ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟϊΣΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ Ι. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ Επιστημονική επιμέλεια Έλενα Κουντούρη - Αναστασία Γκαδόλου 1 ΑΘΗΝΑ 2019 ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ Ελένη Κώτσου ΥΠΕΥΘΥΝΕΣ ΕΚΔΟΣΗΣ Μαρία Καζάκου Χριστίνα Μακαρατζή Ευαγγελία Μέρμηγκα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΕΡΙΛΗΨΕΩΝ Deborah Kazazis, Δημήτριος Δούμας ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΦΩΤΟΛΙΟ Α.Ε. ΕΚΤΥΠΩΣΗ PrintFair © 2019 ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 105 64 www.tap.gr ISBN 978-960-386-409-7 ΤΟΜΟΣ 1 978-960-386-410-3 Ι. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ - ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΣΩΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Ι. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ - ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ Επιστημονική επιμέλεια Έλενα Κουντούρη - Αναστασία Γκαδόλου 1 ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ ΑΘΗΝΑ 2019 Η δημοσιοποίηση της αποκάλυψης ενός αρχαιολογικού μνημείου που παρακολουθεί- ται μέσα από τις εκθέσεις δραστηριότητας των αρχαιολόγων, κυρίως στα Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου, οφείλει να ακολουθείται από την επιστημονική του δημοσίευ- ση, από τη μελέτη του δηλαδή και την κατάθεση των αποτελεσμάτων της στη γνώση και κρίση της επιστημονικής κοινότητας. Με γνώμονα τη βασική αυτή αρχή, η Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιο- τήτων, και κυρίως το Τμήμα Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιολογικών Χώρων, Μνη- μείων και Αρχαιολογικών Έργων προέτρεψε τα μέλη των Εφορειών Αρχαιοτήτων να κα- ταθέσουν μελέτες που αφορούν στα αποτελέσματα των σωστικών ανασκαφών, εκείνων δηλαδή που διενεργούνται ή παρακολουθούνται από τους αρχαιολόγους, όχι κατ’ επιλογή, αλλά επειδή το επιτάσσει η αναγκαιότητα. Ο εντοπισμός αρχαιοτήτων που επέφεραν η ανοικοδόμηση των σύγχρονων πόλεων εντός ή και συχνά εκτός των ορίων τους, η συνεπακόλουθη έντονη οικοδομική δρα- στηριότητα που τη χαρακτήρισε, αλλά και τα Μεγάλα Έργα υποδομής που διεξάγονταν και διεξάγονται στον ελλαδικό χώρο, είχε ως αποτέλεσμα τη διενέργεια πλήθους σωστι- κών ανασκαφών από τις Εφορείες Αρχαιοτήτων. Μεγάλο μέρος των καταλοίπων που η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως – αν όχι το μεγαλύτερο – αφορά στα αρχαία νεκροταφεία. Με τη θεματική αυτή, η Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων επέλεξε να εγκαινιάσει μια νέα σειρά, έκδοσης μελετών που αφορούν στα ευρήματα των σωστικών ανασκαφών. Η ένθερμη ανταπόκριση των μελών της αρχαιολογικής υπηρεσίας και η συ- γκέντρωση και κατάθεση προς έκδοση στη Διεύθυνση Δημοσιευμάτων του Ταμείου Αρ- χαιολογικών Πόρων 70 σχετικών άρθρων καταδεικνύουν ότι η προσπάθεια τελεσφόρησε. Οι ανά χείρας τόμοι περιέχουν 70 μελέτες, όπως προαναφέρθηκε, που πραγματεύονται τα νεκροταφεία της αρχαιότητας· ειδικότερα αναλύονται θέματα που αφορούν στη χω- ροταξική τους οργάνωση, την ταφική αρχιτεκτονική, τα έθιμα και τις ταφικές πρακτικές, σύνολα όπλων, αγγείων, σκευών που συνόδευαν τους νεκρούς, την τυπολογία κτερι- σμάτων και την απόδοσή τους σε εργαστήρια, τη διαχείριση και ανάδειξη των νεκροτα- φείων ως αρχαιολογικών χώρων. Η παράθεση των άρθρων κατατάσσεται σε γεωγραφικές ενότητες που ακολουθούν τη σειρά διάρθρωσης των Χρονικών, οι συμβολές δε, που καλύπτουν όλο το εύρος της αρχαιότητας, από τους προϊστορικούς χρόνους έως τη ρωμαιοκρατία, χαρακτηρίζονται από την εκδοτική αναγνωρισιμότητα των Μελετών του Αρχαιολογικού Δελτίου. Στο τέλος παρουσιάζονται δύο άρθρα γενικότερου ενδιαφέροντος, που δεν δύνανται να κα- ταταχθούν εντός γεωγραφικών ορίων. Οι τόμοι αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν την απαρχή σειράς. Ευελπιστούμε η ολοκλήρωση της έκδοσής τους να σηματοδοτήσει την επεξεργασία του υλικού της επόμενης θεματικής και του προγραμματισμού της έκδοσής του. Από τη Διεύθυνση Δημοσιευμάτων 6 Λίνα Μενδώνη Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Η αρχαιολογία αποτελεί την επιστήμη που επιδίδεται στην αναζήτηση και συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του ανθρώπινου παρελθόντος επί τη βάσει συγκεκρι- μένων θεωρητικών αρχών, μεθοδολογίας και εξειδικευμένων τεχνικών. Η αναζήτηση και η μελέτη των καταλοίπων αυτών δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι εργαλείο και μέσο για την ανασύνθεση και κατανόηση της δράσης και του πολιτισμού του ανθρώπου στη μακρά ιστορική τους εξέλιξη. Η αρχαιολογία εντοπίζει, αναλύει, αποκρυπτογραφεί και ερμηνεύει τις απτές μαρτυρίες και τα μνημεία του παρελθόντος, καθιστώντας τα τεκ- μήρια και άμεσες πηγές πληροφοριών και στοιχείων για συναφείς και συμπληρωματι- κές επιστήμες, όπως αυτές της ιστορίας και της ανθρωπολογίας. Υπό αυτήν την έννοια, όπως έχει χαρακτηριστικά επισημανθεί, στην πραγματικότητα «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα, αλλά ανθρώπους»1. Το έργο του ανασκαφέα αρχαιολόγου δεν αρχίζει ‒ και σε καμία περίπτωση δεν ολο- κληρώνεται ‒ κατά τη συναρπαστική και συγκινησιακά φορτισμένη εκείνη στιγμή της ανεύρεσης και αποκάλυψης τεχνέργων, κατασκευών και τοποθεσιών ανθρώπινης δραστηριότητας μακρινών, περασμένων εποχών, που είχαν περιπέσει στη λήθη του χρόνου προστατευμένα από τη γη. Το προνόμιο της ανακάλυψης ακολουθείται από το βαρύ καθήκον και την ευθύνη της διάσωσης, διάδοσης και ανάδειξης τόσο των ίδιων των ευρημάτων όσο και της εξαιρετικά πολύτιμης και αναντικατάστατης πρωτογενούς πληροφορίας για τις συνθήκες και το πλαίσιο ανεύρεσής τους που τα συνοδεύει. Μιας πληροφορίας που, λόγω της εκ φύσεως καταστρεπτικής και μη αναστρέψιμης ανα- σκαφικής διαδικασίας, μπορεί να αντληθεί και να αναγνωσθεί μόνον άπαξ. Ως πρώτος και μοναδικός κάτοχος αυτής της πληροφορίας, ο ανασκαφέας αρχαιολόγος φέρει την υποχρέωση να την καταγράψει, να την αναλύσει, να την τεκμηριώσει, να τη μελετήσει, να τη μετουσιώσει όσο δυνατόν περισσότερο σε γνώση και να τη μεταδώσει στο σύνο- λο της επιστημονικής κοινότητας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας. Διαφορετικά, εάν δεν το πράξει αυτός, ουδείς άλλος δύναται να τον υποκαταστήσει και η πληροφορία θα απολεσθεί οριστικά και αμετάκλητα. Αλλά και τα ευρήματα, στερούμενα πλέον του αναγκαίου εξεταστικού και ερμηνευτικού πλαισίου, δεν θα είναι σε θέση να συνεισφέ- ρουν στην ιστορική και πολιτισμική γνώση τίποτε περισσότερο από όσα η ύπαρξή τους και μόνον αυτή καθαυτή δηλώνει. Η δημοσίευση των αποτελεσμάτων μιας ανασκαφής έχει ή θα πρέπει να διαθέτει δύο κύρια χαρακτηριστικά: Τον χαρακτήρα μιας διεξοδικής αναφοράς των ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν, καθώς και αναλυτικής καταγραφής, περιγραφής και τεκμηρίωσης 1. Βλ. M. Wheeler, Archaeology from the Earth, Oxford 1954, v: «The archaeologist is digging up, not things but people». 7 του χώρου, των ευρημάτων και των μεταξύ τους συσχετίσεων, των παρατηρήσεων και των διαπιστώσεων. Τον χαρακτήρα μιας συνθετικής έκθεσης των συμπερασμάτων που βασίζεται στα ανωτέρω στοιχεία συγκριτικής και ερμηνευτικής μελέτης. Η δημοσίευ- ση αποτελεί πρώτιστο καθήκον κάθε ανασκαφέα και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κάθε συνακόλουθης διαδικασίας συντήρησης, προστασίας, αποκατάστασης και ανά- δειξης των ευρημάτων. Αποτελεί, επίσης, την αναγκαία συμβολή στην επιστήμη και στη γνώση, που δικαιολογεί και δικαιώνει την ανασκαφική έρευνα. Υπό το ανωτέρω πρίσμα, καθίσταται εξίσου σημαντική και αναγκαία όχι μόνον η τελική και ολοκληρω- μένη δημοσίευση των πεπραγμένων και των συμπερασμάτων μιας ανασκαφής, αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πρόδρομες και συνοπτικές ανακοινώσεις, παρουσιάσεις και γνωστοποιήσεις σχετικά με την εν εξελίξει έρευνα. Τούτο ισχύει για τις μακροχρόνιες συστηματικές έρευνες. Αφορά, όμως, ακόμη περισσότερο στις σωστικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, συνήθως με αφορμή την εκτέλεση ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου και με τον χαρακτήρα του επείγοντος εντός πιεστικών χρονοδιαγραμ- μάτων. Η πρωτοβουλία, επομένως, του Τμήματος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιολογι- κών Χώρων, Μνημείων και Αρχαιολογικών Έργων της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων να προωθήσει και να συντονίσει συστηματικά τη δημοσίευ- ση των αποτελεσμάτων σωστικών ανασκαφών της αρμοδιότητάς της, που διενεργού- νται από το προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία έχει ως πρώτο καρπό την παρούσα εκτενέστατη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκδοση με τίτλο «Σωστικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ι. Τα νεκροταφεία. Χωροταξική οργάνωση - Ταφικά έθιμα - Τελετουργίες», είναι εξόχως σημαντική. Γι’ αυτό και θα ήθελα να ευ- χαριστήσω και να συγχαρώ ιδιαιτέρως τις κυρίες δρες Αναστασία Γκαδόλου και Έλενα Κουντούρη, προϊστάμενες του Τμήματος και της Διεύθυνσης αντίστοιχα, και να τις ενθαρρύνω να συνεχίσουν με την ίδια επιμονή και υπομονή αυτήν την προσπάθεια, που ελπίζω να επεκταθεί σύντομα στις ανασκαφές όλων των ιστορικών περιόδων. Ευχαρι- στίες οφείλονται επίσης στη Διεύθυνση Δημοσιευμάτων του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, που για μια ακόμη φορά ανέλαβε να φέρει σε πέρας με επαγγελματισμό την υλοποίηση της έκδοσης, και βεβαίως στα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι δεν αμελούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους όχι μόνον έναντι του Αρχαιολογικού Νόμου, αλλά κυρίως έναντι της επιστήμης την οποία υπηρετούν. 