Μακροπούλου, Αθήνα, εκδόσεις Πεδίο. Karsltröm, N. (1986), “Movements for International Friendship and Life and Work, 1910- 1925”, σε R. Rouse & St. C. Neil (επιμ.), A History of the Ecumenical Movement 1517-1948, vol. 1, Geneva, WCC, σσ. 509-542. Koshy, N. (1994), Churches in the World of Nations, Geneva, WCC. Krüger, H. (Hrsg.) (1967), Appell an die Kirchen der Welt. Dokumente der Weltkonferenz für Kirche und Gesellschaft, Stuttgart/Berlin, Kreuz. Mandela, N. (1998), “Address by President Nelson Mandela to the WCC on the Occasion of its 50th Anniversary”, Harare, 13 December 1998, διαθέσιμο στο: http://www.wcc-coe.org/wcc/assembly/or-mand.html Moltmann, J. (2008), Τι Είναι Θεολογία Σήμερα; Δύο μελετήματα για την επικαιροποίησή της, μετφ. Πέτρος Γιατζάκης, Αθήνα, εκδόσεις «Άρτος Ζωής». Norwood, D. W. (2018), Pilgrimage of Faith: Introducing the World Council of Churches, Geneva, WCC. ÖRK (Ökumenischer Rat der Kirchen) (1990), Die Zeit ist da. Weltversammlung für Gerechtigkeit, Frieden und die Bewahrung der Schöpfung, Seoul 1990, Genf, ÖRK. Raiser, K. (1998), «Die Ökumene in einer schweren Bewährungsprobe», Der Überblick, 34, σσ. 4-8. Raiser, K. (2002), “International Οrder”, σε N. Losky et altri (επιμ.), Dictionary of Ecumenical Movement, Geneva, WCC, σσ. 598-603. Segbers, F. & Wiesgickl, S. (Hrsg.) (2015), «Diese Wirtschaft tötet» (Papst Franziskus). Kirchen gegen Kapitalismus, Hamburg, VSA: Verlag. Sjollema, B. (2015), Never Bow to Racism: A personal account of the ecumenical struggle, Geneva, WCC. Wallerstein, I. (2009), Για να Καταλάβουμε τον Κόσμο μας. Εισαγωγή στη ανάλυση των ξοσμοσυστημάτων, επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Σ. Μαρκέτος, Αθήνα, Θύραθεν. Warr, K. (1999), “The Normative Promise of Religious Organizations in Global Civil Society”, Journal of Church and State, 41 (3): 499-523. WCC (1988), And So Set Up Signs… The World Council of Churches’ first 40 years, Geneva, WCC. WCC (1998), The Ρole of the WCC in International Affairs, διαθέσιμο από: http://www.wcc-coe.org/wcc/what/international/ia-booklet.html#top WCC (2011), “An Ecumenical Call to Just Peace”, διαθέσιμο από: http://www.overcomingviolence.org/fileadmin/dov/files/iepc/resources/ECJustPe ace_English.pdf Zorgbibe, C. (1991), Διεθνείς Οργανισμοί, (σειρά: “Que sais – je?”), μτφ. Μαρία Κράλλη, Αθήνα, «Το Ποντίκι». Ζαχαρόπουλος, Ν. (1994), «Πτυχή των Σχέσεων Εκκλησίας Ελλάδος-Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Περίοδο της Δικτατορίας των συνταγματαρχών», Αντιχάρισμα στη μνήμη Ιωάννου Κ. Παπαζαχαρίου, τόμ. Α', Αθήνα, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, σσ. 173-190. 854 Καραγιαννοπούλου, Χ. (2018), «Προλογικό Σημείωμα», σε J. Haynes και X. Καραγιαννοπούλου (επιμ.), Θρησκεία και Πολιτική. Μια σύγχρονη επιτομή, μτφ. Λουκρητία Μακροπούλου, Αθήνα, εκδόσεις Πεδίο, σσ. 11-13. Λαιμόπουλος, Γ. (2012), Δομή και Λειτουργία του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Πουρναράς. Μπέγζος, Μ. (1995), Φαινομενολογία της Θρησκείας, Αθήνα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Νησιώτης, Ν. (2004) «Θρησκεία, Χριστιανική Πίστη και Ειρήνη», του ίδιου, Από την ύπαρξη στη συνύπαρξη. Κοινωνία – Τεχνολογία – Θρησκεία, Αθήνα, Μαΐστρος, σσ. 34- 63. Παπαδερός, Α. (1981), «Λειτουργική Διακονία», Λειτουργική Διακονία. Η κοινωνική αποστολή της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο. Πρακτικά Διορθόδοξου Διασκέψεως, Χανιά, Ορθοδόξος Ακαδημία Κρήτης, σσ. 23‐83. Τσέτσης, Γ. (1988), Η Συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Κατερίνη, εκδόσεις Τέρτιος. Τσέτσης, Γ. (1993), «Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και το Λυκόφως του Φυλετισμού στη Νότιο Αφρική», Ενημέρωσις. Δελτίον Οικουμενικής Επικαιρότητος, Θ/10: 1-2. Τσομπανίδης, Σ. (2008), Εκκλησιολογία και Παγκοσμιοποίηση. Οι Εκκλησίες στην οικουμενική πορεία για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση στην υπηρεσία των ανθρώπων και της γης, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Πουρναράς. Τσομπανίδης, Σ. (2009), Μετα-λειτουργία. Η ορθόδοξη συμμετοχή στην κοινή χριστιανική μαρτυρία για δικαιοσύνη, ειρήνη και ακεραιότητα της δημιουργίας, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Πουρναράς. Τσομπανίδης, Σ. (2014), «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Μια ‘κοινωνία’ αμοιβαίου εμπλουτισμού στο δρόμο των αναζητήσεων», του ίδιου, «Υπέρ της Οικουμένης»: Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και την αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Ostracon, σσ. 21-176. Τσομπανίδης, Σ. (2016), «‘Money-theism’: Εκκλησίες ενάντια στην τυραννία του χρήματος», Σύναξη, 138: 5-16. 855 856 Βάσεις Οικονομικών Δεδομένων: Εθνικοί Πόροι στη Γεωπολιτική και Γεωοικονομία Βιργινία-Αναστασία Φουρνάρη1 Περίληψη Στη διεθνή πολιτική ισχυροποιείται περισσότερο η θέση των «δεδομένων» με τη διαχείρισή τους να αποτελεί ζήτημα στο οποίο κατευθύνονται περισσότεροι από έναν δρώντες που διαμορφώνουν αντίστοιχα με το ρόλο τους ερωτήματα. Μία ομάδα από αυτούς τους δρώντες ενισχύει όλο και πιο έντονα σήμερα τη συζήτηση για το κίνητρο της διαχείρισης των δεδομένων ως μείζον ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και εθνικής ασφάλειας για ένα κράτος. Οι εθνικοί πόροι αποτελούν ένα από τα αντικείμενα διεθνών δρώντων, οι οποίοι δια της «εξόρυξης δεδομένων» προβλέπουν «τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα εθνικών κυβερνήσεων σε διάφορες χώρες». Στην πρόβλεψη περιλαμβάνεται η μείωση του ηθικού κινδύνου από τους «μαλακούς» δημοσιονομικούς περιορισμούς και το διοικητικό έλεγχο που ασκούν κεντρικές κυβερνήσεις. Η χαρτογράφηση προβλέψεων εθνικής πολιτικής, δεδομένων και διεθνούς διαχείρισής τους από δρώντες προκαλεί νέα γεωπολιτικά και οικονομικά ζητήματα η επανάσταση δε των δεδομένων ωθεί σε νέες ποσοτικές μεθόδους ανάλυσης. Λέξεις-κλειδιά: Βάσεις Δεδομένων, Εθνικοί πόροι, Απολυτικό κράτος, Φόροι, Φορολογία, Αναπτυξιακά υποδείγματα Εισαγωγή Το θέμα μου,2 παραλλήλως με μια συζήτηση η οποία έχει αναπτυχθεί,3 τείνει να απαντήσει στο ερώτημα αν η είσπραξη των φόρων και φυσικά ο υπολογισμός τους υπακούει σε μη πολιτικές παραμέτρους και επιδιώκεται μέσα από την παρουσία διεθνώς δρώντων με τις τεχνικές υπολογισμού να έχουν τη διακρατική τους παρουσία ώστε να περιορίζονται ή να αποκλείονται κοινωνικές συγκρούσεις ή ακόμη και πολεμικές.4 1 Διδάκτωρ Κοινωνιολόγος – Στατιστικός,
[email protected]2 Επιθυμώ να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση και την Επιστημονική Επιτροπή, ειδικώς τον κ. Σ. Κονιόρδο, για αποδοχή του θέματος της Ενότητας, την οποία οργανώσαμε ως ομάδα εργασίας (βλ. σημ. 2). Ιδιαίτερη αναφορά οφείλω, με την δυνατότητα αυτή, στους καθηγητές κκ. Σπ. Ρουκανά, Π. Σκλιά και Α. Κλάψη. 3 Η ενότητα μας διαμορφώθηκε από τον καθηγητή κ. Ευάγ. Πρόντζα, και τους ερευνητές- συνεργάτες κ.κ. Χ. Δεσύλλα, Β. Ζούμπο, Σ. Νάνου, Ε. Ντρούβα, Ε. Τσαφά. 4 Το ερώτημα βρίσκεται στην προέκταση της μελέτης μου για τη σχέση πολίτη και φόρου (Β.- Α. Φουρνάρη, 2016) στο πεδίο της κοινωνιολογίας του φόρου και σε αυτήν για την πρόβλεψη δημοσίων εσόδων μεταξύ διαφορετικών ομάδων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Β.-Α. Φουρνάρη, 2019) στο πεδίο της εφαρμοσμένης στατιστικής. Διευρύνθηκε αποφασιστικά από τη συζήτηση, η οποία εξελίσσεται, στο «σεμινάριο έρευνας» του Centre d’Economie de l’Université Paris-Nord (CEPN), «Etat, Conflits et Résistance», https://cepn.univ- paris13.fr/category/seminaires-du-cepn/etat-predateur-conflits-et-resistance/. 855 Στο πνεύμα αυτό αντιμετωπίζω εδώ τρία επιμέρους θέματα. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο και τα προβλήματα που γεννά η συζήτηση για τους δημόσιους πόρους, ειδικώς για τη φορολογία και πώς εντοπίζονται ανάμεσα σε κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Η μέτρηση κοινωνικών αναλύσεων και η σχέση μεταξύ κράτους (εδώ χωρίς την αναγκαία διάκριση που με απασχολεί σε παράλληλη έρευνα την ένταξη ενός κράτους σε ανεπτυγμένα ή λιγότερο ανεπτυγμένα) και πολιτών μέσα από την φορολογία αποτελεί σημαντική όψη στη διαχείριση πόρων, καθώς δε οι στόχοι των δρώντων στα οικονομικά συστήματα μεταβάλλονται, η φορολογία επιβάλλει, πέρα από τη δυναμική σχέση κράτους-πολίτη, μια νέα δυναμική στην εξασφάλιση των απαραίτητα ανταλλάξιμών πόρων για τη παραμονή του κράτους μέσα στο σύνολο των κρατικών και μη κρατικών δρώντων. Έτσι εισάγω το δεύτερο στάδιο στην εισήγησή μου το οποίο επικεντρώνεται στη θέση των δημοσίων πόρων ως αντικείμενο «κοινής» ανάλυσης και σύγκρισης, ζήτημα που φαίνεται να συνδέεται όλο και περισσότερο με την μετάβαση από τη «σμιθιανή» στη «σουμπετεριανή» οικονομία των δρώντων (χωρίς να επεκτείνομαι στη διάκριση της οικονομικής ανάπτυξης του κράτους). Τέλος στο τρίτο επίπεδο επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα της πρόβλεψης των πόρων ως μηχανισμού αξιολόγησης των οικονομικά κρατικών και μη κρατικών δρώντων. Φορολογία και εισφορές στους Δημόσιους Πόρους Τα τεκμήρια απόδοσης των φόρων/εισφορών και της επίδοσης των φορολογικών συστημάτων αποτελεί κλασικό ζήτημα έρευνας για τις κοινωνικές επιστήμες και ιδιαίτερα για την κοινωνιολογία και την οικονομική ιστορία: εστιάζεται στο κράτος λιγότερο με την αφαιρετική σύλληψη της εξουσίας και περισσότερο με τον προσδιορισμό, στο χώρο και χρόνο, ειδικών πεδίων ανάλυσης του κράτους και των ανταγωνιστικών, στην κρατική εξουσία, μορφών στη δύναμη συμμετοχής και διαχείρισης των πόρων του (Martin et al. 2009, Φουρνάρη 2016). Πρόσφατα, προστίθεται μια άλλη διάσταση, πιο απαιτητική: κατά την αποδυνάμωση του «εθνικού κράτους» (άλλοτε «απολυταρχικού») και τη μετάβαση στην κατάσταση του «πτωχευμένου κράτους», η συγκέντρωση δημοσίων εσόδων μετασχηματίζει σε «απολιτική διοίκηση» την «είσπραξη των φόρων» στο εθνικό σύνορο με αποτέλεσμα ένα «τυποποιημένο» κράτος που αποτρέπει κοινωνικές συγκρούσεις και πολεμικές περιπέτειες,5 με το ρόλο των διεθνών δρώντων να γίνεται πιο αποφασιστικός στην συγκέντρωση και ταξινόμηση των φόρων από την εθνική πολιτική. Τα ερωτήματα παραμένουν διαχρονικά με απαντήσεις και τεχνικές που εμπλουτίζουν το αρχικό τους εύρος, όπως λ.χ. ποιο είναι το σύστημα συλλογής των φόρων, πόσοι αξιόπιστα είναι τα δεδομένα συγκέντρωσης και σύγκρισης, ποια μορφή λαμβάνουν οι δαπάνες και πόσο είναι αποτελεσματικές. Παράλληλα, οι παράγοντες συναίνεσης του φορολογούμενου πολίτη ή σύγκρουσής του με το κράτος απολήγουν σε ένα μείζον ζήτημα το οποίο λαμβάνουν υπόψη τους οι διεθνείς δρώντες: ομάδες εξουσίας στο κράτος επιβάλλονται και τείνουν να απομακρύνονται από παραδοσιακές ερμηνείες πολιτικής ισχύος με τη δημοσιοοικονομική σκέψη να αντιστέκεται 5 Βλ. σημ. 5. 856 προβάλλοντας ερμηνείες μέσα από τη θεωρία των ελίτ,6 του «εκσυγχρονισμού» ή ακόμη τη «μιλιταριστική» θεωρία. «Συναίνεση» και «συμμετοχή» συνιστούν δύο ουσιώδεις έννοιες στη θεωρία των οικονομικά δρώντων: η «συναίνεση», στη σύγχρονη εκδοχή της, αντιμετωπίζεται ως ανάγκη για τη σύναψη ενός «κοινωνικού συμβολαίου» το οποίο καλλιεργεί η γενική αντίληψη του κοινού αγαθού και δημιουργεί την ισχυρή ώθηση της φορολογίας, ως «δημόσιου πόρου», να συνδέσει τη «συμμετοχή» του «κρατικό» με τον «μη κρατικό» οικονομικό δρώντα, λαμβάνοντας υπόψη τους νέους στόχους που δημιουργεί ο στόχος του κέρδους στο οικονομικό σύστημα. Πρόκειται για τη «νέα δημοσιοοικονομική κοινωνιολογία» κληρονομεί την ανάλυση των πλουτολογικών παραγόντων για τη δημιουργία «δημοσιονομικών αξιών» και τη «συμμετοχή» σε αυτούς κρατικών και μη κρατικών δρώντων. Η έννοια «συμμετοχή» αντιμετωπίζεται πλέον με πολύ μεγαλύτερη προσοχή, ως προς τους δρώντες, στη διαχείριση πόρων με γεωπολιτική και γεωοικονομική διάσταση. Η εθελούσια στάση στη συναίνεση στον «κρατικό δρώντα» απομακρύνεται από την αντίληψη για την επιβολή του φόβου και της τιμωρίας ως το κίνητρο για τη συμμόρφωση των πολιτών. Ισχυρότερη γίνεται η υπόθεση ότι η «δυνητική τιμωρία» είναι αυτή που συνιστά μέσο «αξίωσης της συμμετοχής» παρά επιβολής του κοινωνικού συμβολαίου.7 Έτσι, η συναίνεση δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα εξαναγκασμού, στηρίζεται στην ιδέα του κοινού καλού και ενισχύει το χαρακτηριστικό της εξαρτημένης, από κοινωνικά φαινόμενα, μεταβλητότητας (Martin et al. 2009). Νέες κανονικότητες προκύπτουν που απαντούν σε σειρά ερωτημάτων: η ιστορικό- συγκριτική ανάλυση της αποδοχής και θεσμοθέτησης φορολογικής πολιτικής παρέχει θετικές προσδοκίες ή καλλιεργεί κοινωνικές στάσεις για φοροαποφυγή και κοινωνικές εντάσεις με διαμαρτυρίες (στο ίδιο). H συνταγματική εξέλιξη των κρατών με τις ιδιαιτερότητές τους δείχνουν τον τρόπο που αναπτύσσεται η έννοια της συλλογικότητας και πώς διαμορφώνονται δια μέσου της εξέλιξης του φορολογικού συστήματος κοινωνικές και πολιτικές οντότητες με εξουσία επί των δημοσίων πόρων (στο ίδιο). Στην μακροχρόνια ανάλυση των «δημοσίων πόρων» η γεωπολιτική συνδέθηκε με την γεωοικονομία. Η σύνδεση συνοδεύεται από την εναλλαγή περιόδων ειρήνης, πολεμικών συγκρούσεων, διαχείρισης του δημοσίου χρέους ή τις πολιτικές επιλογές για τον τύπο της οικονομίας που ρυθμίζει το περιεχόμενο του φόρου και το μηχανισμό δανεισμού με την ένταξή του κράτους σε ομάδα χωρών, τον τρόπο και το στόχο σύνδεσής του με μη κρατικούς δρώντες -εντός και εκτός κράτους-. τη φορολογική επιβάρυνση και φυσικά τις σχέσεις της διοίκησης με τους φορολογούμενους. Στα ζητήματα αυτά προκύπτουν δύο ακόμη που καθιστούν περισσότερο περίπλοκη τη σχέση κρατικού και μη κρατικού δρώντα στους δημόσιους πόρους και την αξιολόγησή τους, όπως θα δούμε στη συνέχεια, «χωρίς σύνορα» σε κράτη που σχηματίζουν εθελούσια έναν «μη κρατικό δρώντα». Το πρώτο αφορά τη «φορολογική συναίνεση» σε συνθήκες κρίσης, ουσιαστική διάσταση των δημοσίων πόρων σε αυτήν τη γεωπολιτική και γεωοικονομική σύνδεση, αφορά τη σχέση «πολεμική φορολογία» και συμμετοχή στον πόλεμο, διάσταση η οποία απαιτεί πολλαπλές συγκρίσεις σε 6 Επίσης από τα έργο των Mosca, Pareto είναι δυνατόν να φθάσουμε σε ερμηνείες που στηρίζουν το «δημοσιοοικονομικό ιμπεριαλισμό» στις νέες μορφές οικονομικής διασύνδεσης, που δεν είναι άγνωστες με τη μορφή «διεθνών δημοσιονομικών επεμβάσεων» στο 19ο αι. Πρβλ. N. Politis (1902). 7 Η σημείωση στo έργο του M. Levi, Of Rule and Revenue. University of California Press, 1988 όπως αναφέρεται στο έργο I. W. Martin et alii (2009). . 857 συνθήκες «μεγάλων ιδεών» και εθνικιστικής έξαρσης γύρω από τους «δημόσιους πόρους» (στο ίδιο). Το δεύτερο αφορά μία άλλη διάστασή της «φορολογικής συναίνεσης» είναι η «ψευδαίσθηση» της φορολογικής ελαστικότητας περί δίκαιης μεταχείρισης η οποία συνδέει τη συναίνεση του φορολογούμενου με το πόσο ισχυρό είναι το κλίμα ελευθερίας και δημοκρατίας σε έναν δρώντα («κρατικό» ή «μη κρατικό») που συνδέεται και συμμετέχει στη διαχείριση των «δημοσίων πόρων» (στο ίδιο). Από τα προηγούμενα συστηματοποιούμε την ανάλυση της κύριας όψης των «δημοσίων πόρων» για «κρατικό» και «μη κρατικό δρώντα», το φόρο, σε ένα τετραμερές σχήμα με τις «θεωρητικές προσλήψεις», τον τρόπο που παράγονται από ερωτήματα και πώς τεκμηριώνονται ώστε να γεννηθούν «σχολές σκέψης» (σχήμα 1). Η ανάλυσή μας βασίζεται στα «τεκμήρια» ένα από τα ουσιώδη σημεία παρακολούθησης των δημοσίων πόρων με τη θέση σε αυτά των φόρων, το κυριότερο όμως η τάση «ομογενοποίησης» των φόρων/εισφορών κρατών-μελών σε «μη κρατικό δρώντα», συνεπώς «χωρίς την θέση των συνόρων» του και με δικά του κριτήρια στην ομογενοποίηση για την ονοματοδοσία, αξιολόγηση και μέτρηση των «δημοσίων πόρων» (Φουρνάρη 2016). Σχήμα 1 − Τετραμερή Στοιχεία Ανάλυσης και Μελέτης στην Κοινωνιολογία του Φόρου •ΠΗΓΕς ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ •ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ •ΠΑΡΑΓΟΝΤΕς ΣΥΝΑΙΝΕΣΗς •ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΙΤ ΠΟΛΙΤΗ •ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΤΙΚΗ •ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΘΕΩΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕς ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑς ΠΡΟΣΛΗΨΕΙς ΣΧΟΛΕς ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΣΚΕΨΗς •ΠΟΣΟΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΜΑ •ΑΥΣΤΡΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ •ΣΕΙΡΑΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ •ΙΤΑΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ •ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΑ •ΓΑΛΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΠΡΑΚΤΙΚΑ •ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ •ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ •ΔΙΕΘΝΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗς ΚΡΙΣΗΣ Το τυπικό παράδειγμα ανάλυσης των φόρων από «μη κρατικό δρώντα» που επιλέγουμε είναι δυο οργανισμοί OECD και Eurostat, οι οποίοι ενισχύουν την έρευνα για την κατεύθυνση της τυποποιημένης οικονομίας ενός κράτους σε αντίθεση με το ρόλο των εθνικών «σχολών σκέψης» και τη δημιουργία κράτους από τον πόλεμο αλλά του κοινωνικού κράτους που απαιτεί πόρους από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. 8 Η αφετηρία μας είναι τα δεδομένα της Eurostat δεδομένης της ισχύος της στην 8 Σύμφωνα με τη διάκριση των Batifoulier, Da Silva, Vahabi (2019) στο σεμινάριο Retours sur la Journée Etat Prédateur, Conflit et Résistance du 22 novembre 2019 (βλ. σημ. 5). 858 αξιολόγηση των «δημοσίων πόρων» και την υιοθέτηση ενιαίου συστήματος υπολογισμού των δημοσίων εσόδων και την αποφασιστική καθοδήγηση στα κράτη μέλη της ενόψει των μείζονων στόχων που θέτει η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα στοιχεία του OECD μας απασχολούν στην επόμενη ενότητα της εισήγησή μας με ανάλογο στόχο. Η αναφορά στα δεδομένα της Eurostat αποτελεί κοινό τόπο για την εξέλιξη της φορολογίας με κριτήριο την κωδικοποίηση για κάθε ένα από τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο «Questionnaire NTL − Detailed list of taxes and social contributions according to national classification» το σύνολο των φόρων και της κοινωνικής συμμετοχής ταξινομείται με τρόπο που διαπερνά το σύνολο των κρατών- μελών, δηλαδή πέραν των εθνικών συνόρων. Η αναφορά κάθε ενότητας εσόδων με τις επιμέρους αναλύσεις καθιστά τα δεδομένα της βάσης μεταξύ κρατών συγκρίσιμα και η επεξεργασία των χρονοσειρών συγκριτικά αξιόπιστη διαδικασία. Την αξιοπιστία, όπως επισημαίνεται, παράγει η «διασφάλιση της ποιότητας» αφού «η αξιοπιστία των δεδομένων ελέγχεται για κάθε διαβίβαση και ζητείται από τα κράτη μέλη ορισμένες πρόσθετες πληροφορίες σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων». Η μη κρατικά δρώσα Eurostat δηλαδή παρατηρεί «την πολυπλοκότητα, τον όγκο και την ετερογένεια των πηγών δεδομένων» και για να διασφαλίσει την ποιότητα «βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αξιολόγηση των πρωτογενών πηγών και διαδικασιών παρά στο τελικό προϊόν» και αυτή αναλαμβάνει «το διάλογο και τις μεθοδολογικές επισκέψεις» στα κράτη μέλη για τα θέματα που σχετίζονται με τα φορολογικά και τα κοινωνικά δεδομένα. Η «διαχείριση της ποιότητας» και η «αξιολόγηση» αποτελεί την άλλη διάσταση στην αξιοπιστία των κρατικών δεδομένων καθώς «έχει θεσπιστεί διαδικασία αξιολόγησης της ποιότητας που περιλαμβάνει αριθμητικούς και ποιοτικούς ελέγχους». Οι «έλεγχοι συνέπειας» και ο «λεπτομερής εθνικός κατάλογος των φόρων και των κοινωνικών εισφορών σύμφωνα με την εθνική ταξινόμηση» ή τους «εθνικούς καταλόγους φόρων» συμπληρώνουν την ισχύ ενός μη κρατικού δρώντα σε ένα κράτος-μέλος του. Πρόκειται δηλαδή για στοιχεία που βασίζονται στους ετήσιους εθνικούς λογαριασμούς, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από διοικητικά και άλλα όργανα της γενικής κυβέρνησης και εντάσσονται στην εφαρμοσμένη για όλα τα κράτη-μέλη κατηγορία «Λεπτομερείς εισπράξεις φόρων και κοινωνικών εισφορών ανά είδος φορολογικού ή κοινωνικού εισοδήματος και υποτομέα παραλαβής» (Eurostat). Η σύγκρισή τους από «μη κρατικό δρώντα» δείχνει, όπως αποκαλύπτει η «δύναμή» του (ένας από τους ορισμούς του όπως θα δούμε στη συνέχεια), τις «αποκλίσεις» μεταξύ κρατών σε συνθήκες «ενιαίας» αντιμετώπισης της φορολογίας/ εισφορών και της συμμετοχής μη κρατικών δρώντων στη «διανομή πόρων» που αφορά κάθε κράτος της ομάδας του οργανισμού. Στην απόκλιση οι έννοιες που συγκροτούν τη φορολογία 27 κρατών-μελών εντάσσονται, εκτός του ουσιαστικού αριθμητικού μεγέθους, οι διαφορές στην ονοματολογία, η οποία όμως θεραπεύεται από τον οργανισμό με τη χρήση ενιαίας γλώσσας και κωδικοποίησης που καθιστά τον «μη κρατικά δρώντα» ιδιαίτερα ισχυρό στην αξιολόγηση κάθε κράτους που διαχειρίζεται τους δημοσίους πόρους και δείχνει τον τρόπο συμμετοχής σε αυτούς. Ο πίνακας 1 και τα διαγράμματα 1 και 2 δείχνουν την ένταση προσαρμογής κάθε κράτους μέλους στην ομογενοποίηση φόρων/εισφορών που αξιολογεί ο μη κρατικά δρών. 859 Πίνακας 1 − Αριθμός φόρων και εισφορών ανά κράτος – μέλος της ΕΕ σύμφωνα με την ονοματολογία της Eurostat (1995-2018) Φόροι Φόροι και Φόροι και Φόροι και και Σύνολο εισφορές εισφορές εισφορές εισφορές αναφερόμε- στη στην χωρίς δεδομένα νων φόρων μητρική αγγλική μετρήσεις μετρήσε- και εισφορών γλώσσα γλώσσα ετών ων ΒΕΛΓΙΟ 247 257 186 73 259 ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ 178 178 138 40 178 ΤΣΕΧΙΑ 112 206 165 41 206 ΔΑΝΙΑ 143 236 198 38 236 ΓΕΡΜΑΝΙΑ 146 120 104 52 156 ΕΣΘΟΝΙΑ 42 135 79 56 135 ΙΡΛΑΝΔΙΑ 73 165 128 39 167 ΕΛΛΑΔΑ 0 176 135 44 179 ΙΣΠΑΝΙΑ 209 209 160 49 209 ΓΑΛΛΙΑ 226 226 188 38 226 ΚΡΟΑΤΙΑ 171 171 115 56 171 ΙΤΑΛΙΑ 177 210 176 34 210 ΚΥΠΡΟΣ 217 217 145 72 217 ΛΕΤΟΝΙΑ 157 157 108 50 158 ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ 105 138 96 42 138 ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ 131 224 135 89 224 ΟΥΓΓΑΡΙΑ 88 187 145 42 187 ΜΑΛΤΑ 134 227 163 64 227 ΟΛΛΑΝΔΙΑ 109 202 148 54 202 ΑΥΣΤΡΙΑ 239 239 193 46 239 ΠΟΛΩΝΙΑ 109 203 156 47 203 ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ 219 219 174 45 219 ΡΟΥΜΑΝΙΑ 302 302 261 41 302 ΣΛΟΒΕΝΙΑ 149 239 170 69 239 ΣΛΟΒΑΚΙΑ 94 217 151 74 225 ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ 144 237 197 40 237 ΣΟΥΗΔΙΑ 173 204 167 37 204 ΗΝΩΜΕΝΟ 182 182 128 54 182 ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΝΟΡΒΗΓΙΑ 147 240 198 42 240 ΕΛΒΕΤΙΑ 100 193 163 30 193 Πηγή: Eurostat 860 Διάγραμμα 1 − Αποκλίσεις Ονοματολογίας Φόρων και Εισφορών ανά κράτος μέλος της Eurostat (1995-2018) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ ΚΥΠΡΟΣ ΙΤΑΛΙΑ ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΣΕΧΙΑ ΣΟΥΗΔΙΑ ΠΟΛΩΝΙΑ ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΕΛΒΕΤΙΑ ΟΥΓΓΑΡΙΑ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΕΛΛΑΔΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΚΡΟΑΤΙΑ ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΛΕΤΟΝΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ ΕΣΘΟΝΙΑ -40% -20% 0% 20% 40% 60% 80% 100% 120% Απόκλιση (%) εθνική / αγγλική γλώσσα Διάγραμμα 2 − Αποκλίσεις δεδομένων φόρων και εισφορών ανά κράτος μέλος της Eurostat (1995-2018) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ ΚΥΠΡΟΣ ΙΤΑΛΙΑ ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΣΕΧΙΑ ΣΟΥΗΔΙΑ ΠΟΛΩΝΙΑ ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΕΛΒΕΤΙΑ ΟΥΓΓΑΡΙΑ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΕΛΛΑΔΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΚΡΟΑΤΙΑ ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΛΕΤΟΝΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ ΕΣΘΟΝΙΑ 0,0% 10,0% 20,0% 30,0% 40,0% 50,0% 60,0% 70,0% 80,0% 90,0% Απόκλιση φόρων/εισφορών (%) δεδομένα/μη δεδομένα Πηγή: Πίνακας 1. 861 Τα «τεκμήρια» των φόρων στην βάση δεδομένων της Eurostat δείχνουν ότι η «ονοματολογία» της στην αγγλική γλώσσα έχει διεισδύσει πλήρως σε αρκετές χώρες (8 στα 30 κράτη), καθιστά δηλαδή ευανάγνωστους του δημόσιους πόρους για το κράτος (φόροι/εισφορές) ενώ η τάση επεκτείνεται και στα υπόλοιπα με σημαντικές ακόμη διαφορές στην αντιστοίχηση εννοιών στην εθνική γλώσσα και στη αγγλική, την γλώσσα της επικοινωνίας στη συμμετοχή και την αξιολόγηση των «δημοσίων πόρων» κράτους-μέλους. Πολύ πιο αποφασιστική είναι η ομογενοποίηση στην απόκλιση των κρατών-μελών, εντός του «μη κρατικού δρώντα» οργανισμού, στα οικονομικά αποτελέσματα από την ύπαρξη ενός φόρου/εισφοράς, καθώς πλέον του 60% των φόρων/εισφορών που επιβάλλονται από ένα κράτος-μέλος έχουν αποτελέσματα. Η «παραγωγή» και «συμμόρφωση» δεδομένων ως συστηματικών παρατηρήσεων οι οποίες συλλέγονται σε τακτά χρονικά διαστήματα με κοινή μέθοδο και έννοιες στο μεγαλύτερο αριθμό κρατών, βασίζεται σε αυστηρή και εντελώς νέα πραγματικότητα που εμφανίσθηκε σχετικά πρόσφατα, με απαιτήσεις δε προωθείται από μεγάλο αριθμό «μη κρατικών δρώντων». Προέχουσα θέση σε αυτήν την παραγωγή και συμμόρφωση δεδομένων κατέχουν οι «πόροι». Ο λόγος για αυτήν τη στροφή στους «δημόσιους πόρους» και σε όλο το εύρος τους (από τη φορολογία μέχρι τους φυσικούς πόρους) στρέφεται η «συμμετοχή» που ενισχύει ο σύγχρονος τύπος του οικονομικού συστήματος. Η παρατήρηση αυτή συνδέεται με μία από τις υποθέσεις η οποία τείνει να αποκτήσει όλο και μεγαλύτερη ισχύ: σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είμαστε αντιμέτωποι με τη μετάβαση από την «σμιθιανή οικονομία» του κέρδους στην «σουμπετεριανή» οικονομία της καινοτομίας στη διαχείριση και διανομή πόρων.9 Η «συμμετοχή» (αναδυόμενη έννοια χωρίς εθνικά σύνορα) στους πόρους αποτελεί υποχώρηση του στόχου του κέρδους ενός οικονομικού δρώντα και διαμόρφωση των μέσων σε στόχο (όπως είναι οι κοινές κατηγορίες φόρων σε μία ομάδα κρατών, όπως είδαμε στην περίπτωση της Eurostat). Η «μετάβαση» από τα δημοσιοοικονομικά στοιχεία ενός κράτους στα δεδομένα ομάδας κρατών βασίζεται σε συστηματικές παρατηρήσεις με συγκρίσιμη ονοματολογία/κωδικοποίηση. Αυτό δείχνει η ανάλυση των φορολογικών εισπράξεων στα Δημοσία Έσοδα ή τις Δημόσιες Δαπάνες ενός κράτους μέσα σε μία ομάδα κρατών, γεωοικονομικά και γεωπολιτικά ενταγμένη. Στην προέκταση της σχετικής ανάλυσης τα δεδομένα (με ισχυρό πάντοτε το παρελθόν του «εθνικού κράτους» στο διαφορετικό τρόπο συλλογής, ονοματολογίας και δείκτη φερεγγυότητας) κατευθύνονται στη συνεξέταση οικονομικών φαινομένων μιας περιόδου ως «cross-section data» («διαστρωμματικά» δεδομένα), «panel data» (δεδομένα «πάνελ») και «time series» (χρονολογικές σειρές). Η επεξεργασία τους προετοιμάζει την παραγωγή δεδομένων από την «τυποποίηση κράτους» ώστε να ανταποκρίνονται πλέον στη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται (με την σιωπηλή παραδοχή της «τυποποιημένης οικονομίας»). Τα δεδομένα της Eurostat αποτελούν φερέγγυα ένδειξη της «μετάβασης». Καταρχάς, ο στόχος να στεγαστεί η «τυποποίηση» στην «Εθνική Δημοσιονομική Διακυβέρνηση» (European Commission 2017) ή το εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο, το σύνολο δηλαδή ρυθμίσεων ειδικών κανόνων, διαδικασιών, ρυθμίσεων και θεσμικών οργάνων που αποτελούν τη βάση για την 9Για τη σμιθιανή οικονομία η ανάπτυξη είναι ένα παίγνιο ανταλλαγής και συνεργασίας μεταξύ ατόμων με βάση την εμπιστοσύνη ή το σεβασμό στο νόμο ενώ για την σουμπετεριανή ανάπτυξη ο στόχος της είναι η χειραγώγιση φυσικών φαινομένων, δηλαδή ένα παίγνιο με τη φύση. Βλ. για το ζήτημα το πρόσφατο έργο του Mokyr (2018). Για τους θεσμούς χωρίς αποκλεισμούς στη σμιθιανή οικονομία βλ. Acemoglu & Robinson (2013). 862 άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε καθένα από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ και γενικότερα να αναλύονται και αξιολογούνται από μη κρατικούς δρώντες. Κατά δεύτερο για να καταστεί εφικτή από τους δρώντες ο επερχόμενος οικονομικός στόχος της «συμμετοχής» στους πόρους με αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα πέραν των εθνικών συνόρων. Η διαμόρφωση δεδομένων και στη συνέχεια η διενέργεια προβλέψεων βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομικής ανάλυσης, για το σκοπό δε αυτό έχει την ανάγκη μιας συνοπτικής αναφοράς στην κατανόηση των όρων συγκέντρωσης των δεδομένων. Το ζήτημα υπερβαίνει τη γνώση προέλευσης των δεδομένων και απαιτεί την εμβάθυνση στη δημιουργία τους που ενώ δεν είναι άγνωστη σε ένα κράτος στον 21ο αιώνα, υπαγορεύεται από νέες διεθνείς υποχρεώσεις με υποχώρηση των εθνικών επιλογών διαχείρισής τους, πρωτίστως δε να υπακούει στο ρόλο των μη κρατικά δρώντων και το αξίωμα του «απολιτικού κράτους» (Etat apolitique). Η εμπλοκή με ένα ακόμη ρυθμιστικό παράγοντα είναι άμεση. Σειρά από σχετικά κείμενα δείχνει ότι οι πηγές των Δημοσίων Εσόδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσδιορίζονται από νομοθετικές διατάξεις και διοικητικές πράξεις τις οποίες η κυβέρνηση κάθε κράτους-μέλους της οφείλει να λάβει υπόψη της για τη φερέγγυα συγκέντρωσή τους. Ο στόχος των ρυθμίσεων αυτών είναι να επιτύχουν τη «δημοσιονομική σταθερότητα» κάθε κράτους. Όπως ορίζεται ο στόχος αφορά για την «προσανατολισμένη πολιτική στη σταθερότητα που επιτρέπει να εξομαλύνονται οι κυκλικές διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας» και να «μετριάζεται η επίπτωση των οικονομικών κρίσεων». Πρόκειται για «μετάβαση» από την παλαιότερη μορφή στην άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής που ρύθμιζε η κοινοβουλευτική λειτουργία του πολιτεύματος στη σύγχρονη μορφή με «επίπεδα αυστηρότητας» που λαμβάνουν χαρακτήρα εθνικών διατάξεων και οι οποίες καθορίζονται από έγγραφα μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Δημοσιοοικονομικών υποθέσεων (European Commission 2017). Πρόκειται για μια συνεχή ροή δεδομένων που εισάγονται και αποτυπώνονται, με συγκριτικό τρόπο, τάσεις της φορολογίας, φορολογικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων για τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ (European Commission 2018). Από την άλλη, το συνταγματικά θεμελιωδέστερο οικονομικό όργανο κάθε χώρας, ο φόρος και η φορολογία, διευρύνεται κατά το περιεχόμενο, τη μεθοδολογία, τις έννοιες και τη ρυθμιστική του θέση μέσα από τις συνθήκες κοινοτικής οργάνωσης των κρατικών οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της παγκοσμιοποίησης προς μία «τυποποιημένη» κρατική οικονομία (Φουρνάρη 2019). Ένας από τους πλέον ισχυρούς παράγοντες επιρροής του, όπως έδειξε η τελευταία οικονομική κρίση για χώρες της ΕΕ, είναι ο εξωτερικός δανεισμός, ουσιώδες ζήτημα για τους μη κρατικούς δρώντες στην κατανομή των πόρων. Η διόγκωση του δημοσίου χρέους επηρεάζει αντιλήψεις και διαμορφώνει τεχνικές για την αναζήτηση του φόρου εκείνου ο οποίος αποτελεί την πιο βέβαιη πηγή Δημοσίων Εσόδων ώστε να διασφαλίζονται οι δαπάνες του κράτους, πρωτίστως οι δανειακές του υποχρεώσεις.10 10Οι αντιλήψεις αποκτούν θεσμική μορφή καθώς οι χώρες διακρίνονται στην ΕΕ σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες θεσμικών οργάνων που προσδιορίζονται ως ανεξάρτητα και είναι (α) μία χώρα χωρίς δημοσιονομικό συμβούλιο και χωρίς ανεξάρτητο φορέα πρόβλεψης (Ρουμανία), (β) 18 χώρες με ένα δημοσιονομικό συμβούλιο και χωρίς ανεξάρτητο φορέα πρόβλεψης, (γ) 5 χώρες με έναν ανεξάρτητο φορέα πρόβλεψης και ένα δημοσιονομικό συμβούλιο και (δ) η Μεγ. Βρετανία με ένα φορέα που συνδυάζει τις εντολές πρόβλεψης και δημοσιονομικού συμβουλίου (European Commission 2017). 863 Στις συνθήκες αυτές από τα μέσα τέλος της δεκαετίας του 1970 εμφανίζονται εμπειρικές μελέτες με τα ευρήματά τους να υποδεικνύουν τη σημασία της αποκέντρωσης των δημοσίων δαπανών (Φουρνάρη 2019). Από τη σχετική βιβλιογραφία προκύπτει ότι η αποκέντρωση των δημοσίων δαπανών αφενός μειώνει το δημόσιο χρέος αφετέρου δεν ανατρέπει τις δημοσιονομικές ισορροπίες. Η προώθηση της έννοιας «υπο-εθνική κυβέρνηση» (Subnational governments - SNGs) στις βιομηχανικές χώρες συνιστά μία κατεύθυνση στην εκτίμηση των μεγάλων διαφορών στη φορολογία και την αποτελεσματικότητα της,11 πέρα από την συγκεντρωτική αντιμετώπιση της συλλογής των φόρων. Η ερευνητική αυτή κατεύθυνση αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1980 και ενισχύθηκε πρόσφατα μεταξύ χωρών περισσότερο ή λιγότερο ανεπτυγμένων, πλουσιότερων ή φτωχότερων, με υψηλότερο ή χαμηλότερο βαθμό διαφθοράς (Eyraud et al. 2018).12 Η γενική τάση κοινής ρύθμισης για την είσπραξη του φόρου και τη λειτουργία της φορολογίας στους δημοσιονομικού στόχους που επιβάλλονται εξακολουθεί να διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα, χωρίς να έχουν σταθμισθεί ακόμη οι αιτίες (λ.χ. διοικητική οργάνωση και αποτελεσματικότητα χώρας, οικονομικός κύκλος, σύνθεση των δημοσίων εσόδων, διαφάνεια και διαφθορά, κ.λπ.). Η φορολογία και η αποτελεσματικότητα της διαβαίνει έτσι τα εθνικά σύνορα και οι επιδόσεις της απασχολούν και αξιολογούνται από «μη κρατικούς δρώντες». Πρόκειται για μία «μετάβαση» η οποία έχει συμπληρώσει μια τριακονταετία: από τη δεκαετία του 1980 όλο και περισσότερες χώρες ασκούν τη δημοσιονομική τους πολιτική μέσα από «αριθμητικούς κανόνες» με διεθνείς αξιολογήσεις και συγκρίσεις από τους «μη κρατικούς δρώντες». Ειδικότερα, ένας από αυτούς τους εισαγόμενος κανόνες είναι και ο δείκτης δημοσιονομικού κανόνα για τα κράτη μέλη της ΕΕ πολύ δε περισσότερο η κατανομή χωρών με ανεξάρτητα δημοσιονομικά όργανα. Το ζήτημα της «ανεξαρτησίας» για πρώτη φορά θέτει στη διεθνή μεταπολεμική οικονομία τις καταλυτικές αλλαγές που συντελούνται στην δημοσιονομική λειτουργία και τις επιδόσεις στη δυναμική της διαρκούς αύξησης των δημοσίων πόρων από φόρους. Οι ρυθμίσεις που επιβάλλονται σε οικονομίες (όπως συμβαίνει με την Ελλάδα) και τον «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό 11 Σπεύδω να διευκρινίσω ότι η έννοια έχει «εσωτερικό - κρατικό» χαρακτήρα. Ενδεικτική από την άποψη αυτή η αναφορά για «τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα των εθνικών κυβερνήσεων σε διάφορες χώρες» στην εξαιρετικά πρόσφατη μελέτη τους οι Heidi Jane Smith et al. (2019) υποστηρίζουν ότι η «υπο-εθνική δημοσιονομική ικανότητα βοηθά τις τοπικές κυβερνήσεις να παρέχουν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και να παρέχουν δημόσια αγαθά, γεγονός που με τη σειρά τους συμβάλλει στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης». Επεκτείνουν την ανάλυσή τους στη μείωση του ηθικού κινδύνου από τους «μαλακούς» δημοσιονομικούς περιορισμούς και τον διοικητικό έλεγχο που ασκούν οι κεντρικές κυβερνήσεις ως και στα ζητήματα διαχείρισης του υποεθνικού δημοσίου χρέους κάθε χώρας. Οι συγγραφείς επεξεργάζονται με τη βοήθεια της ανάλυσης κρατών (Κίνα, Μεξικό, ΗΠΑ, Ν. Κορέα) την υπόθεση ότι «οι εθνικές φορολογικές ατέλειες ενισχύουν τις κεντρικές κυβερνήσεις με σαφείς κανόνες για διακυβερνητικές μεταβιβάσεις και περισσότερες φιλελεύθερες πολιτικές. μεγαλύτερη δημοσιονομική ικανότητα και λιγότερες διακυβερνητικές μεταβιβάσεις ώστε να είναι σε θέση να διαχειριστούν το χρέος τους με μεγαλύτερη ακρίβεια». Η έννοια, μετά την εκδήλωση της δημοσιονομικής κρίσης ορισμένων χωρών της ΕΕ φαίνεται να διατηρεί στοιχεία για τολμηρή προέκταση με συνταγματική προσαρμογή σε κράτη τα οποία ανήκουν σε μεγάλους διεθνείς σχηματισμούς, όπως τα κράτη-μέλη της ΕΕ. 12 Mε αναφορά στους Kopits & Symansky (1998), Fiscal Policy Rules, IMF Occasional Paper 162, Washington, DC. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη διάσταση όπως αποκαλύπτει η σημερινή συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος (Βενιζέλος 2019). 864 Στήριξης» δοκιμάζουν τις αντοχές των κλασσικών εργαλείων της συνταγματικής σκέψης αλλά πρωτίστως το γνωστικό πεδίο των «Δημοσίων Οικονομικών» και τα «θεωρία της φορολογίας», ιδίως τις σχέσεις κράτους και οικονομίας, οικονομίας πολιτικής και συντάγματος (Φουρνάρη 2016). Έτσι ένα σημαντικό σημείο αναφοράς μας σε αυτήν την ανάλυση είναι ότι οι φορολογικοί κανόνες αποκτούν τη μορφή περιορισμών, οι οποίοι έχουν στόχο να προσδιορίσουν δημοσιονομικές επιδόσεις από αξιόπιστα στοιχεία τα οποία παράγουν, και την πλέον αντιπροσωπευτική μορφή περιορισμών που υπερβαίνει τη σημασία της από τα εθνικά σύνορα, να είναι η δημοσιονομική ισορροπία (Eyraud et al. 2018). Σήμερα, οι όροι ενσωμάτωσης ενός κράτους στο ευρωπαϊκό σύστημα και κατ’ επέκταση στο διεθνές δεν μπορούν να γίνουν με τον ίδιο βαθμό ελευθερίας που γινόταν πριν από τριάντα και πλέον χρόνια. Έχει παρέλθει η, «κατά το δοκούν», μακρά περίοδος των εθνικών κρατών στη διαχείριση των Δημοσίων Εσόδων (Bahl et al. 2005). Η έννοια που αναδύεται στον 21ο αιώνα «παρατηρούμε ότι προσέρχεται μέσα από σχέδια με ερευνητική ενίσχυση για τις «υπο-εθνικές κυβερνήσεις» − ένας άλλος «κρατικός δρών» στο εσωτερικό ενός κράτους (στο ίδιο). Πολύ πρόσφατα επισημάνθηκε η «απίσχναση» της «κατακερματισμένης πλέον πολιτικής αυτονομίας» (Τσουκαλάς 2019). Η απίσχναση ενισχύεται και από φορολογικούς κανόνες οι οποίοι «χρησιμοποιούνται ευρέως για να περιορίσουν τη διακριτική ευχέρεια της δημοσιονομικής πολιτικής και να προωθήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία» (Βενιζέλος 2019). Θα ολοκληρώσουμε με την παρατήρηση ότι ο αριθμός των χωρών που υιοθετούν και χρησιμοποιούν δημοσιονομικού κανόνες ξεπερνούν σε όλο τον κόσμο τις 90 χώρες και σε αυτήν την τάση ωθεί η διαπίστωση ότι κύριοι στόχοι τους είναι να δεσμευτούν οι χώρες αυτές περιορίζοντας την «κατά το δοκούν» άσκηση φορολογικής πολιτικής και γενικότερα της δημοσιονομικής πολιτικής: η επισήμανση συνδέεται με τη θέση των διεθνώς δρώντων ότι είναι «οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, την ενίσχυση της διαφάνειας και την ένδειξη στις χρηματοπιστωτικές αγορές της πορείας της δημοσιονομικής πολιτικής» (Eyraud et al. 2018). Πρόβλεψη στους δημόσιους πόρους και φορολογία Είναι ευρύ το «θεωρητικό πλαίσιο» το οποίο διαμορφώνει μια πλούσια και σε εξέλιξη συζήτηση για τη σχέση φόρων ως «προβλέψιμης» και «βιώσιμης» πηγής Δημοσίων Εσόδων στο επίπεδο και το ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ. Η φορολογία, στην καρδιά της κεντρικής εξουσίας, παραμένει καταρχάς (παρά την συστηματική παρακολούθησή του από «μη κρατικούς δρώντες) ένας εξελικτικός μηχανισμός που βαθαίνει στο χρόνο και φθάνει σήμερα να περιγράφει τον τρόπο που το κράτος διατηρεί το ρόλο ενός συγκεντρωτικού και καταναγκαστικού φορολογικού μηχανισμού, γεωγραφικά προσδιορισμένου, με σημαντική θέση στην πρόβλεψη και τη βιωσιμότητα των φόρων: τον μεταβαλλόμενο ρόλο των κοινοβουλίων και της νομοθετικής τους παραγωγής (Timothy & Torsten 2014, Dincecco 2011, Φουρνάρη 2013). Η σύνδεση φόρων και ΑΕΠ αποτυπώνεται στις σχέσεις των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, που διαπερνούν με ρυθμιστικό τρόπο τα εθνικά σύνορα, μέσα από τα οποία η εξόρυξη φορολογικών εσόδων για το κράτος ισχυροποιεί τους μηχανισμούς της οικονομίας των αγορών εμπεδώνοντας τις σχέσεις αγοράς στη βάση για τη 865 δημιουργία δημοσίων πόρων. Ο κυρίαρχος ρόλος της φορολογίας στη δημιουργία αυτή, εκτός από καταναγκαστική δύναμη, συνιστά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο συντελείται η οικοδόμηση του σύγχρονου κράτους δικαίου με τη συμβολή του στη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών, την οικονομική αποτελεσματικότητα του κράτους συνδεδεμένη με τις δημοσιοοικονομικές λειτουργίες που απομακρύνεται από τις απαλλοτριώσεις και άλλες βίαιες μορφές απόσπασης πόρων και την εμπέδωση της φορολογίας με κανόνες (Besley & Persson 2014). Το πλαίσιο κανονισμών για την εμπέδωση φορολογίας σε ένα κράτος (λαμβάνοντας υπόψη το ρόλο των «μη κρατικά δρώντων») αποτελεί, κατά συνέπεια, την κινητήρια δύναμη για την επίδραση του επιπέδου απόδοσης και τη διάρθρωση των φόρων με την επιρροή τους στο μακροχρόνιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης (Dackehag & Åsa 2012), τελικώς δε στην πρόβλεψη του βιώσιμου χαρακτήρα συλλογής Δημοσίων Εσόδων. Η σχέση των φόρων (ως προβλέψιμη πηγή Δημοσίων πόρων) με το ρυθμό μεταβολής του πραγματικού κατά κεφαλή ΑΕΠ (μέτρηση της ανάπτυξης) παραμένει προνομιακό πεδίο της τεχνικής των χρονοσειρών για μια ομάδα χωρών. Η συνδρομή βραχυχρόνιων θεωρητικών μοντέλων βέβαια δείχνει ότι η φορολογία γίνεται αιτία να στρεβλωθούν αποφάσεις και προκαλεί λανθασμένες κατανομές πόρων αντιθέτως με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, αν και λιγότερο ασφαλείς, της φορολογίας. Ακόμη μία σημαντική διάσταση της αξίας συγκέντρωσης δεδομένων που παράγουν «κρατικοί» και «μη κρατικοί δρώντες». Το πρόβλημα όμως των επιπτώσεων εξακολουθεί να παραμένει: στην ανάλυση των Solow & Swan η φορολογία και η συνολική κυβερνητική φορολογική πολιτική, σε μακροπρόθεσμη βάση, δεν έχει αποτελέσματα στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης σε αντίθεση με τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στο επίπεδο του κατά κεφαλή ΑΕΠ. Αργότερα, θα προστεθεί η επίπτωση της φορολογίας στο ρυθμό τεχνολογικής προόδου και της ενδεχόμενης επιρροής της στα κίνητρα της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, ή η χρηματοδότηση των επενδύσεων στην βασική επιστήμη από τη φορολογία η οποία επιδρά στο μακροπρόθεσμο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης (Dackehag & Hansson 2012). Με τον τρόπο αυτό διευρύνεται η συζήτηση για τη συμμετοχή στη διανομή των δημοσίων πόρων ως στοιχείο της «τυποποιημένης» οικονομίας ενός «απολιτικού» κράτους. Στην αυγή του 21ου αιώνα παρατηρήθηκε ότι η επιστροφή της φορολογίας στην επένδυση ή την αναμενόμενη κερδοφορία μπορεί να έχει επίπτωση στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης (Myles 2000): «στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, το επίπεδο των φόρων αυξήθηκε σταθερά κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα [του 20ου αιώνα]. Μία αύξηση περίπου 5-10 τοις εκατό του ΑΕΠ στις αρχές του [20ου] αιώνα [περίοδος δηλαδή όπου το κέρδος είναι στόχος του οικονομικού συστήματος «σμιθιανού τύπου»] στο 20-30% επί του παρόντος είναι χαρακτηριστικό. Τέτοιες σημαντικές αυξήσεις στη φορολογία δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το αποτέλεσμα που είχαν [οι επενδύσεις] στην οικονομική ανάπτυξη» (Myles 2000). Σε ποια επίπεδα μπορεί να φθάσει η απόσπαση οικονομικών πόρων δια της φορολογίας, σε ένα «απολιτικό» κράτος ή σε ομάδα κρατών με «τυποποιημένη» οικονομία; Είναι ένα ζήτημα που ενισχύει τη χρήση μακροχρόνιων προσεγγίσεων στη λειτουργία και τη μετάβαση του οικονομικού συστήματος (από το «σμιθιανό» − το κέρδος − σε «σουμπετεριανό τύπο – η συμμετοχή στους δημόσιους πόρους»). Στο ερώτημα αν υπάρχει ένας ελάχιστος λόγος φόρου προς το ΑΕΠ που συνδέεται με σημαντική επιτάχυνση στη διαδικασία ανάπτυξης και οικονομικής μεγέθυνσης (Gaspar, Jaramillo & Wingender 2016), η εμπειρική απάντηση αναζητεί την ύπαρξη σημείου ανατροπής στα επίπεδα φόρου και ΑΕΠ. Είναι μια ακόμη περίπτωση στην 866 οποία κινητοποιούνται διαθέσιμες βάσεις δεδομένων: η πρώτη και νεότερη καλύπτει τα δεδομένα 139 χωρών για την περίοδο 1965-2011 και η άλλη η παλαιότερη τα δεδομένα 30 εθνικών προηγμένων οικονομιών για την περίοδο 1800-1980. Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική: «τα εκτιμώμενα σημεία ανατροπής είναι παρόμοια σε ποσοστό - περίπου 12% ΑΕΠ. Για το σύνολο δεδομένων διαπιστώνεται ότι μια χώρα ακριβώς πάνω από το όριο θα έχει κατά κεφαλήν ΑΕΠ 7,5%, μετά από 10 χρόνια» (ibid.). Πρόκειται τελικά για έρευνες που ενισχύουν τη συζήτηση για το σκοπό των ομογενοποιημένων δεδομένων της Eurostat. Φυσικά υποβόσκει το ερώτημα στο οποίο αναπτύσσεται η θεωρητική και εμπειρική ανάλυση: είναι το σύνολο της απόδοσης των φόρων αυτό που συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη ή αντιθέτως υπάρχει μια κατηγορία επιλεγμένων φόρων διαμορφώνει την φορολογική δομή και είναι αυτή που ενισχύει την οικονομική ανάπτυξη; Στην περίπτωσή μας με κριτήριο το «καλάθι» χωρών» που έχουν την ιδιότητα του κράτους μέλους στον ΟΟΣΑ ή/και της ΕΕ η εξόρυξη δεδομένων από έναν (βέλτιστο) σχεδιασμό ενός φορολογικού συστήματος έδειξε τη σημασία των ομογενοποιημένων δεδομένων. Ο σχεδιασμός των βάσεων δεδομένων ερμηνεύει τις διαφορές στην απόδοση των φορολογικών εσόδων από χώρα σε χώρα μέλους του ΟΟΣΑ η/ και της ΕΕ. Στο σχεδιασμό, και στη ανάγκη ομογενοποιημένων δεδομένων, προσέρχεται το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων (OECD 2017, Φουρνάρη & Ζούμπος 2018) ώστε η παρακολούθησή τους στα κράτη μέλη (από τους «μη κρατικούς δρώντες») να δείχνει τις προκλήσεις της φορολογικής πολιτικής των κρατών μελών, με στόχο τη βελτίωση των φορολογικών συστημάτων και της φορολογικής διάρθρωσης για τη δημιουργία δημοσίων πόρων με εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών (ιδίως σε περιόδους βραδείας ανάπτυξης). Θα παρατηρήσουμε – με σκοπό την κατανόηση της «τυποποιημένης» οικονομίας – ότι αναλύσεις επεκτείνονται, πέρα από το κράτος ή τις ομάδες κρατών, σε περιφέρειες κρατών με σκοπό να αναλυθεί η σχέση αιτιότητας ανάμεσα στη μεγιστοποίηση φορολογικών εσόδων και τη μεγιστοποίηση του ΑΕΠ. Οι συζητήσεις οικονομολόγων, επικεντρωμένων σε ειδικές περιπτώσεις εθνικών οικονομιών, περιστρέφονται γύρω από την πρόταση «οι υψηλοί φόροι δεν βοηθούν την οικονομική ανάπτυξη» και με σκοπό να αναδειχθεί η αρνητική αυτή συσχέτιση (Feng & Eko 2014). Ανάλογη η συζήτηση για τον αντίκτυπο των μακροοικονομικών μεγεθών στα φορολογικά έσοδα και οι συσχετισμοί μεταξύ τους συνδέθηκαν με προτάσεις οικονομικής πολιτικής (Iriqat & Anabtawi, 2016). Σειρά μελετών ανταγωνίζονται να εκτιμήσουν την επίδραση που ασκούν από το σύνολο των δημοσίων εσόδων τα φορολογικά έσοδα επί των συστατικών στοιχείων του ΑΕΠ πολύ δε περισσότερο το βαθμό ανεξαρτησίας της οικονομικής ανάπτυξης από το φόρο τόσο για ανεπτυγμένες χώρες όσο και για τις αναπτυσσόμενες. Οι πηγές αβεβαιότητας επίσης για τη πρόβλεψη των φορολογικών εσόδων σε ορισμένες χώρες (λ.