ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ Τόμος Γ: ΒΟΙΩΤΙΑ & ΕΥΒΟΙΑ Εφορείες Αρχαιοτήτων Βοιωτίας & Εύβοιας ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση Απαγορεύεται η εν όλω ή εν μέρει ανατύπωση, αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή των κειμένων και των φωτογραφιών του βιβλίου χωρίς την έγγραφη άδεια εκάστου συγγραφέα και του Ιδρύματος Νικολάου & Ντόλλης Γουλανδρή - Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. ISBN 978-618-5060-10-7 © Ίδρυμα Νικολάου & Ντόλλης Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ Γ Τόμος : ΒΟΙΩΤΙΑ & ΕΥΒΟΙΑ Εφορείες Αρχαιοτήτων Βοιωτίας & Εύβοιας ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Σταυρούλα Οικονόμου ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Αθήνα 2015 Οι διαλέξεις της Εφορείας Αρχαιοτήτων Βοιωτίας (πρώην Θ’ ΕΠΚΑ) πραγματοποιήθηκαν από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 2011 και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Εύβοιας (πρώην ΙΑ’ ΕΠΚΑ) από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2014 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Περιεχόμενα Συντομογραφίες Τίτλων 6 Βραχυγραφίες 7 Πρόλογος Χορηγού 8 Πρόλογος Επιμελητoύ 9 ΕΦΟΡΕΊΑ ΑΡΧΑΊΟΤΉΤΩΝ ΒΟΊΩΤΊΑΣ 1 2 3 4 5 6 7 8 9 Όλγα Κυριαζή, Ίωάννης Φάππας Νέες προϊστορικές θέσεις στην κοιλάδα του βοιωτικού Κηφισού και την ευρύτερη περιοχή του Ορχομενού 13 Εύη Τσώτα Η ανθρώπινη μορφή στη νεολιθική Βοιωτία 29 Βασίλειος Αραβαντινός, Ίωάννης Φάππας Πρόσφατες ανασκαφές ανακτορικών κτιρίων στην Καδμεία. Νέα δεδομένα από τη μυκηναϊκή Θήβα του 13ου αιώνα π.Χ. 43 Αθηνά Παπαδάκη Ανακτορική ελεφαντουργία στην ανακτορική Θήβα 55 Αλεξάνδρα Χαραμή Αρχαία Τανάγρα: οι αρχαιολογικές έρευνες των τελευταίων ετών από τα νεκροταφεία και ένα σημαντικό εύρημα από το Δήλιον 67 Βασίλειος Αραβαντινός Το Τέμενος του Ηρακλέους στη Θήβα 85 Κυριακή Καλλιγά Ιερά Δώρα: Κεραμικά αναθήματα από δύο βοιωτικά ιερά 107 Ευτυχία Κουρούνη Συλλογή Γ. Χαρίτου 125 Γιάννης Καλλιοντζής Ανασκάπτοντας τις αποθήκες του Μουσείου της Θήβας. Επιτύμβιες επιγραφές από τη Βοιωτία 135 ΕΦΟΡΕΊΑ ΑΡΧΑΊΟΤΉΤΩΝ ΕΥΒΟΊΑΣ 1 2 3 4 5 6 7 8 9 Παρή Καλαμαρά Αρχαιολογικά δεδομένα του νομού Ευβοίας, 2009-2013 151 Βαγγέλης Νικολόπουλος Η προϊστορική εποχή της Εύβοιας 165 Κωνσταντίνος Μπουκάρας Η πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα στον οικισμό της Μάνικας 185 Δημήτριος Ν. Χριστοδούλου Οι «ταφές πολεμιστών» στο Λευκαντί 197 Μαρία Κοσμά Η τοπογραφία της αρχαίας Χαλκίδας υπό το πρίσμα της πρόσφατης έρευνας 209 Αθανασία Ψάλτη Ερέτρια, τα έτη 2000-2010: η ανάδειξη μιας αρχαίας πόλης 221 Σοφία Κατσάλη Ο υδάτινος κόσμος της Ερέτριας. Τα λουτρά της αρχαίας πόλης: παλαιά και νέα δεδομένα 235 Μαρία Χιδίρογλου Αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Καρυστίας 245 Αθηνά Χατζηδημητρίου Τα πορίσματα από την αρχαιολογική έρευνα στους Ζάρακες Καρυστίας 265 5 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Συντομογραφίες τίτλων 6 ΑΑΑ ΑΑΧ ΑΔ ΑΕΘΣΕ ΑΕΜ ΑΕΜΘ Αθηνά Αρχαιολογία ΑρχΕφ ΕΕΒΜ Έργον Ηόρος ΠΑΑ ΠΑΕ Το Μουσείον Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών Ανθρωπολογικά και Αρχαιολογικά Χρονικά Αρχαιολογικό Δελτίο Το Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη Σύγγραμμα Περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας Αρχαιολογία και Τέχνες Αρχαιολογική Εφημερίς Επετηρίς της Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών Το Έργον της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Ένα αρχαιογνωστικό περιοδικό Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Περιοδική έκδοση του Κέντρου Μουσειακών Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών AA ABV AION AJA AJP AM Antiquity AntK AR Archaeology Arctos ARV ASAtene AW BABESCH BCH BICS Boreas BSA CAH Chiron CIA CID CIL ClMed ClQ ClRh CRAI CVA CW DAGR EchCl GaR Gnomon GrRomByzSt HarStClPh Hermeneus Hesperia Historia ID ID Comptes IG Archäologischer Anzeiger Attic Black-Figure Vase-Painters Annali dell’Istituto universitario orientali di Napoli American Journal of Archaeology American Journal of Philology Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung A Quarterly Review of Archaeology Antike Kunst Archaeological Reports (supplement to Journal of Hellenic Studies) Archaeology Magazine Acta Philologica Fennica Attic Red-Figure Vase-Painters Annuario della Scuola archeologica di Atene e delle Missioni italiane in Oriente Antike Welt Annual Papers on Mediterranean Archaeology Bulletin de correspondance hellénique Bulletin of the Institute of Classical Studies Münstersche Beiträge zur Archäologie The Annual of the British School at Athens Cambridge Ancient History Mitteilungen der Kommission für alte Geschichte und Epigraphik Corpus Inscriptionum Atticarum Corpus des inscriptions de Delphes Corpus Inscriptionum Latinarum Classica et Mediaevalia: Revue danoise de philology et d’histoire Classical Quarterly Clara Rhodos Comptes rendus des séances de l’Académie des inscriptions et belles-lettres (Paris) Corpus Vasorum Antiquorum Classical World C. Daremberg & E. Saglio, Dictionnaire des Antiquités grecques et romaines Echos du monde classique: Classical Views Greece and Rome Kritische Zeitschrift für die gesamte klassische Altertumwissenschaft Greek, Roman and Byzantine Studies Harvard Studies of Classical Philology Revista de traducciόn e interpretaciόn The Journal of the American School of Classical Studies at Athens Zeitschrift für Alte Geschichte Inscriptions de Délos Inscriptions de Délos, Comptes des Hiéropes Inscriptiones Graecae Σ Υ Ν ΤΟ Μ Ο Γ ΡΑΦ Ι Ε Σ Τ Ι ΤΛ Ω Ν - Β ΡΑ Χ Υ Γ ΡΑΦ Ι Ε Σ ILN Iraq JdI JHS JÖB Kadmos Kernos Klio Ktema LGPN LIMC LSG MAA Métis NC ÖJh OMS Pharos Phoenix PoDIA PPS QdAV RA RE REG RICIS RPhil SEG SGDI SIG SIMA TAPA ThesCRA ZPE Illustrated London News Iraq: published by the British School of Archaeology in Iraq Jahrbuch des deutschen archäologischen Instituts Journal of Hellenic Studies Jahrbuch der Östereichischen Byzantinistik Zeitschrift für vor- und frühgriechische Epigraphik Revue internationale et pluridisciplinaire de religion grecque antique Beiträge zur alten Geschichte Civilisations de l’Orient, de la Grèce et de Rome antiques Lexicon of Greek Personal Names Lexicon Iconographicum Mythologiae Classicae H.G. Liddell, R. Scott, H.S. Jones, A Greek-English Lexicon Mediterranean Archaeology and Archaeometry Histόria e Cultura Numismatic Chronicle Jahreshefte des Österreichischen archäeologischen Instituts in Wien Opera Minora Selecta Journal of the Netherlands Institute at Athens The Classical Association of Canada Proceedings of the Danish Institute at Athens Proceedings of the Prehistoric Society Quaderni di archeologia del Veneto Revue archéologique Pauly-Wissowa, Real-Encyclopädie der klassischen Altertumswissenschaft Revue des études grecques Recueil des inscriptions concernant les cultes isiaques Revue de philologie, de littérature et d’histoire anciennes Supplementum Epigraphicum Graecum Sammlung der griechischen Dialekt-Inschriften Sylloge Inscriptionum Graecarum Studies in Mediterranean Archaeology Transactions of the American Philological Association Thesaurus Cultus et Rituum Antiquorum Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik Βραχυγραφίες αι. αρ. βλ. διάμ. εικ. εκ. επιμ. ΕΠΚΑ ΕΦ.Α. Ζ. ιδ. κ.ά. κ.α. κ.εξ. κ.λπ. μ. μ.Χ. ΜΓ ΜΕ μτφ. ό.π. Ο.Τ. οδ. αιώνας/ες αριθμός/οί βλέπε διάμετρος εικόνα/ες εκατοστό/ά επιμέλεια Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Εφορεία Αρχαιοτήτων ζωγράφος ιδιαίτερα και άλλοι/και άλλα και αλλού και εξής και λοιπά μέτρο/α μετά Χριστόν Μέση Γεωμετρική Μεσοελλαδική μετάφραση όπως παραπάνω οικοδομικό τετράγωνο οδός οικ. π.χ. π.Χ. ΠΓ ΠΕ ΠΕΧ πίν. πρβλ. ΠρΓ σελ. σημ. στ. στρ. σχ. τ. τ.μ. ΤΝ ΥΓ ΥΕ ΥΕΧ ΥΡ χλμ. οικόπεδο παραδείγματος χάριν προ Χριστού Πρώιμη Γεωμετρική Πρωτοελλαδική Πρώιμη Εποχή του Χαλκού πίνακας/ες παράβαλε Πρωτογεωμετρική σελίδα/ες σημείωση στίχος/οι στρέμμα/ατα σχέδιο/α τόμος/οι τετραγωνικό/ά μέτρο/α Τελική Νεολιθική Ύστερη Γεωμετρική Υστεροελλαδική Ύστερη Εποχή του Χαλκού Υστερορρωμαϊκός/ή/ό χιλιόμετρο/α 7 Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟΥΣ ΖΑΡΑΚΕΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΣ Δρ Αθηνά Χατζηδημητρίου Αρχαιολόγος Ιστορικού Αρχείου Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων Στην Εύβοια συνυπάρχουν σημαντικοί και πλούσιοι σε ευρήματα αρχαιολογικοί χώροι, όπως αυτοί της Ερέτριας, και περιοχές που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν –ή και παραμένουν– ουσιαστικά ανεξερεύνητες. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η οικονομική και τουριστική ανάπτυξη, η αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα, η διάνοιξη νέων οδικών αρτηριών για την πρόσβαση σε απομονωμένες περιοχές του νησιού αποτέλεσαν –ακούσια βέβαια– αποφασιστικούς παράγοντες για την τρο1 φοδότηση της αρχαιολογικής έρευνας με νέο υλικό. Μία από τις περιοχές της Εύβοιας που μόνο περιστασιακά έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον της αρχαιολογικής έρευνας είναι αυτήν των Ζαράκων Καρυστίας του Δήμου Κύμης-Αλιβερίου (εικ. 1). τητες.3 Λόγω της εύρεσης των αρχαιοτήτων κρίθηκε επιβεβλημένη η αλλαγή της πορείας της παρακαμπτηρίου οδού, η οποία στο σημείο αυτό διερχόταν ανάμεσα στα αποκαλυφθέντα οικοδομικά λείψανα4. Ωστόσο οι σποραδικές λαθρανασκαφές και οι συνεχείς αρόσεις σε συνδυασμό με την παράνομη, κατά το παρελθόν, διάνοιξη φρεατίου διαμέσου του χώρου της ανασκαφής από τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας (ΟΤΕ) για 1. Χάρτης της περιοχής Ζαράκων. Τα μέχρι πρότινος αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή των Ζαράκων περιορίζονταν σε ένα αδρά κατεργασμένο μαρμάρινο θραύσμα με κείμενο χαραγμένο με στιγμωτή τεχνική, που χρονολογείται στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.1, δύο επιτύμβιες στήλες του 4ου αι. π.Χ. και ορισμένα αγγεία του δεύτερου μισού του 6ου αι. π.