8 Πολυξένη Αδάμ-Βελένη Προϊσταμένη Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Η πολυσχιδής και εκτεταμένη δραστηριότητα των Εφορειών Αρχαιοτήτων στο πλαίσιο των μεγάλων δημόσιων ή ιδιωτικών έργων, τα οποία υλοποιούνται στην ύπαιθρο, αλλά και σε αστικά κέντρα τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας, έχει αποδώσει έναν τεράστιο αριθμό καινούργιων ανασκαφικών δεδομένων. Η γνώση μας εμπλουτίστηκε κατά πολύ, άγνωστοι χώροι εντοπίστηκαν και άλλοι ήδη γνωστοί συμπληρώθηκαν με νέα στοιχεία. Η ταχύτητα με την οποία διεκπεραιώνονται τα έργα αυτά πολλές φορές αφήνει πίσω αρ- χαιολογικό υλικό αδημοσίευτο, λησμονημένο και εντέλει ανεκμετάλλευτο επιστημονικά. Ωστόσο, η δημοσίευση των αρχαιολογικών ερευνών, συστηματικού ή σωστικού χα- ρακτήρα, αποτελεί, σύμφωνα με την αρχαιολογική νομοθεσία, βασική υποχρέωση του ανασκαφέα. Τότε μόνο καταξιώνεται ο επιστημονικός ρόλος των Εφορειών Αρχαιο- τήτων και των άρτια επιστημονικά καταρτισμένων στελεχών τους και τότε μόνο θεω- ρείται ολοκληρωμένη και ωφέλιμη για το κοινό καλό η ανασκαφική έρευνα, όταν δη- μοσιοποιηθούν μέσα από εμπεριστατωμένες επιστημονικές μελέτες τα αποτελέσματά της και δοθούν τα πορίσματά της στην επιστημονική κοινότητα, ώστε στη συνέχεια να αξιοποιηθούν έτι περαιτέρω για μουσειακές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, συγγραφή εγχειριδιακής γνώσης, για την εν γένει συγκρότηση της αρχαιολογικής και ιστορικής φυσιογνωμίας ενός τόπου, σε όφελος της μικροϊστορίας του και της ένταξής της στον κορμό της ιστορίας της χώρας. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η παρούσα πρωτοβουλία για την έκδοση ανασκαφι- κών συνόλων, τα οποία προέρχονται από σωστικές ανασκαφές, πρόσφατες ή παλαιότερες, αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό εγχείρημα και αξίζει πολλών επαίνων. Ταυτόχρονα, συνιστά μια υποδειγματικά αγαστή συνεργασία της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλα- σικών Αρχαιοτήτων και της Διεύθυνσης Δημοσιευμάτων του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων από την οποία έχει προκύψει ένας πλούσιος, και με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά, αμητός μελετών, όπως προκύπτει από τον αριθμό, το ευρύ χρο- νολογικό τους φάσμα και τη γεωγραφική διασπορά τους, σχετικά με τα νεκροταφεία, τη χωροταξική τους οργάνωση, τις τελετουργικές και τις ταφικές πρακτικές της αρχαιότητας. Ευχής έργον θα ήταν η προσπάθεια αυτή να συνεχιστεί, να ενισχυθεί και με άλλες θεματικές, αποτελώντας ένα βασικό εργαλείο ερμηνευτικής, διάδοσης και βελτίωσης της αρχαιολογικής και ιστορικής γνώσης του τεράστιου πολιτιστικού μας αποθέματος. 9 Έλενα Κουντούρη Προϊσταμένη Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Βασικός στόχος της αρχαιολογικής έρευνας είναι η κατανόηση και η ερμηνεία των πολιτισμών του παρελθόντος μέσω των υλικών καταλοίπων τους. Η επίτευξη του στό- χου αυτού βασίζεται στη μελέτη της αρχαιολογικής μαρτυρίας, η οποία μεθοδολογικά ακολουθεί τα εξής βασικά στάδια: τον εντοπισμό και τον προσδιορισμό των αρχαιολο- γικών θέσεων, την ανασκαφική έρευνα, τη συλλογή και αρχειοθέτηση του υλικού, την τεκμηρίωση στο πεδίο, το εργαστήριο και τη βιβλιοθήκη, και τη συνθετική ερμηνεία των ευρημάτων και του αρχαιολογικού ορίζοντα που αυτά προσδιορίζουν. Η αρχαιολο- γική επιστήμη προσεγγίζεται σήμερα ως διεπιστημονικός κλάδος, στον οποίο συνδυά- ζεται η μελέτη των προτύπων της ανθρώπινης συμπεριφοράς (διατροφικές συνήθειες, εγκατάσταση, οικονομία κτλ.) με τη μελέτη των τεχνέργων και των λοιπών στοιχείων, προκειμένου να σκιαγραφηθεί μια ολιστική άποψη του παρελθόντος. Στηρίζεται τόσο στα ίδια τα αρχαιολογικά δεδομένα όσο και στη συνεχώς αυξανόμενη βιβλιογραφία. Στο πλαίσιο της εννοιολογικής αυτής προσέγγισης, η οριστική και έγκαιρη δημοσίευση σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μιας ανασκαφικής έρευνας. Η οριστική δημοσίευση περι- λαμβάνει τόσο το αναλυτικό μέρος της μελέτης των αποτελεσμάτων της ανασκαφής (πε- ριγραφή και γραφική αποκατάσταση ακινήτων, κατάλογοι ευρημάτων, τυπολογία, συ- γκριτικά στοιχεία, χρονολόγηση κτλ.), όσο και το συνθετικό μέρος (ερμηνεία, ένταξη των ευρημάτων και των συμπερασμάτων στη συστηματική γνώση της τέχνης, της κοινωνίας και γενικά των ιστορικών συνθηκών της εποχής και της περιοχής στην οποία ανήκουν τα ευρήματα). Η ολοκληρωμένη τεκμηρίωση που παρέχει, έχει καίρια σημασία για τη γνώση, άρα και για την αποτελεσματική και ουσιαστική προστασία των μνημείων, είναι καθοριστική για την ανάπτυξη και την προώθηση της επιστημονικής έρευνας και, εν τέλει, για την προβολή και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αντίθετα, η απουσία δημοσιεύσεων, ακόμη και σε μορφή προκαταρκτικών προσεγγίσεων, αποτελεί πλήγμα στην επιστημονική έρευνα, καθώς καθιστά τις ανασκαφές κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες1. Οι συνέπειες της απουσίας δημοσιεύσεων και η συνακόλουθη συσσώρευση ατεκμηρίωτων ευρημάτων στις αρχαιολογικές αποθήκες, έχουν προβληματίσει τόσο την ελληνική όσο και τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Η τελευταία, μάλιστα, ως απάντηση στο πρόβλη- μα, έχει θέσει αυστηρούς περιορισμούς στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ανασκα- φέας/ερευνητής διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα πρώτης δημοσίευσης2. 1. Α. Ματθαίου, Αγάπα το αρχαίον σου ως σεαυτόν. Σκέψεις για τη λειτουργία της Αρχαιολογικής Υπη- ρεσίας, στο Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα του σήμερα. Μνημεία και άνθρωποι σε κρίση. Πρακτικά Διεπι- στημονικού Συνεδρίου, 19-20 Μαρτίου 2015, Δημοσιεύματα της Ένωσης Αρχαιολόγων «Ηώς», αρ. 2, Αθήνα 2016, 61. 2. Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη κ.ά., Ανοικτή πρόσβαση και αρχαιολογικά δεδομένα http://helios-eie.ekt.gr/ EIE/handle/10442/13589 (ημερομηνία ανάκτησης 05.12.2020). Βλ. και Α. Γκαδόλου, Σωστικές αρχαιο- λογικές έρευνες. Ιστορική αναδρομή της θεσμοθέτησής τους, στην παρούσα έκδοση, τ. 1, 21-24. 10 Υπό το παραπάνω πρίσμα και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, η Διεύθυνση ­Προϊ­στορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων αποφάσισε το 2015 να αναλάβει, δια του Τμήματος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Αρ- χαιολογικών Έργων, την προώθηση της δημοσίευσης αποτελεσμάτων σωστικών ανα- σκαφών, που αποτελούν την πλειονότητα των σύγχρονων ανασκαφών και κείνται στο πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητας της Υπηρεσίας3. Εξάλλου, η επιστημονική τεκμη- ρίωση, δια των δημοσιεύσεων, και η προστασία των αρχαιοτήτων αποτέλεσαν τους δύο πόλους γύρω από τους οποίους οργανώθηκε η Αρχαιολογική Υπηρεσία από την ίδρυσή της4. Η πρωτοβουλία, που βρήκε θερμή ανταπόκριση μεταξύ των στελεχών που υπηρετούν στις Εφορείες Αρχαιοτήτων και στις Κεντρικές Υπηρεσίες, οδήγησε στην ανά χείρας τρίτομη έκδοση με τίτλο «Σωστικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ι. Τα νεκροταφεία. Χωροταξική οργάνωση - Ταφικά έθιμα - Τελετουργίες» και εβδομήντα συμβολές που καλύπτουν το χρονικό φάσμα από την προϊστορική έως και τη ρωμαϊκή εποχή. Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαιτέρως την κα Αναστασία Γκαδόλου, προϊσταμένη του Τμήματος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Αρ- χαιολογικών Έργων, που είχε την πρωτοβουλία και ανέλαβε τον συντονισμό του εγ- χειρήματος. Χωρίς τη συνεργασία και τη συμβολή της δεν θα ήταν δυνατή η επιτυχής ολοκλήρωση της πρωτοβουλίας. Θερμότατες ευχαριστίες οφείλονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, που ενέταξε την έκδοση στη σειρά Δημοσιευμάτων του Ταμείου, και στη Διεύθυνση Δημοσιευμάτων του Ταμείου Αρχαιο- λογικών Πόρων, που διεκπεραίωσε το εγχείρημα με τη χαρακτηριστική άψογη επιστη- μονική και εκδοτική επιμέλεια που τη διακρίνει. Οι θερμότερες ευχαριστίες μας, όμως, οφείλονται στους συναδέλφους που υπηρετούν στις Εφορείες Αρχαιοτήτων και στην Κεντρική Υπηρεσία και προσπαθούν με δυνα- μικότητα, ενθουσιασμό και συχνά αυταπάρνηση να ανταποκριθούν στην επιτυχή δι- εκπεραίωση των επιστημονικών και διοικητικών καθηκόντων τους. Η ενθουσιώδης αποδοχή της πρόσκλησης και η συμμετοχή τους έδωσε υπόσταση στην πρόθεση της Διεύθυνσης και οδήγησε στο ανά χείρας αποτέλεσμα. Σε όλους αυτούς αφιερώνουμε την έκδοση και ευελπιστούμε στην επιτυχή συνέχιση της πρωτοβουλίας. 3. Δ. Βουδούρη, Κράτος και Μουσεία: Το θεσμικό πλαίσιο των αρχαιολογικών μουσείων, Αθήνα 2003, 216-220. Π. Πάντος, Κωδικοποίηση Νομοθεσίας για την Πολιτισμική Κληρονομιά. Κατά Θέματα, Α΄, Ελληνική Νομοθεσία, Αθήνα 2001. Π. Πάντος, Το θεσμικό πλαίσιο των ανασκαφών στην Ελλάδα από τον 20ό έως τον 21ο αιώνα. https://anaskamma.files.wordpress.com/2013/06/06_pantos.pdf (ημερομη- νία ανάκτησης 05.12.2020). 4. Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά, Η ανάδειξη μνημείων και χώρων ως διαχείριση αρχαιολογικού έργου, στο Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά, Ε. Γερούση, Ό. Κακαβογιάννη (επιμ.), Αρχαιολογική έρευνα και διαχείριση του αρχαιολογικού υλικού. Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας, Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012, Δημοσιεύματα της Ένωσης Αρχαιολόγων «Ηώς», αρ. 1, Αθήνα 2014, 48. 11 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΜΟΣ 1 Αναστασία Γκαδόλου Σωστικές αρχαιολογικές έρευνες. Ιστορική αναδρομή της θεσμοθέτησής τους και η ανάγκη δημοσίευσης των αποτελεσμάτων 21 ANASTASIA GADOLOU Rescue excavations. A historical overview of their legislation and the need for the publication of their results 25 ΑΤΤΙΚΗ - ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ - ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ Μαριλένα Κοντοπανάγου Το ανατολικό νεκροταφείο των Αθηνών επί της οδού Ηρώδου Αττικού κατά τους υπομυκηναϊκούς και πρωτογεωμετρικούς χρόνους 31 Εύα Γιατρουδάκη - Μανώλης Παναγιωτόπουλος - Ελένη Σερβετοπούλου Το νεκροταφείο της περιοχής της πλατείας Συντάγματος 55 Αικατερίνη Α. Καρκάνη Συστάδα τάφων υπομυκηναϊκών και πρωτογεωμετρικών χρόνων από το Κουκάκι 83 Μαρία Τσίχλη Αθήνα, Γκάζι. Νεκροταφείο υστεροκλασικών-ελληνιστικών χρόνων 103 Αλεξάνδρα Συρογιάννη Σκελετικά κατάλοιπα από νεκροταφείο ελληνιστικών χρόνων στο Νέο Φάληρο και ταφικά έθιμα: Μια σχέση αδιάρρηκτη 135 Ανθή Ντόβα - Ελένη Δ. Κωνσταντινίδου Άγιος Δημήτριος Αττικής. Νεκροταφείο αρχαϊκών-κλασικών χρόνων: Οι τάφοι 163 13 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Κωνσταντίνα Καζά-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Νεκροταφεία, τάφοι και παρόδια ταφικά μνημεία δυτικά του Υμηττού. Από τη Δάφνη έως τη Γλυφάδα. Προϊστορικοί-ύστεροι ρωμαϊκοί χρόνοι 201 Ιωάννα Δημάκη Αρχαίο νεκροταφείο στον Άλιμο Αττικής - Αρχαίος δήμος Ευωνύμου 237 Μαίρη Γιαμαλίδη - Κορνήλια Νταϊφά Ταφικός περίβολος του 5ου αι. π.