χ. το Ισραήλ) δείχνει ότι από τα φορολογικά έσοδα τα καθυστερούμενα σε σχέση με τις προβλέψεις για τη μεταβολή του ΑΕΠ δίνουν λιγότερο ακριβείς προβλέψεις και συχνά οδηγούν σε λάθη. Όσο αφορά την αντιμετώπιση των οικονομικών και θεσμικών παραγόντων οι οποίοι ασκούν πίεση στη δημοσιονομική λειτουργία των κρατών-μελών των Οργανισμών (Molina-Morales, Amate-Fortes & Guarnido-Rueda 2014) φαίνεται ότι το οικονομικό μοντέλο βελτιώνεται όταν εισάγονται παράγοντες, όπως η οικονομική ελευθερία αλλά και θεσμικές και γεωπολιτικές μεταβλητές. 867 Τέλος, τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν και το πνεύμα που χαρακτηρίζει «μη κρατικούς δρώντες». Αυτή είναι η περίπτωση των δεδομένων του OECD όπως κατανέμονται σε ομάδες χωρών. Η περιοδολόγηση από το 1965 ως το 2017 περικλείει μια περίοδο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η εκδήλωση της οικονομικής κρίσης στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα προκαλεί τη μεγάλη τομή το 2010. Για τις χώρες της ΕΕ, έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης στα ευρωπαϊκά όργανα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η αντιμετώπιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η αποδοχή μέτρων με τη μορφή «μνημονίων», μία άλλη διάσταση στην ανάλυση των «μη κρατικών δρώντων». Από τα σχετική συζήτηση προκύπτει το ερώτημα για το κριτήριο της κατανομής της ισχύος και ο τρόπος μεταμόρφωσης της κρατικής κυριαρχίας στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής και την επίπτωσή της στην οικονομική ανάπτυξη με τη διαχείριση του πλέον θεμελιώδους χαρακτηριστικού της δικαιικής της οργάνωσης και τάξης, του φόρου και της φορολογίας. Το ερώτημα διευρύνει τη συζήτηση για το «απολιτικό» κράτος. Η «ισχύς» και ο «τρόπος» μεταμόρφωσης αφορά την «εθνική κυριαρχία» στην Ευρώπη και συνδέονται με την «συλλογική ή επιμερισμένη ή μοιρασμένη κυριαρχία, ως συναρχία, και στον κόσμο, ως δικτυωμένη κυριαρχία». Η μετάβαση στη δημοσιονομική σταθερότητα (όπως λ.χ. για την Ελλάδα, Liargovas & Repousis 2015) εκτείνεται από την «αυστηρή παρακολούθηση» μιας χώρας μέχρι την επιβολή «μνημονίου συνεννόησης» ή απλώς «μνημόνιο», θεμελιώδες ζήτημα εθνικής ευθύνης και πολιτικής (Μανιτάκης 2017), πρωτίστως όμως από την ομογενοποίηση της ονοματολογίας των δεδομένων και της παραγωγής τους. Οι τάσεις φορολογικών εσόδων στη μακρά περίοδο (1965-2017) των χωρών χωρίς αυστηρή δημοσιονομική εποπτεία έναντι των χωρών με αυστηρή δημοσιονομική εποπτεία μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης του 2010, οδηγεί στην υπόθεση ότι η φορολογική διάρθρωση, όπως αποτυπώνεται στις δεδομένες στατιστικές κατηγορίες του ΟΟΣΑ, υποστηρίζεται σε όλη την περίοδο και για το σύνολο των χωρών που ανήκουν στο panel των 42 χωρών της έρευνας μας όχι από σύνολο των φόρων αλλά από βασικές κατηγορίες δημοσίων εσόδων. Οδηγούμαστε στην υπόθεση ότι η ανάλυση για τους «Φόρους εισοδήματος, κερδών και κεφαλαιακών κερδών» ή τους «Φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών» δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική χωρίς την αναφορά σε ένα εθνικό κράτος αλλά σε ομάδα κρατών. Επιμέρους ζητήματα, όπως είναι λ.χ., η μείωση των μεριδίων των φορολογικών εσόδων από φυσικά πρόσωπα έναντι των νομικών προσώπων που εμφανίζεται σε ορισμένες περιόδους αναιρεί τη γενική τάση ισχυρής παρουσίας στα συνολικά έσοδα αυτών των δύο κατηγοριών δημοσίων εσόδων. Η σταθερότητα που καταγράφεται στη μεγάλη διάρκεια και διαπερνά την περίοδο της κρίσης δείχνει την ανοχή των πολιτών στη φορολογική δομή αλλά και τα όρια των φορολογικών μεταρρυθμίσεων. Στο ίδιο πνεύμα εγγράφεται η σταθερότητα για τη φορολογία ακίνητης περιουσίας (Φουρνάρη 2019). Επίλογος Επιλεγμένες απαντήσεις σε ερωτήματα αυτά συνδέεται με επιλογή κατηγοριών δεδομένων δύο από τους πιο σημαντικούς «μη κρατικούς δρώντες» στην παραγωγή δεδομένων, του OECD ή εκείνων της EUROSTAT. Η επιλογή τους συνδέεται με τη συγκριτική ανάλυση που υπαγορεύει ο περισσότερο «διεθνοποιημένος» χαρακτήρας 868 των δεδομένων και του κριτηρίου συλλογής και κατάταξης. Τόσο στην περίπτωση του OECD όσο και της EUROSTAT είμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα: πόσο ισχυρή είναι η υπόθεση ότι η ταξινόμηση των φόρων στις βάσεις δεδομένων τους γίνεται σε σημαντικό βαθμό σύμφωνα με την οικονομική τους λειτουργία και σε πιο βαθμό αυτή ανταποκρίνεται πλήρως στους εθνικούς λογαριασμούς των κρατών; (EUROSTAT 2016). Το ερώτημα δεν είναι άμοιρο των τεχνικών ζητημάτων που δημιουργεί η κατανομή που υιοθετείται από κάθε «μη κρατικό δρώντα παραγωγό»,13 κυρίως όμως από τη καλύτερη σύνδεσή τους με την τεχνική που ανταποκρίνεται καλύτερα στην μετάβαση από το «σμιθιανό» στο «σουμπέτεριανού» τύπου οικονομικό σύστημα, από το «κέρδος» στην «συμμετοχή» σε δημόσιους πόρους» ενόψει μιας «τυποποιημένης» οικονομίας ενός «απολιτικού» κράτους. Βιβλιογραφικές αναφορές Bahl, R. & Wallace, S. (2005), “Public Financing in Developing and Transition Countries”, πρώτη δημοσίευση: 29 November 2005, https://doi.org/10.1111/j.1540-5850.2005.00005.x . Besley, T. & Persson, T. (2014), “Why Do Developing Countries Tax So Little?”, Journal of Economic Perspectives, 28 (4): 99-120, http://piketty.pse.ens.fr/files/BesleyPersson 2014JEP.pdf. Box, G. E. P. & Jenkins, G.M., (1976), Time Series Analysis: Forecasting and control, San Francisco Holden Day. Chatfield C. (1996), The Analysis of Time Series. An introduction, Boca Raton, Chapman and Hall/CRC. Dackehag, M. & Hansson, Å. (2012), “Taxation of Income and Economic Growth: An empirical analysis of 25 rich OECD countries”, working paper, Lund University, https://project.nek.lu.se/publi cations/workpap/papers/WP12_6.pdf . Acemoglu, D. & Robinson, J. A. (2013), Γιατί Αποτυγχάνουν τα Έθνη. Οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της φτώχειας, Αθήνα, εκδόσεις Λιβάνης. Dincecco Μ. (2011), Political Transformations and Public Finances: Europe, 1650–1913, Cambridge, Cambridge University Press. Engen, E. M. & Skinner, J. (1996), “Taxation and Economic Growth”, NBER Working Paper No. 5826, https://www.nber.org/papers/w5826 . European Commission (2013), Directorate General for Economic and Financial Affairs (ECFIN) and Directorate General for Taxation and Customs Union (TAXUD), “Tax reforms in EU 13Όπως επισημαίνει η EUROSTAT (και κατ’ αντιδιαστολή με την παρουσίαση της δομής των φορολογικών εσόδων του OECD) η ταξινόμηση από την EUROSTAT γίνεται στις κατηγορίες «Φόροι Παραγωγής και εισαγωγών (D2), «Τρέχοντες φόροι εισοδήματος» (D-5), Νέες Κοινωνικές Εισφορές (D61) το δε σύνολο των εσόδων από φόρους προκύπτει από το άθροισμα των φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και αφότου αφαιρεθούν τα ποσά που δεν μπορούν να εισπραχθούν. Η EUROSTAT αποδέχεται επίσης μία εναλλακτική ταξινόμηση των φορολογικών εσόδων κατά οικονομική λειτουργία και τα αποτελέσματά της δημοσιεύει σε ειδική έκθεση (“Taxation Trends in the European Union. Data for the EU Member States and Norway”). Η κατανομή κατά οικονομική λειτουργία περιλαμβάνει τους φόρους επί της κατανάλωσης, των μισθών και των κεφαλαίων. Γενικότερα, τα συνολικά φορολογικά έσοδα αποτελούν ένα σύνολο για την EUROSTAT που περιλαμβάνει τους «φόρους επί της παραγωγής και των εισαγωγών», «εισοδήματος, πλούτου, κ.λπ.», «κεφαλαίου», «πραγματικών κοινωνικών εισφορών» και «τεκμαρτών (ή σιωπηρών) κοινωνικών εισφορών». 869 Member States 2013 - Tax policy challenges for economic growth and fiscal sustainability”, Economic and Financial Affairs, http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european _economy/2013/ee5_en.htm. European Commission (2017), «Θεματικό Ενημερωτικό Δελτίο για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Εθνική Δημοσιονομική Διακυβέρνηση», διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/file_ import/european-semester_thematic- factsheet_national-fiscal-governance_el.pdf European Commission (2018), “Taxation trends in the European Union”, διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/taxationcustoms/sites/taxation/files/taxation_trends_report_2018.p df ([Online Resource] 17/3/2019). EUROSTAT (2016), “Glossary: Tax revenue”, διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Glossary:Tax_revenue EUROSTAT (2019), “Main National Accounts Tax Aggregates (gov_10a_taxag)”, διαθέσιμο από: https://ec.europa.eu/eurostat/cache/metadata/en/gov_10a_taxag_esms.htm Eyraud L, Debrun, X., Hodge, A., Duarte, V. L. & Pattillo, C. A. (2018), “Second-Generation Fiscal Rules: Balancing simplicity, flexibility, and enforceability”, IMF, April 13. Gaspar V., Jaramillo, L. & Wingender, P. (2016), “Tax Capacity and Growth: Is there a tipping point?”, IMF Working Paper Fiscal Affairs Department, November, διαθέσιμο από: https://www.imf.org/external/pubs/ft/wp/2016/wp16234.pdf Hyndman, R. J. (2014), “Thoughts on the Ljung-Box Test”, Hyndsight, 24 January 2014, διαθέσιμο από: https://robjhyndman.com/hyndsight/ljung-box-test/. Isaac, W. M., Mehrotra, A. K. & Prasad, M. (eds) (2009), The New Fiscal Sociology: Taxation in comparative and historical perspective, Cambridge University Press. Liargovas, P. & Repousis, S. (2015), “The Greek Crisis: A chronology of events”, Digital Edition, No. 1. McEachern W. A. (2009), Macroeconomics: A contemporary introduction, South – Western. Mokyr, J. (2018), A Culture of Growth: The origins of the modern economy, Princeton, Princeton University Press. Molina-Morales, A., Amate-Fortes, I. & Guarnido-Rueda, A. (2014), “Economic and Institutional Determinants in Fiscal Pressure: An application to the European case”, Journal of Economic Issues, 45: 573-592, 08 Dec 2014, διαθέσιμο από: https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.2753/JEI0021-3624450303 Myles, G. D. (2000), “Taxation and Economic Growth”, Fiscal Studies, 21 (1): 141–168, διαθέσιμο από: https://www.ifs.org.uk/fs/articles/0105a.pdf OECD (2018), Revenue Statistics 2019, Paris, OECD Publishing, Retrieved from: https://read.oecd-ilibrary.org/taxation/revenue-statistics-2018_rev_stats-2018-en#page3 (Online Resource, 17/6/2019). OECD and Selected Partner Economies (2017), “Tax Policy Reforms 2017”, διαθέσιμο από: http://www.oecd.org/ctp/tax-policy/tax-policy-reforms-2017-9789264279919-en.htm Politis N., Le contrôle international sur les finances hélléniques et ses premiers résultats, Παρίσι 1902. Raed, A. M. I. & Anabtawi, A. N. H. (2016), “GDP and Tax Revenues-Causality Relationship in Developing Countries: Evidence from Palestine”, International Journal of Economics and Finance, 8 (4): 54-62, διαθέσιμο από: https://www.researchgate.net/publication/299473281_GDP_and_Tax_Revenues- Causality_Relationship_ in_ Developing_Countries_Evidence_from_Palestine Smith, H. J., Park, S. & Liu, L. (2019), “Hardening Budget Constraints: A cross-national study of fiscal sustainability and subnational debt”, International Journal of Public Administration, 42 (12): 1055-1067, DOI: 10.1080/01900692.2019.1575666 . Stoilova, D. (2017), «Tax Structure and Economic Growth: Evidence from the European Union», Contaduría y Administración, 62 (3): 1041-1057, διαθέσιμο από: https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0186104217300438 870 Yi Feng, Eko Suyono (2014), “The Relationship between Tax Revenue and Economic Growth of Hebei Province Based on The Tax Multiplier Effect”, Global Economy and Finance Journal, 7 (2): 1-18. Βενιζέλος, Ε. (2011), «Εθνικό Σύνταγμα και Εθνική Κυριαρχία υπό Συνθήκες Διεθνούς Οικονομικής Κρίσης: Το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό», ΕφημΔΔ, 1/2011. Βενιζέλος, Ε. (2019), «Η Εκδίκηση του Συντάγματος», εφημ. Το Βήμα, (17 Μαρτίου), σ. Α.16. Μανιτάκης, Α. (2017), «Τα Συνταγματικά Ζητήματα του Μνημονίου Ενόψει Μοιρασμένης Κρατικής Κυριαρχίας και Επιτηρούμενης Δημοσιονομικής Πολιτικής», Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης», https://www.constitutionalism.gr [Τσουκαλάς], Βουλτσίδου, Ελ. (2019), «Κ. Τσουκαλάς, ‘Η Ευρώπη δεν έχει λόγο ύπαρξης αν δεν ανανήψει από τον λήθαργο της αδράνειας και του εφησυχασμού», εφημ. Το Βήμα (17 Μαρτίου), σσ. Α.24-25, 17 Μαρτίου. Φουρνάρη, Β.-Α. (2016), Φόρος και Πολίτης στο Ελληνικό Κράτος (19ος-20ός αιώνας), Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Διδακτορική Διατριβή, διαθέσιμη από: https://www.didaktorika.gr/eadd/handle /10442/40736 Φουρνάρη, Β.-Α. (2019), «Διερεύνηση Συμπεριφοράς Δημοσίων Εσόδων σε Σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν Χωρών της Ε.Ε.», Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Εφαρμοσμένη Στατιστική. Φουρνάρη, Β. -Α. (2013), «Μηχανισμοί Εγκοινωνισμού ή Κοινωνικού Αποκλεισμού: Η φορολογία στο Ελληνικό Κράτος 1919-1932», Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειον πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Οικονομική Κοινωνιολογία, διαθέσιμη από: http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&type=0&q=%CE%A6%CE% 9F%CE%A5%CE%A1%CE%9D%CE%91%CE%A1%CE%97&page=1&scope=0&lang=el&pi d=iid:5830. Φουρνάρη, Β.-Α., &Β. Ζούμπος (2018 α), «Αντιμετώπιση ‘Μεγάλων Δεδομένων’ στις Κοινωνικές Επιστήμες», 6ο Τακτικό Συνέδριο της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Πρακτικά, σσ. 744-752. Φουρνάρη Β.-Α. & Β. Ζούμπος (2018 β), «Άντληση Πόρων και Δημοκρατία στο Σύγχρονο Κράτος», Δημόσια Διακυβέρνηση: Προκλήσεις και προοπτικές στον 21ο αιώνα 1ο Συνέδριο Δημόσια Διοίκηση, Πάντειον Πανεπιστήμιο (υπό δημοσίευση). 871 872 Ευρωπαϊκή Χρηματοδότηση, Δημόσιος Τομέας και Μεταρρυθμίσεις: Προγραμματικές Περίοδοι που Ολοκληρώθηκαν και οι Νέες Προκλήσεις 2021-2027 Μαρία Φυσεκίδου1 Περίληψη Η εισήγηση πραγματεύεται την επίδραση των Ενωσιακών πόρων στον τομέα της διοικητικής Μεταρρύθμισης σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας θεσμικής ικανότητας στον δημόσιο τομέα και τις κρίσιμες θεσμικές και οργανωτικές αλλαγές γύρω από τους στόχους πολιτικής σχετικά με μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες κατά τη νέα προγραμματική περίοδο 2021-2027. Για το σκοπό αυτό, η παρούσα εισήγηση συζητά την ευρωπαϊκή προσέγγιση όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης, εξετάζει τα δημοσιονομικά μέσα που στηρίζουν άμεσα ή έμμεσα τέτοιες μεταρρυθμίσεις αναλύοντας τη λογική και την προστιθέμενη αξία της για την Ελλάδα. Η μεταφορά πολιτικής μέσω των επιχειρησιακών προγραμμάτων Πολιτικής Συνοχής, η ανάδυση νέων εγχώριων θεσμικών δρώντων μέσω του συστήματος διαχείρισης ΕΣΠΑ, η ενδυνάμωση της διαχειριστικής επάρκειας των δημοσίων φορέων που αποτέλεσαν τους δικαιούχους της ενωσιακής στήριξης, και η υποχρέωση πλήρωσης μεταρρυθμιστικών μέτρων των προγραμμάτων προσαρμογής, αποτέλεσαν τους βασικούς μηχανισμούς μεταβίβασης της ενωσιακής επίδρασης στο εγχώριο διοικητικό πεδίο που εξετάζονται παρακάτω. Λέξεις-Κλειδιά: Ενίσχυση θεσμικής ικανότητας, Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, Ελλάδα, μεταρρυθμίσεις δημοσίου τομέα Εισαγωγή Αντιπροσωπεύοντας ποσοστό δαπανών ύψους 47,5% του ΑΕΠ των χωρών ΕΕ28,2 η δημόσια διοίκηση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο όσον αφορά την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα στην Ε.Ε. Ειδικότερα σε συνθήκες ενός ολοένα ρευστότερου περιβάλλοντος, παγκόσμιες προκλήσεις όπως οι νέες τεχνολογίες, η οικονομική κρίση, κ.ά., επιβάλλουν την ανάγκη αποτελεσματικότερων εθνικών μεταρρυθμίσεων για τον διοικητικό εκσυγχρονισμό και την εισαγωγή καινοτομίας σε όλους τους παραγωγικούς τομείς. Στο πλαίσιο αυτό, η βελτίωση της ικανότητας αποτελεσματικής εφαρμογής των σχεδίων και 1 Επισκέπτης Ερευνητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
[email protected]/
[email protected]2 Τιμές έτους 2017. Βλ σχετικά: “General government expenditure by function (COFOG)” https://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=gov_10a_exp&lang=en&fbclid= IwAR0T1y4u6MZ9ssbMD95ztFARNz38jvfZHbn6qoZaj1UZ9TU-4HRorFc4Mi4 873 προγραμμάτων πολιτικής αποδείχθηκε ζωτικής σημασίας για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων. Κυρίως δε, η αποδοτική ευθυγράμμιση πόρων με δράσεις αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματικότητα τους, η οποία ακολούθως συνδέεται με την εδραίωση και εμπέδωση «διοικητικής ικανότητας» (“Administrative Capacity Building”) στους δημόσιους οργανισμούς. Η «οικοδόμηση ικανοτήτων» (“capacity building”) βεβαίως δεν αποτελεί νέα έννοια στον ευρωπαϊκό χώρο. Αντλεί τις καταβολές της στην Ευρωπαϊκή αναπτυξιακή βοήθεια προς χώρες του τρίτου κόσμου και συναφείς προσεγγίσεις με αφετηρία την ιδέα της οικοδόμησης θεσμών (“institution building”) που αναπτύχθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1950 (Heichlinger et al. 2014: 32). Ωστόσο, ο όρος «ικανότητα» έγινε ευρύτερα γνωστός από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 οπότε και ξεκίνησε να ενσωματώνεται ως βασική διάσταση μιας «μακρο−» προσέγγισης των μεταρρυθμίσεων. Ο όρος απασχόλησε εκτεταμένα την θεωρητική συζήτηση αντλώντας συχνά από διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Ποικίλες μελέτες προσέγγισαν την έννοια επιχειρώντας την συστηματοποίηση και εννοιολόγησή της, καλύπτοντας ένα ευρύ πεδίο διοργανικών πτυχών και επικεντρώνοντας στην πλειοψηφία τους στην αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και βιωσιμότητα των παρεμβάσεων για την οικοδόμηση διοικητικών ικανοτήτων στο πλαίσιο της Πολιτικής Συνοχής. Κυρίως όμως συνέκλιναν στο γεγονός ότι η οικοδόμηση και ενίσχυση της ικανότητας υπερβαίνει την παροχή εμπειρογνωμοσύνης ή κατάρτισης επαγγελματιών, περιλαμβάνοντας βελτιώσεις στις θεσμικές ρυθμίσεις. Κατά την δεκαετία του 1990, τόσο η «διοικητική» όσο και η συναφής «θεσμική ικανότητα», χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στο ευρωπαϊκό πλαίσιο άλλοτε εναλλακτικά και, συχνότερα, συνδυαστικά («διοικητική και θεσμική ικανότητα») καθιστώντας τις δύο σχεδόν αδιαίρετες. Συγκεράζοντας τρεις βασικές διαστάσεις στις στρατηγικές μεταρρυθμίσεων, δομές και διαδικασίες, ανθρώπινους πόρους και συστήματα και εργαλεία, η έννοια της «διοικητικής ικανότητας» (“administrative capacity building”) μπορεί να γίνει αντιληπτή ως «η διαδικασία με την οποία άτομα, ομάδες, οργανώσεις, θεσμοί και κοινωνίες αυξάνουν τις δυνατότητές τους: α) να εκτελούν λειτουργίες, να επιλύουν προβλήματα και να επιτυγχάνουν και β) να κατανοήσουν και να ασχοληθούν με την εξέλιξή τους ευρύτερο πλαίσιο και με βιώσιμο τρόπο» (OECD 2006: 44). Η «θεσμική ικανότητα» εξάλλου, αφορά στην ικανότητα εκτέλεσης λειτουργιών, επίλυσης προβλημάτων, θέσης και επίτευξης στόχων προσλαμβάνοντας έναν πιο συστημικό χαρακτήρα και υποδηλώνοντας μία διάκριση μεταξύ εσωτερικής (εντός οργανισμού) και εξωτερικής (δια- οργανωσιακά) διάστασης του όρου (OECD 2003). Ευρωπαϊκή στήριξη των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση μέσω της Πολιτικής Συνοχής και εργαλεία «οικοδόμησης ικανοτήτων» Παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε δεν διαθέτει γνήσιες αρμοδιότητες επί των δομών και διαδικασιών των εθνικών διοικήσεων των Κρατών Μελών, ούτε και διακριτό πεδίο ευρωπαϊκής πολιτικής για τις δημόσιες διοικήσεις των κρατών-μελών (Knill 2001: 1), ήδη από την δεκαετία του 1990 χρηματοδοτήθηκαν δράσεις που σηματοδότησαν την ανάδειξη αρτιγενών διανεμητικών πολιτικών για την προώθηση ευρύτερων στόχων γύρω από την βελτίωση της αποτελεσματικότητας 874 των εθνικών διοικήσεων,3 με έμμεσο αντίκτυπο στη διοικητική πρακτική και τα διοικητικά πρότυπα των ΚΜ. Κυρίως όμως στο πλαίσιο της υλοποίησης των υποχρεώσεων του κοινοτικού κεκτημένου και των δεσμεύσεων της Στρατηγικής της Λισαβόνας, χρηματοδοτήθηκε ρητά η ανάπτυξη διοικητικών και θεσμικών ικανοτήτων και η μεταφορά βέλτιστων πρακτικών. Σταδιακά, η οριζόντια έννοια της «διοικητικής ικανότητας» αντικατέστησε αυτή της τομεακής ικανότητας (“sectoral capacity”), για την υιοθέτηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων του κεκτημένου (Heidbreder 2011: 68). Πράγματι, το 1989 το Πρόγραμμα PHARE εγκαινιάζει την παροχή υποστήριξης της αναδιάρθρωσης σε χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, για την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου και την προετοιμασία συμμετοχής στις πολιτικές της ΕΕ. Η στήριξη αυτή, που από το 1997 έλαβε την μορφή προενταξιακής βοήθειας και προς τις τότε υποψήφιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, επικεντρώθηκε στην πλήρωση των απαιτήσεων των κριτηρίων της Κοπεγχάγης (σταθερότητα των θεσμών που εγγυώνται τη δημοκρατία, κράτος δικαίου, ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός και προστασία των μειονοτήτων). Η δράση αυτή συνεχίστηκε και την επόμενη δεκαετία με μεγαλύτερη έμφαση, λαμβάνοντας περαιτέρω χρηματοδότηση από το Μέσο Προενταξιακής Βοήθειας (IPA) για τη μετάβαση και βοήθεια της θεσμικής ανάπτυξης στις σημερινές χώρες της διεύρυνσης. Την ίδια περίοδο, οι πιέσεις για κοινοτική συνδρομή αναφορικά με την οικοδόμηση διοικητικής ικανότητας όχι μόνο προς υποψήφιες χώρες αλλά και προς τις χώρες σύγκλισης αυξήθηκαν, κυρίως ενόψει σειράς πρωτοβουλιών θεσμικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα στα ΚΜ αυξάνοντας ως εκ τούτου τις απαιτήσεις για παροχή οικονομική υποστήριξης. Παράλληλα, η «έξυπνη διοίκηση», η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου και η ανάπτυξη ΤΠΕ στις δημόσιες υπηρεσίες θεωρήθηκαν ως θεμελιώδης απαίτηση για την οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την ανανεωμένη ατζέντα της Λισαβόνας. Ως εκ τούτου, κατά την περίοδο 2007-2013 η οικοδόμηση ικανοτήτων αποτέλεσε πολιτική προτεραιότητα των Διαρθρωτικών Ταμείων, υπερβαίνουσα σε οικονομικούς όρους την παρεχόμενη έως τότε τεχνική βοήθεια για την καλύτερη διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ. Με την παροχή αυτοτελούς πλέον συνδρομής προς τα Κράτη Μέλη για τρέχουσες διοικητικές μεταρρυθμίσεις, χορηγήθηκαν συνολικά, περίπου 2 δισ. ευρώ σε υποστηρικτικά μέτρα για την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης σε 19 κράτη μέλη. Η αυξανόμενη δυναμική της ενίσχυσης ικανοτήτων αποτυπώθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο όμως κατά την τρέχουσα προγραμματική περίοδο 2014- 2020, με την δημιουργία αυτοτελούς Θεματικού Στόχου 11 (ΘΣ11) για την «ενίσχυση των θεσμικών και των διοικητική ικανότητας».4 Η έννοια, βρέθηκε στο 3Tρεις κύριοι παράγοντες μπορούν να εξηγήσουν την αυξανόμενη σημασία που αποδίδεται στην εκπλήρωση των απαιτήσεων οικοδόμησης ικανότητας. Πρώτον, οι εξελίξεις στην ΕΕ μετά την πρώτη (Ελλάδα) και τη δεύτερη (Ισπανία και Πορτογαλία) διεύρυνση, που οδήγησαν σε αναθεώρηση των Συνθηκών ΕΚ, δεύτερον ο ρόλος του Jacques Santer ως προέδρου της Επιτροπής και το ενδιαφέροντο της Επιτροπής προς τη μέτρηση δεικτών απόδοσης και τρίτον, η εμπειρία της συνεργασίας της ΕΕ με τις υποψήφιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που έθεσε ερωτηματικά αναφορικά με το επίπεδο διοικητικής τους ικανότητας (Smeriglio et al. 2015:17-18). 4 Οι θεματικοί στόχοι ορίζονται στον Κανονισμό περί κοινών διατάξεων 1303/2013 των Διαρθρωτικών Ταμείων. Βλ. αρ. 9 για θεματικό στόχο 11 (TO11): «ενίσχυση της θεσμικής 875 επίκεντρο της Πολιτικής Συνοχής της Ε.Ε ως προτεραιότητα και στοιχείο διακυβέρνησης για τη Στρατηγική «Ευρώπη 2020» την επιχειρησιακή λειτουργία της καθώς και την ευθυγράμμιση των προγραμμάτων χρηματοδότησης. Στο πλαίσιο αυτό, τα Διαρθρωτικά Ταμεία για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της ΕΕ για έξυπνη, βιώσιμη ανάπτυξη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, κλήθηκαν να λειτουργήσουν ως μέσο στήριξης της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ως αποτέλεσμα των ανά χώρα συστάσεων της ΕΕ5. Ήδη το 2014, κατά την έναρξη της προγραμματικής περιόδου, περίπου 20 κράτη μέλη έλαβαν συστάσεις στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, με δεκαεπτά από αυτά να λαμβάνουν υποστήριξη στο πλαίσιο του ΘΣ11. Παράλληλα, η «δημιουργία ικανοτήτων», θεσμικών και διοικητικών, συνδέθηκε με συναφείς δράσης «τεχνικής υποστήριξης» ή/και «τεχνικής βοήθειας». Παρά το γεγονός ότι δύο οι έννοιες χρησιμοποιούνται ευρέως ως φαινομενικά ταυτόσημες, εννοιολογικά η χρήση τους ταυτίζεται με συγκεκριμένα μέσα πολιτικής της ΕΕ με τα οποία συνάδουν, συνδέοντας την «τεχνική βοήθεια» με τα διαρθρωτικά Ταμεία και την «τεχνική υποστήριξη» με ένα ευρύτερο πλαίσιο που σχετίζεται με τις μεταρρυθμίσεις, όπως η στήριξη στο πλαίσιο του Προγράμματος Διαρθρωτικής Στήριξης Μεταρρυθμίσεων (SRSP). Πράγματι, στο πλαίσιο του SRSP εγκρίθηκε από το 2017 η παροχή πρόσθετης στήριξης προς τα ΚΜ του Ευρωπαϊκού κυρίως νότου με στόχο τη μεταρρύθμιση και την ενίσχυση των θεσμών, της διακυβέρνησης, της δημόσιας διοίκησης και του οικονομικού και κοινωνικού τομέα ως απάντηση στις οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις και τη δημιουργία "θεσμικών, διοικητικών ή τομεακών ικανοτήτων και συναφείς δράσεις στήριξης σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης τα οποία συμβάλλουν επίσης στην ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών» (EC 2017: αρ.6). Η Συγχρηματοδότηση μέτρων διοικητικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα Ήδη από το πρώτο διάστημα μετά την ένταξή της στην ΕΟΚ, η Ελλάδα υπέβαλε προς έγκριση και χρηματοδότηση το «ελληνικό μνημόνιο» με αίτημα την παροχή ειδικών οικονομικών ενισχύσεων για την άρση των δυσμενών επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία. Λίγο αργότερα, η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Επιτροπής προέβλεπε κοινοτική χρηματοδότηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ) ύψους 2,5 δισ. ECU, με διάρκεια εφαρμογής για τα έτη 1986-1989. Τα προγράμματα αυτά έμελλαν να αποτελέσουν το προοίμιο των επόμενων πακέτων συνοχής (Α’ ΚΠΣ, Β’ΚΠΣ, Γ’ΚΠΣ, Δ’ΚΠΣ) από τα οποία η χώρα άντλησε συνολικά περίπου 71 δις για συγχρηματοδοτούμενα αναπτυξιακά προγράμματα από το 1986 έως και το 2014.6 Από την πολυετή κοινοτική συνδρομή προς την χώρα, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας κατευθύνθηκε σε έργα υποδομών, προσπελασιμότητας, ενέργειας, κλπ, δεν έλλειψε και η χρηματοδότηση δράσεων καθαρά μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα για τη δημόσια διοίκηση. Σε χρηματοδοτικούς όρους, η Ε.Ε. υπήρξε σημαντικός αρωγός στην υλοποίηση μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, δεδομένου ότι στο πλαίσιο της ικανότητας των δημόσιων αρχών και των ενδιαφερόμενων μερών και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση». 5 CSR (Country-specific Recommendations). 6 Ποσά σε ECU (1ECU = 1 EΥΡΩ, ισοτιμία 1999). Τα ποσά αναφέροντα στις αρχικές εγκριτικές αποφάσεις. Πηγή: ΥΠΟΙΑΝ. 876 πολιτικής συνοχής, η Ε.Ε ενέκρινε εξειδικευμένα επιχειρησιακά προγράμματα που εστίαζαν στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Κυρίως όμως, η συμμετοχή της χώρας στην Πολιτική Συνοχής και οι υποχρεώσεις θεσμικής προσαρμογής και διαχειριστικής επάρκειας που αυτή συνεπάγετο, δημιούργησαν νέες δυναμικές για την αλληλεπίδραση του ευρωπαϊκού πλαισίου με το εγχώριο πεδίο, αποτελώντας παράλληλα παράγοντα μεταφοράς δημοσίων πολιτικών και διαδικασιών πολιτικής σε ένα πλήθος τομέων. Οι πρώτες δράσεις εντοπίζονται ήδη στα ΜΟΠ Πληροφορικής, με την δημιουργία προγράμματος για την εισαγωγή συστημάτων πληροφορικής στη δημόσια διοίκηση και την κατάρτιση στελεχών και χρηστών. Λίγο αργότερα, κατά την υλοποίηση του Α΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Α’ ΚΠΣ) εμφανίζονται οι πρώτες δράσεις για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού (Μαΐστρος, 2009: 81). Ωστόσο, η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας δέσμης δράσεων μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα για τη δημόσια διοίκηση εμφανίζεται στο Β' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (1994-1999) με την δημιουργία του προγράμματος «Κλεισθένης», για τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης οπότε και χρηματοδοτήθηκαν δράσεις για τη δημόσια διοίκηση και έργα εισαγωγής της πληροφορικής στον δημόσιο τομέα (όπως τα πληροφοριακά συστήματα υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και του ΙΚΑ και καθώς και η Α΄ φάση του TAXIS). Κατά την περίοδο του Γ’ ΚΠΣ 2000-2006, η Ελλάδα ενισχύεται με σημαντικούς πόρους από τα Διαρθρωτικά Ταμεία για την επίτευξη των στόχων της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και τη δημιουργία προϋποθέσεων υψηλότερης μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, ώστε να επιτευχθεί σύγκλιση με τις υπόλοιπες οικονομίες των κρατών μελών και να αντιμετωπιστεί η υστέρηση κυρίως στους τομείς των υποδομών, της ανάπτυξης των ανθρώπινων πόρων και της παραγωγικότητας. Στο πλαίσιο αυτό υλοποιήθηκε το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ΚτΠ,7 το οποίο κατευθύνθηκε σε δύο γενικούς άξονες: o πρώτος χρηματοδότησε παρεµβάσεις συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών σε τομείς όπως η δημόσια διοίκηση, η υγεία, οι μεταφορές και το περιβάλλον. Ο δεύτερος, κατευθύνθηκε στην ανάπτυξη υποδοµών τηλεπικοινωνιών, την ενίσχυση της οικονομίας και της απασχόλησης. Κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013, το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017-2013» αποτέλεσε την πρώτη ολοκληρωμένη συγχρηματοδοτούμενη δέσμη αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση βασικών δυσλειτουργιών της ελληνικής δημόσιας διοίκησης σε ότι αφορά βασικούς συντελεστές διοικητικής ικανότητας (ανθρώπινο δυναμικό, κανονιστικό πλαίσιο, δομές και συστήματα), στο επίπεδο της διαμόρφωσης των δημόσιων πολιτικών, καθώς και στο επίπεδο της εφαρμογής τους από τις υπηρεσίες του δημοσίου τομέα. Πεδίο παρέμβασης αποτέλεσε η δημόσια διοίκηση8, ενώ το πρόγραμμα καταρτίστηκε επί τη βάση της στρατηγικής του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων 2005-2008 και του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς 2007-2013. Η στρατηγική της περιόδου επικεντρώθηκε στην αναβάθμιση του θεσμικού περιβάλλοντος και στον εξορθολογισμό των 7Βλ.αναλυτικότερα http://www.hellaskps.gr/Details.asp?L1=2&L2=1&L3=1&L4=11 8με επιλέξιμους δικαιούχους τους φορείς του στενού δημόσιου τομέα: Δημόσιες υπηρεσίες της κεντρικής κυβέρνησης (υπουργεία, γενικές γραμματείες, γενικές γραμματείες περιφερειών) και ανεξάρτητες αρχές − Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) − Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (α΄ και β΄ βαθμού) . 877 υφιστάμενων διοικητικών δομών, με γνώμονα την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, την απλούστευση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών και την εν γένει αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του δημόσιου τομέα, της περιφερειακής διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υλοποιώντας κρίσιμα έργα όπως τη μετάβαση στη νέα θεσμική αρχιτεκτονική του «Καλλικράτη» και τη μείωση διοικητικών βαρών σε επιμέρους τομείς. Κατά την επόμενη προγραμματική περίοδο 2014-2020, η στήριξη των μεταρρυθμίσεων της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα στο πλαίσιο του ΘΣ11, συνδέθηκε με τις ειδικές συστάσεις για τη χώρα, τα σχετικά έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Ε.Ε, τα έγγραφα θέσης των υπηρεσιών της Επιτροπής (CPP), τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων. Ήδη, το 2013 η Ελλάδα έλαβε συστάσεις (CSR) οι οποίες σχετίζονται με την ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας (ΘΣ11) (Βλ. πίνακα 1) από κοινού με τις χώρες τις τελευταίας διεύρυνσης και τις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου. Πίνακας 1 − Συστάσεις ανά χώρα το 2013, συναφείς με ΘΑ 11: Υποτομείς Συστάσεων (CSR) Κράτος Μέλος Βελτίωση της αποτελεσματικότητας και BG, CY, CZ, ES, EL, HR, IT, αποδοτικότητας της δημόσιας διοίκησης, RO, SK Σύστημα απονομής δικαιοσύνης BG, EL, ES, HU, LV, MT, RO, (judiciary system), SL, SK Βελτίωση του επιχειρηματικού BG, EL, ES, HU, IT, PL, RO περιβάλλοντος Καταπολέμηση της διαφθοράς BG, CZ, EL, HR, HU, IT Δημόσιες συμβάσεις BG, EL, HU, HR Απορρόφηση πόρων ΕΔΕΤ (ESI Funds) BG, RO, SK Σε συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης και οικονομικής προσαρμογής με πλήθος μεταρρυθμίσεων να απορρέουν από τις δεσμεύσεις του Μνημονίων Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, καταρτίστηκε το νέο Ε.Π. «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» (ΕΠ ΜΔΤ), ως ένα από τα τέσσερα Τομεακά Επιχειρησιακά Προγράμματα της περιόδου 2014-2020, αξιοποιώντας την εμπειρία της περιόδου 2007-2013 και λαμβάνοντας υπόψη τα εθνικά Στρατηγικά Σχέδια· για την Διοικητική Μεταρρύθμιση και την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση. Το ΕΠ ΜΔΤ κλήθηκε να συγχρηματοδοτήσει ένα πλέγμα αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων με έμφαση (α) στην ενίσχυση της οργανωτικής, θεσμικής και επιχειρησιακής ικανότητας της δημοσίας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης ,(β) στην προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στον Δημόσιο Τομέα κα (γ) στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.9 Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη νέων βάσεων και προτύπων ανάπτυξης και την βαρύτητα της δημόσιας διοίκησης σε όρους οικονομικής ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας, απασχόλησης και κοινωνικής ευημερίας, το 9 Το μεγαλύτερο μέρος των πόρων του Προγράμματος προέρχονται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της Ε.Ε. και ειδικότερα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) με συνολική Δημόσια Δαπάνη 299.592.839,00€ και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) με συνολική Δημόσια Δαπάνη 227.321.049,00€. 878 Εταιρικό Σύμφωνο για το Πλαίσιο Ανάπτυξης «ΕΣΠΑ 2014-2020» προέβλεψε τη συγχρηματοδότηση δράσεων ενίσχυσης της θεσμικής ικανότητας στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία» (ΕΠΑνΕΚ). Με σκοπό την προσαρμογή της θεσμικής ικανότητας της δημόσιας διοίκησης και των ενδιαφερόμενων φορέων προς την κατεύθυνση βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος,10 το ΕΠΑνΕΚ, ενσωμάτωσε στην στρατηγική του δράσεις του ΘΣ11. Προστιθέμενη αξία για την ελληνική δημόσια διοίκηση Υπό το φως της Ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και της επιμερισμένης διαχείρισης το ελληνικό διοικητικό σύστημα κλήθηκε να διαμορφώσει εθνικά στρατηγικά πλαίσια μεταρρυθμίσεων αναπτύσσοντας ικανότητα διαχείρισης προγραμμάτων, εθνικές διαδικασίες δημοσιονομικού ελέγχου και προϋποθέσεις για ένα λειτουργικό σύστημα δημοσίων συμβάσεων. Οι διαδικασίες αυτές που αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από πολυετή πρακτική, συνετέλεσαν στην προσπάθεια προσαρμογής της Ελληνικής δημόσιας διοίκησης με τη διοικητική οργάνωση της Ε.Ε, τουλάχιστον σε όρους κανονιστικής και επιχειρησιακής συμμόρφωσης προκειμένου οι χρηματοδοτικές ευκαιρίες της Ε.Ε. να μην μείνουν ανεκμετάλλευτες. Υπό αυτή την έννοια, η οικονομική συμβολή της Ε.Ε. λειτούργησε ως όχημα για θεσμικές και λειτουργικές προσαρμογές αλλά και οι προτεραιότητες της Πολιτικής Συνοχής ως επιταχυντής μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, τόσο ασκώντας πιέσεις για την αναδιαμόρφωση των σχέσεων κέντρου-περιφέρειας με εμφανή επίδραση στα ελλείμματα θεσμικής αρχιτεκτονικής των επιπέδων διακυβέρνησης της χώρας, όσο και συμβάλλοντας στη ανάπτυξη διοικητικής ικανότητας της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.11 Πρωτίστως, η διαχείριση και διακυβέρνηση των Προγραμματικών Περιόδων, εισήγαγε το ελληνικό διοικητικό σύστημα στις αρχές του προγραμματισμού και της εταιρικής σχέσης, δημιουργώντας παράλληλα μια αρχιτεκτονική διαχείρισης επί τη βάση ενός συστήματος Ειδικών Υπηρεσιών. Το σύστημα διαχείρισης ΕΣΠΑ, όπως ονομάστηκε, αποτέλεσε μία sui generis κάψουλα εντός του ελληνικού διοικητικού συστήματος με ενδοοργανωσιακές και διαοργανωσιακές επιπτώσεις στη διοικητική ικανότητα και κατ’ επέκταση στην προσπάθεια εξευρωπαϊσμού της εγχώριας δημόσιας διοίκησης. Ειδικότερα για τα δύο Επιχειρησιακά Προγράμματα «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-2013» και «Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα» στην περίοδο 2014-2020, των οποίων επιλέξιμοι δικαιούχοι αποτέλεσαν κατά κύριο λόγο δημόσιοι φορείς, η διαοργανική επίδραση συνίσταται στο γεγονός ότι τα δύο προγράμματα τροχοδρόμησαν τους συνεργαζόμενους φορείς σε μία νέα κουλτούρα διαχείρισης όχι απλώς έργων αλλά και διαδικασιών (“process management”) συμβάλλοντας, αν μη τι άλλο, στη διαδικασία θεσμικού εκσυγχρονισμού και 10 Άξονας Προτεραιότητας 2&2Σ «Προσαρμογή εργαζομένων, επιχειρήσεων και επιχειρηματικού περιβάλλοντος στις νέες αναπτυξιακές απαιτήσεις». 11 Υπό αυτή την έννοια, η ζύμωση αυτή συνδέεται με μία δυναμική εξευρωπαϊσμού της εγχώριας θεσμικής ικανότητας, τουλάχιστον ως διαδικασία εγχώριας προσαρμογής με βάση ενωσιακές προτιμήσεις και προδιαγραφές, οδηγώντας σε ορισμένο αποτέλεσμα στο εσωτερικό των κρατών κατά την προσέγγιση των Radaelli & Exadaktylos (2012). 879 μάθησης των εμπλεκόμενων φορέων.12 Η πιστοποίηση της διαχειριστικής επάρκειας ως προϋπόθεση για τη συγχρηματοδότηση έργων αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την βελτίωση της διοικητικής ικανότητας των φορέων του ελληνικού δημοσίου. Παράλληλα, η συμβατική υποχρέωση συμμόρφωσής αυτών (σύμφωνο αποδοχής όρων), με κανονιστικά και διοικητικά πρότυπα καθ’ όλη τη διάρκεια της υλοποίησης, εδραίωσε την ανάγκη τήρησης κοινοτικών και εθνικών κανόνων σε ένα ευρύ πεδίο: από την τήρηση των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων έως τις οριζόντιες πολιτικές της Ε.Ε., όπως, η ισότητα, η μη διάκριση, η προσβασιμότητα Ατόμων με Αναπηρίες, κ.α. Επιπροσθέτως, και για την ανάγκη διασφάλισης της ορθής χρήσης των κοινοτικών πόρων και της διαφάνειας στην αξιοποίησή τους, η λήψη εκ μέρους των δύο Ε.Π. των προβλεπόμενων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων καταπολέμησης της απάτης σύμφωνα με το Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου, αλλά και η ίδια η ύπαρξη συστήματος καταγγελιών και η υποχρέωση αναφοράς παρατυπιών στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (“OLAF”), ισχυροποίησε τις δικλείδες νομιμότητας στην δράση των εμπλεκόμενων δημοσίων φορέων. Η ανάδυση νέων εγχώριων θεσμικών δρώντων μέσω του συστήματος διαχείρισης ΕΣΠΑ, η ενδυνάμωση των υφισταμένων μέσω της πλήρωσης προϋποθέσεων ανάληψης έργων και η μεταφορά προτεραιοτήτων ευρωπαϊκών πολιτικών όπως αυτή ενσωματώνεται στους στρατηγικούς στόχους των δύο Ε.Π, αποτέλεσαν τρείς μηχανισμούς μεταβίβασης της ενωσιακής επίδρασης στο εγχώριο διοικητικό πεδίο. Πράγματι, η επιρροή των δύο Ε.Π δεν περιορίστηκε στις δομές διοίκησης αλλά συνδέθηκε με δημόσιες πολιτικές που σχεδιάστηκαν στην κατεύθυνση της σύγκλισης με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα υποστηρίζοντας αναγκαίες θεσμικές αλλαγές αλλά και την μετάβαση σε ευρωπαϊκά μοντέλα διακυβέρνησης, όπως αποτυπώνεται στις δράσεις υποστήριξης της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, καθώς και στα έργα μεταφοράς τεχνογνωσίας, δηλαδή διοικητικών τεχνικών και εργαλείων πολιτικής. Προοδευτικά, οι συγχρηματοδοτούμενες δράσεις των εν λόγω προγραμμάτων κάλυψαν ή καλύπτουν όλα τα επίπεδα διοίκησης και συνδέθηκαν με την υποστήριξη σημαντικών διοικητικών μεταβολών (π.χ. εφαρμογή προγράμματος «Καλλικράτης»), τον εκσυγχρονισμό διαδικασιών (πρόγραμμα Taxisnet, έργα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης) και την εκπαίδευση και κατάρτιση προσωπικού (δράσεις παραγωγικών σχολών του δημοσίου τομέα). Επιπροσθέτως, η ενεργοποίησή τους συνδέθηκε άρρηκτα με την ανάγκη ικανοποίησης αιρεσιμοτήτων μέσω των εμπλεκόμενων υπηρεσιών κατ’ αρμοδιότητα και τη δημιουργία των αντίστοιχων εθνικών στρατηγικών κειμένων.13 Η δράση των δύο Ε.Π συνέπεσε χρονικά με την ελληνική δημοσιονομική κρίση η οποία οδήγησε σε σειρά μνημονίων χρηματοοικονομικής συνεργασίας για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας και συνοδεύτηκε από πλήθος 12 Ανατρέχοντας στη προσέγγιση των Börzel & Risse, τα δύο Ε.Π μπορούν να γίνουν αντιληπτά ως «φορείς αλλαγής» (“change agents”) οι οποίοι κινητοποιούνται σε εγχώριο επίπεδο όχι μόνο για να πιέσουν τους διαμορφωτές πολιτικής να ξεκινήσουν αλλαγές αλλά πείθουν τους δρώντες να επαναπροσδιορίσουν τα ενδιαφέροντά τους και τις ταυτότητές τους εμπλέκοντάς τους σε διαδικασίες μάθησης (Börzel & Thomas 2000: 9). 13 Οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες αποτελούν προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν το αναγκαίο πλαίσιο ρυθμίσεων και συνθηκών για την ουσιαστικό υποστήριξη από τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία στο πλαίσιο του Εταιρικού Συμφώνου για το Πλαίσιο Ανάπτυξης. Οι αιρεσιμότητες διακρίνονται σε γενικές και θεματικές και εφαρμόζονται σε όλα τα Προγράμματα του ΕΣΠΑ 2014 – 2020. Βλ. σχετικά CEC, 2016. 880 μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών παρεμβάσεων σε τρία διαδοχικά στάδια: 2010- 2012, 2012-2014 και 2015-2018. Τα μνημόνια συνεννόησης αποτελούνταν από τρεις τομείς μεταρρυθμίσεων οι οποίοι αφορούν τις δημοσιονομικές πολιτικές (π.χ. αύξηση/μείωση φόρων εισοδημάτων και καταναλωτικών φόρων), τις πολιτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα (π.χ. καθορισμός των επιτοκίων των τραπεζών) και τις διαρθρωτικές πολιτικές (Λαδή & Νταλάκου 2011:28). Η δημοσιονομική μεταρρύθμιση συνοδεύτηκε από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με σημαντικές διοικητικές (οργανωτικές και λειτουργικές) διαστάσεις αλλά και από προγράμματα και στρατηγικά κείμενα διοικητικής μεταρρύθμισης, τα οποία επηρεάστηκαν από τις απαιτήσεις των συμφωνιών χρηματοδότησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα δύο προγράμματα κλήθηκαν να συνεισφέρουν στις απαιτήσεις των μνημονιακών υποχρεώσεων ειδικότερα, ως προς την αναδιάρθρωση δομών της διοίκησης η οποία αποτέλεσε μέρος των μέτρων και των δεσμεύσεων που περιλήφθηκαν σε όλες συμφωνίες χρηματοδότησης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που καταγράφηκαν ως απαιτήσεις των τριών Μνημονίων εφαρμόστηκαν υπό την πίεση των απαιτήσεων τους και υπήρξαν προαπαιτούμενα για την εκταμίευση δόσεων δανείων (Σπανού 2018: 27), οι συνθήκες κρίσης οδήγησαν σε υψηλότερο βαθμό ενεργοποίησης των Κοινοτικών Πόρων για την ενσωμάτωση και υλοποίηση μεταρρυθμιστικών έργων. Ειδικότερα, κατά το δεύτερο ήμισυ της προγραμματικής περιόδου 2007-2013 το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-2013» κλήθηκε να λειτουργήσει εν μέσω σημαντικών αλλαγών που επήλθαν στον δημόσιο τομέα ως απόρροια των δεσμεύσεων του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι οι δεσμεύσεις αυτές δεν είχαν συμπεριληφθεί στον αρχικό σχεδιασμό του Ε.Π ωστόσο, χρηματοδοτήθηκαν δράσεις που συνεισέφεραν έμμεσα στους στόχους του κυρίως σε επίπεδο εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του δημοσίου, βελτίωσης των νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων και ολοκλήρωσης του νέου αυτοδιοικητικού χάρτη της χώρας. Συνδυάζοντας τις μνημονιακές προτεραιότητες, τα μέτρα των εφαρμοστικών νόμων, τα εθνικά προγράμματα και στρατηγικά σχέδια για τη διοικητική μεταρρύθμιση της περιόδου,14 στο Ε.Π. Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα 2014-2020 ενσωματώθηκαν ειδικές προβλέψεις για την οργανωτική μεταρρύθμιση: ενίσχυση δομών συντονισμού, επιτελικών λειτουργιών και ορθολογική κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διοικητικών επιπέδων. Ο ρόλος του Ε.Π στη συγκεκριμένη χρονική και οικονομική συγκυρία για τον εκσυγχρονισμό του κράτους υπήρξε πολυδιάστατος κυρίως όμως αποτέλεσε ένα όχημα υλοποίησης των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνοντας μία σειρά στόχων πολιτικής οι οποίοι αποτέλεσαν το γνώμονα για σημαντικές αλλαγές στη θεσμική οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης όσον αφορά: α) οριζόντιες δράσεις για τη δημιουργία ισχυρότερου επιτελικού κέντρου διακυβέρνησης με αποκεντρωμένες περιφερειακές υπηρεσίες, βελτιωμένες δομές και διαδικασίες, β) αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα και 14Κείμενα Εθνικής Στρατηγικής για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση (2013-2016 και 2017- 2019). 881 γ) τομεακές παρεμβάσεις για την υποστήριξη των μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως: η φορολογική και δημοσιονομική πολιτική, η υγεία, η δικαιοσύνης και η κοινωνική ασφάλιση. Τέλος, στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να εφαρμόσει συγκεκριμένες δράσεις στον τομέα της δημόσιας διοίκησης οι οποίες αναμένεται να συμβάλουν στην αντιμετώπιση πιθανών πηγών οικονομικών δυσχερειών και ειδικότερα ο εκσυγχρονισμός της διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, η κωδικοποίηση της νομοθεσίας και η στρατηγική καταπολέμησης της διαφθοράς (EC 2018α). Ειδικά για μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην αντιμετώπιση προκλήσεων που εντοπίζονται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου, το η πλειοψηφία των δεσμεύσεων που αφορούν την Ελλάδα στον τομέα των μεταρρυθμίσεων της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του 2019, συμπεριλαμβάνονται ήδη στο τρέχον Ε.Π Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα και υλοποιούνται μέσα από συγχρηματοδοτούμενα ενταγμένα έργα (π.