Χ.2 Το 1997 με αφορμή τη διάνοιξη της παρακαμπτηρίου οδού Ζαράκων-Αλμυροποτάμου, εντοπίστηκαν, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων νότια του σημερινού οικισμού των Ζαράκων, και στη θέση όπου βρίσκεται το εξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής (εικ. 2), εκτεταμένες αρχαιό- 1 2 3 4 2 2. Γενική άποψη της ανασκαφής στη θέση της Ζωοδόχου Πηγής Ζαράκων. Η επιγραφή βρέθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, εντοιχισμένη στην αψίδα της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, και μεταφέρθηκε στο Μουσείο Χαλκίδας (ΜΧ 272): Παπαβασιλείου 1910, 98, αρ. 19· IG XII.9, αρ. 75, πίν. Ι· Αρβανιτόπουλος 1937, 74, εικ. 36· Jeffery 1961, 89, αρ. 31. Από τις δύο στήλες η πρώτη φέρει ανθεμωτή επίστεψη και βρέθηκε στη θέση Ντόζιζα, ενώ η δεύτερη που κοσμείται με δύο ρόδακες προέρχεται από παράδοση. Από τη θέση Παρασπόρι προέρχονται δύο μικρές τριφυλλόσχημες οινοχόες, αλάβαστρο, αλατοδοχείο, δύο μικρογραφικά κύπελλα, όλπη και ένα προχοΐδιο. Το σχέδιο της ανασκαφής οφείλεται στη σχεδιάστρια της ΙΑ΄ ΕΠΚΑ (νυν Εφορεία Αρχαιοτήτων Ευβοίας) Δέσποινα Χρήστου-Γκίκα και η συντήρηση των αντικειμένων στον αείμνηστο συντηρητή αρχαιοτήτων Ζαχαρία Μάντζαρη. Ευχαριστίες επίσης οφείλω στον συνάδελφο Κώστα Μπουκάρα και στις αρχαιοφύλακες του Μουσείου Ερετρίας Σταυρούλα Παρίση και Ελένη Ταχριτζόγλου για διάφορες διευκολύνσεις κατά τη μελέτη του υλικού. Τέλος θα ήταν παράλειψη να μην ευχαριστήσω και όλα τα μέλη του εργατικού προσωπικού Γιάννη Γκίκα, Γιώργο Καραχάλιο, Αντώνη Μπιτζιμιρίδη, Δημήτρη Φαρή, Ντίνο Φουρμούζη, που δούλεψαν στην ανασκαφή με εργατικότητα και ευσυνειδησία. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται και στην καταγόμενη από τους Ζάρακες ιστορικό Βάλια Ράπτη, για την πολύπλευρη βοήθειά της. Για την ανασκαφή, βλ. S. Huber, BCH 95 (1999), 793-794, εικ. 154· ΑΔ 52 (1997): Β1, Χρονικά, 407-409, σχ. 3, πίν. 159γ-159ε· ΑΔ 53 (1998), 368-370· Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 53-68. 265 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ την τοποθέτηση καλωδίων, προκάλεσαν σοβαρές και εκτεταμένες καταστροφές στα αρχαία κτιριακά κατάλοιπα. Ακόμη ο εντοπισμός των αρχαίων σε βάθος μόλις 50 εκ. και οι επάλληλες σε κάποια σημεία οικοδομικές φάσεις συνέβαλαν στη διατάραξη της στρωματογραφίας. Η ανασκαφή στον χώρο έφερε στην επιφάνεια κατάλοιπα κτιρίων που χρονολογούνται από τους ύστερους γεωμετρικούς μέχρι τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους (εικ. 3). Ανασκαφικά δεδομένα - Ευρήματα Α. Υστερογεωμετρική -Αρχαϊκή περίοδος Αναλυτικότερα, στο νότιο τμήμα της ανασκαφής αποκαλύφθηκε το γωνιαίο τμήμα ενός επιμήκους κτιρίου (κτίριο ΙΙ), προσανατολισμού Β.-Ν.5, του οποίου η δυτική μακρά πλευρά αποκαλύφθηκε, στο επίπεδο της θεμελίωσης, σε 3α 3β 3. (α) Γενική άποψη των αποκαλυφθέντων κτιριακών καταλοίπων από βορρά και (β) σχεδιαστική αποτύπωση. 5 266 Ενδεικτικά οικοδομήματα γεωμετρικής περιόδου, με προσανατολισμό Β-Ν, απαντούν στο Ποσείδι, στην Ασίνη και το Θέρμο, βλ. Mazarakis Ainian 1997, 43, 68-70 και 125-128 αντίστοιχα. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ μήκος 26 μέτρων (εικ. 4)6. Σε απόσταση 50-60 εκ. από τη δυτική πλευρά του κτιρίου και κατά μήκος του μακρού άξονά του εντοπίσθηκαν κυκλικές οπές, λαξευμένες στον φυσικό βράχο, που εκτείνονταν προς βορρά σε μήκος 30 περίπου μέτρων. Οι οπές αυτές, διαμέτρου 12-15 εκ. και βάθους 0,08-0,10 μ., απείχαν μεταξύ τους ακανόνιστα Τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω κτιρίου σε συνδυασμό με την περισυλλεγείσα κεραμική (εικ. 5)8 συνηγορούν για την αναγνώριση ενός επιμήκους, το πιθανότερο αψιδωτού ΥΓ οικοδομήματος, με περιστύλιο του οποίου οι πραγματικές διαστάσεις θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι προσέγγιζαν τις διαστάσεις ενός εκατόμπεδου ναού.9 5 4 5. Θραύσματα αγγείων της ΥΓ περιόδου. Την ταύτιση του κτιρίου των Ζαράκων με λατρευτικό οικοδόμημα ενισχύει και η εύρεση πλησίον των οπών του περιστυλίου ενός θραύσματος ανάγλυφου πίθου με επιγραφή, στην οποία αναγράφεται και η λέξη ιερός (εικ. 6-7).10 Ο πίθος στην κατώτερη ζώνη του λαιμού του 6 4. Τμήμα του επιμήκους κτιρίου ΙΙ της ΥΓ περιόδου. διαστήματα από 1 έως 1,5 μ. και προορίζονταν για την ένθεση ξύλινων υποστηριγμάτων, τα οποία το πιθανότερο είναι να χρησιμοποιούνταν, λόγω και της μικρής απόστασής τους από τον εξωτερικό τοίχο, για την στήριξη της οροφής του κτιρίου7. 6 7 8 9 10 6. Θραύσμα ανάγλυφου ενεπίγραφου πίθου με παράσταση Κενταύρων (ME 18687). S. Huber, BCH 95 (1999), 793-794, εικ. 154. Αξίζει να επισημανθεί ότι σε ανάλογα κτίρια στην Ερέτρια ή στα Νιχώρια Μεσσηνίας (βλ. Mazarakis Ainian 1997, 102-103, εικ. 104-105 και 74-80, εικ. 256-266 αντίστοιχα), τα ξύλινα υποστηρίγματα που χρησίμευαν για τη στήριξη της αμφικλινούς στέγης είχαν τοποθετηθεί εκατέρωθεν των εξωτερικών τοίχων και όχι σε απόσταση από αυτόν, όπως στην περίπτωση του κτιρίου των Ζαράκων. Σχετικά δε με τη χρήση του περιστυλίου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ίσως αυτό αρχικά να αποτελούσε ένα καθαρά λειτουργικό δομικό στοιχείο για την κατασκευή της οροφής, που εξελικτικά προσέλαβε συμβολικό χαρακτήρα και η χρήση του περιορίστηκε στη θρησκευτική αρχιτεκτονική, βλ. Mazarakis Ainian 1998, 201-202· Μαζαράκης Αινιάν 2000, 94. Πρβλ. Verdan – Kenzelmann Pfyffer – Léderrey 2008, 121, αρ. 96, πίν. 24· 121, αρ. 98, πίν. 25· 123, αρ. 117, πίν. 30· 130, αρ. 316, πίν. 65. Παράδειγμα εκατόμπεδου οικοδομήματος, διαστάσεων 35Χ8 μ., αποτελεί ο αψιδωτός ναός του Απόλλωνος Δαφνηφόρου (730 π.Χ.) στην Ερέτρια, ο οποίος όμως δεν διέθετε περιστύλιο αλλά χωριζόταν σε δύο κλίτη από μία κιονοστοιχία, βλ. Mazarakis Ainian 1997, 102-103, εικ. 104-105· Καλτσάς – Fachard – Ψάλτη – Γιαννοπούλου 2010, 242-243 [S. Verdan]. Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18687. Ο πίθος έχει μέγιστο σωζόμενο ύψος 0,14μ., μήκος 0,41μ., διάμετρο τόξου 0,38μ. και εξωτερική διάμετρο 0,51μ. Για τον ανάγλυφο πίθο, βλ. Χατζηδημητρίου 2003-2004, 181-196. Το σχέδιο οφείλεται στον σχεδιαστή Γιάννη Θεοδοσίου. 267 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ 7α 7β 7. (α) Λεπτομέρεια και (β) σχέδιο του ανάγλυφου πίθου στον οποίο διακρίνεται η λέξη ιερός. 11 12 13 14 268 διακοσμείται με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενός Κενταύρου που κινείται προς τα δεξιά, κρατώντας κορμό δένδρου, με αιχμηρή απόληξη στο κάτω άκρο του. Στον μπροστινό ανθρώπινο κορμό του Κενταύρου είναι προσκολλημένος ο κορμός και τα πίσω πόδια ενός αλόγου. Στα αλογίσια σκέλη του υποδηλώνονται όλες οι ανατομικές λεπτομέρειες, ενώ αντίθετα ο κορμός του απομακρύνεται από τα φυσιοκρατικά πρότυπα και αποδίδεται λεπτός και επιμήκης, χωρίς να υποδηλώνεται σε αυτόν η καμπύλη της κοιλιάς. Στο πίσω τμήμα του κορμού διακρίνεται το γενετικό μόριό του. Η ουρά έχει κανονικές διαστάσεις και φθάνει μέχρι το ύψος της κνήμης των αλογίσιων ποδιών. Για την απόδοση της επιπεδόγλυφης παράστασης έχει χρησιμοποιηθεί κυλινδρική σφραγίδα. Κάτω από την κοιλιά κάθε Κενταύρου εικονίζεται ανεστραμμένος λαγός, κινούμενος προς την ίδια κατεύθυνση. Ως αυτόνομο εικονογραφικό θέμα ο λαγός εμφανίζεται σπάνια και συνήθως χρησιμοποιείται για να γεμίσει το κενό ανάμεσα σε άλλα ζώα11. Παράλληλα όμως χρησιμοποιείται και ως σύμβολο υποδήλωσης της ταχύτητας12. Στις απεικονίσεις Κενταύρων, και ιδιαίτερα του Χείρωνος, ο λαγός αποτελεί το κύριο θήραμά τους και αποδίδεται κρεμασμένος από κλαδί ελάτου που ήταν συγχρόνως και το όπλο τους.13 Στη συγκεκριμένη παράσταση, η απόδοση του λαγού πρέπει να αποτελεί συγκερασμό των παραπάνω εκδοχών. Η ανεστραμμένη δηλαδή απόδοσή του οφείλεται στο γεγονός ότι πρόθεση του καλλιτέχνη ήταν να γεμίσει το κενό ανάμεσα στα πόδια του Κενταύρου (horror vacui), αλλά ίσως λόγω ελλείψεως χώρου τον σκάλισε στη σφραγίδα ανάποδα. Η επιλογή όμως του λαγού και όχι κάποιου άλλου ζώου μαρτυρά ότι ο καλλιτέχνης είχε κατά νου το εικονογραφικό θέμα του κυνηγιού, αλλά και ειδικότερα αυτό του λαγού ως θηράματος των Κενταύρων14. Βλ. π.χ. Ζαφειροπούλου 1985, 52-53. Βλ. π.χ. Τιβέριος 1976, 52, πίν. 40. Βλ. π.χ. LIMC ΙΙΙ (1986), λήμμα Cheiron, 239, αρ. 17, πίν. 187· 240, αρ. 42, πίν. 190· 241, αρ. 47, πίν. 191· 246, αρ. 100, πίν. 196 [M. Gisler- Huwiler]. Λαγό κάτω από την κοιλιά των Κενταύρων συναντάμε πολύ αργότερα σε παράσταση Κενταυρομαχίας της ερυθρόμορφης αγγειογραφίας, βλ. π.χ. LIMC VIII (1997), λήμμα Kentauroi et Kentaurides, 708, αρ. 362, πίν. 457 [S. Drougou, M. Leventopoulou, L.Marangou, E.van der Meijden, L. Palaiokrassa, I.Touratsoglou]. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ Στις δύο επόμενες ζώνες του πίθου, αποδίδονται εγχάρακτη αναθηματική επιγραφή, πλάτους 0,0150,027μ., και το μοτίβο της πολλαπλής οριζόντιας τεθλασμένης γραμμής, όπου τα επάνω και κάτω διάκενά της γεμίζουν με μικρά διάγραμμα τρίγωνα. Κατά τον αρχαιολόγο Άγγελο Ματθαίου, που δημοσίευσε την επιγραφή, ο αναθέτης του πίθου ήταν ένας ξενικής καταγωγής κεραμέας για τον οποίο γνωρίζουμε μόνο το δηλωτικό όνομα της καταγωγής του Παφυλάτης ή Παμφυλάτης: [--?]ιερος Ζε![-2-3-]Ιας̣ Πα̣φ̣υλάτες ̣ ἐσπάλασ ̣ ε̣ (εικ. 8).15 Στην αφιερωματική αυτή επιγραφή ο αναθέτης-κεραμέας όχι 8 8. Σχέδιο της χαραγμένης στον πίθο επιγραφής (ME 18687). μόνο επέλεξε να αναθέσει στη λατρευόμενη θεότητα των Ζαράκων τον πίθο με την ανάγλυφη παράσταση Κενταύρων, αλλά και να περιγράψει την τεχνική που εφάρμοζε για την καλύτερη στερέωση του επίθετου πηλού επάνω στο αγγείο.16 Σύμφωνα με την τεχνική αυτή ο κεραμέας χάρασσε κατά διαστήματα το τμήμα του αγγείου, έτσι ώστε να στερεωθεί καλύτερα η πρόσθετη ζώνη πηλού επάνω στην οποία αποτυπωνόταν με κυλινδρική σφραγίδα η ανάγλυφη παράσταση.17 Από τη σύγκριση του ανάγλυφου πίθου με έργα των ροδιακών και κορινθια- 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 κών εργαστηρίων, διακοσμημένων επίσης με κυλινδρική σφραγίδα, και από την επιγραφή, ο πίθος μπορεί να χρονολογηθεί στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. Η επιλογή του εικονογραφικού θέματος των Κενταύρων για την διακόσμηση του πίθου ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί στις μυθολογικές παραδόσεις που συνδέονται με την περιοχή των Ζαράκων. Από το ποίημα Αλεξάνδρα του χαλκιδέου ποιητή Λυκόφρονος, που έζησε τον 3ο αι. π.