Χ. στον αρχαίο δήμο των Αλών Αιξωνίδων 249 Στυλιανή Ψαρρή Χωρική οργάνωση των νεκροταφείων στον αττικό δήμο Αλιμούντος. Νέα ευρήματα συμπληρώνουν τον χάρτη των ταφικών θέσεων 275 Ιωάννα Γκουρζιούμη Νεκροταφεία γεωμετρικών χρόνων στην ευρύτερη περιοχή των Αχαρνών 317 Μαρία Πλάτωνος Δίνος του Ζωγράφου του Δίνου 331 Σταματία Κατσανδρή Αρχαϊκά αγγεία από αρχαίο νεκροταφείο των Αχαρνών και ο Ζωγράφος του Πόλου 349 Θεοδώρα Γεωργουσοπούλου Ταφή με δύο ιατρικά εργαλεία από τις Αχαρνές: καθημερινές πρακτικές και διεκδίκηση κοινωνικής ισχύος 361 Θεοδώρα Τζεφέρη Σωστική ανασκαφή συστάδας τάφων του 5ου αι. π.Χ. στη Νέα Κηφισιά 381 Αθηνά Χατζηδημητρίου Δύο ταφικά σύνολα του 5ου αι. π.Χ. από την Κάτω Κηφισιά 405 Μιχάλης Σκλάβος Πέντε «πλούσιοι τάφοι» γεωμετρικών χρόνων από τη Μερέντα Μαρκοπούλου 443 Μαρία-Χριστίνα Κατσαβού Τα μικρά δώρα των δικτύων. Νέα στοιχεία για τα νεκροταφεία του αρχαίου δήμου Μυρρινούντος 473 Όλγα Κακαβογιάννη - Νικόλαος Πετρόχειλος - Μιχάλης Ανετάκης Από τα νεκροταφεία του αρχαίου Μυρρινούντος. Αρχαϊκός περίβολος και τύμβος στη Μερέντα 495 14 Ι. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ. ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ - ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ Παναγιώτα Γαλιατσάτου Κεραμική και ταφικά έθιμα από νεκροταφείο του αρχαίου δήμου της Όης. Συσχετίσεις με τα ταφικά έθιμα των αρχαίων νεκροταφείων της Ανατολικής Αττικής 535 Κωνσταντίνα Παπαθανασίου - Άρης Τσαραβόπουλος Το νεκροταφείο της Φοινικιάς στην παραλία Καλυβίων Αττικής 575 Τριανταφυλλιά Κάττουλα Κούλουρη Σαλαμίνας. Τα νεκροταφεία από τους πρωτοελλαδικούς έως και τους κλασικούς χρόνους 603 Ελένη Παπασταύρου Τα νεκροταφεία της Αίγινας 627 Μαρία Γιαννοπούλου Το δυτικό και το ανατολικό νεκροταφείο της αρχαίας Τροιζήνας από τους πρωτογεωμετρικούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους 647 Έλενα Κουντούρη - Νικόλαος Πετρόχειλος Το νεκροταφείο του Φωκικού Πανοπέως: Το ιστορικό πλαίσιο 675 Ανθούλα Τσαρούχα Η πορεία της Φωκίδας μέσα από τα νεκροταφεία των ιστορικών χρόνων 685 Νικόλαος Σπ. Καρατζάς Πρόσφατες ανασκαφές νεκροταφείων Λευκαντίου Ευβοίας 711 EΛΕΑΝΝΑ Πρεβεδώρου - ΦΑΝΗΣ Μαυρίδης - ΖARKO Tankosić Σπήλαιο Αγίας Τριάδας Καρύστου. Η συμβολή των ανθρωπολογικών καταλοίπων στην ερμηνεία του ταφικού συνόλου της πρώιμης εποχής του Χαλκού 729 Μαρία Χιδίρογλου Κάρυστος Ευβοίας. Νεκροταφεία αρχαϊκών έως ρωμαϊκών χρόνων 755 15 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΜΟΣ 2 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ - ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ - ΗΠΕΙΡΟΣ - ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ Κώστας Θεοδωρίδης Ο λόφος του Αγίου Γερασίμου Λεχαίου: Μια «ξεχασμένη» προϊστορική θέση της Κορινθίας 23 Κωνσταντίνα Ακτύπη - Μιχάλης Γκαζής Το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Ροδιάς στον Καταρράκτη Φαρών Αχαΐας 45 Γιούλικα Χριστακοπούλου Το έθιμο της ταφής σε λάκκους στους μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους της δυτικής Αχαΐας 75 Άρτεμις Μανιάκη Το αρχαίο νεκροταφείο του Δρεπάνου Αχαΐας. Μια παρουσίαση των δεδομένων από τις πρώτες έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας έως σήμερα 95 Χριστίνα Κατσαρού Νέα δεδομένα για τη Σελιάνα Αιγιαλείας (αρχαία Φελλόη) 125 Γεωργία Αλεξοπούλου - Κωνσταντίνος Φίλης Το ανατολικό νεκροταφείο της ρωμαϊκής Πάτρας. Θέματα οργάνωσης και λειτουργίας 141 Ελένη Καλάβρια - Κυριάκος Ξανθόπουλος Μολύβδινη τεφροδόχος κάλπη ρωμαϊκών χρόνων από τα Βραχναίικα Αχαΐας. Αρχαιολογικά και ανθρωπολογικά δεδομένα 173 Νικολίτσα Κουτσουμπελίτη Ταφικός περίβολος ρωμαϊκών χρόνων στα Βραχναίικα Αχαΐας 197 Παναγιώτα Σκιαδοπούλου Αρχαιολογικό Πάρκο Βούντενης Πατρών. Μια μυκηναϊκή εγκατάσταση στις παρυφές της σύγχρονης πόλης. Ανάδειξη - Ζητήματα διαχείρισης - Δυνατότητες και προοπτικές 215 Ολυμπία Βικάτου Τάφοι μυκηναίων πολεμιστών στον Μάγειρα Ολυμπίας 233 Ολυμπία Βικάτου Πρόθεση - θρήνος - εκφορά στην εικονιστική κεραμική της Ηλείας: Το μυκηναϊκό τυπικό τελετουργικό και ο κοινωνικός χαρακτήρας του 269 16 Ι. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ. ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ - ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ Αργυρώ Γρηγοράκη - Ζαχαρούλα Λεβεντούρη Μυκηναϊκό νεκροταφείο στη θέση Βούζανη της Τ.Κ. Κλινδιά Π.Ε. Ηλείας 313 Σταμάτης Φριτζίλας Αρκαδικοί εγχυτρισμοί 335 Μαρία Τσούλη - Αφροδίτη Μαλτέζου Νεκροταφεία, ταφικά μνημεία και έθιμα ταφής στη Σπάρτη την περίοδο της ρωμαιοκρατίας 363 ΟλυΜπία Βικάτου Από τη ζωή στον θάνατο. Ανιχνεύοντας έθιμα ταφής και πρακτικές στην Αιτωλοακαρνανία με αφορμή την εκτέλεση των μεγάλων δημόσιων έργων οδοποιίας 395 Βασιλική Λάμπρου - Δήμητρα Δρόσου Ταφικά σύνολα της ελληνιστικής εποχής από την Ντόλιανη Θεσπρωτίας (αρχαία Φανοτή) 437 Καλλιόπη Πρέκα-Αλεξανδρή Ταφικές πρακτικές Θεσπρωτίας. Από την ύστερη μέση εποχή του Χαλκού μέχρι το α΄ μισό του 3ου αι. μ.Χ. 459 Καλλιόπη Πρέκα-Αλεξανδρή Ταφικές πρακτικές και μνημεία από το νεκροταφείο της Κέρκυρας. Από την ύστερη πρωτοκορινθιακή μέχρι και την ύστερη ελληνιστική εποχή 487 Ανδρέας Σωτηρίου - Άγγελος Νακάσης Ταφική αρχιτεκτονική: Μυκηναϊκά νεκροταφεία Μαζαρακάτων και Λακήθρας 517 17 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΜΟΣ 3 ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΘΕΣΣΑΛΙΑ Κωνσταντούλα Χαβέλα - ΚώΝσταΝΤΙΝΟς Σουέρεφ Ταφικές πρακτικές της προκασσάνδρειας Θεσσαλονίκης. Το παράδειγμα του αρχαίου νεκροταφείου στην Τούμπα Θεσσαλονίκης 23 Αναστάσιος Κεραμάρης Νεκροταφείο στη ΒΙ.ΠΕ.Θ. Σίνδου. Ανασκαφικές περίοδοι 2006-2007 63 Μαρία Φαρμάκη - Χριστίνα Μουσταντάμη Η αρχαιοκαπηλία ως αφορμή για μια ανασκαφή στο Βασιλούδι Θεσσαλονίκης 85 Χριστίνα Ζιώτα Νεκροταφείο της εποχής του Χαλκού στην κοιλάδα Κοζάνης. Παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας και απόπειρες ερμηνείας των δεδομένων 105 Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη Η μεταχείριση των νεκρών στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους 133 Ελισάβετ ΜΠΕΤΙΝΑ Τσιγαρίδα Ανασκαφή του νεκροταφείου της πρώιμης εποχής του Σιδήρου στην Άκανθο 165 Κώστας Παπαστάθης - Ολυμπία Νασιώκα Νεκρόπολη Ακάνθου. Στιγμιότυπα από τον 6ο έως τον 4ο αι. π.Χ. 185 Βασιλική Πουλιούδη Ταφικά σύνολα του Νομού Δράμας. Συμβολή στην ιστορική τοπογραφία της περιοχής 211 Σταματία Αλεξάνδρου Το νότιο νεκροταφείο των Φθιωτίδων Θηβών από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους 231 Σοφία Καραπάνου Αττικός ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας. Ταφικό εύρημα από την αρχαία Σκοτούσα 263 ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ - ΚΥΚΛΑΔΕΣ - ΚΡΗΤΗ Σοφία Λεμάνη - Βασιλική Μπούρα - Δέσποινα Τσαρδάκα - Μαρία Φινφίνη Οι νεκροπόλεις της αρχαίας πόλεως Χίου. Έθιμα ταφής και πρακτικές ενταφιασμού από τον 7ο έως τον 4ο αι. π.Χ. 281 18 Ι. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ. ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ - ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ Μαριάνθη Ραφτοπούλου - Μιχάλης Ανετάκης Ένας παιδικός τάφος του 4ου αι. π.Χ. από το Ριζάρι της Χίου 313 Μιχάλης Ανετάκης - Δέσποινα Τσαρδάκα - Ειρήνη Πουπάκη Λίθινα τεφροδόχα αγγεία από τη Χίο (4ος-1ος αι. π.Χ.) 331 Κοκώνα Ρούγγου - Νίκος Δουλουμπέκης - Γεωργία Κοσσυφίδου Ταφικά λείψανα των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων στο θεμέλιο του ναού Α στο αιολικό ιερό Κλοπεδής Λέσβου 357 Ευτέρπη Ράλλη - Θεόδωρος ΚουρΕμπΑνάς Εντάφια νομίσματα από νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου 385 Μάγια Ευσταθίου - Πέγκυ Πάντου Ταφή ύστερων γεωμετρικών χρόνων στις Τριάδες της δυτικής Μήλου 395 Ειρήνη Λεγάκη - Μαυροειδής Μαυροειδόπουλος Νέα στοιχεία για τις ταφικές πρακτικές στη διάρκεια των πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων στο Bόρειο νεκροταφείο της Χώρας Νάξου 415 Γιάννος Κουράγιος Τα νεκροταφεία της αρχαίας πόλης της Πάρου. 8ος αι. π.Χ.-2ος/3ος αι. μ.Χ. 447 Αλεξάνδρα Σαλίχου Διασώζοντας το παρελθόν: Σωστικές ανασκαφές τάφων και νεκροταφείων στην Κρήτη κατά την Εφορεία Νικολάου Πλάτωνος (1938-1962) 477 Μαρία Ρουσάκη - Ιωάννα Τριανταφυλλίδη - Γιώργος Μπροκαλάκης - Ειρήνη Χρυσανθακοπούλου Ανασκάπτοντας τις νεκροπόλεις της Κνωσού. Νέα ευρήματα από το ελληνορωμαϊκό νεκροταφείο στον χώρο του Βενιζέλειου Νοσοκομείου 505 ΓΕΝΙΚΑ Μανόλης Ι. Στεφανάκης - Αντωνία Γ. Νικολακοπούλου Εντάφιο «ψευδο-νόμισμα». Μια πρώτη νομισματική-αρχαιολογική προσέγγιση 543 Ελένη Στραβοπόδη - Michael Schultz Η επιδημιολογία του στρες στις προϊστορικές κοινωνίες του ελλαδικού χώρου. Επαναξιολόγηση βιοπολιτισμικών παραμέτρων στο Ολόκαινο 571 19 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ1 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Ιστορικό έρευνας Η σωστική ανασκαφή στο οικόπεδο ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1982, υπό την εποπτεία της τότε Γ΄ ΕΠΚΑ και τη διεύθυνση της Θ. Καράγιωργα-Σταθακοπούλου, και ολοκλη- ρώθηκε τον Ιούλιο του 1983. Αφορμή για την έναρξη της έρευνας υπήρξε η ανεύρεση μαρμάρινης επιτύμβιας στήλης κατά τη διάρκεια της επίβλεψης των εργασιών για την ανέγερση του νέου κτηρίου της Προεδρικής Φρουράς. Η ανασκαφική έρευνα διεξήχθη σε μια επιφάνεια 1.750 τ.μ. και έφερε στο φως σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα: νε- κροταφείο των υπομυκηναϊκών και πρωτογεωμετρικών χρόνων, πέντε τάφους του 4ου και 3ου αι. π.Χ., αρχαία οδό, νεκροταφείο των πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων, τμήματα του Αδριάνειου υδραγωγείου και μεγάλο κτηριακό συγκρότημα με τρεις οικοδομικές φάσεις και χρήση από τον 2ο έως και τον 6ο αι. μ.