χ. Κωδικοποίηση νομοθεσίας, ΗRMS, κ.ά.). Τα δύο Ε.Π αποτέλεσαν συνολικά προγράμματα μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης παρέχοντας μια κεντρική δομή για τον σχεδιασμό και την υλοποίησή της. Βεβαίως, κλήθηκαν να υλοποιήσουν δράσεις σε ένα πρωτόλειο εν πολλοίς περιβάλλον: η έγκαιρη ωρίμανση του τρόπου υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων στη βάση των εθνικών στρατηγικών και το σύστημα διαχείρισης εντός του οποίου η δημόσια διοίκηση κλήθηκε να σχεδιάσει και υλοποιήσεις μεταρρυθμιστικά έργα αποτέλεσε κάθε άλλο παρά ένα εύκολο εγχείρημα. Τις βασικές αδυναμίες του εγχώριου διοικητικού συστήματος και του συντονισμού των εμπλεκόμενων μερών φάνηκε να δυσχεραίνει η απουσία ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού και συγκεκριμένων μετρήσιμων στόχων και η εμμονή σε εσωτερικές ή/και απλώς νομοθετικές αλλαγές εντός της δημόσιας διοίκησης χωρίς αυτό να συνεπάγεται και ταυτόχρονη βελτίωση της εξυπηρέτησης και της σχέσης με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Τα σχέδια κανονισμών για το επόμενο ΠΔΠ (2021-2027) και οι επιπτώσεις στην ενίσχυση «θεσμικής ικανότητας». Κατά τις διαπραγματεύσεις για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της Ε.Ε που θα καλύψει την προγραμματική περίοδο 2021-2027, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την επικαιροποίηση της Πολιτικής Συνοχής της ΕΕ μέσα από ένα νέο σύνολο κανόνων, στοχεύοντας στην απλούστευση και επίτευξης συνεργειών μεταξύ των διαφόρων εργαλείων πολιτικής της ΕΕ. Μεταξύ αυτών, οι προτάσεις για τη θεματική συγκέντρωση της πολιτικής συνοχής Ε.Ε προβλέπουν ένα μικρό αλλά ευρύτερο κατάλογο πέντε στόχων πολιτικής (“Policy Objectives”) που θα αντικαταστήσουν τους προηγούμενους 11 Θεματικούς Στόχους (“Thematic Objectives”). Στο πλαίσιο αυτής της αλλαγής καταργείται ο Θεματικός Στόχος 11 «Βελτίωση της θεσμικής ικανότητας και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση» της περιόδου 2014-2020 με ότι αυτός χρηματοδοτούσε, χωρίς την πρόταση ισοδύναμων διατάξεων για τη δημιουργία ικανότητας στο πλαίσιο των κονδυλίων της Πολιτικής Συνοχής. Στον αντίποδα αυτού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ένα νέο πρόγραμμα, το Πρόγραμμα Τεχνικής Βοήθειας (Technical Support Programme), στην κατεύθυνση στήριξης οριζόντιων μεταρρυθμίσεων και όχι ενίσχυσης της θεσμικής 882 ικανότητας per se. Το Πρόγραμμα αυτό, οι δράσεις του οποίου θα υλοποιηθούν με απευθείας διαχείριση από της υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στοχεύει να υποστηρίξει τα Κράτη Μέλη στην προσπάθειά τους να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υποστηρίζουν την ανάπτυξη, κατόπιν αιτήματός τους για τεχνική υποστήριξη ή υποβολή προτάσεων για μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις. Για το σκοπό αυτό, θα παρέχει οικονομικά κίνητρα για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα και τεχνικής υποστήριξης όσον αφορά προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα όργανα, η διακυβέρνηση, η δημόσια διοίκηση, ο οικονομικός και κοινωνικός τομέας. Το νέο προτεινόμενο Πρόγραμμα προβλέπει τρία ξεχωριστά μέσα: (α) το Εργαλείο Μεταρρυθμίσεων (Reform Delivery Tool), για τη στήριξη μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο (β) το Μηχανισμό τεχνικής Υποστήριξης (Technical Support Instrument), διάδοχο πρόγραμμα της τεχνικής βοήθειας SRSP, και (γ) το Μηχανισμό Σύγκλισης (Convergence Facility) με σκοπό την παροχή ειδικής στήριξης σε κράτη μέλη που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ . Το είδος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση στο πλαίσιο του εργαλείου μεταρρύθμισης “Reform Delivery Tool”, συνδέεται αποκλειστικά με την αντιμετώπιση προκλήσεων που εντοπίζονται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου, και των συστάσεων ανά χώρα. Το είδος των ενεργειών που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παροχή εμπειρογνωμοσύνης σχετικά με μεταρρυθμίσεις ή/και αλλαγές πολιτικής, την παροχή εμπειρογνωμόνων, διαμόρφωση στρατηγικών και μεταρρυθμιστικών οδικών χαρτών, καθώς και νομοθετικές, θεσμικές, διαρθρωτικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις, δημιουργία ικανοτήτων και συναφείς δράσεις στήριξης σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης (EC 2018β: άρ. 8 & 18). Ο ειδικότερος στόχος του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης (Technical Support Instrument), συνδέεται προγραμματικά με τις μεταρρυθμίσεις και τη δημιουργία διοικητικών ικανοτήτων, όπως ο προκάτοχός του SRSP, και περιλαμβάνει την υποστήριξη των προσπαθειών των εθνικών αρχών για τη βελτίωση της διοικητικής τους λειτουργίας, τις ικανότητες σχεδιασμού, ανάπτυξης και εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, μεταξύ άλλων μέσω ανταλλαγής καλών πρακτικών, κατάλληλων διαδικασιών και μεθοδολογιών και μία πιο αποδοτική και αποτελεσματική διαχείριση των ανθρώπινων πόρων (EC 2018β: άρ.5). Παράλληλα, οι προτάσεις για το προσεχές ΠΔΠ προβλέπουν συνέχιση συγχρηματοδότησης της τεχνικής βοήθειας η οποία παρέχεται στο πλαίσιο της Πολιτικής Συνοχής, διατηρώντας το μοντέλο της επιμερισμένης διαχείρισης από κοινού με τα Κράτη Μέλη προβλέποντας παροχή στήριξης στην οικοδόμηση ικανότητας των αρχών, των δικαιούχων και των εταίρων, για την αποτελεσματική διαχείριση και χρήση των Ταμείων και την υλοποίηση έργων επί τη βάσει κυρίως πραγματικών αποτελεσμάτων και συνθηκών και όχι του κόστους των δράσεων. Ωστόσο, στο επίκεντρο των ανωτέρω προβλέψεων βρίσκεται η αποτελεσματική διαχείριση και χρήση των Ταμείων και επομένως o εν δυνάμει υποστηρικτικός της ρόλος στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις φαίνεται περιορισμένος. Προκλήσεις και Ευκαιρίες Το επόμενο ΠΔΠ αποδίδει ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και τις μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα που απορρέουν από αυτό. 883 Αφενός, οι προτάσεις περιλαμβάνουν ειδική πρόβλεψη ώστε να ληφθούν υπόψη οι ανά χώρα συστάσεις (CSRs) στο πλαίσιο του σχεδιασμού των προγραμμάτων των ΕΔΕΤ, αφετέρου διευκολύνουν εργαλεία του εξαμήνου, όπως τα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων (NRP) τα οποία θα διασυνδεθούν με την υποστήριξη διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων (RSP). Η ίδια η πρόταση, εξάλλου, περί ενισχυμένου προϋπολογισμού (22 δισ. €) για το Εργαλείο Μεταρρυθμίσεων (Reform Delivery Tool), έναντι του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης (Technical Support Instrument) (περίπου 1 δισ. €) υποδηλώνει ακριβώς την προτεραιότητα της Ε.Ε για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσον αφορά την ανάπτυξη ικανοτήτων και τη λογική του ευρωπαϊκού εξαμήνου όσον αφορά τους στόχους της Πολιτικής Συνοχής. Παράλληλα, οι προτάσεις σηματοδοτούν ταυτόχρονα μία αντιφατική τάση συγκεντρωτισμού (centralization) σε συνδυασμό με απλοποίηση. Ως εκ τούτου, για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του Προγράμματος Τεχνικής Βοήθειας, προτείνεται το μοντέλο της απευθείας διαχείρισης από τις διευθύνσεις και υπηρεσίες της Επιτροπής και όχι της από κοινού διαχείρισης με τα κράτη μέλη όπως ίσχυε έως τώρα στον Θεματικό Στόχο 11. Οι παραπάνω αλλαγές αντιπροσωπεύουν μια σειρά προκλήσεων για τα Κράτη Μέλη, τον συντονισμό και τον στρατηγικό σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων που διέπονται από τα εξής: Πρώτον, το συνδυασμό δύο διαφορετικών «λογικών» που ακολουθούνται από τα ΚΜ όσων αφορά εργαλεία για ίδιους ή παρόμοιους/συμπληρωματικούς σκοπούς: οι νέες προτάσεις ευνοούν βραχυπρόθεσμες δράσεις που αντικαθιστούν ή επιδιώκουν να συνυπάρξουν με μια πιο στρατηγική προσέγγιση βασισμένη στις αρχές εταιρικής σχέσης και τις αρχές της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης όπως προτείνεται από την Πολιτική Συνοχής. Δεύτερον, την παράλειψη πρακτικών πτυχών του επιχειρησιακού συντονισμού των δύο λογικών, επί παραδείγματι τη λήψη αποφάσεων από την Ε.Ε σε επίπεδο ad hoc έργων, παράλληλα με την υλοποίηση μακροπρόθεσμων έργων από τα προγράμματα συνοχής. Τρίτον, τον τρόπο διαστασιολόγησης της αρχής της επικουρικότητας που ανακύπτει στην περίπτωση απευθείας διαχείρισης μεταρρυθμιστικών έργων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η δοκιμασία στην οποία τίθεται η «ιδιοκτησία» των μεταρρυθμίσεων για τα κράτη μέλη από αυτή την διαδικασία. Τέταρτον, η αδυναμία ευρείας συμμετοχής των υποεθνικών οντοτήτων. Πράγματι οι νέες προτάσεις, μολονότι προτείνουν περισσότερο ευέλικτα σχήματα όσον αφορά στη διαχείριση των έργων, εγείρουν ερωτηματικά ως προς το εάν τέτοιες ad hoc δράσεις θα έχουν αποτέλεσμα στη βιώσιμη βελτίωση της θεσμικής ικανότητας. Η τάση μεταπήδησης στη γρήγορη χρηματοδότηση με βάση τα αποτελέσματα (“results-based funding”) στο επόμενο ΠΔΠ εδραιώνει αφενός μία νέα προσέγγιση στην υλοποίηση δράσεων θέτει, ωστόσο στο παρασκήνιο την ανάγκη θεμελίωσής τους σε εθνικές στρατηγικές, προτεραιότητες και στόχους. Πράγματι, η τεχνική υποστήριξη μπορεί να αμβλύνει άμεσες αδυναμίες ικανότητας (π.χ., μέσω βραχυπρόθεσμης εξωτερικής εμπειρογνωμοσύνης) χωρίς ωστόσο να παρέχεται η εγγύηση ότι αυξάνεται η ικανότητα για την ίδια τη δημόσια διοίκηση. Όπως παρατηρεί η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά: Η [τεχνική βοήθεια], μπορεί να θεωρηθεί ως διευκολυντής αλλαγής και τα πλήρη οφέλη της θα μπορούσαν να γίνουν εμφανή μόνο στο μέλλον και όταν οι δραστηριότητες και οι μεταρρυθμίσεις έχουν εφαρμοστεί πλήρως. [Αλλά είναι ουσιαστικής σημασίας ότι], ο ρόλος της στις θεσμικές, διοικητικές και οι 884 διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα κράτη μέλη θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, έτσι ώστε η διαφάνεια και η νομιμότητα να μπορούν να διασφαλιστούν (EP 2016:21). Όσον αφορά την Ελλάδα, η κατάργηση του ΘΣ 11 με ότι αυτό χρηματοδοτούσε αποτελεί ριζική αλλαγή δεδομένου ότι οι ελλείψεις όσον αφορά τη διοικητική ικανότητα και την ποιότητα των θεσμών παραμένουν παρακωλύοντας την οικονομική, κοινωνική και πολιτική συνοχή. Η Ελλάδα ολοκλήρωσε το πρόγραμμα στήριξης της σταθερότητας του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας το 2018, συμμετέχοντας εκ νέου στο θεσμό του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής ενώ παράλληλα υπόκειται στη διαδικασία ενισχυμένης επιτήρησης. Η χώρα έχει βελτιώσει το ισοζύγιο του προϋπολογισμού και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία χρόνια, εντούτοις, οι συσσωρευμένες ανισορροπίες παραμένουν και οι θεσμικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν την τελευταία δεκαετία για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και του κράτους, απαιτούν μακροχρόνια εφαρμογή ώστε ο αντίκτυπός τους να εξελιχθεί πλήρως με θετικό πρόσημο. Οι νέες διατάξεις δεν φαίνεται να καλύπτουν, ή να καλύπτουν επαρκώς όλο το θεματολόγιο του προηγούμενου ΘΣ 11. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν έλαβε συστάσεις στο πλαίσιο της τελευταίας έκθεσης του ευρωπαϊκού εξαμήνου,15 ανέλαβε τη δέσμευση να συνεχίσει και να ολοκληρώσει όλες τις βασικές μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος μηχανισμού σταθερότητας παρέχοντας σαφείς δεσμεύσεις προς τους ευρωπαίους εταίρους τον Ιούνιο του 2018. Στο πλαίσιο αυτό η κατάργηση του Θεματικού Στόχου 11 χωρίς την πρόβλεψη ισοδύναμης προτεραιότητας, ανακρούει την δυναμική γύρω από την βελτίωση του αδύναμου συντονισμού και της χαμηλής διοικητικής ικανότητας στη δημόσια διοίκηση που εγκαθιδρύθηκε κατά τις δύο τελευταίες προγραμματικές περιόδους. Ειδικότερα, σε μία συγκυρία κατά την οποία είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ η δημιουργία συνεκτικού και ολοκληρωμένου συνόλου δράσεων που θα συμβαδίζει με τη γενική αναπτυξιακή στρατηγική της Ελλάδας και το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της χώρας ως μέλος του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου από το 2019. Συμπεράσματα Η ανάλυση διαπιστώνει την σταδιακή αναβάθμιση του ρόλου της θεσμικής ικανότητας στην ευρωπαϊκή ατζέντα και τον προϋπολογισμό της ΕΕ τουλάχιστον έως την περίοδο 2014-2020. Ωστόσο η δυναμική της στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής φαίνεται να ανακόπτεται για την περίοδο 2021-2027 με τη δραστική αλλαγή του μοντέλου προσέγγισής της καθώς και των αντίστοιχων εργαλείων πολιτικής. Ειδικότερα μετά την δημοσιονομική κρίση η Ευρωπαϊκή στήριξη μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση μέσω της Πολιτικής Συνοχής, συνδέεται 15 Οι δεσμεύσεις αφορούν τους τομείς: (i) δημοσιονομικές και δημοσιονομικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, (ii) μεταρρυθμίσεις κοινωνικής πρόνοιας, (iii) χρηματοπιστωτική σταθερότητα, (iv) μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας και προϊόντων, (v) διαχείριση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου και ιδιωτικοποίηση, και (vi) μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης. 885 ολοένα και περισσότερο, τόσο προγραμματικά όσο και χρηματοδοτικά με τις ειδικές κατά χώρα συστάσεις, τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, όπως προκύπτει από τα κείμενα Κανονισμών που αφορούν το ΔΠΔ 2021-2027, η Επιτροπή επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο των δαπανών της ΕΕ, γεγονός που αντανακλάται στην προτεινόμενη μετάβαση από την επιμερισμένη στην κεντρική διαχείριση των χρηματοδοτήσεων καθώς και μεγαλύτερη επιρροή από τις υπηρεσίες της Επιτροπής σε τομείς όπως το ευρωπαϊκό εξάμηνο, η εφαρμογή των προτεινόμενων όρων καθώς και η εισαγωγή προγραμμάτων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Σε χρηματοδοτικούς όρους, η Ε.Ε. υπήρξε σημαντικός αρωγός στην υλοποίηση μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών στην Ελλάδα δεδομένου ότι στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής, η Ε.Ε ενέκρινε εξειδικευμένα επιχειρησιακά προγράμματα που εστίασαν στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Κυρίως όμως, η συμμετοχή της χώρας στην Πολιτική Συνοχής και οι υποχρεώσεις θεσμικής προσαρμογής και διαχειριστικής επάρκειας που αυτή συνεπάγετο, δημιούργησαν νέες δυναμικές για την αλληλεπίδραση του ευρωπαϊκού πλαισίου με το εγχώριο πεδίο, αποτελώντας παράγοντα μεταφοράς δημοσίων πολιτικών και διαδικασιών πολιτικής σε ένα πλήθος τομέων. Η ανάδυση νέων εγχώριων θεσμικών δρώντων μέσω του συστήματος διαχείρισης ΕΣΠΑ, η ενδυνάμωση των υφισταμένων μέσω της πλήρωσης συγκεκριμένων διαχειριστικών προϋποθέσεων και η μεταφορά πολιτικής αποτέλεσαν τρείς μηχανισμούς μεταβίβασης της ενωσιακής επίδρασης στο εγχώριο διοικητικό πεδίο. Η μακρόχρονη υλοποίηση συναφών συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων στην περίπτωση της Ελλάδας, ενσωμάτωσε επιμέρους οργανωσιακά χαρακτηριστικά που μπορούν να οδηγήσουν σε χρήσιμα διδάγματα και να καταδείξουν βέλτιστες πρακτικές όχι μόνο για την διαχείριση των ίδιων των προγραμμάτων αλλά και τη δημόσια διοίκηση συνολικά. Η προσπάθεια ωστόσο σύγκλισης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα στον τομέα της δημόσιας διοίκησης είτε αυτή εκφράζεται σε όρους ενίσχυσης της θεσμικής ικανότητας της χώρας είτε συμμόρφωσης με τις μνημονιακές υποχρεώσεις στον τομέα του διοικητικού εκσυγχρονισμού, δεν εξαντλείται στις δράσεις που ενσωματώνουν τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα. Μάλλον οφείλει να αποτελεί πεδίο σχεδιασμού και θεσμικής βούλησης στη βάση ενός κεντρικού μακροπρόθεσμου προγράμματος μεταρρύθμισης που θα λαμβάνει υπόψη του τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της χώρας και την υπάρχουσα πολιτικο-διοικητική κουλτούρα, και επί του οποίου η εμπειρία των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων και η τεχνογνωσία επί του επιχειρησιακού σκέλους, δύναται να προσφέρει στην υλοποίηση και τον συντονισμό πόρων και στρατηγικών. Βιβλιογραφία Börzel, T. A. & Risse, T. (2000), “When Europe Hits Home: Europeanization and Domestic Change”, EIoP, 4 (15), πρόσβαση από: http://eiop.or.at/eiop/pdf/2000-015.pdf CEC (2010), “The Economic Adjustment Programme for Greece”, Occasional Papers No. 61, Directorate-General for Economic and Financial Affairs, Luxembourg, EU Official Publications Office. 886 CEC (2012), “The Second Economic Adjustment Programme for Greece. First Review”, Luxembourg, Directorate-General for Economic and Financial Affairs, Occasional Papers No. 123, EU Official Publications Office. CEC (2016), “Summary of Operational Programmes Supporting Institutional Capacity Building 2014-2020”, DG EMPL, https://publications.europa.eu/en/publication-detail/- /publication/0978bcfdec38-11e6-ad7c-01aa75ed71a1/language-en CEC (2016), “The Implementation of the Provisions in Relation to the ex-ante Conditionalities during the Programming Phase of the European Structural and Investment (ESI) Funds”, DG REGIO, 2016 https://ec.europa.eu/regional_policy/en/information/publications/studies/2016/the- implementation-of-the-provisions-in-relation-to-the-ex-ante-conditionalitiesduring-the- programming-phase-of-the-european-structural-and-investment-esifunds CEC (2017), “A Comparative Overview of Public Administration Characteristics and Performance in EU28”, DG EMPL, EUPACK Project, 2017 https://publications.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/3e89d981-48fc- 11e8-be1d-01aa75ed71a1/language-en CEC (2017), “Quality of the Public Administration – A Toolbox for Practitioners, Abridged Version”, Luxembourg, Publications Office of the European Union, http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=738&langId=en&pubId=8055&type=2&furth erPubs=no CEC (2018), “Commission Implementing Decision of 11.7.2018 on the Activation of Enhanced Surveillance for Greece”, 11.7.2018 C(2018) 4495 final, Brussels. CEC (2018α), “Compliance Report, ESM Stability Support Programme for Greece, Fourth Review”, June 2018, DG Economic and Financial Affairs 23 June 2018, https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/economy- finance/compliance_report_4r_2018.06.20.docx.pdf CEC (2018β), “Proposal for a Regulation of The European Parliament and of the Council, on the European Social Fund Plus (ESF+)”, 30.5.2018, COM(2018) 382 final 2018/0206 (COD), Brussels, Luxembourg, EU Official Publications Office. CEC (2018γ), “Support of ESI Funds to the Implementation of the Country Specific Recommendations and to Structural Reforms in Member States”, DG EMPL, 2018, http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=738&langId=en&pubId=8108&furtherPubs= yes CEC (2019) Enhanced Surveillance Report – Greece, November 2019. CoR (2018), “Opinion on ‘the Amended SRSP and New Budgetary Instruments for the Euro area’, 128th plenary session,’” 22-23 March 2018, https://memportal.cor.europa.eu/Handlers/ViewDoc.ashx?doc=COR-2018-00502-00- 00-AC-TRA-EN.docx EC (2013), Common Provisions Regulation (CPR) 1303/2013. EC (2017), “Regulation 2017/825 of The European Parliament and of The Council of 17 May 2017 On the Establishment of the Structural Reform Support Programme for the period 2017 to 2020 and amending Regulations (EU) No 1303/2013 and (EU) No 1305/2013”. EC (2017), “Regulation 2017/825 of The European Parliament And Of The Council of 17 May 2017 on the establishment of the Structural Reform Support Programme for the period 2017 to 2020 and amending Regulations (EU) No 1303/2013 and (EU) No 1305/2013 EC (2018α), “Annex to Eurogroup statement on Greece of 22 June 2018, Specific commitments to ensure the continuity and completion of reforms adopted under the ESM programme”, https://www.consilium.europa.eu/el/press/press- releases/2018/06/22/eurogroup-statement-on-greece-22-june-2018 EC (2018β), “Proposal for A Regulation of the Regulation of the European Parliament and of the Council on the Establishment of the Reform Support Programme”, Brussels, COM(2018) 391 final 2018/0213 (COD). 887 EP (2016), “Research For Regi Committee − Technical Assistance at the Initiative of the Commission”, Brussels , Directorate-General For Internal Policies Policy Department B: Structural And Cohesion Policies. Heichlinger A., Thijs, N. &, Bosse, J. (2014), “From Strengthening Administrative Capacity Building (ACB) to Public Sector Innovation (PSI): Building blocks and successful bridges”, ΕIPASCOPE, πρόσβαση από: https://www.eipa.eu/wp- content/uploads/2017/10/EIPASCOPE_2014_ALH_NTH_BOS.pdf Heidbreder, E. G. (2011),”Structuring the European Administrative Space: Policy instruments of multi-level administration”, Journal of European Public Policy, 18: 709– 726. Knill, C. (2001), The Europeanization of National Administrations, Cambridge, Cambridge University Press. Surubaru, N. –C. (2017), “Administrative Capacity or Quality of Political Governance? EU Cohesion Policy in the New Europe, 2007–13”, Regional Studies, 51 (6): 844-856 OECD (2003), Institutional Capacity and Climate Actions, 2003 http://www.oecd.org/env/cc/21018790.pdf OECD (2006), The Challenge of Capacity Development. Working towards good practice, DAC Guidelines and Reference Series Radaelli, C. M. & Exadaktylos, T. (2012), "Lessons Learned: Beyond Causality", σε T. Exadaktylos, & C. M. Radaelli (επιμ.), Research Design in European Studies. Establishing Causality in Europeanization New York: Palgrave Macmillan, σσ. 255-264. Smeriglio, A. et al. (2015), “Administrative Capacity Building and EU Cohesion Policy”, European Policies Research Centre, Glasgow, σσ. 73. (2018), «Supplemental Memorandum of Understanding Fourth Review of the ESM Programme DRAFT 23 May 2018», https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/economy- finance/draft_smou_4th_review_23_05_2018.pdf Willems, S. & Baumert, K. (2003), Institutional Capacity and Climate Actions, COM/ENV/EPOC/IEA/SLT(2003)5, OECD. Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία» CCI: 2014GR16M2OP001 Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα 2014 – 2020», SFC 18/12/2014 CCI 2014GR05M2OP001, διαθέσιμο στο www.epdm.gr Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Διοικητική Μεταρρύθμιση, CCI 2007GR05UPO003, διαθέσιμο στο www.epdm.gr Λαδή, Σ. & Νταλάκου, Β. (2011), Ανάλυση Δημόσιας Πολιτικής, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση, Μαΐστρος, Π. (2009), Τα Τρία Κύματα Μεταρρυθμίσεων της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα [1975-2015+]: Μήπως ήλθε η ώρα του δεύτερου κύματος μεταρρυθμίσεων; Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. Σπανού, Κ. (επιμ.) (2018), Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση στη Διάρκεια της Κρίσης: Επισκόπηση, περιγραφή, αποτίμηση, Αθήνα, Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής. 888 Εκπαιδευτικοί Μηχανισμοί και Κοινωνική Αναπαραγωγή στο Πλαίσιο της ‘4ης Βιομηχανικής Επανάστασης’: Από τον ‘Παραδοσιακό’ Κοινωνικό Καταμερισμό της Εργασίας στην ‘Κοινωνία των Δεξιοτήτων’ και τα ‘Νέα Εργαλεία’ Εκπαιδευτικής Πολιτικής Νίκος Φωτόπουλος1 Περίληψη Η παρούσα αναφορά επιχειρεί να αναδείξει το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής μέσα από τους σύγχρονους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς στο πλαίσιο της λεγόμενης «4ης βιομηχανικής επανάστασης». Συγκεκριμένα αναφέρεται σε μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών αλλά και εμπειρικών δεδομένων αποσκοπώντας να αποτυπώσει και να αναμοχλεύσει ζητήματα που σχετίζονται με την «εργασία και προσόντα», την «ανεργία των νέων», τη «διαρροή εγκεφάλων», την «ψηφιακή οικονομία», τα «συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης» τις «δεξιότητες αιχμής», στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ειδικότερα εστιάζει στα «νέα εργαλεία» εκπαιδευτικής πολιτικής, όπως αυτά αναδύονται τόσο στην Ευρωπαϊκή περιοχή όσο και σε διεθνές επίπεδο σε μια προσπάθεια να ερμηνευτεί ο ρόλος και η κοινωνική τους δυναμική. Λέξεις-κλειδιά: 4η βιομηχανική επανάσταση, κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, δεξιότητες, εργαλεία εκπαιδευτικής πολιτικής. Eισαγωγή Η παρούσα αναφορά επιχειρεί να αναδείξει το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής μέσα από τους σύγχρονους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς στο πλαίσιο της λεγόμενης «4ης βιομηχανικής επανάστασης». Συγκεκριμένα αναφέρεται σε μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών δεδομένων και προσεγγίσεων αποσκοπώντας να αποτυπώσει και να αναμοχλεύσει ζητήματα που σχετίζονται: με τη φύση της εργασίας και τα προσόντα, την ανεργία και ειδικότερα την ανεργία των νέων, την ψηφιακή οικονομία, τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, τις δεξιότητες αιχμής, τα εργαλεία εκπαιδευτικής πολιτικής, τις τάσεις και τις κατευθύνσεις στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ειδικότερα η αναφορά μας εστιάζει στα «νέα εργαλεία» εκπαιδευτικής πολιτικής, όπως αυτά αναδύονται τόσο στην Ευρωπαϊκή περιοχή όσο και σε διεθνές επίπεδο σε μια προσπάθεια να ερμηνευτεί ο ρόλος και η κοινωνική τους δυναμική, αφού γίνεται ολοένα και πιο εμφανές το ότι η εκπαιδευτική πολιτική στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και ειδικότερα στη φάση της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης «πιέζεται» σχεδόν ασφυκτικά 1Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
[email protected]&
[email protected]889 προκειμένου να ακολουθήσει τις επιταγές του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας. Ενδεικτικά μέσα από το φάσμα α) της τυπικής (formal) εκπαίδευσης β) της μη τυπικής (non formal) εκπαίδευσης και γ) της άτυπης (informal) μάθησης αναδεικνύονται κατηγορίες και εργαλεία που συνδέονται ευθέως με τον τρόπο που η εκπαιδευτική πολιτική καλείται να διαδραματίσει το ρόλο και την αποστολή της. Ενδεικτικά και μόνο παράγοντες όπως τα πλαίσια προσόντων, τα συστήματα πιστοποίησης προσόντων, τα συστήματα αναγνώρισης και μεταφοράς πιστωτικών μονάδων, τα εργαλεία διασφάλισης ποιότητας μέσα από τη δημιουργία και τον έλεγχο προτύπων κ.ά. διαμορφώνουν μια νέα δυναμική στο πεδίο της εκπαιδευτικής πολιτικής, αφού οι παραδοσιακοί εκπαιδευτικοί μηχανισμοί μετεξελίσσονται, μεταλλάσσονται και επιπροσθέτως εξαρτώνται εντονότερα από τις πιέσεις που ασκούν οι διεθνείς αγορές εργασίας. Στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας εμφανίζονται νέοι όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας της κινητικότητας του ανθρώπινου δυναμικού στο διεθνές περιβάλλον με κυρίαρχο ζήτημα τις πιέσεις που κατά κανόνα ασκούν οι μεταβολές στη δομή και το περιεχόμενο του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Τα ερευνητικά ερωτήματα που απασχολούν την εν λόγω αναφορά και στα οποία θα εστιάσουμε αναφέρονται σε θέματα όπως: − ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στο ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής, − οι αλλαγές στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, − τα νέα εργαλεία εκπαιδευτικής πολιτικής, − η σχέση εκπαίδευσης και απασχόλησης στο πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Ειδικότερα θα αναδείξουμε ζητήματα γύρω από το: το πώς συντελούνται οι διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής και οι συνακόλουθες ιεραρχήσεις; ποιες αλλαγές αναδύονται σε σχέση με τον «παραδοσιακό κοινωνικό καταμερισμό» και ποιους μετασχηματισμούς έχει επιφέρει η λεγόμενη «4η βιομηχανική επανάσταση»; ποιος είναι ο ρόλος της εκπαιδευτικής πολιτικής και ποια η στρατηγική αποστολή των «νέων εργαλείων» στο πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης; Εκπαίδευση, κοινωνική αναπαραγωγή και ο ρόλος του νέου καταμερισμού της εργασίας Αναμφίβολα η δομική σχέση της εκπαίδευσης ως κοινωνικού θεσμού με το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής είναι μια σχέση που έχει αναδειχθεί από πολλούς μελετητές και ερευνητές στο πεδίο της Κοινωνιολογίας και ειδικότερα στις θεωρητικές και εμπειρικές αναφορές της Κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης (Bourdieu 1973, Collins 2009). Ειδικότερα ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών, ως εκείνων των ιδιαίτερων θεσμικών πεδίων που επιτελούν λειτουργίες συμμετέχοντας στην εκπλήρωση κοινωνικά παραδεκτών διεργασιών, συνυφαίνεται με τη διαδικασία αναπαραγωγής των κυρίαρχων κοινωνικών δομών, γεγονός που αποδεικνύεται άλλωστε και από το ενδιαφέρον που κάθε πολιτική εξουσία δείχνει για τον κοινωνικό έλεγχο και την οριοθέτηση της εκπαιδευτικής πολιτικής (Demaine 2003, Fitz et al. 2005). 890 Είναι λοιπόν σαφές πως η εκπαίδευση καθώς και οι ειδικότεροι μηχανισμοί που συγκροτούν τη λειτουργία της συμβάλλουν ευθέως στον τρόπο με τον οποίο αναπαράγονται οι κυρίαρχες κοινωνικές ιεραρχήσεις αποσκοπώντας στη διατήρηση αλλά και τον έλεγχο των υφιστάμενων κοινωνικών δομών. Υπό την έννοια αυτή στη μετανεωτερική εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ανεξάρτητα από τις αξιολογικές μας κρίσεις, οφείλουμε να αναζητήσουμε τα όρια, τις δυνατότητες αλλά και τις προκλήσεις που αναδύονται σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε επαρκώς την ουσία αλλά και το περιεχόμενο των μεταβολών που έχουν συντελεστεί, ειδικότερα δε όταν αυτές συνδέονται με αλλαγές οι οποίες αναφέρονται σε αυτό που αποκαλούμε 4η βιομηχανική επανάσταση. Το βασικό μας ερώτημα είναι σαφές: Ποιες αλλαγές έχουν επέλθει στο πεδίο της εκπαίδευσης και πώς αυτές συνδέονται με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας στις μέρες μας; Αντιστρέφοντας ωστόσο το ερώτημα, θα μπορούσαμε να το θέσουμε διαφορετικά: ποιες αλλαγές έχουν επέλθει στον Κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και πώς αυτές συνδέονται με το πεδίο της εκπαίδευσης; Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, είτε με την πρώτη είτε με τη δεύτερη εκδοχή του ερωτήματος, τη διαλεκτική φύση και αλληλοδιαπλοκή των δύο ερωτημάτων, αφού τόσο ο καταμερισμός της εργασίας όσο και η εκπαίδευση συμβάλλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νέας εποχής συμμετέχοντας εξίσου δυναμικά στον τρόπο με τον οποίο επιτελούνται οι λειτουργίες της κοινωνικής αναπαραγωγής σε διεθνές επίπεδο (Maher 2004). Ωστόσο αυτό που παρατηρούμε με βεβαιότητα είναι το ότι σε σχέση με τον νεωτερικό καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος παραδοσιακά τεκμηριωνόταν στη διάκριση μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργατικής δύναμης (Bakker & Gill 2003) στις μέρες μας βρισκόμαστε μπροστά σε διαφορετικές συνθήκες, οι οποίες απαιτούν την κατανόηση πολύπλοκων και σύνθετων διαμεσολαβήσεων που αλλάζουν εκ βάθρων τη φύση και τη λειτουργία, τη δομή και το περιεχόμενο της αγοράς εργασίας (ibid.). Ταυτόχρονα οι αλλαγές αυτές συμπαρασύρουν και άλλες μεταβολές σε πεδία όπως οι δομές των προσόντων, οι τύποι των δεξιοτήτων, η διάρκεια των σπουδών, η φύση της μάθησης, ο χαρακτήρας της εκπαίδευσης συνολικότερα, αφού η παραδοσιακή εκπαίδευση που ανώτερο όριο της ήταν το πτυχίο, μεταλλάσσεται σε «εθελούσια» δια βίου μάθηση που ενέχει όλους τους τύπους, τις εκφάνσεις και τις εκδοχές της τυπικής, της μη τυπικής εκπαίδευσης αλλά και της άτυπης μάθησης. Εκ των πραγμάτων λοιπόν μετατοπιζόμαστε σε μια νέα πραγματικότητα που πέρα από την υποχρεωτική και τη μετα-υποχρεωτική εκπαίδευση του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος οδηγούμαστε σε ένα συνεχιζόμενο και δια βίου πεδίο μάθησης όπου πέρα από τα προσόντα αναζητούμε τον πυρήνα των μαθησιακών αποτελεσμάτων δίνοντας έμφαση σε γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες. Στο νέο πεδίο αυτό, δίπλα στις παραδοσιακές συμβατικές μορφές μάθησης συμμετέχουν εξίσου δυναμικές οι εξ αποστάσεως (συγχρονικές και ασύγχρονες) πλατφόρμες μάθησης, οι νέες μορφές κατάρτισης (αρχικής και συνεχιζόμενης) τα συστήματα αναγνώρισης, πιστοποίησης και μεταφοράς προσόντων, οι νέες στρατηγικές δεξιοτήτων καθώς και μια σειρά άλλων εργαλείων εκπαιδευτικής πολιτικής που υπερβαίνουν το παραδοσιακό δίπολο μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Για παράδειγμα στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης ο αγρότης − χειριστής μιας αλωνιστικής μηχανής που θα μπορεί να τη διευθύνει μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων από το πεδίο άσκησης της εργασίας, θα λογίζεται χειρώνακτας ή ένας εξειδικευμένος επαγγελματίας με υψηλή τεχνογνωσία που θα έχει εκπαιδευτεί στη ρομποτική ή στις νέες τεχνολογίες και υπό την έννοια αυτή δεν θα χρησιμοποιεί τα χέρια του για κάτι 891 άλλο πέραν του πληκτρολογίου; Είναι σαφές πως μπορούμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα, τα οποία ανατρέπουν τις παραδοσιακές αναπαραστάσεις για τη διάκριση μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας ή για τις συμβατικές ταξινομήσεις των επαγγελμάτων με βάση τις εξειδικεύσεις τους αλλά και τα προσόντα που απαιτούνται (Brown & Lauder 2009). Το κρίσιμο ζήτημα είναι να δούμε το ρόλο της εκπαίδευσης μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των τεχνολογικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβολών. Κατά συνέπεια το ερώτημα αναπροσαρμόζεται και τίθεται ως εξής: «γιατί η εκπαίδευση μπαίνει στο προσκήνιο των εξελίξεων στο πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης;». Είναι σαφές πως το σχολείο και γενικότερο το εκπαιδευτικό σύστημα, σε μια εποχή έντονων κοινωνικών, οικονομικών, τεχνολογικών και πολιτισμικών μεταβολών καλείται να επαναπροσδιορίσει τη δυναμική και τον προσανατολισμό του. Αυτό άλλωστε οι κοινωνίες το διαχειρίστηκαν με διαφορετικούς όρους ήδη από την εποχή των προηγούμενων βιομηχανικών επαναστάσεων που τα παραδοσιακά εργαλεία έδωσαν τη θέση τους στις ατμομηχανές και στις ηλεκτρικά φορτιζόμενες μηχανές της μαζικής παραγωγής. Αναμφίβολα το εκπαιδευτικό σύστημα επεδίωξε την προσαρμογή του προκειμένου να υποστηρίξει τις τεχνολογικές μεταβολές μέσα στην εκπαίδευση και την κατάρτιση των μαθητών στις νέες παραγωγικές και τεχνολογικές συνθήκες. Παρόλα αυτά η βασική αποστολή της εκπαίδευσης ως φορέα κοινωνικοποίησης παραμένει μεγάλη, αφού η ενταξιακή και η ιδεολογική της επίδραση στο σύγχρονο πολιτισμικό γίγνεσθαι αποδεικνύεται εξαιρετικά ισχυρή (Wentzel & Looney 2007). Ταυτόχρονα η επιρροή της στην προετοιμασία και τη μετάβαση των ατόμων στη δομή της απασχόλησης και την αγορά εργασίας παραμένει κυρίαρχη (Allmendinger 1989). αφού ήδη από την δεκαετία του ‘60 ο ρόλος της στην αναβάθμιση και την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου αναδείχθηκε σε κυρίαρχο παράγοντας επαγγελματικής και κοινωνικής κινητικότητας (ibid.). Στην προέκταση αυτής της στρατηγικής, η εκπαίδευση στον 21ο αιώνα, μέσα από το κεκτημένο της τυπικής ισότητας ευκαιριών, συνεχίζει να θεωρείται ως ένας από τους βασικούς παράγοντες ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής που εκτός από προνόμιο των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων και των elites (Mills & Gale 2007) παρέχει αντισταθμιστικές ευκαιρίες κινητικότητας σε κοινωνικές κατηγορίες που είτε υφίστανται τον εκπαιδευτικό αποκλεισμό είτε απειλούνται με περιθωριοποίηση και κοινωνικό αποκλεισμό. Κατά συνέπεια, η εκπαίδευση ως θεσμικός χώρος, συνεχίζει να προσλαμβάνεται ως ένα πεδίο επένδυσης που συνδέεται με την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού γεγονός που συνεπάγεται πως η απόκτηση περισσότερων προσόντων οδηγεί στην απόκτηση ευκαιριών για εξεύρεση καλυτέρων θέσεων εργασίας, αμοιβών και επαγγελματικών ρόλων συμβάλλοντας παράλληλα και στην περιστολή των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων (Coleman 1988, Baron et al. 2000, Lange & Topel 2006). Στις μέρες μας ήδη γίνεται λόγος όχι μόνο για γνώσεις αλλά για δεξιότητες και ικανότητες σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν με ολιστικό τρόπο τα απορρέοντα από την εκπαίδευση μαθησιακά αποτελέσματα. Είναι σαφές πως η θεώρηση αυτή δεν είναι ασύνδετη με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον. Αντίθετα, αντανακλά και απεικονίζει την ευθεία συσχέτιση της εκπαίδευσης με την ηγεμονία της αγοράς μια εποχή που το οικονομικό στοιχείο επικυριαρχεί σε κάθε σφαίρα του κοινωνικού περιβάλλοντος (Green1997) καταδεικνύοντας πως οι διαδικασίες παραγωγής, οργάνωσης και ελέγχου της γνώσης δεν είναι ούτε πολιτικά ουδέτερες, ούτε ιδεολογικά άχρωμες κατηγορίες. Τουναντίον η στρατηγική, ο προσανατολισμός, η φιλοσοφία, οι στοχοθεσίες των 892 αναλυτικών προγραμμάτων, τα εγχειρίδια και τα εκπαιδευτικά υλικά, οι διαδικασίες ελέγχου της γνώσης, η ιεράρχηση των δεξιοτήτων, οι εκπαιδευτικές πρακτικές αξιολόγησης, πιστοποίησης, αναγνώρισης και μεταφοράς προσόντων, η προτεραιοποίηση, κ.ά., αποτελούν διαδικασίες που αντανακλούν τους συσχετισμούς δύναμης σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο καταδεικνύοντας το άμεσο ενδιαφέρον της κυρίαρχης ιδεολογίας για το συμβολικό αλλά και ουσιαστικό κοινωνικό έλεγχο του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι. Αναντίρρητα η διεθνοποίηση της εκπαίδευσης αποτελεί μια ηγεμονεύουσα στρατηγική που τεκμηριώνεται στην πίεση προσαρμογής των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων (Green 1997) στις ανάγκες του διεθνούς καταμερισμού εργασίας αλλά και του ρόλου που η εκπαίδευση ως θεσμικό πεδίο πρακτικών καλείται να διαδραματίσει. Eκπαίδευση και 4η βιομηχανική επανάσταση: από την εκμάθηση των βασικών «γραμματισμών» στην «κοινωνία των δεξιοτήτων» Στη θεώρηση μας είναι εξαιρετικά σημαντικό να δούμε την εκπαίδευση όχι σαν ένα αφαιρετικό ιδεότυπο αλλά ως ένα υλικό πεδίο θεσμικών πρακτικών μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που συγκροτούν το πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Ωστόσο είναι αναγκαίο, έστω και συνοπτικά να επισημάνουμε ορισμένα στοιχεία γύρω από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού που σήμερα ορίζουμε και αντιλαμβανόμαστε ως 4η βιομηχανική επανάσταση. Αν για παράδειγμα η 1η βιομηχανική επανάσταση ήταν η εποχή του ατμού και η εισαγωγή των ατμομηχανών στην προγενέστερη βιοτεχνική παραγωγή, σήμερα κάνουμε λόγο για εικονικές πραγματικότητες όπου κυριαρχεί η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence) για την ψηφιοποίηση της εργασίας (Digitalization) και την αυτό-εκπαίδευση των ίδιων των Μηχανών (Machine Learning), για επιστήμες των Δεδομένων (Data Science) με έμφαση στη ρομποτική, για την τρισδιάστατη εκτύπωση και το διαδίκτυο των απείρων δικτύων κ.ά. (Λαπατσιώρας et al. 2020). Αντιλαμβανόμαστε ουσιαστικά πως βρισκόμαστε σε μια εποχή που η επίδραση αυτής της τεράστιας τεχνολογικής επανάστασης είναι τεράστια τόσο στην βιομηχανία και το εμπόριο όσο στις υπηρεσίες και τις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων. Ταυτόχρονα αναδύονται εκατοντάδες προκλήσεις σε όλο το κοινωνικό εύρος με έμφαση στην οικονομία, την πολιτική, τις συναλλαγές, αλλά και τις διεθνείς σχέσεις αφού ο διεθνής καταμερισμός επηρεάζεται τόσο από την κατάργηση εκατομμυρίων θέσεων εργασίας όσο και από την εμφάνιση καινούργιων θέσεων, οι οποίες εδράζονται στην τεχνογνωσία των ψηφιακών γνώσεων και δεξιοτήτων (ibid.). Ειδικότερα βλέπουμε αμέτρητες εφαρμογές σε όλο το φάσμα των επικοινωνιών, στη βιοτεχνολογία, στις «έξυπνες» μηχανές, στην ιατροπληροφορική, στη νανοτεχνολογία κ.α με συνέπεια οι ταχύτητες παραγωγής και μετάδοσης των καινοτομιών να εναλλάσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Απέναντι σε αυτήν την ταχύτατη πορεία μεταβολών και μεταλλάξεων σε όλο το κοινωνικό φάσμα εμφανίζεται μια τεράστια μεταβολή αφού από την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στα «blue-white collars» μετατοπιζόμαστε στην ριζική αναδιάρθρωση του κυρίαρχου μοντέλου εκπαιδευτικής πολιτικής δίνοντας έμφαση σε συγκεκριμένες δεξιότητες, σε εξειδικευμένες ικανότητες σε «οριοθετημένες» τεχνικές άσκησης των επαγγελματικών καθηκόντων. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να επισημάνουμε τα σημεία εκείνα στα οποία η Ευρωπαϊκή στρατηγική (Colardyn & Bjornavold 2004) εστιάζει το ενδιαφέρον της επιχειρώντας 893 να τοποθετηθεί δυναμικά μέσα στη δίνη των εξελίξεων και των συστημικών μεταβολών που η παγκοσμιοποίηση προωθεί στο πεδίο του καταμερισμού της εργασίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με επίσημα κείμενα πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην προέκταση των αποφάσεων της Λισαβόνας το 2000, (Sieberson 2007) προκρίνονται οκτώ βασικές ικανότητες,2 οι οποίες θεωρούνται απαραίτητες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αποτελεσματικότητας του ανθρώπινου δυναμικού στη διεθνή σφαίρα. Πρόκειται για ικανότητες που προωθούν την προσωπική ολοκλήρωση, την απασχολησιμότητα, την ενεργό συμμετοχή στα κοινά και την κοινωνική ένταξη, τον βιώσιμο και υγιεινό τρόπο ζωής. Οι ικανότητες αυτές αναφέρονται σε θέματα όπως ο αλφαβητισμός, η πολυγλωσσία, οι δεξιότητες στα μαθηματικά, στις θετικές επιστήμες και τη μηχανική, οι ψηφιακές και τεχνολογικές ικανότητες, οι διαπροσωπικές δεξιότητες και η ευχέρεια απόκτησης νέων ικανοτήτων, η ενεργός συμμετοχή στα κοινά, η επιχειρηματικότητα, η πολιτισμική συνείδηση και έκφραση, η ανάπτυξη ήπιων και ψηφιακών δεξιοτήτων (soft και digital skills), η εντονότερη συσχέτιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, η Δια βίου μάθηση μέσα από ενεργητικές διαδικασίες up skilling και re-skilling. Είναι λοιπόν σαφές πως μέσα σε αυτή τη νέα στρατηγική αναδύονται διαδικασίες και θεσμικά εργαλεία όπως η πιστοποίηση προσόντων, η δημιουργία πλαισίων ταξινόμησής τους, η μεταφορά πιστωτικών μονάδων επαγγελματικής εμπειρίας και μάθησης από τη μια χώρα στην άλλη, (Le Mouillour 2004) η προτυποποίηση επαγγελματικών περιγραμμάτων κ.α σε μία προσπάθεια να ενισχυθεί η κινητικότητα, η διαπερατότητα αλλά και η αξιοπιστία των προσόντων (Coles & Oates 2005) αφού μόνο με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει να καταστεί εφικτή η κινητικότητα του ανθρώπινου δυναμικού κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προδιαγραφές ποιότητας (Colardyn & Bjornavold 2004). Ταυτόχρονα προωθείται η μεταφορά τεχνογνωσίας και επαγγελματικής εμπειρίας μέσα από την ανάπτυξη διαγνωστικών εργαλείων αναγνώρισης, πιστοποίησης και μεταφοράς της άτυπης μάθησης με σκοπό την κεφαλαιοποίηση δεξιοτήτων που μέχρι τώρα είτε έμεναν αδιαβάθμητες, είτε ανενεργές λόγω της μη αναγνώρισής τους. Αναμφίβολα τα εργαλεία αυτά, τα οποία ακούν στο όνομα EQF, ECVET, ΕQAVET, Εuropass, ESCO κ.ά. εντάσσονται σε αυτή την στρατηγική ενίσχυσης της πιστοποιημένης δια βίου μάθησης (ibid.) εντός της οποίας η επαγγελματική κατάρτιση εμφανίζεται να ισχυροποιείται διαρκώς. Στην προέκταση αυτής της λογικής βλέπουμε την εδραίωση και τη διάδοση άλλων θεσμικών εργαλείων όπως η μαθητεία ή πρακτική άσκηση σε μια προσπάθεια να ισχυροποιηθεί η σύνδεση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης με τη σφαίρα της απασχόλησης (McGrath 2012). Αναμφίβολα η τάση αυτή αναδεικνύεται σε κυρίαρχη αφού τεκμηριώνεται στις επιταγές μιας ευθείας συσχέτισης με την αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα η επαγγελματική κατάρτιση εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως μια ευέλικτη, προσαρμόσιμη και με ορατά αποτελέσματα εκπαιδευτική επιλογή (ibid.) που ευθυγραμμίζεται σχεδόν άμεσα με τις επιταγές του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος απαιτεί βασικές ικανότητες σε επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και συμπεριφοράς στους εργασιακούς χώρους (basic skills, soft skills, transversal skills, κ.ο.κ.). 2 Βλ. «Σύσταση του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, Σχετικά με τις Βασικές ικανότητες της Δια Βίου Μάθησης», όπως υπάρχει στο https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:32006H0962 (τελευταία ανάκτηση 14/2/2020). 894 Αναμφίβολα στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής εμφανίζονται μια σειρά από σημαντικές μεταβολές στο πεδίο της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της δια βίου μάθησης αφού, οι παραδοσιακοί ρόλοι ανατρέπονται και τη θέση τους καταλαμβάνουν νέες πρακτικές και διευθετήσεις. Για παράδειγμα βλέπουμε μεταβολές στο επίπεδο των μεθόδων μάθησης, στον τρόπο θεώρησης της γνώσης, στις διαδικασίες πρόσβασης, στις μεθόδους αξιολόγησης, στις τεχνικές μετάδοσής της, στους χρόνους απόκτησης και ανανέωσής των προσόντων, στις μεθόδους πιστοποίησής, κ.ο.κ., με συνέπεια την εδραίωση μιας νέας πραγματικότητας που σε τίποτα δεν θυμίζει το «μακρινό» πια παρελθόν του 20ου αιώνα. Είναι εύκολα αντιληπτό πως μέσα σε αυτή τη δίνη των εξελίξεων και των μετασχηματισμών απαιτούνται σημαντικά μέτρα για τη διασφάλιση της ισότητας στην πρόσβαση, τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, τη μέριμνα για την άμβλυνση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων, τη διασφάλιση του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος. Η εκπαίδευση στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής: βασικές επισημάνσεις μιας κριτικής θεώρησης Είναι σαφές πως η εκπαίδευση στην εποχή της 4ης βιομηχανικής εποχής βρίσκεται σε διαρκή κινητικότητα. Το ίδιο και οι μηχανισμοί που επιτελούν τις λειτουργίες της τόσο στην τυπική τους έκφραση όσο και σε «μη τυπικό» ή «άτυπο» επίπεδο. Την ίδια στιγμή, όπως ήδη αναφέρθηκε, μέσα σε αυτό τον «ορυμαγδό» των μεταβολών και των θεσμικών μεταλλάξεων, αναδύονται νέα εργαλεία πολιτικής τα οποία καλούνται να ευθυγραμμιστούν με τις ανάγκες και τις προσδοκίες του καταμερισμού της εργασίας σε διεθνές επίπεδο. Αυτό ουσιαστικά απορρέει από τις επιταγές που η ψηφιοποίηση, η ρομποτική, η αυτοματοποίηση αλλά και άλλες τεχνολογικές καινοτομίες προτάσσουν με συνέπεια τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης να υποβάλλονται σε μια πιεστική συνθήκη μετασχηματισμού που να ικανοποιεί την προετοιμασία και την καταλληλότητα του ανθρώπινου δυναμικού για τα νέα και εξειδικευμένα επαγγέλματα. Είναι ωστόσο παράδοξο πως την ίδια στιγμή που γίνεται λόγος για στρατηγικές δεξιοτήτων, για αναγνώριση, πιστοποίηση και μεταφορά προσόντων σε διεθνές επίπεδο, για εργαλεία διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας και πρόβλεψη δεξιοτήτων,(skills forecasting) για τεχνολογίες αιχμής κ.