Χ., πληροφορούμαστε ότι ο Ζάραξ ήταν βουνό της Εύβοιας και ότι το όνομά του προέρχεται από κάποιον επώνυμο ήρωα, γιο του Καρύστου18. Από τα ίδια σχόλια αντλούμε την πληροφορία ότι ο Χείρων ήταν πατέρας του Καρύστου «Ζάρηξ Καρύστου ἐστὶ τοῦ Χείρωνος»19. Σε ένα επίγραμμα μάλιστα της Παλατινής Ανθολογίας μνημονεύεται χρησμός προς τον Κάρυστο, τον γιο του Χείρωνος, ο οποίος τον προτρέπει να αφήσει το Πήλιο και να φθάσει στην άκρη της Εύβοιας, όπου είναι «θέσφατον» να κτίσει μία πόλη ιερή20. Με δεδομένο λοιπόν τους δεσμούς συγγενείας μεταξύ του Χείρωνος, του Καρύστου και του Ζάρακα δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο καλλιτέχνης του πίθου, έχοντας γνώση του παραπάνω μύθου, να άντλησε την έμπνευση του θέματος από τον φημισμένο Κένταυρο21. Η παρουσία άλλωστε του Χείρωνος στην αγγειογραφία, ως κυνηγού με θηράματα λαγούς, καθιστά ελκυστική την παραπάνω ταύτιση. Θα άξιζε άλλωστε να υπενθυμίσουμε ότι ο Κένταυρος με ανθρώπινο κορμό έχει μία μακρά παράδοση στην Εύβοια, εάν λάβουμε υπόψη μας τον πήλινο Κένταυρο από το νεκροταφείο της Τούμπας στο Λευκαντί, που χρονολογείται στα τέλη του 10ου αι. π.Χ., και αποτελεί την πρωιμότερη και πιο ολοκληρωμένη απόδοση Κενταύρου με ανθρώπινο κορμό, όχι μόνο στην Εύβοια, αλλά και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο22. Από ορισμένους άλλωστε ερευνητές η μορφή του Κενταύρου από το Λευκαντί έχει ταυτιστεί με τον Χείρωνα23. Στην ίδια χρονική περίοδο ανήκουν και δύο ακόμη ανάγλυφα θραύσματα με εικονιστικές παραστάσεις, που έχουν γίνει με κυλινδρική σφραγίδα και σώζονται σε αποσπασματική και κακή κατάσταση.24 Το πρώτο θραύσμα ανήκει σε πήλινη κυκλοτερή πλάκα, διακοσμημένη Ματθαίου 2004-2009, 541-544. Το ἐσπάλασε που απαντά στην επιγραφή του πίθου είναι παρατατικός του ρήματος σφαλάσσειν, που σημαίνει τέμνειν ή κεντεῖν και μαρτυρείται στον Hesychii Alexandrini, Lexicon, τ. III, (επιμ. P.A. Hansen), Berlin 2005, s.v. Σημαντώνη-Μπουρνιά 1990, 47· Ματθαίου 2004-2009, 543. Λυκόφρονος, Αλεξάνδρα, στ. 373 [επιμ. L. Mascialino, Leipzig 1964]: «Ὀφέλτα καὶ μύχουρε χοιράδων Ζάραξ...» και Σχόλια στον Λυκόφρονα, Αλεξάνδρα, στ. 373 [εκδ. G. Kinkel, 1880]. Στο Εtymologicon Μagnum, στ. 408, 9-11 [εκδ. T. Gaisford, Amsterdam 1962] αναφέρεται: «Ζάραξ καὶ Ὀφέλτα, ὄρη Εὐβοίας, περὶ ἃ γέγονε τὰ ναυάγια τῶν Ἑλλήνων. Ζάραξ δὲ ὠνόμασται ἀπὸ Ζάρακος τοῦ Πετραίου υἱοῦ Καρύστου». Σχόλια στον Λυκόφρονα, στ. 580. Ελληνική Ανθολογία, XIV. 68: Χρησμὸς δοθεὶς Καρύστῳ: “Χείρωνος φίλε τέκνον ἀγακλείτοιο Κάρυστε, | Πηλίον ἐκπρολιπὼν Εὐβοίας ἄκρον ἱκέσθαι· | ἔνθ’ ἱερὰν κτίζειν σοι θέσφατὸν ἐστιν”. Grimal 1991, λήμμα Χείρων, 700-701· Gantz 1993, 144-147, 163· Bremmer 2012, 31-35. Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 8620. Για τον Κένταυρο, βλ. Desborough – Nicholls – Popham 1970, 21-30, πίν. 8-10· Schiffler 1976, 77-80, 279, αρ. S1· Popham – Sackett – Themelis 1979-1980, 169, πίν. 3,3, 344-345· Καλλιγάς 1986, 106-107· Kourou 1992, 110-123· LIMC VIII (1997), λήμμα Kentauroi et Kentaurides, 675, αρ. 20, πίν. 417 [L. Marangou]· Xagorari 1996, 20-23, 85, αρ. 31, πίν. 19,2· Βελιδάκη – Φαράκλας 2001, 23-25, αρ. 3. Η Rombos (1988, 237-238) ερμηνεύοντας την εγχάραξη στο αριστερό γόνατο του Κενταύρου από το Λευκαντί ως δήλωση της πληγής του Χείρωνος, πιθανολογεί την ταύτισή του με αυτόν. Βλ. ακόμη Lebessi 1996, 149-150. Τα σχέδια των δύο αναγλύφων οφείλονται στην αρχαιολόγο Δρα Ξένια Χαραλαμπίδου. 269 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ με δύο αντωπά ζώα, αποσπασματικά σωζόμενα (εικ. 9).25 Παρά την άτεχνη διαμόρφωση των ποδιών των ζώων πιθανολογείται η αναγνώριση στα δεξιά ενός αρπακτικού ζώου, το πιθανότερο λιονταριού, και στα αριστερά ενός αγριόχοιρου. Πρόκειται για έναν εικονογραφικό συνδυασμό που απαντά με μεγάλη συχνότητα στην πρώιμη εικονογραφία.26 του δόρυ και με το άλλο κυκλική οπλιτική ασπίδα, τον κοινότερο τύπο στην εικονογραφία του 7ου αι. π.Χ.28 Ο πολεμιστής φορά κράνος, πιθανότατα κορινθιακό29, μέσα από το οποίο προβάλλει η μεγάλη μυτερή μύτη του, το μοναδικό σωζόμενο φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό, κατ’ αντιστοιχία με τις μορφές πολεμιστών στους ανάγλυφους πίθους του τηνιακού εργαστηρίου30. Μπροστά από τον 9α 10α 9β 10β 9. Θραύσμα από πήλινη πλάκα, με ανάγλυφη παράσταση δύο αντωπών ζώων (ΜΕ 18923). Στο δεύτερο θραύσμα σώζεται αποσπασματικά μία δυσερμήνευτη παράσταση, που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε λόγω του εικονογραφικού της ενδιαφέροντος (εικ. 10).27 Αριστερά διακρίνεται μορφή, μικρού μεγέθους, κρατώντας στο προβαλλόμενο χέρι της το πιθανότερο ένα ξίφος. Δεξιότερα, πολεμιστής στραμμένος προς τα δεξιά, εικονίζεται να κρατά με το εκτεινόμενο προς τα πίσω χέρι 25 26 27 28 29 30 31 270 10. Θραύσμα αγγείου (;) με ανάγλυφη παράσταση πολεμιστή (ΜΕ 18871). πολεμιστή και σε άμεση σχεδόν επαφή με αυτόν διακρίνονται αμυδρά τα πίσω πόδια και η ουρά ενός αλόγου, που σε σχέση με τη μορφή αποδίδεται σε μικρότερη κλίμακα και σε ψηλότερο επίπεδο. Επάνω από τη ράχη του αλόγου ξεπροβάλλει το μπροστινό τμήμα ενός σκύλου, που κινείται ορμητικά προς το μέρος του πολεμιστή, ένα εξαιρετικά σπάνιο αν όχι μοναδικό θέμα στην εικονογραφία.31 Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18923: Χατζηδημητρίου (υπό έκδοση). Βλ. π.χ. Amyx 1988, πίν. 52.1, 54.1, 77.1· Χατζηδημητρίου (υπό έκδοση). Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18871: Χατζηδημητρίου (υπό έκδοση). Snodgrass 1964, 61-67. Πρβλ. Σημαντώνη-Μπουρνιά 1990, 75, αρ. Κ17. Για το κορινθιακό κράνος, βλ. Snodgrass 1964, 20-28. Για πολεμιστές με κορινθιακό κράνος σε ανάγλυφους πίθους, βλ. Miller 1987, 278-279, αρ. 4, πίν. 51α (δεύτερο μισό 7ου αι. π.Χ.)· Σημαντώνη-Μπουρνιά 1990, 74-75. Simantoni-Bournia 2004, 101-105, πίν. 58, εικ. 142· 106-107, πίν. 61, εικ. 148-149 (650-600 π.Χ.). Πρβλ. το αρπακτικό ζώο που κινείται επιθετικά επάνω από τη ράχη αλόγου σε σαμιακό ΥΓ κάνθαρο (Σάμος, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. Κ 805) και μοιάζει περισσότερο με σκύλο παρά με λιοντάρι ή άλλο ζώο: Boardman 2001, εικ. 144· Eilmann 1933, 97-102, εικ. 40· Δεσποίνη 2000, 284, σημ. 37. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ Η κατά αυτόν τον τρόπο απόδοση του σκύλου, εάν δεν χαραγμένες ενίοτε στο χείλος τους επιγραφές, που το αποτελεί προσπάθεια κάλυψης του κενού, κατ’ αναλογία πιθανότερο είναι να αφορούσαν τους αναθέτες.35 Χαραμε άλλα εικονογραφικά παράλληλα, δύσκολα μπορεί να κτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χάραξη στην άνω επιερμηνευθεί. Η αποσπασματική διατήρηση του θραύσμαφάνεια προχοής λουτηρίου της επιγραφής ΕΥΑΛ, η οποία τος, δυσχεραίνει την αναγνώριση του θέματος. Εντούτοις ίσως αποτελεί συντομογραφία του ονόματος Εὐάλ(κο), η διαδοχική απόδοση του πολεμιστή και του αλόγου προς που απαντά στην Ερέτρια ή του ονόματος Εὐαλ(κίδo), τα δεξιά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην πρώιμη αγπου απαντά σε επιγραφές από την Ερέτρια και τα Στύρα36. γειογραφία οι μορφές πολεμιστών δεν απαντούν συχνά Εκτός από την τοπική κεραμεική, στον χώρο βρέδίπλα σε ίππους, αλλά έφιπποι, επάνω σε δίφρο άρματος θηκε και εισηγμένη, στην οποία περιλαμβάνονται κορινή κατά την επιβίβασή τους σε αυτό, μπορεί να αποδοθεί θιάζουσα κοτύλη (μέσα του 7ου αι. π.Χ.) και μικρή ποσόστην αποτυχημένη βέβαια προσπάθεια του καλλιτέχνη, τητα αττικής μελανόμορφης κεραμικής του ύστερου 6ου να απεικονίσει το δημοφιλές θέμα της αναχώρησης σε και 5ου αι. π.Χ., αποτελούμενη από θραύσματα κυλίκων άρμα ενός πολεμιστή, κατ’ απομίμηση άλλων παραστάκαι ληκύθων με παραστάσεις ιματιοφόρων μορφών, σεων της ανάγλυφης κεραμικής32. πολεμιστών και κωμαστών (εικ. 12).37 Η αποτύπωση των εικονιστικών στοιχείων της πα11 ράστασης με τόσο άτεχνο και πρόχειρο τρόπο σκιαγραφούν έναν άπειρο τεχνίτη που ίσως πειραματιζόταν με την τεχνική της σφράγισης. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο κεραμέας του αναγλύφου να προχώρησε στην αδέξια εκτύπωση δημοφιλών κατά την αρχαϊκή περίοδο θεμάτων, χωρίς όμως να έχει εξαρχής σχεδιάσει την εκτέλεση ενός συγκεκριμένου εικονογραφικού θέματος. Χρήση κυλινδρικής σφραγίδας διαπιστώνεται και στη διακόσμηση ορισμένων ανάγλυφων θραυσμάτων με επιπεδόγλυφο απλό πλοχμό (εικ. 11), ένα μοτίβο ιδιαίτερα δημοφιλές στις Κυκλάδες και κυρίως στη Νάξο.33 Αντί11. Θραύσμα από χείλος ανάγλυφου πίθου, διακοσμημένο με θετα ένα θραύσμα διακοσμημένο με το μοτίβο πλοχμό και σχοινοειδές κόσμημα (ΜΕ 18726+18802). των διπλών ομόκεντρων κύκλων, που δεν είναι 12. Θραύσματα μελανόμορφης κεραμικής. γνωστό στην ανάγλυφη κεραμική τουλάχιστον των γειτονικών εργαστηρίων, το πιθανότερο 12 είναι να οφείλει την έμπνευσή του στο μοτίβο των ομόκεντρων κύκλων της ΥΓ ευβοϊκής κεραμικής34. Η ευρεία εφαρμογή της τεχνικής της σφράγισης για τη διακόσμηση της ανάγλυφης κεραμικής από τους Ζάρακες, που σημειωτέον δεν απαντά συχνά στην υπόλοιπη Εύβοια, σε συνδυασμό με τη χρήση τοπικού πηλού, συνηγορούν για τη λειτουργία στην περιοχή, τουλάχιστον κατά τον 7ο και 6ο αι. π.Χ., ενός δραστήριου και παραγωγικού εργαστηρίου με ντόπιους ή περιοδεύοντες κεραμείς που όχι μόνο αντλούσαν τα θέματά τους από γειτονικά εργαστήρια, αλλά επιδίδονταν και στη δημιουργία νέων πρωτότυπων εικονιστικών συνθέσεων. Προκειμένου δε να καλύψουν τις τρέχουσες λατρευτικές ανάγκες των προσκυνητών οι κεραμείς καταπιάνονταν και με την παραγωγή τοπικών κεραμικών προϊόντων, όπως είναι τα λουτήρια και οι κρατήρες του 6ου π.Χ. αι., με 32 33 34 35 36 37 Βλ. π.χ. α) θραύσμα ανάγλυφου πίθου με παράσταση άρματος (Μουσείο Νάξου, αρ. ευρ. 1613): Σημαντώνη-Μπουρνιά 1990, 28-29, αρ. Κ22, πίν. 12γ (γ΄ τέταρτο 7ου αι. π.Χ.). β) Όστρακο πίθου (Μουσείο Σπάρτης, αρ. ευρ. 520): Μανακίδου 1994, 289, αρ. 89, πίν. 4β (τέλη 7ου αι. π.Χ.). Χατζηδημητρίου 2003-2004, 189, σημ. 36, πίν. 38β· Χατζηδημητρίου (υπό έκδοση). Verdan – Kenzelmann Pfyffer – Léderrey 2008, 121, αρ. 96, πίν. 24· 121, αρ. 98, πίν. 25· 123, αρ. 117, πίν. 30· 130, αρ. 316, πίν. 65. Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 61, εικ. 14· Χατζηδημητρίου 2004-2009, 523-524, αρ. 2-3, εικ. 2-3, σχέδ. 2-3. Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18748: Χατζηδημητρίου 2004-2009, 523, 534, εικ. 2, σχέδ. 2. Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 61, εικ. 13· 63, εικ. 16-17. 