Χ. Στη δεύτερη οικοδομική φάση ανήκε αψιδωτό ιερό με κόγχες, αυλή και αίθουσες με ψηφιδωτά δάπεδα (Εικ. 1)2. 1. Θα ήθελα πρωτίστως να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους ανασκαφείς του οικοπέδου Έ. Σπαθά- ρη και Μ. Χατζιώτη, οι οποίες με μεγάλη γενναιοδωρία και εμπιστοσύνη μου παραχώρησαν την άδεια μελέτης και δημοσίευσης του αρχαιολογικού υλικού. Θερμές ευχαριστίες οφείλω στην προϊσταμένη της ΕΦΑ Αθηνών Ε. Μπάνου για την υποστήριξη και διευκόλυνση της εργασίας μου σε όλα τα στάδια, στους τμηματάρχες Σ. Μοσχονησιώτη και Σ. Προύσαλη και στους συναδέλφους Α. Κοντονή, Φ. Πασαδάκη, Ε. Σερβετοπούλου, Γ. Ασβεστά, Β. Κλημάνογλου, Γ. Δευτεραίο και Β. Ιγγλίς για την πολύτιμη συνεισφορά τους. Η μελέτη και τεκμηρίωση του υλικού ενισχύεται με υποτροφία του INSTAP (Institute for Aegean Prehistory). Η δημοσίευση του συνόλου του αρχαιολογικού υλικού θα περιλαμβάνεται στην υπό εκπόνη- ση διδακτορική διατριβή μου στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με επιβλέπουσα την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ε. Γιαννούλη και μέλη της Tριμελούς Επιτροπής τον καθηγητή J. Papadopoulos (UCLA) και τον αναπληρωτή καθηγητή Α. Βλαχόπουλο (Πανεπιστήμιο Ιω- αννίνων). Ιδιαίτερα ευγνώμων είμαι, επίσης, στους καθηγητές I. Lemos, F. Ruppenstein και Ε. Ζυμή, στον επίτιμο έφορο † Δ. Σκιλάρντι και την τμηματάρχη της ΔΙΠΚΑ Α. Γκαδόλου. 2. Σπαθάρη, Χατζιώτη 1983. 31 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Εικ. 1. Γενικό σχέδιο ανασκαφής οικοπέδου Προεδρικής Φρουράς επί της οδού Ηρώδου Αττικού 2 (σχέδ. Έ. Σπαθάρη, αρχείο ΕΦΑΠΑ). Στοιχεία τοπογραφίας της ευρύτερης περιοχής (Εικ. 2) Το νεκροταφείο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό άκρο του Εθνικού Κήπου, περι- οχή προνομιακή κατά την αρχαιότητα, αφού στα νότια έρρεε ο Ιλισσός ποταμός και βρισκόταν κοντά στην κοίτη κλάδου του Ηριδανού ποταμού. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών ερευνών του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου στον σταθμό Σύνταγμα, η κοίτη του ποταμού αποκαλύφθηκε εγκάρσια προς τη λεωφόρο Αμαλίας και ξεπερνούσε σε πλάτος τα 50 μ. μαζί με τις όχθες. Ενδείξεις της ορμητικής ροής του ποταμού και της προσπάθειας γεφύρωσής του στην περιοχή αποτελούν οι διασταυρούμενες μικροκοί- τες, καθώς και κυκλικά ορύγματα σε πυκνά διαστήματα3. Οι πηγές του Ηριδανού βρίσκονταν στις νότιες πλαγιές του Λυκαβηττού. Η αναπαρά- σταση της πιθανής διαδρομής του ποταμού βασίζεται στην αξιολόγηση των ιστορικών- αρχαιολογικών δεδομένων σε συνδυασμό με στοιχεία από γεωφυσικές διασκοπήσεις και γεωτρήσεις. Χονδρικά ακολουθούσε μια πορεία από Α προς Δ. Ο ποταμός έφθανε 3. Παρλαμά, Σταμπολίδης 2000, 154. Ζαχαριάδου 1994, 27. 32 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Εικ. 2. Σχέδιο του ανατολικού τμήματος της Αθήνας με την οχύρωση (αρχείο ΕΦΑΠΑ). στη σημερινή περιοχή του Συντάγματος, περνούσε Δ-ΝΔ μέσω των πυλών Διοχάρους για να καταλήξει στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, περιοχή όπου σχηματιζό- ταν ένα έλος με έκταση μεταβαλλόμενη ανάλογα με την εποχιακή απορροή των πηγών του ποταμού. Τελικός αποδέκτης των νερών του Ηριδανού ήταν ο Ιλισσός. Η σύγκριση των χαρακτηριστικών της κοίτης στην πλατεία Συντάγματος με τα γενικά μορφολογικά χαρακτηριστικά του Ηριδανού ποταμού οδηγεί στην υπόθεση ότι κάτω από την κοίτη του της γεωμετρικής εποχής υπάρχει η κοίτη ενός ποταμού με υψηλή παροχή, που πι- θανώς να αντιστοιχεί σε παλαιότερη κοίτη του Ιλισού4. Στο βορειοδυτικό άκρο του Εθνικού Κήπου, ο χαμηλός λόφος του Αγίου Αθανασίου ισοπεδώθηκε το 1836 προκειμένου να ανεγερθούν τα ανάκτορα του Όθωνα, νυν κτήριο του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Με βάση τα έως τώρα γνωστά δεδομένα, τα αρχαιότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή αποτελούν ταφές που χρονολογούνται στους όψιμους χρόνους της ύστερης εποχής του Χαλκού. Στον περιβάλλοντα χώρο της Βου- λής, κατά τη διάρκεια της ανασκαφικής έρευνας για την κατασκευή υπόγειου πάρκινγκ, διαπιστώθηκε ότι πιθανώς ολόκληρος ο λόφος είχε χρησιμοποιηθεί για εγκαθίδρυση νεκροταφείων. Όστρακα της ΥΕ ΙΙΙΓ φάσης βρέθηκαν σε κοιλότητες του βράχου και πίσω από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη ανασκάφηκαν δύο ταφές των υπομυκη- ναϊκών-πρωτογεωμετρικών χρόνων. Μια τρίτη ταφή ερευνήθηκε στη νοτιοανατολική 4. Costaki 2006, 82-83. ΥΠΠΟ 2004, 22-24, 32. Καρύμπαλης, Παυλόπουλος 2002, 13, 20-22. 33 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ πλευρά του περιβόλου της Βουλής. Η σωστική ανασκαφή επί της λεωφόρου Αμαλίας, με αφορμή την κατασκευή του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου, αποκάλυψε δύο κτερι- σμένες ταφές (αρ. 55 και 126), που χρονολογούνται στον 11ο αι. π.Χ.5. Στη δυτική πλευρά της πλατείας Συντάγματος η σωστική ανασκαφή του 1957, υπό την επίβλεψη του Σ. Χαριτωνίδη, έφερε στο φως σημαντικό νεκροταφείο του 5ου αι. π.Χ. Οι αρχαιότερες υλικές μαρτυρίες στο οικόπεδο χρονολογούνται από την πρωτογεω- μετρική έως και την ώριμη γεωμετρική περίοδο. Πρόκειται για όστρακα και τμήματα αγγείων που προήλθαν από έξι αύλακες λαξευμένες στην κιμηλιά και από τα κατώτερα στρώματα των ορυγμάτων μερικών κλασικών τάφων (Εικ. 3). Οι αύλακες ήταν πα- ράλληλες μεταξύ τους και σε απόσταση 1,60 μ., με μήκος από 12 μ. έως 18 μ., πλάτος 0,50 μ. και βάθος 0,50 μ. και συνδέονταν με φρέαρ διαμέτρου 1,10 μ. Ο ανασκαφέας ερμήνευσε το σύνολο ως αρδευτικό σύστημα6. Μετά την κατασκευή του Θεμιστόκλειου περιβόλου, η εξεταζόμενη περιοχή βρίσκεται κοντά στις πύλες της ανατολικής πλευράς. Οι Διοχάρους πύλες, που τοποθετούνται στις οδούς Μητροπόλεως και Απόλλωνος, ήταν το σημείο διέλευσης της οδού από το ανατολικό τμήμα της πεδιάδας των Αθηνών προς τις πεδιάδες των Μεσογείων και του Μαραθώνα7. Η οδός προς τα Μεσόγεια εντάσσεται σε ένα δίκτυο υπερτοπικών οδών, που χαράχθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους για να εξυπηρετήσει την επικοινωνία μεταξύ του άστεως και των οικισμών της Αττικής, και διατηρήθηκε έως τη σύγχρονη εποχή8. Τα φυσικά πλεονεκτήματα της περιοχής αξιοποιήθηκαν στην αρχαιότητα με την εγκατά- σταση χαλκουργείων, κεραμικών εργαστηρίων και παρόδιων νεκροταφείων. Βόρεια της πλατείας Συντάγματος, κατά μήκος της εξωτερικής πλευράς των τειχών και εκατέρωθεν οδικών αρτηριών, εκτείνεται το λεγόμενο «Ανατολικό Νεκροταφείο» που αναπτύχθηκε από τους πρώιμους κλασικούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η ανασκαφική έρευνα επί της οδού Πανεπιστημίου 2, 11, 13, 17 και 31, στη συμβολή της με τη Γρηγορίου του Ε΄, τη Βουκουρεστίου και τη Βασιλίσσης Σοφίας, στη συμβολή των οδών Σταδίου και Ομήρου και της Μέρλιν με τη Βασιλίσσης Σοφίας και Σέκερη έφερε στο φως σημαντι- κά ευρήματα, όπως επιτύμβιες στήλες, σαρκοφάγους, επιτύμβιους κιονίσκους, αγγεία, ειδώλια, είδη καλλωπισμού, δικαστικό πινάκιο, μολύβδινο ειδώλιο με αρές και άλλα9. Τον 2ο αι. μ.Χ. η πόλη για πρώτη φορά επεκτάθηκε από τον αυτοκράτορα Αδριανό προς Α. Τον 3ο αι. μ.Χ. διαμορφώθηκε ο υστερορρωμαϊκός οχυρωματικός περίβολος 5. Παρλαμά, Σταμπολίδης 2000, 149, 154, 162-165. Ζαχαριάδου, Καββαδίας 1998. Επίσης, βλ. Εύ. Για- τρουδάκη, Μ. Παναγιωτόπουλος, Ε. Σερβετοπούλου, Το νεκροταφείο της περιοχής της πλατείας Συντάγ- ματος, στον παρόντα τόμο, 59, εικ. 4. 6. Χαριτωνίδης 1958, 2-3. 7. Τραυλός 1993, 53. Θρεψιάδης 1960α. 8. Σταϊνχάουερ 2009, 48. Ταξιάρχη 2009, 172-175. Costaki 2006, 137. Τραυλός 1993, 53. 9. Αλεξανδρή 1973-1974α. Θρεψιάδης 1960β. Αρχείο της ΕΦΑΠΑ. 34 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Εικ. 3. Τοπογραφικό διάγραμμα της ανασκαφής στην οδό Κ. Σερβίας 4 (Χαριτωνίδης 1958, πίν. 1). 35 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ (Βαλεριάνειο τείχος) που ακολουθούσε το Θεμιστόκλειο στον βόρειο και νότιο το- μέα, στον δυτικό ενσωμάτωσε το Διατείχισμα και στα ανατολικά χτίστηκε σε μια νέα γραμμή. Η ανατολική αυτή προσθήκη, το επονομαζόμενο ανατολικό Βαλεριάνειο, πε- ριελάμβανε τη σημερινή πλατεία Συντάγματος, το κτήριο της Βουλής και τον Εθνικό Κήπο και κατέληγε απέναντι από το ανατολικό μέτωπο του χώρου του Ολυμπιείου. Το υπολογιζόμενο μήκος του Βαλεριάνειου φθάνει τα 6.400 μ., ίδιο περίπου με του Θεμι- στόκλειου10. Στον ανατολικό περίβολο ανοίχθηκαν δύο νέες πύλες. Η μία πύλη, έναντι της σημερινής οδού Μουρούζη, επί της οδού που οδηγούσε στα Μεσόγεια, σε αντικα- τάσταση των Διοχάρους, παρέμεινε σε χρήση έως το τέλος της τουρκοκρατίας. Η δεύ- τερη πύλη βρισκόταν βόρεια της πύλης του Αιγέως. Η νέα πόλη καταλάμβανε έκταση 410.000 τ.μ. και, εκτός των εκτεταμένων δημόσιων και ιδιωτικών πολυτελών κτηρίων που οικοδομήθηκαν στην περιοχή, σημαντικό έργο αποτέλεσε η κατασκευή του Αδριά- νειου υδραγωγείου και σύνθετων υδραυλικών έργων και αποχετευτικών συστημάτων11. Ακριβώς στη νοτιοδυτική συνέχεια του οικοπέδου της Προεδρικής Φρουράς, κατά την ανασκαφή έκτασης 510 τ.μ. για την κατασκευή του φρέατος Ηρώδου Αττικού, απο- καλύφθηκαν τμήμα του Πεισιστράτειου υδραγωγείου, η συνέχεια του αποχετευτικού αγωγού, του οικοδομικού συγκροτήματος και του παρόδιου νεκροταφείου που είχαν αποκαλυφθεί στο οικόπεδο της Προεδρικής Φρουράς. Μοναδικό εύρημα αποτελεί μία χάλκινη υστεροαρχαϊκή κεφαλή, σε δεύτερη χρήση, ένθετη σε ογκόλιθο και στερεωμέ- νη με μολύβι12. Στη συμβολή της οδού Μουρούζη με την Ηρώδου Αττικού το 1953 ερευνήθηκαν τάφοι του 1ου αι. μ.Χ., τμήμα ρωμαϊκού συγκροτήματος βαλανείου, καθώς και τμήμα του ρωμαϊκού υδραγωγείου με θολωτή οροφή ύψους 1,10 μ.13. Στη συμβολή των οδών Ρηγίλλης και Μουρούζη αποκαλύφθηκε τμήμα ρωμαϊκής μαρμάρινης σαρκοφάγου με ανάγλυφες παραστάσεις, αρ. ΕΑΜ 8614. Ανατολικότερα στο κατάφυτο προάστειο, εκτεινόταν ο χώρος του Λυκείου με λειτουρ- γία από το β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ. Από την ανασκαφική έρευνα έχει αποκαλυφθεί η παλαίστρα του γυμνασίου του Λυκείου και λείψανα λουτρικών εγκαταστάσεων15. Από την πολύ σύντομη αυτή περιδιάβαση στον χώρο και τον χρόνο γίνεται αντιληπτό ότι ο χαρακτήρας της περιοχής, από τους όψιμους προϊστορικούς έως και τους νεό- τερους χρόνους, μετασχηματίζεται διαρκώς ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και απαιτήσεις και αποτέλεσε διαχρονικά νευραλγικό σημείο για την πόλη και την άμεση 10. Theocharaki 2011, 84. 