α φαινόμενα όπως η ανεργία των νέων, οι Νeets (Νέοι εκτός εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης), το “brain drain”, το “brain waste”, κ.ά., καταδεικνύουν τη συστημική αδυναμία να «ευθυγραμμιστούν» οι διεθνείς τάσεις προσφοράς και ζήτησης εργατικού δυναμικού καθώς και οι «εκροές» των εκπαιδευτικών συστημάτων με τις ανάγκες της παραγωγής και της αγοράς εργασίας (Leuven & Oosterbeek 2011). Κατά παράδοξο τρόπο δίπλα στις τεράστιες καινοτομίες και τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες, όπως αυτές αναδύονται από τη ψηφιοποίηση της εργασίας, πολλά εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα εμφανίζονται αμήχανα και αναποτελεσματικά είτε να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, είτε να αντιμετωπίσουν δραστικά τις προκλήσεις που αναδύονται. Κατά συνέπεια τα προαναφερθέντα προβλήματα δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο των εκπαιδευτικών συστημάτων και των συνακόλουθων μηχανισμών που τα απαρτίζουν αλλά επεκτείνονται σε όλο το κοινωνικό φάσμα προκαλώντας άλλα παθογενή φαινόμενα όπως η φτώχεια, η οικονομική μετανάστευση, η μακροχρόνια ανεργία, η ύφεση, η ένταση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, η 895 ψυχοκοινωνική ματαίωση ολόκληρων γενεών. Aαμφίβολα τα φαινόμενα αυτά υπήρξαν ιδιαίτερα έντονα στην περίπτωση της ελληνικής πραγματικότητας την περίοδο έξαρσης της οικονομικής κρίσης (Nikolaou et al. 2018). Είναι σημαντικό λοιπόν και σε σχέση πάντα με το κυρίαρχο ζήτημα της εκπαίδευσης να δούμε μια σειρά κρίσιμων και ανοικτών ζητημάτων, όπως αυτά ξεδιπλώνονται μέσα στην καθημερινή λειτουργία των εκπαιδευτικών μηχανισμών. Ειδικότερα η έμφαση στα μαθησιακά αποτελέσματα (learning outcomes) (Leney et al. 2008) αποτελεί για τη διεθνή αγορά εργασίας μια ανερχόμενη τάση (Ure 2015, Birtwistle et al. 2016). Αυτό σηματοδοτεί πως αυτό που ηγεμονεύει δεν είναι το επίπεδο της ποιότητας των εκπαιδευτικών «εισροών» (αναλυτικά προγράμματα, εκπαιδευτές, διάρκεια σπουδών, εγχειρίδια, μέθοδοι διδασκαλίας κ.ά.) αλλά οι μαθησιακές «εκροές». Το τι δηλαδή είναι σε θέση να γνωρίζει (γνώσεις) κάποιος και να πράττει (δεξιότητες) με αποτελεσματικό για την αγορά εργασίας τρόπο (ικανότητες). Με άλλα λόγια η έμφαση δίνεται στην αποτελεσματική ένταξη στις ανάγκες που η αγορά εργασίας θέτει με συνέπεια να υποτιμούνται κάποιες άλλες εξίσου σοβαρές διαστάσεις που εδράζονται σε παιδαγωγικές, ηθικές και αξιακές διευθετήσεις και μεταβιβάσεις που είναι εξαιρετικά κρίσιμες για την επιτυχή και ολοκληρωμένη έκβαση των στόχων της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της δια βίου μάθησης. Υπό την έννοια αυτή η έμφαση στα μαθησιακά αποτελέσματα ενέχει έναν υψηλό βαθμό ασάφειας και μεθοδολογικής μονομέρειας που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τρόπο κριτικό, ορθολογικά επαρκή και αξιολογικά αμερόληπτο. Το ζήτημα της κινητικότητας αποτελεί επίσης ένα ακανθώδες πεδίο. Κι αυτό γιατί όταν η κινητικότητα δεν είναι ηθελημένη και «αυτόφωτη» τότε εγείρονται ζητήματα γύρω από την ποιότητα και το χαρακτήρα της επιβολής της (Freeman 2006). Σε πολλές περιπτώσεις δυστυχώς παρατηρούμε πως οι μετακινήσεις του εργατικού δυναμικού δεν είναι «ανοδικής φύσεως» ούτε συνδέονται με επωφελή χαρακτηριστικά. Αντίθετα, συμβαίνουν με τρόπο «βίαιο» ή αιφνίδιο ως αποτέλεσμα των ανακατατάξεων και των μετασχηματισμών που η αγορά εργασίας επιβάλλει με συνέπεια να προκαλείται σειρά αλυσιδωτών προβλημάτων, τα οποία επιφορτίζουν οικονομικά, ψυχολογικά, κοινωνικά τόσο τα υποκείμενα όσο και τις οικογένειες τους. Υπό την έννοια αυτή, η κινητικότητα της εργασίας ενώ αποτελεί μια επιθυμητή συνιστώσα της ανάπτυξης και της διεύρυνσης των αγορών από την άλλη δεν συνδέεται με συνθήκες πρόβλεψης και ψυχοκοινωνικής ασφάλειας με αποτέλεσμα η μάθηση μέσω της απόκτησης προσόντων από αναμορφωτική δύναμη να μεταλλάσσεται σε ένα αγχογόνο «σαφάρι» όπου το θήραμα δεν είναι άλλο από τη διατήρηση της ίδιας της εργασίας. Aναμφίβολα στο σημείο αυτό μας απασχολεί ο ανερχόμενος πληθωρισμός των προσόντων καθώς και η δημιουργία «βιομηχανιών πιστοποίησης», οι οποίες υπό το πρόσχημα της ρεαλιστικής ανάγκης για επικαιροποίηση των γνώσεων, επιδίδονται σε μια ευθέως χρησιμοθηρική στρατηγική κερδοφορίας που οδηγεί τα υποκείμενα σε χειραγώγηση και ψυχαναγκασμό (Φωτόπουλος & Ζάγκος 2016). Και η πρόκληση βρίσκεται ενώπιον μας: στο πλαίσιο μιας τέτοιας στρατηγικής, η λελογισμένη λειτουργία, η αυτοσυγκράτηση και η οριοθέτηση μιας αγοράς που παρέχει πιστοποιημένα προσόντα με σκοπό την επαγγελματική εξαργύρωση είναι εφικτή; Η απαιτούμενη διαφάνεια, η αξιοπιστία και η εγκυρότητα των πιστοποιήσεων είναι εύκολο να διασφαλιστούν ή η πίεση για «εξαργύρωση» των προσόντων στην αγορά εργασίας ενδέχεται να οδηγεί διαρκώς στην υποβάθμιση της ουσίας και της αποστολής της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της δια βίου μάθησης; Κατ’ επέκταση, ποια ενδέχεται να είναι η επίδραση όλης αυτής της τάσης 896 στο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών, οι οποίες στο πλαίσιο μιας μονοδιάστατης κοινωνίας λοιδορούνται ως μη χρήσιμες και μη ανταποδοτικές μορφές εκπαιδευτικής επένδυσης; Είναι σαφές πως η εκπαίδευση βρίσκεται στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής όπου όσο αναγκαία είναι η ενίσχυση της απασχόλησης μέσω της επαγγελματικής εκπαίδευσης/κατάρτισης και της δια βίου μάθησης άλλο τόσο αναγκαία είναι η διαφύλαξη του αξιακού της πυρήνα ο οποίος εδράζεται στην ολοκλήρωση και την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου. Η εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης προτάσσει τη διεθνοποίηση της εκπαίδευσης αναδεικνύοντας τις καινοτόμες μορφές μάθησης σε όλο το εύρος των μορφών, των τύπων και των εκδοχών της. Ταυτόχρονα επιφέρει σημαντικές μεταβολές στα παραδοσιακά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης αφού η ψηφιοποίηση της εργασίας καταργεί κλάδους, ειδικότητες και επαγγέλματα χωρίς να υπολογίζει το κοινωνικό κόστος που οι μεταβολές αυτές επιφέρουν. Την ίδια στιγμή δημιουργεί νέες προκλήσεις και ευκαιρίες για νέες θέσεις εργασίας προσδίδοντας νέα δυναμική τόσο σε υπάρχοντα επαγγέλματα όσο και σε καινούργια, τα οποία αναδύονται λόγω της φύσης της ίδιας της εξέλιξης της τεχνολογίας. Επειδή κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να διαγνώσει επακριβώς τις αναλογίες, το εύρος, την ένταση και την επίδραση των αλλαγών και των μετασχηματισμών που θα επέλθουν, είναι αναγκαίο να δούμε εκείνες τις παραμέτρους που καθιστούν δυνατή την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και κυρίως την ενίσχυση των κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερων σε μια προσπάθεια όχι μόνο να κατανοηθεί ο τρόπος λειτουργίας της εκπαίδευσης στο πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης αλλά κυρίως να αντιμετωπιστούν δραστικά οι παρενέργειες και οι παράπλευρες απώλειες που αυτή δημιουργεί. Αναμφίβολα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μας απαιτείται να τοποθετηθούν οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης (Γουβιάς & Φωτόπουλος 2015) σε μια προσπάθεια να επέλθει μια νέα «δυναμική ισορροπίας» μεταξύ της ανάπτυξης των δυνάμεων του κεφαλαίου και των δυνάμεων της εργασίας στη μετα-νεωτερική παγκοσμιοποίηση προτάσσοντας μέτρα προστασίας προς όφελος εκείνων που εμφανίζονται περισσότερο κοινωνικά «ευπαθείς» ανίσχυροι και αδύναμοι απέναντι στις ραγδαίες εξελίξεις. Με τον τρόπο αυτό η απαιτούμενη κοινωνική συνοχή θα δύναται να συμβάλει στη θεμελίωση ενός στέρεου υπόβαθρου πάνω στο οποίο θα μπορεί να αναπτυχθεί ένα υγιές, μακρόπνοο και κοινωνικά επωφελές παραγωγικό και αναπτυξιακό οικοδόμημα. Αναφερόμενοι ειδικά στο πεδίο της εκπαιδευτικής πολιτικής αυτό για το οποίο είναι αναγκαίο να μεριμνήσουμε είναι η ισότιμη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στο αγαθό της γνώσης και των παράγωγων που τη συνοδεύουν. Το αίτημα αυτό συνδέεται ευθέως με το πολιτικό ζήτημα της περιστολής των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων καθώς και με το όραμα μιας γνήσιας και ουσιαστικής «κοινωνίας της γνώσης» όχι μόνο για τις μειοψηφικές elites αλλά για όλους όσοι αισθάνονται την ανάγκη να διεκδικήσουν μέσω της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και τη δια βίου μάθησης περισσότερα προσόντα, αποτελεσματικές δεξιότητες, διευρυμένες γνώσεις και το κυριότερο να αναπτύξουν ανεμπόδιστα την πορεία αυτο- ολοκλήρωσής τους. Το σημαντικότερο στις μέρες μας είναι πως η ανάπτυξη των τεχνολογικών μας δυνατοτήτων δύναται να συμβάλει σθεναρά στην οικοδόμηση μιας «ανοικτής» κοινωνίας της γνώσης, της ισότητας και τις κοινωνικής δικαιοσύνης. Το διακύβευμα ωστόσο παραμένει μια καθαρά πολιτική υπόθεση, η οποία ξεπερνά τα στενά πλαίσια του έθνους-κράτους και προφανώς προϋποθέτει ένα διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων ευρύτερου προφανώς του θεσμικού χώρου της εκπαιδευτικής πολιτικής. 897 Επιλογικό Σημείωμα Η εκπαίδευση στον 21ο αιώνα, περισσότερο από ποτέ, αναδεικνύεται σε έναν καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης των εξελίξεων σε όλο το κοινωνικό φάσμα. Η διεθνοποίηση της δυναμικής της στο πλαίσιο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης επιβάλλει τη διαρκή αναψηλάφηση των ορίων αλλά και των δυνατοτήτων της, αφού σε σχέση με όλες τις φάσεις της νεωτερικής περιόδου, στις μέρες μας διακρίνονται σημαντικές αλλαγές και μετασχηματισμοί που επανατοποθετούν την εκπαίδευση στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Αναμφίβολα η εδραίωση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης διαμορφώνει νέες προκλήσεις και νέες δυνατότητες, αφού στοιχεία όπως η ψηφιοποίηση της εργασίας, η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική, κ.ά., απαιτούν από τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς εγρήγορση και κινητικότητα. Ταυτόχρονα ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας βρίσκεται σε διαρκή μετασχηματισμό αφού νέα επαγγέλματα, νέες εξειδικεύσεις, καινούριες δεξιότητες, πιστοποιημένες γνώσεις και μαθησιακά αποτελέσματα κεφαλαιοποιούνται με ταχύ ρυθμό σε μια κατεύθυνση όπου η εκπαίδευση, η κατάρτιση, η δια βίου μάθηση παρέχονται πολυτυπικά, πολυτροπικά με εντελώς διαφορετικούς χωροχρονικούς συνδυασμούς. Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης η Ευρωπαϊκή στρατηγική επιχειρεί να δώσει τη δική της απάντηση, αφού η εκπαιδευτική πολιτική εμφανίζεται να μην περιορίζεται στα στενά όρια του έθνους- κράτους αλλά να λαμβάνει διαστάσεις υπερεθνικές και παγκόσμιες. Είναι σαφές πως τα νέα εργαλεία πολιτικής, τα οποία διαχέονται σε όλο το φάσμα των εκπαιδευτικών μηχανισμών, καλούνται να υποστηρίξουν την κυρίαρχη διαδρομή την οποία η εκπαίδευση διανύει στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Εν κατακλείδι λοιπόν καταθέτουμε μια αναστοχαστική προτροπή για το μέλλον: τα νέα εργαλεία εκπαιδευτικής πολιτικής στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα θα καταφέρουν να διαμορφώσουν μια προοπτική αποδέσμευσης δημιουργικών δυνάμεων ή θα συμβάλλουν στην περαιτέρω «εργαλειοποίηση» του σύγχρονου εκπαιδευτικού γίγνεσθαι; Bιβλιογραφία Allmendinger, J. (1989), “Educational Systems and Labor Market Outcomes”, European Sociological Review, 5 (3), 231-250. Bakker, I., & Gill, S. (2003), “Global Political Economy and Social Reproduction”, σε Ι. Bakker & S. Gill (επιμ.), Power, Production and Social Reproduction, London, Palgrave Macmillan, σσ. 3-16. Baron, S., Field, J. & Schuller, T. (επιμ.) (2000), Social Capital: Critical perspectives, Oxford, OUP. Birtwistle, T., Brown, C. & Wagenaar, R. (2016), “A Long Way to Go… A study on the implementation of the learning-outcomes based approach in the EU, Tuning Journal for Higher Education, 3 (2): 429-463. Bourdieu, P. (1973). Cultural Reproduction and Social Reproduction, London, Tavistock. Brown, P. & Lauder, H. (2009), “Economic Globalisation, Skill Formation and the Consequences for Higher Education”, σε M. W. Apple, S. J. Ball, L. A. Gandin (επιμ.), The Routledge International Handbook of the Sociology of Education, London, Routledge, σσ. 229-240. 898 Colardyn, D., & Bjornavold, J. (2004), “Validation of Formal, Non‐Formal and Informal Learning: Policy and Practices in EU Member States 1”, European Journal of Education, 39 (1): 69-89. Coleman, J. S. (1988), “Social Capital in the Creation of Human Capital”, American Journal of Sociology, 94, Supplement: S95-S120. Coles, M. & Oates, T. (2005), European Reference Levels for Education and Training: Promoting credit transfer and mutual trust, Luxemburg, Office for Official Publications of the European Communities. Collins, J. (2009), “Social Reproduction in Classrooms and Schools”, Annual Review of Anthropology, 38: 33-48. Demaine, J. (2003), “Social Reproduction and Education Policy, International Studies in Sociology of Education, 13 (2): 125-140. Fitz, J., Davies, B., & Evans, J. (2005), Education Policy and Social Reproduction: Class inscription & symbolic control, London, Routledge. Freeman, R. B. (2006), “People Flows in Globalization”, Journal of Economic Perspectives, 20 (2): 145-170. Green, A. (1997), “Education, Globalization and the Nation State”, σε Α. Green, Education, Globalization and the Nation State, London, Palgrave Macmillan, σσ. 130-186. Lange, F., & Topel, R. (2006), “The Social Value of Education and Human Capital”, σε E. Hanushek & F. Welch (επιμ.), Handbook of the Economics of Education, Amsterdam, North Holland, 1: 459-509. Le Mouillour, I. (2004), “European Approaches to Credit (Transfer) Systems in VET”, Luxembourg, Office for Official Publications of the European Communities, Cedefop Dossier series. Leney, T., Gordon, J. & Adam, S. (2008), The Shift to Learning Outcomes; Policies and practices in Europe, Luxemburg, Office for the Official Publications of the European Communities, Cedefop References Series 72. Leuven, E., & Oosterbeek, H. (2011), Overeducation and Mismatch in the Labor Market, σε E. A Hanushek, S. Machin & L. Woessmann (επιμ.), Handbook of the Economics of Education, τόμος 4, Elsevier-North Holland, σσ. 283-326. Maher, K. H. (2004), Globalized Social Reproduction: Women migrants and the citizenship gap”, σε A. Brysk & G. Shafir (επιμ.), People out of Place: Globalization, human rights and the citizenship gap, New York and London, Routledge, σσ. 131-51. Mills, C., & Gale, T. (2007), “Researching Social Inequalities in Education: Towards a Bourdieuian methodology”, International Journal of Qualitative Studies in Education, 20 (4): 433-447. Nikolaou, S. M., Papa, M. & Gogou, L. (2018), “Social Inequalities in a Time of Economic Crisis in Greece”, International Journal of Social Science Research, 6 (1): 61-75. Sieberson, S. C. (2007), “The Treaty of Lisbon and its Impact on the European Union's Democratic Deficit”, Colum. J. Eur. L., 14: 445. Ure, O. B. (2015), “Governance for Learning Outcomes in European Policy-making: Qualification frameworks pushed through the open method of coordination”, International Journal for Research in Vocational Education and Training, 2 (4): 268-283. Wentzel, K. R., & Looney, L. (2007), “Socialization in School Settings”, σε J. E. Grusec & P. D. Hastings (επιμ.), Handbook of Socialization: Theory and research, New York, Guildford Press, σσ. 382-403. Γουβιάς, Δ. & Φωτόπουλος, Ν. (2015), «Διά-βίου Μάθηση & Σύγχρονα Εργασιακά Περιβάλλοντα», http://hepnet.upatras.gr/xfiles/articles/ Gouvias_Fotopoulos-Kanep- GSEE.pdf (τελευταία ανάκτηση 13.2.2020). Λαπατσιώρας Σ. Μηλιός Γ, Μιχαηλίδης Π. (2020), Οι Επιπτώσεις της Ψηφιοποίησης της Εργασίας, Αθήνα, Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Μελέτες # 46. 899 Φωτόπουλος, Ν. & Ζάγκος, Χ. (2016), Δια-βίου Μάθηση, Πιστοποίηση Προσόντων και Διασφάλιση ποιότητας, Όψεις και διερεύνηση της ευρωπαϊκής εμπειρίας, Αθήνα, Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Μελέτες # 45. 900 Η Σχέση Σύγκρουσης και Συνεργασίας Μεταξύ Κρατών και Ομάδων Αντισυστημικής Πολιτικής Βίας Νικόλαος Χαραλαμπόπουλος1 Περίληψη Στη σύγχρονη εποχή, όπου φαίνεται να έχει επικρατήσει ένα μόνο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, η άσκηση αντισυστημικής πολιτικής βίας προέρχεται από εκείνους τους πολίτες που δεν ένιωσαν την πρόοδο και την ευημερία που διακήρυττε η Γαλλική Επανάσταση, που δεν ευεργετήθηκαν από τη νεωτερικότητα, που τελικά έχασαν την εμπιστοσύνη στο κράτος και τους θεσμούς του. Η τάση αυτή παρατηρείται στα πλήθη που συγκεντρώνει ο Ισλαμικός Εξτρεμισμός, στις οργανώσεις που ασκούν Ακροδεξιά Βία, και στις ομάδες που αυτό- οργανώνονται γύρω από μορφές Αντιεξουσιαστικής Βίας. Στον αντίποδα αντιπαρατίθεται μία άλλη διεθνής μορφή πολιτικής βίας, αυτή των θεσμοθετημένων κρατικών εξουσιών, η οποία, αναπτύσσοντας με τη σειρά της κοινές μεθόδους αντιμετώπισης, συμβάλει στην εδραίωση της σύγκρουσης. Από εδώ συνεπάγεται ότι θα μπορούσαν να αναδυθούν δύο μεγάλες συγκρουσιακές δυναμικές, χωρίς αυτές να ορίζονται με βάση τον πολιτισμό, ή το έθνος, ή τους σύγχρονους προσδιορισμούς της ταξικής θέσης. Από τη μία η δυναμική των Κρατών και από την άλλη των αντισυστημικών ομάδων άσκησης πολιτικής βίας. Λέξεις-κλειδιά: κράτος, αντισυστημική πολιτική βία, διεθνής ασφάλεια, ισλαμικός εξτρεμισμός, ακροδεξιά βία, αντιεξουσιαστική βία Εισαγωγή Το τέλος του Ψυχρού πολέμου απεγκλώβισε ανθρωπολογικές δυνάμεις, οι οποίες αναζητούν επαναπροσδιορισμό της υπόστασής τους σε μορφές οργανωτικών δομών, διαφορετικές από εκείνες του διαφωτιστικού παραδείγματος. Η τάση αυτή παρατηρείται στα πλήθη που συγκεντρώνει η ιδεολογία που πρεσβεύει ο Ισλαμικός Εξτρεμισμός, στις οργανώσεις που ασκούν Ναζιστική Βία, και στις ομάδες που αυτό- οργανώνονται γύρω από μορφές Αντιεξουσιαστικής Βίας με σκοπό την άμεση αναζήτηση λύσης σε καθημερινά ζητήματα και τη δημιουργία ασφαλέστερου χώρου διαβίωσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα ίδια τα κράτη δημιουργούν αυτές τις αντισυστημικές ομάδες βίας προκειμένου να διαμορφώσουν νέους κανόνες και να επιβάλουν τους στόχους τους. Η απάντηση που δίνεται είναι πως η ύπαρξη ομάδων που αμφισβητούν υφίσταται διαχρονικά. Αυτό που εξαρτάται από το κράτος είναι η οξύτητα ή η ηπιότητα της υπάρχουσας αμφισβήτησης. Αν δηλαδή το κράτος μέσω του ενυπάρχοντος, κοινωνικά και ιστορικά, συμβολαίου μεταξύ αρχόντων και αρχομένων, δεν καθίσταται ικανό να διαχειριστεί την ασφάλεια των διάφορων 1Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών,
[email protected]/
[email protected]901 μελών της κοινότητας και την ενδεχόμενη βία που προκύψει, τότε το κενό διαχείρισης θα πρέπει να καλυφθεί. Απέναντι σε αυτό το κενό οι ομάδες αντισυστημικής πολιτικής βίας, δείχνουν να προσφέρουν βασικούς άξονες έκφρασης της συσσωρευμένης οργής σε ένα διεθνές περιβάλλον που καθίσταται περισσότερο βίαιο, και στο οποίο τα αφηγήματα και οι θεσμοί των σύγχρονων δημοκρατιών φαίνεται να μην έχουν τη δυνατότητα ή τη νομιμοποίηση να αντιστρέψουν αυτή την πορεία. Σχετικά με αυτή τη δραστηριότητα το κράτος δεν παραμένει αδρανές, Αντιθέτως αντιδρά δυναμικά απέναντι στην αμφισβήτηση που δέχεται. Ως προς το εσωτερικό πεδίο, εναντίον της αντιεξουσιαστικής βίας για παράδειγμα, μία σειρά αυστηρών νομοθεσιών και οι αυξητικές τάσεις της χρήσης βίας επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Ως προς το διεθνές πεδίο τα κράτη συνάπτουν συμμαχίες και διεξάγουν πόλεμο ενάντια σε τέτοιου είδους πρακτικές, ή συνεργάζονται μαζί τους όπως για παράδειγμα με ομάδες Ισλαμικού Εξτρεμισμού στη Λιβύη και στη Συρία ή ομάδες Ακροδεξιάς βίας στην Ουκρανία. Τα νέα αυτά δεδομένα διαμορφώνουν νέες μεθόδους προσέγγισης της έννοιας της «ασφάλειας» κατά τις οποίες ομάδες άσκησης αντισυστημικής πολιτικής βίας, που δραστηριοποιούνται σε ένα κράτος, δύνανται να υποστηριχτούν από άλλα κράτη ή από άλλες ομάδες ανάλογα με το υπάρχον, κάθε φορά, συμφέρον. Το όφελος είναι αμοιβαίο καθώς και το κράτος επιτυγχάνει το στόχο του, μέσω της ομάδας, αλλά και η ομάδα επιτυγχάνει το στόχο της μέσω του κράτους. Το αποτέλεσμα είναι θεσμικά ισχυρά κράτη να ενισχύονται και να συντηρητικοποιούνται για να καταστείλουν τις ομάδες αυτές, ενώ θεσμικά ανίσχυρα κράτη να απονεκρώνονται παραδίδοντας τη διαμόρφωση θεσμών και κανόνων σε ομάδες αντισυστημικής πολιτικής βίας. Επαναπροσέγγιση της τρομοκρατίας ως Αντισυστημικής Πολιτικής Βίας Το παρόν άρθρο εξετάζει την πολιτική βία που ασκείται από μη κρατικές ομάδες κατά του συστήματος (κοινωνικού-οικονομικού-πολιτικού), εντός του οποίου αναπτύσσουν δράση, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο, οι ομάδες αυτές, επηρεάζουν τις διεθνείς σχέσεις και πολιτικές ως προς το ζήτημα της ασφάλειας. Ως εκ τούτου θα πρέπει, καταρχάς, να εξηγηθεί η έννοια «σύστημα» και να δικαιολογηθεί η χρήση του όρου «αντισυστημική πολιτική βία» αντί, για παράδειγμα, του όρου «τρομοκρατία». Σήμερα, σε ολόκληρο το κατοικημένο μέρος της γης, φαίνεται πως έχει απομείνει ένα μόνο κοινωνικό σύστημα, και επομένως ένας μόνον τρόπος παραγωγής, η καπιταλιστική κοσμοοικονομία, η οποία πολιτικά εκφράζεται από τον φιλελευθερισμό. Άμεσα προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα: α) δύναται αυτό να σημαίνει ότι έχουμε έναν μόνο πολιτισμό (Wallerstein 2009: 58-59); β) το κοινωνικό αυτό σύστημα και ο τρόπος παραγωγής έχουν την απαραίτητη «αληθινή ισχύ» (Κονδύλης 1992: 94) ώστε να επιφυλάσσει, μέσω της πειθούς, για τον εαυτό του, και μέσω των εκπροσώπων του, τον ρόλο του προασπιστή ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων διεθνώς ή πρέπει να επιβληθεί μέσω της βίας, σε συμπεριφορές ατόμων ή κοινωνικών ομάδων, που παρεκκλίνουν από τα συστήματα δικαίου που το ίδιο επιτάσσει; Η αύξουσα τάση της βίας, η οποία θα αναλυθεί στη συνέχεια, είναι ενδεικτική της αδυναμίας του Φιλελευθερισμού να επιβάλει τις οικουμενικές αξίες του μέσω της 902 πειθούς. Αυτό το μειονέκτημα οδηγεί τους εκπροσώπους του συγκεκριμένου πολιτικού ρεύματος στην άσκηση βίας με τη μορφή, για παράδειγμα, είτε πολέμου είτε ηθικού εξαναγκασμού. Αυτή η πρακτική με τη σειρά της εκλαμβάνεται ως προσπάθεια πίεσης και καταστροφής, από αυτούς που δεν επιθυμούν να ενταχτούν στις νόρμες του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να προσφεύγουν σε ιδιαιτεροκρατίες για να σχηματίσουν γραμμές άμυνας εναντίον του φαινομενικά μοναδικού συστήματος. Οι ιδιαιτεροκρατίες αυτές όμως φαίνεται πως δεν οριοθετούνται πλέον γύρω από τις παλιές ομαδοποιήσεις, όπως έθνος, χρώμα, τάξη, πολιτικοί φορείς, καθώς αυτές απέτυχαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του πληθυσμού κατά την περίοδο της νεωτερικότητας. Αντίθετα σχηματίζονται γύρω από αυτοσχέδιες, εξωθεσμικές και αντισυστημικές ομαδοποιήσεις με στόχο την απόκτηση δύναμης, την οχύρωση των θέσεών τους και την εύρεση άμεσης λύσης στα ζητήματα τους. Προχωρώντας στη δικαιολόγηση της χρήσης του όρου «αντισυστημική πολιτική βία» θα πρέπει αρχικά να αναφερθεί πως, όπως έχει ευρέως συζητηθεί, δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της τρομοκρατίας. Οι μελετητές της τρομοκρατίας, κυρίως των δεκαετιών του 70, του 80 και του 90 προτιμούσαν ο καθένας το δικό του ορισμό, (Wilkinson 2002: 21), (Rappoport 2002: 61), (O’ Salivan 1986: 5), (Laqueur 2004: 1), (Crenshaw 1976), Hoffman 1998: 32), (Μπόση 2004: 17), (Ρίτσαρντσον 2008: 37), (Schmid 1988: 5-6) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρξε κάποιος ευρέως αποδεκτός από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Εν συνεχεία, θα πρέπει να διασαφηνιστεί ότι η τρομοκρατία δεν είναι θέμα πολιτισμού, δεν είναι θέμα κουλτούρας, δεν είναι θέμα θρησκείας. Όλοι οι πολιτισμοί, όλες οι θρησκείες και όλες οι κουλτούρες έχουν κατά καιρούς παράγει μορφές βίας, οι οποίες κατονομάστηκαν ως τρομοκρατικές. Επιπλέον, δεν είναι θέμα ψυχολογίας. Η κοινωνική κατάσταση προηγείται της ψυχολογικής. Μία δεδομένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση υφίσταται, η οποία αποτελεί την αιτία για άσκηση τέτοιου είδους βίας. Οι καμικάζι «μαύρες χήρες», για παράδειγμα, οι οποίες πενθούν συζύγους, γιούς και αδερφούς και διαπράττουν το αποτρόπαιο έγκλημά τους, έχουν σαφώς κλονιστεί ψυχολογικά. Η ψυχολογική τους όμως κατάσταση δεν είναι η πρωτεύουσα αιτία της τελευταίας ενέργειάς τους. Η τρομοκρατία συνεπώς είναι ζήτημα πολιτικό, ως τέτοιο πρέπει να εξετάζεται και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Έχει πολιτικές αιτίες και πολιτικές λύσεις. Πέραν αυτού, και λόγω της πολιτικής διάστασης του ζητήματος, τα νοήματα που αποδίδονται στον συγκεκριμένο όρο κατά καιρούς αλλάζουν. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, κατά την οποία η τρομοκρατία θεωρήθηκε αρετή, οι αναρχικές οργανώσεις των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, δεν δίσταζαν να αποκαλούν τους εαυτούς τους τρομοκράτες και να παρουσιάζουν τις ενέργειές τους ως τρομοκρατικές (Most 1987: 100-109). Η νοοτροπία αυτή ωστόσο σταδιακά άλλαξε, με την εβραϊκή οργάνωση Lehi (Lohamei Herut Yisrael – «Σκληρή Ομάδα») να θεωρείται ως η τελευταία οργάνωση, η οποία δημοσίως σύστησε τον εαυτό της ως τρομοκρατική (Rappoport, 1977: 47). Επιπλέον, στην πρόσφατη ιστορία ελάχιστοι από εκείνους που έχουν χαρακτηριστεί ως τρομοκράτες περιγράφουν τους εαυτούς τους ως τέτοιους (Χαραλαμπόπουλος 2020: 144-149). Φαίνεται δηλαδή πως τα μέλη των οργανώσεων αυτών δεν βλέπουν τους εαυτούς τους από τη σκοπιά που τους βλέπουν όσοι δεν συμμετέχουν ή δεν υποστηρίζουν τις οργανώσεις αυτές (Hoffman 1998: 30). Τα μέλη τους θα υποστηρίξουν από την πλευρά τους πως η κοινωνία, ή η κυβέρνηση, ή το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα είναι οι πραγματικοί τρομοκράτες και αν δεν υπήρχε 903 αυτή η καταπίεση δεν θα εξαναγκάζονταν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τον πληθυσμό που, θεωρούν, πως αντιπροσωπεύουν Ο Αμερικανός ιστορικός Rappoport (Rappoport 2002: 61) ανέπτυξε τη θεωρία των κυμάτων και, με αυτόν τον τρόπο, συνόψισε την εξέλιξη της σύγχρονης τρομοκρατίας ως εξής: Αρχίζοντας από το τέλος του 19ου αιώνα, έχουν υπάρξει τέσσερα κύματα «αναρχικό», «αντιαποικιοκρατικό», «Νέα Αριστερά» και «θρησκευτικό». Το καθένα από αυτά ξεκίνησε σε μια χώρα, παρέσυρε όμως πολλές άλλες στην τρομοκρατία και κράτησε περίπου για μια γενιά, 25-30 χρόνια. Ο Rappoport δεν αντιμετωπίζει την τρομοκρατία ανεξάρτητα από τις πολιτικές ιδέες, αλλά ως αποτέλεσμα αυτών. Έτσι, το καθένα από αυτά τα τέσσερα κύματα συνδέεται απόλυτα με ένα ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα, που για κάποιους από τους συμμετέχοντες τέλειωσε με «την πορεία μέσα από τους θεσμούς» και για άλλους στην παρανομία. Η τρομοκρατία είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, φαινόμενο γενεών: Μόλις το αρχικό κύμα αποτύγχανε, το όποιο κίνημα όφειλε είτε να επαναπροσδιοριστεί, είτε να αντικατασταθεί από άλλο. Ο Rappoport όμως δεν αντιλαμβάνεται τη «δεξιά» τρομοκρατία ως ανεξάρτητο κύμα και λόγω αυτού θα μπορούσε να του ασκηθεί κριτική. Σε διεθνές επίπεδο οι αποκλίνουσες απόψεις των κρατών επί του ζητήματος της τρομοκρατίας έγιναν ξεκάθαρες μετά τη δολοφονία των 11 αθλητών του Ισραήλ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972. Τα κράτη Μέλη των Ηνωμένων Εθνών είχαν διαφορετική άποψη όταν κλήθηκαν από τον τότε Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Kurt Waldheim να μην στέκονται απαθή απέναντι στην τρομοκρατία και να λάβουν μέτρα για την πρόληψη τέτοιων ενεργειών (Schoenberg 1989: 71). Κράτη της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Ασίας υποστήριξαν πως οι λαοί που μάχονται για την απελευθέρωση τους από ξένη καταπίεση έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν όλα τα διαθέσιμα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της δύναμης (force) (Hacker 1976: 174). Σε συνέχεια της αδυναμίας του Ο.Η.Ε. να συντονίσει μία κοινή στάση των Κρατών Μελών του απέναντι στο ζήτημα, μία σειρά εθνικών νομοθεσιών των δυτικών κρατών, με προεξέχουσες τις Η.Π.Α., και μια σειρά αποφάσεων Δυτικών Οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, άρχισαν να εφαρμόζονται προσδιορίζοντας τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας τόσο στο εσωτερικό των κρατών αυτών όσο και στις εξωτερικές τους σχέσεις. Κύριο χαρακτηριστικό υπήρξε η μονοδιάστατη προσέγγιση στο πλαίσιο της καταστολής και όχι της πρόληψης (Μπόση 2004: 16). Οι απόψεις των Η.Π.Α. διαμόρφωσαν σταδιακά παγκόσμιες αντιλήψεις επί του θέματος αρχίζοντας από την εποχή του 40ου Αμερικανού Προέδρου (1981-1989) Ρέιγκαν, ο οποίος εισήγαγε την τρομοκρατία στον τομέα της ασφάλειας (Wieviorka 1990: 34). Η αμερικανική εξωτερική πολιτική επεδίωκε την ταύτιση της διεθνούς κοινότητας με τις δικές της απόψεις περί διεθνούς τρομοκρατίας της οποίας κεντρικό άξονα αποτέλεσε ο κατάλογος των «κρατών-τρομοκρατών» (Λιβύη, Βόρειος Κορέα, Λίβανος, Συρία, Ιράν, Ιράκ, Κούβα), τα οποία κατά την άποψη των Η.Π.Α. προήγαγαν, συντηρούσαν και χρηματοδοτούσαν την τρομοκρατία. Η κύρια συνιστώσα εστίασε στην άποψη ότι η τρομοκρατία είναι έγκλημα, συνεπώς οι τρομοκράτες είναι εγκληματίες και καθώς τα θύματα ήταν κυρίως Αμερικάνοι πολίτες το θύμα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες (Μπόση 2004: 35). Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε ημερομηνία σταθμός αναφορικά με τις διεθνείς αλλαγές που επρόκειτο να συμβούν με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Ο 43ος Αμερικανός Πρόεδρος (2001-2009) George W. Bush Jr., κήρυξε 904 δημοσίως έναν διαρκή πόλεμο εναντίον της διεθνούς τρομοκρατίας (U.S. Department of State, May 2002). Ξεκινώντας από την στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν για την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν και τη δήλωσή του προς τα υπόλοιπα κράτη ότι στον πόλεμο αυτόν είναι είτε μαζί τους είτε εναντίον τους. 17 ημέρες αργότερα στις 28 Σεπτεμβρίου 2001 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με την Απόφαση 1373 ζήτησε από όλα τα κράτη να προλαμβάνουν και να τιμωρούν την χρηματοδότηση των τρομοκρατικών οργανώσεων και να αρνούνται τη χορήγηση ασύλου και χώρου προστασίας στους τρομοκράτες. Παράλληλα με το διάλογο και τις απόψεις περί τρομοκρατίας, οι αναφορές στον όρο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έχουν επίσης συμβάλλει στην περαιτέρω σύγχυση αναφορικά με το θέμα και τον ορθό πολιτικά προσδιορισμό του στην προσπάθειά ή μη για αντικειμενικότητα και ουδετερότητα. Τα αμερικανικά M.M.E. για παράδειγμα αναφέρονται πολλές φορές, ακόμα και στο ίδιο κείμενο, σε τρομοκράτες, αντάρτες, ενόπλους, κομάντος, επιδρομείς και στρατιώτες (Hoffman 1998: 32). Σήμερα, η ποικιλομορφία της κατάστασης και των δραστηριοτήτων που περιγράφονται ως «τρομοκρατία» δείχνει ότι αυτή η λέξη χρησιμοποιείται ως τεχνικός όρος από την επίσημη αρχή του κάθε κράτους είτε για να καθορίσει μια απειλή από το εσωτερικό (μειονοτική ομάδα, πολιτική έκφραση, μετανάστες), ή να προσδιορίσει μια απειλή από το εξωτερικό, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον (Χαραλαμπόπουλος 2020: 156-157). Η πρακτική αυτή δεν είναι σταθερή, δεδομένου ότι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, εφαρμόζεται με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η Αλ-Κάιντα στο Αφγανιστάν αντιμετωπίζεται εντελώς διαφορετικά, από τους δυτικούς συμμάχους, από την Αλ-Κάιντα στη Λιβύη ή τη Συρία. Επίσης, η βία της άκρας δεξιάς δεν κατονομάζεται ως τρομοκρατία, όπως συμβαίνει με την άκρο-αριστερή βία ή τον ισλαμικό εξτρεμισμό. Αντίθετα, συνήθως αποδίδεται σε ψυχολογικά αίτια. Τούτων δοθέντων, θέση του παρόντος άρθρου είναι πως αντί της προσπάθειας ερμηνείας των ορισμών του εξτρεμισμού, του αντάρτικου, της τρομοκρατίας και άλλων όρων, θα πρέπει να ιδωθεί καταρχάς ότι σε όλες τις περιπτώσεις η βία που χρησιμοποιείται από αυτές τις ομάδες ή οργανώσεις έχει πολιτικό στόχο, και εν συνεχεία να δοθεί ερμηνεία για το λόγο για τον οποίο ένας ορισμένος χαρακτηρισμός θα δοθεί σε αυτές τις ομάδες από το εκάστοτε υποκείμενο. Η Διαχρονική Σπορά αμφισβήτησης Ένα ερώτημα που συχνά ταλανίζει είναι το κατά πόσον αυτή η μορφή αντίδρασης υφίσταται ή κατασκευάζεται έξωθεν. Ορισμένοι επισημαίνουν ότι «τα σύνορα μεταξύ τρομοκρατίας και ένοπλης αντίστασης σε έναν υποτιθέμενο ή πραγματικό καταπιεστή είναι πλέον δυσδιάκριτα» (Venner 2002: 11). Το υποκείμενο που κατονομάζει την τρομοκρατία καταλήγει να τρομοκρατεί το ίδιο, προκειμένου να επιβάλει την άποψη και το συμφέρον του. Με αυτό τον τρόπο διενεργεί μία εκπληκτική σημασιολογική χειραγώγηση: αποκρύπτει την ύπαρξη μιας κρατικής τρομοκρατίας χαρακτηρίζοντας τρομοκρατικές τις μορφές αντίστασης που αποπειρώνται να την αμφισβητήσουν προκειμένου να τις στιγματίσει. Πρόκειται για τη διαφορά που επεσήμανε ο Ζαν Ζενέ μεταξύ απελευθερωτικής βίας, παράδειγμα της οποίας ήταν κατά τον ίδιο εκείνη του 905 Παλαιστινιακού λαού, και κατασταλτικής βαναυσότητας, που ήταν το αποτέλεσμα της ισραηλινής κατοχής (Labica 2014: 39). Παρά ταύτα, συνηθίζεται οι αντίπαλοι σε μία βίαιη σύγκρουση να περιγράφουν ο ένας τον άλλο ως τρομοκράτη ή να χαρακτηρίζουν τις πράξεις τους ως άσκηση τρομοκρατίας. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο γεγονός ότι ο όρος είναι πολιτικά και συναισθηματικά φορτισμένος, «μια λέξη με εγγενώς αρνητική χροιά, στη σύγχρονη εποχή, που εν γένει κανείς εφαρμόζει σε εχθρούς και αντιπάλους του» (Hoffman 1998: 32). Σε ένα βαθμό ωστόσο είναι κοινώς αποδεκτό ότι η τρομοκρατία έχει αρνητική χροιά. Ο Brian Jekins αναφέρει πως φαίνεται να εξαρτάται από την υποκειμενική άποψη αυτού που χρησιμοποιεί τον όρο. Η χρήση του όρου τρομοκρατία εμπεριέχει μία ηθική κρίση, και στην περίπτωση που το ένα μέρος επιτύχει να προσάψει στον αντίπαλό του το χαρακτηρισμό ‘τρομοκράτη’ τότε έχει εμμέσως επιτύχει να ακολουθήσουν και άλλοι την ηθική του αντίληψη περί των πραγμάτων (Jenkins 1980: 10). Συνεπώς η απόφαση τού να αποκαλεστεί κάποιος «τρομοκράτης» ή να προσαφθεί, σε κάποια οργάνωση ή σε κάποια ενέργεια ο προσδιορισμός «τρομοκρατική» είναι σχεδόν αναπόφευκτα υποκειμενική και εξαρτάται εκτενώς από το αν κάποιος συμπαθεί ή αντιτίθεται στο άτομο ή την ομάδα ή την ενέργεια που αφορά (Hoffman 1998: 31). Αν μπορείς να κολλήσεις την ετικέτα «τρομοκράτης» στον αντίπαλό σου, έχεις καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να κερδίσεις την επικοινωνιακή όψη οποιασδήποτε σύγκρουσης (Ρίτσαρντσον 2008: 33). Στην ιστορία της πολιτικής και των θρησκειών οι πιστοί πολλών αιρέσεων και πολιτικών ιδεών που απορρίπτουν κάθε εξουσία, είτε εγκόσμια, είτε θεϊκή, και αξιώνουν την απόλυτη ελευθερία δράσης, ήταν αναγκασμένοι να καταφεύγουν στην παρανομία και τη συνωμοσία. Η πάντα παρούσα ύπαρξη του «ιερού βιβλίου», η διαμόρφωση «ιερής» και «απαραβίαστης» ιδεολογίας και η διαχρονική αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης, της σχέσης μεταξύ άρχοντα και αρχόμενου, της οριοθέτησης της νομιμοποιημένης, και μη, βίας πηγάζουν από την αρχή της ανθρωπότητας και τη φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ όσων υποστηρίζουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα της βίας και εκείνων που υποστηρίζουν πως η βία πηγάζει από τον πολιτισμό μας. Αυτή η αμφισβήτηση ενυπάρχει πάντα και η ίδια η ύπαρξή της λειτουργεί ως ανεξάρτητη από το κράτος μεταβλητή. Οποιαδήποτε πρακτική και αν ασκήσει το κράτος και η εξουσία που μέσω αυτού ασκείται, προκειμένου να εξαφανίσει την οποιαδήποτε αμφισβήτησή της «νομιμοποιημένης» άσκησης βίας από μεριάς του, θα υπάρχει πάντα σπορά αμφισβήτησης. Με άλλα λόγια η παρουσία της είναι συνεχής ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του κράτους. Αυτό που εξαρτάται από το κράτος είναι η ένταση της παρουσίας της άλλοτε περισσότερη (με ένταση της βίας) και άλλοτε λιγότερη (με απλή παρουσία). Με οποιονδήποτε τρόπο (πολιτικό, θρησκευτικό, νομικό) κι αν αυτή η αμφισβήτηση εκφραστεί, καθορίζει τις σχέσεις διαχείρισης της βίας και τις σχέσεις νομιμοποίησης της διαχείρισης αυτής και τελικά διαμορφώνει την ίδια την εξέλιξη της πολιτικής είτε αυτή εκφράζεται εντός του κράτους είτε εκτός στις Διεθνείς Σχέσεις. 906 Η Άνοδος της Βίας Διεθνώς Σύμφωνα με τον Hobsbaum οι κυρίαρχες ιδέες του φιλελευθερισμού … δέχονται εκ προοιμίου έναν ολότελα εξωπραγματικό διαχωρισμό ανάμεσα στη ‘βία’ ή «το σωματικό εξαναγκασμό» (πράγμα κακό και οπισθοδρομικό), από τη μία, και, από την άλλη, στη ‘μη βία’ ή ‘τον ηθικό εξαναγκασμό’ (πράγμα καλό, και τέκνο της προόδου). Και συνεχίζει φυσικά τα συμμεριζόμαστε αυτά … εφόσον αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να βαράνε κατακέφαλα ο ένας τον άλλον, και την αποφυγή αυτών των πραγμάτων την επικροτεί κάθε υγιής και πολιτισμένος άνθρωπος. Πλην, όμως, όπως συμβαίνει και με το άλλο γέννημα της φιλελεύθερης ηθικής, την πρόταση ότι ‘ο εξαναγκασμός δεν λύνει ποτέ τίποτε’, από ένα σημείο κι έπειτα η ενθάρρυνση του καλού γίνεται ασύμβατη με την κατανόηση της πραγματικότητας – δηλαδή με το να παρέχουμε τις βάσεις για να ενθαρρύνεται το καλό (Hobsbawm 2008: 232). Ο Φιλελευθερισμός δηλαδή, δεν αντιλαμβάνεται τον ηθικό εξαναγκασμό ως βία, αλλά ως πρόοδο λόγω του ότι δεν εμπεριέχει σωματικό εξαναγκασμό. Για παράδειγμα, ένα οικονομικό σύστημα εκμετάλλευσης κοινωνικά άδικο δεν αποτελεί μορφή βίας καθώς είναι προϊόν ηθικού εξαναγκασμού. Παρά το γεγονός αυτό, μια σειρά μελετητών προτείνουν τη διεύρυνση των ορίων της βίας. Ο Jackman M. προτείνει ότι: βία είναι «οι ενέργειες που προκαλούν, απειλούν ή είναι αιτίες τραυματισμού. Οι ενέργειες μπορεί να είναι σωματικές, γραπτές ή προφορικές (...) ψυχολογικές, υλικές ή κοινωνικές» (Jackman 2002: 387- 415). Ο R. B. Felson, περιγράφει τη βία ως «φυσική επιθετικότητα, δηλαδή, όταν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν φυσικές μεθόδους για να βλάπτουν τους άλλους» (Felson 2009: 23-39). Ωστόσο, ο ίδιος συνεχίζει αναφέροντας ότι «η ζημία που προκαλούν δεν είναι απαραίτητα σωματική (...) Θα μπορούσε να είναι μια κοινωνική βλάβη ή στέρηση των πόρων». Ο Galtung με τη θέση του περί «δομικής βίας», αναφέρεται σε σωματικές και ψυχολογικές βλάβες που προκύπτουν από οικονομικά συστήματα εκμετάλλευσης, τα οποία είναι πολιτικά και κοινωνικά άδικα (Galtung 1969: 167- 191). Ο Slavoy Zizek ισχυρίζεται ότι, όταν τα επιμέρους όρια ευαισθησίας σχετικά με τη βία διευρύνονται, τότε η βία, υπό τις μορφές της στέρησης και της φτώχειας, θα αυξάνεται επίσης (Zizek 2008). Και συνεχίζει, «έτσι, κάθε φορά που οι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε πόρους, υφίστανται σωματική και ψυχολογική βία». Υπό αυτές τις έννοιες οι ορισμοί της «βίας» υπόκεινται σε αλλαγές, αμφισβήτηση, και ερμηνεία ανάλογα με το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Στη σύγχρονη συγκυρία φαίνεται πως διαμορφώνεται ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο (Ray 2011: 10), το οποίο επιβάλει τον επαναπροσδιορισμό του όρου βία και την αντιμετώπιση των δομικών στοιχείων που την προκαλούν ώστε αυτή να μειωθεί. Οι ελπίδες που γεννήθηκαν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου για έναν κόσμο συμφιλιωμένο όπου θα θριάμβευε η δημοκρατία και η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων και ιδεών διαψευστήκαν. Οι ιδεαλιστές θεώρησαν πως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου θα οδηγήσει στην επικράτηση της δημοκρατίας καθώς το μπλοκ της νικήτριας δύναμης αποτελείτο από δυτικού τύπου δημοκρατίες, οι οποίες δεν μάχονται μεταξύ τους, αλλά αντιθέτως δημιουργούν ζώνες δημοκρατίας και ασφάλειας (Fukuyama 1991: 662). 907 Παρατηρώντας όμως κανείς τον κόσμο σήμερα αντιλαμβάνεται πως το τέλος του διπολισμού επανέφερε τη διάχυση των εντάσεων σε πολλές περιοχές του πλανήτη και με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνεται η θέση του Kant ως προς τη φύση του κράτους «the natural state is the state of war» (Waltz 2000: 5-41). Αντί του θριάμβου της δημοκρατίας έχουμε να κάνουμε με μία κατάσταση παγκοσμιοποιημένης βίας. Μιας προσφυγής δηλαδή στις ένοπλες συγκρούσεις, τη στρατιωτική ισχύ και την αιματηρή βία. Όπως αναφέρει ο John J. Mearsheimer «η στρατιωτική ισχύς και η βία παραμένουν σημαντικές πτυχές των διεθνών σχέσεων» (Mearsheimer 2011: 729). Σήμερα, είναι εμφανής μία αποδιάρθρωση και κατάρρευση των συστημάτων κανόνων και ηθικής συμπεριφοράς με τα οποία κάθε κοινωνία ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των μελών της και, κατά δεύτερο λόγο, τις σχέσεις μεταξύ των μελών της και των μελών άλλων κοινοτήτων. Επιπλέον, υπάρχει μια υποχώρηση αυτού που θα ονομάζαμε ως διαφωτιστικό πρόγραμμα του δέκατου ογδόου αιώνα, δηλαδή της καθιέρωσης ενός οικουμενικού συστήματος τέτοιων κανόνων και κριτηρίων ηθικής συμπεριφοράς, ενσωματωμένου στους θεσμούς του κράτους, που στοχεύουν στην ορθολογική πρόοδο της ανθρωπότητας: στη ζωή, στην ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας, στην ισότητα, ελευθερία και αδελφοσύνη. Και τα δύο αυτά συμβαίνουν σήμερα και το καθένα ενισχύει τις αρνητικές επιπτώσεις του άλλου (Hobsbawm 1998: 232). Επίσης η οικονομική μορφή «σιωπηρής βίας» έχει υποτάξει την πολιτική σφαίρα στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και μεταφράζεται πλέον σε ενισχυμένη εκμετάλλευση, σε διαρκώς οξυνόμενες ανισότητες, σε νοσούσες δημοκρατίες, και σε δυσμενείς διακρίσεις σε όλους τους τομείς. Η δύναμη της αγοράς μέσω της παγκοσμιοποίησης, που πλέον αποτελεί τη διεθνώς εφαρμοσμένη μορφή εμπορίου, αντικαθιστά σταδιακά σε δύναμη και αποφασιστικότητα ακόμη και το ίδιο το κράτος (Rosecrance 1986: 10-25). Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 αποτέλεσε σημείο καμπής για πολιτικές τάσεις και συγκλίσεις. Προσέφερε το νομικό πρόσχημα του Patriot Act που,2 μεταξύ άλλων, επιτρέπει την επ’ αόριστον κράτηση αλλοδαπών, την παρακολούθηση επικοινωνιών δίχως ένταλμα και την πρόσβαση των υπηρεσιών σε εταιρικά αρχεία. Η ελάχιστη αντίσταση ένοπλη, κοινωνική ή απλώς ηθική από την πλευρά των κυριαρχούμενων ποινικοποιείται ipso facto και υπόκειται στη λήψη αστυνομικών μέτρων. Αντίθετα εγκλήματα όπως παράπλευρες απώλειες πολέμου ή διεξαγωγή πολέμου με λάθος πρόσχημα, όπως στην περίπτωση των υποτιθέμενων πυρηνικών όπλων του Ιράκ, διαθέτουν εγγύηση ατιμωρησίας.3 2 Έκτακτη αντιτρομοκρατική Νομοθεσία που υιοθετήθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ https://www.justice.gov/archive/ll/highlights.htm 3 Το πόρισμα της «Επιτροπής Chilcot» για τον πόλεμο στο Ιράκ και τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου σε αυτόν είναι σαφές: But the questions for the Inquiry were: • whether it was right and necessary to invade Iraq in March 2003; and • whether the UK could – and should – have been better prepared for what followed. We have concluded that the UK chose to join the invasion of Iraq before the peaceful options for disarmament had been exhausted. Military action at that time was not a last resort. 2 We have also concluded that: • The judgements about the severity of the threat posed by Iraq’s weapons of mass destruction – WMD – were presented with a certainty that was not justified. 908 Στις Η.Π.Α. είθισται να προβάλλεται συχνά το επιχείρημα προώθησης της δημοκρατίας με τη χρήση του πολέμου, με κορυφαίο δείγμα τον πόλεμο του Βιετνάμ (Μπόση 2014: 51). Ο 42ος Πρόεδρος των Η.Π.Α. (1993-2001) Μπιλ Κλίντον επανέλαβε το ίδιο σκεπτικό με ειδική μνεία στη διάδοση της δημοκρατίας για την πρόληψη πολέμων. Αυτό το σκεπτικό της επιβεβλημένης δημοκρατίας δίνει το δικαίωμα σε αντίθετες απόψεις να χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα, όπως έκανε και εξακολουθεί να κάνει η Αλ-Κάιντα, ο ISIS και άλλες ομάδες ισλαμικού εξτρεμισμού. Σύμφωνα πάντως με τον Kenneth Waltz oι στρατιωτικές επεμβάσεις των ισχυρών δυτικών κρατών εναντίον αδύναμων δεν πραγματοποιούνται για τη δημιουργία νέων δημοκρατιών. Αντίθετα, γίνονται για να δημιουργηθούν νέα φιλικά προσκείμενα καθεστώτα, ικανά να διατηρήσουν τα συμφέροντα της δύναμης που επεμβαίνει (Waltz 2000: 5-41). Η ίδια τάση για επιβολή της Δημοκρατίας φάνηκε και στην περίπτωση των πολέμων στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, στο Κόσοβο, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και στη Λιβύη. Σε καμία όμως από αυτές τις περιπτώσεις οι επεμβάσεις της Δύσης δεν επέφεραν τον εκδημοκρατισμό και τη σταθερότητα. Κανένα, δηλαδή, από τα προαναφερθέντα κράτη δεν κατάφερε να προοδεύσει μετά τις επεμβάσεις των Φιλελεύθερων δυτικών κυβερνήσεων. Η τάση συνεπώς που διαμορφώθηκε ως προς τη δημιουργία νέων δημοκρατικών κρατικών οντοτήτων μέσω στρατιωτικών επεμβάσεων φαίνεται πως απέτυχε. Περαιτέρω, παρατηρείται μία μαζική μετακίνηση πληθυσμού με εκατομμύρια πρόσφυγες από εμπόλεμες ζώνες και μετανάστευση από ανθρώπους που αναζητούν γεωγραφικό και κοινωνικό επαναπροσδιορισμό προς εύρεση ασφάλειας από βία, είτε δομική, είτε σωματική, είτε εμπόλεμη, και αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος. Η αντίδραση πολλών χωρών, όπως για παράδειγμα της Ουγγαρίας, είναι το ύψωμα τειχών για την αντιμετώπιση της «απειλής» από ανθρώπους που χρήζουν βοήθειας. Επιπλέον, μία σειρά νόμων (Amnesty International 2017: 6-15), οριοθετούν τη μετακίνηση αυτή στα πλαίσια της τρομοκρατικής απειλής και της προσβολής του εθνικού συμφέροντος. Πέραν του ιδιαίτερα σημαντικού προσφυγικού ζητήματος, φαίνεται πως σύμφωνα με τον Ο.