271 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Β. Κλασική περίοδος Βορειοανατολικά του προαναφερθέντος υστερογεωμετρικού οικοδομήματος αποκαλύφθηκαν, σε μήκος 14 μ., τα πενιχρά κατάλοιπα του κτιρίου IV που, από την περισυλλεγείσα κεραμική, χρονολογείται στους κλασικούς χρόνους (εικ. 13, 3β). Η εξαιρετικά αποσπασματική διατήρηση του κτιρίου οφείλεται και στο γεγονός ότι τμήμα του χρησιμοποιήθηκε για τη θεμελίωση του κτιρίου V, των πρώιμων βυζαντινών χρόνων (5ος-6ος αι. μ.Χ.). Η εύρεση στο εσωτερικό του κλασικού κτιρίου μελαμβαφών σκύφων του 4ου αι. π.Χ., με χαραγμένη στη βάση τους την επιγραφή ΙΕ, συντομογραφία της λέξης ιερός (εικ. 14)38, αλλά και οστράκων με εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα, συνηγορεί για την αναγνώριση ενός οικοδομήματος με λατρευτική χρήση.39 Σε μία μάλιστα περίπτωση πληροφορούμαστε και το όνομα του αναθέτη Λυσικλείδης, ένα αμάρτυρο στην Εύβοια όνομα, 13 που απαντά όμως στην Αττική (εικ. 15)40. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη χάραξη του ονόματος σε σκύφο αττικού τύπου του 5ου αι. π.Χ. επιτρέπει την αναγνώριση ενός Αθηναίου αναθέτη. Στην κατηγορία των μετάλλινων ευρημάτων περιλαμβάνονται χάλκινα αντικείμενα, όπως αιχμή βέλους, ελάσματα, πιθανότατα από σκεύη, ενεπίγραφο σταθμό και νομίσματα του Κοινού των Ευβοέων του 4ου αι. π.Χ. με βοοειδές στον εμπροσθότυπο και σταφυλίδα στον οπισθότυπο41. Ένας σιδερένιος δίσκος ρίψης (εικ. 16), ισχυρά διαβρωμένος, αποτελεί σπάνιο εύρημα, σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό χάλκινων δίσκων που, ως επί το πλείστον, απαντούν σε νεκροπόλεις.42 Η δισκοβολία μνημονεύεται ως άθλημα ήδη στα ομηρικά έπη, όπου ο δίσκος ρίψης απονεμόταν ως έπαθλο στον νικητή.43 Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι νικητές προσέφεραν τους δίσκους ως αναθήματα και ίσως και ο δίσκος από τους Ζάρακες να αποτελούσε ένα τέτοιο ανάθημα44. 15 16 14 13. Τμήμα του ανατολικού τοίχου του κτιρίου IV και των καταλοίπων του βυζαντινού κτιρίου V. 14. Μελαμβαφείς ενεπίγραφοι σκύφοι του 4ου αι. π.Χ. (ΜΕ 18746, 18897). 38 39 40 41 42 43 44 272 15. Θραύσμα μελαμβαφούς ενεπίγραφου σκύφου (ΜΕ 18919). 16. Σιδερένιος δίσκος ρίψης (ΜΕ 18711). Χατζηδημητρίου 2004-2009, 527-530, αρ. 10-15, εικ. 10-15, σχέδ. 10-15. Για τη χρήση σκύφων ως αναθημάτων, βλ. Agora XXIX, 207-208, αρ.1392-1397. Χατζηδημητρίου 2004-2009, 521-533. Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18919: Χατζηδημητρίου 2004-2009, 527, αρ. 9, εικ. 9, σχέδ. 9. Brunner 1998, 249-252. Για τη νομισματοκοπία του Κοινού των Ευβοέων, βλ. Picard 1990, 77-81. Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18711. Διάμ.: 23 εκατ. και βάρος: 3961 χιλιογράμμων. Για δίσκους ρίψης από σίδηρο, βλ. π.χ. Σταμπολίδης – Τασούλας (επιμ.) 2004, 108, αρ. 8 [S. Vassallo], αρ. 10 [E. Storaci]. Laser 1987, αρ. T58-T62. Jacobstahl 1933, 22, εικ. 12. 23, εικ. 13· Laser 1987, Τ61-Τ62. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ Βόρεια του κλασικού κτιρίου IV και εντός του βυζαντινού κτιρίου VI εντοπίσθηκε πεταλόσχημη λιθόκτιστη κατασκευή, προσανατολισμού Β.-Ν., με ακτίνα 1,50 μ. και εγκάρσιο τοίχο μήκους 4,10 μ., κτισμένο από δύο επάλληλες σειρές αργών λίθων, σωζόμενο σε ύψος ενός δόμου (εικ. 17, 3β). Η εύρεση στο εσωτερικό της κατασκευής ελάχιστων ακόσμητων οστράκων, οστών ζώων και θραυσμάτων γυαλιού, ρωμαϊκών χρόνων, δυσχεραίνουν τη χρονολόγηση, αλλά και την ταύτισή της.45 17 στον περιβάλλοντα χώρο, εφόσον η φύτευση δένδρων σε άλση ιερών και κυρίως του Απόλλωνος, μαρτυρείται και από τις γραπτές πηγές47, η κυριότερη εκ των οποίων είναι ο Παυσανίας48. Μία ανάλογη περίπτωση φύτευσης φυτών ή θάμνων απαντά στο Ηφαιστείο, το γνωστό ως Θησείο στην Αγορά των Αθηνών49. Ακόμη, γύρω από τον ναό του Διός στη Νεμέα εντοπίστηκαν μεγάλοι λάκκοι που, από την ανάλυση του χώματος και τις αναφορές της αρχαίας γραμματείας, φαίνεται ότι προορίζονταν για τη φύτευση κυπαρισσιών των οποίων η ύπαρξη στο ιερό άλσος του Διός μαρτυρείται από τον Παυσανία (ΙΙ.15,2-3)50. Γ. Στοιχεία λατρείας 17. Πεταλόσχημη λιθόκτιστη κατασκευή. Βορειοδυτικά των προαναφερθέντων κτιριακών καταλοίπων εντοπίσθηκαν κυκλοτερείς λάκκοι, διαμέτρου 30-50 εκ. και βάθους 8-22 εκ., λαξευμένοι στον μαλακό σχιστολιθικό βράχο, στο εσωτερικό των οποίων βρέθηκε μόνο καθαρό αμμουδερό χώμα. Οι λάκκοι αυτοί, ενδεχομένως να προορίζονταν για τη φύτευση θάμνων και μικρών φυτών, εφόσον το σχιστολιθικό βραχώδες έδαφος δεν επέτρεπε την ανάπτυξη μεγάλων δένδρων46. Ωστόσο η απουσία καταλοίπων δεν μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε το είδος του φυτού. Η καλλιέργεια φυτών ενισχύει την πιθανότητα ύπαρξης ενός άλσους 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 Τη θεότητα στην οποία ήταν αφιερωμένο, κατά τους κλασικούς τουλάχιστον χρόνους, το ιερό πληροφορούμαστε από ένα χάλκινο σταθμό (εικ. 18) του 4ου αι. π.Χ. με την επιγραφή ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ∆ΗΛΙΟ51. Το σταθμό αποτελείται από μία ορθογώνια πλίνθο βάρους 192 γραμμαρίων, μήκους 4,7 εκ. και πλάτους 3,5 εκ. Στην επάνω επιφάνειά της αποδίδεται νατουραλιστικά και σε έξεργο ανάγλυφο η κεφαλή ενός κριού. Τόσο η πλίνθος όσο και η κεφαλή του κριού έχουν χυτευθεί σε μήτρα52. Τα σταθμά αποτελούσαν υποδείγματα για την κατασκευή και τον έλεγχο των εμπορικών σταθμών που κυκλοφορούσαν στις αρχαίες αγορές και προορίζονταν για τη μέτρηση του βάρους των προϊόντων.53 Αυτά έφεραν εμβλήματα και επιγραφές ενδεικτικές της μονάδας βάρους που αντιπροσώπευαν. Το βάρος του συγκεκριμένου σταθμού αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του στατήρα των 768 γραμμαρίων, όπως καθορίστηκε με την πρώτη αλλαγή του αττικού μετρικού συστήματος, που συντελέστηκε στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.54 Η επιγραφή ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ∆ΗΛΙΟ περιμετρικά των στενών πλευρών της πλίνθου του σταθμού αποδίδεται Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 60, εικ. 11. Μία παρόμοιου σχήματος ημικυκλική κατασκευή που βρέθηκε στο εσωτερικό της θόλου του γεωμετρικού οικισμού στη Λαθούριζα Αττικής, έχει ταυτιστεί με εσχάρα-βωμό, βλ. Mazarakis-Ainian 1988, 112-113· MazarakisAinian 1994, 69-71, εικ.4· Mazarakis-Ainian 1995, 147, 151-153, εικ. 4-6· Mazarakis-Ainian 1997, 290. Την πιθανότητα ύπαρξης εσχάρας εντός της θόλου σημειώνει και ο Seiler 1986, 17-18, 22-23. Ακόμη βλ. Lauter 1985, 48-50. Για παρόμοια άποψη, βλ. Karageorghis – Demas 1985, 32, 258. Birge 1994, 9-19. Για τη λειτουργία των ιερών αλσών, βλ. Birge 1982, 188-232. Birge 1994a, 236-245. Camp 2004, 112, εικ. 64. Ο Miller (2005, 42, 188-189, εικ. 136) σημειώνει την ύπαρξη ιερών αλσών στις ακροπόλεις του Φλιούντα, του Ακροκορίνθου, στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου και κοντά στην πόλη του Άργους. Ερέτρια, Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. 18814: Χατζηδημητρίου 2006, 1077-1092. Για την τεχνική χύτευσης, βλ. Mitten – Doeringer 1968, 9-11· Hitzl 1996, 66-73. Βασιλοπούλου 1984, 1 κ.εξ. Για ένα αντίστοιχο χάλκινο σταθμό του 500 π.Χ. το οποίο ζυγίζει 190 γρ. και αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του στατήρα, βλ. π.χ. Agora X, 25, αρ. BW2, πίν. 1. Για τις αλλαγές του αττικού σταθμητικού συστήματος, βλ. Agora X, 18-21. 273 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ με στιγμωτή τεχνική (εικ. 18β)55, η εφαρμογή της οποίας ήταν ευρέως διαδεδομένη ήδη από την ύστερη αρχαϊκή περίοδο στην Αττική, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ως ο ευκολότερος τρόπος γραφής56. Σταθμά στα οποία αναγράφεται, συνήθως σε γενική, το όνομα της θεότητας απαντούν συχνά57. Ως σύμβολο σταθμού η κριοκεφαλή απαντά για πρώτη φορά, απ’ όσον τουλάχιστον γνωρίζω, σε αντίθεση με άλλες μορφές ζώων, που επιλέγονται σχετικά συχνά για τη διακόσμηση σταθμών58. Η κεφαλή του κριού με τα ισχυρά κέρατα απεικονίσθηκε στην τέχνη είτε ως σύμβο- λο αρχής, ανδρείας και επιθετικότητας είτε ως διακοσμητικό στοιχείο59. Ειδικότερα χρησιμοποιήθηκε ως λοφίο, ως επίσημα ασπίδων, ως έμβλημα στις παραγναθίδες κρανών60, αλλά και ως διακόσμηση των εξωτερικών όψεων ενός εμβόλου πολιορκητικού κριού από την Ολυμπία, των μέσων του 5ου αι. π.Χ., το οποίο συμβόλιζε προφανώς την ορμή και την επιθετικότητα του φορέα του61. Αλλά και ως νομισματικός τύπος η κριοκεφαλή δεν είναι σπάνια, εφόσον απαντά στο νομισματοκοπείο της Μήλου62, αλλά και των Δελφών, κέντρο λατρείας του Πυθίου Απόλλωνος. Ειδικότερα γύρω στο 480 π.Χ. κόβεται 18α 18β 18. (α) Χάλκινο ενεπίγραφο σταθμό (ΜΕ 18814) και (β) σχέδιο της επιγραφής. 55 56 57 58 59 60 61 62 274 Τα γράμματα αποδίδονται με πέντε έως επτά στιγμές και έχουν ύψος 8 χιλιοστά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ενεπίγραφο σταθμό με ανάγλυφη κεφαλή βοδιού από τη Φωκίδα, χρονολογούμενο στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π.Χ.. Σε αυτό τα γράμματα Ο και Ρ αποδίδονται, για λόγους ευκολίας, με στιγμωτή τεχνική, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα γράμματα που έχουν χαραχθεί κανονικά, βλ. Guarducci 1969, 478-479, εικ. 122· Kroll 1971, 90-93, πίν. 28e· Χατζηδημητρίου 2006, 1078. Hitzl 1997, 109, σημ. 3. Ενδεικτικά αναφέρουμε σταθμία με την επιγραφή ΔΙΟΣ στην Ολυμπία: Hitzl 1996, 77, 80 κ.εξ., με την επιγραφή ΗΡΗΣ στη Σάμο: Hitzl 1996, 127 και την επιγραφή ΑΜΦΙΑΡΑΟΥ ΙΕΡΟΝ στον Ωρωπό: Pernice 1894, 194, αρ. 781. Βλ. π.χ. α) Χάλκινο ενεπίγραφο σταθμό με κεφάλι ταύρου από τη Φωκίδα του 4ου αι. π.Χ.: Kroll 1971, 90-93, πίν. 28e. β) Μολύβδινο σταθμό με κεφάλι ταύρου από τη Φωκίδα: Pernice 1894, 180, αρ. 701· Kroll 1971, 92. γ) Σταθμά με χελώνες: Davidson – Thompson 1943, 28, αρ. 3, 4, εικ. 13· Agora X, 29-30, αρ. LW34 - LW49, πίν. 7-8· Βασιλοπούλου 1984, 38, πίν. 5.1-2, 6.1-9. Κορρές 1970, 1-3· Pettersson 1992, 63-64. Λοφία: Hoopes 1953, τ. II, 833-839, πίν. 81-86. Επισήματα ασπίδων: Chase 1902, 117, αρ. CCXIII. Παραγναθίδες: Hoopes 1953, 833-839, πίν. 83-86· Κορρές 1970, 1-6· Kunze 1967, 130-132, πίν. 69-71, 160-183, πίν. 88-95. Kunze 1956, 75-78, πίν. 40-42. Hirmer 1964, 111-112, πίν. 163. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ στους Δελφούς ένα εξαιρετικό νόμισμα με δύο κριοκεφαλές στον εμπροσθότυπο που, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, απεικονίζουν αργυρά ή χρυσά ρυτά σε μορφή κριοκεφαλής, προερχόμενα από τα λάφυρα της μάχης των Πλαταιών (479 π.