11. ΥΠΠΟ 2000, 48-50. Τραυλός 1993, 94-95, 112, 116. 12. Παρλαμά, Σταμπολίδης 2000, 191-194, 198-203. 13. Αρχείο ανασκαφών της ΕΦΑΠΑ και παραπάνω, υποσημ. 11. 14. Θρεψιάδης 1971, 32. 15. Λυγκούρη 1996. Ε. Μπάνου, Ν. Σακκά, Αρχαιολογικός χώρος Λυκείου, κόμβος Οδυσσεύς, ΥΠΠΟΑ. 36 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ σύνδεσή της με τους πλούσιους, ακμάζοντες δήμους της ανατολικής ενδοχώρας της Αττικής. Επισκόπηση του νεκροταφείου των υπομυκηναϊκών-πρωτογεωμετρικών χρόνων16 Η κατοίκηση των Αθηνών κατά τη μυκηναϊκή εποχή, με βάση τα περιορισμένα οικι- στικά κατάλοιπα, εντοπίζεται πάνω στον οχυρωμένο βράχο της Ακρόπολης, εκτεινόταν στην περιοχή νότια αυτής, σε μεγαλύτερη ακτίνα βόρεια και δυτικά της και σε μικρό- τερη κλίμακα στην ανατολική της πλευρά (στην ευρύτερη περιοχή του Ολυμπιείου). Επιπλέον, τα εκτεταμένα νεκροταφεία στα νότια, νοτιοανατολικά, δυτικά και βορει- οδυτικά της Ακρόπολης παρέχουν πληθώρα στοιχείων σχετικά με την κοινωνική και πολιτική οργάνωση17. Ο οικισμός των Αθηνών συνέχισε τη ζωή του κατά τους υπομυκηναϊκούς και πρωτο- γεωμετρικούς χρόνους, αφού δεν συντελέστηκαν καταστροφές όπως στα άλλα μυκη- ναϊκά κέντρα. Παρ’ όλα αυτά, τα οικιστικά κατάλοιπα είναι ακόμη πιο περιορισμένα σε σχέση με τη μυκηναϊκή εποχή. Εκτός από την αδιάλειπτη χρήση των παλαιότερων νεκροταφείων, ιδρύονται και νέα στην περιοχή του Θησείου, στον Κεραμεικό, κατά μήκος των μετέπειτα Ηρίων πυλών, των Αχαρνικών πυλών και το νεκροταφείο της Ηρώδου Αττικού (Εικ. 4)18. Το νεκροταφείο της Ηρώδου Αττικού είναι το πρώτο οργανωμένο νεκροταφείο στο ανατολικό τμήμα του οικισμού των Αθηνών, συγκρίσιμο με τα νεκροταφεία του Κε- ραμεικού, της περιοχής της Αγοράς και το νεκροταφείο νοτίως της Ακρόπολης. Υπο- θέτουμε ότι το νεκροταφείο βρισκόταν κοντά σε κατοικημένη περιοχή και προφανώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες μιας μικρής κοινότητας. Σε σχέση με τους τάφους της Βου- λής και της λεωφόρου Αμαλίας, δεν γνωρίζουμε αν αποτελούν ενιαίο νεκροταφείο ή διάσπαρτες ομάδες περιμετρικά του λόφου στη θέση του Κοινοβουλίου. Η χρήση για πρώτη φορά της περιοχής κατά τους όψιμους χρόνους της ύστερης εποχής του Χαλκού 16. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι μια γενική παρουσίαση του νεκροταφείου, δεδομένου ότι η αναλυ- τική δημοσίευση των ευρημάτων στον τόμο αυτό δεν είναι εφικτή. Η αρίθμηση των τάφων διατηρείται ως είχε, για διαδικαστικούς αλλά και ουσιαστικούς λόγους. Ελλείψει στοιχείων από οστεολογικές μελέ- τες σχετικά με το φύλο και την ηλικία των νεκρών, οι σχετικές παρατηρήσεις βασίζονται στα αρχαιολο- γικά συμφραζόμενα. 17. Iakovides 2006, 227-231, 243. Camp 2003, 254-273. Simpson 1981, 41-43. Παντελίδου 1975, 40, 115- 137, 141-154, 228-231. Αλεξανδρή 1973-1974β, 141. Agora XIII, 96-100, 158-169, 170-177. Ιακωβίδης 1962, 219-221. 18. Δημητριάδου 2012, 91-97, 348-350. Παρλαμά, Σταμπολίδης 2000, 162-165. Παρλαμά 1990-1991, 233- 234. Knigge 1990, 14-20. Συριόπουλος 1984, 524-526, 553-554. Brouskari 1980. Αλεξανδρή 1977. Αλεξανδρή 1976. Αλεξανδρή 1968β. Αλεξανδρή 1968γ. Αλεξανδρή 1968δ. Αλεξανδρή 1967. Φιλιππάκη 1966. Μηλιάδης 1955, 36-45. Kerameikos I. 37 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Εικ. 4. Σχέδιο με την κατανομή των ομάδων τάφων της πρώιμης εποχής του Σιδήρου (Papadopoulos, Schilling 2003, 299, εικ. 5.15). μπορεί να είναι ενδεικτική της αύξησης του πληθυσμού19, της διεύρυνσης του οικισμού περιμετρικά της Ακρόπολης20 και της επέκτασης του κατοικημένου χώρου προς Α με σκοπό την εκμετάλλευση νέων εκτάσεων προς καλλιέργεια21. 19. Η Δημητριάδου 2012, 348-349, ερμηνεύει την πληθυσμιακή αύξηση ως συνέπεια της μετακίνησης πλη- θυσμιακών ομάδων που κινούνται εντός και εκτός Αττικής και εγκαθίστανται στην Αθήνα. Στο Dickinson 1983, 67 και Dickinson 2006, 183 θεωρείται ότι οι νέες θέσεις νεκροταφείων ατομικών τάφων ήταν πιο κοντά σε κατοικημένες περιοχές, συγκριτικά με τα μυκηναϊκά νεκροταφεία, απαιτούσαν λίγη εργασία και δεν εντοπίζονταν εύκολα. 20. Δρακωτού 2009, 115: ίχνη χρήσης του χώρου έχουν έρθει στο φως κάτω από τη σύγχρονη Ιερά Oδό, από τους υπομυκηναϊκούς χρόνους και την πρωτογεωμετρική περίοδο. Papadopoulos, Schilling 2003, 298, 300, 301, το μοτίβο της κατανομής των τάφων της πρώιμης εποχής του Σιδήρου σε όλες τις πλευρές γύρω από την Ακρόπολη, με τα Κυκλώπεια τείχη της ανέπαφα, μοιάζει σαν να έχουν κέντρο τον βράχο και να διατάσσονται σε έναν ευρύ περιμετρικό δακτύλιο, στη μορφή «πόλιος τροχοειδέος» κατά τον Ηρόδοτο (ελεύθερη απόδοση από τα Αγγλικά). Morris 1987, 63. 21. Βλ. παραπάνω, υποσημ. 6, σχετικά με τις αρδευτικές αύλακες. 38 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Τα πλεονεκτήματα που προσέλκυσαν τους ανθρώπους για εγκατάσταση κατά τη μετά- βαση από την εποχή του Χαλκού προς την εποχή του Σιδήρου ήταν το παραποτάμιο τοπίο και επομένως το πρόσφορο έδαφος για καλλιέργεια και εργαστηριακές δραστη- ριότητες, ο διαθέσιμος ελεύθερος, έως τότε, χώρος και η ύπαρξη δρόμου22. Εντός του οικοπέδου, η έντονη κατωφέρεια του φυσικού εδάφους από Δ προς Α ενδεχομένως να συντέλεσε στην αρχική επιλογή διάνοιξης των τάφων στο πιο ομαλό, σχεδόν επίπεδο ανατολικό του τμήμα23. Οι ανασκαφείς θεώρησαν ότι η διάταξη των παλαιότερων ταφών προϋποθέτει κάποια αρχαιότατη οδό, στην ίδια περίπου θέση με τη σύγχρονη Ηρώδου Αττικού. Πραγμα- τικά οι παλαιότεροι τάφοι εντοπίζονται στο ανατολικό τμήμα του νεκροταφείου με κοινό προσανατολισμό στον άξονα Β-Ν, υποδεικνύοντας μια στοιχειώδη «υπακοή» σε έναν βασικό σχεδιασμό (Εικ. 5). Δεν ανιχνεύεται διαφοροποίηση, χωροταξική ή άλλη, μεταξύ των καύσεων και των ενταφιασμών που συνυπάρχουν στο ανατολικό τμήμα24. Αντιθέτως, οι πρωιμότερες καύσεις είναι οργανωμένες σε «συστάδες» με τους ενταφι- ασμούς στο ανατολικό άκρο του οικοπέδου, ενώ οι πρωτογεωμετρικές καύσεις είναι συγκεντρωμένες σε «κυκλική» διάταξη λίγο πιο δυτικά. Η κατανομή αυτή δηλώνει σε γενικές γραμμές τη χρονολογική ακολουθία των ταφών, επιβεβαιώνει την αρχική συνύπαρξη των δύο πρακτικών ταφής (ενταφιασμού και καύσης) στον χώρο, αλλά και την καθιέρωση της καύσης ως αποκλειστικής πρακτικής με την πάροδο του χρόνου. Το νεκροταφείο εντοπίστηκε κάτω από το κτηριακό συγκρότημα της ύστερης αρχαιό- τητας, με αποτέλεσμα να διατηρηθούν μεν αρκετοί τάφοι «σφραγισμένοι» κάτω από τις μεταγενέστερες κατασκευές, αλλά και κάποιοι άλλοι να υποστούν αναπόφευκτες καταστροφές από τις αλλεπάλληλες οικοδομικές επεμβάσεις25. Ο συνολικός αριθμός των τάφων που, με βεβαιότητα, εντάσσονται στην περίοδο αυτή ανέρχεται στους 65 συν δύο πιθανοί και εννέα αδιάγνωστοι. Από τους 65 τάφους οι 53 είναι καύσεις εντός ταφικών αγγείων και οι 12 ενταφιασμοί σώματος, ποσοστό 81,5% και 18,5%, αντίστοιχα. Από τις 53 καύσεις, οι εννέα ήταν συλημένες αλλά διατηρούσαν το όρυγμά τους και δύο ήταν ακτέριστες. Οι κτερισμένες καύσεις είναι 42, στις 40 από τις 22. Αντίστοιχα, το σύγχρονο νεκροταφείο του Κεραμεικού αναπτύχθηκε εκατέρωθεν της κοίτης του Ηριδα- νού στη θέση των μετέπειτα Διπύλου και Ιεράς πύλης. Τα δύο νεκροταφεία παρουσιάζουν πολλές ομοιό- τητες. Η ύπαρξη δρόμου, που διέρχεται μέσω πύλης της οχύρωσης στους κλασικούς χρόνους, είναι κοινό στοιχείο και στο νεκροταφείο της οδού Ερεχθείου, στο Ολυμπιείο, στο νεκροταφείο παρά την Αχαρνική πύλη και των Ηρίων πυλών. 23. Η διαμόρφωση του εδάφους περιγράφεται αναλυτικά στα ανασκαφικά ημερολόγια μαζί με παρατηρή- σεις σχετικά με τη διάνοιξη των τάφων στο φυσικό έδαφος. 24. Kurtz, Boardman 1971, 25-26, 36 που επισημαίνουν ότι στην Περατή, τη Σαλαμίνα και τον Κεραμεικό μερικές καύσεις γίνονταν ταυτόχρονα με τους ενταφιασμούς χωρίς καμιά προφανή διάκριση στα ταφικά έθιμα. Παρά τη διατήρηση του ενταφιασμού σε όλο τον ελληνικό κόσμο, στην Αθήνα η καύση έγινε η κυρίαρχη πρακτική. 25. Γεγονός που κατέστησε δυσχερή την ένταξη σε φάσεις με βάση τη στρωματογραφία. 39 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Εικ. 5. Σχέδιο του νεκροταφείου των υπομυκηναϊκών-πρωτογεωμετρικών χρόνων επί της Ηρώδου Αττικού 2 (επανασχεδιασμός Α. Κοντονής, αρχείο ΕΦΑΠΑ). οποίες διατηρούνται ακέραια τα ταφικά αγγεία και στις υπόλοιπες δύο αποσπασματικά. Από το σύνολο των 12 ενταφιασμών, οι οκτώ είναι κτερισμένοι, ένας ακτέριστος και τρεις συλημένοι ή και κατεστραμμένοι. Επομένως, οι 50 κτερισμένοι τάφοι (42 καύσεις και οκτώ ενταφιασμοί) παρουσιάζουν «πληρότητα» ως προς τα αρχαιολογικά δεδομέ- να26. Ο συνολικός αριθμός των αγγείων από τους τάφους είναι 104. Μετάλλινα αντικείμε- να έχουμε από 19 συνολικά τάφους, σε ποσοστό 38% επί του συνόλου των κτερισμένων ταφών · συγκεκριμένα προέρχονται από 17 καύσεις και δύο ενταφιασμούς. Το σύνολο των μετάλλινων ευρημάτων είναι 36, υπάρχουν , επιπλέον, και μερικά θραύσματα αδιά- γνωστα. Διακρίνονται σε κοσμήματα (δέκα απλοί δακτύλιοι, δύο χάλκινοι δακτύλιοι με σφενδόνη), εξαρτήματα της ενδυμασίας ή της κόμης (τρεις πόρπες, εννέα περόνες, έξι χρυσοί σφηκωτήρες), ένα χάλκινο ομφαλωτό ασπίδιο και όπλα, ένα μαχαίρι θραυσμένο, ένα εγχειρίδιο με ελεφαντοστέινη λαβή, ένα ξίφος και δύο αιχμές δοράτων (Εικ. 6). Τάφοι με ενταφιασμό σώματος Γενικά διακρίνονται σε λακκοειδείς και κιβωτιόσχημους, με περαιτέρω παραλλαγές. Στην Αθήνα, σε σχετικά μεγάλη ακτίνα, έχει αποκαλυφθεί μεγάλος αριθμός τάφων με 26. Είναι αυτονόητο ότι αξιολογείται με προσοχή το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων από όλη την έκταση του ανεσκαμμένου χώρου. 