Βικιλεξικό - Βικιλεξικό
Μετάβαση στο περιεχόμενο
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά (el)
πτώσεις
ενικός
πληθυντικός
ονομαστική
το
Βικιλεξικ
τα
Βικιλεξικ
γενική
του
Βικιλεξικ
ού
των
Βικιλεξικ
ών
αιτιατική
το
Βικιλεξικ
τα
Βικιλεξικ
κλητική
Βικιλεξικ
Βικιλεξικ
Κατηγορία
όπως «
βουνό
» -
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ετυμολογία
Βικιλεξικό
βικι-
λεξικό
μεταφραστικό δάνειο
αγγλική
Wiktionary
wiki
("
βικι-
")
dictionary
("
λεξικό
")
Προφορά
ΔΦΑ
: /
vi.ci.le.ksiˈko
τυπογραφικός συλλαβισμός
Βι
κι
λε
ξι
κό
Κύριο όνομα
Βικιλεξικό
ουδέτερο
το λεξικό που προκύπτει από αυτή τη συνεργασία, το παρόν λεξικό στην ελληνική γλώσσα
Προχωρούσε στα τυφλά
απελπισμένος
Τυφλός
είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα
αισθητήρια
όργανα
της
όρασης
έχουν υποστεί
βλάβη
. Και
στραβός
έγραφε το
βικιλεξικό
. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά.
(Νίκης Μουντράκη,
Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω
, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025
ένα σχέδιο συνεργασίας, που ξεκίνησε ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός
Wikimedia Foundation
το 2002 με σκοπό τη δημιουργία ενός
ελεύθερου
δυναμικού
και πλήρους
λεξικού
σε κάθε
γλώσσα
του κόσμου
κοινότητα
των χρηστών που συνεργάζονται για τη δημιουργία αυτού του ελεύθερου λεξικού
Συγγενικά
Βικιπαίδεια
Βικιθήκη
Βικιβιβλία
Βικιφθέγματα
Βικιεπιστήμιο
Βικινέα
Βικιταξίδια
Δείτε επίσης
Βικιλεξικό
στη
Βικιπαίδεια
Μεταφράσεις
Βικιλεξικό
αγγλικά
Wiktionary
(en)
τουρκικά
Vikisözlük
(tr)
αραβικά
ويكاموس
(ar)
wikāmwes
αραγονικά
Biquizionario
(an)
αρμενικά
Վիքիբառարան
(hy)
Vik'ibaṙaran
βολαπούκ
Wikvödasbuk
(vo)
βουλγαρικά
Уикиречник
(bg)
Ouikiretchnik
γαλλικά
Wiktionnaire
(fr)
γερμανικά
Wiktionary
(da)
ουδέτερο
Wikiwörterbuch
(de)
ουδέτερο
δανικά
Wiktionary
(da)
Wikiordbog
(da)
δυτικά φριζικά
Wikiwurdboek
(fy)
εβραϊκά
ויקימלון
(he)
wyqymilwn
εσπεράντο
Vikivortaro
(eo)
ιαπωνικά
ウィクショナリー
(ja)
uikushonarī
ιντερλίνγκουα
Wiktionario
(ia)
ισλανδικά
Wikiorðabók
(is)
ισπανικά
Wikcionario
(es)
ιταλικά
Wikizionario
(it)
κινεζικά
維基字典
(zh)
wéijīzìdiǎn
κορεατικά
위키낱말사전
(ko)
wikinatmalsajeon
κουρδικά
Wîkîferheng
(ku)
κουρδικά σοράνι
ويكيفهرهه
λατινικά
Victionarium
(la)
λετονικά
Vikivārdnīca
(lv)
λευκορωσικά
Вікіслоўнік
(be)
Bikislownik
λιθουανικά
Vikižodynas
(lt)
ντιβέχι
ވިކިރަދީފު
(dv)
wikiradiefoe
ολλανδικά
Wikiwoordenboek
(nl)
ουγγρικά
Wikiszótár
(hu)
ουκρανικά
Вікісловник
(uk)
Vikislovnyk
περσικά
ویكیواژه
(fa)
wykywāzah
πολωνικά
Wikisłownik
(pl)
πορτογαλικά
Wikcionário
(pt)
ρουμανικά
Vicţionar
(ro)
ρωσικά
Викисловарь
(ru)
Vikislovár’
σανσκριτικά
विकिशब्दकोशः
(sa)
vikiśābdakośāḥ
Sindhi
وڪيغت
(sd)
σλοβακικά
Wikcionár
(sk)
σλοβενικά
Wikislovar
(sl)
φεροϊκά
Wikiorðabók
(fo)
φινλανδικά
Wikisanakirja
(fi)
χίντι
विक्षनरी
(hi)
viksjanari
Ανακτήθηκε από "
Κατηγορίες
Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κρυμμένη κατηγορία:
Υποδείγματα λημμάτων
Βικιλεξικό
Προσθήκη θέματος
US