Χ.)63. Η κριοκεφαλή όμως παραπέμπει και στον Κάρνειο Απόλλωνα, ο οποίος αποδιδόταν μορφοποιημένος σε κεφαλή κριού και η λατρεία του ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Λακωνία64. Από τα ανωτέρω στοιχεία τεκμηριώνεται η σχέση της κριοκεφαλής με τη λατρεία του Απόλλωνος και η σύνδεσή της με περισσότερα του ενός προσωνύμια του θεού. Η εύρεση του ενεπίγραφου σταθμού επιτρέπει την αναγνώριση στους Ζάρακες ενός τόπου λατρείας αφιερωμένου στον Δήλιο Απόλλωνα. Η θέση βέβαια του ιερού σε πεδινή έκταση και σε απόσταση τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων από το επίνειό του, τον Αλμυροπόταμο, εκ πρώτης όψεως δεν συνάδει με τη θέση των περισσοτέρων Δηλίων ιερών που έχουν εντοπιστεί σε παραθαλάσσιες περιοχές ή σε ορεινά υψώματα65. Ωστόσο, ο βαθύς όρμος του Αλμυροποτάμου, που την νότια πλευρά του φράζει το μεγάλο νησί της Καβαλιανής, θα αποτελούσε κατά την αρχαιότητα, όπως και σήμερα, ένα ασφαλές αγκυροβόλιο για τους ταξιδιώτες66. Στον ίδιο τόπο ενδέχεται, με βάση δύο ενεπίγραφα όστρακα, να λατρευόταν ο Απόλλων και ως ἑκηβόλος, που σήμαινε τον μακροβόλο εύστοχο τοξότη.67 Ο χαρακτηρισμός του Απόλλωνος ως ἑκηβόλου στα ομηρικά έπη και σε ομηρικούς ύμνους ενισχύει την πιθανότητα αναγραφής του συγκεκριμένου επιθέτου στα δύο ενεπίγραφα όστρακα.68 Σχέση του θεού Απόλλωνος 63 64 65 66 67 68 69 70 71 72 73 74 75 με τον Ζάρηκα, τοπικό ήρωα της περιοχής, προκύπτει και από αναφορά στα Σχόλια στον Λυκόφρονα, ότι ο Άνιος ήταν γιος του Ζάρηκος ο οποίος όμως γεννήθηκε από το σμίξιμο του Απόλλωνος και της Ροιούς69. Με τη λατρεία του Απόλλωνος ενδεχομένως να συνδέονται και δύο μικρά θραύσματα από μαρμάρινα γυμνά αγαλμάτια, που ίσως ανήκαν σε έναν αγαλματικό τύπο του θεού70. Η λατρεία του Απόλλωνος ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε ολόκληρη την Εύβοια. Στη Χαλκίδα μαρτυρείται η λατρεία του Δελφινίου Απόλλωνος, στην Ερέτρια του Δαφνηφόρου, στις Οροβίες του Σελιναίου ή Σελινούντιου, όπου σχετικά πρόσφατα εντοπίστηκε και η θέση του μαρτυρημένου από τον Στράβωνα μαντείου, στις Ταμύνες του Ταμυναίου, στο Μαρμάρι του Μαρμαρίνου και στην Κάρυστο του Πυθίου Απόλλωνος71. Ειδικότερα, ως Δήλιος συλλατρευόταν ο Απόλλων με τη Λητώ και την Αρτέμιδα και στην Ερέτρια72. Από επιγραφική μαρτυρία πιθανολογείται η λατρεία του Δηλίου Απόλλωνος και στην Κάρυστο, η οποία θεωρείται τόπος εύρεσης ενός χάλκινου όλμου από θύρα με την επιγραφή ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ: ΔΗΛΙΟΙΚΑ73. Η λατρεία του Απόλλωνος στην Κάρυστο εναρμονίζεται άλλωστε και με την καταγωγή των Καρυστίων από τους Δρύοπες, των οποίων ο μυθικός τους γενάρχης ο Δρύοπας ήταν γιος του Απόλλωνος74. Ένας μάλιστα από τους οίκους της Δήλου που ιδρύθηκε τον 6ο αι. π.Χ. έχει ταυτιστεί από επιγραφικές μαρτυρίες, κυρίως των ελληνιστικών χρόνων, με τον Καρυστίων οἶκο, στον οποίο πιθανότατα φυλάσσονταν οι προσφορές των Καρυστίων75. Κατά τον Ηρόδοτο η Κάρυστος και οι πόλεις της Εύβοιας αποτελούσαν σταθμούς του ετήσιου ταξιδιού Seltman 1965, 98-99· Kraay 1976, 121, αρ. 413. Για την ερμηνεία τους ως αργυρών ή χρυσών ρυτών, βλ. Hirmer 1964, 102-103, πίν. 146· Kraay 1976, 121, αρ. 413· Franke 1988-1989, 61, 68, εικ. 64. Για τη λατρεία του Κάρνειου Απόλλωνος και σχετικά μνημεία, βλ. Κορρές 1970, 7-12· Pettersson 1992, 60-62· Χατζηδημητρίου 2006, 1080, σημ. 26-27. Ο Rubensohn (1962, 39-43) επισημαίνει ότι η πλειονότητα των ιερών αυτών βρισκόταν εκτός των τειχών είτε σε ορεινά υψώματα είτε σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες. Για την ίδρυση δηλίων ιερών σε γειτονικές με την Εύβοια περιοχές, βλ. Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 65-66, σημ. 47. Το βόρειο ακρωτήριο που σχηματίζεται στην είσοδο του κόλπου του Αλμυροποτάμου έχει ταυτιστεί με το ακρωτήριο Λέων ἄκρα, που μνημονεύει ο Πτολεμαίος (III.15.24), βλ. Knoepfler 1997, 357· Πετράκος 1999, 10-11. Το νησί της Καβαλιανής ταυτίζεται, κατά μια εκδοχή, με το νησί όπου τάφηκε ο καρύστιος αθλητής Γλαύκος (Παυσανίας, VI.10.1-3), βλ. Πετράκος 1999, 11. Βλ. Χατζηδημητρίου 2004-2009, 525-526, αρ. 6, εικ. 6, σχέδ. 6· 527, αρ. 8, εικ. 8, σχέδ. 8. Για την ετυμολογία της λέξης ἑκηβόλος (ἑκάς+βάλλω), βλ. Χατζηδημητρίου 2004-2009, 522, σημ. 7. Ιλιάδας Ι, στ. 373, 438· ΧVI, στ. 513· XXIII, στ. 872· Ομηρικός Ύμνος εἰς Απόλλωνα, στ. 45, 177 (επιμ. M.L. West, 2003). Ι. Τζέτζης, Σχόλια εις Λυκόφρονα, τ. ΙΙ, 570-580 [M.C. Gottfried Müller, 1811]. Για τον Άνιο, βλ. Bruneau 1970, 413-430· Grimal 1991, 88, λήμμα Άνιος, 88· Gantz 1993, 577-578. Για τη Ροιώ, βλ. Grimal 1991, λήμμα Ροιώ, 607. Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 63, εικ. 19. Πρβλ. LIMC ΙΙ (1984), λήμμα Apollo, 256, αρ. 583, πίν. 227 [V. Lamprinoudakis]. Δελφίνιος Ἀπόλλων στη Χαλκίδα: Πλούταρχος, Τίτος Φλαμινίνος, XVI.3: Pérez 2007, τ. ΙΙ, 218-221. Δαφνηφόρος Απόλλων στην Ερέτρια: Pérez 2007, τ. ΙΙ, 297-300. Σελιναῖος ή Σελινούντιος Ἀπόλλων στις Οροβίες: Στράβων, Χ.1.3: Νικολόπουλος 2003-2004, 9-18· Pérez 2007, τ. Ι, 122-125. Ταμυναῖος Ἀπόλλων στις Ταμύνες: Στράβων, Γεωγραφικά, Χ.1.10· Λεξικόν της Σούδας, λ. Ταμύναι [επιμ. A. Adler, 1935]: Χατζηδημητρίου 2000, 40-43· Pérez 2007, τ. Ι, 125-128. Μαρμαρίνος Ἀπόλλων στο Μαρμάρι: Στράβων, Χ.1.6: Pérez 2007, τ. Ι, 122· Πύθιος Απόλλων στην Κάρυστο: IG XII, Suppl., 201: Béquignon 1935, 71-73· Χιδίρογλου 1996-1997, 177· Χιδίρογλου 2012, 288, σημ. 1269-1270· Pérez 2007, τ. Ι, 120-121. Το Δήλιο της Ερέτριας, το οποίο ταυτίστηκε από δύο όρους (3oς-1oς αι. π.Χ.), βρισκόταν εκτός της πόλης, στο νοτιοανατολικό άκρο του τείχους: Κουρουνιώτης 1900, 22-23, αρ.1. Για τη λατρεία του Απόλλωνος στην Ερέτρια, βλ. Θέμελης 1969, 170· Θέμελης 1987, 106-108· Pérez 2007, τ. II, 301. de Ridder 1894, 114, αρ. 592· Χιδίρογλου 1996-1997, 176-178. Σχόλια στον Απoλλώνιο τον Ρόδιο, στ. 1212-1219d [C. Wendel]: «... Δρύοπες ἔθνος ... ὠνομάσθησαν δε ἀπὸ Δρύοπος τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ Δίας τῆς Λυκάονος». Όσον αφορά στην καταγωγή των Καρυστίων ο Θουκυδίδης, VII.37.2, τους χαρακτηρίζει Δρύοπες. Αντίθετα ο Παυσανίας, IV.34.9-11, αποδίδει στους Στυριείς δρυοπική καταγωγή. Βλ. Vallois 1944, 24-25· Bruneau – Ducat 2005, 188· Constantakopoulou 2007, 52-53· Pérez 2007, τ. Ι, 111-114· Χιδίρογλου 2012, 446, σημ. 1992-1993. Για τη Δήλο και τη λατρεία του Δηλίου Απόλλωνος, βλ. Constantakopoulou 2007, 38-60. 275 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ των ιερών προσφορών από τη χώρα των Υπερβορείων στη Δήλο, τόπο λατρείας του Απόλλωνος76. Σύμφωνα με την δηλιακή παράδοση, ο Απόλλων αποδημούσε κατά τους χειμερινούς μήνες στη χώρα των Υπερβορείων, η οποία θεωρείτο γενέθλια γη της μητέρας του Λητούς. Η επιστροφή δε του Απόλλωνος κατά τους εαρινούς μήνες στη γενέθλια γη αποτυπώνεται στην εικονογραφία με την εμφάνισή του επάνω σε άρμα που το σέρνουν κύκνοι, τα ιερά πουλιά του θεού77. Η αρχαιότερη μαρτυρία για τη διαδρομή που ακολουθούσαν οι ιερές προσφορές κατά τη διέλευσή τους από την Εύβοια, μνημονεύεται στον Ηρόδοτο (IV.33). Σύμφωνα με αυτήν οι προσφορές έφθαναν στην Κάρυστο μετά από μακρύ ταξίδι, μέσω Σκυθίας, Αδριατικής, Δωδώνης, Μαλιακού κόλπου και πόλεων της Ευβοίας78. Από εκεί οι προσφορές μεταφέρονταν με πλοίο στην Τήνο, παρακάμπτοντας την Άνδρο, για να καταλήξουν στο ιερό νησί της Δήλου79. Η διέλευση των ιερών προσφορών δια μέσου της Εύβοιας μαρτυρείται και στον Ύμνο εις Δήλο του ποιητή Καλλίμαχου. Στον ύμνο αυτό μνημονεύεται μία παραπλήσια διαδρομή κατά την οποία οι ιερές προσφορές μεταφέρονταν από τη Δωδώνη στον Μαλιακό κόλπο και από εκεί δια θαλάσσης διαπλέοντας σε “γείτονες” όρμους της Εύβοιας έφθαναν στη Δήλο.80 Η μνεία της Δωδώνης ως πρώτου σταθμού εντός του ελληνικού χώρου το πιθανότερο είναι να σχετίζεται με το ιερό του Διός81, ενώ η παράκαμψη, κατά την πορεία των προσφορών, του δελφικού ιερού θα μπορούσε να αποδοθεί στις εχθρικές σχέσεις μεταξύ του ιερατείου της Δωδώνης και των Δελφών82. Τέλος, από τον Παυσανία (Ι.31,2) πληροφορούμαστε μία διαφορετική θαλάσσια διαδρομή, σύμφωνα με την 76 77 78 79 80 81 82 83 84 85 86 276 οποία οι απαρχές παραδίδονταν από τους Υπερβόρειους διαδοχικά στους μυθικούς λαούς των Αριμασπών και των Ισσηδόνων και κατέληγαν στους Σκύθες, οι οποίοι τις μετέφεραν στη Σινώπη. Από εκεί Έλληνες τις παραλάμβαναν και τις μετέφεραν πρώτα στις Πρασιές, το σημερινό Πόρτο Ράφτη, όπου υπήρχε ναός του Απόλλωνος, και κατόπιν στη Δήλο83. Οι διαφοροποιήσεις δε που διαπιστώνονται κατά τη χάραξη της πορείας των προσφορών έχουν αποδοθεί όχι μόνο στη χρονική απόσταση μεταξύ των πηγών, αλλά και σε θρησκευτικούς και πολιτικούς παράγοντες84. Η μαρτυρημένη λοιπόν από τις πηγές χερσαία ή θαλάσσια πορεία των προσφορών, μέσω των ευβοϊκών πόλεων, κάνει ελκυστική την εκδοχή ο αρχαίος δήμος των Ζαράκων, όπου και το ιερό του Δηλίου Απόλλωνος, να περιλαμβανόταν ανάμεσα στις ευβοϊκές πόλεις, από τις οποίες διερχόταν η πομπή. Ο κοινός προορισμός και στις τρεις περιγραφόμενες διαδρομές, δηλαδή η Δήλος, δεν αφήνει αμφιβολία για την πραγματική υπόσταση των προσφορών, που τεκμηριώνεται και επιγραφικά κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., χωρίς όμως να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους85. Στον Ηρόδοτο (IV. 33) μνημονεύεται μόνο ο τρόπος με τον οποίο είναι κρυμμένες οι προσφορές «ἐν καλάμῃ πυρῶν», δηλαδή μέσα σε άχυρο από σιτηρά, ενώ κατά τον ποιητή Καλλίμαχο ( Ὕμνος εἰς Δῆλον, στ. 283-284) οι προσφορές ήταν βλαστοί δημητριακών. Από τους σύγχρονους ερευνητές το περιεχόμενο των προσφορών έχει ταυτιστεί με απαρχές σφάγιων, αυγά κύκνων, μέλι υπερβορείων μελισσών ή ψήφους από ήλεκτρο86. Η ταύτιση των προσφορών με ήλεκτρο έχει ως αφετηρία της τους θαλάσσιους δρόμους του εμπορίου και την σύνδεση ενός τμήματος της μυθικής πορείας των Για τους Υπερβόρειους, βλ. Romm 1989, 97-113· Παπαδοπούλου 1999, 115-118. Για τον Υπερβόρειο Απόλλωνα, βλ. Burkert 1993, 245, 312, 392· Bouzek 2000, 57-62. Για την εικονογραφία, βλ. Ahl 1982, 373-411· LIMC ΙΙ (1984), λήμμα Apollo, 227, αρ. 342-344, πίν. 211 [V. Lamprinοudakis]. Ηρόδοτος, Ιστορία, IV.33: «..., ἀπὸ δὲ τούτων καταβαίνειν ἐπὶ τὸν Μηλιέα κόλπον καὶ διαπορεύεσθαι ἐς Εὔβοιαν, πόλιν τε ἐς πόλιν μέχρι Καρύστου, τὸ δ’ ἀπὸ ταύτης ἐκλιπεῖν Ἄνδρον· Καρυστίους γαρ εἶναι τοὺς κομίζοντας ἐς Τῆνον, Τηνίους δὲ ἐς Δῆλον». Για την πορεία των ιερών προσφορών των Υπερβορείων, βλ. Tréheux 1953, 758-774· Parke 1967, 279-286· Biancucci 1973, 207-220· Bruneau 1970, 38-44· Burkert 1993, 312· Χιδίρογλου 1998, 176- 178· Pérez 2007, τ. Ι, 105-111. Σύμφωνα με τον Τιβέριο (2001, 120 κ.