40 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Εικ. 6. Σιδερένια αιχμή από τον τάφο 58 (αρχείο ΕΦΑΠΑ). ενταφιασμούς των υπομυκηναϊκών χρόνων27, κυρίως κατά μήκος της λεγόμενης «Φα- ληρικής οδού», της μετέπειτα «Αχαρνικής οδού», στην περιοχή του νεκροταφείου των «Ηρίων», στο Ολυμπιείο, σε διάφορα σημεία της μετέπειτα Αγοράς και στον Κεραμει- κό. Παρά το ότι σε μεγάλο ποσοστό είναι αδημοσίευτοι, εκτός του Κεραμεικού, της Αγοράς και κάποιων μεμονωμένων, οι διαθέσιμες πληροφορίες συνηγορούν στην άπο- ψη ότι υπάρχει μια εντυπωσιακή ομοιομορφία στην κατασκευή, τις ταφικές πρακτικές και τα κτερίσματα28. Στο υπό συζήτηση νεκροταφείο οι τάφοι με ενταφιασμούς είναι οι 152, 153 και 154 στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου, οι 70, 129, 120 και 128 στο ανατολικό άκρο, οι 40, 41 και 63 στο βορειοανατολικό και 106 και 113 στο μέσον. Η νοτιότερη ομάδα δεν γειτνιάζει με άλλες ταφές. Ο προσανατολισμός των τάφων είναι Β-Ν, με απόκλιση μόνο του τάφου 152. Οι τάφοι διανοίχθηκαν στο φυσικό έδαφος, τον αθηναϊκό σχιστό- λιθο (κιμηλιά). Ως προς τις διαστάσεις τους, το μήκος τους κυμαίνεται από 1,60 έως 2 μ., το πλάτος τους από 0,50 έως 0,80 μ. και το βάθος τους στο 0,45 μ. κατά μέσο όρο. Στην πλειονότητά τους δεν έφεραν επένδυση με πλάκες εσωτερικά, με εξαίρεση τον τάφο 152. Κάθε τάφος φιλοξενούσε έναν νεκρό. Οι νεκροί είχαν ταφεί σε εκτεταμένη στάση, με την επιφύλαξη ότι οι περισσότεροι σκελετοί βρέθηκαν σε πολύ κακή κατά- σταση διατήρησης. Το κρανίο των νεκρών στους περισσότερους τάφους ήταν τοποθε- τημένο προς Β, με εξαίρεση τους τάφους 120 και 128 που ήταν προς Ν. Καλύπτονταν από πλάκες, συνήθως μεσαίου μεγέθους, τοποθετημένες παράλληλα μεταξύ τους κατά τον άξονα του πλάτους του τάφου (Εικ. 7). Από τους 12 τάφους οι οκτώ κτερισμένοι είναι οι 41, 70, 120, 128, 152, 153, 106 και 113. Ο τάφος 41 είχε διαστάσεις 2,05×0,75 μ. Διατηρούνταν μόνο θραύσματα των κνημών από τον σκελετό και το κρανίο διαλυμένο. Κατασκευαστική λεπτομέρεια αποτελεί η δια- μόρφωση του πυθμένα του τάφου με επιμήκη μονολιθική σχιστόπλακα τοποθετημένη επί 27. Morris 1987, 120-122, 218, 229-233. 28. Ο Whitley 1991, 55 διαπιστώνει, σχετικά με τα νεκροταφεία της Σαλαμίνας και του Κεραμεικού της υπομυκηναϊκής φάσης, ότι «τα κοινά ταφικά έθιμα, η απουσία εμφανών διακρίσεων πλούτου και η κα- τοχή παρόμοιου υλικού πολιτισμού δείχνουν μια δομική και κοινωνική ομοιογένεια μεταξύ των (δύο) κοινοτήτων». 41 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Εικ. 7. Τάφος 40. Κάλυψη με σχιστόπλακες (αρχείο ΕΦΑΠΑ). του φυσικού εδάφους (Εικ. 8). Ο νεκρός ήταν τοποθετημένος πάνω στη σχιστόπλακα μαζί με τα κτερίσματά του. Πρόκειται για έναν πλούσια κτερισμένο για τα δεδομένα του νεκροταφείου τάφο, με εννέα συνολικά αγγεία, πέντε ληκύθους, έναν αμφορίσκο, έναν σκύφο και δύο φλάσκες, μοναδικές στο νεκροταφείο (Εικ. 9, 10). Τέσσερις δα- κτύλιοι και ένα ζεύγος χρυσών σφηκωτήρων συνόδευαν, επίσης, την ταφή. Ο τάφος 70 είχε διανοιχθεί σε φυσική κοιλότητα της κιμηλιάς, με διαστάσεις 1,60×0,57 μ. Ο σκελετός ήταν σε κακή κατάσταση διατήρησης με το κρανίο στα βορειοδυτικά. Έφερε κάλυψη από τρεις μεγάλες σχιστόπλακες. Ήταν κτερισμένος με μία λήκυθο και έναν ψευδόστομο αμφορέα, από ένα ζεύγος χάλκινων και χρυσών σφηκωτήρων αντίστοιχα και δύο δακτυλίους. Οι τάφοι 41 και 70 μπορούν να χαρακτηριστούν ως καλά κτε- ρισμένοι ενταφιασμοί, που επιπλέον συνοδεύονται από κοσμήματα. Η παρουσία των δαχτυλιδιών, σφηκωτήρων και περονών υποδηλώνουν γενικά γυναικείες ταφές29. Ο τάφος 120 στο ανατολικό άκρο της ανασκαφής είχε διαστάσεις 1,65×0,45 μ. Το κρα- νίο του νεκρού ήταν τοποθετημένο στον νότο. Η ταφή συνοδευόταν από δύο αγγεία, μία λήκυθο και μία οινοχόη. Ο τάφος 128 είχε διαστάσεις 2×0,80×0,40 μ. Το κρανίο του νεκρού ήταν στον νότο. Περιείχε μία πρόχου και δύο ληκύθους. 29. Βιζυηνού 2010, 399-401, 413: με βάση τη στατιστική ανάλυση των τάφων της Αττικής, η φλάσκη στις ΥΜ ταφές σώματος θεωρείται ένδειξη γυναικείας ταφής, οι περόνες, τα δαχτυλίδια και οι σφηκωτήρες θεωρούνται δείκτες κτερισμάτων που συνόδευαν τις γυναικείες ή εφηβικές ταφές. 42 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Εικ. 8. Τάφος 41. Μονολιθική πλάκα στον πυθμένα του τάφου (αρχείο ΕΦΑΠΑ). Εικ. 9. Τάφος 41. Φλάσκη Α 10397 Εικ. 10. Τάφος 41. Φλάσκη Α 10398 (φωτ. Γ. Ασβεστάς, αρχείο ΕΦΑΠΑ). (φωτ. Γ. Ασβεστάς, αρχείο ΕΦΑΠΑ). Ο τάφος 106 είχε διαστάσεις 1,70×0,45×0,45 μ., με κτερίσματα δύο ληκύθους. Στα ανατολικά του ο τάφος 113 με διαστάσεις 1,40×0,45×0,47 μ. Πήλινος τρίποδας και μία λήκυθος συνιστούν τα κτερίσματά του. Ο τρίποδας (Α 10462) χαρακτηρίζεται από την «πλαστική» διαμόρφωση των ποδιών του και διακόσμηση από τρίγωνα σε τρεις 43 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Εικ. 11. Τάφος 113. Πήλινος τρίποδας Εικ. 12. Τάφος 153. Ασκός Α 10499 (αρχείο Α 10462 (αρχείο ΕΦΑΠΑ). ΕΦΑΠΑ). οριζόντιες ζώνες, στην περιοχή μεταξύ των οριζόντιων λαβών (Εικ. 11)30. Ο τάφος 152, δυτικά του 153, είχε διαστάσεις 2×0,65×0,45 μ. Εσωτερικά έφερε επένδυση από λίθινες πλάκες και καλυπτόταν από τρεις σχιστολιθικές πλάκες. Ως κτερίσματα είχε μία λήκυθο και μία οινοχόη. Ο τάφος 153 είχε διαστάσεις 2,25×0,48×0,55 μ. Ο σκελετός βρισκόταν σε μέτρια κατά- σταση διατήρησης, το κρανίο προς Β. Την ταφή συνόδευαν έξι αγγεία συνολικά, τρεις λήκυθοι, δύο αμφορίσκοι και ένας πτηνόμορφος ασκός. Ο ασκός (Α 10499), με σαφείς κυπριακές επιρροές, έχει σχετικά ραδινό σώμα, δύο πόδια πίσω και ένα μπροστά και φέρει διακόσμηση δικτυωτού στο άνω ήμισυ του σώματος. Η έντονα τοξωτή λαβή στο μέσον της ράχης του πτηνού διαμορφώνεται δίπλα στον λαιμό του αγγείου (Εικ. 12)31. Τάφοι με καύσεις νεκρών Το έθιμο της καύσης των νεκρών εισάγεται ως καινοτομία κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού, ενώ στα νεκροταφεία χρησιμοποιούνται ακόμη οι θαλαμοειδείς τάφοι32. Στο νεκροταφείο της Ηρώδου Αττικού οι τάφοι με καύσεις παρουσιάζουν σε γενικές γραμμές τα γνωστά και από άλλα νεκροταφεία χαρακτηριστικά33. Οι τάφοι με καύσεις είναι οι 23, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 35, 36, 38, 39, 45, 46, 47, 51, 53, 54, 55, 57, 58, 65, 66, 67, 69, 772, 73, 82, 92, 94, 95, 96, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 107, 116, 117, 118, 119, 121, 123, 124, 125, 130, 131, 133, 90 και πιθανώς οι 60, 63. Κατα- σκευαστικά διαρθρώνονται ως εξής: στο πρώτο επίπεδο ο τάφος αποτελείται από ένα τετράπλευρο όρυγμα διανοιγμένο στην κιμηλιά, σχεδόν τετράγωνο ή ορθογώνιο με αποστρογγυλεμένες άκρες ή ωοειδές. Το όρυγμα έχει μήκος που κυμαίνεται από 0,50 30. Βλ. Kerameikos I, πίν. 64 (αρ. 555). 31. Πρβ. Desborough 1995, πίν. 4 (Α, Δ), εικ. 11. Ως προς τη διακόσμηση Αλεξανδρή 1968β, 55-57, πίν. 31γ. 32. Στο Ιακωβίδης 1969-1970, 43-47 εκτεταμένη συζήτηση για την κατανομή των καύσεων στο νεκροταφείο της Περατής, την προέλευση και την εξάπλωση του εθίμου στον ελλαδικό χώρο. 33. Συριόπουλος 1984, 637-642, 720-725. 44 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Εικ. 13. Τάφος 45. Καύση σε τεφροδόχο Εικ. 14. Τάφος 94. Καύση σε τεφροδόχο αγγείο εντός κυκλικού λαξεύματος, λήκυθος αγγείο που στερεώνεται περιμετρικά ως πώμα του αμφορέα (αρχείο ΕΦΑΠΑ). με πλίθρες (αρχείο ΕΦΑΠΑ). έως 1,40 μ., με συνηθέστερο γύρω στο 1,10 μ. και πλάτος κυμαινόμενο από 0,30 έως 0,70 μ., με συνηθέστερο το 0,50 μ. Σε δεύτερο επίπεδο, στο μέσον ή συχνότερα στο ένα άκρο του πυθμένα του αρχικού ορύγματος, είχε σκαφεί ένα κυκλικό λάξευμα, διαμέ- τρου από 0,30 έως 0,45 μ., που περιείχε το ταφικό αγγείο34. Η διάμετρος του κυκλικού λαξεύματος ήταν συνήθως ανάλογη με τη διάμετρο της κοιλιάς του αγγείου. Στις λίγες περιπτώσεις που το όρυγμα ήταν στενό, τοποθετούσαν τον αμφορέα σε πλάγια θέση. Στο συγκεκριμένο νεκροταφείο ως τεφροδόχα αγγεία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά αμφορείς, μέσα στους οποίους είχαν τοποθετηθεί τα καμένα οστά του νεκρού και υπο- λείμματα από την καύση35. Η καύση του νεκρού προφανώς είχε γίνει σε άλλο χώρο, αφού δεν διαθέτουμε ενδείξεις πρωτογενούς καύσης στους λάκκους ή ανάμεσα στους τάφους. Η ποσότητα των οστών υποδεικνύει ότι δεν είχαν τοποθετηθεί στο σύνολό τους μέσα στα ταφικά αγγεία. Το στόμιο των αγγείων, όσων βρέθηκαν απαραβίαστα, σφραγιζόταν από μικρά αγγεία (Εικ. 13), όπως λήκυθοι, σκύφοι, πώματα με λαβή, ένας δίσκος, χάλκινο ασπίδιο, αλλά και από μικρές πλάκες. Στις περισσότερες καύσεις, το κυκλικό όρυγμα με το τεφροδόχο αγγείο καλυπτόταν από σχιστόπλακες που στερεώ- νονταν είτε από άλλες μικρότερες ή από μεγάλη πλακαρή πέτρα ή και μικρές πέτρες. Στην περίπτωση του πρωτογεωμετρικού τάφου 94 (Εικ. 14) ωμές πλίθρες στερέωναν περιμετρικά τον λαιμό του ταφικού αγγείου, ενώ στον συλημένο τάφο 46 διατηρήθη- καν οι λίθοι και τα πλιθιά που σφράγιζαν το κυκλικό όρυγμα. Το ορθογώνιο ή ωοειδές όρυγμα των τάφων συνήθως περιείχε στρώμα καύσης καθαρό ή και ανάμεικτο με κι- 34. Στο Desborough 1995, 155 το σύστημα των τάφων με καύσεις «με όρυγμα και οπή». 35. Έχουν διατηρηθεί τα οστά από όλες τις αδιατάρακτες καύσεις. 