Η.Ε. η Παγκόσμια Κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή από το 1945, οπότε και ιδρύθηκε ο Οργανισμός, καθώς σύμφωνα με τον επικεφαλής ανθρωπιστικών υποθέσεων του οργανισμού Στίβεν Ο’ Μπράιεν, ο λιμός απειλεί 20 εκατομμύρια ανθρώπους στην Υεμένη, τη Σομαλία, το Νότιο Σουδάν και τη Νιγηρία (UN News 10/4/17).4 Ο ίδιος δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. ότι «χωρίς συντονισμένες και κοινές παγκόσμιες προσπάθειες, οι άνθρωποι απλώς θα πεθάνουν από την πείνα» και «πολλοί περισσότεροι θα υποφέρουν και θα πεθάνουν από τις ασθένειες». Τέλος, διακρίνεται ένας υψηλός βαθμός βίας, που ξεσπά παντού σε μεγαλύτερες ή μικρότερες δόσεις και συνεχίζεται για περιόδους σχετικά μακρόχρονες. Κανένας θεσμός δεν έχει πια τη δύναμη να σταματήσει αποτελεσματικά τέτοιες εκρήξεις, ενώ οι ηθικοί περιορισμοί που παλιότερα επιβάλλονταν τόσο από τα κράτη όσο και από θρησκευτικούς θεσμούς, φαίνονται • Despite explicit warnings, the consequences of the invasion were underestimated. The planning and preparations for Iraq after Saddam Hussein were wholly inadequate. Πηγή: http://www.iraqinquiry.org.uk/ 4 Ο ΟΗΕ ορίζει τον λιμό όταν περισσότερο από το 30% των παιδιών κάτω των 5 ετών υποφέρουν από οξύ υποσιτισμό και η θνησιμότητα είναι δύο ή περισσότεροι θάνατοι ημερησίως ανά 10.000 ανθρώπους, μεταξύ άλλων κριτηρίων. 909 τώρα πολύ λιγότερο αποτελεσματικοί. Όλες αυτές οι προσπάθειες απλώς απειλούν να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο την ήδη αυξανόμενη αστάθεια του κοσμοσυστήματος. Ομάδες Αντισυστημικής Πολιτικής Βίας ως άξονες έκφρασης της δυσαρέσκειας Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και καθώς τα παλαιότερα αντισυστημικά ιδεολογικά μοτίβα, όπως τα αντιαποικιακά κινήματα, έχουν πια εξαντληθεί, φαίνεται πως αναδύονται ενδεικτικά ορισμένα ζητήματα διεθνούς ασφάλειας (Wallerstein 2009: 133-134). Το πρώτο προέρχεται από κράτη που θα προσπαθήσουν να «ξεφύγουν» από τα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης – κοσμοσυστήματος στα οποία έχουν ενταχτεί. Παραδείγματα αυτού είναι το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας, η κατάληψη εδαφών από τη Ρωσία, και η επιθετικότητα της Τουρκίας. Το δεύτερο είναι η ατομική αναζήτηση κοινωνικής και γεωγραφικής κινητικότητας, με μείζονα έκφρασή της τη μαζική παράνομη μετανάστευση από το Νότο στο Βορρά. Το τρίτο είναι η εκ θεμελίων απόρριψη της κοσμοθεώρησης του Διαφωτισμού. τη δύναμή της την είδαμε στα πλήθη που καθοδήγησε ο αγιατολάχ Χομεϊνί, στα πλήθη που συγκεντρώνουν οι ερμηνείες του Ισλαμικού Εξτρεμισμού, στις οργανώσεις που ασκούν Ναζιστική Βία, στις ομάδες που αυτό-οργανώνονται γύρω από την Αντιεξουσιαστική Βία, και σε εκείνους που εντάσσονται στα Καρτέλ της Λατινικής Αμερικής. Αυτό το τρίτο ζήτημα ασφάλειας, αυτή η μορφή αγώνα για την απόρριψη της κοσμοθεώρησης του διαφωτισμού, είναι αυτή στην οποία η έρευνα στέκεται και αναλύει αναφορικά με την άνοδό της, το διεθνή χαρακτήρα της και την συμπεριφορά του Κράτους απέναντι σε αυτήν. Η άσκηση βίας από τις ομάδες αυτές που σκοπό έχει την απόκτηση δύναμης έναντι της ισχύος των κρατών, προέρχεται από εκείνους τους πολίτες που τελικά δεν ένιωσαν την πρόοδο και την ευημερία που διακήρυττε η Γαλλική Επανάσταση, που δεν ευεργετήθηκαν από τη νεωτερικότητα, που έχασαν την εμπιστοσύνη και την πίστη στο κράτος και τους θεσμούς του, που θεωρούν ως λύση των επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας τους και την προσφυγή στη βία προκειμένου να διεκδικήσουν και να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον. Πώς όμως δημιουργείται αυτό το κενό ασφαλείας; Ο συνδυασμός της οργής για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζει να λειτουργεί το κοσμοσύστημα και της απογοήτευσης από την ικανότητα των παλαιότερων αντισυστημικών κινημάτων να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους και να αλλάξουν τον κόσμο, η ενίσχυση του αισθήματος απογοήτευσης, η απώλεια αισιοδοξίας και πίστης των καταπιεσμένων πως η ιστορία και το πέρασμα των χρόνων δεν είναι με το μέρος τους, και η ανυπομονησία για άμεσες και ουσιαστικές αλλαγές προς τη βελτίωση της καθημερινότητας οδήγησε σταδιακά στην εκ θεμελίων απόρριψη της κοσμοθεώρησης του Διαφωτισμού και του τρόπου που αυτή εξελίχθηκε. Εντός αυτού του πλαισίου η αντισυστημική πολιτική βία μεταλλάσσεται, διαμορφώνει διεθνή χαρακτηριστικά και καθίσταται ζήτημα διεθνούς ασφάλειας. Σύμφωνα με τον Immanuel Wallerstein, 910 την εποχή 1789-1989 τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι σοσιαλιστές, επιδίωξαν να εδραιώσουν την κοινωνική πρωταρχικότητα των ομάδων, οι μεν ορισμένων παραδοσιακών ομάδων, οι δε της συλλογικότητας του λαού ως ενιαίας ομάδας. Κάποιοι ωστόσο σήμερα θα εξάρουν την αρετή και τη νομιμότητα της ‘επιβίωσης των καταλληλότερων’ ομάδων. Αυτό διαφαίνεται συχνά στη νέα επιθετικότητα εκείνων που προωθούν νεορατσιστικά μοτίβα, που συχνά ντύνουν με αξιοκρατικό μανδύα τα επιχειρήματά τους παρά με εκείνον της φυλετικής καθαρότητας. Ορισμένες ομάδες θα ισχυριστούν την ανάγκη επιστροφής σε παραδοσιακές αξίες, αυτό προβάλλεται από αυτούς που προωθούν θρησκευτικά μοτίβα και κάποιοι μπορεί να επιδιώξουν την αυτοοργάνωση και την κολεκτιβοποίηση γύρω από μορφές αναρχισμού. Οι καινούργιοι ισχυρισμοί τώρα πια δεν βασίζονται κατ’ ανάγκη στις παλιές στενές ομαδοποιήσεις, όπως τα έθνη, ή ακόμη και ομάδες με βάση το χρώμα του δέρματος, αλλά στο δικαίωμα των δυνατών (με τη έννοια της δύναμης και όχι της ισχύος), όσο αυτοσχέδιες κι αν είναι οι ομάδες τους, να κρατήσουν τα κεκτημένα, να αποκτήσουν περισσότερα και να τα προστατεύσουν μέσα σε οχυρωμένες στρατηγικές θέσεις (Wallerstein 2009: 135-136). Είναι σε αυτό το σημείο που οι τρεις μεγάλες μορφές αντισυστημικής πολιτικής βίας: ακροδεξιά, αντιεξουσιαστική και ισλαμικός εξτρεμισμός, οι οποίες, παρά το γεγονός των ιδεολογικών ασυμφωνιών και των διαφορετικών ιστορικών καταβολών, εμφανίζουν ένα σύνολο όμοιων πρακτικών, μεταξύ τους, και κοινών στόχων σε διεθνές επίπεδο, μία μορφή επαναστατισμού βασισμένη στα χαρακτηριστικά εκείνα των πρεσβευτών του επαναστατισμού, ως θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων, τα οποία πραγματεύεται ο Martin Wright στο έργο του για τη Διεθνή Θεωρία (Wight 2011). Και οι τρεις διεθνείς μορφές πολιτικής βίας έχουν δημιουργήσει ευρείς χώρους ασφαλείας εντός των οποίων δραστηριοποιούνται. Η ακροδεξιά διαδραματίζει πλέον ουσιαστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις των κρατών όπου δραστηριοποιείται λειτουργώντας κοντά στις εκάστοτε κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, όπως και η αντιεξουσιαστική, δημιουργεί χώρους ασφαλείας σε μεγάλες περιοχές των πόλεων. Από την άλλη πλευρά ο Ισλαμικός εξτρεμισμός δραστηριοποιείται σε διακρατικό επίπεδο για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Η δράση του δεν ήταν παροδική κι ούτε φαίνεται πως εξασθενεί, τουναντίον ισχυροποιείται και σταθεροποιείται. Οι χώροι ασφαλείας που έχει δημιουργήσει εκτείνονται σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας και Υποσαχάριας Αφρικής και αλλού. Αντίδραση του Κράτους Απέναντί τους στέκεται και αντιπαρατίθεται μία άλλη διεθνής μορφή πολιτικής βίας, αυτή των θεσμοθετημένων κρατικών εξουσιών, η οποία, αναπτύσσοντας με τη σειρά της κοινές μεθόδους αντιμετώπισης, συμβάλει στην εδραίωση της σύγκρουσης. Από εδώ συνεπάγεται ότι θα μπορούσαν να αναδυθούν δύο μεγάλες συγκρουσιακές δυναμικές, χωρίς αυτές να ορίζονται με βάση τον πολιτισμό, ή το έθνος, ή ακόμη και τους τρέχοντες προσδιορισμούς της ταξικής θέσης. Από τη μία δηλαδή η δυναμική των Κρατών και από την άλλη των αντισυστημικών ομάδων άσκησης πολιτικής βίας. Η σύγκρουση αυτή μετουσιώνεται και θεωρητικά γύρω από τη σύγκρουση δύο θεωριών των διεθνών σχέσεων του Ρεαλισμού και του Επαναστατισμού – του οικουμενισμού και της ιδιαιτεροκρατίας – της προσπάθειας επιβολής παγκόσμιων 911 ανθρωπιστικών αξιών και λογικών ανάπτυξης και της αντίστασης από ομάδες οι οποίες δεν θεωρούν ότι ωφελούνται από τη διάδοση των αξιών αυτών. Ο John J. Mearsheimer μας αναφέρει πως, αν το κράτος εξαφανιστεί, πιθανότατα κάποια νέα πολιτική οντότητα θα πρέπει να πάρει τη θέση του, αλλά φαίνεται ότι κανείς δεν έχει ανακαλύψει αυτόν τον αντικαταστάτη. Όμως ακόμη κι αν το κράτος εξαφανιζόταν, αυτό δεν θα σήμαινε απαραιτήτως το τέλος του ανταγωνισμού ασφαλείας και του πολέμου. (Mearsheimer 2011: 702-3). Είναι σαφές ότι ο ρόλος των κρατών παραμένει ιδιαίτερα σημαντικός ως προς τη διαμόρφωση των Διεθνών Σχέσεων. Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ομάδες άσκησης βίας λαμβάνουν όλο και περισσότερο ενεργό ρόλο στις εξελίξεις του πλανήτη, γεγονός που επεξηγείται από το Επαναστατικό ρεύμα σκέψης, δίνοντας το στίγμα της διαμόρφωσης ενός νέου ιστορικού πλαισίου. Τα κράτη και οι ομάδες άσκησης πολιτικής βίας φαίνεται σε άλλες περιπτώσεις να συγκρούονται και σε άλλες να συνεργάζονται δημιουργώντας έναν επαναπροσδιορισμό δυνάμεων σε περιοχές όπου τα κράτη παραμένουν αδιαμφισβήτητα ισχυρά και σε περιοχές όπου τα κράτη έχουν απονεκρωθεί από τις ομάδες βίας. Στη Λιβύη, για παράδειγμα, το ΝΑΤΟ και οι σύμμαχοί του πέτυχαν την ανατροπή ενός ηγέτη στηρίζοντας αρχικά τη νέα κυβέρνηση (έως ότου αυτή έπεσε και η χώρα τριχοτομήθηκε) και ελέγχοντας τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, και οι αντισυστημικές οργανώσεις της περιοχής όπως η Αλ Κάιντα του Μαγκρέμπ και άλλες μπόρεσαν να προβάλλουν τη νέα κατάσταση ως μία νέα επιτυχία των αγωνιστών της πίστης που στηρίχτηκε και στις δικές τους δυνάμεις, και η οποία κατάφερε να ανατρέψει έναν ηγέτη που συνεργαζόταν με τη Δύση και δεν υπηρετούσε το αληθινό Ισλάμ. Η δυναμική αυτή δίνει ώθηση για στρατολόγηση νέων μελών στις τάξεις των οργανώσεων αυτών και για εντατικοποίηση του αγώνα σε ολόκληρη τη γεωγραφική περιοχή του Μαγκρέμπ. Σε μία άλλη περίπτωση, όπως σε αυτή της Ουκρανίας, η δύναμη που έχουν αποκτήσει οι ομάδες άσκησης ακροδεξιάς βίας αποτέλεσε κύριο παράγοντα διαμόρφωσης εσωτερικών εξελίξεων στη χώρα. Συγκεκριμένα, οι ακροδεξιές ομάδες βίας στηρίχτηκαν από την αντιπολίτευση και τη Δύση με σκοπό την ανατροπή ενός δημοκρατικά εκλεγμένου ηγέτη. Και εδώ, όπως και στη Λιβύη, οι αντισυστημικές ομάδες άσκησης πολιτικής βίας, αυτή τη φορά της ακροδεξιάς, καρπώνονται μέρος της επιτυχούς ανατροπής της ηγεσίας, συμμετέχουν στη νέα κυβέρνηση, δέχονται υλική υποστήριξη και λαμβάνουν νέα ώθηση και νομιμοποίηση για στρατολόγηση νέων μελών στις τάξεις των οργανώσεών τους. Στο εσωτερικό των κρατών, τέλος, μία σειρά αυστηρών νομοθεσιών, καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης και αυξητικές τάσεις της χρήσης βίας επιβεβαιώνουν την εκμετάλλευση των ομάδων αυτών για μεγαλύτερη συντηρητικοποίηση των κρατικών θεσμών. Εντός αυτού του πλαισίου ο προσδιορισμός των αντισυστημικών ομάδων πολιτικής βίας μπορεί να προσεγγιστεί ως ζήτημα ασφάλειας όχι μόνο αναφορικά με τα κράτη, που καλούνται να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους απέναντί τους, αλλά και αναφορικά με το άτομο ως οντότητα που φαίνεται να προσφεύγει στις ομάδες αυτές εξισορροπώντας το κενό ασφαλείας που φαίνεται να υφίσταται στις περιοχές όπου το φαινόμενο παρατηρείται. Τα νέα αυτά δεδομένα διαμορφώνουν νέες μεθόδους προσέγγισης της έννοιας της «ασφαλείας» κατά τις οποίες ομάδες άσκησης βίας, που δραστηριοποιούνται σε 912 ένα κράτος, δύνανται να υποστηριχτούν από άλλα κράτη ή από άλλες ομάδες ανάλογα με το υπάρχον, κάθε φορά, συμφέρον. Το όφελος είναι αμοιβαίο καθώς και το κράτος επιτυγχάνει το στόχο του, μέσω της ομάδας, αλλά και η ομάδα επιτυγχάνει το στόχο της μέσω του κράτους. Το αποτέλεσμα είναι κράτη που είναι θεσμικά ισχυρά να ενισχύονται και να συντηρητικοποιούνται για να καταστείλουν τις ομάδες αυτές, ενώ κράτη που είναι θεσμικά ανίσχυρα να απονεκρώνονται παραδίδοντας τη διαμόρφωση θεσμών και κανόνων στις ομάδες βίας όπως για παράδειγμα στη Λιβύη και σε περιοχές της Συρίας και του Ιράκ. Επίλογος Η αναζήτηση επαναπροσδιορισμού των ανθρωπολογικών δυνάμεων στρέφεται σε ομάδες που παίρνουν την εξουσία, ή, κατά άλλους, τη μοίρα, στα χέρια τους και επιδιώκουν λύση άμεση σε καθημερινά ζητήματα με σκοπό τη δημιουργία ασφαλούς περιβάλλοντος διαβίωσης. Η αναζήτηση φαίνεται να είναι τόσο επιτακτική, ώστε οι φιλοσοφικές οριοθετήσεις, που εκφράζουν τον εκάστοτε ιδεολογικό χώρο, να μοιάζουν ως μη έχουσες σημασία. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι τόσο έντονο που οι πολιτικές κατευθύνσεις μοιάζουν να τέμνονται σε μία σειρά κοινών πρακτικών εναντίον του τρόπου διοίκησης των σύγχρονων κρατικών θεσμών και των προτεραιοτήτων τους. Με άλλα λόγια φαίνεται να μην ενδιαφέρει, πρωτίστως, τι ακριβώς εκφράζει η εκάστοτε ιδεολογία που ασκεί βία, αλλά κυρίως το αν έχει τη δύναμη και τη μέθοδο να αλλάξει άμεσα τον τρόπο ζωής του εκάστοτε υποκειμένου που προσεγγίζει ή προσεγγίζεται από τις ομάδες αυτές. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η ύπαρξη αυτών των ομάδων αποτελεί εξαρτημένη μεταβλητή από τα κράτη. Η απάντηση που δόθηκε από την παρούσα έρευνα είναι πως η αμφισβήτηση υφίσταται διαχρονικά. Η ύπαρξη δηλαδή ομάδων που πάντα θα αμφισβητούν, πάντα θα θεωρούν ότι όλα είναι λάθος, και πως όλα χρήζουν αλλαγής αποτελεί αξίωμα. Αυτό που εξαρτάται από το κράτος είναι η οξύτητα ή η ηπιότητα της υπάρχουσας αμφισβήτησης. Αν δηλαδή το κράτος μέσω της πολιτικής του ηγεσίας, μέσω δηλαδή του ενυπάρχοντος κοινωνικά και ιστορικά συμβολαίου μεταξύ αρχόντων και αρχομένων, δεν καταστεί ικανό να διαχειριστεί την ασφάλεια των διάφορων μελών της κοινότητας και την ενδεχόμενη βία που προκύψει, τότε το κενό διαχείρισης θα πρέπει να καλυφθεί. Αν, με διαφορετικά λόγια και σύμφωνα με την Αριστοτελική αρχή της ισχύος βάσει της πειθούς, η κρατική εξουσία δεν έχει αληθινή ισχύ, τότε η αντισυστημική βία θα ενταθεί ώστε να επιτύχει τον πολιτικό στόχο της ανατροπής και αλλαγής του κώδικα αξιών της παλαιάς κατάστασης και τη δημιουργία νέων ηθικών αξιών στην κατεύθυνση της δημιουργίας νέων δομών κοινωνικής οργάνωσης και εξασφάλισης νέας προοπτικής. Οδεύοντας προς την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα ο φιλελευθερισμός ως πολιτική έκφραση του καπιταλισμού φαίνεται να μην έχει πλέον αυτή την απαραίτητη αληθινή ισχύ η οποία θα μαγνητίσει και θα προσηλυτίσει κράτη, κοινότητες και ανθρώπους από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης ώστε να τους εντάξει στους δικούς του ηθικούς κανόνες. Ειδικότερα σε μία εποχή κατά την οποία τα όρια της βίας φαίνεται πως χρήζουν διεύρυνσης, ζητήματα όπως η έλλειψη πόρων, ασφάλειας και προοπτικής εντάσσονται πλέον σε μορφές βίας, οι οποίες φαίνεται πως κυριεύουν την ανθρωπότητα σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό με αποτέλεσμα την όλο και λιγότερη πίστη στο κράτος, στους θεσμούς του και στα ιδεώδη του διαφωτισμού. 913 Απέναντι σε αυτό το κενό οι μορφές αντισυστημικής πολιτικής βίας δείχνουν να προσφέρουν τους βασικούς άξονες έκφρασης της συσσωρευμένης οργής σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και περισσότερο βίαιος και στον οποίο οι επικρατούσες πολιτικές ιδεολογίες και οι θεσμοί της σύγχρονης δημοκρατίας φαίνεται να μην έχουν τη δυνατότητα ή τη νομιμοποίηση να αντιστρέψουν αυτή την πορεία. Στον αντίποδα τα κράτη, παρά τις ιδεολογικές διαφορές και τις προτεραιότητές τους ενδέχεται με τη σειρά τους, σε μία δύσκολή στιγμή για τα συμφέροντά τους, να ρίξουν τις διαχωριστικές γραμμές και να συνεργαστούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν για παράδειγμα τον ισλαμικό εξτρεμισμό με πόλεμο, ή την αντιεξουσιατική βία με μία σειρά εσωτερικών νομοθεσιών που περιορίζουν τις προσωπικές ελευθερίες. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται σε γενικές γραμμές δύο πόλοι σύγκρουσης στο διεθνές γίγνεσθαι, αφενός ο πόλος των συνεργαζομένων κρατών και αφετέρου ο πόλος των αντισυστημικών μορφών βίας. Οι πόλοι αυτοί, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις τους, φαίνεται πως διαμορφώνουν μεταξύ τους τριβές εντός ενός βίαιου και άναρχου κόσμου με περιοχές που θα ελέγχονται είτε από κρατικούς θεσμούς είτε από βίαιες ομάδες, διατηρώντας και επεκτείνοντας τον φαύλο κύκλο βίας. Βιβλιογραφία Crenshaw, M. (1975), “Transnational Terrorism and World Politics”, The Jerusalem Journal of International Relations, 1 (2): 109-129. Felson, R. B. (2009), “Violence, crime and violent crime”, International Journal of Conflict and Violence, 3 (1): 23-39. Fukuyama, F. (1991), “Liberal Democracy as a Global Phenomenon”, Political Science and Politics, 24 (4): 659-664. Galtung, J. (1969), “Violence, Peace and Peace Research”, Journal of Peace Research, 6 (3): 167-191. Hacker, F. J. (1976), Crusaders, Criminals, Crazies: Terror and terrorism in our time, W.W. Norton. Hobsbawm, E. (1998), Για την Ιστορία, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο. Hobsbawm, Ε. (2008), Επαναστάτες, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο. Hoffman, B. (1998), Inside Terrorism, New York, Columbia University Press. Jackman, M. (2002), “Violence in Social Life”, Annual Review of Sociology, 28: 387-415. Jenkins, Β. Μ. (1980), “The Study of Terrorism. Definitional Problems”, Rand Papers. Labica, G. (2014), Η Βία; Ποια βία;, Αθήνα, εκδόσεις Εκτός Γραμμής. Laqueur, W. (2004), Voices of Terror, New York, Reed Press. Mearsheimer, J. J. (2011), Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, Αθήνα, εκδόσεις Ποιότητα. Most, J. (1987), “Advice for Terrorists”, σε W. Laqueur & Y. Alexander (επιμ.), The Terrorism Reader: A historical anthology, New York, New American Library. O’ Salivan, N. (1986), Terrorism Ideology and Revolution: The origins of modern political violence, Great Britain, Harvest Press. Rappoport, D. C. (2002), “The Four Waves of Rebel Terrorism and September 11”, Anthropoetics, 8 (1), http://anthropoetics.ucla.edu/ap0801/terror/ Rappoport, D. C. (1977), “The Politics of Atrocity”, σε Y. Alexander & S. M. Finger (επιμ.), Terrorism: An interdisciplinary perspective, New York, John Jay Press, σσ. 46-61. Ray, L. (2011), Violence and Society, London, Sage. 914 Rosecrance, R. (1986), The Rise of the Trading State: Commerce and coalitions in the modern world, New York, Basic Books. Schmid, A. P. & Jongman A. J. (1988), Political Terrorism: A new guide to actors, authors, concepts, data bases, theories and literature, New Brunswick, Transaction Books. Schoenberg, H. O. (1989), A Mandate for Terror: The United Nations and the PLO, New York, Shapolsky Books. Venner, D. (2002), Histoire du Terrorisme, Paris, Pygmalion. Wallerstein, I. (2009), Για να Καταλάβουμε τον Κόσμο μας: Εισαγωγή στην ανάλυση των κοσμοσυστημάτων, επιμ.-μτφρ. Σ. Μαρκέτος, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Θύραθεν. Waltz, K. N. (2000), “Structural Realism after the Cold War”, International Security, 25(1): 5- 41. Wieviorka, M. (1990), “Defining and Implementing Foreign Policy: The U.S. experience in antiterrorism”, σε A. Y. & A. H. Foxman (επιμ.), The 1988-1989 Annual on Terrorism, Kluwer Academic Publishers. Wight, M. (2011), Διεθνής θεωρία: Τα τρία ρεύματα σκέψης, Αθήνα, εκδόσεις Ποιότητα. Wilkinson, P. (2001), Terrorism Versus Democracy, The liberal state response, London, Frank Cass Publishers. Zizek, S. (2008), Violence, London, Profile Books. Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου, “The Iraq Enquiry”, αρχειοθέτηση 23.11.2017, http://www.iraqinquiry.org.uk/ Έκθεση Amnesty International (2017), Dangerously Disproportionate: The ever-expanding national security state in Europe, London, Amnesty International Ltd. Ηνωμένα Έθνη (2017), UN Aid Chief Urges Global Action as Starvation Famine Loom for 20 Million Across Four Countries, UN News, 10.03.2017, http://www.un.org/apps/news/story.asp?NewsID=56339#. WUEE0evygfI Κονδύλης, Π. (1992), Η Ηδονή, η Ισχύς, η Ουτοπία, Αθήνα, εκδόσεις Στιγμή. Μπόση, Μ. (2004), Αντιτρομοκρατική Νομοθεσία, Ελλάδα και Διεθνές Περιβάλλον, Αθήνα- Κομοτηνή, εκδόσεις Σάκκουλας. Ρίτσαρντσον, Λ. (2008), Τι Θέλουν οι Τρομοκράτες, μτφρ. Α. Γολέμη, Αθήνα, εκδόσεις Τόπος. Χαραλαμπόπουλος, Ν. (2020), Κράτη και Αντισυστημικές Ομάδες Πολιτικής Βίας: Η επερχόμενη σύγκρουση, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης. 915 916 Αστική Ανθεκτικότητα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Μιχάλης Χρηστάκης1 Περίληψη Η αναγκαιότητα για Στρατηγικό Σχεδιασμό Βιώσιμης Ανάπτυξης στην Πόλη οδήγησε στην έννοια της Αστικής Ανθεκτικότητας. Η έννοια αυτή αξιοποιείται διεθνώς για την κάλυψη της ανάγκης εκπόνησης ενός ολικού, πολυπαραγοντικού σχεδιασμού, που να προβλέπει και να προετοιμάζει τους τρόπους αντιμετώπισης κάθε επικείμενης απειλής και κρίσης για την πόλη. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να ωριμάσει ο σχεδιασμός των πόλεων, που επιθυμούν να εντάξουν στην αναπτυξιακή τους πολιτική την Αστική Ανθεκτικότητα. Αρκετές πόλεις σε διεθνές επίπεδο έχουν ξεκινήσει τις διαδικασίες για εκπόνηση σχεδιασμού αστικής ανθεκτικότητας. Μεγάλες πόλεις έχουν ήδη προχωρήσει δυναμικά στην άντληση τεχνογνωσίας και εμπειρίας, όπως και στην ένταξή τους στο Πρόγραμμα 100 Ανθεκτικές Πόλεις του Ιδρύματος Rockefeller. Έχοντας ήδη ενταχθεί δύο πόλεις από την Ελλάδα ως μέλη (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) στο διεθνές αυτό δίκτυο, παρουσιάζεται συνολικά και η προσπάθεια των ελληνικών πόλεων για εκπόνηση Στρατηγικού Σχεδιασμού Αστικής Ανθεκτικότητας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Νέα Σμύρνη). Λέξεις-κλειδιά: Βιώσιμη Ανάπτυξη, Στρατηγικός Σχεδιασμός, Πόλη, Αστική Ανθεκτικότητα, Πρόγραμμα 100 Ανθεκτικές Πόλεις Εισαγωγή Οι σύγχρονες πόλεις αποτελούν αστικές συγκεντρώσεις που δημιουργούνται, αναπτύσσονται και εξελίσσονται σε ολοένα και πιο σύνθετες δομές με κρίσιμες ανάγκες και σύνθετα προβλήματα. Διαπιστώνουμε διαρκώς ότι οι πόλεις έρχονται αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις και προβλήματα, που δεν ήταν αναμενόμενα αρχικά. Με τα δεδομένα αυτά, είναι απαραίτητες οι ενέργειες που αφορούν την ανάπτυξη της πόλης να μετεξελιχθεί με πολυδιάστατο σχεδιασμό για την άμεση, την έγκαιρη και την επαρκή αντιμετώπιση, αλλά και την επίλυση των ζητημάτων που προκύπτουν με επιτυχία. Η αναγκαιότητα για Στρατηγικό Σχεδιασμό Βιώσιμης Ανάπτυξης στην Πόλη οδήγησε στην έννοια της Αστικής Ανθεκτικότητας. Η έννοια αυτή αξιοποιείται διεθνώς για την κάλυψη της ανάγκης εκπόνησης ενός ολικού, πολυπαραγοντικού σχεδιασμού, που να προβλέπει και να προετοιμάζει τους τρόπους αντιμετώπισης κάθε επικείμενης απειλής και κρίσης για την πόλη. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να ωριμάσει ο σχεδιασμός των πόλεων, που επιθυμούν να εντάξουν στην αναπτυξιακή τους πολιτική την Αστική Ανθεκτικότητα. 1 Διδάκτορας, Γενικός Γραμματέας Δήμου Νέας Σμύρνης,
[email protected]&
[email protected]917 Αρκετές πόλεις σε διεθνές επίπεδο έχουν ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για εκπόνηση σχεδιασμού βιώσιμης ανάπτυξης με την αξιοποίηση του πλαισίου της αστικής ανθεκτικότητας. Στην ίδια κατεύθυνση, μεγάλες πόλεις παγκόσμιας εμβέλειας έχουν ήδη προχωρήσει δυναμικά στην άντληση τεχνογνωσίας και εμπειρίας, όπως και στην ένταξή τους στο Πρόγραμμα 100 Ανθεκτικές Πόλεις του Ιδρύματος Rockefeller. Ήδη δύο πόλεις από την Ελλάδα έχουν ενταχθεί ως μέλη (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) στο διεθνές δίκτυο των 100 Πόλεων του Ιδρύματος Rockefeller. Στην ανάλυση μας, παρουσιάζεται όμως συνολικά η προσπάθεια των ελληνικών πόλεων για εκπόνηση Στρατηγικού Σχεδιασμού Αστικής Ανθεκτικότητας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Νέα Σμύρνη) με τις αντίστοιχες καλές πρακτικές τους. Η Αστική Ανθεκτικότητα ως Έννοια Η έννοια της αναπτυξιακής πολιτικής οδήγησε αρχικά στην καθιέρωση του επιχειρησιακού προγραμματισμού και αργότερα σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό για μία ολική διαχείριση και διευθέτηση των θεμάτων της πόλης σε ένα χρονικό ορίζοντα 3-5 ετών. Στην κατεύθυνση αυτή, η έννοια της ανθεκτικότητας ως ορολογία άρχισε να χρησιμοποιείται για την διεύρυνση του αναπτυξιακού σχεδιασμού σε χρονικό ορίζοντα 10 ετών και στην λογική μίας πιο ολικής αντιμετώπισης των κρίσιμων θεμάτων και ζητημάτων που αντιμετωπίζει ή επίκειται να αντιμετωπίσει η πόλη και οι δομές της. Η έννοια της ανθεκτικότητας για τις αστικές συγκεντρώσεις (τις πόλεις) αρχίζει να καθιερώνεται ως συστατικό στοιχείο σε κάθε σχέδιο στρατηγικής ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο με την αρχή της νέας χιλιετίας. Όπως με την έννοια της φέρουσας ικανότητας (carrying capacity) στον τομέα του περιβάλλοντος, αντίστοιχα η έννοια της ανθεκτικότητας (resilience) και κατ’ επέκταση της αστικής ανθεκτικότητας (urban resilience) στον τομέα του αναπτυξιακού σχεδιασμού αποτελούν έννοιες που οι κοινωνικές επιστήμες αξιοποίησαν από το λεξιλόγιο των φυσικών επιστημών για να εκφράσουν τις δυναμικές της ικανότητας και της ανθεκτικότητας. Το ζητούμενο για τις πόλεις στον 21ο αιώνα είναι η βιωσιμότητα τους, καθώς αποτελούν ένα δυναμικό πεδίο μετεξέλιξης και απρόβλεπτων αλλαγών. Η διαμόρφωση ενός εξελιγμένου και περισσότερο στρατηγικού σχεδιασμού και επιχειρησιακού προγραμματισμού που να ελαχιστοποιεί τυχόν απώλειες ή να διασφαλίζει από το έκτακτο και το απρόβλεπτο τις πόλεις μας οδηγεί τελεολογικά στην έννοια της ανθεκτικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η ανθεκτικότητα ορίζεται ως μία νέα προσέγγιση για την αντιμετώπιση των σύγχρονων απειλών. Η σύγχρονη πόλη πρέπει να δομήσει μία νέα φιλοσοφία σκέψης για την διασφάλιση ανθεκτικότητας, που απαιτεί μεγαλύτερη: - προσαρμοστικότητα στις αλλαγές από τις δομές διοίκησης; - συμμετοχικότητα από το τοπικό κοινωνικό κεφάλαιο στον σχεδιασμό και την λήψη αποφάσεων; και - ισότητα πρόσβασης στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Με την προσέγγιση αυτή, η ανθεκτικότητα αναδεικνύεται ως μία στρατηγική έννοια που 918 … εστιάζει στην ικανότητα των συστημάτων να επανέρχονται στην σταθερή ισορροπία τους μετά από κάθε διαταραχή, [και ως] … η ικανότητα του συστήματος να προσαρμόζεται και να αλλάζει εσωτερικές και εξωτερικές διαδικασίες … (Pickett et al. 2004: 373). Στην ίδια λογική, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα αντοχής στις προκλήσεις, που μία πόλη μπορεί να αντιμετωπίσει και ο τρόπος με τον οποίο είναι σε θέση να ενισχύσει την προσαρμοστικότητα και την ικανότητά της στις νέες συνθήκες. Όπως αναφέρεται από τους Walker and Salt, Η ανθεκτικότητα οριοθετείται ως η ικανότητα ενός συστήματος να απορροφά την διαταραχή και παρά το γεγονός αυτό να διατηρεί την βασική λειτουργία και δομή του (Walker & Salt 2006: 1). Στην κατεύθυνση αυτή, η Leichenko χρησιμοποιεί την έννοια της αστικής ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών κρίσεων και επισημαίνει ότι: Η αστική ανθεκτικότητα αναφέρεται ως η ικανότητα του συστήματος μίας πόλης να ανθίσταται σε μία σειρά από χτυπήματα και καταπονήσεις (Leichenko 2011: 164). Κατ’ επέκταση της ίδιας φιλοσοφίας, οι Desouza and Flanery υποστηρίζουν ότι η λογική της αστικής ανθεκτικότητας ενισχύει την προσαρμογή των συστημάτων σε αλλαγές (Desouza & Flanery 2013: 89), ενώ ο Collier υποστηρίζει ότι: Η ανθεκτικότητα την ίδια στιγμή απορροφά την αλλαγή, ενώ προσφέρει και την δυνατότητα για συστημική αλλαγή (Collier et al. 2013: 522). Η κεντρική προσέγγιση του Collier είναι ότι η έννοια της ανθεκτικότητας συνδέεται με το αστικό περιβάλλον μέσω μίας σειράς από κομβικούς παράγοντες που οδηγούν σε συστημική αλλαγή και αποτελούν τον πυρήνα της ανθεκτικότητας του συστήματος. Στο Σχήμα 1 που ακολουθεί, παρατηρούμε την αλληλένδετη διασύνδεση της ανθεκτικότητας στο αστικό περιβάλλον με μία σειρά από παράγοντες, όπως: Φέρουσα ικανότητα της κοινότητας, Δημογραφικές τάσεις, Πλήθος γειτονιών και σχέση με μέγεθος πόλης, Συστημικές υπηρεσίες, Πιέσεις, Υποδομές, Ιστορία, Πολιτική βούληση, Κεντρικές πολιτικές, Κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα, Κοινωνικά δίκτυα, Γεωγραφική θέση. 919 Σχήμα 1 - Διασύνδεση ανθεκτικότητας στο αστικό περιβάλλον με παράγοντες Πηγή: Collier et al. 2013: 522. Σε μία πρότυπη συνεργασία, το Πανεπιστήμιο του Cornell μαζί με τοπικές κοινότητες και άλλους κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, προχώρησαν στην ανάληψη μίας πρωτοβουλίας με την ονομασία ‘’Rust to Green – Από την Σκουριά στο Πράσινο’’ με την έννοια ότι ή κρίση σε κάποιες περιοχές της Πολιτείας πρέπει να αντιμετωπιστεί με καλά σχεδιασμένη προσπάθεια και εταιρικό σχεδιασμό για να στεφθεί από επιτυχία. Για την υλοποίηση της προσπάθειας αυτής δημιουργήθηκε μία ιστοσελίδα για επικοινωνία με το ευρύ κοινό: rust2green.org. H ιστοσελίδα αυτή κάνει το ερώτημα στους πολίτες: ‘’How Resilient is your City or Community? – Πόσο ανθεκτική είναι η Πόλη σου ή η Κοινότητα σου;’’ Με την προσέγγιση αυτή, η πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου μαζί με τους κοινωνικούς-οικονομικούς εταίρους με βάση την αστική ανθεκτικότητα υποθέτει ότι τα σύνθετα κοινωνικο-οικολογικά συστήματα των πόλεων, όπως στην περίπτωση της Πολιτείας της Νέας Υόρκης και ειδικότερα για τις περιοχές που είναι σε παρακμή ότι βρίσκονται διαρκώς σε πίεση και υπόκεινται συνεχώς σε αλλαγές και ανακατατάξεις. Όταν μάλιστα, οι περιοχές αυτές βρίσκονται αντιμέτωπες με μικρότερους ή μεγαλύτερους βαθμούς αναστάτωσης, το μέτρο της ανθεκτικότητας τους βρίσκεται στην ικανότητά τους να καινοτομούν και να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα περιουσιακά τους στοιχεία, να ανανεώνουν και να επαναδομούν τα συστήματά τους με ικανοποιητική επιτυχία. Η δυναμική αυτής της προσέγγισης της αστικής ανθεκτικότητας αποτυπώνεται στο Σχήμα 2, που αναδεικνύει τους παράγοντες που συσχετίζει, η κοινή αυτή προσπάθεια για το σχεδιασμό νέων πολιτικών αναβάθμισης των κοινοτήτων της περιοχής, όπως: Ροές Μεταβολών, Δίκτυα Διακυβέρνησης, Δομημένο Περιβάλλον, Κοινωνικές Δυναμικές. 920 Σχήμα 2 − Παράγοντες σχεδιασμού νέων πολιτικών αναβάθμισης των κοινοτήτων της Πολιτείας της Νέας Υόρκης Πηγή: Advancing Green Futures for New York's Rust-Belt Cities, στο http://www.rust2green.org/urban_resilience.php Οριοθετώντας έναν ορισμό μπορούμε να πούμε ότι: Αστική Ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα των κατοίκων, των κοινοτήτων, των θεσμών, των επιχειρήσεων και των κάθε είδους δομών των πόλεων ως συστήματα και υποσυστήματα που πρέπει να αντέχουν, να προσαρμόζονται και να αναπτύσσονται, απέναντι σε χρόνιες πιέσεις (διοικητικές, οικονομικές, δημογραφικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές ή άλλες) ή/και σε απρόσμενες κρίσεις και καταστροφές (καταστάσεις έκτακτης ανάγκης). Αναγκαιότητα για Σχεδιασμό με Αστική Ανθεκτικότητα Ο όρος ανθεκτικότητα χρησιμοποιήθηκε αρχικά στον περιβαλλοντικό τομέα και ειδικότερα στο πεδίο της οικολογίας για την αντιμετώπιση των κρίσεων σε δεδομένο οικοσύστημα. Εστιαζόταν κυρίως στην δυνατότητα ενός οικοσυστήματος να αντιμετωπίζει ικανοποιητικά κάθε πίεση ή κρίση και να είναι σε θέση για ανασυγκρότηση αμέσως μετά (https://www.resilientcity.org). Η οικολογική διάσταση οδήγησε σε επόμενο στάδιο την διασύνδεση με την διάσταση της χωροταξίας και της πολεοδομίας για τον σχεδιασμό ή ανασχεδιασμό των πόλεων με στόχο την πρόληψη κρίσιμων καταστάσεων και φυσικών καταστροφών. Η αναγκαιότητα για σχεδιασμό με αστική ανθεκτικότητα σχετίζεται με τις σύγχρονες προκλήσεις για την κάθε πόλη όπως: − Η έλλειψη συνεργασίας των διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης/των δομών της πόλης μεταξύ τους. − Η ανεπάρκεια πόρων σε σχέση με τις απαιτήσεις υγιούς οικονομικής διαχείρισης και ανάπτυξης. − Οι κοινωνικές προκλήσεις (π.χ. δημογραφικό, φτώχεια, χρόνια ανεργία). − Η περιβαλλοντική υποβάθμιση. − Το κυκλοφοριακό πρόβλημα. 921 − Η έλλειψη χώρων στάθμευσης. − Η κλιματική αλλαγή με τις απώλειες που επιφέρει στο αστικό περιβάλλον. − Οι προσφυγικές ροές, κ.ά. Καθώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι και πλούτος συγκεντρώνονται στις πόλεις των οποίων οι υποδομές προσπαθούν να υποστηρίξουν ικανοποιητικά την ταχεία ανάπτυξη τους, οι κίνδυνοι για φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής αλλαγής με μεγάλες συνέπειες γίνονται διαρκώς και μεγαλύτεροι. Η πρόβλεψη που πρέπει να γίνει εστιάζει κυρίως στους κινδύνους, όπως: η διαχείριση πιθανών κατολισθήσεων, η διάσωση παλαιών ή ερειπωμένων κτιρίων από τυχόν κατάρρευση, η φροντίδα των γεφυρών με ρήγματα, η μέριμνα για τις εγκαταλειμμένες περιοχές, ο σχεδιασμός για την αντιμετώπιση μεγάλων πυρκαγιών, η πρόβλεψη για τυχόν πλημμύρες κ.ά. Όλα τα θέματα αυτά αποτελούν στοιχεία πολιτικής ενταγμένης σε ένα ολικό πρόγραμμα αστικής ανθεκτικότητας της πόλης. Το μέτρο επιτυχίας της πολιτικής αστικής ανθεκτικότητας που εφαρμόζεται εξαρτάται από την ικανότητα ανταπόκρισης και διαχείρισης των μη αναμενόμενων καταστάσεων και κρίσεων. Η στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί για επιτυχή σχεδιασμό ανθεκτικότητας είναι η εισαγωγή καινοτομίας, η επαρκής εποπτεία του σχεδιασμού και κατάλληλη μελέτη του δομημένου και του κοινωνικού περιβάλλοντος, όπως και των δομών του συστήματος. Αυτές οι δομές και τα συστήματα θεωρούνται ως κρίσιμο στοιχείο για τις πόλεις, καθώς το αυξανόμενο μέγεθος τους, όπως και ο μεγάλος αριθμός των υποδομών τους, είναι κυρίαρχα για τον σχεδιασμό αστικής ανθεκτικότητας. Στην κατεύθυνση αυτή έχουμε μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό της διαδικασίας αστικοποίησης σε σύγχρονα βιώσιμα και ανθεκτικά διαχειρίσιμα πρότυπα στην πόλη. Σε διεθνές επίπεδο, τον Σεπτέμβριο του 2015, είχαμε την υιοθέτηση των 17 Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης – Social Development Goals (SDGs’) από τον ΟΗΕ ως τμήμα της Ατζέντας για την Βιώσιμη Ανάπτυξη του 2030. Ανάμεσα στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης περιλαμβάνεται και ο Στόχος 11, που αφορά την Δημιουργία Βιώσιμων Πόλεων και Κοινοτήτων. Στον Στόχο 11 περιλαμβάνεται μία πλειάδα επιμέρους στόχων και δράσεων. Σχήμα 3 − Λογότυπος Στόχου 11 του ΟΗΕ για Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες Πηγή: United Nations, https://unric.org/el/17 Στην ειδική ιστοσελίδα που έχει δημιουργήσει το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αναφέρει για τον Στόχο 11 του ΟΗΕ: 922 Οι πόλεις αποτελούν κόμβους για ανταλλαγή ιδεών, εμπόριο, πολιτισμό, επιστήμη, παραγωγικότητα, κοινωνική ανάπτυξη κ.ά. … και έχουν δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να προοδεύσουν κοινωνικά και οικονομικά. … Κάποιες από τις συχνές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα αστικά κέντρα είναι η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η έλλειψη κονδυλίων για την παροχή βασικών υπηρεσιών, καθώς και η έλλειψη επαρκούς στέγασης και η υποβάθμιση των υποδομών. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πόλεις μπορούν να ξεπεραστούν …, ώστε να συνεχίσουν να ακμάζουν και να αναπτύσσονται, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τη χρήση πόρων και μειώνοντας τη μόλυνση και τη φτώχεια. Το μέλλον το οποίο θέλουμε, είναι …οι πόλεις [να] προσφέρουν ευκαιρίες για όλους, πρόσβαση σε υπηρεσίες, ενέργεια, στέγαση, μεταφορές, κ.ά. (https://auebvolunteers.gr/sdgs/stoxos-11/). Στην ίδια κατεύθυνση, τον Οκτώβριο του 2016, πραγματοποιήθηκε στο Κίτο (Πρωτεύουσα του Ισημερινού – Ecuador), η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Στέγαση και την Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη (Habitat III), κατά την διάρκεια της οποίας υπογράφηκε η Νέα Ατζέντα για τις Πόλεις (ΝΑΠ) (www.habitat3.gr και www.habitat3.org). Στην Νέα Ατζέντα για τις Πόλεις προβλέπεται η πολιτική του ΟΗΕ για μία περιβαλλοντικά βιώσιμη και ανθεκτική αστική ανάπτυξη των πόλεων. Τόσο με τον Στόχο 11 του ΟΗΕ, όσο και με την Νέα Ατζέντα για τις Πόλεις ένας βασικός στόχος που επαναλαμβάνεται είναι «…να κάνουμε τις πόλεις […] [τόπους] ασφαλείς, ανθεκτικούς, βιώσιμους και χωρίς αποκλεισμούς» (United Nations, https://unric.org/el/17). Όπως διαπιστώνεται και από τις δύο διεθνείς πρωτοβουλίες, η ανθεκτικότητα αποτελεί κεντρικό ζήτημα για την ανάπτυξη και τον ολικό σχεδιασμό της πόλης. Να σημειωθεί ότι οι δύο αυτές διεθνούς εμβέλειας πρωτοβουλίες αποτελούν ορόσημο για την στροφή των παγκόσμιων αστικών πολιτικών από την αστική βιωσιμότητα, στην αστική ανθεκτικότητα. Είναι κρίσιμη η μετεξέλιξη και δημιουργία ανθεκτικών πόλεων, ώστε να διαθέτουν την ικανότητα να ανταποκρίνονται: − στις επιπτώσεις των κοινωνικών κρίσεων (φτώχεια, παραβατικότητα, αύξηση απαιτήσεων για φροντίδα, περίθαλψη και υγεία); − στα έκτακτα καιρικά φαινόμενα που οφείλονται στην κλιματική αλλαγή (παγετοί, πλημμύρες, εκτεταμένες φωτιές, τσουνάμι); και − στην σταδιακή μείωση της υπερκατανάλωσης των διαθέσιμων φυσικών πόρων (νερό, ενέργεια, πρώτες ύλες). Τα ανωτέρω αποτελούν πλέον κομβικές πολιτικές αστικής ανάπτυξης μετατρέποντας την αστική ανθεκτικότητα σε κεντρική πολιτική αστικής ανάπτυξης με ολικό και πολύ-παραμετρικό σχεδιασμό. Αυτός ο σχεδιασμός απαιτεί την κατανόηση των συστημάτων της πόλης, την καταγραφή των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ τους, των ενδεχομένων κινδύνων που θα προκύψουν, και τους τρόπους και την μεθοδολογία με την οποία μπορεί αυτοί να αντιμετωπιστούν. Οι διοικήσεις των πόλεων οφείλουν να δίνουν την πρέπουσα προσοχή στον αστικό τους σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των υποδομών τους για την επαρκή ανακούφιση και διαχείριση των χωρικών, οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών και άλλων κρίσεων που μπορεί να προκύψουν. Η θετική προοπτική στα πεδία αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντική, ώστε η διοίκηση των 923 πόλεων να συμβάλει με κάθε τρόπο στην ισότητα ευκαιριών, στην κοινωνική ευημερία και στην αειφορική προστασία του περιβάλλοντος. Ένταξη στο Πλαίσιο της Αστικής Ανθεκτικότητας Με την παραδοχή ότι η αστική ανθεκτικότητα αποτελεί ένα πολυτομεακό σχεδιασμό για την βιώσιμη ανάπτυξη μίας πόλης, γίνεται αντιληπτό ότι θα πρέπει να διερευνήσουμε τις δυναμικές της πόλης αυτής σε διάφορα επίπεδα και επιλεγμένες μεθοδολογίες. Κρίσιμο στοιχείο στην κατεύθυνση αυτή είναι οι παράγοντες που θα πρέπει να διερευνηθούν, με κομβικό ρόλο να καταλαμβάνουν η χωρική και η χρονική διάσταση. Σε μεγάλο βαθμό, οι παράγοντες αυτοί καθορίζουν τον στόχο της διοίκησης, που θα ακολουθηθεί για τον ολικό σχεδιασμό και την στρατηγική αστικής ανθεκτικότητας (Olazabal et al. 2012: 7). Επιπρόσθετοι παράγοντες που αλληλοδιασυνδέονται με αυτούς τους δύο, αλλά και μεταξύ τους είναι: η φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος, η επάρκεια σε υλικά-πρώτες ύλες, η αναμενόμενη κάλυψη από τα υφιστάμενα δίκτυα και τις υποδομές, η αντοχή των κοινωνικών επιχειρήσεων και του κοινωνικού κεφαλαίου, όπως επίσης και η ετοιμότητα των αγορών, των επιχειρήσεων και των ανθρώπων της περιοχής. Την σχέση αυτή την βλέπουμε να διαγράφεται στο Σχήμα 4. Σχήμα 4 − Πολυτομεακή απεικόνιση της αστικής ανθεκτικότητας Πηγή: Olazabal et al. 2012: 7. Η Στρατηγική Ανθεκτικότητας ανοίγει τον δρόμο για μία πόλη που προνοεί προτείνοντας μία σειρά συγκεκριμένων δράσεων που: − Αντιμετωπίζουν με επάρκεια τα ζητήματα συντήρησης, ασφάλειας, λογοδοσίας και υπευθυνότητας. − Διασφαλίζουν την οργάνωση διακριτών διαδικασιών για την αντιμετώπιση και διαχείριση κρίσεων. − Καθορίζουν μία σειρά από ειδικευμένες και αλληλένδετες δράσεις με σαφές όραμα για την αντιμετώπιση των αιφνίδιων κρίσεων και των χρόνιων πιέσεων στην πόλη. 924 Για την ένταξη μίας Τοπικής Αυτοδιοικητικής Δομής (ενός Δήμου ή ακόμη και μίας Περιφέρειας) στο πλαίσιο της Αστικής Ανθεκτικότητας απαιτείται ένας ολικός σχεδιασμός και η εκπόνηση Προγράμματος Αστικής Ανθεκτικότητας για την πόλη με αρχική διάρκεια 10 ετών. Κύριος στόχος της Αστικής Ανθεκτικότητας για μία πόλη είναι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση, σε διαρκή συνεργασία με ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών ή άλλων εταίρων του οικείου Δήμου, ενός ολικού, συνεκτικού και κυρίως υλοποιήσιμου σχεδίου δράσης. Το σχέδιο για Αστική Ανθεκτικότητα σε μία πόλη αποτελεί στρατηγική δράσεων με σκοπό την αντιμετώπιση των αναπάντεχων κρίσεων και χρόνιων πιέσεων που αντιμετωπίζει ή επίκειται ή δύναται να αντιμετωπίσει η πόλη, όπως: − Αποτελεσματική Ανταπόκριση στις Αστικές Καταστροφές − Ενίσχυση Υφιστάμενων Υποδομών − Διασφάλιση Ανθεκτικών Κατασκευών Η βελτίωση δομών και η ετοιμότητα τους με τον κατάλληλο σχεδιασμό της πόλης για καλούς και κακούς καιρούς είναι απαραίτητη, ώστε: − να αντιμετωπιστούν οι πιθανές απώλειες που σχετίζονται με τα φυσικά γεγονότα και έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ προβλέπεται ότι θα αυξηθούν περαιτέρω; και − να αντιμετωπιστεί η ταχεία και απρογραμμάτιστη αστικοποίηση στον αναπτυσσόμενο κόσμο που απειλεί να εξαλείψει τις ωφέλειες και τα κέρδη από την ανάπτυξη και αποτελεί πλέον έναν ιδιαίτερο παράγοντα κινδύνου για όλους. Για να προωθηθεί η Στρατηγική Σχεδιασμού και Υλοποίησης Αστικής Ανθεκτικότητας σε μία πόλη πρέπει να συγκροτηθεί μία διακριτή δομή διοίκησης, που να αναλαμβάνει την διαχείριση του Προγράμματος Αστικής Ανθεκτικότητας της Πόλης αυτής. Η κύρια αποστολή αυτής της διακριτής δομής διοίκησης για την αστική ανθεκτικότητα είναι η διάγνωση του βαθμού ανθεκτικότητας της πόλης, που καταλήγει σταδιακά σε ένα σχέδιο Ανθεκτικότητας για την πόλη, με τα ακόλουθα στοιχεία: − Άμεσες Δράσεις Γρήγορης Απόδοσης − Παρεμβάσεις Μακρόπνοου Σχεδιασμού − Διατομεακές Συνεργασίες − Υποστήριξη Εθνικών και Διεθνών Εταίρων − Συνεχή Εποπτεία του Προγράμματος − Διορθωτικές Αποφάσεις στον Σχεδιασμό με Αντίστοιχες Ενέργειες Με την επίτευξη των Στόχων της Ανθεκτικότητας, η Πόλη που την εφαρμόζει μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα ένα ευρύ φάσμα χρόνιων προβλημάτων ή μία ξαφνική καταστροφή. Στο πλαίσιο αυτό οργάνωσης, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι ο παραμετρικός − ολικός σχεδιασμός της πόλης περιλαμβάνει και τα ακόλουθα: − διαθέσιμες εφεδρείες; − επαρκή ευελιξία; − διοίκηση μάθησης; και − ικανότητα αναδιοργάνωσης. Αναλύοντας την οικονομική διάσταση του σχεδιασμού για στρατηγική Αστικής Ανθεκτικότητας πρέπει να μελετηθεί και το πλαίσιο χρηματοδότησης 925 για αναπτυξιακή ανθεκτικότητα. Τα κύρια στοιχεία για την χρηματοδότηση της Αστικής Ανθεκτικότητας είναι τα ακόλουθα: − Παρακολούθηση Δημοσίων Δαπανών − Εκτίμηση Οικονομικών Απωλειών & Ζημιών − Έλλειμμα Προσαρμογής − Αναγνώριση Μελλοντικών Οικονομικών Σεναρίων − Κάλυψη Ελλείμματος Προσαρμογής Να σημειωθεί ότι τα πέντε αυτά στοιχεία προσαρμόζονται ανάλογα με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες του στρατηγικού σχεδιασμού της πόλης και το ζητούμενο πάντοτε είναι να συνδέουμε και να καλύπτουμε και να ισορροπούμε την απόσταση από τις ανάγκες προσαρμογής με τους υφιστάμενους πόρους. Αυτό μάλιστα πρέπει να γίνεται σε επίπεδο διαθέσιμων οικονομικών πόρων και δυνατοτήτων κάλυψης, όπως και σε επίπεδο θεσμικών διαδικασιών και μηχανισμών λήψης απόφασης (https://financingresilientgrowth.org). Πρόγραμμα 100 Ανθεκτικές Πόλεις − Rockefeller Foundation Τα τελευταία χρόνια η ερώτηση του πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ανθεκτικές πόλεις και χώρους προσελκύει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον και ειδικά το ενδιαφέρον κυβερνητικών οργανισμών, think tanks, συμβουλευτικών ομάδων κ.ά. Κεντρικό ρόλο για την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης διαδραματίζει τα τελευταία χρόνια το πρόγραμμα του Ιδρύματος Rockefeller που ονομάζεται 100 Ανθεκτικές Πόλεις και εισάγει δυναμικά την έννοια της ανθεκτικότητας στον κυρίαρχο τρόπο ανάπτυξης των πόλεων. (https://www.100resilientcities.org/). Για το Ίδρυμα Rockefeller: Αστική Ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα κατοίκων, κοινοτήτων, θεσμών, επιχειρήσεων και δομών μίας πόλης να επιβιώνουν, να προσαρμόζονται και να εξελίσσονται ανεξάρτητα από τις χρόνιες πιέσεις και τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που τυχόν αντιμετωπίζουν (Arup/Rockefeller Foundation, 2014 στο https://www.100resilientcities.org/). Το Πρόγραμμα «100 Ανθεκτικές Πόλεις» (100RC), είναι μία πρωτοβουλία του Ιδρύματος Rockefeller, που έχει ως στόχο του να στηρίζει πόλεις σε διεθνές επίπεδο να είναι περισσότερο ανθεκτικές απέναντι σε περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις και ζητήματα, που αναδεικνύονται πλέον σε καίρια ζητήματα στον 21ο αιώνα. Συγκεκριμένα, το 2013, το Ίδρυμα Rockefeller ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα για τις πόλεις του κόσμου, το Πρόγραμμα 100 Resilient Cities (Rockefeller Foundation) με στόχο την δημιουργία ενός δικτύου πόλεων, σε παγκόσμιο επίπεδο, για την «… συνεννόηση και ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας στην αντιμετώπιση των προκλήσεων, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα ελλείμματα της καθεμιάς εξ αυτών». Επιμέρους στόχος του Προγράμματος 100 Resilient Cities είναι: Nα βοηθήσει περισσότερες πόλεις, να γίνουν ανθεκτικές απέναντι σε φυσικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις, που συνεχώς αυξάνονται στον 21ο 926 αιώνα, [και] να διευκολύνει μία παγκόσμια πρακτική ανάπτυξης της αστικής ανθεκτικότητας. Στο Σχήμα 5 που ακολουθεί βλέπουμε το λογότυπο για το Πρόγραμμα 100 Resilient Cities. Σχήμα 5 − Λογότυπο για το Πρόγραμμα 100 Resilient Cities Πηγή: Rockefeller Foundation. Το Πρόγραμμα 100 Resilient Cities (100RC) υποστηρίζει την συγκρότηση ενός στρατηγικού σχεδιασμού υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας, που περιλαμβάνει αφενός τον κατάλληλο προγραμματισμό για την ανταπόκριση στις απρόβλεπτες κρίσεις, αλλά και την αποτελεσματική αντιμετώπιση στις χρόνιες πιέσεις, οι οποίες φθείρουν τον αστικό ιστό σε καθημερινή και επαναλαμβανόμενη βάση. Οι κρίσεις για τις οποίες πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη είναι οι μεμονωμένες καταστροφές που μπορεί να προκύψουν από κάθε τι έκτακτο ή απρόβλεπτο. Οι πιέσεις δε αφορούν τους παράγοντες κινδύνου με καθημερινή ή και συχνά εμφανιζόμενη ύπαρξη, όπως: Πυρκαγιές, Σεισμοί, Πλημμύρες, Χρόνια έλλειψη τροφής ή νερού, Ενδημική βία, Υψηλά ποσοστά ανεργίας, κ.