εξ.), η παράκαμψη της Άνδρου μπορεί να σήμαινε αφ’ ενός μεν ότι το νησί δεν είχε σε παλαιότερους χρόνους στενές σχέσεις με τη Δήλο, αφ’ ετέρου δε ότι σε αυτό κυριαρχούσε η λατρεία του Διονύσου, μεγάλου αντιπάλου του Απόλλωνος. Καλλίμαχος, Ὕμνος εἰς Δῆλον, στ. 287-290: «Ἱερὸν ἄστυ καὶ οὔρεα Μηλίδος αἴης ἔρχονται· κεῖθεν δὲ διαπλώουσιν Ἀβάντων εἰς ἀγαθὸν πεδίον Ληλάντιον· οὐδ’ ἔτι μακρὸς ὁ πλόος Εὐβοίηθεν, ἐπεὶ σέο γείτονες ὅρμοι». Βλ. Mineur 1984, 229-230· Pérez 2007, τ. ΙΙ, 221-228. Χατζηδημητρίου 2006, 1083, σημ. 45. Η τελετουργική πομπή των υπερβορείων προσφορών, με κύριο προορισμό τη Δήλο, έχει θεωρηθεί και ως αντανάκλαση των ανταγωνισμών ανάμεσα στα μαντεία. Έχει δηλαδή διατυπωθεί η άποψη ότι στη Δήλο υπήρχε, σύμφωνα με τον Ὁμηρικὸ Ὕμνο εἰς Ἀπόλλωνα (131 κ.εξ.), ένα μαντείο κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και ίσως η πομπή αυτή αποτελούσε αφορμή για να τονίσει το ιερατείο της Δήλου τους δεσμούς του με τους Υπερβορείους σε αντιπαράθεση με το δελφικό μαντείο, βλ. Parke 1967, 286· Parke 1979, 48-49, 114-117· Χατζηδημητρίου 2006, 1083, σημ. 46. Για τη λατρεία του Απόλλωνος στις Πρασιές ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους, βλ. Αποστολοπούλου-Κακαβογιάννη 1986, 171-175, πίν. 73-74· Δεληβορριάς 1999, 328-333, πίν. 1-4. Για παράδειγμα κατά τον Mineur 1984, 227, η προσθήκη της Σινώπης στη μνημονευόμενη από τον Παυσανία διαδρομή πιθανότατα να αποδίδεται σε αθηναϊκή παραλλαγή η οποία εισήχθη μετά το 436 π.Χ., έτος κατά το οποίο η Σινώπη έγινε αθηναϊκή αποικία. Αντίθετα ο Parke (1967, 285-286) υποστηρίζει ότι η νέα αυτή πορεία των προσφορών άρχισε από το 166/5 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι απέκτησαν τον έλεγχο της Δήλου και καθιέρωσαν το έθιμο της αποστολής των υπερβορείων προσφορών από τις Πρασιές. Δύο κείμενα από αμφικτυονικούς λογαριασμούς αποδεικνύουν την ύπαρξη των προσφορών τουλάχιστον κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., βλ. Dürrbach 1911, 11, αρ. 1, στ. 49 ([ Ὑ ]περβορέων ἱερά)· Coupry 1938, 96, 241-242 (IG II2, 1636, A8: …ἐξ ‘Υπερβορέων)· Tréheux 1953, 762· Bruneau 1970, 39-40. Bruneau 1970, 39-40· Tréheux 1953, 764-766. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ Υπερβορείων προσφορών με τον εμπορικό δρόμο του ηλέκτρου, που ξεκινούσε από την περιοχή της Βαλτικής θάλασσας87. Η τελευταία αυτή άποψη δεν έχει γίνει αποδεκτή από μεγάλο μέρος της έρευνας88. Τα περισσότερα στοιχεία συγκλίνουν στην αναγνώριση μιας λατρευτικής πομπής, της οποίας η διαδρομή καθοριζόταν από θρησκευτικούς κανόνες. Από την αναφορά ακόμη στο έργο του Ψευδοπλουτάρχου, Περί μουσικής (1136b) ότι: «καὶ τὰ ἐξ Ὑπερβορέων δὲ ἱερὰ μετ’ αὐλῶν καὶ συρίγγων καὶ κιθάρας εἰς τὴν Δῆλον φασι τὸ παλαιὸν στέλλεσθαι» μπορούμε να συμπεράνουμε ότι σε παλαιότερες εποχές η πομπή συνοδευόταν υπό τους ήχους μουσικών οργάνων 89. Στην πομπή αυτή εικάζουμε ότι θα συμμετείχαν ενεργά και οι πόλεις της Εύβοιας, ενώ κατά τη μεταφορά των προσφορών τα τοπικά ιερά θα χρησιμοποιούνταν ως σταθμοί 90. Με αφορμή τη διέλευση της πομπής από τον αρχαίο δήμο στον Ζάρακα, οι δημότες του αλλά και άλλοι προσκυνητές, θα συμμετείχαν σε πανήγυρη, στην οποία πραγματοποιούνταν συναλλαγές εμπορικού χαρακτήρα. Στις συναλλαγές αυτές δεν αποκλείεται να είχε χρησιμοποιηθεί και το αφιερωμένο στον Δήλιο Απόλλωνα σταθμό, κατ’ αναλογία με τα αναθηματικά σταθμά που βρέθηκαν στο ιερό του Διός στην Ολυμπία91. Ο χαρακτηρισμός άλλωστε από τον Στράβωνα (Χ.5.4) της δηλιακής γιορτής προς τιμήν του Απόλλωνος ως «ἡ τε πανήγυρις ἐμπορικὸν τι πρᾶγμα ἐστὶ …» βεβαιώνει την πραγματοποίηση εμπορικών συναλλαγών κατά τη διάρκειά της. Από τα ποικίλα ευρήματα αναθηματικού χαρακτήρα τεκμαίρεται η χρήση του ιερού από τους υστερογεωμετρικούς/αρχαϊκούς έως και τους ύστερους κλασικούς χρόνους, περίοδο κατά την οποία τοποθετείται και η ακμή του. Στους ελληνιστικούς χρόνους το ιερό φαίνεται να παρακμάζει και σταδιακά εγκαταλείπεται. Κατά τη βυζαντινή περίοδο στον ίδιο χώρο και περιμετρικά της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής ιδρύεται οικισμός και εργαστηριακές εγκαταστάσεις. Μετά την εγκατάλειψη του οικισμού ο χώρος χρησιμοποιείται ως νεκροταφείο92. Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο στον χώρο των κτιριακών καταλοίπων της κλασικής περιόδου λειτουργούν βιοτεχνικές 87 88 89 90 91 92 93 94 95 96 97 98 99 100 εγκαταστάσεις και ειδικότερα κεραμικά εργαστήρια, όπως μαρτυρεί η εύρεση λύχνων και μητρών λύχνων, καθώς και πήλινων κυκλοτερών πλακών, διακοσμημένων με εμπίεστα ακτινωτά μοτίβα, που ίσως χρησιμοποιούνταν ως καλύμματα πίθων93. Δ. Τοπογραφία – Φιλολογικές πηγές Η διατήρηση της ονομασίας Ζάρκα ή Ζάρακες αποτελεί μία από εκείνες τις περιπτώσεις, όπου ένα αρχαίο τοπωνύμιο διατηρείται, έστω και παραλλαγμένο, μέχρι τους χρόνους μας.94 Σχετικά όμως με την ακριβή ονομασία του αρχαίου δήμου, που εντοπίζεται στην περιοχή των Ζαράκων, παρατηρείται σύγχυση στις γραπτές πηγές95. Έτσι, μολονότι από επιγραφικές μαρτυρίες συνάγεται η ύπαρξη ενός αρχαίου δήμου που υπαγόταν στην επικράτεια της Ερέτριας, εντούτοις, λόγω της συντομογραφικής εκφοράς του ονόματός του ως Ζα, Ζαρη, Ζαρ, δεν προκύπτει με βεβαιότητα η ακριβής ονομασία του96. Η μοναδική φιλολογική μαρτυρία για την ταύτιση της ονομασίας του αρχαίου δήμου στην περιοχή των Ζαράκων, αλλά και της γεωγραφικής θέσης του, σώζεται στον βίο του Φωκίωνος του ιστορικού Πλουτάρχου. Στο κείμενο αυτό περιγράφεται η κατάληψη ενός φρουρίου στα Ζάρητρα, η θέση του οποίου τοποθετείται εκεί όπου το πλάτος του νησιού σχηματίζει «βραχὺ διάζωμα»97. Έτσι, η ονομασία Ζάρητρα, με τη ρίζα Ζαρη, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες, και την απόδοση του ονόματος Ζαρηκιάδης σε ένα μολύβδινο έλασμα από τα Στύρα98 μας επιτρέπει να εικάσουμε το τοπωνύμιο Ζάρηξ ως πιθανότερη ονομασία του αρχαίου δήμου. Το φρούριο των Ζαρήτρων, που καταλήφθηκε από τον Αθηναίο στρατηγό Φωκίωνα κατά τη διάρκεια της αθηναϊκής εκστρατείας το έτος 349/348 π.Χ.99 ταυτιζόταν από την παλαιότερη έρευνα με τον ονομαζόμενο σήμερα «Ελληνόπυργο» ή «Ληνόπυργο», ο οποίος βρίσκεται στον σύγχρονο οικισμό των Ζαράκων, διαμορφωμένος σε ανεμόμυλο, που έχει πλέον εγκαταλειφθεί 100. Από την πρόσφατη όμως έρευνα το φρούριο των Ζαρήτρων Για τους εμπορικούς δρόμους του ηλέκτρου, βλ. Ahl 1982, 394-398· Mineur 1984, 226. Hammond 1967, 331. Παπαδοπούλου 1999, 114-118. Parke 1967, 283-284. Hitzl 1996, 101-104. Α. Χατζηδημητρίου, ΑΔ 53 (1998): Β1, Χρονικά, 368-370. Χατζηδημητρίου 2003-2004α, 56, εικ. 3· 60, εικ. 10. Για το τοπωνύμιο Ζάρκα, βλ. Markl 1966, 66· Μπαλτά 1996-1997, 30-31. Για τον οικισμό Ζάρηξ ή Ζάραξ, βλ. Ulrichs 1863, 248· Baumeister 1864, 53-54· Bursian 1872, 424· Γουναρόπουλος 1930, 121· Geyer 1962, 87· Φουσάρας 1964, 130· Gehrke 1988, 25. Βλ. π.χ. IG XII. 9, αρ. 191 B (passim)· αρ. 241, στ. 26-27, 34· αρ. 245 A,B (passim). Πλούταρχος, Φωκίων, 13.7: «Ἐκ τούτου τὸν τε Πλούταρχον ἐξέβαλεν ἐκ τῆς Ἐρετρίας, καὶ Ζάρητρα φρούριον ἑλὼν ἐπικαιρότατον, ᾗ μάλιστα συνελαύνεται τὸ πλάτος εἰς βραχὺ διάζωμα τῆς νήσου σφιγγομένης ἑκατέρωθεν ταῖς θαλάσσαις,...». Bechtel 1887, 25, αρ. 19.199. Για το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, βλ. Cawkwell 1962, 127· Knoepfler 1971, 237· Wallace 1972, 232· Tritle 1992, 164· Βρανόπουλος 1995, 119-120. Γενικότερα για την εκστρατεία, βλ. Cawkwell 1962, 127-130· Wallace 1972, 228-233· Tritle 1992, 160-164· Χατζηδημητρίου 2000, 40-43. Σύμφωνα με τον Καρατζά (1940, 243-244), η ονομασία Ληνόπυργος αποτελεί μεταγενέστερη παραφθορά της ονομασίας Ελληνόπυργος. Κατά τον Ραγκαβή (Rangabé 1852, 25-26, πίν. IV) η κάθε πλευρά του πύργου είχε μήκος 6,05 μ. Σχετικά με τον πύργο ακόμη, βλ. Bursian 1872, 429· Lolling 1989, 410· Φουσάρας 1964, 130· Sackett κ.ά. 1975, 159-160. 277 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ταυτίστηκε με τον τειχισμένο οικισμό στη θέση Μυρτιά, που απέχει πέντε χιλιόμετρα από τον πύργο των Ζαράκων και 2,5 χιλιόμετρα από το ιερό. Η θέση της οχύρωσης σε λόφο που επέτρεπε την επίβλεψη της κύριας οδικής αρτηρίας προς τα Στύρα και είχε οπτική επαφή όχι μόνο με τα δύο θαλάσσια περάσματα του ευβοϊκού κόλπου και του Αιγαίου, αλλά και με το ιερό στη θέση της Ζωοδόχου Πηγής οδηγεί στην αναγνώριση μίας κομβικής σημασίας στρατιωτικής εγκατάστασης. Η εύρεση δε στο εσωτερικό της οχύρωσης υφαντικών βαρών και πήλινων κυψελών δηλώνει την άσκηση και ασχολιών αγροτικού χαρακτήρα, όπως της υφαντουργίας και της μελισσοκομίας.101 Ο εντοπισμός ακόμη του συχνού στην ερετριακή επικράτεια ονόματος ΚΑΛΛΙΑΣ χαραγμένο σε έναν λίθο στο φρούριο της Μυρτιάς, σε συνδυασμό με την παρουσία του ίδιου ονόματος και σε καταλόγους πολιτών του 3ου αι. π.Χ. από τον Ζάρηκα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενδείξεις για την υπαγωγή του φρουρίου στον αρχαίο αυτό δήμο.102 Αξίζει να επισημανθεί ότι η καταμέτρηση στους ανωτέρω καταλόγους 288 πολιτών από τον Ζάρηκα έχει οδηγήσει στην ταύτισή του με τον μεγαλύτερο από τους ερετριακούς δήμους, του οποίου ο πληθυσμός υπολογίζεται ότι θα προσέγγιζε τα 700 άτομα.103 Εκτός όμως από την Εύβοια το τοπωνύμιο Ζάραξ απαντά και στη Λακωνία. Ο Παυσανίας (Ι.38,4) αναφερόμενος στο ηρώο του Ζάρηκα στην Ιερά οδό, υποστηρίζει ότι ο Ζάρηξ ήταν Λακεδαιμόνιος και ότι σε αυτόν οφείλει το όνομά της η πόλη Ζάραξ στη Λακωνική104. Σύμφωνα πάντα με τον Παυσανία (ΙΙΙ.21,7 και 24,1) στην πόλη Ζάραξ, που ήταν μια λακωνική πολίχνη, υπήρχε ναός του Απόλλωνος και λατρευτικό άγαλμα του θεού με κιθάρα105. Στον αρχαίο Ζάρακα, που σήμερα τοποθετείται στο λιμάνι του Γέρακα, έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα της ακρόπολης και του ναού του Απόλλωνος106. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (Γεωγραφία, ΙΙΙ.16.14), μνημονεύει και όρος με την ονομασία Ζάρηξ στην Πελοπόννησο107. 