45 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ μηλόχωμα (από τη διάνοιξη του ορύγ- ματος). Στους τάφους 65, 103, 57, 92, 107, 23, 130, 131 διατηρήθηκε μόνο το κυκλικό λάξευμα με την κάλυψή του και το τεφροδόχο αγγείο. Οι καύ- σεις των υπομυκηναϊκών χρόνων είναι οι 29, 30, 32, 33, 35, 36, 45, 51, 53, 54, 57, 58, 66, 72, 73, 82, 92, 99, 105, 119, 130, 133, εκ των οποίων οι παλαιότε- ρες είναι οι 105, 119, 82, 54, 57, 45 και 130. Οι πρωτογεωμετρικές καύσεις εί- ναι οι 23, 26, 27, 31, 47, 55, 69, 94, 95, 96, 101, 103, 117, 118, 121, 123, 124, 125 και 131. Οι καύσεις των πρωτογε- ωμετρικών χρόνων τείνουν να έχουν Εικ. 15. «Διπλός» τάφος αποτελούμενος από ωοειδές όρυγμα ή και πιο ακανόνιστη τις καύσεις 53, 54 σε ξεχωριστά τεφροδόχα διάταξη, συγκριτικά με τις πιο τακτικά αγγεία (αρχείο ΕΦΑΠΑ). διατεταγμένες υπομυκηναϊκές. Σε σχέση με τον αριθμό των κτερισμά- των, οι 15 ταφές με καύσεις φέρουν μόνο τον ταφικό αμφορέα. Από δύο αγγεία περι- είχαν 20 τάφοι, τρεις τάφοι περιείχαν από τρία αγγεία, δύο τάφοι περιείχαν τέσσερα αγγεία, ενώ τέσσερις τάφοι περιείχαν πέντε συνολικά αγγεία. Τα μικρότερα αγγεία, όπως οι λήκυθοι, που είναι και η πολυπληθέστερη ομάδα, οι οινοχόες και οι σκύφοι, εκτός από τη χρήση τους ως πώματα των αμφορέων, ήταν τοποθετημένα στο κυκλικό όρυγμα περιμετρικά του αμφορέα. Ως προς την κατανομή των «τάφων με όπλα», αυτή δεν παρουσιάζει κάποιο εμφανές χωροταξικό ή χρονολογικό μοτίβο. Ιδιαιτερότητα του νεκροταφείου αποτελεί η παρουσία των «διπλών» τάφων με καύ- σεις. Πρόκειται για πέντε ζεύγη καύσεων σε τεφροδόχους αμφορείς, οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί σε δύο ξεχωριστά κυκλικά ορύγματα μέσα στο ίδιο όμως αρχικό τετρά- πλευρο όρυγμα, στο ίδιο επίπεδο και σε πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους. Πρόκειται για τους τάφους 31-33, 35-36, 72-73, 53-54 (Εικ. 15) και 26-27. Τα τέσσερα πρώτα ζεύγη ανήκουν στον αρχικό πυρήνα του νεκροταφείου της υπομυκηναϊκής φάσης, ενώ το ζεύγος 26-27, δυτικότερα, σαφώς ανήκει στη συστάδα των πρωτογεωμετρικών χρόνων. Από τη στρωματογραφία φαίνεται ότι δεν είχαν γίνει ταυτόχρονα οι ταφές αλλά με κάποια χρονική απόσταση. Το γεγονός ότι ο δεύτερος τάφος διανοιγόταν με προσοχή, ώστε να μην καταστρέφεται ο προηγούμενος, δηλώνει ότι ήταν γνωστή η ακριβής θέση του πρώτου. Πιθανώς να υπήρχε κάποιο «σήμα» στο έδαφος πάνω από τους τάφους, αγγείο ή λίθος ή σωρός χώματος, όπως συνέβαινε στον Κεραμεικό και αλλού. Η ταφή των λειψάνων δύο ατόμων στο ίδιο όρυγμα, αν αποκλείσουμε λόγους εξοικονόμησης χώρου και μόχθου, ενδεχομένως να αποτελούσε συμβολική δήλωση 46 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Α 10458 Α 10468 Α 10457 Α 10467 Εικ. 16. Τάφος 105. Καύση σε τεφροδόχο Εικ. 17. Τάφος 119. Καύση σε τεφροδόχο αγγείο. Αμφορέας και πώμα Α 10457, Α 10458 αγγείο. Αμφορέας και πώμα Α 10467, Α 10468 (σχέδ. Α. Κοντονή, αρχείο ΕΦΑΠΑ). (σχέδ. Α. Κοντονή, αρχείο ΕΦΑΠΑ). κάποιου δεσμού που συνέδεε τους δύο νεκρούς μεταξύ τους, οικογενειακού, συγγενι- κού ή «κοινοτικού»36. Ορισμένες από τις πρωιμότερες καύσεις παρουσιάζουν ενδιαφέροντα χαρακτηριστι- κά. Η ιδιαιτερότητα των γειτονικών τάφων 105 και 119 έγκειται στο ότι τα ορύγματά τους είναι σχεδόν τετράγωνα και έφεραν κάλυψη από πλάκες, καθώς και στη χρήση δύο σχεδόν πανομοιότυπων ταφικών αμφορέων (Α 10457 και Α 10467) με σφαιρικό σώμα, λαβές στην κοιλιά και δύο ζεύγη μαστοειδών αποφύσεων στη ζώνη του ώμου. Σφραγίζονταν από δύο όμοια πώματα με τοξωτή λαβή στην κορυφή τους (Εικ. 16, 17). Το σχήμα και η διακόσμηση των αγγείων διατηρούν χαρακτηριστικά της ύστερης ΥΕ ΙΙΙΓ. Η παρουσία των «μαστών» ή «θηλών» έχει παράλληλα σε δέκα πιθαμφορείς από την Περατή, της δεύτερης και τρίτης περιόδου χρήσης του νεκροταφείου, έναν από το Κουκάκι και έναν αμφορέα από τον Κεραμεικό37. Την καύση 105 συνόδευε σιδερένιο εγχειρίδιο, μήκους 0,29 μ., με οστέινη λαβή. Ο ταφικός αμφορέας (Α 10442) της καύσης 82, με λαβές στην κοιλιά και μαστοειδείς αποφύσεις στον ώμο, αποτελεί επίσης παραλλαγή του ίδιου σχήματος με διακόσμηση σε δύο ζώνες, από αντιθετικές καμπυλωτές γραμμές και ενάλληλα τρίγωνα αντίστοιχα (Εικ. 18). Η καύση 54, εντός του «διπλού» τάφου 53-54, περιείχε τεφροδόχο αμφορέα 36. Ανάλογες περιπτώσεις: ο τάφος Κ της οδού Ερεχθείου, Brouskari 1980, 25-28, ο τάφος Α του Κεραμεικού, Kerameikos I, 100-103 και πιθανώς ο τάφος κάτω από τη Μητρόπολη, Δοντάς 1953-1954, 89, 92-94. 37. Ωνάσογλου 1981, 34, πίν. 10. Ιακωβίδης 1969-1970, πίν. 3γ, 94, 95, πίν. 14α, 1184, πίν. 29α, 635, πίν. 41α, 1055, πίν. 43α, 1089, πίν. 76β, 159, πίν. 88γ, 365, 376, πίν. 90α, 359. Kerameikos I, αρ. 420, πίν. 21. 47 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Εικ. 18. Τάφος 82. Καύση σε τεφροδόχο Εικ. 19. Τάφος 54. Καύση σε τεφροδόχο αγγείο. Αμφορέας Α 10442 αγγείο. Αμφορέας Α 10409 (σχέδ. Α. Κοντονή, αρχείο ΕΦΑΠΑ). (φωτ. Γ. Ασβεστάς, αρχείο ΕΦΑΠΑ). (Α 10409) με σφαιρικό σώμα, λαβές από τον ώμο στον λαιμό, ευρύ λαιμό και οριζόντιο χείλος. Έφερε, επίσης, διακόσμηση σε δύο ζώνες, από ενάλληλα τρίγωνα και ομόκε- ντρα ημικύκλια με στιγμές αντίστοιχα. Στην ολόβαφη επιφάνεια του λαιμού έφερε δύο ζεύγη από έξεργες μαστοειδείς αποφύσεις στο χρώμα του πηλού (Εικ. 19). Στο νεκροταφείο δεν υπάρχουν άλλοι αμφορείς με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Έως πρόσφατα οι ερευνητές θεωρούσαν ότι οι σφαιρικοί αμφορείς με λαβές στην κοι- λιά φιλοξενούσαν αποκλειστικά γυναικείες καύσεις38. Ωστόσο, έχουν βρεθεί και αν- δρικές ταφές σε αντίστοιχα αγγεία. Η χρήση των συγκεκριμένων τεφροδόχων αγγείων με ζεύγη μαστών, δηλωτικό στοιχείο του γυναικείου φύλου, ενδεχομένως να έκρυβε κάποιον ιδιαίτερο συμβολισμό για την κοινωνία της εποχής. Η υπόθεση ότι ίσως πε- ριείχαν γυναικείες ταφές με κοινά γνωρίσματα, ως προς την ηλικία και την κοινωνική θέση, θα μπορέσει να υποστηριχθεί μέσω των οστεολογικών αναλύσεων. Οι τάφοι 23, 121 και 123 είναι οι τελευταίοι χρονολογικά τάφοι με καύσεις και τοπο- θετούνται στην ύστερη πρωτογεωμετρική περίοδο. Όλα τα αγγεία που προέρχονται από τους τάφους αυτούς έχουν μελανό βάθος. Ο τάφος 23 διατηρούσε μόνο το κυκλικό του όρυγμα, διαμέτρου 0,58 μ., με τον ταφικό αμφορέα που έφερε ως πώμα κάνθαρο και συνοδευόταν από πυξίδα (Εικ. 20, 21) και τριφυλλόστομη οινοχόη. Ο τάφος 121, με διαστάσεις 0,70×0,50 μ., είχε το κυκλικό του όρυγμα στο αντίθετο άκρο από τους γύρω τάφους. Το όρυγμα είχε σφραγιστεί από πέτρες τοποθετημένες κυκλικά γύρω από το στόμιο του αγγείου (Εικ. 22). Εκτός από τον ταφικό αμφορέα, τα κτερίσματα ήταν μια τριφυλλόστομη οινοχόη και δύο κύαθοι. Ο τάφος 123 είχε διαφορετικό προσανα- τολισμό, ΒΑ-ΝΔ, και μεγαλύτερες διαστάσεις από τους κοντινούς του. Ο τεφροδόχος αμφορέας (Εικ. 23) είναι τριποδικός και φέρει δύο μικρές κάθετες λαβές στη ζώνη του 38. Η σχετική συζήτηση στο Whitley 1996, 220-229. 48 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Εικ. 20. Τάφος 23. Κάνθαρος Α 10367 Εικ. 21. Τάφος 23. Πυξίδα Α 10368 (φωτ. Γ. Ασβεστάς, αρχείο ΕΦΑΠΑ). (φωτ. Γ. Ασβεστάς, αρχείο ΕΦΑΠΑ). Εικ. 23. Τάφος 123. Τριποδικός αμφορέας Α 10473. ώμου, που κοσμείται από κάθετες μετό- Εικ. 22. Τάφος 121. Καύση σε τεφροδόχο πες με γεωμετρικά κοσμήματα (ρόμβους, αγγείο, μικρά αγγεία περιμετρικά δικτυωτό, ζατρίκιο, τεθλασμένες γραμ- του αμφορέα και σφράγιση του ορύγματος μές), και συνοδευόταν από δύο μεγάλες με πέτρες (αρχείο ΕΦΑΠΑ). χάλκινες τοξωτές πόρπες39. Η χρήση του νεκροταφείου ξεκίνησε περί τα τέλη του 12ου-αρχές του 11ου αι. π.Χ. και χρησιμοποιείται έως τα τέλη της πρωτογε- ωμετρικής περιόδου, γύρω στο 900 π.Χ. Τα τελικά συμπεράσματα και οι χρονολογικοί συσχετισμοί θα προκύψουν με την ολοκλήρωση της μελέτης. Το χρονολογικό ζήτημα της μετάβασης μεταξύ των δύο φάσεων απασχολεί πολλές δεκαετίες τους ερευνητές, με 39. Χρονολογείται στην ΥΠρΓ κοντά στη μετάβαση προς την ΠΓ Ι περίοδο, βλ. Kerameikos IV, εικ. 12 (2131), εικ. 8 (2012), εικ. 9 (918). Ως προς το σχήμα, Σωτηριάδης 1939, 31, 34-35. 49 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνεχιζόμενης συζήτησης το λεπτομερώς δημοσιευμέ- νο νεκροταφείο του Κεραμεικού40. ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Agora XIII. S. Immerwahr, The Neolithic and Bronze Ages, The Athenian Agora XIII, Princ- eton 1971. Agora XXVII. R. Townsend, The East Side of the Agora: The Remains beneath the Stoa of At- talos, The Athenian Agora XXVII, Princeton, New Jersey 1995. Αλεξανδρή, Ό. 1967. Κριεζή 23-24, ΑΔ 22, Χρονικά, 92-95. Αλεξανδρή, Ό. 1968α. Νυκτερινή ανασκαφή σκάμματος κατά μήκος της οδού Κριεζή, ΑΑΑ, 1, 20-30. Αλεξανδρή, Ό. 1968β. Ερεχθείου 20, ΑΔ 23, Χρονικά, 55-57. Αλεξανδρή, Ό. 1968γ. Κριεζή, χάνδαξ ΥΔΡΕΞ, ΑΔ 23, Χρονικά, 67. Αλεξανδρή, Ό. 1968δ. Μακρυγιάννη 23-25-27 και Πωρίνου, ΑΔ 23, Χρονικά, 73-74. Αλεξανδρή, Ό. 1973-1974α. Λεωφόρος Βασ. Σοφίας και οδός Πανεπιστημίου 2, ΑΔ 29, Χρονι- κά, 124-127. Αλεξανδρή, Ό. 1973-1974β. Πλατεία Κλαυθμώνος, ΑΔ 29, Χρονικά, 138-141. Αλεξανδρή, Ό. 1976. Οδός Αγίας Θέκλας και Πιττάκη, ΑΔ 31, Χρονικά, 25. Αλεξανδρή, Ό. 1977. Οδός Δράκου 19, ΑΔ 32, Χρονικά, 18-20. Βιζυηνού, Ο. 2010. Ταφικά έθιμα στην Αττική και την Εύβοια 1200-700 π.Χ. Τα κτερίσματα ως τεκμήριο διάκρισης του φύλου και της ηλικίας των νεκρών, αδημ. διδ. διατριβή, Πανεπι- στήμιο Ιωαννίνων. Brouskari, M. 1980. A Dark Age Cemetery in Erechtheion Street, Athens, BSA 75, 13-31. Camp, J. 2003. Excavations in the Athenian Agora (1998-2001), Hesperia 72, 241-280. Costaki, L. 2006. The intra muros Road System of Ancient Athens, διδ. διατριβή, University of Toronto. Dalsoglio, S. 2014. Τhe Relative Sequence of the Earlier Kerameikos Burials (ca. 1100-900 b.C.): a Methodological Approach, Newsletter di Archeologia CISA 5, 39-57. Desborough, V. R. d’A. 1995. Οι ελληνικοί Σκοτεινοί αιώνες, μτφρ. Σ. Κόρτη-Κόντη, Αθήνα. Δημητριάδου, Ε. 2012. Πρώιμη Αθήνα (1100-480 π.Χ.). Παρατηρήσεις στην οικιστική εξέλιξη και στα νεκροταφεία, αδημ. διδ. διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Dickinson, O.T. P. K. 1983. Cist Graves and Chamber Tombs, BSA 78, 66-67. Dickinson, O.T. P. K. 2006. The Aegean from Bronze Age to Iron Age. Continuity and Change between the Twelfth and Eighth Centuries B.C., London, New York. 40. Η Dalsoglio (2014, 41-43) αναφέρει ότι η P. Mountjoy και ο F. Ruppenstein επανεξέτασαν τα αντικείμενα συγκριτικά με τα χαρακτηριστικά των τάφων και, παρότι κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα, ανέ- τρεψαν την πρόταση του Kraiker σχετικά με την τοπογραφική εξέλιξη του ταφικού χώρου του Πομπείου. 50 ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Δοντάς, Γ. 1953-1954. Ανασκαφή υπό τον Ιερόν Ναόν της Μητροπόλεως Αθηνών, ΑΕ, 89-97. Δρακωτού, Ι. 2009. Ιερά Οδός, ανατολικό τμήμα, στο Κορρές (επιμ.) 2009, 112-123. Ζαχαριάδου, Ό. 1994. 1. Λεωφόρος Αμαλίας, ΑΔ 49, Χρονικά, 26-32. Ζαχαριάδου, Ό., Καββαδίας, Γ. 1998. Βουλή των Ελλήνων, ΑΔ 43, 54-58. Ηλιόπουλος, Θ. 2009. Το αρχαιολογικό Μουσείο του Κεραμεικού, Αθήνα. Θρεψιάδης, Ι. 1960α. Ανασκαφή οικοπέδου Ο.Δ.Ε.