ά. Το Πρόγραμμα 100RC υποστηρίζει την δημιουργία ενός Πλαισίου Αστικής Ανθεκτικότητας (ΠAΑ), ως ένα εργαλείο που βοηθάει στην κατανόηση των πολλαπλών διαστάσεων που συνθέτουν την ανθεκτικότητα μιας πόλης. Το Πλαίσιο αυτό χρησιμοποιήθηκε καθ’ όλη την διάρκεια συγκρότησης της Στρατηγικής ως ένα πρίσμα διάγνωσης των τομέων στους οποίους υπολείπεται η πόλη και αναγνώρισης των ευκαιριών βελτίωσης. Με την καταγραφή και κατά συνέπεια με την αξιολόγηση των κρίσεων και των πιέσεων σε μία πόλη, αυτή γίνεται ικανότερη να ανταποκριθεί σε ανεπιθύμητα ή απρόσμενα γεγονότα και µπορεί να παρέχει επαρκώς τις βασικές υπηρεσίες της προς το σύνολο του πληθυσμού είτε σε περιόδους ηρεμίας, είτε σε περιόδους αναστάτωσης και κρίσης. Η ένταξη μίας πόλης στο δίκτυο των 100 Resilient Cities του Ιδρύματος Rockefeller είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ακόλουθους λόγους: − Δυνατότητα επικοινωνίας και συνεργασιών μεταξύ των πόλεων του δικτύου. 927 − Οικονομική και υλικοτεχνική καθοδήγηση για την θέσπιση μίας νέας και καινοτόμου προσέγγισης για την αστική διακυβέρνηση στις πολεοδομικές συγκεντρώσεις. − Πρόσβαση σε μεθοδολογικά εργαλεία, υπηρεσίες και συνεργάτες από τον ιδιωτικό, τον δημόσιο και τον μη-κερδοσκοπικό τομέα. − Χρηματο-οικονομική στήριξη του Προγράμματος από το Ίδρυμα Rockefeller. − Διαχείριση του Προγράμματος από τους ειδικευμένους σε αυτό Συμβούλους του Ιδρύματος (Rockefeller Philanthropy Advisors). Το Πρόγραμμα 100 Resilient Cities (100RC) αναδεικνύει επίσης και την έννοια του Μερίσματος της Ανθεκτικότητας (The Resilience Dividend). Βλέπε και το λογότυπο που ακολουθεί στο Σχήμα 6. Σχήμα 6 – Το Μέρισμα της Ανθεκτικότητας Πηγή: https://www.rockefellerfoundation.org/blog/most-important-job-you-haven-t- heard/ Η έννοια του Μερίσματος της Ανθεκτικότητας έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι: «Σήμερα, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει απρόσμενους κινδύνους, όπως: Βραδύτητα στην Προσαρμογή, Δυσκολία στην Ανταπόκριση, Μεγαλύτερο Χρόνο για Αποκατάσταση». Το Μέρισμα της Ανθεκτικότητας συμβαδίζει με την επένδυση σε ένα ενιαίο σχεδιασμό (Πλαίσιο Αστικής Ανθεκτικότητας), που στοχεύει να περιορίζει τις καταστροφές, να γεννάει νέα ανάπτυξη και για τον λόγο αυτό απευθύνεται στους κατοίκους, τις επιχειρήσεις, τους θεσμούς και τα όργανα διακυβέρνησης. Αστική Ανθεκτικότητα στις Ελληνικές Πόλεις Στο Πρόγραμμα 100 Resilient Cities (100RC) του Ιδρύματος Rockefeller συμμετέχουν από την Ελλάδα, οι πόλεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ανθεκτική Αθήνα − Resilient Athens Η πόλη της Αθήνας επιδιώκει στο πλαίσιο του σχεδιασμού της για να μετατραπεί σε ανθεκτική πόλη, να γίνει μία πόλη που εμπνέει, μία πόλη που ανταποκρίνεται, μία πόλη που είναι ανοικτή σε όλους: υπερήφανη, πράσινη και συμμετοχική. Αθήνα, πόλη που καλλιεργεί την δημιουργικότητα και την καινοτομία. Αθήνα, πόλη που δημιουργεί πρότυπες ταυτότητες και συνέργειες 928 γεφυρώνοντας την ιστορία με την πρόοδο (https://resilientathens.wordpress.com) Η πόλη της Αθήνας ανακοίνωσε την Στρατηγική της για την Αστική Ανθεκτικότητα, στις 13 Ιουνίου 2017. Με βάση το σχεδιασμό της Ανθεκτικής Πόλης, η Αθήνα επιδιώκει, τα ακόλουθα: − Προσιτή πόλη: Προωθούμε την διαφάνεια και την υπευθυνότητα. Βελτιώνουμε & απλουστεύουμε τις δημοτικές διαδικασίες. Καλλιεργούμε την συνεργασία και το αίσθημα ευθύνης. − Πράσινη πόλη: Υποστηρίζουμε τις περιβαλλοντικές υποδομές μέσα στον αστικό ιστό. Αξιοποιούμε αποτελεσματικά τα απόβλητά μας. Προωθούμε την βιώσιμη κινητικότητα και συν-δημιουργούμε δημόσιους χώρους. Υποστηρίζουμε μία βιώσιμη διατροφική πολιτική. Υποστηρίζουμε μία βιώσιμη και δίκαιη ενεργειακή πολιτική. − Προνοητική πόλη: Ενισχύουμε τον προγραμματισμό ενόψει σοβαρών κρίσεων. Υποστηρίζουμε την δημόσια διοίκηση και ενισχύουμε τον ρόλο των τοπικών κοινοτήτων. Υποστηρίζουμε τις συνεργασίες σε τοπικό επίπεδο. − Ζωντανή πόλη: Ενισχύουμε την ταυτότητα του δήμου. Μεγιστοποιούμε τους πόρους της πόλης και υποστηρίζουμε την απασχόληση. Ανθεκτική Θεσσαλονίκη 2030 – Resilient Thessaloniki 2030 Η πόλη της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του σχεδιασμού της για Αστική Ανθεκτικότητα μέχρι το 2030, προτάσσει την ταυτότητά της ως παραθαλάσσια, εξωστρεφή πόλη, που εμπνέει τους κατοίκους και τους επισκέπτες της και επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό της, ενισχύοντας την τοπική οικονομία, με σεβασμό στους φυσικούς της πόρους (Σχέδιο της Στρατηγικής για την Αστική Ανθεκτικότητα Θεσσαλονίκη 2030 (2019)). Η πόλη της Θεσσαλονίκης ανακοίνωσε την Στρατηγική της για την Αστική Ανθεκτικότητα, στις 30 Μαρτίου 2017. Με βάση το σχεδιασμό της Ανθεκτικής Πόλης, η Στρατηγική για Αστική Ανθεκτικότητα της Πόλης της Θεσσαλονίκης, εστιάζει στα ακόλουθα: − Διαμόρφωση μίας βιώσιμης πόλης, όπου η κινητικότητα και τα αστικά συστήματα υπηρετούν τους κατοίκους. − Σχεδιασμός από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους, μίας ανοικτής πόλης που επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό της. − Επένδυση και προώθηση μίας δυναμικής τοπικής οικονομίας με αναπτυξιακές προοπτικές. − Δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης. − Επαναπροσδιορισμός της σχέσης της πόλης με την θάλασσα μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τον Θερμαϊκό Κόλπο. Δύο ακόμα πόλεις στην χώρα μας έχουν ολοκληρώσει τις διαδικασίες σχεδιασμού και εκπόνησης Στρατηγικής για Αστική Ανθεκτικότητα, η πόλη του Ηρακλείου Κρήτης και η πόλη της Νέας Σμύρνης. 929 Αστική Ανθεκτικότητα Ηρακλείου Κρήτης – Resilient City Heraklion Crete Το Ηράκλειο Ανθεκτική Πόλη επιδιώκει να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, την ευημερία των πολιτών με επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και στην συνεχή ανάπτυξη του, ενισχύοντας παράλληλα την τοπική οικονομία, με απόλυτο σεβασμό στους φυσικούς πόρους (Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης, Δήμος Ηρακλείου, Ηράκλειο Έξυπνη και Ανθεκτική Πόλη, Τόπος Συνάντησης 5+1 Πολιτισμών (2019)). Η πόλη του Ηρακλείου Κρήτης ανακοίνωσε την Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης, με τίτλο: Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης, Δήμος Ηρακλείου, Ηράκλειο Έξυπνη και Ανθεκτική Πόλη, Τόπος Συνάντησης 5+1 Πολιτισμών, στις 19 Απριλίου 2019. Η Στρατηγική αυτή, εστιάζει στα ακόλουθα: Αναπτυξιακές Ταυτότητες: Α. ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ − Η Πόλη που Μαθαίνει Προτεραιότητα για τον Δήμο Ηρακλείου, είναι η Δια Βίου Μάθηση, με ειδικότερους στόχους την: 1. Επίτευξη της ποιοτικής εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης για όλους; 2. Κινητοποίηση της επιστημονικής γνώσης και της πολιτικής για την βιώσιμη ανάπτυξη; 3. Εξέταση των αναδυόμενων κοινωνικών και ηθικών προκλήσεων; 4. Ενθάρρυνση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και του διαπολιτισμικού διαλόγου; 5. Οικοδόμηση κοινωνιών με βάση την γνώση (inclusive knowledge societies) μέσω της ενημέρωσης και της επικοινωνίας; 6. Μεταστέγαση και λειτουργία της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Β. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ − Αλληλέγγυα Πόλη Στόχος του Δήμου στο πλαίσιο σχεδιασμού, υιοθέτησης και εφαρμογής της κοινωνικής πολιτικής είναι να καλύψει τα κενά σε υπηρεσίες, που αφορούν: − Στην αποτελεσματικότητα για υγεία και πρόνοια (παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας); − Στην αντιμετώπιση των διακρίσεων (υπηρεσίες ενημέρωσης, πληροφόρησης και στήριξης ευπαθών κοινωνικών ομάδων, λειτουργία δομών αντιμετώπισης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού); και − Στις δυνατότητες απασχόλησης. Γ. ΑΣΦΑΛΕΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟ − Πόλη με Πρόληψη & Ετοιμότητα για Αντιμετώπιση & Αποκατάσταση Καταστροφών Στόχος του Δήμου είναι να σχεδιάσει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά, τα ακόλουθα: − Τον μηχανισμό συντονισμού και επίβλεψης του έργου της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, την ετοιμότητα, την αντιμετώπιση και την αποκατάσταση των καταστροφών που συμβαίνουν στα διοικητικά όρια της πόλης. 930 − Τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό της πολιτικής προστασίας στην περιοχή της πόλης με την εφαρμογή των προγραμμάτων, μέτρων και δράσεων που αφορούν την περιοχή αυτή, στο πλαίσιο του εθνικού και περιφερειακού σχεδιασμού. − Την διάθεση και τον συντονισμό δράσης του απαραίτητου δυναμικού και των μέσων για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών στην περιοχή αναφοράς. Ανθεκτική Πόλη Νέα Σμύρνη – Resilient City Nea Smyrni Νέα Σμύρνη Ανθεκτική Πόλη − Νέα Σμύρνη με στρατηγικό σχεδιασμό ανθεκτικής πόλης για μία βιώσιμη πόλη, που θα εξυπηρετεί τους κατοίκους της, πέρα από κάθε περιορισμό. Μία ανοιχτή και προσβάσιμη πόλη για τους πολίτες της, με έμφαση στην κοινωνική οικονομία, την ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής και της επιχειρηματικότητας, την βιώσιμη κινητικότητα, την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος (Στρατηγική Αστικής Ανθεκτικότητας Δήμου Νέας Σμύρνης (2019)). Για την Στρατηγική της Ανθεκτικής Πόλης − Νέα Σμύρνη, η Δημοτική Αρχή θα θέσει σε διαβούλευση για να υιοθετήσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αρχών και στρατηγικών δράσεων για την αειφόρο ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή, την βιώσιμη κινητικότητα και την βελτίωση του περιβαλλοντικού και οικολογικού αποτυπώματος της. Άξονες Προτεραιότητας Στρατηγικής Αστικής Ανθεκτικότητας για την Πόλη της Νέας Σμύρνης: 1ος Άξονας: Κοινωνικά Συνεκτική και Αλληλέγγυα Πόλη Οι προτεινόμενες δράσεις για την βελτίωση της ποιότητας ζωής και την ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής του Δήμου διαμορφώνονται με βάση την άνετη και ασφαλή μετακίνηση των πεζών, την άνετη και ασφαλή μετακίνηση του ποδηλάτη, την χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς και την εξεύρεση λύσεων κυκλοφορίας και στάθμευσης των οχημάτων. Επίκεντρο είναι η δημιουργία μίας φιλικής κοινωνίας προς όλες τις κοινωνικές ομάδες, με στόχο την καταπολέμηση οποιωνδήποτε αποκλεισμών ή κοινωνικής περιθωριοποίησης των ευάλωτων ομάδων για την ένταξη και υποστήριξη τους από το σύνολο της κοινωνίας. 2ος Άξονας: Πράσινη και Προσβάσιμη Πόλη Κεντρική επιδίωξη είναι η συνολική αναβάθμιση των χώρων και των περιοχών του Δήμου, λειτουργικά, κατασκευαστικά, βιοκλιματικά και αισθητικά, ενδεικτικά μέσω νέων κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, με μονοδρομήσεις, με μετατροπή επιλεγμένων οδών σε οδούς ήπιας κυκλοφορίας, με περιορισμό κυκλοφορίας οχημάτων κτλ., με νέους χώρους στάθμευσης και αναβάθμιση των υφιστάμενων, με πεζόδρομους, με ποδηλατόδρομους, με δημιουργία νέων κοινόχρηστων χώρων και χώρων πρασίνου. 3ος Άξονας: Ασφαλής Πόλη Βασικό όραμα να προστατευθούν οι πολίτες, οι οποίοι αναμένουν από τους αιρετούς εκπροσώπους τους να περιορίσουν την πιθανότητα καταστροφής, 931 αλλά και να διαχειριστούν αποτελεσματικά την κατάσταση, αν η καταστροφή αυτή συμβεί. Όλες οι περιπτώσεις των πόλεων που προαναφέρθηκαν αποτελούν καλή πρακτική για τις άλλες πόλεις στην χώρα μας, αλλά και διεθνώς και μπορούν να αξιοποιηθούν για την άντληση τεχνογνωσίας και εμπειρίας. Συμπερασματικά Η οικονομική κρίση στην πόλη ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η φτώχεια που επιφέρει αυξημένη παραβατικότητα, η υπεργήρανση του πληθυσμού που οδηγεί σε δημογραφικό πρόβλημα, η συγκεκριμένη τοποθεσία που διευκολύνει τις απεριόριστες μεταναστευτικές ροές, τα καιρικά φαινόμενα ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, ο άναρχος εποικισμός περιοχών χωρίς σχέδιο και τα παρεπόμενα προβλήματα, η αυξημένη ζήτηση νερού και τροφής είναι κάποια από τα προβλήματα που δημιουργούνται σε μεγάλο αριθμό από τις σύγχρονες πόλεις και που καλούνται αυτές να επιλύσουν. Η αστική ανθεκτικότητα ως όρος απολαμβάνει πλέον μεγάλη δημοφιλία από τους περιβαλλοντολόγους και τους οικολόγους, από τις τεχνικές ειδικότητες, όπως οι μηχανικοί κάθε είδους, από τους ειδικούς σχεδιασμού για τις φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή, και από τους αναπτυξιολόγους κάθε επιπέδου, καθώς είναι μία ορολογία και μεθοδολογία σχεδιασμού, που επικεντρώνεται στην δυνατότητα και ικανότητα προσαρμογής, αλλαγής και μετασχηματισμού με στόχο την επαρκή αντιμετώπιση κρίσεων και έκτακτων καταστάσεων ή προβλημάτων. Είναι προφανής η ανάγκη για Στρατηγικό Σχεδιασμό στις Πόλεις με Αστική Ανθεκτικότητα και η αξιοποίηση της υφιστάμενης τεχνογνωσίας, αλλά και εμπειρίας που έχει δημιουργηθεί από τις πόλεις που συμμετέχουν στο Πρόγραμμα 100 Ανθεκτικές Πόλεις, του Ιδρύματος Rockefeller. Στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερα χρήσιμο αποδεικνύεται και το πλαίσιο μελέτης και σχεδιασμού που προτείνεται από το Πρόγραμμα 100RC και ειδικότερα το Πλαίσιο Αστικής Ανθεκτικότητας (ΠAΑ), που αποτελεί ένα μεθοδολογικό εργαλείο που βοηθάει στην κατανόηση των πολλαπλών διαστάσεων που συνθέτουν την ανθεκτικότητα μιας πόλης. Όπως τονίζεται από το Ίδρυμα Rockefeller: Η ανάγκη για Αστική Ανθεκτικότητα στις πόλεις μας είναι εδώ. Το 1913 το 10%, το 2013 το 50%, το 2050 το 75% του πληθυσμού της γης θα ζει στις πόλεις. Πρέπει να δράσουμε προγραμματίζοντας ένα κοινωνικό, αλληλέγγυο και ασφαλές αύριο για όλους. Αξιοποιώντας και την εμπειρία που έχει δημιουργηθεί και από τις ελληνικές πόλεις, θα πρέπει να σημειωθεί ολοκληρώνοντας ότι επενδύοντας στην Αστική Ανθεκτικότητα, προστατεύουμε και προωθούμε την ανάπτυξη σε ένα κόσμο που αλλάζει, πρώτα και περισσότερο στις πόλεις μας. 932 Βιβλιογραφία Collier, M. et al. (2013), ‘’Transitioning to Resilience and Sustainability in Urban Communities’’, Cities, 32: 521-528. Desouza, K. & Flanery, T. (2013), “Designing, Planning, and Managing Resilient Cities. A conceptual framework, Cities, 35: 89-99. Lawrence, J. V. et al. (2005), The Resilient City: How modern cities recover from disaster, New York, Oxford University Press. Leichenko, R. (2011), “Climate Change and Urban Resilience”, Current Opinion in Environmental Sustainability, 3: 164-168. Olazabal, M., Chelleri, L., Waters, J. J., & Kunath, A. (2012), “Urban Resilience: Towards an integrated approach”, παρουσίαση στο 1st International Conference on Urban Sustainability & Resilience, London, UK. Pickett, S. T. A. et al. (2004), “Resilient Cities: Meaning, models, and metaphor for integrating the ecological, socio-economic, and planning realms”, Landscape and Urban Planning, 69: 369-384. Walker, B. & Salt, D. (2006), Resilience Thinking: Sustaining ecosystems and people in a changing world, Washington, Island Press. Δήμος Ηρακλείου, (2019), «Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης, Ηράκλειο Έξυπνη και Ανθεκτική Πόλη», Τόπος Συνάντησης 5+1 Πολιτισμών, http://vaa.heraklion.gr/ , επίσης και https://www.heraklion.gr/files/items/6/62887/stratigiki_baa_dimoy_irakleioy.pdf Δήμος Θεσσαλονίκης, (2017), Σχέδιο της Στρατηγικής για την Αστική Ανθεκτικότητα «Θεσσαλονίκη 2030», https://drive.google.com/file/d/0B1EGaz8zlp3dV1lIV3hhWDNIQXc/view Δήμος Νέας Σμύρνης, (2019), «Στρατηγική Αστικής Ανθεκτικότητας Δήμου Νέας Σμύρνης». Νέα Αστική Ατζέντα HABITAT III, ΟΗΕ (2019), Διακήρυξη ΚΙΤΟ για Βιώσιμες Πόλεις και Οικισμούς για Όλους − 2016, Μετάφραση και Έκδοση στα Ελληνικά, Αθήνα, ΜΚΟ Οργάνωση Γη, 7 Φεβρουαρίου 2019, https://issuu.com/organizationearth/docs/habitat3-pages 933 934 Οι Πολιτικές Απασχόλησης και ο Ρόλος του Ανθρώπινου Κεφαλαίου στην Ένταξη των Νέων στην Αγορά Εργασίας Σωτήρης Χτούρης1 και Αικατερίνη Αποστολίδου2 Περίληψη Η Ελλάδα, ενώ πριν λίγα χρόνια βρισκόταν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχει πλέον έναν από τους υψηλότερους δείκτες ανεργίας στην Ευρώπη, που είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμηθεί, και για το λόγο αυτό η αντιμετώπισή της βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις όλων των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και πολλών άλλων χωρών, έχουν υιοθετήσει μια μεγάλη ποικιλία πολιτικών απασχόλησης, προκειμένου να τονώσουν την αγορά εργασίας, να αυξήσουν την απασχόληση και να ενδυναμώσουν τις οικονομίες των χωρών τους. Οι πολιτικές απασχόλησης περιλαμβάνουν ενεργητικές και παθητικές πολιτικές αγοράς εργασίας, πολιτικές ευελιξίας και επεκτατικές μακροοικονομικές πολιτικές. Στην παρούσα εισήγηση θα εξεταστεί το ζήτημα των πολιτικών απασχόλησης στην Ελλάδα, καθώς και ο ρόλος του ανθρώπινου κεφαλαίου στην ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας, υπό το πρίσμα της έρευνας Αριστείας In4Youth του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που υλοποιήθηκε τα έτη 2012-2015. Λέξεις-κλειδιά: ανεργία, νέοι, πολιτικές απασχόλησης, ανθρώπινο κεφάλαιο. Εισαγωγή Η ανεργία των νέων είναι ένα από τα σημαντικότερα δομικά προβλήματα των οικονομιών των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Ελλάδα, από το 2009 και έπειτα, η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας έχει διαμορφώσει μια νέα κατάσταση στην αγορά εργασίας και την απασχόληση, η οποία χαρακτηρίζεται από την αυξημένη ανεργία, κυρίως των νέων. Παρόλα αυτά, από το 2015 και μετά εμφανίζεται μια μικρή τάση αντιστροφής του φαινομένου, καθώς η κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης (Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης 2018). Ωστόσο, το τρέχον μακροοικονομικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από υποτονική ζήτηση εργατικού δυναμικού, σε συνδυασμό με τα αυξανόμενα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας, δυσχεραίνουν την ανάκαμψή της. Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα καθορίζεται από εκτεταμένες κοινωνικές ρυθμίσεις (social regulation), οι οποίες παίζουν ιδιαίτερα αποφασιστικό ρόλο στην εργασιακή ένταξη των νέων. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν σχέση με τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει η ελληνική οικογένεια στη διαμόρφωση και στον έλεγχο της προσφοράς εργασίας. Η αγορά εργασίας καθορίζεται, επίσης, από την παράλληλη παρέμβαση του κράτους, με την εκτεταμένη προσφορά μόνιμων θέσεων απασχόλησης, αλλά και την επιλεκτική κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Οι νέοι σήμερα διαθέτουν υψηλότατα προσόντα και αποτελούν, ίσως, 1Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου,
[email protected]2 Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου,
[email protected]935 την πιο μορφωμένη γενιά που έχει υπάρξει στην Ελλάδα. Ωστόσο, η ελληνική αγορά εργασίας δεν προσφέρει σε αυτούς τους νέους ανθρώπους υψηλών δεξιοτήτων, παρά ελάχιστες ευκαιρίες (Χτούρης 2017). Το καθεστώς απασχόλησης στην Ελλάδα δε φαίνεται να παρουσιάζει ένα συνεκτικό σύστημα υποστήριξης των νέων, αλλά ούτε και θεσμούς με ανεπτυγμένες και εξειδικευμένες υπηρεσίες τοποθέτησής τους σε θέσεις εργασίας. Οι άνεργοι νέοι εντάσσονται και υποστηρίζονται από τις ίδιες υπηρεσίες, όπως όλος ο πληθυσμός, και δεν υπάρχει καμία ιδιαίτερη πολιτική για τις διαδικασίες μετάβασης από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Ο χαμηλός βαθμός ανάπτυξης της μισθωτής εργασίας σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος και τον οικογενειακό χαρακτήρα των επιχειρήσεων οδηγεί στον εγκλωβισμό ενός μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου κεφαλαίου σε θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης και περιορισμένης κινητικότητας. Αγορά εργασίας και νέοι Στη δομή της ελληνικής αγοράς εργασίας ηγεμονικό ρόλο έχει παραδοσιακά η προσφορά θέσεων εργασίας από το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ, ταυτόχρονα, νέοι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει ικανότητες και υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, έχουν ως μοναδική διέξοδο την απασχόληση στους δύο αυτούς τομείς. Τα σημαντικά κριτήρια για την οριοθέτηση των δύο τομέων της αγοράς εργασίας είναι, κυρίως, η ποιότητα της εργασίας, η σταθερότητα της εργασίας, το επίπεδο των αμοιβών, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και η διαφοροποιημένη κινητικότητα στις διαδρομές καριέρας (Hudson 2007). Οι νέοι εργαζόμενοι προσανατολίζονται προς το Κράτος-Εργοδότη, επειδή αυτό προσφέρει: α) Σταθερή και μόνιμη εργασία, β) Ένα εξασφαλισμένο ελάχιστο επίπεδο αμοιβών, γ) Μια σταθερή εξέλιξη με κύριο κριτήριο τα χρόνια επαγγελματικής εκπαίδευσης, ενώ, ταυτόχρονα, δίνει δικαιώματα μετεκπαίδευσης και ανάπτυξης των επαγγελματικών ικανοτήτων. Ανάλογες, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό, εξασφαλισμένες δυνατότητες προσφέρουν και οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Τα επίπεδα αμοιβών σε αυτό το τμήμα του ιδιωτικού τομέα είναι μεγαλύτερα από το δημόσιο τομέα για τα μεσαία και ανώτερα στελέχη τους. Αυτό είναι το τμήμα που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε πρωτεύουσα αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό της πρωτεύουσας αγορά εργασίας είναι ότι συγκεντρώνει νέους εργαζόμενους με εξαιρετικά διαφορετικό επίπεδο επαγγελματικών προσόντων, κινητικότητας και ικανοτήτων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα οι απαιτήσεις, ως προς τις επαγγελματικές ικανότητες είναι, κυρίως, τυπικές και δεν αξιολογούνται ουσιαστικά σε σχέση με τις ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν. Το αντίθετο, βέβαια, συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα των μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίες επιλέγουν, κυρίως, με κριτήρια αποδοτικότητας και προσαρμογής των νέων εργαζόμενων στις θέσεις εργασίας. Εκπαίδευση και απασχόληση Το καθεστώς απασχόλησης στην Ελλάδα δε φαίνεται να παρουσιάζει ένα συνεκτικό σύστημα υποστήριξης των νέων, αλλά ούτε και θεσμούς με ανεπτυγμένες και εξειδικευμένες υπηρεσίες τοποθέτησής τους σε θέσεις εργασίας. Οι άνεργοι νέοι 936 εντάσσονται και υποστηρίζονται από τις ίδιες υπηρεσίες, όπως όλος ο πληθυσμός, και δεν υπάρχει καμία ιδιαίτερη πολιτική για τις διαδικασίες μετάβασης από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Παράλληλα, οι υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ., αλλά και τα προγράμματα απασχόλησης των νέων, που ολοκληρώνονται αποσπασματικά και με πολλές επικαλύψεις και αντιφάσεις μεταξύ τους, δε χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους νέους, λόγω των πελατειακών σχέσεων που παρεμβαίνουν στις διαδικασίες τοποθέτησης (Χτούρης 2017). Η ελληνική αγορά εργασίας αποτελεί ένα ιδιαίτερο μόρφωμα/συνδυασμό παραδοσιακής οικονομικής οργάνωσης, από τη μια, και σύγχρονης καπιταλιστικής αγοράς, από την άλλη, που προκρίνει την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, μέσω της εκπαίδευσης και της κατάρτισης. Ωστόσο, ο χαμηλός βαθμός διάδοσης της μισθωτής εργασίας, σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος και τον οικογενειακό χαρακτήρα των επιχειρήσεων, οδηγεί στον εγκλωβισμό ενός μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου κεφαλαίου σε θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης και περιορισμένης κινητικότητας. Αυτό σημαίνει ότι νέοι άνθρωποι, που έχουν αποκτήσει ικανότητες και υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, έχουν ως μοναδική διέξοδο την απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Η χαμηλή απορρόφηση του νεανικού ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαιτέρως σε περιόδους κρίσης, αντανακλάται στα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά της ανεργίας των νέων στην Ελλάδα, μεγέθη τα οποία μόνο η Ισπανία παρουσιάζει. Τα ποσοστά αυτά βαίνουν ταχύτατα αυξανόμενα (Έρευνα In4Youth). Η αγορά εργασίας στην περίοδο της κρίσης δε φαίνεται να είναι σε θέση να διατηρήσει τους κανόνες και τα πρότυπα μετάβασης που αναπτύχθηκαν σταδιακά μετά τον πόλεμο και κυρίως μετά το 1970. Η διατήρηση κανόνων και προτύπων μετάβασης από την εκπαίδευση στο επάγγελμα και την εργασία είναι πλέον δύσκολη, ιδιαίτερα, μετά την ισχυρή μείωση της απασχόλησης στην πρωτεύουσα αγορά εργασίας που επηρεάζεται σημαντικά από το δημόσιο τομέα. Το μεγαλύτερο τμήμα των νέων που παραδοσιακά στρεφόταν στην ελληνική αγορά εργασίας των κατοχυρωμένων επαγγελμάτων περιορίζεται, λόγω της κρίσης, στη δευτερεύουσα αγορά. Από την έρευνα In4Youth, αλλά και τη συγκριτική κατανόηση της κατάστασης της ανεργίας και της απασχόλησης των νέων, διαπιστώνουμε ότι το νόημα της εργασίας και του επαγγέλματος έχει αλλάξει ριζικά. Αν και διατηρούνται ακόμη οι παραδοσιακές επαγγελματικές παραστάσεις, λόγω της παρουσίας ενός εκτεταμένου εκπαιδευτικού συστήματος και ορισμένων ισχυρών επαγγελματικών ομάδων, οι νέοι αντιμετωπίζουν έναν ασαφή ορίζοντα, στον οποίο η σταθερή μισθωτή εργασία αποτελεί, ολοένα και περισσότερο, ένα μικρό τμήμα της συνολικής απασχόλησης. Ανεργία νέων και θεωρία ανθρώπινου κεφαλαίου Η ανεργία αποτελούσε πάντα ένα σημαντικό θέμα τόσο στην οικονομική όσο και στην πολιτική επιστήμη. Η μόρφωση των νέων σήμερα είναι σε υψηλότερο επίπεδο από ότι στο παρελθόν, με τη διαφορά, όμως, ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με αντίξοες συνθήκες στην αγορά εργασίας. Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, της οποίας πατέρας είναι ο Theodore Schultz θεωρεί ότι οι γνώσεις και οι δεξιότητες του ατόμου είναι μία από τις μορφές του κεφαλαίου (Becker 1978, Schultz 1971). Η έννοια του ανθρώπινου κεφαλαίου περιλαμβάνει το σύνολο των φυσικών και επίκτητων ικανοτήτων ενός ατόμου. Η εκπαίδευση είναι επίκτητη ικανότητα, η οποία όμως μπορεί να βελτιώσει και τις φυσικές ικανότητες του ατόμου. Η εκπαίδευση καθιστά το άτομο εύκολα προσαρμοζόμενο στις νέες τεχνολογίες της αγοράς εργασίας. Έχει παρατηρηθεί ότι σε ομαδικές εργασίες η παραγωγικότητα των περισσότερων εκπαιδευόμενων 937 συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους, ώστε τελικά να παρατηρείται αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας (Becker 1978, Ψαχαρόπουλος 1999). Ο όρος «ανθρώπινο κεφάλαιο» περιλαμβάνει όλα τα επίκτητα, με τα οποία ο εργαζόμενος αποκτά ικανότητες για την καλή και αποδοτική εκτέλεση της εργασίας. Τα επίκτητα αυτά στοιχεία είναι η μόρφωση, οι γνώσεις που έχει πάρει από το σχολείο, η ειδίκευση που μπορεί να αποκτήσει με διάφορα προγράμματα εκπαίδευσης ή και με την πείρα από την εργασία του, κ.λπ.. Η απόκτηση αυτών των στοιχείων θεωρείται επένδυση μεγάλης σημασίας. Το αποτέλεσμα αυτής της επένδυσης σε χρόνο και χρήμα καλούμε «ανθρώπινο κεφάλαιο» (Λιανός 2005). Ο Becker εισήγαγε τη «θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου» το 1964, μια έννοια στην οποία ο Mincer είχε αναφερθεί από τη δεκαετία του 1950, και μαζί με άλλους οικονομολόγους και κοινωνιολόγους έχουν αλλάξει δραματικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εκπαίδευση. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η εκπαίδευση έχει μετατραπεί σε μια επένδυση στην ικανότητα ενός ατόμου, ένα υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης συνεπάγεται μια ροή μελλοντικών εισοδημάτων υψηλότερου επιπέδου (Δεδουσόπουλος 2002, Schultz 1972, Becker 1964, Mincer 1974). Κατά την άποψη της θεωρίας του ανθρώπινου κεφαλαίου, κάθε μελετητής είναι στην πραγματικότητα ένας επενδυτής. Ενώ εκπαιδεύεται ένα άτομο, βρίσκεται αντιμέτωπο με δύο διαφορετικά είδη δαπανών, το κόστος της μη εργασίας (διαφυγόντα έσοδα) και τις δαπάνες για την εκπαίδευση (βιβλία, δίδακτρα). Τα οφέλη αυτών των δαπανών κερδίζονται αργότερα στη ζωή ενός ατόμου, καθώς το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης οδηγεί σε υψηλότερους μισθούς στην αγορά εργασίας (Borjas 2005). Σύμφωνα με την προσέγγιση της θεωρίας του Becker, τα άτομα επιλέγουν την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, μέσω των σπουδών τους, σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης, προσδοκώντας σε μελλοντικά οφέλη, που μεταφράζονται σε υψηλότερους μισθούς (και συντάξεις), καλύτερες θέσεις εργασίας, καθώς και ευχαρίστηση από την εργασία τους, καλύτερο εργασιακό περιβάλλον κ.λπ. Οι γνώσεις και οι δεξιότητες που θα αποκτήσουν τα άτομα μέσω της εκπαίδευσης, αποτελούν το προσωπικό παραγωγικό ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο θα εξαργυρωθεί από την αγορά εργασίας, αφού αναμένεται να αυξήσει την παραγωγικότητά του. Από την έρευνα In4Youth προέκυψε ότι η επιτυχία της ένταξης στην αγορά εργασίας προϋποθέτει μια «εξωστρέφεια» του νέου υποψήφιου υπό την έννοια της «σωστής» αναζήτησης, της αυτοπεποίθησης και της προθυμίας ανάληψης δράσης (ρίσκο), ενώ αντίστοιχα η διατήρηση της θέσης απασχόλησης βασίζεται στην απόδοση και στην πρόθεση του νέου να «βελτιώνεται» συνεχώς. Τα «τυπικά προσόντα» φαίνεται να εξασφαλίζουν μόνο την αρχική κατάταξη των υποψηφίων σε θέσεις απασχόλησης, ενώ, πρωτίστως, χρησιμοποιούνται ειδικά διαγνωστικά «εργαλεία», μέσω των οποίων διαπιστώνεται η συνάφεια των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων προς τις απαιτήσεις της εκάστοτε θέσης. Η εργασία για το νεανικό ανθρώπινο δυναμικό καθορίζεται, κυρίως, από τις επιταγές της ευελιξίας και την κοινωνική επισφάλεια, εδραίωση σε θέσεις με σχετικά χαμηλά αμοιβές και τάση για υψηλή γεωγραφική και εργασιακή κινητικότητα. Τα δικαιώματα των εργαζομένων υποκύπτουν και προσαρμόζονται ολοένα και περισσότερο στις ανάγκες της ευελιξίας και της κινητικότητας της εργασίας. Η πολλαπλή διάσταση των ικανοτήτων που ζητείται (multiskilling) δεν εναρμονίζεται με το καθυστερημένο και μη ευέλικτο σύστημα κανόνων δικαίου για την εργασία. Αυτό ισχύει, ιδιαιτέρως, στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, καθώς οι υπάρχουσες κατοχυρωμένες ρυθμίσεις για τα επαγγελματικά δικαιώματα είναι δύσκολο να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης εργασίας, που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τον ιδεότυπο του επαγγέλματος που επιβάλλει στον εργαζόμενο να «φορέσει κουστούμια» ικανοτήτων, προσαρμοσμένο 938 στο σύνολο δεξιοτήτων (Χτούρης 2017). Πολιτικές Απασχόλησης Ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν τις ανεπτυγμένες κοινωνίες στις μέρες μας, είναι η ανεργία, καθώς από το 1975 και μέχρι σήμερα τα ποσοστά των ανέργων εμφανίζονται ιδιαίτερα υψηλά. Επίσης, η διάρκεια της ανεργίας είναι μεγάλη για σημαντικό μέρος των ανέργων, γεγονός που αποκαθηλώνει την αντίληψη για την πλήρη απασχόληση που επικρατούσε κατά την περίοδο μεσουράνησης του κοινωνικού κράτους. Από το 1950 κι έπειτα, η επίτευξη της πλήρους απασχόλησης, χάρη στις πολιτικές της ενεργούς ζήτησης με την εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής, είχε ως αποτέλεσμα τον προσανατολισμό των δημοσίων υπηρεσιών απασχόλησης (που άρχισαν να δημιουργούνται ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα σε ορισμένες χώρες), προς την καταπολέμηση της ανεργίας, κυρίως, μέσω της οργάνωσης της επαγγελματικής και γεωγραφικής κινητικότητας των εργαζομένων (Alber 1995, Καραμεσίνη 2005a). Με τη συστηματική δημιουργία των υπηρεσιών απασχόλησης και την ανάδειξη της απασχόλησης, ως ιδιαίτερο αντικείμενο της κρατικής πολιτικής, αναπτύχθηκε η συζήτηση για τις πολιτικές απασχόλησης και τον κοινωνικό και οικονομικό τους ρόλο (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2008). Σύμφωνα με την Καραμεσίνη (2005), οι πολιτικές απασχόλησης περιλαμβάνουν ενεργητικές και παθητικές πολιτικές αγοράς εργασίας, πολιτικές ευελιξίας και επεκτατικές μακροοικονομικές πολιτικές. Οι πολιτικές απασχόλησης, συνήθως, χαρακτηρίζονται ως ενεργητικές ή παθητικές. Οι παθητικές πολιτικές είναι αυτές που αναφέρονται στη στήριξη του εισοδήματος των ανέργων, όπως π.χ. τα επιδόματα ανεργίας ή στον περιορισμό της προσφοράς εργασίας, όπως π.χ. η πρόωρη συνταξιοδότηση. Μέτρα που στοχεύουν απευθείας στην κινητοποίηση της προσφοράς εργασίας και προκαλούν ώθηση της απασχόλησης, δημιουργία θέσεων εργασίας και βελτίωση της απασχολησιμότητας του εργατικού δυναμικού κατατάσσονται στις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης. Ειδικότερα, περιλαμβάνουν τρία κύρια στοιχεία: - Ενεργοποίηση της προσφοράς εργασίας με προγράμματα δημιουργίας θέσεων εργασίας, επιδοτούμενων θέσεων εργασίας, κ.λπ.. - Ανάπτυξη δεξιοτήτων σχετικών με την εργασία, μέσω προγραμμάτων κατάρτισης και επανακατάρτισης. - Προώθηση της αποτελεσματικότητας των αγορών εργασίας, μέσω της βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών από τις δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης, τη συμβουλευτική υποστήριξη και την εξατομικευμένη παρέμβαση για αναζήτηση εργασίας. Επομένως, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης είναι ένα πλήθος πολιτικών, που έχουν ως κύριο στόχο την αύξηση των πιθανοτήτων ένταξης ή επανένταξης ανέργων στην αγορά εργασίας και συμβάλλουν, έτσι, στην αύξηση της απασχόλησης. Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης αποκτούν ιδιαίτερη σηµασία στην οργάνωση των πολιτικών απασχόλησης από τη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια στο χώρο της Ε.Ε.. Μέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1970, οι πολιτικές για την αγορά εργασίας αποσκοπούσαν, κυρίως, στην αντιµετώπιση της ανεργίας τριβής και των επιπτώσεων της εποχιακής ανεργίας, σε οµάδες του εργατικού δυναµικού, που εµφάνιζαν ευπάθεια στις εποχιακές διακυµάνσεις της οικονοµικής δραστηριότητας ή της ανεργίας οµάδων του πληθυσµού, που ήταν εξοπλισµένες µε χαµηλές εργασιακές δεξιότητες (Δεδουσόπουλος 2007). Οι κυβερνήσεις όλων των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής 939 Ένωσης, αλλά και πολλών άλλων χωρών, έχουν υιοθετήσει μια μεγάλη ποικιλία πολιτικών απασχόλησης, προκειμένου να καταπολεμήσουν το φαινόμενο της ανεργίας και, παράλληλα, να τονώσουν την αγορά εργασίας, να αυξήσουν την απασχόληση και να ενδυναμώσουν τις οικονομίες των χωρών τους. Οι πολιτικές απασχόλησης περιλαμβάνουν ενεργητικές και παθητικές πολιτικές αγοράς εργασίας, πολιτικές ευελιξίας και επεκτατικές μακροοικονομικές πολιτικές. Με άλλα λόγια, με τον όρο «πολιτικές απασχόλησης» αναφερόμαστε σε ένα σύνολο κρατικών παρεμβάσεων, που επιδιώκουν να επηρεάσουν τη λειτουργία της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, οι οποίες, από κοινού, προσδιορίζουν το ποσοστό απασχόλησης και το επίπεδο της ανεργίας (Καραμεσίνη 2006). Βέβαια, η εμφάνιση και η ανάπτυξη των πολιτικών απασχόλησης δεν ακολούθησε γραμμική πορεία. Κατά την περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πολιτικές απασχόλησης ακολουθούσαν το πρότυπο Rehn-Meider, σύμφωνα με το οποίο η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, η μισθολογική πολιτική αλληλεγγύης (μείωση μισθολογικών ανισοτήτων) και οι επιλεκτικές ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (προγράμματα δημιουργίας θέσεων απασχόλησης και ενίσχυση της επαγγελματικής και γεωγραφικής προτεραιότητας) αποτελούν συστατικά στοιχεία για τη διασφάλιση της πλήρους απασχόλησης και της σταθερότητας των τιμών (Γράβαρης 1991, Peterson 1999, Καραμεσίνη 2005α). Ωστόσο, με την ανάδειξη κυβερνήσεων νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού κατά τη δεκαετία του 1980 (Ρέιγκαν στις Η.Π.Α. και Θάτσερ στο Ην. Βασίλειο), αρκετές χώρες αλλά και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί εγκατέλειψαν το μοντέλο της πλήρους απασχόλησης (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2008). Οι Παθητικές Πολιτικές Απασχόλησης έχουν στόχο τους την επαρκή στήριξη του εισοδήματος των ανέργων και αναφέρονται σε εκείνες τις κρατικές παρεμβάσεις που δεν καταπολεμούν τα αίτια της ανεργίας, αλλά αμβλύνουν ή και εξαλείφουν τα αρνητικά αποτελέσματά της, προστατεύοντας τον εργαζόμενο κατά το διάστημα μετάβασής του από τη µια θέση εργασίας σε άλλη. Η εξασφάλιση της εισοδηματικής σταθερότητας, κατά το στάδιο των επαγγελματικών μεταβάσεων, είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες των παθητικών πολιτικών απασχόλησης. Στις χώρες όπου τα συστήματα προστασίας κατά της ανεργίας δεν είναι αναπτυγμένα, όπως στην Ελλάδα, απαιτούνται πρόσθετοι δημόσιοι πόροι, οι οποίοι θα προέρχονται από αύξηση φορολογίας και εισφορών. Αντιθέτως, κράτη-μέλη που διαθέτουν καλύτερα συστήματα επιδομάτων ανεργίας και γενικότερα κοινωνικής προστασίας, η αύξηση των πόρων καλύπτεται, κατά κύριο λόγο, από τις επιχειρήσεις (Κουκιάδης 2007). Σημαντική παρέμβαση στην αγορά εργασίας και στην ανάπτυξη πολιτικών απασχόλησης έπαιξαν σε όλη την Ευρώπη, αλλά και την Ελλάδα οι λεγόμενες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, με στόχο, κυρίως, το μετασχηματισμό του συστήματος κοινωνικής προστασίας και την αντικατάσταση των επιδοματικών πολιτικών με νέες πολιτικές, που αποτρέπουν την παθητική στάση των ευάλωτων ομάδων. Οι ενεργητικές πολιτικές έχουν ένα διπλό στόχο∙ πρώτον, να διευρύνουν την συνολική βάση του εργατικού δυναμικού, μέσω της ενεργοποίησης ομάδων που βρίσκονται στην αεργία, που παραμένουν εκτός της αγοράς εργασίας ή ακόμα προσμετρώνται στον μη ενεργό οικονομικά πληθυσμό, αν και εργάζονται, συμμετέχοντας στην άτυπη εργασία. Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, όπως και οι άλλες πολιτικές απασχόλησης, μπορούν να διακριθούν με δύο κριτήρια: α) το είδος των μέτρων που περιέχονται σε αυτές και β) τους πόρους/κονδύλια και το είδος των δαπανών που διατίθενται σε αυτές. Ένα σημαντικό ρόλο σε όλες τις πολιτικές απασχόλησης, αλλά, κυρίως, στις ενεργητικές πολιτικές, παίζουν οι υπηρεσίες που τις εφαρμόζουν, η ποιότητα και η εμπειρία του ανθρώπινου δυναμικού που εργάζεται σε αυτές, η αξιολόγηση και η κατάλληλη επιλογή των χρηστών και, τέλος, η 940 αποτελεσματικότητα των κινήτρων που παρέχονται στους ενδιαφερόμενους (ΙΝΕ/ΓΣΣΕ 2008). Σε πολλές περιπτώσεις, παρόμοιες πολιτικές έχουν, τελείως, διαφορετική επίδραση στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ανάλογα με την ποιότητα και την οργάνωση των υπηρεσιών που εφαρμόζουν τις πολιτικές απασχόλησης. Αξιολόγηση Πολιτικών Απασχόλησης στην Ε.Ε. Λόγω της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στον τομέα της απασχόλησης και της ανεργίας σε όλη την Ευρώπη, δίνεται πλέον ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση πολιτικών που στοχεύουν στην αντιμετώπιση αυτού του κοινωνικοοικονομικού προβλήματος. Σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φυσικά και στην Ελλάδα, η προσπάθεια επικεντρώνεται στη διαμόρφωση προϋποθέσεων, με στόχο η ανεργία να πέσει σε χαμηλότερα επίπεδα. Έτσι, Ενισχύονται τομείς της οικονομίας με προοπτικές πλήρους απασχόλησης. Υιοθετούνται ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης. Εφαρμόζονται διαρθρωτικές πολιτικές που ενισχύουν την οικονομία. Η αξιολόγηση των πολιτικών απασχόλησης σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. αναδεικνύει, σχεδόν, τα ίδια προβλήματα. Σε όλες τις χώρες, τα τελευταία είκοσι χρόνια, επιβάλλεται μία ισχυρή τάση απορρυθμίσεων των εργασιακών σχέσεων, οι οποίες επιχειρούν να προσποιηθούν ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, πραγματοποιείται προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις τεχνολογικές εξελίξεις της παραγωγής (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2014). Όμως, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι η ευελιξία, η απασχολησιμότητα, η μαθητεία, οι ενεργητικές και οι παθητικές πολιτικές απασχόλησης, θα έλεγε κανείς, ότι έχουν τεθεί σε μια κατάσταση ουδέτερη, σε βαθμό, που να περιορίζονται στη διατήρηση του ανέργου σε κατάσταση κοινωνικά ενεργή, παρά να αναστέλλουν αποτελεσματικά, την ανοδική της πορεία της ανεργίας. Με άλλα λόγια, οι πολιτικές απασχόλησης και προστασίας των ανέργων οδήγησαν περισσότερο προς τη δημιουργία συνθηκών εργασιακής ανασφάλειας για ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού δυναμικού (Ρομπόλης 2014). Τα αποτελέσματα της εφαρμογής των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, σύμφωνα με τις αξιολογήσεις που έγιναν, ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες (Employment in Europe 2006): - Aυτές που αναφέρονται στα αποτελέσματα των μεμονωμένων προγραμμάτων στα άτομα που αποτελούν τους αποδέκτες και - Aυτές που αναφέρονται στις συνολικές επιδράσεις των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, στην οικονομία και στην κοινωνική συνοχή. Οι ως άνω προσεγγίσεις, καταλήγουν, όχι βέβαια πάντα, σε διαφορετικά και αντίθετα συμπεράσματα, καθώς, παρότι οι οικονομικές αναλύσεις αποδεικνύουν ότι η κατάρτιση έχει, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, ασήμαντες επιπτώσεις στην προοπτική απασχόλησης των συμμετεχόντων, ορισμένες μελέτες συμπεραίνουν ότι η κατάρτιση αποτελεί τη μόνη κατηγορία των ενεργητικών δράσεων απασχόλησης, με θετική επίδραση στην αγορά εργασίας. Η αξιολόγηση της εφαρμογής των προγραμμάτων ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης αποτέλεσε βασικό θέμα όλων των χωρών, δεδομένου ότι τα συμπεράσματα από την εφαρμογή τους αποτελούν εισροή για το σχεδιασμό νέων δράσεων που βελτιώνουν ή ενισχύουν την απασχόληση (Employment in Europe 2006). 941 Αξιολόγηση Πολιτικών απασχόλησης στην Ελλάδα Θεωρητικά, λοιπόν, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μπορεί να μειώσουν την ανεργία και να προωθήσουν την απασχόληση, αφού συντελούν στην καλύτερη διασύνδεση του εργατικού δυναμικού με την αγορά εργασίας. Βέβαια, όλα αυτά γίνονται με κόστος, το οποίο είναι σε πολλές περιπτώσεις δυσβάστακτο δεδομένων των πολύ δύσκολων δημοσιονομικών συνθηκών, με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες οικονομίες. Συνεπώς, τίθεται επιτακτικά το ερώτημα της αποτελεσματικότητας των πολιτικών και καθίσταται προφανής η αναγκαιότητα αξιολόγησής τους με επιστημονικό τρόπο, έτσι ώστε, όλοι όσοι εμπλέκονται στην εφαρμογή τους ή επηρεάζονται από την υλοποίησή τους, να γνωρίζουν όσο το δυνατόν ακριβέστερα κατά πόσο δικαιολογείται η δημόσια δαπάνη που οι πολιτικές απορροφούν. Οι παθητικές πολιτικές απασχόλησης, που αποτελούνται, κυρίως, από τα διάφορα επιδόματα ανεργίας, παρέχουν εισοδηματική στήριξη στους ανέργους στη διάρκεια της αναζήτησης εργασίας. Όπως είναι φυσικό, το ύψος και το είδος των επιδομάτων αυτών επηρεάζει τη συμπεριφορά των ανέργων και, κυρίως, τη στάση τους απέναντι στην εργασία. Από την άλλη μεριά, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης προσπαθούν να εντάξουν τον άνεργο πίσω στην αγορά εργασίας και να του δώσουν περισσότερες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας, μέσω της ανάπτυξης των δεξιοτήτων, της καλύτερης γνώσης των συνθηκών της αγοράς εργασίας, κ.λπ. Υπάρχουν, επίσης, ενεργητικές πολιτικές που έχουν μορφή επιδόματος για τους συμμετέχοντες. Επομένως, υπάρχει αλληλεπίδραση των ενεργητικών και των παθητικών πολιτικών απασχόλησης, και αυτή η αλληλεπίδραση πρέπει να εξεταστεί, προκειμένου να σχεδιαστούν περισσότερο αποτελεσματικές πολιτικές. Σε αυτό το πλαίσιο των πολιτικών απασχόλησης κατέρρευσαν οι προσδοκίες της ευελιξίας της αγοράς εργασίας, ως επιλογή για τη βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η από 12.02.2012 μείωση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα. Έτσι, οι μισθοί έγιναν ευέλικτοι, ανατρέποντας σε σημαντικό βαθμό την πρωταρχική κατανομή των πόρων σε βάρος της μισθωτής εργασίας και παράλληλα μετατράπηκαν σε μεταβλητές της ευελιξίας της απασχόλησης (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2014). Εμπειρική έρευνα που διεξήχθη στην Ευρώπη (Revue Alternatives Economiques, Decembre 2013) απέδειξε ότι στα κράτη-μέλη των οποίων η έξοδος από την κρίση καθυστερεί, η αγορά εργασίας είναι περισσότερο απορρυθμισμένη και ευέλικτη. Αυτό σημαίνει ότι η ρύθμιση της αγοράς εργασίας και η διαμόρφωση των μισθών διαμέσου ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτελεί βασικό μοχλό εξόδου από την κρίση. Οι στρατηγικές αυτές επιλογές ευελιξίας της απασχόλησης και ευελιξίας των μισθών, δε συνέβαλαν στην αύξηση της απασχόλησης, αλλά, αντιθέτως, στην εξαφάνιση των λεγόμενων «δυσκαμψιών» (ρυθμίσεις) της αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα, εξαντλώντας τα όριά τους, να καταρρεύσουν οι προσδοκίες μείωσης της ανεργίας, διαμέσου των πολιτικών πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας (Ρομπόλης 2014). Οι Ενεργητικές Πολιτικές Απασχόλησης (E.Π.