101 102 103 104 105 106 107 108 109 110 111 112 113 114 278 Τα κοινά τοπωνύμια Εύβοια108 και Κάρυστος109 στην Εύβοια και την Πελοπόννησο αντίστοιχα δεν θα πρέπει να θεωρηθούν τυχαία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μνεία του Παυσανία (ΙΙ.23,1) για την ύπαρξη στην Κοίλη οδό του Άργους ιερού του Διονύσου, του οποίου το λατρευτικό άγαλμα λέγεται ότι προέρχεται από την Εύβοια. Αυτό βρήκαν οι Αργείοι στη σπηλιά του Διονύσου όταν ναυάγησαν στο ακρωτήριο Καφηρέα της Εύβοιας, κατά την επιστροφή τους από την Τροία110. Οι δεσμοί ανάμεσα στις δύο περιοχές δεν περιορίζονται στη λατρεία του Απόλλωνος και στα κοινά τοπωνύμια, καθώς από τα Εθνικά του Στέφανου Βυζάντιου πληροφορούμαστε ότι οι γιοι του Διός, Γεραιστός και Ταίναρος, ήταν μυθικοί ιδρυτές δύο ιερών του Ποσειδώνος στη Γεραιστό της νότιας Εύβοιας και στο Ταίναρον της Λακωνίας αντίστοιχα111. Η διάδοση της λατρείας του Απόλλωνος στους δύο τόπους πιθανότατα να οφείλεται στην εγκατάσταση Δρυόπων στην Πελοπόννησο και τη νότια Εύβοια112. Όπως προκύπτει από τις πηγές οι Ασιναίοι που αρχικά κατοικούσαν στην περιοχή του Παρνασσού, καταδιωκόμενοι από τον Ηρακλή, εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Ασίνη και κατόπιν στη Μεσσήνη113. Οι ανωτέρω φιλολογικές μαρτυρίες αποτελούν μία πρώτη καταγραφή των δεσμών λατρείας μεταξύ των δύο περιοχών που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση και αρχαιολογική τεκμηρίωση. Χωρίς αμφιβολία, ο αποσπασματικός χαρακτήρας των ανασκαφικών δεδομένων από τους Ζάρακες δεν επιτρέπει την αποκατάσταση μίας ικανοποιητικής εικόνας για την ταύτιση των αποκαλυφθέντων κτιριακών καταλοίπων και την ερμηνεία των κινητών ευρημάτων. Εντούτοις τα ταπεινά αυτά κατάλοιπα έρχονται να προσθέσουν στον χάρτη της Εύβοιας έναν ακόμη τόπο λατρείας αφιερωμένο στον Απόλλωνα αλλά και μία ακόμη θέση με πρώιμες επιγραφικές μαρτυρίες, δίπλα σε αυτήν της Ερέτριας114. Fachard 2012, 214 -219. Fachard 2003, 96-97, εικ. 2· Fachard 2012, 215, εικ. 175. Για το όνομα Καλλίας, βλ. LGPN I (1987), 243, s.v. Wallace 1961, 189-190· Fachard 2012, 122-123. Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά, λ. Ζάρηξ, 294, Berlin 1849 [έκδ. A. Meineke]. Για τα προσφιλή μουσικά όργανα του Απόλλωνος και τον συμβολισμό τους, βλ. Παπαδοπούλου 1999, 114-118· Τιβέριος 2001, 120. Wace – Hasluck 1908-9, 167-173· Κατσώρης 1972, 173-186· Christien 1987, 113-115· Shipley 2000, 377-379. Από τα σχόλια στον Claudii Ptolemaei, Geographia, ΙΙΙ.16.19: «Στύμφαλος ἡ Ζαρακά» [C.F.A. Nobbe 1843], πληροφορούμαστε την ύπαρξη του τοπωνυμίου Ζαρακάς στην περιοχή της Στυμφαλίας, του νομού Κορινθίας, βλ. Μηλιαράκης 1886, 152-153. Ο Μηλιαράκης (1886, 142) ακόμη σημειώνει το τοπωνύμιο Ζαρακάς και στον Δήμο της Σολύγειας. Σημειώνεται ότι ο τονισμός του τοπωνυμίου δεν είναι βέβαιος καθώς ο Παναγιωτόπουλος (1985, 242, 292, αρ. 86) μεταγράφει το τοπωνύμιο Saracca ως Ζάρακας. Ο Παυσανίας, ΙΙ.17,1-2, μνημονεύει ότι το Ηραίο του Άργους κείται στις υπώρειες του όρους Εύβοια. Από τον Στράβωνα, Γεωγραφικά, Χ.1.6, πληροφορούμαστε ότι: «Κάρυστος δὲ ἐστι καὶ ἐν τῇ Λακωνικῇ τόπος τῆς Αἴγυος πρὸς Ἀρκαδίαν, ἀφ’ οὗ Καρύστιον οἶνον Ἀλκμὰν εἴρηκε.». Ο Πίκουλας (1988, 239-240) τοποθετεί την Κάρυστο στην ευρύτερη περιοχή Δυρραχίου ή στην άνω κοιλάδα του Ξερίλα του νομού Αρκαδίας. Reber 2001, 452-453. Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά, λήμμα Γεραιστός, 203, λήμμα Ταίναρος, 598. Βλ. Schumacher 1993, 62-87· Knoepfler 2000, 337-339· Pérez 2007, τ. Ι, 84-88. Fourgous 1989, 5-32· Χιδίρογλου 2012, 8, 551. Ηρόδοτος, VIII.43, 73· Διόδωρος Σικελιώτης, IV.37.2· Σχόλια στον Απoλλώνιο τον Ρόδιο 1212-1219d· Παυσανίας, IV.34,9-11. Theurillat – Κenzelmann Pfyffer – Verdan 2005, 51-83. Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ Βιβλιογραφία Αποστολοπούλου-Κακαβογιάννη Ο. 1986: «Δύο νέα μνημεία υστεροαρχαϊκής πλαστικής από τις Πρασιές», στο H. Kyrieleis (επιμ.), Archaische und klassische griechische Plastik. Akten des Internationalen Kolloquiums vom 22-25 April 1985 in Athen, Mainz, 171-175. Αρβανιτόπουλος Α.Σ. 1937: Επιγραφική, τ. Ι, Αθήνα. Βασιλοπούλου, Β.Ί. 1984: Το αττικό σταθμητικό σύστημα. Αρχαϊκή Κλασσική και Ελληνιστική Περίοδος [Διδ. Διατριβή], Αθήνα. Βελιδάκη Α. – Φαράκλας Ν. 2001: Ο Κένταυρος στην Πρώιμη Ελλάδα. Μορφή - περιεχόμενο - σημασιοδοτήσεις, [Ρίθυμνα: αρ. 8], Ρέθυμνο. Βρανόπουλος Ε. 1995: Ιστορία της Αρχαίας Ευβοίας, Αθήνα [1987]. Γουναρόπουλος Κ. 1930: Ιστορία της νήσου Ευβοίας, Θεσσαλονίκη. Δεληβορριάς Α. 1999: «Ένας Απόλλων Δήλιος, μάλλον από την Αττική», στο Ν. Χρ. Σταμπολίδης (επιμ.), Φως Κυκλαδικόν. Τιμητικός τόμος στη μνήμη του Νίκου Ζαφειρόπουλου, Αθήνα, 328-337. Δεσποίνη Αικ. 2000: «Ελάσματα Σίνδου με ζωφόρο ζώων», στο Π. Αδάμ-Βελένη (επιμ.) Μύρτος. Μελέτες στη μνήμη της Ιουλίας Βοκοτοπούλου, Θεσσαλονίκη, 277-304. Ζαφειροπούλου A.Φ. 1985: Προβλήματα της μηλιακής αγγειογραφίας, Αθήνα. Θέμελης Π. 1969: «Ερετριακά», ΑρχΕφ, 143-178. Θέμελης Π. 1987: «Ερετριακές Λατρείες», στο Φίλια Έπη εις Γεώργιον Ε. Μυλωνάν, Αθήνα, 106-125. Καλλιγάς Π.Γ. 1986: «Αρχαίοι ευβοϊκοί μύθοι», ΑΑΧ 1, 103-108. Καλτσάς Ν. – Fachard S. – Ψάλτη Α. – Γιαννοπούλου Μ. (επιμ.) 2010: Ερέτρια. Ματιές σε μία αρχαία πόλη, Αθήνα. Καρατζά Σ.Κ. 1940: «Αρχαιοπινή και άλλα τινά τοπωνύμια εν Ευβοία», Αθηνά 50, 237-249. Κατσώρης Α.Δ. 1972: Επαρχία Επιδαύρου Λιμηρά. Η άγνωστη χερσόνησος του Μαλέα, Αθήνα. Κορρές Γ.Στ. 1970: Τα μετά κεφαλών κριών κράνη (Η κεφαλή κριού ως έμβλημα αρχής), Αθήνα. Κουρουνιώτης K. 1900: «Εκ του ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος», ΑρχΕφ, 5-26. Μαζαράκης Αινιάν Α.Λ. 2000: Όμηρος και Αρχαιολογία, Αθήνα. Μανακίδου Π.Ε. 1994: Παραστάσεις με άρματα (8ος-5ος αι. π.Χ.). Παρατηρήσεις στην εικονογραφία τους, Θεσσαλονίκη. Μηλιαράκης Α. 1886: Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας, Αθήνα. Μπαλτά Ε. 1996-1997: «Η Καρυστία, 15ος-17ος αιώνας», ΑΕΜ 32, 5-58. Ματθαίου Ά. 2004-2009: «Θραύσμα ενεπίγραφου πίθου από τους Ζάρακες Καρυστίας», Ηόρος 17-21, 541-544. Νικολόπουλος Ε. 2003-2004: «Ιερό του Απόλλωνος στις Ροβιές Ευβοίας», ΑΕΜ 35, 9-18. Παναγιωτόπουλος Β. 1985: Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος-18ος αιώνας, Αθήνα. Παπαβασιλείου Γ.Α. 1910: Περί τῶν ἐν Εὐβοία ἀρχαίων τάφων, Αθήνα. Παπαδοπούλου Ζ. 1999: «Απόλλων Εύυμνος, Αστερίη Φιλόμολπος. Η μουσική και η χορεία στους μύθους και τις τελετουργίες της Δήλου», στο Ν. Χρ. Σταμπολίδης (επιμ.), Φως Κυκλαδικόν. Τιμητικός τόμος στη μνήμη του Νίκου Ζαφειρόπουλου, Αθήνα, 114-125. Πετράκος Β. Χ. 1999: Ο Δήμος του Ραμνούντος: σύνοψη των ανασκαφών και των ερευνών (1813-1998), τ. 1, Τοπογραφία, Αθήνα. Πίκουλας Γ.Α. 1988: Η νότια μεγαλοπολιτική χώρα από τον 8ο π.Χ. ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα, Αθήνα. Σημαντώνη-Μπουρνιά Ε. 1990: Ανασκαφές Νάξου. Οι ανάγλυφοι πίθοι, Αθήνα. Σταμπολίδης Ν.Χρ. – Τασούλας Γ. (επιμ.) 2004: Μεγάλη Ελλάς. Αθλητισμός και Ολυμπισμός στην περιφέρεια του Ελληνικού κόσμου, Αθήνα. Τιβέριος Μ.Α. 1976: Ο Λυδός και το έργο του. Συμβολή στην έρευνα της αττικής μελανόμορφης αγγειογραφίας, Αθήνα. Τιβέριος Μ.Α. 2001: «Η θρησκεία στην αρχαία Άνδρο», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών ΙΖ΄ (2000-2001). Πρακτικά Β΄ Κυκλαδικού Συνεδρίου, Θήρα 31 Αυγούστου - 3 Σεπτεμβρίου 1995, Μέρος Α΄, Αθήνα, 117-134. Φουσάρας Γ.Ί. 1964: «Η Ιστορία της Αρχαίας Ευβοίας του Jules Girard», ΑΕΜ 11, 5-135. Χατζηδημητρίου Α. 2000: Αλιβέρι. Συμβολή στην αρχαιολογική έρευνα της περιοχής, Αθήνα. Χατζηδημητρίου Α. 2003-2004: «Θραύσμα ανάγλυφου πίθου από τους Ζάρακες Καρυστίας», Αρχαιογνωσία 12, 181-196. Χατζηδημητρίου Α. 2003-2004α: «Ανασκαφικά δεδομένα και πορίσματα από την αρχαιολογική έρευνα στους Ζάρακες Καρυστίας», ΑΕΜ 35, 53-68. Χατζηδημητρίου Α. 2004-2009: «Ενεπίγραφα όστρακα από τους Ζάρακες Καρυστίας», Ηόρος 17-21, 521-540. Χατζηδημητρίου Α. 2006: «Χάλκινο ενεπίγραφο σταθμίο από τους Ζάρακες Καρυστίας», στο Α. Μαζαράκης Αινιάν (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας. Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης (Βόλος 272.-2.3.2003), Βόλος, τ. ΙΙ, 1077-1092. Χατζηδημητρίου Α. (υπό έκδοση): «Ανάγλυφη κεραμεική από τους Ζάρακες Καρυστίας», στο Μ. Κοσμά, Φ. Μαυρίδης, Z. Tankosic (επιμ.), Πρακτικά Συνεδρίου «An Island between two worlds: the Archaeology of Euboea from Prehistoric to Byzantine times”. Χιδίρογλου Μ. 1996-1997: «Λατρείες αρχαίας Καρύστου», ΑΕΜ 32, 175-191. Χιδίρογλου Μ. 2012: Η αρχαία Καρυστία. Συμβολή στην ιστορία και αρχαιολογία της περιοχής, [Διδ. Διατριβή], Αθήνα. Agora X: M. Lang, M. Crosby, Weights, Measures and Tokens, The Athenian agora: results of excavations conducted by the American School of Classical Studies at Athens, v. X, Princeton N.J. 1964. Agora XXIX: S.I. Rotroff: Hellenistic Pottery, Athenian and Imported Wheelmade Table Ware and Related Material, 279 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ The Athenian agora: results of excavations conducted by the American School of Classical Studies at Athens, v. XXIX, Princeton N.J. 1997. Ahl F.M. 1982: “Amper, Avallon and Apollo’s swan”, AJP 103, 373-411. Amyx D.A. 1988: Corinthian Vase-Painting of the Archaic Period, Berkeley. Baumeister A. 1864: Topographische Skizze der Insel Euboia, Luebeck. Bechtel Fr. 1887: Die Inschriften des ionischen Dialekts, Göttingen. Béquignon Y. 1935: “Études thessaliennes”, BCH 59, 36-77. Biancucci G.B. 1973: “La via Iperborea”, Rivista di filologia ed’instruzione classica 101, 207-220. Birge D.E. 1982: Sacred Groves in the Ancient Greek World, Berkeley. Birge D. 1994: “Sacred Groves and the Nature of Apollo”, στο J. Solomon (επιμ.), Apollo. Origins and Influences, Arizona, 9-19. Birge D. 1994a: “Trees in the Landscape of Pausanias’ “, στο S. E. Alcock, R. Osborne (επιμ.), Placing the Gods. Sanctuaries and Sacred Space in Ancient Greece, Oxford, 231-245. Boardman J. 2001: Πρώιμη ελληνική αγγειογραφία, Αθήνα. Bouzek J. 2000: “Apollon Hyperboréen, le héros solaire et l’âme humaine”, στο P. Linant de Bellefonds (επιμ.), Αγαθός δαίμων. Mythes et Cultes. Études d’iconographie en l’honneur de Lilly Kahil, [BCH Suppl. 