Π. (οδός Βουλής και Μητροπόλεως), ΑΔ 16, Χρονικά, 22-27. Θρεψιάδης, Ι. 1960β. Ανασκαφαί λεωφόρου Πανεπιστημίου, ΑΔ 16, Χρονικά, 27-29. Θρεψιάδης, Ι. 1971. Ανασκαφαί και τυχαία ευρήματα Αττικής, Βοιωτίας και Ευβοίας, ΑΕ, 8-38. Iakovides, S. 2006. Τhe Mycenaean Acropolis of Athens, The Archaeological society at Ath- ens library no 240, Athens. Ιακωβίδης, Σ. 1962. Η μυκηναϊκή Ακρόπολις των Αθηνών, διατριβή επί διδακτορία, Αθήναι. Ιακωβίδης, Σ. 1969-1970. Περατή. Το νεκροταφείον, τ. Α: Οι τάφοι και τα ευρήματα, τ. Β: Γε- νικαί παρατηρήσεις, τ. Γ: Πίνακες, Εν Αθήναις. Καρύμπαλης, Ε., Παυλόπουλος, Κ. 2002. Παλαιογεωγραφική αναπαράσταση της ροής του Ηριδανού και ανθρώπινες επεμβάσεις, Γεωγραφίες, τεύχ. 3, 13-14, 20-22. Kerameikos I. W. Kraiker, K. Kübler. Die Nekropolen des 12. bis 10. Jhs v. Chr., Kerameikos I, Berlin 1939. Kerameikos IV. K. Kübler, Neuefunde aus der Nekropole des 11. und 10. Jahrhunderts, Kera- meikos IV, Berlin 1943. Kerameikos XVIII. F. Ruppenstein, Die submykenische Nekropole: Neufunde und Neubewer- tung mit einem Beitrag von Anna Lagia, Kerameikos XVIII, München 2007. Knigge, U. 1990. Ο Κεραμεικός της Αθήνας. Ιστορία-μνημεία-ανασκαφές, Αθήνα. Κορρές, Μ. (επιμ.) 2009. Αττικής oδοί. Αρχαίοι δρόμοι της Αττικής, Αθήνα. Kurtz, D. C., Boardman, J. 1971. Greek Burial Customs, London. Λυγκούρη, Ε. 1996. Οδός Ρηγίλλης (η παλαίστρα του γυμνασίου του Λυκείου), ΑΔ 51, Χρο- νικά, 46-48. Μηλιάδης, Ι. 1955. Ανασκαφαί νοτίως Ακροπόλεως (πρώτη προσωρινή έκθεσις), ΠΑΕ, 36-52. Morris, I. 1987. Burial and Ancient Society: The Rise of the Greek City-state, Cambridge. Μπάνου, Ε. 2013. Οι ανασκαφές της Γ΄ ΕΠΚΑ κατά την τελευταία πενταετία, στο Μ. Δόγκα- Τόλη, Σ. Οικονόμου (επιμ.), Αρχαιολογικές Συμβολές, τ. Β: Αττική, Α΄ και Γ΄ Εφορείες Προϊ­- στορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 281-303. Παντελίδου, Μ. 1975. Αι προϊστορικαί Αθήναι, διατριβή επί διδακτορία, Αθήνα. Papadopoulos, J., Schilling, M. 2003. Ceramicus Redivivus: The Early Iron Age Potter’s Field in the Area of the Classical Athenian Agora, Hesperia Suppl. 31, Princeton. Παρλαμά, Λ. 1990-1991. Ο Μητροπολιτικός Σιδηρόδρομος και οι αρχαιότητες των Αθηνών, Horos 8-9, 231-245. Παρλαμά, Λ., Σταμπολίδης, Ν. Χ. (επιμ.) 2000. Η πόλη κάτω από την πόλη. Ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Αθήνα. 51 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΝΤΟΠΑΝΑΓΟΥ Simpson, R. H. 1981. Mycenaean Greece, London. Smithson, E. L. 1961. The Protogeometric Cemetery at Nea Ionia, 1949, Hesperia 30, 147-178. Σπαθάρη, Ε., Χατζιώτη, Μ. 1983. Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας και Ηρώδου του Αττικού 2, ΑΔ 38, Χρονικά, 23-25. Σταϊνχάουερ, Γ. 2009. Οδικό δίκτυο της Αττικής, στο Κορρές (επιμ.) 2009, 34-73. Συριόπουλος, Κ. 1984. Εισαγωγή εις την αρχαίαν ελληνικήν ιστορίαν. Οι μεταβατικοί χρόνοι από της Μυκηναϊκής εις την Αρχαϊκήν περίοδον 1200-700 π.Χ., τ. Β, Αθήνα. Σωτηριάδης, Γ. 1939. Ανασκαφή Μαραθώνος, ΠΑΕ, 27-39. Ταξιάρχη, Π. 2009. Οδός Μεσογείων. Ανίχνευση της πορείας της στο σύγχρονο πολεοδομικό ιστό, στο Κορρές (επιμ.) 2009, 172-181. Theocharaki, A. M. 2011. The Ancient Circuit Wall of Athens: Its Changing Course and the Phases of Construction, Hesperia 80, 71-156. Τραυλός, Ι. 1993. Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών από των προϊστορικών χρόνων μέχρι των αρχών του 19ου αιώνος, Αθήνα. ΥΠΠΟ 2000. Γ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, Με το Μετρό στην αρχαία Αθήνα. ΥΠΠΟ 2004. Διεύθυνση Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Τμήμα Εκ- παιδευτικών προγραμμάτων και επικοινωνίας, Ηριδανός το ποτάμι της αρχαίας πόλης, 2η έκδοση, Αθήνα. Whitley, J. 1991. Style and Society in Dark Age Greece. The Changing Face of a Pre-literate Society 1100-700 B.C., Cambridge. Whitley, J. 1996. Gender and Hierarchy in early Athens. The Strange Case of the Disappearance of the Rich Female Grave, Mètis 11, 1, 209-232. Φιλιππάκη, Β. 1966. Οδός Ερεχθείου 21-23, ΑΔ 21, Χρονικά, 71. Χαριτωνίδης, Σ. 1958. Ανασκαφή κλασσικών τάφων παρά την πλατείαν Συντάγματος, ΑΕ, 1-152. Ωνάσογλου, Α. 1981. Ένας νέος μυκηναϊκός θαλαμοειδής τάφος στο Κουκάκι, ΑΔ 34, Μελέτες, 15-42. 52 SUMMARY The Eastern Cemetery of Athens on Herodou Attikou Street in Submycenaean and Protogeometric Times Marilena Kontopanagou The rescue excavation on this property was conducted under the direction of Th. Karagiorga- Stathakopoulou, with direct supervision by archaeologists E. Spathari and M. Chatzioti, from January 1982 to July 1983. Excavation brought to light a cemetery dating to the Submycenae- an and Protogeometric periods, 4th and 3rd-c. BC graves, an ancient road, an Early Roman cemetery, part of the Hadrian’s aqueduct and a large building complex in use from the 2nd to the 6th c. AD. The cemetery occupies the NE edge of the National Garden, an area between the Ilissos and Eridanos rivers. Based on evidence to date, the earliest traces of human pres- ence in the greater area of Parliament and Syntagma Square were inhumation burials of the Submycenaean and Protogeometric periods, as well as fragments of vases dating from the Pro- togeometric to the Late Geometric periods which came from irrigation furrows cut into schist. Given that no destructions have been noted in the settlement of Athens during the Late Myce- naean age as at other palace centers, life must have continued normally during Submycenaean and Protogeometric times. In addition to the uninterrupted use of earlier cemeteries, new ones were founded in the area of the Theseion, Kerameikos, along what would later be the Eriai gate, the Acharnian gate, and the cemetery of the Herodou Attikou Street. The cemetery in question was the first organized graveyard in eastern Athens, and is comparable to those in Kerameikos, the later Agora, and the one south of the Acropolis. Its founding may be con- nected with an increase in population and the expansion of the inhabited area eastward in order to take advantage of new lands. Fertile riparian land and the presence of a road already con- necting Athens with the inland and coastal settlements of Attica from prehistoric times would have been the main criteria for the choice of site. The use of the cemetery began around the end of the 12th/beginning of the 11th c. BC and it remained in use until about 900 BC. The oldest graves in the cemetery occupied the nearly level eastern part. They were arrayed along a N-S axis, demonstrating at least minimal “obedi- ence” to a basic design and presupposing a road in established use at about the same place as modern Herodou Attikou Street. The inhumations and earliest cremations form “clusters” at the eastern edge of the property, without any obvious spatial or other differentiation. The Pro- togeometric cremations were arranged in circular fashion a little further west. This distribution suggests the initial coexistence of two burial practices (inhumation and cremation) at the site, and shows the chronological sequence of burials with the gradual establishment of cremation as sole burial practice. The number of confirmed graves of this period totals 65, plus two possible graves and nine which cannot be ascertained. Of the 65 graves, 53 were cremations in burial urns, and 12 were inhumations (81.5% and 18.5 %, respectively). Of the 53 cremations, nine were looted and two contained no grave gifts. There were 42 cremations with grave gifts, in 40 of which the 53 burial urns are preserved intact (in the other two, they are fragmentary). Of the total of 12 inhu- mations, eight had grave gifts, one had none, and three were looted or destroyed. Accordingly, the 50 graves with grave gifts (42 cremations, 8 inhumations) are complete in respect to their archaeological data. A total of 104 vases came from the graves. We have metal objects from a total of 19 graves, specifically from 17 cremations and two burials. The metal objects total 36, plus a number of undistinguishable fragments. These may be divided into jewelry (ten plain rings, two bronze rings with bezel), dress or hair accessories (three fibulae, nine pins, six gold hair clasps), weapons (a broken knife, an ivory-handled dagger, a sword, and two spearheads), and one miniature bronze omphalos shield. The inhumation graves (152, 153, 154, 70, 129, 120, 128, 40, 41, 63, 106 and 113) had been opened in bedrock (Athenian schist, Gk. κιμηλιά). Their length ranged between 1.60 and 2.00 m., their width from 0.50 to 0.80 m., and their depth measured 0.45 m. on average. The major- ity had no internal revetment of slabs. Each grave held a single body. The deceased had been buried in an extended position, and most of the skeletons were found in very poor condition. The graves were covered by slabs, normally of medium size. Graves 41 and 70 may be char- acterized as inhumations with a good number of grave gifts which, furthermore, were accom- panied by jewelry. The cremation graves (23, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 35, 36, 38, 39, 45, 46, 47, 51, 53, 54, 55, 57, 58, 65, 66, 67, 69, 72, 73, 82, 92, 94, 95, 96, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 107, 116, 117, 118, 119, 121, 123, 124, 125, 130, 131, 133, 90) generally present the same features known from other cemeteries. In terms of construction, they were formed at the first level by a quadrangular trench opened in schist, with a length of between 0.50 and 1.40 m. and a width of 0.30 to 0.70 m. At the second level, they had a circular hewn pit (diam. 0.30 to 0.45 m.) which contained the burial urn. Only amphorae were employed at the cemetery as cinerary urns, in which the cremated bones of the deceased and cremation remains were deposited. One unique feature of this cemetery was the presence of five “double” graves, each containing a pair of cremations. Some of the earliest cremations had burial amphorae with a spherical body, handles on the belly, and two pairs of mastoid protrusions in the shoulder zone or on the neck. The latest cremation graves contained urns with a black background which date to the Late Protogeometric period. Final conclusions and chronological correlations will result from completion of the study. 54