Α.), με τις χρηματοδοτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, επιδιώκοντας, βασικά, την ορθή διαχείριση της ανεργίας, μέσω της ενίσχυσης της προσφοράς εργασίας και των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, αλλά και των ανέργων, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο αναπτυξιακό πρότυπο. Έτσι, ο σκοπός των Ε.Π.Α. δεν είναι, απλώς, να λειτουργήσουν ευνοϊκά για την απασχόληση των ανέργων, που εμφανίζουν αυξημένους κοινωνικούς και επαγγελματικούς περιορισμούς, αλλά, αντιθέτως, να συνδράμουν στην απασχόληση των ανέργων που αποδεδειγμένα εμφανίζουν συγκριτικά πλεονεκτήματα στην αγορά εργασίας. Πρόκειται για διαπιστώσεις που συμβαδίζουν 942 με τα αποτελέσματα ανάλογων ερευνών αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης που πραγματοποιήθηκαν κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου βρέθηκαν πολύ λίγες περιπτώσεις παρεμβάσεων με θετικά αποτελέσματα (Descy & Tessaring 2007). Κατά συνέπεια, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης στην Ελλάδα, λειτουργούν ως πολιτικές που στοχεύουν στην ενίσχυση της προσφοράς εργασίας, με απώτερο σκοπό την υποστήριξη των πολιτικών συμπίεσης της αμοιβής της εργασίας, καθώς και τη δημιουργία ευέλικτων εργασιακών σχέσεων. Ταυτόχρονα, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, με τον τρόπο που διαχειρίζονται τα προγράμματα εφαρμογής τους, συμβάλλουν, τρόπον τινά, στη διαχείριση της ανεργίας, κυρίως των νέων και των γυναικών, χωρίς, όμως, να οδηγούν σε αποτελέσματα, όσον αφορά στην ένταξή τους στην απασχόληση. Για να είναι θετική η επίδραση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, θα πρέπει να εστιάζονται σε ειδικές ομάδες και στόχους, σε ό,τι έχει σχέση με την απασχόληση, θα πρέπει να μην έχουν μαζικό χαρακτήρα, αλλά να περιορίζονται σε μικρής κλίμακας προγράμματα, που παρεμβαίνουν σε τοπικό επίπεδο, καθώς και να διατίθεται σημαντικός χρόνος ως προς την αναζήτηση και την προετοιμασία για την απασχόληση. Πρόκειται για ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στις πολιτικές απασχόλησης, οι οποίες θα εντάσσονται σε μία αναπτυξιακή πολιτική, λειτουργώντας ως πολιτικές που επιλέγουν τις ιδιαίτερες ομάδες του εργατικού δυναμικού (π.χ. μακροχρόνια άνεργοι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, γυναίκες άνω των 45 ετών, νέοι που δεν έχουν ολοκληρώσει την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κ.ά.) που θα ενισχύσουν (Σχέδιο Δράσης 2012). Στην Ελλάδα, η συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης που ήταν επιδοτούμενα αποτελούσε μια μορφή επιδοματικής πολιτικής για τους νέους οι οποίοι στερούνται του δικαιώματος λήψης επιδόματος ανεργίας ή ακόμη και άλλων κοινωνικών ενισχύσεων. Επίσης, τα επιδοτούμενα προγράµµατα ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης έχουν, ορισμένες φορές, μετατραπεί σε έµµεση επιδότηση των επιχειρήσεων (Γετίµης & ∆εδουσόπουλος 1994). Κάτι τέτοιο απαιτεί την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών απασχόλησης και τη στελέχωσή τους με κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό, το οποίο θα πρέπει να λειτουργεί με σχετική ανεξαρτησία, κατά την άσκηση των καθηκόντων του και πέρα από κάθε περιορισμούς γραφειοκρατικού τύπου, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, αποτελούν το έδαφος θεμελίωσης πελατειακών σχέσεων των προγραμμάτων απασχόλησης, είτε αυτά αποκαλούνται ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης είτε πολιτικές ενίσχυσης των ανέργων γενικότερα (π.χ. έκτακτα επιδόματα και βοηθήματα) (Σχέδιο Δράσης 2012). Συμπεράσματα Από την έρευνα In4Youth, αλλά και τη συγκριτική κατανόηση της κατάστασης της ανεργίας και της απασχόλησης των νέων, διαπιστώθηκε ότι το νόημα της εργασίας και του επαγγέλματος στην Ελλάδα έχει αλλάξει ριζικά. Οι νέοι αντιμετωπίζουν έναν ασαφή ορίζοντα, στον οποίο η σταθερή μισθωτή εργασία αποτελεί ολοένα και περισσότερο, ένα μικρό τμήμα της συνολικής απασχόλησης. Η κοινωνική και επαγγελματική επισφάλεια των νέων συνδέεται με εμμένουσες καταστάσεις, που βρίσκονται ανάμεσα στην εκπαίδευση, την ανεργία, την άτυπη απασχόληση και την ατομική κοινωνική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι σημαντική για να ενισχυθεί η παραγωγικότητα και να εξασφαλιστεί η μελλοντική ανάπτυξη με περισσότερες θέσεις εργασίας και χωρίς αποκλεισμούς, η οποία απαιτεί όχι μόνο την εκπαίδευση και κατάρτιση στις κατάλληλες δεξιότητες, 943 αλλά και τη διαμόρφωση κατάλληλων πλαισίων για να μπορούν οι πολίτες να διατηρούν, να αναβαθμίζουν και να αξιοποιούν τις δεξιότητες αυτές καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η ανάπτυξη κατάλληλων πολιτικών είναι απαραίτητη, ώστε να προληφθεί η απώλεια του ανθρώπινου κεφαλαίου αφενός, αφετέρου δε, θα πρέπει η αύξηση της διάθεσης του εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου να συνοδεύεται από αύξηση στην παροχή ποιοτικών θέσεων εργασίας, έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένα πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό. Όσον αφορά στις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και τα προγράμματα το ILO (2012) υποστηρίζει μια σειρά πολλαπλών και διαφοροποιημένων προγραμμάτων για την αγορά εργασίας και πολιτικές απασχόλησης, που θα είναι στα μέτρα των αναγκών των νέων. Τέτοιες πολιτικές περιλαμβάνουν: α. Άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας (προώθηση της ανάπτυξης μικρών επιχειρήσεων και συνεταιρισμών, επιδότηση μισθού, δημόσια έργα, προγράμματα εγγύησης της εργασίας, κ.λπ.). β. Ανταλλαγές εργασίας ή υπηρεσίες απασχόλησης που διευκολύνουν τη μετάβαση των νέων στην αγορά εργασίας (π.χ. διαμεσολάβηση εργασίας και συμβουλευτικές υπηρεσίες, σύνδεση εργοδοτών με εκπαιδευτικά ιδρύματα) και γ. Προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων. Πιο συγκεκριμένα, είναι σημαντικό να αντιμετωπιστούν τα εμπόδια στην ανάπτυξη της απασχόλησης, όπως η χαμηλή ζήτηση εργασίας, που προκαλείται από ανεπαρκή ή χαμηλή ανάπτυξη και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανεργία, ενώ ταυτόχρονα οδηγεί στην αποθάρρυνση, ιδιαίτερα των νέων. Χρειάζεται ανάληψη ενεργών μέτρων για την αγορά εργασίας, όπως η ανάπτυξη δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης, επιδοτήσεις στους μισθούς και την κατάρτιση ή φορολογικές εκπτώσεις, που μπορούν να δώσουν κίνητρα στους εργοδότες να προσλαμβάνουν νέους και, έτσι, να αντισταθμίσουν το πλεόνασμα νέων εργαζομένων σε καιρούς κρίσης. Επίσης, είναι απαραίτητο να γίνει προσαρμογή της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, έτσι ώστε να υπάρχει σύνδεση με τις απαιτήσεις των επιχειρήσεων και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, καθώς και προώθηση της επιχειρηματικότητας, με την παροχή κινήτρων στους νέους και πρόσβαση σε κεφάλαιο εκκίνησης (start-up capital), καθώς και διευκόλυνση της πρόσβασης σε ευρύ φάσμα υπηρεσιών, όπως καθοδήγηση (mentoring) υψηλής ποιότητας, έτσι ώστε να μειωθεί αποτελεσματικά η επισφαλής και άτυπη εργασία των νέων, ενώ παράλληλα μπορεί να ενισχυθεί και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Επιπλέον, αξιοπρεπής απασχόληση δε σημαίνει μόνο δημιουργία οποιωνδήποτε θέσεων εργασίας, αλλά και βελτίωση της ποιότητάς τους. Κατά συνέπεια, οι πολιτικές απασχόλησης δεν πρέπει να εστιάζονται μόνο στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, αλλά και στη διασφάλιση ικανοποιητικών μισθών και εργασιακών συνθηκών. Οι πολιτικές για τους μισθούς είναι σημαντικές, τόσο από οικονομική άποψη, όσο και από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια αξιοπρεπής αμοιβή δίνει τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να διασφαλίζουν το εισόδημά τους και αυτό της οικογένειάς τους, εξασφαλίζοντας βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, δηλαδή τροφή, ένδυση, κατοικία και ιατρική περίθαλψη. Η άνοδος των εισοδημάτων των εργαζομένων – συμπεριλαμβανομένων και των νέων εργαζομένων – σημαίνει και άνοδο της εσωτερικής ζήτησης, η οποία, με τη σειρά της, ενισχύει την οικονομική ανάπτυξη και ανάκαμψη. Ιδιαίτερες ανησυχίες προκαλεί, σύμφωνα το ILO (2012), η ανεπαρκής κοινωνική προστασία των νέων, εν μέρει, επειδή εργάζονται σε άτυπες μορφές απασχόλησης. Χρειάζονται καλύτερες στρατηγικές για τη βελτίωση και επέκταση των προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας για τους νέους, καθώς και μεταρρυθμίσεις της 944 αγοράς εργασίας στα μέτρα των αναγκών τους. Τα συμπέρασμα της έκθεσης ILO (2012) είναι ότι πρέπει να αποτρέψουμε την ανάδυση μιας «χαμένης γενιάς». Είναι σημαντικό να τεθεί ως προτεραιότητα το θέμα της νεανικής απασχόλησης σε όλες τις εθνικές πολιτικές και οι χώρες να καθιερώσουν ή να αναπτύξουν ολοκληρωμένες στρατηγικές, με στόχο να εξασφαλιστούν μακροπρόθεσμες, σταθερές και συντονισμένες δράσεις για την προώθηση αξιοπρεπούς απασχόλησης για τους νέους. Προτεραιότητα στη νεανική απασχόληση σημαίνει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής με μετρήσιμους στόχους και υλοποιήσιμα αποτελέσματα, που αντιμετωπίζει το θέμα της νεανικής απασχόλησης στο πλαίσιο των εθνικών αναπτυξιακών στρατηγικών και των πολιτικών απασχόλησης. Η πραγματικότητα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης και ειδικότερα στην Ελλάδα δείχνει, αντίθετα, ότι έχουμε μία ραγδαία μεγέθυνση του χάσματος στην αγορά εργασίας, αλλά και σε άλλα σημεία, όσον αφορά στην κοινωνική προστασία και στα δικαιώματα. Ειδικότερα, οι δημοσιονομικές πολιτικές για τη μείωση του δημόσιου χρέους, καθώς και οι μακρόχρονες πολιτικές λιτότητας, φαίνεται ότι εξωθούν ένα μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων σε κατώτερα και αποκλεισμένα τμήματα της οικονομίας ή, ακόμα χειρότερα, στον πλήρη αποκλεισμό από την επαγγελματική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι νέες μάλιστα προοπτικές, που φαίνεται ότι εισάγουν την κλιμάκωση του κατώτατου μισθού, ανάλογα με την ηλικία του εργαζόμενου, οδηγούν πολλούς νέους ανθρώπους σε μία αναγκαστική στάση επιφυλακής, όσον αφορά στην προοπτική απασχόλησης. Σε αυτό το πλαίσιο, δε φαίνεται πιθανό να έχουμε στην Ελλάδα και στην Νότια Ευρώπη πολιτικές, που θα αναφέρονται στο χάσμα της δυαδικότητας στην οικονομία και την απασχόληση. Βιβλιογραφία Becker, G. S. (1964), Human Capital: A theoretical and empirical analysis, with special reference to education, Chicago, University of Illinois at Urbana. Becker, G. S. (1978), “Human Capital”, Journal of Political Economy. Borjas, G. J. (2005), Labor Economics, New York, McGraw-Hill. Descy, P. & Tessaring, M. (2007), “Competing Labour Market Exclusion: Does training work?”, European Journal of Vocational Training, 41: 64-83. European Commission (2006), Employment in Europe, Luxembourg, Official Publications of the European Communities. Hudson, K. (2007), “The New Labor Market Segmentation: Labor market dualism in the new economy”, Social Science Research, 36: 286-312. ILO (2012), Global Employment Trends for Youth, Geneva, ILO. Mincer, J. A. (1974), Age and Experience: Profiles of earnings, schooling, experience and earnings, NBER. Peterson, M. (1999), “The Traumatic Dismantling of a Model Welfare State: The Swedish model in global culture”, σε P. Chamberlayne et al. (επιμ.), Welfare and Culture in Europe: Toward a new paradigm in social policy, London and Philadelphia, Jessica Kingsley Publishers. Schultz, T. W. (1972), “Human Capital: Policy issues and research opportunities. Economic research: Retrospect and prospect”, Human Resources, 6: 1-84. Schultz, T. W., (1971), “Investment in Human Capital”, American Economic Review, 51: 1-17. Γετίµης, Π. & ∆εδουσόπουλος, Α. (1994), Αναπτυξιακή Μελέτη Λουρίου, Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήµιο και ΟΑΕ∆. Γράβαρης, Δ. (1991, Πολιτικές Απασχόλησης στην Αγορά Εργασίας, εκδόσεις Τόπος. Δεδουσόπουλος, Α. (2002), Η Προσφορά Εργασίας, Αθήνα, εκδόσεις Τυπωθήτω. Δεδουσόπουλος, Α. (2007), Ενεργητικές Πολιτικές Απασχόλησης. Θεωρία και αξιολογήσεις, 945 Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών. ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (2008), «Ενεργητικές Πολιτικές Απασχόλησης: Η περίπτωση των ολοκληρωμένων παρεμβάσεων στους νομούς Άρτας, Θεσπρωτίας, Πρεβέζης, Λαρίσης και Φθιώτιδας», Αθήνα, σσ. 32-34. ΙΝΕ/ΓΣΣΕ (2014), «Ανεργία − Απασχόληση − Κοινωνική Ασφάλιση», Ενημέρωση, 213, Αθήνα. σσ. 68-76. Καραμεσίνη, Μ. (2005α), «Η Πολιτική Απασχόληση ως Πεδίο Σύζευξης της Οικονομικής και της Κοινωνικής Πολιτικής», σε Μ. Καραμεσίνη & Ι. Κουζής (επιμ.), Πολιτική Απασχόλησης, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg. Καραμεσίνη, Μ. (2006), Ανεργία και Πολιτικές Απασχόλησης, Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Κουκιάδης, Ι. (2007). «Οι Νέες Μορφές Οργάνωσης του Κεφαλαίου και οι Επενέργειες στις Εργασιακές Σχέσεις. Προς μια ενιαία θεωρία ευέλικτων σχέσεων εργασίας», Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη, τεύχος 2: 5-20. Λιανός, Θ. (2005), Απλά Μαθήματα Οικονομίας, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. Ρομπόλης, Σ. (2014), «Ανεργία - Απασχόληση - Κοινωνική Ασφάλιση», Ενημέρωση, 213, Αθήνα, σσ.14-18. Υπoυργείο Απασχόλησης (2012), Σχέδιο Δράσης και Εφαρμογής των Ενεργητικών Πολιτικών Απασχόλησης και του Συστήματος Εσωτερικής Αξιολόγησης Ανά Πεδίο Πολιτικής, Αθήνα. Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (2018), Στρατηγικό Πλαίσιο για τον Ανασχεδιασμό των Ενεργητικών Πολιτικών Απασχόλησης, Αθήνα. Χτούρης, Σ. (2017), Οι Νέοι στην Ελλάδα Σήμερα, Αθήνα, εκδόσεις Επίκεντρο. Ψαχαρόπουλος, Γ. (1999), Οικονομική της Εκπαίδευσης, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση. 946 ABSTRACTS 947 The European Prosecutor’s Office and the Fight Against Fraud Affecting the European Union Budget Anastassios Anastassiou1 and Sotiria Christopoulou2 The European Public Prosecutor’s Office is an independent and decentralised prosecution office of the European Union (EU), with the competence to investigate, prosecute and bring to judgment crimes against the EU budget, such as fraud, corruption or serious cross-border value added tax fraud-VAT. The regulation establishing the European Public Prosecutor’s Office-EPPO under enhanced cooperation was adopted on 12 October 2017 and entered into force on 20 November 2017. At this stage, there are twenty two (22) member states participating EU countries. Currently, only national authorities can investigate and prosecute fraud against the European union budget. But their powers stop at national borders. Existing EU-bodies such as Eurojust, Europol and the EU's anti- fraud office (European Anti-Fraud Office-OLAF) lack the necessary powers to carry out criminal investigations and prosecutions. Keywords: corruption, European anti-fraud Office-OLAF, European public prosecutor’s office, European Union, fraud against the European union budget. 1 E-mail:
[email protected]2 E-mail:
[email protected]948 The Greek Liberal Turn: A Temporary Shift or a More Profound Change? Georgios Archontas3 This paper examines the characteristics and prospects of the liberal shift that can be observed in Greece since 2015 both in the electoral results and in ideological self-positioning. The author’s main assertion is that this “Greek liberal turn” ought to be analyzed in the distinct but interlaced and mutually feeding fields of self-positioning, framing and implementing policies for the advancement of individual freedom in the economy and the rights, as well as the strengthening of the liberal democracy and the institutional trust. The depth and the duration of this shift will depend on the consistency and quality of the links that will emerge between these fields. Keywords: liberalism in Greece, ideological self-positioning, institutional trust, economic liberalism, social liberalism, center right ideology. 3 E-mail:
[email protected]&
[email protected]949 National Human Rights Institutions: Checks and Balances as Responses to the Trust Deficit in State Sovereignty Anna Irene Baka4 This contribution is concerned with the National Human Rights Institutions (NHRIs), the independent national authorities entrusted with the protection and promotion of human rights, which are established and operating on the basis of the so-called Paris Principles. In Greece, this institution is the Greek National Commission for Human Rights (GNCHR). Following a brief overview of the Paris Principles and the GNCHR, the contribution presents and evaluates three a priori assumptions regarding the existence and functioning of the NHRIs: the lack of confidence in state sovereignty, the assumption that democracy and public discourse can emancipate inequalities and distortions, as well as the need to institutionalize yet another independent, i.e. non-state-run human rights defender and interpreter. All three assumptions depict the international tendency to favor new, centrifugal, supervisory human rights structures. Keywords: National Human Rights Institutions (NHRIs), Greek National Commission for Human Rights (GNCHR), Paris Principles, Human Rights, Philosophy of Law. 4 E-mail:
[email protected]950 Image Construction of PES as a Social Democratic Party Maria Bakogianni5 Today, the idea of a United Europe is doubted. Economic crisis, social inequality and immigration are some of the causes that lead citizens in Euroscepticism. The social democratic answer to these high stakes is the creation of a social Europe that “nobody is left behind”. This imperative is expressed in the PES campaign. Therefore, the purpose of this proposal is to investigate how PES constructs its image as a social democratic party through its audiovisual texts during the 2019 campaign period. The research method of critical discourse analysis is applied to the above-mentioned texts in order to examine if the values of social democracy generate in PES election spots and how the party positions relate to the wider European macro environment. Keywords: European elections 2019, political communication, PES. 5 E-mail:
[email protected]951 “Stabilitocracy” and Democratic “Stagnation” in Modern Serbia Haralampos Boumpagiatzoglou6 The current article examines stabilitocracy as a factor that characterises the hybrid regimes in Balkans. Emphasis is placed on the regime legitimization from foreign actors, notably EU and USA, and on the ability of stabilitocracy to resolve the crises that itself produces. Furthermore, the article examines the case of stabilitocracy in modern Serbia, where nationalism remains as the dominant ideology, even though it is recognised as the basic source of tribulations during the Milosevic era. The power of nationalism leads to a specific definition of Europe that derives from the narration about the eternal injustice against Serbia and the geopolitical position of the country, and entails a sense of superiority over Europe. The governance by the Serbian Progressive Party of Vucic has consolidated stabilitocracy, since it is based on EU support, on the invocation of nationalist symbols and on the extensive clientilistic networks and corruption. Keywords: stabilitocracy, legitimization, nationalism, Serbia, Vucic. 6 E-mail:
[email protected]952 The Supervisor as a Leader-Ulysses: The Multifaceted Concept of Leadership as an Alternative Method of Management of Human Resources Public Administration Angeliki Bourbouli7 In the age of globalization, the new Public Administration environment is characterized by the initials VUCA Volatility-Uncertainty-Complexity-Ambiguity) (Bennet-Lemoine, 2014). Within this context, the heads of units are called upon to effectively manage their organizational unit and at the same time transform it. There are studies on Public Administration which show that any intervention to improve the effectiveness and efficiency of a public body or organization is directly related to the individual behavior of the heads of units or departments. At the same time, the human factor is crucial to any systematic, procedural, or organizational change. With this in mind, the heads of public administration units have a new dual role to play: they have to do their job effectively and efficiently and at the same time support their team helping them achieve personal and professional development and improvement. The concept of the Ulysses’ leadership depicts the multifaceted leader of today, pointing the need to adopt a different approach in leading his or her team. The Ulysses leader takes responsibility, shows empathy, dares, and at the same time seeks and desires the development of others, creating the right working environment for their development and well-being. This approach multiplies the impact of leadership on the results of organizations in terms of productivity, achievement of goals and commitment. Accordingly, it is a catalyst for the effective resolution of tensions and crises in the workplace. In this article, the above mentioned concepts are attempted to be clarified and analyzed, together with the basic features and advisory role of the multi-faceted Ulysses leader. Keywords: Public Administration, Human Resources, Leadership Versatile, Head- Ulysses, Empathy, Active Listening. 7 E-mail:
[email protected]953 States and Groups of Anti-Systemic Political Violence. The Forthcoming Clash Nikolaos Charalampopoulos8 In today’s world, where only one political and economic system prevails, the concept of anti-systemic political violence comes from those citizens who did not feel the prosperity proclaimed by French Revolution. People who did not benefit from modernity and lost confidence and faith in the state and its institutions. These exact same people resorted to violence while redefining their identity in order to gain strength over the power of the state, claiming immediate changes in their daily lives. Far-right, antiauthoritarian, and Islamic extremism, despite their ideological discrepancies and different historical backgrounds, form a set of similar practical and common goals. On the opposite side, we notice another international form of legitimate political violence. We are referring to the institutionalize state power, which, by developing common methods of confrontation, contributes to the consolidation of the conflict. The above leads to a possible emersion of two great conflicting powers which are not defined by neither culture nor nation, not even by contemporary social status. Keywords: state, anti-systemic political violence, international security, Islamic extremism, Far-right violence, antiauthoritarian violence. 8 E-mail:
[email protected]&
[email protected]954 Urban Resilience in Local Government Michalis Christakis9 The necessity for Strategic Planning for Sustainable Development in the Urban Areas led to the notion of Urban Resilience. This term is used internationally to cover the need for drafting a holistic and multidimensional planning, that would foresee and prepare the means for facing every imminent threat or crisis in the city. In this direction, the planning of the cities should evolve, in case they are prepared to endorse Urban Resilience in their development policy. There is already a number of cities at an international level that have proceeded with their procedures for urban resilience planning. Major Cities have already moved in a dynamic way to maximise the use of knowhow and experience, as well as in becoming members in the 100 Resilient Cities Programme of the Rockefeller Foundation. Having already from Greece two member cities (Athens, Thessaloniki) in this international network, there will be a conclusive presentation regarding the effort of the Greek cities to draft a Strategic Planning for Urban Resilience (Athens, Thessaloniki, Heraklion Crete, Nea Smyrni). Key Words: Sustainable Development, Strategic planning, City, Urban Resilience, 100 Resilient Cities Programme. 9 E-mail:
[email protected]&
[email protected]955 The Employment Policies and the Role of Human Capital in the Integration of Young People into the Labor Market Sotiris Chtouris10 and Aikaterini Apostolidou11 While a few years ago, Greece was below the European average, now has one of the highest unemployment rates in Europe, unfortunately, with a very high long- term unemployment rate, which is very difficult to combat and, therefore, counteracts. That is the reason why it is at the heart of economic and social policy. The governments of all EU member-states have adopted a wide variety of employment policies to combat unemployment, while stimulating the labor market, increasing employment and boosting the economies of their countries. Employment policies include active and passive labor market policies, flexibility policies, and expansive macroeconomic policies. This paper attempts to uncover the issue of employment policies in Greece, as well as the role of human capital in the integration of young people into the labor market, in the light of the In4Youth Excellence Survey of the University of the Aegean, which was conducted between 2012-2015. Keywords: unemployment, young people, employment policies, human capital. 10 E-mail:
[email protected]11 E-mail:
[email protected]956 Post-democracy Issues Andreas Davalas12 At the beginning of the 21st century and in the wake of a global economic crisis, the traditional Western-style urban democracy, it seems like a caricature of itself. The academic debate, which lasts for several years, is trying to outline the new framework in which post-democracy takes place. Firstly, it should be clarified that while the institutional - legal framework of democracy is modernising, its quality function is being degraded to such an extent that we are now talking about a lack of representativeness or a “diseased” democracy. Some key parameters that define the above developments relate to the degradation of political in contrast to economic power, the role of mass media and information management in general and finally in the broader sense of risk society. As there are no substitutes for democracy, it is imperative that we work in time for its operational upgrade, before witnessing social pathologies that will test the cohesion limits of our society. Keywords: post-democracy, democracy crisis, lack of representativeness. 12 E-mail:
[email protected]957 The Life of the Egyptian Coptic Community after the “Arab Spring” Stavros I. Drakoularakos13 The Copts of Egypt constitute the largest Christian community in the Middle East and the Maghreb region. President Al-Sisi’s rise to power was followed by the immediate support of their religious and political leadership, as it is represented by the Coptic Pope Tawandros II. The reasons that led to supporting Al-Sisi can be found during the period when the previous government of the Muslim Brotherhood was in power. During the latter’s term, the life of the Coptic population had deteriorated, in matters related to social coexistence with the Muslim population, as well as in issues related to the targeting of the Christian Coptic community by terrorists. This raises the question whether the measures taken by the Egyptian leadership have the capacity to fight efficiently and in the long-term against social division between the Copts and the Sunnis, as well as to protect the Coptic community from foreign terrorist elements. Keywords: Egypt, Copts, Al-Azar, Middle East, terrorism, Christians. 13 E-mail:
[email protected]958 Educational Mechanisms and Social Reproduction in the Context of the ‘4th Industrial Revolution’: From the ‘Traditional’ Social Division of Labor to the ‘Skills Society’ and the ‘New Tools’ of Education Policy Nikos Fotopoulos14 This article attempts to highlight the issue of social reproduction through modern educational mechanisms in the context of the "4th industrial revolution". It specifically refers to a range of contemporary theoretical approaches aimed at reflecting issues related to “labor and qualifications”, “youth unemployment”, “brain-drain”, the “digital economy”, in the age of globalization. In particular, it focuses on the "new tools" of education policy as they emerge both in the European region and internationally in an attempt to interpret their role and social impact. Keywords: 4th industrial revolution, social division of labor, skills, educational policy tools. 14 E-mail:
[email protected]&
[email protected]959 Economic Database: National Resources in Geopolitics and Geoeconomics Virginia – Anastasia Fournari15 In international politics, the position of the 'data' is further strengthened by their management being an issue directed at more than one actor who formulates questions according to their role. Nowadays, a group of these actors is increasingly intensifying this debate about the motivation for managing data as a major issue of national sovereignty and national security. National resources are one of the objects of international actors who, through 'data mining', foresee 'the financial viability of national governments in different countries'. The forecast includes the reduction of moral risk from the "soft" budgetary constraints and the administrative control exercised by central governments. The mapping of national policy forecasts, data and their international management by actors raises new geopolitical and economic issues and the data revolution pushes for new quantitative methods of analysis. Keywords: Data bases, National resources, Apolitic state, Taxes, Taxation, Growth models. 15E-mail:
[email protected]960 EU Finance, Public Sector and Reforms: Completed Programming Periods and the New Challenges 2021-2027 Maria Fysekidou16 The paper addresses the impact of EU funding on administrative reforms in terms of strengthening institutional capacity building in the public sector and discusses the institutional and organizational shifts in policy objectives related to the reform priorities as reflected in the new programming period 2021-2027 proposals. To this end, this paper examines the European approach to public administration reforms and financial instruments that directly or indirectly supported relevant actions, analyzing its rationale and added value for Greece. The emergence of new domestic actors through the NSRF management system, capacity strengthen of the public bodies entitled to community support, as well as the compliance to reforms as included in the financial adjustment Programmes for Greece, are examined below as key mechanisms of EU impact on the domestic administrative system. Keywords: Institutional capacity building, EU finance, Greece, public sector reform. 16 E-mail:
[email protected]/
[email protected]961 Postmodernity and Neomythology: The Myths of Postmodernity Maria-Eleftheria Galani17 and Ioannis Xidakis18 Within the context of postmodernity, a neo-mythology is being fashioned which features beings and worlds with supernatural and fantasy characteristics, while their properties are presented in a logical and quasi-scientific way. In this mythical realm, AI beings seek both their independence from mankind and an autonomous consciousness. The imaginary characters, in the form of men, women or even bisexual beings, belong to a social and cultural system and either save or destroy it, or both. While displaying supernatural behavior, they also think and act in a practical way, seeking to upgrade themselves and to accumulate digital wealth. The products of popular culture thus confirm the mythical aspect of postmodernity by producing and reproducing the new myths of contemporary society. Keywords: postmodernity, mythology, artificial intelligence, gender, economy, Western culture. 17 E-mail:
[email protected]18 E-mail:
[email protected]962 The Organized Crime in Kosovo and Montenegro: Consequences at Political and Economic Level Ioannis D. Gkatzounas19 The issue of organized crime in the Balkans is a very special and complex subject of study throughout its existence. Since the beginning of the new millennium and even more so since organized crime in the Balkan peninsula has intensified, various changes have taken place in the region. Despite the widespread efforts of governments even in today's times, there is not total stability especially concerning to security and protection of countries from the forms of organized crime. The region of Balkans has become an attraction pole to criminals, as they are considered to be the gateway between Europe and Asia and there is a possibility for them to expand their activities across their borders, and as a result the organized crime to thrive. At the same time, these kind of activities into the area of Balkans leads to disruption of the political and economic activities of each country. Keywords: Organized Crime, Kosovo, Montenegro. 19 E-mail:
[email protected]963 Learning Cities: The Challenges of Lifelong Learning Reform in Greek Local Government Georgia Gonou20 The contribution of Lifelong Learning to Local Government and Local Development is at the focus of the international debate as a topic concerning modern policies reforms, both for Local Government and Education. Lifelong learning and the ability of local actors to learn and adapt effectively to the ever- changing social and economic environment is one of the most important challenges of Local Government in the 21st century. A striking example of this policy is the new model of learning city. In this context, the aim of the present work is to evaluate Lifelong Learning policies in Greece, focusing on the case of Local Government and exploring the extent to which the model of the learning city can contribute through a discussion on the decentralized system of Lifelong Learning in Greece and the promotion of a range of good practices at national and international level. Keywords: lifelong learning, education, local government, local development, learning cities. 20 E-mail:
[email protected]964 Approaching the Limits of European Integration in the Field of Common Defence: “Most Demanding Missions” Term Analyzed Ioannis A. Ragies21 Based on differentiated integration, an explanation of CSDP and the prospect of creating a common EU defence policy, according to Lisbon Treaty, are investigated. EUGS is approached as the institutional basis for defence Initiatives (CARD; MPCC; EDF; PeSCo). In the framework of PESCO, an emphasis is placed on the critical target, “… those m-s whose military capabilities fulfil higher criteria and which have made more binding commitments ... with a view to the most demanding missions shall establish permanent structured cooperation within the Union framework …”. Investigating the “the types of future military operations for EU m-s”, the concept of “psychology of weakness”) emerges: it is the incapacity to respond to threats that leads to tolerance or denial of those threats. EU is experiencing a “power vacuum”: in the long transatlantic relationship, EU military weakness has, gradually, created an aversion to its use − a strategic dilemma that needs to be solved. Keywords: differentiated integration, PeSCo, most demanding missions, psychology of weakness, CSDP, military capabilities. 21 E-mail:
[email protected]965 The Transfer of ENFIA Tax to Local Government. Some Thoughts on How to Effectively Design it Rallis Gkekas22 The reform related to the property tax or the transfer of ENFIA to Local Government is once again a contemporary issue. The property tax is not an easy tax. It affects and is also influenced by many factors and not only economic ones. The purpose of the intervention is to demonstrate that: a) the reform of the property tax cannot be treated individually. It should be considered as a part of an integrated administrative reform of the Greek state. B) the success of the reform depends on its effective planning and management and c) it requires a long time. Keywords: Decentralization, Local Government, Property Tax. 22
[email protected]966 Redefining Citizenship Under the Prism of Communicative Deregulation Georgia Gouga23 In recent years, the discussion regarding the notions of organization and citizenship, has been considered as the main concern of Educators, social policy experts as well as sociologists. The purpose of this paper is to highlight the position that the discussion on the notion of democratic citizenship is part of a dynamic social reality that concerns our daily lives and constitutes a conscious choice. Under this prism within the complexity of daily lives, the social analyst can identify those organizational reasons that highlight the important features of social partnership and action. Finally, we believe that an understanding of the changing aspects of citizenship can enable the analysis of the difficulties stemming from the current financial crisis to the extent that it redefines the retreat of the welfare state and the emergence of new forms of organization of the activities of social subjects. The final quality of citizenship and the stakes of democracy ultimately depend on this understanding. Keywords: citizenship, redefinition, risk, trust, security. 23 E-mail:
[email protected]967 Return to the Future: Theoretical Approaches to Diaspora in the 21st Century Gerassimos Karabelias24 The attempt to describe the diaspora phenomenon as a complex social process characterized both by the (un)willing removal of people from their homeland, the lack of safe household, and the development of a collective identity and community life in the host country, is not a product of modernity. However, drastic changes in communication technology and the growth of extremist ideology have raised a number of questions about the political, social, cultural, and ethnic identities of these new immigrant/diaspora groups and the terms of their coexistence with the population groups perceived as indigenous. With the examination of the main theoretical typologies of diaspora, this article offers a clearer view of the old approaches to rapidly transforming diaspora communities and raise the need for additional and thorough research. Because the new immigrant/diaspora groups could be either a positive force for political and economic growth or a source for socio-political upheavals in 21st century Greece. Keywords: diaspora, immigration, identities, Greece, Europe. 24 E-mail:
[email protected]968 Populism and Conspiracism in Greece during Financial Crisis: A Combined Explosive Threat towards Democracy Evangelos P. Karagiannis25 and Vasiliki P. Karagianni26 This paper starts from a conventional conceptualisation of populism and conspiracism and focuses on a bilateral structuring of a dynamic field, which can become extremely dangerous towards democracy. This common ground is defined -among other things- by citizen invocation against an imaginary foe along with mediation of a self-appointed charismatic leader. Basic tenets of structuring populist and conspiracist narratives are pinpointed, while emphasis is placed on the speed and extent of their spread due to their pseudo-explanatory value. Certain facts functioning as starting points are projected, which in turn are misinterpreted, thus enhancing populist and conspiracist views. That was the case during the recent global and Greek financial crisis. Last but not least, the main characteristics of both right-wing and left-wing populism are presented, both of which are intertwined with imaginary conspiracist narratives. Keywords: populism, conspiracism, democracy, financial crisis. 25 E-mail:
[email protected]26 E-mail:
[email protected]969 The Effect of Hybrid War. The Case of Chinese Maritime Hybrid War Konstantinos Karanikolos27 The present study analyzes the effect of China's Hybrid War on the Sea. The following questions are answered in the analysis: 1) How is the Hybrid War defined? 2) Is Hybrid War anything new (Comparison to the classical paradigm)? 3) On what theories, on what doctrines, and on what strategies and tactics is the Chinese Maritime Hybrid War based, and by what means and techniques is it implemented? The answer to the first question comes from the study of the prevailing definitions of Hybrid War by international actors. The answer to the second question is based on Clausewitz's work "On War" and the experts’ debate on whether it is probable as a condition. Finally, the answer to the third question is given by examining the theories of Sun Tzu and Mao Zedong, the so-called "Three Wars" doctrine and tactics such as "salami slicing" and "cabbage strategy" but also by explaining China's means and tactics (eg maritime militias, coastguards, creation and militarization of artificial islands). Keywords: hybrid, war, Clausewitz, China, Tzu, Mao Zedong. 27 E-mail:
[email protected]970 European Integration and City Networking: Motives and Forms of a Reformed Europeanisation Antonios Karvounis28 The political recognition of the international role of the local authorities by the EU institutions, within a new model of soft governance, in combination with the limited academic attention to European intermunicipal cooperation, sets the framework of the present research. Its main theme is focused on the European networking of the Greek municipalities during the programming period 2007- 2013. Taking into account the theoretical framework of the Europeanization concept, this study examines the impact of the Greek municipalities’ participation in European city networks. The general finding of the research is that the participation of Greek municipalities in European city networks entails changes at the levels of structures, policies and procedures (administrative Europeanization), the promotion of local interests (political Europeanization), the knowledge transfer and capacity building (cognitive Europeanization), the strengthening of European conscience (idealistic Europeanization) and the creation of a favorable environment for organizational changes and long-term partnerships (sustainable Europeanization). The reform potential of these forms of Europeanization is tempered by the intrinsic framework of the Greek municipalities Key words: European city networks, Europeanization, governance, reforms. 28 E-mail:
[email protected]971 The Political, Economic, Cultural and Social View of Globalization and its Impact on Social Policy Stefanos Koffas29 The concept of globalization as an organization of the world in a unified form has a spiritual and material complexity and its realization has an impact on the pursuit of social policy. An important element in globalization is the fluidity of values and the construction of a gradually imposing culture on its economic, political, social and cultural dimension, using the technology. As a by-product of globalization, a number of modifications to the mode of action emerge, most notably the reduction of state intervention and the conflict between values and materialistic orientation. The State intervention becomes directed in many aspects towards the standard forms of support from the social state, particularly in the form of systems for enhancing individual responsibility. However the redistributive function is disputed, and in its place a variety of microcosms appear to give greater weight to the private space, the individual interest with tendencies to homogenize program actions and standards. Furthermore, in the context of EU convergence, globalization issues are addressed in a way that is as homogeneous as possible in terms of the administration and rational management of welfare state resources. Keywords: globalization, social policy, politics, economic, cultural, social perspective. 29 E-mail:
[email protected]972 National Security and Greece’s Foreign Policy with the Arab World Anna Konstantinidou30 and Theodore Katsougiannopoulos31 The article deals with the National Security of a State and answers the following questions: a. how protected is a State from a exogenous risks, which is member of International Organization, b. to what extent can an International Organization intervene directly in a country's internal affairs, c. what happen when two States that are competing with each other are forced, to be members of the same International Organization, d. is it enough in today’s era of immigration and diplomatic tranformations if a State that maintains good relations with most Muslim countries can safeguard its national environment? The answer the above questions, we need to understand that the State can protect its National Security, when it has organized its National Strategic and Defence Policy. Greece is country that has established diplomatic ties with most Muslim States. What is the role of our country on the international scene at this time? Keywords: National Security, immigration, Muslim World, Foreign Policy. 30 E-mail:
[email protected]31 E-mail:
[email protected]973 Dialectical Islam: The Case of Islamic Feminism in Turkey Maria Konstantopoulou32 In a fragmented and socio-political re-structuring world, the term Dialectics is the key concept in describing clearly the wider socio-political changes that are currently taking place. In particular, the article focuses in modern Turkey, specifically, in respect to contention and confrontation between the secular Kemalist establishment and the Islamic movement. Via a constant conflict these two poles shape Turkey's present state, under Erdoğan's rule. On this basis, this article aims to analyze the phenomenon of Islamic Feminism in Turkey, in the framework of 'Dialectical Islam', that is an Islam which embodies Western values and acquires necessary re-conceptualization. Key Words: Dialectical Islam, Τurkey, Islamic Feminism, AK Parti, Kemalism. 32E-mail:
[email protected]974 The Worldwide New Right: Theses, Communication Networks and Political Relations Dimitris Kosmopoulos33 and Dimitra Mareta34 The rise of the New Right and the Alt-right in the United States, which was greatly enhanced by Donald Trump's 2016 victory, has facilitated the surge of the New Right in Europe. This ascending trend is confirmed by both the growing public presence of the New Right's representatives and the electoral victories in a number of European countries, and the prevalence of Brexit in the UK. A coalition of parties has been created in Europe entitled "Movement for a Europe of Nations and Freedom". The purpose of this paper is to identify the communication networks and political affinities between the parties forming the global New Right, as well as the common issues shaping this political movement. Particular emphasis will be given to the attempt by the new right to emerge as the only force defending peoples, freedom and democracy. Keywords: new right, liberty, Breibart.com, democracy, Movement for the Europe of Nations and Freedom, Identity and Democracy. 33 E-mail:
[email protected]34 E-mail:
[email protected]975 Party Programs and Public Administration in Greece in a Comparative Perspective: The Cases of New Democracy, PASOK and SYRIZA (2004-20015) Konstantina Kotsiopoulou35 The purpose of this paper is to provide a comparative analysis of the political views of the New Democracy, PASOK and SYRIZA concerning the field of public administration as they appear in their political programs. The analysis period which covers the national elections of 2004-2015 is crucial for the public administration, as it signals the transition from the period when the dominant political issue was the modernization to the period when Greece was facing the negative impact of the economic crisis. Thus, politics in Greece was strongly influenced by the priorities of the economic issues and significant changes took place not only at the parties' electoral programs, but also in the political system. This paper will focus (a) on the changes of the views of each party in the field of public administration in each election program and (b) on the convergences or differences in the positions among the parties. Keywords: Public Administration, Political programs, New Democracy, PASOK, SYRIZA, National Elections. 35 E-mail:
[email protected]976 Temporary Agency Workers of Ethnodata: Α Preliminary Analysis of a “Successful” Trade Union Organization Anna Koumandaraki36 and Athanasios Tsakiris37 The paper aims to highlight the class diversification between temporary agency workers and people working in full-time jobs in the National Bank of Greece. These two groups of employees may be seen as belonging to antagonistic and mutually excluding social classes. The paper particularly analyses the experience of antagonism and exclusion shared by the temporary agency workers of Ethnodata, a joint company to the National Bank. This experience may be viewed as a symptom of class tension between atypical workers and people working on permanent basis in the bank. Besides, the study of these workers offers an opportunity to discuss the theoretical debate on class, shared by Classic Social theorists and by Post-Marxists. Keywords: Temporary Agency Work, Class Theory, Post-Marxist Approaches. 36 E-mail:
[email protected]37 E-mail:
[email protected]977 The EU Charter of Fundamental Rights and Aspects of the Right to Family Life Konstantine Margaritis38 According to article 7 CFREU “everyone has the right to respect for his or her private and family life, home and communications”. In that provision, the Charter guarantees respect of someone’s private sphere in several aspects. In the context of the right to family life, Directive 2004/38/EC extents the right of the Union citizens to move and reside freely within the territory of the member states, to members of their family who derivatively enjoy the respective rights. However, an issue arises regarding the interpretation of the term “spouse” in the Directive, whether it includes same-sex spouses, third country nationals, if the host member state does not recognize same-sex marriage. That issue was discussed before the CJEU in C-673/16 Coman and Others. The aim of this paper is the explanation of the Court’s approach regarding the right to family life and the subsequent formulation of that right in the EU legal order. Under this paradigm, certain reforms that could be forwarded in secondary EU law level will be proposed, as a step further towards the strengthening of the right to family life under article 7 CFREU. Keywords: Charter of Fundamental Rights of the EU, right to family life, Directive 2004/38/EC, C-673/16 Coman and Others. 38 E-mail:
[email protected]978 The Just War and its Invocation by the Islamic Terrorism Paraskevas Markopouliotis and Andreas Theofilis39 The article focuses on the rhetoric used by Islamist fundamentalists to justify their activity. It is argued that they adopt concepts that refer to the Just War as Waltzer conceptualized it. The identification of the terms used and the ascertainment of whether they refer to a just war is based on a lexicometric analysis of a corps of documents covering the period from 1979 to 2019. Through this analysis, it is deduced that the rhetoric of Muslim fundamentalists contains concepts that clearly refer to the Just War. Keywords: Just War, Jihad, lexicometric analysis. 39 E-mail:
[email protected]979 Populism and/as Ideology: Relations, Differences, Convergencies Iraklis Mavridis40 This presentation is a first attempt to the complex issue of the relations between populism and ideology. In particular, we examine a number of ideas concerning conceptual problems as well as functions of ideology within the socio-political field and we find that there are similarities and analogies between the two discursive formations. We conclude, provisionally, that populism can indeed be considered as a form of ideological discourse, maybe not in the sense of a “hard” political ideology but as a “thin” one. Keywords: populism, ideology. 40 E-mail:
[email protected]980 The Ethical Impact of the Use of Unmanned Aerial Vehicles (Drones) in Terrorist Purposes Alexandros Mylonakis41 and Dimitrios Rozakis42 The article aims at a comparison between the ethical impact of the use of drones in the so-called “War against Terrorism” with the ethical impact of their use by the islamist terrorism. The first part of the article examines the registered impact of the extended, so far, use of drones from the point of view of the war against terrorism. The second part of the article examines the terrorist practices of suicide attacks and suicide missions and formulates a number of hypotheses concerning the impact of their probable substitution by drone attacks. 41 E-mail:
[email protected]42 E-mail:
[email protected]981 Victims of Terrorism in Greece: Recognition Attempts and Forms of Action after 2000 Angelos Nastoulis43 The issue of terrorism has been worrying the public sphere for three decades, although in the opposite victims of terrorism whο are the immediate result, have not attracted the attention. In this document we will highlight the case of George Momferratos, who is an indirect victim, being the son of assassinated Nikos Momferratos. George Momferratos has acted since 2000 and subsequently for the collective recognition of victims of terrorism socially and institutionally, with a view to the overall condemnation. An attempt will be made to study the attitude of Greek society to the terrorist phenomenon in the light of social modernization. The way we deal with the new dangers that are emerging in the modern age is an indicator of the prevalence of modernization, the basic condition of which is the personalization and in extend to recognize one another's pain. Keywords: political violence, victims of terrorism, social perception. 43 E-mail:
[email protected]982 Erosion of Societies' Confidence in the EU in the Light of the Poverty Risk (2009-2018) Kiriaki E. Nikolaidou44 In this paper we investigate the relationship between distrust in the European Union on the one hand and Risk of – poverty and unemployment on the other, since the debt crisis in Europe. Using data from the Eurobarometer survey we try to establish a link of prevailing poverty and unemployment inside EU and distrust to the EU. The statistical analysis supports the idea that there is a strong positive relationship between higher risk of poverty and higher unemployment at European level and the ratio of distrust to the European Union. Keywords: recession, social trust, regression, unemployment, poverty. 44 E-mail:
[email protected]983 The Next Crisis: The Destabilizing Effect of US Withdrawal from the INF Treaty in South East Asia Konstantinos Nizamis45 On August 2, 2019, USΑ withdrew from the INF Treaty on the Prohibition of Intermediate Nuclear Missiles. The Treaty prohibited both USA and USSR from designing, producing or deploying missiles capable of hitting targets that lay in ranges between 500 and 5.500 Km. These weapon systems are ideal for a large but geographically, confined, theater of operations, such as Europe and Southeast Asia. The US withdrawal is largely due to China, as 95% of its missile arsenal falls under INF provisions. By developing similar systems of their own, the US will be able to offset China's advantages. However, such weapons are considered extremely destabilizing. NATO's and USSR possession of similar weapons, almost led to a nuclear war in 1983, during NATO’s nuclear CPX exercise “Able Archer". Something similar may occur in Southeast Asia in the near future, if the aforementioned systems will be deployed. The paper explores this possibility. Keywords: INF, missiles, China, USA, “Able Archer”. 45 E-mail:
[email protected]984 Institutional Cooperation in the Mediterranean: The European Union as a Regional Power and Facilitator of Good Governance Giorgio Oikonomou46 and Spyros Blavoukos47 Since 2000s, the European Union has been trying to re-formulate the cooperation policy framework with countries located on its Southern neighbourhood. In fact, the European Committee of the Regions (CoR) has designed political initiatives such as the Euro-Mediterranean Regional and Local Assembly (ARLEM) political platform, and has launched formal cooperation with the Union for the Mediterranean (UfM). This contribution explores the European Neighbourhood Policy by examining its implementation in the Mediterranean taking into account the participation of subnational authorities. Considering the EU's objectives for promoting prosperity, stability, security, cooperation, and democracy on the basis of good governance practices in neighbouring Mediterranean countries, it is argued that the EU, through the European Neighbourhood Policy, advances institutional cooperation, thus facilitating policy transfer and diffusion in third countries. Keywords: Governance, European Neighbourhood Policy, Committee of the Regions, Union for the Mediterranean (UfM), Euro-Mediterranean Regional and Local Assembly (ARLEM). 46 E-mail:
[email protected]47 E-mail:
[email protected]985 Crisis Management in the Aegean and in the Eastern Mediterranean (2019-2020) Nicolaos Papanastasopoulos48 The field of crisis management in international politics is currently facing a number of essential and important challenges, regarding theoretical, institutional and political dimensions. The research proposal presented in this paper aims at removing any existing limitations by bringing together interdisciplinary points of view. The main purpose of this research, characterized by the analysis of Greek foreign and defense policy and the government’s capacities, is to cope with the turbulent (geo)political environment of the Aegean Sea and Eastern Mediterranean region. The main empirical contribution of the study is a detailed reconstruction of Greek grand strategy in reference to Greek- Turkish relations. Keywords: IR Theory, Crisis Management, Foreign Policy, Defense Policy, Strategic Culture, security regime. 48 E-mail:
[email protected]986 The "Silence Revolution" in International Economic Architecture Evangelos Prontzas49 The problems in the international economy and their response in the 1980΄s were linked to the concept of a "silent revolution". The “silent revolution” concerns the decision of countries, especially developing countries, to strengthen their economic policies through the implementation of development regulatory programs, with the financial support of the IMF. The "silent revolution" marks the changes that will follow in the 1990’s, but primarily highlight the problems inherited from the 1970s and attempted to be overcome in the 1980’s. Our questions are: how are symmetries and homogeneous successes in certain sectors of the international economy, especially banking, in the 1980’s in the 1980’s? To what extent did some schools of thought push symmetries and homogeneous features into the new economy in the 1990’s, but failing to cope with the asymmetric and uneven globalization of the economy? Keywords: Silence revolution, international economic architecture, “smithian”/“sumpeterian” economy. 49 E-mail:
[email protected]987 Governance, Democracy and Development: An Indispensable Relationship Kostas Rontos50 and Maria-Eleni Syrmali51 Corruption reveals not only the level of economic development but of wider social and political development as well. The one-dimensional analysis of economic development in terms of income, without the study of broader political and social conditions proves to be inadequate. Structural weaknesses of public sector, the lack of competitiveness, governance deficiencies and the dominant political behavior as principal causes of corruption lead to the conclusion that the phenomenon is primarily of political and social nature, while its structural character, that is its inclusion in the political and social culture render difficult its effective control. Based on the analysis, corruption is closely related to the way governments exercise their power. Therefore, governance quality determines the extent of corruption. Keywords: democracy, economic development, society, institutions, political development. 50 E-mail:
[email protected], 51 E-mail:
[email protected]988 US - China Currency Competition and its Impact on the World Economy Spyridon Roukanas52 and Emmanuil Karakostas53 The international economic system is gradually changing. China is the dominant economic rival of the United States of America. The rivalry between the US and China has led the US government to implement protective trade policy measures and China to respond to the international challenges that arise. In addition, intensified monetary competition should be mentioned. China has been linking its currency to the dollar for a long time. The continuous devaluation of China's currency has helped it to grow economically. The key question is which are the effects of monetary competition on the world economy, such as export flows? The causes of currency competition are primarily related to the strengthening of exports and further economic growth. This research will attempt to give a more complete picture by presenting an index of the impact of monetary competition. Keywords: International Trade, Currency Competition, USA, China. 52 E-mail:
[email protected]53 E-mail:
[email protected]989 Between Self-ownership and Dignity: The Philosophy of Rights of Vincent Descombes Dimitrios Rozakis54 In this text I would like to present the positions of a contemporary french philosopher, Vincent Descombes, on the notion of rights. These positions are contained in the 6th part of his book Le complément de sujet. This part focuses on the “Dispute of Subjective Rights”. It contains the chapters “Legal Humanism”, “Legal Nominalism”, “The Subject of Right”, “The legal person as bearer of attribution”. In order to understand these positions, we have to depart from the notion of the subject, which is the object of the previous parts of the book. Κeywords: Subject, subjective rights, natural law, self-consciousness, self- ownership, dignity. 54 E-mail:
[email protected]990 The British and Greek Left and Political Islam: From the Islamic Revolution of 1979 to the Algerian Civil War of the 1990’s Ihab Shabana55 In this article we explore some facets of the British and Greek Left’s reading and its perception of the emerging political Islam. Through the Left’s parties press, the printed and archival material we follow the thread of the Left’s narrative regarding the escalating phenomenon of Islamism, which posed grave dilemmas and difficulties to Europe. Our paper covers the period of the burst of the Iranian revolution in 1978-79 and runs till the end of the 20th century and the bloody Algerian civil war. Thus we try to track down possible convergences and deviations that concern each paradigm comparatively, but also hermeneutical leitmotivs that engage either with ideological references or with a general lining up with each country’s respective geopolitical narrative in each historical juncture. Keywords: Political Islam, British Left, Greek Left, Iranian Revolution, Post- Colonial Theory. 55 E-mail:
[email protected]991 Towards a New Relationship between Government and Public Administration: The Evaluation of the Operational Program "Public Sector Reform" Antigoni Skaraki 56 The study highlights the timeless problems of the Greek public administration. This is what the two reform initiatives are trying to solve, namely the creation of the Headquarter State and the implementation of the Operational Program "Public Sector Reform". Both the positive and negative aspects of these public policies are presented and evaluated in the end. However, it should be emphasized that the NSRF will be completed in 2020, while the Headquarter State is a new government initiative. Therefore, in a few years it will be possible to carry out a more complete evaluation of these public policies. However, what ultimately emerges is that because reform initiatives are taken in a hurry, without proper planning and without resolving key public administration issues, the set goals and policies are therefore not achieved. Keywords: Operational Program “Public Sector Reform”, thematic objectives, evaluation, Headquarters State, Greek public administration. 56 E-mail:
[email protected]992 China-Russia: A Threat to Western Type Democracies or an Alternative Way of Governance? Eirini Sotiriou57 The tectonic shifts in global economy, the emergence of the Internet, the refugee crisis have all contributed to the fuelling of populist labyrinths that reinforce authoritarian leaders. This raises the question of whether authoritarianism is viable in a post-modern world, with the emergence of authoritarianism in China and Russia. China is emerging as a new economic model: authoritarian modernization, state capitalism or socialism with Chinese features as an alternative to western liberal democracy. The Russian-like state monopolist capitalism, sovereign democracy and Eurasianism dominate the imperial power with the Soviet past. If rivalries eventually culminate in a war of the Great Powers is perhaps the key issue of 21st century geopolitics, highlighting a battle of beliefs and values. Keywords: China, Russia, A Threat to Western type Democracies, An Alternative Way of Governance, Western Values. 57 E-mail:
[email protected]&
[email protected]. 993 The Element of Conflict in Post-democracy and its Opportunities to Emerge Chrysanthi Soukara58 Main purpose of this paper is to study the emergence of the political in post- democracy. Supposed that the structural elements of post-democracy exist and indeed prevail in modern Western societies and, according to Crouch's assumption, post-democracy itself constitutes the distorted image of democracy, we will examine in what way and extent the political and the element of conflict could re-emerge. Our basic hypothesis is that, in this correlation of politics and post-democracy, social movements could function as the main potential factor for the emergence of the political, providing fertile ground for the restoration of contentious politics. Keywords: Post democracy, political, social movements, contentious politics Keywords: Post democracy, political, social movements, contentious politics. 58 E-mail:
[email protected]994 The European Union's New Strategic Agenda 2019-2014: From the Geostrategic of Southeast Europe to the Global Field Theodora Stathoulia59 The paper reviews the two documents of the strategic agenda of the European Union. In the first section of the work, the current strategic agenda for the times of change (2014-2020) setting the direction for the European Union’s legislative work will bring the issue of the EU's role as a global actor to debate. Additionally, the paper explores the new strategic agenda 2019-2024' which sets out the priority areas that will steer the work of the European Council. In particular, the analysis prioritizes the need to assess the European interests and values on the global stage. The basic assumption of this paper is that the EU's new political leadership strategic agenda seems to be more advanced with the current multilevel tectonic shift of US geostrategic policies rather than with the dynamics of an autonomous European strategic plan. Furthermore, such development cannot function towards the need for restructuring the model of regional conflicts which are unfolding as a crisis in after the cold war international order as well as a crisis in the global hegemony. Keywords: New EU strategic agenda, regional conflicts and European geopolitics, US and multilateral trade crisis. 59 E-mail:
[email protected]995 Terrorism and Digital Publicity Alfred Steinhauer60 The relation between terrorism and new media has been a subject of public concern for some time. But discussions among experts have not concluded in a definite result concerning their precise interaction. Beginning with this question, in this short presentation we endeavor, faced with the difficulties involved in this vast subject, to shed some light in the main terms in which the debate is framed. So we comment on the intertwinement of the terms «terrorism» and «publicity», and in their interrelation in the political discourse, stressing the major categories of political philosophy that seem to contradict one another in relation to these phenomena. Finally, we address briefly some potential consequences of the worldwide «war on terror» for Western democracies. Keywords: terrorism, publicity, new media, democracy. 60 E-mail:
[email protected]996 The Changing Characteristics of Labor in the Agricultural Sector. The Necessity to Obtain New Skills through Lifelong Training Miltiadis Stampoulis61 and Irini Lazaridou62 In recent years there has been intense transformation of labor skills, mainly because workers are interacting with increasingly intelligent production systems. The continued development of ICT results in strong need for new training protocols in formal and non-formal learning, with emphasis on specific skills. Obviously the above mentioned facts directly influence existing organizational models, while at the same time providing incentives to create new sustainable business activities and additional jobs. During this process, many workers and industries will undergo a global transformation, with impact on the quantitative and qualitative inputs and outputs of the labor markets. This paper analyzes the impact of the fourth industrial revolution on the labor market of the agri-food sector. In particular, it focuses on the need to acquire a combination of vertical and horizontal skills, in order to ensure the successful synergy of human resources with evolving new technological applications in the agri-food sector. Keywords: agri-food, skills, ICT, fourth industrial revolution. 61 E-mail:
[email protected]62 E-mail:
[email protected]997 Markers of Greek National Identity: The Discourse of the Blogs Hara Stratoudaki63 During the multilevel crisis faced by Greece during the last decade, the national identity of Greeks came to the fore due to the negotiations about the name of FYROM, the Prespes’ agreement and the recognition of Northern Macedonia. The hearing in the Greek Parliament about the ratification of the Prespes’ agreement ignited a mobilization in both “real” and digital worlds. It is in the latter that we may listen to the cries and whispers about peoples’ feelings, which are shared in the intermediate space of social media. The following paper attempts an analysis of blog posts during those two critical days, as well as the way they elaborate issues related to national identity. The findings refer both to the relationship between blogs and mass media agendas, and the themes and topics surrounding national identity. Keywords: national identity, blogs, FYROM, Northern Macedonia, Prespes’ agreement. 63 E-mail:
[email protected]998 On the Concept of Totalitarian Democracy in the Political Thought of J. L. Talmon Manolis I. Stavroulakis64 The subject of this paper is the critical reconstruction of the concept of Totalitarian Democracy (or Totalitarianism of the Left), as it is created by an important modern historian of political ideas, Jacob Leib Talmon. This reconstruction allows the researcher to locate the cold War, counter- enlightenment and anachronistic dimension of this Talmon’s concept. However, the theoretical connection between the idea of a conscious political vanguard and the Leninist interpretation of the Marxian conception of political party and Democracy should not be considered problematic. Keywords: Counter-enlightenment, Rousseau, Totalitarianism, Cold War, Lenininsm, Democratic Theory. 64 E-mail:
[email protected]999 The European Union and the Political Dimension of Corporate Social Responsibility: The International Pole of Excellence as a Challenge and the Tools of Implementation in Member States' Public Policy Making. Evangelos Taliouris65 In European Union the political dimension of Corporate Social Responsibility is a policy area that integrates in 21st century the European tradition of three policy topics such as sustainable development, social welfare and economic competitiveness. The governance models, the above institutional traditions and the role of entrepreneurship as an economic and social factor influenced the political circumstances in order CSR to have a political characteristic in Europe. The two CSR definitions in 2001 and 2011 underlines the European approach, which is analyzed further in different public policy realms and models. This paper will analyze and present the above characteristics through a literature review, an archival research and a comparative policy analysis method. It is worth noted the fact that different policy tools and approaches are identified in EU reports for CSR policy making also at member states level. Therefore, the goal of CSR excellence in 2006 for EU might was reasonable indeed, in parallel with the contemporary interrelation with Sustainable Development Goals 2030. Keywords: European Union, Public Policy, Corporate Social Responsibility, Sustainable Development. 65 E-mail:
[email protected]1000 State, Public Policy, and Global Governance: Sustainable Development, Non-State Actors and Corporate Social Responsibility. Evangelos Taliouris66 Important issues such as climate change, poverty alleviation or employment are modern states concerns within contemporary globalization process in 21st century. States and international organizations interrelate with non-state actors within global governance framework. The state characterized not only by the traditional political tools (e.g. legal instruments) but also form other tools especially for fields related to sustainable development (sd). The latter since its definition in 1987 set an alternative mode about development, which has specialized in indicators under the Millennium Development Goals at the beginning of 2oth century and "Sustainable Development Goals" 2030 in 2015. Moreover, states develop a strategic plan towards these goals (including Greece in 2018), that refer not only at national but also at regional level. Therefore, in such integrated policy issues and assessments the state’s role is not isolated. On the contrary, it develops synergies with non-state actors such as business sector or Non-Governmental Organizations. Hence, the concept of Corporate Social Responsibility refers to business sector compliance that underlines alternative institutional settings, and from a public policy perspective is a policy topic that is linked with SDGs. Keywords: Governance, public policy, corporate social responsibility, sustainable development. 66 E-mail:
[email protected]1001 The Christian Communities in Iraq and Syria After the Arab Revolts Elias Tasopoulos67 As militant fundamentalist Islamic organizations thrived in the Middle East, Arab Uprisings spread throughout the Muslim world and regimes in Arab countries became more authoritarian, Christians had to face new and severe challenges. Beyond the population decline in the previous years, while many Christians left striving for a better future, and the different sociocultural environment shaped by wars and civil conflicts among others, their actual existence came into question during this period. The examination of the situation involving Christians in two significant countries of the fertile cresent, Iraq and Syria, focusing on the constants and the changes that occurred shows how the position of the Christians in the new regional balance is connected with their history. Keywords: Minorities, Middle East, Arab Spring, Christianism, ISIS, Religion. 67 E-mail:
[email protected]1002 Media Representations of Women and Gender Violence: A Content Analysis in Newspapers, News sites and TV Channels Mike Tastsoglou,68 Nafsika Moschovakou,69 Stamatis Poulakidakos,70 Giorgos Pleios,71 Marianna Vasilakopoulou,72 Loukas Koutsikos73 and Eva Sigala The present research attempts to scrutinize the representations of women and gender violence in television, print and online media. Media representations may contribute to shaping our perceptions of the world, since the values, norms and beliefs they reproduce seek -in many cases- to disseminate a dominant ideology. Specifically, on gender issues, the ideological analysis of women's representations, the construction of meanings and the production of social identities have been key research interests of feminist approaches in the field of media since the ‘70s. The current text, taking advantage of these feminist approaches, presents the most important results of three different researches which were based on a sample of 765 newspaper articles, 763 news website articles (the first research), and 216 news broadcasts for women's representations (the second research) as well as 458 television news programs (news bulletins and talk shows) for the third research focusing on gender violence. For the analysis of the content from the different media, we deployed the research method of content analysis. Keywords: gender, representation, gender violence, news framing, content analysis. 68 E-mail:
[email protected]69 E-mail:
[email protected]70 E-mail:
[email protected]71 E-mail:
[email protected]72 E-mail:
[email protected]73 E-mail:
[email protected]1003 Actors’ in the Betweeness of Social Thought Efrosini Tsafa74 and Efstathia Drouva75 The “thought leaders” shape the strata of actors which in some areas of the world after the 1960’s, and recently with significant revolutionary overthrows, lengthened the binary “culture/modernization” from its ancient relative of “tradition/modernity”, as it is pointed out by the relevant theory and survey. The development procedures that actors with the shape of international organizations promote in a state, reform the basic characteristic of its nature, the ground and reconstruct the binary “tradition/modernity” to the binary “culture/human development” introducing culture as a peculiar resource of development. A paradigm of this binary is the new form of orientalism as it has been expressed by the presentation of the Arab world as an exceptional situation (“Arabways”), the priority on satisfaction of western political demands and values by putting the local political scene on the back burner and the implementation of authoritarian policies in the name of tolerance and pluralism. Keywords: hybridism, culture, human development, orientalism, supra-state and non-state actors. 74 E-mail:
[email protected]75 E-mail:
[email protected]1004 World Council of Churches and International Political Scene Stylianos Ch. Tsompanidis76 One of the biggest and oldest transnational non-governmental players within international community is the World Council of Churches (WCC). It was no coincidence that it was born on the same period as the UN for which, through the International Affairs Committee, has been a crucial yet essential partner in many of its specialized organizations. WCC is an example of transnational religious nog-governmental organization that engages in a wide range of issues concerning human rights and the fight against racism, the peaceful conflict resolution, the abolition of nuclear weapons and disarmament, the economic and social development, the climate change and the protection of the environment, the discrimination against women, the rights of refugees and indigenous, the foundations and the criteria for political ethics in a global context. The action undertaken in regard to the aforementioned issues is not just an aspect of its multidimensional work, but it is interwoven with its very existence. Keywords: World Council of Churches, transnational non-governmental organization, religion and politics, international affairs, peace and justice. 76 E-mail:
[email protected]1005 Political Management and Dimensions of the Confrontation of Refugees’ Humanitarian, Social and Economic Problems in Greece Stylianos Ioannis Tzagkarakis77 and Leonidas Dimitrios Kotroyannos78 The number of refugees who have entered Greece since 2015 has posed enormous challenges in terms of management of the situation. On the one hand, there was an urgent need for the humanitarian protection of increasing refugee flows and the provision of decent living and immediate protection conditions, and on the other, the implementation of a set of procedures and policies that would allow the social and economic integration of refugees who receive asylum and consequently, will stay in Greece. In this context, this study aims at assessing the responsiveness-policy management by the Greek authorities based on the abovementioned dimensions while outlining the prospects for the creation of conditions for refugees’ integration and welfare. Consequently, a theoretical framework of the related concepts will be analyzed, while secondary data on refugee management in Greece will be analyzed in order to identify priorities for interventions to better address the emergent problems. Keywords: refugees, social integration, social inclusion, immigration. 77 E-mail:
[email protected]78 E-mail:
[email protected]1006 The Role of Political Leadership in Empowering Human Resources as a Strategic Agent for Maximizing Organizational Performance in Local Government Vasiliki Tzavella79 Leadership in general, and political leadership, in the context of the functioning of an organization is one of the most important parameters that determine its physiognomy, function and evolution and can mobilize all resources, in particular human beings, to empower and develop their ability to make this a springboard for maximizing its performance but also a critical factor in gaining competitive advantage in a time of rapid developments and regulation, especially for public administration. This presentation, which presents the findings of my master's thesis, addresses this role that an effective leader is called upon to play, empowering an organisation's human resources to harness its potential. After studying the characteristics of Grade BTAs, as well as those of the Peloponnese Region in particular, an empirical study and analysis of the questionnaires collected by the employees of the Peloponnese Region took place. Keywords: Leadership, human resources, empowerment of human resources, management of human resources. 79E-mail:
[email protected]1007 The Field of Application of the EU Charter of Fundamental Rights. Vasilis Tzemos80 Article 51 is the first of the four articles of the Charter’s last part (title VII) that contains regulations regarding the general theory of human rights. Methodologically, it is highly crucial; on one hand, it solves significant practical matters and on the other, it sets important questions of polity. As indicated in the title, the provision specifies the field of application of the Charter. It regulates who is bound by the rights and principles that the Charter guarantees. Article 51 is governed by the tendency a) for a comprehensive and unexceptional commitment of the EU and its institution and b) for an EU law based commitment of the member states and their institution that derives from the Charter. Every action or omission from every legally official or unofficial participation of an institution or representative of the EU shall be in accordance with the Charter. Keywords: EU, Charter of Fundamental Rights of the EU, Member States, EU Institutions. 80E-mail:
[email protected]1008 Exercising the Right to Vote for People with Disabilities. A Journey through a Mine-Lined Maze Dimitrios K. Vantsis81 This paper focuses on the ability of disabled voters to practice their legal right to vote without difficulties in Greece. In the aftermath of financial crisis which compounded existing barriers, the application of the relative articles of the Constitution, national and international law appears to be a far cry from reality as experienced by disabled individuals. This is an effort to point out gaps, problems and obstacles as well as cases where there is room for improvement. Finally, this paper also discusses possible ways of dealing with some of the difficulties and obstacles the disabled people are asked to overcome during the whole process of taking part in the voting process both as prospective and as actual voters. Keywords: disabled people, right to vote, obstacles. 81 E-mail:
[email protected]1009 Attitudes of Greek Society towards Immigration: Research Results and Trends over the Last Twenty Years Christina Varouxi82 The effective management of migrant arrivals in Greece over the last twenty years has been a major issue on the public agenda, sometimes in terms of acceptance and integration of migrant populations and sometimes in terms of rejection and deterrence. The paper examines the extent to which Greeks' attitudes toward immigration have changed over the last twenty years, as well as the interrelationship between this change and Greeks' perceptions of the negative or positive effects of migrants’ presence on the economy, cultural life and quality of life in Greece. Keywords: immigrant populations, acceptance, rejection, attitudes of Greeks, research results. 82E-mail:
[email protected]1010 Constitutional Revision and Forms of Direct Democracy Ilias Vasileiadis83 The paper focuses on the case of Greece and examines the prospects for the establishment of institutions of direct democracy, in the light of constitutional restrictions and the latest process for revising the Constitution. In this context, the main political and scientific differences on the subject are summarized, while relevant proposals are made, taking into account both the conditions of the time and the ever-increasing danger for the model of representative democracy. Keywords: direct democracy, Constitution, revision. 83 E-mail:
[email protected]. 1011 The “Law of Peoples” at the Era of Globalization – For a New Understanding of Political Liberalism in International Relations Nikos Vlahakis84 In his seminal work "The Law of the Peoples" John Rawls outlines a normative- ethical model for the prevalence of the Kantian notion of "Perpetual peace" in international relations through the generalization of the power of political liberalism, as well as a code of dialogue and consensual ethics in nation-states relations based on shared values. But how this can be accomplished in the age of globalization, the main characteristic of which is multi-polarity, the emergence of non-state actors, the decline of the power of traditional states, and the varied regional integration processes taking place, constantly changing the balance of power? How could international law (jus gentium) in these circumstances, to have a universally valid claim or does it require some form of 'constitutionalization' at the level of the international community, according to Jurgen Habermas's view? This is the issue at stake today for a new "realistic utopia", within a concept of "soft power" that will, however, be functional in modern transnational and international relations. Keywords: Law of Peoples, globalization, political liberalism, constitutionalization, international relations, Rawls, Habermas. 84 E-mail:
[email protected]1012 Political Communication of Greek Members of the European Parliament on Social Media Alexandros A. Vris85 and Panagiota Antonopoulou86 The engagement of politicians in social media is the modern way of expression of political communication. Considering the dynamics and penetration of the new means of communication in Greece, this study focuses on how Greek MEPs use social media and draws conclusions about the way they operate and the emerging impact they have on social media users. The study, in addition to quantitative, also delves into qualitative data analysis, classifying the publications by type, category, and content. The study outcomes reflect the current situation and are an important guide to content creation in order to achieve the goals of an integrated presence on social media, the development of a two-way communication and ultimately the establishment of a stable relationship with social media users. Keywords: European elections, political communication, social media. 85 E-mail:
[email protected],
[email protected]86 E-mail:
[email protected]1013 Reforms: From a National to a Supranational Actors Problem Vasilios Th. Zoumbos87 The influence exerted by the international development actors at supranational level remains immense, while they considered as the main stakeholders of policy and funding practices of the local governments (OECD, IMF, World Bank), with the latter to have strategically owned that this influence can be used for the benefit of their economies both directly and indirectly (foreign direct investment, financial assistance, structural reforms, etc.). Since 80s, the "toolboxes" of the supranational actors include privatisation policies, liberalisation of markets and are – engineering of regulations on a State context. Such “hard type” reforms are “collaterals” for “fiscal interventions”. During the last crisis, important decisions were taken at a supranational level by actors who changed not only the nature of economic policy in countries where financial interventions happened, with the measures taken to resolve the crisis involving different groups, both national and supranational, but with the need for more effective economic governance at all levels: regional, national, international, and supranational. Keywords: Reforms, big data, government efficiency, Europeanisation, national and supranational actors. 87 E-mail:
[email protected]1014 1015 ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΣΗ. ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ − ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΝΙΟΡΔΟΣ ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ & ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΟΡΙΝΘΟΣ – 2020 ISBN: 978-618-82200-6-5