38], Athènes, 57-62. Bremmer N.J. 2012: “Greek Demons of the Wilderness: the Case of the Centaurs”, στο L. Feldt (επιμ.), Wilderness in Mythology and Religion, Approaching Religious Spatialities, Cosmologies, and Ideas of Wild Nature, Berlin & New York, 25-53. Brunner M. 1998: “Die Münzen“, στο K. Reber, Die klassischen und hellenistischen Wohnhäuser im Westquartier, [Eretria. Ausgrabungen und Forschungen X], Lausanne, 249-252. Bruneau P. 1970: Recherches sur les cultes de Délos à l’époque hellénistique et à l’époque impériale, Paris. Bruneau P. – Ducat J. 2005: Guide de Délos, Paris4. Burkert W. 1993: Αρχαία ελληνική θρησκεία, Αθήνα. Bursian C. 1872: Geographie von Griechenland. Die Inselwelt, Leipzig. Camp J.M. 2004: Η αρχαία Αγορά της Αθήνας, Αθήνα. Cawkwell G.L. 1962: “The Defence of Olynthus”, ClQ 12, 122-140. Chase G.H. 1902: “The Shield Devices of the Greek”, HarStClPh 13, 61-127. Constantakopoulou Ch. 2007: The dance of the islands: insularity, networks, the Athenian empire, and the Aegean world, Oxford. Christien J. 1987: “Les forteresses de la côte orientale de la Laconie et la guerre de Chrémonidès“, Ktêma 12, 111-124. Coupry J. 1938: “Études d’ epigraphie délienne“, BCH 62, 236-250. 280 Davidson G.R. – Thompson D.B. 1943: Small objects from the Pnyx I, [Hesperia Suppl. VII], Princeton N.J. de Ridder A. 1894: Catalogue des bronzes de la société archéologique d’ Athènes, Paris. Desborough V.R. – Nicholls R.V. – Popham M. 1970: “An Euboean Centaur”, BSA 65, 21-30. Dürrbach F. 1911: “Fouilles de Délos“, BCH 35, 1-86. Eilmann R. 1933: “Frühe griechische Keramik im Samischen Heraion“, AM 58, 47-145. Fachard S. 2003: “Les activités de l’ école Suisse d’archéologie en Grèce 2002“, AntK 46, 92-98. Fachard S. 2012: La décence du territoire. Etude de la chôra érétrienne et de ses fortifications, [Eretria: Fouilles et recherches, τ. XXI], Gollion. Fourgous D. 1989: “Les Dryopes: Peuple sauvage ou divin?”, Métis 4, 5-32. Franke P.R. 1988-1989: “Tierdarstellungen auf antiken griechischen Münzen”, στο Studium generale.Vorträge zum Thema Mensch und Tier, τ. VII, Hannover, 56-69. Gantz T. 1993: Early Greek Myth, Baltimore. Gehrke H.-J. 1988: “Eretria und sein Territorium“, Boreas 11, 15-42. Geyer F. 1962: «Τοπογραφία και ιστορία της Ευβοίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου», ΑΕΜ 9, 18-124. Grimal P. 1991: Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας (επιμ. Β. Ατσαλός), Θεσσαλονίκη. Guarducci M. 1969: Epigrafia Greca, τ. II, Roma. Hammond N.G.L. 1967: Epirus. The Geography, the Ancient remains, the History and the Topography of Epirus and adjacent areas, Oxford. Hirmer M. 1964: Die griechische Münzen, München. Hitzl K. 1996: Die Gewichte griechischer Zeit aus Olympia. Eine Studie zu den vorhellenistischen Gewichts-systemen in Griechenland, [Olympische Forschungen XXV], Berlin & New York. Hitzl K. 1997: “Gewichte in Eretria“, AntK 40, 109-121. Hoopes T.T. 1953: “The Greek Helmet in the City Art Museum of Saint Louis”, στο G.E. Mylonas, D. Raymond (επιμ.), Studies presented to David Moore Robinson, Saint Louis & Missouri, τ. II, 833-839. Jacobstahl P. 1933: Diskoi, Winckelmannsprogramm der Archäologischen Gesellschaft zu Berlin 93, Berlin, Leipzig. Jeffery L.H. 1961: The Local Scripts of Archaic Greece, Oxford. Karageorghis V. – Demas M. 1985: Excavations at Kition. The Pre-Phoenician Levels, V.1, Nicosia. Knoepfler D. 1971: “La date de l’ annexion de Styra par Eretrie”, BCH 95, 223-244. Knoepfler D. 1997: “Le territoire d’Érétrie et l’organisation politique de la cité (dêmoi, chôroi, phylai)”, στο M.H. Hansen (επιμ.), The Polis as an Urban Centre and as a Pοlitical Community. Symposium August, 29-31, 1996, Acts of the Copenhagen Polis Centre, Copenhagen, τ. IV, 352-449. Knoepfler D. 2000: “Poséidon à Mendè: Un culte érétrien?”, στο Π. Αδάμ-Βελένη (επιμ.), Μύρτος. Μνήμη Ιουλίας Βοκοτοπούλου, Θεσσαλονίκη, 335-349. Kourou Ν. 1992: “Aegean Orientalizing versus Oriental Αθηνά Χατζηδημητρίου: Τ Α Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Α Π Ο Τ Η Ν Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ Τ Ο Υ Σ Ζ Α Ρ Α Κ Ε Σ Κ Α Ρ Υ Σ Τ Ι Α Σ Art: The evidence of monsters”, στο V. Karageorghis (επιμ.), Proceedings of an International Symposium «The Civilizations of the Aegean and their Diffusion in Cyprus and the Eastern Mediterranean, 2000-600 B.C.», Larnaca, 110-123. Kraay C. M. 1976: Archaic and Classical Greek Coins, London. Kroll J. H. 1971: “Three Inscribed Greek Bronze Weights”, στο D.G. Mitten, J.G. Pedley, J.A. Scott (επιμ.), Studies presented to G. M. A. Hanfmann, Mainz, 87-93. Kunze E.1956: Bericht über die Ausgrabungen in Olympia, τ. V, Berlin. Kunze E. 1967: Bericht über die Ausgrabungen in Olympia, τ. VIII, Berlin. Laser S. 1987: Sport und Spiel. Archaeologia Homerica, Göttingen. Lauter H. 1985: Lathouresa. Beiträge zur Architektur und Siedlungsgeschichte in spätgeometrischer Zeit, Mainz am Rhein. Lebessi A. 1996: “The relations of Crete and Euboea in the tenth and ninth centuries B.C. The Lefkandi Centaur and his predecessors”, στο D. Evely, Ι.S. Lemos, S. Scherratt (επιμ.), Minotaur and Centaur. Studies in the Archaeology of Crete and Euboea presented to Mervyn Popham, Oxford, 146-154. Lolling H.G. 1989: Reisenotizen aus Griechenland 1876 und 1877, Berlin. Markl O. 1996: Ortsnamen Griechenlands in “fränkischer“ Zeit, Gratz & Köln. Mazarakis-Ainian A. 1988: “Early Greek Temples: Their Origin and Function”, στο R. Hägg, N. Marinatos, G.C. Nordquist (επιμ.), Early Greek Cult Practice. Proceedings of the Fifth International Symposium at the Swedish Institute at Athens, 26-29 June 1986, Stockholm, 105-119. Mazarakis-Ainian A. 1994: «Λαθούριζα: Μια αγροτική εγκατάσταση των πρώιμων ιστορικών χρόνων στη Βάρη Αττικής», στο P. Doukellis, L. Mendoni (επιμ.), Structures Rurales et Societès antiques. Actes du Colloque de Corfu, 14-16 mai 1992, Besancon, 65-80. Mazarakis-Ainian A. 1995: “New Evidence for the Study of the Late Geometric-Archaic Settlement at Lathouriza in Attica”, στο Chr. Morris (επιμ.), Klados: Essays in honour of J.N. Coldstream, [BICS Suppl. 63], London, 143-155. Mazarakis-Ainian A. 1997: From Ruler’s Dwellings to Temples. Architecture, Religion and Society in Early Iron Age Greece (1100-700 B.C.), Jonsered. Mazarakis-Ainian A. 1998: “Oropos in the Early Iron Age”, στο M. Bats, B. d’Agostino (επιμ.), EUBOICA. L’ Eubea e la presenza euboica in Calcidica e in Occidente. Atti del Convegno Internazionale di Napoli 13-16 novembre 1996, Napoli, 179-215. Miller St.G. 1987: “Archaic Relief Wares from the Nemea Area”, στο Φίλια Έπη εις Γεώργιον Ε. Μυλωνάν, Αθήνα, 266-284. Miller S.G. 2005: Νεμέα. Μουσείο και αρχαιολογικός χώρος, Αθήνα. Mineur W.H. 1984: Callimachus, Hymn to Delos, [Mnemosyne Suppl. 83], Leiden. Mitten D.G. – Doeringer S.F. 1968: Master Bronzes from the Classical World, Mainz. Parke H.W. 1967: The Orakles of Zeus, Dodona - Olympia - Ammon, Oxford. Parke H.W. 1979: Ελληνικά Μαντεία, Αθήνα. Pérez M.A. 2007: Λατρείες και ιερά των Ευβοέων: Γεωμετρική Αρχαϊκή Εποχή [Διδ. Διατριβή], Βόλος. Pernice E. 1894: Griechische Gewichte, Berlin. Pettersson M. 1992: Cults of Apollo at Sparta. The Hyakinthia, the Gymnopaidiai and the Karneia, Stockholm. Picard O. 1990: «Τα ευβοϊκά νομίσματα στην κλασική και ελληνιστική εποχή», Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο «Η Πόλη της Χαλκίδας» (Χαλκίδα, 24-27 Σεπτεμβρίου 1987), Αθήνα, 77-81. Popham M.R. – Sackett L.H. – Themelis P.G. 1979-1980: Lefkandi I. The Iron Age, London. Rangabé A.R. 1852: Mémoire sur la partie méridionale de l’ ile d’ Eubée, Paris. Reber K. 2001: “Unbekanntes Euböa. Auf Griechenlands zweitgrößter Insel warten archäologische Stätten auf Ihre Erforschung“, AW 32.5, 449-460. Rombos T. 1988: The Iconography of Attic Late Geometric II Pottery, Jonsered. Romm J. 1989: “Herodotus and Mythic Geography: the Case of the Hypeboreans”, TAPA 119, 97-113. Rubensohn O. 1962: Das Delion von Paros, Wiesbaden. Sackett H. κ.ά. 1975: «Προϊστορική Εύβοια», ΑΕΜ 20, 145-208. Schiffler B. 1976: Die Typologie des Kentauren in der antiken Kunst vom 10. bis zum Ende des 4.Jhs. v.Chr., Frankfurt. Schumacher R.W.M. 1993: “Three related sanctuaries of Poseidon: Geraistos, Kalaureia and Tainaron”, στο N. Marinatos, R. Hagg (επιμ.), Greek Sanctuaries. New approaches, London & New York, 62-87. Seiler F. 1986: Die griechische Tholos, Mainz am Rhein. Seltman C. 1965: Greek Coins, London. Shipley G. 2000: “The extent of Spartan Territory in the late Classical and Hellenistic Periods”, BSA 95, 367-390. Simantoni-Bournia E. 2004: La céramique grecque à réliefs: Ateliers insulaires du 7e au 6e siècle avant J.-C., Genève. Snodgrass A. 1964: Early Greek Armour and Weapons: from the end of the Bronze Age to 600 B.C., Edinburg. Theurillat Th. – Κenzelmann Pfyffer A. – Verdan S. 2005: “Graffiti d’ époque géométrique provenant du sanctuaire d’ Apollon Daphnéphoros à Erétrie”, ZPE 151, 51-86. Tréheux J. 1953: «La réalité historique des offrandes Hyperboréennes», στο G.E. Mylonas, D. Raymond (επιμ.), Studies presented to D. Moore Robinson, Saint Louis Missouri, 758-774. Tritle L.A. 1992: “Eretria, Argoura, and the Road to Tamynai: The Athenians in Euboia, 348 B.C.”, Klio 74, 131-165. Ulrichs Ν. 1863: Reisen und Forschungen, τ. ΙΙ, Berlin. Vallois R. 1944: L’ architecture hellénique et hellénistique à Délos, τ. I, Paris. 281 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Verdan S. – Kenzelmann Pfyffer Α. – Léderrey C. 2008: Céramique géométrique d’Erétrie, [Eretria: Fouilles et recherches XX], Athens. Wace A.J.B. – Hasluck F.W. 1908-9: “Laconia. II. Topography”, BSA 15, 158-176. Wallace W.P. 1961: «Οι Δήμοι της Ερέτριας», ΑΕΜ 8, 157-203. 282 Wallace M.B. 1972: The History of Karystos from the sixth to fourth centuries B.C., Toronto. Xagorari M. 1996: Untersuchungen zu frühgriechischen Grabsitten. Figürliche plastische Beigaben aus geschlossenen Grabfunden Attikas und Euböas des 10. bis 7. Jhs. v. Chr., Mainz am Rhein. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Νεοφύτου Δούκα 4 106 74 Αθήνα Museum of Cycladic Art 4, Neofytou Douka street Athens 106 74 - Greece www.cycladic.gr
US